text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 979/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 4866/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 51/22-10-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1692/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως σε εξύβριση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως και χωρίς όρκο της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια είναι πρώην σύζυγοι, ο γάμος τους λύθηκε ήδη και από αυτόν απέκτησαν στις 24-04-1082 ένα γιό, τον Α. Κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης εκδόθηκε η με αριθμό 192/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στο γιό του Α το ποσό των 440,21 ευρώ ως μηνιαία διατροφή του, για χρονικό διάστημα από την επίδοση της από 3-10-2002 αγωγής του έως την 31-12-2002. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Α, Β, για να αποφύγει την προσφυγή για μια ακόμη φορά στα Δικαστήρια για καθορισμό της συνεισφοράς του κατηγορουμένου στη διατροφή του πελάτη του, έστειλε στον κατηγορούμενο την από 25-11-2002 επιστολή, με την οποία του πρότεινε να συνεχισθεί η ίδια συνεισφορά του στη διατροφή του γιου του και για τη διετία από 1-01-2003 έως 31-12-2004. Επισημαίνεται ότι οι σχέσεις του κατηγορουμένου με το γιό του ήταν ανύπαρκτες από το έτος 1988 που ο γιος του ήταν τότε φοιτητής. Σε απάντηση της από 25-11-2002 επιστολής του ανωτέρω δικηγόρου ο κατηγορούμενος απέστειλε με fax την κατωτέρω επιστολή την οποία συνέταξε και υπέγραψε και απέστειλε ο ίδιος στον πληρεξούσιο του γιου του και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο : "......, 19-12-2002 κ. Β, Δικηγόρο Αρείου Πάγου & ΣτΕ, Αθήνα. κ. Β, Με καθυστέρηση έλαβα την από 25-11-02 επιστολή σας. Η καθυστέρηση οφείλεται στη λανθασμένη διεύθυνση που χρησιμοποιήσατε, αφού η κατοικία μου δε βρίσκεται στην οδό ...... . Εάν υπάρξει ανάγκη να επικοινωνήσετε μαζί μου στο εξής, χρησιμοποιείτε τη σωστή μου διεύθυνση: Τμήμα ...... Α.Π.Θ, 54006 Θεσσαλονίκη Τηλ ...... . Για την επόμενη διετία δέχομαι, χωρίς αντιδικία, η αναγκαστική και ακούσια διατροφή για τον αντίδικο, τον οποίο δεν αναγνωρίζω ως γιό μου, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του και επιπλέον λόγω της εξωσυζυγικής δραστηριότητας της μάνας του, να είναι έως ογδόντα (80) χιλιάδες δραχμές μηνιαίως, εφόσον σε ένα φοιτητή που δεν έχει έξοδα κατοικίας το ποσόν αυτό είναι αρκετό, όπως πληροφορούμαι από τους φοιτητές μου και καθώς δεν έχω την οικονομική δυνατότητα για μεγαλύτερο ποσόν. Για να ανταπεξέλθω στην καταβολή του ποσού που άδικα μου επεβλήθη να πληρώνω έως τώρα, χρειάστηκε να δανειστώ, ώστε να έχει ο αντίδικος χρήματα για να παίζει τένις και κιθάρα και να πηγαίνει διακοπές. Εάν ήταν άνθρωπος θα έπρεπε να σεβαστεί, αν μη τι άλλο, τις οικονομικές δυνατότητες και τις σοβαρές οικονομικές ανάγκες αυτού που θεωρεί πατέρα του (εκτός εάν η μάνα του, του έχει αποκαλύψει ποιος είναι ο πραγματικός και γνωρίζοντας ότι δεν έχει συγγενική σχέση μαζί μου προσπαθεί να με εκμεταλλευτεί οικονομικώς), να έχει την ελάχιστη αξιοπρέπεια - εφόσον, παρά την ηλικία του, θεωρεί ότι δεν πρέπει να εργάζεται - να περιορίσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες και να έχει συναίσθηση ότι μετά την ενηλικίωσή του έχει υποχρέωση να βοηθήσει αυτόν που τον ανέθρεψε -συγγενή του ή μη- και όχι να τον καταστρέψει οικονομικώς. Η ιδιότητα που έχει πλέον, σε σχέση με το πρόσωπό μου, με δική του επιλογή και μεθόδευση και παρά τις εύλογες επίμονες και πολυετείς προσπάθειές μου, είναι αυτή του αντιδίκου και μόνον, για να με αφήσει ήσυχο, δέχομαι να πετάω το ποσόν που του χρειάζεται επί δύο ακόμη έτη. Διότι είναι βέβαιον ότι, παρά τις προσπάθειές μου να τον συνετίσω, ούτε τα χρήματα αυτά υπάρχει ελπίδα να πιάσουν τόπο, όπως και τα τόσα εκατομμύρια που έχει μέχρι σήμερα πληρώσει για τη "μόρφωση" που επέλεγε η μάνα του να του προσφέρεται με δικές μου δαπάνες, για να αντιμετωπίσει τα πλέγματα της ταπεινής καταγωγής και της χαμηλής διανοητικής της στάθμης. Η ύπαρξη ή μη συγγένειας δεν είναι κατά την άποψη μου κριτήριο για να βοηθήσω αν μπορώ και κάνοντας θυσίες ένα παιδί που σπουδάζει, έαν έχει σοβαρούς λόγους να μην εργάζεται και εάν του αξίζει, αλλά και οποιονδήποτε άνθρωπο ή ζώο. Περιμένω όμως από άτομο που ευεργετώ, αναγνώριση των θυσιών μου, ευγνωμοσύνη και τουλάχιστον όχι τέτοια εχθρότητα και τέτοια πολεμική. Αντιλαμβάνομαι ότι κάποιος, ο οποίος δεν γνωρίζει τι διεμείφθη μεταξύ μας επί τόσα χρόνια, πιθανότατα αιφνιδιάζεται από τη σοβαρότητα των προαναφερθέντων. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι ο ίδιος επέλεξε η σχέση μας να είναι μόνο οικονομική. Δεν έχω παιδιά και προφανώς δεν θα αποκτήσω και καταλαβαίνετε και πόσο προσπάθησα να τον νουθετήσω και πόσα του συγχωρούσα και πόσα προσπαθούσα να δικαιολογήσω και τα απέδιδα στην κακή επιρροή της μάνας του ή στην ηλικία του. Τελικά μου δήλωσε ότι το μόνο που θέλει από μένα είναι χρήματα και κατάλαβα ότι ήταν η μόνη βέβαιη αλήθεια μέσα στα ψέματα που τόσο εύκολα χρησιμοποιεί, ώστε πλέον δεν είχαν νόημα οι προσπάθειές μου και η όποια άλλη σχέση μας έληξε. Θα κάνω υπομονή ακόμη επί δύο χρόνια, αφού ακόμη και η νομοθεσία δεν έχει προβλέψει τέτοιες περιπτώσεις και θα μας κρίνει όλους ο Θεός. Με τιμή Χ, Αναπλ. Καθηγητής ...... Α.Π.Θ. Μέλος της πανεπιστημιακής ανασκαφής Βεργίνας". Με την ανωτέρω επιστολή, αναφορικά με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ψευδώς για την Ψ (μηνύτρια) ότι: 1) είχε εξωσυζυγική δραστηριότητα, ότι δεν είναι αυτός ο πατέρας του γιου της Α και 2) ότι έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη. Ο υπό στοιχείο 2 ισχυρισμός αποτελεί κρίση και όχι γεγονός, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί έγιναν προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο με την πεποίθηση του κατηγορουμένου ότι υπάρχει απόρρητο και ότι το περιεχόμενο της επιστολής του δεν θα διαδοθεί περαιτέρω. Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε δόλο κοινολογήσεως του περιεχομένου της επιστολής του καθόσον δεν είχε πρόθεση (συκοφαντικής και απλής) δυσφήμησης της μηνύτριας γιατί θεώρησε εσφαλμένα ότι ο δικηγόρος του γιου του (και της μηνύτριας) δεν είναι τρίτο πρόσωπο ...
... Με βάση τα προαναφερθέντα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος εξυβρίσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όπως από το περιεχόμενο και ύφος της επιστολής του κατηγορουμένου προκύπτει, υπήρξε σκοπός εξύβρισης της μηνύτριας και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 § 2 ΠΚ. Πρέπει όμως να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α ΠΚ, γιατί έχει λευκό ποινικό μητρώο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ένοχο της πράξεως της εξυβρίσεως (άρθρο 361 Π.Κ), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσίβλητο του ότι "στην ...... στις 14-12-2002 προσέβαλε την τιμή της μηνύτριας Ψ. Συγκεκριμένα με επιστολή του προς τον Δικηγόρο Β, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τη μηνύτρια ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, ότι δεν είναι αυτός ο πατέρας του υιού της Α και ότι αυτή έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη, με πρόθεση να μειώσει την τιμή της μηνύτριας". Η αιτιολογία δε που παραθέτει το Δικαστήριο και με βάση την οποία εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση, δεν είναι πλήρης και σαφής. Αντίθετα, η αιτιολογία περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται της νόμιμης βάσης, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα, γιατί: α) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό, ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος εξυβρίσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αντίθετα στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τη μηνύτρια ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα. Τούτο, όμως, αποτελεί πρόδηλη αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, αφού, κατά το διατακτικό ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για το ό,τι ισχυρίστηκε ψευδώς για τη μηνύτρια, ότι δηλαδή έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, στοιχείο, όμως, που συνέχεται με το αδίκημα της δυσφημήσεως και όχι της εξυβρίσεως, για το οποίο τελικά καταδικάσθηκε, β) ενώ, κατά το αιτιολογικό ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η μηνύτρια έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη, αποτελεί κρίση και όχι γεγονός, εν τούτοις στο διατακτικό κηρύχθηκε ένοχος εξυβρίσεως και για τον ως άνω ισχυρισμό, γ) ενώ κατά το αιτιολογικό γίνεται δεκτό, ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που περιέχονται στην επιστολή που απηύθυνε ο ίδιος προς το νομικό παραστάτη της εγκαλούσας, έγιναν με την πεποίθηση του, ότι υπάρχει απόρρητο από μέρους του πληρεξουσίου της δικηγόρου και ότι το περιεχόμενο της επιστολής, δεν θα διαδοθεί περαιτέρω από αυτόν, εν τούτοις, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι το γεγονός που εν γνώσει του ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, ότι δηλαδή έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, είναι ψευδές και δ) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δόλο να ανακοινωθεί το περιεχόμενο της επιστολής του, θεωρώντας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν αποτελεί τρίτο πρόσωπο, εν τούτοις στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι εν γνώσει του ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη συνέχεια για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4866/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός
από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο για εξύβριση, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικών διατάξεων. Ασάφεια και αντιφάσεις ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων 361 και 362-363 ΠΚ. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Εξύβριση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 56627/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2011/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 56627/2008 απόφασή του, δέχθηκε "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 1-5-2003, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της στην Κ' ΔΟΥ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως αναλύονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της πιο πάνω ΔΟΥ, η κατηγορουμένη ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό 107.435,09 ευρώ που αφορά παρακρατούμενους φόρους και β) ποσό 83.079,09 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και καθυστέρησε την καταβολή αυτών, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ωθήθηκε στην τέλεση της πράξεως της από μη ταπεινά αίτια και γι' αυτό πρέπει να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων( 84 παρ.2β του Π.Κ)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή της κατηγορουμένης, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών της Κ' ΔΟΥ Αθηνών δέχεται, ότι τα αναφερόμενα σ' αυτόν χρέη βεβαιώθηκαν, χωρίς όμως να προσδιορίζεται τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, όχι μόνο ο χρόνος βεβαιώσεώς τους, αλλά ούτε και ο χρόνος που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Πέραν τούτων υφίσταται ασάφεια και ως προς το στοιχείο για ποια από τα επίδικα χρέη, και για τα οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, παραβίασε την υποχρέωση προς καταβολή, στην περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωσή της αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων και για ποια αντίστοιχα χρέη η υποχρέωσή της αναφέρεται σε εφάπαξ καταβολή τους, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, ώστε μετά την πάροδο τετραμήνου, αφότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, να αφετηριάζεται αντίστοιχα και η ποινική της ευθύνη, στοιχεία τα οποία δεν αιτιολογούνται στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και συμπληρώνονται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της Κ. ΔΟΥ Αθηνών, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 12, 18 ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 1, γ 2, 3 του Ν.1882/1990, όπως αντ. από το άρθρο 23 παρ.1 και 2 του Ν.2523/1997), φέρονται ότι τελέσθηκαν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 26-3-2001,( ημέρα διασκέψεως (26-3-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας για τις παραπάνω πράξεις κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πιο πάνω μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 56627/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας Χ, κατοίκου ......, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτήν στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 26-3-2001. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου που βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα χρέη και χωρίς να έχει παρέλθει το 4μηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Αναιρεί. Παραπέμπει. Παύει οριστικά για μερικότερες πράξεις.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Παύση οριστική ποινικής διώξεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 966/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 69914/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 186/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσης οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ.1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, κατά δε το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ, ο παρανόμως ιδιοποιούμενος ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει οριστεί.
ΙΙ.- Ελλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ως προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69.914/2008 απόφασή του και με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "... ο κατηγορούμενος ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ " με αντικείμενο εργασιών την παροχή συμβουλών και υπηρεσιών και έδρα την ......, έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 11/2000 έως 3/2001 στην ως άνω επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε τις ασφαλιστικές εισφορές προσωπικού εννέα (9) εργαζομένων ποσού 11.896,403 ευρώ, αν και παρακράτησε το ποσό αυτό για να το αποδώσει στο ΙΚΑ και δεν κατέβαλε ασφαλιστικές εισφορές βαρύνουσες τον ίδιο, ποσού 23.792,80 ευρώ ήτοι συνολικά 35.689,21 ευρώ. Πρέπει, όμως, να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το εκ του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ ελαφρυντικό, ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι μέχρι την τέλεση από αυτόν της πιο πάνω αξιόποινης πράξης έζησε έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και ατομική ζωή, καθόσον το ποινικό του μητρώο είναι λευκό, ο ίδιος δε τελεί σε γάμο με δύο τέκνα και από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε επίμεμπτη συμπεριφορά αυτού ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του, αφού παρέγραψε τις μερικότερες πράξεις των ιδίων εγκλημάτων που τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Απριλίου 2000 μέχρι και του μηνός Αυγούστου 2000, καταδίκασε τον κατηγορούμενο για μη καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ, (εργατικών και εργοδοτικών) συνολικού ποσού 35.689,307 ευρώ, με χρόνο τελέσεως των πράξεων την 5η Νοεμβρίου 2002. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της, δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λόγω της αντίφασης που ενέχει ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης που αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Δηλαδή, ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των εισφορών της περιόδου από 1-11-2000 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2001 για καθένα των παραπάνω μηνών, μέχρι του τέλους του επόμενου μήνα κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, δεν εξηγεί γιατί ως χρόνο τελέσεως των πράξεων δέχεται τελικά την 5-11-2002. Περαιτέρω δε, από τις παραδοχές του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό, δημιουργείται ασάφεια και κενό αναφορικά με το ύψος του συνολικού ποσού που οφείλεται στο ΙΚΑ δεδομένου ότι το δικαστήριο παύει την ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις των ιδίων εγκλημάτων που χρονικώς καταλαμβάνει την περίοδο των μηνών Απριλίου έως και Αυγούστου 2000, χωρίς να διευκρινίζεται ποιο είναι το ποσό των εισφορών του διαστήματος αυτού και εάν αυτό περιλαμβάνεται ή όχι στο συνολικώς οφειλόμενο στο ΙΚΑ για την περίοδο Νοεμβρίου 2000 έως Μαρτίου 2001 Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ζήτημα της τυχόν παραγραφής των πράξεων θα κριθεί από το δικαστήριο της παραπομπής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 69.914/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ. Αναίρεση απόφασης για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 967/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ4, 2) Χ5, 3) Χ6, 4) Χ7, 5) Χ8, 6) Χ9, 7) Χ10, 8) Χ11 και 9) Χ12, και πολιτικώς ενάγουσα την αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ" (ΕΑΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ), που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Οκτωβρίου 2008 τρεις αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1744/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 60/5-2-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθμ. 1,2 και 3/27-10-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων, α) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., β) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ... και γ) Χ3, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ'αριθμ. 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καρδίτσας με το υπ'αριθμ. 72/2-8-2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απιστία από κοινού κατά συροή (άρθρα 46 § ια, 45, 94 § 1 και 390 εδ. β' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις υπ'αριθμ. 10/5-9-2007, 8/5-9-2007 και 9/5-9-2007 αντίστοιχες εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι εφέσεις αυτές και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, αφού ασκήθηκαν από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας τους και περιέχουν συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 15 Ν.3242/24.5.2004 "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Προστατευόμενο αγαθό της εν λόγω διάταξης είναι η περιουσία ως σύνολο, κατά μία άποψη μάλιστα και η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και παθόντος. Η διάταξη του άρθρου 390 Π Κ καλύπτει τις περιπτώσεις που δεν συνιστούν υπεξαίρεση, φθορά ή κλοπή, αλλά ούτε και απάτη ή εκβίαση γιατί η βλάβη προκαλείται χωρίς άσκηση βίας ή παραπλάνησης. Έτσι από την θεωρία και την νομολογία διαμορφώθηκαν ως εξής τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απιστίας : 1) Ο δράστης να έχει την διαχείριση ή επιμέλεια ξένης περιουσίας (ολική ή μερική ή για ορισμένη μόνο πράξη) βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας. 2) Η ζημιογόνα πράξη του να αποτελεί πράξη ή παράλειψη έναντι τρίτων σε σχέση με τον παθόντα με δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. 3) Να έχουν παραβιασθεί οι κανόνες της επιμελούς διαχείρισης. 4) Να επέλθει οριστική περιουσιακή ζημία και 5) Να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πλημμελούς διαχείρισης και της οριστικής ζημίας. Εξάλλου διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί όχι απλώς "υλικές" πράξεις, αλλά "νομικές" διαχειριστικές πράξεις επί της ξένης περιουσίας έχοντας δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του ιδίου. Η εξουσία του διαχειριστή μπορεί να θεμελιώνεται στο νόμο ή στην σύμβαση. Επίσης διαχειριστής μπορεί να είναι και κάθε υπάλληλος από αυτούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 263° ΠΚ, και που η ζημιογόνα του συμπεριφορά δεν υπάγεται στο άρθρο 256 Π Κ. Σύμφωνα με την επικρατούσα στην θεωρία και την νομολογία θεωρία της καταχρήσεως, η εγκληματική συμπεριφορά πραγματώνεται, όταν ο διαχειριστής καταχράται της προς τους τρίτους αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, ήτοι όταν εν γνώσει του υπερβαίνει τα όρια της επιτρεπτής έννομης δράσης του, τα οποία οφείλει να τηρεί στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, παραβαίνοντας του κανόνες επιμελούς διαχείρισης. Τους τελευταίους (κανόνες) προσδιορίζει ο νόμος, η σύμβαση μεταξύ του κυρίου της περιουσίας και του διαχειριστή (π.χ. σύμβαση εντολής, σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας κλπ), τα καταστατικά και οι εσωτερικοί κανονισμοί επιχειρήσεων, το είδος και οι στόχοι της διαχείρισης και οι διαμορφωμένοι στις συναλλαγές κανόνες επιμέλειας. Περιουσιακή ζημία νοείται κατ' αρχήν ως μείωση της συνολικής οικονομικής αξίας της μετά την διενέργεια της άπιστης πράξης ή την παράλειψη αποτροπής της μείωσης αυτής. Μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακής ζημίας απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια του ισοδυνάμου των όρων. Περαιτέρω, μεταξύ της παράβασης των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και της ζημίας απαιτείται και συνάφεια κινδύνου. Η ζημία δηλ. θα πρέπει να είναι πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου που έθεσε ο δράστης, όταν εν γνώσει του παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης. Αν αντιθέτως είναι πραγμάτωση άλλου κινδύνου, δεν στοιχειοθετείται απιστία, έστω και αν συντρέχουν όλα τα στοιχεία της. Πρέπει δηλ. η περιουσιακή ζημία να οφείλεται όχι απλώς στην συμπεριφορά του δράστη, αλλά στην παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται γνώση του δράστη (άμεσος δόλος β' βαθμού του άρθρου 27 παρ. 2 ΠK), που συνίσταται στο ότι ο δράστης αφενός μεν γνωρίζει ότι έχει την επιμέλεια ή την διαχείριση ξένης περιουσίας, αφετέρου δε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση της ζημίας στην ξένη περιουσία και να αποδέχεται την ζημία αυτής. Επομένως, δεν αρκεί πλέον ενδεχόμενος δόλος, όπως ήταν αρκετό πριν από την τροποποίηση του άρθρου με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1993. Περαιτέρω για την πλήρωση της νομοτυπικής μορφής της κακουργηματικής απιστίας, θα πρέπει η περιουσιακή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 46 παρ. ια'του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (ΑΠ 9/2008 Δημ. ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 945/2006 Π.Χρ. ΝΖ/607). Εξάλλου από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν.2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Στην περίπτωση δε ειδικότερα της ηθικής αυτουργίας, για την ύπαρξη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναφέρονται σ'αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφασή του (δείτε και ΑΠ 9/2008 και ΑΠ 867/2006 Π.Χρ. ΝΖ/240). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 224/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις και συμπληρωματική αναφορά στην πρόταση του παρ'αυτώ εισαγγελέως Εφετών δέχθηκε ότι "από το σύνολο του συλλεγέντος κατά την προκαταρκτική και την κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματα που κατέθεσαν προέκυψαν τα ακόλουθα : Με την με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ... κατασχέθηκε αναγκαστικά με επισπεύδοντα τον ΑΑ, δυνάμει της με αριθμ. 483/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (Ειδική Διαδικασία) για απαίτηση του τελευταίου κατά της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" (ΕΑΣΚ), ύψους 28.523,04 €, ένα οικόπεδο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, εμβαδού 16.341,35 τ.μ., με το επ' αυτού ισόγειο κτίσμα με σκελετό από τσιμεντοκολώνες, εμβαδού 2.000 τμ και την επ' αυτού αποθήκη, που βρίσκονται εντός του σχεδίου της πόλεως της ... με πρόσοψη επί της οδού ... αρ. ... . Ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε αρχικά η 17.12.2003 και, μετά από διαδοχικές αναβολές, η 21.7.2004. Κατά την ημέρα αυτή ο ως άνω επισπεύδων δανειστής της ΕΑΣΚ ανακάλεσε την εντολή περί συνέχισης του πλειστηριασμού με την με αριθμ. ... σχετική δήλωση του ενώπιον της αρμόδιας συμβολαιογράφου, ενώ με την με αριθμ. ... δήλωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου ο ΒΒ, που επίσης είχε αναγγελθεί στην εν λόγω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την από 6.7.2004 αναγγελία του ως δανειστής της ΕΑΣΚ για το ποσό των 29.888,38 €, που επιδικάστηκε σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμ. 21/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, δήλωσε ότι συνεχίζει την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του ως άνω ακινήτου προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του. Κατόπιν της δήλωσης αυτής ημέρα πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου ορίστηκε η 13.10.2004 με την με αριθμ. ... Δ' Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ..., οπότε και αυτό εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικώς με την με αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης αυτού της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Ψάρρα και κατακυρώθηκε στο όνομα της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν η μοναδική και τελευταία υπερθεματίστρια, αντί του ποσού του ενός εκατομμυρίου εκατόν πενήντα χιλιάδων και ενός (1.150.001,00) ευρώ. Η τιμή όμως αυτή ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την πραγματική αξία του ακινήτου, που ανερχόταν, σύμφωνα με τα κριτήρια του αντικειμενικού προσδιορισμού στο ποσό των 3.278.764 €, όπως προκύπτει από τις ένορκες καταθέσεις του ΑΑ, αλλά και του ΓΓ, υπαλλήλου της ΔΟΥ ... και Ελεγκτή του Τμήματος Κεφαλαίου, ο οποίος κατέθεσε ότι η υπηρεσία του προσδιόρισε την αντικειμενική αξία του εκπλειστηριασθένος ακινήτου στο ποσό των 3.278.764 €, ενώ η εμπορική αξία ενός ακινήτου είναι συνήθως κατά πολύ μεγαλύτερη της αντικειμενικής (βλ. από 3.4.2006 και 5.6.2006 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, καθώς και τα υπάρχοντα στην δικογραφία έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η με αριθμ. 159/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας η από 13.10.2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Ψάρρα, τα φύλλα προσδιορισμού αξίας ακινήτου (οικόπεδο- αποθήκες- επαγγελματική στέγη) και η από 19.10.2004 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου). Έτσι για την ως άνω απαίτηση του ΒΒ, ύψους 29.888 € εκπλειστηριάστηκε το προπεριγραφόμενο ακίνητο, αξίας 3.278.764 €, αντί του ποσού των 1.150.001 €, η οποία υπολείπεται τόσο της πραγματικής όσο και της αντικειμενικής του αξίας με αποτέλεσμα να (ζημιωθεί η περιουσία της ΕΑΣΚ ποσό μεγαλύτερο των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αφού αυτή απώλεσε περιουσιακό στοιχείο αξίας 3.278.764 € αντί του καταβληθέντος εκπλειστηριάσματος 1.150.001 €. Υπαίτιοι της οριστικής αυτής ζημίας που επήλθε στην ΕΑΣΚ είναι οι πρώτος έως και ένατος των κατηγορουμένων- εκκαλούντων και ειδικότερα ο πρώτος Χ4, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, ο δεύτερος Χ5 αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, τρίτος Χ6 γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, τέταρτος Χ7, ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, πέμπτος Χ8, έκτος Χ9, έβδομος Χ10, όγδοος Χ11 και ένατος Χ12, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, οι οποίοι ενώ, μαζί με τους μη εκκαλούντες ΔΔ και ΕΕ, μέλη και αυτοί του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, είχαν με τις ιδιότητες τους αυτές την επιμέλεια και διαχείριση από το νόμο και το καταστατικό της περιουσίας της ΕΑΣΚ και όφειλαν να εκπληρώσουν τις απορρέουσες από τα καθήκοντα τους υποχρεώσεις, επιδιώκοντας την διαφύλαξη και την προστασία του νομικού προσώπου της τελευταίας, δεν διαφύλαξαν τα συμφέροντα της. Ειδικότερα προκειμένου να αποτρέψουν τον διενεργηθέντα ως άνω πλειστηριασμό και την επελθούσα ζημία στην περιουσία της ΕΑΣΚ εν γνώσει τους από κοινού ενεργούντες δεν προσκάλεσαν, ως όφειλαν, τον επισπεύδοντα ΒΒ, πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, ώστε να εξεύρουν συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να ματαιωθεί αυτός, παρότι την τακτική αυτή ακολούθησαν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ σε άλλες παλαιότερες υποθέσεις και με άλλους εργαζόμενους δανειστές της, που επέσπευδαν αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της περιουσίας της, κάτι το οποίο εν γνώσει τους παρέλειψαν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο σαφώς συνάγεται και από την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του ΣΤ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, υπαλλήλου της ΕΑΣΚ, ο οποίος κατέθεσε ότι στο 90%, περίπου, παρομοίων περιπτώσεων ο ίδιος με εντολή του εκάστοτε προέδρου έκανε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ένωσης και του εκάστοτε επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, ώστε να επιτευχθεί αναβολή του πλειστηριασμού κάτι, που επιτυγχανόταν στις περισσότερες περιπτώσεις με επίτευξη συμβιβαστικού διακανονισμού, καθώς και από την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του ΖΖ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ από τον Φεβρουάριο του 2006 στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει ότι "... στις πλείστες όμως των περιπτώσεων οι πλειστηριασμοί αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν την ώρα του πλειστηριασμού, επειδή οι εκάστοτε διοικούντες φρόντιζαν έστω και την τελευταία στιγμή να έρθουν σε διακανονισμό με τους εκάστοτε επισπεύδοντες, ικανοποιώντας ένα λογικό μέρος των απαιτήσεων τους. Έτσι είχε γίνει ευρέως γνωστό ότι οι πλειστηριασμοί θα αναβάλλονταν την τελευταία στιγμή και οι ενδιαφερόμενοι δεν φρόντιζαν να παραστούν στους πλειστηριασμούς και να εκδηλώσουν τον ενδιαφέρον του Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως του πλειστηριασμού του σούπερ μάρκετ στις 13.10.2004 η "... ΕΠΕ", η οποία είχε μισθωμένο το ακίνητο του σούπερ μάρκετ από την Ένωση, βρέθηκε πανέτοιμη ως να είναι αυτή ο μοναδικός υπερθεματιστής και να πάρει το σούπερ μάρκετ στην τιμή εκκίνησης των 1.150.000 ευρώ, που υπολείπεται κατάφορα της πραγματικής αξίας του σούπερ μάρκετ ...". Εξάλλου, ο ως άνω δανειστής- επισπεύδων ΒΒ είχε ήδη δηλώσει, μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου την πρόθεση του να συμβιβαστεί και αυτή η πρόθεση του, με δική του πρωτοβουλία και μέσω του δικηγόρου του είχε γίνει γνωστή στους κατηγορουμένους (βλ. από 8.3.2007 κατάθεση του ΒΒ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας). Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του ΑΑ από συζητήσεις που είχε με τον ΒΒ γνώριζε ότι ο τελευταίος θα δεχόταν να αναβληθεί ο πλειστηριασμός στις 13.10.2004, αν του καταβαλλόταν το ποσό των 5.000 €. Το ποσό όμως αυτό δεν το κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι- εκκαλούντες, παρότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την ικανοποίηση της απαίτησης του ΒΒ, καθώς στις 13.10.2004 στο ταμείο της ΕΑΣΚ υπήρχε το χρηματικό ποσό των 21.735,19 € (βλ. αναλυτική κατάσταση του ταμείου της ΕΑΣΚ) σε τραπεζικό λογαριασμό στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Το γεγονός της ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων στην ΕΑΣΚ με τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ο ως άνω επισπεύδων επιβεβαιώνουν επίσης με τις ένορκες καταθέσεις τους ο ΗΗ, Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της ΕΑΣΚ (βλ. την από 27.6.2006 κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας) και ο ΘΘ, ταμίας της ΕΑΣΚ (βλ. την από 23.6.2006 κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας) οι οποίοι αναφέρουν ότι υπήρχαν και επιταγές, αξίας περίπου 20.000 €. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δευτέρου έως και ενάτου ότι δεν είχαν δυνατότητα παρεμβάσεως στην υπόθεση της διενεργείας του επιδίκου πλειστηριασμού, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος δεν συγκάλεσε ως όφειλε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΑΣΚ πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι ναι μεν δεν προέκυψε ότι συνεκλήθη με πρωτοβουλία του ως άνω Προέδρου- πρώτου κατηγορουμένου το Διοικητικό Συμβούλιο, πλην όμως και οι ίδιοι, οι οποίοι, κατά τα πρεκτεθέντα, γνώριζαν για την απαίτηση του ΒΒ, καθώς και την οικονομική κατάσταση της ΕΑΣΚ, όφειλαν, εφόσον εκπροσωπούσαν το 1/3 τουλάχιστον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 6 του Καταστατικού αυτής ('Ενωσης) να συγκαλέσουν το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τα οριζόμενα στο εν λόγω όρθρο και να ενεργήσουν ώστε να αποτραπεί ο πλειστηριασμός του ακινήτου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι πρώτος έως και ένατος των κατηγορουμένων δεν απέτρεψαν την διενέργεια του πλειστηριασμού αλλά επέτρεψαν την συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως του ακινήτου με το επιζήμιο εν γνώσει τους για την ΕΑΣΚ ως άνω αποτέλεσμα, ύστερα από προτροπή και παραίνεση των λοιπών κατηγορουμένων- εκκαλούντων δεκάτου έως και δωδεκάτου, Χ3, Χ2 και Χ1, αντίστοιχα, στους οποίους ανήκει η υπερθεματίστρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", οι οποίοι είχαν άμεσο συμφέρον να γίνει ο πλειστηριασμός και να ωφεληθούν οικονομικά, αφού η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία απέκτησε ένα ακίνητο, καταβάλλοντος τίμημα ουσιωδώς μικρότερο από την αντικειμενική και εμπορική αξία αυτού. Με βάση τα περιστατικά αυτά και για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση στους οποίους ως ορθούς και νομίμους και το Συμβούλιο εξ ολοκλήρου αναφέρεται προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος των κατηγορουμένων- εκκαλούντων για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται και πρέπει αυτοί να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας για να δικαστούν για αυτές.
Συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα το οποίο δέχτηκε τα ίδια δεν έσφαλλε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό οι ανωτέρω υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα από 220 € εις βάρος των εκκαλούντων. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απιστία κατά συναυτουργία και κατά συρροή, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην αρχή του σκεπτικού του βουλεύματος αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το Συμβούλιο έλαβε υπόψη για να στηρίξει την παραπεμπτική του κρίση και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει. Περαιτέρω με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες προκάλεσαν στους πρώτον έως και ένατον συγκατηγορούμενούς τους την απόφαση να τελέσουν την αξιόποινη πράξη της απιστίας, συνιστάμενη στο ότι δεν απέτρεψαν τη διενέργεια του πλειστηριασμού αλλά επέτρεψαν την συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως του ακινήτου με το επιζήμιο εν γνώσει τους για την ΕΑΣΚ ως άνω αποτέλεσμα, ύστερα από προτροπή και παραίνεση. Την περί προτροπής και παραίνεσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων παραπάνω κρίση του, αιτιολογεί το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και με την αναφορά του γεγονότος ότι η υπερθεματίστρια ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" ανήκει στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν άμεσο συμφέρον να γίνει ο πλειστηριασμός και να ωφεληθούν οικονομικά, αφού η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία απέκτησε ένα ακίνητο, καταβάλλοντας τίμημα ουσιωδώς μικρότερο από την αντικειμενική και εμπορική αξία αυτού, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για την θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 484 § ιδ' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως ουσία αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ' ουσία οι υπ'αριθ. 1, 2 και 3/27-10-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, κατά του υπ'αριθ. 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Oι κρινόμενες, 1/27-10-2008, 2/27-10-2008 και 3/27-10-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων: α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, κατοίκων ..., κατά του 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισα, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις αυτών κατά του 72/2-8-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, που παρέπεμψε αυτούς να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απιστία από κοινού, η περιουσιακή ζημία από την οποία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 46 § ια, 45, 94 § 1 και 390 εδ. β' Π.Κ.), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 15 Ν.3242/24.5.2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου χωρίς σκοπό ιδιοποιήσεως κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή εκ δικαιοπραξίας, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσία του με ενέργεια εξωτερική. Περαιτέρω, για την πλήρωση της νομοτυπικής μορφής της κακουργηματικής απιστίας, θα πρέπει η περιουσιακή αυτή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π.Κ., συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο 224/2008 βούλευμα, με δικές του σκέψεις και συμπληρωματική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: " Με την με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ... κατασχέθηκε αναγκαστικά με επισπεύδοντα τον ΑΑ, δυνάμει της με αριθμ. 483/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (Ειδική Διαδικασία) για απαίτηση του τελευταίου κατά της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" (ΕΑΣΚ), ύψους 28.523,04 €, ένα οικόπεδο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, εμβαδού 16.341,35 τ.μ., με το επ' αυτού ισόγειο κτίσμα με σκελετό από τσιμεντοκολώνες, εμβαδού 2.000 τμ και την επ' αυτού αποθήκη, που βρίσκονται εντός του σχεδίου της πόλεως της ... με πρόσοψη επί της οδού ... αρ. ... . Ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε αρχικά η 17.12.2003 και, μετά από διαδοχικές αναβολές, η 21.7.2004. Κατά την ημέρα αυτή ο ως άνω επισπεύδων δανειστής της ΕΑΣΚ ανακάλεσε την εντολή περί συνέχισης του πλειστηριασμού με την με αριθμ. ... σχετική δήλωση του ενώπιον της αρμόδιας συμβολαιογράφου, ενώ με την με αριθμ. ... δήλωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου ο ΒΒ, που επίσης είχε αναγγελθεί στην εν λόγω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την από 6.7.2004 αναγγελία του ως δανειστής της ΕΑΣΚ για το ποσό των 29.888,38 €, που επιδικάστηκε σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμ. 21/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, δήλωσε ότι συνεχίζει την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του ως άνω ακινήτου προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του. Κατόπιν της δήλωσης αυτής ημέρα πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου ορίστηκε η 13.10.2004 με την με αριθμ. ... Δ' Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ..., οπότε και αυτό εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικώς με την με αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης αυτού της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Ψάρρα και κατακυρώθηκε στο όνομα της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία ήταν η μοναδική και τελευταία υπερθεματίστρια, αντί του ποσού του ενός εκατομμυρίου εκατόν πενήντα χιλιάδων και ενός (1.150.001,00) ευρώ. Η τιμή όμως αυτή ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την πραγματική αξία του ακινήτου, που ανερχόταν, σύμφωνα με τα κριτήρια του αντικειμενικού προσδιορισμού στο ποσό των 3.278.764 €, όπως προκύπτει από τις ένορκες καταθέσεις του ΑΑ, αλλά και του ΓΓ, υπαλλήλου της ΔΟΥ ... και Ελεγκτή του Τμήματος Κεφαλαίου, ο οποίος κατέθεσε ότι η υπηρεσία του προσδιόρισε την αντικειμενική αξία του εκπλειστηριασθένος ακινήτου στο ποσό των 3.278.764 €, ενώ η εμπορική αξία ενός ακινήτου είναι συνήθως κατά πολύ μεγαλύτερη της αντικειμενικής (βλ. από 3.4.2006 και 5.6.2006 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, καθώς και τα υπάρχοντα στην δικογραφία έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η με αριθμ. 159/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η από 13.10.2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Ψάρρα, τα φύλλα προσδιορισμού αξίας ακινήτου (οικόπεδο- αποθήκες- επαγγελματική στέγη) και η από 19.10.2004 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου). Έτσι για την ως άνω απαίτηση του ΒΒ, ύψους 29.888 € εκπλειστηριάστηκε το προπεριγραφόμενο ακίνητο, αξίας 3.278.764 €, αντί του ποσού των 1.150.001 €, η οποία υπολείπεται τόσο της πραγματικής όσο και της αντικειμενικής του αξίας με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η περιουσία της ΕΑΣΚ ποσό μεγαλύτερο των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αφού αυτή απώλεσε περιουσιακό στοιχείο αξίας 3.278.764 € αντί του καταβληθέντος εκπλειστηριάσματος 1.150.001 €. Υπαίτιοι της οριστικής αυτής ζημίας που επήλθε στην ΕΑΣΚ είναι οι πρώτος έως και ένατος των κατηγορουμένων- εκκαλούντων και ειδικότερα ο πρώτος Χ4, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, ο δεύτερος Χ5 αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, τρίτος Χ6 γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, τέταρτος Χ7, ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, πέμπτος Χ8, έκτος Χ9, έβδομος Χ10, όγδοος Χ11 και ένατος Χ12, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, οι οποίοι ενώ, μαζί με τους μη εκκαλούντες ΔΔ και ΕΕ, μέλη και αυτοί του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ, είχαν με τις ιδιότητες τους αυτές την επιμέλεια και διαχείριση από το νόμο και το καταστατικό της περιουσίας της ΕΑΣΚ και όφειλαν να εκπληρώσουν τις απορρέουσες από τα καθήκοντα τους υποχρεώσεις, επιδιώκοντας την διαφύλαξη και την προστασία του νομικού προσώπου της τελευταίας, δεν διαφύλαξαν τα συμφέροντα της. Ειδικότερα προκειμένου να αποτρέψουν τον διενεργηθέντα ως άνω πλειστηριασμό και την επελθούσα ζημία στην περιουσία της ΕΑΣΚ εν γνώσει τους από κοινού ενεργούντες δεν προσκάλεσαν, ως όφειλαν, τον επισπεύδοντα ΒΒ, πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, ώστε να εξεύρουν συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να ματαιωθεί αυτός, παρότι την τακτική αυτή ακολούθησαν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ σε άλλες παλαιότερες υποθέσεις και με άλλους εργαζόμενους δανειστές της, που επέσπευδαν αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της περιουσίας της, κάτι το οποίο εν γνώσει τους παρέλειψαν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο σαφώς συνάγεται και από την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του ΣΤ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, υπαλλήλου της ΕΑΣΚ, ο οποίος κατέθεσε ότι στο 90%, περίπου, παρομοίων περιπτώσεων ο ίδιος με εντολή του εκάστοτε προέδρου έκανε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ένωσης και του εκάστοτε επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, ώστε να επιτευχθεί αναβολή του πλειστηριασμού κάτι, που επιτυγχανόταν στις περισσότερες περιπτώσεις με επίτευξη συμβιβαστικού διακανονισμού, καθώς και από την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του ΖΖ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας, γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΑΣΚ από τον Φεβρουάριο του 2006 στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει ότι "... στις πλείστες όμως των περιπτώσεων οι πλειστηριασμοί αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν την ώρα του πλειστηριασμού, επειδή οι εκάστοτε διοικούντες φρόντιζαν έστω και την τελευταία στιγμή να έρθουν σε διακανονισμό με τους εκάστοτε επισπεύδοντες, ικανοποιώντας ένα λογικό μέρος των απαιτήσεων τους. Έτσι είχε γίνει ευρέως γνωστό ότι οι πλειστηριασμοί θα αναβάλλονταν την τελευταία στιγμή και οι ενδιαφερόμενοι δεν φρόντιζαν να παραστούν στους πλειστηριασμούς και να εκδηλώσουν τον ενδιαφέρον του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως του πλειστηριασμού του σούπερ μάρκετ στις 13.10.2004 η "... ΕΠΕ", η οποία είχε μισθωμένο το ακίνητο του σούπερ μάρκετ από την Ένωση, βρέθηκε πανέτοιμη ως να είναι αυτή ο μοναδικός υπερθεματιστής και να πάρει το σούπερ μάρκετ στην τιμή εκκίνησης των 1.150.000 ευρώ, που υπολείπεται κατάφορα της πραγματικής αξίας του σούπερ μάρκετ ...". Εξάλλου, ο ως άνω δανειστής- επισπεύδων ΒΒ είχε ήδη δηλώσει, μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου την πρόθεσή του να συμβιβαστεί και αυτή η πρόθεση του, με δική του πρωτοβουλία και μέσω του δικηγόρου του είχε γίνει γνωστή στους κατηγορουμένους (βλ. από 8.3.2007 κατάθεση του ΒΒ ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας). Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του ΑΑ από συζητήσεις που είχε με τον ΒΒ γνώριζε ότι ο τελευταίος θα δεχόταν να αναβληθεί ο πλειστηριασμός στις 13.10.2004, αν του καταβαλλόταν το ποσό των 5.000 €. Το ποσό όμως αυτό δεν το κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι- εκκαλούντες, παρότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την ικανοποίηση της απαίτησης τουΒΒ, καθώς στις 13.10.2004 στο ταμείο της ΕΑΣΚ υπήρχε το χρηματικό ποσό των 21.735,19 € (βλ. αναλυτική κατάσταση του ταμείου της ΕΑΣΚ) σε τραπεζικό λογαριασμό στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Το γεγονός της ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων στην ΕΑΣΚ με τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ο ως άνω επισπεύδων επιβεβαιώνουν επίσης με τις ένορκες καταθέσεις τους ο ΗΗ, Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της ΕΑΣΚ (βλ. την από 27.6.2006 κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας) και ο ΘΘ, ταμίας της ΕΑΣΚ (βλ. την από 23.6.2006 κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Καρδίτσας) οι οποίοι αναφέρουν ότι υπήρχαν και επιταγές, αξίας περίπου 20.000 €. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δευτέρου έως και ενάτου ότι δεν είχαν δυνατότητα παρεμβάσεως στην υπόθεση της διενεργείας του επιδίκου πλειστηριασμού, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος δεν συγκάλεσε ως όφειλε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΑΣΚ πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι ναι μεν δεν προέκυψε ότι συνεκλήθη με πρωτοβουλία του ως άνω Προέδρου- πρώτου κατηγορουμένου το Διοικητικό Συμβούλιο, πλην όμως και οι ίδιοι, οι οποίοι, κατά τα πρεκτεθέντα, γνώριζαν για την απαίτηση του ΒΒ, καθώς και την οικονομική κατάσταση της ΕΑΣΚ, όφειλαν, εφόσον εκπροσωπούσαν το 1/3 τουλάχιστον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 6 του Καταστατικού αυτής ('Ενωσης) να συγκαλέσουν το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τα οριζόμενα στο εν λόγω όρθρο και να ενεργήσουν ώστε να αποτραπεί ο πλειστηριασμός του ακινήτου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι πρώτος έως και ένατος των κατηγορουμένων δεν απέτρεψαν την διενέργεια του πλειστηριασμού αλλά επέτρεψαν την συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως του ακινήτου με το επιζήμιο εν γνώσει τους για την ΕΑΣΚ ως άνω αποτέλεσμα, ύστερα από προτροπή και παραίνεση των λοιπών κατηγορουμένων- εκκαλούντων δεκάτου έως και δωδεκάτου, Χ3, Χ2 και Χ1, αντίστοιχα, στους οποίους ανήκει η υπερθεματίστρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", οι οποίοι είχαν άμεσο συμφέρον να γίνει ο πλειστηριασμός και να ωφεληθούν οικονομικά, αφού η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία απέκτησε ένα ακίνητο, καταβάλλοντας τίμημα ουσιωδώς μικρότερο από την αντικειμενική και εμπορική αξία αυτού ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, (και για τους λόγους που αναφέρονται, κατά τα λοιπά, στην εισαγγελική πρόταση) το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικαστούν για το κακούργημα της από κοινού ηθικής αυτουργίας σε απιστία (26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ.1, και 390 εδ.β ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου 72/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καρδίτσας.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα με τις παραδοχές του το Συμβούλιο Εφετών, ότι οι αναφερόμενοι στο βούλευμα αυτουργοί της πράξεως της απιστίας συγκατηγορούμενοι των αναιρεσειόντων τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της από κοινού κακουργηματικής απιστίας, συνιστάμενη στο ότι δεν απέτρεψαν τη διενέργεια του πλειστηριασμού αλλά επέτρεψαν την συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως του ακινήτου με το εν γνώσει τους επιζήμιο για την ΕΑΣΚ ως άνω αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας της ΕΑΣΚ, καθόσον "αυτή απώλεσε περιουσιακό στοιχείο αξίας 3.278.764 € αντί του καταβληθέντος εκπλειστηριάσματος 1.150.001 €", έπραξαν δε αυτό, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, ύστερα από προτροπή και παραίνεση των τριών αναιρεσειόντων και έκρινε, μετά από αυτά, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο να δικασθούν για την πιο πάνω πράξη, και ειδικότερα του ότι "από κοινού και ύστερα από συναπόφαση ενεργώντας με πειθώ φορτικότητα και παραινέσεις προκάλεσαν στους ανωτέρω αναφερομένους συγκατηγορουμένους τους, ... την απόφαση να ζημιώσουν με γνώση από κοινού και με κοινή πρόθεση την 13-10-2004 την περιουσία της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, της οποίας βάσει του νόμου είχαν την ολική επιμέλεια και διαχείριση, η δε περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ ..." , όπως , κατά λέξη διαλαμβάνεται στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτοδίκου 72/2007 βουλεύματος, πλήρως αιτιολογείται, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες προκάλεσαν στην συγκεκριμένη περίπτωση στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της κακουργηματικής απιστίας. Την περί προτροπής και παραίνεσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων παραπάνω κρίση του, αιτιολογεί περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και με την αναφορά του γεγονότος ότι αναιρεσείοντες, στους οποίους ανήκει η υπερθεματίστρια ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", "είχαν άμεσο συμφέρον να γίνει ο πλειστηριασμός και να ωφεληθούν οικονομικά, αφού η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία απέκτησε ένα ακίνητο, καταβάλλοντος τίμημα ουσιωδώς μικρότερο από την αντικειμενική και εμπορική αξία αυτού", χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για την θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας. Επίσης, ως προς την από κοινού από τους αναιρεσείοντες τέλεση της πράξεως αυτής, είναι σαφείς οι παραδοχές του Συμβουλίου για τη σύμπραξη αυτών καθώς και για τον κοινό δόλο τους , για τον οποίο δεν απαιτείται ιδιαίτερη περαιτέρω αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών. Ουδεμία δε αντίφαση εμφιλοχωρεί μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, όπως αυτό διατυπώνεται στο πρωτόδικο βούλευμα και επικυρώνεται με το προσβαλλόμενο, από το γεγονός ότι στο σκεπτικό δεν γίνεται αναφορά του όρου "από κοινού", όπως αυτό αναφέρεται στο διατακτικό, αφού το δεύτερο παραδεκτώς συμπληρώνει το πρώτο, από τις παραδοχές του οποίου και τα γενόμενα σε αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά (ότι, δηλαδή, η οφελούμενη ομόρρυθμη εταιρεία ανήκε στους τρεις αναιρεσείοντες, με τις παραινέσεις των οποίων οι συγκατηγορούμενοί τους τέλεσαν την πιο πάνω πράξη, ότι αυτοί βρέθηκαν πανέτοιμοι να υπερθεματίσουν στον πλειστηριασμό κλπ), αιτιολογείται η αναφερόμενη στο διατακτικό κρίση ,ότι αυτοί ενήργησαν "από κοινού και ύστερα από συναπόφαση". Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ. ΚΠΔ μοναδικός, ταυτόσημος κατά το περιεχόμενο και στις τρείς συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, λόγος αναίρεσης, για " έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς ... την κατά συναυτουργία και κατά συρροή ηθική αυτουργία", είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Μετά από αυτά, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, αντιστοίχως, 1/ 27-10-2008, 2/27-10-2008 και 3/27-10-2008 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων, α) Χ1, β) Χ2, και γ) Χ3, κατοίκων ..., κατά του 224/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα που παραπέμπει για από κοινού ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία (άρθρο 390 εδ. β΄ ΠΚ. Στοιχεία του αδικήματος. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής νόμου, ως προς την συνδρομή των στοιχείων της ηθικής αυτουργίας και της από κοινού τελέσεως του αδικήματος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Απιστία, Συναυτουργία.
| 1
|
Αριθμός 963/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη, περί αναιρέσεως της 15573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 32/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.10 του Ν.2741/1999 όποιος παράγει ή διαθέτει στην κατανάλωση τρόφιμα κατά παράβαση των προδιαγραφών των προτύπων και των κανόνων που τίθενται από το νόμο ή με εξουσιοδότηση νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.... Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ.11 του ίδιου άρθρου, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 του Ν.3139/2003, υπεύθυνοι κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη, προκειμένου περί ανωνύμων εταιριών είναι οι Εντεταλμένοι Σύμβουλοι καθώς και ο Γενικός Διευθυντής ή ο Διευθυντής. Επί των υποκαταστημάτων της ανώνυμης εταιρίας αντί του Γενικού Διευθυντή ή Διευθυντή, υπεύθυνος είναι ο Διευθυντής του υποκαταστήματος στο οποίο τελέσθηκε η παράβαση.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Σε νομότυπο έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους της Περιφερειακής Διεύθυνσης του ΕΦΕΤ Κεντρικής Μακεδονίας στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης παρασκευής αλλαντικών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.Γ. ΝΙΚΑΣ ΑΒΕΕ Βιομηχανία Αλλαντικών", στις 31-5-2005 και 1-6-2005, στο 15ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης -Πολυγύρου, διαπιστώθηκε ότι στο υπόγειο του κτιρίου, όπου βρίσκονται οι ψυκτικοί θάλαμοι των τελικών προϊόντων, συγκεκριμένα δε σε τρείς θαλάμους συντήρησης κατεψυγμένων ειδών σε θερμοκρασία κατώτερη των -18ο C, βρέθηκε ποσότητα κατεψυγμένων αλλαντικών που περιεχόταν σε διάτρητα πλαστικά κιβώτια, χωρίς συσκευασία και επισήμανση. Ειδικότερα, ελέγχθηκαν και κατασχέθηκαν συνολικά οκτώ χιλιάδες οκτακόσια εξήντα επτά (8.867) κιλά διαφόρων ειδών κατεψυγμένα αλλαντικά (λουκάνικα διαφόρων τύπων, αλλαντικά αέρος, πάριζα, μπριζόλες, ζαμπόν, μπέϊκον σε φέτες και ολόκληρα τεμάχια, άλλα τεμάχια αλλαντικών και λοιπά), τα οποία παρουσίαζαν αλλοίωση των οργανοληπτικών τους χαρακτήρων, συγκεκριμένα δε αλλοίωση της χροιάς, εκτεταμένη αφυδάτωση και η επιφάνεια πολλών από αυτά έφερε πτυχώσεις (ρυτίδες), ενώ πολλά από τα προϊόντα ρυπαίνονταν από την εναπόθεση σε αυτά κρυστάλλων πάγου (χιόνια) και τα συστατικά όλων βρίσκονταν σε κατάσταση μέγιστης κρυστάλλωσης. Για τους προαναφερόμενους λόγους, τα ως άνω αλλαντικά κρίθηκαν ως μη ασφαλή και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν, καθόσον ο εκπρόσωπος της παραπάνω επιχείρησης παραιτήθηκε εγγράφως του δικαιώματος επανεξέτασης και η κατάσχεση θεωρήθηκε οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ποσότητες αλλοιωμένων αλλαντικών ήταν συναποθηκευμένες σε ψυκτικούς θαλάμους με άλλα κατάλληλα για βρώση τρόφιμα (κρέατα κατεψυγμένα, λαρδί και άλλα), από τα οποία έγινε διαλογή σε τρεις θαλάμους κατάψυξης, η συντήρησή τους γινόταν στον θάλαμο κατάψυξης σε θερμοκρασία κατώτερη των -18ο C μολονότι η ενδεδειγμένη θερμοκρασία συντήρησης των αλλαντικών είναι από -2ο έως + 2ο C με ανοχή διακύμανσης + 1ο C, ενώ η αποθήκευσή τους δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες ορθής υγιεινής πρακτικής, διότι περιέχονταν απ' ευθείας σε διάτρητα πλαστικά κιβώτια, τα οποία δεν ήταν κατάλληλα για άμεση επαφή με τρόφιμα, καθόσον δεν έφεραν το σήμα καταλληλότητας και δεν προστατεύονταν με περιτύλιγμα, από τον κίνδυνο εξωτερικών παραγόντων (άμεση επίδραση του ψύχους και ρύπανση), δεν χαρακτηρίζονταν δε για τη χρήση για την οποία προορίζονταν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.Γ. ΝΙΚΑΣ ΑΒΕΕ Βιομηχανία Αλλαντικών", που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε) αρμόδιος και υπεύθυνος για την καταλληλότητα και την κυκλοφορία των προϊόντων της, του εργοστασίου της στη Θεσσαλονίκη, με δικαίωμα εκπροσωπήσεώς της ενώπιον κάθε πολιτικού, διοικητικού, ποινικού, αγορανομικού και λοιπών δικαστηρίων, επί υποθέσεων που έχουν σχέση με το όλο κύκλωμα παραγωγής, διατήρησης και διακίνησης των προϊόντων, των εμπορευμάτων και την προμήθεια πρώτων υλών, ορίστηκε ο πρώτος από τους εκκαλούντες- κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος ήταν διευθυντής παραγωγής του εργοστασίου της στη Θεσσαλονίκη. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος από τους εκκαλούντες-κατηγορούμενους '... ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της παραπάνω εταιρίας "Π.Γ. ΝΙΚΑΣ ΑΒΕΕ Βιομηχανία Αλλαντικών", ενώ ο τρίτος από τους εκκαλούντες -κατηγορούμενους ..., Αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, λαμβανομένου δε υπόψη ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 11 του Ν. 2741/1999, όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3139/2003, υπεύθυνοι κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη για παραβάσεις που ορίζονται στον ως άνω νόμο (2741/1999), είναι στις ανώνυμες εταιρείες και οι Εντεταλμένοι Σύμβουλοι, καθώς και ο Γενικός Διευθυντής ή ο Διευθυντής τους, σε περίπτωση δε υποκαταστήματος, αντί του Γενικού Διευθυντή ή Διευθυντή των Α.Ε ο Διευθυντής του υποκαταστήματος στο οποίο τελέσθηκε η παράβαση, οι πρώτος και δεύτερος από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σε αυτούς με το κατηγορητήριο πράξεων, καθόσον δεν προέκυψε ότι έχουν κάποια από τις ιδιότητες που μπορεί να προσδώσει σ' αυτούς την ιδιότητα του κατηγορουμένου για τις εν λόγω παράνομες και αξιόποινες πράξεις, δεκτού γενομένου ως βασίμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού τους. Αντίθετα, ο πρώτος από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους, ως διευθυντής παραγωγής του εργοστασίου Θεσσαλονίκης της παραπάνω εταιρίας, στις εγκαταστάσεις του οποίου διενεργήθηκε ο ως άνω έλεγχος με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν, έχει ποινική ευθύνη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 11 του Ν. 2741/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3139/2003, σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι αυτές τελέσθηκαν από αμέλεια και πρέπει να παύσει οριστικά την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, κατ' άρθρο 31 του Ν.3346/2005, καθόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου προέκυψε ο δόλος του προς τέλεση των πράξεων αυτών, λαμβανομένης υπόψη της πολύ μεγάλης ποσότητας των αλλοιωμένων αλλαντικών που βρέθηκαν σε θαλάμους συντήρησης κατεψυγμένων αλλαντικών, τη συναποθήκευση αυτών με άλλα κατάλληλα τρόφιμα, τη συντήρησή τους σε θάλαμο κατάψυξης με θερμοκρασία κατώτερη των -18ο C και όχι στην ενδεδειγμένη θερμοκρασία από -2ο έως + 2ο C με ανοχή διακύμανσης + 1ο C, καθώς δε και το ότι δεν χαρακτηρίζονταν για την χρήση που προορίζονταν σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όπως κατέθεσε ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, ..., τα αλλοιωμένα αυτά αλλαντικά, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δευτερογενώς δηλαδή με επεξεργασία με άλλες πρώτες ύλες μπορούσαν να γίνουν κατάλληλα προς πώληση, παρά το γεγονός ότι ήταν ακατάλληλα προς ανθρώπινη κατανάλωση.... ". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις με την ιδιότητα του διευθύνοντος και υπευθύνου του υποκαταστήματος της προαναφερόμενης εταιρίας και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών, την οποία ανέστειλε.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι ο αναιρεσείων ενήργησε από πρόθεση, μη αποδεχόμενο κατά τούτο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί τελέσεως των πράξεων εξ αμελείας. Περαιτέρω, δεν δημιουργείται αντίφαση, ως αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση, από το γεγονός ότι ενώ στο διατακτικό ο κατηγορούμενος καταδικάζεται ως διευθύνων και υπεύθυνος του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης, στο σκεπτικό αναφέρεται ως διευθυντής παραγωγής του υποκαταστήματος αυτού. Το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 5 παρ.11 του Ν. 241/1999 στην οποία παραπέμπει, δεδομένου ότι στο σκεπτικό της αποφάσεώς του ρητώς διαλαμβάνει ότι, πέραν της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως διευθυντή παραγωγής, με απόφαση του Δ.Σ της εταιρίας είχε αυτός ορισθεί ως μόνος αρμόδιος και υπεύθυνος του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης με ευρύτατες εξουσίες εκπροσωπήσεως του υποκαταστήματος αυτού. Τέλος, αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις επιδειχθείσες από αυτόν φωτογραφίες. Τις φωτογραφίας, ως έγγραφα, με την έννοια της επισκόπησης του περιεχομένου τους, το δικαστήριο έλαβε υπόψη μαζί με τα άλλα έγγραφα και τις συνεκτίμησε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του δεν ήταν αναγκαίο ειδικώς να μνημονεύει και αυτές.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα των οποίων όμως δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ο αριθμός και η ταυτότητά τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι αορίστως διατυπώνεται αφού δεν προσδιορίζεται ποίων εγγράφων είναι ελλιπής η ταυτότητα και ποίων ελλείπει ο αριθμός τους. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15.573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβάσεις Αγορανομικού Κώδικα. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αόριστη προβολή και απόρριψη ως απαραδέκτου λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη προσδιορισμού της ταυτότητας εγγράφων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 962/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάνη, περί αναιρέσεως της 1441/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.12.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 48/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
? Ι.- Οι όμοιες κατά περιεχόμενο υπ' αριθμ. καταθέσεως 3/10-12-2008 και 4/10-12-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 1441/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) Βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της
ΙΙ.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1441/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά που έχουν άμεση σχέση με την κατηγορία. "... Το Νοέµβριο του έτους 2000 οι κατηγορούµενες, µητέρα και κόρη γνωρίστηκαν µε το ζεύγος Ζ1 και Ζ2 (πρώτο και δεύτερη των µαρτύρων κατηγορίας), των οποίων η θυγατέρα, Ζ3 (τρίτη µάρτυρας κατηγορίας) σπούδαζε ιατρική στο Πανεπιστήµιο Πλέβεν της Βουλγαρίας. Στη Βουλγαρία επίσης, στο Πανεπιστήµιο της Σόφιας σπούδαζε ιατρική η δεύτερη κατηγορουµένη. Οι γονείς Ζ1- Ζ2 επιθυµούσαν διακαώς η θυγατέρα τους Ζ3 να µεταγραφεί στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστηµίου της Σόφιας, η οποία θεωρείτο καλύτερη, διότι παρείχε ανώτερης βαθµίδας τίτλους σπουδών. Εκµεταλλευόµενες το γεγονός αυτό οι κατηγορούµενες έπεισαν τους γονείς Ζ1-Ζ2, ότι ο µόνος τρόπος για να επιτευχθεί η µεταγραφή αυτή, ήταν να καταβληθεί κάποιο χρηµατικό ποσό στον Πρύτανη του Πανεπιστηµίου της Σόφιας, τον οποίο η δεύτερη κατηγορουµένη διαβεβαίωσε ότι γνώριζε προσωπικά. Έτσι περί τις αρχές Δεκεµβρίου του έτους 2000, οι γονείς Ζ1-Ζ2, πείσθηκαν από τις διαβεβαιώσεις αυτές των κατηγορουµένων και κατέβαλαν 4.500 δολάρια ΗΠΑ σε δύο δόσεις (2.000+2.500) στη δεύτερη κατηγορουµένη, η οποία υποτίθεται ότι θα πραγµατοποιούσε τη συνδιαλλαγή µε τον παραπάνω πρύτανη. Όπως όµως αποδείχθηκε η δεύτερη κατηγορουµένη δεν γνώριζε τον Πρύτανη του Πανεπιστηµίου, η δε µεταγραφή της τρίτης των µαρτύρων κατηγορίας, Ζ3 ουδέποτε πραγµατοποιήθηκε και οι κατηγορούµενες ενήργησαν κατά τον παραπάνω τρόπο µε σκοπό να αποκοµίσουν παράνοµο περιουσιακό όφελος ιδιοποιούµενες το παραπάνω ποσό, µε αντίστοιχη ζηµία των µηνυτών. Τα παραπάνω πραγµατικά περιστατικά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των µαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι µε κατηγορηµατικό τρόπο κατέθεσαν σχετικά µε τον τρόπο δράσης των κατηγορουµένων. Συγκεκριµένα, ο πρώτος των κατηγορουµένων κατέθεσε ότι πείσθηκε από την ψευδή διαβεβαίωση των κατηγορουµένων ότι η δεύτερη εξ αυτών γνωρίζει τον Πρύτανη και ότι µε βάση την εµφανιζόµενη αυτή ψευδή κατάσταση, η οποία του δηµιούργησε την εντύπωση της µελλοντικής εκπλήρωσης της µεταγραφής της θυγατέρας του, λόγω της παραπάνω γνωριµίας, κατέβαλε το άνω χρηµατικό ποσό, το οποίο οι κατηγορούµενες είχαν εξ αρχής πρόθεση να lδιοποιηθούν και να µην εκπληρώσουν την αναληφθείσα υποχρέωσή τους. Ο ίδιος µάρτυρας κατέθεσε ότι έδωσε στην δεύτερη κατηγορουµένη, η οποία µάλιστα ήρθε από τη Βουλγαρία ειδικά για το σκοπό αυτό, παρουσία και της πρώτης κατηγορουµένης το χρηµατικό ποσό των 2.000 δολαρίων στις αρχές του έτους 2000 και σε διάστηµα περίπου µίας εβδοµάδας, το υπόλοιπο ποσό των 2.500 δολαρίων, πεισθείς από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις. Ενισχύεται δε η κατάθεση αυτή, από το ότι πράγµατι ο πρώτος µάρτυρας κατηγορίας έλαβε από τις Τράπεζες ALFA ΒΑΝΚ και Εµπορική στις 5-12-2000 τουριστικό συνάλλαγµα 1000 και 1500 δολαρίων και στις 9-12-2000 ποσό 2000 δολαρίων από τα ανταλλακτήρια συναλλάγµατος µε την επωνυµία "...", (βλ. το από 5-12-2000 γραµµάτιο εισπράξεως της Εµπορικής Τράπεζας σε πίστωση λογαριασ!μού ..., το από 5-12-2000 έγγραφο χορήγησης χαρτονοµισµάτων έναντι δραχµών της ALFA ΒΑΝΚ, την υπ' αριθµ. ... απόδειξη πώλησης συναλλάγµατος πρακτορείου ...).Οι κατηγορούµενες περιορίσθηκαν στην απολογία τους να αναφέρουν ότι η µόνη εµπλοκή τους στην υπόθεση είναι η διαµεσολάβησή τους στη γνωριµία .της Ζ3 µε κάποιο Βούλγαρο, ονόµατι ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων, στον οποίο η τελευταία κατέβαλε τα χρήµατα για τη µεταγραφή της, πλην όµως οι απολογίες αυτές κρίνονται ασθενικές και πάντως δεν ανατρέπουν τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά. Εποµένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες του αδικήµατος της απάτης από κοινού. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τις κατηγορούμενες για την πράξη της απάτης από κοινού και επέβαλε σε κάθε μία από αυτές ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ενόχους τις κατηγορούμενες, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή αυτών, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τις αναιρεσείουσες, μητέρα και κόρη, της πράξεως της απάτης, αφού προσδιορίζεται εις τι συνίσταται η παράσταση ψευδών γεγονότων από αυτές και εκτίθενται οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο πείθεται για το ψευδές των γεγονότων και η εξ αυτών παραπλάνηση των πολιτικώς εναγόντων να προβούν σε περιουσιακή διάθεση τέλος δε προσδιορίζεται και το ύψος της ζημίας και αντίστοιχης περιουσιακής ωφέλειας των κατηγορουμένων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαία η σύγκριση και αξιολογική στάθμιση των μαρτυρικών καταθέσεων ούτε ειδική αναφορά σε καθένα από τα έγγραφα τα οποία το δικαστήριο ανέγνωσε και αναφέρονται στα πρακτικά συνεδριάσεως. Κατά τούτο είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση των αναιρεσειουσών. Τέλος, οι αιτιάσεις αυτών με τις οποίες δίδουν διαφορετική εξήγηση των συμβάντων εν σχέσει με το θέμα της μεταγραφής της θυγατέρας των πολιτικώς εναγόντων στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, είναι απαράδεκτες, διότι συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και υπό την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία και έλλειψη νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 3/10-12-2008 και 4/10-12-2008 αιτήσεις των α) Χ1, και β) Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ.1441/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και.
Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλημμεληματική απάτη. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 961/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, περί αναιρέσεως της 131/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό.
Το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1702/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρα Π.Κ. 121 παρ. 1 "Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του ογδόου και του δέκατου ογδόου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων". Παρ.2 "Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε ποινικό σωφρονισμό σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", 122 παρ. 1 "Αναμορφωτικά μέτρα είναι α)... δ) ή ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρίες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων" ...127 παρ. 1 Αν το δικαστήριο ερευνώντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την όλη προσωπικότητα του ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός για να συγκρατηθεί από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, τον καταδικάζει σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων". Εκ των διατάξεων των άνω άρθρων προκύπτει ότι στο ποινικό δίκαιο των ανηλίκων όσον αφορά τους ποινικώς υπευθύνους εφήβους ισχύει το μονιστικό ή μονοπολικό σύστημα, προβλέπεται, δηλαδή, η επιβολή από το δικαστήριο στον έφηβο δράστη μέτρου ή ποινής, ή αρχή δε ή το σύστημα δικαστικού μονισμού παρέχει στα μέτρα προβάδισμα, τα οποία δεν απαγγέλλονται ποτέ συμπληρωματικά προς την ποινή. Δηλαδή τα αναμορφωτικά και τα θεραπευτικά μέτρα συνιστούν αυτοτελείς κατηγορίες των εννόμων συνεπειών του ποινικού δικαίου ανηλίκων, είναι μέτρα ασφαλείας sui generis ή αναπληρωματικά της ποινής και δεν υπάγονται στην αρχή της ενοχής? αντί γι' αυτήν ισχύει στα μέτρα ή βασική αρχή της αναλογικότητος, κατά την οποίαν επέρχεται ένας περιορισμός των αναμορφωτικών μέτρων όχι μόνον μέσω των προσωπικών συνθηκών του δράστου, αλλά και μέσω της βαρύτητας της πράξεως. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η απόφαση που επιβάλλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα είναι αθωωτική και όχι καταδικαστική, αφού τοιαύτη, είναι η απόφαση που κηρύσσει ενοχή και επιβάλλει ποινή, στην περίπτωση δε απαγγελίας τοιούτων μέτρων δεν γεννάται θέμα καταδίκης έστω και αν οι δικαστικές αποφάσεις που τα επιβάλλουν καταγράφονται στο ποινικό μητρώο, κατά το άρθρο 574 παρ. 1 περ. ε' Κ.Π.Δ. Δι' ό και οι αποφάσεις του δικαστηρίου ανηλίκων, οι οποίες τα επιβάλλουν δεν μπορούν να προσβληθούν με ένδικα μέσα. Περαιτέρω κατ' άρθρα ΚΠΔ 463 εδ. α' ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, 504 παρ. 1 εδ. α' "Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρ. 370) και 505 παρ. 1 στοιχ. α' ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως. Τέλος κατ' άρθρο 476 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ όταν η αναίρεση, ησκήθη από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως (ή βουλεύματος) για τα οποία δεν προβλέπεται το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με την πληττομένη απόφαση υπ' αριθμ. 131/2008 του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών ο αναιρεσείων ..., γεννηθείς την 28/8/1987, εκρίθη ότι ετέλεσε βιασμό από κοινού με έτερον, την 10/1/2005, ήτοι ότε δεν είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και ανετέθη η επιμέλειά του στην υπηρεσία επιμελητών ανηλίκων για δύο (2) έτη. Ούτως η απόφαση αυτή δεν υπόκειται μεν εις έφεση αλλά και δεν είναι καταδικαστική, κατά τα εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα και ο άνω κατηγορούμενος δεν δικαιούται εις άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής. Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης (άρθρ. 183, 176 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 131/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανήλικοι κατά τον ΠΚ. Άρθρα 121 παρ. παρ. 1, 2, 122 παρ. 2. Ποία τα αναμορφωτικά μέτρα.. 127 παρ. 1 ΠΚ. Πότε ποινικός σωφρονισμός. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου των ανηλίκων που επιβάλλουν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν υπόκεινται σε έφεση (ένδικα μέσα), διότι δεν είναι καταδικαστικές. Απαράδεκτη η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που τα επέβαλε.
|
Ανήλικοι εγκληματίες
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανήλικοι εγκληματίες, Αναμορφωτικά μέτρα.
| 0
|
Αριθμός 960/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 466/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1949/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.
ΙΙ.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη.. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του ζήτησε, και το αίτημά του διατυπώθηκε εγγράφως, την αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση τόσον για την μηνυτήρια αναφορά του ΑΒΜ 221/01 όσον και για τις ΑΒΜ 3813/06 και ΑΒΜ 4426/07 των οποίων, ισχυρίσθηκε, εκκρεμεί η εκδίκαση, προσκόμισε δε και τα αναφερόμενα εν τέλει του αιτήματος έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Η αίτηση απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία "...
Επειδή η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήµησης που αποδίδεται στον κατηγορούµενο, φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν στις 8.1.2001, και συνεπώς, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, και 5, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται λόγω παραγραφής στις 8.1.2009. Τούτο διότι η αναστολή της παραγραφής, προκειµένου περί πληµµεληµάτων, όπως η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο αξιόποινη ως άνω πράξη, δεν µπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια, ακόµη και στην περίπτωση της αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ. Εξάλλου, ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο φέρεται τελεσθείσα η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, προγενέστερου της ισχύος του άρθρου 59 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005, δεν εµπίπτει στην εφαρµογή των διατάξεων αυτού (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), παρεκτός του ότι δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει, ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις πράξεις που αφορά η κρινόµενη κατηγορία αφού αναφέρεται ότι κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ότι σχετικά µε την ΑΒΜ 3813/2006 µηνυτήρια αναφορά του κατηγορουµένου διενεργείται δικαστική διερεύνηση, ενώ η ΑΒΜ 4426/2007 µηνυτήρια αναφορά του έχει τεθεί στο αρχείο και ζητείται η ανάσυρσή της, µη εφαρµοζοµένης και εξ αυτού του λόγου της ανωτέρω διατάξεως. Κατ' ακολουθία, ενόψει του χρόνου παραγραφής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης για τους λόγους στους οποίους θεµελιώνει το αίτηµά του ο κατηγορούµενος, το οποίο πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει, κατά το άρθρο 548 ΚΠΔ, να ανακληθεί η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 358/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου µε την οποία είχε ανασταλεί η δίκη, κατ' εφαρµογή του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ, ως προς τη διάταξή της περί της αναστολής της δίκης....". Ο αναιρεσείων αιτιάται την άνω, απορριπτική του αιτήματος αναβολής, παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας διότι το δικαστήριο δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του προκειμένου να οδηγηθεί σε απορριπτική κρίση και συγκεκριμένα δεν μνημονεύει εάν εκτίμησε τόσο τα έγγραφα τα οποία αυτεπαγγέλτως ανέγνωσε όσο και εκείνα τα οποία αυτός επικαλέσθηκε και κατέθεσε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο ενόψει του περιεχομένου του αιτήματος αναβολής κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, αναφέρει στο σκεπτικό του ότι έλαβε υπόψη τις μηνυτήριες αναφορές του αναιρεσείοντος για τις οποίες αυτός ζήτησε την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, η ειδική δε μνεία και στα λοιπά επισυναφθέντα στην αίτηση έγγραφα (εκθέσεις Μπάνου, έγγραφο Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων και το μεταγενέστερο της προκείμενης ποινικής δίωξης υπ' αριθμ.222/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων) ήταν περιττή και μη συντελεστική στη διάγνωση του αιτήματος αναβολής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια είναι και η απόφαση του δικαστηρίου περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 59 του ιδίου κώδικα.
Συνεπώς και η απόφαση αυτή είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή, με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, παρεπομένου, εντεύθεν, ότι μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και την κλήτευση του κατηγορουμένου να παραστεί στην μετ' αναβολή δικάσιμο, τυχόν πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για ανάκληση της αναβλητικής αποφάσεως είναι περιττή, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούται εκδώσει απόφαση σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένη, Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας τόσο η παρεμπίπτουσα απορριπτική του αιτήματος αναβολής απόφαση όσο και η ανακλητική προηγούμενης αναβολής απόφαση, καθώς και ο συναφής της υπέρβασης εξουσίας θεμελιούμενος στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως χωρίς προηγούμενη αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, εν σχέσει με την ουσία των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα κατηγοριών, η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "...Στην προκείμενη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος από την 1.4.1979 μέχρι τις 28.5.1999 ήταν Διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στις 8.1.2001 κοινοποίησε στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ... την από 28.12.2000 αναφορά του, με την οποία ισχυρίστηκε για την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, η οποία το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν Τμηματάρχης, υπεύθυνη του Γραφείου Εκτελέσεως Έργων του ίδιου Πανεπιστημίου, υφισταμένη του κατηγορουμένου, εκτός των άλλων, τα κατωτέρω γεγονότα τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής και τα οποία ήταν ψευδή, ο ίδιος δε γνώριζε ότι ήταν ψευδή. Ειδικότερα: 1) Ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα τον Απρίλιο του έτους 1994 στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της τροποποίησε παράνομα το χρονοδιάγραμμα κατασκευής των κτηρίων της Iατρικής Σχολής και εργασίες που εκτελέστηκαν και πληρώθηκαν το Β' εξάμηνο του 1992, μετακινήθηκαν σε μεταγενέστερα εξάμηνα και ότι στη συνέχεια ενέκρινε την πληρωμή των παράνομων αναθεωρήσεων γι' αυτές τις εργασίες, με αποτέλεσμα να εισπράξει ο ανάδοχος του έργου ... ποσά που δεν έπρεπε να του καταβληθούν. Όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον είχε γίνει μεν αρχικά τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος κατασκευής από τον εργολάβο και υποβλήθηκε στην Τεχνική Υπηρεσία του Πανεπιστημίου για έγκριση, με βάση την οποία εργασίες που είχαν εκτελεστεί μετακινήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο και πράγματι αυτή η τροποποίηση είχε εγκριθεί, όμως επακολούθησε νέα τροποποίηση και διορθώθηκε ως προς τις εσφαλμένες αναγραφές του και έτσι ο ανάδοχος δεν πληρώθηκε για εργασίες που είχαν εκτελεστεί με αναθεωρημένες τιμές, ούτε εγκρίθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα ή άλλον καταβολή τέτοιων ποσών στον ανάδοχο, ούτε καταβλήθηκαν σ' αυτόν ποσά από αναθεωρήσεις που δεν δικαιούνταν. Ο κατηγορούμενος, ως Διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας γνώριζε την επελθούσα διόρθωση και την πληρωμή μόνο ποσών που με βάση την πραγματική εκτέλεση των εργασιών έπρεπε να καταβληθούν, αφού είχε πλήρη εποπτεία και ενημέρωση της εκτέλεσης του έργου και είχε υπογράψει το λογαριασμό και έτσι τελούσε σε γνώση του ισχυρισμού των ανωτέρω ψευδών γεγονότων για την πολιτικώς ενάγουσα. 2) Ισχυρίστηκε ότι το Μάιο 1994 το Τεχνικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου ενέκρινε την υγρομόνωση του κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής (Β' φάση) με μεμβράνες PVC. Η εργασία αυτή θα περιλαμβάνονταν στον επόμενο συγκριτικό πίνακα του έργου με τιμή 4500 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο, πλήρως περατωμένη χωρίς καμία αναθεώρηση για όσες εργασίες εκτελεστούν μέχρι τέλος του 1994. Ότι η πολιτικώς ενάγουσα αντίθετα με την παραπάνω απόφαση ενέκρινε παράνομα τον 240 λογαριασμό του έργου της Φιλοσοφικής Σχολής και μετά την υπογραφή του από τον αρμόδιο επιβλέποντα, την πληρωμή στον ανάδοχο ποσού για την αναθεώρηση των μεμβρανών 13.912.731 δραχμών και τον 250 λογαριασμό ποσού 2.318.789 δραχμών για την αναθεώρηση μεμβρανών και έτσι καταβλήθηκαν στον ανάδοχο παράνομα και αχρεωστήτως 16.231.520 δραχμές. Όμως, το αναφερόμενο αναφερόμενο στην πολιτικών ενάγουσα γεγονός είναι ψευδές. Πραγματικά στην προέγκριση του αντίστοιχου έργου περιλαμβάνονταν τιμή χωρίς αναθεώρηση. Στη σύμβαση όμως που υπογράφηκε με την ανάδοχο προβλέπονταν αναθεώρηση των τιμών για το έργο της υγρομόνωσης με μεμβράνες PVC. Έτσι, οι λογαριασμοί που συντάχθηκαν ήταν σε εφαρμογή της σύμβασης αυτής. Πλην όμως, όταν διαπιστώθηκε από τον επιβλέποντα το έργο μηχανικό η αντίφαση μεταξύ της προέγκρισης και της σύμβασης, στην οποία, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη η πολιτικώς ενάγουσα, ο επιβλέπων μηχανικός ενημέρωσε την τελευταία περί αυτής και στον επόμενο λογαριασμό αφαιρέθηκε η αναθεώρηση και ο ανάδοχος πληρώθηκε την αμοιβή της εργασίας χωρίς αναθεώρηση της τιμής. Μάλιστα ο ανάδοχος, αν και θα μπορούσε, στηριζόμενος στη σύμβαση που είχε υπογραφεί, να διεκδικήσει την αναθεώρηση δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια. Όλα τα ανωτέρω ήταν γνωστά στον κατηγορούμενο λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, την υπογραφή του λογαριασμού με τον οποίο αφαιρέθηκε η αναθεώρηση, αλλά και του ότι παρακολουθούσε τη διακίνηση των λογαριασμών, και έτσι εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. 3) Ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ξηλώνει κατά χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα τις ψευδοροφές από πλαστικοποιημένη λαμαρίνα που προβλέπονταν από την αρχική μελέτη και είχαν τοποθετηθεί στα κτήρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου, λόγω σοβαρών κακοτεχνιών που τις καθιστούσαν επικίνδυνες για την ασφάλεια των εργαζομένων και των φοιτητών, τοποθετώντας πλάκες ορυκτών ινών, αντίθετα με τα προβλεπόμενα στην αρχική μελέτη και με δαπάνες βεβαίως του Πανεπιστημίου, ενώ είχε την κύρια ευθύνη για την ποιότητα κατασκευής και έπρεπε να φροντίσει εγκαίρως ώστε οι κακοτεχνίες να αποκατασταθούν με δαπάνες του εργολάβου. Όμως, γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τα ισχυριζόμενα ήταν ψευδή, καθόσον οι ψευδοροφές είχαν κατασκευαστεί αρχικά όπως πρόβλεπε η μελέτη από πλαστικοποιημένη λαμαρίνα, πλην όμως, λόγω του μεγάλου βάρους της κατασκευής τους, οι ψευδοροφές έπεφταν. Η πολιτικώς ενάγουσα είχε επισημάνει ότι δεν ήταν σωστή η πρόβλεψη της μελέτης σχετικά με τα υλικά κατασκευής των ψευδοροφών. Η πτώση αυτών δεν οφείλονταν σε πλημμελή κατασκευή τους από τον εργολάβο, αλλά σε εσφαλμένη πρόβλεψη της μελέτης ως προς την καταλληλότητα αυτών των υλικών. Ίδιο πρόβλημα δημιουργήθηκε σε όλες τις ίδιου τύπου ψευδοροφές και άλλων κτηρίων, σε έργα δηλαδή που δεν είχε εκτελέσει ο ίδιος ανάδοχος. Έτσι, αναγκαστικά οι ψευδοροφές έπρεπε να αντικατασταθούν από πιο ελαφριά κατασκευή. Και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει νέα πίστωση για τη στήριξη των ψευδοροφών, χωρίς να ζητήσει την αποκατάσταση με δαπάνες του εργολάβου. Γι' αυτό το λόγο έγινε η αντικατάσταση αυτών με πλάκες ορυκτών ινών, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος για το προσωπικό και τους φοιτητές από την πτώση τους. Ο ανάδοχος είχε εκτελέσει το έργο όπως πρόβλεπε η μελέτη και δεν είχε ευθύνη για την πτώση των ψευδοροφών που δεν οφείλονταν σε πλημμελή κατασκευή αυτών. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την αλήθεια λόγω της ιδιότητάς του και των συζητήσεων που είχαν γίνει και της ανωτέρω ενέργειας του ιδίου, όμως εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. 4) Ισχυρίστηκε ότι κανένας πίνακας οριστικής αναθεώρησης και σε κανένα έργο του συγκεκριμένου αναδόχου δεν συνοδεύονταν από πίνακες κατανομής των προς αναθεώρηση εργασιών για κάθε αναθεωρητική περίοδο και ότι η πολιτικώς ενάγουσα ως προϊσταμένη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας είχε καίρια την ευθύνη για την τήρηση αυτής της διάταξης, η μη εφαρμογή της οποίας έδωσε τη δυνατότητα στον ανάδοχο να μεταθέτει ποσότητες εργασιών από τη μια αναθεωρητική περίοδο στην άλλη και εκμεταλλευόμενος τούτο να μετέλθει απάτη σε βάρος του Πανεπιστημίου και να ωφεληθεί ποσό 60.000.000 δραχμών. Όμως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ποτέ στα έργα που είχαν εκτελεστεί δεν συντάσσονταν αυτοί οι βοηθητικοί πίνακες, ο ίδιος είχε υπογράψει επί είκοσι χρόνια λογαριασμούς χωρίς να ζητεί από τους υφισταμένους του τέτοιους πίνακες, και ότι η απάτη που μετήλθε ο ανάδοχος για την είσπραξη του ανωτέρω ποσού χωρίς να το δικαιούται, δεν οφείλεται στη μη σύνταξη των εν θέματι πινάκων, αφού η απάτη δεν έγινε με επέμβαση στους συντελεστές ή στις ποσότητες των εργασιών, αλλά οφείλεται σε επέμβαση στα αθροίσματα των λογαριασμών και μ' αυτό τον τρόπο θα γινόταν και δεν θα αποτρέπονταν ακόμη και αν είχαν συνταχθεί τέτοιοι πίνακες. Όλα αυτά τα γνώριζε ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητάς του και εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. Ο κατηγορούμενος σκοπό είχε την προσβολή της τιμής και υπόληψης της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία μετά την απομάκρυνση αυτού από τη θέση του Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου, τοποθετήθηκε σ' αυτή τη θέση, εμφανίζοντας αυτήν ως μη έντιμη και ευνοούσα με παράνομες ενέργειες τον ανάδοχο να λαμβάνει παράνομα αμοιβές που δεν δικαιούνταν, ζημιώνοντας οικονομικά το Πανεπιστήμιο. Τούτα δε μολονότι συνέβησαν τα έτη 1994-1996, χρόνος κατά τον οποίο ο ίδιος ήταν Διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών, η αναφορά του έγινε τον Ιανουάριο του 2001. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της συκοφαντικής δυσφήμησης της πολιτικώς ενάγουσας....". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα περιστατικά που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην απευθυνόμενη στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από 28-12-2000 έγγραφη αναφορά του, τα οποία είναι πράγματι γεγονότα κατά την έννοια των αναφερόμενων διατάξεων και επίσης ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους. Σε σχέση δε με τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου, ο οποίος επί του προκειμένου περιλαμβάνει, όχι μόνο τη γνώση του ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης και τη θέλησή του να τα διαδώσει, αλλά και τη γνώση ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή, αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτός (κατηγορούμενος) τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των καταγγελθέντων περιστατικών και διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. Η αιτίαση ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη αφού από την επισκόπηση αυτών προκύπτει το αντίθετο. Περαιτέρω, αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι η απόφαση πάσχει κατά την αιτιολογία της ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία λήφθηκαν υπόψη, διότι το δικαστήριο ούτε στο προοίμιο ούτε στο κυρίως σκεπτικό αναφέρεται στην διαταχθείσα από τον Πταισματοδίκη Ιωαννίνων και διενεργηθείσα από τους ..., ... και ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία, περιλαμβανόμενη στον κατάλογο των εγγράφων, ανέγνωσε το δικαστήριο. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση της εκθέσεως των άνω πραγματογνωμόνων δεν προκύπτει ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε στο πλαίσιο της εκκρεμούς για τη συκοφαντική δυσφήμηση δίκης, τα ζητήματα δε επί των οποίων γνωμοδότησαν οι πραγματογνώμονες (οικονομικές υπερβάσεις στο κτίριο πληροφορικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) δεν σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις ψευδείς καταγγελίες του κατηγορουμένου για τις οποίες η κρινόμενη κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων την έκθεση αυτή, την οποία, πάντως ως απλό έγγραφο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα. Επομένως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Η αιτίαση περί ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε, κατά τον αναιρεσείοντα από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής του, έλαβε υπόψη του χωρίς όμως να αναγνώσει την από 28-12-2000 αναφορά του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί το ως άνω έγγραφο, συνταχθέν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, δεν ήσαν άγνωστο σ' αυτόν, περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως της παράβασης του άρθρου 363 του ΠΚ. για την οποία καταδικάσθηκε και η μη ανάγνωση αυτού δεν επέφερε την επικαλούμενη ακυρότητα. Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι Υποφάκελλο Ε' που περιέχει εντολές καθυστέρησης εργασιών, απόκλισης από το χρονοδιάγραμμα και βεβαιώσεις εμπρόθεσμης εκτέλεσης, των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο εκδότης αυτών, το περιεχόμενο αυτών και ημερομηνία έκδοσης. Και η αιτίαση αυτή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Π.Δ κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ.1,2 του ισχύοντος Συντάγματος, 1,2 και 3 του Ν.Δ 796/191 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ.2 της από 7-8-1974 Συντακτικής πράξεως, συνάγεται ότι το έγγραφο με το οποίο ασκείται το προστατευόμενο από το άρθρο 10 παρ.1 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα που καθένας έχει, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρεται στις Αρχές, τότε μόνο κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων έχει τον χαρακτήρα αναφοράς, στην οποία κατά τις κείμενες διατάξεις οι Αρχές υποχρεούνται αιτιολογημένα να απαντήσουν σε σύντομο χρόνο, ώστε μόνο μετά την τελική κοινοποίηση της αποφάσεως της Αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά και ύστερα από άδειά της να επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε, όταν α) περιέχει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας Αρχής ή των οργάνων της β) περιέχει, ακόμη, αμέσως ή εμμέσως αίτημα για επανόρθωση η αποτροπή ολικής ή ηθικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε Αρχή η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και έχει αρμοδιότητα από το νόμο και υποχρέωση να επανορθώσει ή αποτρέψει τις επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή παράλειψη (Ολ. ΑΠ 1241/1984 και 1245/1986). Η έλλειψη οποιουδήποτε από τα άνω στοιχεία συνέπεια έχει ότι επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που υπέβαλε την αναφορά για παραβάσεις που τυχόν διαλαμβάνονται σ' αυτήν, ήτοι τη μη συνδρομή των όρων του άρθρου 10 παρ.2 του Συντάγματος και των διατάξεων των άρθρων 41, 55 και 370 εδ. γ' του Κ.Π.Δ ώστε αν το δικαστήριο δεν κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατ' εκείνου ο οποίος υπέβαλε την αναφορά από την οποία λείπει οποιοδήποτε από τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την από 28-12-2000 αναφορά του κατηγορουμένου απευθυνόμενη στον Πρύτανη του πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία ως έγγραφο της δικογραφίας παραδεκτώς επισκοπείται για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως περί θετικής υπέρβασης εξουσίας, προκύπτει ότι από τις αποδιδόμενες στην πολιτικώς ενάγουσα ενέργειες και παραλείψεις, το περιεχόμενο των οποίων κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, δεν περιέχει ούτε αμέσως ούτε εμμέσως οποιοδήποτε αίτημα του αναιρεσείοντος για αποκατάσταση ή αποτροπή υλικής ή ηθικής βλάβης αυτού και για τον λόγο αυτό, πρωτίστως, δεν έχει το χαρακτήρα της κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφοράς, ώστε, εν σχέσει με την περιεχόμενη στην αναφορά συμπεριφορά του αναιρεσείοντος η οποία θεμελιώνει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 363 Π.Κ , να απαιτείται για την κατ' αυτού άσκηση ποινικής δίωξης η προηγούμενη άδεια της παραπάνω Αρχής.
Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκασε της υποθέσεως και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την οποία έλλειπε η άδεια της παραπάνω Αρχής, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 466/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας. Επαρκής αιτιολογία και της παρεμπίπτουσας αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων και απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα. Μη συνδρομή των όρων της κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφοράς προς την Αρχή. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, θεμελιούμενη στην έλλειψη αδείας για την άσκηση ποινικής διώξεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 959/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, για αναίρεση της με αριθμό 56.625/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μοσχοβάκο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.995/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'' (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών''. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, ''εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών''. Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το ''εν γνώσει'' της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iv) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 56625/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 ''για επιταγή''), σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών η οποία μετετράπη προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης, αναφέρονται τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως ,που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα, στις 22-12-2000 εξέδωσε με πρόθεση την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 4.000.000 δρχ., η οποία εμφανισθείσα εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα στις 29-12-2000 από το νόμιμο κομιστή της, Ψ1 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση α) "δεν αιτιολογεί καθόλου από ποία πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι είχα το δικαίωμα να υπογράψω ως εκδότης της συγκεκριμένης επιταγής ,η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από την εταιρεία "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED"", και β) "παραλείπει να αναφέρει στο σκεπτικό της τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι είχα δικαίωμα να υπογράψω επιταγές εκδόσεως της εταιρίας αυτής, ως καταστατικό της όργανο και υπό ποία ιδιότητα είχα το δικαίωμα αυτό", α) είναι απορριπτέες ως επί αναληθούς προυποθέσεως ερειδόμενες, και τούτο διότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε ότι ο ίδιος εξέδωσε την ως άνω επιταγή και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας και β) είναι απαράδεκτες διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός των άλλων και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 141 και 142 του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν, εκτός των άλλων, τις προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων που υποβάλλονται προφορικώς ή εγγράφως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του αυτού για την ανάγνωση εγγράφων, ή δεν απαντήσει, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του έγγραφης ή προφορικής αίτησης, για την ανάγνωση του εγγράφου, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα, ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως και έλλειψη αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο που δίκασε δεν ανέγνωσε ούτε και έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ήτοι: α) Την υπ' αρ. πρωτ. 4670/14-6-2000 ανακοίνωση της Δ/νσης Εμπορίου και Τουρισμού της Ν. Α. Αθηνών - Πειραιώς, από την οποία προκύπτει ότι στις 14-6-2000 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της υπηρεσίας αυτής η από 8-6-2000 απόφαση του Μοναδικού Διευθυντή της εταιρείας "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED", που διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με αριθμό Ειδικού Μητρώου 02/Β/99/159, βάσει της οποίας νέος πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος για τις εργασίες της εταιρείας αυτής στην Ελλάδα ορίστηκε ο Π1, κάτοικος ... αρ. 20. β) Το υπ' αριθμ. 9477/29-11-1999 ΦΕΚ, από το οποίο προκύπτει ότι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος για τις εργασίας της ανωτέρω εταιρείας στην Ελλάδα από 12-12-1999 ορίστηκε ο ..., γ) Την υπ' αριθμ. ... επιταγή επί της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. για 4.000.000 δρχ., εκδόσεως της εταιρείας "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED".Από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, που τον εκπροσώπησε στην προαναφερόμενη δευτεροβάθμια δίκη, υπέβαλε αίτημα για την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου. Χωρίς την προϋπόθεση αυτή, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη, δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος, συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε και έλλειψη αιτιολογίας Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β'και Δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή την ρητή απόρριψή του, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του ζήτησε "την αθώωση του πελάτη του, προσθέτοντας ότι, εάν υπάρχουν αμφιβολίες, καλό θα ήταν να κληθεί ο κος Π1". Το δικαστήριο στα ανωτέρω δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πρώτον διότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής αλλά ευχή εξέφρασε και δεύτερο και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί αίτημα ήταν αόριστο διότι δεν αναφέρει περιστατικά για τα οποία θα καταθέσει ο ανωτέρω μάρτυς που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης .Επομένως το δικαστήριο που δεν απάντησε στο ανωτέρω και προχώρησε στην έκδοση της αποφάσεως α) δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, β) δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γ) δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλομένη απόφαση και δ) δεν υπερέβη το δικαστήριο την εξουσία του και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 ,Α', Δ' και Η' σχετικοί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από οκτώ (8) Δεκεμβρίου 2008 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της με αριθ. 56.625/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.Ψ1 η οποία ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
| 1
|
Αριθμός 956/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 55/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 401/01.08.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 496/26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, κατά του υπ'αριθ. 55/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου με το υπ'αριθ. 33/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων: α) της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) της παράνομης κατακρατήσεως. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 55/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 19-5-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 26-5-2008, δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία, αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, όπου κρατείται, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 496/26-5-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα, επεκτείνεται δε και στο συναφές πλημμέλημα.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, άμεσος συνεργός στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση είναι εκείνος, που ηθελημένα παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κυρίας πράξεως, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη το εκτελούντος την κυρία πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως (ΑΠ 1547/2007, 971/2007, ΑΠ 1471/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 325 ΠΚ όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέλησή του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κινήσεώς του, τιμωρείται με φυλάκιση και, αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της παράνομης κατακρατήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία πραγματώνεται, είτε με την κατακράτηση του παθόντα σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή, άλλως πως, αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ'οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεως αυτού στον χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστερήσεως της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα είτε συνεπεία μηχανικών εμποδίων, είτε συνεπεία σωματικής βίας, η απειλής βίας καθώς και ψυχολογικής επιδράσεως, αλλά και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ (ΑΠ 396/2008, ΑΠ 1787/2007).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, αρκεί να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον όμως σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2001). Είναι επίσης επιτρεπτή η συμπληρωματική (και όχι εξ ολοκλήρου) αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα.
Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, που το εξέδωσε, έκρινε, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα "από τις ένορκες, κατά την αυτεπαγγέλτως ενεργηθείσα προανάκριση και την εν συνεχεία χωρήσασα κυρία ανάκριση, η οποία περατώθηκε νομίμως, καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και των μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Κ, Λ και Μ, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που συνελέγησαν κατά την προανάκριση και κυρία ανάκριση και υπάρχουν στην δικογραφία, την υπ' αριθμ. πρωτ: ...... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του βιολόγου υπαστυνόμου Α' ......, την από 27-11-2006 έκθεση αυτοψίας του ανθ/μου ......, την από 23-2-2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής του ιατροδικαστή Αθηνών ...... και τις υπάρχουσες φωτογραφίες, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου εκκαλούντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, οι οποίες λαμβάνονται και αυτές υπόψη και συνεκτιμώνται με τις λοιπές αποδείξεις, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ, εφαρμόζεται μόνον στην κυρία διαδικασία και μάλιστα όταν το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική απόφαση και όχι στην ενδιάμεση διαδικασία και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 560/2007 ΠΧρ ΝΗΜ37, ΑΠ 1413/98 ΠΧρ ΜΘ'.746), προκύπτουν τα εξής: Περί ώρα 22.50' της 26ης Νοεμβρίου 2006 ο αλβανός υπήκοος Ω, μαζί με τους ομοεθνείς φίλους του Β και Ε, μετέβησαν στο επί της οδού ...... αρ. ... της πόλεως της ......, κατάστημα καφέ - μπαρ με την επωνυμία "......", που διατηρούσε η Ν, εκ των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Μετά ημίσεια περίπου ώρα ο εκ των ανωτέρω Ε ανεχώρησε από το ως άνω κατάστημα για την οικία, στην οποίαν διέμενε μετά του Ω, στο ......, ενώ παρέμειναν εκεί ο τελευταίος (Ω) και ο Β, συνεχίζοντας την διασκέδαση τους. Περί ώρα 01.00' της 27ης Νοεμβρίου 2006, εξ αιτίας της θραύσεως ποτηριών που ο ίδιος προκάλεσε, ο ως άνω Ω λογομάχησε εντόνως με την ανωτέρω ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος Νκαι θέλησε να αποχωρήσει, αρνούμενος να πληρώσει και τον λογαριασμό. Ένεκα τούτου και προδήλως εξ εκδικητικότητος και διαθέσεως τιμωρήσεώς του (Ω), η ειρημένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω καφέ - μπαρ ειδοποίησε τηλεφωνικώς περί των διαδραματισθέντων τον φίλο της, επίσης αλβανό υπήκοο, Χ2, τον οποίον κάλεσε να μεταβεί εκεί για να επιληφθεί αυτός του γεγονότος.Μάλιστα, περί της τοιαύτης υπ' αυτής ειδοποιήσεως του προαναφερομένου Χ2, η καταστηματάρχης Ν ενημέρωσε την εργαζομένη στο κατάστημα αυτό, ούσα φίλη του Ω και διαμένουσα, από πενθημέρου περίπου, μετ' αυτού στην ίδια οικία, Α, προς την οποίαν συγκεκριμένως είπε "πρόσεχε καλά τον φίλο σου γιατί πήρα τηλέφωνο τον φίλο μου Χ2 και θα γίνει της πουτάνας", φράση η οποία πρόδηλο είναι ότι ενέχει απειλή και εξαγγελία οπωσδήποτε μεγάλου κακού. Πράγματι ο Χ2, ανταποκρινόμενος στην κλήση της ανωτέρω και συνοδευμένος από δύο άτομα, ένα τον οποίων ήταν ο εν προκειμένω εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, αμέσως κατέφθασε στο εν λόγω καφέ-μπαρ, πλην όμως δεν πρόλαβε εκεί τον Ω, γιατί ο τελευταίος μετά του φίλου του Β είχαν απέλθει. Ένεκα του τελευταίου τούτου (αποχωρήσεως από το κατάστημα του Ω) και προκειμένου να τον αναζητήσουν και να τον βρουν, οι ως άνω Ν, Χ2, Χ1 (εκκαλών) και ο μετά των δύο τελευταίων μεταβάς και συνοδεύων αυτούς στο ως άνω κατάστημα της πρώτης, αγνώστων εισέτι στοιχείων αλβανικής υπηκοότητος άνδρας, από κοινού ενεργώντας και με προς τούτο θέληση, ανάγκασαν την προαναφερομένη φίλη του Ω, Α, να επιβιβασθεί, παρά την θέληση της, μαζί τους σε αυτοκίνητο τύπου jeep και την κατακράτησαν παρανόμως, χωρίς να έχουν προς τούτο δικαίωμα, στερώντας, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι τούτο απαγορεύεται, την ελευθερία των κινήσεων της, για να την έχουν έτσι συνεχώς υπό την επιτήρηση τους και να την εμποδίσουν να ειδοποιήσει τον τελευταίο, ότι αυτοί τον αναζητούν και έσπευσαν σε αναζήτηση του (Ω), μεταβάντες προς τούτο στην οικία του στο ......, την οποίαν (οικία του) την υπέδειξε σ' αυτούς προδήλως η Ν, η οποία και την γνώριζε, λόγω του ότι στο παρελθόν την είχε επισκεφθεί μαζί με την ως άνω Α. Μάλιστα, για να καταστήσουν βέβαιο ότι θα εύρισκαν εκεί αυτόν (Ω) και προδήλως για να μη κινήσουν υποψίες ούτε στον ίδιο ούτε στον συγκάτοικο του Ε περί του, κατά τα κατωτέρω, σκοπού για τον οποίον τον αναζητούσαν, υπεχρέωσαν την ειρημένη Α, απειλώντας την ότι σε διαφορετική περίπτωση θα την σκοτώσουν, να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον συγκάτοικο του αυτόν (Ε), μετά του οποίου σημειωτέον διατηρούσε από εξαμήνου περίπου ερωτικό δεσμό, και να του ζητήσει να ξεκλειδώσει την θύρα της οικίας για να μπορεί αυτή, ως ούσα δήθεν μόνη της, να εισέλθει εκεί. Πράγματι οι προαναφερόμενοι Ν, Χ2, Χ1 (εκκαλών) και ο άγνωστος εισέτι στην ανάκριση άνδρας, μετέβησαν στην ανωτέρω οικία, ένθα διέμενε ο ως άνω Ω, όπου αφού έκρουσαν την θύρα της και τους άνοιξε ο εκ των ενοίκων αυτής Δ, εισήλθαν, εκτός της Ν, μετά της Α. Η τελευταία ακολουθούμενη από τον Χ2 κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο, όπου εγνώριζε ότι κοιμόταν ο Ε, προς τον οποίον ο πρώτος (Χ2) είπε "ε εσύ σήκω". Διότι η ανωτέρω Α του είπε ότι αυτός δεν ευθύνεται για τίποτα και να μην τον πειράξει, αλλά και διότι αυτός δεν ήταν εκείνος που αναζητούσε, δηλαδή ο Ω, κυρίως όμως διότι αντελήφθη στο κρεβάτι της κουζίνας της οικίας αυτής κάποιον σκεπασμένο με πάπλωμα να κοιμάται, ο εν λόγω Χ2, κατευθύνθηκε προς τον τελευταίο και τραβώντας το πάπλωμα διαπίστωσε ότι ήταν ο Ω, πράγμα που είπε και στους λοιπούς συνοδεύοντες αυτόν, δηλαδή τον εν προκειμένω εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1 και τον έτερο άγνωστο εισέτι άνδρα. Ακολούθως ο Χ2 άδραξε τον Ω από την μπλούζα που φορούσε στο ύψος του στήθους, τον σήκωσε βιαίως από το κρεβάτι, τον πέταξε στο πάτωμα και τόσον με το εμπρόσθιο μέρος ενός πιστολιού, που έφερε μαζί του και έβγαλε από τα θυλάκιά του, όσον και με το άλλο χέρι του, αρχικώς τον κτυπούσε στο κεφάλι, ενώ στην συνέχεια και όταν ο τελευταίος έπεσε εμπρός από την θύρα της τουαλέτας τον κτυπούσε και με κλωτσιές στην κοιλιά και τα γεννητικά όργανα λέγοντας του "έχεις τόσο μεγάλα αρχίδια να προσβάλεις την Ν γιατί έσπασες τα ποτήρια; θα σου γαμήσω την Παναγία σου και την αδελφή σου", χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να αντιδράσει τόσον εξ αιτίας της βιαιότητος των πληγμάτων που εδέχετο, όσον και της ζάλης του εξ αιτίας των ποτών που είχε καταναλώσει στο κατάστημα της Ν, κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα. Πάντα τα ανωτέρω διεδραματίζοντο υπό τα όμματα της Α, την οποίαν κρατούσε για να μην μπορεί να αντιδράσει ένας εκ των συνοδευόντων τον ανωτέρω Χ2 και προς την οποίαν ο τελευταίος απευθυνόμενος της είπε "κοίτα πως τον χτυπάω, γιατί θα έρθει και η σειρά σου". Ακολούθως ο τελευταίος (Χ2) άδραξε με το αριστερό του χέρι από τα μαλλιά τον εν λόγω Ω, ενώ με το δεξί του χέρι, που κρατούσε το πιστόλι, συνέχισε να του καταφέρει πλήγματα στο εμπρόσθιο μέρος της κεφαλής του αποκαλώντας τον "μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα" και όταν ο τελευταίος έχασε τις αισθήσεις του τον έσυρε εντός της τουαλέτας, έθεσε την κάνη του πιστολιού που κρατούσε εν επαφή στην ινιακή χώρα του και δεξιά της μέσης γραμμής, ώστε να μην υπάρξει καμιά περίπτωση αστοχίας και πυροβόλησε αυτόν με αποτέλεσμα, η βολίδα να διαπεράσει την κεφαλή του και να εξέλθει στην μετωπιαία χώρα, προκαλώντας του κατάγματα των οστών της κεφαλής και καταστροφή και αιμορραγία της εγκεφαλικής ουσίας κατά μήκος του τραυματικού πόρου και υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου και έτσι να τον θανατώσει, εκτελώντας τον στην κυριολεξία, όπως, όντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είχε αποφασίσει αρχήθεν να πράξει και πράγματι έπραξε, επίσης όντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά τον χρόνον αυτόν εκτελέσεως της αποφάσεως του αυτής. Για την πράξη του δε αυτή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίον κατά το κεφάλαιο του αυτό δεν προσβάλλεται, ο ανωτέρω δράστης της ανθρωποκτονίας παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίως καθορισθησομένου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφερείας του Εφετείου Ναυπλίου, για να δικασθεί ως υπαίτιος αυτής. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τα εξής: Καθ' ον χρόνον διεδραματίζοντο στην οικία του θύματος τα εκτεθέντα περιστατικά της εν λόγω ανθρωποκτονίας ο εν προκειμένω εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, που συνόδευε τον αυτουργό της ανωτέρω δολοφονίας Χ2, παρίστατο στον ανωτέρω τόπο φέροντας όπλο ανά χείρας και υπό τα όμματα του έλαβαν χώρα αυτά (εκτεθέντα περιστατικά της δολοφονίας) χωρίς ειδικώς ο εν προκειμένω κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1- όχι μόνον να μην αντιδράσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για να αποτρέψει την θανάτωση του ως άνω Ω, αλλ' αντιθέτως με την απειλητική παρουσία του αφ' ενός μεν υπεχρέωσε, όπως ήθελε και εγνώριζε ότι έτσι επιτυγχάνει, τους ενοίκους της οικίας αυτής να μην αντιδράσουν, ώστε έτσι να διευκολυνθεί και να μπορέσει ο Χ2 μετά βεβαιότητος να εκτελέσει την θανάτωση του προαναφερομένου θύματος, που ο τελευταίος είχε προαποφασίσει, αφ' ετέρου είχε, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ανωτέρω αυτουργού της ανθρωποκτονίας, απομονώσει και κατακρατούσε αδρανείς υπό την απειλή βίας και ότι θα τους σκοτώσει, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά σε άλλο δωμάτιο της εν λόγω οικίας του ανωτέρω θύματος τους μετ' αυτού (θύματος) συγκατοικούντες ομοεθνείς του Ε, Δ, Γ, Κ και Γ, αμέσως συνδράμοντας, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, έτσι τον εν λόγω αυτουργό της ανθρωποκτονίας να εκτελέσει, χωρίς φόβο ματαιώσεως και αποτυχίας εκ της επεμβάσεως τους για να αποτρέψουν την θανάτωση του συγκατοίκου τους, τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, τον οποίον αυτός (Χ2) και πραγμάτωσε. Και τούτο γιατί η ηθελημένη υπ' αυτού παροχή της εκτεθείσης συνδρομής στον αυτουργό της εν λόγω ανθρωποκτονίας, και μάλιστα εν γνώσει του εκκαλούντος τούτου ότι αυτή παρέχεται κατά την διάρκεια εκτελέσεως της ανθρωποκτονίας, συνδέεται προς αυτήν κατά τρόπον ώστε χωρίς την τοιαύτη βοηθητική ενέργεια τούτου (εκκαλούντος) δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθη, αφού οι συγκάτοικοι του θύματος τούτου όντες αριθμητικώς περισσότεροι θα μπορούσαν ευχερώς να εμποδίσουν τον δράστη είτε ακινητοποιώντας τον και αφοπλίζοντας τον είτε δια της αριθμητικής υπεροχής τους προκαλώντας του αμφιβολία περί της επιτυχίας του ανθρωποκτόνου σκοπού του και φόβο περί της τύχης του, με συνέπεια έτσι να παρίσταται ως μη βεβαία η υπ' αυτού τέλεση της ανθρωποκτονίας αυτής. Υπό τα εκτεθέντα και ως προκύπτοντα γενόμενα δεκτά πραγματικά αυτά περιστατικά σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης σκέψεως διατάξεις και αιτιολογίες, προκύπτει ότι πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της από κοινού μετ' αγνώστου εισέτι στην ανάκριση προσώπου α) εκ προθέσεως παροχής αμέσου (και όχι της απλής) συνεργείας του εκκαλούντος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση που τέλεσε ο Χ2 σε βάρος του Ω και β) εκ προθέσεως υπ' αυτού παρανόμου και κατά συρροή κατακρατήσεως των Α, Ε, Δ, Γ και Γ, τα οποία (εγκλήματα αυτά) προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 45, 46 παρ. 1 εδ. β', 299 παρ.1, 325 του ΠΚ. Ειδικώς δ' ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είναι ο δράστης των ανωτέρω εγκλημάτων, προκύπτει από τον συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων Α, Ε, Δ, Γ και Γ οι τρεις τελευταίοι των οποίων, τόσον στις αστυνομικές αρχές (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ: ...... έγγραφο του AT Βραχατίου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου), όσον κατά τις ενώπιον του Ανακριτού Κορίνθου καταθέσεις τους στις 22-1-2007, ήτοι μετά δίμηνο περίπου από της τελέσεως της εν λόγω ανθρωποκτονίας, κατέθεσαν ότι από την φωτογραφία του εν προκειμένω εκκαλούντος, που τους επεδείχθη, αναγνωρίζουν, όχι όμως αναμφιβόλως, τον τελευταίον ως έναν από εκείνους, οι οποίοι, όπως πάντες οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν, συνόδευαν οπλισμένοι τον ως άνω αυτουργό της ανθρωποκτονίας, τους είχαν απομονώσει και ακινητοποιήσει σε άλλο δωμάτιο της οικίας του θύματος καθ' ον χρόνον ο αυτουργός τελούσε την ανθρωποκτονία και τους κατακρατούσαν παρανόμως, όπως επίσης είχαν κατακρατήσει παρανόμως και την πρώτη αυτών για να μην ειδοποιήσει το θύμα ότι το αναζητούν και αυτό διαφύγει. Το αυτό δε κατέθεσαν ενισχύοντας τις αμφιβολίες τους στις 8-2-2007, όταν εξετάσθησαν κατ' αναπαράσταση με τον κατηγορούμενο αυτόν. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο τούτο ότι οι ανωτέρω μάρτυρες ανεζητήθησαν και προσήλθαν και εξετάσθησαν κατά την ανωτέρω ημερομηνία κατόπιν ενεργειών του κατηγορουμένου τούτου και όχι εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ο δράστης των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων, παρά τις εκφρασθείσες αμφιβολίες των ανωτέρω μαρτύρων στηρίζεται στους εξής λόγους: α) ότι δεν προκύπτει από κάποιο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, ότι οι ανωτέρω μάρτυρες εγνώριζαν από προηγουμένως τον εκκαλούντα ή ότι είχαν κάποιο λόγο αρχικώς να ισχυρισθούν και μάλιστα ψευδώς ότι ο αυτός είναι ο δράστης των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, η δ' υπ' αυτών διατύπωση αμφιβολιών, ως διατυπώνονται στις καταθέσεις τους, δεν αναιρεί την αξία και την σημασία της καταθέσεως τους ότι αναγνωρίζουν στις φωτογραφίες αυτές τον εν λόγω δράστη, εν όψει μάλιστα και του διαδραμόντος από της τελέσεως των εγκλημάτων αυτών χρόνου, της ταραχής αυτών εκ της ενώπιον του δολοφονίας του ανωτέρω συγκατοίκου τους και κυρίως του ενδιαθέτου φόβου των τυχόν σε βάρος τους αντεκδικήσεων, ήτοι παραγόντων που δικαιολογούν την διατύπωση τοιούτων αμφιβολιών, β) ότι το αμέσως προαναφερθέν καθίσταται εναργέστερο από το υπό των ανωτέρω μαρτύρων κατατιθέμενο στις 22-10-2007 στον Ανακριτή Κορίνθου, ότι δεν αναγνωρίζουν μετά βεβαιότητος, κατά την κατ' αναπαράσταση μετ' αυτού εξέταση τους, ούτε ως άνω αυτουργό της ανθρωποκτονίας τον Χ2, καίτοι ανεπιφυλάκτως και ανενδοιάστως είχαν αναγνωρίσει αυτόν κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση, γ) ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο ως άνω αυτουργός της ειρημένης ανθρωποκτονίας κατά τον χρόνο τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων *ήσαν γνωστοί και μάλιστα είχαν κατηγορηθεί για από κοινού αρπαγή, συναγομένου εκ τούτου ότι είχαν κοινή έκνομη δράση, δ) ότι από την υπό του κατηγορουμένου τούτου προσκομιζόμενη, και εγχειρισθείσα στον Ανακριτή Κορίνθου την 8-2-2007, βεβαίωση της "Ο.Ε. ......-......", ότι ο κατηγορούμενος και ο υπ' αυτού προταθείς μάρτυς Ξ χρησιμοποίησαν το κέντρο διασκεδάσεως "......" στις 26 και 27 Νοεμβρίου 2006 για "ευήμερη" συναυλία, δεν προκύπτει ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων ο κατηγορούμενος αυτός ήταν εκεί συνεχώς και δεν απομακρύνθηκε ποτέ, ενώ ο υπ' αυτού προταθείς ως μάρτυς υπερασπίσεως Ξ δεν ευρέθη για να επιβεβαιώσει με την κατάθεση του τον σχετικό ισχυρισμό του και ε) ότι από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ευρίσκετο κατά τον ειρημένο κρίσιμο χρόνο σε ορισμένο χώρο διάφορο του ανωτέρω ασχολούμενος με συγκριμένη υπόθεση. Τα αυτά προς τα ανωτέρω κατ' ορθήν επομένως ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα του και το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, κρίνοντας ότι υπό τα εκτεθέντα περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του, που δικαιολογούν την κατά τα άρθρα 109 στοιχ. α', 119, 122, 128 παρ.1, 309 παρ.1 στοιχ. ε' και 313 του ΚΠΔ παραπομπή του εν λόγω κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφερείας του Εφετείου Ναυπλίου για να δικασθεί ως υπαίτιος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της κρινομένης εφέσεως του ο εκκαλών κατηγορούμενος και που ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ρηθεισών διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της άμεσης συνεργείας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της παράνομης κατακρατήσεως.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της παράνομης κατακρατήσεως, για τις οποίες κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 46 παρ. 1β', 94, 299 παρ. 1 και 325 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων αποστέρησε την ελευθερία κινήσεως των αναφερομένων σ'αυτό προσώπων, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του, αφ'ενός μεν με απειλή βίας εξανάγκασε την Α να επιβιβασθεί παρά τη θέλησή της σε αυτοκίνητο τύπου ΤΖΙΠ, στο οποίο κατακρατήθηκε παρανόμως, αφετέρου δε, όταν έφθασε στην οικία του παθόντα Ω, με απειλή βίας, φέροντας μαζί του και επιδεικνύοντας όπλο, απομόνωσε σε ένα δωμάτιο της οικίας και στέρησε την ελευθερία των κινήσεων στους παθόντες Ε, Δ, Κ και Γ, β) Αναφορικά με την πράξη της άμεσης συνέργειας στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, εκτίθενται στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ανθρωποκτόνο πρόθεση του αυτουργού και με τη δική του πρόθεση να επιτευχθεί το εγκληματικό αποτέλεσμα, παρέσχε στον τελευταίο άμεση συνδρομή στην τέλεση και κατά τη διάρκεια της τελέσεως της ανθρωποκτονίας αυτής, με τις μνημονευόμενες στο βούλευμα συγκεκριμένες ενέργειές του και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή την βοηθητική συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η εκ μέρους του αυτουργού θανάτωση του παθόντα Ω, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες διαπράχθηκε. Η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αυτουργός έθεσε την κάνη του πιστολίου που κρατούσε εν επαφή στην ινιακή χώρα του παθόντα και δεξιά της μέσης γραμμής, ώστε να μην υπάρξει καμία περίπτωση αστοχίας...." δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς την επομένη παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "με την απειλητική παρουσία του αφενός μεν υποχρέωσε, όπως ήθελε και εγνώριζε ότι έτσι επιτυγχάνει, τους ενοίκους της οικίας αυτής να μην αντιδράσουν, έτσι ώστε να διευκολυνθεί και να μπορέσει ο Χ2 μετά βεβαιότητος να εκτελέσει την θανάτωση του προαναφερομένου θύματος, που ο τελευταίος είχε αποφασίσει, αφετέρου είχε, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ανωτέρω αυτουργού της ανθρωποκτονίας, απομονώσει και κατακρατούσε αδρανείς υπό την απειλή βίας και ότι θα τους σκοτώσει, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά σε άλλο δωμάτιο της εν λόγω οικίας του ανωτέρω θύματος τους μετ'αυτού συγκατοικούντας ομοεθνείς του ... αμέσως συνδράμοντας, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, έτσι τον εν λόγω αυτουργό της ανθρωποκτονίας να εκτελέσει, χωρίς φόβο ματαιώσεως και αποτυχίας, εκ της επεμβάσεώς τους για να αποτρέψουν την θανάτωση του συγκατοίκου τους ...". γ) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται ιδιαίτερες εκτενείς σκέψεις με τις οποίες πλήρως και αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν παρευρίσκετο στην οικία, όπου ο αυτουργός Χ2 προέβη στη θανάτωση του παθόντα Ω, αφού δεν αναγνωρίσθηκε από τους αυτόπτες μάρτυρες. δ) Πράγματι η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στερείται παντελώς αιτιολογίας, αφού ανεπιτρέπτως παραπέμπει εξ ολοκλήρου στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, χωρίς να παραθέτει καμία απολύτως δική της σκέψη. Όμως το γεγονός αυτό δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, για να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, παραθέτει αποκλειστικά δικές του σκέψεις, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό και πλήρως αναιτιολόγητη εισαγγελική πρόταση, μόνο δε συμπληρωματικά και συνεπώς επιτρεπτώς αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση. ε) Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 317 παρ. 1 εδ. α' και 481 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 316 παρ. 2, 318, 319 και 478 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, λόγω του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, μεταβιβάζεται η υπόθεση από ουσιαστικής και νομικής πλευράς στο Συμβούλιο των Εφετών, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο, κατά τρόπο ώστε να επαναλαμβάνεται και πάλι ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η συζήτηση, όπως είχε εισαχθεί η κατηγορία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που είχε εκδώσει το εκκαλούμενο βούλευμα, η οποία (κατηγορία) έτσι κρίνεται σε δεύτερο βαθμό. Επομένως κάθε τυχόν ακυρότητα ή πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος καλύπτεται με την επί της ασκηθείσας εφέσεως έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 2309/2003, ΑΠ 1267/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον συναφή λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το πρωτόδικο υπ'αριθ. 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου περιείχε ελλειπείς αιτιολογίες, τις οποίες προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο όμως με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν αποφάνθηκε επί του ειδικού αυτού λόγου εφέσεως, υπερβαίνοντας έτσι αρνητικώς την εξουσία του. Επίσης αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα για πρώτη φορά δέχθηκε ότι η πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε με την απειλή βίας, κάτι το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο υπ'αριθ., 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, η συμπλήρωσε δε αυτή των πραγματικών περιστατικών και στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, καταδεικνύουν την έλλειψη αιτιολογίας του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος και συνεπώς την ουσιαστική βασιμότητα του ειδικού λόγου εφέσεως. Όμως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είτε εκτιμηθεί ως θετική και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, είτε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ως άνω δικονομικές διατάξεις, γιατί και στην περίπτωση που εμφιλοχωρήσει τέτοια πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος, αφού έγινε τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεσή του, ερευνήθηκε εκ νέου από ουσιαστικής και νομικής πλευράς η όλη κατηγορία από το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ήδη προσβαλλόμενο βούλευμά του και συνεπώς αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον λόγο αυτό. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα αναφορά για πρώτη φορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε με την απειλή βίας, κάτι το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο υπ'αριθ. 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, αφού με την αναφορά αυτή το προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού της παράνομης κατακρατήσεως, για το οποίο διώχθηκε ο αναιρεσείων, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της αποδιδομένης σ'αυτόν πράξεως (ΑΠ 2154/2007, ΑΠ 1193/2003). Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, στο διατακτικό αυτού ρητώς διαλαμβάνεται ότι η ανωτέρω πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε "με την απειλή άσκησης βίας".
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 496/26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, κατά του υπ'αριθ. 55/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26-5-2008 αίτηση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 55/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την υπ' αριθμ. 3/7-3-2008 έφεση αυτού και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο ο εκκαλών είχε παραπεμφθεί μαζί με άλλους στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων: α) της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) της παραμονής κατακράτησης από κοινού κατά συρροή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση. Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ) απαιτείται αντικειμενικώς μεν αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλομένης από το νόμο ενέργειας (οσάκις ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του εν λόγω εγκληματικού αποτελέσματος), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά την παρ. 1 του άρθρου 299 ΠΚ απαιτείται όπως αυτός (δράστης) βρίσκεται σε ψυχική ηρεμία και δη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση. Η διαπιστούμενη στο βούλευμα (η απόφαση) ψυχραιμία, προμελέτη ή άλλη παρεμφερή έκφραση αποδεικνύει την ως άνω κατάσταση. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός μπορεί να συναχθεί από τον επιδιωκόμενο σκοπό, από το μέσο ή όργανο που χρησιμοποιήθηκε, από το μέρος του σώματος του παθόντα και γενικά την κατεύθυνση του πυροβολισμού, από τον αριθμό των πυροβολισμών ή των σημείων του μαχαιρώματος του παθόντα και του αριθμού των μαχαιριών του κλπ. Η ανθρωποκτονία από πρόθεση δε είναι τετελεσμένη όταν επήλθε ο θάνατος του άλλου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, άμεσος συνεργός στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση είναι εκείνος, που ηθελημένα παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κυρίας πράξεως, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη το εκτελούντος την κυρία πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 325 ΠΚ όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέλησή του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κινήσεώς του, τιμωρείται με φυλάκιση και, αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της παράνομης κατακρατήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία πραγματώνεται, είτε με την κατακράτηση του παθόντα σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή, άλλως πως, αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ'οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεως αυτού στον χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστερήσεως της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα είτε συνεπεία μηχανικών εμποδίων, είτε συνεπεία σωματικής βίας, η απειλής βίας καθώς και ψυχολογικής επιδράσεως, αλλά και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, αρκεί να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον όμως σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Είναι επίσης επιτρεπτή η συμπληρωματική (και όχι εξ ολοκλήρου) αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 55/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, που το εξέδωσε, έκρινε, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα "από τις ένορκες, κατά την αυτεπαγγέλτως ενεργηθείσα προανάκριση και την εν συνεχεία χωρήσασα κυρία ανάκριση, η οποία περατώθηκε νομίμως, καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και των μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Κ, Λ και Μ, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που συνελέγησαν κατά την προανάκριση και κυρία ανάκριση και υπάρχουν στην δικογραφία, την υπ' αριθμ. πρωτ: ...... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του βιολόγου υπαστυνόμου Α' ......, την από 27-11-2006 έκθεση αυτοψίας του ανθ/μου ......, την από 23-2-2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής του ιατροδικαστή Αθηνών ...... και τις υπάρχουσες φωτογραφίες, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου εκκαλούντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, οι οποίες λαμβάνονται και αυτές υπόψη και συνεκτιμώνται με τις λοιπές αποδείξεις, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ, εφαρμόζεται μόνον στην κυρία διαδικασία και μάλιστα όταν το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική απόφαση και όχι στην ενδιάμεση διαδικασία και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, προκύπτουν τα εξής: Περί ώρα 22.50' της 26ης Νοεμβρίου 2006 ο Αλβανός υπήκοος Ω, μαζί με τους ομοεθνείς φίλους του Β και Ε, μετέβησαν στο επί της οδού ...... αρ. ... της πόλεως της ......, κατάστημα καφέ - μπαρ με την επωνυμία "......", που διατηρούσε η Ν, εκ των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Μετά ημίσεια περίπου ώρα ο εκ των ανωτέρω Ε ανεχώρησε από το ως άνω κατάστημα για την οικία, στην οποίαν διέμενε μετά του Ω, στο ......, ενώ παρέμειναν εκεί ο τελευταίος (Ω) και ο Β, συνεχίζοντας την διασκέδαση τους. Περί ώρα 01.00' της 27ης Νοεμβρίου 2006, εξ αιτίας της θραύσεως ποτηριών που ο ίδιος προκάλεσε, ο ως άνω Ω λογομάχησε εντόνως με την ανωτέρω ιδιοκτήτρια του ως άνω καταστήματος Ν και θέλησε να αποχωρήσει, αρνούμενος να πληρώσει και τον λογαριασμό. Ένεκα τούτου και προδήλως εξ εκδικητικότητος και διαθέσεως τιμωρήσεώς του (Ω), η ειρημένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω καφέ - μπαρ ειδοποίησε τηλεφωνικώς περί των διαδραματισθέντων τον φίλο της, επίσης Αλβανό υπήκοο, Χ2, τον οποίον κάλεσε να μεταβεί εκεί για να επιληφθεί αυτός του γεγονότος. Μάλιστα, περί της τοιαύτης υπ' αυτής ειδοποιήσεως του προαναφερομένου Χ2, η καταστηματάρχης Ν ενημέρωσε την εργαζομένη στο κατάστημα αυτό, ούσα φίλη του Ω και διαμένουσα, από πενθημέρου περίπου, μετ' αυτού στην ίδια οικία, Α, προς την οποίαν συγκεκριμένως είπε "πρόσεχε καλά τον φίλο σου γιατί πήρα τηλέφωνο τον φίλο μου Χ2 και θα γίνει της πουτάνας", φράση η οποία πρόδηλο είναι ότι ενέχει απειλή και εξαγγελία οπωσδήποτε μεγάλου κακού. Πράγματι ο Χ2, ανταποκρινόμενος στην κλήση της ανωτέρω και συνοδευμένος από δύο άτομα, ένα τον οποίων ήταν ο εν προκειμένω εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, αμέσως κατέφθασε στο εν λόγω καφέ-μπαρ, πλην όμως δεν πρόλαβε εκεί τον Ω, γιατί ο τελευταίος μετά του φίλου του Β είχαν απέλθει. Ένεκα του τελευταίου τούτου (αποχωρήσεως από το κατάστημα του Ω) και προκειμένου να τον αναζητήσουν και να τον βρουν, οι ως άνω Ν, Χ2, Χ1 (εκκαλών) και ο μετά των δύο τελευταίων μεταβάς και συνοδεύων αυτούς στο ως άνω κατάστημα της πρώτης, αγνώστων εισέτι στοιχείων Αλβανικής υπηκοότητος άνδρας, από κοινού ενεργώντας και με προς τούτο θέληση, ανάγκασαν την προαναφερομένη φίλη του Ω, Α, να επιβιβασθεί, παρά την θέληση της, μαζί τους σε αυτοκίνητο τύπου jeep και την κατακράτησαν παρανόμως, χωρίς να έχουν προς τούτο δικαίωμα, στερώντας, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι τούτο απαγορεύεται, την ελευθερία των κινήσεων της, για να την έχουν έτσι συνεχώς υπό την επιτήρηση τους και να την εμποδίσουν να ειδοποιήσει τον τελευταίο, ότι αυτοί τον αναζητούν και έσπευσαν σε αναζήτηση του (Ω), μεταβάντες προς τούτο στην οικία του στο ......, την οποίαν (οικία του) την υπέδειξε σ' αυτούς προδήλως η Ν, η οποία και την γνώριζε, λόγω του ότι στο παρελθόν την είχε επισκεφθεί μαζί με την ως άνω Α. Μάλιστα, για να καταστήσουν βέβαιο ότι θα εύρισκαν εκεί αυτόν (Ω) και προδήλως για να μη κινήσουν υποψίες ούτε στον ίδιο ούτε στον συγκάτοικο του Ε περί του, κατά τα κατωτέρω, σκοπού για τον οποίον τον αναζητούσαν, υπεχρέωσαν την ειρημένη Α, απειλώντας την ότι σε διαφορετική περίπτωση θα την σκοτώσουν, να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον συγκάτοικο του αυτόν (Ε), μετά του οποίου σημειωτέον διατηρούσε από εξαμήνου περίπου ερωτικό δεσμό, και να του ζητήσει να ξεκλειδώσει την θύρα της οικίας για να μπορεί αυτή, ως ούσα δήθεν μόνη της, να εισέλθει εκεί. Πράγματι οι προαναφερόμενοι Ν, Χ2, Χ1 (εκκαλών) και ο άγνωστος εισέτι στην ανάκριση άνδρας, μετέβησαν στην ανωτέρω οικία, ένθα διέμενε ο ως άνω Ω, όπου αφού έκρουσαν την θύρα της και τους άνοιξε ο εκ των ενοίκων αυτής Δ, εισήλθαν, εκτός της Ν, μετά της Α. Η τελευταία ακολουθούμενη από τον Χ2 κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο, όπου εγνώριζε ότι κοιμόταν ο Ε, προς τον οποίον ο πρώτος (Χ2) είπε "ε εσύ σήκω". Διότι η ανωτέρω Α του είπε ότι αυτός δεν ευθύνεται για τίποτα και να μην τον πειράξει, αλλά και διότι αυτός δεν ήταν εκείνος που αναζητούσε, δηλαδή ο Ω, κυρίως όμως διότι αντελήφθη στο κρεβάτι της κουζίνας της οικίας αυτής κάποιον σκεπασμένο με πάπλωμα να κοιμάται, ο εν λόγω Χ2, κατευθύνθηκε προς τον τελευταίο και τραβώντας το πάπλωμα διαπίστωσε ότι ήταν ο Ω, πράγμα που είπε και στους λοιπούς συνοδεύοντες αυτόν, δηλαδή τον εν προκειμένω εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1 και τον έτερο άγνωστο εισέτι άνδρα. Ακολούθως ο Χ2 άδραξε τον Ω από την μπλούζα που φορούσε στο ύψος του στήθους, τον σήκωσε βιαίως από το κρεβάτι, τον πέταξε στο πάτωμα και τόσον με το εμπρόσθιο μέρος ενός πιστολιού, που έφερε μαζί του και έβγαλε από τα θυλάκιά του, όσον και με το άλλο χέρι του, αρχικώς τον κτυπούσε στο κεφάλι, ενώ στην συνέχεια και όταν ο τελευταίος έπεσε εμπρός από την θύρα της τουαλέτας τον κτυπούσε και με κλωτσιές στην κοιλιά και τα γεννητικά όργανα λέγοντας του "έχεις τόσο μεγάλα αρχίδια να προσβάλεις την Ν γιατί έσπασες τα ποτήρια; θα σου γαμήσω την Παναγία σου και την αδελφή σου", χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να αντιδράσει τόσον εξ αιτίας της βιαιότητος των πληγμάτων που εδέχετο, όσον και της ζάλης του εξ αιτίας των ποτών που είχε καταναλώσει στο κατάστημα της Ν, κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα. Πάντα τα ανωτέρω διεδραματίζοντο υπό τα όμματα της Α, την οποίαν κρατούσε για να μην μπορεί να αντιδράσει ένας εκ των συνοδευόντων τον ανωτέρω Χ2 και προς την οποίαν ο τελευταίος απευθυνόμενος της είπε "κοίτα πως τον χτυπάω, γιατί θα έρθει και η σειρά σου". Ακολούθως ο τελευταίος (Χ2) άδραξε με το αριστερό του χέρι από τα μαλλιά τον εν λόγω Ω, ενώ με το δεξί του χέρι, που κρατούσε το πιστόλι, συνέχισε να του καταφέρει πλήγματα στο εμπρόσθιο μέρος της κεφαλής του αποκαλώντας τον "μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα" και όταν ο τελευταίος έχασε τις αισθήσεις του τον έσυρε εντός της τουαλέτας, έθεσε την κάνη του πιστολιού που κρατούσε εν επαφή στην ινιακή χώρα του και δεξιά της μέσης γραμμής, ώστε να μην υπάρξει καμιά περίπτωση αστοχίας και πυροβόλησε αυτόν με αποτέλεσμα, η βολίδα να διαπεράσει την κεφαλή του και να εξέλθει στην μετωπιαία χώρα, προκαλώντας του κατάγματα των οστών της κεφαλής και καταστροφή και αιμορραγία της εγκεφαλικής ουσίας κατά μήκος του τραυματικού πόρου και υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου και έτσι να τον θανατώσει, εκτελώντας τον στην κυριολεξία, όπως, όντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είχε αποφασίσει αρχήθεν να πράξει και πράγματι έπραξε, επίσης όντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά τον χρόνον αυτόν εκτελέσεως της αποφάσεως του αυτής. Για την πράξη του δε αυτή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίον κατά το κεφάλαιο του αυτό δεν προσβάλλεται, ο ανωτέρω δράστης της ανθρωποκτονίας παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίως καθορισθησομένου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφερείας του Εφετείου Ναυπλίου, για να δικασθεί ως υπαίτιος αυτής. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τα εξής: Καθ' ον χρόνον διεδραματίζοντο στην οικία του θύματος τα εκτεθέντα περιστατικά της εν λόγω ανθρωποκτονίας ο εν προκειμένω εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, που συνόδευε τον αυτουργό της ανωτέρω δολοφονίας Χ2, παρίστατο στον ανωτέρω τόπο φέροντας όπλο ανά χείρας και υπό τα όμματα του έλαβαν χώρα αυτά (εκτεθέντα περιστατικά της δολοφονίας) χωρίς ειδικώς ο εν προκειμένω κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 - όχι μόνον να μην αντιδράσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για να αποτρέψει την θανάτωση του ως άνω Ω, αλλ' αντιθέτως με την απειλητική παρουσία του αφ' ενός μεν υπεχρέωσε, όπως ήθελε και εγνώριζε ότι έτσι επιτυγχάνει, τους ενοίκους της οικίας αυτής να μην αντιδράσουν, ώστε έτσι να διευκολυνθεί και να μπορέσει ο Χ2 μετά βεβαιότητος να εκτελέσει την θανάτωση του προαναφερομένου θύματος, που ο τελευταίος είχε προαποφασίσει, αφ' ετέρου είχε, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ανωτέρω αυτουργού της ανθρωποκτονίας, απομονώσει και κατακρατούσε αδρανείς υπό την απειλή βίας και ότι θα τους σκοτώσει, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά σε άλλο δωμάτιο της εν λόγω οικίας του ανωτέρω θύματος τους μετ' αυτού (θύματος) συγκατοικούντες ομοεθνείς του Ε, Δ, Γ, Κ και Γ, αμέσως συνδράμοντας, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, έτσι τον εν λόγω αυτουργό της ανθρωποκτονίας να εκτελέσει, χωρίς φόβο ματαιώσεως και αποτυχίας εκ της επεμβάσεως τους για να αποτρέψουν την θανάτωση του συγκατοίκου τους, τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, τον οποίον αυτός (Χ2) και πραγμάτωσε. Και τούτο γιατί η ηθελημένη υπ' αυτού παροχή της εκτεθείσης συνδρομής στον αυτουργό της εν λόγω ανθρωποκτονίας, και μάλιστα εν γνώσει του εκκαλούντος τούτου ότι αυτή παρέχεται κατά την διάρκεια εκτελέσεως της ανθρωποκτονίας, συνδέεται προς αυτήν κατά τρόπον ώστε χωρίς την τοιαύτη βοηθητική ενέργεια τούτου (εκκαλούντος) δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθη, αφού οι συγκάτοικοι του θύματος τούτου όντες αριθμητικώς περισσότεροι θα μπορούσαν ευχερώς να εμποδίσουν τον δράστη είτε ακινητοποιώντας τον και αφοπλίζοντας τον είτε δια της αριθμητικής υπεροχής τους προκαλώντας του αμφιβολία περί της επιτυχίας του ανθρωποκτόνου σκοπού του και φόβο περί της τύχης του, με συνέπεια έτσι να παρίσταται ως μη βεβαία η υπ' αυτού τέλεση της ανθρωποκτονίας αυτής. Υπό τα εκτεθέντα και ως προκύπτοντα γενόμενα δεκτά πραγματικά αυτά περιστατικά σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης σκέψεως διατάξεις και αιτιολογίες, προκύπτει ότι πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της από κοινού μετ' αγνώστου εισέτι στην ανάκριση προσώπου α) εκ προθέσεως παροχής αμέσου (και όχι της απλής) συνεργείας του εκκαλούντος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση που τέλεσε ο Χ2 σε βάρος του Ω και β) εκ προθέσεως υπ' αυτού παρανόμου και κατά συρροή κατακρατήσεως των Α, Ε, Δ, Γ και Γ, τα οποία (εγκλήματα αυτά) προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 45, 46 παρ. 1 εδ. β', 299 παρ. 1, 325 του ΠΚ. Ειδικώς δ' ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είναι ο δράστης των ανωτέρω εγκλημάτων, προκύπτει από τον συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων Α, Ε, Δ, Γ και Γ οι τρεις τελευταίοι των οποίων, τόσον στις αστυνομικές αρχές (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ: ...... έγγραφο του AT Βραχατίου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου), όσον κατά τις ενώπιον του Ανακριτού Κορίνθου καταθέσεις τους στις 22-1-2007, ήτοι μετά δίμηνο περίπου από της τελέσεως της εν λόγω ανθρωποκτονίας, κατέθεσαν ότι από την φωτογραφία του εν προκειμένω εκκαλούντος, που τους επεδείχθη, αναγνωρίζουν, όχι όμως αναμφιβόλως, τον τελευταίον ως έναν από εκείνους, οι οποίοι, όπως πάντες οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν, συνόδευαν οπλισμένοι τον ως άνω αυτουργό της ανθρωποκτονίας, τους είχαν απομονώσει και ακινητοποιήσει σε άλλο δωμάτιο της οικίας του θύματος καθ' ον χρόνον ο αυτουργός τελούσε την ανθρωποκτονία και τους κατακρατούσαν παρανόμως, όπως επίσης είχαν κατακρατήσει παρανόμως και την πρώτη αυτών για να μην ειδοποιήσει το θύμα ότι το αναζητούν και αυτό διαφύγει. Το αυτό δε κατέθεσαν ενισχύοντας τις αμφιβολίες τους στις 8-2-2007, όταν εξετάσθησαν κατ' αναπαράσταση με τον κατηγορούμενο αυτόν. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο τούτο ότι οι ανωτέρω μάρτυρες ανεζητήθησαν και προσήλθαν και εξετάσθησαν κατά την ανωτέρω ημερομηνία κατόπιν ενεργειών του κατηγορουμένου τούτου και όχι εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ο δράστης των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων, παρά τις εκφρασθείσες αμφιβολίες των ανωτέρω μαρτύρων στηρίζεται στους εξής λόγους: α) ότι δεν προκύπτει από κάποιο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, ότι οι ανωτέρω μάρτυρες εγνώριζαν από προηγουμένως τον εκκαλούντα ή ότι είχαν κάποιο λόγο αρχικώς να ισχυρισθούν και μάλιστα ψευδώς ότι ο αυτός είναι ο δράστης των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, η δ' υπ' αυτών διατύπωση αμφιβολιών, ως διατυπώνονται στις καταθέσεις τους, δεν αναιρεί την αξία και την σημασία της καταθέσεως τους ότι αναγνωρίζουν στις φωτογραφίες αυτές τον εν λόγω δράστη, εν όψει μάλιστα και του διαδραμόντος από της τελέσεως των εγκλημάτων αυτών χρόνου, της ταραχής αυτών εκ της ενώπιον του δολοφονίας του ανωτέρω συγκατοίκου τους και κυρίως του ενδιαθέτου φόβου των τυχόν σε βάρος τους αντεκδικήσεων, ήτοι παραγόντων που δικαιολογούν την διατύπωση τοιούτων αμφιβολιών, β) ότι το αμέσως προαναφερθέν καθίσταται εναργέστερο από το υπό των ανωτέρω μαρτύρων κατατιθέμενο στις 22-10-2007 στον Ανακριτή Κορίνθου, ότι δεν αναγνωρίζουν μετά βεβαιότητος, κατά την κατ' αναπαράσταση μετ' αυτού εξέταση τους, ούτε ως άνω αυτουργό της ανθρωποκτονίας τον Χ2, καίτοι ανεπιφυλάκτως και ανενδοιάστως είχαν αναγνωρίσει αυτόν κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση, γ) ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο ως άνω αυτουργός της ειρημένης ανθρωποκτονίας κατά τον χρόνο τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων ήσαν γνωστοί και μάλιστα είχαν κατηγορηθεί για από κοινού αρπαγή, συναγομένου εκ τούτου ότι είχαν κοινή έκνομη δράση, δ) ότι από την υπό του κατηγορουμένου τούτου προσκομιζόμενη, και εγχειρισθείσα στον Ανακριτή Κορίνθου την 8-2-2007, βεβαίωση της "Ο.Ε. ......-......", ότι ο κατηγορούμενος και ο υπ' αυτού προταθείς μάρτυς Ξχρησιμοποίησαν το κέντρο διασκεδάσεως "......" στις 26 και 27 Νοεμβρίου 2006 για "ευήμερη" συναυλία, δεν προκύπτει ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων ο κατηγορούμενος αυτός ήταν εκεί συνεχώς και δεν απομακρύνθηκε ποτέ, ενώ ο υπ' αυτού προταθείς ως μάρτυς υπερασπίσεως Ξ δεν ευρέθη για να επιβεβαιώσει με την κατάθεση του τον σχετικό ισχυρισμό του και ε) ότι από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ευρίσκετο κατά τον ειρημένο κρίσιμο χρόνο σε ορισμένο χώρο διάφορο του ανωτέρω ασχολούμενος με συγκριμένη υπόθεση. Τα αυτά προς τα ανωτέρω κατ' ορθήν επομένως ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα του και το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, κρίνοντας ότι υπό τα εκτεθέντα περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του, που δικαιολογούν την κατά τα άρθρα 109 στοιχ. α', 119, 122, 128 παρ. 1, 309 παρ. 1 στοιχ. ε' και 313 του ΚΠΔ παραπομπή του εν λόγω κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφερείας του Εφετείου Ναυπλίου για να δικασθεί ως υπαίτιος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της κρινομένης εφέσεως του ο εκκαλών κατηγορούμενος και που ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ρηθεισών διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της άμεσης συνεργείας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της παράνομης κατακρατήσεως.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της παράνομης κατακρατήσεως, για τις οποίες κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 45, 46 παρ. 1β', 94, 299 παρ. 1 και 325 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) Το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων αποστέρησε την ελευθερία κινήσεως των αναφερομένων σ'αυτό προσώπων, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του, αφ'ενός μεν με απειλή βίας εξανάγκασε την Α να επιβιβασθεί παρά τη θέλησή της σε αυτοκίνητο τύπου ΤΖΙΠ, στο οποίο κατακρατήθηκε παρανόμως, αφετέρου δε, όταν έφθασε στην οικία του παθόντος Ω, με απειλή βίας, φέροντας μαζί του και επιδεικνύοντας όπλο, απομόνωσε σε ένα δωμάτιο της οικίας και στέρησε την ελευθερία των κινήσεων στους παθόντες Ε, Δ, Κ και Γ, β) Αναφορικά με την πράξη της άμεσης συνέργειας στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, εκτίθενται στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ανθρωποκτόνο πρόθεση του αυτουργού και με τη δική του πρόθεση να επιτευχθεί το εγκληματικό αποτέλεσμα, παρέσχε στον τελευταίο άμεση συνδρομή στην τέλεση και κατά τη διάρκεια της τελέσεως της ανθρωποκτονίας αυτής, με τις μνημονευόμενες στο βούλευμα συγκεκριμένες ενέργειές του και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή την βοηθητική συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η εκ μέρους του αυτουργού θανάτωση του παθόντος Ω, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες διαπράχθηκε. Η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αυτουργός έθεσε την κάνη του πιστολίου που κρατούσε εν επαφή στην ινιακή χώρα του παθόντος και δεξιά της μέσης γραμμής, ώστε να μην υπάρξει καμία περίπτωση αστοχίας ..." δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς την επομένη παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "με την απειλητική παρουσία του αφενός μεν υποχρέωσε, όπως ήθελε και εγνώριζε ότι έτσι επιτυγχάνει, τους ενοίκους της οικίας αυτής να μην αντιδράσουν, έτσι ώστε να διευκολυνθεί και να μπορέσει ο Χ2 μετά βεβαιότητος να εκτελέσει την θανάτωση του προαναφερομένου θύματος, που ο τελευταίος είχε αποφασίσει, αφετέρου είχε, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ανωτέρω αυτουργού της ανθρωποκτονίας, απομονώσει και κατακρατούσε αδρανείς υπό την απειλή βίας και ότι θα τους σκοτώσει, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά σε άλλο δωμάτιο της εν λόγω οικίας του ανωτέρω θύματος τους μετ'αυτού συγκατοικούντας ομοεθνείς του ... αμέσως συνδράμοντας, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, έτσι τον εν λόγω αυτουργό της ανθρωποκτονίας να εκτελέσει, χωρίς φόβο ματαιώσεως και αποτυχίας, εκ της επεμβάσεώς τους για να αποτρέψουν την θανάτωση του συγκατοίκου τους ...". γ) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται ιδιαίτερες εκτενείς σκέψεις με τις οποίες πλήρως και αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν παρευρίσκετο στην οικία, όπου ο αυτουργός Χ2 προέβη στη θανάτωση του παθόντος Ω, αφού δεν αναγνωρίσθηκε από τους αυτόπτες μάρτυρες. δ) Πράγματι η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στερείται παντελώς αιτιολογίας, αφού ανεπιτρέπτως παραπέμπει εξ ολοκλήρου στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, χωρίς να παραθέτει καμία απολύτως δική της σκέψη ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά. Όμως το γεγονός αυτό δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, για να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, παραθέτει αποκλειστικά δικές του σκέψεις, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό και πλήρως αναιτιολόγητη εισαγγελική πρόταση, μόνο δε συμπληρωματικά και συνεπώς επιτρεπτώς αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση. ε) Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 317 παρ. 1 εδ. α' και 481 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 316 παρ. 2, 318, 319 και 478 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, λόγω του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, μεταβιβάζεται η υπόθεση από ουσιαστικής και νομικής πλευράς στο Συμβούλιο των Εφετών, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο, κατά τρόπο ώστε να επαναλαμβάνεται και πάλι ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η συζήτηση, όπως είχε εισαχθεί η κατηγορία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που είχε εκδώσει το εκκαλούμενο βούλευμα, η οποία (κατηγορία) έτσι κρίνεται σε δεύτερο βαθμό. Επομένως κάθε τυχόν ακυρότητα ή πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος καλύπτεται με την επί της ασκηθείσας εφέσεως έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον συναφή λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το πρωτόδικο υπ'αριθ. 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου περιείχε ελλειπείς αιτιολογίες, τις οποίες προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο όμως με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν αποφάνθηκε επί του ειδικού αυτού λόγου εφέσεως, υπερβαίνοντας έτσι αρνητικώς την εξουσία του και υποπίπτοντας στον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Επίσης αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα για πρώτη φορά δέχθηκε ότι η πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε με την απειλή βίας, κάτι το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο υπ'αριθ., 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, η συμπλήρωσε δε αυτή των πραγματικών περιστατικών και στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, καταδεικνύουν την έλλειψη αιτιολογίας του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος και συνεπώς την ουσιαστική βασιμότητα του ειδικού λόγου εφέσεως. Όμως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είτε εκτιμηθεί ως θετική και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, είτε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ως άνω δικονομικές διατάξεις, γιατί και στην περίπτωση που εμφιλοχωρήσει τέτοια πλημμέλεια του πρωτοδίκου βουλεύματος, αφού έγινε τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεσή του, ερευνήθηκε εκ νέου από ουσιαστικής και νομικής πλευράς η όλη κατηγορία από το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ήδη προσβαλλόμενο βούλευμά του και συνεπώς αυτό δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον λόγο αυτό. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αναφορά για πρώτη φορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε με την απειλή βίας, κάτι το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο υπ'αριθ. 33/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, αφού με την αναφορά αυτή το προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού της παράνομης κατακρατήσεως, για το οποίο διώχθηκε ο αναιρεσείων, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της αποδιδομένης σ'αυτόν πράξεως. Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 33/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, στο διατακτικό αυτού ρητώς διαλαμβάνεται ότι η ανωτέρω πράξη της παράνομης κατακρατήσεως τελέσθηκε "με την απειλή άσκησης βίας".
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 496/26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, κατά του υπ' αριθ. 55/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Παράνομη κατακράτηση. Αναίρεση κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου ΜΟΔ για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο βούλευμα με την παραπομπή στην αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση. Όχι υπέρβαση εξουσίας από το Συμβούλιο Εφετών με την συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών ως προς την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για τους ως άνω λόγους (άρθρο 484 παρ. 1 περ. β, δ και οι ΚΠΔ).
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια, Παράνομη κατακράτηση.
| 1
|
Αριθμός 954/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα της Κλειστής Φυλακής ......, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 17,18,19/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείου Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.392/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 471/09.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 25 Ιουνίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου εις το Κατάστημα Κρατήσεως ......, κατά της υπ'αριθμ. 17-19/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως ενδίκου μέσου πρέπει να εκτίθενται σαφώς και ωρισμένως οι λόγοι αναιρέσεως, αφού οι αόριστοι λόγοι καθιστούν την αίτησιν αναιρέσεως απαράδεκτον (Α.Π. 325/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1068 κ.ά.). Ειδικώτερον ως προς τον λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πρέπει να προσδιορίζεται διά της αναιρέσεως εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή, ποίαι είναι αι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειαι εις την αιτιολογίαν της αποφάσεως ή αι αντιφατικαί αιτιολογίαι της εν σχέσει με τας παραδοχάς της ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπ'όψιν ή δεν εξετιμήθησαν υπό του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 27/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 934 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν εις την έκθεσιν αναιρέσεως αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψις ειδικής αιτιολογίας, χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή. Επομένως η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προανα-φερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναι-ρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ ΤΑ
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 25 Ιουνίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου εις το Κατάστημα Κρατήσεως ......, κατά της υπ'αριθμ. 17-19/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 Ευρώ.
Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ.1
και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δε περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επιπλέον, σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002, Ολ.ΑΠ 15/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.6.2008 έκθεση (αίτηση) αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ...... κατά της υπ' αριθμ. 17,18,19/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, με την οποίαν καταδικάσθηκε σε ποινή δίς ισόβια και κάθειρξη οκτώ (8) ετών, για ανθρωποκτονία από κοινού και κατά συρροή και ληστεία από κοινού, για τους εξής κατά λέξη λόγους "για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς να προσδιορίζεται καθόλου σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της αιτιολόγησης. Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι όπως προκύπτει από το από 19.1.2009 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης ...... ......, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 17,18,19/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω του ότι δεν περιέχει έστω ένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης. Μη συμπλήρωση της τοιαύτης αοριστίας με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή (και) με πρόσθετους λόγους.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 951/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, για αναίρεση της 1161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1919/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠΔ, όπως τα δύο πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντική αιτία που προσδιορίζονται ειδικό στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον εάν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτόν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της από 12 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 1161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε ότι ο εκ των μελών της παρούσης συνθέσεως Κωνσταντίνος Φράγκος, Αρεοπαγίτης, μετέσχε ως Προεδρεύων Εφέτης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, με την υπ' αριθμ. 3649/2005 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για τα σ' αυτήν αναφερόμενα αδικήματα (διακεκριμένη περίπτωση κλοπής από κοινού, κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα). Μετά ταύτα, ενόψει της εκφρασθείσης γνώμης του ως άνω μέλους του δικαστηρίου αυτού και των προαναπτυχθέντων, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύοντας σχετικά τον αναιρεσείοντα, ενόψει του ότι ο τελευταίος (αναιρεσείων) δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και για την οποία θα κληθεί να παραστεί ο αναιρεσείων, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Φράγκος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμμετοχή μέλους Αρείου Πάγου σε συζήτηση υπόθεσης στην οποία συμμετέσχε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Αναβολή συζήτησης της υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο στην οποία δεν θα συμμετέχει ο κωλυόμενος για τον παραπάνω λόγο Αρεοπαγίτης.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 952/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5437/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1329/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 526/18-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, οδ. ...... αριθμ. ..., που ασκήθηκε με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, ο οποίος είχε την προς τούτο εντολή, όπως προκύπτει από την από 16-7-2008 εξουσιοδότηση που έχει προσαρτηθεί στην αριθμ. 267/21-7-2008 έκθεση αναίρεσης, κατά της αριθμ. 5437/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ'έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών με τριετή αναστολή και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (ΑΠ 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981). Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (ΑΠ 429/2005, Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 922 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 5-2-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), η δε αναίρεση κατ' αυτής ασκήθηκε την 21-7-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Στη σχετική έκθεση κανένας λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και επομένως απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, οδ. ...... αριθμ. ... κατά της αριθμ. 5437/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 6 Νοεμβρίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικό εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του ασκούμενη αναίρεση, πρέπει αυτή να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης αν ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία (δημοσίευση) της, ή από την επίδοσή της αν αυτός ήταν απών κατά την απαγγελία της και σε κάθε περίπτωση από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η παραπάνω δεκαήμερη προθεσμία δεν παρατείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην έκθεση αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος αποδεικτικά μέσα, προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλιώς η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σα απαράδεκτη, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Αθανασόπουλου, που είχε εξουσιοδοτήσει με την από 16-7-2008 ειδική εξουσιοδότησή του προς τη γραμματέα του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5437/2007 απόφασή του (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και συντάχθηκε προς τούτο η υπ' αριθμ. 267/21-7-2008 έκθεση αναίρεσης. Η αναίρεση όμως αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος στις 22-6-2007 (βλ. τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης), καθαρογράφτηκε και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο τελεσιδίκων αποφάσεων στις 5-2-2008 (βλ. την από 21-7-2008 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δημοσίευσης - Εκκαθάρισης - Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών), ενώ η κατά τα ανωτέρω άσκηση της έγινε στις 21-7-2008, ήτοι αρκετά μετά τη συμπλήρωση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας, Εξάλλου στη σχετική έκθεση αναιρέσεως κανένας λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο νομίμως διορισμένος αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Τέλος, λόγω της κατά τα άνω απόρριψης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2008, αίτηση του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5437/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως εκπρόθεσμης λόγω μη επίκλησης περιστατικών ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν το εμπρόθεσμο της άσκησής της.
|
Ανωτέρα βία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 964/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαγεωργίου - Γονατά, περί αναιρέσεως της 6846/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως καταστροφή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται η πλήρης εκμηδένιση της χρησιμότητάς του για το σκοπό που εξυπηρετούσε, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα , και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αθώωσε την αναιρεσείουσα για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη της πλαστογραφίας και την καταδίκασε για την πράξη της παράβασης του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ με την εξής αιτιολογία: "Η κατηγορουμένη εργαζόταν στο "ΕΚΕΦΕ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" στο Γραφείο προσωπικού. Στα καθήκοντα της μεταξύ άλλων συμπεριλαμβανόταν μεταξύ άλλων και η σύνταξη των καταστάσεων της υπερωριακής και την νυχτερινής απασχόλησης του προσωπικού για το επόμενο εξάμηνο κάθε έτους, με βάση τους πίνακες που παρέδιδε η τεχνική υπηρεσία ... . Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στις 15-10-2004 μετακινήθηκε σε άλλη υπηρεσία του ίδιου Κέντρου. Κατά την αποχώρηση της από το γραφείο της με πρόθεση κατέστρεψε, αφού έσχισε και πέταξε σε παρακείμενο καλάθι αχρήστων, τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα, τα οποία κατείχε λόγω των καθηκόντων της. Την παραπάνω πράξη της κατηγορουμένης την αντιλήφθηκαν συνάδελφοι της, όπως η Α, η οποία ενημέρωσε την προϊσταμένη της Β και μαζί βρήκαν άλλα σχισμένα έγγραφα, τα οποία κατάφεραν να αποκαταστήσουν. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της καταστροφής αυτών των εγγράφων". Κατ' ακολουθία δε του σκεπτικού αυτού κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη με το ελαφρυντικό του άρ.84 παρ. 2α του ΠΚ, του ότι: "Όντας υπάλληλος, με πρόθεση κατέστρεψε έγγραφα τα οποία της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο την 15-10-2004, ενώ ήταν υπάλληλος του Γραφείου Προσωπικού του ΕΚΕΦΕ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, με πρόθεση κατέστρεψε την με αριθμό πρωτ. ...... υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου της ανωτέρω υπηρεσίας Γ, ένα πρωτότυπο έγγραφο με αρ. πρωτ. ......, προερχόμενο από το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ΥΕΘΑ, ένα πρωτότυπο έγγραφο της ΓΓΕΤ με αρ. πρωτ. ...... και άγνωστο αριθμό αιτήσεων ερευνητών του ΕΚΕΦΕ για πραγματοποίηση εκπαιδευτικών ταξιδιών, όλα δε τα ανωτέρω έγγραφα της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της καθώς ευρίσκοντο στο Τμήμα Προσωπικού στο οποίο υπηρετούσε" . Για την πράξη της δε αυτή επέβαλε στο Τριμελές Εφετείο στην κατηγορουμένη αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της κατά το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής και ασαφής, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από την κατηγορουμένη του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη. Ειδικότερα: Α) Δεν αναφέρεται ούτε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα ήταν έγγραφα με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, δηλαδή, αν αυτά ήταν πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που είχαν έννομη σημασία. Β) Δεν καθίσταται σαφές αν τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της κατηγορουμένης λόγω της ιδιότητας αυτής ως υπαλλήλου, δηλαδή αν ήταν εμπιστευμένα σε αυτήν λόγω της ιδιότητάς της αυτής, όπως φαίνεται να γίνεται δεκτό στο σκεπτικό, ή, αν αυτά ήταν προσιτά σε αυτήν, δηλαδή αν είχε τη δυνατότητα να τα πλησιάσει, λόγω της ιδιότητά της, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως φαίνεται να γίνεται δεκτό στο διατακτικό της απόφασης με την αναφορά ότι τα έγγραφα αυτά "της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της", λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα εν λόγω έγγραφα, όπως περιγράφονται στο διατακτικό, δεν καθίσταται σαφές ότι είχαν σχέση με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης καθήκοντα της αναιρείουσας. Γ) Η αναφορά μεταξύ των εγγράφων που καταστράφηκαν από την αναιρεσείουσα και "αγνώστου αριθμού αιτήσεων ερευνητών του ΕΚΕΦΕ για πραγματοποίηση εκπαιδευτικών ταξιδιών", είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται η δέουσα εξατομίκευση των εγγράφων αυτών, και Δ) Δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος της αναιρεσείουσας. Και ναι μεν η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, πλην όμως προϋπόθεση αυτού είναι να διαλαμβάνονται στην απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν ότι συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση τέτοια αιτιολογία, λόγω των πιο πάνω ελλείψεων και αντιφάσεων, δεν υφίσταται. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της αποφάσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως , λόγω των πιο πάνω αντιφάσεων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6846/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή (καταστροφή) εγγράφων από υπάλληλο (242 παρ. 2 ΠΚ). Στοιχεία αδικήματος. Αιτιολογία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Αναιρεί για τους λόγους αυτούς, διότι δεν αναφέρεται αν τα έγγραφα είχαν έννομη σημασία. Υπάρχει αντίφαση ως προς αν τα έγγραφα τα εμπιστεύτηκαν ή ήταν προσιτά στον κατηγορούμενο. Δεν γίνεται η δέουσα εξατομίκευση και δεν αιτιολογείται ο δόλος. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 965/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μελανίτη, περί αναιρέσεως της 7070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7070/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 3.11.2005 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το καφέ - εστιατόριο που βρίσκεται στην ..., προκειμένου να εισπράξει κάποια χρήματα, καθόσον στο παρελθόν εργαζόταν σ' αυτό και είχε απολυθεί. Κατά την εκεί επίσκεψή του αφαίρεσε από την πρώην συνάδελφο του ... το κινητό τηλέφωνο της, μάρκας ΝΟΚΙΑ 7610, με πρόθεση να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Για όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο τούτο, σχημάτισε εδραία δικανική πεποίθηση τόσο από τη σαφή και με βεβαιότητα κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, η οποία, όχι μόνο δεν αναιρείται από κάποιο αντίθετο στοιχείο ή κατάθεση, αλλά και ενισχύεται από τις αναγνωσθείσες έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης και εκθέσεις απόδοσης κατασχεθέντων, όσο και από την αναγνωσθείσα απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όπου αναφέρει ότι "Με το που με πιάσανε είπα ότι το κινητό ήταν της κοπέλλας αμέσως". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κλοπής, (26 παρ.1α, 27παρ.1, 372 παρ.1 ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι [6] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της κλοπής του αναφερόμενου σε αυτήν κινητού τηλεφώνου, ήτοι την αφαίρεση αυτού από την κατοχή της ιδιοκτήτριας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, σχετικά με τον σκοπό αυτόν και η έκθεση επιπλέον περιστατικών, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Επίσης αβάσιμες είναι και οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό του, κατά τον οποίο, όταν πήρε το κινητό τηλέφωνο της μηνύτριας, ήταν "υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών", προεχόντως, διότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να απαντήσει σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που δεν προβλήθηκαν ενώπιόν του, ανεξαρτήτως του ότι η πιο πάνω φράση δεν στοιχειοθετεί σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό που τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ειδικότερα δε ως προς την αιτιολόγηση της συνδρομής του στοιχείου του σκοπού της παράνομης ιδιοποίησης του αφαιρεθέντος πράγματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η διάταξη του άρθρου 343 εδ.α' ΚΠΔ, κατά την οποία μετά τη λήψη των στοιχείων της ταυτότητας του κατηγορουμένου και τη νομιμοποίηση των λοιπών διαδίκων ο Εισαγγελέας απαγγέλλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία, δεν έχει εφαρμογή επί εφέσεως, κατ'άρθρο 502 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. (ανεξαρτήτως του ότι η μη τήρηση της πιο πάνω διατάξεως δεν επάγεται ακυρότητα, εκτός εάν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα και το Δικαστήριο το απέρριψε αναιτιολόγητα ή παρέλειψε να αποφανθεί επ` αυτού). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, συνεπεία παραβιάσεως της άνω διατάξεως του άρθρου 343 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, για το λόγο ότι, όπως κατά λέξη ο αναιρεσείων αναφέρει, "ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας τον λόγο από τον πρόεδρο, παρέλειψε να απαγγείλει την κατηγορία και αρκέστηκε στην ανάπτυξη των εκθέσεων εφέσεων", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/1/2009 (αρ. πρωτ. 314/15-1-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ... για αναίρεση της 7070/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή (κινητού τηλεφώνου). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, ως προς τον σκοπό ιδιοποίησης και μη απάντηση σε ισχυρισμό που είχε προταθεί πρωτοδίκως. Μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 343 εδ. 1 του ΚΠΔ επί έφεσης (ευσύνοπτη ανάπτυξη της έκθεσης εφέσεως από τον Εισαγγελέα). Ούτε προκαλείται ακυρότητα από την μη τήρηση της διάταξης αυτής. Απόρριψη λόγων αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 948/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του, του αναιρεσείοντος εγκαλούντος Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, κατά της υπ' αριθμ. 148/2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Με εγκαλουμένη την Χ.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων-εγκαλών, ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1440/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 475/10-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη υπόθεση και εκθέτω τα εξής:
Ι. Ο Ψ, κάτοικος ......, με δύο εγκλήσεις που κατατέθηκαν αντιστοίχως στις 19-6-2006 και 27-6-2006, στο Α.Τ. Πατησίων, καταμήνυσε την σύζυγό του Χ, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, για έκθεση των ανηλίκων τέκνων τους.
ΙΙ. Με την ΕΓ 46-07/239/5Δ/08/8-1-2008 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορρίφθηκαν οι δύο παραπάνω εγκλήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 Κ.Π.Δ. Ο εγκαλών άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ., η οποία και απορρίφθηκε με την 148/22-7-2008 Διάταξη (βλ. Διάταξη).
ΙΙΙ. Στις 3-9-2008 ο εγκαλών κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την από 2-9-2008 "αίτηση αναίρεσης", με την οποία, και για τους λόγους που εκτίθενται σ'αυτή, ζητά την αναίρεση της παραπάνω απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (βλ. αίτηση).
IV. Γίνεται όμως παγίως δεκτό ότι η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, που εκδίδεται επί προσφυγής κατά διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που απορρίπτει την έγκληση, δεν φέρει χαρακτήρα βουλεύματος ή απόφασης και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναίρεση (βλ. μεταξύ πολλών ΑΠ 697/2003, ΑΠ 602/2004).
V. Πρέπει συνεπώς και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., η υπό κρίση "αίτηση αναίρεσης" να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 2-9-2008 "αίτηση αναίρεσης" του Ψ, κατοίκου ......, κατά της 148/22-7-2008 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 6 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 462 του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, ο Εισαγγελέας (Πλημμελειοδικών) εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, την απορρίπτει με διάταξή του η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Τέλος, κατά το άρθρο 48 του ίδιου Κώδικα, ο εγκαλών μπορεί σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διατάξεως του Εισαγγελέα κατά τις παρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρου να προσφύγει στον Εισαγγελέα Εφετών κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή, διατάσσει τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη. Ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις ούτε από καμμία άλλη γενική διάταξη του Κ.Πολ.Δ παρέχεται στον εγκαλούντα δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση της διατάξεως του Εισαγγελέα εφετών, με την οποία αυτός απορρίπτει την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται από τον εγκαλούντα Ψ η υπ' αριθμ. 148/22-7-2008 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ 4607/239 /5Δ/08/8-1-2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 19-6-2006 και 27-6-2006 δύο (2) εγκλήσεις του αναιρεσείοντος κατά της συζύγου του Χ. Κατ' ακολουθίαν των όσων προαναφέρθηκαν, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το από 23-1-2009 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...... νόμιμα κλητεύθηκε ο αναιρεσείων να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του για το παραδεκτό της κρινόμενης ως άνω αίτησης αναίρεσης (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2008 αίτηση του Ψ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν υπόκειται σε αναίρεση η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί προσφυγής κατά διάταξης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (άρθρα 47 και 48 ΚΠΔ). Απόρριψη τέτοιας αίτησης αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 943/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη, περί αναιρέσεως της 16633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρεία "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ ΑΕΒΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΜΙΚΡΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σώλο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 16633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο εξέδωσε την επίδικη τραπεζιτική επιταγή, ποσού 200.000 δρχ. (μεταχρονολογημένη), σε διαταγή της εγκαλούσας "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ", πληρωτέα από την Τράπεζα Πειραιώς. Η εν λόγω επιταγή, της οποίας, η ως άνω εγκαλούσα εταιρία είναι νόμιμη κομίστρια ως λήπτρια, εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 23.6.03, διά του προστηθέντος υπαλλήλου της Υ1 ενεργούντος του τελευταίου για λογαριασμό αυτής (εγκαλούσας) και όχι ατομικά (δεν απεδείχθη εξάλλου προσωπική απαίτηση του κατά του κατηγορουμένου) και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, απορριπτόμενου συνακολούθως του συναφούς προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην Αθήνα την 30.6.2003, εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθ. ...(μεταχρονολογημένη) για να πληρωθεί από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, για ευρώ 200.000 σε διαταγή της εγκαλούσας "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ". Και αφού παρουσιάστηκε την 23.6.2003 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή της επιταγής. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ήταν ο τελευταίος κομιστής των επιταγών και όχι ο Υ1, ο οποίος εμφάνισε την επιταγή προς είσπραξη στην Τράπεζα ως εκπρόσωπος και εντολοδόχος της εγκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας και για λογαριασμό της τελευταίας, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, διότι η πολιτικώς ενάγουσα, ως εξ αναγωγής υπόχρεος δεν νομιμοποιούνταν στην υποβολή της εγκλήσεως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι η πολιτικώς ενάγουσα και εγκαλούσα ήταν τελευταία κομίστρια και όχι εξ αναγωγής υπόχρεος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τελευταίος κομιστής ήταν ο ως άνω Υ1 και η εγκαλούσα εξ αναγωγής υπόχρεος, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, η εγκαλούσα εταιρεία και ως εξ αναγωγής υπόχρεος, που πλήρωσε την επιταγή, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΟλΑΠ 23/2007). Επίσης το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη απαράδεκτη, ούτε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα με το ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής από τον Υ1, για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, χωρίς αυτός να έχει οριστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της και χωρίς το Δικαστήριο να ζητήσει να προσκομισθούν έγγραφα, αποδεικνύοντα την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας, διότι, πέραν από το γεγονός ότι από τα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή αντίρρηση εκ μέρους του εκπροσωπούντος τον κατηγορούμενο συνηγόρου του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Ιουνίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 16.633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται η αναίρεση, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 1
|
Αριθμός 942/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 1460/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, κάτοικο ..., 2) Χ2, κάτοικο ..., 3) Χ3, κάτοικο ..., 4) Χ4, κάτοικο ..., 5) Χ5, κάτοικο Κηφισιάς Αττικής, 6) Χ6, κάτοικο ..., 7) Χ7, κάτοικο ..., 8) Χ8, κάτοικοι ..., 9) Χ9, κάτοικο ..., 10) Χ10, κάτοικο ..., 11) Χ11, κάτοικο ..., 12) Χ12, κάτοικο Αθηνών, 13) Χ13, κάτοικο ..., 14) Χ14, κάτοικο ..., 15) Χ15, κάτοικο ..., 16) Χ16, κάτοικο ..., 17) Χ17, κάτοικο ..., 18) Χ18, κάτοικο ..., 19) Χ19, κάτοικο ..., 20) Χ20, κάτοικο ..., 21) Χ21, κάτοικο ..., 22) Χ22, κάτοικο ..., 23) Χ23, κάτοικο ..., 24) Χ24, κάτοικο ..., 25) Χ25, κάτοικο ..., 26) Χ26, κάτοικο ..., 27) Χ27, κάτοικο ..., 28) Χ28, κάτοικο ..., και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/11-11-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1828/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 570/16-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά την διάταξιν του άρθρου 483 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεώς μας, κατά του υπ'αριθμ. 1460/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Το ανωτέρω Συμβούλιον δια του προαναφερθέντος βουλεύματός του έπαυσεν οριστικώς την ποινικήν δίωξιν δι'απάτην κατ'εξακολούθησιν κατά των αναφερομένων εις αυτό κατηγορουμένων. Το βούλευμα αυτό δια την ως άνω αιτήσεως αναιρέσεώς μας προσβάλλομεν δια 1) εσφαλμένην ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 2) αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας (άρθρον 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ.). Κατά την παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο υπαίτιος διαπράττη απάτας κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Η διάταξις αυτή είναι ηπιωτέρα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος εις το σύνολόν του είναι επιεικέστερος δια τον κατηγορούμενον, δεδομένου ότι εις την παλαιοτέραν ρύθμισιν δεν προεβλέποντο ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που ετελέσθησαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικόν όφελος ανώτερον των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέον νομοθετικόν καθεστώς τον κακουργηματικόν των χαρακτήρα, έστω και εάν τα αντικείμενα των μερικωτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται αι επιβαρυντικαί περιστάσεις της κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθειαν τελέσεώς των. Δεν δύναται να γίνη δεκτόν εις την προαναφερθείσαν περίπτωσιν, ότι δια την διατήρησιν του κακουργηματικού χαρακτήρος της απάτης, θα πρέπη εκάστη μερικωτέρα πράξις να υπερβαίνη το ποσόν των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ (ολ Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αναίρεσίν μας, ΠοινΔικ 2008 σελ. 554). Το ίδιον ισχύει και δια τας μετά την ισχύν του ν. 2721/1999 τελεσθείσας πράξεις, δηλαδή ο κακουργηματικός ή μη χαρακτήρ της απάτης θα κριθή εκ του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας και δη εάν αυτά υπερβαίνουν ή όχι το όριον των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ (Α.Π. 1057/2008 ΠοινΧρ ΝΗ σελ. 788 κ.ά). Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του υπ'αριθμ. 1429/2008 βουλεύματός του απεφάνθη, ότι δεν πρέπει να γίνη κατηγορία κατά των Α) Χ10, Χ2, Χ3, Χ4, Χ21, Χ11, Χ1, Χ10, Χ14 και Χ27, δια απάτην κατά συναυτουργίαν, κατ' έξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ (άρθρ. 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ.), ανερχόμενα εις το ποσόν των 533.600.000 δρχ., πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις ... κατά το έτος 1995 εις βάρος 464 χρονομισθωτών Β) Χ8, Χ13, Χ16, Χ23, Χ17, Χ6, Χ7, Χ25, Χ24, Χ15, Χ20, Χ26, Χ28, Χ18, Χ12, Χ5, Χ20 και Χ19, δια την αυτήν αξιόποινον πράξιν α) με συνολικόν όφελος και συνολικήν ζημίαν, που ανέρχονται επίσης εις το ποσόν των 533.600.000 δρχ., πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις ... την 8 Σεπτεμβρίου 1999 εις βάρον των ίδιων 464 χρονομισθωτών και β) με συνολικόν όφελος και συνολικήν ζημίαν, που ανέρχονται εις το ποσόν των 23.200.000 δρχ, πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις Αθήνας κατά το χρονικόν διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου 1999 έως του μηνός Απριλίου 2000 εις βάρος των αυτών 464 χρονομισθωτών. Κατά του βουλεύματος αυτού ήσκησεν έφεσιν η πολιτικώς ενάγουσα Ψ, η οποία περιελαμβάνετο μεταξύ των 464 χρονομισθωτών. Το Συμβούλιον Εφετών δια του προσβαλλομένου βουλεύματός του εδέχθη, ότι το όφελος και η αντίστοιχος ζημία εξ εκάστης των 464 μερικωτέρων πράξεων, ανερχόμενα εις το ποσόν των 1.200.000 δρχ., ήσαν μικρότερα των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ) και συνεπώς εκάστη μερικωτέρα πράξις είχε πλημμεληματικόν χαρακτήρα. Κατόπιν τούτου έπαυσεν οριστικώς την ασκηθείσαν κατά των κατηγορουμένων ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, παρελθούσης πενταετίας από της τελέσεώς της, εν σχέσει με την μερικωτέραν πράξιν απάτης εις βάρος της ανωτέρω πολιτικώς εναγούσης. Τοιουτοτρόπως όμως το Συμβούλιον, δια του προσβαλλομένου βουλεύματός του, εσφαλμένως ηρμήνευσε την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. ως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, που είναι ηπιωτέρα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται, ως προεξετέθη και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 2721/1999, έστω και εάν τα αντικείμενα των μερικωτέρων πράξεων υπολείπονται του ορίου των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), όπως και επί πράξεων τελεσθεισών μετά την ισχύν του. Ακολούθως το Συμβούλιον δια της παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως, λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, υπερέβη αρνητικώς την εξουσίαν του, αφού έπρεπε να ερευνήση κατ'ουσίαν την υπόθεσιν εις το σύνολόν της, έχουσαν κακουργηματικόν χαρακτήρα. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενον βούλευμα δια 1) εσφαλμένην ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 2) αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας και να παραπεμφθή η υπόθεσις εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών, εκτός των πρότερων δικασάντων.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν Ι. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 1460/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών, εκτός των πρότερον δικασάντων.
Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παράγ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η διάταξη δηλαδή του άρθρου 14 § 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό της χαρακτήρα έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσής τους. Η άποψη ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης που τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα (Ολομ. ΑΠ 5/2008). Άλλωστε ο νομοθέτης θεσπίζοντας την ανωτέρω διάταξη της παραγ. 4 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999 περί συνολικού οφέλους ή ζημίας, είχε υπόψη του το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, γιατί αν επρόκειτο για μία πράξη, το εξ αυτής όφελος ή η ζημία λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη ολόκληρο και όχι μέρος αυτού και έτσι δεν θα υπήρχε λόγος ειδικής αναφοράς των όρων "συνολικό" και "συνολική". Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή όταν αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του δίνει ο νόμος παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το Συμβούλιο παύει οριστικά την ποινική δίωξη για κάποιο αδίκημα παρόλο ότι δεν συντρέχουν οι ορισμένες προς τούτο από το νόμο προϋποθέσεις και αρνείται να ερευνήσει στην ουσία την υπόθεση παρόλο ότι συντρέχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση μετά από μήνυση της Ψ ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για απάτη κατά συναυτουργίαν κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, την οποία πράξη φέρεται ότι ετέλεσαν αυτοί σε βάρος της μηνύτριας και άλλων 464 χρονομισθωτών σε διάφορα χρονικά διαστήματα, ήτοι κατά το έτος 1995, την 8-9-1999 και κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι του μηνός Απριλίου 2000. Ακολούθως και ενώ η μηνύτρια είχε δηλώσει νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής για τη σε βάρος της πράξη των κατηγορουμένων, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1429/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για την ανωτέρω κακουργηματική απάτη, ελλείψει σοβαρών ενδείξεων. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση η πολιτικώς ενάγουσα και μηνύτρια και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1460/2008 βούλευμά του δέχτηκε ότι το όφελος και η ζημία από την καθεμία από τις 465 μερικότερες πράξεις απάτης (όσοι και οι χρονομισθωτές) ανερχόμενα στο ποσό των 1.200.000 δραχμών, ήταν μικρότερα των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) και συνεπώς η κάθε μερικότερη πράξη είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα. Κατόπιν τούτου έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου λόγω παρόδου πενταετίας από της τελέσεως της σε βάρος της πολιτικώς εναγούσης μερικότερης πράξης απάτης.
Έτσι όμως το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 386 § 3 εδάφ, α' του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, που είναι ηπιότερη από την προηγούμενη ρύθμιση και εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, και σε πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ορίου των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Ακολούθως το Συμβούλιο με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου σε σχέση με την μερικότερη πράξη απάτης σε βάρος της εκκαλούσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του γιατί αρνήθηκε να ερευνήσει στην ουσία την υπόθεση στο σύνολό της και να ασχοληθεί και με τις 465 μερικότερες πράξεις απάτης, αφού όλες αυτές οι πράξεις συνιστούν το καταγγελθέν από την πολιτικώς ενάγουσα κατ' εξακολούθηση έγκλημα και στοιχειοθετούν την κατ' επάγγελμα τέλεσή τους προσδίδοντας έτσι σ' αυτό κακουργηματικό χαρακτήρα, σε περίπτωση βεβαίως που αληθεύουν τα καταγγελθέντα. Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και στ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1460/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ή ζημιά ανώτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 Ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται τον ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα αφενός για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως επειδή έκρινε ότι οι πράξεις απάτης που αποδίδονται στους κατηγορουμένους είναι πλημμελήματα, επειδή η κάθε μερικότερη πράξη από τις 465 που τους αποδίδονται έχει αντικείμενο 1.200.000 δραχμών και αφετέρου για υπέρβαση εξουσίας, επειδή στη συνέχεια έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 941/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουκούλα, περί αναιρέσεως της 26647/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1607/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω και κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν θεμελιώνουν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 26647/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε η ήδη αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για την πράξη της φοροδιαφυγής και συγκεκριμένα για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, στην ... την 23-4-2001 και ενώ ασκούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργατών πρατήριο υγρών καυσίμων με έδρα τη ..., επί της οδού ..., εξέδωσε προς την επιχείρηση με την επωνυμία "PROM AUTO Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" με έδρα το ..., οδός ..., δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αριθμούς 1/23-4-2001 και 46/23-4-2001 συνολικής αξίας 1.200.000 δραχ. και 2.500.000 δρχ. Πλην όμως όπως αποδείχτηκε, τα εν λόγω τιμολόγια ήταν εικονικά γιατί εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές. Ειδικότερα η πλευρά της κατηγορουμένης ισχυρίστηκε ότι η παροχή υπηρεσιών των ανωτέρω τιμολογίων αντιστοιχούσε σε εργασίες πλυσίματος των αυτοκινήτων και εφοδιασμού τους με βενζίνη που ανήκαν στην ανωτέρω ΕΠΕ και έγινε στα πλαίσια εκδήλωσής της στο ξενοδοχείο ... στο ..., εντούτοις αποδείχτηκε ότι στο αντίστοιχο βιβλίο του πρατηρίου δεν είχε γίνει καμμία καταχώρηση για αυτοκίνητα προς πλύσιμο, απασχολούσε δε μόνο έναν εργαζόμενο, ο οποίος ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσει τόσα αυτοκίνητα μόνος του.
Συνεπώς τα επίδικα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν για κάποια πραγματική αιτία, αλλά ήταν εικονικά... Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 19 παρ. 1 και 21 παρ. 10 εδάφ. Β του Ν. 2523/1997 που εφάρμοσε. Επίσης αναφέρει ειδικώς ότι τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ δε των εγγράφων που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται ένα ιδιωτικό συμφωνητικό και έξη φωτογραφίες, και κατά συνέπεια λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, γιατί με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 26647/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν.2523/1997). Αιτιολογημένη καταδίκη της κατηγορουμένης για έκδοση εικονικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 940/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Άγγελο Πάρσαλη και Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 235/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ......, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 18 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το κατ' άρθρον 515 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αίτημα για αναβολή της δίκης, το οποίο υπέβαλε, ως άγγελος, η Α στο Δικαστήριο τούτο, για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, επικαλούμενη ότι ο δικηγόρος του τελευταίου Αντώνιος Επιτροπάκης είναι ασθενής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο, μη αποδειχθείσης της εκ του άρθρου αυτού απαιτούμενης εξαιρετικής περιπτώσεως, που επιβάλλει την παραδοχή αυτού. Μετά από αυτά, η συζήτηση θα γίνει, σαν να είχε εμφανισθεί και ο πολιτικώς ενάγων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 515 Κ.Π.Δ., καθόσον, όπως προκύπτει από το από 3.11.2008 αποδεικτικό επίδοσης της ...... . Ο τελευταίος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο, που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της υπ' αρ. 14/2008 ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεώς της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 66 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του Κ.Π.Δ., 914 και 932 του Α.Κ., συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, άσκησε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικαστεί το μεγαλύτερο μέρος της απαιτήσεώς του και επιφυλάχθηκε να εισαγάγει και ένα μέρος αυτής στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η παράσταση αυτού στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντος, για το μέρος της απαιτήσεώς του, το οποίο δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο. Τούτο δε ανεξάρτητα από το αν έχει εκδοθεί οριστική ή τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει εξουσία να κρίνει για το μέρος αυτό. Επομένως, το αυτό ισχύει και αν έγινε παραίτηση από την εκεί (πολιτικό Δικαστήριο) ασκηθείσα αγωγή, διότι η παραίτηση αυτή αναφέρεται στην ασκηθείσα αγωγή και όχι στο μέρος που γίνεται επιφύλαξη για να εισαχθεί η απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν σχετικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, ο πολιτικώς ενάγων Ψ, πατέρας του θανόντος Β, με την από 17.9.2001 κοινή, με τους λοιπούς συγγενείς, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την 1) του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ως οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, 2) του Γ, ως ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου και 3) της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο, για τις έναντι τρίτων απαιτήσεις, ζήτησε ένα μέρος της χρηματικής ικανοποιήσεώς του για ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο του ως άνω υιού του, ενώ για το υπόλοιπο χρηματικό ποσό της απαιτήσεώς της αυτής και δη γι' αυτό των 44 Ευρώ, επιφυλάχθηκε με την αγωγή αυτή να το διεκδικήσει, ως πολιτικώς ενάγων, στα ποινικά δικαστήρια, πράγμα το οποίο έκανε ενώπιον του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών, στις 13.5.2005, όταν εξεδικάζετο η υπόθεση σε πρώτο βαθμό και του επιδικάσθηκε πράγματι το ποσό αυτό με την υπ' αρ. 581/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, χωρίς, σημειωτέον, να προβληθεί εναντίον της παράστασης αυτής, κάποια αντίρρηση από την πλευρά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Με την υπ' αρ. 5208/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, αναφορικά με την ως άνω αγωγή, τα εξής, α) καταργήθηκε η δίκη ως προς τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα και τον Γ, λόγω του ότι οι ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων) παραιτήθηκαν ως προς αυτούς από το δικόγραφο της αγωγής και β) αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία οφείλει στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, ποσό 73.323,55 Ευρώ, λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του υιού του, ποσό στο οποίο δεν συμπεριελήφθη και αυτό των 44 ευρώ, λόγω της κατά τα άνω διατυπωθείσας επιφυλάξεως. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αρ. 3393/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, εκτός των άλλων παραδοχών, αναγνωρίσθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία, οφείλει να καταβάλλει στον πολιτικώς ενάγοντα, για την ίδια αιτία, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που του είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως, στο οποίο, όμως, η ως άνω Εφετειακή απόφαση, δεν συμπεριέλαβε και το ποσό των 44 Ευρώ, λόγω της ρηθείσας επιφυλάξεως, προκειμένου αυτός να το διεκδικήσει, με την αναφερθείσα ιδιότητα, στα ποινικά δικαστήρια.
Συνεπώς, για το ποσό των 44 Ευρώ, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί ρητώς να ζητήσει ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, είχε δικαίωμα να παρασταθεί, τόσο στο Πρωτοβάθμιο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς δε με την προσβαλλομένη, μετά την απόρριψη της προβληθείσας αντίρρησης για την παράσταση αυτή, του επιδικάστηκε το ποσόν αυτό. Επομένως, ο σχετικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος και η διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αυτή απόλυτη ακυρότητα από παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, με την ακόλουθη αιτίαση. Με την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου για την έναντι τρίτων ζημία, η ευθύνη μετακύλισε αποκλειστικά στην ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Α.Ε.", και επομένως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 64 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο πολιτικώς ενάγων ενομιμοποιείτο να παρασταθεί στην ποινική δίκη, μόνο για την υπεράσπιση της εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορίας και όχι για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, συνεπεία ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του υιού του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, η ασφάλιση του αυτοκινήτου δημιουργεί παράλληλη ευθύνη και της ασφαλιστικής εταιρείας προς αυτήν του ιδιοκτήτη ή κατόχου του αυτοκινήτου, εξού και η εις ολόκληρον ενοχή αυτών (Α.Κ. 481 επ.) και όχι αποκλειστική ευθύνη της εταιρείας έναντι των τρίτων.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να κατά βάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικό στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, λόγω αναιρέσεως της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει, στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία ύπαρχε, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει, από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 235/2008 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τις πρώτες ώρες της 20-6-2001 κατά την οποία υπηρετούσε ως στρατιώτης στην ΔΕΘ ......, οδηγούσε τον υπ' αριθμ. ......, με δύο πόρτες, Ι.Ε.Χ. όχημα (Opel Corsa), στο οποίο επέβαιναν στη θέση του συνοδηγού ο στρατιώτης Δ και στα πίσω καθίσματα ο στρατιώτης Β, στην οδό ...... της πόλεως της ...... με κατεύθυνση προς ανατολικά και δη προς την πλατεία "......". Όταν περί ώρα 04.00 έφθασε στην εν λόγω πλατεία διέσχισε αυτή, κινούμενος με ταχύτητα 60 περίπου χιλιόμετρα ωριαίως και ακολούθως πλησίασε στην προβλήτα που υπάρχει στο σημείο εκείνο και στην οποία είχαν σκοπό να εισέλθουν προς αναψυχή. Η προβλήτα αυτή είχε πλάτος 5,8 μέτρα, μήκος περί τα 50 μέτρα εντός της θαλάσσης με ελαφρά κατωφέρεια προς αυτή (θάλασσα), ενώ εκείνη την ώρα επικρατούσε σκότος, λόγω του νυκτερινού της ώρας και ελλιπούς φωτισμού, και το από τσιμέντο οδόστρωμα της προβλήτας ήταν ολισθηρό λόγω του κυματισμού της θάλασσας που "έσκαγε" επί της προβλήτας. Ο κατηγορούμενος πήγαινε για πρώτη φορά στην προβλήτα αυτή και λόγω των ως άνω συνθηκών δεν είχε σαφή αντίληψη ούτε του μήκους της προβλήτας ούτε του τέλους αυτής. Παρά ταύτα, επιπόλαιος και απερίσκεπτος ενεργών, εισήλθε στην προβλήτα μετά ελαφρά στροφή προς τα δεξιά κατά την έννοια της κινήσεώς του, κινούμενος με την αυτή ως άνω ταχύτητα, η οποία ενόψει των ως άνω περιστάσεων και συνθηκών ήταν ιδιαιτέρως αυξημένη, καθόσον η ενδεδειγμένη ταχύτητα ήταν αυτή των 10 χιλιομέτρων, ένεκα δε των συνθηκών και την περιστάσεων αυτών αντιλήφθηκε καθυστερημένα το τέρμα της προβλήτας και δη όταν πλησίασε κοντά σε αυτό, με συνέπεια παρά την άμεση στη φάση αυτή τροχοπέδηση του οχήματος του, να μην μπορέσει να το ακινητοποιήσει εγκαίρως λόγω της ταχύτητας του και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος και έτσι αυτό, ολισθαίνοντας, έπεσε στο τέρμα της προβλήτας με το εμπρόσθιο τμήμα του (μούρη) στη θάλασσα. Έτσι εγκλωβίστηκε ο στρατιώτης Β ο οποίος επειδή ακριβώς καθόταν στα πίσω καθίσματα και το όχημα είχε δύο πόρτες (οδηγού και συνοδηγού) δεν μπόρεσε να βγει από αυτό παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, καθόσον με την πτώση του οχήματος στη θάλασσα άρχισε αυτό να γεμίζει με μεγάλη ποσότητα νερού και με μεγάλη πίεση, με αποτέλεσμα και ενώ το όχημα ήταν βυθισμένο να επέλθει μέσα σε λίγη ώρα ο θάνατός του από πνιγμό, αξιόποινο αποτέλεσμα που ο κατηγορούμενος δεν πρόβλεψε από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά στοιχειοθετούν πλήρως τόσο από αντικειμενικής όσο και από υποκειμενικής πλευράς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και πρέπει κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου να κηρυχθεί ένοχος".
Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού αφενός, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ. 1 εδ. β, 28, 302 παρ. 1 Π.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 193, 198 παρ. 2α, 213 παρ. 1 του Σ.Π.Κ., αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και αφετέρου τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, παραβίασε. Ειδικότερα, προκύπτει σαφώς το είδος της επιδειχθείσας, από την πλευρά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αμέλειας ήτοι της μη συνειδητής, καθόσον αυτός, κατά την οδήγηση του υπ' αρ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που επήλθε, ήτοι τον πνιγμό του συνεπιβάτη Β, καίτοι όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, αν είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίας συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, αφού οδηγούσε το αυτοκίνητο αυτό με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ωριαίως, στην προβλήτα της πόλεως της ......, κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν υπήρχε φωτισμός, η προβλήτα ήταν κατωφερική, το τσιμέντο αυτής ήταν ολισθηρό λόγω κυματισμού της θάλασσας, και στην προβλήτα αυτή πήγαινε για πρώτο φορά, χωρίς να έχει σαφή αντίληψη, ούτε του μήκους, ούτε του πλάτους αυτής, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα το τέρμα αυτής και να μην μπορέσει, παρά την ακαριαία πέδηση, να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο, να πέσει αυτό, ολισθαίνοντας, λόγω της ταχύτητας, στη θάλασσα και να επέλθει ο πνιγμός του ως άνω συνεπιβάτη, ο οποίος πνιγμός τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αναφερθείσα παράλειψη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το όριο ταχύτητας, στο συγκεκριμένο σημείο, αφού σαφώς γίνεται δεκτόν ότι ο αναιρεσείων έβαινε με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ωριαίως, ενώ η ενδεδειγμένη, για το σημείο αυτό, ήταν αυτή των 10 χιλιομέτρων ωριαίως.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτου λόγου αναίρεσης, να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 14/2008 ένδικη αίτηση και το από 18.12.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αρ. 235/2008 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Πότε υφίσταται απόλυτη ακυρότητα από παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. Σχέση ασφαλιστικής εταιρείας με ασφαλιζόμενο ιδιοκτήτη ή κάτοχο αυτοκινήτου. Έγερση αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια και ρητή επιφύλαξη για μερικό ποσό, προκειμένου να εγερθεί η πολιτική αγωγή στα ποινικά δικαστήρια. Έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εκ πλαγίου παράβαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 939/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του με αριθμό 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 557/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 378/16.7.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 5/13-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου και κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ. 823/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθμ. 165/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 3-3-2008, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 13-3-2008 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) αυτοπροσώπως ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 5/13-3-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως αντικαστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 Ν.3160/2005, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σε αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της προτάσεώς του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής.Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλουν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά και σ'αυτή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), η παραβίασή της δε, όταν εκείνος, που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατ'άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., γιατί ανάγεται στη στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. Όπως όμως προκύπτει από τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον διάδικο, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεώς του, προϋποθέτει σχετικό αίτημα, που υποβάλλεται σε αυτόν και όχι σε άλλη δικαστική υπηρεσία και μάλιστα πριν αυτός καταρτίσει την πρότασή του. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων, ότι επιθυμούν να λάβουν γνώση του περιεχομένου της εισαγγελικής προτάσεως προς το Δικαστικό Συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με υπόμνημα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο Εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανακρίσεως ή της προανακρίσεως, πρόκειται να υποβάλει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου (ΑΠ 235/2008, ΑΠ 1573/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε υποβάλει με την έφεσή του ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (π.χ. υπόμνημα) αίτημα στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, για να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως πριν από την κατάρτιση αυτής. 'Αλλωστε ο ίδιος ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρει σχετικά ότι γνωστοποίησε στον αρμόδιο Εισαγγελέα την επιθυμία του να λάβει γνώση της προτάσεώς του. Για τον λόγο αυτό δεν υπήρχε υποχρέωση γνωστοποιήσεως της εισαγγελικής προτάσεως στον αναιρεσείοντα, ούτε λόγος να παραμείνει επί δεκαήμερο η δικογραφία στη γραμματεία της εισαγγελίας. Επομένως ο συναφής για απόλυτη ακυρότητα λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων και 510 Κ.Π.Δ., προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' Κ.Π.Δ. λόγοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να προσδιορίζεται ποιά ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάσθηκε και σε τί ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος (ΑΠ 944/2008). Περαιτέρω για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση; α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1907/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη υπ'αριθμ. 5/13-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση του υπ'αριθμ. 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος απόλυτη ακυρότητα, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναφορικά με τους τελευταίους αυτούς δύο λόγους αναιρέσεως εκθέτει ο αναιρεσείων στην εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ότι αναιρεσιβάλλει το προσβαλλόμενο βούλευμα για τους εξής, κατά λέξη, λόγους: "Διότι: 1) ... 2) Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 εδ. α' Π.Κ. εις βάρος μου, διότι η εγκαλούσα στην σχετική έγκλησή της αναφέρεται αποκλειστικά σε ενοίκια, τα οποία εισέπραττα για λογαριασμό της και σε κανένα άλλο ποσό από άλλη αιτία και ενώ προσκόμισα κατά το στάδιο της ανάκρισης σχετική γραπτή απόδειξη υπογεγραμμένη από την ίδια, με ημερομηνία 15-9-2003, από την οποία φαίνεται ότι το υπόλοιπο της οφειλής μου προς αυτήν από την αιτία αυτή ήταν 8.627 ευρώ (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β). 3) Το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 (484 άρθρ. 1, παρ. ε'). Δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα σ'αυτό και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αποδιδομένου σ'εμένα εγκλήματος (Συμβ. ΑΠ 230/99 Ποιν. Χρ. 1999, 1010). Αποδίδει σαφήνεια και πληρότητα στην εγκαλούσα ως προς τις απαιτήσεις της, όταν υπάρχουν στην δικογραφία δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, όπου σε κανένα η απαίτηση αυτής δεν είναι ίδια (άλλοτε 22.000 ευρώ, άλλοτε 21, άλλοτε 15 κ.λ.π.). Στηρίζεται σε μία ερήμην μου εκδοθείσα απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου πρωτοβαθμίου, που δεν έχει τελεσιδικήσει ακόμη και στην κατάθεση της μάρτυρος Α (ανηψιάς της μηνύτριας), η οποία ομολογεί ότι όσο καταθέτει τα γνωρίζει από την εγκαλούσα (δηλ. δεν έχει ιδία αντίληψη των γεγονότων). Τέλος, το Συμβούλιο, ενώ κρίνει καταγγελλόμενες πράξεις του 2001 (παραγεγραμμένες ποινικά) τελείως αυθαίρετα και αναιτιολόγητα ορίζει ως ημερομηνία της δήθεν προθέσεώς μου για ιδιοποίηση την 30-10-2003, χωρίς να υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς τούτο". 'Ετσι όμως όπως είναι διατυπωμένοι στην οικεία έκθεση οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται ορισμένη και σαφής αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών του προσβαλλομένου βουλεύματος και χωρίς να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται κάθε συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως και ειδικότερα χωρίς να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 Π.Κ., καθώς και σε τί συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με το πληττόμενο ή τα πληττόμενα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος, καθιστούν την αίτηση αυτή, ως προς τους ανωτέρω δύο αναιρετικούς λόγους, απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πλήττουν, με την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και για τον λόγο αυτό απαραδέκτως προβάλλονται.
4. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ. Στην περίπτωση δηλαδή που οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κριθούν ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ ήταν επικαρπώτρια δύο ακινήτων, διαμέρισμα και κατάστημα, αντίστοιχα, που βρίσκονται το μεν ένα επί των οδών ...... και ......, στις ......, το δε άλλο επί της οδού ...... στη ......, τα οποία ήταν μισθωμένα, το μεν πρώτο από τον Νοέμβριο του 2001 αντί του ποσού των 324 ευρώ μηνιαίως, το δε δεύτερο από τον Ιανουάριο του 2002 αντί του ποσού των 690 ευρώ μηνιαίως. Μετά το θάνατο του συζύγου της εγκαλούσας και εξαιτίας του ότι η τελευταία διέμενε στη Γερμανία, ανέθεσε (η εγκαλούσα) στον κατηγορούμενο Χ, ως δικηγόρο Θεσσαλονίκης, τη διαχείριση των καρπών των ανωτέρω ακινήτων, καθώς και τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων, όπως υποβολή φόρου κληρονομιάς, σύνταξη πράξης αποδοχής κληρονομιάς, πράξης γονικής παροχής προς την κόρη της Β, είσπραξη μισθωμάτων, καταβολή φόρων κλπ. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης εντολής, την οποία δεν αρνείται ο κατηγορούμενος, η εγκαλούσα κατέβαλε στις αρχές του 2001 στον κατηγορούμενο το ποσό των 4.988,99 ευρώ, που αντιστοιχούσε κατά τη σχετική δήλωση αυτού σε φόρο κληρονομιάς για τα περιουσιακά στοιχεία που κληρονόμησε η ίδια και ο γιος της Γ από το σύζυγο της, προκειμένου ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό αυτό για λογαριασμό της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Την Ίδια περίοδο κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 1.760,82 ευρώ, που αντιστοιχούσε, όπως της δήλωσε ο τελευταίος, σε συμβολαιογραφικά έξοδα και την αμοιβή του για τη σύνταξη πράξης γονικής παροχής προς την κόρη της Β ενός διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος, παρά το ότι έλαβε τα ως άνω ποσά, δεν προέβη σε καμία από τις προαναφερθείσες ενέργειες, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του στις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με την εγκαλούσα. Επίσης παρακράτησε από τα καταβαλλόμενα μισθώματα το ανάλογο ποσό φόρου, το οποίο έπρεπε να καταβάλλει για λογαριασμό της εγκαλούσας στη Δ.Ο.Υ. ως φόρο εισοδήματος, δεδομένου ότι η τελευταία ως κάτοικος εξωτερικού υπέκείτο σε φορολογία για τα εισοδήματα που απέκτησε από την εκμίσθωση των ανωτέρω ακινήτων. Ειδικότερα παρακράτησε για το έτος 2000 το ποσό του 1.289,85 ευρώ, για το έτος 2001 το ποσό του 1.424,72 ευρώ και για το έτος 2002 το ποσό των 2.379,40 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 5.093,97 ευρώ, το οποίο όμως ουδέποτε κατέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Επί πλέον στα πλαίσια σχετικής εντολής ο κατηγορούμενος εισέπραττε για λογαριασμό της εγκαλούσας τα μισθώματα των ανωτέρω εκμισθωθέντων ακινήτων και, αφού προηγουμένως παρακρατούσε το συμφωνηθέν ποσοστό αμοιβής του, κατέθετε το υπόλοιπο χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας. Ειδικότερα ενώ εισέπραξε για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του 2002 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2003 ως μίσθωμα το συνολικό ποσό των 13.182 ευρώ, δεν απέδωσε στην εγκαλούσα το εναπομένον, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του, ποσό των 12.657 ευρώ. Περί τα τέλη του 2002 με αρχές του 2003 η εγκαλούσα άρχισε να αντιλαμβάνεται τις ως άνω παράτυπες και αντισυμβατικές ενέργειες του κατηγορουμένου και διαμαρτυρήθηκε σ' αυτόν, ο οποίος αφού αποδέχθηκε τις υποχρεώσεις και τις οφειλές του, δήλωσε ότι θα εκπλήρωνε αυτές κατά την επίσκεψη της εγκαλούσας στην Ελλάδα για τις θερινές διακοπές, τελικώς δε την 15-9-2003 κατέβαλε στην εγκαλούσα έναντι των μισθωμάτων μόνο το ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ απέμεινε υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 20.500,78 ευρώ. Στις έντονες διαμαρτυρίες εκ νέου της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος δήλωσε κατηγορηματικά σ' αυτή ότι θα εξοφλήσει πλέον ολοσχερώς την οφειλή του μέχρι την 30-10-2003 το αργότερο, πλην όμως, αν και παρήλθε το χρονικό αυτό διάστημα, δεν κατέβαλε κανένα χρηματικό ποσό έκτοτε, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό με σαφήνεια πλέον και από του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος (30-10-2003) την πρόθεση ιδιοποίησης του εναπομένοντος ποσού της οφειλής του, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου. Για το λόγο αυτό η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καταθέσει σχετική αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα κατέθεσε σχετική αναφορά στο Δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης σε βάρος του κατηγορουμένου, με βάση την οποία ο τελευταίος τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, ενώ αποδέχεται την ύπαρξη άτυπης σύμβασης εντολής με την εγκαλούσα, περαιτέρω επιβεβαιώνει την ύπαρξη οφειλής αυτού προς την εγκαλούσα κάποιου χρηματικού ποσού, η οποία (οφειλή) οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς του, σε οικονομική στενότητα και σε οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ίδιος, πλην όμως διαφοροποιείται και αμφισβητεί το ύψος της οφειλής, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε όλα τα χρηματικά ποσά που αναφέρει η εγκαλούσα, επί πλέον δε διευκρινίζει ότι το πράγματι οφειλόμενο υπ' αυτού ποσό ανέρχεται σε 8.627 ευρώ, όπως τούτο προσδιορίστηκε και έγινε αποδεκτό από την εγκαλούσα με χειρόγραφη απόδειξη αυτής την 15-9-2003 και κατά το χρόνο είσπραξης του προαναφερθέντος ποσού των 4.000 ευρώ. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η αναγραφή του ποσού αυτού (8.627) στη χειρόγραφη απόδειξη αναφέρεται σε υπόλοιπο οφειλής από μισθώματα, όπως τούτο αναγράφεται χαρακτηριστικά στην απόδειξη και δεν αναφέρεται στο υπόλοιπο της συνολικής οφειλής από όλες τις προαναφερθείσες αιτίες. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ενώ η ανωτέρω απόδειξη και η επ' αυτής αναφορά για υπόλοιπο οφειλής έναντι μισθωμάτων (8.627€) έγινε την 15-9-03, στη συνέχεια και ένα χρόνο σχεδόν αργότερα (3-12-2004) ο κατηγορούμενος συνομολόγησε με την εγκαλούσα ότι οφείλει σ' αυτή γενικώς το ποσό των 15.000 ευρώ, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι το οφειλόμενο ποσό δεν ήταν εκείνο που αρχικά ανέφερε ο ίδιος και οπωσδήποτε συμπεριλάμβανε ποσά εκτός των μισθωμάτων που είχε λάβει. Αντίθετα η εγκαλούσα τόσο με την έγκληση της, όσο και με την αγωγή της προσδιόρισε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι το υπόλοιπο της οφειλής του κατηγορουμένου προς αυτήν ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ περίπου, μάλιστα δε στο περιεχόμενο της αγωγής περιγράφει . με λεπτομέρεια τις επιμέρους καταβολές χρημάτων προς τον κατηγορούμενο, καθώς και τις επί μέρους ενέργειες του τελευταίου, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε και υφίσταται η ανωτέρω οφειλή του κατηγορουμένου. Βέβαια η εγκαλούσα με το από 3-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό φέρεται ότι αποδέχθηκε ως συνολικό οφειλόμενο ποσό εκείνο των 15.000 ευρώ, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατό από μόνο του να αναιρέσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς αυτής και τη διατυπωθείσα κρίση περί του ότι η οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 20.500,78 ευρώ, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το ανωτέρω συμφωνητικό είναι αποτέλεσμα προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και προφανώς κατόπιν πιεστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι ήδη εκκρεμούσε σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του Δ.Σ.Θ. και επίκειτο η συζήτηση της σε βάρος του αγωγής, ενώ αντίθετα είναι προφανές ότι η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποδεχθεί την ανωτέρω συμφωνία στην προσπάθεια και επιθυμία της για γρήγορη και οριστική απεμπλοκή της από την αντιδικία της με τον κατηγορούμενο. Εν όψει λοιπόν όλων των προαναφερθέντων και αναφερόμενος κατά τα λοιπά στις σκέψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος, θεωρώ ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για την πράξη για την οποία παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία η κρινόμενη έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να καταδικασθεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε και τα εξής: Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που περιέχονται στην έφεση του, σχετικά με το ότι η οφειλή του προς τη μηνύτρια είναι μικρότερη [8.627 ευρώ και όχι 20.491,78 ευρώ] και ότι αυτή αρνείται να λάβει το σχετικό ποσό, δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο στοιχείο, ενώ η μηνύτρια και με σχετική αγωγή που κατέθεσε, επί της οποίας εκδόθηκε η 40183/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην του εναγομένου κατηγορουμένου, ζήτησε και της επιδικάστηκε το ποσό των 20.491,78 ευρώ, το οποίο βεβαιώνει και η μάρτυρας Α ότι οφείλει. Ενόψει τούτων, πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ......, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που του αποδίδεται. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο το οποίο παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να δικαστεί για την παραπάνω πράξη και διατήρησε τη με αριθμό 5/2007 διάταξη της Ανακρίτριας Ε' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν ο περιοριστικός όρος της εγγυοδοσίας, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση του όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 και 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 5/13-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου και κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 23 Ιουνίου 2008.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως αντικαστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 Ν.3160/2005, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σε αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της προτάσεώς του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής.
Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλουν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολο της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά και σ' αυτή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου (αρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), η παραβίαση της δε, όταν εκείνος, που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., γιατί ανάγεται στη στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. Όπως όμως προκύπτει από τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον διάδικο, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεως του, προϋποθέτει σχετικό αίτημα, που υποβάλλεται σε αυτόν και όχι σε άλλη δικαστική υπηρεσία και μάλιστα πριν αυτός καταρτίσει την πρόταση του. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων, ότι επιθυμούν να λάβουν γνώση του περιεχομένου της εισαγγελικής προτάσεως προς το Δικαστικό Συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με υπόμνημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε υποβάλει με την έφεσή του ή με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο (λ.χ. υπόμνημα) αίτημα στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, προκειμένου να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως. Άλλωστε, ο ίδιος ο αναιρεσείων, στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, δεν αναφέρει ότι γνωστοποίησε στον αρμόδιο Εισαγγελέα την επιθυμία του να λάβει γνώση της προτάσεώς του προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε υποχρέωση γνωστοποιήσεως της εισαγγελικής προτάσεως στον αναιρεσείοντα, ούτε λόγος να παραμείνει η δικογραφία επί δεκαήμερο στη γραμματεία της Εισαγγελίας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις αυτές απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ1 του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 165/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από κύρια ανάκριση που ενεργήθηκε και μάλιστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ότι η εγκαλούσα Ψ ήταν επικαρπώτρια δύο ακινήτων, διαμέρισμα και κατάστημα, αντίστοιχα, που βρίσκονται το μεν ένα επί των οδών ...... και ......, στις ......, το δε άλλο επί της οδού ...... στη ......, τα οποία ήταν μισθωμένα, το μεν πρώτο από τον Νοέμβριο του 2001 αντί του ποσού των 324 ευρώ μηνιαίως, το δε δεύτερο από τον Ιανουάριο του 2002 αντί του ποσού των 690 ευρώ μηνιαίως. Μετά το θάνατο του συζύγου της εγκαλούσας και εξαιτίας του ότι η τελευταία διέμενε στη Γερμανία, ανέθεσε (η εγκαλούσα) στον κατηγορούμενο Χ, ως δικηγόρο Θεσσαλονίκης, τη διαχείριση των καρπών των ανωτέρω ακινήτων, καθώς και τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων, όπως υποβολή φόρου κληρονομιάς, σύνταξη πράξης αποδοχής κληρονομιάς, πράξης γονικής παροχής προς την κόρη της Β, είσπραξη μισθωμάτων, καταβολή φόρων κλπ. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης εντολής, την οποία δεν αρνείται ο κατηγορούμενος, η εγκαλούσα κατέβαλε στις αρχές του 2001 στον κατηγορούμενο το ποσό των 4.988,99 ευρώ, που αντιστοιχούσε κατά τη σχετική δήλωση αυτού σε φόρο κληρονομιάς για τα περιουσιακά στοιχεία που κληρονόμησε η ίδια και ο γιος της Γ από το σύζυγο της, προκειμένου ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό αυτό για λογαριασμό της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Την ίδια περίοδο κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 1.760,82 ευρώ, που αντιστοιχούσε, όπως της δήλωσε ο τελευταίος, σε συμβολαιογραφικά έξοδα και την αμοιβή του για τη σύνταξη πράξης γονικής παροχής προς την κόρη της Β ενός διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος, παρά το ότι έλαβε τα ως άνω ποσά, δεν προέβη σε καμία από τις προαναφερθείσες ενέργειες, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του στις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με την εγκαλούσα. Επίσης παρακράτησε από τα καταβαλλόμενα μισθώματα το ανάλογο ποσό φόρου, το οποίο έπρεπε να καταβάλλει για λογαριασμό της εγκαλούσας στη Δ.Ο.Υ. ως φόρο εισοδήματος, δεδομένου ότι η τελευταία ως κάτοικος εξωτερικού υπέκειτο σε φορολογία για τα εισοδήματα που απέκτησε από την εκμίσθωση των ανωτέρω ακινήτων. Ειδικότερα παρακράτησε για το έτος 2000 το ποσό του 1.289,85 ευρώ, για το έτος 2001 το ποσό του 1.424,72 ευρώ και για το έτος 2002 το ποσό των 2.379,40 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσό 5.093,97 ευρώ, το οποίο όμως ουδέποτε κατέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Επί πλέον στα πλαίσια σχετικής εντολής ο κατηγορούμενος εισέπραττε για λογαριασμό της εγκαλούσας τα μισθώματα των ανωτέρω εκμισθωθέντων ακινήτων και, αφού προηγουμένως παρακρατούσε το συμφωνηθέν ποσοστό αμοιβής του, κατέθετε το υπόλοιπο χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας. Ειδικότερα ενώ εισέπραξε για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του 2002 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2003 ως μίσθωμα το συνολικό ποσό των 13.182 ευρώ, δεν απέδωσε στην εγκαλούσα το εναπομένον, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του, ποσό των 12.657 ευρώ. Περί τα τέλη του 2002 με αρχές του 2003 η εγκαλούσα άρχισε να αντιλαμβάνεται τις ως άνω παράτυπες και αντισυμβατικές ενέργειες του κατηγορουμένου και διαμαρτυρήθηκε σ' αυτόν, ο οποίος αφού αποδέχθηκε τις υποχρεώσεις και τις οφειλές του, δήλωσε ότι θα εκπλήρωνε αυτές κατά την επίσκεψη της εγκαλούσας στην Ελλάδα για τις θερινές διακοπές, τελικώς δε την 15-9-2003 κατέβαλε στην εγκαλούσα έναντι των μισθωμάτων μόνο το ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ απέμεινε υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 20.500, 78 ευρώ. Στις έντονες διαμαρτυρίες εκ νέου της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος δήλωσε κατηγορηματικά σ' αυτή ότι θα εξοφλήσει πλέον ολοσχερώς την οφειλή του μέχρι την 30-10-2003 το αργότερο, πλην όμως, αν και παρήλθε το χρονικό αυτό διάστημα, δεν κατέβαλε κανένα χρηματικό ποσό έκτοτε, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό με σαφήνεια πλέον και από του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος (30-10-2003) την πρόθεση ιδιοποίησης του εναπομένοντος ποσού της οφειλής του, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου. Για το λόγο αυτό η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καταθέσει σχετική αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα κατέθεσε σχετική αναφορά στο Δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης σε βάρος του κατηγορουμένου, με βάση την οποία ο τελευταίος τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, ενώ αποδέχεται την ύπαρξη άτυπης σύμβασης εντολής με την εγκαλούσα, περαιτέρω επιβεβαιώνει την ύπαρξη οφειλής αυτού προς την εγκαλούσα κάποιου χρηματικού ποσού, η οποία (οφειλή) οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς του, σε οικονομική στενότητα και σε οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ίδιος, πλην όμως διαφοροποιείται και αμφισβητεί το ύψος της οφειλής, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε όλα τα χρηματικά ποσά που αναφέρει η εγκαλούσα, επί πλέον δε διευκρινίζει ότι το πράγματι οφειλόμενο υπ' αυτού ποσό ανέρχεται σε 8.627 ευρώ, όπως τούτο προσδιορίστηκε και έγινε αποδεκτό από την εγκαλούσα με χειρόγραφη απόδειξη αυτής την 15-9-2003 και κατά το χρόνο είσπραξης του προαναφερθέντος ποσού των 4.000 ευρώ. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η αναγραφή του ποσού αυτού (8.627) στη χειρόγραφη απόδειξη αναφέρεται σε υπόλοιπο οφειλής από μισθώματα, όπως τούτο αναγράφεται χαρακτηριστικά στην απόδειξη και δεν αναφέρεται στο υπόλοιπο της συνολικής οφειλής από όλες τις προαναφερθείσες αιτίες. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ενώ η ανωτέρω απόδειξη και η επ' αυτής αναφορά για υπόλοιπο οφειλής έναντι μισθωμάτων (8.627€) έγινε την 15-9-03, στη συνέχεια και ένα χρόνο σχεδόν αργότερα (3-12-2004) ο κατηγορούμενος συνομολόγησε με την εγκαλούσα ότι οφείλει σ' αυτή γενικώς το ποσό των 15.000 ευρώ, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι το οφειλόμενο ποσό δεν ήταν εκείνο που αρχικά ανέφερε ο ίδιος και οπωσδήποτε συμπεριλάμβανε ποσά εκτός των μισθωμάτων που είχε λάβει. Αντίθετα η εγκαλούσα τόσο με την έγκληση της, όσο και με την αγωγή της προσδιόρισε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι το υπόλοιπο της οφειλής του κατηγορουμένου προς αυτήν ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ περίπου, μάλιστα δε στο περιεχόμενο της αγωγής περιγράφει με λεπτομέρεια τις επιμέρους καταβολές χρημάτων προς τον κατηγορούμενο, καθώς και τις επί μέρους ενέργειες του τελευταίου, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε και υφίσταται η ανωτέρω οφειλή του κατηγορουμένου. Βέβαια η εγκαλούσα με το από 3-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό φέρεται ότι αποδέχθηκε ως συνολικό οφειλόμενο ποσό εκείνο των 15.000 ευρώ, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατό από μόνο του να αναιρέσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς αυτής και τη διατυπωθείσα κρίση περί του ότι η οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 20.500,78 ευρώ, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το ανωτέρω συμφωνητικό είναι αποτέλεσμα προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και προφανώς κατόπιν πιεστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι ήδη εκκρεμούσε σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του Δ.Σ.Θ. και επίκειτο η συζήτηση της σε βάρος του αγωγής, ενώ αντίθετα είναι προφανές ότι η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποδεχθεί την ανωτέρω συμφωνία στην προσπάθεια και επιθυμία της για γρήγορη και οριστική απεμπλοκή της από την αντιδικία της με τον κατηγορούμενο. Εν όψει λοιπόν όλων των προαναφερθέντων και αναφερόμενος κατά τα λοιπά στις σκέψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για την πράξη για την οποία παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία η κρινόμενη έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να καταδικασθεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε και τα εξής: Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που περιέχονται στην έφεση του, σχετικά με το ότι η οφειλή του προς τη μηνύτρια είναι μικρότερη [8.627 ευρώ και όχι 20.491, 78 ευρώ] και ότι αυτή αρνείται να λάβει το σχετικό ποσό, δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο στοιχείο, ενώ η μηνύτρια και με σχετική αγωγή που κατέθεσε, επί της οποίας εκδόθηκε η 40.183/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην του εναγομένου κατηγορουμένου, ζήτησε και της επιδικάστηκε το ποσό των 20.491,78 ευρώ, το οποίο βεβαιώνει και η μάρτυρας Α ότι οφείλει. Ενόψει τούτων, πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ......, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που του αποδίδεται", στη συνέχεια δε, μετά την τυπική παραδοχή, απέρριψε στην ουσία την υπ' αρ. 68/13.9.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 823/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 και 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ., δεύτεροι και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 5/13.3.2008 αίτηση του Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, για αναίρεση του υπ' αρ. 165/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε υπάρχει ακυρότητα απόλυτη από τη μη γνώση της εισαγγελικής πρότασης, πριν αυτή υποβληθεί στο αρμόδιο Συμβούλιο. Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικειμένου, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Εισαγγελικής πρότασης γνωστοποίηση.
| 0
|
Αριθμός 938/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...... Νομού ......, περί αναιρέσεως του με αριθμό 106/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 343/25.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 6/13-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Ναυπλίου Ιωάννη Γκιόλα, δυνάμει της από 13-12-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθ. 106/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ναυπλίου με το υπ'αριθ. 1052/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το uπ'αριθ. 47/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Εναντίον του βουλεύματος αυτού ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση. Επί της αναιρέσεως αυτής εξεδόθη το υπ'αριθ. 1425/2007 βούλευμα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με το οποίο αναιρέθηκε το παραπάνω υπ'αριθ. 47/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Στη συνέχεια εξεδόθη το υπ'αριθ.106/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο και πάλι απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 1052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου. Κατά του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 4/12/2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 13-12-2007 (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ναυπλίου, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 6/13-12-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα (κατ'εκτίμηση) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη ακροάσεως και η απόλυτη ακυρότητα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμένο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη ισοτιμία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, με την οποία εξωτερικεύεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε ή το τίμημα που έλαβε από την πώλησή του. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ναυτικός πράκτορας, ο οποίος, σε εκτέλεση σχετικής συμβάσεως, αναλαμβάνει να διαθέτει σε τρίτους εισιτήρια συγκεκριμένης ναυτιλιακής εταιρείας και στη συνέχεια δεν αποδίδει, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας και των διαφόρων εξόδων, τα ποσά που εισέπραξε στην εντολέα του ναυτιλιακή εταιρεία, στην οποία ανήκουν, αλλά χωρίς δικαίωμα τα κατακρατεί και τα ιδιοποιείται παρανόμως (ΑΠ 1162/1999, ΑΠ 1408/1995). Ο ναυτικός πράκτορας είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας που κατ' επάγγελμα αναλαμβάνει για λογαριασμό του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή τη διεκπεραίωση ναυτικών εργασιών πρακτορείας, που αφορούν τη θαλάσσια αποστολή, όπως η έκδοση εισιτήριων, η εξυπηρέτηση των επιβατών και η καταβολή διαφόρων λιμενικών τελών. 'Ολες δε οι ενέργειες του ναυτικού πράκτορα γίνονται στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, των οποίων αυτός είναι άμεσος αντιπρόσωπος. Με βάση την ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας και τις διατάξεις των άρθρων 90 επόμ. του Εμπορικού Νόμου, 713 επόμ. ΑΚ και 3 Εισ. Ν. ΑΚ, ο ναυτικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ναυτιλιακής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της. Κατά συνέπεια για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ναυτικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτορικής συμβάσεως και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ναυτικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επόμ. Εμπορικού Νόμου και 713 επόμ. ΑΚ (ΑΠ 1532/2007 ,ΑΠ 1120/2006, ΑΠ 492/2003).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ή του Συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β)Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού ( ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου ( ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2005). Εξάλλου η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ'αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή, τέλος, αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο ( ΑΠ 2235/2006, ΑΠ 1873/2006). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 816/2006, ΑΠ 744/2006).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων (τους οποίους κατονομάζει), σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος διατηρεί τουριστικό ναυτιλιακό πρακτορείο στην παραλία της ......, ήταν από το 1976 ναυτιλιακός πράκτορας της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΡΡΕΣ ΑΝΕ", που εκτελούσε μεταφορές στον ...... . Το 1998 η πιο πάνω εταιρία απορροφήθηκε από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία " ΑΝΕ FLYING DOLFINS" που εδρεύει στον ......, η οποία συνέχισε το ίδιο μεταφορικό έργο. Η νέα εταιρία συνέχισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο, αφού τον επέλεξε για την ίδια θέση του πράκτορα λόγω της εμπειρίας του και της πετυχημένης πολυετούς συνεργασίας του με την προηγούμενη εταιρία. Ο τελευταίος, σε εκτέλεση της σύμβασης πρακτορείας που είχε συνάψει με την εγκαλούσα εταιρία υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα, αφού εφοδιαζόταν με ακτοπλοϊκά εισιτήρια από αυτήν, τα διέθετε για την μεταφορά επιβατών και οχημάτων επ' ονόματι και για λογαριασμό της (εγκαλούσας) και εισέπραττε το αντίτιμο για λογαριασμό της, ήταν δε υποχρεωμένος να το αποδίδει σαυτήν κάθε μήνα, αφού αφαιρούσε α) ποσοστό 8% για δική του προμήθεια και β) τα έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, το δέσιμο των πλοίων, τη ΔΕΗ κ.α. . Τα εισιτήρια ο κατηγορούμενος τα διέθετε κατά κανόνα με το ηλεκτρονικό σύστημα, που είχε εγκαταστήσει και κατ' εξαίρεση χειρόγραφα. Κάθε μήνα ο κατηγορούμενος εξέδιδε εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, ενώ η εγκαλούσα ΑΝΕ, κάθε δεκαπενθήμερο, προέβαινε σε λογιστικοποίηση των πωλήσεων για κάθε μορφή διαθέσεως (ηλεκτρονικά-χειρόγραφα) και εξέδιδε σχετικές αναλυτικές καταστάσεις. Ακόμα η εγκαλούσα ΑΝΕ εξέδιδε λογιστικές καρτέλες, όπου εμφανίζονταν η προμήθεια του κατηγορουμένου, τα έξοδα του και γενικά ό,τι έπρεπε να του αποδοθεί επιπλέον. Ο κατηγορούμενος, το πρώτο εξάμηνο του 2001, εξέδωσε εκκαθαρίσεις λογαριασμών για τα εισιτήρια που διέθεσε τόσο μέσω ηλεκτρονικού συστήματος όσο και χειρόγραφα, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις μόνο για χειρόγραφα εισιτήρια. Με βάση τα στοιχεία αυτά: Α) Το πρώτο εξάμηνο του 2001: α) οι πωλήσεις του μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος ανήλθαν στο ποσό των 93.904.074 δραχμών κατά την εγκαλούσα και στο ποσό των 93.875.150 δραχμών κατά τον κατηγορούμενο, υπάρχει δηλαδή μικρή διαφορά, ύψους 28.924 δρχ. και β) οι πωλήσεις του με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσόν των 1.505.390 δρχ. και κατά τον κατηγορούμενο στο ποσόν των 1452.473 δρχ. δηλαδή υπάρχει πάλι μικρή διαφορά, ύψους 52.917 δρχ., και Β) το δεύτερο εξάμηνο του 2001 οι πωλήσεις με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν, κατά την εγκαλούσα, στο ποσό των 2.307.165 δρχ., ενώ κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 2.268.845 δρχ. δηλαδή υπάρχει και πάλι μικρή διαφορά ύψους. 38.320 δρχ. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι τις 10-6-2002, ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε καθόλου εκκαθαρίσεις λογαριασμού και τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν είναι αυτά της εγκαλούσας, τα οποία πρέπει να γίνουν δεκτά, αφού όσα προσκόμισε για προηγούμενα διαστήματα συμπίπτουν κατά κανόνα, με ελάχιστες αποκλίσεις, από τα αντίστοιχα του κατηγορουμένου. Σύμφωνα λοιπόν και με τα υπόλοιπα στοιχεία και συγκεντρωτικά: α) το έτος 2001, ο κατηγορούμενος, από πωλήσεις εισιτηρίων της εγκαλούσας, εισέπραξε συνολικά 175.923.294 δρχ. και, αφού κράτησε τα έξοδα του (11.795.612 δρχ.) και την προμήθεια του (11.094.443 δρχ.), στη συνέχεια κατέβαλε σαυτήν 142.264.818 δρχ., δηλ. λιγότερα 10.766.421 δρχ. ή 31.596,25 ευρώ κατακρατώντας κυρίως το αντίτιμο των πωλήσεων του δεύτερου εξαμήνου μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαθέσεως των εισιτηρίων και β) από 1-1-2002 μέχρι 10-6-2002, ο κατηγορούμενος, από πωλήσεις εισιτηρίων για λογαριασμό της εγκαλούσας, εισέπραξε συνολικά το ποσό των 28.923,89 ευρώ και, αφού κράτησε τα έξοδα του (271,26 ευρώ) και την προμήθεια του (8933,27 ευρώ), απέδωσε σαυτήν 2839,00 ευρώ,δηλ. λιγότερα 944,86 ευρώ. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, αν και ήταν υπόχρεος, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, να αποδώσει στην εγκαλούσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 10-6-2002 το ποσό των 32.541,11 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό της από την πώληση των εισιτηρίων και το είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα σαυτόν, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, αρνήθηκε να το αποδώσει σαυτήν, μολονότι οχλήθηκε με την από 28-1-2002 εξώδικη πρόσκληση της. Τούτο προκύπτει, εκτός των άλλων, από την αξιολόγηση όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν και από την αντιπαραβολή: Α) της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της ......, που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 22.177,64 ευρώ, η οποία όμως εσφαλμένα εξέφρασε την άποψη ότι στην οφειλή του δεν πρέπει να συμπεριληφθεί ποσό 8.246,26 ευρώ για καταβολή λιμενικών τελών, αφού είχε στη διάθεση της περιορισμένα παραστατικά στοιχεία και Β) της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας ......, που υπολογίζει τη συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 66.917,73 ευρώ, ο οποίος, όμως, εσφαλμένα προσθέτει στις οφειλές του κατηγορουμένου και το ποσό των 11.713,834 δρχ. ή 34.376,62 ευρώ, που αποτελεί υπόλοιπο από μεταφορά του έτους 2000, χωρίς να ελέγξει την ορθότητα αυτής της οφειλής και όλες τις συναλλαγές του 2000. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έφεσή του: α) αρνείται την οφειλή του αυτή και την υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, β) περιορίζει την οφειλή του σε 1500 περίπου ευρώ και γ) θεωρεί ότι η πράξη του αυτή σε κάθε περίπτωση έχει την μορφή πλημμελήματος. Οι θέσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες και δεν πρέπει να γίνουν δεκτές αφού η κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος: α) βασίζεται σε δικές του κατά μεγάλο μέρος εγγραφές και β) συμπορεύεται κατά κανόνα με τις εκθέσεις της πραγματογνώμονος και του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου , με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 1052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την άρνησή του να αποδώσει το οφειλόμενο ποσό στην εγκαλούσα εταιρεία, όταν αυτή του το ζήτησε με το από 28/1/2002 εξώδικό της, εξωτερίκευσε τη βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Περαιτέρω σαφείς και πλήρως αιτιολογημένες είναι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ασκώντας το επάγγελμα του ναυτικού πράκτορα, ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εταιρείας, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ο αναιρεσείων σε εκτέλεση της σύμβασης προκτορείας που είχε συνάψει με την εγκαλούσα εταιρεία υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα, αφού εφοδιαζόταν με εισιτήρια από την εγκαλούσα ΑΝΕ, τα διέθετε για μεταφορές επιβατών και οχημάτων επ'ονόματι και για λογαριασμό της (εγκαλούσας) και εισέπραττε το αντίτιμο για λογαριασμό της, ήταν δε υποχρεωμένος να το αποδίδει σ'αυτήν κάθε μήνα αφού αφαιρούσε : α) ποσοστό 8 % για δική του προμήθεια και β) τα έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, το δέσιμο των πλοίων την ΔΕΗ κ.α. Εξάλλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί η ύπαρξη του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζοντα σκέψη της παρούσας προτάσεως, αφού για τον δόλο αυτό διαλαμβάνεται αιτιολογία για την παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτήν , ενώ, περαιτέρω για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, ούτε υφίσταται περίπτωση ενδεχομένου δόλου στην κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντα για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, αφού, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα η ανάπτυξη της προτάσεως του Εισαγγελέα, αναφέρεται τόσο στο νομικό, όσο και στο ουσιαστικό μέρος της υποθέσεως. Άλλωστε την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος, ως λόγο αναιρέσεως, διότι δεν έχει προς τούτο έννομο συμφέρον (ΑΠ 1280/2007, ΑΠ 1245/2007). Τέλος αβάσιμος πρέπει να κριθεί και ο συναφής λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η υπ'αριθ. 15/14-4-2003 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 1052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για την υπ'αριθ. 35/30-12-2005 έφεσή του, αφού, σύμφωνα με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, τελικά έγινε τυπικά δεκτή και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αληθής υπ'αριθ. 35/30-12-2005 έφεσή του, η δε αναγραφή στην εισαγγελική πρόταση της υπ'αριθ. 15/14-4-2003 εφέσεως, αντί της πραγματικής 35/30-12-2005, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 6/13-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθ. 106/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΣΤΕΛΙΟΣ Κ.ΓΚΡΟΖΟΣ".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία και δηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαιρέσεως) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το ν. 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ναυτικός πράκτορας, ο οποίος, σε εκτέλεση σχετικής συμβάσεως, αναλαμβάνει να διαθέτει σε τρίτους εισιτήρια συγκεκριμένης ναυτιλιακής εταιρείας και στη συνέχεια δεν αποδίδει, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας και των διαφόρων εξόδων, τα ποσά που εισέπραξε στην εντολέα του ναυτιλιακή εταιρεία, στην οποία ανήκουν, αλλά χωρίς δικαίωμα τα κατακρατεί και τα ιδιοποιείται παρανόμως. Ο ναυτικός πράκτορας είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας που κατ' επάγγελμα αναλαμβάνει για λογαριασμό του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή τη διεκπεραίωση ναυτικών εργασιών πρακτορείας, που αφορούν τη θαλάσσια αποστολή, όπως η έκδοση εισιτήριων, η εξυπηρέτηση των επιβατών και η καταβολή διαφόρων λιμενικών τελών. Όλες δε οι ενέργειες του ναυτικού πράκτορα γίνονται στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, των οποίων αυτός είναι άμεσος αντιπρόσωπος. Με βάση την ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας και τις διατάξεις των άρθρων 90 επόμ. του Εμπορικού Νόμου, 713 επόμ. ΑΚ και 3 Εισ. Ν. ΑΚ, ο ναυτικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ναυτιλιακής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της. Κατά συνέπεια για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ναυτικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητα του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτορικής συμβάσεως και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ναυτικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επόμ. Εμπορικού Νόμου και 713 επόμ. ΑΚ. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ'αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή, τέλος, αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Tέτοια επιπρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 106/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από την κύρια ανάκριση που ενεργήθηκε νόμιμα και μάλιστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων (τους οποίους και κατονομάζει) που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, Χ, ο οποίος διατηρεί τουριστικό ναυτιλιακό πρακτορείο στην παραλία της ......, ήταν από το 1976 ναυτιλιακός πράκτορας της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΡΡΕΣ ΑΝΕ", που εκτελούσε μεταφορές στον ...... . Το 1998 η πιο πάνω εταιρία απορροφήθηκε από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία " ΑΝΕ FLYING DOLFINS" που εδρεύει στον Πειραιά, η οποία συνέχισε το ίδιο μεταφορικό έργο. Η νέα εταιρία συνέχισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο, αφού τον επέλεξε για την ίδια θέση του πράκτορα, λόγω της εμπειρίας του και της πετυχημένης πολυετούς συνεργασίας του με την προηγούμενη εταιρία. Ο τελευταίος, σε εκτέλεση της σύμβασης πρακτορείας που είχε συνάψει με την εγκαλούσα εταιρία, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα, αφού εφοδιαζόταν με ακτοπλοϊκά εισιτήρια από αυτήν, τα διέθετε για την μεταφορά επιβατών και οχημάτων επ' ονόματι και για λογαριασμό της (εγκαλούσας) και εισέπραττε το αντίτιμο για λογαριασμό της, ήταν δε υποχρεωμένος να το αποδίδει σαυτήν κάθε μήνα, αφού αφαιρούσε α) ποσοστό 8% για δική του προμήθεια και β) το έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, το δέσιμο των πλοίων, τη ΔΕΗ κ.α. Τα εισιτήρια ο κατηγορούμενος τα διέθετε κατά κανόνα με το ηλεκτρονικό σύστημα, που είχε εγκαταστήσει και κατ' εξαίρεση χειρόγραφα. Κάθε μήνα ο κατηγορούμενος εξέδιδε εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, ενώ η εγκαλούσα ΑΝΕ, κάθε δεκαπενθήμερο, προέβαινε σε λογιστικοποίηση των πωλήσεων για κάθε μορφή διαθέσεως (ηλεκτρονικά-χειρόγραφα) κα εξέδιδε σχετικές αναλυτικές καταστάσεις. Ακόμα η εγκαλούσα ΑΝΕ εξέδιδε λογιστικές καρτέλες, όπου εμφανίζονταν η προμήθεια του κατηγορουμένου, τα έξοδά του και γενικά ό,τι έπρεπε να του αποδοθεί επιπλέον. Ο κατηγορούμενος, το πρώτο εξάμηνο του 2001, εξέδωσε εκκαθαρίσεις λογαριασμών για τα εισιτήρια που διέθεσε τόσο μέσω ηλεκτρονικού συστήματος όσο και χειρόγραφα, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις μόνο για χειρόγραφα εισιτήρια. Με βάση τα στοιχεία αυτά: Α) Το πρώτο εξάμηνο του 2001: α) οι πωλήσεις του μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος ανήλθαν στο ποσό των 93.904.074 δραχμών κατά την εγκαλούσα και στο ποσό των 93.875.150 δραχμών κατά τον κατηγορούμενο, υπάρχει δηλαδή μικρή διαφορά, ύψους 28.924 δρχ. και β) οι πωλήσεις του με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσόν των 1.505.390 δρχ. και κατά τον κατηγορούμενο στο ποσόν των 1.452.473 δρχ. δηλαδή υπάρχει πάλι μικρή διαφορά, ύψους 52.917 δρχ., και Β) το δεύτερο εξάμηνο του 2001 οι πωλήσεις με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν, κατά την εγκαλούσα, στο ποσό των 2.307.165 δρχ., ενώ κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 2.268.845 δρχ. δηλαδή υπάρχει και πάλι μικρή διαφορά ύψους. 38.320 δρχ. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι τις 10-6-2002, ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε καθόλου εκκαθαρίσεις λογαριασμού και τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν είναι αυτά της εγκαλούσας, τα οποία πρέπει να γίνουν δεκτά, αφού όσα προσκόμισε για προηγούμενα διαστήματα συμπίπτουν κατά κανόνα, με ελάχιστες αποκλίσεις, από τα αντίστοιχα του κατηγορουμένου. Σύμφωνα λοιπόν και με τα υπόλοιπα στοιχεία και συγκεντρωτικά: α) το έτος 2001, ο κατηγορούμενος, από πωλήσεις εισιτηρίων της εγκαλούσας, εισέπραξε συνολικά 175.923.294 δρχ. και, αφού κράτησε τα έξοδα του (11.795.612) και την προμήθειά του (11.094.443 δρχ.), στη συνέχεια κατέβαλε σ'αυτήν 142.264.818 δραχμ., δηλαδή λιγότερα 10.766.421 δρχ. ή 31.596,25 ευρώ, κατακρατώντας κυρίως το αντίτιμο των πωλήσεων του δεύτερου εξαμήνου μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαθέσεως των εισιτηρίων και β) από 1.1.2002 μέχρι 10.6.2002, ο κατηγορούμενος, από πωλήσεις εισιτηρίων για λογαριασμό της εγκαλούσας, εισέπραξε συνολικά το ποσό των 28.923,89 ευρώ και, αφού κράτησε τα έξοδά του (271,26 ευρώ) και την προμήθειά του (8.933,27 ευρώ), απέδωσε σ'αυτήν 2.839,00 ευρώ, δηλαδή λιγότερα 944,86 ευρώ. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, αν και ήταν υπόχρεος, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, να αποδώσει στην εγκαλούσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 10-6-2002 το ποσό των 32.541, 11 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό της από την πώληση των εισιτηρίων και το είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα σαυτόν, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, αρνήθηκε να το αποδώσει σαυτήν, μολονότι οχλήθηκε με την από 28-1-2002 εξώδικη πρόσκληση της. Τούτο προκύπτει, εκτός των άλλων, από την αξιολόγηση όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν και από την αντιπαραβολή: Α) της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της ......, που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 22.177,64 ευρώ, η οποία όμως εσφαλμένα εξέφρασε την άποψη ότι στην οφειλή του δεν πρέπει να συμπεριληφθεί ποσό 8.246,26 ευρώ για καταβολή λιμενικών τελών, αφού είχε στη διάθεση της περιορισμένα παραστατικά στοιχεία και Β) της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας ......, που υπολογίζει τη συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 66.917, 73 ευρώ, ο οποίος, όμως, εσφαλμένα προσθέτει στις οφειλές του κατηγορουμένου και το ποσό των 11.713, 834 δρχ. ή 34.376,62 ευρώ, που αποτελεί υπόλοιπο από μεταφορά του έτους 2000, χωρίς να ελέγξει την ορθότητα αυτής της οφειλής και όλες τις συναλλαγές του 2000. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έφεση του: α) αρνείται την οφειλή του αυτή και την υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, β) περιορίζει την οφειλή του σε 1.500 περίπου ευρώ και γ) θεωρεί ότι η πράξη του αυτή σε κάθε περίπτωση έχει την μορφή πλημμελήματος. Οι θέσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες και δεν πρέπει να γίνουν δεκτές αφού η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος βασίζεται σε δικές του κατά μεγάλο μέρος εγγραφές και συμπορεύεται κατά κανόνα με τις εκθέσεις του πραγματογνώμονος και του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας". Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών κρίνοντας ότι από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την υπ' αρ. 35/30.12.2006 έφεσή του κατά του υπ' αρ. 1.052/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ως άνω, αξιόποινη πράξη, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., την οποία ορθώς εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την πληρότητα της αναφερθείσας αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην ένδικη αίτηση αναίρεσης επιπρόσθετα στοιχεία. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφέρει ρητά ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την άρνησή του να αποδώσει το οφειλόμενο ποσό, των εισπράξεων των εισιτηρίων, στην εγκαλούσα εταιρεία, όταν αυτή του το ζήτησε με το από 28.1.2002 εξώδικό της, εξωτερίκευσε σαφέστατα τη βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Περαιτέρω, σαφείς και απόλυτα αιτιολογημένες είναι οι παραδοχές του βουλεύματος, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ασκώντας το επάγγελμα του ναυτικού πράκτορα, ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εταιρείας, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ο αναιρεσείων, σε εκτέλεση της σύμβασης πρακτορείας που είχε συνάψει με την εγκαλούσα ναυτιλιακή εταιρεία, αφού εφοδιάζονταν με εισιτήρια από την τελευταία, τα διέθετα για μεταφορές επιβατών και οχημάτων, στο όνομα και για λογαριασμό της, εισέπραττε δε το αντίτιμο επίσης για λογαριασμό της, συγχρόνως δε ήταν υποχρεωμένος να το αποδίδει σ' αυτήν κάθε μήνα, αφού, πρώτα αφαιρούσε α) ποσοστό 8% για προμήθεια δική του και β) τα έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, για το δέσιμο των πλοίων, την ΔΕΗ κ.λ.π. Εξάλλου, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, δεν ήταν ανάγκη να αιτιολογηθεί η ύπαρξη του δόλου, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, αφού γι' αυτόν (δόλο) διαλαμβάνεται αιτιολογία στην παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου και προκύπτει, άλλωστε, από τα αναφερόμενα στην κρίση αυτή πραγματικά περιστατικά, πέρα από το γεγονός ότι, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, ούτε και υφίσταται περίπτωση ενδεχόμενου δόλου στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίον προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 481 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "για την έφεση αποφαίνεται το συμβούλιο Εφετών, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών σύμφωνα με τα άρθρα 316, 318 και 319", κατά δε το άρθρο 138 παρ. 2 εδ. β' και παρ. 3 Κ.Π.Δ. "Τα βουλεύματα του Δικαστικού Συμβουλίου...εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του Εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά...Η παράβαση της παραγράφου 2 συνεπάγεται την ακυρότητα ... του βουλεύματος". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 32 παρ. 1 και 171 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστικό Συμβούλιο αποφανθεί επί της ουσίας της κατηγορίας χωρίς να ακούσει προηγουμένως τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρέπει να υποβάλλει αιτιολογημένως γραπτή πρόταση επί της ουσίας, που την αναπτύσσει και προφορικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, η ανάπτυξη της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών, αναφέρεται τόσο στο νομικό, όσο και στο ουσιαστικό μέρος της υποθέσεως και συνεπώς, η επικαλούμενη έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, με τον δεύτερο, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμη. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο Εισαγγελέας Εφετών πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η υπ' αρ. 15/14.4.2003 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου υπ' αρ. 1.052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για την υπ' αρ. 35/30.12.2005 έφεσή του, ενόψει του ότι, σύμφωνα με το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, έγινε τελικά τυπικά δεκτή και στη συνέχεια, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η σωστή υπ' αρ. 35/30.12.2005 έφεσή του, η δε αναγραφή στην Εισαγγελική πρόταση της υπ' αρ. 15/14.4.2003 εφέσεως, αντί της ως άνω πραγματικής, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 6/13.12.20007 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση του υπ' αρ. 106/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Πότε ο ναυτικός πράκτορας αποκτά την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Πότε επέρχεται ακυρότητα στην έκδοση βουλεύματος από την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 1
|
Αριθμός 937/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, (ορισθείσα με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πετρόπουλο, περί αναιρέσεως της 2087/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 973/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 § 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2087/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο, διότι, ειδικότερα, στην Αθήνα την 19-5-2004, ενώ ήταν υπόχρεος από το επάγγελμά του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και έτσι προκάλεσε βλάβη της υγείας άλλου. Συγκεκριμένα, ως υπεύθυνος για την τήρηση των ισχυουσών αγορανομικών και υγειονομικών διατάξεων κατά την επεξεργασία, διακίνηση και πώληση των προϊόντων της εταιρείας "ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ELITE Α.Ε.", διένειμε στο κατάστημα "Καρφούρ-Μαρινόπουλος" στη ...... δύο πακέτα ψωμί "Κρις-Κρις" με ημερομηνία λήξης 1-6-2004, για τα οποία δεν φρόντισε να ελέγξει, όπως όφειλε, την τήρηση των απαιτούμενων συνθηκών, συντήρησης και φύλαξης ώστε να διασφαλισθεί η προστασία του καταναλωτή, δεδομένου ότι τα τρόφιμα αυτά ήταν μουχλιασμένα και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση λόγω αλλοίωσης ως προς τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες, παρόλο που δεν είχε παρέλθει, η ημερομηνία λήξης τους. Αποτέλεσμα της αμέλειάς του ήταν να υποστεί η Ψ γαστρεντερίτιδα, λόγω της κατανάλωσης του παραπάνω αλλοιωμένου (μουχλιασμένου) ψωμιού, το οποίο είχε προμηθευθεί από το παραπάνω κατάστημα". Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Η Α, μητέρα της μηνύτριας, μετέβη στις 19.5.2004 και περί ώρα 18.00 στο σούπερ μάρκετ "ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ" ......, όπου αγόρασε δύο πακέτα φέτες ψωμί για τοστ, παραγωγής της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ELITE AE", της οποίας αγορανομικός υπεύθυνος όπως συνομολογεί στην από 29-11-2004 προανακριτική απολογία του, είναι ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια στο σπίτι της χορήγησε προς χρήση το ψωμί στη μηνύτρια κόρη της Ψ, μαθήτρια τότε Γ' Λυκείου. Η ως άνω Α διαπίστωσε ότι οι εσωτερικές φέτες του ψωμιού στο πακέτο είχαν εμφανή ίχνη μούχλας με φαιοπράσινο χρώμα. Αμέσως φώναξε τη μηνύτρια και την αδελφή της να μην συνεχίσουν την κατανάλωση του ψωμιού, άνοιξε δε και το δεύτερο πακέτο, όπου επίσης διαπίστωσε ότι και σε αυτό οι φέτες ψωμιού ήσαν αλλοιωμένες. Ήδη όμως η μηνύτρια είχε καταναλώσει δύο φέτες. Τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρες η μηνύτρια εμφάνισε ρίγη και στομαχικές διαταραχές [εμέτους-διάρροια]. Δεν μετέβη, όμως, στο γιατρό, γιατί την επομένη συμμετείχε στις πανελλήνιες εξετάσεις. Επειδή όμως συνεχίζονταν τα συμπτώματα πήγε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου "Αγία Όλγα", όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από γαστρεντερίτιδα και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Η μητέρα της μηνύτριας παρέδωσε το ψωμί στις 20-5-2004 στον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων [ΕΦΕΤ], όπου διαπιστώθηκε ότι το ψωμί "σύμφωνα με την ΚΥΑ 121/03-ΦΕΚ τ.Β 30-5-2004 άρθρο 2 χαρακτηρίζεται ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση λόγω αλλοίωσης ως προς τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες". Ο μάρτυρας υπερασπίσεως Β, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η κατάθεσή του περιλαμβάνεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης που αναγνώστηκαν καταθέτει ότι η αλλοίωση μπορεί να οφείλεται στην αποθήκευση του προϊόντος σε συνδυασμό με τρύπα στη συσκευασία. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η αλλοίωση του προϊόντος εμφανίστηκε πριν από την ημερομηνία λήξεως της καταναλώσεώς του, που αναγραφόταν σε αυτό ότι ήταν η 1 Ιουνίου 2004. Με βάση τα παραπάνω η σωματική βλάβη της παθούσας οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, η οποία [αμέλεια] συνίσταται στο ότι αν και ήταν ως εκ των καθηκόντων του υπεύθυνος για την τήρηση των κανόνων που ισχύουν για την επεξεργασία και διακίνηση των τροφίμων [Κώδικας Τροφίμων και Ποτών αρθρ. 3, 7, 8, 9], που παρασκεύαζε η εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ELITE AE", δεν ήλεγξε, όπως όφειλε, τις συνθήκες φυλάξεως πριν από τη μεταφορά προς πώληση του προϊόντος στο προαναφερόμενο σούπερ μάρκετ και τη συσκευασία του, με αποτέλεσμα τουλάχιστον δύο πακέτα του ψωμιού για τοστ να έχουν κακή συσκευασία [τρύπα] και να εμφανίσουν στο εσωτερικό του πακέτου αλλοιώσεις επιβλαβείς για την υγεία του καταναλωτή και στη συγκεκριμένη περίπτωση της μηνύτριας. Άλλη αιτία που να προκάλεσε τη σωματική βλάβη της παθούσας από κατανάλωση τροφίμων δεν αποδείχθηκε. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Το αίτημα του τελευταίου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί αν η κατανάλωση της ως άνω ποσότητας ψωμιού είναι δυνατόν να προκαλέσει γαστρεντερίτιδα, πρέπει να απορριφθεί, γιατί: από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι α) οι έμετοι και οι διάρροιες, που υπέστη η παθούσα, μοναδική αιτία είχαν την κατανάλωση του αλλοιωμένου ψωμιού και β) η νόσος διαπιστώθηκε ήδη και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο από γιατρό δημόσιου νοσοκομείου, η δε μετά από τόσον καιρό διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν θα συμβάλλει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως".
Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 § 1α' και 315 § 1β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον α) για την καταδικαστική κρίση του Εφετείου αρκούσε αυτό το οποίο σαφώς δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων διέθεσε στην κατανάλωση από αμέλειά του μουχλιασμένο ψωμί και δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί πως και για ποιο λόγο μούχλιασε το εν λόγω τρόφιμο, περί των οποίων εκ περισσού και άνευ ανάγκης διέλαβε σκέψεις στο σκεπτικό της αποφάσεως, β) με την παραδοχή του ότι η Ψ ενόσησε μετά την κατανάλωση του συγκεκριμένου ψωμιού, εμμέσως πλην σαφώς δέχθηκε το Εφετείο και επαρκώς αιτιολόγησε ότι οι δύο φέτες από το ψωμί αυτό που κατανάλωσε η ανωτέρω ήταν αλλοιωμένες και προκάλεσαν σ'αυτήν γαστρεντερίτιδα και γ) με την ίδια παραδοχή δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι το συγκεκριμένο τρόφιμο ήταν ικανό να προκαλέσει στην ανωτέρω γαστρεντερίτιδα και δεν ήταν αναγκαία άλλη περαιτέρω αιτιολόγηση περί αυτού. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 2087/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος ο οποίος ως υπεύθυνος αρτοβιομηχανίας διέθεσε στην κατανάλωση από αμέλεια του ψωμί μουχλιασμένο, το οποίο κατανάλωσε και εκ τούτου ενόσησε η παθούσα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 935/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Ψ, κάτοικο ...... . Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1815/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 8/13.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 1599/5-11-2008 έγγραφο υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη συνημμένη, από 16-5-2008 μήνυση της Ψ, κατοίκου ......, κατά των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, της πρώτης Προέδρου Πρωτοδικών και των β' και γ' Πρωτοδικών Πειραιά, με την οποία ζητεί την ποινική δίωξη των παραπάνω για παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση σε βάρος της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 112-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο 'Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση.
Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγου συνυπηρετήσεως (Α.Π. 156/2003, Α.Π. 1902/2007).
Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση οι μηνυόμενοι υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιά, που είναι το μόνο στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου η εισαγγελική αυτή αρχή και τα αντίστοιχα δικαστικά συμβούλια να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να παραπεμφθεί η υπόθεση που αφορά την από 16-5-2008 μήνυση της Ψ, κατοίκου ......, κατά των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, της πρώτης Προέδρου Πρωτοδικών και των β' και γ' Πρωτοδικών Πειραιά, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠοινΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι με την από 16-5-2008 μήνυση της Ψ, μηνυόμενοι για τρία πλημμελήματα δικαστικοί λειτουργοί, α) Χ1, Πρόεδρος Πρωτοδικών, β) Χ2, Πρωτοδίκης και γ) Χ3, Πρωτοδίκης, υπηρετούν και οι τρεις στο Πρωτοδικείο Πειραιώς. Με το με αριθ. πρωτ. 1599/5-11-2008 έγγραφό της η Αντεισαγγελέας Εφετών Πειραιά ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας να κρίνει την έγκληση αυτή. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠοινΔ), και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως από του κατά τόπον αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να την κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της από 16-5-2008 μηνύσεως της Ψ από του κατά τόπον αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και όταν συντρέξει περίπτωση, στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας για έγκληση κατά 3 Δικαστών του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Διατάσσει την παραπομπή της μηνύσεως κατά 3 δικαστών του Πρωτοδικείου Πειραιώς από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 934/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 64061/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΝΤΙ ΤΕΪΛΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 529/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 4-8-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 64061/21-11-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατ' έφεση, σε ποινή φυλάκισης σαράντα (40) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 3 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του απόντος κατά την απαγγελία της τελεσίδικης αποφάσεως κατηγορουμένου είναι δέκα (10) ημερών και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεως, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη της καθαρογραφής της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχωρίσεως. Κατ' εξαίρεση η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει όπως αναφέρεται παραπάνω (Συμ. ΑΠ 2442/03, Συμ. ΑΠ 728/02, ΑΠ 644/99, ΑΠ 156/95).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. "Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί". Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του Εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με την σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απ'ευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 473 ...".
'Ετσι, η επίδοση στον κατηγορούμενο της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε απόντος αυτού, για να είναι νόμιμη και να θέσει σε κίνηση την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, πρέπει να γίνει στη δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως κατοικία του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως, μετά την άσκηση εφέσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα τυχόν μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του.
Συνεπώς, αν ο κατηγορούμενος, που δήλωσε τη διεύθυνσή του κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, έστω και αν μετέβαλε την κατοικία ή τη διαμονή του χωρίς να προβεί στην ανωτέρω δήλωση, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν νομίμως ως γνωστής διαμονής στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση κατοικίας, αφού τηρηθούν για την επίδοση αυτή οι διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ (Συμ. ΑΠ 955/03, ΑΠ 199/04).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη 64061/21-11-06 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 50263/04 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον τελευταίο στις 4-3-2008, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007. Η εν λόγω επίδοση είναι νόμιμη, εφόσον έγινε στη δηλωθείσα δια της εφέσεως διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος, δηλαδή στην οδό ...... - ......, η δε προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε σε σύνοικο του αναιρεσείοντος, αφού βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε εκεί ο τελευταίος, συνταχθέντος προς τούτο του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, που περιέχει όλα τα για την εγκυρότητά του απαιτούμενα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 161 ΚΠΔ.
Επομένως, η κρινομένη δήλωση αναίρεσης που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2007, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (4-3-2008), εφόσον αυτή (επίδοση) είναι μεταγενέστερη της καθαρογραφής στο ειδικό βιβλίο (30-10-2007).
Ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινομένης αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι την 22-1-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου στο δικαστήριο (κατά την οποία δικάσιμο αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του) εδήλωσε δια της κατατεθειμένης στη δικογραφία σχετικής εξουσιοδοτήσεώς του ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...... στην ......, στην οποία δεν του επιδόθηκε ποτέ η προσβαλλομένη απόφαση. Όμως η αναφερομένη στην εν λόγω εξουσιοδότηση διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που αναγράφηκε για το παραδεκτό της εκπροσωπήσεώς του στο δικαστήριο από συνήγορο (αρ. 501 παρ. 1 - 340 παρ. 2 ΚΠΔ) δεν αποτελεί δήλωση μεταβολής κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ ΚΠΔ, εφόσον δεν έγινε από τον τελευταίο (ή τον συνήγορό του) στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου με ιδιαίτερο έγγραφο και με σύνταξη της σχετικής εκθέσεως για την παράδοσή της, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν υπάρχει και μάλιστα πριν από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δήλωση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα παραπάνω περί αλλαγής της διευθύνσεως της κατοικίας ή της διαμονής του, ούτε και επικαλείται ο αναιρεσείων τοιαύτη δήλωση.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 4-8-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά της υπ' αριθμ. 64061/21-11-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως και αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 507 παρ. 1α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η απόφαση απαγγελθεί, χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχώρησης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 ΚΠοινΔ η επίδοση γίνεται με παράδοση του ενδιαφερομένου ή αν αυτός απουσιάζει με εγχείριση στα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο αυτό ή τέλος με θυροκόλληση στην πόρτα της κατοικίας κ.λπ. του ενδιαφερομένου κατά τα ειδικότερα στο ίδιο άρθρο οριζόμενα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση της προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής , μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί. Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρείται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του Εισαγγελέα. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 473 ...". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι αν πρόκειται για επίδοση στον κατηγορούμενο αποφάσεως του Εφετείου, που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη ή ερήμην αυτού ως απαράδεκτη, η επίδοση αυτή, για να είναι νόμιμη και για να θέσει σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ, στη δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως κατοικία του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως, μετά την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση δε που ο κατηγορούμενος μετά την άσκηση της εφέσεως μετέβαλε κατοικία ή διαμονή χωρίς να δηλώσει αρμοδίως και εγγράφως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην δηλωθείσα με την έφεσή του διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει ακόμη και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται προκύπτουν τα εξής: Με την 50263/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση. Στη με αριθμό 4978/19-4-2004 έκθεση εφέσεως που συνετάγη για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου από τον γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο εκκαλών δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την ......, στην οδό ...... αριθ. ..., στη διεύθυνση δε αυτή είχε επιδοθεί στον ίδιο αντίγραφο της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως και στην ίδια επίσης διεύθυνση επιδόθηκε σε αυτόν κλήση για να εμφανιστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005 για να υποστηρίξει την παραπάνω έφεσή του, ότε και εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου δια πληρεξουσίου συνηγόρου αναβλήθηκε η εκδίκαση για νέα ρητή δικάσιμο, της 10-5-2006 και μετά της 21-11-2006. Στις 21-11-2006, εκδόθηκε η με αριθ. 64061/2006 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε εν απουσία του εκκαλούντος και λόγω μετ' αναβολήν εκδικάσεως της υποθέσεως, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και το δικαστήριο εκδικάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταδίκασε και πάλιν τον κατηγορούμενο για το ίδιο αδίκημα, σε φυλάκιση 40 ημερών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Η εν λόγω ερήμην εκδοθείσα απόφαση καθαρογραφημένη, καταχωρήθηκε στο τηρούμενο κατά νόμο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4/3/2008, με νόμιμη επίδοση στο σύνοικό αυτού, ανευρεθέντα στην άνω δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, οδού ...... αρ. ..., ...... που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε προσωπικά ο ίδιος, (βλ. από 4-3-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα Α.Τ. Αγίας Παρασκευής ......). Επομένως, η κρινόμενη από 4-8-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της εν λόγω ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2008, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της σε αυτόν νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 4-3-2008, εφόσον μάλιστα η τελευταία επίδοση είναι μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο άνω ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το κατ' αυτόν εμπρόθεσμο της κρινόμενης αναιρέσεώς του, ισχυρίζεται ακυρότητα επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως στην άνω με την έκθεση εφέσεως δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του στην ......, καθόσον, κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου και αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του, δια της κατατεθείσας στο δικαστήριο εξουσιοδοτήσεώς του προς τον παραστάντα δικηγόρο του, δήλωσε ταυτόχρονα νέα διεύθυνση κατοικίας του στην ......, οδό ...... αρ. ..., όπου και θα' πρεπε να του επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως η γενόμενη ως παραπάνω, με την εν λόγω εξουσιοδότηση εκπροσωπήσεως δια συνηγόρου, δήλωση νέας κατοικίας, δε συνιστά δήλωση μεταβολής κατοικίας του κατηγορουμένου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ του ΚΠοινΔ, αφού δεν έγινε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σχετική δήλωση μεταβολής με ιδιαίτερο έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα του δικαστηρίου και δε συνετάγη σχετική έκθεση καταθέσεώς της.
Συνεπώς η άνω επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον κατηγορούμενο είναι έγκυρη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμη και ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα( άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-8--2008 αίτηση - δήλωση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 64061/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Η προσβαλλόμενη ερήμην εκδοθείσα απόφαση καθαρογραφημένη, καταχωρήθηκε στο τηρούμενο κατά νόμο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4/3/2008, με νόμιμη επίδοση στο σύνοικό αυτού, ανευρεθέντα στην δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε προσωπικά ο ίδιος. Επομένως, η κρινόμενη από 4-8-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της εν λόγω ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2008, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της σε αυτόν νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 4-3-2008, εφόσον μάλιστα η τελευταία επίδοση είναι μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο άνω βιβλίο στις 30-10-2007. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το εμπρόθεσμο της κρινόμενης αναιρέσεώς του, ισχυρίζεται ακυρότητα επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως στην άνω με την έκθεση εφέσεως δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του στην Αγία Παρασκευή, καθόσον, κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου και αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του, δια της κατατεθείσας στο δικαστήριο εξουσιοδοτήσεώς του προς τον παράστανα δικηγόρο του, δήλωσε ταυτόχρονα νέα διεύθυνση κατοικίας του στην Κηφισιά, όπου θα έπρεπε να του επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως η γενόμενη ως παραπάνω, με την εν λόγω εξουσιοδότηση εκπροσωπήσεως δια συνηγόρου, δήλωση κατοικίας, δε συνιστά δήλωση μεταβολής του κατηγορουμένου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ, αφού δεν έγινε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σχετική δήλωση μεταβολής με ιδιαίτερο έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα του δικαστηρίου και δε συνετάγη σχετική έκθεση καταθέσεώς της.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 932/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 461/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 360/7.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2459/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ......, για να δικαστεί ως υπαίτιος πλαστογραφίας με χρήση από την οποία το όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε νομοτύπως έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 461/2008 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα (βλ. το 461/2008 βούλευμα).
ΙΙΙ. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο στις 5-4-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη στις 23-4-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης). Στις 15-4-2008 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ο δικηγόρος Δημήτριος Σωτηρόπουλος και δήλωσε ότι ο ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου, ασκεί για λογαριασμό αυτού αναίρεση κατά του 461/15-4-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου εφετών Αθηνών. 'Ετσι συντάχθηκε η 71/15-4-2008 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 παρ. 1,3 ΠΚ (άρθρ. 484 παρ. 1 δ' και β' ΚΠΔ).
Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, αφού πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε σχετικό δικαίωμα, αφού ο αναιρεσείων με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται να δικαστεί για κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη.
IV. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και. 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικός δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο, καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.( ΑΠ 195/2007 ) V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτό ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται εν όλω ή εν μέρει οι κρίσεις των Συμβουλίων. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα υπάρχει, όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει αδύνατος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1880/2005).
VI. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς οποιαδήποτε δική του σκέψη, αλλά με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα εξής: Από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου Α, τις γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών γραφολόγων Β, Γ και Δ και τα υπόλοιπα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής:
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του της 28/3/2003, με το 1813/2003 πρακτικό του δημοσίευσε την από 20/6/2001 φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, που απεβίωσε στις 16/12/2002 και με την 1421/2003 απόφαση του κήρυξε αυτήν κυρία. Με τη διαθήκη αυτή η αποβιώσασα εφέρετο να εγκαθιστά κληρονόμο τον Χ στο διαμέρισμα της στη ...... και συγκεκριμένα στο υπό στοιχεία Αε διαμέρισμα του Α πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ...... αρ. ..., επιφανείας 31,50 τ.μ. Η μηνύτρια Ψ, ανηψιά της αποβιωσάσης, με την από 14/2/2006 υπό κρίση μήνυση της κατήγγειλε ότι η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή και ότι καταρτίστηκε από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ή κάποιο τρίτο καθ' υπόδειξη του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος ισόποσο με την αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, τουλάχιστον 80.000 ευρώ, βλάπτοντας αυτήν. Αυτό δε γιατί η αποβιώσασα με την από 1/6/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 21/3/2003 με το 1675/2003 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την 1639/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, είχε εγκαταστήσει την ίδια (τη μηνύτρια) κληρονόμο του ανωτέρω διαμερίσματος. Συγχρόνως η μηνύτρια άσκησε κατά του κατηγορουμένου την από 31/3/2006 (αριθ. καταθ. 63172/06) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ως άκυρη η από 20/6/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας και να της καταβληθεί το ποσό των 10.850 ευρώ, ζημία που υπέστη από μισθώματα που απώλεσε.
Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία. Ισχυρίζεται: 1) ότι ο ίδιος, που σπούδαζε Ιατρική στο Ηράκλειο της Κρήτης μέχρι τον Ιούλιο του 2003, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την από 20/6/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, ούτε και κανένα ενδιαφέρον για το ακίνητο της ......, όποια αξία και αν έχει αυτό, η οποία ωστόσο κατ' αυτόν δεν υπερέβαινε κατά το χρόνο του θανάτου της διαθέτιδος το ποσό των 40.000 ευρώ. Η διαθήκη αυτή, που κατατέθηκε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών) εντός σφραγισμένου φακέλου από την μητέρα του ΣΤ δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου (στις 24/1/2003 (βλ. την αίτηση αυτή και την 493/2003 έκθεση καταθέσεώς της), παραδόθηκε σ' αυτήν τα Χριστούγεννα του 2002 εντός του ανωτέρω φακέλου από τον θείο της Ζ, μετά το θάνατο της συζύγου του διαθέτιδος και λίγες μέρες πριν πεθάνει και ο ίδιος. Τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους τόσο η μητέρα του ΣΤ, όσο και η Η, που βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορουμένου εκείνη την ημέρα. 2) ότι η ανωτέρω (από 20/6/2001) διαθήκη εξετάστηκε κατ' εντολή του από την ειδική δικαστική γραφολόγο Β, η οποία με την από 20/7/2006 γραφολογική γνωμοδότηση της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι καθόλα γνήσια και 3)ότι η φερόμενη ως από 1/6/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, με την οποία εγκαθίστατο ως κληρονόμος αυτής στο διαμέρισμα της ...... η Ψ, είναι νοθευμένη ως προς την ημερομηνία και χρονολογία καταρτίσεως της (δηλαδή 1/6/1999), η οποία έχει τεθεί από άλλο πρόσωπο και όχι από τη διαθέτιδα, με σκοπό να προσδοθεί κύρος και ισχύς στην εν λόγω διαθήκη. Θεωρεί δε ως πλαστογράφο τη μηνύτρια κατά της οποίας έχει υποβάλει την από 19/10/2006 μήνυση του. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται την από 12/3/2004 γραφολογική γνωμοδότηση της ειδικής γραφολόγου Δ, αλλά και την ανωτέρω από 20/7/2006 γραφολογική γνωμοδότηση της Β, σύμφωνα με τις οποίες η χρονολογία στην ανωτέρω διαθήκη δεν έχει χαραχτεί από το ίδιο πρόσωπο που χάραξε το υπόλοιπο κείμενο στη διαθήκη αυτή (δηλ. από την Ε), ούτε τον ίδιο χρόνο, αλλά από άλλο τρίτο πρόσωπο και σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν που γράφτηκε η υπόλοιπη διαθήκη.
Η μηνύτρια και η μητέρα της Θ (κουνιάδα της διαθέτιδος) καταθέτουν ότι η Ε, που δεν είχε παιδιά και αγαπούσε ιδιαίτερα τη Ψ, πολλά χρόνια πριν το θάνατο της τους είχε αναφέρει ότι ήθελε να αφήσει σ' αυτήν το ακίνητο της στη ...... . Κάποια στιγμή δε κρυφά από το σύζυγο της παρέδωσε στην Θ ένα φάκελο λέγοντας της ότι περιέχει τη διαθήκη της για το σπίτι αυτό και να την φυλάξει για να την χρησιμοποιήσει μετά το θάνατο της, πράγμα που εκείνη έκανε. Ο Κ, κουμπάρος της Ε, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με αυτήν και είχαν επαφές τόσο στη ......, όπου είχε διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία με αυτήν, όσο και στην Αθήνα, καταθέτει ότι η ανωτέρω του είχε εκμυστηρευτεί ότι το σπίτι της στη ...... θα το αφήσει στη Ψ. Επίσης η αποβιώσασα είχε πει στη σύζυγο του Λ, που δεν προσήλθε να καταθέσει, επειδή ήταν υπερήλικη και ασθενής, ότι συνέταξε σχετική διαθήκη και την έδωσε στη Ψ. Τέλος η ειδική γραφολόγος Α, που διορίστηκε πραγματογνώμονας από την 2η Τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών προκειμένου να πραγματοποιήσει γραφολογική διερεύνηση της από 20/6/2001 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας, στην από 13/12/2006 έκθεσή της καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε "δεν είναι γνήσια διαθήκη αυτής, αλλά πλαστή ως συνταχθείσα, χρονολογηθείσα και υπογραφείσα με χέρι διάφορο της ως άνω γραφέως... Η δε υπογραφή ως "Ε" στο τέλος αυτής σχηματίζεται με εσφαλμένη απόδοση των γραμμάτων της υπογραφής στο Δελτίο ταυτότητας της φερομένης ως διαθέτιδος, καθώς και με λανθασμένη επίσης, προσθήκη της παύλας μεταξύ του ονόματος "......" και "......". Κατά παράβαση, τόσο του συνήθως συμβαίνοντος (μεταξύ ομοιογενών ενδείξεων), όσο και των αντιστοίχων γραφικών συνηθειών της Ε, συμφώνως προς τις οποίες η παύλα (-) τίθεται μεταξύ των δύο επιθέτων αυτής και όχι μεταξύ του ονόματος και του επιθέτου της".
V. Oι παραπάνω παραδοχές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον σχετικό λόγο αναίρεσης, στην Εισαγγελική πρόταση, ο συντάκτης της περιορίζεται αρχικώς να εκθέσει τη θέση του κατηγορουμένου ότι η κρίσιμη διαθήκη είναι γνήσια ή σε κάθε περίπτωση ο ίδιος δεν είχε σχέση με την σύνταξή της και να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν αποδεικτικά τους ισχυρισμούς αυτούς και στη συνέχεια τη θέση της μηνύτριας περί πλαστότητας της διαθήκης και την λεπτομερή αναφορά των αποδεικτικών μέσων που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό. Στη συνέχεια και χωρίς να εκτίθεται οποιαδήποτε κρίση, σκέψη ή συλλογισμός γενικότερα, από το οποίο να προκύπτει η συναξιολόγηση και συνεκτίμηση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται, προχωρά απευθείας στην "κρίση" περί ύπαρξης "σοβαρών ενδείξεων ενοχής" σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου στην απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης. Στο κρίσιμο λοιπόν σημείο, δηλαδή στο γιατί γίνεται δεκτή η θέση της μηνύτριας για πλαστότητα και όχι η θέση του κατηγορουμένου για γνησιότητα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια και λογικό κενό σε σχέση με το "συμπέρασμα" για ύπαρξη "σοβαρών ενδείξεων ενοχής". Περαιτέρω όμως ανακύπτει ζήτημα ασάφειας και στο εξής θέμα, που δημιουργεί ζήτημα εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 216 παρ. 1, 3 ΠΚ, δεδομένου ότι ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξης στηρίζεται αποκλειστικώς στην παραδοχή ότι το επιδιωχθέν παράνομο όφελος υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Και για το ζήτημα αυτό καμία σκέψη δεν υπάρχει στην Εισαγγελική πρόταση που υιοθετήθηκε στο σύνολό της από το Συμβούλιο. 'Ετσι ο συντάκτης της πρότασης περιορίζεται στο να εκθέσει την θέση του κατηγορουμένου ότι η αξία του κρίσιμου ακινήτου ήταν 40.000 ευρώ και στη συνέχεια τη θέση της μηνύτριας ότι η αξία ανέρχεται σε 80.000 ευρώ κα προτείνει την παραπομπή του κατηγορουμένου για κακούργημα, υιοθετώντας προφανώς την εκδοχή της μηνύτριας χωρίς όμως οποιαδήποτε σκέψη ή συλλογισμό ή επιχείρημα που να στηρίζει την εκδοχή αυτή. 'Ετσι, η έλλειψη αιτιολογίας για το κρίσιμο αυτό ζήτημα και δεδομένου ότι ως "πλημμέλημα" η πράξη θα είχε υποκύψει ήδη σε παραγραφή λόγω παρέλευσης πενταετίας από την τέλεσή του, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ στην κρινομένη περίπτωση και ως εκ τούτου το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, λόγω της εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος στο σκεπτικό υπάρχει η εξής λογική αντίφαση. Η πράξη της πλαστογραφίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, φέρεται να έχει τελεστεί ".... εντός του μηνός Μαρτίου 2003....." (βλ. διατακτικό). Με το προσβαλλόμενο βούλευμα επικυρώνεται η παραπομπή για την πράξη αυτή, με την απόρριψη ως αβάσιμης της έφεσης, αν και στην Εισαγγελική πρόταση, που αποτελεί την αιτιολογία του βουλεύματος όπως αναφέρω, υπάρχει ρητή παραδοχή, με ειδική αναφορά στα σχετικά έγγραφα, ότι η κρίσιμη διαθήκη κατατέθηκε για δημοσίευση στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 24-1-2003 (βλ. σκεπτικό). Αποτελεί λοιπόν τουλάχιστον λογική αντίφαση, το να υπάρχει αυτή η παραδοχή και ταυτοχρόνως το Συμβούλιο να δέχεται ότι υπάρχουν "σοβαρές ενδείξεις ενοχής" και να επικυρώνεται η παραπομπή για κατηγορία (πράξη), που φέρεται να έχει τελεστεί "εντός του Μαρτίου 2003".
VI. Aπό τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι βάσιμοι στην ουσία τους οι λόγοι αναίρεσης, τόσον της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ), όσον και της εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484 παρ. 1β' ΚΠΔ) και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και η υπόθεση να τεθεί στο σύνολό της υπό νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο που εξέδωσε το 461/2008 βούλευμα, χωρίς τη συμμετοχή των ιδίων δικαστών.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να γίνει δεκτή η 71/15-4-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, δια του πληρεξουσίου του Δημητρίου Σωτηρόπουλου, κατά του 461/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. Και
ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών.
Αθήνα 20 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο, καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Η ως άνω ειδική αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει και στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται οι κρίσεις του Συμβουλίου. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει αδύνατος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, χωρίς οποιαδήποτε δική του σκέψη, αλλά με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε αυτά που περιλαμβάνονται στην άνω πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και έχουν κατά λέξη ως εξής: ? "Από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου Α, τις γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών γραφολόγων Β, Γ και Δκαι τα υπόλοιπα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του της 28/3/2003, με το 1813/2003 πρακτικό του δημοσίευσε την από 20/6/2001 φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, που απεβίωσε στις 16/12/2002 και με την 1421/2003 απόφαση του κήρυξε αυτήν κυρία. Με τη διαθήκη αυτή η αποβιώσασα εφέρετο να εγκαθιστά κληρονόμο τον Χ στο διαμέρισμά της στη ...... και συγκεκριμένα στο υπό στοιχεία Αε διαμέρισμα του Α πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ...... αρ. ..., επιφανείας 31,50 τ.μ. Η μηνύτρια Ψ, ανηψιά της αποβιωσάσης, με την από 14/2/2006 υπό κρίση μήνυσή της κατήγγειλε ότι η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή και ότι καταρτίστηκε από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ή κάποιο τρίτο καθ' υπόδειξή του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος ισόποσο με την αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, τουλάχιστον 80.000 ευρώ, βλάπτοντας αυτήν. Αυτό δε, γιατί η αποβιώσασα με την από 1/6/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 21/3/2003 με το 1675/2003 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την 1639/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, είχε εγκαταστήσει την ίδια (τη μηνύτρια) κληρονόμο του ανωτέρω διαμερίσματος. Συγχρόνως, η μηνύτρια άσκησε κατά του κατηγορουμένου την από 31/3/2006 (αριθ. καταθ. 63172/06) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ως άκυρη η από 20/6/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας και να της καταβληθεί το ποσό των 10.850 ευρώ, ζημία που υπέστη από μισθώματα που απώλεσε. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία. Ισχυρίζεται: 1) ότι ο ίδιος, που σπούδαζε Ιατρική στο Ηράκλειο της Κρήτης μέχρι τον Ιούλιο του 2003, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την από 20/6/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, ούτε και κανένα ενδιαφέρον για το ακίνητο της ......, όποια αξία και αν έχει αυτό, η οποία ωστόσο κατ' αυτόν δεν υπερέβαινε κατά το χρόνο του θανάτου της διαθέτιδος το ποσό των 40.000 ευρώ. Η διαθήκη αυτή, που κατατέθηκε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών) εντός σφραγισμένου φακέλου από την μητέρα του ΣΤ δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου στις 24/1/2003 (βλ. την αίτηση αυτή και την 493/2003 έκθεση καταθέσεώς της), παραδόθηκε σ' αυτήν τα Χριστούγεννα του 2002 εντός του ανωτέρω φακέλου από τον θείο της Ζ, μετά το θάνατο της συζύγου του διαθέτιδος και λίγες μέρες πριν πεθάνει και ο ίδιος. Τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους τόσο η μητέρα του ΣΤ, όσο και η Η, που βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορουμένου εκείνη την ημέρα, 2) ότι η ανωτέρω (από 20/6/2001) διαθήκη εξετάστηκε κατ' εντολή του από την ειδική δικαστική γραφολόγο Β, η οποία με την από 20/7/2006 γραφολογική γνωμοδότηση της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι καθόλα γνήσια και 3) ότΐ η φερόμενη ως από 1/6/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε, με την οποία εγκαθίστατο ως κληρονόμος αυτής στο διαμέρισμα της ...... η Ψ είναι νοθευμένη ως προς την ημερομηνία και χρονολογία καταρτίσεώς της (δηλαδή 1/6/1999), η οποία έχει τεθεί από άλλο πρόσωπο και όχι από τη διαθέτιδα, με σκοπό να προσδοθεί κύρος και ισχύς στην εν λόγω διαθήκη. Θεωρεί δε ως πλαστογράφο τη μηνύτρια κατά της οποίας έχει υποβάλει την από 19/10/2006 μήνυσή του. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού, επικαλείται την από 12/3/2004 γραφολογική γνωμοδότηση της ειδικής γραφολόγου Δ, αλλά και την ανωτέρω από 20/7/2006 γραφολογική γνωμοδότηση της Β, σύμφωνα με τις οποίες η χρονολογία στην ανωτέρω διαθήκη δεν έχει χαραχτεί από το ίδιο πρόσωπο που χάραξε το υπόλοιπο κείμενο στη διαθήκη αυτή (δηλ. από την Ε), ούτε τον ίδιο χρόνο, αλλά από άλλο τρίτο πρόσωπο και σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν που γράφτηκε η υπόλοιπη διαθήκη. Η μηνύτρια και η μητέρα της Θ (κουνιάδα της διαθέτιδος) καταθέτουν ότι η Ε, που δεν είχε παιδιά και αγαπούσε ιδιαίτερα τη Ψ, πολλά χρόνια πριν το θάνατό της τους είχε αναφέρει ότι ήθελε να αφήσει σ' αυτήν το ακίνητό της στη ...... . Κάποια στιγμή δε, κρυφά από το σύζυγο της, παρέδωσε στην Θ ένα φάκελο, λέγοντάς της ότι περιέχει τη διαθήκη της για το σπίτι αυτό και να την φυλάξει για να την χρησιμοποιήσει μετά το θάνατό της, πράγμα που εκείνη έκανε. Ο Κ, κουμπάρος της Ε, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με αυτήν και είχαν επαφές τόσο στη ......, όπου είχε διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία με αυτήν, όσο και στην Αθήνα, καταθέτει ότι η ανωτέρω του είχε εκμυστηρευτεί ότι το σπίτι της στη ...... θα το αφήσει στη Ψ. Επίσης η αποβιώσασα είχε πει στη σύζυγό του Λ, που δεν προσήλθε να καταθέσει, επειδή ήταν υπερήλικη και ασθενής, ότι συνέταξε σχετική διαθήκη και την έδωσε στη Ψ. Τέλος η ειδική γραφολόγος Α, που διορίστηκε πραγματογνώμονας από την 2η Τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών προκειμένου να πραγματοποιήσει γραφολογική διερεύνηση της από 20/6/2001 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας, στην από 13/12/2006 έκθεσή της καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε "δεν είναι γνήσια διαθήκη αυτής, αλλά πλαστή ως συνταχθείσα, χρονολογηθείσα και υπογραφείσα με χέρι διάφορο της ως άνω γραφέως. Η δε υπογραφή ως "Ε" στο τέλος αυτής σχηματίζεται με εσφαλμένη απόδοση των γραμμάτων της υπογραφής στο Δελτίο ταυτότητας της φερομένης ως διαθέτιδος, καθώς και με λανθασμένη επίσης, προσθήκη της παύλας μεταξύ του ονόματος "......" και "......". Κατά παράβαση, τόσο του συνήθως συμβαίνοντος (μεταξύ ομοιογενών ενδείξεων), όσο και των αντιστοίχων γραφικών συνηθειών της Ε, συμφώνως προς τις οποίες η παύλα (-) τίθεται μεταξύ των δύο επιθέτων αυτής και όχι μεταξύ του ονόματος και του επιθέτου της". Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως σοβαρές οι ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμεθα.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα". Οι παραπάνω παραδοχές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον σχετικό λόγο αναιρέσεως, στην Εισαγγελική πρόταση, ο συντάκτης της περιορίζεται αρχικώς να εκθέσει τη θέση του κατηγορουμένου ότι η κρίσιμη διαθήκη είναι γνήσια ή σε κάθε περίπτωση ο ίδιος δεν είχε σχέση με την σύνταξή της και να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν αποδεικτικά τους ισχυρισμούς αυτούς και στη συνέχεια τη θέση της μηνύτριας περί πλαστότητας της διαθήκης και την λεπτομερή αναφορά των αποδεικτικών μέσων που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό. Στη συνέχεια και χωρίς να εκτίθεται οποιαδήποτε κρίση, σκέψη ή συλλογισμός γενικότερα, από το οποίο να προκύπτει η συναξιολόγηση και συνεκτίμηση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται, προχωρά απευθείας στην "κρίση" περί ύπαρξης "σοβαρών ενδείξεων ενοχής" σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου στην απόρριψη της εφέσεως ως αβάσιμης. Στο κρίσιμο λοιπόν σημείο, δηλαδή στο γιατί γίνεται δεκτή η θέση της μηνύτριας για πλαστότητα και όχι η θέση του κατηγορουμένου για γνησιότητα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια και λογικό κενό σε σχέση με το "συμπέρασμα" για ύπαρξη "σοβαρών ενδείξεων ενοχής". Περαιτέρω όμως, ανακύπτει ζήτημα ασάφειας και στο εξής θέμα, που δημιουργεί ζήτημα εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 216 παρ. 1, 3 ΠΚ, δεδομένου ότι ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως στηρίζεται αποκλειστικώς στην παραδοχή ότι το επιδιωχθέν παράνομο όφελος υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Και για το ζήτημα αυτό καμία σκέψη δεν υπάρχει στην Εισαγγελική πρόταση που υιοθετήθηκε στο σύνολό της από το Συμβούλιο. Έτσι ο συντάκτης της προτάσεως περιορίζεται στο να εκθέσει την θέση του κατηγορουμένου ότι η αξία του κρίσιμου ακινήτου ήταν 40.000 ευρώ και στη συνέχεια τη θέση της μηνύτριας ότι η αξία ανέρχεται σε 80.000 ευρώ και προτείνει την παραπομπή του κατηγορουμένου για κακούργημα, υιοθετώντας προφανώς την εκδοχή της μηνύτριας, χωρίς όμως οποιαδήποτε σκέψη ή συλλογισμό ή επιχείρημα που να στηρίζει την εκδοχή αυτή. Έτσι, η έλλειψη αιτιολογίας για το κρίσιμο αυτό ζήτημα και δεδομένου ότι ως "πλημμέλημα" η πράξη θα είχε υποκύψει ήδη σε παραγραφή λόγω παρέλευσης πενταετίας από την τέλεση του, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ στην κρινομένη περίπτωση και ως εκ τούτου το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως, λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεις της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος στο σκεπτικό υπάρχει η εξής λογική αντίφαση. Η πράξη της πλαστογραφίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, φέρεται να έχει τελεστεί ".... εντός του μηνός Μαρτίου 2003" (βλ. διατακτικό). Με το προσβαλλόμενο βούλευμα επικυρώνεται η παραπομπή για την πράξη αυτή, με την απόρριψη ως αβάσιμης της εφέσεως, αν και στην Εισαγγελική πρόταση, που αποτελεί την αιτιολογία του βουλεύματος, όπως αναφέρθηκε, υπάρχει ρητή παραδοχή, με ειδική αναφορά στα σχετικά έγγραφα, ότι η κρίσιμη διαθήκη κατατέθηκε για δημοσίευση στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 24-1-2003 (βλ. σκεπτικό). Αποτελεί, συνεπώς, τουλάχιστον λογική αντίφαση, το να υπάρχει αυτή η παραδοχή και ταυτοχρόνως το Συμβούλιο να δέχεται ότι υπάρχουν "σοβαρές ενδείξεις ενοχής" και να επικυρώνεται η παραπομπή για κατηγορία (πράξη), που φέρεται να έχει τελεστεί "εντός του Μαρτίου 2003". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι βάσιμοι στην ουσία τους οι λόγοι αναιρέσεως, τόσον της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ), όσον και της εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ) και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και η υπόθεση να παραπεμφθεί στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο που εξέδωσε το 461/2008 βούλευμα, χωρίς τη συμμετοχή των ιδίων δικαστών (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το με αριθμό 461/2008 παραπεμπτικό Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία κακουργηματική και χρήση πλαστού, με όφελος υπερβαίνον τις 73.000 ευρώ. Το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψεν ουσία έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που παραπέμπεται με το πρωτόδικο βούλευμα. Δέχεται ως βάσιμους τους από το άρθρο 484 παρ. 1 β, δ του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και για ασάφειες, λογικά κενά και αντιφάσεις των σκέψεων της Εισαγγελικής προτάσεως, στην οποίαν καθ’ ολοκληρίαν, χωρίς δικές του σκέψεις αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε σχετική έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και αναιρεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπει για νέα κρίση την υπόθεση στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 944/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 24150/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1460/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να κηρυχθεί αθώα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α)τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β)έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δραχμές, γ)ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον, αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δραχμές. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδ. α' του Ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών, δεν υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή τα 2.000.000 δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 24150/2007 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για κατ' εξακολούθηση μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρ. 26 παρ1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ, 25 παρ. 1 γ' Ν. 1882/1990, όπως αντικατ. με άρθρο 23 παρ. 1, 2 Ν. 2523/1997), δεχθέντος ειδικότερον, ανελέγκτως, του ως άνω Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που τις αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι αυτή, η οποία ήταν ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας με την επωνυμία "...... & ΣΙΑ ΟΕ" και συνεπώς συνυπόχρεης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 25 εδ. β' Ν. 1882/1990 για τις οφειλές της εν λόγω εταιρίας παραβίασε ηθελημένα την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ Βύρωνος υπέρ του Δημοσίου και δεν κατέβαλε τα ποσά 1) 415.680 δρχ. που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, που ήταν καταβλητέο σε 2 μηνιαίες δόσεις ήτοι 30-3-1999 και 30-4-1999, 2) ποσό 416.680 δρχ. που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, καταβλητέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, 31-3-1999 και 30-4-1999, 3) 415.680 δρχ. που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, καταβλητέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, 31-3-1999 και 30-4-1999 και 4) ποσό 64.321.536 δρχ. που αφορά ΦΠΑ, καταβλητέο εφάπαξ 26-2-1999, 26-2-1999, 27-4-1999, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών για τα επιμέρους ποσά, όπως αναλυτικά προκύπτουν από τον προσκομιζόμενο πίνακα χρεών, Πρέπει επομένως η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της ως άνω πράξης, κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την υπ' αρ. 4 μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ύψους 64.321.536 δραχμών, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ, το αργότερο μέχρι τις 27-4-1999, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικού ποινικού διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, Ειδικότερα, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία ήταν υπόχρεη στην καταβολή του ως άνω ποσού, η αρχή που προέβη στη βεβαίωση, το ύψος του, ο τρόπος καταβολής του (εφάπαξ) και η πάροδος δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αναφορικά με το ως άνω χρέος των 64.321.536 δραχ. προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όμως, αναφορικά με τις μερικότερες, υπό στοιχεία 1-2-3, πράξεις μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 30-4-1999 και αφορούν οφειλές από Κ.Β.Σ, ποσών 415.680 δραχμών εκάστης, δηλαδή ποσών φόρων που σε οποιαδήποτε περίπτωση, είτε εμπίπτουν στην κατηγορία των παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων, είτε στην κατηγορία των λοιπών φόρων, ήταν κατώτερα του προβλεπόμενου από το άνω άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 ορίου (1.000.000 ή 2.000.000 δραχμών αντιστοίχως), που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και συνεπώς, δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη. Η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την ύπαρξη αξιοποίνου και για τις μερικότερες αυτές πράξεις, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του ως άνω νόμου και συγχρόνως στερείται αιτιολογίας και συνεπώς, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος αυτό, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί η αναιρεσείουσα αθώα των πράξεων αυτών.
ΙΙΙ.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β', 511 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003) και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική δίωξη της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος εφόσον διαπιστώνει τη συμπλήρωσή της μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και δεχθεί ως βάσιμο ένα λόγο αυτής, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής του χρέους των 64.321.536 δραχμών, από το χρόνο της παρόδου του διμήνου από τότε που έπρεπε να καταβληθεί στη Δ.Ο.Υ Βύρωνος και μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, παρήλθε πράγματι χρονικό διάστημα, συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής (λαμβανομένου υπόψη ότι επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη το κλητήριο θέσπισμα στις 2.2.2001, όπως διαλαμβάνεται στην υπ' αρ. 30943/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό), πολύ μεγαλύτερο της οκταετίας. Όμως, παρά την ουσιαστική παραδοχή ενός λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή όλων των επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για τους εξής λόγους. Πρώτον, διότι, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της, ως προς την παραγραφή (Ολ. ΑΠ 5/2002). Δεύτερον, διότι, μετά την απόρριψη των λόγων αναίρεσης, που αφορούν το ως άνω χρέος των 645.321.536 δραχμών της υπ' αρ. 4 μερικότερης, ως άνω, πράξης του αναφερθέντος κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό, έχει καταστεί αμετάκλητη και άρα δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή του αξιοποίνου και της πράξης αυτής. Μετά την μερική αναίρεση της προσβαλλόμένης και την κήρυξη αθώας της αναιρεσίβλητης, για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, πρέπει η προσβαλλομένη να αναιρεθεί και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, αφού, στον καθορισμό αυτής, λήφθηκαν υπόψη και οι μερικότερες αυτές πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 24150/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κηρύσσει αθώα την κατηγορουμένη Χ του ότι στην ......, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-1999 έως 30-4-1999, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ Βύρωνος υπέρ του Δημοσίου και ειδικότερα δεν κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: α) 415.860 δραχμών που ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις την 30-3-1999 και 30-4-1999, β) 415.860 δραχμών, που ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, των 31-3-1999 και 30-4-1999 και γ) 415.860 δραχμών, που ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, την 31-3-1999 και την 30-4-1999.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αρ. 498/2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αρ. 24150/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατ’ εξακολούθηση μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναιρεί εν μέρει απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997. Κηρύσσει αθώα. Παραπέμπει ως προς επιμέτρηση ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 931/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε, 2. Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο, περί αναιρέσεως της 144, 145, 146, 147/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1209/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεση παραίτησης του Χ1, που δήλωσε ότι παραιτείται από την 17 Ιουνίου 2008 αίτηση αναίρεσης, κατά της ως άνω αποφάσεως, πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσείων Χ1, με την από 15/12/2008 δήλωσή του ιδίου, που έγινε ενώπιον του Διευθυντή της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας και για την οποία συντάχθηκε η από 17-12-2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 17-6-2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-6-2008, για αναίρεση της με αριθμ. 144,145,146,147/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο, ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα αυτό τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, και, κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της προπαρασκευαστικής και της κύριας, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως, προβάλουν απόλυτη ακυρότητα, η οποία αναφέρεται σε άκυρες πράξεις της προδικασίας, και συγκεκριμένα απόλυτη ακυρότητα που δημιουργήθηκε κατά τη διενεργηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αυτεπάγγελτη προανάκριση, συνίσταται δε στην, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 170, 171 περ.1 δ και 183 του ΚΠοινΔ και 11 Ν. 5351/1932,κατά τη σύνταξη του από 19-5-2000 και από 8-9-2000 πρωτοκόλλου εκτιμήσεως της εμπορικής αξίας των κατασχεθέντων αρχαίων νομισμάτων και αντικειμένων παρανόμως συγκροτηθεισών επιτροπών, λόγω μη συμμετοχής μέλους του Αρχαιολογικού Συμβουλίου και λόγω μη γνωστοποιήσεως των ονομάτων των επιτροπών στους κατηγορούμενους για να ασκήσουν τα δικαιώματα εξαιρέσεως και διορισμού τεχνικού συμβούλου, με αποτέλεσμα οι προανακριτικές αυτές πράξεις να αξιοποιηθούν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία στο ακροατήριο, αφού τούτο ανέγνωσε τα άνω πρωτόκολλα εκτιμήσεως της αξίας των αρχαίων και σχημάτισε την περί ενοχής κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Όμως, η από τις αναφερόμενες παραλείψεις δημιουργούμενη απόλυτη ακυρότητα, και υπό την εκδοχή ότι πράγματι εμφιλοχώρησε τέτοια, ανάγεται στην προδικασία και, ως τέτοια, έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορούμενων στο ακροατήριο και όχι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού η ακυρότητα αυτή, κατά το άρθρο 173 παρ.2 και 174 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, έχει πλέον καλυφθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (α σκέλος), περί απόλυτης ακυρότητας πράξεων αναγόμενων στην προδικασία από το άρθρο 171 του ΚΠοινΔ, μη δυνάμενος να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του αυτού Κώδικα και ιδία του υπό στοιχ. Α λόγου, είναι αβάσιμος. (ΑΠ 809/2008).
Κατά το άρθρο 1 εδ. α' Ν. 5351/1932, στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Κράτους ανήκουν όλα τα αρχαία, που βρίσκονται στην Ελλάδα από τους αρχαιοτάτους χρόνους και εφεξής, ενώ κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως αρχαία λογίζονται όλα ανεξαιρέτως τα έργα τέχνης, όπως εξειδικεύονται σ' αυτό. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 5 και 6 του ίδιου νόμου, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο γίνεται κάτοχος των κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 του ίδιου νόμου αρχαίων αντικειμένων, οφείλει να δηλώσει αυτά στην πλησιέστερη αστυνομική ή αρχαιολογική αρχή εντός 15 ημερών αφότου περιήλθε το αρχαίο στην κατοχή του, αυτός δε που παραλείπει πέρα από το δίμηνο να δηλώσει την κατοχή του αρχαίου προς το σκοπό παράνομης διάθεσης αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μέχρι έξι μηνών και χρηματική ποινή 1.000 έως 4.000 δραχμών. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του αρ. 375 του Π. Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, η οποία είναι επιεικέστερη εκείνης του αρ. 14 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι ξένο, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης κατά την οποία ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή και ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Το τελευτ. εδάφιο β του άρθρου 375 παρ.1 του ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 α του Ν. 2721/3-6-1999, που ορίζει "Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Περαιτέρω κατά το άρθρο 54 του ν. 3028/2002 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα) αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαιρέσεως μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Τόσο ο ν. 1608/1950 όσο και ο ν. 3028/2002 δεν καθιερώνουν αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλουν τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 του πρώτου και στα άρθρα 53, 54 και 55 του δεύτερου, αλλά απλώς επαυξάνουν υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις ποινές των εγκλημάτων αυτών. Ακόμα περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ που προβλέπει την αναδρομική ισχύει του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος όπως ίσχυε περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Το νόμο αυτόν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο, εφόσον ίσχυσε πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεώς του, γιατί αλλιώς υποπίπτει στην κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνης του άρθρου 54 του Ν. 3028/2002, που είναι επιεικέστερη και εφαρμοστέα, κατ'άρθρον 2 ΠΚ, και για τις προ της 3-6-1999 τελεσθείσες πράξεις, προκύπτει ότι εκείνος, ο οποίος γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο κάτοχος αρχαίου αντικειμένου, το οποίο, κατά τα άρθρα 1 και 2 του ως άνω νόμου, ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, εκτός των αδικημάτων που διαπράττει από τη μη δήλωση τούτου μέσα στις ως άνω προθεσμίες, τελεί και το έγκλημα της υπεξαιρέσεως από τη στιγμή που εκδηλώνει πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως. Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αυτής, η οποία είναι έγκλημα στιγμιαίο, θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη αυτή ιδιοποίηση του αρχαίου αντικειμένου, δηλαδή που πραγματώνεται η εξωτερική πράξη, με την οποία αναιρείται οριστικά η εξουσία του ιδιοκτήτη στο πράγμα. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται το ξένο κινητό αρχαίο πράγμα να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία και να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθόν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, "όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο, να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που είχε προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ 1)", αν δε οι πράξεις που προβλέπει η πρώτη παράγραφος έγιναν, εκτός των άλλων, από περισσότερους, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της αντιστάσεως, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξεως της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτή. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλής βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται, τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. α του αυτού Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Υπάλληλος επομένως είναι και ο αστυνομικός υπάλληλος.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι εκείνες που απορρίπτουν υποβαλλόμενο αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Από το καλοκαίρι του έτους 1999 υπήρχαν πληροφορίες στο Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, ότι οι κατηγορούμενοι έχουν στην κατοχή τους μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων και αναζητούν αγοραστές αυτών. Περί τα μέσα του μηνός Απριλίου 2000, ο 3ος τούτων, Χ3 πήγε σε ξενοδοχείο στο ... της ..., όπου είχε συνάντηση με κάποια άτομα και μετά 10 ημέρες ξαναπήγε στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου είχε συνάντηση με 2 άτομα, πιθανώς αλλοδαπούς. Στη συνεχεία πήγε τα άτομα αυτά σε πολυκατοικία της οδού ... αρ. ..., στην ..., όπου κατοικούν σε τρία οροφοδιαμερίσματα όλοι οι κατηγορούμενοι, ήτοι ο Χ2 στον 1° όροφο, ο Χ1 στον 2° όροφο και ο Χ3 στον 3° όροφο. Τα άτομα αυτά, αφού παρέμειναν επί αρκετή ώρα, έφυγαν. Τις ανωτέρω κινήσεις τους διαπίστωσε ο μάρτυρας αστυνομικός ΑΑ, ο οποίος παρακολουθούσε τους κατηγορούμενους, αλλά τις δέχεται και ο 3ος κατηγορούμενος στην από 17-5-2000 προανακριτική απολογία του στο τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Δ.Α.Α. Την 15-5-2000, οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στην ..., με αυτοκίνητο του 2ου τούτων, και οι Χ2 και Χ3 επέστρεψαν το βράδυ με το ίδιο αυτοκίνητο, ενώ ο 1ος τούτων Χ1 παρέμεινε στην ... και διανυκτέρευσε στο ξενοδοχείο ..., προκειμένου να συναντηθεί την επόμενη ημέρα με τον άνθρωπο που θα πλήρωνε το τίμημα, όταν τα υπόλοιπα αδέλφια του θα παρέδιδαν τα Αρχαία στην ..., στον αγοραστή. Την επόμενη ημέρα (16-5-2000) ο Χ1, αφού περιφέρθηκε για λίγο στην ..., πήγε με ΤΑΧΙ στην ..., έχοντας μαζί του ένα καινούργιο και άδειο σακ βουαγιάζ, προκειμένου να τοποθετήσει τα χρήματα εκ της πωλήσεως. Εκεί συναντήθηκε σε μια καφετέρια με ένα από τα άτομα, που είχαν συναντήσει και οι αδελφοί του στην ..., και του έδωσε ένα χαρτί, και το άτομο αυτό εισήλθε στην Τράπεζα "CITIΒΑΝΚ", που βρισκόταν απέναντι από την καφετέρια. Εξ άλλου, στην ..., το άλλο άτομο, απ' αυτά που είχαν επισκεφθεί το σπίτι των κατηγορουμένων και είχε συναντηθεί με τον Χ3 στο ξενοδοχείο του ..., ήλθε στο κατάστημα των κατηγορουμένων στην οδό ... αρ. ... στην ..., και μαζί με τον Χ3 πήγαν στην πολυκατοικία των κατηγορουμένων και εισήλθαν σ' αυτήν. Μετά από λίγο εισήλθαν στην ίδια πολυκατοικία και οι αστυνομικοί ΒΒ και ΓΓ, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους. Ενώ ο αστυνομικός ΓΓ αφουγκραζόταν στην πόρτα του διαμερίσματος του 1ου ορόφου, άκουσε φωνή, που έλεγε "Ναι, είμαστε εντάξει, τα αντικείμενα είναι όλα εδώ, να δώσετε τα χρήματα". Τότε άνοιξε η πόρτα και φάνηκαν ο Χ3 και ο αλλοδαπός. Ο αστυνομικός ΓΓ φώναξε "ακίνητοι, Αστυνομία" και προσπάθησε να τους συλλάβει, αλλά αυτοί όρμησαν πάνω του, τον απώθησαν και πέτυχαν την διαφυγή του αλλοδαπού. Η πάλη των 2ου και 3ου των κατηγορουμένων συνεχίστηκε και όταν κατέφθασε και ο Υπαστυνόμος ΒΒ και τους επιδείχθηκαν και οι ταυτότητες των Αστυνομικών, και ήταν τόσο ισχυρή η αντίσταση τους και βίαια τα κτυπήματα τους κατά των Αστυνομικών, ώστε να καταστεί αδύνατη η σύλληψη τους παρά μόνον με τη συνδρομή και άλλων αστυνομικών, που κλήθηκαν για τον σκοπό αυτό. Να σημειωθεί ότι, σι άνω κατηγορούμενοι, προκειμένου να νομιστεί ότι οι Αστυνομικοί είναι κλέφτες και να τους ακινητοποιήσουν οι γείτονες, για να προλάβουν αυτοί (οι άνω κατηγορούμενοι) να κρύψουν τα Αρχαία, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά προς βοήθεια τους γείτονες τους: "βοήθεια, κλέφτες και ληστές", παρότι η Αστυνομία είχε προηγουμένως γνωστοποιήσει τις ιδιότητες τους και είχε επιδείξει και τις ταυτότητες των Αστυνομικών. Μετά τη σύλληψη των άνω κατηγορουμένων, και την νομότυπη έρευνα, βρέθηκε στο διαμέρισμα του Χ2 μια τσάντα, που περιείχε τα αναφερόμενα στην από 16-5-2000 έκθεση κατασχέσεως κατ το διατακτικό αναφερόμενα αρχαία αντικείμενα, επιμελώς συσκευασμένα και τακτοποιημένα κατά ομάδες και είδη και στο διαμέρισμα του Χ3 άλλο αρχαίο αντικείμενο, αναφερόμενο στην έκθεση κατάσχεσης καίσιο διατακτικό, το οποίο, θα πωλούσαν παράνομα στο μέλλον. Μετά την σύλληψη των δύο, ως άνω αδελφών, ειδοποιήθηκε και ο αστυνομικός ΔΔ, που παρακολουθούσε τον, Χ1 στην ... και τον συνέλαβε, ενώ το άλλο άτομο αντιλήφθηκε τη σύλληψη και εξαφανίστηκε από την Τράπεζα. Τα κατασχεθέντα κινητά πράγματα, που αναφέρονται, στο από 19-5-2000 πρωτόκολλο εκτίμησης κατασχεθέντων νομισμάτων (πλην των Τουρκικών φλουριών) και στο από 8-9-2000 πρακτικό εκτίμησης κατασχεθέντων αρχαίων είναι Αρχαία, κατά την έννοια του Νόμου, γιατί αποτελούν έργα τέχνης, που χρονολογούνται από την πρώιμη εποχή του χαλκού (έτος 10.000 π.Χ.), μέχρι το έτος 1453 μ.Χ., είναι δε μνημεία τα οποία έχουν ανεκτίμητη αρχαιολογική και ιστορική αξία, υπήρχαν δε στην Ελληνική γη, στην οποία και βρέθηκαν και η εμπορική τους αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αφού ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 191.524.000 δρχ. Ειδικώτερα, τα αρχαία νομίσματα (πλην των Τουρκικών), ανήκαν στον 4ο μέχρι 3ο" αιώνα π.Χ. και η εμπορική τους αξία ανερχόταν σε 200.000 δρχ. Τα υπόλοιπα αρχαία κινητά μνημεία, που αναφέρονται στο άνω πρακτικό εκτίμησης αρχαίων και στο διατακτικό, είναι χρυσά κοσμήματα, και εργαλεία καθώς και σκευή, ειδώλια, και άλλα μικροαντικείμενα από κάθε ύλη, και η εμπορική τους αξία ανέρχεται σε 191.324.000 δρχ. Η αξία τους καθορίστηκε νόμιμα από τις συνεστημένες νομότυπα και αρμόδιες κατά Νόμο (αρθρ. 11 Ν. 5351/1932) τριμελείς επιτροπές που ορίστηκαν, με τις υπ' αριθ. 21027/1554/9-6-1999 και 25398/1865/18-8-2000 αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού. Η αξία τους αυτή είναι συνάρτηση της γνησιότητάς τους και της αυθεντικότητας τους, οι οποίες τίθενται ως προϋπόθεση του συγκεκριμένου εγκλήματος και συνεπώς το αίτημα των κατηγορουμένων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με τους ως άνω σκοπούς, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα Αρχαία αυτά βρέθηκαν σε ελληνικό έδαφος (βλ. απολογία κατηγορουμένου Χ3 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ήταν πολύ παλιά, από τη ...) και κατά την έννοια του Νόμου ανήκουν στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 1,2 Ν. 5351/1932 και 21 Ν. 3028/2002) και περιήλθαν στους κατηγορούμενους με άγνωστο τρόπο, τον Μάιο 1999, αυτοί δε εκδήλωσαν από τότε πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι τα αντικείμενα αυτά ανήκαν στον πατέρα τους, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1980 και έκτοτε τα κληρονόμησαν αυτοί και είχαν σκοπό να τα παραδώσουν στο κράτος, είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ως αληθής, αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κινήθηκαν για την πώληση των Αρχαίων από το 1999 και όχι από το 1980.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την υπεξαίρεση από κοινού σε βάρος του Δημοσίου αρχαίων αντικειμένων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, οι δε Χ2 και Χ3 προσέτι και της αντίστασης, με την παραδοχή του ελαφρυντικού ότι όλοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους. Το έτερο ζητούμενο ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, παρά το συμπτωματικώς λευκό ποινικό μητρώο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί διήγαν έντιμον βίον, αλλά ασχολούντο με παράνομες πράξεις σχετικές με Αρχαία. Εξ άλλου, πρέπει να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για το πλημμέλημα της συμμορίας (χρόνος τελέσεως 5/1999), και να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη για το πλημμέλημα της παράληψης δηλώσεως κατοχής Αρχαίων, κατ' άρθρο 31 Ν. 3346/2005".
Aκολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους τους τρεις κατηγορουμένους, για τις πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αρχαίων, τους δε δύο από αυτούς ήδη αναιρεσείοντες ενόχους και για το πλημμέλημα της αντιστάσεως κατά της αρχής και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. ε' του ΠΚ, επέβαλε στους δύο νυν αναιρεσείοντες, συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών και 5 μηνών, σε καθένα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27, 45, 94 παρ.1, 167 παρ.1,2 και 375 παρ.1 α, β του ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,2,5,6,11 του Ν. 5351/1932 και 54 του Ν. 3028/2002, όπως ισχύουν κατά τα προαναφερθέντα, ενόψει τελέσεως της υπεξαιρέσεως τον Μάϊο του 1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, μεταξύ των οποίων είναι και τα αναγνωσθέντα πρωτόκολλα και πρακτικά εκτιμήσεως των αρχαίων, και απολογία των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) "ότι οι επιτροπές εκτιμήσεως των αρχαίων δεν συγκροτήθηκαν νόμιμα κατά το άρθρο 11 του Ν. 5351/1932 και είναι άκυρες οι δύο αναγνωσθείσες εκτιμήσεις των αρχαίων νομισμάτων και αντικειμένων που κατασχέθηκαν", όπως προαναφέρθηκε, οι τυχόν αυτές ακυρότητες συγκροτήσεως των προβλεπόμενων από τον ειδικό νόμο επιτροπών, αφορούν την προδικασία, έπρεπε να προταθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορούμενων στο ακροατήριο και όχι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού η ακυρότητα αυτή, κατά το άρθρο 173 παρ.2 και 174 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, έχει πλέον καλυφθεί και ορθά συνεκτιμήθηκαν το άνω πρωτόκολλο και το πρακτικό εκτιμήσεως από το Δικαστήριο, β) αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά και οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε το συμπέρασμα ότι τα υπεξαιρεθέντα από τους κατηγορουμένους αρχαία αντικείμενα είναι αρχαία νομίσματα και αντικείμενα, που χρονολογούνται προ του έτους 1453 μ.Χ. και βρέθηκαν σε Ελληνικό έδαφος, κατά την απολογία του Χ3 στη ... και δεν ήταν άγνωστης προελεύσεως και δη Βουλγαρίας και ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αναφέρεται η εμπορική αξία τους, ανερχόμενη στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσόν των 191.324.000 δραχμών, ως συνάρτηση της γνησιότητας και της αυθεντικότητάς τους και απορρίφθηκε επαρκώς αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η αυθεντικότητα και η γνησιότητα αυτών γ) αναφέρεται, κατά την ενέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα ως άνω υπεξαιρεθέντα αρχαία περιήλθαν στους κατηγορουμένους με άγνωστο τρόπο, τον Μάϊο του 1999 και ότι αυτοί από τότε εκδήλωσαν πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως και ότι από το καλοκαίρι του 1999 κινήθηκαν σε αναζήτηση αγοραστών προς πώλησή τους.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποίησης είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η παράσταση, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγου ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 199, 200/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα ενσωματωμένα σε αυτή πρακτικά, το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε προφορικώς, δια δικαστικού αντιπροσώπου του ΝΣΚ, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, ο καθένας, για χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 20.000.000 δραχμών ή 58.694 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, συνιστάμενη στην εξασθένηση της πίστεως των πολιτών προς το κύρος και την αποστολή του, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτιστικής κληρονομιάς του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής, χωρίς καμία εναντίωση των κατηγορουμένων και επιδίκασε στο Ελληνικό Δημόσιο για την άνω αιτία το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτή πρακτικά, δήλωσε ότι παρίσταται το Ελληνικό Δημόσιο και πάλιν ως πολιτικώς ενάγον για την επιδικασθείσα ως άνω χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη για την ίδια ως και πρωτοδίκως αιτία. Το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου και του επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση το ίδιο ποσό των 15.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη σε βάρος του τελεσθείσα υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων. Ενόψει των όσων ανωτέρω εκτέθηκαν το πολιτικώς ενάγον νόμιμα παρέστη στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία του ακροατηρίου και νομιμοποιείτο ενεργητικά προς τούτο, κατά προεκτεθέντα, αφού κατά τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το Δικαστήριο η πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποίαν καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, στρεφόταν κατά του Δημοσίου, η δε ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο "από την παράνομη ιδιοποίηση των αρχαίων αντικειμένων, που είναι ιδιοκτησίας του κράτους" υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (βλ. αιτιολογικό σε 10ο και 11ο φύλλο αποφάσεως). Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' πρώτος λόγος της αιτήσεως (β σκέλος), για ακυρότητα της διαδικασίας από την παράνομη παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του Δημοσίου, "χωρίς να αποδεικνύεται ο σύνδεσμός του με το αποδιδόμενο αδίκημα, τα δε αρχαία φέρονται ότι προέρχονται από την Ελληνική επικράτεια και επομένως ανήκουν στο Δημόσιο", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και των δύο παραστάντων αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση της με αριθμ. 144,145,146,147/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Απορρίπτει για 1ο αναιρεσείοντα λόγω παραίτησης. Ως προς 2ο και 3ο αναιρεσείοντες: 2. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της προπαρασκευαστικής και της κύριας, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Άρα απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος ακυρότητας, που αφορά σε ακυρότητες της προδικασίας (ΑΠ 809/2008). 3. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. 4. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας από την παράνομη παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του Δημοσίου, διότι, το πολιτικώς ενάγον Δημόσιο, νόμιμα παρέστη στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία του ακροατηρίου και νομιμοποιούταν ενεργητικά προς τούτο, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του τελεσθείσα υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων, αφού κατά τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το Δικαστήριο η πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, στρεφόταν κατά του Δημοσίου, που είναι ιδιοκτήτης των υπεξαιρεθέντων αρχαίων. Απορρίπτει αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραίτηση, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή, Ακυρότητα σχετική.
| 1
|
Αριθμός 930/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 1.12.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1880/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν η στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ.1, 2 του ΠΚ, όπως ισχύει "1. όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση ..., παρ. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ως έγγραφο δε κατά την έννοια του νόμου είναι κατ' άρθρο 13 εδ. γ' του ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται ν' αποδείξει τέτοιο γεγονός.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του Π.Κ σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι εκάστη τούτων είναι αυτοτελής, στοιχειοθετουμένη από ιδιαίτερα περιστατικά και μη αποτελούσα η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποιήσεως οφέλους (άρθρο 216 παρ.3 Π.Κ), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα την χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται προς τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου (ΑΠ 663/2004).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. (ΑΠ 840/2007). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του, του εφαρμοσθέντος νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πλειοψηφία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "ΕΠΕΙΔΗ από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε και το δικαστήριο πείσθηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι στην ...... στις 17-11-2000, ενώ ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Β. Ελλάδος ΣΥΝ.ΠΕ "ΟΙ ΥΨΗΛΑΝΤΗΔΕΣ", με πρόθεση προέβη στην χρήση του νοθευμένου υπ' αριθ. ...... Πρακτικού του Δ.Σ. του ανωτέρω συνεταιρισμού, στο οποίο, καίτοι προβλεπόταν ο όρος ότι τα χρήματα του συνεταιρισμού είχαν κατατεθεί σε λογαριασμού αυτού στην Ε.Τ.Ε. και ότι δικαίωμα ανάληψής τους είχε μόνον ο ταμίας του συνεταιρισμού κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου του ΔΣ, είχε προστεθεί από τρίτο πρόσωπο η φράση "ή από τον Πρόεδρο του ΔΣ", χωρίς την συναίνεση ή έγκριση των μελών του ΔΣ του ανωτέρω συνεταιρισμού. Έτσι, προσκόμισε το ως άνω πρακτικό [του οποίου εγνώριζε την πλαστότητα αφού ήτο παρών στη συνεδρίαση του ΔΣ του ως άνω συνεταιρισμού στις 17-11-2000, κατά την οποία ελήφθη απόφαση όπως μόνο ο ταμίας και όχι και ο Πρόεδρος - που ήτο ο ίδιος - του ΔΣ να προβαίνει σε σχετικές αναλήψεις] στο Ειδικό Γραφείο Διοικητικού της Τράπεζας ΕΤΕ, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...... γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρίας, με την οποία του χορηγήθηκε η δυνατότητα να ενεργεί αναλήψεις από τον λογαριασμό του ανωτέρω Συνεταιρισμού.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστού εγγράφου και όχι πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου, αφού από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διέπραξε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην ...... και στους ειδικώτερα αναφερόμενους κατωτέρω χρόνους, μετέβη στην Τράπεζα ΕΤΕ και παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ότι, δυνάμει των ανωτέρω εγγράφων νομιμοποιείται μόνος του σε αναλήψεις από τον υπ' αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού και έτσι εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 13.574 ευρώ, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος Συνεταιρισμού, δοθέντος ότι ουδέν εκ του ως άνω ποσού, διέθεσε για την κάλυψη δαπανών του συνεταιρισμού, αφού τα προσκομισθέντα από αυτόν παραστατικά ήταν εικονικά. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, που συρρέει πραγματικά με την ανωτέρω αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της χρήσης πλαστού (ΑΠ 663/2004 Ποιν. Δικ.)".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε κατά πλειοψηφία, ένοχο τον κατηγορούμενο σε βαθμό πλημμελήματος, χρήσης πλαστού εγγράφου και απάτης κατ' εξακολούθηση και δη του ότι: "Στη ...... κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:
1) στον άνω τόπο στις 17-11-2000 εν γνώσει του χρησιμοποίησε νοθευμένο έγγραφο. Συγκεκριμένα, ενώ τύγχανε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορ. Ελλάδος ΣΥΝ. ΠΕ. "Οι Υψηλάντηδες", με πρόθεση προέβη στην χρήση του νοθευμένου υπ' αριθμ. ...... Πρακτικού του Δ.Σ. του ανωτέρω Συνεταιρισμού και ειδικότερα, ενώ στο ανωτέρω Πρακτικό προβλεπόταν ο όρος ότι τα χρήματα του Συνεταιρισμού είχαν κατατεθεί σε λογαριασμό αυτού στην Εθνική Τράπεζα και ότι δικαίωμα ανάληψής τους είχε ο Ταμίας του Συνεταιρισμού, κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου του Δ.Σ., ο κατηγορούμενος, έχοντας σκοπό να παραπλανήσει άλλους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, χρησιμοποίησε το προαναφερόμενο πρακτικό χωρίς την συναίνεση ή έγκριση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού που περιείχε την προσθήκη της φράσης "ή από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.", αποβλέποντας κατ' αυτόν τον τρόπο να αποκτήσει δυνατότητα αυτοπρόσωπης ανάληψης χρημάτων από τον συγκεκριμένο λογαριασμό, γεγονός όμως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον ουδέποτε του είχε δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο και στην συνέχεια έκανε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου, προσκομίζοντάς το στο Ειδικό Γραφείο Δικαστικού της Ε.Τ.Ε., δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρίας, με την οποία του χορηγήθηκε η δυνατότητα να ενεργεί αναλήψεις χρημάτων από τον ανωτέρω λογαριασμό, που διατηρούσε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός, και κατόπιν τούτου, με την χρήση της ανωτέρω γνωμάτευσης και του υπ' αριθ. ...... Πρακτικού, προέβη στις αναφερόμενες στο υπό στοιχ. 2 του παρόντος αναλήψεις χρημάτων από τον λογαριασμό του Οικοδομικού Συνεταιρισμού.
2) Στη ...... κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών. Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή του το αναφερόμενο στο υπό στοιχ. 1 του παρόντος υπ' αριθμ. ...... νοθευμένο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του ανωτέρω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και την με αριθμ. πρωτ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσωπών Εταίρας, μετέβη στις κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ...... και παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας ότι, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του ανωτέρω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, του είχε δοθεί η δυνατότητα να διενεργεί μόνος του αναλήψεις από τον υπ' αριθμ. ...... Τραπεζικό Λογαριασμό που διατηρούσε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός στην ανωτέρω Τράπεζα, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και κατ' αυτόν τον τρόπο έπεισε τους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας να του δώσουν από τον λογαριασμό του Οικοδομικού Συνεταιρισμού τα κατωτέρω χρηματικά ποσά: στις 28.6.2001 το ποσό των 500.000 δρχ., στις 11.7.2001 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 30.7.2001 το ποσό των 251.800 δρχ., στις 20.8.2001 το ποσό των 250.000 δρχ., στις 4.9.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., στις 5.10.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 6.11.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 30.11.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 12.12.2001 το ποσό των 300.000 δρχ., στις 18.1.2002 το ποσό των 440,00 ευρώ, στις 14.2.2002 το ποσό των 580,00 ευρώ, στις 20.3.2002 το ποσό των 250,00 ευρώ, στις 29.3.2002 το ποσό των 200,00 ευρώ, στις 25.4.2002 το ποσό των 160,00 ευρώ και στις 8.5.2002 το ποσό των 200,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 13.574,00 ευρώ (4.001.800 δρχ. και 1.830 ευρώ), το οποίο ενσωμάτωσε παρανόμως στην περιουσία του, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορείου Ελλάδος ΣΥΝ. ΠΕ "Οι Υψηλάντηδες", ενώ συγχρόνως παρέστησε ψευδώς προς τα όργανα του ανωτέρω Συνεταιρισμού (Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο) στις 19.6.2002, ότι ένα μέρος του αναληφθέντος ποσού το κατέβαλε για την κάλυψη δαπανών της εταιρίας, που ήταν ανύπαρκτες (ποσό 250.000 δρχ. ή 734,00 ευρώ για καταβολή σε φοροτεχνικό, ποσό 133.874 δρχ. ή 393,00 ευρώ μετάβασή του στην Αθήνα), καθώς επίσης παρέστησε ψευδώς, προσκομίζοντας εικονικά παραστατικά στοιχεία, ότι είχε επιπλέον διαθέσει 1.097.640 δρχ. στις 30.7.2001 για έπιπλα γραφείου στην "Ο.Ε. ......"), η αξία των οποίων ανερχόταν όμως στο ποσό των 300.000 δρχ., και ότι είχε διαθέσει 826.000 δρχ. στις 1.5.2002 για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή από το κατάστημα του ......, η αξία των οποίων όμως ανερχόταν σε 200.000 δρχ. αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η ανωτέρω αναφερθείσα περιουσιακή βλάβη στην περιουσία του Συνεταιρισμού, με αντίστοιχη δική του παράνομη περιουσιακή ωφέλεια".
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης: α) στέρησε την απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις, άρθρων 98 και 386 του ΠΚ, ως προς το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, διότι ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή μήπως, στις 28-6-2001, την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στην τράπεζα για ανάληψη, συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης που προκάλεσε αυτός στους υπαλλήλους της τράπεζας, οι τελευταίοι προέβησαν σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες για τον εγκαλούντα οικοδομικό συνεταιρισμό με το να παραδώσουν στον μη δικαιούμενο αναλήψεων κατηγορούμενο, με 15 διαδοχικές αναλήψεις από το λογαριασμό του παθόντος τη ζημία συνεταιρισμού, κατά τους στο αιτιολογικό αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, από 28-6-2001 έως 8-5-2002, συνολικό ποσό 13.574 ευρώ, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Επίσης υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το συνολικό ποσό της ζημίας του παθόντος συνεταιρισμού, εκ του ότι στο μεν αιτιολογικό αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό ζημίας ανέρχεται σε 13.574 ευρώ, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο κατηγορούμενος πρόεδρος του συνεταιρισμού, δοθέντος ότι ουδέν εκ του ποσού αυτού διέθεσε για την κάλυψη δαπανών του συνεταιρισμού, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι εκ του άνω, αναληφθέντος τμηματικά, συνολικού ποσού των 13.574 ευρώ, ο κατηγορούμενος διέθεσε όχι ποσά 250.000, 133.874, 1.097.640 και 826.000 δραχμών αντίστοιχα, για καταβολή σε φοροτεχνικό, δαπάνη ταξιδίου του στην Αθήνα, για αγορά επίπλων και αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή με εκτυπωτή του εν λόγω συνεταιρισμού, αλλά ότι διέθεσε πραγματικά μικρότερα αντίστοιχα αληθή ποσά, μόνο 300.000 δραχμών για αγορά επίπλων γραφείου και 200.000 δραχμών για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή για λογαριασμό του άνω συνεταιρισμού, συνολικά 500.000 δραχμών ή 1.467,35 ευρώ, με συνέπεια το ποσό της ωφέλειας του κατηγορουμένου και της αντίστοιχης ζημίας του συνεταιρισμού, να είναι μικρότερο του άνω ποσού των 13.574 ευρώ, κατά 1.467,35 ευρώ, β) ως προς το αδίκημα όμως της χρήσης πλαστού εγγράφου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 216 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει ασάφεια ως προς την ταυτότητα της εν λόγω πράξεως και τον αναφερόμενο χρόνο τελέσεως αυτού, που ορίζεται σαφώς η 17-11-2000, καθόσον, το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του δέχεται ότι έγινε χρήση, μόνο στις 17-11-2000 στην τράπεζα του νοθευμένου με ιδία ημερομηνία με αριθ. ...... πρακτικού του ΔΣ του άνω συνεταιρισμού, όταν ο κατηγορούμενος μετέβη και προσκόμισε στο ειδικό γραφείο του Διοικητού της ΕΤΕ το έγγραφο αυτό, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η με αριθ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποιήσεως Εκπροσώπων του Συνεταιρισμού, που του παρείχε τη δυνατότητα πλέον να προβαίνει ο ίδιος και όχι ο ταμίας σε αναλήψεις από την τράπεζα χρημάτων του συνεταιρισμού και είναι αδιάφορο το πότε στη συνέχεια με το δεύτερο ως άνω έγγραφο εμφανίστηκε το πρώτον και επιδεικνύοντας αυτό στις 28-6-2001, στην τράπεζα, προέβη σε εξαπάτηση των υπαλλήλων στην πρώτη ανάληψη, και σε μεταγενέστερους χρόνους ως παραπάνω, σε άλλες 14 αναλήψεις χρημάτων.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφής λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος, μόνον ως προς το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση και πρέπει, κατά παραδοχή εν μέρει της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την άνω πράξη της απάτης (φυλακίσεως πέντε μηνών) και περί συνολικής ποινής (φυλακίσεως επτά μηνών), αφού για τον καθορισμό της δεύτερης συνυπολογίσθηκε και η πρώτη ποινή. Μετά ταύτα απομένει προς έκτιση η προ του καθορισμού συνολικής ποινής επιβληθείσα για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου ποινή των πέντε μηνών. Στη συνέχεια. πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τις αναιρούμενες ως άνω διατάξεις, για το αδίκημα μόνο της απάτης και της ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθ. 4025/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες : α) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, β) επέβαλε στον αναιρεσείοντα για την παραπάνω πράξη ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών και γ) καθόρισε κατά του αναιρεσείοντος συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, μετά την προσμέτρηση στην ποινή βάσης της συντρέχουσας ισοβαρούς ποινής των πέντε μηνών, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για τη μη αναιρούμενη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τις αναιρούμενες ως παραπάνω διατάξεις, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-11-2008 αίτηση και τον από 1-12-2008 πρόσθετο λόγο αυτής, του Χ περί αναιρέσεως της αυτής ως άνω 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξεις: 1. Απάτη πλημμεληματική κατ’ εξακολούθηση. 2. Χρήση πλαστού εγγράφου, πλημμεληματική. 1) Αναιρεί για την απάτη κατ’ εξακολούθηση, διότι κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, κατά το άρθρο 98 ΠΚ, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις ( ΑΠ 840/2007). 2) Απορρίπτει αναίρεση για χρήση πλαστού εγγράφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ’ αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι εκάστη τούτων είναι αυτοτελής, στοιχειοθετούμενη από ιδιαίτερα περιστατικά και μη αποτελούσα η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποιήσεως οφέλους (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα την χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται προς τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου (ΑΠ 663/2004). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει και απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Πλαστογραφία
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 928/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρβούνη, περί αναιρέσεως της 461, 461α, 461β, 461γ, 461δ/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1710/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 6364/1934, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 1027/1980, ορίζεται ότι: "Εις το Ταμείον (Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος - ΤΕΒΕ) ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι άνω των 18 ετών επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι διατηρούντες επαγγελματικήν ή βιοτεχνικήν στέγην. Ως επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη νοείται κατά τον παρόντα νόμον και η οικία ή οιοσδήποτε χώρος ένθα ασκείται επάγγελμα ή βιοτεχνία". Κατά δε το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου (1027/1980), ορίζεται ότι "εξαιρούνται της παρά τω ΤΕΒΕ υποχρεωτικής ασφαλίσεως, εκτός άλλων και δ) πρόσωπα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν του ΟΓΑ δυνάμει των διατάξεων του Ν.Δ. 4521/1966 κλπ". Στο άρθρο μόνο παρ. 1 του άνω Ν.Δ. 4521/1966, με το οποίο αντικ. το άρθρο 1 του Ν.Δ. 4435/1964, ορίζεται ότι: "1. Από της ισχύος του παρόντος υπάγονται υποχρεωτικώς μόνον εις την ασφάλισιν του ΟΓΑ, δι' άπαντας τους κλάδους ασφαλίσεως, οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι οπωσδήποτε ασκούντες το επάγγελμα εις κωμοπόλεις, χωρία ή οικισμούς, με πληθυσμόν κάτω των 2000 κατοίκων ... 2. Από της ισχύος του παρόντος εξακολουθούν υπαγόμενοι υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ, ασχέτως της υπαγωγής των ή μη εις την ασφάλισιν του ΟΓΑ, οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι οπωσδήποτε ασκούντες ασφαλιστέον παρά του ΤΕΒΕ επάγγελμα, εις πόλεις, κωμοπόλεις ή χωρία με πληθυσμόν άνω των 2000 κατοίκων". Εξάλλου, με το άρθρο 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 2084/1992 ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "1. Υποχρεωτική ασφάλιση επιτρέπεται σε ένα φορέα κυρίας ασφάλισης ή το Δημόσιο, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασφάλισης ασθένειας και ένα φορέα ασφάλισης πρόνοιας. 2. Τα πρόσωπα για τα οποία προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις υποχρεωτική ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς, λόγω ιδιότητας και απασχόλησης ή για περισσότερες της μιας απασχολήσεις, ασφαλίζονται υποχρεωτικά μόνο σε ένα φορέα, τον οποίο επιλέγουν με δήλωσή τους .....". Κατά δε το άρθρο 1 του Ν. 2458/1997 ορίζεται ότι "Συνιστάται στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) αυτοτελής Κλάδος Κύριας Ασφάλισης Αγροτών ... σκοπός του οποίου είναι η χορήγηση κύριας σύνταξης στα πρόσωπα που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο σε περίπτωση γήρατος ή αναπηρίας", με το επόμενο δε άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Στην ασφάλιση του Κλάδου υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια όλα τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στον ΟΓΑ, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις ...". Τέλος κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967 "όστις υπέχων νόμιμον υποχρέωσιν καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείον Εργασίας (ήδη Κοινωνικών Υπηρεσιών) υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής ... Ασφαλίσεως ... δεν καταβάλει ταύτας εντός μηνός, αφ' ης αύται κατέστησαν απαιτηταί, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10 χιλιάδων δρχ.".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι από την 1.1.1998 που άρχισε η λειτουργία του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών (άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2458/1997) υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως στην ασφάλιση αυτού, ως φορέα κύριας ασφάλισης (άρθρο 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 2084/1992), όλα τα πρόσωπα που έχουν τις προϋποθέσεις να ασφαλισθούν στον ΟΓΑ και οι ασφαλισμένοι σε αυτόν δεν έχουν υποχρέωση ασφαλίσεως και σε άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφαλίσεως, όπως είναι και το ΤΕΒΕ, έστω και αν παραλλήλως προς την ιδιότητα του αγρότη έχουν και την ιδιότητα του επαγγελματία. Αυτά όμως δεν ισχύουν δια τον μέχρι την 31.12.1997 χρόνο, διότι μέχρι τότε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι επαγγελματίες και βιοτέχνες άνω των 18 ετών, οι οποίοι διατηρούσαν επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη και ασκούσαν το επάγγελμά τους σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς άνω των 2000 κατοίκων, ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο ΤΕΒΕ και υποχρεούνταν σε καταβολή των οφειλόμενων σε αυτό ασφαλιστικών εισφορών. Αντίθετα υπάγονταν μόνο στην ασφάλιση του ΟΓΑ, αν ασκούσαν το επάγγελμά τους σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς κάτω των 2000 κατοίκων. Ο τόπος όμως ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας δεν ταυτίζεται υποχρεωτικώς με τον τόπο στον οποίο διατηρείται η επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη. Έτσι σε κάθε περίπτωση είναι θέμα πραγματικό, αν η άσκηση του επαγγέλματος γινόταν σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς άνω ή κάτω των 2000 κατοίκων, το οποίο μπορεί να ερευνήσει παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο, στο οποίο εισάγεται κατηγορία για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 α του Ν.3050/2002, από 1-1-2003 επεκτείνεται η υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ-ΤΑΕ σε επαγγελματίες βιοτέχνες και εμπόρους που ασκούν την επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική τους δραστηριότητα σε περιοχές με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων, εφόσον ο μέσος όρος των εισοδημάτων τους που έχουν δηλωθεί τα τρία τελευταία έτη από τις δραστηριότητες αυτές υπερβαίνει το 300πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά. Ως πληθυσμιακό κριτήριο καθορίζεται η απογραφή του έτους 2001. Κατά την παρ.1 β του ίδιου άρθρου 9 Ν. 3050/2002, θεσπίζεται εισοδηματικό κριτήριο προς προσδιορισμό του κυρίου επαγγέλματος για την υποχρεωτική ή όχι υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ των επαγγελματιών βιοτεχνών και εμπόρων που ασκούν παράλληλα και αγροτική δραστηριότητα. Η παραπάνω κατηγορία αγροτών υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ εφόσον το 50% και πλέον του μέσου όρου των εισοδημάτων που έχουν δηλωθεί τα τρία τελευταία έτη από αγροτική και επαγγελματική δραστηριότητα προέρχεται από την επαγγελματική δραστηριότητα και υπερβαίνει το 300πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 3050/2002 ορίζεται ότι πρόσωπα που με υπουργικές αποφάσεις έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ συνεχίζουν την ασφάλιση στον οργανισμό αυτό χωρίς μεταβολή, ενώ με τη με αριθ. Φ.35/3863/20-10-1980 απόφαση του Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, από 1-1-1981 επεκτάθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ στους νομούς μεταξύ άλλων και Αχαϊας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 461,461α, 461β, 461γ, 461δ/2007 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής :
"Με την περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.3050/2002 από 1-1-2003 επεκτείνεται η υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ - ΤΕΒΕ - ΤΑΕ σε επαγγελματίες βιοτέχνες και εμπόρους που ασκούν τηνεπαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική της δραστηριότητα σε περιοχές με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων, εφόσον ο μέσος όρος των εισοδημάτων τους που έχουν δηλωθεί τα τρία τελευταία έτη από τις δραστηριότητες αυτές υπερβαίνει το 300 πλαίσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά. Ως πληθυσμιακό κριτήριο καθορίζεται η απογραφήτου έτους 2001. Με την περίπτωση β' της ίδιας ως άνωπαραγράφου θεσπίζεται εισοδηματικό κρητήριο προς προσδιορισμό του κυρίου επαγγέλματος για την υποχρεωτική ή όχι υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ των επαγγελματιών βιοτεχνών και εμπόρων που ασκούν παράλληλα και αγροτική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι η παραπάνω κατηγορία υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ εφόσον το 50% και πλέον του μέσου όρου των εισοδημάτων που έχουν δηλωθεί τα τρία τελευταία χρόνια από αγροτική και επαγγελματική δραστηριότητα προέρχεται από την επαγγελματική δραστηριότητα και υπερβαίνει το 300 πλαίσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά. Περαιτέρω με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ιδίου ως άνω ν. 3050/2002 ορίζεται ότι πρόσωπα που με υπουργικές αποφάσεις έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ- ΤΕΒΕ συνεχίζουν την ασφάλιση στον οργανισμό αυτό χωρίς μεταβολή. Ειδικότερα με την αριθμ. Φ. 35/3863/20-10-1980 απόφαση του Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών από 1 Ιανουαρίου 1981 έγινε επέκταση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως του ΤΕΒΕ στους νομούς Θεσ/νίκης, Αχαΐας, Κορινθίας, Βοιωτίας και Ευβοίας. Συγκεκριμένα στην υποχρεωτική ασφάλιση υπήχθησαν: α) οι επαγγελματοβιοτέχνες που διατηρούν επαγγελματική στέγη στις κωμοπόλεις χωριά και οικισμούς των ως άνω νομών με πληθυσμό άνω των 1000 κατοίκων και β) οι επαγγελματοβιοτέχνες που διατηρούν επαγγελματική στέγη στους λοιπούς οικισμούς των ανωτέρω νομών με πληθυσμό κάτω των 1000 κατοίκων που δήλωσαν ετήσιο εισόδημα από την άσκηση του επαγγέλματος τους πάνω από το 250 πλαίσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Την έκδοση του ως άνω νόμου 3.050/2002 ακολούθησε η αριθμ. 28/14-5-2003 εγκύκλιος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών κατά την οποία επαγγελματίες και βιοτέχνες στους 6 νομούς που είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση του Ταμείου (ΤΕΒΕ) μέχρι 14-7-1992, βάσει εισοδηματικών ή πληθυσμιακών κριτηρίων παραμένουν υποχρεωτικά. Ενώ οι υπαχθέντες μετά την 15-7-1992 σε περιοχές με πληθυσμό κάτω των 1000 κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του 2001, επανακρίνονται με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια του ν. 3144/2003. Στους επαγγελματίες και βιοτέχνες των εν λόγω περιοχών που διέφευγαν της ασφάλισης, καθώς και σε εκείνους που έκαναν έναρξη της δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ. μετά την 1-1-2003 και τους είχαν χορηγηθεί απαλλακτικές βεβαιώσεις με τις διατάξεις του ν. 3050/2002, προκειμένου να ενημερωθούν ότι ανακαλείται η χορηγηθείσα απαλλακτική βεβαίωση και έχουν υποχρέωση να προσέλθουν στην υπηρεσία για την εγγραφή τους στα μητρώα ασφαλισμένων του Ταμείου, με την ίδια εγκύκλιο ορίσθηκε να δοθεί προθεσμία 10 ημερών από την παραλαβή συστημένης ειδοποίησης για να προσέλθουν στην αρμόδια υπηρεσία του Ταμείου ΤΕΒΕ. Μετά την παρέλευση της οριζόμενης προθεσμίας η υπηρεσία να προβεί σε αυτεπάγγελτες εγγραφές και σε πράξεις επιβολής εισφορών. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος με αυτεπάγγελτη εγγραφή ασφαλίσθηκε στο Ταμείο ΤΕΒΕ στις 25-5-1983 με το επάγγελμα του βιοτέχνη ελαιοτριβέα στην περιοχή ...... που έχει κάτω των 1000 κατοίκων με εισοδηματικά κριτήρια κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι ειδοποιήθηκε περί της υποχρέωσης του υποχρεωτικής εξακολούθησης της ασφάλισης του στο ΤΕΒΕ και ότι δεν ισχύουν οι απαλλακτικές βεβαιώσεις που του χορήγησε το ΤΕΒΕ με αριθμ. πρωτ. ...... και ...... ότι δεν υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Αυτό εξάλλου βεβαιώνεται και από το γεγονός ότι εκδόθηκαν εναντίον του πράξεις επιβολής των καθυστερουμένων εισφορών και ο κατηγορούμενος προσέφυγε και με αίτηση του ζήτησε τη διαγραφή του που απορρίφθηκε με την αριθμ. ...... απόφαση του ΤΕΒΕ Πατρών με το αιτιολογικό ότι σύμφωνα με το ν. 3050/2002 επαγγελματίες και βιοτέχνες στους 6 νομούς που είχαν υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου (ΤΕΒΕ) μέχρι 14-7-1992 βάσει πληθυσμιακών ή εισοδηματικών κριτηρίων παραμένουν υποχρεωτικά στην ασφάλιση αυτή. Στην ίδια ασφάλιση παραμένει υποχρεωτικά ο κατηγορούμενος δεδομένου ότι η κυρία πηγή των εισοδημάτων του σε ποσοστό πλέον του 50% εξακολουθεί να προέρχεται από το επάγγελμα του βιοτέχνη ελαιοτριβέα και δευτερευόντως από αυτό του αγρού. Επομένως κρίνεται μη νόμιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από το έτος 1988 είναι παράλληλα ασφαλισμένος στο Ταμείο ΟΓΑ ως αγρότης και από το λόγο αυτό απαλλάσσεται της ασφάλισης στο ΤΕΒΕ. Ούτε βέβαια υπήρχε λόγος ασφάλισής του στον ΟΓΑ το έτος 1988 αφού από το έτος 1983 είχε υπαχθεί δε σε αυτεπάγγελτη ασφάλιση στο ΤΕΒΕ. Επίσης κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί συγγνωστής νομικής πλάνης αφού του γνωστοποιήθηκε η υποχρέωση του παραμονής στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ και απορρίφθηκε αίτηση του περί διαγραφής με το ως άνω σκεπτικό. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του προς το ΤΕΒΕ και ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ότι στη ......, στις 31-03-2002 ενώ ασκούσε το επάγγελμα με αντικείμενο Ελαιοτριβείο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-03-2002 κατά το οποίο είχε νόμιμο υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, δεν κατέβαλε αυτές (εισφορές) μέσα σε ένα μήνα, από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσό των 6.978,90 ευρώ".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, του ότι στη ......, στις 31-3-2002, ενώ ασκούσε το επάγγελμα ελαιοτριβείου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2002, κατά το οποίο είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μήνα εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ, δεν κατέβαλε αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και που ανέρχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσό των 6.978,90 ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1 παρ.1 ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,2,4,5 του Ν. 6364/1934 και 13,15 της υπ. αριθ. 12566/1940 αποφάσεως Υπ. Εργασίας.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, ενώ δεν απορρίπτει ως αβάσιμο τον προβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι αυτός από το 1988 μέχρι σήμερα είναι γραμμένος, με αριθ. μητρώου ...... στον ΟΓΑ, στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Κύριας Ασφαλίσεως Αγροτών και δέχεται ότι αυτός στη ......, που έχει πληθυσμό κάτω των χιλίων κατοίκων, ήταν ασφαλισμένος από το 1988 παράλληλα προς το ΤΕΒΕ, ως ελαιοτριβέας και στον ΟΓΑ, ως αγρότης, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ παραμένει υποχρεωτικά, δεδομένου ότι η κύρια πηγή των εισοδημάτων του, σε ποσοστό 50%, εξακολουθεί να προέρχεται από το επάγγελμα του βιοτέχνη ελαιοτριβέα και δευτερευόντως από αυτό του αγρότη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3050/2002, που επεκτείνει όμως την υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, από 1-1-2003, σε βιοτέχνες που ασκούν δραστηριότητα και σε περιοχές με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων. Όμως κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ, για το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2002, δηλαδή, προ της ισχύος του νεότερου ως άνω Ν. 3050/2002, ότε ο κατηγορούμενος, ως αγρότης ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, ως φορέα κύριας ασφάλισης, από το 1988, κατ'άρθρο 39 παρ. 1,2 του Ν. 2084/1992, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, λόγω δραστηριότητάς του σε κωμόπολη πληθυσμού κάτω των 2.000 κατοίκων, δεν είχε υποχρέωση ασφαλίσεως και σε άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφαλίσεως, όπως είναι και το ΤΕΒΕ, έστω και αν παραλλήλως προς την ιδιότητα του αγρότη είχε και την ιδιότητα του βιοτέχνη ελαιοτριβέα και συνεπώς δεν υπεχρεούτο σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για το ένδικο προ του 2003 χρονικό διάστημα προς το ΤΕΒΕ. Έτσι που έκρινε το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες νόμους, καθώς και την παραπάνω βασική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, μάλιστα εφάρμοσε τη δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 του ν. 3050/2002, ο οποίος θεμελιώνει το αξιόποινο, από 1-1-2003, και δε μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής, κατ'άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, γιατί είναι δυσμενέστερος για τον κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και , αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά το ένδικο από 1-1-1999 έως 31-3-2002 χρονικό διάστημα δεν ήταν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ και δεν υποχρεούτο εκ τούτου αυτός να καταβάλει σε αυτό τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές, δεν τέλεσε αυτός την σχετικά αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ και πρέπει γι' αυτό να κηρυχθεί αθώος αυτός της πράξεως αυτής, όπως στο διατακτικό της παρούσας ειδικά αναφέρεται.( άρθρο 518 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 461, 461α,461β, 461 γ, 461 δ/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου. Και.
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ......, αθώο του ότι στη ... στις 31-3-2002, ενώ ασκεί το επάγγελμα του ελαιοτριβέα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2002, κατά το οποίο είχε νόμιμο υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, δεν κατέβαλε αυτές (εισφορές) μέσα σε ένα μήνα, από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (6.978,90).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση 1 παρ. 1 ΑΝ 86/1967. Δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, διότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ, για το διάστημα από το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2002, δηλαδή, προ της ισχύος του νεότερου ως άνω Ν. 3050/2002, ότε ο κατηγορούμενος, ως αγρότης ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, ως φορέα κύριας ασφάλισης από το 1988, κατ’ άρθρο 39 παρ. 1, 2 του Ν. 2084/1992, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, λόγω δραστηριότητας σε κωμόπολη πληθυσμού κάτω των 2.000 κατοίκων, δεν είχε υποχρέωση ασφαλίσεως και σε άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφαλίσεως, όπως είναι και το ΤΕΒΕ, έστω και αν παραλλήλως προς την ιδιότητα του αγρότη είχε και την ιδιότητα του βιοτέχνη ελαιοτριβέα και συνεπώς δεν υποχρεούτο σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για το ένδικο προ του 2003 χρονικά διάστημα προς το ΤΕΒΕ. Έτσι που έκρινε το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες νόμους, καθώς και την παραπάνω βασική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, μάλιστα εφάρμοσε τη δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 3050/2002, ο οποίος θεμελιώνει το αξιόποινο από 1-1-2003 και δε μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, γιατί είναι δυσμενέστερος για τον κατηγορούμενο. Αναιρεί. Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα αθώο.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 927/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1639/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1584/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 544/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 485 §1 και 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 24/30-9-2008 έκθεση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, οδός ...... ασκηθείσα από τον ίδιο κατά του υπ'αριθμόν 1639/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα:
(Ι.) Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 308 § 1 εδ. 3 και 4 Κ.Π.Δ., που προσετέθη με το άρθρο 5 § 7 του ν.1738/1987 "στα εγκκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν.1608/1950 ("για τους καταχραστές του Δημοσίου"), η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μια τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της εδόθη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, με την άσκηση της ποινικής διώξεως και από τον Ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρ. 1 του ν.1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρ. 1 του ν.1608/1950. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμηση του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικασθεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά εχαρακτηρίσθη από τούτο, το σχετικό δε βούλευμα του δεν υπόκειται σε αναίρεση. Το άρθρ. 308 παρ. 1 εδ. γ' έχει εφαρμογή για τη ταυτότητα του νομικού λόγου (δηλ. τη ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων του Ν. 1608/50) και για τα συναφή κακουργήματα και πλημμελήματα (ΑΠ 1191/90 Π.Χρ. ΜΑ/426, ΑΠ 1714/03, ΑΠ 1204/98, ΑΠ 420/99 κ.ά.). Τα συναφή αυτά κακουργήματα και πλημμελήματα (εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρ. 128-129 ΚΠΔ) είναι αδιάφορο αν τα έχει τελέσει ο ίδιος ή άλλος δράστης (ΑΠ 433/94, ΑΠ 22/98, ΑΠ 310/2000, ΑΠ 1132/90 κ.ά.), διότι εάν ήθελε γίνει δεκτή η αντίθετη άποψη του χωρισμού των συναφών κακουργημάτων και πλημμελημάτων τότε ανατρέπεται αφενός η φιλοσοφία του Ν. 1738/87, που ήθελε ταχεία εκκαθάριση της υπόθεσης, αφετέρου επέρχεται διάσπαση της ενότητος της υπόθεσης, η οποία άλλωστε υπαγόρευσε τα άρθρ. 128και 129 ΚΠΔ. Το αμετάκλητο του βουλεύματος του αρ. 308 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ ισχύει επίσης όταν το βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο όχι για έγκλημα του Ν. 1608/50 αλλά για άλλο κακούργημα που δεν υπάγεται στο Ν. 1608/50, πλην όμως άλλος κατηγορούμενος παραπέμπεται ή κατηγορήθηκε για κακούργημα του Ν. 1608/50 και το πρώτο κακούργημα είναι συναφές με αυτό (ΑΠ 1157/01 και ΑΠ 1163/2004).
Τέλος η ως άνω διάταξη (αρ. 308 παρ. 1γ ΚΠΔ) δεν αντίκειται σε δικαιώματα του κατηγορουμένου που προστατεύονται από το Σύνταγμα ή το άρ. 6 της ΕΣΔΑ ή 2 παρ. 1 του 7ου πρωτοκ. της ΕΣΔΑ (ΑΠ 636/03, ΑΠ 1404/03, ΑΠ 298/04, ΑΠ 1522/98, ΑΠ 1204/98 και ΑΠ 1196/99 κ.ά.). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ησκήθη, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται, και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (Α.Π. 1040/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ σελ. 129).
(ΙΙ.) Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1639/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εξεδόθη μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για ψευδή βεβαίωση που στρέφεται κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, από δράστη ο οποίος εξακολούθησε για μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος και το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (σε βάρος του μη ασκήσαντος αναίρεση Α), για α) πλαστογραφία με χρήση, κατ' εξακολούθηση, από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, β) απάτη κατ' εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, γ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και δ) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, [σε βάρος του Χ (αναιρεσείοντος)] για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, απάτη από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η συνολική ζημία και το συνολικό όφελος υπερβαίνουν ποσό των 15.000 Ευρώ και άμεση συνέργεια σε απάτη κατ' εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (σε βάρος του Β) ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση, ηθική αυτουργία σε απάτη, ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (σε βάρος των λοιπών 48) -άρθρα 13γ, 13 στ, 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1, α, β, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. παρ. 1, 3 εδ. β Π.Κ., όπως η περ. στ του άρθ. 13 προστ. με άρθ. 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996 και η παρ. 3 εδ. β του άρθ. 216 προστ. με άρθ. 14 παρ. 2β Ν. 2721/1999, 242 παρ. παρ. 1, 3 Π.Κ. σε συνδ. με 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, 375 παρ. παρ. 1, 2α Π.Κ., όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. 9 Ν.2408/1996, 386 παρ. παρ. 3α 1β, α Π.Κ., όπως η παρ. 3 του άρθ.386 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999 και 220 παρ. παρ. 1,2 Π.Κ-, με την συνδρομή δηλαδή του άρθρ. 1 ν. 1608/1950. Μετά δε την περάτωση της κυρίας ανάκρισης που ενηργήθηκε και περατώθηκε νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών εις το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα Χ, εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθεί για τις πράξεις, α) κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, β) κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περίστασης της περίπτ. β' του άρθρου 386 § 3ΠΚ, γ) κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, τελεσθείσα στις 8-2-1995 και δ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13γ, 13στ, 14, 26 § 1α, 27, 45, 47, 52, 53, 60, 94 § 1, 98, 216 §§1,3 εδ.β Π.Κ., όπως η περ. στ' του αρθ.13 προστ. με άρθ. 1 § 1 Ν. 2408/1996 και η παρ. 3 εδ.β του αρθ. 216 προστ. με αρθ.14 § 2β Ν. 2721/1999, 375 §§ 1, 2α Π.Κ., όπως αντικ. με άρθρο 1 § 9 Ν.2408/1996, 386 §§ 3α 1β, α Π.Κ., όπως η παρ.3 του άρθ. 386 αντικ. με άρθρο 14 § 4 Ν.2721/1999 και 220 §§ 1,2 Π.Κ), όπως οι πράξεις αυτές ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρ. 1 του ν.1608/50. Η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εκ των πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και όχι εκ των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται τελικά ο κατηγορούμενος, εφόσον δε η ποινική δίωξη ασκήθηκε με την συνδρομή του ν.1608/50, το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, στρεφομένη κατά του παραπάνω αμετακλήτου βουλεύματος είναι απαράδεκτη. Επικουρικά δε και σε περίπτωση διαφορετικής κρίσης περί του παραδεκτού της υπό κρίση αναιρέσεως προτείνω την κατ'ουσία απόρριψη αυτής, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στις παραδοχές και σκέψεις του οποίου αναφέρομαι προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει αναλυτικά, με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στη κρίση του, προσέτι δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Μετά ταύτα η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: (Ι) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 24/30-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, οδός ......, κατά του υπ'αριθμ. 1639/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
(ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
'Αλλως (α) Ν'απορριφθεί η ως άνω αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ...... κατά του 1639/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως ουσιαστικά αβάσιμη και (β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήναι 14 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ και δ του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του ν.
1738/1987, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανακρίσεως κηρύσσεται από το Συμβούλιο των Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα (όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 308 παρ.3), άρα πολύ περισσότερο και για τα συναφή, κατά το άρθρο 129 του ΚΠοινΔ, κακουργήματα. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξεως, που δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την άσκηση της ποινικής διώξεως και από τον Ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμησή του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο Δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο με αριθμό 1639/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συναφή, κατά τα άρθρα 128-129 του ΚΠοινΔ, κακουργήματα και πλημμελήματα: 1) σε βάρος του μη παραπεμπομένου κατηγορουμένου υπαλλήλου Α, για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, σε βάρος του ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), από την οποία πράξη το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και η συνολική ζημία που προκλήθηκε στο ΝΠΔΔ υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, 2) σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για τις συναφείς πράξεις: α) πλαστογραφίας με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, β) απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, γ) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, δ) υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, διαχειριστή ξένης περιουσίας και 3) σε βάρος του Β, για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, υπεξαίρεση από διαχειριστή και άμεση συνέργεια σε απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία το ποσό των 15.000 ευρώ και 4) σε βάρος άλλων 48 προσώπων για ηθική αυτουργία, σε πλαστογραφία με χρήση, σε απάτη και σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Ήτοι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος, για παράβαση των ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 γ, στ, 26 παρ.1 α, 27, 46 παρ.1 , 94, 98, 216 παρ. 1,3 β ΠΚ, 242 παρ. 1,3 ΠΚ, σε συνδ. με 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950 (περί καταχραστών του Δημοσίου), 375 παρ. 1, 2 α ΠΚ, , 386 παρ. 1 α,β, 3 α ΠΚ. και 220 παρ. 1,2 του ΠΚ, με τη συνδρομή όμως των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 (περί καταχραστών του Δημοσίου). Μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, η υπόθεση εισήχθη νομίμως στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο και με το προσβαλλόμενο βούλευμα, νόμιμα κήρυξε την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (κακουργημάτων), για να δικασθεί ως υπαίτιος για τις πράξεις: α) κακουργηματή πλαστογραφία με χρήση, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, β) κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση της περ.β της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, γ) κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί σε αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και δ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που ενεργεί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, όπως οι ανωτέρω πράξεις αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, χωρίς σαφώς τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, ενώ για τη συναφή πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, στρεφόμενη κατά ΝΠΔΔ, με ζημία υπερβαίνουσα το ποσόν των 50.000.000 δραχμών, σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου υπαλλήλου, υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 1608/1950, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία.
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, από τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και όχι από τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Και εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε με τη συνδρομή του ν. 1608/1950, το προσβαλλόμενο βούλευμα, ανεξάρτητα του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή άλλος συγκατηγορούμενός του, δεν παραπέμπεται τελικά και με τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού, είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Το άρθρο δε 308 παρ.1 γ του ΚΠοινΔ, έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων του Ν. 1608/1950, και για τα συναφή ως παραπάνω κακουργήματα και πλημμελήματα, ανεξάρτητα αν τα έχει τελέσει ο ίδιος ή άλλος δράστης. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του παραπάνω βουλεύματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ [που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ], το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη, διότι το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως εξασφαλίζεται αφού, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να υποβάλει σε αυτό τα αιτήματα και τις αντιρρήσεις του. Πολύ περισσότερο ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν. 1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), δεδομένου ότι οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο Δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. Τέλος, η ως άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις 7 παρ.2, 8 εδαφ. α', 20 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, αφού οι δικονομικές διατάξεις, ως αυτή του άρθρου 308 παρ.1 του ΚΠοινΔ αποτελούν νόμους δημόσιου χαρακτήρα, που εκφράζουν άμεσα γενικά και δημόσια συμφέροντα για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων αυτών και εκτός εναντίας διατάξεως έχουν άμεση από της ισχύος τους εφαρμογή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Σημειώνεται ότι ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος Αθηνών, του μη παραστάντος κατηγορούμενου, Γεώργιος Τριανταφύλλου, κλήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ'άρθρον 476 παρ.3 ΚΠοινΔ, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, κατά την παραπάνω δικάσιμο της 18-2-2009, προ 24 ωρών (βλ. από 23-1-2008 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ......).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 24/30-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του με αριθ. 1639/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο επιλήφθηκε, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. 3, 4 του ΚΠΔ, λόγω εγκλημάτων, για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, αποφαίνεται αμετακλήτως και για τα συναφή κακουργήματα και πλημμελήματα, ανεξάρτητα του αν τελικά η παραπομπή γίνεται χωρίς τις προϋποθέσεις του άνω Ν. 1608/1950 (ΑΠ 541/2008, ΑΠ 1040/2005).
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Καταχραστές Δημοσίου.
| 2
|
Αριθμός 926/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 717/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 453/06.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω εις το Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 525§1, 527§3, 528§1 και 529 Κ.Π.Δ., την από 18-4-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη με την αμετάκλητη υπ'αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), δια της οποίας κατεδικάσθη ο αιτών, κατά πλειοψηφίαν, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, που ανεστάλη επί τριετίαν, για την πράξιν της συκοφαντικής δυσφημήσεως και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το αρθρ. 525§1, Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέας αποδείξεις θεωρούνται εκείνες οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί εις το δικαστήριο που εδίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 525§1 περ.4 Κ.Π.Δ. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου της ιδίας πράξεως, λόγω περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (Α.Π. 782/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ' σελ. 230). Είναι δε αυτονόητο ότι δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα ενός καταδικασθέντος νέες αποδείξεις που στηρίζονται σε μαρτυρίες προφανώς αναξιόπιστες. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 1717/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ/642). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 178/10-1-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), με την οποία ο αιτών κατεδικάσθη αμετακλήτως για συκοφαντική δυσφήμηση και με την οποία γίνεται επίκληση νέων γεγονότων και αποδείξεων που απεκαλύφθησαν μετά την εν λόγω αμετάκλητη καταδίκη του και που κατά το περιεχόμενο της καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για την αξιόποινη πράξη που κατεδικάσθη, κατά πλειοψηφίαν, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ, 527§3, 528§1 Κ.Π.Δ. και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ'αριθ. 178/10-1-1977 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψιν της κατ'αυτής ασκηθείσης αναιρέσεως με την υπ'αριθ. 120/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 4 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363-362 Π.Κ.). Συγκεκριμένα ο αιτών κατεδικάσθη διότι "Στην Αθήνα στις 20-11-92, εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίσθη ενώπιον τρίτων περί άλλου ψευδή γεγονότα, δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης Ψ, ήτοι κατά τον παραπάνω τύπο και χρόνο ισχυρίσθηκε ενώπιον του Α ότι "δεν δέχομαι καμία συζήτηση με την κυρία αυτή που προσελήφθη στην σχολή επί ΠΑΣΟΚ και που την εψήφισαν οι Αξιωματικοί - μέλη του Σπουδαστικού Συμβουλίου - που της έπιαναν των κώλο", εν γνώσει ότι τα πιο πάνω είναι ψευδή, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης". Ήδη ο αιτών επικαλείται, με την υπό κρίσιν αίτηση του ως νέα αποδεικτικά στοιχεία αφ'ενός μεν την υπ' αριθ. 140/2005 απόφασιν του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών και αφ' ετέρου την με αριθ. 1423/2007 απόφασιν του Αρείου Πάγου, που εξεδόθη μετά από την αίτησιν αναιρέσεως των εκκαλούντων Ψ, Β και Α. Από τις προσκομιζόμενες, ως άνω, νέες αποδείξεις, που δεν είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερομένην καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αιτούντος προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αφορμή τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος δυσφημιστικά γεγονότα εις βάρος της Ψ την 20-11-92, ενώπιον του Α, τα οποία φέρεται ότι ο τελευταίος επανέλαβε την 29-4-1993, ενόρκως εξεταζόμενος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ηγέρθησαν εκατέρωθεν αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την επιδίκασιν εις αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθησαν, εξεδόθη αρχικώς η υπ'αριθ. 3742/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αιτούντος (Χ), ως προς τον εκ των εναγομένων Α και απερρίφθη εξ ολοκλήρου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, των: α) Ψ, β) Β και γ) Α και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 140/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως που ησκήθη υπό των τελευταίων κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δια της οποίας απερρίφθη η εν λόγω έφεσις και επεκυρώθη η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητος αφού απερρίφθη η αίτησις αναιρέσεως αυτών δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Από το σκεπτικό των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι ουδέποτε ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία φέρεται ότι ισχυρίσθη ενώπιον του Α, με βάση τα οποία ούτος εκηρύχθη ένοχος δια της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 178/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων). Παράλληλα προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε εις την παραπάνω κρίσιν του από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξητάσθησαν ενώπιον του αρμοδίου Εισηγητού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εν συνδυασμώ με την προσωπικότητα του αιτούντος, όπως προσδιορίζεται υπ' αυτών, ως τόμου ιδιαίτερα κοινωνικά αποδεκτό, έντιμο και ευυπόληπτο, ο οποίος δεν συνηθίζει να εκφράζεται με ανάρμοστο έως υβριστικό τρόπο για άλλους συμπολίτες του και μάλιστα συναδέλφους του. Άλλωστε η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι μεταξύ του αιτούντος και του ανωτέρω μάρτυρος (Α) δεν υφίσταντο τόσον στενές φιλικές σχέσεις ώστε ο πρώτος να εμπιστευθεί τον δεύτερον και να εκφρασθεί κατά τον εκτεθέντα τρόπον αφού δια των δυσφημιστικών ως άνω γεγονότων εθίγοντο, όχι μόνον η παθούσα Ψ και ο σύζυγος της, αλλά και οι λοιποί αξιωματικοί συνάδελφοι του, ενώ ο χρόνος που επέλεξε ο ανωτέρω μάρτυρας να μεταφέρει στην παθούσα τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος εις βάρος της δυσφημιστικά γεγονότα, ήτοι μετά παρέλευσιν πενταμήνου, καθώς και ο τρόπος, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθιστούνν ακόμη περισσότερο μη ειλικρινείς τους ισχυρισμούς του. Όμως, πέραν των ανωτέρω, η άποψις αυτή ενισχύεται και εκ της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρος, ενώπιον του αρμοδίου εισηγητού δικαστού, Γ, καθηγητού στην ίδια Σχολή την αυτή περίοδο, παρισταμένου στην συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση της 20-11-1992, ο οποίος μετά βεβαιότητος εκθέτει ότι, κατά την συνομιλία μεταξύ του αιτούντος και του Α, το μόνον που αντελήφθη είναι ότι ο πρώτος εξέφρασε την σκέψιν του προς τον δεύτερο, να διαβιβάσει προς την ανωτέρω παθούσα την επιθυμίαν του για την αποκατάστασιν των σχέσεων τους, ανακαλώντας άλλη έγκληση της κατά του αιτούντος. Μετά ταύτα αφού το Εφετείο Αθηνών (Πολιτικό) εδέχθη, με την προδιαληφθείσαν απόφασίν του, ότι δεν ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα περιγραφόμενα ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα, απέρριψε την αγωγή των προαναφερομένων προσώπων, ως παθόντων και στην συνέχεια επεκυρώθη αύτη δια της υπ'αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Έτσι, εν όψει των εκτεθέντων, οι προαναφερόμενες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν ετέθησαν υπ'όψιν των δικαστών που εξέδωσαν την παραπάνω καταδικαστική απόφαση με αριθμό 178/1997 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), αποτελούν "νέο" γεγονός που καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποίαν κατεδικάσθη και ως εκ τούτου συνιστά τον από το αρθρ. 525§1 περ. 2 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο επαναλήψεως την ποινικής διαδικασίας που επιβάλλεται προς άρσιν κάθε αμφιβολίας. Επομένως, η υπό κρίσιν αίτησις, πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί, σύμφωνα με το αρθρ. 528§1 Κ.Π.Δ., η υπ'αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 310§1 εδ.β', 525§1, 527§1 και 528§1 Κ.Π.Δ., γιατί το υπόψη έγκλημα που ετελέσθη την 20-11-1992 και φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, παρεγράφη, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 111 §3 και 113§ 1, 2, 3 Π.Κ. και εξαλείφθηκε το αξιόποινον της πράξεως (Α.Π. 879/83 Ποιν.Χρ. ΛΓ σελ. 964, Α.Π. 100/91 Ποιν.Χρ.. ΜΑ' σελ. 849, Α.Π. 391/1996 Ποιν.Χρ. ΜΖ' σελ. 39).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 18-4-2008 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Χ, κατοίκου ......,
II) Να ακυρωθεί η υπ'αριθ. 178/1997 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) και
III) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αιτούντος Χ για Συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται να τέλεσε στην Αθήνα την 20-11-1992 εις βάρος της εγκαλούσης Ψ, κατοίκου ...... .
Αθήναι τη 26-9-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών με την κρινόμενη από 18-4-2008 αίτησή του εκθέτει ότι καταδικάστηκε με τη με αριθ. 178/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας Ψ στις 20-11-1992 και δη του ότι ο αιτών ισχυρίστηκε ενώπιον του Α ότι "δεν δέχομαι καμία συζήτηση με την κυρία αυτή που προσελήφθη στη σχολή επί ΠΑΣΟΚ και που την ψήφισαν οι Αξιωματικοί - μέλη του Σπουδαστικού Συμβουλίου - που της έπιαναν τον κώλο, εν γνώσει ότι τα πιο πάνω είναι ψευδή, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας". Ήδη ο αιτών, ισχυρίζεται με την αίτησή του, ως νέα μεταγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερόμενη σε βάρος του απόφαση, τη με αριθμό 140/2005 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Αθηνών και τη με αριθμό 1423/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν τα παρακάτω : Με αφορμή τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος δυσφημιστικά γεγονότα σε βάρος της Ψ, στις 20-11-92, ενώπιον του Α, τα οποία φέρεται ότι ο τελευταίος επανέλαβε στις 29-4-1993, ενόρκως εξεταζόμενος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ασκήθηκαν εκατέρωθεν αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθ. 3742/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αιτούντος (Χ), ως προς τον εκ των εναγομένων Α και απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, των: α) Ψ, β) Β και γ) Α και στη συνεχεία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 140/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε υπό των τελευταίων κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δια της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση και επικυρώθηκε η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη αφού απορρίφθηκε αίτηση αναιρέσεως αυτών δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Από το σκεπτικό των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι ουδέποτε ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία φέρεται ότι ισχυρίσθηκε ενώπιον του Α, με βάση τα οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος δια της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 178/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων). Παράλληλα προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Εισηγητού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του αιτούντος, όπως προσδιορίζεται υπ' αυτών, ως ατόμου ιδιαίτερα κοινωνικά αποδεκτού, έντιμου και ευυπόληπτου ο οποίος δεν συνηθίζει να εκφράζεται με ανάρμοστο έως υβριστικό τρόπο για άλλους συμπολίτες του και μάλιστα συναδέλφους του. Άλλωστε η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι μεταξύ του αιτούντος και του ανωτέρω μάρτυρος (Α) δεν υφίσταντο τόσον στενές φιλικές σχέσεις ώστε ο πρώτος να εμπιστευθεί τον δεύτερο και να εκφρασθεί κατά τον εκτεθέντα τρόπο, αφού δια των δυσφημιστικών ως άνω γεγονότων εθίγοντο, όχι μόνον η παθούσα Ψ και ο σύζυγος της, αλλά και οι λοιποί αξιωματικοί συνάδελφοί του, ενώ ο χρόνος που επέλεξε ο ανωτέρω μάρτυρας να μεταφέρει στην παθούσα τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος σε βάρος της δυσφημιστικά γεγονότα, ήτοι μετά παρέλευση πενταμήνου, καθώς και ο τρόπος, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθιστούν, ακόμη περισσότερο μη ειλικρινείς τους ισχυρισμούς του. Όμως, πέραν των ανωτέρω, η άποψη αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, ενώπιον του αρμοδίου εισηγητού δικαστού, Γ, καθηγητή στην ίδια Σχολή την αυτή περίοδο, παρισταμένου στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση της 20-11-1992, ο οποίος μετά βεβαιότητος εκθέτει ότι, κατά την συνομιλία μεταξύ του αιτούντος και του Α, το μόνον που αντελήφθη είναι ότι ο πρώτος εξέφρασε τη σκέψη του προς τον δεύτερο, να διαβιβάσει προς την ανωτέρω παθούσα την επιθυμία του για την αποκατάσταση των σχέσεών τους, ανακαλώντας άλλη έγκλησή της κατά του αιτούντος. Μετά ταύτα αφού το Εφετείο Αθηνών (Πολιτικό), δέχθηκε με τηνπροδιαληφθείσα απόφασή του, ότι δε λέχθηκαν υπότου αιτούντος τα περιγραφόμενα ως άνω δυσφημιστικάγεγονότα, απέρριψε την αγωγή των προαναφερόμενωνπροσώπων, ως παθόντων και στην συνέχεια επικυρώθηκεαυτή δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του ΑρείουΠάγου. Έτσι, ενόψει των εκτεθέντων, οι προαναφερόμενες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν τέθηκαν υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την παραπάνω καταδικαστική απόφαση με αριθμό 178/1997 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελούν "νέο" γεγονός που καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και ως εκ τούτου συνιστά τον από το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 KΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο επαναλήψεως την ποινικής διαδικασίας που επιβάλλεται προς άρση κάθε αμφιβολίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί, σύμφωνα με το αρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η υπ' αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 310 παρ.1 εδ. β', 525 παρ. 1, 527 παρ.1 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, γιατί το υπόψη έγκλημα που τελέστηκε στις 20-11-1992 και φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, παρεγράφη, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 111 παρ. 3 και 113 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ. και εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 18-4-2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ.
Ακυρώνει τη με αριθμό 178/1997 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Παύει οριστικά τη ποινική δίωξη σε βάρος του άνω αιτούντος Χ, για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 20-11-1992, σε βάρος της εγκαλούσας Ψ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη της διαδικασίας. Δεκτή η αίτηση λόγω συνδρομής νέων γεγονότων που καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος είναι αθώος. Ακυρώνει την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και παύει οριστικά την ασκηθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παρέλευσης μέχρι σήμερα χρόνου πέραν της οκταετίας και επομένως παραγραφής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 925/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κάτοικο ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλλίγερο, περί αναιρέσεως της 711, 712, 713, 714/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε και 2. Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δημήτριο Μακαρονίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 23 Ιανουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1263/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 235 του Π.Κ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ισχύοντος από 3-3-2000 Ν. 2802/2000, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος που απαιτεί ή δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ανταλλάγματα που δεν δικαιούται ή την υπόσχεση τέτοιων δώρων ή ανταλλαγμάτων για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, η οποία είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ή ανάγεται στην υπηρεσία του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263Α του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ιδίου ή δια μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ. ΑΠ 6/1998). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που ορίζονται στο νόμο, μπορούν να εναλλαχθούν, και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Οι πλείονες δε τρόποι πραγματώσεως του εγκλήματος, είναι: α') η απαίτηση του ωφελήματος, β') η αποδοχή και γ') η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του ωφελήματος. Από την άποψη αυτή, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, προϋποθέτει και αναφορά και διευκρίνιση του συγκεκριμένου τρόπου (ενός ή περισσότερων εκ των πλειόνων) με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του Ν. 2802/2000 η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, ορίζει ότι τιμωρείται με την πιο πάνω ποινή ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιαδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2802/2000 η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας του υπαλλήλου στοιχειοθετείται μόνον για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται από αυτή η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, ο οποίος ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο κατά την εκδίκαση ισχύων μεταγενέστερος νόμος, όταν χαρακτηρίζει την πράξη ανέγκλητη.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠοινΔ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως είναι εκείνη που απορρίπτει αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, αλλά και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιον ισχυρισμό αποτελεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
"Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επιδοθέντα στους κατηγορουμένους κλητήρια θεσπίσματα προκύπτει ότι στους τελευταίους αποδίδονται οι πράξεις της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση και της παράβασης καθήκοντος κατ1 εξακολούθηση από κοινού και μεμονωμένα στην πρώτη κατηγορούμενη και η πράξη της παράβασης καθήκοντος από κοινού κατ' εξακολούθηση στο δεύτερο κατηγορούμενο. Ειδικότερα ως προς την προδιαλαμβανόμενη πράξη της δωροδοκίας, με το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα προσδιορίζεται επαρκώς και με ακρίβεια: α) η εξακολουθητική της μορφή, ήτοι δύο πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, β) η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως δημόσιας υπαλλήλου, ο τρόπος τέλεσης κάθε μίας εκ των ειδικότερα μνημονευομένων πράξεων, ήτοι με την απαίτηση ωφελημάτων με τη μεσολάβηση τρίτου και η αποδοχή υπόσχεσης ωφελημάτων ως ειδικώς αναλύονται κατά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νομοτυπικής τους μορφής (αντικειμενική υπόσταση και πρόθεση) γ) ο χρόνος τέλεσης κάθε μίας εξ αυτών ήτοι αρχές Ιουλίου του έτους 2000 για την πρώτη και 14 Ιουλίου 2000 για τη δεύτερη και δ) ο τόπος τέλεσης, ήτοι η ..., ως σημειώνεται ενιαία για όλες τις πράξεις στην αρχή του κλητηρίου θεσπίσματος. Ωσαύτως, προκύπτει ότι στα εν λόγω κλητήρια θεσπίσματα μνημονεύονται επαρκώς οι μερικότερες πράξεις για κάθε κατηγορούμενο που αφορούν στις αποδιδόμενες κατά τα ανωτέρω σε αυτούς κατηγορίες της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα αναφέρονται, αφενός μεν η πρόθεση των κατηγορουμένων, αφετέρου δε η αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω πράξεων κατά τα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα και δη : α) η εξακολουθητική μορφή των πράξεων, β) οι ιδιότητες των κατηγορουμένων ως δημοσίων υπαλλήλων και δη της πρώτης ως Προϊστάμενη της ΔΟΥ ... και του δεύτερου ως υπαλλήλου αυτής, γ) οι επιμέρους τρόποι τέλεσης των μερικότερων εν λόγω πράξεων ως προς αυτούς και ειδικότερα οι παραβάσεις των καθηκόντων τους περί την άσκηση της δημόσιας υπηρεσίας ως αυτά προβλέπονται από τη φορολογική νομοθεσία έτσι ώστε: ι) να επιβληθούν κατά τη διάρκεια των ειδικώς αναφερομένων φορολογικών ελέγχων κατά τους χρόνους που διαλαμβάνονται στα κλητήρια θεσπίσματα (16-6-2000, Φεβρουάριο του 2001) στον εγκαλούντα Ψ ανύπαρκτες παραβάσεις του ΚΒΣ με αντίστοιχα σε αυτόν μη νόμιμα πρόστιμα και να μην επιβληθούν παραβάσεις που έπρεπε να επιβληθούν με αντίστοιχη βλάβη του Δημοσίου και του ανωτέρω διοικούμενου, ιι) να μην προβεί (η πρώτη κατηγορούμενη) ως όφειλε λόγω της ιδιότητας της ως Προϊστάμενη της ΔΟΥ ... στη διαγραφή μη νομίμως επιβληθέντων προστίμων ύστερα από τις προβληθείσες κατά νόμο προσφυγές του ανωτέρω διοικούμενου και σε αντίστοιχη μείωση των προσδιορισθέντων ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών και ιιι) να αρνηθεί να χορηγήσει φορολογική ενημερότητα παρότι δεν είχε προς τούτο δικαίωμα, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο της κατηγορίας η εξαντλητική απαρίθμηση των παραβάσεων του ΚΒΣ που ψευδώς βεβαίωσαν οι ανωτέρω σε βάρος του Ψ, αρκουμένων των ανωτέρω στοιχείων τα οποία προσδιορίζουν με ακρίβεια την κατηγορία ώστε να δύνανται οι κατηγορούμενοι να αμυνθούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με το αίτημα των κατηγορουμένων: α) να μην αναγνωσθεί η υπ' αριθμ. ... πορισματική έκθεση του ΓΓ Οικονομικού Επιθεωρητή Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και β) να μην αναγνωσθεί η από 17-3-2003 έκθεση τακτικού επανελέγχου των εφοριακών υπαλλήλων ΔΔ και ΕΕ και να μην ληφθούν υπόψιν τα πορίσματα του εν λόγω επανελέγχου, πρέπει ν' απορριφθούν καθόσον τα έγγραφα αυτά δεν έχουν συνταχθεί παρανόμως, είναι έγγραφα της δικογραφίας, εκ των οποίων το πόρισμα του ΓΓ μάλιστα, συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωστέα τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο παρόν δικαστήριο και θα συνεκτιμηθούν μαζί με τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Το αίτημα τέλος της διενέργειας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης αποδείχτηκε στερείται βασιμότητας κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί. Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς και την απολογία των κατηγορουμένων, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Χ1 υπηρετούσε κατά το διάστημα των ετών 1999 και 2000 στη ΔΟΥ ... ως Προϊσταμένη αυτής. Κατά το ίδιο διάστημα ως υπάλληλος της ίδιας Υπηρεσίας υπηρετούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2. Το καλοκαίρι του έτους 1999 η ΔΟΥ ... άρχισε να ενεργεί φορολογικούς ελέγχους εφαρμόζοντας την ΠΟΛ 1144/1998 ΑΥΟ, στους οποίους ελάμβαναν μέρος πρωταρχικά (και ενδεχομένως και μόνον) οι δύο κατηγορούμενοι, ο δεύτερος ως ελεγκτής της εν λόγω Υπηρεσίας και η δεύτερη ως προϊσταμένη αυτής που είχε την αρμοδιότητα της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών ήτοι τον κυρίαρχο ρόλο στην τηρούμενη και κοινώς λεγόμενη διαδικασία του συμβιβασμού με τον φορολογούμενο. Ούτως, την 16-8-1999 η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε προς το δεύτερο κατηγορούμενο εντολή ελέγχου με την οποία του ανέθεσε το φορολογικό έλεγχο 21 επιτηδευματιών αρμοδιότητας της ΔΟΥ ... για την ελεγχόμενη περίοδο 1993-1998, μεταξύ των οποίων και η επιχείρηση (κρεοπωλείο) του εγκαλούνται και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ. Στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδωσε την 27-9-1999 στην ανωτέρω επιχείρηση την από 17-8-1999 πρόσκληση του προκειμένου να του προσκομίσει ο εγκαλών για έλεγχο τα τηρούμενα βιβλία. Την 30-9-1999 ο λογιστής της επιχείρησης ΣΤ μετά από προφορική πρόσκληση της 1ης κατηγορουμένης μαζί με τον ΑΑ, υιό του εγκαλούντα, προσήλθαν στη ΔΟΥ και άφησαν στο γραφείο της τελευταίας, τα βιβλία προκειμένου να διενεργήσει η ίδια σχετικό έλεγχο αυτών. Ούτως η εν λόγω κατηγορούμενη παρέλαβε τα εμπορικά βιβλία του εγκαλούντα μέσα στο γραφείο της, χωρίς να εκδώσει εκείνη την ημέρα σχετικό παραστατικό παραλαβής αυτών, ως όφειλε. Την ίδια περίοδο, δηλαδή Σεπτέμβριο του έτους 1999, κατόπιν αιτήματος της συναντήθηκε σε καφενείο της ... με το λογιστή του εγκαλούντα, ο οποίος σημειωτέον ήταν και λογιστής άλλων επιχειρήσεων, και του πρότεινε να της πάει τους πελάτες του το γραφείο της, προκειμένου να κλείσει με όφελος (χρηματικό κέρδος) τόσο των επιτηδευματιών -ως προς τα ποσά των οφειλόμενων φόρων 5ετίας 1993-1998 τα οποία προφανώς θα φρόντιζε να μην εισπράττονται- όσο και της ίδιας (βλ. σχετ. ένορκη κατάθεση εν λόγω μάρτυρα σε ταυτάριθμα με υπ' αριθμ. 508/2005 πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου). Περί τα τέλη (Δεκέμβριο) του 1999 και πριν καν αρχίσει ο έλεγχος των βιβλίων απαίτησε μέσω του ανωτέρω λογιστή (ΣΤ) να της καταβάλει ο εγκαλών (4.000.000 δρχ. για φόρους στο Δημόσιο και 3.500.000 δρχ. για την ίδια σε τόπο και χρόνο που η ίδια θα όριζε, προκειμένου να μην προχωρήσει στην κατά νόμο επιβολή ων προστίμων όπως όφειλε από την υπηρεσία σε βάρος του εγκαλούντα. Για την πράξη της δε αυτή της απόπειρας εκβίασης (φερόμενη ότι την τέλεσε κατά συναυτουργία με τον ήδη δεύτερο κατηγορούμενο και κατ' εξακολούθηση ήτοι και σε βάρος τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα του ΖΖ που επίσης διατηρούσε στην περιοχή κρεοπωλείο) οι κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 481, 522, 523, 525, 526, 527 και 544/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών η πρώτη και δέκα μηνών ο δεύτερος κατηγορούμενος. Ο τελευταίος αρνήθηκε να υποκύψει στον κατά τα ανωτέρω εκβιασμό και να καταβάλει μη οφειλόμενα χρήματα, οπότε η κατηγορούμενη σε συνεργασία με το συγκατηγορούμενό της, προέβη σε έλεγχο της υπόθεσης με βάση τις διατάξεις της ΠΟΛ 1144/98 ΑΥΟ. Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2000 (και πριν από το στάδιο του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του εγκαλούντα) ενημέρωσε ψευδώς τον τελευταίο, ότι από τον έλεγχο που διενήργησαν προέκυπταν φόροι 56.000.000 δρχ. ή 58.000.000 δρχ. ενώ το αληθές ήταν ότι με βάση τα με ημερομηνία 16-6-2000 ειδικά σημειώματα ελέγχου όλων των φορολογιών, με τα οποία προσδιορίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης και κατ' επέκταση και οι οφειλόμενοι φόροι, που είχαν υπογράψει και οι δύο κατηγορούμενοι προέκυπταν φόροι 30.536.975 δρχ. Στη συνέχεια δε (κατά την ίδια χρονική περίοδο ήτοι αρχές Ιουλίου 2000) απαίτησε μέσω τρίτων και ειδικότερα μέσω των ΣΤ (λογιστή της επιχείρησης του), ΒΒ (σύζυγο του) και άλλων, να λάβει από τον εγκαλούντα το ποσό των 3.500.000 δρχ. προκειμένου να μειώσει προς όφελος του το ποσό των καταλογισθέντων φόρων κατά το δοκούν σε 3ύν σε 35.000.000 δρχ. ή σε 25.000.000 δρχ. ή σε 18.000.000 δρχ., τα οποία ο εγκαλών πάλι αρνήθηκε να καταβάλει απορρίπτοντας ρητά την πρόταση της κατηγορουμένης. Στις 7-7-2000 οι κατηγορούμενοι κοινοποίησαν στον ελεγχόμενο - εγκαλούντα τα ανωτέρω δύο σημειώματα ελέγχου και ο κατηγορούμενος, αυθημερόν, υπέβαλε αίτηση διοικητικού συμβιβασμού. Στις 14 Ιουλίου 2000, οπότε θα ελάμβανε χώρα η συζήτηση περί φορολογικού συμβιβασμού των υποθέσεων του εγκαλούντα, η σύζυγος του τελευταίου, ΒΒ, επισκέφθηκε την πρώτη κατηγορούμενη στο γραφείο της στη ΔΟΥ ... και της πρότεινε να δεχθεί να συμβιβάσει την υπόθεση του συζύγου της προς όφελος του, χωρίς να προβεί στις υπό του Νόμου οφειλόμενες ενέργειες έναντι ποσού 2.500.000 δρχ. το οποίο θα της κατέβαλε. Η κατηγορουμένη δεν εναντιώθηκε στην πρόταση της ΒΒ, της έδωσε μάλιστα χρόνο να το σκεφθεί και να μελετήσει το φάκελο. Κατά την κατάθεσή της η ΒΒ σε μία από τις επισκέψεις της στο γραφείο της κατηγορουμένης (2-3 τον αριθμό) ήταν παρών και ο σύζυγός της που φαίνεται να είχε παράνομη ανάμειξη στην εργασία της (κατ/νης), καθόσον προσφερθείς να την συνοδεύσει με το αυτοκίνητό του στο κρεοπωλείο του συζύγου της προσπαθούσε να την πείσει ότι την συμφέρει να κλείσει μ' αυτόν τον τρόπο η υπόθεσή της γιατί διαφορετικά θα πλήρωνε πολλά λεφτά. Την ανάμειξη του συζύγου της πρώτης κατ/νης στις υπηρεσιακές της υποχρεώσεις επιβεβαιώνει και ο δεύτερος κατ/νος, ο οποίος στην από 15-10-2003 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του οικονομικού επιθεωρητή ΓΓ αναφέρει ότι "... ο σύζυγος της Χ1 ερχότανε από την ..., όπου κατοικούσε μονίμως κατά τις ημέρες που επρόκειτο να γίνει συμβιβασμός με φορολογούμενους κατά τα έτη τέλη 2000 μέχρι την ημέρα που μετετέθη 14-1-2003 και περιεφέρετο στα γραφεία της Δ.Ο.Υ. ... η Χ1 με το σύζυγό της πήραν αντίγραφα των λογαριασμών ΗΗ από την ΕΤΕ αλλά και από άλλες προκειμένου να τους αποδείξουν ότι έχουν χρήματα και με αυτά τους εκβίαζαν για να εισπράξουν χρήματα για το κλείσιμο των φορολογικών τους υποθέσεων. Ο ίδιος κατηγορούμενος (δεύτερος) εξάλλου στην από 16-10-2003 ανωμοτί κατάθεσή του στον Επιθεωρητή ΓΓ καταθέτει για την 1η κατηγορουμένη ότι: "η πρώτη κατ/νη τον εκάλεσε στο γραφείο της και του επρότεινε να συνεργαστεί μαζί της προκειμένου να εισπράττουν από τους φορολογουμένους ποσά πέραν των νομίμων φόρων που προέκυπταν από τους ελέγχους προς ίδιο όφελος, τα οποία θα εμοίραζαν εξ ημισείας και ότι αυτός απέρριψε την μη νόμιμη πρότασή της ... . Αυτό δεν το ανέφερε στην υπερκείμενη αρχή γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μετά από πολύ καιρό τον εκάλεσε πάλι στο γραφείο της και του είπε ότι επειδή αυτή βάζει τις υπογραφές και έχει την αποκλειστική ευθύνη και αυτός κάνει μόνο έλεγχο θα μοιράζουνε σε ποσοστό 80% εκείνη και 20% αυτός το προϊόν των παράνομων συναλλαγών. Αυτός ουδέποτε είχε εισπράξει χρήματα παράνομων συναλλαγών, της απάντησε ότι δεν τον απασχολούσε οποιοδήποτε ποσοστό". Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι συνέταξαν και υπέγραψαν τα από 16-6-2000 ειδικά σημειώματα ελέγχου όλων των φορολογιών, με τα οποία προσδιορίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης του εγκαλούντα και κατ' επέκταση οι οφειλόμενοι φόροι, δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις ΚΒΣ και σε διαφορετική περίπτωση να μην επιβάλλουν παραβάσεις ΚΒΣ, οι οποίες έπρεπε να επιβληθούν, με συνέπεια να καταλογίσουν στον εγκαλούντα ποσό φόρων 30.536.975 δρχ. ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σε αυτόν ποσό φόρων 40.801.612 δρχ. βλάπτοντας ούτως το Δημόσιο κατά το ποσό των, μετά το ακριβέστερο υπολογισμό, 8.611.005 δρχ. ή 25.270,74 ευρώ, σύμφωνα και με διορθωτική δήλωση της νομικής εκπροσώπου του Δημοσίου, όπως προέκυψε από το νομοτύπως διενεργηθέντα επανέλεγχο όλων των βιβλίων και στοιχείων του εγκαλούντα από τους εφοριακούς ΔΔ και ΕΕ υπό τον έλεγχο και του ΓΓ, οικονομικού επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, για τις χρήσεις των ετών 1994-1999, (βλ.υπ' αριθμ. πρωτ. ... πόρισμα ανωτέρω επιθεωρητή). Περαιτέρω, καθόσον δεν ευοδώθηκε ο συμβιβασμός των φορολογικών υποθέσεων του διοικούμενου εγκαλούντα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. Β' της ΠΟΛ 1144/98 η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε εντολή τακτικού ελέγχου αυτού. Ο εν λόγω τακτικός έλεγχος διεξήχθη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 66 Ν. 2238/1994 βασιζόμενος στα βιβλία και στοιχεία που είχαν ήδη προσκομισθεί από τον ελεγχόμενο για τον έλεγχο της ΠΟΛ 1144/98 χωρίς να κοινοποιηθεί, πριν την έναρξη αυτού, πρόσκληση στον ελεγχόμενο να προσκομίσει βιβλία και στοιχεία που αρχικά δεν είχε επιδείξει. Προς τούτο συντάχθηκε από τους κατηγορουμένους η από 22-2-2001 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ, η οποία υπογράφηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο και θεωρήθηκε από την πρώτη στις 26-2-2001 και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις επιβολής προστίμων ΚΒΣ, οι οποίες θυροκολλήθηκαν στις 2-4-2001 στην οικία του ελεγχόμενου - εγκαλούντα από τον επιμελητή της ΔΟΥ ... παρουσία τον δεύτερου κατηγορουμένου. Και στην περίπτωση αυτή, οι κατηγορούμενοι με πρόθεση κατά τον έλεγχο των φορολογικών παραβάσεων της επιχείρησης του εγκαλούντα δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις ΚΒΣ με συνέπεια να καταλογίσουν στον εγκαλούντα, και με σκοπό να βλάψουν αυτόν φόρους συνολικού ύψους 184.606.873 δρχ. ήτοι 541.766,32 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σε αυτόν φόρους συνολικού ύψους 175.747.018 δρχ. ήτοι 515.765,28 ευρώ, δηλαδή καταλόγισαν ποσό φόρων 8.859.855 δρχ. ήτοι 26.001,04 ευρώ επιπλέον. Ειδικότερα από τον επανέλεγχο του Οικονομικού Επιθεωρητή ΓΓ, διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν έπρεπε να είχαν εκδώσει αποφάσεις και να επιβάλουν τα πρόστιμα ΚΒΣ των εξής περιπτώσεων: α) Της ΑΕΠ ... εκ δρχ. 606.350 η οποία αφορά την διαχειριστική περίοδο 1993 γιατί έχουν εκδοθεί τιμολόγια πώλησης - Δελτία αποστολής από το στέλεχος με Π.Θ ... φύλλα 51-100 το οποίο δεν επεδείχθη στον αρχικό έλεγχο, β) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά την διαχειριστική περίοδο 1994 δεν έπρεπε να καταλογισθούν τα πρόστιμα των περιπτώσεων 2 και 3 εκ δρχ. 400.000 γιατί τα τιμολόγια εκδόθηκαν εκτός έδρας της επιχείρησης και συνεπώς δικαιολογείται η εκπρόθεσμη ενημέρωση των βιβλίων, γ) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά την διαχειριστική περίοδο 1995 δεν έπρεπε να καταλογισθεί το πρόστιμο της περίπτωσης 1 εκ δρχ. 200.000 γιατί το ποσό της μη καταχώρησης εσόδων είναι ο ΦΠΑ ο οποίος δεν αποτελεί έσοδο, δ) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά την διαχειριστική περίοδο 1996 η περίπτωση 1 η οποία αφορά πρόστιμο 200.000 δρχ για τον ίδιο ως άνω λόγο. ε) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά την ίδια ως άνω διαχειριστική περίοδο 1996 τα πρόστιμα όλων των περιπτώσεων 1,2,3 εκ δρχ. 600.000 γιατί αυτές ευρίσκονται εκτός των ορίων εφαρμογής της ΠΟΛ 1144/98 Α.Υ.Ο. στ) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά τη διαχειριστική περίοδο 1997 το πρόστιμο της περίπτωσης 1 εκ δρχ 200.000 για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται στην περίπτωση γ της χρήσης 1995. ζ) Της ΑΕΠ ..., η οποία αφορά την διαχειριστική περίοδο 1998 το πρόστιμο εκ δρχ. 200.000 για τον ίδιο ως άνω λόγο (βλ. πόρισμα ΓΓ σελ. 17). Με βάση τις παραπάνω ανύπαρκτες παραβάσεις, οι κατηγορούμενοι καταλόγισαν ποσά φόρων για ελεγχόμενη περίοδο οικονομικών ετών 1994 έως 1999 διαχειρίσεων ετών 1993 έως 1998, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2238/1994 ως εξής: α) ΚΒΣ: 86.130.700 δρχ. (συνολικά για έτη 1993 έως και 1998), β) ΕΙΣΟΔΗΜΑ: 29.827.871 δρχ. (συνολικά για έτη 1994 έως και 1999), γ) ΦΠΑ: 67.765.855 (συνολικά για έτη 1993 έως και 1998) και δ) ΕΛΓΑ: 882.447 δρχ. (συνολικά για έτη 1993 έως και 1998), ενώ όπως προέκυψε από το νομοτύπως διενεργηθέντα επανέλεγχο όλων των βιβλίων και στοιχείων του εγκαλούντα από τους εφοριακούς ΔΔ και ΕΕ υπό τον έλεγχο και του ΓΓ, οικονομικού Οικονομικής Επιθεώρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τα ποσά που έπρεπε να καταλογισθούν κατά τις διατάξεις του Ν. 2238/1994 ανέρχονται συνολικά και για τις ίδιες ως άνω χρονικές περιόδους σε α) ΚΒΣ: 63.874.170 δρχ., β) ΕΙΣΟΔΗΜΑ: 35.205.577 δρχ., γ) ΦΠΑ: 73.643.840 δρχ. και δ) ΕΛΓΑ: 3.023.431 δρχ. (βλ. μεταξύ άλλων ιδίως ενημερωτικό σημείωμα τακτικού ελέγχου ανωτέρω δύο εφοριακών υπαλλήλων επιχείρησης του εγκαλούντα, που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε κατά πρόταση του πολιτικώς ενάγοντα. Δημοσίου σε συνδ. με κατάθεση μάρτυρα ΓΓ σε ταυτάριθμα πρακτικά και με υπ' αριθμ. πρωτ. ... πόρισμα ανωτέρω επιθεωρητή). Ο εγκαλών υπέβαλε εμπρόθεσμα την 31-5-2001 προσφυγές με αίτημα συμβιβασμού και ορίσθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη η 11 Ιουνίου 2001 ως ημερομηνία συζήτησης αυτού. Την ορισθείσα ως άνω ημερομηνία προσήλθαν στη ΔΟΥ οι υιοί του εγκαλούντα μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΘΘ και άρχισε η συζήτηση, η οποία διακόπηκε λόγω πέρατος ωραρίου εργασίας και μετά από αίτημα του Δικηγόρου του εγκαλούντος ο οποίος ζήτησε να συνεχιστεί η συζήτηση σε κάποια από τις επόμενες ημέρες και, συμφωνήθηκε να ορισθεί νέα συνάντηση, το χρόνο της οποίας θα καθόριζε η πρώτη κατηγορούμενη και θα ανακοίνωνε τηλεφωνικά στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εγκαλούντα, πλην όμως η τελευταία, ενώ εγνώριζε το χρόνο λήξεως της προθεσμίας για την ολοκλήρωση του συμβιβασμού, δεν όρισε νέα συνάντηση μέσα στη νόμιμη αυτή προθεσμία που επίσης γνώριζε ότι ήταν καταλυτική, όταν δε ο ως άνω Δικηγόρος της τηλεφώνησε σχετικά μ' αυτό, του ανακοίνωσε να μην προσέλθει στη ΔΟΥ διότι είχε παρέλθει οριστικά η προθεσμία του συμβιβασμού (βλ. την από 3-12-2003 ένορκη εξέταση του Δικηγόρου ΘΘ ενώπιον της Επιθεωρήτριας ΚΚ). Στις εκδηλωθείσες δε αντιρρήσεις του τελευταίου, η κατηγορούμενη επικαλέσθηκε σχετική εντολή της Προϊστάμενης της Οικονομικής Επιθεώρησης Πελοποννήσου ΛΛ, γεγονός το οποίο η ίδια αρνείται (βλ. σχετ. ένορκη κατάθεση της σε ταυτάριθμα πρακτικά). Ούτως η τελευταία ενήργησε κατά παράβαση των οριζομένα στις διατάξεις του άρθρου 70 του Ν. 2238/1994 και της ΠΟΑ 1206/1990 ΑΥΟ, που αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των οικείων επιτροπών και αναβάλλοντας επί σκοπώ ματαιώσεως τη διοικητική επίλυση των φορολογικών υποθέσεων του εγκαλούντα, παρέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρίπολης, όπου εισέτι εκκρεμεί, αρνούμενη να ολοκληρώσει τη διαδικασία του συμβιβασμού προς βλάβη των συμφερόντων του διοικούμενου - εγκαλούντα. Περαιτέρω απεδείχθη ότι κατά τη συζήτηση της 11ης-6-01 για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, από τον έλεγχο των νέων στοιχείων που είχε προσκομίσει κατ' αυτών ο εγκαλών, διεπιστώθη ότι είχαν επιβληθεί από τους κατηγορουμένους σε βάρος του τελευταίου μη νόμιμα πρόστιμα τα οποία όμως η πρώτη κατηγορουμένη μετά από την διασταύρωση των στοιχείων αυτών τα διέγραψε με κόκκινο στυλό. Στη συνέχεια μετά την κατά τα ανωτέρω διακοπή της συζήτησης του συμβιβασμού η πρώτη κατηγορουμένη παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο χωρίς όμως να προβεί στην επίσημη διαγραφή των παρανόμως επιβληθέντων προστίμων και της αντίστοιχης μείωσης των προσδιορισθέντων ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών, ισχυριζόμενη κατά την απολογία της ότι τούτο δεν επιτρέπεται από τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.4 του ΚΒΣ. Από την ανάγνωση όμως του κειμένου της επικαλούμενης από την κατηγορούμενη ως άνω διατάξεως που ρυθμίζει την εξώδικη λύση της διαφοράς, και ορίζει ότι " ... οι Δ.Ο.Υ. δεν έχουν εξουσία ανάκλησης των καταλογιστικών τους πράξεων (έστω και μη νομίμων), μπορούν όμως κατά την εξώδικη λύση της διαφοράς να περιορίσουν ή να διαγράψουν το επιβληθέν πρόστιμο.", προκύπτει ότι η κατηγορουμένη μπορούσε να προβεί στη διαγραφή των μη νομίμως επιβληθέντων προστίμων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε παρότι η ίδια και ο β' κατηγορούμενος τα είχαν επιβάλει. Τέλος, αναφορικά με την κατηγορία που βαρύνει την πρώτη κατηγορουμένη περί αρνήσεως της να χορηγήσει στον εγκαλούντα φορολογική ενημερότητα (υπό στοιχεία Αδ πράξη του κλητηρίου θεσπίσματος), προκειμένου να προβεί στην πώληση ενός αυτοκινήτου-ψυγείου (ήτοι κινητού πράγματος), αυτή δεν απεδείχθη. Ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι ο εγκαλών υπέβαλε έγγραφη αίτηση στις αρχές του 2002 όπως απαιτείται, στην οποία να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο εζητείτο και που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί το εν λόγω πιστοποιητικό, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί άρνηση της κατηγορουμένης περί την έκδοση του. Τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ... " η Δ.Ο.Υ. δεν χορηγεί ΑΦΕ εάν δεν υποβληθεί γραπτή, ενυπόγραφη αίτηση στην οποία να αναφέρεται ο σκοπός χρήσης των ΑΦΕ (σύμφωνα με το άρθρο 9 παραγρ. 1 ΑΥΟ 1109793/ 6134-11/ 0016/ ΠΟΛ 1223/ 24-11-99). Η Δ.Ο.Υ. δεν χορηγεί ΑΦΕ για πώληση επαγγελματικών αυτοκινήτων, ακόμη κι αν έχει υποβληθεί γραπτή αίτηση για το λόγο αυτό, γιατί η διαταγή του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ΠΟΛ 1223/99 άρθρο 1 παρ.5 ορίζει ότι δεν απαιτείται ΑΦΕ στην μεταβίβαση επαγγελματικού αυτοκινήτου ...". Κατόπιν αυτού δεν διακρίνει συνεπώς στην κατηγορουμένη παραβατική συμπεριφορά για την πράξη αυτή που κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Αναφορικά τώρα με τις λοιπές πράξεις που βαρύνονται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι πρέπει σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές να κηρυχθούν ένοχοι ως ακολούθως: Α) Η πρώτη κατηγορουμένη α) για τις υπό στοιχ. Αβ και Αγ πράξεις της παράβασης καθήκοντος (από κοινού η πρώτη) κατ' εξακολούθηση και β) για την υπό στοιχ. Ββ πράξη της παθητικής δωροδοκίας και Β) ο δεύτερος κατηγορούμενος της υπό στοιχ. Αβ πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού και να τους αναγνωριστεί κατά την κρατήσασα άποψη του Δικαστηρίου το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠοινΚ, διότι όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των ποινικών μητρώων των κατηγορουμένων αυτοί έζησαν έως το χρόνο των ως άνω πράξεων τους έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ενώ η καλή διαγωγή τους μετά την τέλεση των πράξεων, ήταν αποκλειστικά απότοκη των συνεπειών που ακολούθησαν τις πράξεις τους αυτές. Ενός όμως μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εκ δεξιού Εφέτη Παναγιώτη Αθανασόπουλου έχοντας την άποψη ότι δεν έπρεπε να αναγνωριστεί στους κατηγορουμένους κανένα ελαφρυντικό. Τέλος το Δικαστήριο ομόφωνα έκρινε ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων η ζητούμενη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠοινΚ και πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα των κατηγορουμένων".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους τους δύο κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες, την Χ1, για τις πράξεις α) της παραβάσεως καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, τη μία επί μέρους πράξη τελεσθείσα από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 κατά μήνα Φεβρουάριο του 2001 και τη δεύτερη πράξη, τελεσθείσα από αυτή μόνη στις 11-6-2001 και β) για παθητική δωροδοκία, τελεσθείσα στις 14-7-2000 και, αφού αναγνώρισε, κατά πλειοψηφία, ότι συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. α' του ΠΚ, τους επέβαλε, συνολική ποινή φυλακίσεως 26 μηνών στην πρώτη και φυλακίσεως 12 μηνών στο δεύτερο, της οποίας ποινής η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη και για τους δύο κατηγορουμένους. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,45, 84 παρ.2 α, 94 παρ.1, 98, 235, 259 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά και απολογία των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) η πρώτη αναιρεσείουσα ορθά καταδικάσθηκε για παθητική δωροδοκία, γιατί, κατά τις παραδοχές, ζήτησε με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό της ωφελήματα και κατά τη συζήτηση του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος φορολογουμένου Ψ, δέχθηκε πρόταση της συζύγου του άνω φορολογουμένου να της καταβάλει το ποσό των 7.336,76 ευρώ, προκειμένου να συμβιβάσει την υπόθεση προς όφελος του φορολογουμένου, χωρίς να προβεί στις υπό του νόμου προβλεπόμενες ενέργειες, ήτοι για μελλοντικές φορολογικές ενέργειες και παραλείψεις της κατηγορουμένης εφοριακού υπαλλήλου κατά την προβλεπόμενη και ακολουθούσα διαδικασία συμβιβασμού, επί εκκρεμούς υποθέσεως επιβολής στον άνω πολιτικώς ενάγοντα φορολογούμενο προστίμων του ΚΒΣ και όχι " για τελειωμένη ήδη υπηρεσιακή ενέργεια αυτής", οπότε και μόνον θα ήταν η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, μετά την προαναφερθείσα τροποποίηση του άρθρου 235 ΠΚ, δια του ν. 2802/2000, ανέγκλητη, β) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, με την παραδοχή ότι η κατηγορουμένη στις 14-7-2000 ζήτησε ωφελήματα και στη συνέχεια δέχθηκε συγκεκριμένη υπόσχεση χρηματισμού με συγκεκριμένο ποσό από τη σύζυγο του φορολογουμένου, που ενεργούσε για λογαριασμό του φορολογούμενου, και του ότι δεν εναντιώθηκε στην άνω πρόταση, ενόψει της διαδικασίας συμβιβασμού και της δυνατότητας που είχαν οι ΔΟΥ, κατά τον ΚΒΣ, και οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι, ως εκ των ειδικών καθηκόντων τους, περί διαγραφής ή περιορισμού των επιβληθέντων υπό των ιδίων στον εν λόγω φορολογούμενο Ψ προστίμων, για ανύπαρκτες μάλιστα παραβάσεις και δηλωθέντα μικρότερα έσοδα και κέρδη, ούτε υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή ότι η πρώτη κατηγορουμένη στις 11-6-2001 διέκοψε τη συζήτηση και τη διαδικασία του διοικητικού συμβιβασμού και του ότι παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο, γ) δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς τους χρόνους τελέσεως ως παραπάνω των εγκλημάτων, δ) αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της ΔΟΥ ..., προέβησαν σε πράξεις και παραλείψεις που περιλαμβάνονταν στον κύκλο των αρμοδιοτήτων τους και των καθηκόντων τους ως εφοριακών υπαλλήλων, Προϊσταμένης και Ελεγκτή αντίστοιχα αυτών στη ΔΟΥ ..., ε) δεν υφίσταται ασάφεια και αντίφαση ως προς την εφαρμογή των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 70 του ν.2238/1994, 34 παρ.4 ΚΒΣ και της ΠΟΛ 1206/1990 ΑΥΟ, που αναφέρονται στον τρόπο λειτουργίας των Ελεγκτών και των Επιτροπών των ΔΥΟ, στ) αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απόρριψη των αιτημάτων των κατηγορουμένων, για μη αξιοποίηση αποδεικτικά της από 23-11-2004 Πορισματικής Εκθέσεως του Επιθεωρητή ΓΓ και για διενέργεια δικαστικής πραγματογνω-μοσύνης, ζ) ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ή παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος των κατηγορουμένων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, επήλθεν εκ του γεγονότος ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Εισαγγελέας της έδρας, λαβών το λόγο, πρότεινεν επί της ουσίας, πριν αποφασίσει προηγουμένως, κατά τους αναιρεσείοντες, το Δικαστήριο επί προβληθείσας στην αρχή της διαδικασίας ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ζήτημα για το οποίο, μετά απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα είχεν επιφυλαχθεί το Δικαστήριο, καθόσον από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι η όλη διαδικασία της δίκης κράτησε επί τρεις ημέρες και το Δικαστήριο, κατά την τελευταία προ της απολογίας του δευτέρου κατηγορουμένου ζητηθείσα και δοθείσα εικοσάλεπτη διακοπή της συνεδριάσεως, διασκέφθηκε και αποφάσισε δημόσια την απόρριψη της άνω ενστάσεως και όλων των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών για τους οποίους είχεν επιφυλαχθεί, πριν δηλαδή δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα για την υποβολή της περί της ενοχής ή μη ως άνω προτάσεώς του (βλ. σελ. 66 πρακτικών). η) από το όλο περιεχόμενο του εν λόγω αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δια της οποίας αναγνωρίστηκε στους κατηγορουμένους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, συνάγεται ότι αιτιολογείται επαρκώς και ειδικώς η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως στην πρώτη κατηγορουμένη του αιτηθέντος δευτέρου ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ε του ΠΚ.
Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ. ΑΠ 762/1992) μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό Δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Περαιτέρω, στο άρθρο 937 του Α.Κ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση, εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 Α.Κ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου και κατά το άρθρο 270 ΑΚ αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 82 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη πράξη ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτή, δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίηση της σχετικής απαιτήσεώς του παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου. Η δήλωση αυτή, πρέπει, να γίνει ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, αν δε αφορά χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 611/1977, προκύπτει, ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτού δημόσιος υπάλληλος δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις που οφείλονται σε δόλο ή βαριά αμέλεια και έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτόν δημόσιας εξουσίας, αλλά υπέχει ευθύνη μόνο το Δημόσιο για την αποζημίωση, ως αστικώς πλέον υπεύθυνο, την οποία, κατά το άρθρο 105 εδ. α' του Εισ.Ν.ΑΚ, υποχρεούται να καταβάλει στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά, σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο νομιμοποιούμενος, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα, σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα, όταν ταυτόχρονα ή παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου. Όμως, η προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας παράσταση, αναγκαία έχει προϋπόθεση ο παριστάμενος να είναι αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη και δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παράσταση, προς αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, αλλά για υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, δεν ισχύει επ'αυτής η ως άνω προθεσμία παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ. Το Δημόσιο δε, όταν δικάζεται υπάλληλός του ως άνω για αδίκημα παραβάσεως καθήκοντος ή παθητικής δωροδοκίας, νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου αυτού, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα αυτά, συνεπεία μειώσεως του κύρους των υπηρεσιών του, διότι επί της παραβάσεως καθήκοντος και της δωροδοκίας, η διάπραξη αυτών προσβάλλει προεχόντως το γενικότερου ενδιαφέροντος έννομο αγαθό της διατήρησης της εμπιστοσύνης των πολιτών στην καλή λειτουργία και καθαρότητα της υπηρεσίας, η οποία μπορεί να κλονισθεί ή και κλονίζεται από τις πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλων που ανάγονται στα καθήκοντά τους, εκ τούτου όμως δεν αποκλείεται η επαγωγή ζημίας και σε βάρος τρίτων, όταν ταυτόχρονα και παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον, οπότε είναι δυνατή η παράσταση του τρίτου ως πολιτικώς ενάγοντος ή προκειμένου περί κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου η παράσταση προς μόνη την υποστήριξη της κατηγορίας, ακόμη και αν έχει παραγραφεί η κατά τον ΑΚ σχετική αξίωσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του από την πρώτη αναιρεσείουσα προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, ο Ψ δήλωσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της κατηγορουμένης εφοριακής υπαλλήλου Χ1, προς υποστήριξη της κατηγορίας σχετικώς με την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δια την οποίαν αυτή είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό. Κατά της τοιαύτης παραστάσεως αντέλεξε ο συνήγορος της κατηγορουμένης με κατατεθείσα έγγραφη προς το Δικαστήριο ένσταση, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, ισχυρισθείς ότι η αξίωση τούτου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του αστικώς υπευθύνου Δημοσίου, είχε παραγραφεί, λόγω παρόδου πενταετίας, από της 28-7-2000 ότε και έλαβε αυτός γνώση της ζημίας και βλάβης του και του υπόχρεου σε αποζημίωση, μέχρι και της 30-3-2006, που το πρώτον δηλώθηκε υπ'αυτού ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας. Κατά της παραστάσεως του Δημοσίου, το πρώτον στις 30-3-2006, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντέλεξαν, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που ανέπτυξαν και προφορικά οι συνήγοροί τους, ομοίως και οι δύο κατηγορούμενοι, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, συνεπεία παραγραφής της σχετικής αξιώσεώς του. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί των άνω ενστάσεων των κατηγορουμένων και επέτρεψε την παράσταση της άνω πολιτικής αγωγής του Ψ προς υποστήριξη της κατηγορίας και του Δημοσίου για χρηματική ικανοποίηση και μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν την περί ενοχής απόφασή του, απέρριψε τις άνω ενστάσεις αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την παρακάτω αιτιολογία: Ως προς την υποβληθείσα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής του Δημοσίου αυτή θα πρέπει ν' απορριφθεί καθ' όσον αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έλαβε γνώση για α' φορά της ζημίας του, με την από 23/11/2004 υπ' αριθ. ... πορισματική έκθεση του Οικονομικού Επιθεωρητή ΓΓ που απεστάλη την ανωτέρω ημερομηνία στο αρμόδιο Υπουργείο Οικονομίας από τον συντάκτη της.
Συνεπώς, δεν έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία της 2ετίας, άλλως 5ετίας, από τον χρόνο αυτόν μέχρι την 30/3/2006, οπότε δηλώθηκε η παράσταση πολιτικής αγωγής. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 82 ΚΠΔ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη πράξη ή υπέστη την ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτή, δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίηση της σχετικής απαιτήσεως του παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στα ακροατήρια του ποινικού δικαστηρίου. Η δήλωση αυτή πρέπει να γίνει ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, αν δεν αφορά χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου χωρίς έγγραφη προδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 84 του ίδιου Κώδικα, η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος πρέπει να περιέχει επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο δηλών και τους λόγους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμα παραστάσεως του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής στη δήλωση πρέπει να προσδιορίζεται και το είδος της ζημιάς που υπέστη ο δηλών και αν παρίσταται για αποζημίωση για υλική ζημία ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, διαφορετικά η δήλωση δεν είναι νόμιμη και ο δηλών δεν αποκτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 611/1977, προκύπτει, ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτού δημόσιος υπάλληλος δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις του, προελθούσες εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας του που έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτόν δημοσίας εξουσίας, αλλά υπέχει ευθύνη μόνο έναντι του Δημοσίου για την αποζημίωση, την οποία κατά το άρθρο 105 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2145/1993, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου (ΑΠ 1586/2004 ΝοΒ 2005.735, ΑΠ 668/2004 ΠοινΛογ 2004.762, ΑΠ 2359/2003 ΠοινΛογ 2003.2540, ΑΠ 1140/2003 ΠοινΛογ 2003.1198, ΑΠ 1169/2002 ΠοινΛογ 2002.37, ΑΠ 17/2002 ΠοινΛογ 2002.37). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 83 και 84 του ΚΠΔ, 914 και 932 του ΑΚ, δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο έχει εκείνος που ζημιώθηκε ή έχει υποστεί ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη αμέσως από την αξιόποινη πράξη, που συμβαίνει όταν προσβάλλεται ορισμένο δικαίωμα του ή συμφέρον του που προστατεύεται από τη διάταξη που παραβιάστηκε, όχι όμως και όταν η διάταξη αυτή προστατεύει αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον. Τέλος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, υπάλληλος, που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τα ανωτέρω και δεδομένου ότι η εν λόγω πράξη συνδέεται κατά την αντικειμενική της υπόσταση και με άμεση βλάβη τρίτου, συνάγεται ότι επί παραβάσεως καθήκοντος που τελείται από δημόσιο διοικητικό υπάλληλο και με την ιδιότητα του αυτή χωρεί πολιτική αγωγή ιδιώτη, εφόσον εξαιτίας αυτής ζημιώθηκε άμεσα (ΑΠ 337/1996 ΠΧρ ΜΣΓ.1687, ΕΠατρ 306/1998 ΠΧρ ΜΗΜ002). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο εγκαλών Ψ, παραδεκτά και νόμιμα, με βάση τις ρηθείσες διατάξεις, παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων μόνον για τη στήριξη της κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, από κοινού και μεμονωμένα που φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι απορριπτόμενων των σχετικών αντιρρήσεων της πρώτης κατηγορούμενης ως μη νομίμων".
Σύμφωνα, με αυτά που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τις άνω παραδοχές του Δικαστηρίου, ο πολιτικώς ενάγων Ψ, είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από τα άνω εγκλήματα, διότι παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και το ιδιωτικό έννομο συμφέρον του ως φορολογούμενου και εδικαιούτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη της κατά των κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων κατηγορίας. Όμως, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παράσταση προς αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, αλλά για υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, δεν ισχύει επ'αυτής η ως άνω προθεσμία παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ. Το δε πολιτικώς ενάγον Δημόσιο, νομιμοποιείτο σε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου αυτού Χ2, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα αυτά, συνεπεία μειώσεως του κύρους των υπηρεσιών του, ενώ από τότε, που κατά τις παραδοχές, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, στις 23-11-2004 έλαβε για πρώτη φορά γνώση της ζημίας του με την με αριθ. ... πορισματική έκθεση του οικονομικού επιθεωρητή ΓΓ, μέχρι και της 30-3-2006, που δηλώθηκε το πρώτον η πολιτική αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος παραγραφής της κατά τον ΑΚ σχετικής αξιώσεώς του.
Συνεπώς, ορθά απορρίφθηκαν οι προβληθείσες ενστάσεις των κατηγορουμένων και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ α' του ΚΠοινΔ, ''Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α') όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Το επιχείρημα ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και στην περίπτωση των ενεργησάντων διοικητική εξέταση δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στη σκέψη ότι δεν πρέπει να εξετάζονται και αυτοί ως μάρτυρες ενόψει του ότι α) ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται β) στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αληθείας και οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση χρήσεως ενός αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύονται στενώς γ) ο νομοθέτης του ν. 3160/2003 που με τα άρθρα 5 και 6 αυτού αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 43 παρ.1 εδ. β και γ και 47 παρ.2 ΚΠοινΔ. αντιστοίχως, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, η δε δεύτερη ότι ο Εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη της εγκλήσεως, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής διώξεως, εφόσον έχει διενεργηθεί εκτός από προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις και ένορκη διοικητική εξέταση, δεν τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 211, ώστε να περιληφθούν σ' αυτή και οι διενεργήσαντες διοικητικοί εξέταση υπάλληλοι και δ)όταν ο ίδιος ο νομοθέτης κάμπτει σε πολλές περιπτώσεις την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και επιτρέπει την εξέταση ως μαρτύρων και των ενεργησάντων ακόμη ανακριτικά καθήκοντα (περιπτώσεις ανακριτικών πράξεων για λαθρεμπορία άρθρο 63 παρ.1 Αγορ. Κωδ. 122 Ν 3030/1954,7 παρ.4 Ν 2331/1995, 421 παρ. 3 ΚΠοινΔ) θα είναι εκτός του γράμματος και του σκοπού της διατάξεως η επέκταση εφαρμογής της σε περιπτώσεις που δεν ορίζει ρητώς η ίδια η διάταξη.(Ολ. ΑΠ 4/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει, σύμφωνα και με αυτά που προαναφέρθηκαν, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, προς σχηματισμό της άνω καταδικαστικής για την ενοχή των κατηγορουμένων κρίσεώς του, ορθά λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, μεταξύ άλλων, παρά τη σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, το με αριθ. ... πόρισμα του οικονομικού επιθεωρητή περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος του Υπουργείου Οικονομικών ΓΓ, που διενήργησε στο πλαίσιο διαταχθείσας αρμοδίως σχετικής ΕΔΕ, ανεξάρτητα του ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν εξέτασε τον άνω οικονομικό επιθεωρητή ως μάρτυρα, και αιτιολογημένα απορρίφθηκε προβληθείσα σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, ορθά όμως συνεκτίμησε και την κατάθεση του άνω επιθεωρητή ως μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά, όπως προκύπτει και αναφέρεται στη σελίδα 47 και 77 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως και της αναγνωσθείσας και στο πλαίσιο της ιδίας ΕΔΕ δοθείσας ενόρκου καταθέσεως της ΛΛ, προϊσταμένης Οικονομικής Επιθεωρήσεως Πελοποννήσου και του ελεγκτή ΜΜ, αδιαφόρου όντος του ότι το ίδιο Δικαστήριο, εσφαλμένα κατά τα προεκτεθέντα, δέχτηκε σχετική ένσταση των κατηγορουμένων και δεν εξέτασε τους παραπάνω ως μάρτυρες και στο ακροατήριό του. Άρα ο συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2008 αίτηση της Χ1 και του Χ2 και τους από 23-1-2009 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 711,712,713,714/9-7-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για καθένα από αυτούς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ ποσού διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α. Παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ) Β. Παθητική Δωροδοκία (235 ΠΚ). 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Η πρώτη αναιρεσείουσα ορθά καταδικάστηκε για παθητική δωροδοκία, γιατί, κατά τις παραδοχές, ζήτησε με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό της ωφελήματα και κατά τη συζήτηση του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος φορολογουμένου, δέχθηκε πρόταση της συζύγου του άνω φορολογουμένου να της καταβάλει το ποσό των 7.336,76 ευρώ, προκειμένου να συμβιβάσει την υπόθεση προς όφελος του φορολογουμένου, χωρίς να προβεί στις υπό του νόμου προβλεπόμενες ενέργειες, ήτοι για μελλοντικές φορολογικές ενέργειες και παραλείψεις της κατά την προβλεπόμενη και ακολουθούσα διαδικασία συμβιβασμού, επί εκκρεμούς υποθέσεως επιβολής στον άνω πολιτικώς ενάγοντα φορολογούμενο προστίμων του ΚΒΣ και όχι «για τελειωμένη ήδη υπηρεσιακή ενέργεια αυτής», οπότε και μόνον θα ήταν η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, μετά την προαναφερθείσα τροποποίηση του άρθρου 235 ΠΚ δια του ν. 2802/2000, ανέγκλητη. 2. Ο πολιτικώς ενάγων, είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από τα άνω εγκλήματα, διότι παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και το ιδιωτικό έννομο συμφέρον του ως φορολογούμενου και εδικαιούτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη της κατά των κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων κατηγορίας. Όμως, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παράσταση προς αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, αλλά για υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, δεν ισχύει επ’ αυτής η ως άνω προθεσμία παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ. Το δε πολιτικώς ενάγον Δημόσιο, νομιμοποίητο σε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου αυτού, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα αυτά, συνεπεία μειώσεως του κύρους των υπηρεσιών του, ενώ από τότε, που κατά τις παραδοχές, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, στις 23-11-2004 έλαβε για πρώτη φορά γνώση της ζημίας του με την πορισματική έκθεση του οικονομικού επιθεωρητή, μέχρι και της 30-3-2006, που δηλώθηκε το πρώτον η πολιτική αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος παραγραφής της κατά τον ΑΚ σχετικής αξιώσεώς του. Συνεπώς, ορθά απορρίφθηκαν οι προβληθείσες ενστάσεις των κατηγορουμένων και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. 3. Ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί, διότι ορθά λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, παρά τη σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, το πόρισμα του επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών, που διενήργησε στο πλαίσιο διαταχθείσας σχετικής ΕΔΕ, ανεξάρτητα του ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν εξέτασε τον άνω επιθεωρητή ως μάρτυρα και αιτιολογημένα απορρίφθηκε προβληθείσα σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, ορθά όμως συνεκτίμησε και την κατάθεση του άνω επιθεωρητή ως μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά, όπως προκύπτει και αναφέρεται στη σελίδα 47 και 77 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως και της αναγνωσθείσας και στο πλαίσιο της ιδίας ΕΔΕ δοθείσας ενόρκου καταθέσεως δύο άλλων εφοριακών, αδιαφόρου όντος του ότι το ίδιο Δικαστήριο, εσφαλμένα κατά τα προεκτεθέντα δέχτηκε σχετική ένσταση των κατηγορουμένων και δεν εξέτασε τους παραπάνω ως μάρτυρες και στο ακροατήριό του. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Πολιτική αγωγή, Παράβαση καθήκοντος, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 923/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 408/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον .....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 841/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 479/13.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την με αριθ. 73/14-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ......, ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, δυνάμει της από 14-4-2008 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ'αριθ. 408/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμόν 3133/2007 Βούλευμα του παρέπεμψε εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), εκτός των άλλων, και τον παραπάνω αναιρεσείοντα, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που περιήλθε στην κατοχή του ως διαχειριστού και εντολοδόχου ξένης περιουσίας, κατ'εξακολούθησιν (αρθρ. 98, 375§§1,2, ως η παρ.2 αντικ. από το άρθρο 1 §9 ν. 2408/96 και προσ. δι'άρθρ. 14§3 εδαφ. β' ν. 2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων ήσκησε έφεση, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, το οποίον, δια του προσβαλλόμενου υπ'αριθ. 408/2008 βουλεύματος του απέρριψε την έφεση του, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, και επεκύρωσε, ως προς αυτόν, το πρωτόδικο ως άνω βούλευμα. Κατά του ανωτέρω εφετειακού βουλεύματος ο παραπάνω κατηγορούμενος ήσκησε την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, νομοτύπως και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμα επεδόθη εις τούτον την 14-4-2008 και ησκήθη αυθημερόν με έκθεση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών. Περιέχει δε ως λόγον αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα που προεκλήθη κατά την προδικασίαν (αρθρ. 484§1 στοιχ. α' εν συνδ. με αρθρ. 171 § στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.).
Επομένως η ως άνω αίτησις αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν ο προσβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης.
II) Κατά την διάταξη του αρθρ. 171§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψιν σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επέρχεται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των προσηκόντων εις τούτον δικαιωμάτων εις τας περιπτώσεις εκείνας και σύμφωνα με τις διατυπώσεις που επιτάσσει αυτή ο νόμος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται εις όλας τας περιπτώσεις, κατά τας οποίας υφίσταται υποχρέωσις εκ του νόμου εις τον δικαστήν, όπως οίκοθεν δημιουργήσει τας προϋποθέσεις εκείνας που καθιστούν δυνατή την άσκηση των δικαιωμάτων τούτων και άνευ σχετικής προς τούτο αιτήσεως του κατηγορουμένου, δημιουργούμενης άλλως απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας. Ειδικότερον η "εμφάνισις" του κατηγορουμένου αναφέρεται εις όλας τας περιπτώσεις, εις τας οποίας ο νόμος διασφαλίζει την προσωπική συμμετοχή αυτού και συγκεκριμένα εις όλες τις περιπτώσεις, οι οποίες διαγράφουν ωρισμένας διαδικαστικάς πράξεις, τύπους και προϋποθέσεις τόπου και χρόνου, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του κατηγορουμένου εις την ποινικήν διαδικασίαν, η δε "υπεράσπισης" αναφέρεται εις τας περιπτώσεις εκείνας κατά τας οποίας είναι υποχρεωτική η μετά συνηγόρου παράστασης (Α.Π. 105/1998 Ποιν.Χρ. ΜΗ' σελ. 754, Α.Π. 600/1976 Ποιν.Χρ. ΚΖ' σελ. 72). Εξάλλου κατά το αρθρ. 173§2 Κ.Π.Δ., από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται εις το αρθρ. 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο αρθρ. 174§ 1, ακυρότητα που δεν επροτάθη, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το αρθρ. 176§1 του ίδιου κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπ'όψιν ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητος αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως (Α.Π. 1259/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ" σελ. 440, Α.Π. 1260/2000 Ποιν.Δικ. 2001 σελ. 248). Έτσι η αρμοδιότης του Συμβουλίου Εφετών για κήρυξη της δικονομικής ακυρότητος πράξεων της προδικασίας, ανακύπτει κατ'εξαίρεση, μεταξύ άλλων, και όταν τούτο επιλαμβάνεται εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (Α.Π. 539/1989 Ποιν. Χρον. Μ' σελ. 27, Μπουρόπουλος ερμ. Κ.Π.Δ., εκδ. 1951, υπ'αρθρ. 176, Ζησιάδης Ποιν.Δικ. τομ. Β' εκδ. 1977 ΣΕΛ. 406 ΕΠ., Σιφναίου-Τούση Πανδ.Ποιν.Δικον. 1957 σελ. 571). Περαιτέρω κατά την διάταξη του αρθρ. 20§1 του Συντάγματος, κάθε ένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει. Εξ άλλου κατά μεν το αρθρ. 101§ Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το αρθρ. 2§1 ν. 2408/1996, ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευση του εμφανισθεί η οδηγηθεί εις αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, συντασσόμενης προς τούτο σχετικής εκθέσεως κατ'άρθρ. 103 Κ.Π.Δ. Επιτρέπεται επίσης εις τον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορος του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται εις αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης, κατά δε το αρθρ. 102 του ίδιου κώδικα, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως σαράντα οκτώ (48) ώρες και δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί πριν περάσει η ως άνω προθεσμία. Περαιτέρω σύμφωνα με το αρθρ. 6 §3 στοιχ. α' ΕΣΔΑ που εκυρώθη και από την Ελλάδα (ν. 2329/53 και ν.δ. 53/1974), ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθείς εν λεπτομερεία, την φύση και τον λόγο της κατηγορίας εναντίον του, ενώ κατά το αρθρ. 14§3 εδ. α' Δ.Σ.Α.Π.Δ. (ν. 2462/1997) κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, σε πλήρη ισότητα, την εγγύηση να πληροφορηθεί το συντομότερο δυνατό, σε γλώσσα που κατανοεί και λεπτομερώς, τη φύση και τους λόγους της εις βάρος του κατηγορίας. Τέλος κατά την διάταξη του αρθρ. 273§2 Κ.Π.Δ., αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα το κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το αρθρ. 103, εκείνος που ενεργεί την εξέταση του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισης του. Επί πλέον δε, κατ'άρθρ. 274 Κ.Π.Δ., όποιος ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επεκαλέσθη υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, εξ' ου συνάγεται ότι η απολογία του κατηγορουμένου δεν είναι μόνον αποδεικτικό μέσον, καθ'ό μέρος αποτελεί ομολογίαν (αρθρ. 178), αλλά και μέσον υπερασπίσεως αυτού (Μπουρόπουλος Ποιν.Χρον. Δ', Δέδες (1990) Γ', Στάϊκος Β', 109, Καρράς Β' (1986) σελ. 101). Έτσι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει προδήλως ότι η ανακοίνωση της κατηγορίας πρέπει να είναι λεπτομερής, δηλαδή να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη, που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξη του ο Εισαγγελέας, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα και να ασκήσει το εκ των αρθρ. 273§2 και 274 Κ.Π.Δ. δικαίωμα υπεράσπισης του, άλλως δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της ανακριτικής πράξης, ήτοι της απαγγελίας κατηγορητηρίου εκ μέρους του Ανακριτού, χωρίς σαφή και πλήρη έκθεση της πράξης για την οποία κατηγορείται. Η ανακοίνωση περαιτέρω του περιεχομένου του κατηγορητηρίου θα πρέπει να γίνεται εγγράφως και δεν αρκεί η προφορική απαγγελία της κατηγορίας, όπως συνάγεται με σαφήνεια από το αρθρ. 101 και την διατύπωση του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρει ότι ο Ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευση του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σ'αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενον του κατηγορητηρίου "και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης" αλλά και εκ του ότι, μεταξύ των άλλων, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του να ζητήσει εγγράφως και με δική του δαπάνη αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης. Μάλιστα δε εάν ο κατηγορούμενος, με αίτηση του, ζητήσει και πριν την απολογία του, αντίγραφο του κατηγορητηρίου, όπως και κάθε άλλου εγγράφου της δικογραφίας, ο Ανακριτής οφείλει να του παραδώσει το ζητούμενο αντίγραφο.
Στην περίπτωση δε που δεν θα ανακοινωθεί το περιεχόμενον του κατηγορητηρίου, προ της απολογίας ή δεν δοθεί αντίγραφο αυτού, που τυχόν θα ζητηθεί από τον κατηγορούμενο, επέρχεται απόλυτος ακυρότης της ληφθείσης απολογίας του. Αυτό γιατί με την παράλειψη αυτή παραβιάζεται θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου που αναφέρεται στην υπεράσπιση του. Αξιοσημείωτο όμως παραμένει το γεγονός ότι αναγνωρίζεται εις τον κατηγορούμενο, κατά την απολογία του, το δικαίωμα να αρνείται να απαντά ή σιωπά, ορισμένως ή παντελώς, καθώς και το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποιησεως του, πλην όμως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 103 και 273§2 Κ.Π.Δ., σαφώς συνάγεται ότι δεν υφίσταται υποχρέωσις του ανακριτικού ή προανακριτικού υπαλλήλου να ανακοινώσει τα δικαιώματα του αυτά προς τον κατηγορούμενο, καθόσον τόσον το δικαίωμα σιωπής όσον και εκείνο της μη αυτοενοχοποιησεως του, εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του να αποφασίσει αν, με την απολογία του, θα καταστεί αποδεικτικό μέσο σε βάρος του εαυτού του. Κατά συνέπεια, αφορά προεχόντως το εκούσιο ή μη της απολογίας του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών γεγονότων και μόνον υπό την μορφή οδηγιών, υπομνήσεων, επισημάνσεων και προειδοποιήσεων, σύμφωνα με την αρχή της "δίκαιης δίκης" είναι δυνατόν να παρέχεται συνδρομή από τα προαναφερόμενα δικαστικά όργανα προς τον κατηγορούμενο (ίδετ. Δαλακούρα, Η σιωπή του κατηγορουμένου στην Ποινική δίκη, Αρμ. 1989 σελ. 317 επ., Μπάκα, το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, Ποιν.Χρ. ΛΖ' σελ. 500 επ., Όλγα Τσόλκα: Παρατηρήσεις επί της Α.Π. 92/2004 Ποιν.Χρον. ΝΔ' σελ. 2001, το δικαίωμα στην μη αυτοενοχοποίηση και το τεκμήριο αθωότητος Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 97, Νικ.Λίβου, Παρατηρήσεις επί της Α.Π. 566/93 Ποιν.Χρ. ΜΓ" σελ. 386). Άλλωστε, τοιαύτη υποχρέωσις των παραπάνω δικαστικών οργάνων, δεν προκύπτει από την διάταξη του αρθρ. 273§3 Κ.Π.Δ., που προσδιορίζει επίσης τον τρόπο εξετάσεως του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των παραγρ. 2, 3, 5 του αρθρ. 223 Κ.Π.Δ., που καθορίζουν τον τρόπον εξέτασης των μαρτύρων και ουχί η παρ.4 του ιδίου αρθρ., δια της οποίας, ενώ αναγνωρίζεται ρητώς το δικαίωμα στον μάρτυρα στην μη κατάθεση αυτοενοχοποιητικών γεγονότων, εν τούτοις, δεν προβλέπει, επί ποινή ακυρότητος, την υποχρέωση των ανακριτικών και προανακριτικών οργάνων να ενημερώσουν τον μάρτυρα για την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος. Έτσι όμως, με την εξέταση του κατηγορουμένου ως "υπόπτου" εις τα πλαίσια διενεργούμενης εις βάρος του προκαταρκτικής εξέτασης, το βασικό για την υπεράσπιση του, ως κατηγορουμένου κατά το στάδιο της απολογίας του, δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, είναι δυνατόν να παρακαμφθεί, εάν ληφθούν υπ'όψιν και αξιοποιηθούν αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες εδόθησαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, οπότε τότε και μόνον προκαλείται απόλυτος ακυρότης και ουχί εκ της μη ανακοινώσεως προς αυτόν των ως άνω δικαιωμάτων του, διότι αφορά την υπεράσπισιν του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος της "δίκαιης δίκης" που του εξασφαλίζει το αρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το αρθρ. 223§4 Κ.Π.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη, πλην όμως εξ αυτού και μόνον του λόγου δεν έπεται ότι καθιδρύεται υποχρέωσις των δικαστικών οργάνων, κατ'άρθρ. 103 Κ.Π.Δ., αναλογικώς εφαρμοζομένου, να ανακοινώσουν εις τούτον, κατά τα εκτεθέντα, τα εν λόγω δικαιώματα του. Παρά ταύτα όμως, δεν δημιουργείται ουδεμία· ακυρότητα όταν, ως κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, αναφερθεί εις το σύνολο του περιεχομένου της προηγούμενης καταθέσεώς του "υπόπτου", και επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της (Εφ.Αθηνών 699, 780, 809, 3244/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ' σελ. 993).
Ill) Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με χρονολογία 17-12-2003 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου ..... ενώπιον του ενταύθα τακτικού Ανακριτού 5ου τμήματος "η οποία υπογράφεται από τον κατηγορούμενο και η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητος του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης", προκύπτει ότι ο ανωτέρω Τακτικός Ανακριτής, που ενεργούσε κυρία ανάκριση εις βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης εις βαθμόν κακουργήματος, γνώρισε εις τον εξεταζόμενο "ότι κατηγορείται για υπεξαίρεση" και ότι εξήγησε "σ'αυτόν όλα τα εκ των αρθρ. 100-103 Κ.Π.Δ. δικαιώματα του..." και μετά τα ανωτέρω "του απηγγέλθη η δέουσα κατηγορία". Προκύπτει επομένως ότι ετηρήθησαν εκτός από τις προαναφερόμενες διατάξεις και η τοιαύτη του αρθρ. 273§2 Κ.Π.Δ., ανεξαρτήτως του ότι δεν μνημονεύεται αύτη εις την υπό του Ανακριτού συνταχθείσαν έκθεσιν, λόγω μη προσαρμογής του σχετικού εντύπου, αφού εξηγήθησαν, ως άνω, στον κατηγορούμενο όλα τα δικαιώματα του και απηγγέλθη εγγράφως η δέουσα κατηγορία για την παραπάνω πράξιν, την 28-1-2004, μετά από την χορηγηθείσαν εις τούτον προθεσμίαν για την οποίαν μάλιστα απελογήθη μόνον εγγράφως δι'υπομνήματος κατ'άρθρ. 273§2 Κ.Π.Δ., που ενεχείρισε ενώπιον του ως άνω Ανακριτού χωρίς να υποβληθεί εις ουδεμίαν συμπληρωμαιτκήν εξέτασιν υπό του ως άνω Ανακριτού. Επομένως ο μοναδικός εκ του αρθρ. 484§1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγος απολύτου ακυρότητος, με τον οποίον βάλλεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμος και ως τοιούτος πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Τέλος, καθ'όσον αφορά το αίτημα του κατηγορουμένου περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον του Δικαστηρίου σας, εν συμβουλίω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως δεν σχετίζεται με την ουσίαν της υποθέσεως και οι συγκεκριμένες δυσχέρειες που εμφανίζονται μπορούν να αποσαφηνισθούν δι'υπομνήματος και ως εκ τούτο φρονούμεν ότι δεν καθίσταται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισις του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθ. 73/14-4-2008 αίτησις αναιρέσεως του ...., κατά του υπ'αριθ. 408/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
II) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος
III) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο).
Αθήνα 8-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος .Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο αρθρ. 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις τις προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και κατά τη διάταξη του άρθρου 176 παρ.1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας διαδικασίας το δικαστήριο που επαναλαμβάνει την εκδίκαση της υπόθεσης. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι πράξεις η παραλείψεις προανακριτικών ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν σχέση με την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος δημιουργούν απόλυτες ακυρότητες, ότι οι ακυρότητες αυτές μπορούν να προταθούν μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για μπορούν οι ακυρότητες αυτές να προταθούν ακόμη και στο Άρειο Πάγο είναι να έχουν υποβληθεί και να έχουν τεθεί υπ' όψη του αρμοδίου κατ' άρθρο 176 παρ.1 ΚΠοινΔ δικαστικού συμβουλίου το οποίο είναι το αρμόδιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.
Περαιτέρω από η διάταξη άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ. 53/1974 με την επανένταξη της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης κατά την οποία " 1. παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης φύσεως εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...", προκύπτει ότι η διάταξη αυτή θέτει τα πλαίσια μέσα στα οποία πρέπει να λειτουργούν τα δικαστήρια και ν' απονέμεται η δικαιοσύνη αποτελούσα συγχρόνως και την κατευθυντήρια γραμμή για τα δικονομικά συστήματα των συμβαλλομένων μερών και στην προκειμένη περίπτωση της Ελλάδας. Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδας έχει ενσωματώσει στο δικονομικό της σύστημα και προβλέπει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και τις δικονομικές συνέπειες της μη τηρήσεώς τους. Ειδικότερα προβλέπει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται ακυρότητα, στις διατάξεις των άρθρων 96 έως 106 ΚΠοινΔ. Μεταξύ αυτών δεν αναφέρονται τα από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενα για την στήριξη του αναιρετικού του λόγου δικαιώματα χωρίς όμως αυτό να αποκλείει ότι τα επικαλούμενα από αυτόν που ευρίσκονται διάσπαρτα σε άλλες διατάξεις, όπως η διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 ΚΠοινΔ όπου αναφέρεται ρητά ότι "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα ν' αρνηθεί ν' απαντήσει", το 366 παρ. 3 όπου αναφέρεται ότι "αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή ν' απαντήσει σε ερώτηση αυτό αναγράφεται στα πρακτικά" και 223 παρ. 3 όπου προβλέπεται "ότι ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει ενοχή του για αξιόποινη πράξη", δεν δημιουργούν ακυρότητες αν παραβιαστούν.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η μη τήρηση των δικαιωμάτων της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου συνεπάγεται ακυρότητα, λόγω του ότι προβλέπονται και επιβάλλονται με διάφορες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με συνέπεια η παραβίασή τους να επιφέρει την ακυρότητα των ανακριτικών πράξεων και αποφάσεων στις οποίες δεν τηρήθηκαν τα δικαιώματα αυτά του κατηγορουμένου. Το γεγονός αυτό συμβαίνει όταν δεν τηρηθούν και παραβιασθούν, όχι όμως και σαν υποχρέωση ανακοινώσεως των άνω δικαιωμάτων, κατά την οποία κατά πανηγυρικό τύπο πρέπει από τα προανακριτικά και ανακριτικά όργανα να ανακοινώνονται, γιατί η υποχρέωση αυτή, χωρίς να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν προβλέπεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 'Αλλωστε και στο ίδιο το άρθρο 6 παρ. 3 γίνεται λόγος για τα συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία θεωρούνται σαν θεμελιώδη τοιαύτα κατά την σύμβαση αυτή και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα από τους αναιρεσείοντες αναφερόμενα (Ολ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1724/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και μοναδικό λόγο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, η οποία αναφέρεται σε άκυρες πράξεις της προδικασίας, και συγκεκριμένα απόλυτη ακυρότητα που δημιουργήθηκε κατά τη διενεργηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 246 επόμ. του ΚΠοινΔ, κυρία ανάκριση, συνίσταται δε στην, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 100 επόμ., 171 περ.1 δ του ΚΠοινΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά την απολογία του, δεν του γνωστοποιήθηκε από την Ανακρίτρια ότι απολαύει των δικαιωμάτων σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, τουτέστιν αναφέρει σαν λόγο ακυρότητας λόγο μη προβλεπόμενο στις περιπτώσεις που ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας απαιτεί την κατά πανηγυρικό τύπο ανακοίνωση τους και σαν τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί, καθ' όσον τα δικαιώματα αυτά καθιερώνονται και ευρίσκονται διάσπαρτα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και μόνο η παραβίασή τους συνιστά απόλυτη ακυρότητα.
Περαιτέρω, το αίτημα του αναιρεσείοντος που υποβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ, αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο, ώστε να αναπτύξει και προφορικά τις άνω αιτιάσεις του, έχοντας ανάλογη δυνατότητα που παρέχεται και στον εκπρόσωπο της Εισαγγελικής αρχής, σύμφωνα και με την αρχή της ισότητας των όπλων και της αντιδικίας, κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον ο προβαλλόμενος ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι νομικός λόγος, δε σχετίζεται με την ουσία της υποθέσεως και μπορούσε δια του συνηγόρου του, να αναπτύξει και να αποσαφηνίσει τον άνω νομικό ισχυρισμό του, με κατάθεση εγγράφου υπομνήματος, πράγμα που δεν έπραξε. Η παράσταση δε του Εισαγγελέα στο Συμβούλιο τούτο, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων, διότι το γεγονός ότι παρίσταται στο Συμβούλιο ο Εισαγγελέας, δεν του αποστερεί το δικαίωμα για μια κατ' αντιδικία δίκη, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη κρίση και δίκη, δεδομένου ότι ο Εισαγγελέας έχει καθορισμένο από τον ΚΠοινΔ ρόλο και η παρουσία του στο Συμβούλιο, κατά το άρθρο 306 ΚΠοινΔ, είναι υποχρεωτική για να ακουστεί και να αναπτύξει και προφορικά την πρότασή του, αποχωρεί δε και μετά ακολουθεί διάσκεψη του Συμβουλίου των δικαστών χωρίς την παρουσία του, ενώ η παρουσία των κατηγορουμένων στο Συμβούλιο, εξαρτάται από την αποδοχή ή μη σχετικού αιτήματός τους από το ίδιο το Συμβούλιο. (ΑΠ 85/2006).
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 73/17-4-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση του με αριθ. 408/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. 1) Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της προπαρασκευαστικής και της κύριας, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Απορριπτέος, ο από το άρθρο 171 αρ. 1, 484 παρ. 1α ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγος ακυρότητας, που αφορά σε ακυρότητες της προδικασίας, για το λόγο ότι η Τακτική Ανακρίτρια, κατά τη λήψη της απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δεν του γνωστοποίησε τα δικαιώματά του σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, διότι η παραβίαση μεν των δικαιωμάτων αυτών συνιστά απόλυτη ακυρότητα, όχι όμως και η μη, κατά πανηγυρικό τρόπο γνωστοποίηση αυτών, στον κατηγορούμενο, κατά τη λήψη της απολογίας, γιατί τα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνονται σε αυτά, που κατά τον ΚΠΔ είναι ανακοινώσιμα κατά πανηγυρικό τύπο και τρόπο (ΟλΑΠ 1/2004, ΑΠ 1724/2007). 2) Το αίτημα του αναιρεσείοντος, για κατ’ άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο, ώστε να αναπτύξει και προφορικά τις άνω αιτιάσεις του, έχοντας ανάλογη δυνατότητα που παρέχεται και στον εκπρόσωπο της Εισαγγελικής αρχής, σύμφωνα και με την αρχή της ισότητας των όπλων και της αντιδικίας, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον ο προβαλλόμενος ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι νομικός λόγος, δε σχετίζεται με την ουσία της υποθέσεως και μπορούσε δια του συνηγόρου του, να αναπτύξει και να αποσαφηνίσει τον άνω νομικό ισχυρισμό του, με κατάθεση υπομνήματος, πράγμα που δεν έπραξε. Η παράσταση δε του Εισαγγελέα στο Συμβούλιο τούτο, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων, διότι το γεγονός ότι παρίσταται στο Συμβούλιο ο Εισαγγελέας, δεν του αποστερεί το δικαίωμα για μια κατ’ αντιδικία δίκη, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη κρίση και δίκη, δεδομένου ότι ο Εισαγγελέας έχει καθορισμένο από τον ΚΠΔ ρόλο και η παρουσία του στο Συμβούλιο, κατά το άρθρο 306 ΚΠΔ είναι υποχρεωτική για να ακουστεί και να αναπτύξει και προφορικά την πρότασή του, αποχωρεί δε και μετά ακολουθεί διάσκεψη του Συμβουλίου των δικαστών χωρίς την παρουσία του, ενώ η παρουσία του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο, εξαρτάται από την αποδοχή ή μη σχετικού αιτήματός του από το ίδιο το Συμβούλιο (ΑΠ 85/2006).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 922/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα, για αναίρεση της με αριθμό 6.990/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 939/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 6.990/2007 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, για κατοχή λαθρεμπορεύματος ΙΧΕ αυτοκινήτου, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Στο αιτιολογικό του όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ειδικότερα για να απορρίψει αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν κάτοχος και ότι είχε πωλήσει το φερόμενο ως λαθρεμπόρευμα ΙΧΕ αυτοκίνητο, αναφέρει ότι "από το έγγραφο της Στατιστικής Υπηρεσίας Ασφαλιστικών Εταιρειών με ημερομηνία 4-2-2002 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε ασφαλίσει για υλικές ζημίες το εν λόγω αυτοκίνητο από 28-3-2001 έως 28-3-2002 στην ασφαλιστική εταιρεία NORDSTERN COLONIA HELLAS ΑΕΓΑ". Όμως το έγγραφο αυτό, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλ', ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη μη ανάγνωση δε του κειμένου αυτού στο ακροατήριο στους παράγοντες της δίκης, δεν κατέστη αυτό γνωστό κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα και το συνήγορό του, ώστε αυτοί να είχαν την πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6.990/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή λαθρεμπορεύματος ΙΧΕ. Βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, γιατί συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο μη αναγνωσθέν έγγραφο και έτσι παραβιάστηκε το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε δηλώσεις και σε εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του εγγράφου αυτού (ΑΠ 15, 335, 420, 1828/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 921/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ4, 2) Χ2, 3) Χ10, 4) Χ41, 5) Χ42, 6) Χ40, 7) Χ31, 8) Χ32, 9) Χ33, 10) Χ36, 11) Χ37, 12) Χ3, 13) Χ7, 14) Χ35, 15) Χ34, 16) Χ39, 17) Χ38, 18) Χ9, 19) Χ16, 20) Χ21, 21) Χ12, 22) Χ18, 23) Χ13, 24) Χ17, 25) Χ20, 26) Χ15, 27) Χ14 28) Χ19 , 29) Χ23, 30) Χ1, 31) Χ30, 32) Χ27, 33) Χ26, 34) Χ28, 35) Χ29, 36) Χ25, 37) Χ22 και 38) Χ5, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 188/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ8, 2) Χ11 και 3) Χ6 και με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουλίου 2008, 23 Ιουλίου 2008, 25 Ιουλίου 2008, 29 Ιουλίου 2008, 30 Ιουλίου 2008, 31 Ιουλίου 2008, 1 Αυγούστου 2008, 4 Αυγούστου 2008 και 3 Σεπτεμβρίου 2008, αιτήσεις τους αναιρέσεως (συν. 38), αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1449/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 539/24.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 8/22-7-08, 9/22-7-08, 10/23-7-08, 11/23-7-08, 12/23-7-08, 13/23-7-08, 14/23-7-08, 15/23-7-08, 16/23-7-08, 17/23-7-08, 18/23-7-08, 19/23-7-08, 20/23-7-08, 21/25-7-08, 22/25-7-08, 23/25-7-08, 24/25-7-08, 25/29-7-08, 26/30-7-08, 27/30-7-08, 28/30-7-08, 29/30-7-08, 30/30-7-08, 31/30-7-08, 32/30-7-08, 33/30-7-08, 34/30-7-08, 35/30-7-08, 36/30-7-08, 37/31-7-08, 38/1-8-08, 39/1-8-08, 40/1-8-08, 41/1-8-08, 42/1-8-08, 43/4-8-08, 44/4-8-08 και 45/3-9-08, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ4, 2) Χ2, 3) Χ10, 4) Χ41, 5) Χ42, 6) Χ40, 7) Χ31, 8) Χ32, 9) Χ33, 10) Χ36, 11) Χ37, 12) Χ3, 13) Χ7, 14) Χ35 15) Χ34, 16) Χ39, 17) Χ38, 18) Χ9, 19) Χ16, 20) Χ21, 21) Χ12, 22) Χ18, 23) Χ13, 24) Χ17, 25) Χ20, 26) Χ15, κατοίκου .... (κατά την άσκηση της αναίρεσης) και ήδη ...., 27) Χ14 , 28) Χ19, 29) Χ23, 30) Χ1, 31) Χ30, 32) Χ27, 33) Χ26, 34) Χ28, 35) Χ29, 36) Χ25, 37) Χ22 και 38) Χ5 κατά του υπ'αριθμ. 188/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τ'ακόλουθα.
Α) Το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιά, με το υπ'αριθμ. 837/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον των παραπάνω αναιρεσειόντων και άλλων, για τις αξιόποινες πράξεις της πλημμύρας από πρόθεση ( με ενδεχόμενο δόλο) κατ'εξακολούθηση από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος για άνθρωπο και της διακεκριμένης περιπτώσεως (απρόκλητης) φθοράς, με ενδεχόμενο δόλο, κατ'εξακολούθηση, τις οποίες φέρονται ότι τέλεσαν στον '...., στο .... και στο ....., την 8-7-2002, την 18-8-2002, την 3-9-2002 και την 7-11-2002.
Κατά του παραπάνω (837/2006) βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, ασκήθηκαν οι υπ'αριθμ. 63,64,65/2006 εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων α) του Δήμου Μοσχάτου Αττικής, β) της Ψ1 και γ) του Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, ενώπιον του οποίου ήχθησαν οι παραπάνω εφέσεις, με το υπ'αριθμ. 76/2007 βούλευμά του, 1ον) απέρριψε τις υπ'αριθμ. 63 και 65/2006 εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων, Δήμου Μοσχάτου και Ψ2 αντιστοίχως, καθώς και την υπ'αριθμ 64/2006 έφεσή της πολιτικώς εναγούσης Ψ1, κατά το μέρος που αφορά τις κατηγορίες της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία δύνανται να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ'εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο και 2ον) δέχθηκε τύποις την υπ'αριθμ. 64/2006 έφεση της Ψ1, καθ'ό μέρος αφορά την κατηγορία της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία δύναται να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου και διέταξε περαιτέρω ανάκριση από τον Ανακριτή του ΣΤ' Τμ. Πλημ/κών Πειραιά.
Μετά το πέρας και της συμπληρωματικής ανάκρισης η υπόθεση ήχθη και πάλι ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο, με το προσβαλλόμενο, υπ'αριθμ. 188/2008 βούλευμά του, κατά πλειοψηφία, κάνει δεκτή, εν μέρει, την έφεση της Ψ1, εξαφανίζει το υπ'αριθμ. 837/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιά κατά το μέρος που αφορά την κατηγορία της πλημμύρας από ενδεχόμενο δόλο, κατ'εξακολούθηση, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και παραπέμπει, μεταξύ άλλων και τους παραπάνω αναιρεσείοντες, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιά, για την παραπάνω πράξη.
Β) Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος το οποίο υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 του Κ.Π.Δ., με τις προαναφερθείσες δηλώσεις στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, τις οποίες υπέβαλαν οι υπ'αριθμ. 3, 12, 13,18, 30 και 38 αναφερόμενοι παραπάνω αναιρεσείοντες αυτοπροσώπως οι δε λοιποί δια των εχόντων ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρων τους.
Γ) Με τις κρινόμενες αιτήσεις προβάλλονται οι εξής λόγοι αναίρεσης:
1ον) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ.). Ο λόγος αυτός προβάλλεται με όλες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
2ον) Η υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 § ι στ' του Κ.Π.Δ.)Ο λόγος αυτός προβάλλεται με όλες, πλην των υπ'αριθμ. 25/29-7-08, 37/31-7-08, 38/1-8-08, 39/1-8-08, 40/1-8-08, 41/1-8-08, 42/1-8-08, 43/4-8-08, 44/4-8-08 και 45/3-9-08, τις κρινόμενες αιτήσεις.
3ον) Η παραβίαση δεδικασμένου (άρθρ. 484 § 1 γ' του Κ.Π.Δ.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται με τις αιτήσεις υπ'αριθμ. 8,9,11 έως και 18/2008.
4ον) Η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.484 § 1 β'του Κ.Π.Δ.).
Ο λόγος αυτός προβάλλεται με τις υπ'αριθμ. 10,19,20,25,37,38,39,40,41,42,43,44 και 45/2008 αιτήσεις.
Δ) 1. 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Από το άρθρ. 178 του Κ.Π.Δ., το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις.
Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνεται από το άρθρ. 177 ΠΚ εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή, με την έννοια ότι δεν δεσμεύεται απ'αυτή, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται, τα προκύπτοντα απ'αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα προκύπτοντα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. (ΑΠ 1258/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ'440ΑΠ 268/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ'814).
'Όταν πρόκειται για αδίκημα τελεσθέν με ενδεχόμενο και όχι με απλό δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα να τεκμαίρεται και η αποδοχή του ή να καθίσταται περιττή η απόδειξή της (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1101/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 413).
2. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του και τέτοια περίπτωση υπάρχει ασφαλώς όταν επιλήφθηκε κατ'έφεση κεφαλαίου που δεν είχε μεταβιβαστεί σ'αυτό με την έφεση.
(Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ. άρθρ. 510, άρθρ. 502, Α.Π. 781/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ' 110).
3. Παραβίαση του δεδικασμένου μπορεί να προκύπτει από προηγούμενο αμετάκλητο βούλευμα ή απόφαση, όταν δηλαδή το βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, ενώ με προγενέστερο βούλευμα ή απόφαση κρίθηκε αμετακλήτως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ή η ποινική δίωξη κατ'αυτού έπαυσε οριστικά (σχετ. αιτ. 'Εκθ. Κ.Π.Δ. 624).
Ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αυτοτελής (Α.Π. 451/1987 Ποιν. Χρ. ΛΖ' 449) και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας άλλως η προβοή του για πρώτη φορά στον 'Αρειο Πάγο είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1024/96 Ποιν. Χρ. ΜΖ' 1298).
4. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε (Ολ. ΑΠ 9/2001 Ποιν. Χρ. ΝΑ'788).
Ε) Από την πλειοψηφία του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά έγιναν δεκτά τα εξής: από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε τόσο από την προανάκριση όσο και από την κυρία ανάκριση (τόσο από το πρώτο στάδιο αυτής όσο και από το περαιτέρω στάδιο της) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, τις τεχνικές εκθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής: κατ' αρχήν είναι γνωστό ότι η λεκάνη απορροής του ποταμού Κηφισού έχει έκταση 370 τετρ.χιλ/τρα και αποτελεί το μεγαλύτερο αποδέκτη ομβρίων υδάτων που συνδέουν το υδρογραφικό δίκτυο του λεκανοπεδίου με τη θάλασσα. Το μείζον έργο της συνολικής διευθετήσεως του ποταμού Κηφισού καταμερίσθηκε διαχρονικά στα εξής επί μέρους έργα:
1) Διευθέτηση Κηφισού από Χ.Θ. 0+000 έως Χ.Θ. 0+200: δημοπράτηση 1983 - περαίωση Δεκ. 1986 με ανάδοχο την εταιρεία " ΑΚΤΩΡ ΑΕ".
2) Εθνική οδός No 1- τμήμα από Τρεις Γέφυρες μέχρι Μεταμόρφωση: δημοπράτηση 1988 - περαίωση 1993 με ανάδοχο την "Κ/Ξ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΤΕ".
3) Εθνική οδός No 1- τμήμα από Λένορμαν μέχρι Τρεις Γέφυρες: δημοπράτηση 1995 - περαίωση 1999 με ανάδοχο την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ".
4) Εθνική οδός No 1- τμήμα από Λ. Καβάλας μέχρι Λένορμαν: δημοπράτηση Αύγουστος 1995 - περαίωση Οκτώβριος 2000 με ανάδοχο την "Κ/Ξ ΤΕΓΚ ΑΕ".
5) Εθνική Οδός No 1 - τμήμα από κόμβο Π. Ράλλη μέχρι κόμβο Λ. Καβάλας: δημοπράτηση 1998 -περαίωση Δεκέμβριος 2000, με ανάδοχο την " ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ".
6) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 0+700 μέχρι Χ.Θ. 1+400: δημοπράτηση Νοέμβριος 2000 με ανάδοχο την εταιρεία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και υπέγραψε το εργολαβικό στις 23-2-2001.
7) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 0+000 μέχρι Χ.Θ. 0+700: δημοπράτηση Μάρτιος 2001 με ανάδοχο την εταιρεία "Βιομηχανικά Τεχνικά Έργα [ΒΙΟΤΕΡ] Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και υπέγραψε το εργολαβικό στις 15-6-2001 και 8) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 1+400 μέχρι Χ.Θ. 3+060: δημοπράτηση Μάρτιος 2001 με ανάδοχο την εταιρεία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και υπέγραψε το εργολαβικό στις 14-6-2001.
Το υπ' αριθμ. 1 έργο αποτελεί το τμήμα Α και είναι το πρώτο που κατασκευάσθηκε από το 1984 έως το 1986. Τα υπ' αριθμ, 2, 3, 4, 5 έργα αποτελούν το τμήμα Β, το οποίο κατασκευάσθηκε από το 1989 έως και το 2000. Τα υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 έργα αποτελούν το τμήμα Γ, το οποίο και αποτελεί το πραγματικό αντικείμενο της εν λόγω δικογραφίας, και το οποίο περαιώθηκε το 2004, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του έτους εκείνου. Η πρώτη από τις τρεις εταιρείες, όπως προαναφέρθηκε, εκτελούσε από το έτος 2001 εργασίες μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 0+000 και 0+700 (δηλ. από τις εκβολές προς τα ανάντη) του ποταμού, η δεύτερη μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 0+700 και 1+400 και η τρίτη μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 1+400 και 3+060. Στο χώρο της εργολαβίας της δεύτερης εταιρείας βρίσκονταν (εκτός των άλλων) οι γέφυρες ΗΣΑΠ και οδού Πειραιώς, και στο χώρο της εργολαβίας της τρίτης οι γέφυρες Αγίου Ιωάννη Ρέντη, ΟΣΕ και οδού Αγίας Άννης (βλ. σχετικό σχεδιάγραμμα). Την εποπτεία της εκτελέσεως των έργων, από την πλευρά του Δημοσίου, ασκούσε η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων για τη μελέτη και κατασκευή Ειδικών Συγκοινωνιακών Έργων του λεκανοπεδίου Αττικής (ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ), της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Την 8η Ιουλίου 2002, την 18η Αυγούστου 2002, την 3η Σεπτεμβρίου 2002 και την 7η Νοεμβρίου 2002 λόγω ισχυρότατων βροχοπτώσεων τα ύδατα του ποταμού Κηφισού εξήλθαν της κοίτης του και πλημμύρισαν περιοχές του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, του Μοσχάτου και του Νέου Φαλήρου Αττικής, με αποτέλεσμα να κινδυνέψει η ζωή και η υγεία ανθρώπων και να υποστούν ζημίες οι περιουσίες τους. Μεταξύ των ανθρώπων που κινδύνεψε η ζωή τους, κατά την πλημμύρα της 8-7-2002, κινδύνευσε και η ζωή της εκκαλούσας Ψ1, η οποία, καθ' ην στιγμή βάδιζε στην οδό Φαληρέως στο Νέο Φάληρο, παρ' ολίγον να παρασυρθεί από τα νερά του ποταμού, που παρέσυραν ό,τι συναντούσαν στο πέρασμα τους. Από την ίδια πλημμύρα υπέστη καθίζηση και η πυλωτή της πολυκατοικίας, στην οποία διέμενε η ανωτέρω με τον σύζυγο της Ψ2 και καταστράφηκε το αυτοκίνητο της. Κατά την παθούσα και το σύζυγο της η υπερχείλιση του ποταμού στο Ν. Φάληρο οφείλεται στην ύπαρξη όγκων χώματος εντός της κοίτης του, προερχομένων από τις εκεί πραγματοποιηθείσες εκσκαφές και εργασίες, σε συνδυασμό με τον κακό προγραμματισμό της κατασκευής του όλου έργου (δηλ. από τις πηγές προς τις εκβολές του ποταμού), την έλλειψη αντιπλημμυρικών έργων (μεταλλικών πετασμάτων) και την ύπαρξη των παλαιών γεφυρών επί της κοίτης του ποταμού. Κατά τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, η υπερχείλιση ήταν συνέπεια της ανυπαρξίας μέτρων, ασφαλείας εκ μέρους των τεχνικών εταιρειών και συγκεκριμένα της ελλείψεως μεταλλικών πετασμάτων, της υπάρξεως όγκων χώματος (μπαζών) εντός της κοίτης, της κατασκευής δύο (ή περισσοτέρων) χωμάτινων κεκλιμένων επιπέδων (ραμπών) εντός της κοίτης και βάθρων στηρίξεως γεφυρών κλπ. Ειδικότερα οι ανάδοχοι εταιρείες, προς στήριξη της υπερυψωμένης λεωφόρου, κατασκεύαζαν εντός της κοίτης βάθρα από ενισχυμένο σκυρόδεμα (μεσόβαθρα) με ανάλογη θεμελίωση, τα οποία, μετά τις πλημμύρες, αποφασίστηκε -εν συνεννοήσει με την επιβλέπουσα υπηρεσία- να μην κατασκευαστούν και ό,τι είχε ήδη κατασκευαστεί να καθαιρεθεί. Εν σχέσει με τον κακό προγραμματισμό του έργου, θέμα για το οποίο ανέκυψε ανάγκη διενέργειας συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία προκύπτει ότι, και αν ακόμη ήταν δυνατός ο προσδιορισμός συγκεκριμένων προσώπων υπευθύνων γι' αυτό, οι πρώτες δημοπρατήσεις και κατασκευές, που προσδιόρισαν ουσιαστικά την πορεία κατασκευής του όλου έργου της αναδιευθετήσεως, εκβαθύνσεως και καλύψεως της κοίτης του ποταμού Κηφισού από τη Μεταμόρφωση μέχρι τη Φαληρική παραλία, άρχισαν το έτος 1983 και περαιώθηκαν το 1986 (διευθέτηση ΧΘ 0+000 έως ΧΘ 0+200) και το επόμενο έργο (δημοπράτηση του τμήματος από Μεταμόρφωση έως τον ανισόπεδο κόμβο Τριών Γεφυρών) δημοπρατήθηκε το έτος 1988 και άρχισε να εκτελείται το έτος 1989. Έκτοτε έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας και σύμφωνα με το άρθρο 111 § 2β του ΠΚ, εφόσον το διωκόμενο έγκλημα είναι κακούργημα και δεν τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη αλλά με πρόσκαιρη κάθειρξη (ΠΚ 52 § 3, 268 περ. β), το αξιόποινο αυτού έχει εξαλειφθεί με παραγραφή.
Συνεπώς ορθά ο Ανακριτής δεν απήγγειλε κατηγορία κατά κάποιου προσώπου, αφού τούτο θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 247 ΚΠΔ ("ο ανακριτής δικαιούται να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα [και επομένως να μην απαγγείλει κατηγορία] όταν ... παραγράφηκε το αξιόποινο της πράξης..."), πράγμα άλλωστε για το οποίο είχε ληφθεί σχετική πρόνοια στο παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου τούτου ("να απαγγελθεί κατά των υπευθύνων η κατηγορία της πλημμύρας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής"). Ανεξαρτήτως όμως τούτου αξίζει να λεχθεί ότι, όπως προέκυψε από τις από 1-11-2007 καταθέσεις των Μ1 , πρώην προϊσταμένου Μελετών της ΔΜΕΟ και Μ2 πρώην Δ/ντή Υπηρεσίας Οδικών Έργων, το όλο έργο αντιμετωπίστηκε αρχικά ως συγκοινωνιακό για να λύσει οξύτατα κυκλοφοριακά προβλήματα πέριξ της ποτάμιας κοίτης και η κατασκευή του ήταν καθαρά έργο πολιτικού προγραμματισμού. Ο εκάστοτε δηλ. Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ενεργούσε ύστερα από απόφαση της Κυβερνητικής Επιτροπής και αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση και την έγκριση από την (τότε) Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα για τη σκοπιμότητα του κάθε επιμέρους έργου. Έτσι εκδίδονταν η ΣΑΕ από το Υπουργείο Συντονισμού για την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων και με βάση αυτή γίνονταν η δημοπράτηση του συγκεκριμένου έργου. Δεν μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι υπήρξε συνολικός προγραμματισμός του όλου έργου, καθώς και της αναθέσεως των μελετών και του ελέγχου αυτών και να αναζητηθούν ευθύνες από συγκεκριμένα πρόσωπα.
V. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Συμβουλίου, όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο οι εφεσίβλητοι κατηγορούνται, προέκυψαν τα εξής: οι κατηγορούμενοι, που είναι αφ' ενός δημόσιοι υπάλληλοι και αφ' ετέρου στελέχη ή υπεύθυνοι εργοταξίου ή εργοδηγοί ή διευθύνοντες σύμβουλοι ή μέλη του Δ.Σ. των ανωτέρω αναδόχων εταιρειών, κατά την εκτέλεση του έργου της κατασκευής λεωφόρου ταχείας κυκλοφορίας κατά μήκος του ποταμού, με παράλληλη διαμόρφωση της κοίτης αυτού, προέβησαν σε διάφορες πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες μείωσαν την παροχετευτικότητα του ποταμού και προκάλεσαν την υπερχείλιση του στις περιοχές Ν. Φαλήρου, Αγ. Ιωάννου Ρέντη και Μοσχάτου κατ' αρχήν στις 8-7-2002 με ανεξέλεγκτη ροή υδάτων έξω της κοίτης του, σε σημείο να ανέλθει η στάθμη του ύδατος κατά περιοχές από 0,70 μ. έως και 2 μέτρα. Η πλημμύρα αυτή επαναλήφθηκε στις 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002, μπορούσε δε από αυτήν να προκύψει κοινός κίνδυνος σε άνθρωπο, όπως και πράγματι προέκυψε μεταξύ άλλων στη Ψ1. Αναλυτικά οι ιδιότητες και οι αρμοδιότητες των κατηγορουμένων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν οι ακόλουθες: 1) ο Χ1 ήταν προϊστάμενος της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων για τη μελέτη και κατασκευή Ειδικών Συγκοινωνιακών Έργων του λεκανοπεδίου Αττικής της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ (ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ), 2) ο Χ2 ήταν προϊστάμενος του τμήματος κατασκευής έργων της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, 3) ο Χ3 ήταν ο επιβλέπων μηχανικός της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από την ΧΘ 1+400 έως την ΧΘ 3+060 και από την 30ή Οκτωβρίου 2002 και στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+700 μέχρι τη ΧΘ 1+400, 4)ο Χ4 ήταν επιβλέπων μηχανικός της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 έως τη ΧΘ 0+700 και από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400, 5)ο Χ5 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400 μέχρι τη 15η Οκτωβρίου 2002, 6) ο Χ6 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη Χ.Θ.0+700 έως τη Χ.Θ. 1+400, 7) ο Χ7 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη Χ.Θ. 1+400 έως τη Χ.Θ.3+060 και κατά το διάστημα από την 30ή Οκτωβρίου 2002 μέχρι την 17η Νοεμβρίου 2002 και στο τμήμα από τη Χ.Θ.0+700 έως τη Χ.Θ. 1+400, 8)ο Χ8 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 1+400 έως τη ΧΘ 3+060, 9) ο Χ9 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 10) ο Χ10 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 11) η Χ11 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 12) ο Χ12 ήταν διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" (εργολάβου του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700), 13) ο Χ13 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως διευθυντής του αμέσως ανωτέρω έργου, 14) ο Χ14 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως διευθυντής του εργοταξίου του αμέσως ανωτέρω έργου, 15) η Χ15, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου των υλικών του αμέσως ανωτέρω έργου και υπεύθυνη εργαστηρίου, 16) ο Χ16, μεταλλειολόγος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος συντάξεως των λογαριασμών του αμέσως ανωτέρω έργου, 17) ο Χ17 τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη των επιμετρήσεων του αμέσως ανωτέρω έργου, 18) ο Χ18 τοπογράφος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη ταχυμετρικών και χωροσταθμικών δελτίων και επιμετρήσεων, 19) ο Χ19 πολιτικός μηχανικός έργων υποδομής, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη των επιμετρήσεων του αμέσως ανωτέρω έργου, 20) ο Χ20 εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως εργοδηγός, 21) ο Χ21 εργαζόταν στην άνω εταιρεία επίσης ως εργοδηγός, 22) ο Χ22, πολιτικός μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, 23) ο Χ23, πολιτικός μηχανικός, ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, 24) ο Χ24, συνταξιούχος υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας (ο κατηγορούμενος αυτός ήδη απεβίωσε), 25) ο Χ25, πολιτικός μηχανικός, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, 26) ο Χ26 τοπογράφος μηχανικός, ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" (εργολάβου του έργου διευθετήσεως της κοίτης του ποταμού Κηφισού από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400), 27) ο Χ27, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου (εργοταξιάρχης), 28) ο Χ28 πολιτικός μηχανικός, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Πολυτεχνική ΑΕ", υπεργολάβου της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" και κατασκευάστριας της υπερυψωμένης γέφυρας του Κηφισού και της γέφυρας Πειραιώς και αναπληρωτής εργοταξιάρχης της τελευταίας εταιρείας, 29) ο Χ29, πολιτικός μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" μέχρι την 27η-8ου-2002 (ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημ. της Κυβ/σεως του από 4-7-2002 πρακτικού του ΔΣ της εταιρείας που έκανε δεκτή την παραίτηση του), 30) ο Χ30, πολιτικός μηχανικός, ήταν μέλος (αντιπρόεδρος) του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας μέχρι την 27η-8ου-2002 και στη συνέχεια πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της, 31) ο Χ31 μεταλλειολόγος μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και γενικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΕ" (εργολάβου του έργου αναδιευθετήσεως της κοίτης του Κηφισού από τη ΧΘ 1+400 μέχρι τη ΧΘ 3+060), 32) ο Χ32 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος του εργοταξίου της άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση του αννοτέρω έργου, 33) ο Χ33 τοπογράφος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως αναπληρωτής υπεύθυνος του εργοταξίου της άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, 34) ο Χ34,πολιτικός μηχα νικός, εργαζόταν στην άνω εταιρία κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου ως υπεύθυνος για την κατασκευή των γεφυρών, 35) ο Χ35 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου ως υπεύθυνος για την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών και των πασσαλοεμπήξεων του έργου, 36) ο Χ36, εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 37) ο Χ37 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 38) ο Χ38 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 39) ο Χ39 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 40) ο Χ40, αρχιτέκτονας, ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, 41) η Χ41, αρχιτέκτονας, ήταν αντιπρόεδρος του ΔΣ της άνω εταιρείας και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και 42) ο Χ42, αρχιτέκτονας, ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας. Οι πιο πάνω ανάδοχοι εταιρείες είχαν εκ του νόμου (Π.Δ. 609/1985) υποχρέωση να τηρήσουν ορισμένα μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι με την εκτέλεση του έργου, από το οποίο ήταν δυνατόν να επέλθει βλάβη, δεν θα επήρχετο τελικώς τέτοια βλάβη. Ο νομοθέτης δηλ., εφαρμόζοντας την αρχή της προλήψεως τέτοιου κινδύνου, θέσπισε κανόνες με τους οποίους, στα πλαίσια της άρτιας εκτελέσεως ενός έργου, επιβάλλεται η εκ των προτέρων ασφαλής εκτίμηση των στοιχείων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του σχεδιαζόμενου έργου, ούτως ώστε να παρασχεθεί στα αρμόδια όργανα η δυνατότητα να εκτιμήσουν ότι από την κατασκευή και τη θέση του σε λειτουργία δεν θα προκληθεί τελικώς βλάβη. Παρά ταύτα, κατά την κατασκευή των προαναφερόμενων έργων δεν τηρήθηκαν ούτε οι κανόνες της τεχνικής ούτε και τα, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστεως, προσιδιάζοντα στην αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ειδικότερα, η υπηρεσία αυτή αρχικά μεν δέχτηκε, με έγκριση των υποβληθεισών σχετικών μελετών, ότι ήταν αναγκαία η κατασκευή μεσοβάθρων στηρίξεως της υπερυψωμένης λεωφόρου, τα οποία στη συνέχεια κατασκεύασαν οι ανάδοχοι εταιρείες, μετά όμως τις κατ' επανάληψη σημειωθείσες πλημμύρες, τα μεσόβαθρα αυτά καταργήθηκαν με προβαλλόμενη αιτιολογία: "την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πλημμύρων λόγω της εκδήλωσης απρόβλεπτων, έντονων και συχνών ακραίων καιρικών φαινομένων". Από το γεγονός αυτό της (μεταγενέστερης) καταργήσεως των μεσοβάθρων -εν όψει μάλιστα του ότι για τη θεμελίωση και ανέγερση αυτών οι ανάδοχοι εταιρείες είχαν καθαιρέσει σε πολλά σημεία τμήματα του παλαιού πρανούς και προέβησαν σε επιχωματώσεις της κοίτης για δάπεδα εργασίας και για κατασκευή κεκλιμένων επιπέδων ("ράμπες"), με συνέπεια τη μείωση της υφιστάμενης προ της ενάρξεως των εργασιών παροχετευτικότητας του ποταμού- συνάγεται άμεσα το συμπέρασμα ότι για το σχεδιασμό του εκτελούμενου έργου δεν είχαν τηρηθεί οι ουσιώδεις τεχνικές προδιαγραφές και συγκεκριμένα δεν έγιναν οι απαιτούμενοι υδραυλικοί υπολογισμοί, ώστε με τη μελέτη των συνθηκών πλημμύρας και της πλημμυρικής παροχής να υπολογιστεί η παροχετευτικότητα του ποταμού και το ασφαλές ή μη της εκτελέσεως του έργου. Και ενώ για το σχεδιασμό του έργου, όσον αφορά το υδραυλικό μέρος αυτού, δεν υπήρχαν οι αναγκαίες πληροφορίες που κατ' ελάχιστο έπρεπε να περιληφθούν στη σχετική μελέτη, η εποπτεύουσα το έργο αρχή, δηλ. οι ένδεκα (11) πρώτοι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα τους ως στελέχη της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, έχοντες και ειδικές γνώσεις, δεν ενήργησαν ως όφειλαν, αλλά αδιαφόρησαν για το αποτέλεσμα της πράξεως τους, το οποίο πάντως προέβλεψαν και αποδέχθηκαν (πρβλ. ΠΚ 27 § 1). Ειδικότερα στους άνω κατηγορουμένους ήταν γνωστά: 1) η εμφάνιση μεγάλων παροχών ύδατος στον Κηφισό από τις λεκάνες απορροής του Λεκανοπεδίου που τον επηρεάζουν σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, 2) η υφιστάμενη κατάσταση της δομήσεως στην περιοχή του Φαληρικού όρμου, δηλαδή ο εγκλωβισμός των χαμηλών περιοχών Αγ. Ιωάννου Ρέντη, Νέου Φαλήρου, Μοσχάτου και Καλλιθέας σε επίπεδο χαμηλότερο από τη διαμορφωμένη όχθη του Κηφισού, 3) η μειωμένη παροχετευτική ικανότητα του Κηφισού στα σημεία των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη γεφυρών, στα προαναφερθέντα σημεία θεμελιώσεως και ανεγέρσεως των μεσοβάθρων [εξαιτίας των εκτενών επιχωματώσεων της κοίτης για την δημιουργία τεχνητών δαπέδων εργασίας] και στα σημεία κατασκευής κεκλιμένων επιπέδων εργασίας ("ράμπες") [εξαιτίας του ότι προκειμένου να καταστεί εφικτή η πρόσβαση των βαρέων οχημάτων στην κοίτη καθαιρέθηκαν τμήματα της παλαιάς όχθης, με συνέπεια το ύψος του πλαγίου τμήματος της κοίτης να υποβιβαστεί στο ύψος των παρακείμενων οδών, δηλ. χαμηλότερα]. Και ενώ αυτοί είχαν υπόψη τους τα άνω δεδομένα, όχι μόνο δεν φρόντισαν να διατηρηθεί η ήδη απομειωμένη κοίτη ελεύθερη από μπάζα και κάθε είδους φερτά υλικά, αλλ' ούτε και έλαβαν τα αναγκαία αντιπλημμυρικά μέτρα για προστασία της μείζονος περιοχής από τον ενδεχόμενο κίνδυνο πλημμύρων. Συγκεκριμένα το ότι δεν φρόντιζαν για τον καθαρισμό της κοίτης συνάγεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα του Δήμου Μοσχάτου προς την εποπτεύουσα αρχή, με τα οποία εζητείτο επιμόνως και επειγόντως η λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων για τον καθαρισμό της κοίτης. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω Δήμος, μετά την πρώτη πλημμύρα, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων εταιρειών περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς αποτροπή του επικειμένου κινδύνου επαναλήψεως της πλημμύρας, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 7163/30-9-2002 απόφαση του και υποχρεώθηκαν οι εν λόγω εταιρείες, επί των οποίων το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να ασκεί εποπτεία και έλεγχο, να απομακρύνουν καθημερινά όλα τα προϊόντα εκσκαφών καθώς και τα πάσης φύσεως φερτά υλικά από την κοίτη του ποταμού, όπως επίσης τις επιχωματώσεις, εκτός από τις αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών και μόνο για τον αναγκαίο χρόνο. Όσον αφορά τη δεύτερη παράλειψη (μη λήψη αντιπλημμυρικών μέτρων) και μετά την πλημμύρα της 8ης-7ου-2002 η μόνη σχετική -αλλά τελείως ανεπαρκής- ενέργεια συνίστατο στην τοποθέτηση μερικών σάκκων άμμου σε ορισμένα σημεία του όλου μήκους του έργου. Το ότι καμία άλλη ενέργεια δεν υπήρξε συνάγεται από το γεγονός ότι, μετά και τη δεύτερη πλημμύρα, άρχισε το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου 2002, κατόπιν γραπτής εντολής της άνω επιβλέπουσας υπηρεσίας προς τις άνω εταιρείες, η κατασκευή προστατευτικών τοιχωμάτων για την αύξηση παροχής του ποταμού καθ' όλο το μήκος του εκτελουμένου έργου. Οι παραλείψεις φυσικά αυτές δεν αφορούν μόνο τα στελέχη της επιβλέπουσας υπηρεσίας ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, αλλά και τους λοιπούς κατηγορουμένους, στελέχη των αναδόχων εταιρειών, οι οποίοι ως εκ των γνώσεων και της εμπειρίας τους ήταν σε θέση να προβλέψουν την πιθανότητα πλημμύρας αλλά δεν έδειξαν ενδιαφέρον να άρουν την επικίνδυνη κατάσταση και να αποτρέψουν τον κίνδυνο, αποδεχόμενοι (τουλάχιστον) ψυχικά το ενδεχόμενο αυτό. Ως αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών, στην περιοχή τουλάχιστον του Ν. Φαλήρου [που ενδιαφέρει και την πολιτικώς ενάγουσα-εκκαλούσα], κατά τη βροχόπτωση της 8-7-2002 η μεγάλη πίεση των υδάτων προκάλεσε την κατάρρευση της παλαιάς όχθης στο ύψος της οδού Μετσόβου, καθώς είχαν αφαιρεθεί τα από πεντηκονταετίας προστατευτικά αναχώματα, ενώ παράλληλα το υπάρχον στο ίδιο σημείο κεκλιμένο επίπεδο ("ράμπα") δημιούργησε τυρβώδη ροή και διευκόλυνε την άνοδο αυτών ώστε να κατακλύσουν την περιοχή. Κατά συνέπεια, εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει κατά την πλειοψηφήσασα άποψη να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλούσας κατά το σκέλος που κρίθηκε παραδεκτή, να εξαφανιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα όσον αφορά τους ανωτέρω 42 κατηγορουμένους και να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 § 1 στοιχ. ε' και 313 Κ.Π.Δ, ενώπιον του ενταύθα Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλη (αφού δεν υπάρχει πρόβλεψη για εξαιρετική δικαιοδοσία του Εφετείου, βλ. μελέτη Μανωλεδάκη. Κατά την άποψη του μειοψηφήσαντος μέλους του Συμβουλίου η έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί και κατά το ανωτέρω σκέλος της (όσον αφορά τους αναφερόμενους στη σκέψη V κατηγορουμένους) ως ουσία αβάσιμη για τους εξής λόγους: Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 268 περ. β ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλημμύρας, από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο απαιτούνται: α) με πράξη ή παράλειψη πρόκληση πλημμύρας, με ενδεχόμενο κοινό κίνδυνο σε ανθρώπους, δηλαδή κίνδυνο, που αφορά ευρύτερο κύκλο ανθρώπων ανεπίδεκτων προσδιορισμού κατ' έκταση εκ των προτέρων, που σημαίνει ότι δεν απαιτείται μεν ειδικότερος καθορισμός των προσώπων που κινδύνευσαν από την πλημμύρα, χρειάζεται όμως η συνδρομή περιστατικών ικανών να δικαιολογήσουν τη δυνατότητα κινδύνου με την έννοια που προαναφέρθηκε (ΑΠ 91/2006 Α' δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 79/2006 Α' δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 76/1996 ΠΧρ 1996:1441), β) πρόθεση του δράστη να προκαλέσει πλημμύρα με τη μορφή του άμεσου ή του ενδεχόμενου δόλου και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος, που υπονοείται ότι πρέπει να υπάρχει σε κάθε έγκλημα (βλ. π.χ. ΑΠ 2143/2006 Α'\ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 969/2006 ΠοινΔικ 2007:531), δηλ. όταν ο δράστης προκάλεσε μόνος του ή προκάλεσε και αυτός το επελθόν αποτέλεσμα. Τέτοια υφίσταται, κατά την κρατούσα στην επιστήμη και τη νομολογία θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, στα μεν εγκλήματα ενέργειας, όταν η ενέργεια αποτελεί όρο του αποτελέσματος (υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα επερχόταν χωρίς την ενέργεια του δράστη), στα δε εγκλήματα παραλείψεως όταν, εφόσον θεωρηθεί η παραλειφθείσα πράξη ως ενεργηθείσα, το αποτέλεσμα με βεβαιότητα ή με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα είχε αποτραπεί (βλ. και ΣυμβΕφΑιγ 48/1992 ΠΧρ 1993:58, επίσης Ανδρουλάκη, "Ποινικό Δίκαιο" Γεν. Μέρος σ. 198, Χωραφά "Ποινικό Δίκαιο" έκδ. 9η σ. 116-117). Στην προκειμένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση (και κυρίως από την από Ιουνίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των νομίμως ορισθέντων πραγματογνωμόνων Π1 και Π2 προέκυψαν τα εξής: Αναμφισβήτητα, η κοίτη του ποταμού Κηφισού στο τμήμα Γ, την εκτέλεση των έργων του οποίου είχαν αναλάβει το έτος 2001 οι ανάδοχες εταιρείες, πριν από την εγκατάσταση αυτών είχε δυνατότητα παροχετεύσεως κατά μέσον όρο 350 κυβ. μέτρων/δευτ., αν και κατά υποτμήματα η παροχετευτικότητά του πρακτικά ήταν μικρότερη, λόγω υπάρξεως γεφυρών, όπως π.χ. στο υποτμήμα μεταξύ των γεφυρών ΗΣΑΠ και οδού Πειραιώς που ήταν 250 κ.μ./δευτ. Από τα στοιχεία που αντλήθηκαν εκ μέρους των πραγμ/νων από το βροχομετρικό σταθμό του λόφου "Νυμφών" του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, όπου τηρούνται στοιχεία για τις βροχοπτώσεις από το έτος 1896 και μετά (επαρκή για την κατάδειξη της σπανιότητας ή μη των υπό έρευνα βροχοπτώσεων), η ένταση της βροχής την 8η Ιουλίου 2002 ανερχόταν σε 45,48 χιλιοστά ανά ώρα, την 18η Αυγούστου 2002 σε 25,93, την 3η Σεπτεμβρίου 2002 σε 15,71 και την 7η Νοεμβρίου 2002 σε 19,22 χιλιοστά ανά ώρα, αντίστοιχα. Η ποσότητα της βροχής που έπεσε την 8η.7.2002 ανήλθε σε 90,95 χιλιοστά και η διάρκεια της ήταν 2 ώρες, την 18η.8.2002 ανήλθε σε 51,85 χιλιοστά και η διάρκεια της ήταν επίσης 2 ώρες, την 3η.9.2002 ανήλθε σε 47,13 χιλιοστά και η διάρκεια της ήταν 3 ώρες, και την 7η.11.2002 ανήλθε σε 57,67 χιλιοστά και η διάρκεια της ήταν επίσης 3 ώρες. Προκειμένου να εκτιμηθεί η επίδραση των βροχοπτώσεων στο εκτελούμενο έργο και συγκεκριμένα ο προσδιορισμός της περιόδου επαναφοράς τους, οι πραγματογνώμονες βασίσθηκαν στην υδραυλική μελέτη με τον τίτλο "Οριστική μελέτη αναδιευθετήσεως Κηφισού μεταξύ ΧΘ 0+710 και 1+400" που έχει υποβληθεί τον Ιούνιο του 1988 από τις εταιρείες "Υδραυλική ΑΕ" και "Υδροτεχνική ΕΠΕ", εκπροσωπούμενες από τους πολιτικούς μηχανικούς .... και ...., αντίστοιχα, στην υπηρεσία Αντιπλημμυρικών Έργων της Δνσης Μελετών της ΕΥΔΑΠ και ειδικότερα στο τεύχος των υδραυλικών υπολογισμών. Στο ανωτέρω τεύχος παρατίθενται οι εξισώσεις προσδιορισμού των όμβριων καμπυλών της συνολικής λεκάνης απορροής του Κηφισού. Οι καμπύλες αυτές συσχετίζουν την μέση ένταση μίας βροχόπτωσης με τη διάρκεια της και με τη περίοδο επαναφοράς της και εξαρτώνται από κάποιες σταθερές. Στον πίνακα της μελέτης επιλύονται αριθμητικά οι ανωτέρω εξισώσεις για περιόδους επαναφοράς ίσες με 10, 20, 50 και 150 έτη. Από τη συσχέτιση των μεγεθών των βροχοπτώσεων του 2002, όπως αναφέρονται παραπάνω και από τα στοιχεία του πίνακα της μελέτης του 1988 με τις όμβριες καμπύλες, οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στα εξής σημαντικά για τον εντοπισμό των αιτίων των πλημμύρων συμπεράσματα:
Α) Η βροχόπτωση της 8-7-2002 με μέση ένταση 45,48 mm ανά ώρα και διάρκεια μόλις 2 ωρών, έχει περίοδο επαναφοράς 150 ετών, εντασσόμενη στην κατηγορία των εξαιρετικά σπάνιων φαινομένων (Αλλά και η μελέτη εκτίμησης της παροχής της πλημμύρας της 8ης Ιουλίου 2002, που συντάχθηκε από την εταιρεία ".... ΕΠΕ" για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταιγίδα της ημέρας αυτής κατατάσσεται στα φαινόμενα πολύ μεγάλης σπανιότητας).
Β) Η βροχόπτωση της 18-8-2002 έχει περίοδο επαναφοράς 20 ετών.
Γ) Η βροχόπτωση της 3-9-2002 έχει περίοδο επαναφοράς 10 ετών και Δ) η βροχόπτωση της 7-11-2002 έχει περίοδο επαναφοράς 20 ετών.
Σημειωτέον, ότι ο σχεδιασμός της περαιωμένης κοίτης του ποταμού, σύμφωνα με την οριστική μελέτη του 1988 έχει γίνει προκειμένου να ανταπεξέλθει οριακά σε βροχόπτωση περιόδου επαναφοράς εικοσαετίας (σελ. 54, 55 πραγματογνωμοσύνης). Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις και ειδικότερα βασιζόμενοι στον πίνακα συσχέτισης περιόδων επαναφοράς με τις πλημμυρικές παροχές του ποταμού της μελέτης του 1988, οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι: Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω τεσσάρων βροχοπτώσεων στο υπό κατασκευή τμήμα του ποταμού Κηφισού, η κοίτη του φέρεται να καταπονήθηκε: 1) την 8η.7ου.2002 με 1996 κ.μ. νερού ανά δευτερόλεπτο, 2) την 18η.8ου.2002 με 1391 κ.μ./δευτ., 3) την 3η.9ου.2002 με 1008 κ.μ./δευτ. και 4) την 7η.11ου.2002 με 1391 κ.μ./δευτ. Λαμβανομένου όμως υπόψη του γεγονότος ότι η κάθε βροχόπτωση δεν έχει την ίδια ένταση και την ίδια ώρα ενάρξεως σε κάθε περιοχή της λεκάνης απορροής, οι παροχές ομβρίων υδάτων στο υπό κατασκευή τμήμα της κοίτης του Κηφισού κατά τη διάρκεια των ανωτέρω τεσσάρων βροχοπτώσεων, πρέπει να ανήλθαν σε ποσά μικρότερα των ανωτέρω, αλλά πάντως μεγαλύτερα των 1200, 700, 500 και 700 κ.μ./δευτ., αντίστοιχα. Δυνατότητα παροχετεύσεως τέτοιων ποσοτήτων δεν είχε ο Κηφισός κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του έτους 2002, αφού οι εργασίες στο τελευταίο τμήμα του αποσκοπούσαν να αποκτήσει μέγιστη δυνατότητα παροχετεύσεως 1400 κυβ.μ./δευτ. Η ανωτέρω διαπίστωση των πραγματογνωμόνων επιρρωνύεται και από το ερευνητικό πρόγραμμα που εκπόνησε ο τεχνικός σύμβουλος των κατηγορουμένων, Π4, διευθυντής του Α' Εργαστηρίου Υδραυλικής στην Πολυτεχνική σχολή του ΔΠΘ με θέμα "μελέτη συνθηκών πλημμύρων Κηφισού ποταμού". Προκειμένου δηλ. να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα αυτό, κατασκευάσθηκε υπό κλίμακα ακριβές ομοίωμα του τμήματος Γ του ποταμού, στο οποίο εφαρμόστηκαν οι πλημμυρικές παροχές, τις δε φάσεις υλοποίησης του προγράμματος παρακολούθησαν και οι πραγματογνώμονες. Σύμφωνα με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου, η παροχετευτικότητα της διαμορφούμενης με τα υπό εκτέλεση έργα κοίτης ήταν σαφώς μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της προ των εργασιών τοιαύτης, το μέγεθος όμως της παροχής ύδατος που διοχετεύονταν στον ποταμό κατά τη διάρκεια των πλημμύρων υπερέβαινε κατά πολύ τη χωρητικότητα του ποταμού στο υπό εξέταση τμήμα. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα υπολογίζει ότι οι ποσότητες ύδατος που δέχτηκε το ποτάμι στο εν λόγω τμήμα ήταν, για τη βροχόπτωση της όγδοης Ιουλίου, 1301 κυβ. μέτρα/δευΤ., για τις βροχοπτώσεις της 18ης Αυγούστου, της 3ης Σεπτεμβρίου και της 7ης Νοεμβρίου 842, 896 και 674 κυβ.μέτρα/δευτ., αντίστοιχα, δηλαδή πολύ μεγαλύτερες από την παροχετευτική δυνατότητα του ποταμού. Οι αριθμοί αυτοί βέβαια είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες και αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά σημασία έχει ότι -σε κάθε περίπτωση- οι παροχές που δέχτηκε ο ποταμός στο τμήμα Γ ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από την παροχετευτική δυνατότητα που είχε κατά το χρόνο των βροχοπτώσεων. Οι πραγματογνώμονες μάλιστα έχουν εντάξει το πρόγραμμα αυτό στην πραγματογνωμοσύνη τους λόγω της αρτιότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στη μαθηματική προσομοίωση και της ακρίβειας με την οποία κατασκευάστηκε το ομοίωμα και της ταυτότητας των αποτελεσμάτων της προσομοίωσης και του ομοιώματος. Αλλά και η προαναφερόμενη μελέτη εκτίμησης της παροχής της πλημμύρας της 8ης Ιουλίου 2002, που συντάχθηκε στις 9-8-2002 από την εταιρεία "..... ΕΠΕ" εκτιμά ότι η παροχή αιχμής της εν λόγω πλημμύρας, κατάντη της συμβολής του ποταμού Κηφισού με το ρέμα του Προφήτη Δανιήλ (που εμπίπτει στο τμήμα Γ), ήταν της τάξεως των 800 κυβ.μ./δευτ.
Κατά την υπόψη όμως χρονική περίοδο είχε ολοκληρωθεί και τεθεί σε πλήρη υδραυλική λειτουργία το τμήμα Β του ποταμού (από Μεταμόρφωση έως τη ΧΘ 3+060) προς τα ανάντη με παροχετευτική ικανότητα έως και 1000 κυβ.μέτρα/δευτ.
Συνεπώς, σύμφωνα και με την έκθεση των πραγματογνωμόνων (σ. 62), είναι βέβαιο ότι, εάν είχαν παρουσιαστεί σε χρόνο πριν από την έναρξη των εργασιών στο τμήμα Γ του ποταμού βροχοπτώσεις ιδίων εντάσεων με τις ερευνώμενες, θα προκαλούνταν πάλι πλημμύρες ίσων ή και μεγαλύτερων ακόμη επιζήμιων συνεπειών, λόγω αδυναμίας του τμήματος αυτού προς παραλαβή των υδάτινων όγκων από το τμήμα Β. Με δεδομένο λοιπόν την επιμέρους κατασκευή των τμημάτων του ποταμού Κηφισού από το έτος 1984 έως το 2004 καταλήγουν οι πραγματογνώμονες ότι η χρονική μετατόπιση της εκτέλεσης του υπό εξέταση τμήματος Γ στο τέλος του χρονοδιαγράμματος κατασκευής του όλου έργου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία "εμφράγματος" μήκους τριών χιλιομέτρων, δηλαδή του 22% του όλου μήκους του ποταμού, τη στιγμή που το τμήμα αυτό κάλυπτε την περιοχή με τις πλέον αυξημένες απαιτήσεις παροχετευτικότητας. Υπήρξε δηλαδή από την αρχή σφάλμα στην πορεία κατασκευής του έργου [στο συμπέρασμα αυτό συμφωνούν όλοι, δηλαδή οι πραγματογνώμονες, οι τεχνικοί σύμβουλοι και το TEE], πράγμα το οποίο αποτελεί και τη βασική αιτία των πλημμύρων που επισυνέβηκαν.
Τα αίτια λοιπόν που προκάλεσαν τις πλημμύρες ήταν: α) οι ισχυρές βροχοπτώσεις με μεγάλο μέγεθος και χαρακτήρα καταιγίδας, οι οποίες προκάλεσαν παροχή ύδατος υπερβαίνουσα κατά πολύ τη χωρητικότητα του Κηφισού στο υπό εξέταση Γ τμήμα και β) ο λανθασμένος προγραμματισμός του συνολικού έργου αναδιευθέτησης του Κηφισού, ο οποίος δημιούργησε "έμφραγμα" μήκους τριών χιλιομέτρων στο τμήμα Γ πριν από την εκβολή του ποταμού,[εκεί δηλαδή όπου απαιτείται η πλέον διευρυμένη κοίτη], ενώ παράλληλα είχαν τεθεί όλα τα ανάντη τμήματα και τα συνοδεύοντα αυτά έργα σε πλήρη υδραυλική λειτουργία. Αυτοί ήταν και οι μόνοι όροι που προκάλεσαν το αποτέλεσμα των πλημμύρων, οι οποίοι όροι όμως δεν μπορούν να συνδεθούν με τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η επιβλέπουσα υπηρεσία ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ του ΥΠΕΧΩΔΕ (την οποία στελεχώνουν οι 11 πρώτοι κατηγορούμενοι) συστάθηκε μόλις τον Ιούνιο του 2000 με αποκλειστική αρμοδιότητα τη δημοπράτηση των έργων του τμήματος Γ και την επίβλεψη των σχετικών εργασιών. Αφού λοιπόν η επέλευση των επιζήμιων συνεπειών σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε αποτραπεί, δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και του αποτελέσματος (της πλημμύρας).
ΣΤ). 1. Τα όσα διαλαμβάνονται στην από Ιουνίου του 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των νομίμως ορισθέντων πραγματογνωμόνων Π1 και Π2, για την οποία γίνεται λόγος στο σκεπτικό της μειοψηφίας, όπως παραπάνω αναφέρεται, δεν έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, όπως προκύπτει από την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος. Δεν αιτιολογείται όμως η αντίθετη προς τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης δικανική κρίση και ουδόλως παρατίθενται αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της εκφρασθείσης ως άνω γνώμης τους. Υπάρχει, κατά τούτο, έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, σύμφωνα και με όσα παραπάνω (στοιχ. Δ'1) εκτίθενται και θα πρέπει αυτό να αναιρεθεί.
Ο παραπέρα ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και για το ότι η παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αναφέρεται καν και δεν αξιολογείται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, είναι αβάσιμος καθ'ότι στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση αφού η έκθεση αυτή ρητά και ειδικά αναφέρεται- μνημονεύεται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη για το σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσης της πλειοψηφίας του Συμβουλίου Εφετών (βλ. φύλλο 19, δεύτερη σελ. του βουλεύματος).
Αβάσιμος επίσης είναι ο ισχυρισμός για έλλειψη αιτιολογίας όσο αφορά την παραπομπή των κατηγορουμένων εκείνων οι οποίοι μετείχαν στις εργασίες που εκτελούνταν σε άλλα επί μέρους τμήματα του όλου έργου, πλην εκείνου του τμήματος του Νέου Φαλήρου, σημείο όπου προέκυψε κίνδυνος για τη ζωή της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, αφού το Συμβούλιο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αλλά και με πλήρη επί του συγκεκριμένου ζητήματος αιτιολογία, έκανε δεκτό ότι για να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πλημμύρας της 8-7-2002, συνέτρεξαν, συνέτειναν και συνέκλιναν οι πλημμελείς συμπεριφορές (ενέργειες και παραλείψεις) που σημειώθηκαν σε όλη την έκταση του εκτελούμενου έργου της διευθέτησης του ποταμού Κηφισού στο σύνολό του. Αβάσιμος τέλος τυγχάνει και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παροδοχή συνδρομής ενδεχόμενου δόλου, αφού από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού και τη συνολική εκτίμησή τους προκύπτει η ύπαρξη επαρκούς αιτιολογίας για το ζήτημα αυτό.
2. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου καθορίζεται από τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται οι λόγοι του ενδίκου μέσου και περιορίζεται μόνο στο μέρος κατά το οποίο προσβλήθηκε το βούλευμα ή η απόφαση (Αιτ. 'Εκθ. Σχ. Κ.Π.Δ. σελ. 147, Ζησιάδης Ποιν. Δικ. Τόμος σελ. 191). Ισχύει κατά βάση εδώ η αρχή "τόσο μεταβιβάζεται, όσο προσβάλλεται" η οποία στην έφεση είναι γνωστή με τη λατινική έκφραση "tantum devolutum guantum appelatum" και προκειμένου περί βουλεύματος βρίσκει το νομοθετικό της έρεισμα στο άρθρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.
Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη παραπάνω αναφερθεί (βλ. στοιχ. Α'), η υπ'αριθμ. 64/2006 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, κατά του υπ'αριθ.837/2006 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιά, αφορούσε μόνο την πλημμύρα της 8-7-2002, πράξη για την οποία είχε δηλωθεί από μέρους της παράσταση πολιτικής αγωγής και όχι τις επιγενόμενες πλημμύρες, οι οποίες δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη σε βάρος της πράξη από τις οποίες ουδαμού αναφέρει ότι κινδύνευσε η ζωή της και για τις οποίες δεν άσκησε ούτε θα μπορούσε να ασκήσει έφεση, νομίμως και βασίμως. Κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών, που με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 188/2008 και το συμπροσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 76/2008 παρεμπίπτον-προδικαστικό βούλευμά του έκανε δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας για πλημμύρα με ενδεχόμενο δόλο κατ'εξακολούθηση , δηλαδή και για τις -4- μερικότερες πράξεις πλημμύρας και όχι μόνο για την πλημμύρα της 8-7-2002, μοναδική πράξη από την οποία μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή της εγκαλούσας, και η οποία (πράξη) μόνη είχε εκκληθεί, υπερέβη θετικά την εξουσία του και για το λόγο αυτό τα ως άνω βουλεύματα είναι αναιρετέα (βλ. και παραπάνω στοιχ. Δ' 2).
3. Είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου, αφού το υπ'αριθμ. 837/2006 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά δεν έχει καταστεί αμετάκλητο σε όλες του τις διατάξεις και το επικαλούμενο, με την υπ'αριθμ. 8/2008 αίτηση αναίρεσης, πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα ότι μέχρι την 26-3-2008 δεν είχε ασκηθεί αναίρεση κατά του υπ'αριθμ. 76/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, καθ'ότι το βούλευμα αυτό (76/2007), ως παρεμπίπτον και προδικαστικό, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος του, συμπροσβάλλεται με το υπ'αριθμ. 188/2008 οριστικό βούλευμα, όπως και παραπάνω έχει αναφερθεί (βλ. στοιχ. ΣΤ' 2).
4. Αβάσιμος τέλος είναι και ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα των άρθρ. 268 περ. β' και 27 § ιβ Π.Κ..
Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει ούτε εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με τη μορφή, δηλαδή, της έλλειψης νόμιμης βάσης, αφού η έλλειψη αιτιολογίας που επισημάνθηκε παραπάνω (στοιχ. ΣΤ' 1), δεν συνίσταται σε αντιφάσεις, λογικά κενά ή ασάφειες, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη μη αιτιολόγηση της αντίθεσης της δικανικής κρίσης προς τα αντίθετα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης.
Ζ) Με βάση τα προεκτεθέντα θα πρέπει:
1ον) Να αναιρεθούν το προσβαλλόμενο, υπ'αριθμ. 188/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και το συμπροσβαλλόμενο με αυτό παρεμπίπτον, υπ'αριθμ. 76/2007 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου για τους προβλεπόμενους στο άρθρ. 484 § 1 εδ. δ' και στ' Κ.Π.Δ. λόγους, απορριπτομένων των λοιπών προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης.
2ον) Να απορριφθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας, που υποβάλλουν οι αναιρεσείοντες Χ10, Χ3, Χ7, Χ1 και Χ9, καθ'ότι το αίτημα είναι αόριστο, αφού δεν προσδιορίζει τα σημεία του προσβαλλόμενου βουλεύματος που έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης από τους κατηγορουμένους αυτούς (ΑΠ 1068/2003) και σε κάθε περίπτωση οι αναιρεσείοντες έχουν διεξοδικά αναπτύξει στις σχετικές αιτήσεις αναίρεσης τους προβαλλόμενους λόγους και αιτιάσεις τους (ΑΠ 278/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
α) Να αναιρεθούν το υπ'αριθμ. 188/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και το παρεμπίπτον αυτού υπ'αριθμ. 76/2007 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
β) Να απορριφθούν οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ10, Χ3, Χ7, Χ1 και Χ9, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας.
Αθήνα 17 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 484 παρ. 1 περ. ζ του ΚΠοινΔ λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η υπέρβαση εξουσίας. Υπάρχει δε υπέρβαση εξουσίας και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, την οποίαν έχει μεν γενικώς, δεν συντρέχουν όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για την άσκησή της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση και αποφαίνεται μετά από έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, που είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 ΚΠοινΔ. Στη περίπτωση του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος εξετάζει κάθε στοιχείο της δικογραφίας για να κρίνει τη βασιμότητα της αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1, 2 και 479 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠοινΔ, ο πολιτικώς ενάγων έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, υπό την προϋπόθεση ότι ο πολιτικώς ενάγων, προ της εκδόσεως του βουλεύματος τούτου, έχοντας δικαίωμα να ασκήσει πολιτική αγωγή, δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητα του αυτήν και δεν έχει αποβληθεί από τη ποινική διαδικασία (άρθρα 82-88).
Συνεπώς, ο μη δικαιούμενος σε δήλωση παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγων, δεν μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει έφεση κατά βουλεύματος. Τέλος, κατά τα άρθρα 470, 473 παρ. 1 και 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου καθορίζεται από τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται οι λόγοι του ενδίκου μέσου και περιορίζεται μόνο στο μέρος κατά το οποίο προσβλήθηκε το βούλευμα ή η απόφαση.
Στη προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει του με αριθ. 837/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το εν λόγω Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των 41 κατηγορουμένων, για το αδίκημα της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση με ενδεχόμενο δόλο, για τέσσερις περιπτώσεις πλημμύρας, της 8-7-2002, 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002, από τις οποίες πλημμύρες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου(κακούργημα- άρθρο 268 περ. β ΠΚ) και κίνδυνος ξένων πραγμάτων, καθώς και για το αδίκημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ'εξακολούθηση. Η φερομένη ως παθούσα πεζή, ως υποστάσα κίνδυνο για τη ζωή της από παράσυρσή της από τα ύδατα της μίας από τις παραπάνω πλημμύρας, της 8-7-2002, έχουσα δηλώσει νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής για την ως άνω περίπτωση κινδύνου της ζωής της, την 30-1-2003 ενώπιον της Ανακρίτριας, παραδεκτά άσκησε τη με αριθ. 64/2006 έφεση κατά του παραπάνω απαλλακτικού βουλεύματος, όπως έφεση άσκησαν και οι πολιτικώς ενάγοντες Δήμος Μοσχάτου και ο Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το συμπροσβαλλόμενο με αριθ. 76/2007 βούλευμά του, απέρριψε και τις τρεις ως άνω εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων, πλην μόνο δέχθηκε τυπικά την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, κατά το μέρος που αφορούσε την κακουργηματική κατηγορία της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση και για τις 4 περιπτώσεις πλημμύρας, με ενδεχόμενο δόλο και με κίνδυνο ανθρώπου και διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση. Περατωθείσης δε και της συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, κατά πλειοψηφία, δέχθηκε κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, εξαφάνισε το πρωτόδικο απαλλακτικό ως άνω βούλευμα και παρέπεμψε τους 41 κατηγορουμένους στο ακροατήριο του ΜΟΔ Πειραιώς, για να δικασθούν για την άνω μόνο κακουργηματική πράξη πλημμύρας κατ'εξακολούθηση, δηλαδή και για τις τέσσερις περιπτώσεις πλημμύρας. Όμως, αφού είχε χωρήσει απαλλαγή των κατηγορουμένων και για τις τέσσερις ως άνω περιπτώσεις πλημμυρών, σε βαθμό κακουργήματος, με την εν λόγω έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, μεταβιβάστηκε η υπόθεση μόνο για τη μία περίπτωση πλημμύρας της 8-7-2002, ότε και μόνον είχε, κατά τη δηλωθείσα πολιτική αγωγή, κινδυνεύσει η ζωή αυτής, και όχι και για τις τρεις επιγενόμενες χρονικά πλημμύρες, στις οποίες αυτή δεν είχεν εμπλακεί και δε συνδέονται αιτιωδώς με τη σε βάρος της πράξη, μη νομιμοποιούμενη σε άσκηση πολιτικής αγωγής και εφέσεως, και επομένως το Συμβούλιο Εφετών είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει μόνο το εκκληθέν κεφάλαιο του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθόσον αφορούσε την πλημμύρα της 8-7-2002, όχι δε και τις άλλες τρεις πλημμύρες. Επομένως το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το παρεμπίπτον με αριθ. 76/2007 βούλευμά του, που δέχθηκε τυπικά την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας για το εν λόγω αδίκημα κατ'εξακολούθηση και για τις τέσσερις περιπτώσεις πλημμυρών και στη συνέχεια, που με το με αριθ. 188/2008 βούλευμά του, δέχθηκε την ίδια έφεση κατ'ουσία και παρέπεμψε σε δίκη τους 41 κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τους 38 αναιρεσείοντες, και για τις τέσσερις περιπτώσεις πλημμυρών και όχι μόνο για την πλημμύρα της 8-7-2002, υπερέβη θετικά την εξουσία του. Άρα, είναι βάσιμος ο συναφής από το αρ. 484 παρ. 1ζ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και πρέπει να αναιρεθούν εν μέρει τα προσβαλλόμενα βουλεύματα, κατά τις διατάξεις τους που αφορούν την παραδοχή, τυπικά και ουσιαστικά της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, ως προς την κατηγορία, που αφορά τις τρεις περιπτώσεις πλημμυρών της 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002, ενώ ως προς την περίπτωση της κατηγορίας της πλημμύρας της 8-7-2002, για την οποία παραδεκτά επιλήφθηκε και αποφάνθηκε το Συμβούλιο, πρέπει να λεχθούν περαιτέρω τα εξής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΠΚ, ορίζεται, ότι όποιος με πρόθεση προξενεί πλημμύρα τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 269 ΠΚ, ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια έγινε υπαίτιος της πράξης του άρθρου 268 τιμωρείται με φυλάκιση. Επίσης το άρθρο 28 ΠΚ ορίζει ότι "από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση, σε βαθμό κακουργήματος, του εγκλήματος της πλημμύρας με πρόθεση, από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, απαιτούνται: α) με πράξη ή παράλειψη πρόκληση πλημμύρας, με ενδεχόμενο κοινό κίνδυνο που να αφορά ευρύτερο κύκλο ανθρώπων ανεπίδεκτων προσδιορισμού κατ'έκταση εκ των προτέρων, β) πρόθεση του δράστη να προκαλέσει πλημμύρα, με τη μορφή του άμεσου ή του ενδεχόμενου δόλου και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος. Για τη θεμελίωση του αδικήματος της πλημμύρας από αμέλεια απαιτείται, εκτός των άλλων, ως ουσιώδες στοιχείο ο ενδεχόμενος κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή ανθρώπους, δηλαδή κίνδυνος που αφορά ευρύτερο κύκλο εννόμων αγαθών, ανεπίδεκτων προσδιορισμού κατ' έκταση εκ των προτέρων, που σημαίνει ότι δεν απαιτείται μεν ειδικός προσδιορισμός των προσώπων ή πραγμάτων που κινδύνευσαν από την πλημμύρα χρειάζεται όμως η συνδρομή γεγονότων ή περιστατικών ικανών να δικαιολογήσουν τη δυνατότητα κοινού κινδύνου με την έννοια που αναφέρθηκε. Η αμέλεια του δράστη μπορεί να συνίσταται σε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, οπότε, πρέπει, για τη στοιχειοθέτηση της δια παραλείψεως τελέσεως του πιο πάνω αδικήματος να υπάρχει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του δράστη να παρεμποδίσει την επέλευση του αξιοποίνου αποτελέσματος.
Το παραπάνω έγκλημα της πλημμύρας, μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους από ένα δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: Το άνω σε βαθμό κακουργήματος έγκλημα της πλημμύρας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την πρόκληση πλημμύρας, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή, της προκλήσεως πλημμύρας και του από αυτήν κινδύνου για άνθρωπο, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της πλημμύρας και του από αυτήν κινδύνου για τη ζωή σε άνθρωπο. Η διάταξη του άνω άρθρου 28 ΠΚ διακρίνει δύο είδη αμέλειας: α) τη μη συνειδητή αμέλεια, όπου ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, αν κατέβαλε την οριζόμενη από το νόμο προσοχή και β) την ενσυνείδητη αμέλεια, όπου ο δράστης προβλέπει, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Ειδικότερα όμως, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή αποτελεί κατά το άρθρο 28 του ΠΚ στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι η έννοια του δόλου συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο αυτά στοιχεία είναι στενά συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν συμβιβάστηκε με αυτό ή και το επιδοκίμασε. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από το περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Όταν όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, να τεκμαίρεται και η αποδοχή του ή να καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής.
Εξάλλου, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, όπως στην περίπτωση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση των αιτίων μιας πλημμύρας. Η τεχνική αυτή πραγματογνωμοσύνη ειδικών επιστημόνων αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως των δικαστών, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά πάντοτε εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους και να αντικρούει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα αυτών. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή ή το Δικαστικό Συμβούλιο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα παρακάτω. Το με αριθ. 837/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον, πλην άλλων τριών προσώπων και των 38 κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχαν διωχθεί ποινικά και δη, α) της πλημμύρας από πρόθεση(με ενδεχόμενο δόλο) κατ'εξακολούθηση, από την οποία πλημμύρα μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος για άνθρωπο και β) της διακεκριμένης φθοράς (απρόκλητης)με ενδεχόμενο δόλο, κατ'εξακολούθηση, τις οποίες εφέροντο ότι τέλεσαν στον ....,στο ..... και το ......, την 8-7-2002, την 18-8-2002, την 3-9-2002 και την 7-11-2002. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, ενώπιον του οποίου εισήχθη η υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, κατόπιν εφέσεων ασκηθεισών από τους τρεις πολιτικώς ενάγοντες, α) Δήμο Μοσχάτου, β) Ψ2 και γ) Ψ1, απέρριψε τις άνω εφέσεις των δύο ως άνω πρώτων πολιτικώς εναγόντων και την έφεση της Ψ1, κατά το μέρος που αφορούσαν τις πράξεις της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση με ενδεχόμενο δόλο, από την οποίαν μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και δέχθηκε την έφεση της άνω Ψ1, κατά το μέρος που αφορούσε την κατηγορία της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο, από την οποίαν μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και διέταξε περαιτέρω ανάκριση από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Μετά το πέρας και της διενεργηθείσας συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, η υπόθεση εισήχθη και πάλιν στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθ. 188/2008 βούλευμά του, δέχθηκε εν μέρει, κατά πλειοψηφία, την άνω έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, εξαφάνισε το με αριθ. 837/2006 πρωτόδικο βούλευμα, κατά το μέρος που αφορούσε την κατηγορία της πλημμύρας κατ'εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο, από την οποίαν πλημμύρα μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε άνθρωπο και παρέπεμψε, μεταξύ άλλων τριών και τους 38 αναιρεσείοντες, στο ακροατήριο του ΜΟΔ Πειραιώς, για να δικασθούν για την εν λόγω κακουργηματική πράξη της πλημμύρας. Η απαγγελθείσα κατά των κατηγορουμένων κατηγορία, για την οποία και παραπέπονται σε δίκη οι αναιρεσείοντες, αναφερόμενη αναλυτικά στο προσβαλλόμεο βούλευμα, έχει συνοπτικά και ειδικότερα ως εξής: 1) Οι πρώτος τούτων έως και ενδέκατος, ως υπάλληλοι της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, που ως εκπρόσωπος του κυρίου του έργου Δημοσίου, της μελέτης και επίβλεψης της κατασκευής του έργου κατασκευής της Λεωφόρου Κηφισού, Τμήματα από Χ/Θ Ο + 000 έως Χ/Θ 3 + 060, 2) Οι δωδέκατος έως και εικοστός πέμπτος των αναιρεσειόντων, ως Διευθυντές του έργου, επιβλέποντες, εργοδηγοί κλπ της εταιρείας "ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.", που είχε αναλάβει ως ανάδοχος την κατασκευή της Λεωφόρου Κηφισού από τη Χ/Θ Ο + 000 έως και 0 + 700, 3) Οι εικοστός έκτος έως και τριακοστός πρώτος των αναιρεσειόντων, ως μέλη του ΔΣ, υπεύθυνοι του έργου, επιβλέποντες, εργοδηγοί κλπ της εταιρείας " ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", που είχε αναλάβει ως ανάδοχος την κατασκευή της Λεωφόρου από τη Χ/Θ Ο + 700 έως Χ/Θ 1 + 400, και 4) οι τριακοστός πρώτος και λοιποί επόμενοι κατηγορούμενοι, ως μέλη του ΔΣ, υπεύθυνοι του έργου, επιβλέποντες, εργοδηγοί κλπ της εταιρείας "ΑΚΤΩΡ Α.Ε.", που είχε αναλάβει το υπόλοιπο τμήμα της Λεωφόρου από Χ/Θ 1+ 400 έως Χ/Θ 3+ 060, με τις αναφερθείσες ιδιότητές τους αντίστοιχα, κατά την εκτέλεση του άνω μεγάλου έργου κατά μήκος της Λεωφόρου Κηφισού, με ανακατασκευή, διαμόρφωση κοίτης του ποταμού, με διάφορες ενέργειες και παραλείψεις όλων τούτων των συμμετόχων, χωρίς να δώσουν τη δέουσα προσοχή και χωρίς να λάβουν τα αναγκαία τεχνικά έργα, με ενδεχόμενο δόλο, αφού προέβλεψαν και αποδέχθηκαν το πιθανό και επελθόν αποτέλεσμα, μείωσαν υπερβολικά τη διατομή του ποταμού και την παροχευτικότητά του προς τη θάλασσα και έτσι με τα όμβρια ύδατα που επέπεσαν και συσσωρεύθηκαν στις εκβολές του ποταμού, επήλθεν υπερχείλιση και προξένησαν πλημμύρες στις 8-7-2002, 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002, στις περιοχές του Ν. Φαλήρου Πειραιώς, Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Μοσχάτου, όπου το ύψος των υδάτων ανήλθε από 0, 70 μ. έως 2μ. και προέκυψε κίνδυνος πνιγμού ανθρώπων, όπως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, στις 8-7-2002. Το Συμβούλιο Εφετών, μη αποδεχθέν την Εισαγγελική πρόταση για απόρριψη όλων των εφέσεων και επικύρωση του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, με το εν λόγω βούλευμά του, στο αιτιολογικό του, δέχθηκε, ότι από τα λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε τόσο από την προανάκριση όσο και από την κυρία ανάκριση (τόσο από το πρώτο στάδιο αυτής όσο και από το περαιτέρω στάδιό της) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, τις τεχνικές εκθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής: κατ' αρχήν είναι γνωστό ότι η λεκάνη απορροής του ποταμού Κηφισού έχει έκταση 370 τετρ. χιλ/τρα και αποτελεί το μεγαλύτερο αποδέκτη ομβρίων υδάτων που συνδέουν το υδρογραφικό δίκτυο του λεκανοπεδίου με τη θάλασσα. Το μείζον έργο της συνολικής διευθετήσεως του ποταμού Κηφισού καταμερίσθηκε διαχρονικά στα εξής επί μέρους έργα: 1) Διευθέτηση Κηφισού από Χ.Θ. 0+000 έως Χ.Θ. 0+200: δημοπράτηση 1983 - περαίωση Δεκ. 1986 με ανάδοχο την εταιρεία "ΑΚΤΩΡ ΑΕ". 2) Εθνική οδός No 1- τμήμα από Τρεις Γέφυρες μέχρι Μεταμόρφωση: δημοπράτηση 1988 - περαίωση 1993 με ανάδοχο την "Κ/Ξ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΤΕ". 3) Εθνική οδός No 1- τμήμα από Λένορμαν μέχρι Τρεις Γέφυρες: δημοπράτηση 1995 - περαίωση 1999 με ανάδοχο την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ". 4)
Εθνική οδός No 1- τμήμα από Λ. Καβάλας μέχρι Λένορμαν: δημοπράτηση Αύγουστος 1995 - περαίωση Οκτώβριος 2000 με ανάδοχο την "Κ/Ξ ΤΕΓΚ ΑΕ". 5) Εθνική οδός Νο 1- Τμήμα από κόμβο Π. Ράλλη μέχρι κόμβο Λ. Καβάλας: δημοπράτηση 1998 -περαίωση Δεκέμβριος 2000, με ανάδοχο την "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". 6) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 0+700 μέχρι Χ.Θ. 1+400: δημοπράτηση Νοέμβριος 2000 με ανάδοχο την εταιρεία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και υπέγραψε το εργολαβικό στις 23-2-2001. 7) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 0+000 μέχρι Χ.Θ. 0+700: δημοπράτηση Μάρτιος 2001 με ανάδοχο την εταιρεία "Βιομηχανικά Τεχνικά Έργα [ΒΙΟΤΕΡ] Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και υπέγραψε το εργολαβικό στις 15-6-2001 και 8) Λεωφόρος Κηφισού από Χ.Θ. 1+400 μέχρι Χ.Θ. 3+060: δημοπράτηση Μάρτιος 2001 με ανάδοχο την εταιρεία "ΑΚΤΩΡ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και υπέγραψε το εργολαβικό στις 14-6-2001. Το υπ' αριθμ. 1 έργο αποτελεί το τμήμα Α και είναι το πρώτο που κατασκευάσθηκε από το 1984 έως το 1986. Τα υπ' αριθμ. 2, 3, 4, 5 έργα αποτελούν το τμήμα Β, το οποίο κατασκευάσθηκε από το 1989 έως και το 2000. Τα υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 έργα αποτελούν το τμήμα Γ, το οποίο και αποτελεί το πραγματικό αντικείμενο της εν λόγω δικογραφίας, και το οποίο περαιώθηκε το 2004, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του έτους εκείνου. Η πρώτη από τις τρεις εταιρείες, όπως προαναφέρθηκε, εκτελούσε από το έτος 2001 εργασίες μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 0+000 και 0+700 (δηλ. από τις εκβολές προς τα ανάντη) του ποταμού, η δεύτερη μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 0+700 και 1+400 και η τρίτη μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 1+400 και 3+060. Στο χώρο της εργολαβίας της δεύτερης εταιρείας βρίσκονταν (εκτός των άλλων) οι γέφυρες ΗΣΑΠ και οδού Πειραιώς, και στο χώρο της εργολαβίας της τρίτης οι γέφυρες Αγίου Ιωάννη Ρέντη, ΟΣΕ και οδού Αγίας Άννης (βλ. σχετικό σχεδιάγραμμα). Την εποπτεία της εκτελέσεως των έργων, από την πλευρά του Δημοσίου, ασκούσε η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων για τη μελέτη και κατασκευή Ειδικών Συγκοινωνιακών Έργων του λεκανοπεδίου Αττικής (ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ), της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Την 8η Ιουλίου 2002, την 18η Αυγούστου 2002, την 3η Σεπτεμβρίου 2002 και την 7η Νοεμβρίου 2002 λόγω ισχυρότατων βροχοπτώσεων τα ύδατα του ποταμού Κηφισού εξήλθαν της κοίτης του και πλημμύρισαν περιοχές του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, του Μοσχάτου και του Νέου Φαλήρου Αττικής, με αποτέλεσμα να κινδυνέψει η ζωή και η υγεία ανθρώπων και να υποστούν ζημίες οι περιουσίες τους. Μεταξύ των ανθρώπων που κινδύνεψε η ζωή τους, κατά την πλημμύρα της 8-7-2002, κινδύνευσε και η ζωή της εκκαλούσας Ψ1, η οποία, καθ' ην στιγμή βάδιζε στην οδό Φαληρέως στο Νέο Φάληρο, παρ' ολίγον να παρασυρθεί από τα νερά του ποταμού, που παρέσυραν ό,τι συναντούσαν στο πέρασμα τους. Από την ίδια πλημμύρα υπέστη καθίζηση και η πυλωτή της πολυκατοικίας, στην οποία διέμενε η ανωτέρω με τον σύζυγο της Ψ2 και καταστράφηκε το αυτοκίνητο της. Κατά την παθούσα και το σύζυγο της η υπερχείλιση του ποταμού στο Ν. Φάληρο οφείλεται στην ύπαρξη όγκων χώματος εντός της κοίτης του, προερχομένων από τις εκεί πραγματοποιηθείσες εκσκαφές και εργασίες, σε συνδυασμό με τον κακό προγραμματισμό της κατασκευής του όλου έργου (δηλ. από τις πηγές προς τις εκβολές του ποταμού), την έλλειψη αντιπλημμυρικών έργων (μεταλλικών πετασμάτων) και την ύπαρξη των παλαιών γεφυρών επί της κοίτης του ποταμού. Κατά τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, η υπερχείλιση ήταν συνέπεια της ανυπαρξίας μέτρων, ασφαλείας εκ μέρους των τεχνικών εταιρειών και συγκεκριμένα της ελλείψεως μεταλλικών πετασμάτων, της υπάρξεως όγκων χώματος (μπάζων) εντός της κοίτης, της κατασκευής δύο (ή περισσοτέρων) χωμάτινων κεκλιμένων επιπέδων (ραμπών) εντός της κοίτης και βάθρων στηρίξεως γεφυρών κλπ. Ειδικότερα οι ανάδοχοι εταιρείες, προς στήριξη της υπερυψωμένης λεωφόρου, κατασκεύαζαν εντός της κοίτης βάθρα από ενισχυμένο σκυρόδεμα (μεσόβαθρα) με ανάλογη θεμελίωση, τα οποία, μετά τις πλημμύρες, αποφασίστηκε -εν συνεννοήσει με την επιβλέπουσα υπηρεσία- να μην κατασκευαστούν και ό,τι είχε ήδη κατασκευαστεί να καθαιρεθεί. Εν σχέσει με τον κακό προγραμματισμό του έργου, θέμα για το οποίο ανέκυψε ανάγκη διενέργειας συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία προκύπτει ότι, και αν ακόμη ήταν δυνατός ο προσδιορισμός συγκεκριμένων προσώπων υπευθύνων γι' αυτό, οι πρώτες δημοπρατήσεις και κατασκευές, που προσδιόρισαν ουσιαστικά την πορεία κατασκευής του όλου έργου της αναδιευθετήσεως, εκβαθύνσεως και καλύψεως της κοίτης του ποταμού Κηφισού από τη Μεταμόρφωση μέχρι τη Φαληρική παραλία, άρχισαν το έτος 1983 και περαιώθηκαν το 1986 (διευθέτηση ΧΘ 0+000 έως ΧΘ 0+200) και το επόμενο έργο (δημοπράτηση του τμήματος από Μεταμόρφωση έως τον ανισόπεδο κόμβο Τριών Γεφυρών) δημοπρατήθηκε το έτος 1988 και άρχισε να εκτελείται το έτος 1989. Έκτοτε έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας και σύμφωνα με το άρθρο 111 § 2β του ΠΚ, εφόσον το διωκόμενο έγκλημα είναι κακούργημα και δεν τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη αλλά με πρόσκαιρη κάθειρξη (ΠΚ 52 § 3, 268 περ. β), το αξιόποινο αυτού έχει εξαλειφθεί με παραγραφή.
Συνεπώς ορθά ο Ανακριτής δεν απήγγειλε κατηγορία κατά κάποιου προσώπου, αφού τούτο θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 247 ΚΠΔ ("ο ανακριτής δικαιούται να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα [και επομένως να μην απαγγείλει κατηγορία] όταν ... παραγράφηκε το αξιόποινο της πράξης..."), πράγμα άλλωστε για το οποίο είχε ληφθεί σχετική πρόνοια στο παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου τούτου ("να απαγγελθεί κατά των υπευθύνων η κατηγορία της πλημμύρας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής"). Ανεξαρτήτως όμως τούτου αξίζει να λεχθεί ότι, όπως προέκυψε από τις από 1-11-2007 καταθέσεις των Μ1, πρώην προϊσταμένου Μελετών της ΔΜΕΟ και Μ2, πρώην Δ/ντή Υπηρεσίας Οδικών Έργων, το όλο έργο αντιμετωπίστηκε αρχικά ως συγκοινωνιακό για να λύσει οξύτατα κυκλοφοριακά προβλήματα πέριξ της ποτάμιας κοίτης και η κατασκευή του ήταν καθαρά έργο πολιτικού προγραμματισμού. Ο εκάστοτε δηλ. Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ενεργούσε ύστερα από απόφαση της Κυβερνητικής Επιτροπής και αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση και την έγκριση από την (τότε) Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα για τη σκοπιμότητα του κάθε επιμέρους έργου. Έτσι εκδίδονταν η ΣΑΕ από το Υπουργείο Συντονισμού για την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων και με βάση αυτή γίνονταν η δημοπράτηση του συγκεκριμένου έργου. Δεν μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι υπήρξε συνολικός προγραμματισμός του όλου έργου, καθώς και της αναθέσεως των μελετών και του ελέγχου αυτών και να αναζητηθούν ευθύνες από συγκεκριμένα πρόσωπα. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Συμβουλίου, όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο οι εφεσίβλητοι κατηγορούνται, προέκυψαν τα εξής: οι κατηγορούμενοι, που είναι αφ' ενός δημόσιοι υπάλληλοι και αφ' ετέρου στελέχη ή υπεύθυνοι εργοταξίου ή εργοδηγοί ή διευθύνοντες σύμβουλοι ή μέλη του Δ.Σ. των ανωτέρω αναδόχων εταιρειών, κατά την εκτέλεση του έργου της κατασκευής λεωφόρου ταχείας κυκλοφορίας κατά μήκος του ποταμού, με παράλληλη διαμόρφωση της κοίτης αυτού, προέβησαν σε διάφορες πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες μείωσαν την παροχετευτικότητα του ποταμού και προκάλεσαν την υπερχείλιση του στις περιοχές Ν. Φαλήρου, Αγ. Ιωάννου Ρέντη και Μοσχάτου κατ' αρχήν στις 8-7-2002 με ανεξέλεγκτη ροή υδάτων έξω της κοίτης του, σε σημείο να ανέλθει η στάθμη του ύδατος κατά περιοχές από 0,70 μ. έως και 2 μέτρα. Η πλημμύρα αυτή επαναλήφθηκε στις 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002, μπορούσε δε από αυτήν να προκύψει κοινός κίνδυνος σε άνθρωπο, όπως και πράγματι προέκυψε μεταξύ άλλων στη Ψ1. Αναλυτικά οι ιδιότητες και οι αρμοδιότητες των κατηγορουμένων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν οι ακόλουθες: 1) ο Χ1 ήταν προϊστάμενος της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων για τη μελέτη και κατασκευή Ειδικών Συγκοινωνιακών Έργων του λεκανοπεδίου Αττικής της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ (ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ), 2) ο Χ2 ήταν προϊστάμενος του τμήματος κατασκευής έργων της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, 3) ο Χ3 ήταν ο επιβλέπων μηχανικός της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από την ΧΘ 1+400 έως την ΧΘ 3+060 και από την 30ή Οκτωβρίου 2002 και στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+700 μέχρι τη ΧΘ 1+400, 4) ο Χ4 ήταν επιβλέπων μηχανικός της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 έως τη ΧΘ 0+700 και από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400, 5) ο Χ5 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400 μέχρι τη 15η Οκτωβρίου 2002, 6) ο Χ6 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη Χ.Θ. 0+700 έως τη Χ.Θ. 1+400, 7) ο Χ7 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη Χ.Θ. 1+400 έως τη Χ.Θ. 3+060 και κατά το διάστημα από την 30ή Οκτωβρίου 2002 μέχρι την 17η Νοεμβρίου 2002 και στο τμήμα από τη Χ.Θ. 0+700 έως τη Χ.Θ. 1+400, 8) ο Χ8 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 1+400 έως τη ΧΘ 3+060, 9) ο Χ9 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 10) ο Χ10 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 11) η Χ11 ήταν βοηθός επιβλέποντος μηχανικού της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ στο τμήμα του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700, 12) ο Χ12 ήταν διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" (εργολάβου του έργου από τη ΧΘ 0+000 μέχρι τη ΧΘ 0+700), 13) ο Χ13 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως διευθυντής του αμέσως ανωτέρω έργου, 14) ο Χ14, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως διευθυντής του εργοταξίου του αμέσως ανωτέρω έργου, 15) η Χ15, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου των υλικών του αμέσως ανωτέρω έργου και υπεύθυνη εργαστηρίου, 16) ο Χ16 μεταλλειολόγος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος συντάξεως των λογαριασμών του αμέσως ανωτέρω έργου, 17) ο Χ17, τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη των επιμετρήσεων του αμέσως ανωτέρω έργου, 18) ο Χ18 τοπογράφος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη ταχυμετρικών και χωροσταθμικών δελτίων και επιμετρήσεων, 19) ο Χ19, πολιτικός μηχανικός έργων υποδομής, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για τη σύνταξη των επιμετρήσεων του αμέσως ανωτέρω έργου, 20) ο Χ20 εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως εργοδηγός, 21) ο Χ21 εργαζόταν στην άνω εταιρεία επίσης ως εργοδηγός, 22) ο Χ22, πολιτικός μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, 23) ο Χ23, πολιτικός μηχανικός, ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, 24) ο Χ24, συνταξιούχος υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας (ο κατηγορούμενος αυτός ήδη απεβίωσε), 25) ο Χ25, πολιτικός μηχανικός, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, 26) ο Χ26 τοπογράφος μηχανικός, ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" (εργολάβου του έργου διευθετήσεως της κοίτης του ποταμού Κηφισού από τη ΧΘ 0+700 έως τη ΧΘ 1+400), 27) ο Χ27 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου (εργοταξιάρχης), 28) ο Χ28 πολιτικός μηχανικός, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Πολυτεχνική ΑΕ", υπεργολάβου της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" και κατασκευάστριας της υπερυψωμένης γέφυρας του Κηφισού και της γέφυρας Πειραιώς και αναπληρωτής εργοταξιάρχης της τελευταίας εταιρείας, 29) ο Χ29, πολιτικός μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία "Ευκλείδης ΑΕ" μέχρι την 27η-8ου-2002 (ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημ. της Κυβ/σεως του από 4-7-2002 πρακτικού του ΔΣ της εταιρείας που έκανε δεκτή την παραίτηση του), 30) ο Χ30, πολιτικός μηχανικός, ήταν μέλος (αντιπρόεδρος) του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας μέχρι την 27η-8ου-2002 και στη συνέχεια πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της, 31) ο Χ31 μεταλλειολόγος μηχανικός, ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και γενικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΕ" (εργολάβου του έργου αναδιευθετήσεως της κοίτης του Κηφισού από τη ΧΘ 1+400 μέχρι τη ΧΘ 3+060), 32) ο Χ32 πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως υπεύθυνος του εργοταξίου της άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, 33) ο Χ33, τοπογράφος μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία ως αναπληρωτής υπεύθυνος του εργοταξίου της άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, 34) ο Χ34, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρία κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου ως υπεύθυνος για την κατασκευή των γεφυρών, 35) ο Χ35, πολιτικός μηχανικός, εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου ως υπεύθυνος για την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών και των πασσαλοεμπήξεων του έργου, 36) ο Χ36 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 37) ο Χ37, εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 38) ο Χ38 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 39) ο Χ39 εργαζόταν στην άνω εταιρεία κατά την κατασκευή του ανωτέρω έργου ως εργοδηγός, 40) ο Χ40, αρχιτέκτονας, ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, 41) η Χ41, αρχιτέκτονας, ήταν αντιπρόεδρος του ΔΣ της άνω εταιρείας και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και 42) ο Χ42, αρχιτέκτονας, ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας. Οι πιο πάνω ανάδοχοι εταιρείες είχαν εκ του νόμου (Π.Δ. 609/1985) υποχρέωση να τηρήσουν ορισμένα μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι με την εκτέλεση του έργου, από το οποίο ήταν δυνατόν να επέλθει βλάβη, δεν θα επήρχετο τελικώς τέτοια βλάβη. Ο νομοθέτης δηλαδή εφαρμόζοντας την αρχή της προλήψεως τέτοιου κινδύνου, θέσπισε κανόνες με τους οποίους, στα πλαίσια της άρτιας εκτελέσεως ενός έργου, επιβάλλεται η εκ των προτέρων ασφαλής εκτίμηση των στοιχείων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του σχεδιαζόμενου έργου, ούτως ώστε να παρασχεθεί στα αρμόδια όργανα η δυνατότητα να εκτιμήσουν ότι από την κατασκευή και τη θέση του σε λειτουργία δεν θα προκληθεί τελικώς βλάβη. Παρά ταύτα, κατά την κατασκευή των προαναφερόμενων έργων δεν τηρήθηκαν ούτε οι κανόνες της τεχνικής ούτε και τα, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστεως, προσιδιάζοντα στην αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ειδικότερα, η υπηρεσία αυτή αρχικά μεν δέχτηκε, με έγκριση των υποβληθεισών σχετικών μελετών, ότι ήταν αναγκαία η κατασκευή μεσοβάθρων στηρίξεως της υπερυψωμένης λεωφόρου, τα οποία στη συνέχεια κατασκεύασαν οι ανάδοχοι εταιρείες, μετά όμως τις κατ' επανάληψη σημειωθείσες πλημμύρες, τα μεσόβαθρα αυτά καταργήθηκαν με προβαλλόμενη αιτιολογία: "την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πλημμύρων λόγω της εκδήλωσης απρόβλεπτων, έντονων και συχνών ακραίων καιρικών φαινομένων". Από το γεγονός αυτό της (μεταγενέστερης) καταργήσεως των μεσοβάθρων -εν όψει μάλιστα του ότι για τη θεμελίωση και ανέγερση αυτών οι ανάδοχοι εταιρείες είχαν καθαιρέσει σε πολλά σημεία τμήματα του παλαιού πρανούς και προέβησαν σε επιχωματώσεις της κοίτης για δάπεδα εργασίας και για κατασκευή κεκλιμένων επιπέδων ("ράμπες"), με συνέπεια τη μείωση της υφιστάμενης προ της ενάρξεως των εργασιών παροχετευτικότητας του ποταμού- συνάγεται άμεσα το συμπέρασμα ότι για το σχεδιασμό του εκτελούμενού έργου δεν είχαν τηρηθεί οι ουσιώδεις τεχνικές προδιαγραφές και συγκεκριμένα δεν έγιναν οι απαιτούμενοι υδραυλικοί υπολογισμοί, ώστε με τη μελέτη των συνθηκών πλημμύρας και της πλημμυρικής παροχής να υπολογιστεί η παροχετευτικότητα του ποταμού και το ασφαλές ή μη της εκτελέσεως του έργου. Και ενώ για το σχεδιασμό του έργου, όσον αφορά το υδραυλικό μέρος αυτού, δεν υπήρχαν οι αναγκαίες πληροφορίες που κατ' ελάχιστο έπρεπε να περιληφθούν στη σχετική μελέτη, η εποπτεύουσα το έργο αρχή, δηλαδή ένδεκα (11) πρώτοι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα τους ως στελέχη της ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, έχοντες και ειδικές γνώσεις, δεν ενήργησαν ως όφειλαν, αλλά αδιαφόρησαν για το αποτέλεσμα της πράξεως τους, το οποίο πάντως προέβλεψαν και αποδέχθηκαν (πρβλ. ΠΚ 27 § 1). Ειδικότερα στους άνω κατηγορουμένους ήταν γνωστά: 1) η εμφάνιση μεγάλων παροχών ύδατος στον Κηφισό από τις λεκάνες απορροής του Λεκανοπεδίου που τον επηρεάζουν σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, 2) η υφιστάμενη κατάσταση της δομήσεως στην περιοχή του Φαληρικού όρμου, δηλαδή ο εγκλωβισμός των χαμηλών περιοχών Αγ. Ιωάννου Ρέντη, Νέου Φαλήρου, Μοσχάτου και Καλλιθέας σε επίπεδο χαμηλότερο από τη διαμορφωμένη όχθη του Κηφισού, 3) η μειωμένη παροχετευτική ικανότητα του Κηφισού στα σημεία των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη γεφυρών, στα προαναφερθέντα σημεία θεμελιώσεως και ανεγέρσεως των μεσοβάθρων [εξαιτίας των εκτενών επιχωματώσεων της κοίτης για την δημιουργία τεχνητών δαπέδων εργασίας] και στα σημεία κατασκευής κεκλιμένων επιπέδων εργασίας ("ράμπες") [εξαιτίας του ότι προκειμένου να καταστεί εφικτή η πρόσβαση των βαρέων οχημάτων στην κοίτη καθαιρέθηκαν τμήματα της παλαιάς όχθης, με συνέπεια το ύψος του πλαγίου τμήματος της κοίτης να υποβιβαστεί στο ύψος των παρακείμενων οδών, δηλ. χαμηλότερα]. Και ενώ αυτοί είχαν υπόψη τους τα άνω δεδομένα, όχι μόνο δεν φρόντισαν να διατηρηθεί η ήδη απομειωμένη κοίτη ελεύθερη από μπάζα και κάθε είδους φερτά υλικά, αλλ' ούτε και έλαβαν τα αναγκαία αντιπλημμυρικά μέτρα για προστασία της μείζονος περιοχής από τον ενδεχόμενο κίνδυνο πλημμύρων. Συγκεκριμένα το ότι δεν φρόντιζαν για τον καθαρισμό της κοίτης συνάγεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα του Δήμου Μοσχάτου προς την εποπτεύουσα αρχή, με τα οποία εζητείτο επιμόνως και επειγόντως η λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων για τον καθαρισμό της κοίτης. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω Δήμος, μετά την πρώτη πλημμύρα, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων εταιρειών περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς αποτροπή του επικειμένου κινδύνου επαναλήψεως της πλημμύρας, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 7163/30-9-2002 απόφαση του και υποχρεώθηκαν οι εν λόγω εταιρείες, επί των οποίων το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να ασκεί εποπτεία και έλεγχο, να απομακρύνουν καθημερινά όλα τα προϊόντα εκσκαφών καθώς και τα πάσης φύσεως φερτά υλικά από την κοίτη του ποταμού, όπως επίσης τις επιχωματώσεις, εκτός από τις αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών και μόνο για τον αναγκαίο χρόνο. Όσον αφορά τη δεύτερη παράλειψη (μη λήψη αντιπλημμυρικών μέτρων) και μετά την πλημμύρα της 8ης-7ου-2002 η μόνη σχετική -αλλά τελείως ανεπαρκής- ενέργεια συνίστατο στην τοποθέτηση μερικών σάκκων άμμου σε ορισμένα σημεία του όλου μήκους του έργου. Το ότι καμία άλλη ενέργεια δεν υπήρξε συνάγεται από το γεγονός ότι, μετά και τη δεύτερη πλημμύρα, άρχισε το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου 2002, κατόπιν γραπτής εντολής της άνω επιβλέπουσας υπηρεσίας προς τις άνω εταιρείες, η κατασκευή προστατευτικών τοιχωμάτων για την αύξηση παροχής του ποταμού καθ' όλο το μήκος του εκτελουμένου έργου. Οι παραλείψεις φυσικά αυτές δεν αφορούν μόνο τα στελέχη της επιβλέπουσας υπηρεσίας ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ, αλλά και τους λοιπούς κατηγορουμένους, στελέχη των αναδόχων εταιρειών, οι οποίοι ως εκ των γνώσεων και της εμπειρίας τους ήταν σε θέση να προβλέψουν την πιθανότητα πλημμύρας αλλά δεν έδειξαν ενδιαφέρον να άρουν την επικίνδυνη κατάσταση και να αποτρέψουν τον κίνδυνο, αποδεχόμενοι (τουλάχιστον) ψυχικά το ενδεχόμενο αυτό. Ως αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών, στην περιοχή τουλάχιστον του Ν. Φαλήρου [που ενδιαφέρει και την πολιτικώς ενάγουσα-εκκαλούσα], κατά τη βροχόπτωση της 8-7-2002 η μεγάλη πίεση των υδάτων προκάλεσε την κατάρρευση της παλαιάς όχθης στο ύψος της οδού Μετσόβου, καθώς είχαν αφαιρεθεί τα από πεντηκονταετίας προστατευτικά αναχώματα, ενώ παράλληλα το υπάρχον στο ίδιο σημείο κεκλιμένο επίπεδο ("ράμπα") δημιούργησε τυρβώδη ροή και διευκόλυνε την άνοδο αυτών ώστε να κατακλύσουν την περιοχή. Κατά συνέπεια, εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει κατά την πλειοψηφήσασα άποψη να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλούσας κατά το σκέλος που κρίθηκε παραδεκτή, να εξαφανιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα όσον αφορά τους ανωτέρω 42 κατηγορουμένους και να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 § 1 στοιχ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., ενώπιον του ενταύθα Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλη (αφού δεν υπάρχει πρόβλεψη για εξαιρετική δικαιοδοσία του Εφετείου, βλ. μελέτη Μανωλεδάκη, Υπεράσπιση 1993 σ. 132, Γρ. Παπαγεωργίου, Δικαστήρια Κακουργημάτων, σ. 234) και κατά τόπο [άρθρα 1 στοιχ. δ', 8 § 1 εδάφ. α', 109 εδάφ. α', 119 § 1 και 122 § 1 ΚΠΔ], για να δικαστούν για την προαναφερόμενη πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14 § 1, 16, 17, 18, 26 § 1, 27 § 1, 45, 51, 52, 60, 79, 98, 268 περ. β' Π.Κ.".
Όμως, από την επισκοπούμενη από Ιουνίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των υπό του Ανακριτή Πειραιώς διορισθέντων πραγματογνωμόνων Π1 και Π2, πολιτικών μηχανικών, προκύπτει ότι αυτοί καταλήγουν στα εξής συμπεράσματα σχετικά με τις εν λόγω πλημμύρες. Η εργοταξιακή κοίτη είχε μεγαλύτερη παροχευτικότητα κατά τη διάρκεια των πλημμυρών από την αρχική προ των έργων κοίτη του Κηφισού ποταμού, δηλαδή προ της εγκαταστάσεως και επεμβάσεως των αναδόχων εταιρειών στο τμήμα Γ του υπόψη έργου και τούτο διότι οι κατασκευάστριες εταιρείες, προ πάσης άλλης εργασίας, προέβησαν στην κατασκευή τοιχίων με οπλισμένο σκυρόδεμα στα όρια της διευρυμένης κοίτης και σε κατασκευή τοιχίων υπερύψωσης σε τμήματα της παλαιάς κοίτης (σελ. 62 επ.) Η κοίτη του ποταμού καθαριζόταν τακτικά από τα φερτά υλική, ενώ τα προϊόντα καθαιρέσεων και εκσκαφών απομακρύνονταν αυθημερόν Θα πρέπει να αποκλεισθεί η περίπτωση μείωσης του εμβαδού των διατομών της κοίτης ως συνέπεια φερτών υλικών ή προϊόντων εκσκαφής. (σελ.64). Περαιτέρω, στα συμπεράσματα εκτενώς η πραγματογνωμοσύνη αυτή, όπως και οι εκθέσεις των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων, Π3 και καθηγητή Υδραυλικών Έργων Π4 , αναφέρονται στα αίτια της πλημμύρας, στα ακραία καιρικά φαινόμενα, ότι η μακροπρόθεσμη αιτία των πλημμυρών είναι ο απαράδεκτος, από τεχνικής απόψεως προγραμματισμός του συνολικού έργου αναδιευθετήσεως του Κηφισού, ότι η Υπηρεσία ΕΥΔΕ/ΕΣΕΑ του ΥΠΕΧΩΔΕ, στην οποία ανήκουν οι πρώτοι 11 κατηγορούμενοι υπάλληλοι του ΥΠΕΧΩΔΕ, συστάθηκε το 2000 και ουδεμία σχέση έχει με τον προγραμματισμό του όλου έργου, ότι η κατασκευή των τριών εργολαβιών συμφωνούσε με τα προβλεπόμενα στις μελέτες, ότι λήφθηκαν όλα τα κατά τις συμβατικές υποχρεώσεις των αναδόχων και κατά τη νομοθεσία των Δημοσίων Έργων προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, ότι τα έργα του τμήματος Γ, όχι μόνο δεν προκάλεσαν, αλλά τουναντίον συνέβαλαν στη μείωση των συνεπειών των πλημμυρών και τελικά ότι οι πλημμύρες οφείλονται σε έλλειψη γενικότερου συντονισμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής του συνολικού έργου αναδιευθέτησης του ποταμού Κηφισού (σελ. 71 επ.). Τα παραπάνω αιτιολογημένα συμπεράσματα των εκθέσεων αυτών, δεν έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία του Συμβουλίου Εφετών. Στο αιτιολογικό όμως ουδόλως γίνεται αναφορά στις άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, αλλ'ούτε και αντικρούεται ή αιτιολογείται η αντίθετη προς τις παραπάνω διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα των ειδικών επιστημόνων- πραγματογνωμόνων δικανική κρίση και ουδόλως παρατίθενται αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποκλείουν στα οποία στηρίζονται οι πραγματογνώμονες. Προσθέτως, ουδόλως αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος από τους κατηγορούμενους εγκληματικού αποτελέσματος και δεν αρκεί μόνο η παρατιθέμενη γνώση του κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι και οι 41 τον αριθμό συνυπαίτιοι κατηγορούμενοι κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή των γενομένων τεσσάρων πλημμυρών, και δη της γενόμενης την 8-7-2002 που ερευνάται, δεν απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που όλοι προέβλεψαν και εντεύθεν όλοι συμβιβάστηκαν με αυτό ή και το επιδοκίμασαν, δηλαδή αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα και δη τον ορατό κίνδυνο πλημμύρας και τον από αυτή κίνδυνο πνιγμού ανθρώπων, όπως της πεζής πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, που κινδύνευσε η ζωή της από παράσυρση των υδάτων του υπερχειλίσαντος Κηφισού ποταμού κατά την 8-7-2002. Ουδόλως δε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία διαπιστώθηκε από το Συμβούλιο, ότι οι υπαίτιοι κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή της προβλέψεως του άνω αποτελέσματος των πλημμύρας, δεν απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψαν και εντεύθεν ότι συμβιβάστηκαν με αυτό ή και το επιδοκίμασαν αποδεχθέντες την επέλευσή του . Επομένως, κατά το βάσιμο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ του ΚΠοινΔ σχετικό λόγο αναιρέσεως όλων των αναιρεσειόντων, υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες 38 αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθ. 188/2008 βούλευμα και το παρεμπίπτον με αριθ. 76/2007 του ιδίου Συμβουλίου, και για την περίπτωση της πλημμύρας της 8-7-2002 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Μετά ταύτα, παρέλκει η εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος ορισμένων (πέντε) από τους αναιρεσείοντες, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο τούτο για παροχή διευκρινίσεων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως των 38 κατηγορουμένων, αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη αιτιολογίας, ήτοι για λόγο που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό τους, πρέπει να ωφεληθούν και να έχει η αναίρεση αυτών επεκτατικό αποτέλεσμα και για τους λοιπούς τρεις παραπεμπομένους συγκατηγορουμένους τους για την ίδια πράξη, που δεν άσκησαν αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το με αριθ. 76/2007 παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και το με αριθ. 188/2008 παραπεμπτικό βούλευμα αυτού, κατά το μέρος που το πρώτο από αυτά έκρινε τυπικά παραδεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, για την κατηγορία των τριών πλημμυρών της 18-8-2002, 3-9-2002 και 7-11-2002 και διέταξε περαιτέρω ανάκριση και για αυτές και το δεύτερο βούλευμα, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσας κατ'ουσίαν και παρέπεμψε και για τις τέσσερις πλημμύρες, κατ'εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, όλους και τους σαράντα ένα τον αριθμό κατηγορουμένους. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά τα παραπάνω, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλημμύρα κατ’ εξακολούθηση, με ενδεχόμενο δόλο, με κίνδυνο για άνθρωπο. Έννοια πλημμύρας με πρόθεση και δη με ενδεχόμενο δόλο 1. Είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1ζ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, διότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το παρεμπίπτον με αριθμό 76/2007 βούλευμά του, που δέχθηκε τυπικά την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας για το εν λόγω αδίκημα πλημμύρας με ενδεχόμενο δόλο και με κίνδυνο για άνθρωπο, κατ’ εξακολούθηση και για τις τέσσερις περιπτώσεις πλημμυρών και στη συνέχεια, που με το με αριθμό 188/2008 βούλευμά του, δέχθηκε την ίδια έφεση κατ’ ουσία και παρέπεμψε σε δίκη τους 41 κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τους 38 αναιρεσείοντες και για τις τέσσερις περιπτώσεις πλημμυρών και όχι μόνο για την πλημμύρα της 8-7-2002, υπερέβη θετικά την εξουσία του. Τούτο διότι, αφού είχε χωρίσει απαλλαγή των κατηγορουμένων και για τις τέσσερις ως άνω περιπτώσεις πλημμυρών, σε βαθμό κακουργήματος, με την εν λόγω έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, μεταβιβάστηκε η υπόθεση μόνον για τη μία περίπτωση πλημμύρας της 8-7-2002, ότε και μόνον είχε, κατά τη δηλωθείσα πολιτική αγωγή, κινδυνεύσει η ζωή αυτής και όχι και για τις τρεις επιγενόμενες χρονικά τρεις πλημμύρες, στις οποίες αυτή δεν είχεν εμπλακεί και δε συνδέονται αιτιωδώς με τη σε βάρος της πράξη, μη νομιμοποιούμενη σε άσκηση πολιτικής αγωγής και εφέσεως και επομένως το Συμβούλιο Εφετών είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει μόνο το εκκληθέν κεφάλαιο του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθόσον αφορούσε την πλημμύρα της 8-7-2002, όχι δε και τις άλλες τρεις πλημμύρες. 2. Βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως όλων των 38 αναιρεσειόντων και για την πλημμύρα της 8-7-2002, γιατί υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Συμβούλιο στο αιτιολογικό του, δεν αναφέρεται στα μη γενόμενα δεκτά αντίθετα συμπεράσματα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δύο τεχνικών και στις εκθέσεις δύο διορισθέντων τεχνικών συμβούλων και ουδόλως αντικρούει αυτά, προσέτι, ουδόλως αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος από τους κατηγορούμενους εγκληματικού αποτελέσματος και δεν αρκεί μόνο η παρατιθέμενη γνώση του κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλά προαπαιτείται και η διαπίστωση ότι και οι 41 τον αριθμό συνυπαίτιοι κατηγορούμενοι κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή των γενομένων τεσσάρων πλημμυρών, δεν απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψαν και εντεύθεν συμβιβάστηκαν με αυτό ή και το επιδοκίμασαν, δηλαδή αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα και δη τον ορατό κίνδυνο πλημμυρών και τον από αυτές κίνδυνο πνιγμού ανθρώπων, όπως της πεζής πολιτικώς ενάγουσας, που κινδύνευσε η ζωή της από παράσυρση των υδάτων του υπερχειλίσαντος Κηφισού ποταμού κατά την 8-7-2002. Ουδόλως δε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία διαπιστώθηκε, ότι οι υπαίτιοι κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή της προβλέψεως του άνω αποτελέσματος των πλημμυρών, δεν απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψαν και εντεύθεν ότι συμβιβάστηκαν με αυτό ή και το επιδοκίμασαν αποδεχθέντες την επέλευσή του. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Δόλος, Πλημμύρας πρόκληση.
| 1
|
Αριθμός 920/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 3183/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Μαρτίου 2008 δύο αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 499/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, ο οποίος αφού δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις από 16 Μαρτίου 2009 εξουσιοδοτήσεις των αναιρεσειόντων παραιτείται από τα δικόγραφα των ως άνω αιτήσεών τους, ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες: 1) ... και 2) ..., με δήλωση δια του πληρεξουσίου τους, Σπύρου Περικλή Λάλα, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική με τις από από 16-3-2009 εξουσιοδοτήσεις τους εντολή με δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού παραιτήθηκαν, όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της υποθέσεως αυτής επισημείωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, με δήλωσή του στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, από τις από 11-3-2008 αιτήσεις αναιρέσεώς τους, που ασκήθηκαν με δήλωσή τους ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, για αναίρεση της 3183/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 11 Μαρτίου 2008 αίτηση καθενός από τους αναιρεσείοντες :1) .... και 2) ..., για αναίρεση της 3183/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που είχε λάβει την προς τούτο εντολή. Απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 917/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3341/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1420/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 571/16.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών με την αριθμ. 3341/2008 απόφαση του καθόρισε συνολική εκτιτέα ποινή στον ....., κρατούμενο στις φυλακές ..... Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της αίτησης καθορισμού συνολικής ποινής ο παραπάνω αιτών-κατάδικος και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Λαλιά, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 30-7-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε εμπροθέσμως την από 27-6-2008 αίτηση αναίρεσης ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Λαλιάς, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου του κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης με δήλωση του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν. Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ιδίου άνω άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή (βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ. ΠΧ, Ν, 687, ΑΠ 1505/2000 κ.α.). Επομένως η απόφαση που καθόρισε συνολική ποινή δεν είναι καταδικαστική (ΑΠ 437/1999,ΠΧ, Ν, 51, ΑΠ 896/96 ΠΧ, ΜΖ, 683, ΑΠ 1151/89, 498/81 ΠΧ, ΛΑ, 747 κ.α.), αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και κατά συνέπεια ο παραστάς συνήγορος Ιωάννης Λαλιάς, κατά την με άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε, ενόψει της παραγ. 2 του άρθρου 465 Κ.Π.Δ. ν'ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση γιατί η καθορίσασα τότε συνολική ποινή απόφαση δεν ήταν καταδικαστική.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής (Αρχής) που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, εφόσον όμως πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, αυτή μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών καθορίστηκε συνολική ποινή. Την κρινομένη αναίρεση το μεν άσκησε ο παραστάς συνήγορος κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, Ιωάννης Λαλιάς, το δε ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η έτσι όμως ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά κατά αποφάσεως που καθόρισε συνολική ποινή. Κατ' ακολουθίαν, η από 27-6-2008 αναίρεση κατά της 3341/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που καθόρισε συνολική ποινή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 27-6-2008 αναίρεση του ..... κατά της αριθμ. 3341/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν. Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ιδίου άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν' ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή. Επομένως, η απόφαση που καθόρισε συνολική ποινή δεν είναι καταδικαστική. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής (Αρχής) που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, εφόσον όμως πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, αυτή μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών καθορίστηκε συνολική ποινή. Την κρινομένη αναίρεση το μεν άσκησε ο παραστάς συνήγορος κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, Ιωάννης Λαλιάς, το δε ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η έτσι όμως ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά κατά αποφάσεως που καθόρισε συνολική ποινή. Κατ' ακολουθίαν η από 27-6-2008 αναίρεση κατά της 3341/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που καθόρισε συνολική ποινή, πρέπει, μετά την προς τούτο ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως απαράδεκτη την από 27-6-2008 αναίρεση του.....κατά της αριθμ. 3341/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως (απόφαση που καθόρισε συνολική ποινή). Δεν ασκήθηκε νόμιμα. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 918/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1887/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 655/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
τ η ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α, Που αναφέρθηκε στην από 16.3.2009 και με αριθμό 13 αίτηση παραιτήσεως ανωτέρω κατηγορουμένου, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ..., με την από 16.3.2009 δήλωσή του, που έγινε στον γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από τον ίδιο και για την οποία συντάχθηκε η 13/16.3.2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 14.2.2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, για αναίρεση της 1887/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1887/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Παραίτηση από αναίρεση με δήλωση του αναιρεσείοντος στο γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 915/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..... που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 320/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στην από 30.4.2008 αίτησή του παραιτήσεως από την ως άνω αναίρεση, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 783/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 347/30.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με ημερομηνία κατάθεσης 28-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ..... κρατουμένου στις φυλακές .... κατά του με αριθμ. 320/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για επανάληψη διαδικασίας και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 & 1, 473 § 2 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη''. &1 Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα ) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. 'Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνο που την διευθύνει. Για την δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνο που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνο που την δέχεται .........'' κατά δεν την δεύτερη 473. & 2 '' Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους και κατά την τρίτη 476&1..'' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ...... ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του ......... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδικάζει στα έξοδα εκείνο που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος γίνεται σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις με δήλωση του δικαιουμένου σε άσκηση του προς τον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή τον γραμματέα του Ειρηνοδικείου το τόπου κατοικίας ή διαμονής και αν κρατείται στον διευθυντή της φυλακής και συντάσσεται για τον σκοπό έκθεση την οποία υπογράφουν τόσο ο δηλών την άσκηση όσο και ο δεχόμενος την δήλωση και ότι στην έκθεση περιλαμβάνονται οι λόγοι άσκησης του ένδικου μέσο ότι η η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης αρχίζει από τις κατά το άρθρο 473 &1 ΚΠΔ προθεσμίες και ότι αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές το ένδικο μέσο κηρύσσεται από αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν απορρίπτει το ένδικο μέσο σαν απαράδεκτο ( ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ 747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ ΚΕ 15 και 16 ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000-35 ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004-881,ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005 -1019) και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει την μορφή αίτηση-δήλωσης αναίρεσης προς τον Άρειο Πάγο η οποία υπογράφεται στο τέλος απόν πληρεξούσιο του αναιρεσείοντα και κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με πράξη. Με τον τρόπο αυτό και τις παραπάνω διατυπώσεις η υπό κρίση αίτηση δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί σαν αίτηση αναίρεσης αφού δεν τηρήθηκαν για τη σύνταξη της οι υπό του νόμου προβλεπόμενες διατυπώσεις και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και σαν τέτοια ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στον ασκήσαντα το απαράδεκτο αυτό ένδικο μέσο τα δικαστικά έξοδα, της υποβληθείσας με ημερομηνία 30-4-2008 αίτησης παραίτησης που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του η οποία περιέχει που περιέχει αίτημα του να γίνει δεκτή αίτησή του προκειμένου να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μη εχούσης εννόμους συνεπείας, γιατί, το μεν η αναίρεση του κατά τα παραπάνω έχει ασκηθεί απαραδέκτως, το δε γιατί η με ημερομηνία 30-4-2008 αίτηση παραίτησης δεν εκτιμάται σαν δήλωση παραίτησης από του δικογράφου της αναίρεσης αφού δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 475 ΚΠΔ αλλά και λόγω του ότι εκτιμάται σαν δήλωση πρόθεσης μελλοντικής παραίτησης του.
Δια ταύτα
Προτείνω όπως Α. Να απορριφθεί σαν απαράδεκτη η με ημερομηνία κατάθεσης 28-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ..... κρατουμένου στις φυλακές ..... κατά του με αριθμ. 320/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω.
Αθήνα την 15-6-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής (Αρχής) που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος. Εφόσον όμως πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, αυτή μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει την μορφή αίτησης-δήλωσης αναίρεσης προς τον Άρειο Πάγο, η οποία υπογράφεται στο τέλος από τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και κατατίθεται στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με πράξη. Με τον τρόπο αυτόν και τις παραπάνω διατυπώσεις, η υπό κρίση αίτηση δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί ως αίτηση αναίρεσης, αφού δεν τηρήθηκαν για τη σύνταξή της οι υπό του νόμου προβλεπόμενες διατυπώσεις και για τον λόγο αυτόν η υπό κρίση αίτηση πρέπει, μετά την προς τούτο ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως αυτό προκύπτει από την επισημείωση επί του φακέλλου του αρμοδίου γραμματέως, να κηρυχθεί απαράδεκτη και ως τέτοια ν' απορριφθεί, να επιβληθούν δεν στον ασκήσαντα το απαράδεκτο αυτό ένδικο μέσο τα δικαστικά έξοδα. Περαιτέρω, παρέλκει η έρευνα της με ημερομηνία 30-4-2008 αίτησης παραίτησης, που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, η οποία περιέχει αίτημά του να γίνει δεκτή αίτησή του προκειμένου να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μη εχούσης έννομους συνεπείας, γιατί η αναίρεσή του, κατά τα παραπάνω, έχει ασκηθεί απαραδέκτως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με ημερομηνία κατάθεσης 8.4.2008 αίτηση αναίρεσης του ...., κρατουμένου στις φυλακές ....., κατά του με αριθμ. 320/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω αναιρεσείοντα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα με κατάθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Δεν ασκήθηκε νόμιμα. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 924/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3, 2) Χ4, 3) Χ5, 4) Χ6, 5) Χ7, 6) Χ8, 7) Χ9, 8) Χ10 και 9) Χ11.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Νοεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1785/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 567/11.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμούς α) 183/3-11-2008 και β) 184/3-11-2008, αιτήσεις αναίρεσης των 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., ασκηθείσα αυτοπροσώπως και 2) Χ2, κατοίκου..., οδός ... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Μπακόλα του Κωνσταντίνου, (δυνάμει της από 3/11/2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης) και στρέφονται κατά του με αριθμό 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το με αριθμό 1209/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ο πρώτος και της απάτης κατ'εξακολούθηση, φερομένης ως τελεσθείσης από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, φερομένης ως τελεσθείσης κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή, της παράβασης καθήκοντος, της αποσιώπησης λόγω εξαιρέσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος ο δεύτερος. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, επιδόθηκε τόσο στους αναιρεσείοντες, όσο και στον αντίκλητο στις 22/10/08, οι δε αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν την 3/11/2008 (δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον, οι με αριθμούς 183/2008 και 184/2008 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα λόγω παράβασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση των κατηγορούμένων και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ'αυτούς, καθώς και η υπέρβαση εξουσίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους στο ακροατήριο για κακούργημα.
Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι μ'αυτές λόγοι.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ - 697 ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ -795). Υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 484 § 1 στ Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει την δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). Ακόμη απόλυτη ακυρότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 171 § 1δ' Κ.Π.Δ., που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 § 1α Κ.Π.Δ. λόγω αναίρεσης, επιφέρει ή μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του απ'αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλήψεις. Η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (386 § 3 ΠΚ), αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 ήδη 15.000 ΕΥΡΩ (ΑΠ 323/07, 364/07, 487/07). Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 § 1 Ν.2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", με ποινή καθείρξεως μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεπιμπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ'επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ'όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 , που προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1δ του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα, δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση ως ένα έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος, τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Αν χώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ'αυτού ή του τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν απ'αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για το βασικό αδίκημα. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσοτέρους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, ή τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ'αυτού ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ'αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε σε βάρος του υπαιτίου για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β. Ο νόμος 2331/1995 αναφέρεται στη πρόληψη και την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες συνήθως βαρειάς μορφής, με τον όρο δε αυτό περιγράφεται η διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία, στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευση τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για "ξέπλυμα μαύρου βρώμικου-χρήματος" (money laundering) όπως έχει επικρατήσει να περιγράφεται η διαδικασία αυτή, απαιτείται να έχει προηγηθεί μία άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κυρίας και επομένως πράξεως, στην οποία κυρία πράξη (βασικό έγκλημα-predicated offence) υπάγονται τα εγκλήματα, τα οποία περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 1 Ν. 2331/1995. Από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 2 § 1 Ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και αυτό, για το λόγο ότι μιλώντας ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων, που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, με συνέπεια στη περίπτωση αυτή, να αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του επομένου αδικήματος της νομιμοποίησης των εσόδων αυτών. Από αυτό συνάγεται, ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού νόμος δεν διακρίνει και επιπλέον χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος" ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 § 1 Ν. 2331/1995, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού (ΑΠ 1611/2007 σε συμβούλιο ΠΧ ΝΗ-σελ. 527).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Χ2 στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1996 μέχρι και του μηνός Απριλίου 2006, με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων του ενός εγκλημάτων που τιμωρούνται κατά νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Α] Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 24-6-1996 έως τις 24-6-1999, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της απάτης, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους και δη τα διοικούντα Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία πρόσωπα σε πράξη με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και προκάλεσε σε αυτή ιδιαίτερη μεγάλη ζημία, ενώ διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία, που προξενήθηκε από τη διάπραξή τους υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και συγκεκριμένα:
α] Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 24-6-1996 έως 29-7-1996 παρασιώπησε αθέμιτα να ανακοινώσει στα μέλη του Συμβουλίου Πληρωμής Ζημιών της Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΕΣΤΙΑ Α.Α.Α.Ε" και τα διοικούντα αυτήν πρόσωπα, τόσο κατά την γενομένη υπ' αυτού στις 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος, όσο και κατά την 29-7-1996 γενομένη εξόφληση του ασφαλίσματος, αλλά και στο μεσολαβούν χρονικό διάστημα αληθινό γεγονός και ειδικότερα υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την από 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος κατά την οποία, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW αξίας 9.000.000 δρχ., του οποίου ήταν κύριος και κάτοχος και είχε καλύψει με σύμβαση ασφαλίσεως με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τον κίνδυνο προκλήσεως σε αυτό υλικών ζημιών και το οποίο στις 20-6-1996 εκινείτο στην Εθνική Οδό ...-... με οδηγό αυτόν, λόγω εμποδίου [μεγάλου ζώου], που παρενεβλήθη στην πορεία του, ανατράπη στην δεξιά άκρη του δρόμου, όπου σταμάτησε με τον ουρανό στο έδαφος. Όμως, η πλήρης αποκατάσταση των ζημιών από το εν λόγω ατύχημα δεν υπερέβαινε το ποσό του 1.500.000 δρχ. και ενώ ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να ανακοινώσει το γεγονός αυτό, που επιβάλλονταν από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των εκ της σχέσεως του, με την ήδη καταρτισθείσα "μικτή" σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου αυτού, μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, αυτός [κατηγορούμενος], παρασιώπησε το γεγονός αυτό τόσο στην από 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος, με την οποία, η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τις ζημίες του αυτοκινήτου, όσο και κατά τη ημέρα εξοφλήσεως των [29-7-1996], αλλά και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε προσκομίσει αναληθή κατά το περιεχόμενο των έγγραφα της εταιρείας INTERSERVICE περί του ότι, το ύψος αποκαταστάσεως της ζημίας ανέρχονταν στο ποσό των 4.366.455 δρχ., πλέον άλλων ζημιών που θα προέκυπταν μετά την επαναπροσαρμολόγηση του και των τριών καινουργών ελαστικών, καθώς και την άσκηση της από 16-7-1996 αγωγής του κατά της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας με επικουρικό αίτημα την υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 6.400.000 δρχ. Αποτέλεσμα της αθέμιτης αυτής παρασιωπήσεως ήταν να πεισθούν τα μέλη του συμβουλίου πληρωμής ζημιών και τα διοικούντα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" ότι, το εν λόγω αυτοκίνητο είχε υποστεί ζημία ύψους 6.400.000 δρχ., και ότι, ήταν ασύμφορη η επισκευή του να του καταβάλουν το ποσό των 5.000.258 δρχ., από το οποίο, το ποσό των 3.500.268 δρχ. εισέπραξε αναίτια, ως ασφάλισμα και έτσι προκάλεσε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία ισόποση ζημιά.
β] Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 25-3-1999 έως τις 24-6-1999, παρασιώπησε αθέμιτα να ανακοινώσει στα διοικούντα την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" πρόσωπα, τόσο κατά την γενομένη υπ' αυτού στις 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος, όσο και κατά τις 24-6-1999 εξόφληση του ασφαλίσματος, αλλά και στο μεσολαβούν χρονικό διάστημα αληθινό γεγονός και ειδικότερα υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την από 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος κατά την οποία, το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου Chrysler, τύπου Grand Cherokee, του οποίου ήταν κύριος και κάτοχος και είχε καλύψει με σύμβαση ασφαλίσεως με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τον κίνδυνο προκλήσεως σε αυτό υλικών ζημιών και το οποίο την 25-3-1999 και περί ώρα 17.00 κινούμενο στη Ν.Ε. οδό ...-..., στην περιοχή της ..., με οδηγό αυτόν, είχε ανατραπεί και παρασυρθεί από τα νερά υπάρχοντος εκεί ποταμού, στην προσπάθεια του να διέλθει από τσιμεντένια δίοδο, που αποτελεί συνέχεια αγροτικής οδού. Όμως, το αυτοκίνητο δεν είχε υποστεί καμιά βλάβη από το εν λόγω ατύχημα και ενώ ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να ανακοινώσει το γεγονός αυτό, που επιβάλλονταν από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των εκ της σχέσεως του, με την ήδη καταρτισθείσα "μικτή" σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου αυτού, μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, αυτός [κατηγορούμενος], παρασιώπησε το γεγονός αυτό τόσο στην από 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος, με την οποία, η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τις ζημίες του αυτοκινήτου, όσο και κατά την ημέρα εξοφλήσεως των [24-6-1999], αλλά και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε συνταχθεί αναληθής πραγματογνωμοσύνη από τον πραγματογνώμονα της εταιρείας ... . Αποτέλεσμα της αθέμιτης αυτής παρασιωπήσεως ήταν να πεισθούν τα διοικούντα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" ότι, το εν λόγω αυτοκίνητο είχε υποστεί, ολική καταστροφή και η δαπάνη αποκαταστάσεως των ζημιών ανέρχονταν σε 13.000.000 δρχ., όση δηλαδή, η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου στο χρόνο του ατυχήματος και μετά την αφαίρεση της δήθεν ελλειμματικής αξίας να του καταβάλουν το ποσό των 8.500.000 δρχ. το οποίο εισέπραξε αναίτια, ως ασφάλισμα και έτσι προκάλεσε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία ισόποση ζημιά.
Οι παραπάνω πράξεις, έγιναν από τον κατηγορούμενο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, κατ' επάγγελμα, δηλαδή, με πρόθεση και υποδομή επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, από την οποία προκύπτει σταθερή ροπή του στην διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ το συνολικό όφελος που απεκόμισε, άλλως η συνολική ζημία που προξένησε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1998, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ασκώντας ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1.α.ι.περ.δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, που είχε τελεσθεί, εκτός των άλλων, και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων, προκειμένου να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές από απόψεως ποσού και ημερών για τους εκτιμητές περιουσιακών στοιχείων στην πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." και της θυγατρικής αυτής "ΙΝΤΟΡΙ Α.Ε.", δέχθηκε, μετά από προγενέστερη απαίτηση του, ως δώρο, χρηματικό ποσό ύψους 24.252.580 δραχμών, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 30.000.000 δραχμών περίπου, που έπρεπε να είχε λάβει ο εκτιμητής των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσεως "ΒΟΚΤΑΣ", Α και ο μετ' αυτού συνεργαζόμενος Χ1, και εκείνου που έλαβαν, που είναι το ποσό των 54.252.580 δραχμών και στη συνέχεια επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του, τα χρηματικά ποσά, που είχε απαιτήσει και είχαν αποδεχθεί οι εκτιμητές να καταβάλουν για να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές για το έργο που παρέσχαν, χρησιμοποίησε για να αγοράσει: 1) στις 28-5-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη στα ... αγροτεμάχιο 836 τμ. κατά το 50% εξ αδιαιρέτου, 2) στις 3-8-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 1533 τμ. κατά το αυτό ως άνω ποσοστό με την επ' αυτού φερόμενη ως επισκευασμένη αχυροκαλύβα 119 τμ., 3) στις 24-3-2001 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 636,30 τμ. στην ίδια περιοχή, 4) στις 6-6-2002 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω περιοχή 4.008,76 τμ. Μετά δε τις ως άνω αγορές ακολούθησε με τον προαναφερόμενο εκτιμητή Β διανομή των αποκτηθέντων το έτος 2000 ακινήτων και αφού επήλθε αλλαγή, ώστε αντί του 50% σε καθένα από τα δύο αγροτεμάχια να αποκτήσει το 100% στο μισό από αυτά για να εξασφαλισθεί λειτουργικότητα στη χρήση, οικοδόμησε επ' αυτού διώροφο κτίσμα χωρισμένο στα δύο σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα, ισόγειο και σοφίτα, το καθένα 65 τμ. περίπου, πετρόκτιστο, με κουφώματα από αλουμίνιο, ημιϋπαίθριο χώρο 17,50 τμ., ισόγειο βοηθητικό κτίσμα αποθήκης εμβαδού 20 τμ., μπάρμπεκιου 16 τμ., πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή, ισόγειο γκαράζ 30 τμ. με σιδεροκατασκευή, με συνολικό κόστος κατασκευής όλων των κτιρίων ύψους 60.000 ευρώ. Με τις πράξεις του αυτές επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων που εξασφάλισε με τη χορήγηση υπερβολικών αμοιβών στους παραπάνω εκτιμητές των πτωχεύσεων της εταιρείας ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ και της ως άνω θυγατρικής της.
Με την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα επεδίωκε να προσδώσει περαιτέρω νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, ενήργησε δε, με περισσότερες πράξεις, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, δηλαδή βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τρίτα πρόσωπα.
Γ) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 1998 μέχρι 10-2-2003 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ασκώντας, ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων και στη συνέχεια του Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος, που τιμωρείται κατά νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
α) Στην ..., στις 29 Σεπτεμβρίου 1998, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), που προέρχονταν από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην ..., κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με δωροδότες άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση άτομα, από τα οποία είχε απαιτήσει την καταβολή του συνολικού ποσού των 10.844.906 δραχμών ως δώρου, που δεν εδικαιούτο να λάβει ως δικαστικός λειτουργός, με σκοπό να κριθούν υπέρ αυτών αιτήσεις, που εκκρεμούσαν ενώπιον του ως Εισηγητή των πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την καταβολή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, του ως άνω ποσού, έλαβε δε ο ίδιος ή και με την μεσολάβηση τρίτων προσώπων στις 29-09-1998 το ποσό των 10.844.906 δραχμών, με το οποίο εξοφλήθηκε δάνειο, που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από υπόδειξη του να καταβληθεί στον με αριθμό ... λογαριασμό, που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος,
β) Στην ..., στις 10 Φεβρουαρίου 2003, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην Αθήνα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με δωροδότες άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση άτομα, από τα οποία είχε απαιτήσει την καταβολή του συνολικού ποσού των 150.000 ευρώ, δέχθηκε το ποσό αυτό με κατάθεση από την αδελφή του Παρασκευή Τσαμούρη στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Τράπεζας Κύπρου με δικαιούχους αυτούς τους δύο.
γ] Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 23-7-2002 μέχρι 27-9-2002, με περισσότερες πράξεις κατ' επάγγελμα, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1α ι περ. δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, και ισχύει σήμερα, που είχε τελεσθεί, εκτός των άλλων, και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων, προκειμένου να κριθούν υποθέσεις, που του είχαν ανατεθεί, υπέρ των δωροδοκησάντων και κατά των αντιδίκων τους, δέχθηκε, και στη συνέχεια κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, σε εκτέλεση προγενέστερης απαιτήσεως, διάφορα χρηματικά ποσά, επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα. Συγκεκριμένα στην ..., κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην Αθήνα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δια της απαιτήσεως από άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση πρόσωπα του συνολικού ποσού των 215.431,09 ευρώ (ή 73.408.143,91 δραχμών) ως δώρου, που δεν εδικαιούτο να λάβει ως δικαστικός λειτουργός, με σκοπό να κριθούν υπέρ αυτών οι υποθέσεις τους, που εκκρεμούσαν ενώπιον των πολιτικών τμημάτων του Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία ασκούσε, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, τα καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών, ως Πρόεδρος Πολιτικού Τμήματος αλλά και ως μονομελής Δικαστής, δικάζοντας αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκε την καταβολή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, του συνολικού ποσού των 215.431,09 ευρώ, σε εκπλήρωση της ως άνω προγενέστερης απαιτήσεως, λαμβάνοντας ο ίδιος ή και με την μεσολάβηση τρίτων προσώπων, το παραπάνω χρηματικό ποσό και αναλυτικότερα, με τις υπ' αριθμούς ... και ... δανειοδοτικές συμβάσεις, που κατάρτισε, από κοινού με την σύζυγο του Χ3, με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ανοίχθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... δανειακοί λογαριασμοί προς επισκευή και βελτίωση κατοικίας και έλαβε από κοινού μετά της συζύγου του συνολικά το ποσό των 220.102,71 ευρώ (ή 75.000.000 δραχμών), μέσα δε σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο, δηλαδή στις 23-7-2002 προέβη στην κατάθεση μετρητών προς τη ΑΤΕ ύψους 130.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 30.000 ευρώ διατέθηκε για την ολική προεξόφληση του δανείου ..., που αφορά τη σύμβαση ... για 10.000.000 δραχμές και ποσό 100.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκε για τη μερική προεξόφληση του δανείου ..., που αφορά τη σύμβαση ... για 65.000.000 δραχμές, το δε υπόλοιπο ποσό του δανείου ύψους 85.294,68 ευρώ αναπροσαρμόσθηκε και δημιουργήθηκε ο λογαριασμός δανείου ..., που εξοφλήθηκε στις 27-9-2002 με νέα κατάθεση μετρητών 85.431,09 ευρώ. Τα παραπάνω χρηματικά ποσά δεν έχουν δικαιολογημένη πηγή, αφού από τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων, τη δική του και της συζύγου του Χ3, δε είχαν δηλωθεί καταθέσεις ή κατοχή κάποιου τίτλου στα έτη 1996 έως 2005, τα εισπραττόμενα από μισθούς ποσά αναλίσκονταν κάθε μήνα στο σύνολό τους και οι καταβληθείσες αναδρομικές μισθολογικές παροχές είχαν ήδη αναλωθεί αμέσως. Ακόμη στο χρονικό διάστημα λήψεως και εξοφλήσεως των ποσών των ληφθέντων δανείων οι μεν αναδρομικές αποδοχές αυτού ανήλθαν σε 5.655,17 ευρώ για το 2001 και σε 5.531,91 ευρώ για το 2002, οι δε τακτικές του αποδοχές σε 30.336,27 ευρώ για το 2001 και σε 32.386,82 ευρώ για το 2002 και της συζύγου του Χ3 ανήλθαν σε 5.655,17 ευρώ για το 2001 και σε 5.531,91 ευρώ για το 2002, οι δε τακτικές του αποδοχές σε 30.336,27 ευρώ για το 2001 και σε 32.386,82 ευρώ για το 2002, είχαν δε στο σύνολο τους αναλωθεί για τρέχουσες ανάγκες εξαντλώντας κάθε δικαιολογημένη πηγή χρηματικών ποσών για την εξόφληση των παραπάνω δανείων. Με τις παραπάνω καταθέσεις επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην παραπάνω παράνομη δραστηριότητα δια μέσου του τραπεζικού συστήματος, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' εξακολούθηση, ενήργησε δε κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση τους προέκυπτε αφενός σκοπός για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος και βάσει σχεδίου και με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων αλλά και διατηρώντας επί πλέον προς συγκάλυψη αυτής τους ανωτέρω διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρεται, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Δ] Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-1996 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατ' επάγγελμα και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής πράξεως, δέχθηκε την καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών, εν γνώσει, κατά το χρόνο της κτήσεως, του γεγονότος, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα και δη κακουργηματική απάτη, που είχε τελεσθεί, όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α" περιγράφεται, στη συνέχεια δε διέθεσε τα ποσά αυτά, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευσή τους και συγκεκριμένα:
α] Τον Ιούλιο του έτους 1996 διέθεσε το ασφάλισμα, που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" λόγω βλαβών που είχε προκληθεί στο αγορασθέν από αυτόν το έτος 1994 υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο και που κατά το ποσόν των 3.500.268 δραχμών ήταν προϊόν κακουργηματικής απάτης για την αγορά του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, μάρκας AUDI A4, το οποίο ταξινομήθηκε για πρώτη φορά στις 31-7-1996 στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Νομαρχίας Αθηνών Ανατολικός Τομέας με την παρατήρηση "παρακράτηση κυριότητας", που έγινε στο όνομα του.
β] Το Σεπτέμβριο του έτους 1999 διέθεσε το ασφάλισμα ων 8.500.000 δραχμών, που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" λόγω προβληθείσας καταστροφής του αγορασθέντος από αυτόν το 1998 υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου, για την αγορά του υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου. Στο χρόνο που αποκτούσε το παραπάνω αυτοκίνητο γνώριζε, ότι τα αποκτούσε με χρήματα που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του.
Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, δηλαδή βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά τον χρόνο τέλεσης της, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Ε) Στην ..., στις αρχές Απριλίου 2006 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εκ δόλου, με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και με συμβουλές και εκμετάλλευση της φιλίας, που. Τον συνέδεε δημιούργησε στον συγκατηγορούμενό του Χ4 τη βούληση, ώστε εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα, άλλως να αποκρύψει την αλήθεια και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά, που ενεργούσε προκαταρκτική εξέταση, να καταθέσει ψέματα, εν γνώσει του, ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή, άλλως, καίτοι είχε γνώση των αληθών γεγονότων σκόπιμα να αποκρύψει την αλήθεια και συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και χρόνο έπεισε τον, ως άνω, Χ4 να καταθέσει, μεταξύ άλλων, ενώπιον του προαναφερθέντος Εισαγγελέα και να καταχωρηθεί στην από 11-4-2006 έκθεση ένορκης εξετάσεως, ότι η μαιζονέτα, που βρίσκεται στην πολυκατοικία της οδού ... στην ... και είχε περιέλθει σε αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, πωλήθηκε στον κατηγορούμενο και τη συγκατηγορουμένη σύζυγο του Χ3 το Φεβρουάριο του 2001 αντί τιμήματος 80.000.000 έως 90.000.000 δραχμών, και ότι μαζί με την πώληση της , προαναφερθείσας μαιζονέτας της οδού ... συμφωνήθηκε και η προπώληση σε αυτούς, από τα σχέδια, μιας κατοικίας από το συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη συνοικία "..." ή "..." της πόλης ..., που του ανήκε, αντί τιμήματος 60.000.000 δραχμών καθώς και ότι χάριν καταβολής του τιμήματος εγχειρίσθηκαν σε αυτόν δύο επιταγές αξίας 140.000.000 δραχμών, πλην όμως τα παραπάνω δεν συμφωνούσαν προς την αντικειμενική πραγματικότητα και κατατέθηκαν από αυτόν εν γνώσει της αποκρύψεως της αληθείας, καθόσον το μεν τίμημα της μαιζονέτας της οδού ... στην ... ανήλθε τουλάχιστον στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, ουδεμία δε συμφωνία προπωλήσεως εξοχικής κατοικίας στη Νήσο ... πραγματοποιήθηκε και ουδέν τίμημα αφορών τέτοια αγοραπωλησία καταβλήθηκε, το δε προβαλλόμενο ως δοθέν δια των ως άνω επιταγών χρηματικό ποσό αποτελεί το τίμημα της αγοράς αποκλειστικώς της κατοικίας της οδού ... στην ..., ενώ η αναφορά στο ποσό των 168.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί ως τίμημα αγοραπωλησίας της εξοχικής κατοικίας της ... και επιστράφηκε από αυτόν στον κατηγορούμενο και τη συγκατηγορουμένη σύζυγο του Χ3 σε δύο δόσεις, κατά τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο του 2002 αντίστοιχα, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας αυτής οφειλομένης σε αντικειμενική αδυναμία παροχής του ακινήτου, επινοήθηκε, προκειμένου να δικαιολογηθεί η πηγή των χρημάτων για την καταβολή του τιμήματος μέχρι του ύψους της αντικειμενικής αξίας του εν λόγω ακινήτου (μαιζονέτας), παρουσιάζοντας δε ψευδώς στην κατάθεση του ως αληθές το τίμημα των 80.000.000 έως 90.000.000 δραχμών, αποδέσμευσε το ζεύγος των αγοραστών από την ανάγκη της δικαιολογήσεως της επιτρέπουσας την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος πηγής εσόδων του. Την απόφαση προς τέλεση της παραπάνω άδικης πράξεως στο συγκατηγορούμενό του Χ4 προκάλεσε αυτός δολίως, χρησιμοποιώντας ως μέσα την πειθώ και φορτικότητα, αλλά και τις συμβουλές και την εκμετάλλευση της φιλίας, που τους συνέδεε. Και ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1 στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1996 μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 με πρόθεση παρέσχε συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ2 κατά την τέλεση της άδικης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που εκείνος διέπραξε. Συγκεκριμένα ο συγκατηγορούμενός του Χ2, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο του 1996 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 1998, ασκώντας ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1.α.ι.περ. δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, που είχε τελεσθεί, εκτός άλλων και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων από τους Χ1 και Α, ως διορισθέντες εκτιμητές περιουσιακών στοιχείων στην πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." και της θυγατρικής αυτής "ΙΝΤΟΡΙ Α.Ε.", προκειμένου να καθορισθούν από εκείνον υπερβολικές αμοιβές εξ απόψεως ύψους ημερησίας αποζημίωσης αριθμού και ημερών για αμφότερους, δέχθηκε, μετά από προγενέστερη απαίτηση του, ως δώρο από αυτούς, χρηματικό ποσό ύψους 24.252.580 δραχμών, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 30.000.000 δραχμών περίπου, που έπρεπε συνολικώς να έχει λάβει αυτός, ως εκτιμητής των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσεως "ΒΟΚΤΑΣ" και ο συνεργαζόμενος με τον ως άνω κατηγορούμενο Χ1, Α, και εκείνου που τελικώς λάβανε, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 54.252.580 δραχμών και στη συνέχεια επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του, χρησιμοποίησε τα χρηματικά ποσά, που είχε απαιτήσει από αυτούς, ως εκτιμητές και αυτοί είχαν αποδεχθεί και εν τέλει κατέβαλαν, προκειμένου να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές για το έργο που παρείχαν, για να αγοράσει: 1) στις 28-5-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη στα ... αγροτεμάχιο 836 τμ. κατά το 50% εξ αδιαιρέτου, το άλλο 50% περιήλθε δυνάμει ιδίου συμβολαίου στον Χ1, 2) στις 3-8-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αναστασίας Καλπύρη αγροτεμάχιο 1533 τμ. κατά το αυτό ως άνω ποσοστό με την επ αυτού φερομένη ως επισκευασμένη αχυροκαλύβα 119 τμ., το οποίο κατ' αρχάς ο Χ1 φέρεται να έχει αγοράσει εξ ολοκλήρου δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμ/φου Αναστασίας Καλπύρη, πλην όμως το μισό τίμημα προερχόταν από το ποσό, που δόθηκε ως δώρο στον Χ2 από τους εκτιμητές και είχε συμφωνηθεί τότε να μην εμφανιστεί ο Χ2 ως αγοραστής, αλλά στη συνέχεια να γίνει η μεταβίβαση του, η οποία και πραγματοποιήθηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο 3) στις 24-3-2001 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 636,30 τμ. στην ίδια περιοχή, 4) στις 6-6-2002 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω περιοχή 4.008,76 τμ., μετά δε τις ως άνω αγορές ακολούθησε με τον Χ1 διανομή των αποκτηθέντων ακινήτων και αφού επήλθε αλλαγή, ώστε αντί του 50% σε καθένα από τα δύο πρώτα αγροτεμάχια να αποκτήσει το 100% στο μισό από αυτά για να εξασφαλισθεί λειτουργικότητα στη χρήση, οικοδόμησε επ' αυτού διώροφο κτίσμα χωρισμένο στα δύο σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα, ισόγειο και σοφίτα, το καθένα 65 τμ. περίπου, πετρόκτιστο, με κουφώματα από αλουμίνιο, ημιυπαίθριο χώρο 17,50 τμ., ισόγειο βοηθητικό κτίσμα αποθήκης εμβαδού 20τμ., μπάρμπεκιου 16 τμ., πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή, ισόγειο γκαράζ 30 τμ. με σιδεροκατασκευή, με συνολικό κόστος κατασκευής όλων των κτιρίων ύψους 60.000 ευρώ, χρήματα, που προέρχονται από το ποσό που δόθηκε σ' αυτόν ως δώρο. Με τις πράξεις του αυτές ο Χ2 επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων που εξασφάλισε με τη χορήγηση υπερβολικών αμοιβών στους Α και Χ1, ως εκτιμητές των πτωχεύσεων της εταιρείας ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ και της ως άνω θυγατρικής της. Στην τέλεση της ανωτέρω εγκληματικής δραστηριότητας, ο κατηγορούμενος Χ1, με πρόθεση παρέσχε σ' εκείνον συνδρομή, ειδικότερα δε εισέπραξε από τον Α μέρος της διογκωμένης για τη εκτέλεση του ως άνω έργου των (εκτίμηση πτωχευτικών περιουσιακών στοιχείων) αμοιβής ποσού 54.252.580 δραχμών, το οποίο ανήρχετο στο ύψος των 24.252.580 δραχμών και μετεβίβασε στη συνέχεια τούτο στον συγκατηγορούμενό του Χ2 και από αυτό προέρχεται το μισό τίμημα της αγοράς του αγροτεμαχίου των 1533 τ.μ. μετά του εν αυτώ κτίσματος δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, το μισό του οποίου, στη συνέχεια μεταβίβασε στο Χ2 , ώστε να επιτρέψουν την συγκάλυψη της περιελθούσας ως δώρο από αυτούς στον εισηγητή των πτωχεύσεων, ως άνω, διαφοράς των 24.252.580 δραχμών και να προσδώσει ο τελευταίος νομιμοφανή υπόσταση στην προεκτεθείσα παράνομη δραστηριότητα του, αποφεύγοντας τις έννομες συνέπειες των πράξεων του. Την άνω πράξη του δε ο Χ1 ενήργησε κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, ως εκ του μεγάλου χρονικού διαστήματος τελέσεως της, του οργανωμένου και μεθοδευμένου σχεδίου ολοκληρώσεως της και του εξαιτίας αυτής επιδιωκόμενου οικονομικού οφέλους".
IV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφορικά με τις πράξεις α) της απάτης κατ'εξακολούθηση, φερομένης ως τελεσθείσης από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 €, β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, φερομένης ως τελεσθείσης κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδονται στον δεύτερο των αναιρεσειόντων και της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που αποδίδεται στον εξ αυτών πρώτο, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Προκύπτει ακόμη, ότι οι στον δεύτερο των αναιρεσειόντων αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγω εξαίρεσης, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2003 μέχρι 8/7/2003, ως πλημμελήματα, παρελθούσης πενταετίας και πλέον από την τέλεσή τους μέχρι σήμερα υπέκυψαν σε παραγραφή. Ως εκ τούτου πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, κατ'ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' ΚΠΔ (ΑΠ 55/2006 ΠΧ ΝΣΤ/694).
V. Οι αναιρεσείοντες, ως αναιρετικούς λόγους με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης προβάλλουν: 1) την απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1δ - 484 παρ. 1α ΚΠΔ) που συνίσταται ότι ο Ειδικός Ανακριτής, δεν γνωστοποίησε σ'αυτούς, πριν απολογηθούν, ότι έχουν το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης, 2) της απόλυτης ακυρότητας δεδομένου, ότι στον εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής επιτράπηκε η εμφάνιση στο συμβούλιο, ενώ το σχετικό αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, απορρίφθηκε. Μ'αυτόν τον τρόπο αποστερήθηκαν το δικαίωμα σε μία κατ'αντιδικία δίκη κατά παράβαση της Ε.Σ.Δ.Α., 3) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματός τους για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, 4) της απόλυτης ακυρότητας λόγω της χρησιμοποίησης απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων, 5) της απόλυτης ακυρότητας λόγω αναφοράς αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από άλλη δικογραφία.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι κατ'ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Και τούτο διότι: Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 100, 101, 102, 103 ΚΠΔ, που αναφέρονται στα δικαιώματα του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 273 παρ. 2 ΚΠΔ κατά την οποία "αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέταση, του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει και να παραδώσει την απολογία του γραπτή", σαφώς προκύπτει ότι το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου ενυπάρχει στο από το νόμο παρεχόμενο δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει και ο Ανακριτής δεν είχε υποχρέωση να του το γνωστοποιήσει ιδιαιτέρως. Ως εκ τούτου από την παράλειψη αυτή, δεν παραβιάζονται οι προμνησθείσες διατάξεις που αφορούν την υπεράσπισή του και δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας (ΑΠ 1724/2007). Β) Το ότι παρέστη στο Συμβούλιο ο Εισαγγελέας ενώ το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, ουδόλως τους αποστερεί το δικαίωμα για μία κατ'αντιδικία δίκη κατά παράβαση της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου, ότι ο Εισαγγελέας δεν είναι διάδικος, ο λειτουργικός του ρόλος στην ποινική διαδικασία είναι σαφώς καθωρισμένος και η παρουσία του στο συμβούλιο είναι υποχρεωτική (306 ΚΠΔ), ενώ των διαδίκων εξαρτάται από την αποδοχή του σχετικού αιτήματος από το Δικαστικό Συμβούλιο (309 παρ. 2 ΚΠΔ). Γ) Η αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του συμβουλίου "στην προκείμενη περίπτωση οι κατηγορούμενοι με τα εκτενή υπομνήματά τους έχουν παράσχει με πληρότητα εξηγήσεις για τις πράξεις που τους αποδίδονται, ενόψει αυτών η εμφάνισή τους δεν είναι αναγκαία" είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (ΑΠ 2203/07) και ουδεμία επιρροή ασκεί, ότι με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκαν τα αιτήματα όλων των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου. Δ) Ουδόλως ελήφθησαν υπόψη απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα και δη καταστάσεις τηλεφωνικών κλήσεων χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία της άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, δεδομένου ότι αυτό επισημαίνεται ειδικά τόσο στην εισαγγελική πρόταση όσο και στο προσβαλλόμενο βούλευμα (75ο φύλλο) και Ε) Ουδεμία ακυρότητα προκύπτει εκ του γεγονότος ότι στην εισαγγελική πρόταση αναφέρεται υπό στοιχείο V ότι ελήφθηκαν υπόψη ακόμη αποδεικτικά μέσα από άλλη δικογραφία και δη από την 1356/2007 εισαγγελική πρόταση, αφού είναι σαφές ότι το φύλλο αυτό τέθηκε στην δικογραφία από προφανή παραδρομή και γι'αυτό το λόγο υφίσταται δύο φορές η αρίθμηση V (δείτε 73ο-74ο φύλλο του βουλεύματος).
VI. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν σ'αυτούς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να απορριφθούν οι με αριθμούς α) 183/3-11-2008 και β) 184/3-11-2008 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., κατά του με αριθμό 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του Χ2 για παράβαση καθήκοντος και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2003 μέχρι 8/7/2003.
ΙΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 1 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπό αυτός και β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται, ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Από τη διάταξη το άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Αν, όμως, δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, αρκεί για την κατ' επάγγελμα τέλεσή του, ότι αυτό τελείται για πρώτη φορά, όχι πάντως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή ότι, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του δράστη προς πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν χώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β. Ο εν λόγω Ν. 2331/1995 αναφέρεται στην πρόληψη και στην καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή στο "ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος", όπως έχει επικρατήσει να περιγράφεται το φαινόμενο της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, συνήθως βαριάς μορφής, με τον όρο δε αυτόν περιγράφεται η διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία, στη συνέχεια, μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μία άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κύριας και επόμενης πράξεως, στην οποία κύρια πράξη (βασικό έγκλημα) υπάγονται τα εγκλήματα, τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού αδικήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και αυτό, για το λόγο ότι, μιλώντας ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του επομένου αξιόποινου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών. Από αυτό συνάγεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Τούτο, καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 αδικήματα, τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινομένων μεταξύ τους, αδικημάτων, το κάθε ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε, όμως, περί απορροφήσεως αδικήματος προβλεπομένου από το άρθρο 2 του Ν. 2331/1995 από αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος και αυτό, γιατί εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του, με την προηγούμενη πράξη, κτηθέντος, χωρίς, όμως, να προσβάλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Τα αδικήματα, όμως, του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, πολλά εκ των οποίων είναι πλημμελήματα, δεν καλύπτουν την όλη απαξία των αδικημάτων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι όλα κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία και προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Ακόμη απόλυτη ακυρότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ του ΚΠοινΔ, που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 παρ. 1 α ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση, υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος.
Τέλος υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α, 313 και 318 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίσθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθεαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1α και 313 ΚΠοινΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο άρθρο 179 ΚΠοινΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τα οποία μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠοινΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. Εάν, όμως, κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχθεί το συμβούλιο ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων. Εάν πάλι το συμβούλιο αποφανθεί ότι, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά, "αποδείχθηκε" η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου ή "δεν αποδείχθηκε" η ενοχή του και δεν συνάγεται από το περιεχόμενο του βουλεύματος ότι πρόκειται για αδόκιμη ή από παραδρομή διατύπωση της κρίσεώς του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, θέμα υπερβάσεως εξουσίας δεν τίθεται στην πρώτη περίπτωση της αποδείξεως της ενοχής ή αθωότητας. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή η ως άνω κρίση του συμβουλίου εμπεριέχει και την κρίση για την επάρκεια ή την παντελή έλλειψη ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου και συνεπώς πρόκειται για πλεοναστική διατύπωση κρίσεως που δεν έχει διαφορετικές συνέπειες από το απαιτούμενο κατά το νόμο έλασσον (επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου ή έλλειψη τέτοιων ενδείξεων για την απαλλαγή του). Στην δεύτερη περίπτωση, όμως, κατά την οποία το συμβούλιο δεν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, διότι κρίνει ότι "δεν αποδείχθηκε" η ενοχή του και εξαρτά έτσι την παραπομπή του από την ύπαρξη αποδείξεων, αντί να αρκεσθεί στην απαιτούμενη από το νόμο ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, είναι πρόδηλο ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του. Ενόψει αυτών παρέπεται ότι το δικαστικό συμβούλιο, κατά την άσκηση της παρεχόμενης σ' αυτό από τα άρθρα 309 και 313 ΚΠοινΔ δικαιοδοσίας, ενεργεί καθ' υπέρβαση εξουσίας μόνο στις ανωτέρω περιπτώσεις και δεν μπορεί γι' αυτό να γίνει δεκτό ότι υπερβαίνει τούτο την εξουσία του αν προβεί σε πλήρη έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων για να διαπιστώσει την αλήθεια και δεν περιορισθεί στην αναζήτηση μόνο των επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, επιτρεπτώς εξ ολοκλήρου αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, που έχει ακριβώς, όπως παρακάτω: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις εξηγήσεις αυτών, όλα τα υπομνήματα των, τις προσφυγές και όλες τις αιτήσεις των, προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Επισημαίνουμε ότι, δεν λάβαμε υπόψη προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορουμένων, μαρτυρικές καταθέσεις, που έδωσαν κατά την διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και τις οποίες δεν επικαλέστηκαν κατά την απολογία των, δοθέντος ότι, οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, ως ειδικότερης έκφρασης του δικαιώματος υπεράσπισης και του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη (άρθρ. 6 ΕΣΔΑ) (βλ. ΟλΑΠ 1/2004, ΝοΒ 2004, 1791, ΟλΑΠ 2/1999, ΝοΒ 2000, 510). Περαιτέρω δεν μπορούν να αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο οι εμπεριεχόμενες στη δικογραφία καταστάσεις εισερχομένων και εξερχομένων τηλεφωνικών κλήσεων, που αφορούν τους κατηγορουμένους και άλλα πρόσωπα, στις οποίες αναγράφονται οι αριθμοί των καλούντων και καλούμενων συνδρομητών, τα ονόματα αυτών, η ημερομηνία, η ώρα έναρξης και η διάρκεια κάθε κλήσης και για την απόκτηση των οποίων δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο (για τις περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής εγκληματικότητας) διαδικασία άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου (άρθρ. 4 ν. 2225/1994, 1, 3 παρ. 1 και 2 περ. γ', 5 του π.δ. 47/2005). Το γεγονός ότι οι πιο πάνω καταστάσεις αναφέρονται σε εξωτερικά στοιχεία τηλεφωνικών επικοινωνιών και όχι στο περιεχόμενο αυτών (συνομιλίες) δεν συνεπάγεται αποδέσμευση από την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, αφού, στο προστατευτικό πεδίο, τόσο του άρθρου 19 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή του απορρήτου της επικοινωνίας, όσο και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, που θεσπίζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του προσώπου, υπάγονται και τα εξωτερικά στοιχεία τηλεφωνικής επικοινωνίας (βλ. την από 3.4.2007 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Κόπλαντ κατά Ηνωμένου Βασιλείου - Copland v. United Kingdom - στην οποία γίνεται ρητή αναφορά ότι η χρήση πληροφορίας, σχετικής με την ημερομηνία και τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας και με τους κληθέντες αριθμούς, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι μια τέτοια πληροφορία αποτελεί "στοιχείο αναπόσπαστο" των τηλεφωνικών επικοινωνιών, βλ. και από 2.8.1984 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μαλόνε κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το γεγονός της αναφοράς τέτοιων εξωτερικών στοιχείων τηλεφωνικών επικοινωνιών σε ορισμένες πράξεις (ιδίως απολογίες) της προκειμένης ποινικής διαδικασίας δεν θίγει το κύρος των πράξεων αυτών, ενόψει και του ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 175 ΚΠΔ ακυρότητα των εξαρτημένων μεταγενέστερων πράξεων προϋποθέτει την ύπαρξη εξάρτησης και μάλιστα αποκλειστικής και πραγματικής και όχι ευκαιριακής (βλ. ΟλΑΠ 2/1996, Π.Χ. 1996, 1570). Βέβαια οι εν λόγω πράξεις λαμβάνονται υπόψη με την επιφύλαξη του σεβασμού των στοιχείων αυτών, ως απορρήτων και συνακόλουθα ως απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων, δηλαδή με την επιφύλαξη της μη επιβάρυνσης από αυτά της θέσεως των κατηγορουμένων.
-Ι- ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ - ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ: Χ2, Χ3, Χ1, Α, Χ4 -ΑΠΑΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Χ2.
-Α- ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΜΑΤΟΣ ΠΟΣΩΝ 5.00268 και 8.500.000 ΔΡΧ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "ΕΣΤΙΑ" ΓΙΑ ΤΑ ... και ... ΙΧΕ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ.
-α-1] Ο Χ2 την 16-6-1994 αγόρασε το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW αξίας 9.000.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος είχε ασφαλίσει το αυτοκίνητο αυτό με μικτή ασφάλιση ποσού 9.000.000 δραχμών. Στις 20-6-1996, καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος με το ως άνω όχημα του μετέβαινε με δύο άλλους δικαστικούς λειτουργούς στο ... και εκινείτο στην Ε.Ο. ...-... παρενεβλήθη εμπόδιο στην πορεία του, με αποτέλεσμα στην προσπάθεια του ν' αποφύγει αυτό, ν' ανατραπεί το αυτοκίνητο στη δεξιά άκρη του δρόμου, όπου σταμάτησε με τον ουρανό στο έδαφος.
2] Ο κατηγορούμενος Χ2 στις 26-6-1996 ανήγγειλε στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" το ως άνω συμβάν και υπέγραψε την υπ' αριθμ. ... υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος με το εξής περιεχόμενο "Οδηγούσα το αυτοκίνητο μου στην Ε.Ο. ...-... έχοντας πορεία προς ... . Φθάνοντας στο ύψος του ... [10 χιλιόμετρα πριν τη ...] και κατέχοντας την αρ. λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού από την πρασιά, που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο., πετάχθηκε με κίνηση, να διασχίσει κάθετα την εθνική οδό, στο ρεύμα πορείας μου από αριστερά, όπως εκινούμην στα 5 μετρα εμπρός από το αυτοκίνητο μου, ένας ιδιαίτερα μεγάλος αδέσποτος σκύλος. Προκειμένου να τον αποφύγω για να μην τον κτυπήσω με πολύ πιθανό αποτέλεσμα να πέσει στο μπαμπριζ του αυτοκινήτου μου, με καταστροφικό αποτέλεσμα λόγω του μεγάλου όγκου του, έκανα προς τα δεξιά ελιγμό με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να χάσει την ευστάθεια του και μετά από επαναφοράς του να εκτραπεί πλάγια δεξιά αρχικά και μετά αριστερά, επανερχόμενο δε στη δεξιά μεριά του δρόμου και παρά το γεγονός ότι, ανέμενα να σταματήσει να ολισθήσει, οι δεξιές ρόδες του βρήκαν ένα μικρό πεζούλι-νησίδα, που υπήρχε στο σημείο εκείνο, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το αυτοκίνητο μου με μαλακό τρόπο σταματώντας στα 5 μ. πιο πέρα στο δεξιό άκρο της εθνικής οδού με τον ουρανό προς το έδαφος. Υπήρξαν μικροτραυματισμοί, που αντιμετωπίσθηκαν στο εφημερεύον Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης".
3] Το εν λόγω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με την συνδρομή της ΕΛΠΑ στην ..., στα σχετικά δε για την μεταφορά του έγγραφα περιγράφεται η έκταση των ζημιών αυτού. Η INTERSERVICE στα από 1-7-1996 έγγραφα της, προβαίνει σε αναλύτική εκτίμηση των ζημιών, η αποκατάσταση των οποίων υπολογίστηκε στο ποσό των 4.366.455 δραχμών, πλέον άλλων ζημιών που θα προέκυπταν μετά την επανασυναρμολόγηση του, καθώς και τριών καινουργιών ελαστικών. Τα έγραφα αυτά μαζί με φωτογραφίες του αυτοκινήτου τέθηκαν υπόψη της ασφαλιστικής εταιρείας. Εν τω μεταξύ βρέθηκε αγοραστής του αυτοκινήτου, όπως αυτό είχε [σώσμα] και αυτός ήταν ο Ε, που προσέφερε το ποσό των 4.000.000 δραχμών, προσφορά, που, στις 5-7-1996 γνωστοποίησε, στην ασφαλιστική εταιρεία ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια και μετά τη γνωστοποίηση της προσφοράς αυτής, ο Χ2 άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-7-1996 αγωγή του κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ Α.Α.Ε.", η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 18-7-1996. Με την αγωγή του αυτή, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει κατά το κύριο αίτημα του το ποσό των 9.000.000 δρχ, άλλως το επικουρικό αίτημα του το ποσό των 6.400.000 δρχ. Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο Ζημιών της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ", λαμβάνοντας υπόψη του τις φωτογραφίες, την εκτίμηση των ζημιών από την INTERSERVICE, την προσφορά του Ε και την ασκηθείσα αγωγή, θεώρησε ασύμφορη την επισκευή του αυτοκινήτου και έτσι δέχθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση στον ασφαλισμένο Χ2 το ποσό των 5.187.000 δρχ., περιλαμβανομένου σ' αυτό και του χαρτοσήμου. Στις 29-7-1996 η ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... εξοφλητική απόδειξη ζημιών ποσού 5.187.000 δρχ., πληρωτέου ποσού 5.00.268 δρχ., την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "ο δηλών και εξοφλούμενος", στην οποία περιελήφθησαν και τα εξής: "Αποζημιώθηκα από την ΕΣΤΙΑ Α.Α.Α.Ε. με το ποσό των 5.00.268 δρχ. για την εξόφληση της απαιτήσεως μου για αποζημίωση εξαιτίας ΙΔΙΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ... παραιτούμενος του δικογράφου και του δικαιώματος της αγωγής με αριθμό καταθέσεως 7284/96 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ουδεμία άλλη αξίωση έχω ή διατηρώ από την παραπάνω αιτία ...". Ο Ε αγόρασε το αυτοκίνητο έναντι του ποσού των 3.200.000 δραχμών. Ο αγοραστής αυτός κατέθεσε ότι, μετέφερε το αυτοκίνητο σε γνωστό του συνεργείο στην ...... και για την επισκευή του κατέβαλε το ποσό των 1.500.000 δραχμών περίπου και μετά από ένα [1] έτος το πώλησε αντί του ποσού των 7.000.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος στη διαφορά αυτή ισχυρίστηκε ότι, το αυτοκίνητο δεν επισκευάστηκε στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της Αντιπροσωπείας και προφανώς οι επισκευές έγιναν με αμφίβολης ποιότητας ανταλλακτικά και εργασία, γι' αυτό άλλωστε προκύπτει τέτοια διαφορά του τιμήματος της μεταπωλήσεως, ενώ εκείνος, λόγω της μικτής ασφάλειας είχε δικαίωμα να επισκευάσει το αυτοκίνητο με καινούργια γνήσια ανταλλακτικά και σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο, η δαπάνη των οποίων απαιτούσε ποσό άνω των 6.000.000 δραχμών, γι' αυτό και η ασφαλιστική εταιρεία προτίμησε να καταβάλει την προαναφερθείσα αποζημίωση, ως περισσότερο γι' αυτήν συμφέρουσα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και αντικρούεται από την υπό χρονολογία 9-5-2006 ένορκη εξέταση του ΣΤ, υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ" και μέλους του Συμβουλίου Πληρωμής Ζημιών της εταιρείας αυτής, ο οποίος κατέθεσε "... Εάν η αποκατάσταση των ζημιών, όπως μου λέτε, δεν ξεπέρασε το 1.500.000 δρχ., τότε είναι προφανές και πάλι ότι παραπλανήθηκε το συμβούλιο ζημιών και λόγω της παραπλανήσεως αυτής δέχθηκε να καταβληθεί το ποσό που αναφέρατε. Με τα ανωτέρω είναι προφανές ότι ζημιώθηκε και πάλι η εταιρεία ΕΣΤΙΑ ...". Τα έγγραφα της INTERSERVICE που προσκόμισε ο κατηγορούμενος Χ2 στην ασφαλιστική εταιρεία περί του ύψους αποκαταστάσεως της ζημίας, ήσαν αναληθή κατά περιεχόμενο, ανεξαρτήτως δε των ισχυρισμών του κατηγορουμένου ότι, το αυτοκίνητο δεν επισκευάστηκε σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο της Αντιπροσωπείας και χρησιμοποιήθηκαν αμφίβολης ποιότητας ανταλλακτικά και εργασία, είναι γεγονός ότι, για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου απαιτήθηκε το ποσό των 1.500.000 δρχ., το αυτοκίνητο πωλήθηκε έναντι του ποσού των 7.000.000 δρχ. Και έτσι από το ποσό των 5.000.268 που, ο κατηγορούμενος Χ2 εισέπραξε ως ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 3.500.268 δρχ. είναι η παράνομη ωφέλεια του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία της ασφαλιστικής εταιρείας. Οι μάρτυρες ΣΤ και Ζ στις από 23-11-2007 και 22-11-2007 αντίστοιχες συμπληρωματικές ένορκες εξετάσεις των κατέθεσαν ότι, ουδέποτε ο Χ2 επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία και δεν ασχολήθηκε με εκτιμήσεις, η μόνη επαφή του ήταν η υποβολή δήλωσης ατυχήματος. Όμως στην από 24-6-1996 δήλωση του, ο κατηγορούμενος Χ2 ανέφερε μόνο τις συνθήκες του ατυχήματος, χωρίς ν' αναφέρεται σε οποιανδήποτε εκτίμηση ή κοστολόγηση της ζημίας. Όπως προαναφέρθηκε, η αποκατάσταση της ζημίας του αυτοκινήτου ανέρχονταν στο ποσό των 1.500.000 δρχ. και ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να ανακοινώσει τούτο στην ασφαλιστική εταιρεία ως εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως και της υποβληθείσας δηλώσεως και ο κατηγορούμενος παρέλειψε να ανακοινώσει στην ασφαλιστική εταιρεία το αληθινό αυτό γεγονός, ότι δηλαδή, η αποκατάσταση των ζημιών ανέρχονταν στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος και στις 29-7-1996 χρονολογία κατά την οποία εξοφλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, παρέλειψε ν' ανακοινώσει το παραπάνω αληθινό γεγονός, όπως είχε υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση και το προαναφερθέν περιεχόμενο της από 24-6-1996 δηλώσεως του. Έτσι ο Χ2 με την παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων έπεισε τα αρμόδια όργανα της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ", ότι, την συνέφερε να αποζημιώσει ολικά το αυτοκίνητο και να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, από του να αποκαταστήσει τις ζημιές στο εν λόγω αυτοκίνητο και έτσι οφελήθηκε αυτός παράνομα κατά το ποσό των 3.500.268 δρχ., κατά το οποίο ζημιώθηκε η ασφαλιστική εταιρεία.
-β-1] Στις 23-3-1998 ο Χ2 αγόρασε το υπ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο [JEEP] αντί του ποσού των 10.800.000 δρχ., το οποίο ασφαλίστηκε στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" με μικτή και αυτό ασφάλιση, όπως είχε ασφαλίσει στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία και το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτ/το τύπου BMW,για το οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Στις 25-3-1999 ο Χ2 οδηγούσε το ως άνω όχημα στο ... ποταμό [...] με συνεπιβάτες τους ... και ... και κατά την προσπάθεια διέλευσης του από παραπόταμο της περιοχής ..., το αυτοκίνητο παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού, έπεσε στην κοίτη του και καλύφθηκε πλήρως από τα νερά, οι επιβάτες του οποίου για διασωθούν βγήκαν από τα παράθυρα του αυτοκινήτου πριν αυτό βυθισθεί. Ακολούθως το Αστυνομικό Τμήμα ... ειδοποίησε τον συνεργάτη της EXPRESS SERVICE της περιοχής ... για να βοηθήσει στην ανάσυρση του αυτοκινήτου στο φορτηγό EXPRESS SERVICE, πλην όμως δεν ήταν δυνατή η ανάσυρσή του, γι' αυτό και ζητήθηκε η βοήθεια της Πυροσβεστικής και έτσι ανασύρθηκε το αυτοκίνητο, το οποίο φορτώθηκε στην πλατφόρμα του φορτηγού της EXPRESS SERVICE και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
2] Ο κατηγορούμενος Χ2 στις 29-3-1999 ανήγγειλε στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" το ως άνω συμβάν και υπέγραψε την υπ' αριθμ. ... υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος με το εξής περιεχόμενο: "ΕΚΙΝΟΥΜΗΝ ΣΤΟΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΡΟΜΟ Κ. ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΣΥΝΕΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΜΟΥ, ΜΕ ΠΡΟΘΕΣΗ ΔΙΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΣΤΕΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΜΙΚΡΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ, ΝΑ ΔΙΕΛΘΩ ΑΠΕΝΑΝΤΙ, Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΗ ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΡΑΚΤΕΡ κ. ΑΛΛΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ. ΕΠΕΙΔΗ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΧΡΟΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΑ ΝΕΡΑ ΕΙΧΑΝ ΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗΝ ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΑ ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΠΛΑΤΟΥΣ 15 ΠΕΡΙΠΟΥ ΜΕΤΡΩΝ ΖΗΤΗΣΑ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΝΤΟΠΙΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΟΥ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕ ΟΤΙ ΤΑ ΝΕΡΑ ΔΕΝ ΥΠΕΡΕΒΑΙΝΑΝ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟΥ ΚΡΑΣΠΕΔΟΥ ΚΑΤΑ 30-40cm ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΑ ΔΙΕΛΘΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΧΩΡΙΣ ΤΟΣΑ ΝΕΡΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΝΑ ΔΙΕΛΘΩ. ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΟΜΩΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΗΤΑΝ ΕΝΤΟΝΟ ΟΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ, ΜΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΟ ΜΕΣΟΝ ΤΟΥ ΚΡΑΣΠΕΔΟΥ ΠΛΑΤΟΥΣ 3-4-Μ ΚΑΙ ΜΗ ΕΧΟΝΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΔΙΑΝΥΣΕΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ, ΩΘΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΣΠΕΔΟ, ΟΠΟΤΕ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΑ ΑΠΟ 1 ΕΩΣ 2 Μ. ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚ. ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ. ΜΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕ ΝΑ ΤΟ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΩΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ κ. ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ ΝΑ ΔΙΑΣΩΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΜΕΣΩΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΟΔ. ΒΟΗΘΕΙΑΣ EXPRESS SERVICE, ΤΗΣ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΗ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΥΤΗ, ΕΙΧΑΝ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΦΙΚΤΗ ΜΕΤΑ 3 ΩΡΕΣ Η ΑΝΕΛΚΥΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ. Η ΦΟΡΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ".
3] Στη συνέχεια, μετά από αίτημα της ασφαλιστικής εταιρείας διενεργήθηκε εκτίμηση των ζημιών και επ' αυτής η αντιπροσωπεία CHRSLER JEEP ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ συνέταξε την υπ' αριθμ. ... σχετική αναλυτική έκθεση για ύψος επισκευής ποσού 19.707.277 και απαιτούμενο χρόνο επισκευής 4 μηνών. Ακολούθως, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής εταιρείας ......, ο οποίος αφού αναφέρθηκε στις εκτεταμένες ζημίες του αυτοκινήτου, προσδιόρισε το κόστος μόνο των ανταλλακτικών στο ύψος της αξίας του αυτοκινήτου πριν από το ατύχημα [13.000.000-15.000.000 δρχ.]. Κατόπιν τούτου το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ" κατά τη συνεδρίαση της 11-5-1999 διαπίστωσε ότι, δεν την συνέφερε η επισκευή, προσδιόρισε ποσό αποζημιώσεως του ατυχήματος στο ύψος του ασφαλίσματος, δηλαδή, στο ποσό των 13.000.000 δρχ. και μετά την εκτίμηση της υπολειμματικής αξίας [σώστρων] του αυτοκινήτου στο ποσό των 4.500.000 δρχ., ο κατηγορούμενος εισέπραξε ως ασφάλισμα το ποσό των 8.500.000 δρχ. με τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας. Και από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... εξοφλητική απόδειξη ζημιών, η οποία υπογράφτηκε και από τον κατηγορούμενο. Η πραγματογνωμοσύνη όμως αυτή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τούτο γιατί, το αυτοκίνητο αγοράστηκε από τον έμπορο αυτοκινήτων Η. Ο αγοραστής κατέθεσε ότι, ως τίμημα κατέβαλε το ποσό των 10.000.00-10.500.000 δρχ. γιατί, ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, κάτι το οποίο διαπίστωσε και ως εκ της ιδιότητας του ως μηχανικού αυτοκινήτων, το οποίο στη συνέχεια αγοράστηκε μέσω Τραπέζης στις 26-8-1999 από τον Θ αντί του ποσού των 12.300.000 δρχ. Ενισχυτικό στοιχείο του ότι, το αυτοκίνητο δεν είχε υποστεί καμία βλάβη, προκύπτει από το με χρονολογία 8-6-2006 έγγραφο της CHRISLER JEEP ΑΕΒΕ προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, στο οποίο αναφέρεται ότι, το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, κατά το χρονικό διάστημα από 26-3-1999 έως 30-7-1999 εισήλθε στο συνεργείο για προγραμματισμένες και έκτακτες εργασίες συνολικής αξίας 280.000 δρχ., σύμφωνα με τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Στο συνημμένο σ' αυτή πίνακα εμφανίζεται να έχει γίνει πρώτη εργασία μετά την 19-3-1999, στις 5-5-1999. Ο Η υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση επί εντύπου του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, με την οποία φέρεται να δηλώνει ότι, αγόρασε το αυτοκίνητο αυτό από τον Χ2 έναντι του ποσού των 4.500.000 δρχ. Ο ως άνω μάρτυς κατέθεσε ότι, το αναφερόμενο ποσό των 4.500.000 δρχ. δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και η δήλωση αυτή υπεγράφη για φορολογικούς και μόνο λόγους. Από τα' ανωτέρω αντικρούεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, το αυτοκίνητο αποκτήθηκε αντί του ποσού των 4.500.000 δρχ. και πιθανολογεί ότι, το αυτοκίνητο επισκευάστηκε από τον ίδιο μάρτυρα μηχανολόγο-μηχανικό με λίγα έξοδα και για να έχει κάποια δικαιολογία και αποφυγή ευθυνών έναντι του επόμενου αγοραστή κατέθεσε ότι, αγόρασε το αυτοκίνητο αυτό έναντι του ποσού των 10-10.500.000 δρχ. και εμμένει ο κατηγορούμενος ότι, όταν ανέλαβε η ασφαλιστική εταιρεία την διεκπεραίωση της ζημιάς, αυτό δεν ήταν στην κατάσταση που αναφέρει ο ως άνω αγοραστής. Οι εξετασθέντες μάρτυρες ΣΤ και Ζ, συμμετείχαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ" που, στη συνεδρίαση της 11-5-1999 προσδιόρισαν ποσό αποζημίωσης στο ύψος του ασφαλίσματος. Οι ως άνω μάρτυρες στις από 23-11-2007 και 22-11-2007 συμπληρωματικές ένορκες εξετάσεις των, κατέθεσαν ότι, η ζημιά των οχημάτων εκτιμάται και κοστολογείται από τα όργανα της ασφαλιστικής εταιρείας, τους πραγματογνώμονες, οι οποίοι εκτιμούν το ύψος της ζημίας και για την προκειμένη περίπτωση ο ΣΤ διευκρίνισε ότι, ο πραγματογνώμονας της ασφαλιστικής μετέβη στην αντιπροσωπεία του αυτοκινήτου, ζήτησε προσφορά για την αποκατάσταση ή μη της ζημίας και η απάντηση ήταν ότι το κόστος επισκευής υπερέβαινε το ασφάλισμα, οπότε λογική συνέπεια ήταν η εταιρεία να αποζημιώσει στο ακέραιο. Και οι δύο πιο πάνω μάρτυρες σε υποβληθείσα προς αυτούς ερώτηση αν ο ασφαλισμένος Χ2 προέβη απλώς σε δήλωση των ατυχημάτων στην ασφαλιστική εταιρεία ή προέβη και σε εκτιμήσεις και κοστολογήσεις των ζημιών των οχημάτων του, απάντησαν κατηγορηματικά ότι, ουδέποτε ο εν λόγω επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία και δεν ασχολήθηκε με εκτιμήσεις, η μόνη επαφή του ήταν η υποβολή δήλωσης ατυχήματος. Στην δήλωση όμως αυτή ο κατηγορούμενος περιγράφει μόνο στις συνθήκες του ατυχήματος και τις δυσχέρειες ανασύρσεώς του, χωρίς ν' αναφέρεται σε οποιανδήποτε εκτίμηση ή κοστολόγηση ζημίας. Όπως όμως προαναφέρθηκε, το αυτοκίνητο δεν είχε υποστεί καμιά βλάβη και ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση ν' ανακοινώσει τούτο στην ασφαλιστική εταιρεία, ως εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως και της υποβληθείσας δηλώσεως. Με το προαναφερθέν περιεχόμενο της δηλώσεως του, ο κατηγορούμενος παρέλειψε ν' ανακοινώσει στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" το αληθινό αυτό γεγονός, ότι δηλαδή, το αυτοκίνητο δεν είχε υποστεί καμιά βλάβη.
4] Πριν αποφασιστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ" της 11-5-1999 ο προσδιορισμός του ποσού αποζημίωσης του ατυχήματος στο ύψος του ασφαλίσματος, ο κατηγορούμενος στις 8-4-1999 εκχώρησε με δήλωση του προς την Αντιπροσωπεία SYNERGY την απαίτηση του επί του ασφαλίσματος, προκειμένου ν' αγοράσει από αυτήν άλλο, επίσης μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αντί του ποσού των 14.000.000 δρχ. Η Αντιπροσωπεία αποδέχθηκε την εκχώρηση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... από 5-5-1999 ανέκκλητη συμβολαιογραφική εξουσιοδότηση της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δημοπούλου προς την SYNERGY για την είσπραξη από εκείνη του ασφαλίσματος των 13.000.000 δρχ. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου φανερώνουν ότι γνώριζε την από 2-4-1999 αναληθή πραγματογνωμοσύνη του Γ και την εξαιτίας αυτής, αλλά και του περιεχομένου της από 29-3-1999 δήλωσης του, ότι, ήταν περισσότερο από βέβαιη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ" για τον προσδιορισμό ποσού αποζημιώσεως του ατυχήματος στο ύψος του ασφαλίσματος. Η ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" στις 24-6-99 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... εξοφλητική απόδειξη ζημιών ποσού 8.817.427 δρχ και πληρωτέου ποσού 8.500.000 δρχ., την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "ο δηλών και εξοφλούμενος", στην οποία περιελήφθησαν και τα εξής: "Δηλώνω ότι δεν έχω καμμία άλλη αξίωση ή απαίτηση από τα πιο πάνω ζημιογόνα γεγονότα κατά της ΕΣΤΙΑ Α.Α.Α.Ε.Ε. ... με το ως άνω ποσό των οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι επτά δρχ. Τις ίδιες ζημιές του υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκινήτου μου την 25/3/99 στην προσπάθεια μου να διασχίσω ποταμό στην περιοχή ... ...". Και κατά τον χρόνο αυτό, που ο κατηγορούμενος εξοφλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, παρέλειψε ν' ανακοινώσει, όπως είχε υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση και το προαναφερθέν περιεχόμενο της δηλώσεως του ότι, το αυτοκίνητο του δεν είχε υποστεί καμιά ζημιά.
-γ- Κατόπιν τούτων συνάγονται τα εξής:
1] Ο κατηγορούμενος Χ2 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1996 και κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 1999 είχε συλλάβει σχέδιο απόκτησης παρανόμου περιουσιακού οφέλους με απάτες, από τις οποίες θα ωφελείτο ο ίδιος με μεγάλα χρηματικά ποσά, που οπωσδήποτε υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Αυτός ενήργησε βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά, μεθοδευμένα και οργανωμένα, διαμορφώνοντας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, η οποία περιελάμβανε: Την επιλογή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ", τα μέλη του συμβουλίου πληρωμής ζημιών της εταιρείας αυτής, αρκούνταν στην προσκόμιση απλών εγγράφων με υπολογισμό της ζημίας και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της οποίας αρκούντο μόνο στην εκτίμηση του πραγματογνώμονα για την απόφαση περί καταβολής αποζημιώσεως. Την επιρροή που είχε ως δικαστικός λειτουργός, τόσο στα μέλη πληρωμής ζημιών και του διοικητικού συμβουλίου, όσο και στα λοιπά όργανα αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πραγματογνώμονας Γ, ο οποίος συνέταξε την από 2-4-99 αναληθή πραγματογνωμοσύνη. Την επανειλημμένη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων τόσο κατά τις δηλώσεις ατυχήματος, όσο και κατά τις εξοφλήσεις της ζημίας. Στην δεύτερη περίπτωση την εξασφάλιση αποδεικτικού εγγράφου ότι, η αξία του αυτοκινήτου [σώστρα] ανέρχονταν στο ποσό των 4.500.000 δρχ. και η μ' αυτή γενομένη δυσχερής ανακάλυψη της πραγματικότητας.
2] Ο κατηγορούμενος Χ2, αφού, στις 29-7-1996 είχε λάβει το ασφάλισμα από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" λόγω βλαβών στο υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, τον ίδιο μήνα διέθεσε το ασφάλισμα, από το οποίο το ποσό των 3.500.000 δρχ. ήταν προϊόν κακουργηματικής απάτης και αγόρασε το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, μάρκας AUDI Α4, το οποίο ταξινομήθηκε για πρώτη φορά στις 31-7-1996 στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Νομαρχίας Αθηνών με την παρατήρηση "παρακράτηση κυριότητας", που έγινε στ' όνομα του.
Ο κατηγορούμενος στις 8-4-1999 εκχώρησε με δήλωση του προς την Αντιπροσωπεία SYNERGY την απαίτηση του επί του ασφαλίσματος, προκειμένου ν' αγοράσει από αυτήν άλλο, επίσης μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αντί του ποσού των 14.000.000 δρχ. Η Αντιπροσωπεία αποδέχθηκε την εκχώρηση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... από 5-5-1999 ανέκκλητη συμβολαιογραφική εξουσιοδότηση της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δημοπούλου προς την SYNERGYγια την είσπραξη από εκείνη του ασφαλίσματος των 13.000.000 δρχ. Το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο μάρκας Chrysler, τύπου Grand Cherokee Jeep αγοράστηκε από τον κατηγορούμενο αντί τιμήματος 14.000.000 δρχ., το οποίο αγοράστηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 Στο τίμημα αυτό περιλαμβάνεται και η καταβολή από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" του ποσού των 8.500.000 δρχ., ως ασφάλιστρα για το εν λόγω ατύχημα.
Όμως τα ποσά αυτά των 3.500.268 και 8.500.000 δρχ., προέρχονταν από την τέλεση της κακουργηματικής πράξης της απάτης και ο κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, έχοντας προς τούτο κατάλληλη υποδομή, που περιελάμβανε την κατά τα προαναφερθέντα δυσχερή ανακάλυψη της εγκληματικής δράσης του, λόγω και της ιδιότητας του ως δικαστικού λειτουργού και πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης από εγκληματική δραστηριότητα, δέχθηκε το ποσό του ασφαλίσματος και για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων αυτών, προέβη, με τον προαναφερθέντα τρόπο, στην αγορά των υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ και ....ΙΧΕ αυτοκινήτων.
-Β-Ακίνητα ...
1] Ο Χ1 έχει σπουδάσει οικονομολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία και ασκεί το επάγγελμα του οικονομολόγου και του συμβούλου επιχειρήσεων και περιλαμβάνονταν στον Πίνακα Πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως οικονομολόγος και ως εκτιμητής παγίων στοιχείων και μηχανημάτων. Η σύζυγος του Κ ήταν συμμαθήτρια σε Λύκειο της ... με την Χ3, σύζυγο του Χ2 και είχαν επικοινωνίες μεταξύ των και στις συναντήσεις των είχαν γνωριστεί ο Χ1 με τον Χ2. Κατά το έτος 1996 ο Χ1 είχε γνωρίσει στην έκθεση της Θεσσαλονίκης τον Α. Ο Α είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου. Μετά τη λήψη του πτυχίου του από το Ε.Μ.Πολυτεχνείο ασχολήθηκε ειδικότερα με θέματα εκτιμήσεως ακινήτων και παγίων εγκαταστάσεων βιομηχανικών και ξενοδοχειακών και λοιπών συγκροτημάτων. Με την ιδιότητα του αυτή ζήτησε και γράφτηκε στους καταλόγους πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε ορισθεί εκτιμητής πραγματογνώμονας σε αρκετές πτωχεύσεις με διάφορους συνδίκους. Ο Α για τις ανάγκες της δραστηριότητας του αυτής, στην αρχή χρησιμοποιούσε χώρο του σπιτιού του και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε σε γραφείο επί της οδού ... αριθμ. ... και ..., που ανήκε στον Χ1 και συνεργάζεται με αυτόν ως οικονομολόγο και τη Λ, ως δικηγόρο.
2] Ο Χ2, ως Πρωτοδίκης, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 1996 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 1998, είχε ορισθεί Εισηγητής Πτωχεύσεων. Λίγο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του αυτών, είχε ορισθεί με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οριστικός σύνδικος, ο δικηγόρος Αθηνών Μ, ο οποίος στη συνέχεια ορίστηκε σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως της εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.". Ο Α είχε ενεργήσει πραγματογνωμοσύνη σε άλλες πτωχεύσεις με σοβαρά αντικείμενα και γι' αυτό ο σύνδικος Μ δέχθηκε αυτόν ως πραγματογνώμονα της πτώχευσης στην εταιρεία "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.". Ο Α με έγγραφο του ανέλυσε το ποσό της ημερησίας αποζημίωσης σε 104.312 δραχμές και κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτού και του συνδίκου Μ ενώπιον του Χ2 καθορίστηκε η ημερησία αποζημίωση του στο ποσό των 98.412 δρχ. Στην προσφορά του ο Α ανέφερε και τη χρήση βοηθού με ειδικές γνώσεις, χωρίς να κατονομάσει αυτόν. Στη συνέχεια, ο Α δι' ενημερωτικού σημειώματος του προς τον Εισηγητή Δικαστή δήλωσε ότι, θα χρησιμοποιήσει βοηθό του τον Χ1 και με εντολή του Χ2 τέθηκε υπόψη του συνδίκου και στη συνέχεια στο φάκελο. Κατόπιν τούτου, εφόσον ο Α τον περιελάμβανε στην αναφορά του, που διελαμβάνετο η προσφορά του, θεώρησε ότι, ήταν αναγκαίο, άλλωστε, ο βοηθός δεν αμοιβόταν ξεχωριστά από την πτώχευση, αφού η αμοιβή του περιλαμβάνονταν στην προσφορά του Α, στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του οποίου αναφέρονταν ως ειδικός εκτιμητής, χωρίς να υπογράφει πουθενά.
3] Κατά το χρονικό διάστημα που, Εισηγητής Πτωχεύσεων ήταν ο Χ2, που καθόρισε ημερήσια αποζημίωση στον Α στο ποσό των 98.412 δρχ., αλλά και στο προγενέστερο και στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, άλλοι εισηγητές πτωχεύσεων καθόρισαν αμοιβές εκτιμητών, καθώς και του ίδιου του Α σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα εκείνων της "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." και συγκεκριμένα: Στην πτώχευση ... ο Α είχε ζητήσει αποζημίωση για οκτώ [8] εργάσιμες ημέρες και είχε ζητήσει συνολικά 1444 ευρώ, που αναλογεί περίπου στα 150 ευρώ ημερησίως, ποσό, το οποίο είχε εγκριθεί από τον Εισηγητή Πτωχεύσεων Κλουκίνα. Στην πτώχευση ΡΟΝΤ ΟΪΛ, της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία βρισκόταν στην .... και είχε μεταβεί ο Α, ζήτησε συνολικό ποσό 4.163 ευρώ και ο Εισηγητής Πτωχεύσεων Ζιάκας είχε εγκρίνει ποσό 1.800 ευρώ. Στην πτώχευση της ΤΟΠΙΤΕΞ, που είχε εργοστάσιο στην ......, ο Α είχε ζητήσει αποζημίωση ποσού 18.525 ευρώ και ο Εισηγητής Πτωχεύσεων Κλουκίνας, είχε εγκρίνει μόνο το ποσό των 1.400 ευρώ. Στην πτώχευση της ΝΤΟΡΙ, που ήταν θυγατρική της ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε., ο Α είχε υπολογίσει εργασία 34 ημερών και είχε ζητήσει το ποσό των 1.690.000 δρχ. ο Εισηγητής της πτωχεύσεως Κων/νος Σταμαδιάνος είχε εγκρίνει το ποσό των 1.350.000 δρχ., δηλαδή, η ημερήσια αποζημίωση για την πτώχευση αυτή ανερχόταν στο ποσό των 39.705 δρχ. Στις αιτήσεις του για αποζημίωση προς τον Εισηγητή πτωχεύσεως Χ2, ο Α, υπολόγισε εργάσιμες ημέρες Σαββατοκύριακα, καθώς και άλλες αργίες και επίσης για απασχόληση, η οποία είχε ήδη πραγματοποιηθεί και εγκριθεί η αποζημίωση του και ο κατηγορούμενος Χ2 ενέκρινε αυτήν την αποζημίωση.
4] Από τη σύγκριση των στοιχείων αυτών, καθώς και από το γεγονός ότι, ο πραγματογνώμονας Α μετείχε και σε άλλες πτωχεύσεις και ενεργούσε παράλληλες εκτιμήσεις συνάγεται ότι, το ποσό των 54.252.280 δραχμών που εισέπραξε ως αμοιβή για αποζημίωση στην εκτίμηση της περιουσίας της πτωχής είναι πολλαπλάσιο εκείνου που έπρεπε να είχε εισπράξει. Σημειώνεται ότι, από το ποσό των 54.252.280 δρχ. που εισέπραξε από την πτώχευση της ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε., όταν αυτό υπολογισθεί, με ημερησία αποζημίωση 39.706 δρχ. πλέον ΦΠΑ που αφορά την πτώχευση της θυγατρικής εταιρείας ΙΝΤΟΡΙ, το ποσό που αναλογούσε να λάβει ως αποζημίωση του από την πτώχευση της ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε. ανέρχεται περίπου σε 22.285.000 δρχ.
Από τα παραπάνω συγκριτικά στοιχεία συνάγεται ότι, το ανωτέρω ποσό που αναλογούσε ως αποζημίωση του πραγματογνώμονα Α και του βοηθού του Χ1, δεν μπορούσε να υπερβαίνει εκείνο των 30.000.000 δρχ. Το υπόλοιπο ποσό των 24.252.580 δρχ. που, ο Α έλαβε ως αμοιβή για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων στην πτώχευση της εταιρείας ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε., αποδίδεται στον Χ2 ότι, απαίτησε αυτό ως δώρο, προκειμένου να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές από απόψεως ποσού και ημερών απασχόλησης. Το ποσό αυτό, που απαίτησε ο κατηγορούμενος Χ2 και είχαν αποδεχθεί να καταβάλουν οι Α και Χ1, χρησιμοποίησε για να προβεί στις πιο κάτω αγορές ακινήτων με την βοήθεια των εκτιμητών αυτών.
5] Κατά το έτος 1997 η Ν πωλούσε ένα αγροτεμάχιο κείμενο στην θέση ... εκτάσεως 1533 τ.μ., στο οποίο υπήρχε κτίσμα [αχυροκαλύβα] επιφανείας 120 τ.μ. περίπου. Την πώληση του ακινήτου ο πληρεξούσιος της πωλήτριας Ξ ανέθεσε στον μεσίτη Ο. Μετά από λίγο καιρό ο μεσίτης αυτός είπε στον Ξ ότι, βρήκε αγοραστή και σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι, κατοικεί στην Αθήνα και είναι δικαστικός. Κατόπιν αυτού συμφώνησαν ως τίμημα το ποσό των 3.100.000-3.200.000 δρχ. και κανόνισαν να υπογραφεί το συμβόλαιο στην ... στην Συμβολαιογράφο Αναστασία Καλπύρη. Πριν από την υπογραφή του συμβολαίου ο μεσίτης Ο ανακοίνωσε στον Ξ ότι, το αγροτεμάχιο αυτό, το αγοράζουν δύο άτομα, από τους οποίους ο ένας είναι δικαστικός και ως αγοραστής θα εμφανισθεί μόνο ο ένας, για τον λόγο ότι, δεν θέλει να εμφανισθεί ο δεύτερος επειδή είναι δικαστικός. Πράγματι, στις 14-2-1997 με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη πωλήθηκε το ως άνω ακίνητο στον Χ1, που συνεβλήθη ως μόνος αγοραστής του ακινήτου. Παρόντες κατά την σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου ήσαν οι Π, Ξ, Ο, Χ1 και ο δικαστής [βλ. την από 7-6-2006 ένορκη εξέταση Π]. Μετά από την αγορά αυτή, οι Χ1 και Χ2 στις 28-5-1999 αγόρασαν από κοινού και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου συνεχόμενο του προηγουμένου αγροτεμάχιο εκτάσεως 836 τ.μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη. Ακολούθως στις 3-8-1999 ο Χ2 αγόρασε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον Χ1 το προαναφερθέν ακίνητο των 1.533 τ.μ. με την επ' αυτού φερομένη ως επισκευασμένη αχυροκαλύβα επιφανείας 119 τ.μ., που είχε αγοράσει ο πωλητής στις 14-2-1997. Στη συνέχεια με τα υπ' αριθμ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αναστασίας Καλπύρη, αγοράστηκαν από τον κατηγορούμενο όμορα των προηγουμένων αγροτεμάχια και συγκεκριμένα στις 24-3-2001 αγροτεμάχιο επιφανείας 636,30 τ.μ. και στις 6-6-2002 αγροτεμάχιο επιφανείας 4.008,76 τ.μ. Μετά τις ως άνω αγορές ακολούθησε μεταξύ των Χ2 και Χ1 διανομή των αποκτηθέντων και αφού επήλθε αλλαγή, ώστε αντί του 50% σε καθένα από τα δύο αγροτεμάχια να αποκτήσει ο Χ2 το 100% στο μισό απ' αυτά, ώστε να εξασφαλισθεί λειτουργικότητα στη χρήση, σε καθένα δε απ' αυτά περιλαμβάνονταν τμήμα της αχυροκαλύβας, διαμορφωμένο σε ανεξάρτητη κατοικία. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ2 οικοδόμησε επ' αυτού διόροφο κτίσμα, χωρισμένο στα δύο σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα, ισόγειο και σοφίτα, που χωρίζεται με ξύλινο πάτωμα και συγκοινωνεί με εσωτερική ξύλινη σκάλα, το καθένα έχει επιφάνεια 65 τ.μ. περίπου, η οικοδομή είναι πετρόκτιστη, έχει τζάκι και εγκατάσταση καλοριφέρ, τα κουφώματα είναι από αλουμίνιο, έχει υμιϋπαίθριο χώρο 17,50 τ.μ., ισόγειο βοηθητικό κτίσμα αποθήκης εμβαδού 20 τ.μ., μπάρμπεκιου 16 τ.μ., πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή, ισόγειο γκαράζ 30 τ.μ. με σιδηροκατασκευή.
6] Ο κατηγορούμενος Χ2 για ν' αντικρούσει την κατηγορία ότι, προκειμένου να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στα χρηματικά ποσά που, οι εκτιμητές Α και Χ1 είχαν καταβάλλει σ' αυτόν για να καθορισθούν υψηλές αμοιβές για το έργο που παρέσχαν, αγόρασε τα προαναφερθέντα ακίνητα και προέβη στις οικοδομικές και λοιπές εργασίες στο κτίσμα, το κόστος των οποίων ανέρχεται σε 60.000 ευρώ, ισχυρίζεται ότι, η αγορά των ακινήτων αυτών ανήλθε στα ποσά των 350.000 δρχ., 2.000.000 δρχ., 120.000 δρχ. και 2.085 ευρώ και ότι, στοίχησε σ' αυτόν η αγορά της κατοικίας με τα έξοδα βελτιώσεων στο ποσό των 4.000.000 δρχ., τα χρήματα δε αυτά προέρχονταν από τις αποδοχές του και ακόμη ότι, η αντικειμενική αξία της αγροικίας αυτής, προσδιορίζεται στο ποσό των 16.000 ευρώ με τιμές του 2006. Ο Χ1 ισχυρίζεται ότι, λόγω οικονομικών προβλημάτων αποφάσισε να πωλήσει το ακίνητο αυτό στον Χ2, στον οποίο και απευθύνθηκε λόγω της γνωριμίας που είχαν οι οικογένειες των. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντικρούονται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα: Οι Α και Χ1 συνεργάζονταν ως εκτιμητές πραγματογνώμονες στις πτωχεύσεις και από αυτούς ο Χ1 είχε φιλία με τον εισηγητή πτωχεύσεων Χ2. Ο Α στην προσφορά του για τον καθορισμό της ημερήσια αποζημίωσης ανέφερε τη χρήση βοηθού με ειδικές γνώσεις, χωρίς να κατονομάσει τον Χ1 . Τούτο προφανώς έγινε για ν' αποκρυφτεί η σχέση του εισηγητή πτωχεύσεων Χ2 με τον Χ1 και ο εξαιτίας αυτής διορισμός του Α ως εκτιμητή της πτώχευσης ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.. Περαιτέρω ο καθορισμός τέτοιου ύψους ημερήσια αποζημίωσης στον Α, που ήταν πολλαπλάσια άλλων αποζημιώσεων του ιδίου, τις οποίες είχαν ορίσει άλλοι εισηγητές για άλλες πτωχεύσεις, φανερώνει την εκ μέρους του Χ2 απαίτηση χρηματικών ποσών και την, από τους εκτιμητές καταβολή των σ' αυτόν, λόγω του καθορισμού υπερβολικών αμοιβών για το έργο, που παρέσχαν, το οποίο ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 24.252.580 δρχ., που, ο Χ1 είχε παραλάβει από τον Α και παραδώσει στη συνέχεια στο Χ2. Το γεγονός ότι, πριν από την υπογραφή του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη, ο μεσίτης της αγοραπωλησίας Ο ανακοίνωσε στον πληρεξούσιο της πωλήτριας Ξ ότι, ο ένας από τους αγοραστές του ακινήτου ήταν δικαστής και η παρουσία του κατηγορουμένου Χ2κατά τον χρόνο σύνταξης και υπογραφής του ως άνω συμβολαίου, φανερώνουν την συμφωνία των να μη εμφανιστεί τότε ο Χ2 ως αγοραστής και αποκαλυφθεί η προέλευση των χρημάτων, αφού κατά τον χρόνο αυτό εξακολουθούσε να υπηρετεί ως εισηγητής πτωχεύσεων, αλλά αργότερα, όπως και έγινε. Η συμφωνία αυτή του Χ2 και Χ1 και η συνδρομή του τελευταίου στην συγκάλυψη και απόκρυψη της αληθινής προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων του πρώτου, προκύπτει και από τον χρόνο συντάξεως του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου αγροτεμαχίου εκτάσεως 836 τ.μ., που αποκτούσαν εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 50% καθένας και που είχε προηγηθεί κατά δύο μήνες και πέντε ημέρες του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που τότε, ο Χ1 υλοποιώντας την συμφωνία των μεταβίβασε το μισό αγρόκτημα των 1533 τ.μ. με το μισό κτίσμα. Η υλοποίηση αυτής της συμφωνίας προκύπτει από τη διάσταση, που υφίσταται μεταξύ του Χ1 , της συζύγου αυτού Κ και του Χ2, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, για πρώτη φορά διαπραγματεύτηκε και στη συνέχεια αγόρασε από τον Χ1 το μισό εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου με το κτίσμα στις 3-8-1999, αναφορικά με το τίμημα της πωλήσεως αυτής, το οποίο ο Χ2 καθορίζει στο ποσό των 3.000.000 δρχ., ο Χ1 στο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ποσό των 2.018.000 δρχ. και η Κ στο ποσό των 5.000.000-6.000.000 δρχ. Ακόμη, η βοήθεια του Χ1 προς τον Χ2 για την συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης των χρημάτων, που αποκτήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία, προκύπτει η μεταξύ των διανομή των αποκτηθέντων ακινήτων, ώστε ο Χ2 ν' αποκτήσει το 100% στο μισό από τα δύο πρώτα αγροτεμάχια για να εξασφαλισθεί η λειτουργικότητα των στην χρήση και να ενεργηθούν επ' αυτού οι οικοδομικές και λοιπές εργασίες, με συνολικό κόστος κατά πολύ ανώτερου εκείνου της αντικειμενικής εκτίμησης της ΔΟΥ ... δηλαδή, 60.000 περίπου ευρώ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο της Πολεοδομίας ... . Τέλος και όσον αφορά τη συμφωνία μεταξύ των Χ2 και Χ1 να μη εμφανισθεί ο πρώτος στις 14-2-1997 ως αγοραστής του αγροκτήματος με το υπάρχον σ' αυτό κτίσμα, αυτή προκύπτει ακόμη και από την με χρονολογία 7-6-2006 ένορκη εξέταση του Ξ, ο οποίος κατέθεσε ότι, σε συνάντηση που είχε με τον μεσίτη Ο, αυτός του είπε ότι, οι δύο αγοραστές χώρισαν το κτήμα και την καλύβα και το ανατολικό μέρος το πήρε ο δικαστής και το δυτικό το πήρε ο Χ1.
7] Ο κατηγορούμενος Α που, αρνείται ότι, έδωσε οποιονδήποτε ποσό στον Χ1 και δι' αυτού στον Χ2 ισχυρίζεται στο υπόμνημα του μεταξύ άλλων ότι και στην υποθετική αυτή περίπτωση, αυτός δεν παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στην αγορά των προαναφερομένων τεσσάρων ακινήτων υπό του Χ2. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται βάσιμος και ειδικότερα πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί περί απαιτήσεως εκ μέρους του Χ2 ως δώρου του πέραν του ποσού των 30.000.000 δρχ. εισπραχθέντος χρηματικού ποσού [54.252.280 δρχ.] από τους εκτιμητές Α και Χ1 και την εκ μέρους αυτών καταβολή του, ο Α δεν φέρεται να έχει οποιαδήποτε άλλη σχέση με τον Χ2, εκτός εκείνης της σύνταξης προϋπολογισμού και μελέτης της επί της οδού ... αριθμ. ... στην ... οικίας του Χ2 για την εκ μέρους της ΑΤΕ χορήγηση σ' αυτόν επισκευαστικού δανείου. Προς ενίσχυση των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι, σε ανύποπτο χρόνο ο Χ1 είχε αναφέρει στον Α ότι, είχε αγοράσει στην ... μια γηπεδική έκταση με παλαιό κτίσμα, χωρίς να έχει αναφερθεί σ' αυτόν οποιαδήποτε σχέση ή συναλλαγή του σε σχέση με το ανωτέρω ακίνητο και βέβαια παρά την συνεργασία των δεν ανακοίνωσε σε αυτόν ότι, είχε στην ανωτέρω περιοχή εξ αδιαιρέτου ακίνητο με τον Χ2. Από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι, ο Α δεν συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στις διαπραγματεύσεις για την εκ μέρους του Χ1 και Χ2 αγορά των ακινήτων στην ... ή την ανέγερση των κτισμάτων παρά την ιδιότητα που έχει, δηλαδή, του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού του Ε.Μ. Πολυτεχνείου. Η έλλειψη δε αναφοράς εκ μέρους του Χ1 ότι, το ακίνητο στην ... είχε αποκτηθεί κατά το ήμισυ από τον Χ2, φανερώνει την πρόθεση του Χ1 να αποκρύψει από τον συνεργάτη του την συμφωνία του με τον Χ2.
-Γ- Εξόφληση δανείου στην ΕΤΕ ποσού 10.844.906
Αποδίδεται στον κατηγορούμενο Χ2 ότι, κατά το χρονικό διάστημα που, υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών ως Εισηγητής Πτωχεύσεων, δέχθηκε ως δώρο, από άγνωστα πρόσωπα, το ποσό των 10.844.906 δρχ., με σκοπό να κριθούν ευνοϊκά υπέρ αυτών αιτήσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του. Ο κατηγορούμενος δε στη συνέχεια για ν' αποκρύψει και να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση του χρηματικού αυτού ποσού από την πράξη της δωροδοκίας δικαστή, υπέδειξε να κατατεθεί το εν λόγω ποσό των 10.844.906 δρχ. στον λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με αριθμό ... για την εξόφληση δανείου που του είχε χορηγηθεί από την Τράπεζα αυτή, το οποίο και κατατέθηκε στις 29-9-1998. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, για το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε το ποσό των 6.000.000 δρχ. των αναδρομικών της οικογένειας του έτους αυτού, καθώς και το ποσό του τιμήματος των 4.500.000 δρχ. από την πώληση το προηγούμενο έτος διαμερίσματος της συζύγου στη ...... , ποσό που είχε μείνει στα χέρια της αδελφής της συζύγου του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός καθόσον, από τον έλεγχο λογαριασμών μισθοδοσίας προκύπτει ότι, κατά το χρονικό εκείνο διάστημα δεν ανελήφθη το ανωτέρω ποσό, τα χρήματα των αναδρομικών είχαν αναληφθεί σε πολύ προγενέστερο χρόνο και βέβαια δεν προκύπτει η αποστολή των χρημάτων αυτών από την Ρ.
-Δ- ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΟΣΟΥ 150.000 ΕΥΡΩ ΣΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ.
1] Ο κατηγορούμενος Χ2 διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ως συνδικαιούχος με πρώτο δικαιούχο την αδελφή του Δ τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου. Στις 10-2-2003 η Δ κατέθεσε στον λογαριασμό αυτό το ποσόν των 150.000 ευρώ.
Ο κατηγορούμενος Χ2 για να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων αυτών ισχυρίστηκε ότι, τα χρήματα αυτά προέρχονται από τρεις πηγές της οικογένειας του. Η πρώτη αφορά οικονομίες των γονέων του και συγκεκριμένα από την κατά το έτος 1994 πώληση του εμπορεύματος και του "αέρα" του καταστήματος του πωλήσεως υποδημάτων επί της οδού ... αριθμ. ... και της οικονομικής ενίσχυσης της μητέρας του από τους θείους της-αδελφούς του πατέρα της- μακαριστούς Μητροπολίτες Ν. Φιλαδελφείας ... και Παραμυθίας ..., λόγω ευγνωμοσύνης προς τον αδελφό τους και την αγάπη τους προς την μητέρα του και το ποσό αυτό ανερχόταν σε 30.000 ευρώ. Η δεύτερη ποσού 50.000 ευρώ αφορά οικονομίες της αδελφής του Δ, έμμισθης δικηγόρου στον ΕΟΤ, προερχόμενες από μισθούς και άλλες παραστάσεις της. Η τρίτη ποσού 70.000 ευρώ ανήκε στον Χ2 και είχε δημιουργηθεί από αναδρομικά αυτού και της συζύγου του έτους 2002 και των παρελθόντων ετών, μέρος των οποίων [40.000 ευρώ] αφορά την επιστροφή χορηγηθέντος υπ' αυτού δανείου στον Σ. Όπως ο Χ2 και η αδελφή του Δ ισχυρίστηκαν, τα χρήματα αυτά δεν είχαν κατατεθεί σε Τράπεζα, αλλά βρισκόταν στα σπίτια τους ή είχαν δοθεί δανεικά. Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε και η κατάθεση πραγματοποιήθηκε, όταν ο πατέρας τους Τ παρέδωσε τις οικονομίες του στην αδελφή του Δ, που τους έπεισε ότι θα έχει την φροντίδα τους και εκείνη, προσθέτοντας τις οικονομίες της, άνοιξε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, στον οποίο από λόγους ευθιξίας και ασφαλείας έβαλε συνδικαιούχο και τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσέθεσε σ' αυτόν τις δικές του οικονομίες.
2] Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου δεν κρίνονται πειστικοί και ειδικότερα: Ο πατέρας του Τ ήταν πετυχημένος έμπορος και ένα τόσο μεγάλο ποσό αποκλείεται να είχε για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα φυλαγμένο στο σπίτι του, χωρίς να έχει κάποια απόδοση. Από τον έλεγχο των τραπεζικών καταθέσεων του κατηγορουμένου και της αδελφής του Δ προκύπτει ότι, οι ανωτέρω κατέθεταν πολύ μικρότερα ποσά σε πιστωτικά ιδρύματα. Ακόμη, αν ο Χ2 είχε και φύλασσε στο σπίτι του το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, τότε, δεν υπήρχε λόγος να αναμειχθούν τα χρήματα τα δικά του μ' εκείνα της αδελφής του και των γονέων του, θα μπορούσε ο ίδιος να είχε καταθέσει αυτά σε πιστωτικό ίδρυμα και βέβαια, το ίδιο ισχύει και για την αδελφή του, που θα μπορούσε να είχε καταθέσει τις οικονομίες της σε δικούς της λογαριασμούς και να κατατεθούν τα χρήματα των γονέων τους σε ξεχωριστό λογαριασμό με συνδικαιούχους των οικονομιών αυτών των δύο αδελφών. Τούτο αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι, σε άλλες περιπτώσεις για μικρότερα ποσά προέβαινε ο ίδιος σε καταθέσεις και αναλήψεις, το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα ποσά, που στη συνέχεια ανελήφθησαν από την Δ και τα οποία παρεδόθησαν στο σύνολο τους στον αδελφό της, ανεξαρτήτως των όσων εκείνη ανέφερε ότι, κράτησε το αναλογούν σ' αυτήν ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς να καταθέσει αυτό σε πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός, που είναι αντίθετο με την τακτική της στην φύλαξη των χρημάτων της, όταν κατέθετε στις τράπεζες μικρά ποσά. Σε σχέση με το ποσό των 70.000 ευρώ, πρέπει να σημειωθεί ότι, η Δ στην από 16-3-2006 ένορκη εξέταση της κατέθεσε ότι, δεν ενθυμείται που και πως της έδωσε ο αδελφός της το ποσό αυτό των 70.000 ευρώ. Ακόμη, εάν το ποσό των 50.000 ευρώ ανήκε πράγματι στην Δ, τότε συνδικαιούχος αυτού θα ήταν ο σύζυγος της Υ.
3] Κατόπιν των παραπάνω συνάγεται ότι, κατά την περίοδο αυτή που, έγινε η κατάθεση των 150.000 ευρώ στην Τράπεζα Κύπρου, ο κατηγορούμενος Χ2, υπηρετούσε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Τμήμα Εμπορικού Δικαίου και ασκούσε τα καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών και του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαίτησε με την ιδιότητα του αυτή ως δώρο από άγνωστα πρόσωπα για να κριθούν ευνοϊκά υπέρ αυτών υποθέσεις των, που εκκρεμούσαν στα Τμήματα αυτά. Για ν' αποκρύψει δε και συγκαλύψει την αληθινή προέλευση του χρηματικού αυτού ποσού από την πράξη της δωροδοκίας δικαστή, δέχθηκε το ποσό αυτό, ύστερα και από δική του υπόδειξη, με κατάθεση από την αδελφή του Δ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου με δικαιούχους τον ίδιο και την αδελφή του.
4] Η κρίση αυτή ότι δηλαδή, το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, που κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου επ' ονόματι Δ και Χ2, καθώς και εκείνο των 10.844.906 δρχ., που κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της ΕΤΕ για την εξόφληση δανείου, προέρχεται από την παράνομη πράξη της δωροδοκίας δικαστή, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του κατηγορουμένου Χ2 και της συζύγου Χ3 των ετών 1996 έως 2005 δεν εμφανίζονται καταθέσεις ή κάποιοι τίτλοι, που να καθιστούν δικαιολογημένη την ύπαρξη των ως άνω ποσών, αφού, οι εισπραττόμενοι μηνιαίως από αυτούς μισθοί αναλίσκονταν κάθε μήνα στο σύνολο τους και οι εισπραχθείσες αναδρομικές μισθολογικές παροχές, είχαν αναλωθεί για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, καθώς και άλλων δαπανών.
Έτσι, ο κατηγορούμενος Χ2 επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην παράνομη δραστηριότητα του της δωροδοκίας δικαστή, με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, ως και δια μέσου του τραπεζικού συστήματος, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών.
5] Η κατηγορουμένη Χ3 ισχυρίζεται ότι, δεν είχε καμιά σχέση με τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου, του οποίου ως δικαιούχοι φέρονταν ο σύζυγος της Χ2 και η αδελφή του Δ, στον οποίο κατατέθηκε από την τελευταία στις 10-2-2003 το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε δεν είχε δικαιολογημένη πηγή, αφού, προέρχονταν από την παράνομη πράξη της δωροδοκίας δικαστή.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται πειστικός και τούτο γιατί, δεν ήταν συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε η κατηγορουμένη, όπως αγνοούσε την ύπαρξη του και ο σύζυγος της Δ, Υ, που και αυτός δεν ήταν συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού. Η κατηγορουμένη Χ3, όσα αναφέρει για τον λογαριασμό αυτό της Τράπεζας Κύπρου, έχει πληροφορηθεί μεταγενέστερα. Το ότι, η κατηγορουμένη Χ3, πράγματι αγνοούσε την ύπαρξη του λογαριασμού αυτού, μπορεί να συναχθεί από τον λόγο ότι, ούτε αυτή, αλλά και ούτε ο Υ ήσαν συνδικαιούχοι αυτού, αλλά και από το γεγονός ότι, τον λογαριασμό αυτό κίνησε αποκλειστικά η Δ και όσον αφορά αυτόν, στις καταθέσεις της δεν αναφέρεται καθόλου η Χ3, αλλά αποκλειστικά ο αδελφός της από τον οποίο παρελάμβανε και στον οποίο παρέδιδε τα χρήματα μετά την ανάληψη τους.
-Ε- ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΣΟΥ 140.000.000 ΔΡΧ. ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ
-α-1] Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένη Μιχαλόπουλου αγόρασαν μια αυτοτελή διώροφη κατοικία-μαιζονέτα με υπόγειο, ισόγειο και α' όροφο, συνολικής επιφανείας 213,96 τ.μ., επί της οδού ... στο Δήμο ..., αντικειμενικής αξίας 66.065.726 δρχ. και όπως ορίστηκε στο συμβόλαιο, το υπόλοιπο ποσό των 65.000.000 δρχ., οι αγοραστές υποσχέθηκαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στον εργολήπτη με δάνειο, που θα χορηγηθεί σ' αυτούς από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει της αγοράς αυτής δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ... και ... διαδοχικών συμβάσεων δανείου, που συνήφθησαν μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, αφενός, ως δανείστριας και των κατηγορουμένων, αφετέρου, ως δανειοληπτών, δανειοδοτήθηκαν από την Τράπεζα αυτή με τα ποσά των 65.000.000 δρχ., 65.000.000 δρχ. και 10.000.000 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων δανείων, το πρώτο απ' αυτά, θα χρησιμοποιείτο από τους δανειολήπτες για αγορά της ως άνω ενιαίας αυτοτελούς διώροφης κατοικίας, το δεύτερο δάνειο ποσού 65.000.000 δρχ. για την επισκευή και την βελτίωση του ίδιου ακινήτου και το τρίτο δάνειο, ποσού 10.000.000 δρχ. για την επισκευή και βελτίωση άλλου ακινήτου των επί της οδού ... αριθμ. ... στο Δήμο ... . Συμφωνήθηκε για όλα τα παραπάνω δάνεια να εξοφληθούν με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας με την καταβολή 240 συνεχών ίσων μηνιαίων δόσεων μέσα σε προθεσμία 20 ετών.
2] Το πραγματικό τίμημα, το οποίο κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι στον εργολήπτη Χ4 δεν είναι εκείνο, που αναφέρεται στο συμβόλαιο, αλλά ανέρχεται σε πολύ μεγαλύτερο ποσό, όπως τούτο προκύπτει από τα εξής: Ο Φ είχε αγοράσει σε προγενέστερο χρόνο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Παντελή Δημητρίου διπλανή προς εκείνη των κατηγορουμένων σχεδόν όμοια κατοικία, από τον ίδιο εργολήπτη και τους ίδιους οικοπεδούχους, για την οποία αυτός κατέθεσε ότι, του στοίχισε 128.000.000-130.000.000 δρχ. Στο συμβόλαιο πωλήσεως του ακινήτου αυτού αναγράφεται ως τίμημα το ποσό των 77.138.522 δρχ. και ως αντικειμενική αξία επίσης το ποσό των 77.138.522 δρχ. Το ακίνητο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, αγοράστηκε ημιτελές, αφού, υπολείπονταν μόνο περιορισμένης έκτασης εργασίες αποπερατώσεως του. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι, η οικογένεια των κατηγορουμένων κατοίκησε στο διαμέρισμα αυτό λίγο χρόνο μετά την αγορά του, καθώς και ακόμη από την όλη μελέτη του συμβολαίου, στο οποίο αναγράφεται ότι, η πολυόροφη οικοδομή ευρίσκεται στο στάδιο των εργασιών αποπερατώσεως και σ' αυτό ορίστηκε ότι, η εκτέλεση των εργασιών που υπολείπονται έως την αποπεράτωση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων θα γίνει με επιμέλεια, δαπάνες και φροντίδα του εργολήπτη. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι, το συνολικό ποσό των δανείων διατέθηκε για την αγορά του ευρισκομένου στην ... ακινήτου. Τούτο, συνάγεται και από το απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης Χ3, στην αρχή του οποίου αναφέρει ότι, το ακίνητο αυτό "... αγοράστηκε το 2001 από κοινού με τον σύζυγο μου με 3 δάνεια που λάβαμε ύψους 140.000.000 δρχ. ...".
3] Ο Χ2 ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό της συζύγου του Χ3, προέβη στην κατάθεση μετρητών α) στις 23-7-2002 συνολικού ποσού 130.000 ευρώ, από το οποίο: αα) το μεν ποσό των 30.000 ευρώ διατέθηκε για την ολική προεξόφληση του λογαριασμού ... που αφορούσε τη δανειακή σύμβαση ..., για 10.000.000 δραχμές (τρίτο από τα ως άνω δάνεια ) και ββ) το δε ποσό 100.000 ευρώ διατέθηκε για την μερική προεξόφληση του λογαριασμού ... που αφορούσε τη δανειακή σύμβαση ... για 65.000.000 δραχμές ή 190.000 ευρώ (δεύτερο από τα ως άνω δάνεια), απομείναντος μετά την ως άνω καταβολή υπολοίπου ποσού του εν λόγω δανείου, ύψους 85.294,68 ευρώ, το οποίο, μετά την παραπάνω μερική προεξόφληση αναπροσαρμόστηκε και δημιουργήθηκε ο δανειακός λογαριασμός ... και β) στις 27-9-2002 οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν σε μετρητά συνολικό ποσό 85.431,09 ευρώ, το οποίο διατέθηκε για την ολική προεξόφληση και του τελευταίου αυτού δανειακού λογαριασμού. Τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν από την Χ3.
-β- Η συνολική αυτή κατάθεση των 215.431,09 ευρώ έγινε μέσα σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα από την λήψη των δανείων, λαμβανομένου μάλιστα προς τούτο υπόψη του ότι, είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν μέσα σε προθεσμία είκοσι ετών σε 240 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα εξόφληση του δανείου φανερώνει ότι, το ποσό της εξόφλησης είναι προϊόν δωροδοκίας δικαστή, με άγνωστους δωροδότες για την ευνοϊκή κρίση των υποθέσεων τους και η εξόφληση των δανείων συνολικού ύψους 140.000.000 δρχ. έγινε προκειμένου να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση των χρημάτων αυτών και παράλληλα την προσπόριση περιουσιακού οφέλους από την απαλλαγή της καταβολής του δανείου αυτού. Τούτο προκύπτει από το ότι, η κτήση των ποσών αυτών δεν δικαιολογείται από νόμιμες πηγές εσόδων των κατηγορουμένων, αφού στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ λήψεως των προεξοφληθέντων δανείων και προεξοφλήσεως των ποσών αυτών, οι τακτικές και αναδρομικές αποδοχές των κατηγορουμένων και δη των ετών 2001 και 2002 ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο υπολειπόταν κατά πολύ του ως άνω κατατεθέντος συνολικού ποσού των 215.431, 09 ευρώ και προφανώς είχε αναλωθεί για οικογενειακές ή άλλες ανάγκες τους, αφού στις μέχρι τότε και από το έτος 1996 δηλώσεις περιουσιακών των στοιχείων, δεν είχαν δηλωθεί καταθέσεις ή κατοχή κάποιου τίτλου ή άλλες συναλλαγές από τις οποίες μπορούσαν να προέλθουν, ούτε άλλωστε προέκυψε ότι εκταμιεύθηκαν από κάποιο λογαριασμό των ως άνω δανειοληπτών ή ότι ήταν προϊόν ρευοτοποιήσεως κατεχομένων απ' αυτούς τίτλων.
-γ- 1] Η κατηγορουμένη Χ3 ενώ στην αρχή του υπομνήματος της αναφέρει το αληθινό γεγονός ότι, το ακίνητο αγοράστηκε με τρία δάνεια, που έλαβαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, συνολικού ποσού 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια ακολουθεί και αυτή στους ισχυρισμούς, που διατείνεται ο σύζυγος της Χ2, προκειμένου να δικαιολογηθεί η διάθεση του συνολικού ποσού των 215.431,09 ευρώ, ήτοι: Η προεξόφληση των ως άνω δανείων έγινε κατά κύριο λόγο από επιστραφέν σ' αυτούς τίμημα, ύψους 57.000.000 δραχμών ή 168.000 ευρώ, το οποίο η ίδια και ο σύζυγος της είχαν προκαταβάλει στον κατασκευαστή του επί της οδού ... αριθμ. ... ακινήτου τους, Χ4, μαζί με το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς της τελευταίας αυτής κατοικίας, για την αγορά, από τα σχέδια μιας μικρής κατοικίας από το συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη συνοικία "..." ή "..." της πόλης ..., που του ανήκε και το οποίο, λόγω ματαίωσης της αγοράς αυτής, ενόψει αναστολής εκδόσεως των οικοδομικών αδειών, τους επιστράφηκε σε δύο δόσεις, ποσού 88.000 και 80.000 ευρώ, αντίστοιχα, τον Ιούλιο και το Σεπτέμβριο του 2002, αντίστοιχα, ενώ τέλος, προκειμένου να δικαιολογήσει την κτήση του προκαταβληθέντος και επιστραφέντος τιμήματος, ισχυρίστηκε, ότι το προκαταβληθέν τίμημα της ως άνω εξοχικής κατοικίας, όπως και το πραγματικό τίμημα της ως άνω μαιζονέτας, που ανήλθε στο ποσό των 85.000.000 δρχ., το οποίο υπολείπεται της αγοραίας αξίας του, ανερχομένης στο ποσό των 105.000.000 (151 τ.μ. Χ 700.000 δρχ/τ.μ.), ενόψει του ότι αγοράστηκε ημιτελής και αποπερατώθηκε με αυτεπιστασία του συζύγου της, δαπανηθέντος για το σκοπό αυτό επί πλέον ποσού 8.000.000 δραχμών, καταβλήθηκε στον προαναφερόμενο πωλητή των ως άνω ακινήτων, από το σύνολο των ως άνω δανείων που έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα, ύψους 140.000.000 δραχμών.
2] Οι ισχυρισμοί αυτοί της κατηγορουμένης Χ3 και του συζύγου της Χ2, καθόσον αναφέρονται στη σύναψη άτυπης πώληση της ως άνω εξοχικής κατοικίας στη ..., δεν κρίνονται πειστικοί, αν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος αρχιτέκτονος Ω, που είχε αναλάβει την εκπόνηση μελέτης, για την κατασκευή του συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών στη ..., οι εν λόγω εξοχικές κατοικίες, όπως της είχαν αναφέρει ο κατασκευαστής Χ4 και η σύζυγος του ΑΑ προορίζονταν για τα παιδιά τους και τον εαυτό τους και η αναστολή των οικοδομικών αδειών επήλθε στις 13-1-2003, ήτοι, μετά την επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους ματαίωση, για το λόγο αυτό (αναστολή οικοδομικών αδειών στη ...), της συμφωνηθείσας άτυπης πώλησης και την επιστροφή του προκαταβληθέντος τιμήματος. Επίσης, οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν κρίνονται πειστικοί και καθόσον αναφέρονται στο πραγματικό τίμημα της πωλήσεως της ευρισκόμενης στην οδό ... αριθμ. ... μαιζονέτας επιφάνειας κυρίων χώρων 151 τ.μ. και συνολικής επιφάνειας με το υπόγειο και τη σοφίτα 213,96 τ.μ. το οποίο υποβιβάζουν σε ποσό 85.000.000 δραχμών, κατά πολύ κατώτερο της αγοραίας αξίας του, που κατά τον κρίσιμο χρόνο (2001) ανερχόταν στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, αφού όπως έχει προεκτεθεί, ο εξετασθείς μάρτυρας Φ, ο οποίος αγόρασε από τον ίδιο κατασκευαστή σε προγενέστερο χρόνο τη διπλανή προς αυτήν, σχεδόν όμοια κατοικία, επιφάνειας (των κυρίων χώρων) 149 τ.μ., κατέθεσε ότι του στοίχισε 128.000.000 έως 130.000.000 δραχμές περίπου, το ως άνω ακίνητο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αγοράστηκε ημιτελές, αφού υπολείπονταν μόνο περιορισμένης έκτασης εργασίες αποπερατώσεώς του, οι οποίες κατά το συνήθως συμβαίνον έχουν σχέσεις με τις προσωπικές επιλογές των αγοραστών (τοποθέτηση πλακιδίων λουτρού, ντουλαπιών κουζίνας, επτά εσωτερικών πορτών, ξύλινου δαπέδου σε ορισμένους χώρους του), στο δε σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο φέρεται ως αποπερατωμένο, όπως τούτο συνάγεται, άλλωστε και από το γεγονός ότι η οικογένεια των κατηγορουμένων κατοίκησε στο διαμέρισμα αυτό λίγο χρόνο μετά την αγορά του και οι δανειολήπτες αγοραστές δεν αρκέστηκαν στη λήψη ισόποσου προς το επικαλούμενο τίμημα της ως άνω πωλήσεως αλλά, προέβησαν στη λήψη τριών δανείων συνολικού ποσού 140.000.000, ακόμη προς αντίκρουση των ανωτέρω πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, ο Χ4, ήταν έμπορος, κατασκευαστής κατοικιών, ανέμενε κέρδος από την πώληση των διαμερισμάτων και δεν ήταν δυνατόν να πωλήσει σχεδόν αποπερατωθείσα κατοικία στους κατηγορουμένους στην υπ' αυτών αναφερομένη τιμή, όταν όπως προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα.
3] Οι Χ2 και Χ3 στις 10-3-2006 και 21-3-2006 εμφανίστηκαν ενώπιον του τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ζήτησαν αντίγραφα της δικογραφίας και προθεσμία, προκειμένου να μελετήσουν την δικογραφία και παράσχουν τις εξηγήσεις των, δόθηκαν σ' αυτούς αντίγραφα και προθεσμία για την 27-3-2006. Ο Χ2 κατά την από 27-3-2006 ανωμοτί εξέταση του, στην οποία αναφέρθηκε στην απολογία του, ισχυρίστηκε τα προαναφερθέντα περί συμφωνίας με τον Χ4 για προαγορά της μαιζονέτας στη ... και για την αιτία αυτή καταβολή μέρους του δανείου, ποσού 57.000.000 δρχ., το οποίο λόγω ματαιώσεως της αγοράς επεστράφη σ' αυτόν από τον εργολάβο Χ4 σε δύο δόσεις των 88.000 και 80.000 ευρώ τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο μήνα του 2002. τον ισχυρισμό αυτό επανέλαβε τόσο στις έγγραφες εξηγήσεις του, όσο και στο απολογητικό υπόμνημα του. Μετά την περάτωση της ανωμοτί εξετάσεως των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 και αφού ήδη οι κατηγορούμενοι είχαν πάρει αντίγραφα και είχαν ετοιμάσει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των, κατέθεσε ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο Χ4, με τον οποίο οι κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις.
4] Ο Χ4, κατόπιν προτροπών του Χ2 και λόγω της φιλίας του μ' αυτόν στις 11-4-2006, εξετάστηκε ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ενεργούσε προκαταρκτική εξέταση και κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, που είναι σύμφωνα με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ήτοι: α) Η μαιζονέτα, που βρίσκεται στην πολυκατοικία της οδού ... στην ... και είχε περιέλθει σε αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, πωλήθηκε στο ζεύγος Χ2 και Χ3 το Φεβρουάριο του 2001 αντί τιμήματος 80.000.000 έως 90.000.000 δραχμών "... το τίμημα που εισέπραξα εγώ πρέπει να ανήλθε από 80 μέχρι 90.000.000 δρχ., β) Μαζί με την πώληση της προαναφερθείσας μαιζονέτας της οδού Αιγίνης 8α συμφωνήθηκε τον Φεβρουάριο του έτους 2001 και η προπώληση από αυτόν σε εκείνους, από τα σχέδια, μιας κατοικίας από το συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη συνοικία "..." ή "..." της πόλης ..., αντί τιμήματος 60.000.000 δραχμών, γ) Χάριν καταβολής του τιμήματος αμφοτέρων των ακινήτων εγχειρίσθηκαν σε αυτόν από τους αγοραστές δύο επιταγές συνολικού ύψους αξίας 140.000.000 δραχμών "... Μαζί με την πώληση της προαναφερομένης κατοικίας επί της οδού ..., συνεφωνήθη και η προπώλησις από τα σχέδια μια από τις κατοικίες του συγκροτήματος της ... . Τον Φεβρουάριο του 2001 έγινε η συμφωνία αυτή. Η συμφωνία πέραν της τιμής της κατοικίας περιελάμβανε περίπου 60.000.000 δρχ. για την κατοικία της ... ... σας καταθέτω και πάλι ότι η αξία της κατοικίας μαιζονέτας επί της οδού ..., την οποία πώλησα στον Χ2 και την Χ3, ανέρχεται στο ποσό των 80 με 90.000.000 δρχ. Δηλαδή από τον κ. Χ2 και την κ. Χ3 εισέπραξα συνολικά το ποσό των 140.000.000 δρχ. περίπου. Το ποσό αυτό το εισέπραξα με την σύνταξη του συμβολαίου πώλησης και πρέπει να έγινε αυτό τον Φεβρουάριο του 2001 το ποσό αυτό το εισέπραξα με δύο επιταγές ..." και δ) ότι το ποσό των 60.000.000 δραχμών που είχε δήθεν καταβληθεί ως τίμημα αγοραπωλησίας της εξοχικής κατοικίας της ... επιστράφηκε από αυτόν στο ζεύγος Χ2 και Χ3, σε δύο ισόποσες δόσεις τον Μάϊο και τον Ιούνιο του έτους 2002, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας, οφειλομένης σε χρονοτριβή ολοκληρώσεως της τεχνικής μελέτης, έκδοσης της σχετικής άδειας και έναρξης της κατασκευής. Πλην όμως τα παραπάνω κατατεθέντα δεν συμφωνούν προς την αντικειμενική πραγματικότητα και κατατέθηκαν από αυτόν εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον το μεν τίμημα της μαιζονέτας της οδού ... στην ... ανήλθε τουλάχιστον στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, ενώ ουδεμία συμφωνία προπωλήσεως εξοχικής κατοικίας στη Νήσο ... πραγματοποιήθηκε και ουδέν τίμημα αφορών τέτοια αγοραπωλησία καταβλήθηκε, πολύ δε περισσότερο ουδέν ποσόν επεστράφη από αυτόν στο ζεύγος Χ2 και Χ3 και το προβαλλόμενο ως δοθέν δια των ως άνω επιταγών χρηματικό ποσό των 140.000.000 δραχμών αποτελεί αποκλειστικώς και μόνο το τίμημα της αγοράς από τους τελευταίους της κατοικίας της οδού ... στην ..., όπως επ' αυτού αναλυτικά έχουμε εκθέσει παραπάνω. Για να προκύψει δε ο ισχυρισμός αυτός περί προαγοράς της μαιζονέτας στη Μύκονο και καταβολής στον Χ4 από τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3 του ποσού των 57.000.000 δρχ., προσκομίστηκε το από 24-4-2001 ιδωτικό συμφωνητικό. Επί της καταθέσεως αυτής του Χ4 και του ιδιωτικού συμφωνητικού πρέπει να λεχθούν ακόμη και τα ακόλουθα: Το ιδιωτικό συμφωνητικό που, δεν έχει βεβαία χρονολογία, έχει και αντίφαση μ' όσα ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι και κατέθεσε ο ως άνω, αφού, σ' αυτό γίνεται αναφορά ότι, η εν λόγω ιδιοκτησία θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2002, ενώ ο Χ4 και ΑΑ υπέβαλαν αίτηση για έκδοση οικοδομικής άδειας στην Δ/νση Πολεοδομίας Κυκλάδων στις 31-7-2002 και η έκδοση οικοδομικών αδειών στη ... ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 843/13-1-03 [ΦΕΚ 11Δ16/1-03] Υπουργική Απόφαση. Πέραν των προαναφερθέντων περί καταθέσεως εκ μέρους του Χ4 των άνω γεγονότων που, ήσαν ψευδή, από τις ανωτέρω επισημάνσεις προκύπτει ακόμη ότι, το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συντάχθηκε και υπογράφτηκε από τους κατηγορουμένους, αφού είχαν πάρει αντίγραφα της δικογραφίας προς ενίσχυση του ισχυρισμού των και το περιεχόμενο του είναι σύμφωνο με τις γενόμενες εκ μέρους των κατηγορουμένων καταθέσεις μετρητών χρημάτων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στις 23-7-2002 η πρώτη και 27-9-2002 η δεύτερη, ενώ η ματαίωση της συμφωνίας είναι αντίθετη με την χρονολογία υποβολής για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την αναστολή χορήγησης της. Τέλος, τα όσα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι και κατέθεσε ο Χ4 περί επιστροφής σ' αυτούς μετρητών χρημάτων 88.000 και 80.000 ευρώ αντίστοιχα, που φύλασσε μετρητά στο σπίτι του, είναι αντίθετα με την συνήθη τακτική των επιχειρηματιών. Ο Χ4 κατέθεσε ότι επέστρεψε μετρητά χρήματα γιατί, δεν μπορούσε να γίνει πιστευτό ότι, τα χρήματα αυτά είχε αναλάβει λίγο πριν την επιστροφή των από κάποια Τράπεζα και τούτο για να δικαιολογήσει την εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του εξόφληση των δανείων με χρήματα που, έχουν νόμιμη αιτία προέλευσης των.
Την ως άνω ψευδή κατάθεση του έδωσε ο κατηγορούμενος προκειμένου να παράσχει στους κατηγορουμένους τη δυνατότητα αφενός να δικαιολογήσουν την πηγή των χρημάτων για την εξόφληση των δανείων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου να δικαιολογήσει την επιτρέπουσα την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος πηγή εσόδων τους και να ματαιώσει την δίωξη αυτών για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
-δ-1] Η κατηγορουμένη Χ3 με το απολογητικό της υπόμνημα ισχυρίζεται ότι, δεν τηρούσε προσωπικούς λογαριασμούς. Κατά την απολογία της ενώπιον του Ανακριτή αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της από 28-3-2006 ανωμοτί εξέτασης της ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και στις έγγραφες εξηγήσεις της. Η ως άνω, στην ανωμοτί εξέταση της ανέφερε ότι, τα χρήματα που έπαιρνε από το μισθό της, τα μετέφερε στο σπίτι της για τις οικογενειακές ανάγκες και ότι, όλα τα οικονομικά θέματα της οικογένειας τα φρόντιζε ο σύζυγος της, ο οποίος είχε την οικονομική διαχείριση αποκλειστικά και σε σχέση με τα οικονομικά, δεν γνώριζε πολλά πράγματα. Ειδικότερα σε ερώτηση, που της υποβλήθηκε, ως προς τον χρόνο και τρόπο επιστροφής των χρημάτων εκ μέρους του Χ4, επεσήμανε ότι, σε σχέση με τα οικονομικά δεν γνωρίζει πολλά πράγματα, αφού αυτά τα χειρίζεται ο σύζυγος της.
2] Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της κατηγορουμένης κρίνονται πειστικοί και είναι σύμφωνοι με την επιδειχθείσα συμπεριφορά τόσο από την ίδια, όσο και από τον συγκατηγορούμενο σύζυγο της Χ2. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη το έτος 2004 αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα το επί της οδού ... αριθμ. ... διαμέρισμα στο ... . Στην περίπτωση αυτή, που έγινε αποκλειστικά κυρία του διαμερίσματος και ανέλαβε προσωπικά το βάρος εξοφλήσεως του, χωρίς να παρεμβληθεί ο σύζυγος της είτε στην αγορά, είτε στην εξόφληση του, συνήψε ισόποσο δάνειο με την Τράπεζα NOVA BANK, το οποίο εξυπηρετείται κανονικά κάθε μήνα. Η συμπεριφορά της αυτή είναι τελείως αντίθετη με την τακτική, που, ακολούθησε ο σύζυγος της Χ2 τόσο στην αγορά του ακινήτου της ..., όσο και στην αγορά και στην εξόφληση της μαιζονέτας επί της οδού ... αριθμ. ... στο Δήμο ... . Ο ανωτέρω για ν' αποφύγει την αποκάλυψη της εγκληματικής του δράσης και να πετύχει την απόκρυψη της αληθινής προέλευσης των από δωροδοκία δικαστή προερχομένων χρημάτων, χρησιμοποίησε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα για την αγορά και εξόφληση του τιμήματος του ακινήτου της ... μετά του υπάρχοντος σ' αυτό κτίσματος, τον στενό του φίλο Χ1 και για να μπορέσει να εισπράξει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανέθεσε την όλη διαδικασία στην αδελφή του Δ, ανοίγοντας μ' αυτήν τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου. Στην περίπτωση αυτή ο λογαριασμός κρατήθηκε μυστικός τόσο από τον σύζυγο της Δ, Υ, όσο και από τη σύζυγο του Χ3 και τούτο προφανώς για ν' αποφύγουν απ' αυτούς τον έλεγχο περί της προέλευσης των χρημάτων αυτών. Ο κατηγορούμενος Χ2 στις 23-7-2002 κατέθεσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 130.000 ευρώ και τακτοποίησε τις δανειακές συμβάσεις με την δημιουργία για το εναπομείναν υπόλοιπο των 85.294,68 ευρώ του υπ' αριθμ. ... δανειακού λογαριασμού. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου να τακτοποιήσει τις δανειακές συμβάσεις, φανερώνει και την υπ' αυτού αποκλειστική οικονομική διαχείριση. Περαιτέρω, για την ολοσχερή εξόφληση του δανείου χρησιμοποίησε και στην περίπτωση αυτή τρίτο πρόσωπο, την σύζυγο του Χ3, με την εκ μέρους της κατηγορουμένης παράδοση του ποσού των 85.431,09 ευρώ, στον υπάλληλο της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος ΒΒ.
3] Η κατηγορουμένη Χ3, που, κατά τον προαναφερόμενο βάσιμο ισχυρισμό της, όλα τα οικονομικά θέματα της οικογένειας φρόντιζε ο σύζυγος της Χ2 και ήταν αυτός που είχε αποκλειστικά την διαχείρηση και κανόνιζε πόσα χρήματα έπαιρνε και πόσα χρήματα έδινε είτε για το σπίτι, είτε για φίλους στενούς της οικογένειας, όταν στις 27-3-2006 εξετάστηκε ανωμοτί ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προέβαλε τους ίδιους με το σύζυγο της ισχυρισμούς περί προαγοράς της μαιζονέτας στη Μύκονο, την ματαίωση της συμφωνίας αυτής και την επιστροφή του δοθέντος τιμήματος από τον Χ4, ισχυρισμούς που επανέλαβε τόσο στις έγγραφες εξηγήσεις της, όσο και στο απολογητικό υπόμνημα της. Οι ισχυρισμοί αυτοί της κατηγορουμένης, στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Ειδικότερα, το ανακριβές κατά περιεχόμενο και χρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό και η ανακριβής κατά περιεχόμενο από 23-7-2002 απόδειξη εξόφλησης, προτάθηκαν από την ίδια και κατατέθηκαν ενόρκως από τον Χ4, αφού ήδη είχαν λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου Χ2για πληρέστερη υποστήριξη των θέσεων τους. Οι ίδιοι ως άνω, ισχυρισμοί της κατηγορουμένης προτάθηκαν καθ' υπόδειξη του συζύγου της, όπως καθ' υπόδειξη του ίδιου προτάθηκε και ο επίσης αβάσιμος ισχυρισμός αυτής περί της φυλάξεως χρημάτων για πολλά χρόνια από τους γονείς του συζύγου της, μέρος των οποίων ήσαν τα χρήματα του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου, όταν μάλιστα, όπως προέκυψε από την ανάκριση, εκείνη αγνοούσε και αυτήν την ύπαρξη του.
-ΣΤ- Μετά απ' όλα όσα έχουν προεκτεθεί στα προηγούμενα κεφάλαια, που αφορούν την νομιμοποίηση εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα της δωροδοκίας δικαστή προκύπτουν τα εξής:
1] Ο κατηγορούμενος Χ2 κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1996 μέχρι και τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003 ως Εισηγητής Πτωχεύσεων, Μονομελής Δικαστής και Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, είχε απαιτήσει χρηματικά ποσά, ως δώρα, από τους εκτιμητές της πτωχής "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." για να καθορίσει σ' αυτούς υψηλές αμοιβές, καθώς και από διαδίκους των οποίων εκκρεμούσαν υποθέσεις είτε ενώπιον των Τμημάτων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία ασκούσε τα καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών, είτε αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στο οποίο ως Μονομελής Δικαστής εκδίκαζε αυτές, ζήτησε και έλαβε τα χρηματικά ποσά, που ειδικότερα στα προηγούμενα κεφάλαια αναφέρονται, με σκοπό να κριθούν ευνοϊκώς υπέρ αυτών οι υποθέσεις των. Ακολούθως ο κατηγορούμενος Χ2, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, προκειμένου ν' αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην δραστηριότητα του αυτή, της δωροδοκίας δικαστή, επανειλημμένως και για μεγάλο χρονικό διάστημα προέβη στις αναφερόμενες στα προηγούμενα κεφάλαια, στις αγορές ακινήτων, στην ανέγερση κτισμάτων, στην καταβολή χρηματικών ποσών από τρίτους. Ο κατηγορούμενος δωροδοκήθηκε επανειλημμένως βάσει σχεδίου με την επιλογή ιδιαιτέρων μέσων και τρόπων για την τέλεση τους, προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκώς τις υποθέσεις, που χειριζόταν. Η κοινή δε και προσυμφωνημένη δράση δωροδοκούντων και δωροδοκουμένου συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην εκ μέρους των πρώτων κατάθεση του κάθε φορά συμφωνημένου ποσού στον ίδιο ή σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτού μετά της συζύγου του ή αυτού και της αδελφής του και έτσι μπόρεσε να πετύχει την απόκρυψη του εγκληματικού προϊόντος της δωροδοκίας δικαστή, με τρόπο έντεχνο κατά περίπτωση, υπεσχημένων, απαιτηθέντων, καταβληθέντων και αποδεκτών γενομένων χρημάτων πίσω από το τραπεζικό απόρρητο. Η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως αυτής, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της και για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και από την υποδομή, που είχε διαμορφώσει με την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της και τούτο με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Στην υποδομή του ανάγεται η επιλογή τρίτων προσώπων μεταξύ των οποίων είναι: Ο Χ1, του οποίου την φιλία απέκρυψε κατά τον προσδιορισμό της ημερήσιας αμοιβής του εκτιμητή Α και δια μέσου του οποίου εισέπραξε το ποσό των 24.252.580 δρχ. και ακολούθως τον βοήθησε στην απόκτηση του ακινήτου κτήματος με το κτίσμα στην ... . Η αδελφή του κατηγορουμένου Δ, με την οποία είχε τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, όπου είχαν κατατεθεί συνολικά 150.000 ευρώ, τα οποία στη συνέχεια η Δ απέδωσε στον κατηγορούμενο. Η σύναψη με την Αγροτική Τράπεζα των προαναφερθέντων τριών συμβάσεων δανείου, ύψους 65.000.000, δρχ., 65.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ., για την αγορά του επί της οδού ... αριθμ. ... διαμερίσματος, του πρώτου, επισκευή και βελτίωση του διαμερίσματος αυτού, του δευτέρου και επισκευή και βελτίωση άλλου διαμερίσματος του τρίτου δανείου. Και η μετά από αυτά σε σύντομο χρονικό διάστημα εξόφληση των, ώστε και στην περίπτωση αυτή να καταστεί δυσχερής η ανακάλυψη της εγκληματικής δράσης του. Εν κατακλείδι, ο κατηγορούμενος, πέραν της επανειλημμένης τέλεσης που μαρτυρεί πρόθεση πορισμού εισοδήματος είχε δημιουργήσει σχέδιο και υποδομή [επιλογή των τρίτων προσώπων, η σύναψη δανείων και η εν συνεχεία εξόφληση των] αλλά και οργανωμένη ετοιμότητα, που περιελάμβανε μέσα, μεθόδους και τεχνάσματα ικανά να αποκρύψουν και να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των προαναφερομένων ποσών, που τα έθεσε σε εφαρμογή προς τούτο την κατάλληλη στιγμή, για να εμφανίσει ως νόμιμα τα ποσά που απέκτησε από τις ως άνω εγκληματικές δραστηριότητες.
2] Ο Χ1 βοήθησε άμεσα τον Χ2 στην υπ' αυτού τελεσθείσα πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα της δωροδοκίας δικαστή. Συγκεκριμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέδωσε στο Χ2 το ποσό των 24.252.850 δρχ., που έλαβε από τον Α, ως δώρο για τον καθορισμό πολλαπλάσιας της κανονικής του αμοιβής για ημερήσια αποζημίωση κατά την εκτίμηση περιουσιακών στοιχείων της πτωχής "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.". Την πράξη του αυτή ενήργησε κατ' επάγγελμα, όπως τούτο προκύπτει από την κατά μεγάλο χρονικό διάσημα που, ο ανωτέρω, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, προερχομένου από τον καθορισμό πολλαπλασίων των κανονικών αμοιβών στις ημερήσιες αποζημιώσεις κατά την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της [ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.], βοήθησε το Χ2 στην επιδίωξη του να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του, που, μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και η φερομένη ως εξ ολοκλήρου αγορά την 14-2-1997 αγροτεμαχίου επιφανείας 1.533 τ.μ. μετά του σ' αυτό κτίσματος [αχυροκαλύβας], επιφανείας 119 τ.μ., ενώ το μισό τίμημα προέρχονταν από χρήματα που, είχε παραδώσει, ως δώρο, στον συγκατηγορούμενο του Χ2. Το μισό δε ακίνητο, ο ως άνω μεταβίβασε μετά από αρκετό χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στις 3-8-1999 με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Ασπασίας Καλπύρη και τούτο για να πετύχει ο Χ2 την απόκρυψη των χρημάτων, με τα οποία απόκτησε το εν λόγω ακίνητο.
-Ζ- Νομιμοποίηση ποσού 44.000 ευρώ από δωροδοκία-Καταγγελία ΓΓ περί νομιμοποίησης από δωροδοκία της "ΒΕΝΕΤΗΣ Α.Ε."
-α-Ο κατηγορούμενος Χ2 στις 31-7-1996 αγόρασε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας AUDI αντί του ποσού των 10.000.000 δρχ. Από το τίμημα αυτό, ποσό 3.500.000 δρχ. προέρχεται από απάτη, τελεσθείσα σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΣΤΙΑ", για το υπόλοιπο όμως ποσό των 6.500.000 δρχ. δεν προκύπτει ότι, προέρχεται από την εγκληματική πράξη της δωροδοκίας δικαστή, αλλά, όπως ισχυρίζεται, αυτό καταβλήθη από το οικογενειακό εισόδημα του κατηγορουμένου. Το ίδιο ισχύει και για την αγορά στις 25-9-1998 του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, μάρκας Chrysler, τύπου Grand Cherokee Jeep αντί τιμήματος 10.800.000 δρχ., εκ των οποίων το ποσόν των 8.300.000 δρχ., προέρχεται από την εκποίηση του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και το υπόλοιπο ποσό των 2.500.000 δρχ. από οικογενειακά του εισοδήματα. Μετά το προαναφερθέν οδικό τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 25-3-1999 κατά την οδήγηση του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στον ... Ποταμό [...] και την δήλωση του κατηγορουμένου στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" και την κατά τα προαναφερθέντα, με απάτη καταβληθέντα χρήματα ύψους 8.500.000 δρχ., ως ασφάλιστρα από το εν λόγω ατύχημα, ο κατηγορούμενος αγόρασε το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο μάρκας Chrysler, τύπου Grand Cherokee Jeep αντί τιμήματος 14.000.000 δρχ. Η διαφορά δε του τιμήματος των 5.500.000 δρχ. [αφαιρουμένης της υπό της ασφαλιστικής εταιρείας καταβολής των 8.500.000 δρχ.] δεν προκύπτει ότι προέρχεται από την εγκληματική πράξη της δωροδοκίας δικαστή, αλλά από κατεβλήθη από το σημαντικό οικογενειακό εισόδημα του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος Χ2 στις 14-3-2003 αντάλλαξε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., μάρκας Chrysler, τύπου Grand Cherokee Jeep αυτοκίνητο του με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., μάρκας Chrysler, τύπου Grand Cherokee, κυβισμού 4.700 κ.ε. αυτοκίνητο. Για την απόκτηση του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου επιβαρύνθηκε την διαφορά της αξίας του, ανερχομένης στο ποσό των 20.543 περίπου ευρώ. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι με πειστικότητα ότι, η διαφορά αυτή καλύφθηκε από το οικογενειακό του εισόδημα, που ήταν αρκετά σημαντικό και από παροχές μελών της οικογένειας του, καθώς και επιστροφή δοθέντος υπ' αυτού δανείου στον Σ.
-β-1] Ο ΓΓ είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Η εταιρεία αυτή και ο ΓΓ έχουν μακρά αντιδικία με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΕΝΕΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.". Μεταξύ των δικών είναι και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της "ΒΕΝΕΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." κατά 1] της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΕΝΕΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 2] ΓΓ. Η αίτηση αυτή είχε συνταχθεί από τον δικηγόρο ΔΔ και είχε προσδιορισθεί προς εκδίκαση την 14-5-2002 και μετά από αναβολές η αίτηση εκδικάστηκε στις 27-9-2002 από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Χ2, χωρίς να αντικαταστήσει άλλο δικαστή, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομισθέντα αντίγραφα των πινακίων. Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αυτής δεν παραστάθηκε ο συντάκτης του δικογράφου, δικηγόρος ΔΔ ή κάποιος συνεργάτης του, αλλά παραστάθηκαν οι δικηγόροι ..., ... και ΕΕ. Επί της παραστάσεως των ως άνω δικηγόρων, ο συντάκτης της αιτήσεως δικηγόρος ΔΔ κατέθεσε ότι, κατά τον χρόνο εκδικάσεως της αιτήσεως είχε διακοπεί η επαγγελματική του σχέση με την εταιρεία "ΒΕΝΕΤΗΣ Α.Ε.". Επί της αιτήσεως ο Χ2 εξέδωσε στις 21-11-2002 την υπ' αριθμ. 8343/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την αίτηση.
2] Μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 8343/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και άλλων που απέρριψαν σχετική αγωγή της "ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και αιτήσεις της, ο ΓΓ υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από Ιουνίου 2005 και 15-2-2006, καθώς και την από 16-10-2007 αναφορές του. Από την όλη μελέτη αυτών, πέραν των άλλων καταγγελιών του συνάγεται και καταγγελία του περί δωροδοκίας και συγκαλύψεως της από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Χ2 και συγκεκριμένα κατά την ημέρα που, αυτός εξέδωσε την υπ' αριθμ. 8343/21-11-2002 απόφαση, στην τελευταία δε αναφορά, συγκεκριμενοποίησε ότι, όπως τον πληροφόρησε ο ΖΖ, η δωροδοκία έγινε με επιταγές, που παρέδωσε αυτός, εκ των οποίων η μία ποσού 4.000.000 δρχ., καθώς και μετρητά χρήματα.
Ο Ειδικός Ανακριτής- Εφέτης ερεύνησε στο σύνολό των τις καταγγελίες αυτές του ΓΓ και από την ανάκριση προέκυψε ότι, δεν ήσαν αληθινές, όπως ειδικότερα εκθέτουμε παρακάτω.
3] Ο κατηγορούμενος Χ2 στις έγγραφες εξηγήσεις του, με πειστικότητα εκθέτει ότι, η αντιδικία των διαδίκων ήταν σφοδρή, η διαδικασία όμως στο ακροατήριο ήταν απολύτως ομαλή και ικανοποίησε άπαντες τους παρισταμένους, οι οποίοι δεν διατύπωσαν παράπονα. Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8343/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με πιθανολόγηση μετά από εξαντλητική ακροαματική διαδικασία και αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, ότι η καθής εταιρεία, που εκπροσωπούσε ο αναφέρων ΓΓ, χρησιμοποίησε αυθαίρετα, χωρίς την άδεια της δικαιούχου-αιτούσας, το σήμα αυτής "Φούρνος Βενέτης" σε άλλα προϊόντα από τα δικά της, προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα της επί του σήματος της και ότι, επειδή η συμπεριφορά της αυτή ήταν αντίθετη με τα χρηστά ήθη, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού και του Ν. 2239/94, γι' αυτό και έπρεπε η καθής να παύσει να χρησιμοποιεί το ανωτέρω σήμα με οποιονδήποτε τρόπο.
5] Από την ανάκριση προέκυψε ότι, η επιταγή, την οποία αναφέρει ο καταγγέλων ΓΓ, ως μέσον δωροδοκίας και νομιμοποίησης εγκληματικής δραστηριότητας, είναι η υπ' αριθμ. .... της EUROBANK, ποσού 11.738,81 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ΛΕ ΦΟΥΡ ΕΠΕ" και χρονολογία εκδόσεως την 20-12-2002. Το πρόσωπου, που αναφέρει ο ΓΓ ότι, τον πληροφόρησε είναι ο ΖΖ. Ο ως άνω ΖΖ ήταν διευθυντικό στέλεχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αντιδίκου του ΓΓ εταιρείας "ΒΕΝΕΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ". Ο ανωτέρω είναι ετερόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία ασχολείται με την εμπορία ειδών αρτοποιΐας και ζαχαροπλαστικής. Η εταιρεία αυτή, στην οποία ο ΖΖ είναι μέτοχος κατά ποσοστό 50%, έχει ποσοστό 51% της εταιρείας "ΛΕ ΦΟΥΡ ΕΠΕ", η οποία ασχολείται με το ίδιο αντικείμενο. Στην εταιρεία "ΛΕ ΦΟΥΡ ΕΠΕ" ο ΖΖ είναι συνδιαχειριστής με τον συμμέτοχο του ΗΗ. Η εταιρεία "ΛΕ ΦΟΥΡ ΕΠΕ" είναι εκδότρια της υπ' αριθμ. ... επιταγής της EUROBANK και η μία από τις υπογραφές είναι του ΖΖ, η άλλη υπογραφή είναι του συνδιαχειριστή αυτής ΗΗ. Η επιταγή αυτή, αφού οπισθογραφήθηκε παραδόθηκε στην αντίδικο του αναφέροντα εταιρεία "ΒΕΝΕΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", η οποία ήταν προμηθεύτρια της εκδότριας, και αφορούσε τίμημα έναντι πωλήσεως εμπορευμάτων από εκείνη. Η επιταγή εισπράχθηκε στις 20-12-2002 από τον ΘΘ, ο οποίος από το έτος 1983 είναι οδηγός του δικηγόρου ΕΕ, από το δικηγορικό γραφείου του οποίου παρεδόθη στον ως άνω προκειμένου να την εισπράξει. Ο ΕΕ εξεταζόμενος για την αιτία παραδόσεως σ' αυτόν της επιταγής κατέθεσε ότι, το ποσό που ενσωματώνεται στην επιταγή αυτή, υπήρξε αμοιβή του γραφείου του για νομικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει και θα προσέφερε στην εταιρεία "ΒΕΝΕΤΗΣ Α.Ε." σχετικά με την πολύπλοκη αντιδικία της με την εταιρεία "ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και προσκόμισε σχετικό πίνακα με αρκετές από τις δίκες που αφορούν την εν λόγω εταιρεία.
5] Ο ΕΕ κατέθεσε ότι, η μοναδική φορά, που εκδίκασε υπόθεση με τον Δικαστή Χ2 ήταν η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8343/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Προσωπικώς δεν τον γνωρίζει και δεν θυμάται αν ποτέ τον είχε συναντήσει άλλη φορά σε έδρα ποινικού ή αστικού δικαστηρίου. Ως προς τις καταγγελίες του ΓΓ και την εμμονή του ότι, ο ΖΖ γνωρίζει παράνομες ενέργειες από την πλευρά της "ΒΕΝΕΤΗΣ Α.Ε." για την έκδοση υπέρ αυτής ευνοϊκών αποφάσεων, ο ΖΖ ερμηνεύοντας αυτή την εμμονή του καταγγέλοντα, θεωρεί ότι, τούτο ανάγεται στην σκέψη του εξαιτίας των πολλών αντιδικιών, που είχε με την εταιρεία "ΒΕΝΕΤΗΣ Α.Ε." κατά την περίοδο 2002-2003, της οποίας ο εν λόγω μάρτυρας ήταν διευθυντικό στέλεχος και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και πολλές φορές είχε καταθέσει ως μάρτυρας αυτής. Η δε μητέρα του ΖΖ, ΚΚ, ιδρυτικό στέλεχος της επιχείρησης "ΒΕΝΕΤΗ" από το έτος 1976 κατέθεσε ότι, ουδέποτε συζήτησε με τον ΓΓ για στημένες δίκες ή για προσφορά χρημάτων σε δικαστές, ούτε σχολίασε την εκδοθείσα απόφαση κι' ακόμη ότι, ποτέ δεν έμαθε από τον γιό της περί τέτοιας προσφοράς.
6] Κατόπιν τούτων, επειδή δεν υπήρχαν καθόλου ενδείξεις σε βάρος του Χ2 για την ερευνωμένη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ο Επίκουρος Ανακριτής-Εφέτης εξέδωσε σε βάρος του κατηγορουμένου την υπ' αριθμ. πρωτ. 2458/5-12-2007 τυπική κλήση για την πράξη αυτή.
Η ενέργεια αυτή του Ανακριτή είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.1 του ΚΠΔ ως προς την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, το οποίο ορίζει ότι η απολογία του κατηγορουμένου είναι αναγκαία όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις. Αρκεί μόνο η κλήτευση του κατηγορουμένου για την απολογία όταν δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις και δεν απαιτείται ούτε κλήτευση του κατηγορουμένου όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις [βλ. Αθ. Κονταξή έκδοση 1985 σελ. 819]. Για την αντιμετώπιση της τελευταίας αυτής περιπτώσεως ο Άγγελος Μπουρόπουλος στη μονογραφή με θέμα "Η απολογία του κατηγορουμένου και η περάτωση της ανακρίσεως" ΠΧ Δ σελ. 209 σημ. 3, υποστηρίζει ότι, όταν από την ανάκριση δεν προέκυψε καμμία ένδειξη, είναι αυτονόητο ότι ο Ανακριτής δεν πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο για εξέταση και να τον υποβάλλει σε μάταιες ενοχλήσεις. Η τυπική κλήση η οποία και δεν επιδίδεται στον κατηγορούμενο εκφράζει απλώς την κρίση του ανακριτή για την καθολική ανυπαρξία ενδείξεων και δεν προβλέπεται από καμιά διάταξη του ΚΠΔ, γιατί είναι τύπος χωρίς αξία και δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό και ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να εκδοθεί αφού η εκτίμηση του ανακριτή για την καθολική ανυπαρξία ενδείξεων μπορεί να συναχθεί από τη μη έκδοση της [βλ. Πλ. Αθηνών 1223/74 ΠΧ ΚΔ σελ. 463, Πλ. Αθηνών 3626/68 ΠΧ ΙΘ σελ. 121].
Με τα παραπάνω δεδομένα και με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στο κεφάλαιο των πραγματικών περιστατικών:
ΠΡΩΤΟΝ Προέκυψαν ενδείξεις σε βάρος των πιο κάτω κατηγορουμένων για τις εξής πράξεις, που εκτενώς έχουν αναλυθεί παραπάνω, ήτοι: 1] Χ2 για: α] Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, πράξη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα [άρθρα 94,98 του Π.Κ. και άρθρο 1 παρ. 1α εδ. Ι δδ. και ΙΙ, 2 παρ. 1α, β και δ και 6 Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 Ν. 3424/2005], που αφορά: αα] Την αγορά των ακινήτων στην ... και την οικοδόμηση του κτίσματος, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Δα" της κατηγορίας.
ββ] Την καταβολή στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της ΕΤΕ ποσού 10844.906 δρχ., με την οποία εξοφλήθηκε ισόποσο δάνειο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Δβ" της κατηγορίας.
γγ] Την κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου των Χ2 και Δ του ποσού των 150.000 ευρώ. όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Δγ" της κατηγορίας.
δδ] Την κατάθεση μετρητών, ύψους 215.431,09 ευρώ στην ΑΤΕ και την μ' αυτή εξόφληση των δανείων, που είχαν χορηγηθεί σ' αυτόν και την σύζυγο του Χ3 με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... δανειακές συμβάσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "ΣΤ" της κατηγορίας.
εε] Την υπ' αυτού διάθεση του ασφαλίσματος, προερχομένου από την κακουργηματική πράξη της απάτης για την αγορά αυτοκινήτων, πράξη που φέρεται να τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20-5-1996 μέχρι 2-9-1999, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Γ" της κατηγορίας.
β] Απάτη κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, πράξη που φέρεται να τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20-5-1996 μέχρι 24-6-1999, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Α" της κατηγορίας.
γ] ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα [άρθρ. 46 παρ. 1α, 224 παρ. 2-1 Π.Κ.], όπως αναλυτικά αναφέρεται στο στοιχείο "Ζ" της κατηγορίας.
2] Χ1 για άμεση συνέργεια σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, πράξη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα [άρθ. 46 παρ. 1β Π.Κ. και άρθρο 1 παρ.1α εδ. Ι δδ. και ΙΙ, 2 παρ.1α, β και δ και 6 Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 Ν. 3424/2005], όπως αναλυτικά αναφέρεται στην κατηγορία".
Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ίδιες σκέψεις, δέχθηκε τα παρακάτω: "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική έρευνα και ειδικότερα από τις καταθέσεις μαρτύρων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκα συμπεριλαμβανομένων των υπομνημάτων και των απολογιών των κατηγορουμένων προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά στην Εισαγγελική πρόταση και στηρίζουν τους λόγους αυτής (πρότασης) γι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τις οριζόμενες στην πρόταση πράξεις και περί παραπομπής των για να δικασθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ως υπαίτιοι του ότι:
1) Χ2:
Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1996 μέχρι και του μηνός Απριλίου 2006, με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων του ενός εγκλημάτων που τιμωρούνται κατά νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Α] Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 24-6-1996 έως τις 24-6-1999, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της απάτης, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους και δη τα διοικούντα Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία πρόσωπα σε πράξη με την εν γνώσει παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και προκάλεσε σε αυτή ιδιαίτερη μεγάλη ζημία, ενώ διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία, που προξενήθηκε από τη διάπραξή τους υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και συγκεκριμένα:
α] Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 24-6-1996 έως 29-7-1996 παρασιώπησε αθέμιτα να ανακοινώσει στα μέλη του Συμβουλίου Πληρωμής Ζημιών της Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΕΣΤΙΑ Α.Α.Α.Ε." και τα διοικούντα αυτήν πρόσωπα, τόσο κατά την γενομένη υπ' αυτού στις 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος, όσο και κατά την 29-7-1996 γενομένη εξόφληση του ασφαλίσματος, αλλά και στο μεσολαβούν χρονικό διάστημα αληθινό γεγονός και ειδικότερα υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την από 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος κατά την οποία, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW αξίας 9.000.000 δρχ., του οποίου ήταν κύριος και κάτοχος και είχε καλύψει με σύμβαση ασφαλίσεως με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τον κίνδυνο προκλήσεως σε αυτό υλικών ζημιών και το οποίο στις 20-6-1996 εκινείτο στην Εθνική Οδό ...-... με οδηγό αυτόν, λόγω εμποδίου [μεγάλου ζώου], που παρενεβλήθη στην πορεία του, ανατράπη στην δεξιά άκρη του δρόμου, όπου σταμάτησε με τον ουρανό στο έδαφος. Όμως, η πλήρης αποκατάσταση των ζημιών από το εν λόγω ατύχημα δεν υπερέβαινε το ποσό του 1.500.000 δρχ. και ενώ ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να ανακοινώσει το γεγονός αυτό, που επιβάλλονταν από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των εκ της σχέσεως του, με την ήδη καταρτισθείσα "μικτή" σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου αυτού, μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, αυτός [κατηγορούμενος], παρασιώπησε το γεγονός αυτό τόσο στην από 24-6-1996 δήλωση ατυχήματος, με την οποία, η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τις ζημίες του αυτοκινήτου, όσο και κατά τη ημέρα εξοφλήσεως των [29-7-1996], αλλά και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε προσκομίσει αναληθή κατά το περιεχόμενο των έγγραφα της εταιρείας INTERSERVICE περί του ότι, το ύψος αποκαταστάσεως της ζημίας ανέρχονταν στο ποσό των 4.366.455 δρχ., πλέον άλλων ζημιών που θα προέκυπταν μετά την επαναπροσαρμολόγηση του και των τριών καινουργών ελαστικών, καθώς και την άσκηση της από 16-7-1996 αγωγής του κατά της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας με επικουρικό αίτημα την υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 6.400.000 δρχ. Αποτέλεσμα της αθέμιτης αυτής παρασιωπήσεως ήταν να πεισθούν τα μέλη του συμβουλίου πληρωμής ζημιών και τα διοικούντα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" ότι, το εν λόγω αυτοκίνητο είχε υποστεί ζημία ύψους 6.400.000 δρχ., και ότι, ήταν ασύμφορη η επισκευή του να του καταβάλουν το ποσό των 5.000.258 δρχ., από το οποίο, το ποσό των 3.500.268 δρχ. εισέπραξε αναίτια, ως ασφάλισμα και έτσι προκάλεσε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία ισόποση ζημιά.
β] Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 25-3-1999 έως τις 24-6-1999, παρασιώπησε αθέμιτα να ανακοινώσει στα διοικούντα την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" πρόσωπα, τόσο κατά την γενομένη υπ' αυτού στις 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος, όσο και κατά τις 24-6-1999 εξόφληση του ασφαλίσματος, αλλά και στο μεσολαβούν χρονικό διάστημα αληθινό γεγονός και ειδικότερα υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την από 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος κατά την οποία, το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου Chrysler, τύπου Grand Cherokee, του οποίου ήταν κύριος και κάτοχος και είχε καλύψει με σύμβαση ασφαλίσεως με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τον κίνδυνο προκλήσεως σε αυτό υλικών ζημιών και το οποίο την 25-3-1999 και περί ώρα 17.00 κινούμενο στη Ν.Ε. οδό ...-.... στην περιοχή της ..., με οδηγό αυτόν, είχε ανατραπεί και παρασυρθεί από τα νερά υπάρχοντος εκεί ποταμού, στην προσπάθειά του να διέλθει από τσιμεντένια δίοδο, που αποτελεί συνέχεια αγροτικής οδού. Όμως, το αυτοκίνητο δεν είχε υποστεί καμιά βλάβη από το εν λόγω ατύχημα και ενώ ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να ανακοινώσει το γεγονός αυτό, που επιβάλλονταν από τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των εκ της σχέσεως του, με την ήδη καταρτισθείσα "μικτή" σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου αυτού, μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, αυτός [κατηγορούμενος], παρασιώπησε το γεγονός αυτό τόσο στην από 29-3-1999 δήλωση ατυχήματος, με την οποία, η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τις ζημίες του αυτοκινήτου, όσο και κατά την ημέρα εξοφλήσεως των [24-6-1999], αλλά και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε συνταχθεί αναληθής πραγματογνωμοσύνη από τον πραγματογνώμονα της εταιρείας Γ. Αποτέλεσμα της αθέμιτης αυτής παρασιωπήσεως ήταν να πεισθούν τα διοικούντα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" ότι, το εν λόγω αυτοκίνητο είχε υποστεί ολική καταστροφή και η δαπάνη αποκαταστάσεως των ζημιών ανέρχονταν σε 13.000.000 δρχ., όση δηλαδή, η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου στο χρόνο του ατυχήματος και μετά την αφαίρεση της δήθεν ελλειμματικής αξίας να του καταβάλουν το ποσό των 8.500.000 δρχ. το οποίο εισέπραξε αναίτια, ως ασφάλισμα και έτσι προκάλεσε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία ισόποση ζημιά.
Οι παραπάνω πράξεις, έγιναν από τον κατηγορούμενο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, κατ' επάγγελμα, δηλαδή, με πρόθεση και υποδομή επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, από την οποία προκύπτει σταθερή ροπή του στην διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ το συνολικό όφελος που απεκόμισε, άλλως η συνολική ζημία που προξένησε στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1998, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ασκώντας ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1.α.ι.περ.δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, που είχε τελεσθεί, εκτός των άλλων, και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων, προκειμένου να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές από απόψεως ποσού και ημερών για τους εκτιμητές περιουσιακών στοιχείων στην πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." και της θυγατρικής αυτής "ΙΝΤΟΡΙ Α.Ε.", δέχθηκε, μετά από προγενέστερη απαίτησή του, ως δώρο, χρηματικό ποσό ύψους 24.252.580 δραχμών, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 30.000.000 δραχμών περίπου, που έπρεπε να είχε λάβει ο εκτιμητής των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσεως "ΒΟΚΤΑΣ", Α και ο μετ' αυτού συνεργαζόμενος Β, και εκείνου που έλαβαν, που είναι το ποσό των 54.252.580 δραχμών και στη συνέχεια επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά του, τα χρηματικά ποσά, που είχε απαιτήσει και είχαν αποδεχθεί οι εκτιμητές να καταβάλουν για να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές για το έργο που παρέσχαν, χρησιμοποίησε για να αγοράσει: 1) στις 28-5-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη στα ...... αγροτεμάχιο 836 τμ. κατά το 50% εξ αδιαιρέτου, 2) στις 3-8-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 1533 τμ. κατά το αυτό ως άνω ποσοστό με την επ' αυτού φερόμενη ως επισκευασμένη αχυροκαλύβα 119 τμ., 3) στις 24-3-2001 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 636,30 τμ. στην ίδια περιοχή, 4) στις 6-6-2002 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω περιοχή 4.008,76 τμ. Μετά δε τις ως άνω αγορές ακολούθησε με τον προαναφερόμενο εκτιμητή Β διανομή των αποκτηθέντων το έτος 2000 ακινήτων και αφού επήλθε αλλαγή, ώστε αντί του 50% σε καθένα από τα δύο αγροτεμάχια να αποκτήσει το 100% στο μισό από αυτά για να εξασφαλισθεί λειτουργικότητα στη χρήση, οικοδόμησε επ' αυτού διώροφο κτίσμα χωρισμένο στα δύο σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα, ισόγειο και σοφίτα, το καθένα 65 τμ. περίπου, πετρόκτιστο, με κουφώματα από αλουμίνιο, ημιϋπαίθριο χώρο 17,50 τμ., ισόγειο βοηθητικό κτίσμα αποθήκης εμβαδού 20 τμ., μπάρμπεκιου 16 τμ., πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή, ισόγειο γκαράζ 30 τμ. με σιδεροκατασκευή, με συνολικό κόστος κατασκευής όλων των κτιρίων ύψους 60.000 ευρώ. Με τις πράξεις του αυτές επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά του αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων που εξασφάλισε με τη χορήγηση υπερβολικών αμοιβών στους παραπάνω εκτιμητές των πτωχεύσεων της εταιρείας ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ και της ως άνω θυγατρικής της.
Με την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα επεδίωκε να προσδώσει περαιτέρω νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, ενήργησε δε, με περισσότερες πράξεις, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, δηλαδή βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τρίτα πρόσωπα.
Γ) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 1998 μέχρι 10-2-2003 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ασκώντας ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων και στη συνέχεια του Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος, που τιμωρείται κατά νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
α) Στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1998, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), που προέρχονταν από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην Αθήνα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με δωροδότες άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση άτομα, από τα οποία είχε απαιτήσει την καταβολή του συνολικού ποσού των 10.844.906 δραχμών ως δώρου, που δεν εδικαιούτο να λάβει ως δικαστικός λειτουργός, με σκοπό να κριθούν υπέρ αυτών αιτήσεις, που εκκρεμούσαν ενώπιόν του ως Εισηγητή των πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την καταβολή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, του ως άνω ποσού, έλαβε δε ο ίδιος ή και με την μεσολάβηση τρίτων προσώπων στις 29-09-1998 το ποσό των 10.844.906 δραχμών, με το οποίο εξοφλήθηκε δάνειο, που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από υπόδειξή του να καταβληθεί στον με αριθμό ... λογαριασμό, που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. β) Στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2003, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην Αθήνα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με δωροδότες άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση άτομα, από τα οποία είχε απαιτήσει την καταβολή του συνολικού ποσού των 150.000 ευρώ, δέχθηκε το ποσό αυτό με κατάθεση από την αδελφή του Δ στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Τράπεζας Κύπρου με δικαιούχους αυτούς τους δύο.
γ] Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 23-7-2002 μέχρι 27-9-2002, με περισσότερες πράξεις κατ' επάγγελμα, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1.α.ι.περ. δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, και ισχύει σήμερα, που είχε τελεσθεί, εκτός των άλλων, και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων, προκειμένου να κριθούν υποθέσεις, που του είχαν ανατεθεί, υπέρ των δωροδοκησάντων και κατά των αντιδίκων τους, δέχθηκε, και στη συνέχεια κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, σε εκτέλεση προγενέστερης απαιτήσεως, διάφορα χρηματικά ποσά, επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα. Συγκεκριμένα στην Αθήνα, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, με σκοπό να συγκαλύψει και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από τη τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή πράξη που είχε τελεσθεί από αυτόν στην Αθήνα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δια της απαιτήσεως από άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση πρόσωπα του συνολικού ποσού των 215.431,09 ευρώ (ή 73.408.143,91 δραχμών) ως δώρου, που δεν εδικαιούτο να λάβει ως δικαστικός λειτουργός, με σκοπό να κριθούν υπέρ αυτών οι υποθέσεις τους, που εκκρεμούσαν ενώπιον των πολιτικών τμημάτων του Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία ασκούσε, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, τα καθήκοντα του Προέδρου Πρωτοδικών, ως Πρόεδρος Πολιτικού Τμήματος αλλά και ως μονομελής Δικαστής, δικάζοντας αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκε την καταβολή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, του συνολικού ποσού των 215.431,09 ευρώ, σε εκπλήρωση της ως άνω προγενέστερης απαιτήσεως, λαμβάνοντας ο ίδιος ή και με την μεσολάβηση τρίτων προσώπων, το παραπάνω χρηματικό ποσό και αναλυτικότερα, με τις υπ' αριθμούς ... και ... δανειοδοτικές συμβάσεις, που κατάρτισε, από κοινού με την σύζυγο του Χ3, με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ανοίχθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... δανειακοί λογαριασμοί προς επισκευή και βελτίωση κατοικίας και έλαβε από κοινού μετά της συζύγου του συνολικά το ποσό των 220.102,71 ευρώ (ή 75.000.000 δραχμών), μέσα δε σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο, δηλαδή στις 23-7-2002 προέβη στην κατάθεση μετρητών προς τη ΑΤΕ ύψους 130.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 30.000 ευρώ διατέθηκε για την ολική προεξόφληση του δανείου ..., που αφορά τη σύμβαση ... για 10.000.000 δραχμές και ποσό 100.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκε για τη μερική προεξόφληση του δανείου ..., που αφορά τη σύμβαση ... για 65.000.000 δραχμές, το δε υπόλοιπο ποσό του δανείου ύψους 85.294,68 ευρώ αναπροσαρμόσθηκε και δημιουργήθηκε ο λογαριασμός δανείου ..., που εξοφλήθηκε στις 27-9-2002 με νέα κατάθεση μετρητών 85.431,09 ευρώ.
Τα παραπάνω χρηματικά ποσά δεν έχουν δικαιολογημένη πηγή, αφού από τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων, τη δική του και της συζύγου του Χ3, δεν είχαν δηλωθεί καταθέσεις ή κατοχή κάποιου τίτλου στα έτη 1996 έως 2005, τα εισπραττόμενα από μισθούς ποσά αναλίσκονταν κάθε μήνα στο σύνολό τους και οι καταβληθείσες αναδρομικές μισθολογικές παροχές είχαν ήδη αναλωθεί αμέσως. Ακόμη στο χρονικό διάστημα λήψεως και εξοφλήσεως των ποσών των ληφθέντων δανείων οι μεν αναδρομικές αποδοχές αυτού ανήλθαν σε 5.655,17 ευρώ για το 2001 και σε 5.531,91 ευρώ για το 2002, οι δε τακτικές του αποδοχές σε 30.336,27 ευρώ για το 2001 και σε 32.386,82 ευρώ για το 2002 και της συζύγου του Χ3 ανήλθαν σε 5.655,17 ευρώ για το 2001 και σε 5.531,91 ευρώ για το 2002, οι δε τακτικές του αποδοχές σε 30.336,27 ευρώ για το 2001 και σε 32.386,82 ευρώ για το 2002, είχαν δε στο σύνολό τους αναλωθεί για τρέχουσες ανάγκες εξαντλώντας κάθε δικαιολογημένη πηγή χρηματικών ποσών για την εξόφληση των παραπάνω δανείων. Με τις παραπάνω καταθέσεις επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην παραπάνω παράνομη δραστηριότητα δια μέσου του τραπεζικού συστήματος, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' εξακολούθηση, ενήργησε δε κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους προέκυπτε αφενός σκοπός για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος και βάσει σχεδίου και με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων αλλά και διατηρώντας επί πλέον προς συγκάλυψη αυτής τους ανωτέρω διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρεται, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Δ] Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-1996 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατ' επάγγελμα και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής πράξεως, δέχθηκε την καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών, εν γνώσει, κατά το χρόνο της κτήσεως, του γεγονότος, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα και δη κακουργηματική απάτη, που είχε τελεσθεί, όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α" περιγράφεται, στ συνέχεια δε διέθεσε τα ποσά αυτά, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευσή τους και συγκεκριμένα:
α] Τον Ιούλιο του έτους 1996 διέθεσε το ασφάλισμα, που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" λόγω βλαβών που είχε προκληθεί στο αγορασθέν από αυτόν το έτος 1994 υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο και που κατά το ποσόν των 3.500.268 δραχμών ήταν προϊόν κακουργηματικής απάτης για την αγορά του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, μάρκας AUDI A4, το οποίο ταξινομήθηκε για πρώτη φορά στις 31-7-1996 στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Νομαρχίας Αθηνών Ανατολικός Τομέας με την παρατήρηση "παρακράτηση κυριότητας", που έγινε στο όνομα του.
β] Το Σεπτέμβριο του έτους 1999 διέθεσε το ασφάλισμα ων 8.500.000 δραχμών, που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ" λόγω προβληθείσας καταστροφής του αγορασθέντος από αυτόν το 1998 υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου, για την αγορά του υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου. Στο χρόνο που αποκτούσε το παραπάνω αυτοκίνητο γνώριζε, ότι τα αποκτούσε με χρήματα που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά του. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, δηλαδή βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα, κατά τον χρόνο τέλεσης της, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Ε) Στην Αθήνα, στις αρχές Απριλίου 2006 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εκ δόλου, με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και με συμβουλές και εκμετάλλευση της φιλίας, που τον συνέδεε, δημιούργησε στον συγκατηγορούμενό του Χ4 τη βούληση, ώστε εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα, άλλως να αποκρύψει την αλήθεια και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά, που ενεργούσε προκαταρκτική εξέταση, να καταθέσει ψέματα, εν γνώσει του, ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή, άλλως, καίτοι είχε γνώση των αληθών γεγονότων σκόπιμα να αποκρύψει την αλήθεια και συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και χρόνο έπεισε τον, ως άνω, Χ4 να καταθέσει, μεταξύ άλλων, ενώπιον του προαναφερθέντος Εισαγγελέα και να καταχωρηθεί στην από 11-4-2006 έκθεση ένορκης εξετάσεως, ότι η μαιζονέτα, που βρίσκεται στην πολυκατοικία της οδού ... στην ... και είχε περιέλθει σε αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, πωλήθηκε στον κατηγορούμενο και τη συγκατηγορουμένη σύζυγό του Χ3 το Φεβρουάριο του 2001 αντί τιμήματος 80.000.000 έως 90.000.000 δραχμών και ότι μαζί με την πώληση της προαναφερθείσας μαιζονέτας της οδού Αιγίνης 8α συμφωνήθηκε και η προπώληση σε αυτούς, από τα σχέδια, μιας κατοικίας από το συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη συνοικία "..ή "..." της πόλης ..., που του ανήκε, αντί τιμήματος 60.000.000 δραχμών καθώς και ότι χάριν καταβολής του τιμήματος εγχειρίσθηκαν σε αυτόν δύο επιταγές αξίας 140.000.000 δραχμών, πλην όμως τα παραπάνω δεν συμφωνούσαν προς την αντικειμενική πραγματικότητα και κατατέθηκαν από αυτόν εν γνώσει της αποκρύψεως της αληθείας, καθόσον το μεν τίμημα της μαιζονέτας της οδού ... στην ....ανήλθε τουλάχιστον στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, ουδεμία δε συμφωνία προπωλήσεως εξοχικής κατοικίας στη Νήσο ... πραγματοποιήθηκε και ουδέν τίμημα αφορών τέτοια αγοραπωλησία καταβλήθηκε, το δε προβαλλόμενο ως δοθέν δια των ως άνω επιταγών χρηματικό ποσό αποτελεί το τίμημα της αγοράς αποκλειστικώς της κατοικίας της οδού ... στην ..., ενώ η αναφορά στο ποσό των 168.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί ως τίμημα αγοραπωλησίας της εξοχικής κατοικίας της ... και επιστράφηκε από αυτόν στον κατηγορούμενο και τη συγκατηγορουμένη σύζυγό του Χ3 σε δύο δόσεις, κατά τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο του 2002 αντίστοιχα, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας αυτής οφειλομένης σε αντικειμενική αδυναμία παροχής του ακινήτου, επινοήθηκε, προκειμένου να δικαιολογηθεί η πηγή των χρημάτων για την καταβολή του τιμήματος μέχρι του ύψους της αντικειμενικής αξίας του εν λόγω ακινήτου (μαιζονέτας), παρουσιάζοντας δε ψευδώς στην κατάθεσή του ως αληθές το τίμημα των 80.000.000 έως 90.000.000 δραχμών, αποδέσμευσε το ζεύγος των αγοραστών από την ανάγκη της δικαιολογήσεως της επιτρέπουσας την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος πηγής εσόδων του. Την απόφαση προς τέλεση της παραπάνω άδικης πράξεως στο συγκατηγορούμενό του Χ4 προκάλεσε αυτός δολίως, χρησιμοποιώντας ως μέσα την πειθώ και φορτικότητα, αλλά και τις συμβουλές και την εκμετάλλευση της φιλίας, που τους συνέδεε".
2. Ο κατηγορούμενος Χ1
Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1996 μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 με πρόθεση παρέσχε συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ2κατά την τέλεση της άδικης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που εκείνος διέπραξε. Συγκεκριμένα ο συγκατηγορούμενός του Χ2, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο του 1996 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 1998, ασκώντας ως Πρωτοδίκης τα καθήκοντα του Εισηγητή των Πτωχεύσεων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, με σκοπό να συγκαλύψει ή και να αποκρύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της παραγραφείσας ήδη πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1.α.ι.περ. δδ του ν. 2331/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, που είχε τελεσθεί, εκτός των άλλων, και δια της εκ μέρους του απαιτήσεως χρημάτων από τους Χ1 και Α, ως διορισθέντες εκτιμητές περιουσιακών στοιχείων στην πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας "ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε." και της θυγατρικής αυτής "ΙΝΤΟΡΙ Α.Ε.", προκειμένου να καθορισθούν από εκείνον υπερβολικές αμοιβές εξ απόψεως ύψους ημερησίας αποζημίωσης αριθμού και ημερών για αμφότερους, δέχθηκε, μετά από προγενέστερη απαίτησή του, ως δώρο από αυτούς, χρηματικό ποσό ύψους 24.252.580 δραχμών, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 30.000.000 δραχμών περίπου, που έπρεπε συνολικώς να έχει λάβει αυτός, ως εκτιμητής των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσεως "ΒΟΚΤΑΣ" και ο συνεργαζόμενος με τον ως άνω κατηγορούμενο Χ1, Α, και εκείνου που τελικώς λάβανε, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 54.252.580 δραχμών και στη συνέχεια επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά του, χρησιμοποίησε τα χρηματικά ποσά, που είχε απαιτήσει από αυτούς, ως εκτιμητές και αυτοί είχαν αποδεχθεί και εν τέλει κατέβαλαν, προκειμένου να καθορισθούν υπερβολικές αμοιβές για το έργο που παρείχαν, για να αγοράσει: 1) στις 28-5-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη στα ... αγροτεμάχιο 836 τμ. κατά το 50% εξ αδιαιρέτου, το άλλο 50% περιήλθε δυνάμει ιδίου συμβολαίου στον Χ1, 2) στις 3-8-1999 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αναστασίας Καλπύρη αγροτεμάχιο 1.533 τμ. κατά το αυτό ως άνω ποσοστό με την επ' αυτού φερόμενη ως επισκευασμένη αχυροκαλύβα 119 τμ., το οποίο κατ' αρχάς ο Χ1 φέρεται να έχει αγοράσει εξ ολοκλήρου δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμ/φου Αναστασίας Καλπύρη, πλην όμως το μισό τίμημα προερχόταν από το ποσό, που δόθηκε ως δώρο στον Χ2 από τους εκτιμητές και είχε συμφωνηθεί τότε να μην εμφανιστεί ο Χ2 ως αγοραστής, αλλά στη συνέχεια να γίνει η μεταβίβαση του, η οποία και πραγματοποιήθηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, 3) στις 24-3-2001 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο 636,30 τμ. στην ίδια περιοχή, 4) στις 6-6-2002 με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω περιοχή 4.008,76 τμ., μετά δε τις ως άνω αγορές ακολούθησε με τον Χ1 διανομή των αποκτηθέντων ακινήτων και αφού επήλθε αλλαγή, ώστε αντί του 50% σε καθένα από τα δύο πρώτα αγροτεμάχια να αποκτήσει το 100% στο μισό από αυτά για να εξασφαλισθεί λειτουργικότητα στη χρήση, οικοδόμησε επ' αυτού διώροφο κτίσμα χωρισμένο στα δύο σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα, ισόγειο και σοφίτα, το καθένα 65 τμ. περίπου, πετρόκτιστο, με κουφώματα από αλουμίνιο, ημιυπαίθριο χώρο 17,50 τμ., ισόγειο βοηθητικό κτίσμα αποθήκης εμβαδού 20 τμ., μπάρμπεκιου 16 τμ., πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή, ισόγειο γκαράζ 30 τμ. με σιδεροκατασκευή, με συνολικό κόστος κατασκευής όλων των κτιρίων ύψους 60.000 ευρώ, χρήματα, που προέρχονται από το ποσό που δόθηκε σ' αυτόν ως δώρο. Με τις πράξεις του αυτές ο Χ2 επεδίωξε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητά του, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση των χρημάτων που εξασφάλισε με τη χορήγηση υπερβολικών αμοιβών στους Α και Χ1, ως εκτιμητές των πτωχεύσεων της εταιρείας ΒΟΚΤΑΣ ΑΕ και της ως άνω θυγατρικής της. Στην τέλεση της ανωτέρω εγκληματικής δραστηριότητας, ο κατηγορούμενος Χ1, με πρόθεση παρέσχε σ' εκείνον συνδρομή, ειδικότερα δε εισέπραξε από τον Α μέρος της διογκωμένης για τη εκτέλεση του ως άνω έργου των (εκτίμηση πτωχευτικών περιουσιακών στοιχείων) αμοιβής ποσού 54.252.580 δραχμών, το οποίο ανήρχετο στο ύψος των 24.252.580 δραχμών και μετεβίβασε στη συνέχεια τούτο στον συγκατηγορούμενό του Χ2 και από αυτό προέρχεται το μισό τίμημα της αγοράς του αγροτεμαχίου των 1533 τ.μ. μετά του εν αυτώ κτίσματος δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, το μισό του οποίου, στη συνέχεια μεταβίβασε στο Χ2, ώστε να επιτρέψουν την συγκάλυψη της περιελθούσας ως δώρο από αυτούς στον εισηγητή των πτωχεύσεων, ως άνω, διαφοράς των 24.252.580 δραχμών και να προσδώσει ο τελευταίος νομιμοφανή υπόσταση στην προεκτεθείσα παράνομη δραστηριότητά του, αποφεύγοντας τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Την άνω πράξη του δε ο Χ1 ενήργησε κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, ως εκ του μεγάλου χρονικού διαστήματος τελέσεως της, του οργανωμένου και μεθοδευμένου σχεδίου ολοκληρώσεως της και του εξαιτίας αυτής επιδιωκόμενου οικονομικού οφέλους".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις των κατηγορουμένων, α) της απάτης κατ'εξακολούθηση, φερομένης ως τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, β) νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, φερομένης ως τελεσθείσας κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα Χ2 και της άμεσης συνέργειας στην ως παραπάνω νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που αποδίδεται στον έτερο αναιρεσείοντα Χ1, ενεργήσαντα κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία, (το Συμβούλιο) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία διώχθηκαν και κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 13 περ. στ, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1,46 παρ. 1 α,β, 94 παρ. 1, 98, 224 παρ. 2 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει ήδη μετά την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, 1 παρ. α εδ. Ι δδ και
ΙΙ, 2 παρ. 1 α,β, και δ και 6 του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Ν. 3424/2005, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ εξ άλλου δεν στέρησε το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων αλλά και για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από κερδοσκοπία τελέσεως της πράξεως. Ειδικότερα, όσον αφορά τους επί μέρους λοιπούς λόγους αναιρέσεως των δύο παραπεμπομένων αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που είναι ταυτόσημοι: 1. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο αρθρ. 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις τις προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και κατά τη διάταξη του άρθρου 176 παρ.1 Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας διαδικασίας το Δικαστήριο που επαναλαμβάνει την εκδίκαση της υποθέσεως. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι πράξεις ή παραλείψεις προανακριτικών ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν σχέση με την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος δημιουργούν απόλυτες ακυρότητες, ότι οι ακυρότητες αυτές μπορούν να προταθούν μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για μπορούν οι ακυρότητες αυτές να προταθούν ακόμη και στο Άρειο Πάγο είναι να έχουν υποβληθεί και να έχουν τεθεί υπ' όψη του αρμοδίου κατ' άρθρο 176 παρ.1 ΚΠοινΔ δικαστικού συμβουλίου το οποίο είναι το αρμόδιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.
Περαιτέρω από η διάταξη άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ. 53/1974 με την επανένταξη της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης κατά την οποία "1. παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης φύσεως εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...", προκύπτει ότι η διάταξη αυτή θέτει τα πλαίσια μέσα στα οποία πρέπει να λειτουργούν τα δικαστήρια και ν' απονέμεται η δικαιοσύνη αποτελούσα συγχρόνως και την κατευθυντήρια γραμμή για τα δικονομικά συστήματα των συμβαλλομένων μερών και στην προκειμένη περίπτωση της Ελλάδος. Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδος έχει ενσωματώσει στο δικονομικό της σύστημα και προβλέπει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και τις δικονομικές συνέπειες της μη τηρήσεώς τους. Ειδικότερα προβλέπει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται ακυρότητα, στις διατάξεις των άρθρων 96 έως 106 ΚΠοινΔ. Μεταξύ αυτών δεν αναφέρονται τα από τους αναιρεσείοντες επικαλούμενα για την στήριξη του αναιρετικού του λόγου δικαιώματα χωρίς όμως αυτό να αποκλείει ότι τα επικαλούμενα από αυτόν που ευρίσκονται διάσπαρτα σε άλλες διατάξεις όπως η διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 ΚΠοινΔ όπου αναφέρεται ρητά ότι "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα ν' αρνηθεί ν' απαντήσει", το 366 παρ. 3 όπου αναφέρεται ότι "αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή ν' απαντήσει σε ερώτηση αυτό αναγράφεται στα πρακτικά" και 223 παρ. 3 όπου προβλέπεται "ότι ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει ενοχή του για αξιόποινη πράξη", δεν δημιουργούν ακυρότητες αν παραβιαστούν.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η μη τήρηση των δικαιωμάτων της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου συνεπάγεται ακυρότητα, λόγω του ότι προβλέπονται και επιβάλλονται με διάφορες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με συνέπεια η παραβίασή τους να επιφέρει την ακυρότητα των ανακριτικών πράξεων και αποφάσεων στις οποίες δεν τηρήθηκαν τα δικαιώματα αυτά του κατηγορουμένου. Το γεγονός αυτό συμβαίνει όταν δεν τηρηθούν και παραβιασθούν, όχι όμως και σαν υποχρέωση ανακοινώσεως των άνω δικαιωμάτων, κατά την οποία κατά πανηγυρικό τύπο πρέπει από τα προανακριτικά και ανακριτικά όργανα να ανακοινώνονται, γιατί η υποχρέωση αυτή χωρίς να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν προβλέπεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Άλλωστε και στο ίδιο το άρθρο 6 παρ. 3 γίνεται λόγος για τα συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία θεωρούνται σαν θεμελιώδη τοιαύτα κατά την σύμβαση αυτή και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα από τους αναιρεσείοντες αναφερόμενα (Ολ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1724/ 2007).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες σαν λόγο αναιρέσεως αναφέρουν ότι δεν τους ανακοινώθηκε κατά πανηγυρικό τύπο από τον Ειδικό Εφέτη- Ανακριτή το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησής τους, τουτέστιν αναφέρουν σαν λόγο ακυρότητας, λόγο μη προβλεπόμενο στις περιπτώσεις που ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας απαιτεί την κατά πανηγυρικό τύπο ανακοίνωσή τους, και σαν τέτοιος, πρέπει ν' απορριφθεί, καθ' όσον τα δικαιώματα αυτά καθιερώνονται και ευρίσκονται διάσπαρτα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και μόνο η παραβίασή τους συνιστά απόλυτη ακυρότητα. 2. Απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων και το από το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ παρεχόμενο σ' αυτόν δικαίωμα να ζητήσει την εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων. Για την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού του κατηγορουμένου απαιτείται να υποβληθεί σαφής και ορισμένη αίτηση, γιατί σε διαφορετική περίπτωση το Δικαστικό Συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, με τα υπομνήματά τους, που απευθύνθηκαν στο Συμβούλιο Εφετών και κατατέθηκαν στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διέλαβαν και αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, για παροχή διευκρινίσεων. Το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα αυτό, με την παρακάτω αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι με τα εκτενή υπομνήματά τους έχουν παράσχει με πληρότητα εξηγήσεις για τις πράξεις που τους αποδίδονται. Ενόψει αυτών η εμφάνισή τους δεν είναι αναγκαία. Εξάλλου δεν παραβιάζεται το δικαίωμα ακροάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης συστατικό της οποίας είναι και το δικαίωμα ακροάσεως ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι εξέθεσαν με πληρότητα τις υπερασπιστικές του απόψεις και δεν υφίσταται περίπτωση ακυρότητας της διαδικασίας (ΑΠ 1649/2004 Ποιν. Δόγ. 2004/2152, Συμβ. Εφ. Αθ. 2661/2007".
Με τις παραδοχές αυτές, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα. Είναι επομένως απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας, για τους λόγους ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο Εφετών, η δε παράσταση του Εισαγγελέα στο Συμβούλιο, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων, διότι το γεγονός ότι παραστάθηκε στο Συμβούλιο ο Εισαγγελέας Εφετών, δεν τους αποστερεί το δικαίωμα για μια κατ'αντιδικία δίκη, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη κρίση και δίκη, δεδομένου ότι ο Εισαγγελέας έχει καθορισμένο από τον ΚΠοινΔ ρόλο και η παρουσία του στο Συμβούλιο, κατά το άρθρο 306 ΚΠοινΔ, είναι υποχρεωτική για να ακουστεί και να αναπτύξει και προφορικά την πρότασή του, αποχωρεί δε και μετά ακολουθεί διάσκεψη του συμβουλίου των δικαστών χωρίς την παρουσία του, ενώ η παρουσία των κατηγορουμένων στο Συμβούλιο, εξαρτάται από την αποδοχή ή μη σχετικού αιτήματός τους από το ίδιο το Συμβούλιο. (ΑΠ 85/2006).
3. Ο έτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, λόγω χρησιμοποιήσεως και αποδεικτικής αξιοποιήσεως απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων και δη καταστάσεων τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, χωρίς να προηγηθεί και τηρηθεί η από το νόμο 2225/1994 άρθρο 4 και ΠΔ 47/2005, καθοριζόμενη για τις περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής εγκληματικότητας διαδικασία άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, παραβιαζομένων έτσι των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, του άρθρου 19 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, όπως και λόγω αναφοράς των εν λόγω παράνομων αποδεικτικών μέσων στις ληφθείσες υπόψη απολογίες αυτών, είναι απορριπτέος διότι, από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικά οι εν λόγω καταστάσεις των τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, αμέσως ή εμμέσως, δια των ληφθεισών απολογιών, αφού μάλιστα ρητά το Συμβούλιο, στα φύλλα 74 και 75 του βουλεύματός του, αναφέρει ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις άνω καταστάσεις, λόγω μη τηρήσεως των όρων του νόμου για άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών, η δε αναφορά των τηλεφωνικών αυτών κλήσεων και συνδιαλέξεων των κατηγορουμένων στις απολογίες τους, δε θίγει το κύρος των διαδικαστικών πράξεων αυτών, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 175 του ΚΠοινΔ ακυρότητα των εξαρτημένων μεταγενέστερων διαδικαστικών πράξεων, προϋποθέτει ύπαρξη εξαρτήσεως όχι ευκαιριακής λαμβανόμενης όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με ρητή σαφή επιφύλαξη του Συμβουλίου, αλλά αποκλειστικής. (βλ. Ολ.ΑΠ 2/1996).
4. Επίσης ο τέταρτος για απόλυτη ακυρότητα λόγος αναιρέσεως, για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά μέσα από άλλη δικογραφία και με αναφορά "στην με αριθ. 1356/2007 εισαγγελική πρόταση", που αφορά άλλη δικογραφία και άλλους κατηγορουμένους, είναι απορριπτέος, διότι από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στα φύλλα 73, 74 και 75 αυτού, προκύπτει ότι η εν λόγω πράγματι υπό στοιχείο "ν." στο φύλλο 73 γενόμενη αναφορά στη με αριθ. 1356/2007 εισαγγελική πρόταση άλλης παρεμφερούς δικογραφίας, αντί του ορθού αριθμού 573/2008, γίνεται από προφανή παραδρομή, ενόψει του ότι στο φύλλο 75, πάλι με επαναλαμβανόμενο στοιχείο "ν.", γίνεται επανάληψη της ιδίας σκέψεως, και δη αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα και μη λήψεως υπόψη από το Συμβούλιο, μαρτυρικών καταθέσεων των κατηγορουμένων που δόθηκαν κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως και των ως άνω καταστάσεων τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, ενώ ο ανωτέρω αληθής αριθμός της εισαγγελικής προτάσεως (573/2008), αναφέρεται και στα φύλλα 1 και 204 του βουλεύματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέρα των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠοινΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενοΒούλευμα, οι στον αναιρεσείοντα εφέτη Χ2 αποδιδόμενες, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος και της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, για τις οποίες παραπέμπεται και φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 8-7-2003, ως παρελθόντος μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την πενταετία από της ως άνω τελέσεώς τους, υπέκυψαν σε παραγραφή. Επομένως, κατά τα παραπάνω, είναι βάσιμος ο σχετικός τελευταίος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως, πρέπει, α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και β) να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τις διατάξεις του που παραπέμπουν τον αναιρεσείοντα Χ2 και τη μη αναιρεσείουσα Χ8, για τα παραπάνω παραγραφέντα ως άνω πλημμελήματα και να παύσει οριστικά, για τα δύο αυτά πλημμελήματα, η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β του ΚΠοινΔ., ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του εν λόγω αναιρεσείοντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 183/3-11-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθ. 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Και
Αναιρεί εν μέρει το προσβαλλόμενο με αριθμό 1209/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τη διάταξή του, που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2, για τα πλημμελήματα της παραβάσεως καθήκοντος και αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του Χ2, του ότι: 1) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 8/7/2003 με πρόθεση παρέβη, ως δικαστικός λειτουργός, τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και ειδικότερα αυτά της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει τρίτο πρόσωπο. Συγκεκριμένα υπηρετώντας ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών κατά παράβαση της έννοιας του φυσικού δικαστή και των αρχών της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει τρίτο πρόσωπο στις 31-3-2003 συμμετείχε στην εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 3-12-2002 και με αριθμό καταθέσεως 2971/2003 αιτήσεως της ... κατά του ... και της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" για την επιδίκαση προσωρινής απαίτησης από αυτοκινητικό ατύχημα και μερολήπτησε υπέρ της αιτούσης εκδίδοντας στις 8-7-2003 την με αριθμ. 5088/2003 απόφασή του ως άνω Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία υιοθετώντας τις θέσεις της αιτούσης, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και υποχρεώθηκαν οι καθ' ων να καταβάλουν εις ολόκληρο στην αιτούσα μηνιαίως το ποσό των 500 ευρώ και εφάπαξ το ποσό των 10.000 ευρώ. Τούτο δε έπραξε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην αιτούσα και τη νομική της σύμβουλο Χ11 με την οποία διατηρούσε ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις και συνεργάτης της οποίας ήταν ο παραστάς δικηγόρος της αιτούσης ... και να βλάψει αντιστοίχως τους καθ' ων.
2) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 8-7-2003, με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια άλλου και την παράλληλη βλάβη τρίτου, εν γνώσει του αποσιώπησε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ως Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου υπηρετούσε, το περιστατικό ότι συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεώς του από την εκδίκαση σχετικής αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκκρεμούσε ενώπιόν του, συγκεκριμένα στις 31-3-2003, συμμετέχοντας ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στην εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της από 3-12-2003 και με αριθμ. καταθ. 2971/2003 αίτησης της ... κατά του ... και της Εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α", με την οποία εζητείτο η προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, αποσιώπησε εν γνώσει του το περιστατικό, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του λόγος εξαιρέσεως από την εκδίκαση της συγκεκριμένης υποθέσεως, αφού κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα διατηρούσε στενή φιλική σχέση με την νομική σύμβουλο της αιτούσας δικηγόρο Χ11, συνεργάτης της οποίας ήταν ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας ..., τούτο δε έπραξε με σκοπό όπως με την κατά μεγάλο μέρος αποδοχή της αιτήσεως, αφενός προκαλέσει βλάβη στους καθών και αφετέρου προσπορίσει παράνομο όφελος στην αιτούσα και στην προαναφερόμενη νομική της σύμβουλο, που απέβλεπε στην επιτυχή έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε στις 8-7-2003 η με αριθμό 5088/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τη με αριθ. εκθ. 184/3-11-2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του άνω με αριθ. 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αναιρεσείοντες με χωριστά δικόγραφα: Α) Ο ...- Οικονομολόγος. 1. Άμεση Συνέργεια σε Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική Ενέργεια. Β) Ο ...- Εφέτης : 1. Απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, με συνολικό όφελος υπερβαίνων τα 15.000 ευρώ. 2. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, κατ’ εξακολούθηση και συρροή (έννοια - Ολ.ΑΠ 9/2001). 3. Παράβαση καθήκοντος δικαστικού λειτουργού (πλημμέλημα). 4. Αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης δικαστικού λειτουργού (πλημμέλημα). Λόγοι αναίρεσης κοινοί: Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενοι, κατ’ άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠΔ, καθόσον οι δύο κρινόμενες αιτήσεις είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες και περιέχουν πλέον του ενός σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, όπως ο της απόλυτης ακυρότητας. Περαιτέρω: 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος Λόγος για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι ο ειδικός εφέτης Ανακριτής, κατά τη λήψη των απολογιών των αναιρεσειόντων, δεν του γνωστοποίησε τα δικαιώματα τους σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, διότι η παραβίαση μεν των δικαιωμάτων αυτών συνιστά απόλυτη ακυρότητα, όχι όμως και η μη, κατά πανηγυρικό τρόπο, γνωστοποίηση αυτών, στον κατηγορούμενο, κατά τη λήψη της απολογίας, γιατί τα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνονται σε αυτά, που κατά τον ΚΠΔ είναι ανακοινώσιμα κατά πανηγυρικό τύπο και τρόπο (Ολ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1724/2007). 2. Απορριπτέοι οι λόγοι απόλυτης ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας, για τους λόγους ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο Εφετών, ενώ παρέστη ο Εισαγγελέας, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των όπλων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, το δε γεγονός ότι παραστάθηκε στο Συμβούλιο ο Εισαγγελέας Εφετών, δεν τους αποστερεί το δικαίωμα για μια κατ’ αντιδικία δίκη, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη κρίση και δίκη, δεδομένου ότι ο Εισαγγελέας έχει καθορισμένο από τον ΚΠΔ ρόλο και η παρουσία του στο Συμβούλιο, κατά το άρθρο 306 ΚΠΔ είναι υποχρεωτική για να ακουστεί και να αναπτύξει και προφορικά την πρότασή του, ενώ η παρουσία των κατηγορουμένων στο Συμβούλιο, εξαρτάται από την αποδοχή ή μη σχετικού αιτήματος τους από το ίδιο το Συμβούλιο (ΑΠ 85/2006). 3. Απορριπτέος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα, λόγω χρησιμοποίησης και αποδεικτικής αξιοποίησης απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων και δη καταστάσεων τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, χωρίς να προηγηθεί και τηρηθεί η από το νόμο καθοριζόμενη διαδικασία άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, παραβιαζομένων έτσι των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, όπως και λόγω αναφοράς των εν λόγω παρανόμων αποδεικτικών μέσων στις ληφθείσες υπόψη απολογίες αυτών, διότι, από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικά οι εν λόγω καταστάσεις των τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, αμέσως ή εμμέσως, δια των ληφθεισών απολογιών, αφού μάλιστα ρητά το Συμβούλιο, στα φύλλα 74 και 75 του βουλεύματός του, αναφέρει ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις άνω καταστάσεις, λόγω μη τηρήσεως των όρων του νόμου για άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών, η δε αναφορά των τηλεφωνικών αυτών κλήσεως και συνδιαλέξεων των κατηγορουμένων στις απολογίες τους, δε θίγει το κύρος των δικαστικών πράξεων αυτών, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 175 του ΚΠΔ ακυρότητα των εξαρτημένων μεταγενέστερων διαδικαστικών πράξεων, προϋποθέτει ύπαρξη εξαρτήσεως όχι ευκαιριακής λαμβανόμενης όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με ρητή σαφή επιφύλαξη του Συμβουλίου, αλλά αποκλειστικής (βλ. Ολ.ΑΠ 2/1996). 4. Απορριπτέος ο 4ος για απόλυτη ακυρότητα λόγος αναιρέσεως, για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά μέσα από άλλη δικογραφία και με αναφορά στην με αριθμό 1356/2007 εισαγγελική πρόταση, που αφορά άλλη δικογραφία και άλλους κατηγορουμένους, διότι από τη επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στα φύλλα 73, 74 και 75 αυτού, προκύπτει ότι η εν λόγω πράγματι υπό στοιχείο ν. στο φύλλο 73 γενόμενη αναφορά στη με αριθμό 1356/20027 εισαγγελική πρόταση άλλης παρεμφερούς δικογραφίας, αντί του ορθού αριθμού 573/2008, γίνεται από προφανή παραδρομή, ενόψει του ότι στο φύλλο 75, πάλι με επαναλαμβανόμενο στοιχείο ν., γίνεται επανάληψη της ιδίας σκέψεως και δη αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα και μη λήψεως υπόψη από το Συμβούλιο, μαρτυρικών καταθέσεων των κατηγορουμένων που δόθηκαν κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως και των ως άνω καταστάσεων τηλεφωνικών κλήσεων των κατηγορουμένων, ενώ ο ανωτέρω αληθής αριθμός της εισαγγελικής προτάσεως (573/2008), αναφέρεται και στα φύλλα 1 και 204 του βουλεύματος. 5. Όσον αφορά τα αποδιδόμενα στο δεύτερο των αναιρεσειόντων .., εφέτη, δύο πλημμελήματα της παραβάσεως καθήκοντος και αποσιωπήσεως υφισταμένου λόγου εξαιρέσεως, που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν, δικαστικό λειτουργό, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 8-7-2003, ως παρελθούσης πενταετίας και πλέον από την τέλεσή τους μέχρι σήμερα, υπέκυψαν σε παραγραφή και πρέπει να παύσει η ασκηθείσα γι’ αυτά ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, κατ’ ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β του ΚΠΔ και το βάσιμο σχετικό τελευταίο λόγο αναιρέσεως αυτού (ΑΠ 55/2006). Απορρίπτει την αίτηση του ... Αναιρεί εν μέρει για τον ... . ΠΟΠΔ. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Συνέργεια, Νομιμοποίηση εσόδων, Παράβαση καθήκοντος, Αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως, Δικαστικοί λειτουργοί.
| 0
|
Αριθμός 929/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη, για αναίρεση της με αριθμό 463/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 839/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 463/2008 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Όμως στο αιτιολογικό του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να απορρίψει αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, υποβληθέντα εγγράφως από τον πληρεξούσιο συνήγορό του, ότι η οφειλέτης των εισφορών εταιρεία "ΑΤΤΙΚ ΑΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος εισήχθη σε δίκη ως νόμιμος εκπρόσωπος, υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990, σύμφωνα με την από 13-5-2002 σύμβαση ρυθμίσεως των χρεών της εταιρείας η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθ. 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συνεπεία τούτου διεγράφησαν οι οφειλές που κατηγορείται και πρέπει να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος, αναφέρει κατά λέξη στη σελίδα 6 τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ'αριθ. 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η εταιρεία "ΑΤΤΙΚ ΑΕ", υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990 και επικυρώθηκε η από 13-5-2002 συμφωνία που συνήψε με την πλειοψηφία των πιστωτών, ... ωστόσο από το υπ'αριθ. ...... έγγραφο του ΙΚΑ, η άνω εταιρεία δεν κατέβαλε τα συμφωνηθέντα και συνεπώς η συμφωνία ανατρέπεται και η οφειλέτρια εταιρεία χάνει τη ρύθμιση". Όμως τα παραπάνω τρία μνημονευόμενα έγγραφα, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλ' ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη μη ανάγνωση δε του κειμένου αυτών στο ακροατήριο στους παράγοντες της δίκης, δεν κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους, στον προβάλλοντα τον παραπάνω ισχυρισμό, εκπροσωπούντα τον αναιρεσείοντα, συνήγορό του, ώστε αυτός να είχε την πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους και ιδιαίτερα εκείνου του εγγράφου του ΙΚΑ περί μη καταβολής των συμφωνηθέντων και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του άνω εγγράφου του ΙΚΑ.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 463/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Α.Ν. 86/1967. Μη καταβολή Εργοδοτικών και Εργατικών Εισφορών ΙΚΑ. Βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, γιατί συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο τρία μη αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στο αιτιολογικό του και έτσι παραβιάστηκε το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και σε εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να αντικρούσει αυτά (ΑΠ 15, 335, 420, 1828/2008). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Αριθμός 914/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της 1560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρ. 242 παρ. 1 και 4 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ. 1). Με την ίδια ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της παρ. 1 απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 263 Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερομένου στο άρ. 438 ΚΠολΔ "δημοσίου εγγράφου", γ)οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής. Επίσης, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παρ. 4, του αυτού άρθρου απαιτείται άμεσος δόλος από αυτόν που χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1560/08 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Κατά την ... ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, όντας Αρχιτέκτονας Μηχανικός, ετύγχανε Δ/ντής της Πολεοδομίας του Δήμου ... και ως εκ τούτου ήταν υπάλληλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 περ. α του Π.Κ. Με την ιδιότητά του αυτή στη ... και κατά την ως άνω ημερομηνία υπέγραψε το με αριθμ. πρωτ. ...έγγραφο (βεβαίωση) της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου ... στο οποίο ανέγραφε επί λέξει τα εξής : "Μετά από έλεγχο που έγινε στο φάκελο της ... οικοδομικής αδείας και στο κτίριο που αφορά τη "νέα ισόγειο οικία επί pilotis με κουβούκλιο", στην οδό ... βεβαιώνουμε ότι έχουν διευθετηθεί οι υπερβάσεις που αναγράφονται στην ... έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών της υπηρεσίας μας". Η βεβαίωση αυτή ήταν ψευδής και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ειδικότερα, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε στην απολογία του, δεν είχαν διευθετηθεί οι προαναφερόμενες υπερβάσεις, αλλά απλώς οι Υπηρεσίες του Δήμου προσπαθούσαν να διευθετήσουν χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από τις ως άνω υπερβάσεις. Άλλωστε για την συγκεκριμένη οικία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, εξ αιτίας των ως άνω υπερβάσεων δεν μπορούσε να γίνει σύνδεση με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η και της ΕΥΔΑΠ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την παραπάνω ψευδή βεβαίωση χρησιμοποίησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά, κατά τη δικάσιμο της 30-3-2001, γνωρίζοντας το ψευδές περιεχόμενό της (βεβαιώσεως), προκειμένου να επιτύχει την απαλλαγή του από την κατηγορία της παραβάσεως του Ν. 1337/1983, για την οποία είχε καταδικαστεί με την 8093/1999 απόφαση του Β' Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι πράγματι με την AT 2340/30-3-2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά, ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώθηκε τελεσίδικα για την προηγούμενη παράβαση του Ν. 1337/1983, δηλαδή για τις παραβάσεις που αναφέρονταν στην με αριθμ. "... έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών". Ενόψει λοιπόν των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο, καταλήγει στην κρίση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη "της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης. Τέλος, το παρόν Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έως το χρόνο που τέλεσε τα ως άνω εγκλήματα, έζησε έντιμη ατομική - οικογενειακή -επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί σε αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον άνω κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, συνιστάμενη κατά πιστή αντιγραφή από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ο κατηγορούμενος Χ1 στον παρακάτω τόπο και χρόνο έκανε χρήση της ως άνω υπό στοιχείο (1) της κατηγορίας ψευδούς βεβαίωσης που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του Χ2. Ειδικότερα στις 30-3-2001 την προσεκόμισε στο ακροατήριο του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, προκείμενου, γνωρίζοντας το ψευδές περιεχόμενό του, να πετύχει την απαλλαγή του σε δεύτερο βαθμό (πράγμα που τελικώς πέτυχε) από την κατηγορία της παράβασης του νόμου 1337/1983 (περί αυθαιρέτων) που είχε τελέσει βάσει την υπ αρ. ... έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομικής αρχής του Δήμου .... Για την πράξη αυτή είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1 έζησε ως το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξεως, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 84 § 2α', 242 §§ 1, 4 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Εντεύθεν δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) από το περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι η κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε μόνο στο περιεχόμενο των ειδικών μνημονευομένων σε αυτό εγγράφων και απέφυγε το συσχετισμό αυτών προς την κατάθεση των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού από το άνω σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα άνω αναφερόμενα μέσα, 2) ότι ουδόλως έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αφού ρητά αναφέρει στο σκεπτικό το όνομα αυτής και 3)το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις για κάθε έγγραφο, αφού για όλα τα έγγραφα προέβη σε τέτοια κρίση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2008 υπ' αριθμ. πρωτ. 9913/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση εν γνώσει πλαστού εγγράφου. Έννοια εγκλήματος αυτού. Έλλειψη εμπεριστατωμένης και ειδικής αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 2
|
Αριθμός 913/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νίκα, για αναίρεση της 317/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 17 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 469/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη ms παρ. 1 του άρ. 24 (περ. ιβ') του Ν. 2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση τns περιουσιακής τους κατάστασης περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Κατά δε τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου παραπάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρ. 13 παρ. 1 του Ν. 2836/2000, η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε 30 ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματός τους και επανυποβάλλεται αυτή κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητος ή της διατήρησης της ιδιότητος των υποχρέων και επί τρία χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρύτερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρ. 25 του ίδιου ως άνω Ν. 2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακή κατάσταση περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγου, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους. Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρ. 27 του ιδίου ως άνω Ν. 2429/1996, "Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρ. 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών. Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσει που περιείχαν τα άρ. 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρ. 1 μέχρι και 4 του Ν. 3213/2003 "Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31.12.2003) και ο οποίος με το άρ. 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρ. 24 έως και 29 του πρώτου νόμου (Ν. 2429/1996). Έτσι στο νέο Ν. 3213/2003, με το άρ. 1 παρ. 1 περ. ια' ορίσθηκε ότι δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης και της περιουσιακής κατάστασης των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθορίσθηκαν συγκεκριμένες προθεσμίες μέσα στις οποίες υποβάλλονται οι δηλώσεις της περιουσιακής κατάστασης από του υπόχρεους με το άρ. 2 παρ. 1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, με το άρ. 3 παρ. 2εδ. α, βί, δ, 4 και 5 αυτού ορίσθηκε, πλην άλλων, ότι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων στ' έως και ιε' της παρ. 1 του άρ. 1, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, υποβάλλονται σε πενταμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και προεδρεύεται από αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ότι οι δηλώσεις των προσώπων ms περίπτωσης ια' της παρ. 1 του άρ. 1 (δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών) ελέγχονται υποχρεωτικώς κάθε έτος, ότι μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση, στην οποία περιέχονται οι διαπιστώσει σχετικά με το περιεχόμενο των δηλώσεων και τυχόν παραβάσεις του νόμου και αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο και ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου οι Επιτροπές, δια των προέδρων τους, μπορούν να καλούν τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι ημερών, και τέλος με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρ. 4 του αυτού Ν. 3213/2003 ορίσθηκε ότι "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρ. 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2429/1996 και του Ν.3213/2003 συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ελεγχόμενος δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός από αμέλειά του παραλείπει να υποβάλει, μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία, τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης ή υποβάλει από αμέλειά του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή δήλωση που δεν περιέχει όλα τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρ. 2 παρ. 1α του Ν. 2313/2003 και πριν την ισχύ αυτού άρ. 25 παρ. 1 του Ν. 2429/1996), στοιχειοθετείται σε βάρος του, αντικειμενικά και υποκειμενικά, η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρ, 4 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3213/2003 και πριν από την ισχύ αυτού (31.12.2003) από τη διάταξη της παρ. 3 του άρ. 27 του Ν. 2429/1996. Η πράξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση ms οποίας πραγματώνεται με την παράλειψη από τον υπόχρεο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ή με την υποβολή από αυτόν ανακριβούς τέτοιας δήλωσης, προβλέπεται και τιμωρείται από την ως άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρ. 4 του Ν. 3213/2003, ως αυτοτελές έγκλημα (πλημμέλημα), ανεξάρτητο από εκείνο που προβλέπει η παράγραφος 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία "ελεγχόμενος, ο οποίος αποκτά ή προσπορίζει σε τρίτο περιουσιακό όφελος επωφελούμενος της ιδιότητάς του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές", δεδομένου ότι η πρώτη διάταξη δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας προς τη δεύτερη. Από τις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα, εκείνης του άρθρ. 27 § 3 εδ. τελ. Ν. 2429/96 σε συνδυασμό με εκείνη του αρ. 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη του. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διάκρισης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρ. 510 παρ.1. Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την, κατ' αυτόν τον τρόπο, τελούμενη σωματική βλάβη από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 Π.Κ. αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ.. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα που τελείται από παράλειψη μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε να προσδιορίζεται και ο επιτακτικός κανόνας του δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 317/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του ισόβιου δικαστικού λειτουργού, (Πρόεδρος Εφετών στο Εφετείο Αθηνών), υπέβαλλε κάθε χρόνο, όπως είχε υποχρέωση, λόγω της ιδιότητάς του αυτής δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του ιδίου, της συζύγου του και του ανήλικου τέκνου τους, που έπρεπε κατά νόμον να περιέχονται λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής τους περιουσιακά τους στοιχεία. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος: Α)Στη δήλωση του έτους 2002, που υπέβαλε στις 4-7-2002, δήλωσε ότι ο ίδιος και η σύζυγός του Σ1 ήταν κάτοχοι και δικαιούχοι μετοχών, REPOS και αμοιβαίων κεφαλαίων, χωρίς να προσδιορίζει τον αριθμό, το είδος και κυρίως την αξία των εν λόγω μετοχών και των λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα, εκτός από το ανακριβές της δηλώσεως, να καθίσταται και δυσχερής ή και αδύνατος ο σχετικός έλεγχος. Στην ίδια δήλωση δεν δήλωσε επενδυτικά κεφάλαια REPOS ποσού, κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης 277.199 ευρώ, που είχε στον υπ' αριθμ. .... κοινό με την ανήλικη θυγατέρα του Θ1 λογαριασμό στην ALPHA BANK, τον οποίον είχε ανοίξει στις 30-10-2001. Επίσης ενώ στη δήλωση αυτή, δήλωσε καταθέσεις στην ίδια ως άνω Τράπεζα 17.000 ευρώ και 110.000 ευρώ, κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης είχε στον μεν υπ' αριθμόν .... κοινό με τους .... και την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του λογαριασμό της ALPHA BANK 159.544,66 ευρώ, στον δε υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας καταθέσεις 23.159,61 ευρώ. Επίσης στην ίδια δήλωση, ουδέν ποσό δήλωσε για την ανήλικη θυγατέρα του Θ1 μολονότι αυτή ήταν συνδικαιούχος του ανωτέρω υπ' αρ. .... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους 159.544,66 ευρώ. Επίσης στην ίδια δήλωση ουδόλως δηλώθηκε για την σύζυγό του το ποσό των 31.408,65 ευρώ, το οποίο διεκινείτο για τη διάθεση και εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, δυνάμει του υπ' αρ. ... χαρτοφυλακίου, το οποίο διατηρούσε στην Τράπεζα NOVA BANK, η σύζυγός του, με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους. Ακόμα στην ίδια δήλωση δεν δηλώθηκε υπόλοιπο 29.374,08 ευρώ του υπ' αρ. .... λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου η σύζυγός του, με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους. Τέλος στην ίδια δήλωση δεν δηλώθηκε υπόλοιπο 26.250 ευρώ του το' αριθμ. .... λογαριασμού, που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου η σύζυγός του με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους. Β)Στη δήλωση του έτους 2003, που υπέγραψε στις 24-6-2003, δήλωσε ότι αυτοί και η σύζυγός του Σ1 ήταν κάτοχοι και δικαιούχοι μετοχών, REPOS και αμοιβαίων κεφαλαίων (αμοιβαίων κεφαλαίων μόνο ο ίδιος), χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός (ποσότητα), το είδος και κυρίως η αξία των εν λόγω μετοχών και των λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με τα αυτά ως άνω αποτελέσματα. Στην ίδια δήλωση ουδόλως ανέφερε την κατά τον ανωτέρω χρόνο αξία των επενδυτικών κεφαλαίων, REPOS, ενώ όπως προκύπτει από τον υπ' αρ. .....κοινό με την ανήλικη θυγατέρα του λογαριασμό στην ALPHA BANK, η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων, κατά τον παραπάνω χρόνο, ανήρχετο σε 283.237 ευρώ. Επίσης ουδέν ποσό καταθέσεως δήλωσε για την ανήλικη θυγατέρα του, ενώ αυτή ήταν δικαιούχος του υπ' αρ. .... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύφους 50.486,26 ευρώ. Ακόμη, δεν αναφέρθηκε υπόλοιπο 29.347,08 ευρώ του υπ' αρ. ....λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου η σύζυγός του με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους. Τέλος στην ίδια δήλωση δεν δηλώθηκε υπόλοιπο 26.254,98 ευρώ του υπ' αριθμ. .... λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου η σύζυγός του με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους.
Γ)Στη δήλωση του έτους 2004, που έκανε στις 17-6-2004, δήλωσε ότι ήταν κάτοχος και δικαιούχος μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, χωρίς να προσδιορίζει τον αριθμό (ποσότητα), το είδος και ιδιαίτερα την αξία των εν λόγω μετοχών και των επενδυτικών κεφαλαίων, με τα αυτά ως άνω αποτελέσματα. Επίσης ουδόλως αναφέρει τον, κατά τον χρόνο υποβολής της, αξία των επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ενώ όπως προκύπτει από τους υπ' αρ. .... και ..... κοινούς με την ανήλικη θυγατέρα του λογαριασμούς στην ALPHA BANK, που είχε ανοίξει στις 30-10-2001 και 1-3-2004 αντιστοίχως, η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων REPOS ανήρχετο κατά τον ανωτέρω χρόνο, στο ποσό των 288.543,09 ευρώ. Τέλος στην αυτή δήλωση ουδέν ποσό καταθέσεως αναφέρει για την ανήλικο θυγατέρα του, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθ. .... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους, κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης, 111.511,29 ευρώ.
Δ)Στη δήλωση του έτους 2005, που έκανε στις 31-5-2005, δήλωσε ότι ήταν κάτοχος και δικαιούχος μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, χωρίς να αναφέρει τον αριθμό (ποσότητα), το είδος και ιδιαίτερα την αξία των εν λόγω μετοχών και λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με τα αυτά ως άνω αποτελέσματα. Επίσης ουδόλως αναφέρει την κατά το χρόνο υποβολής της, αξία των επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ενώ όπως προκύπτει από τους υπ' αριθμ. .... και ..... κοινούς με την ανήλικη θυγατέρα του λογαριασμούς στην ALPHA BANK, που είχε ανοίξει στις 30-10-2001 και 1-3-2004 αντίστοιχα, η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ανερχόταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στο ποσό των 293.671,01 ευρώ. Τέλος στην ίδια δήλωση δεν ανέφερε κανένα ποσό καταθέσεως για την ανήλικη θυγατέρα του, αν και αυτή ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθ. .... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης, 22.235,42 ευρώ.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το έντυπο δεν είχε αντίστοιχη στήλη για να δηλωθεί η αξία των χρεωγράφων και ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να αναφέρει την ανήλικη κόρη του ως συνδικαιούχο. Όμως, ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του: Η εντελώς αόριστη αναφορά του σε "μετοχές, REPOS και αμοιβαία κεφάλαια" ισοδυναμούσε ουσιαστικά με παράλειψη της δηλώσεώς τους, αφού δεν εξειδικεύονται περαιτέρω αυτά, ούτε και η περιουσιακή τους αξία, όπως απαιτεί το γράμμα και ο σκοπός του νόμου (2429/1996 και 3213/2003), που όφειλε να γνωρίζει ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητάς του, με συνέπεια ο έλεγχος του δικαιολογημένου ή μη της κατοχής τους ν καθίσταται δυσχερής αν όχι ανέφικτος. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του που αφορά την ανήλικη θυγατέρα του, έπρεπε ο κατηγορούμενος λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του, να γνωρίζει ότι η συμμετοχή της ανήλικης κόρης του σε αξιόγραφα και λογαριασμούς, έπρεπε να δηλωθεί και στη μερίδα της, ακόμη και αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία είχαν δηλωθεί στη μερίδα άλλου συνδικαιούχου.
Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η υποβολή των ως άνω ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης εκ μέρους του κατηγορουμένου, έγινε από πρόθεση, αφού δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι όσα περιουσιακά στοιχεία δεν δηλώθηκαν τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2005, είχαν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο ή από παράνομη πηγή, πράγμα που δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, αλλά είναι προφανές ότι συνδέεται ευθέως με συγκεκριμένο κίνητρο, του υποβάλλοντος ανακριβή δήλωση να αποκρύψει περιουσιακά του στοιχεία από την Υπηρεσία, η οποία πρόθεση θα υπήρχε κατά βάση για ένα τέτοιο λόγο. Όμως τέτοιο λόγο δεν είχε ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει και από τον ίδιο το παραπεμπτικό βούλευμα (214/2006 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά), το οποίο, αναφορικά με την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη βάσει του άρθρου 27 παρ. 1 Ν. 2429/1996 (απόκτηση περιουσιακού οφέλους δια της εκμεταλλεύσεως της ιδιότητάς του ως δικαστικού λειτουργού), το οποίο (βούλευμα) αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για την πράξη αυτή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η απόκτηση των μη δηλωθέντων περιουσιακών στοιχείων οφείλεται σε εκμετάλλευση της δικαστικής του ιδιότητας, όχι μόνο διότι δεν προέκυψε εμπλοκή του σε παραδικαστικά κυκλώματα, αλλά και διότι η απόκτησή τους δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατάγεται από εύπορη οικογένεια της Λευκάδας, με σημαντική περιουσία και μεγάλα εισοδήματα. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι ανακρίβειες και οι ελλείψεις στις επίμαχες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του κατηγορουμένου, οφείλονται σε αμέλειά του, συνισταμένη στο ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια, που κατά την περίσταση αυτή, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την σύνταξη των δηλώσεων, ώστε αυτές να είναι ακριβείς, αλλά τις συνέτασσε με πρόχειρο τρόπο και χωρίς να δίνει τη δέουσα προσοχή. Η κρίση του δικαστηρίου περί της εξ αμελείας τελέσεως της πράξεως, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της αναγνωσθείσας υπ' αριθ. πρωτ. 780/14-6-2006 πράξης αρχειοθέτησης του Προέδρου του Συμβουλίου επιθεώρησης των Δικαστηρίων Νικολάου Γεωργίλη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το οποίο η υποβολή ανακριβών δηλώσεων εκ μέρους του κατηγορουμένου, για τα έτη 2001-2005 οφείλεται σε ελαφρά αμέλειά του, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μόνο ποινή επίπληξης, γι' αυτό και δεν κρίνεται σκόπιμο να ασκηθεί κατ' αυτού πειθαρχική αγωγή. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος εξ αμελείας κατ' εξακολούθηση της πράξεως που του αποδίδεται, και αφορά τα έτη 2002 έως και 2005. Στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α ΠΚ καθόσον, όπως αποδείχθηκε, μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξεως, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων από αμέλεια κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: "Στην ...., κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, όντας ισόβιος δικαστικός λειτουργός και δη Πρόεδρος Εφετών στο Εφετείο Αθηνών κατά τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2005, αν και είχε λόγω της ιδιότητας του αυτής υποχρέωση, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25 του Ν. 2429/96, σε συνδ. με τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 3213/03, να υποβάλλει κάθε χρόνο δήλωση περιουσιακής κατάστασης στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία του ιδίου, της συζύγου του και των ανηλίκων παιδιών του (ακίνητα, εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, εναέρια και πλωτά μεταφορικά μέσα, οχήματα, συμμετοχές σε επιχειρήσεις, χρεόγραφα, καταθέσεις εισοδήματα και οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή), κατά τους κατωτέρω χρόνους, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία όφειλε στην περίσταση αυτή και μπορούσε να καταβάλει, συνιστάμενη στο ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά τη σύνταξη των κάτωθι δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, υπέβαλε αυτές με ανακριβή και ελλιπή στοιχεία και συγκεκριμένα: Α) Στη δήλωση του έτους 2002, που κατέθεσε στις 4-7-2002: Δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του Σ1 ήσαν κάτοχοι και δικαιούχοι μετοχών, REPOS και αμοιβαίων κεφαλαίων, χωρίς να αναφέρει τον αριθμό, το είδος και ιδιαίτερα την αξία των εν λόγω μετοχών και των λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων (REPOS, αμοιβαίων κεφαλαίων), με αποτέλεσμα εκτός του ανακριβούς της δηλώσεως, να καθίσταται δυσχερής ή και αδύνατος ο συγκεκριμένος έλεγχος. Στην ίδια δήλωση δεν δήλωσε επενδυτικά κεφάλαια REPOS, ύψους κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης 277.199 ευρώ, που είχε στον υπ' αριθμό ...... κοινό με την ανήλικη θυγατέρα του Θ1 λογαριασμό στην ALPHA BANK, που άνοιξε σης 30-10-2001. Επίσης ενώ στην ίδια δήλωση δήλωσε καταθέσεις στην τράπεζα ALPHA BANK 17.000 ευρώ και110.000 ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης είχε στον μεν υπ' αριθμό ....κοινό με τους ....και την ανωτέρω ανήλικη Θυγατέρα του Θ1 λογαριασμό της ALPHA BANK 159.544,66 ευρώ, στον δε υπ' αριθμό ..... λογαριασμό της ίδιας τράπεζας καταθέσεις ύψους 23.159,61 ευρώ. Ακόμη, στην ίδια ως άνω δήλωση ουδέν ποσό δήλωσε για την ανήλικη θυγατέρα του Θ1, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος του ανωτέρω υπ' αριθμό ..... λογαριασμού στην ALPHA ΒΑΝΚ ύψους 159.544,66 ευρώ. Επίσης, στη δήλωση αυτή ουδόλως δήλωσε για τη σύζυγο του Σ1 το ποσό των 31.408,65 ευρώ, το οποίο διεκινείτο για τη διάθεση και εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, δυνάμει του υπ' αριθμ .... χαρτοφυλακίου, το οποίο διατηρούσε στην τράπεζα NOVA BANK ή ανωτέρω σύζυγος του, με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα του Θ1. Ακόμη, στην ίδια δήλωση δεν δήλωσε υπόλοιπο 29.347,08 ευρώ του υπ' αριθμό .... λογαριασμού που είχε στην Τράπεζα Κύπρου η ανωτέρω σύζυγος του Σ1, με συνδικαιούχο την ως άνω ανήλικη θυγατέρα τους. Τέλος στην αυτή δήλωση δεν δήλωσε υπόλοιπο 26.250 ευρώ του υπ' αριθμού .... λογαριασμού που είχε στην Τράπεζα Κύπρου η ως άνω σύζυγός του, με συνδικαιούχο την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του Θ1. Β) Στην δήλωση του έτους 2003, που υπέγραψε στις 24-6-2003: Δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του Σ1 ήσαν κάτοχοι και δικαιούχοι μετοχών, REPOS και αμοιβαίων κεφαλαίων (αμοιβαίων κεφαλαίων μόνον ο ίδιος), χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός (ποσότητα), το είδος και ιδιαίτερα η αξία των εν λόγω μετοχών και των λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με τα αυτά ως άνω αποτελέσματα. Στην ίδια· δήλωση, ουδόλως ανέφερε την κατά τον ανωτέρω χρόνο αξία των επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ενώ, όπως προκύπτει από τον υπ αριθμό .... κοινό με την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του Θ1 λογαριασμό στην ALPHA BANK, η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων κατά τον χρόνο αυτό ανήρχετο σε 283.237 ευρώ. Επίσης στην αυτή δήλωση ουδέν ποσό καταθέσεως δήλωσε για την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθμό ..... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους 50.486,25 ευρώ. Ακόμη, στην ίδια δήλωση δεν δήλωσε υπόλοιπο 29.347,08 ευρώ του υπ' αριθμό .... λογαριασμού που είχε στην Κύπρου η σύζυγος του Σ1, με συνδικαιούχο την ανήλικη θυγατέρα τους Θ1. Τέλος, στην αυτή δήλωση δεν υπόλοιπο 26.254,98 ευρώ του υπ' αριθμό ..... λογαριασμού διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου η σύζυγος του Σ1, με συνδικαιούχο την πιο πάνω ανήλικη θυγατέρα τους. Γ) Στη δήλωση του έτους 2004, που έκανε στις 17-6-2004: Δήλωσε ότι ήταν κάτοχος και δικαιούχος μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, χωρίς να προσδιορίζει τον αριθμό (ποσότητα), το είδος και ιδιαίτερα την αξία των εν λόγω μετοχών και λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα, εκτός του ανακριβούς της δηλώσεως, να καθίσταται δυσχερής ή και αδύνατος ο συγκεκριμένος έλεγχος. Στην ίδια δήλωση, ουδόλως ανέφερε την κατά τον χρόνο υποβολής της αξία των επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ενώ, όπως προκύπτει από τους υπ' αριθμό .... και .... κοινούς με την ανήλικη θυγατέρα του Θ1 λογαριασμούς στην ALPHA BANK, που άνοιξαν στις 30-10-2001 και 1-3-2004 αντιστοίχως η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων REPOS ανήρχετο κατά τον ανωτέρω χρόνο στο ποσό των 288.543,09 ευρώ. Τέλος, στην αυτή δήλωση ουδέν ποσό καταθέσεως ανέφερε για την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθμό .... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης 111.511,29 ευρώ. και Δ) Στη δήλωση του έτους 2005, που έκανε στις 31-5-2005: Δήλωσε ότι ήταν κάτοχος και δικαιούχος μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων και REPOS, χωρίς να προσδιορίζει τον αριθμό (ποσότητα), το είδος και ιδιαίτερα την αξία των εν λόγω μετοχών και λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων, με τα αυτά ως άνω αποτελέσματα. Στην ίδια δήλωση ουδόλως ανέφερε την κατά τον χρόνο της υποβολής της αξία των επενδυτικών κεφαλαίων REPOS, ενώ, όπως προκύπτει από τους υπ' αριθμό .... και ..... κοινούς με την ανήλικη θυγατέρα του Θ1 λογαριασμούς στην ALPHA BANK, που άνοιξαν στις 30-10-2001 και 1-3-2004 αντιστοίχως, η αξία των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων REPOS ανήρχετο κατά τον ανωτέρω χρόνο στο ποσό των 293.367,01 ευρώ. Τέλος, στην αυτή δήλωση ουδέν ποσό καταθέσεως ανέφερε για την ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα του, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθμό ..... λογαριασμού στην ALPHA BANK, ύψους, κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης 22.235,42 ευρώ. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, επέβαλε στον κηρυχθέντα με το άνω ελαφρυντικό ένοχο αναιρεσείοντα, ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερείται δε και νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύεται ποιο είδος αμέλειας συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, αφού στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνονται διάφορες παραλείψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων του ιδίου, της συζύγου του και του ανήλικου τέκνου του κατά τα έτη 2002-2005 και ότι οι ανακρίβειες και οι ελλείψεις στις επίμαχες δηλώσεις του (κατηγορουμένου) οφείλονται σε αμέλειά του συνιστάμενη στο ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια που, κατά την περίσταση αυτή, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την σύνταξη των δηλώσεων ώστε αυτές να είναι ακριβείς, αλλά τις συνέτασσε με πρόχειρο τρόπο και χωρίς να δίνει τη δέουσα προσοχή. Στο διατακτικό διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος του ότι κατά τα έτη 2002-2005, αν και είχε λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου Εφετών, υποχρέωση, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25 του Ν.2429/96 σε συνδ. με τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 3213/03, να υποβάλει κάθε χρόνο δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, κατά τους χρόνους αυτούς από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία όφειλε στην περίσταση αυτή και μπορούσε να καταβάλει (συνιστάμενη στο ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά τη σύνταξη των δηλώσεων αυτών), υπέβαλε αυτές με ανακριβή και ελλιπή στοιχεία. Δηλαδή, κηρύσσεται ένοχος με την παραδοχή συνδρομής και των δύο ειδών αμέλειας. Έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 ΠΚ και 24 και 25 του Ν. 2429/1996, σε συνδ. με τα άρθρ. 1 και 2 του Ν. 3213/03, τις οποίες το Δικαστήριο εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α), έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ, αντιστοίχως, της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 317/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υποβολή ανακριβούς δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εξ αμελείας κατ’ εξακολούθηση από δικαστικό λειτουργό. Δεν εξειδικεύεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό ποιο είδος αμέλειας συνέτρεξε (ενσυνείδητη ή χωρίς συνείδηση). Καθίσταται έτσι ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο. Αναιρεί και παραπέμπει προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Περουσιακής κατάστασης ανακριβής δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 911/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009 και 1 Απριλίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 Αλβανού υπηκόου, κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ...., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, κατά της υπ' αριθμ. 2/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/23.12.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Λαμίας Χρυσαφούλας Ζαλαούρα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2018/2008.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμ. εκθ. 1/23-12-2008 έφεση κατά της με αριθμ. 2/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος Χ1 για να εκτίσει υπόλοιπο συνολικής ποινής φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 363/9-11-1999 απόφαση του Δικαστηρίου Fieri Αλβανίας για ληστεία κατά συναυτουργία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Λαμίας και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρα 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Όμως, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961, κυρώθηκε και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, για όσα ζητήματα δεν καλύπτονται από την από 17-5-1993 διμερή σύμβαση Ελλάδος και Αλβανίας περί Δικαστικής Αρωγής, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 και περιέχει στα άρθρα 31 επόμ. ορισμένες διατάξεις περί εκδόσεως . Στο άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο και έξι μηνών τουλάχιστον κατά το άρθρο 31 παρ.2 του άνω Ν. 2311/1995. Επίσης κατά το άρθρο 34 του Ν. 2311/1995, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να αναφέρει το όνομα του εκζητουμένου προσώπου, την κατοικία ή διαμονή του, τη φύση του εγκλήματος και τη ζημιά που προκάλεσε και πρέπει να συνοδεύεται : α) αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής από την απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, β) από το κείμενου του ποινικού νόμου του αιτούντος μέρους σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, γ) από την εξωτερική περιγραφή του εκζητουμένου προσώπου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της άνω Ευρωπαϊκής συμβάσεως, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: "Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητεί και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού". Από τις παραπάνω διατάξεις αυτές, συμπληρούμενες, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 2 του κυρώσαντος τη σύμβαση ν. 4165/1961, δια του οποίου διατυπώνονται ρητά επιφυλάξεις εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ημεδαπού ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου ζητείται ο εκζητούμενος προκειμένου να εκτίσει τη δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί η απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή όχι όμως και αμετάκλητη, όπως ορίζει το άρθρο 443 παρ.1 του ΚΠοινΔ, διότι δια του άρθρου 2 του ν. 4165/1961, δεν διατυπώθηκε επιφύλαξη εφαρμογής και της διατάξεως αυτής του άρθρου 443 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπως διατυπώθηκε σε άλλες διατάξεις, αλλά και διότι κατά το άρθρο 436 παρ.1 οι διατάξεις του ΚΠοινΔ ρυθμίζουν τα ζητήματα εκδόσεως, όταν ελλείπει σύμβαση, η οποία όμως στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει. Επίσης δεν ερευνάται το βάσιμο της κατηγορίας, διότι μεταξύ των συνοδευόντων την αίτηση εγγράφων, δεν απαιτείται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 12 παρ.2 της συμβάσεως, ή κατ' άλλη διάταξη, η επισύναψη και εγγράφων, από τα οποία να βεβαιώνεται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής, αλλά και διότι κατά το άρθρο 443 παρ.1 και 437 του ΚΠοινΔ, η βεβαίωση υπάρξεως ενδείξεων ενοχής απαιτείται μόνον επί εκδόσεως προς παραπομπή σε δίκη και όχι στην προκείμενη περίπτωση εκδόσεως προς εκτέλεση αποφάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, εκδόθηκε η με αριθμό 244/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και με αυτήν ζητήθηκαν από το αιτούν κράτος της Αλβανικής Δημοκρατίας ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες και στοιχεία, τα οποία ήδη προσκομίσθηκαν και πρέπει η υπόθεση να ερευνηθεί στην ουσία της, σαφώς εισαγομένης αιτήσεως εκδόσεως του αιτούντος κράτους της Αλβανικής Δημοκρατίας. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη δια διερμηνέα κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος- πατέρα του εκζητουμένου, που περιέχεται στα με αριθ, 244/2009 πρακτικά συνεδριάσεώς του, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα προσκόμισεν και εξέθεσεν ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του, προφορικώς στο ακροατήριο και με τα ενώπιον του Συμβουλίου έγγραφα υπομνήματά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει στην Αλβανία υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 213/9-11-1999 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής επαρχίας Fieri Αλβανίας για ληστεία κατά συναυτουργία. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή ...., με το με αριθμ. 2/2008 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Λαμίας, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανικής Δημοκρατίας, με την υπ' αριθμ. ..... ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθμ. ..... σχετική αίτηση- έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας με το ..... έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική γλώσσα έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 263/1999 απόφαση του Πρωτοδικείου Fieri Αλβανίας, η οποία επικυρώθηκε με την προσαγόμενη 103/27-6-2000 απόφαση του Εφετείου Αυλώνος Αλβανίας και έγινε εκτελεστή με το προσαγόμενο από 24-11-1999 ένταλμα της Εισαγγελίας της δικαστικής επαρχίας Fieri Αλβανίας, το οποίο ένταλμα επαναλήφθηκε από την εν λόγω αρμόδια Εισαγγελία με το με αριθ. 41/9-2-2009 ένταλμα εκτελέσεως, 2) οι εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 50 και 139 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στην αξιόποινη πράξη και την προβλεπόμενη ποινή για τη πράξη αυτή της ληστείας, για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, οι διατάξεις δε αυτές επισυνάπτονται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται, έγινε επισήμως από το Αλβανικό κείμενο, 3)το από ..... πιστοποιητικό γεννήσεως του εκζητουμένου, του Ληξιαρχείου ...... Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται η κατά συναυτουργία ληστεία από τα άρθρα 1, 14, 26, 45 και 380 παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος. Από τη με αριθ. 263/ 1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του Fieri Αλβανίας προκύπτει ότι ο εκζητούμενος Αλβανός υπήκοος, χωρίς να είναι παρών, αλλά εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Anton Beta, καταδικάσθηκε, κατά συναυτουργία με άλλους τρεις ομοεθνείς του, για το αδίκημα της κλοπής δια βίας, (25, 139 Αλβανικού Ποινικού Κώδικα), σε φυλάκιση διάρκειας έξι ετών και έξι μηνών, για το ότι στις ..... όλοι μαζί, μετά πρόταση του εκζητουμένου, στην ..... επιβιβασθέντες σε Αλβανικό λεωφορείο που μετέφερε επιβάτες Αλβανούς από Ελλάδα στην Αλβανία, στην περιοχή .... Αλβανίας, ζήτησαν και στη συνέχεια δια βίας άρπαξαν τα χρήματα των επιβατών από τις τσέπες τους, μάλιστα ο εκζητούμενος κτύπησε με μαχαίρι και τραυμάτισε στον ώμο τον αντισταθέντα επιβάτη .... παίρνοντάς του ταυτόχρονα το διαβατήριο, που είχε Ελληνική θεώρηση παραμονής διάρκειας ενός έτους, ότι στα χέρια του εκζητουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τα αφαιρεθέντα χρήματα 8.500 Λεκ και ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι αναγνωρίσθηκαν από τους μάρτυρες επιβάτες, ενώ το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ των τεσσάρων κατηγορουμένων, τον υψηλότερο βαθμό επικινδυνότητας φέρει ο νυν εκζητούμενος, διότι είναι αυτός που πρώτος εκδήλωσε την εγκληματική σκέψη και είναι ο οργανωτής κατά τη διάρκεια της ληστείας. Ο εκζητούμενος ήταν προφυλακισμένος από 18-10-1996 που συνελήφθη μέχρι 3-3-1997, που απέδρασε από τις φυλακές, όπως πολλοί άλλοι λόγω πολιτικών αναταραχών στην Αλβανία και προκηρύχθηκε σε αναζήτηση, με βάση απόφαση για ορισμό μέτρου ασφαλείας " κράτησης σε φυλακή", αλλά επειδή δε βρέθηκε, η εκδίκαση σε βάρος του, έγινε ως άνω ερήμην του, αλλά με εκπροσώπησή του από δικηγόρο που του διόρισε το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Αλβανικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η άνω πρωτοβάθμια απόφαση έγινε κατά τον Αλβανικό νόμο τελεσίδικη στις 20-11-1999, χωρίς έφεση από τους διαδίκους και ο αρμόδιος εισαγγελέας του Δικαστηρίου του Νομού Fieri, εξέδωσε σε βάρος του εκζητουμένου καταδικασθέντος το προσαγόμενο ένταλμα εκτελέσεως της αποφάσεως της 24-11-1999. Όμως, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος, που παραδόθηκε από το δικηγόρο του, με ειδικό πληρεξούσιο, το Δικαστήριο του Fieri, με παρασταθέντα τον υπ'αυτού του ιδίου ορισθέντα ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Hysen Spahiu, με την 84/14-4-2000 απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση του εκζητουμένου και του χορήγησε δικαίωμα εφέσεως και μετά ταύτα ο εκζητούμενος άσκησε το δικαίωμα εφέσεως στο Εφετείο Αυλώνας. Από την άνω προσαγόμενη απόφαση προκύπτει η ως άνω δια δικηγόρου εκπροσώπησή του στο Δικαστήριο και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, το δε σχετικό από 29-2-2000 αποδεικτικό επιδόσεως υπογράφει μέλος της οικογένειας του καταδικασθέντος. Το Εφετείο της Αυλώνας, με τη με αριθ. 103/ 27-6-2000 προσαγόμενη απόφασή του, προκύπτει ότι ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε τους ισχυρισμούς, όπως και την έφεση του κατηγορουμένου εκζητουμένου ως αβάσιμη, διατηρήσαν την ισχύ της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, γι' αυτό και το παραπάνω αρχικό ένταλμα εκτελέσεως της 24-11-1999, παρέμεινε σε ισχύ, ενώ εκ περισσού, λόγω των ζητηθεισών διευκρινίσεων, εκδόθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα του Fieri και το νεότερο με αριθ. ταυτόσημο 41/9-2-2009 ένταλμα εκτελέσεως της αποφάσεως. Επομένως ο εκζητούμενος άσκησε δια δικηγόρου, στον οποίον χορήγησε ο ίδιος στην Αλβανία ειδικό πληρεξούσιο το δικαίωμα εφέσεως, μετά από δικαστική απόφαση χορηγήσεως δικαιώματος εφέσεως, που προκάλεσε ο ίδιος με αίτησή του και κατά την εκδίκαση της κατηγορίας στο Εφετείο της Αυλώνας Αλβανίας, εκπροσωπήθηκε από τον ορισθέντα από τον ίδιο συνήγορό του Hysen Spahiu, με βάση ειδικό πληρεξούσιο, όπως βεβαιώνεται στο με αριθ. 108/2/16-2-2009 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανικής Δημοκρατίας και το προσαγόμενο με αριθ. 568/1/ 9-2-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Fieri του Altin Binaj. Από το ως παραπάνω προσαγόμενο από 6-3-2000 ειδικό πληρεξούσιο, προκύπτει ότι ο ίδιος ο εκζητούμενος παρουσιάστηκε την άνω ημερομηνία προσωπικά στο συμβολαιογράφο Τεπελενίου Robert Salia, με πιστοποιητικό γεννήσεως Ληξιαρχείου μετά φωτογραφίας του και δήλωσε ότι διορίζει εκπροσώπους του, τους δικηγόρους Hysen Spahiu και Deli Abili, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Fieri ο πρώτος και της Αυλώνας ο δεύτερος, για να τον υπερασπίσουν στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, κατά της ερήμην του εκδοθείσας με αριθ. 263/1999 πρωτοβάθμιας αποφάσεως, στο Εφετείο της Αυλώνας και στο Ανώτατο Δικαστήριο των Τιράνων αντίστοιχα και υπέγραψε το πληρεξούσιο αυτό ενώπιον του συμβολαιογράφου, η δε σήμερα γενόμενη αμφισβήτηση της υπογραφής του αυτής δε γίνεται αποδεκτή.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεως του εκζητουμένου στις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές, για να εκτίσει το υπόλοιπο της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής, με βάση τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση και με βάση νόμιμο ένταλμα εκτελέσεως του αρμόδιου Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του Fieri Αλβανίας. Ειδικότερα, προκύπτει ότι: α) υπάρχει τελεσίδικη και εκτελεστή καταδικαστική απόφαση και νόμιμο ένταλμα εκτελέσεως της αποφάσεως από αρμόδιο Εισαγγελέα, τηρήθηκε δε δημοσιότητα στις δίκες που έγιναν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αποστολή και ιδιαίτερων πρακτικών της δίκης αφού προκύπτει ότι οι προσαγόμενες αποφάσεις περιέχουν και τα πρακτικά συνεδριάσεως και της όλης διαδικασίας και επομένως παραδεκτά και νόμιμα κινήθηκε η διαδικασία εκδόσεως από το αιτούν κράτος. β) ο εκζητούμενος κατηγορούμενος, καταζητούμενος, λόγω αποδράσεως, δικάστηκε ως μη ανευρεθείς, στον πρώτο βαθμό, ερήμην μεν αλλά εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο που του διόρισε το Δικαστήριο, στη συνέχεια άσκησε έφεση και στο εφετείο εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο που ο ίδιος προσωπικά είχεν ορίσει με ειδικό πληρεξούσιο και ο δικηγόρος του αυτός άσκησε τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και παριστάμενος κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, μπορούσε να προσφύγει και στο ανώτατο Δικαστήριο των Τιράνων, πράγμα που δεν έπραξε, ούτε ο δεύτερος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του της Αυλώνας, που είχεν ορίσει προς το σκοπό αυτό με το ειδικό πληρεξούσιο και επομένως δεν παραβιάσθηκαν ούτε καταστρατηγήθηκαν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 5, 6, 8 της ΕΣΔΑ και 2 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δικαιώματά του, γ) τα προσαγόμενα έγγραφα είναι όλα νόμιμα αντίγραφα από τα πρωτότυπα, εκδοθέντα από τις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας, σε επίσημη νόμιμη μετάφραση και δεν ήταν αναγκαίο κατά το νόμο και τις άνω συμβάσεις να αποσταλούν τα πρωτότυπα, δ) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπάρχει ανασφάλεια δικαίου στο Αλβανικό κράτος ή ότι γίνονται βασανιστήρια και υπάρχουν απαράδεκτες συνθήκες κρατήσεως στις φυλακές της Αλβανίας και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων, οι δε μεμονωμένες καταδίκες της Αλβανίας από το ΕΔΔΑ για παραβιάσεις της ΕΣΔΑ, δε μπορούν να οδηγήσουν σε γενικευμένο αντίθετο συμπέρασμα, όπως υποστηρίζει στο υπόμνημά του ο εκκαλών, ε) δε συντρέχει κάποιος λόγος από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 438 του Ελληνικού ΚΠοινΔ και το άρθρο 32 του προαναφερθέντος Ν. 2311/1999, που απαγορεύουν την έκδοση. Δεν προκύπτει δε ότι η έκδοση ζητείται για πολιτικούς λόγους ή ότι θα διωχθεί και θα φυλακισθεί στην Αλβανία για πολιτικό στρατιωτικό ή φορολογικό αδίκημα, αλλά απλώς συνάγεται σκοπός κολασμού για ένα με σοβαρή απαξία έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, εκείνου της ληστείας επιβατών λεωφορείου, με τραυματισμό μάλιστα επιβάτη με χρήση μαχαιριού από τον εκκαλούντα, στ) το γεγονός ότι ο εκκαλών εκζητούμενος, είναι έγγαμος με μία ανήλικη κόρη και ζει και εργάζεται αρκετά χρόνια στην Ελλάδα σε επαρχιακή πόλη σε γνωστή και μόνιμη κατοικία, χωρίς παραβατική συμπεριφορά και χωρίς να έχει απασχολήσει εδώ τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, δε προβλέπεται από τις άνω διέπουσες την κρινόμενη έκδοση συμβάσεις ή από τον ΚΠοινΔ, ότι συνιστούν λόγο, που μπορεί να εμποδίσει τη ζητούμενη έκδοση.
Μετά ταύτα, το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν έσφαλλε και πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι εφέσεως ως αβάσιμοι, ως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει ο εκκαλών να καταδικασθεί, κατ' άρθρον 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ και στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 1/23-12-2008 έφεση του Χ1, Αλβανού υπηκόου, κατά της με αριθμό 2/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, που αποφάνθηκε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος στις Αλβανικές Αρχές για έκτιση υπολοίπου ποινής. Και.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου. Απορρίπτει έφεση Αλβανού υπηκόου, εκζητουμένου στις Δικαστικές Αρχές Αλβανίας, για έκτιση ποινής, που του έχει επιβληθεί με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου, ως κατ’ ουσία αβάσιμη, ενώ δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 5, 6, 8 της ΕΣΔΑ και 2 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 903/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κουρμπέλη, περί αναιρέσεως της 2/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 505/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 46 παράγραφος 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: 1) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, με πειθώ, φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και 2) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠονΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 1997, ο Φ1, οικονομολόγος, οργανωτής επιχειρήσεων, εκτιμητής ακινήτων, σύμβουλος επιχειρήσεων και επενδύσεων και δικηγόρος που ησχολείτο, όμως, και με γεωργικές εργασίες, γεωργός, ο Φ2 σύμβουλος επιχειρήσεων και ο ήδη εκκαλών, κατηγορούμενος Χ1, δικαστικός λειτουργός (εφέτης διοικητικών Δικαστηρίων) αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν μία εδαφική έκταση 555 στρεμμάτων, που βρισκόταν στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..... υπό τη μορφή μιάς - υπό ίδρυση τότε - ανώνυμης εταιρείας, στην οποία αυτοί θα συμμετείχαν, ως εταίροι. Επειδή, όμως, ο κατηγορούμενος Χ1 τότε είχε την ιδιότητα του Δικαστή και δη του Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων (ήδη με το Π.Δ/γμα της 10ης Ιανουαρίου 2002 είχε τεθεί σε προσωρινή αργία) αποφάσισαν να μη συμμετέχει, τυπικώς, αυτός (Χ1) στην ως άνω ανώνυμη εταιρία, αλλά ο αδελφός του Χ2, συνταξιούχος υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και κτηματίας. Προς τούτο, μέσω της εταιρίας D. CARAVANAS ALL SHIPS SUPPLY S.A ήλθαν σε διαπραγματεύσεις αγοράς της ως άνω εδαφικής έκτασης από τους κυρίους, νομείς και κατόχους αυτής ...., ...., ...., .... και .... (βλ. στη δικογραφία την από 30.4.1997 κατ' άρθρο 72 του ν. 998/1979 έγγραφη δήλωση του Φ1, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ανωτέρω φερομένων κυρίων της εκτάσεως αυτής προς το Δασαρχείο ...) στη συνέχεια δε, δυνάμει του με αριθμό ..... προσυμφώνου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, οι αυτοί ανωτέρω αναφερόμενοι Φ1, Φ2 και Χ1, τυπικώς φερόμενος ο τελευταίος ως πληρεξούσιος του αδελφού του Χ2 , αλλά στην ουσία παριστάμενος ο ίδιος ως εταίρος της υπό ίδρυση ΑΕ, προσυμφώνησαν την αγορά της εδαφικής αυτής έκτασης από τους κυρίους τους...., ..., ...., .... και ....., επ' ονόματι και για λογαριασμό της αγοράστριας, ήτοι της εταιρίας AGRONEF ΓΕΩΡΓΟΔΕΝ-ΔΡΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΟΓΕΩΡΓΙΚΕΣ-ΕΙΣΑΓΟΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, της οποίας μέτοχοι θα ήσαν ο Φ1, ο Φ2 και ο Χ2 (ο τελευταίος τυπικώς, ενώ στην πραγματικότητα στη θέση του τελευταίου ουσιαστικός μέτοχος, θα ήταν ο Χ1). Με το ίδιο προσύμφωνο συμβόλαιο, oι εν λόγω πωλητές της ως άνω εδαφικής έκτασης έδιδαν στους προσυμφωνούντες μετόχους και εκπροσώπους της - υπό ίδρυση, τότε, όπως προαναφέρθηκε - αγοράστριας την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσουν με οριστικό συμβόλαιο στην ως άνω εταιρία την έκταση αυτή. Μετά ταύτα, σύμφωνα με τα όσα είχαν ως άνω προφορικώς συμφωνήσει οι Χ1 (υποκρυπτόμένος από τον αδελφό του Χ2 και με τη συναίνεση του τελευταίου), Φ2 και Φ1, με το με αριθμό .....συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Ιωάννη Παπαθέου, το οποίο υποβλήθηκε στη Νομαρχία Αθηνών - Διεύθυνση Α.Ε. - με τη με αριθμό .... αίτηση μαζί με όλα τα απαραίτητα κατά το νόμο δικαιολογητικά έγγραφα για έγκριση και δημοσίευση στο ΦΕΚ σε συνδυασμό και με τη με αριθμό .... πράξη διορθώσεως του καταστατικού της αυτής εταιρίας του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Παπαθέου, ίδρυσαν την εταιρία με την επωνυμία "AGRONEF ΓΕΩΡΓΟΔΕΝΔΡΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ- ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΟ-ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ - ΕΙΣΑΓΟΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα την Αθήνα, μετοχικό κεφάλαιο 35.000.000 δρχ. διαιρούμενο σε 1755 μετοχές αξίας 20.000 εκάστης, με μετόχους τον Φ2, και 585 μετοχές, που αντιπροσώπευαν κεφάλαια δρχ., τον Χ2 που κατείχε 585 μετοχές, που αντιπροσώπευαν κεφάλαιο 11.700.000 δρχ. και τον εγκαλούντα Φ1, που κατείχε τις υπόλοιπες 585 μετοχές. Στη συνέχεια, μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος (εκ δραχμών 35.000.000) τιμήματος αγοράς της ανωτέρω έκτασης, δυνάμει του με αριθμό .... οριστικού συμβολαίου του αυτού αμέσως ανωτέρω Συμβολαιογράφου Αθηνών, οι Χ2, Φ1 και Χ1 (δηλ. ο ήδη εκκαλών) ενεργούντες ως πληρεξούσιοι των ...., ...., ...., ...., και ....., ως πωλητών της ως άνω εδαφικής έκτασης, σε εκτέλεση του ανωτέρω ..... προσυμφώνου πωλήσεως του αυτού συμβολαιογράφου Αθηνών πώλησαν και μεταβίβασαν στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία AGRONEF ΓΕΩΡΓΟΔΕΝ-ΔΡΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΟΓΕΩΡΓΙΚΕΣ - ΕΙΣΑΓΟΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ (κατωτέρω ονομαζόμενης, χάριν συντομίας, πλέον, ως AGRONEF) εκπροσωπηθείσα από τον Χ2, Φ2, Φ1 την ως άνω εδαφική έκταση των 555 στρεμμάτων. Μετά τη σύναψη του ως άνω οριστικού συμβολαίου αγοράς, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 996/11.2.2000 και στο ΦΕΚ 2867 τ. Ανωνύμων εταιριών και εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης, της 24.4.2000, ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών των στοιχείων της αυτής, ως άνω, Ανώνυμης εταιρίας AGRONEF. Πριν από την ως άνω καταχώρηση των στοιχείων της τελευταίας στο ΦΕΚ με το με αριθμό 1/2000 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ορίσθηκαν ως μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου της αυτής εταιρίας οι Χ2, Φ2 και Φ1, ενώ με το με αριθμό 1/3.3.2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ορίσθηκαν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της για το χρονικό διάστημα έως 30.6.2002, οι Φ1, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της, ο Φ2, ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της και ο Χ2, ως Διευθύνων Σύμβουλος περαιτέρω δε ορίσθηκε ως εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας ενώπιον των δημοσίων αρχών, τραπεζών, πιστωτικών ιδρυμάτων, ΝΠΔΔ και τρίτων ο Διευθύνων Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, Χ2, ο οποίος, περαιτέρω, με εξουσιοδότησή του θεωρημένη από αστυνομική ή δημοτική αρχή ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο πληρεξουσιότητας θα παρέχει το δικαίωμα εκπροσώπησης της αυτής εταιρίας ενώπιον των ανωτέρω αρχών είτε στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Φ1 είτε στον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Φ2 είτε σε οποιονδήποτε άλλον τρίτο αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων αναγκών και θεμάτων της εταιρίας, ενώ επίσης η εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα της εταιρίας θα μπορεί να δίδεται από τον διευθύνοντα σύμβουλο Χ2 προς τα ανωτέρω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και οποιονδήποτε τρίτον και με πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας καταχωρημένο στο βιβλίο πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, υπογεγραμμένο από τον διευθύνοντα σύμβουλο Χ2 και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Φ1 και Φ2 και θεωρουμένου του γνησίου των υπογραφών τους από τον διευθύνοντα σύμβουλο Χ2 δια της υπογραφής του και της σφραγίδας της εταιρίας κάτωθεν αυτής. Μετά την αγορά της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, οι Χ1, Φ1 και Φ2 αποφάσισαν να σπείρουν τα 400 στρέμματα της εκ 555 στρεμμάτων ανωτέρω εδαφικής έκτασης, με σιτάρι ορισμένου τύπου, επειδή δε η εταιρία αυτή εστερείτο ρευστού χρήματος, οι εκ των εταίρων Φ2 και ο Φ1, αφού συμφώνησαν προφορικώς με τον ήδη κατηγορούμενο Χ1 και με τη συναίνεση του Χ2, ο μεν ο Φ1 έστειλε στον (τυπικώς μόνο) φερόμενο ως μέτοχο και διευθύνοντα της ΑΕ, Χ2 το ποσό των 1.550.000 δρχ., με έμβασμα στον τηρούμενο στο Υποκατάστημα της ..... Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό ..... ονομαστικό λογαριασμό του (δηλ. του Χ2) προκειμένου αυτός (Χ2) να αγοράσει σπόρο σιταριού, για να φυτέψουν με σιτάρι 400 στρέμματα από την ως άνω εδαφική έκταση καθώς και να αντιμετωπίσει αυτός για την εταιρία τα έξοδα εκχέρσωσης της ως άνω εδαφικής έκτασης, μάλιστα δε την ίδια ημέρα ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 με την από 28.2.2000 δύο σελίδων χειρόγραφη επιστολή του, που απέστειλε προς τον αδελφό του Χ2, την οποία συνυπέγραψαν, όμως, αυτός καθώς και ο Φ1, κατατόπιζε τον Χ2 για το είδος, ποσότητα, ποιότητα, αξία και πηγή προμήθειας του σπόρου, ταυτοχρόνως δε, με την ίδια αυτή επιστολή του, υπολόγιζε και το αναμενόμενο κέρδος, χωρίς υπολογισμό της αξίας του σίτου που θα παρήγετο από τη φύτευση του σπόρου αυτού. Την ιδιόχειρη εκ μέρους του σύνταξη της ως άνω επιστολής δεν αμφισβήτησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ1. Μεταξύ των άλλων, στην ως άνω επιστολή, που συνυπογράφουν ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών Φ1, αναφέρονται, επί λέξει, τα εξής: "Δημήτρη, προχώρα στην αγορά σιταριού, δήλωση σποράς για επιδότηση 400 στρεμμάτων και στην σπορά 400 στρεμμάτων. Σου εμβάζομαι (ορθογραφία του συντάκτη της επιστολής) σήμερα στο λογαριασμό ΕΤΕ 1.550.000 δρχ. για αγορά σιταριού κατά τα ανωτέρω και για αντιμετώπιση εξόδων εκχέρσωσης. Τα υπόλοιπα φρόντισε να τα φέρεις βόλτα να σπαρθούν και δηλωθούν 400 στρέμματα". Σε λίγες ημέρες, ήτοι την 17.3.2000, και ο έτερος εταίρος, Φ2 κατέβαλε, επίσης, στον Χ2, μετρητοίς, το ποσό του 1.000.000 δρχ., για την ίδια αιτία, ήτοι για την αγορά σπόρου και φύτευσή του στην ως άνω έκταση, μάλιστα δε, ομοίως, ο Χ1 συνέταξε ιδιοχείρως χειρόγραφο σημείωμα προς τον αδελφό του Χ2 σε σχέση με την καταβολή του αμέσως ανωτέρω ποσού. Μετά τη λήψη των ως άνω ποσών, ο Χ2 αγόρασε σπόρο σιταριού αξίας 600.000 δρχ. (βλ. το με αριθμό ..... τιμολόγιο αγοράς της επιχείρησης ....) - επ' ονόματί του μάλιστα και όχι επ' ονόματι της ΑΓΚΡΟΝΕΦ, ενώ, εξάλλου, αυτός κατέβαλε και το υπόλοιπο ποσό για την πληρωμή αμοιβής διαφόρων χειριστών μηχανημάτων αρρώσεως της ως άνω έκτασης, το δικαίωμα χρήσης των οποίων η αυτή ανωτέρω εταιρία έλαβε δωρεάν από τους διαχειριζόμενους την σε κατάσταση παύσης των πληρωμών επιχείρηση Ε1. Περί του ότι πράγματι απαιτήθηκαν ποσά 1.900.000 περίπου δραχμών (2.500.000 - 600.000 δρχ. για σπόρο = 1.900.000 δρχ.) για την αμοιβή των οδηγών - χειριστών των ως άνω μηχανημάτων και ότι ο κατηγορούμενος Χ2 πράγματι κατέβαλε την αμοιβή τους αυτή από τα χρήματα των 2.500.000, που του είχαν συνολικά καταβάλει επ' ονόματι της AGRONEF, οι Φ2 και Φ1, ρητώς και σαφώς κατέθεσαν ενόρκως εξετασθέντες ενώπιον και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου οι μάρτυρες .... και ...., η αξιοπιστία των καταθέσεων των οποίων δεν κλονίζεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Και ναι μεν το δικαίωμα χρήσης των μηχανημάτων άρρωσης είχε παραχωρηθεί δωρεάν από την επιχείρηση Ε1, όμως είναι βέβαιο, ότι οι οδηγοί χειριστές των μηχανημάτων διαμόρφωσης άρρωσης της ως άνω έκτασης δεν είχαν παραχωρήσει την εργασία τους δωρεάν, (όπως ήταν άλλωστε, φυσικό, για εργαζομένους) αλλά ότι πληρώθηκαν την αμοιβή τους από τον Χ2 με το ποσό των 1.900.000 δρχ. συνολικώς. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικνυόμενα, ο Χ2 δεν ιδιοποιήθηκε το ποσό των 2.500.000 δρχ. που του είχαν καταβάλει κατά τα ανωτέρω οι Φ2 και Φ1 επ' ονόματι της εταιρίας ΑΓΚΡΟΝΕΦ, αφού αυτός το κατέβαλε σύμφωνα με τις ανωτέρω εντολές τους για αγορά σπόρου και έξοδα εκχέρσωσης της ως άνω εδαφικής έκτασης και, συνεπώς, ο κατηγορούμενος Χ2 (ήδη αποβιώσας, ως προς τον οποίο, λόγω ήδη θανάτου του, έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση) δεν ετέλεσε το έγκλημα της υπεξαίρεσης του ως άνω ποσού και συνεπώς πρέπει, επομένως, κατά νομική αναγκαιότητα, να κηρυχθεί αθώος της κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε υπεξαίρεση του ως άνω ποσού, για την οποία κατηγορείται και ο ήδη κατηγορούμενος Χ1. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ήδη αποβιώσας Χ2, αντί να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς επιδότηση, από την ΕΟΚ και από πόρους αυτής, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας AGRONEF, αυτός, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αλλά και χάριν του αδελφού του Χ1 (εκκαλούντος-κατηγορουμένου) παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησε να εισπράξει από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας - Διεύθυνση Υπηρεσίας Αγροτικής Ανάπτυξης (Γραφείο ΟΣΔΕ), που διαχειριζόταν τα αντίστοιχα, σύμφωνα με τον με αριθμό 3508/1992 Κανονισμό του Συμβουλίου της ΕΟΚ το ποσό της αντίστοιχης επιδότησης της ΕΟΚ των 15.000 δρχ. ανά στρέμμα, ήτοι των 6.000.000 δραχμών, όχι στο όνομα της εταιρίας και ως (έστω, ως ανωτέρω τυπικώς) εκπρόσωπός της, αλλά στο δικό του όνομα και για δικό του (και στην ουσία και του κατηγορουμένου) λογαριασμό. Για το σκοπό αυτό ο Χ2 υπέβαλε προς την ανωτέρω Υπηρεσία της Διευθύνσεως Αγροτικής Αναπτύξεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φθιώτιδος την από 27.4.2000 αίτησή του, με την οποία αυτός εμφάνιζε στους αρμοδίους για την παραλαβή της κατατεθείσας απ' αυτόν αίτησης και έλεγχο των αντίστοιχων συνημμένων σ' αυτή δικαιολογητικών, τον εαυτό του, ατομικώς ως κύριο, κάτοχο και εκμεταλλευτή - γεωργό της ως άνω εδαφικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 400 στρεμμάτων (30,70 και 300 στρεμμάτων) - βλ. στη δικογραφία την από 27.4.2000 αίτησή του - η οποία, όμως, έκταση ανήκε κατά κυριότητα, νομή, κατοχή και γεωργική εκμετάλλευση στην αμέσως ανωτέρω εταιρία, αποκρύπτοντας, έτσι, από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας ότι την ως άνωέκταση, στην πραγματικότητα, εκμεταλλευόταν, γεωργικώς, η ως άνω κυρία αυτού εταιρία, η οποία μόνη κατά το νόμο και τον ως άνω Κανονισμό της ΕΟΚ εδικαιούτο να επιδοτηθεί. Την αμέσως προαναφερόμενη ενέργεια του Χ2, μόλις, όταν κατά το μήνα Νοέμβριο 2000 πληροφορήθηκε ο εκ των εταίρων της AGRONEF Φ1, έσπευσε με το από μηνός Νοεμβρίου 2000 έγγραφό του να πληροφορηθεί τα διατρέξαντα σε σχέση με την εν λόγω επιδότηση και να καταγγείλει και διαμαρτυρηθεί προς την αρμόδια ανωτέρω Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η οποία, στη συνέχεια, ενήργησε τους προσήκοντες επιτόπιους ελέγχους (βλ. στη δικογραφία το από 6.8.2004 έγγραφο του ανωτέρω γραφείου ΟΣΔΕ) και, μετά ταύτα, διέταξε την παρακράτηση της προς τον Χ2 επιδότησης με τη με αριθμό .... απαντητική επιστολή της και, έτσι, από αίτια εξωτερικά και όχι με δική θέληση του Χ2 δεν ολοκληρώθηκε η αξιόποινη πράξη της απάτης και δη δεν κατόρθωσε ο Χ2 να αποσπάσει την εκ δραχμών 6.000.000 επιδότηση, γι' αυτόν (και στην ουσία και για τον αδελφό του Χ1). Λαμβανομένου υπ' όψη ότι αληθινός μέτοχος της ως άνω εταιρίας δεν ήταν ο Χ2 αλλά ο αδελφός του ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, η εμπλοκή του οποίου εκδηλωνόταν σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας της ως άνω εταιρίας ΑΓΚΡΟΝΕΦ ήδη από την αγορά της ως άνω εδαφικής έκτασης, στην οποία παρουσιαζόταν, ως απλός πληρεξούσιος, ενώ στην πραγματικότητα προέβαινε στην ως άνω σύμβαση, ως εταίρος της ΑΓΚΡΟΝΕΦ αλλά και από την αρχή της λειτουργίας της ΑΓΚΡΟΝΕΦ, - όπως έπραξε ο εκκαλών, δίδοντας την εντολή στον αδελφό του, να αγοράσει το σιτάρι για τη σπορά της ανωτέρω εδαφικής έκτασης της ΑΓΚΡΟΝΕΦ -, συνάγεται κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου, ότι αυτός (Χ1), έχοντας πρόδηλο έκνομο (αφού δεν εδικαιούτο, ως Δικαστής σύμφωνα με το Σύνταγμα και το νόμο να μετέχει στην ως άνω εταιρία) - και όχι έννομο - συμφέρον, ήταν αυτός, που με επίμονες παραινέσεις του και συμβουλές τού προκάλεσε την απόφαση και δη έπεισε τον αδελφό του Χ2 να προβεί στην απόπειρα της ανωτέρω απάτης, ήτοι να εμφανίσει τον εαυτό του ως γεωργό 400 στρεμμάτων και λάβει την αντίστοιχη επιδότηση των 6.000.000 δρχ., ώστε να την καρπωθεί, άνευ δικαιώματος, και σε βάρος της εταιρείας ΑΓΚΡΟΝΕΦ αλλά και της ΕΟΚ, με αντίστοιχη του ανωτέρω ποσού ζημία της ΑΓΚΡΟΝΕΦ και της ΕΟΚ, ζημία που είναι αντικειμενικά μεγάλη, μαζί με τον αδελφό του Χ1. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας της απόπειρας απάτης, για την οποία κατηγορείται, και πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος αυτής, ενώ το ότι ο Χ2, πράγματι αποδεικνύεται ότι (ο τελευταίος) είχε κάποια κτηματική αγροτική ατομική περιουσία, μόρφωση και κοινωνική πείρα δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα".
Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων, κρίθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και σε απόπειρα απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και για τις πράξεις του αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παράγραφος 1α, 27, 46 παράγραφος 1α, 94, 386 παράγραφος 1 εδ. β'-α' ΠΚ και άρθρο 4 παράγραφος 1 Ν. 2803/2000, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως αυτές προκύπτουν από την επιτρεπτή συμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, με πειθώ και φορτικότητα και συγκεκριμένα, έχοντας αυτός πρόδηλα έκνομο, αφού δεν εδικαιούτο, ως Δικαστής, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το νόμο, να μετέχει στην εταιρεία ΑΓΚΡΟΝΕΦ ΑΕ και όχι έννομο συμφέρον, ήταν αυτός, που με επίπονες παραινέσεις και συμβουλές του, προκάλεσε την απόφαση και δη έπεισε τον αδελφό του Χ2 να προβεί στην προαναφερθείσα απόπειρα απάτης, ήτοι να εμφανίσει τον εαυτό του ως γεωργό 400 στρεμμάτων και λάβει την αντίστοιχη επιδότηση των 6.000.000 δρχ., ώστε να την καρπωθεί άνευ δικαιώματος και σε βάρος της ιδιοκτήτριας (των ως άνω στρεμμάτων γης) εταιρείας ΑΓΚΡΟΝΕΦ ΑΕ, αλλά και της ΕΟΚ, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προκάλεσε στον ως άνω αυτουργό αδελφό του, την απόφαση να αποπειραθεί να εκτελέσει τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Πέρα από αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης έχει προηγηθεί και η παράθεση επί πλέον περιστατικών, με τα οποία εξειδικεύεται, έτι περισσότερο, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία ενίσχυσε την εξανεχθείσα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ότι, δηλαδή, ήταν μεταξύ εκείνων που είχαν την ιδέα να εκμεταλλευτούν μια εδαφική έκταση 555 στρεμμάτων, να συσταθεί, προς τον σκοπό αυτόν, η εταιρεία ΑΓΚΡΟΝΕΦ ΑΕ, που θα αγόραζε την έκταση αυτή και θα την εκμεταλλευόταν στη συνέχεια, να συμμετάσχει, αντ' αυτού, στην εταιρεία αυτή ο αδελφός του, ότι ο ίδιος με μια επιστολή και συναφές σημείωμα προέτρεψε τον αδελφό του να αγοράσει σπόρο και στη συνέχεια να σπείρει την έκταση αυτή και ότι, τελικώς, ο αδελφός του κατηγορουμένου, συνεπεία των προαναφερθεισών παραινέσεων και συμβουλών αυτού, κατέθεσε την από 27.4.2000 αίτησή του και επεδίωξε να εισπράξει την αναφερθείσα επιδότηση. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, όπως "άνευ ουδεμιάς αποδείξεως, με εσφαλμένες αιτιολογία και κατά παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων ........ο Χ2 προέβηκε αυτογνωμόνως στην πράξη του αυτή ........η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξετίμησε και δεν αξιολόγησε ορθώς το περιεχόμενο της αιτήσεως του εγκαλούντος .........ότι στην ως άνω αίτηση ουδαμού αναφέρεται ότι αυτός (κατηγορούμενος) ήταν ηθικός αυτουργός ..........κλπ, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποί προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 57 παράγραφος 1 του ΚΠΔ, δεδικασμένο πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για την βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κ ατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στην πράξη. Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 παράγραφος 1β ΚΠΔ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του Ν. 3160/2003), αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Στ' του ΚΠΔ, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο (άρθρο 57 ΚΠΔ), το οποίο παρήχθη από αμετάκλητη Εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, και με την οποία, έπειτα από άλλη μήνυση του ίδιου εγκαλούντος εναντίον του Χ2, ως αυτουργού και κατ' αυτού (κατηγορουμένου), ως ηθικού αυτουργού, κρίθηκε αμετακλήτως (προφανώς υπονοείται ότι τέθηκε στο αρχείο η αναφερόμενη μήνυση για έναν από τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους) ότι το κεφάλαιο της ΑΓΚΡΟΝΕΦ ΑΕ το κατέβαλε ο αδελφός του και ότι ο ίδιος δεν είχε καμμία σχέση με την εταιρεία αυτή. Η αιτίαση αυτή, με τον συναφή λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παράγεται δεδικασμένο από την αρχειοθέτηση της μηνύσεως για την πράξη που καταγγέλλεται με αυτήν. Η περαιτέρω αιτίαση, στον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο των υπ' αριθ. 2205, 2206 και 2207/2002 αμετακλήτων αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμη, διότι, δεδικασμένο στην ποινική δίκη αποτελούν μόνον αποφάσεις δικαστηρίων που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, οι δε αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική δίκη, δεν δεσμεύουν τον ποινικό δικαστή.
ΙΙΙ.- Υπέρβαση εξουσίας, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για κάτι, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει σ' αυτό ο νόμος ή όταν το Δικαστήριο της ουσίας λύσει προκαταρκτικό ζήτημα, που υπάρχει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά ρητή διάταξη του νόμου.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' υπέρβαση εξουσίας, α) αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπήγετο στη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι ο Χ2 δεν ήταν αληθινός μέτοχος της εταιρείας ΑΓΚΡΟΝΕΦ ΑΕ, αλλά ο αναιρεσείων, μολονότι το ζήτημα αυτό υπήγετο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", με την προαναφερθείσα παραδοχή της συμμετοχής του Χ2, ως μετόχου, στην ως άνω εταιρεία. Οι αιτιάσεις αυτές και ο συναφής λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμες, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελευθέρως κατ' άρθρον 177 επ. του ΚΠΔ τα αποδεικτικά μέσα, στα πλαίσια που του παρέχει ο νόμος (άρθρο 60 ΚΠΔ) είχε εξουσία να κρίνει την όλη αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, έστω και αν αυτή συνδέεται με ζητήματα αστικής φύσεως. Άλλωστε, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει και επί του ως άνω, αστικής φύσεως, ζητήματος, δεν έλυσε αυτό οριστικά, αφού η κρίση του αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε και δεσμεύει το πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο για την εκδίκασή του. Η περαιτέρω αιτίαση, που περιέχεται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την οποία κακώς έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας για την πολιτική αγωγή του εγκαλούντος, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ασκήθηκε πολιτική αγωγή, ούτε έκρινε επ' αυτής το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
IV.- Τέλος, αναφορικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ "περί δίκαιης δίκης", καθώς και τις διατάξεις του Κανονισμού της ΕΟΚ και της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, διότι "άνευ ουδεμιάς αποδείξεως δέχθηκε ότι ήταν (ο αναιρεσείων) ηθικός αυτουργός στις πράξεις του Χ2 .............ότι ο Χ2 δεν προέβηκε σε καμμία απολύτως ψευδή δήλωση .........είχε πράγματι καλλιεργήσει αποδεδειγμένα την έκταση των 400 στρεμμάτων .............η εταιρεία δεν ήταν ως νομικό πρόσωπο δικαιούχος επιδοτήσεων ..........ο Χ1 είχε ασκήσει ίδιον αυτού δικαίωμα τόσο ως μέτοχος της εταιρείας και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, όσο και ως κάτοχος της έκτασης των 400 στρεμμάτων ...........κλπ", αυτές είναι απαράδεκτες, αφού, από την διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης των ποινικών αποφάσεων, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ενώ η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, τόσο ως προς την φερόμενη παράβαση του ως άνω άρθρου της ΕΣΔΑ, όσο και ως προς την παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού της ΕΚ (44/2001) και της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 162/2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε απόπειρες απάτης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για: α) Παραβίαση δεδικασμένου από Εισαγγελική διάταξη, β) Έλλειψη αιτιολογίας, γ) Υπέρβαση εξουσίας, δ) Παράβαση άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ε) Παράβαση Κανονισμού ΕΟΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Ηθική αυτουργία, Δεδικασμένο.
| 1
|
Αριθμός 902/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Καπαρουνάκη, περί αναιρέσεως της 6084/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1782/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), οπότε, η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ποιν. ΟΛ. Α.Π. 6 και 7/1994, 4/1995). Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 6084/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δίκη κατά την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 14.789/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 Ευρώ ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου. Ως αιτιολογία, για την απόρριψη της έφεσης αυτής, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 14.789/05. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις .... όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του ..... Αστ/κα του Α.Τ. .... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 30-4-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης 30ήμερης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Ειδικότερα του κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη την παραπάνω ημεροχρονολογία ως αγνώστου διαμονής στο Δήμαρχο ......, λόγω του ότι κατά τα εκτιθέμενα στο αποδεικτικό αυτό ήταν απών αυτός της τελευταίας γνωστής κατοικίας, ήτοι "....." και άγνωστης διαμονής. Η επίδοση αυτή στην παραπάνω διεύθυνση όπου διέμενε και το 2003 και αυτή είχε δηλωθεί από τον κατηγορούμενο σε πολλά δικόγραφα, ήταν νομότυπη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 Κ.Π.Δ., παρά τα όσα αντίθετα και αόριστα επικαλείται στην έφεσή του (ότι ουδέποτε έγινε επίδοση, άλλως η επίδοση ήταν μη νόμιμη), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη (όχι με το εφετήριο), αλλά ενώπιον του ακροατηρίου, νέα διεύθυνση κατοικίας του, ήτοι ".....", ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή με κάποιο τρόπο αλλά αντίθετα "άγνωστη", ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ανυπέρβλητα αίτια ή άλλοι λόγοι ανώτερης βίας, ώστε να μην μπορέσει να ασκήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του και έτσι αυτή είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2, 156, 473, 474, 476 Κ.Π.Δ.". Από το περιεχόμενο όμως του ως άνω σκεπτικού σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην προαναφερόμενη απορριπτική κρίση του, στηρίχθηκε αποκλειστικώς μόνο στο περιεχόμενο της έφεσης και στο αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ. ...., ...., χωρίς να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος ...., που προτάθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της δίκης, καθώς και τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, τα οποία και αναγνώσθηκαν. Μάλιστα, το γεγονός αυτό (της μη λήψης υπόψη και αξιολόγησης των λοιπών αποδεικτικών μέσων) ενισχύεται και από το ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν μνημονεύονται καθόλου στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Με αυτό το περιεχόμενο η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν πληροί τις απαιτούμενες από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 6084/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εκπρόθεσμης. Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε αξιολογήθηκαν η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και αναγνώστηκαν. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 901/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2683/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 264/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 352/02.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό σας την με αριθμό 21/28-1-2008 αναίρεση του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ...., κατά του 2683/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
"Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 918/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα τον Χ1, για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Με το ίδιο βούλευμα έπαυσε προσωρινά η ποινική δίωξη σε βάρος του ίδιου κατηγορουμένου για υφαίρεση (υπεξαίρεση σε βάρος αδελφού) και υπεξαγωγή εγγράφου (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως έφεση από τον κατηγορούμενο Χ1, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 2683/2007 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα (βλ. βούλευμα Συμβουλίου Εφετών).
ΙΙΙ. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο στις 17-1-2008 και στον αντίκλητό του δικηγόρο στις 10-1-2008 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 28-1-2008 ημέρα Δευτέρα, εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 2683/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνείας και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε από διάδικο που είχε σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται στο ακροατήριο ο αναιρεσείων για κακούργημα (άρθρα 473 § 1, 474, 482 § 1α', 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ. και 375 § § 1,2 Π.Κ.).
IV. Η κατηγορία για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, με το 918/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, συνίσταται στο ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000, με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έχοντας προς τούτο πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και ειδικότερα, με την ιδιότητα αυτού ως εν τοις πράγμασιν (de facto) διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία : " ..... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", την οποία αυτός είχε συστήσει από κοινού με τον αδελφό του Ζ1 το έτος 1995, ιδιοποιήθηκε το ποσό, συνολικά, των 123.925,54 ευρώ (€), το οποίο αφορούσε το τίμημα πωλήσεων εμπορευμάτων και ανταλλακτικών, που πωλήθηκαν από την παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία προς την ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία: ".... Ο.Ε.", παρακρατώντας αυτό και μη αποδίδοντας το στη δικαιούχο εταιρεία ".... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", έχοντας πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης.
V. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το χρησιμοποιεί χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της, με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου (δράστη), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, που νοείται εκείνος που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία μπορεί να έχει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και αποκλείουν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη το συμβούλιο και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάσει τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 64/2007) .
VI. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου κατά του 918/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε τα εξής:
Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων ότι δηλαδή προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έχοντας προς τούτο πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και ειδικότερα με την ιδιότητα αυτού ως εν τοις πράγμασι (de Facto) διαχειριστή της Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".....ΟΕ" την οποία αυτός είχε συστήσει με τον αδελφό του Ζ1 (μηνυτή) το έτος 1987 (ο οποίος είχε ορισθεί καταστατικός διαχειριστής) ιδιοποιήθηκε το ποσό των 123.925,54 ευρώ το οποίο αφορούσε το τίμημα πωλήσεως εμπορευμάτων και ανταλλακτικών που ανήκαν στην παραπάνω εταιρία και πωλήθηκαν προς την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..... ΟΕ" που είχε συστήσει ο κατηγορούμενος το έτος 2000 παρακρατώντας το ποσό αυτό και μη αποδίδοντας τούτο στη δικαιούχο εταιρία ".....ΟΕ" με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησής του. (βλ. 2683/2007 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).
VII. Από το παραπάνω σκεπτικό ανακύπτει κατά τη γνώμη μου ζήτημα έλλειψης αιτιολογίας, αλλά και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 375 § § 1,2 Π.Κ. λόγω των ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών, που εμφιλοχωρούν στο βούλευμα. Η πρώτη αντίφαση αναφέρεται στο πρόσωπο του παθόντος. Συγκεκριμένα ενώ ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί για υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρείας "..... ΑΦΟΙ ΑΕ", πράξη που φέρεται να τελέστηκε από αυτόν με την ιδιότητα του de facto διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας, το Συμβούλιο Εφετών επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα, με βάση την αντιφατική παραδοχή που περιλαμβάνεται στο παραπάνω σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη σε βάρος της εταιρείας "..... Ο.Ε." και την περαιτέρω αντιφατική παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ήταν de facto διαχειριστής της τελευταίας αυτής εταιρείας. Περαιτέρω ανακύπτει ζήτημα ασαφούς προσδιορισμού της ιδιότητας του κατηγορουμένου, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αντικειμενική θεμελίωση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, δηλαδή της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή. Συγκεκριμένα τόσον το Συμβούλιο, όταν και η εισαγγελική πρόταση, περιορίζεται να προσδιορίσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου "ως εν τοις πράγμασι" (de facto) διαχειριστή της εταιρείας "...... ΟΕ", αποδεχόμενο περαιτέρω ότι καταστατικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο μηνυτής Ζ1, αδελφός του κατηγορουμένου. 'Όμως όπως παραπάνω αναφέρω στην παράγραφο V της παρούσας πρότασης, προκειμένου κάποιος να είναι "διαχειριστής", σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 375 Π.Κ., θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως. Στη προκειμένη περίπτωση έγινε δεκτός, παρά την κατηγορηματική άρνηση του κατηγορούμένου, ο σχετικός ισχυρισμός του "καταστατικού διαχειριστή", χωρίς το Συμβούλιο να εξηγήσει με ποιόν τρόπο ήταν δυνατόν ο κατηγορούμενος να ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις για λογαριασμό της εταιρείας, όταν διαχειριστής κατά το καταστατικό ήταν άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με τις παραδοχές του ίδιου Συμβουλίου. Οι ασάφειες και τα λογικά αυτά κενά δεν καλύπτονται από το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης, στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο. Αντίθετα τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις που υπάρχουν στην Εισαγγελική πρόταση, δημιουργούν μεγαλύτερη σύγχιση, αφού από αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι η πράξη για την οποία καταλήγει ο Εισαγγελέας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου και γι'αυτό προτείνεται η απόρριψη της έφεσης, είναι η υφαίρεση με τη μορφή υπεξαίρεσης κατά αδελφού, πράξη που δεν έχει καμιά σχέση με την πράξη που παραπέμπεται με το πρωτόδικο βούλευμα ο αναιρεσείων, αλλά ούτε με τη πράξη για την οποία δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή.
VIII. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το 2683/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 375 § § 1,2 Π.Κ., που δημιουργεί έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος, κατά τους βάσιμους λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 484 § 1 δ' και β' Κ.Π.Δ.). Αντίθετα πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, που απαραδέκτως προβάλλονται με την αναίρεση, υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω
Ι. Να αναιρεθεί το 2683/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, διάταξη του.
ΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο για το ζήτημα αυτό, για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών.
Αθήνα 5 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και κατά την διάταξη της παραγ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Μ. 2408/96, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, o υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, που νοείται εκείνος που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία, μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και αποκλείουν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη το συμβούλιο και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάσει τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2683/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 και ο εκκαλών πολιτικώς ενάγων Ζ1, οι οποίοι τυγχάνουν αδελφοί μεταξύ των προέβησαν κατά το έτος 1987 στην σύσταση της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία: ".... Ο.Ε.", της οποίας διαχειριστής κατά το καταστατικό ορίσθηκε ο πολιτικός ενάγων Ζ1. Αντικείμενο εργασιών της εταιρείας αυτής ήταν η εισαγωγή και εμπορία μηχανημάτων. Το έτος 1995 και ειδικότερα την 27-4-1995 συστήθηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω προσώπων και άλλη (δεύτερη) ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία: "..... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", με έδρα ομοίως, στην ..., στον ίδιο μίσθιο χώρο, όπου και η παραπάνω (πρώτη) ομόρρυθμη εταιρεία. Καταστατικός διαχειριστής και ταμίας και της δεύτερης αυτής εταιρεία ορίσθηκε και πάλι ο πολιτικώς ενάγων Ζ1. Λόγω της αδελφικής σχέσεως ο ορισμός διαχειριστή έγινε για τυπικούς και μόνο λόγους, δεδομένου ότι, στην πράξη τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και πραγμάτων διενεργούσαν αμφότεροι οι αδελφοί, δηλαδή τόσο ο εκκαλών κατηγορούμενος, όσο και ο εκκαλών πολιτικώς ενάγων. Η επιχειρηματική αυτή σύμπραξη και συνεργασία ανάμεσα στο εκκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα και στον εκκαλούντα κατηγορούμενο είχε ως συνέπεια να ανοιχθούν οι ακόλουθοι (τραπεζικοί) λογαριασμοί: (1) ο υπ' αριθμόν .....λογαριασμός, στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδας, (Υποκατάστημα ....), 2) ο υπ' αριθμόν ..... λογαριασμός στην Εμπορική Τράπεζα, (3) ο υπ' αριθμόν .... λογαριασμός, ομοίως, στην Εμπορική Τράπεζα, (4) ο υπ' αριθμόν ..... λογαριασμός στην ALPHA BANK και (5) ο υπ' αριθμόν ..... λογαριασμός στην Αγροτική Τράπεζα. Οι λογαριασμοί αυτοί ήταν κοινοί μεταξύ τους, με την έννοια ότι ο καθένας από αυτούς είχε ίδιον, αυτοτελές και διακεκριμένο δικαίωμα ανάληψης οποιουδήποτε χρηματικού ποσού. Με μήνυση που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την 4-7-2003 ο ήδη εκκαλών πολιτικώς ενάγων Ζ1 κατά του παραπάνω αδελφού του Χ1, καθώς και κατά της συζύγου αυτού ..... (η οποία όμως απαλλάχθηκε με έκδοση τυπικής κλήσης, με το κρινόμενο 918/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος: Α) Ιδιοποιήθηκε με δόλο από την εταιρία "..... ΟΕ" όλα τα κεφάλαια όλα τα κέρδη και όλο το απόθεμα και την αδρανοποίησε γιατί τα μετέφερε όλα στην καινούργια εταιρία που δημιούργησε, παρόλο που ο μηνυτής ήταν διαχειριστής και συνεταίρος με 30% συμμετοχή, αλλά επιπλέον ο κεφαλαιούχος της εταιρείας, δηλαδή αυτός που την ίδρυσε και την ανέπτυξε (Βλέπ. σελ. 52 κρινομένης μηνύσεως), Β) Ιδιοποιήθηκε με δόλο όλα τα κεφάλαια και τα κέρδη της εταιρίας "..... ΑΦΟΙ ΟΕ" που σημαίνει και κεφάλαια και κέρδη της ατομικής εταιρίας Ζ1 (Βλέπ. σελ. 52 κρινομένης μηνύσεως), Γ) Παρακράτησε παρανόμως τα ατομικά βιβλιάρια του μηνυτή, τα κοινά των βιβλιάρια, κάνοντας εξ αρχής και μετά κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεις χρημάτων κλείνοντας κοινούς λογαριασμούς και ανοίγοντας ατομικούς του κοινούς όχι με τον μηνυτή, αλλά στην αρχή με άλλα. συγγενικά του πρόσωπα και στο τέλος με την τότε αρραβωνιαστικιά του και κατόπιν σύζυγο του (Βλέπ. σελ. 53 κρινομένης μηνύσεως). Δ) Δημιούργησε την νέα του εταιρία με σχεδόν την ίδια επωνυμία "..... ΟΕ" όπως ήταν η δική των αλλά με τον ίδιο σκοπό που είχαν και οι δύο προηγούμενες εταιρίες, με σκοπό να παρασύρει τους πελάτες (Βλέπ. σελ. 53 κρινομένης μηνύσεως), Ε) Μετέφερε στο κατάστημα της οδού ..... όλα τα υπάρχοντα (όπως όλα τα ανταλλακτικά, κομπιούτερ, φωτοτυπικό, γραφείο, τηλέφωνα) της κοινής των εταιρίας υπεξαιρώντας αυτά (Βλέπ. σελ. 54 κρινομένης μηνύσεως), ΣΤ) Καταχώρησε ως έξοδα της κοινής των εταιρείας ακόμα και τις δαπάνες για τον γάμο του, όπως προκύπτει από το τιμολόγια του Ξενοδοχείου .... και .... όπου έκανε το τραπέζι του γάμου του και από το τιμολόγιο..... της εταιρίας .....ΕΠΕ (Βλέπ. σελ. 55 κρινομένης μηνύσεως). Υποστηρίζει επίσης ο μηνυτής και ήδη εκκαλών πολιτικώς ενάγων ότι, ο μηνυόμενος και ήδη εκκαλών κατηγορούμενος υπεξαίρεσε (δηλαδή υφαίρεσε, αφού πρόκειται περί αδελφών) υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής των εταιρειών ".... Ο.Ε." και ".....ΑΦΟΙ Ο.Ε." το συνολικό ποσό των 732.098.992 δρχ. ή 2.148.493,00 ΕΥΡΩ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 1) από την Εθνική Τράπεζα κατάστημα .... και τον κοινό λογαριασμό μας ...... υπεξαίρεσε από 19-1-1996 μέχρι 2-2-2000: 1996 161.446.652 δρχ., 1997 182.119.370 δρχ., 1998 186.439.496 δρχ., 1999 290.855.703 δρχ. 2000 34.684.558 δρχ. δηλαδή το συνολικό ποσόν των 855.543.000 δρχ. ή 2.510.764, 49 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 56 κρινομένης μηνύσεως), 2) Από την Εθνική Τράπεζα κατάστημα ..... λογαριασμούς επιταγών ...... επ' ονόματι της εταιρίας .... Ο.Ε. υπεξαίρεσε από 12/1/98 μέχρι 30/6/00 το συνολικό των 55.146.373 δρχ. ή 161.838,22 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως), 3) Από την Εθνική Τράπεζα κατάστημα ..... και από τον λογαριασμό ..... υπεξαίρεσε από 26/1/98 μέχρι 15/3/00 το συνολικό ποσόν των 5.975.000 δρχ. ή 17.534,85 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως), 4) Από την Εμπορική Τράπεζα και από τον λογαριασμό με αριθ. .....υπεξαίρεσε από 16/1/96 μέχρι 30/5/2000: 1996 60.195.815 δρχ., 1997 71.509.444 δρχ., 1998 49.720.092 δρχ., 1999 88.747.968 δρχ. και 2000 19.355.836 δρχ., δηλαδή υπεξαίρεσε το των 289.529.155 δρχ. ή 849.682,03 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως), 5) Από την Εμπορική Τράπεζα και από τον λογαριασμό ....υπεξαίρεσε από 2/1/1996 μέχρι 21/3/2000 συνολικά το ποσόν των 175.136.331 δρχ. ή 514.943 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως), 6) Από την ALPHA BANK και τον λογαριασμό ..... υπεξαίρεσε από 2/2/1999 μέχρι 19/9/2000 το συνολικό ποσόν των 25.038.139 δρχ. ή 73.479,49 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως) και 7) Από την Αγροτική Τράπεζα και τον λογαριασμό .... υπεξαίρεσε το ποσό των 25.728.315 δρχ. ή 75.504,95 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως). Δηλαδή όπως υποστηρίζει ο μηνυτής, από όλους τους λογαριασμούς και όλες τις Τράπεζες ο κατηγορούμενος διενήργησε ανάληψη του συνολικού ποσού των 1.432.098.992 δρχ. ή 4.202.785,00 ΕΥΡΩ. Αν δε υπολογιστεί (πάντα κατά την άποψη του μηνυτή και ήδη εκκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος) ότι, για εισαγωγές της .... ΑΦΟΙ ΟΕ στα 4 χρόνια (1996, 1997, 1998 και 1999) πληρώθηκαν 700.000.000 δρχ. τότε το συνολικό ποσό της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) ανέρχεται σε 732.098.992 δρχ. ή 2.148.493,00 ΕΥΡΩ (Βλέπ. σελ. 57 κρινομένης μηνύσεως). Κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως διενεργήθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο Οικονομολόγος - Δικαστικός Πραγματογνώμονας ....., ο οποίος διορίσθηκε με την υπ' αριθμόν 22 Β/2005 διάταξη του Ανακριτή του 11ου τακτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στον πραγματογνώμονα τέθηκαν κατά λέξη τα παρακάτω ερωτήματα: α) στα βιβλία έχουν εγγραφεί ως έσοδα κάποιας από τις παραπάνω εταιρείας (και ποιας) κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα τα αναφερόμενα στην από 26/5/2003 έγκληση-μήνυση του πολιτικώς ενάγοντος Ζ1 (σελίδες 15 έως 22, 24 έως 28 και 30 έως 41, 44, 47 έως 49 της μήνυσης) ως υπεξαιρεθέντα ποσά και εάν μέρος (και πόσα) από αυτά διατέθηκαν ενδεχομένως για κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων των παραπάνω εταιρειών, β) εάν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998-1999 από πωληθέντα μηχανήματα από την εταιρεία "..... ΑΦΟΙ Ο.Ε." το τίμημα από τις αναφερόμενες στις σελίδες 50 και 51 της έγκλησης-μήνυσης και στην υπό στοιχεία Αγ πράξη του κατηγορητηρίου εισπραχθείσες επιταγές περιήλθε στην εταιρεία, γ) εάν κατά το χρονικό διάστημα 1996 έως και 2000 οι παραπάνω εταιρείες εμφάνισαν κέρδη ή ζημίες και πόσα, δ) εάν προκύπτει καταχωρημένος εξοπλισμός των γραφείων των εταιρειών στα βιβλία αποθηκών αξίας 124.000.000 δραχμών, ο οποίος δεν υπάρχει πλέον (Βλέπε την με αριθμό 22 Β/28-12-2005 Διάταξη Διενέργειας Πραγματογνωμοσύνης). Ο παραπάνω πραγματογνώμονας αφού εξέτασε τις λογιστικές πράξεις διαχείρισης των εταιριών "....Ο.Ε." και ".... ΑΦΟΙ Ο.Ε." της χρονικής περιόδου από 1-1-1J396 έως 31-12-2002 για την πρώτη και 17-5-1995 έως 31-12-2002 για τη δεύτερη, ελέγχοντας τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία της "..... ΑΦΟΙ Ο.Ε." που κατέχει ο μηνυτής Ζ1, και αντιστοίχως της "..... Ο.Ε." που κατέχει ο κατηγορούμενος Χ1 και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία και λοιπά έγγραφα που περιέχονται στο υλικό της δικογραφίας, και μεταβαίνοντας στις Δ.Ο.Υ. όπου υπάγονταν οι δύο εταιρίες, για τη συγκέντρωση όλων των εκκαθαριστικών δηλώσεων Φ.Π.Α. και των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος E3 και Ε5 (Βλέπ. 3η σελίδα εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης) διαπίστωσε με βεβαιότητα ότι: α) Η συνεργασία των αδελφών Ζ1 και Χ1, επισήμως άρχισε από τις 6-11-1987 με τη σύσταση της ομορρύθμου εταιρίας "....Ο.Ε.", με έδρα την οδό ....., και στη συνέχεια, τη ...... και με ειδικότερους όρους ορισμού ως διαχειριστή, ταμία και συμμέτοχου στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 30% του Ζ1, β) Στις 27-4-1995 συστήνεται από τους ανωτέρω και δεύτερη ομόρρυθμος εταιρία, η "..... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", με έδρα τη ....., και με ειδικότερους όρους ορισμού ως διαχειριστή, ταμία και συμμέτοχου στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 70% του Ζ1, γ) Στο τέλος του 1999, η εταιρία "..... Ο.Ε." εξώνεται από το χώρο της ....., και ουσιαστικά από το Νοέμβριο του 2000 αδρανεί. Εμπορικές όμως πράξεις έχουν τελεστεί στο χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 1999 έως Νοέμβριος 2000, χωρίς να έχει δηλωθεί επισήμως καμία αλλαγή έδρας της εταιρίας, δ) Από το έτος 2000, η εταιρία "......ΑΦΟΙ Ο.Ε.", μετά τη ρήξη των σχέσεων των εταίρων, φαίνεται να λειτουργεί από τον Ζ1 μόνο για λογαριασμό του, με νέα έδρα τον ....., ενώ ο Χ1 έχει από τις 31-1-2000 συστήσει με τη σύζυγο του .....νέα ομόρρυθμο εταιρία, με επωνυμία "..... Ο.Ε.", με έδρα στην οδό ....., ε) Ο Ζ1, τόσο στη μήνυσή του, όσο δια των δικηγόρων του κ.κ. Χορτάτου και Κουκούτση, αρνείται τον ορισμό του ως διαχειριστή - ταμία και των ποσοστών στις κερδοζημίες που αναφέρονται στα καταστατικά των δύο εταιριών και υποστηρίζει ότι εν τοις πράγμασι διαχειριστής και ταμίας ήταν ο αδελφός του, Χ1, ενώ η συμμετοχή ενός εκάστου στις κερδοζημίες των εταιριών αυτών ήταν 50%. Επίσης αρνείται ο Ζ1 ότι εισέπραξε μέρος των εσόδων ή των κερδών και από τις δύο εταιρίες, πέραν όσων αναφέρει στη μήνυσή του, στ) Ο Χ1, με προφορική δήλωσή του προς τον πραγματογνώμονα την 27-6-2006 και δια του δικηγόρου του κ. Θωμά Σαραντόπουλου, υποστηρίζει ότι τα οριζόμενα στα καταστατικά περί διαχειριστού, ταμία και ποσοστών κερδοζημιών ήταν αληθή και εφαρμόζονταν στην πράξη, ζ) Ο Χ1 επίσης υποστήριξε, ότι οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών και οι εισπράξεις των επιταγών, ανεξαρτήτως του προσώπου που τις τέλεσε, έγιναν για κάλυψη εταιρικών υποχρεώσεων, ότι τα έσοδα και τα κέρδη μοιράζονταν στα δύο μέρη χωρίς παραστατικά (αποδείξεις ή χρεωπιστωτικούς λογαριασμούς - μερίδες εταίρων), εις ολόκληρο. Ότι οι πωλήσεις της περιόδου Δεκέμβριος 1999 έως Νοέμβριος 2000 της εταιρίας "..... Ο.Ε." και η μέθοδός τους ήταν σε γνώση του αδελφού του, και ότι οι εταιρικές τους συνεργασίες έληξαν το Δεκέμβριο του 1999 με την "απόσχιση" των εταιριών (Βλέπ. σελ. 4 και 5 της από .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ....... Με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλών-κατηγορούμενες υποστηρίζει ότι, το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις και ότι, παραπέμπεται να δικαστεί για πράξη που δεν 'έχει τελέσει. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι: α) το Δικαστικό Συμβούλιο εσφαλμένα και προφανώς εκ παραδρομής θεωρεί ως ζημιωθείσα από την φερόμενη ως τελεσθείσά από αυτόν υπεξαίρεση την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", ενώ το ορθό και αληθές είναι ότι πρόκειται για την εταιρεία "....Ο.Ε.", β) το προσβαλλόμενο βούλευμα στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο ελλιπέστατο πόρισμα λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου ....., αγνόησε δε και απέφυγε να απαντήσει στους ισχυρισμούς του, που προέβαλλε τόσο με το από 31/01/2005 απολογητικό του υπόμνημα, όσο και με το από 29/10/2006 υπόμνημά του για την εν τοις πράγμασι "απογραφή" που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού (δηλαδή του κατηγορουμένου) και του πολιτικώς ενάγοντος με ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ των δύο εταιριών, γ) αγνοεί (ενν. το προσβαλλόμενο βούλευμα) τον ισχυρισμό του ότι, ο εγκαλών όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. ...,..., ..., ..., ... και από .... δελτία αποστολής, τα οποία αντιστοιχούν στα υπ' αριθμ. 28, 49, 50, 51, 52 σχετικά της από 26/05/2003 έγκλησης, μετέφερε την 14/02/2000 δεκάδες μηχανήματα από την έδρα της εταιρίας ".... ΑΦΟί Ο.Ε." στην νέα έδρα της εταιρίας, συμφερόντων του ιδίου στον ...., συνολικής αξίας 775.830 €, δ) αγνοήθηκαν παντελώς -τόσο από τον διενεργούντα την πραγματογνωμοσύνη οικονομολόγο- όσο και από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, τιμολόγια και λογιστικές πράξεις που εάν μη τι άλλο, καταδεικνύουν, ότι όχι μόνο δεν υπήρξε εκ μέρους του υπεξαίρεση οιουδήποτε ποσού, αλλά αντίθετα έχει υποστεί οικονομική ζημία από τον\ τρόπο) με τον οποίο διαχωρίστηκαν οι δύο εταιρίες (Βλέπ. τους από 5-6-2007 σχετικούς λόγους εφέσεως κατηγορουμένου). Ο εκκαλών πολιτικώς ενάγων υποστηρίζει (αντιγραφή κατά λέξη από τους ισχυρισμούς του) ότι: "... α) έσφαλε το εκκαλούμενο βούλευμα εις την κρίσιν του δεχθέν ότι η δευτέρα κατηγορουμένη δεν είχε ανάμειξη στην διαχείριση των εταιριών ".... Ο.Ε." "....ΑΦΟΙ Ο.Ε." Ποιος όμως είπε ότι ανεμείχθη και ποιος την κατηγόρησε ότι ανεμείχθη στην διαχείριση των ανωτέρω δύο εταιριών; Εμείς την κατηγορήσαμε ευθέως ότι συνέστησε νέα εταιρία με τον σύζυγό της - πρώτον κατηγορούμενο με σκοπό αφ' ενός μεν να παραπλανήσει τους πελάτες της εταιρίας που είχα με τον αδελφό μου και να τους πείσει να καταθέτουν τα οφειλόμενα στην νέα εταιρία που είχε συστήσει με τον σύζυγο της και δη στους λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, την ALPHA BANK και την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, αφ' ετέρου δε να ιδιοποιηθεί εν συνεχεία παρανόμως από κοινού με τον σύζυγο της τα χρήματα που κατέθεταν οι πελάτες στους λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί στις ανωτέρω Τράπεζες, και οι οποίοι πελάτες πίστευαν ότι επρόκειτο περί της ίδιας εταιρίας. Αν αυτό δεν είναι κομπίνα τότε τι είναι κομπίνα; Και μόνον η πράξη αυτή, της συστάσεως της ομορρύθμου εταιρίας με την ίδια επωνυμία εταιρίας που είχα με τον αδελφό μου και εν συνεχεία είσπραξης των χρημάτων της πρώτης εταιρίας είναι οπωσδήποτε κακουργηματική πράξη και θα έπρεπε γι' αυτό να διωχθεί ποινικώς... β) Όλως εσφαλμένως έκρινε το εκκαλούμενο βούλευμα ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της υφαίρεσης εκ μέρους του αδελφού μου του ποσού 1.370.974.940 δρχ. με την δικαιολογία ότι οι λογαριασμοί που είχαν ανοιχθεί στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ALPHA BANK και ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ήσαν κοινοί λογαριασμοί μεταξύ μας και ότι καθένας μας είχε ίδιον και αυτοτελές και διακεκριμένο δικαίωμα ανάληψης οιουδήποτε ποσού χωρίς η ενέργεια αυτή να αποτελεί ιδιοποίηση. Ενώ θα έπρεπε να λάβει υπ' όψιν ότι το τεράστιο αυτό ποσόν δεν ήταν δικό μας αλλά ανήκε στις εταιρίες μας και είχε προέλθει από την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιριών που είχα μαζί του και ότι ανήκε στις εταιρίες και όχι σε εμάς καθ' όσον όλες οι πράξεις, αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων, στους ανωτέρω λογαριασμούς εγένοντο από την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιριών μας και απ' αυτούς θα επληρώνοντο και οι υποχρεώσεις των. Τα χρήματα αυτά θα περιήρχοντο εις ημάς μετά την εκκαθάριση των μεταξύ μας λογαριασμών, την πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρίας και την είσπραξη των περαιτέρω υποχρεώσεων των τρίτων προς αυτήν και τότε μόνον θα λαμβάναμε το λαβείν του έκαστος κατά την αναλογία συμμετοχής του εις την εταιρία..., γ) Επισημαίνουμε ότι ακόμη και το προσβαλλόμενο βούλευμα παρ' ότι αποφαίνεται και συνομολογεί ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της υφαιρέσεως του τεράστιου αυτού ποσού λόγω του ότι οι λογαριασμοί ήσαν κοινοί, εν τούτοις αποφαίνεται ότι τα χρήματα αυτά υπήρχαν από και για την ενάσκηση των εταιρικών δραστηριοτήτων. Εδώ θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι άλλο πράγμα είναι η ανάληψης χρημάτων από κοινό λογαριασμό, από τον οποίο έχουν δικαίωμα να κάνουν ανάληψη χρημάτων οι έχοντες τον κοινό λογαριασμό και άλλο πράγμα η μετά την ανάληψη παρακράτησης - ιδιοποίησης των χρημάτων αυτών, αφού οπωσδήποτε ο αναλαβών γνωρίζει ότι τα χρήματα αυτά δεν ανήκουν ούτε στον ένα ούτε στον άλλο από αυτούς, που έχουν τον κοινό λογαριασμό, αλλά ανήκουν στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας ή των εταιριών και έχουν συμφωνήσει οι δύο εταίροι να τα στέλνουν οι πελάτες με εμβάσματα στον κοινό λογαριασμό τους προς διευκόλυνση τους για να μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε ανάληψη προς χάριν της εταιρίας ή για πληρωμές δαπανών της εταιρίας χωρίς να προσκομίζουν νομιμοποιητικά έγγραφα, όπως καταστατικό, δ) Έσφαλε επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα δεχθέν ότι δεν προέκυψε ποιος έκανε τις αναλήψεις των χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με αριθμούς ..... και ....., δικαιούχος των οποίων ήταν το νομικό πρόσωπο .... Ο.Ε., καθ' όσον και από τα προσκομισθέντα έγγραφα και από τις καταθέσεις των μαρτύρων προέκυψε ότι τα χρήματα αυτά, ήτοι 55.146.373 δρχ. και 5.975.000 δρχ. ελήφθησαν αποκλειστικά και μόνον από τον κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αφού μάλιστα πουθενά δεν δικαιολογεί απολογούμενος πού διατέθηκαν τα χρήματα αυτά,... ε) Εσφαλμένως το προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πραγματοποίησε μεν πωλήσεις μηχανημάτων από τις εταιρίες που είχαμε μεταξύ μας σε τρίτους πελάτες και ότι παρέλαβε επιταγές για τις πωλήσεις αυτές και ότι παρά ταύτα δεν προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία και βιβλία και των δύο εταιριών αν το τίμημα των παραπάνω επιταγών περιήλθε στις εταιρίες ή όχι. Ενώ αντιθέτως αδιαμφισβήτητους προέκυψε ότι τα ποσά αυτά τα εισέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως έχοντας συνεργό του την δευτέρα των κατηγορουμένων - σύζυγό του, η οποία όχι μόνον γνώριζε για ποιο λόγο συνέστησε με τον σύζυγο της εταιρία με την ίδια επωνυμία που είχα με τον αδελφό μου αλλά και συμμετείχε ενεργά στις - παράνομες πράξεις της εταιρίας, αφού όλα τα τιμολόγια και άλλα παραστατικά έγγραφα αυτής είναι γραμμένα με το χέρι της.." (Βλέπ. τους από 25-5-2007 σχετικούς λόγους εφέσεως πολιτικώς ενάγοντος). Οι αναφερόμενοι τόσο από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, όσο και από τον εκκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα λόγοι εφέσεως ουδόλως επαρκούν για να αναιρέσουν τα συμπεράσματα της εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, από τα οποία με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία προκύπτει (με βάση τα αρχεία, τα στοιχεία και τα βιβλία που τέθηκαν υπ' όψιν του πραγματογνώμονα) ότι: α. Παρουσιάζεται Συγκεντρωτικό Πινάκιο Αναλήψεων για τα έτη 1996 έως 2002, ύστερα από τον έλεγχο και την άθροιση των τραπεζικών λογαριασμών που ζητείται να ελεγχθούν. Πρόκειται για επτά (7) κοινούς λογαριασμούς με συνολικές αναλήψεις 4.152.380,37 € (1.414.923.611 δρχ.), οι οποίες δε μπορούν να αντιστοιχηθούν ξεχωριστά σε κάθε μία εταιρία, γιατί οι λογαριασμοί αυτοί ανήκουν στα φυσικά πρόσωπα και όχι στα νομικά των εταιριών, β) Παρουσιάζεται συγκεντρωτικό Πινάκιο Ετησίων Κερδών Και Ζημιών των δύο εταιριών, ύστερα από τον έλεγχο και την άθροιση των ετήσιων πωλήσεων, αποθεμάτων έναρξης και τέλους χρήσης, εισαγωγών, εγχωρίων αγορών, δαπανών και γενικών εξόδων, και πληρωμών εταιρικού φόρου εισοδήματος για τα έτη 1996 έως 2002. Βάσει των δηλωθέντων στοιχείων, προκύπτουν τα ετήσια έσοδα και οι οικονομικές υποχρεώσεις κάθε εταιρίας, γ) Παρουσιάζονται Συγκεντρωτικά Πινάκια Σύγκρισης Ετησίων Εσόδων - Αναλήψεων, Ετησίων Υποχρεώσεων - Αναλήψεων, και Ετησίων Κερδών - Αναλήψεων, όπου εμφανίζονται οι διαφορές μεταξύ των ενοποιημένων αποτελεσμάτων των δύο εταιριών με τις αναλήψεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1996 έως 2002. Βάσει των δηλωθέντων στοιχείων, προκύπτουν αναλήψεις 3.450.857,11 € (1.175.879.561 δρχ.) πλέον των καθαρών κερδών των δύο εταιριών. Στη σύγκριση με τις ενοποιημένες υποχρεώσεις, οι αναλήψεις υπολείπονται κατά 2.106.393,36 € (717.753.538 δρχ.). Ενώ στη σύγκριση με τα ενοποιημένα έσοδα, οι αναλήψεις υπολείπονται κατά 2.792.527,09 € (951.553.603 δρχ.), δ) Επισημαίνεται ότι τα φορολογικά στοιχεία και βιβλία και των δύο εταιριών, δεν ανταποκρίνονται στην αναγκαία πληροφόρηση για το αν το τίμημα των επιταγών, ύψους 60.481,88 € (20.609.200 δρχ.) που αναφέρεται στη μήνυση του Ζ1 περιήλθε στις εταιρίες ή όχι. Γεγονός αποτελεί ότι κατά την παραλαβή των επιταγών, εκδόθηκαν τα παραστατικά, οι αποδείξεις παραλαβής αξιόγραφων, όμως στους τραπεζικούς λογαριασμούς στις αντίστοιχες ημερομηνίες είσπραξης δεν υπάρχει κατάθεση επιταγών ή μετρητών ισόποσων με τα αξιόγραφα, ) Ο κατηγορούμενος ίδρυσε στις 31-1-2000 την εταιρία "..... Ο.Ε.", εφεξής και χάριν ευκολίας καλείται εταιρία Β'. Η εταιρία αυτή λειτούργησε με έδρα την οδό ...... Ο μηνυτής είχε ιδρύσει την εταιρία ".... Ο.Ε.", εφεξής και χάριν ευκολίας καλείται εταιρία Α'. Η εταιρία αυτή λειτούργησε στις εξής έδρες: .....από 6-11-1987 έως 10-12-1987, ..... από 10-12-1987 έως 31-12-1999 (τότε εξώσθηκε) έκτοτε δεν έχει λειτουργήσει αλλά βρίσκεται σε αδράνεια. Και οι δύο εταιρίες, έχουν το ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών, και παρόμοια επωνυμία. Η εταιρία Α' δεν έχει υποβάλει δήλωση διακοπής εργασιών, ούτε δήλωση αλλαγής έδρας, ούτε δήλωση έναρξης εργασιών υποκαταστήματος (στην έδρα της εταιρίας Β'). Σημειώνεται, ότι για τις ενέργειες αυτές (δήλωση διακοπής - δήλωση υποκαταστήματος) απαραίτητη ήταν η υπογραφή των εντύπων της εφορίας και από τον μηνυτή, που ήταν ο διαχειριστής της εταιρίας Α'. Σύμφωνα με την μήνυση που έχει υποβάλει ο μηνυτής, φέρεται ο κατηγορούμενος να έχει αποσιωπήσει, είτε να έχει παραλείψει να ανακοινώσει στον μηνυτή, την εκ παραλλήλου ίδρυση και λειτουργία (στον ίδιο χρόνο και με τον ίδιο εμπορικό σκοπό) της εταιρίας Β', καθώς και τη συμμετοχική της σύνθεση (ότι δηλαδή ο μηνυτής δεν ήταν εταίρος στην εταιρία Β'). Περαιτέρω, και σύμφωνα με τη μήνυση, φέρεται ο κατηγορούμενος να έπεισε τον μηνυτή (που ήταν διαχειριστής της εταιρίας Α') να αποσταλούν εμπορεύματα και ανταλλακτικά κυριότητος της εταιρίας Α' στην έδρα της εταιρίας Β', από όπου εν συνεχεία πωλήθηκαν με φορολογικά παράτυπο τρόπο, ο οποίος παράλληλα συνιστά και το αδίκημα της υπεξαίρεσης εις βάρος του μηνυτή, και της απάτης εις βάρος των πελατών της εταιρίας Α'. Από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων και δεδομένων, καθώς και του λογιστικού και φορολογικού αρχείου των δύο αυτών επιχειρήσεων και αφού ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του τις προφορικές διευκρινίσεις των μερών (υπομνήματα δεν του δόθηκαν) προέκυψαν τα εξής: Από την έδρα της εταιρίας Β' (συμφερόντων του κατηγορουμένου), κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2000 έως και Σεπτέμβριο 2000, διενεργήθηκαν πωλήσεις εμπορευμάτων και ανταλλακτικών, συνολικής αξίας 372.523,04 € (126.937.227 δρχ.). Από τις πωλήσεις αυτές (Φεβρουαρίου - Σεπτεμβρίου 2000), το 1/3 περίπου αφορούν πωλήσεις από την εταιρία Α' προς την εταιρία Β'. Τα εμπορεύματα και τα ανταλλακτικά πωλήθηκαν με τιμολόγια που φέρονται να εκδόθηκαν (όπως και οι εγγραφές στο βιβλίο εσόδων - εξόδων) από την εταιρία Α', η οποία ούτε είχε μεταφέρει την έδρα της, ούτε εμφανίζεται να τα είχε πουλήσει ή διαθέσει στην Β' ως σύνολο. Και κυρίως, εάν η εταιρία Α' είχε διακόψει τη λειτουργία της, ή είχε ιδρύσει υποκατάστημα, αυτό θα ήταν σε γνώση του μηνυτή, ο οποίος θα έπρεπε να είχε υπογράψει τις σχετικές δηλώσεις προς την Δ.Ο.Υ. Σημειώνεται ότι τα εμπορεύματα και ανταλλακτικά αυτά, δεν προερχόντουσαν από νέες αγορές ή εισαγωγές της εταιρίας αυτής, καθότι η αξία των αγορών και των εισαγωγών στο ίδιο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στις 26.275,06 € (8.953.227 δρχ.). Ομοίως, δεν βρέθηκε να υφίσταται κάποια ιδιαίτερη συμφωνία για τον τρόπο διακίνησης των εμπορευμάτων αυτών προς την έδρα της εταιρίας Β' (λ.χ. παρακαταθήκη, πώληση συνόλου του ενεργητικού της παλιάς εταιρίας, πώληση επί δοκιμή κ.λπ.). Αντίθετα, από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι τα εμπορεύματα αυτά ανήκαν στην απογραφή τέλους οικονομικής χρήσεως 1999 της εταιρίας (Α'), όπου και εμφανίζονται. Τέλος, όλα τα παραστατικά της περιόδου αυτής (Φεβρουαρίου έως Σεπτεμβρίου 2000) που εξέδωσε η εταιρία Α', φέρεται να έχουν εκδοθεί από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν το αμφισβήτησε και τη σύζυγό του. Οι πωλήσεις της περιόδου αυτής (Φεβρουαρίου έως Σεπτεμβρίου 2000), μειώνουν την περιουσία της εταιρίας Α' (όχι την ατομική περιουσία του μηνυτή ή του κατηγορουμένου), με την έννοια ότι απομειώνονται τα ενεργητικά της στοιχεία. Το αντίτιμο των πωλήσεων αυτών, από τα παραστατικά των πωλήσεων εμφανίζεται ότι εισπράχθηκε από την εταιρία Α'. Ο έλεγχος όμως που διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα δε μπόρεσε να ανεύρει τα νοήματα αυτά στα ταμεία ή το ενεργητικό της εταιρίας Α'. Από λογιστική και φορολογική άποψη, τα εμπορεύματα και ανταλλακτικά της εταιρίας Α' δεν υπήρχε υποχρέωση ούτε να μεταφερθούν στην έδρα της εταιρίας Β', ούτε να πωληθούν προς αυτήν ή από αυτήν. Καθ' όσον τα εμπορεύματα και ανταλλακτικά, πωλήθηκαν εξ ονόματος της εταιρίας Α' (και εκδόθηκαν παραστατικά της εταιρίας Α'), δε μπορεί να γίνει δεκτή εκδήλωση πρόθεσης ιδιοποίησης εκ μέρους του κατηγορουμένου ως προς την κυριότητά τους (τουλάχιστον για όσα από αυτά δεν πουλήθηκαν στην εταιρία Β'). Τέτοια πρόθεση ιδιοποίησης, μπορεί να γίνει δεκτή για το τίμημα που εισπράχθηκε λόγω της πώλησης των εμπορευμάτων και ανταλλακτικών, το οποίο -όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο- δεν ανευρέθηκε στα ταμεία ή το ενεργητικό της εταιρίας. Ειδικά η διάθεση των εμπορευμάτων που ο κατηγορούμενος φέρεται να πώλησε στην αποκλειστικών συμφερόντων του εταιρία Β', φαίνεται να έχει ζημιώσει την εταιρία Α' κατά το ποσό των 123.925.54 € (42.227.629 δρχ.) της αξίας τους, γιατί δεν προκύπτει η βέβαιη είσπραξη του τιμήματος των εμπορευμάτων αυτών (Βλέπ. σελίδες 6 έως 10 της από 29- 9-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ....). Ιδιαιτέρως πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι, τα παραπάνω συμπεράσματα της εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης ουδόλως αμφισβητούνται από κάποια άλλη αντίθετη λογιστική πραγματογνωμοσύνη, που να έχει συνταχθεί με πρωτοβουλία είτε του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, είτε του προσφεύγοντος πολιτικώς ενάγοντος. Το γεγονός δε ότι αμφότεροι οι διάδικοι (εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά και εκκαλών πολιτικώς ενάγων) αμφισβητούν (ανάλογα με τα οικονομικά τους συμφέροντα) την ορθότητα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ουδόλως επαρκή για να καταστήσει αυτή ελλιπή ή αναξιόπιστη, όπως αμφότεροι υποστηρίζουν με τις κρινόμενες εφέσεις των. Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να λεχθεί ότι, η παραπάνω αναφερόμενη έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης αποτέλεσε ουσιαστικώς την βάση (στο βαθμό που απαιτούνται εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις) επί της οποίας στηρίχθηκε το σκεπτικό του εκκαλουμένου με αριθμό 18/2007 (παραπεμπτικού βουλεύματος στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου και εξ εξολοκλήρου αναφερόμαστε, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή στα πραγματικά περιστατικά ή την νομική αξιολόγηση των λοιπών ισχυρισμών του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της λεπτομερέστατης αιτιολογίας του (Βλέπ. ειδικότερα 7ο έως και 14ο φύλλο εκκαλουμένου Βουλεύματος)". Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε στην ουσία, τόσο την υπ' αρ. 309/5-6-2007 έφεση του αναιρεσείοντος, όσο και την υπ' αρ. 287/29-5-2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του υπ'αρ. 918/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να στερείται έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα και αναφορικά με την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αντικειμενική θεμελίωση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται δηλαδή της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή, τόσο το Συμβούλιο, όσο και η ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, περιορίζονται να προσδιορίσουν την ιδιότητα του κατηγορουμένου "ως εν τοις πράγμασι" (de facto) διαχειριστή της εταιρείας "....Ο.Ε.", αποδεχόμενοι περαιτέρω ότι καταστατικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο μηνυτής Ζ1, αδελφός του κατηγορουμένου. Όμως, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, για να είναι κάποιος διαχειριστής, κατά την έννοια του άρθρου 375 Π.Κ., θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, έγινε δεκτόν ότι "καταστατικός διαχειριστής της ως άνω εταιρείας, ήταν ο μηνυτής αδελφός του κατηγορουμένου, χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, με ποιο τρόπο μπορούσε να ενεργεί ο αναιρεσείων υλικές και νομικές πράξεις για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, όταν από το καταστατικό αυτής διαχειριστής ήταν ο μηνυτής. Επίσης, υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το πρόσωπο του παθόντος. Ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, με το υπ' αρ. 918/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρείας ".... ΑΦΟΙ Α.Ε.", πράξη που φέρεται να τελέσθηκε από αυτόν με την ιδιότητα του de facto διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επικύρωσε το παραπεμπτικό, ως άνω, βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική Πρόταση, με την επιπρόσθετη αιτιολογία "με την ιδιότητα αυτού (κατηγορουμένου) ως εν τοις πράγμασι (de facto) διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία .... Ο.Ε.", την οποία αυτός είχε συστήσει με τον αδελφό του Ζ1 (μηνυτή) το έτος 1987 (ο οποίος είχε ορισθεί καταστατικός διαχειριστής), ιδιοποιήθηκε το ποσό των 123.925,54 ευρώ, το οποίο αφορούσε το τίμημα πωλήσεως εμπορευμάτων και ανταλλακτικών που ανήκαν στην παραπάνω εταιρεία και πωλήθηκαν προς την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", παρακρατώντας το ποσό αυτό και μη αποδίδοντας τούτο στη δικαιούχο εταιρεία ".....Ο.Ε.", με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης. Οι ασάφειες και τα λογικά αυτά κενά δεν καλύπτονται από τα αναφερόμενα στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο. Πέρα από αυτά πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι στην Εισαγγελική πρόταση υπάρχουν και αντιφάσεις που δημιουργούν σύγχιση, αφού από αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι η πράξη για την οποία η Εισαγγελική πρόταση καταλήγει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και προτείνεται η απόρριψη της εφέσεώς του, είναι η υφαίρεση με τη μορφή υπεξαίρεσης κατά αδελφού, με την παράθεση και του σχετικού άρθρου (σε δύο σημεία αυτής) του Π.Κ. που προβλέπει την αξιόποινη αυτή πράξη, η οποία δεν έχει καμία σχέση με αυτήν που παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα, αλλά και με αυτήν για την οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του Κ.Π.Δ. μοναδικοί λόγοι αναίρεσης, ως ουσιαστικά βάσιμοι, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο των Εφετών Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αρ. 2683/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την παραπεμπτική, για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, διάταξή του.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Δεκτή αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση. Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν εν τοις πράγμασι διαχειριστής εταιρείας, όταν από το καταστατικό αυτής προκύπτει ότι άλλος ήταν διαχειριστής. Αναιρεί ως προς την παραπεμπτική διάταξή του και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 899/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αυγερινού - Φαλίδα, κατά της 2109/2008 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αναβλητική) με κατηγορούμενες: α) Χ1, κατοίκου ...... και β) Χ2, κατοίκου ......, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλούδη.
Το ΣΤ' Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητά την ανάκληση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2007/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση και να ορισθεί νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως σε δικάσιμο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2009 του ίδιου Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 548 ΚΠΔ, η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προπαρα-σκευαστική είναι και η εκδιδόμενη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου απόφαση, με την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά της 741/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, με την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες στις αναφερόμενες σ' αυτήν ποινές, άσκησαν οι τελευταίες την από 11.6.2007 αίτηση αναιρέσεως. Δικάσιμος για συζήτηση αυτής ορίσθηκε η 7.10.2008, για την οποία και κλητεύθηκαν σύννομα οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες. Κατά την εν λόγω δικάσιμο εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο δικηγόρος Α, ο οποίος υπέβαλε, για λογαριασμό των αναιρεσειουσών, αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, επικαλούμενος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών, Γεώργιος Καλούδης, κωλύονταν, λόγω ασθενείας του και συγκεκριμένα λόγω τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, να παραστεί κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση. Έτσι, το Δικαστήριο τούτο, με τη 2109/2008 απόφαση του ανέβαλε την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως για τη δικάσιμο της 28.4.2009. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η ως άνω αναβολή θα προξενήσει βλάβη στα έννομα συμφέροντα του αιτούντος -πολιτικώς ενάγοντος λόγω της επιρροής, την οποία ενδέχεται να ασκήσει η απόφαση που θα εκδοθεί επί άλλων αστικής φύσεως θεμάτων, η επίλυση των οποίων επείγει, ενόψει μάλιστα του ότι ο προσδιορισμός της συζητήσεως για την 28η Απριλίου 2009 είναι σχετικά σύντομος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν συντρέχει περίπτωση νέου, συντομότερου προσδιορισμού της ως άνω συζητήσεως και πρέπει η αίτηση να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση ανακλήσεως αποφάσεως. Νέος προσδιορισμός συζητήσεως υποθέσεως σε συντομότερη δικάσιμο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ανάκληση αναβλητικής απόφασης
|
Ανάκληση αναβλητικής απόφασης.
| 1
|
Αριθμός 898/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, περί αναιρέσεως της 2486/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο .... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1506/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 23 § 2 του Ν. 1264/1982 ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 8 και 9 ή που αρνούνται την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυσή του έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ή που αρνούνται την επαναπρόσληψη και πραγματική απασχόληση των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 24, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή μέχρις 1.000.000 δρχ. για κάθε παράβαση η άρνηση. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2486/2007 απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Λαμίας που την εξέδωσε διαλαμβάνονται τα εξής: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά το χρονικό διάστημα από 19.12.2000 έως 20.6.2001 ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. δεν αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση αφού ο πολιτικώς ενάγων κατά το διάστημα αυτό δεν είχε αίτημα πραγματικής απασχολήσεώς του και φυσικά για το λόγο αυτό δεν επιδικάστηκε τέτοια αξίωση (δηλαδή υποχρέωση πραγματικής απασχολήσεως) αλλά ο ίδιος ως έχων το δικαίωμα διαθέσεως των εκ της εργασιακής σχέσεως αξιώσεων του έκρινε σκόπιμο να μην ασκήσει τέτοιου είδους αξίωση, (να ζητήσει επαναπρόσληψη) αφού από το έτος 1997 είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλον φορέα που θα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση "ΓΑΛΗΝΗ". Επομένως για το χρονικό διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003 με ο κατηγορούμενος αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία". Με το διατακτικό δε αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύσσεται αθώος του ότι: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 19-12-2000 έως 20-06-2001 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυση του είχε κριθεί άκυρη με δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, με την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. α) κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-06-2001, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1, που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση, οπότε και καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας του, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε κατά της ως άνω (εναγομένης) εταιρίας που εκπροσωπούσε νόμιμα, η υπ'αριθμ. 383/19-12-2000 προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκρινε την απόλυση του άκυρη καθόσον απολάμβανε μέχρι 07-05-1999 συνδικαλιστικής προστασίας ως αντιπρόεδρος στο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Υπαλλήλων-Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων των Καμμένων Βούρλων και περιχώρων", δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους απόλυσής του που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 1264/82 και δεν βεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιου λόγου με απόφαση της επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών (αρθρ. 15 του ιδίου νόμου), και παρά την προσπάθεια του μηνυτή στις 20-06-2001 για επαναπρόσληψή του στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990. Επιπλέον και κατά το χρονικό διάστημα από 15-07-2003 έως 31-12-2003 αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την ως άνω πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και πάλι την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία". Στη συνέχεια δε κηρύσσεται ένοχος του ότι: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 15-7-2003 έως 31-12-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυσή του είχε κριθεί άκυρη με δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, με την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. α) κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-06-2001, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1, που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση, οπότε και καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας του, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε κατά της ως άνω (εναγομένης) εταιρίας που εκπροσωπούσε νόμιμα, η υπ'αριθμ. 383/19-12-2000 προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκρινε την απόλυση του άκυρη (καθόσον απολάμβανε μέχρι 07-05-1999 συνδικαλιστικής προστασίας ως αντιπρόεδρος στο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Υπαλλήλων-Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων των Καμμένων Βούρλων και περιχώρων", δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους απόλυσής του που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 1264/82 και δεν βεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιου λόγου με απόφαση της επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών (αρθρ. 15 του ιδίου νόμου), και παρά την προσπάθεια του μηνυτή στις 20-06-2001 για επαναπρόσληψή του στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990. Επιπλέον και κατά το χρονικό διάστημα από 15-07-2003 έως 31-12-2003 αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και πάλι την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία. Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτουν αντιφάσεις και ασάφειες αναφορικά με το χρονικό διάστημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και αθώος ο αναιρεσείων της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό κρίθηκε ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για το χρονικό διάστημα από 9-12-2000 έως 20-6-2001 και ένοχος για το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, στο διατακτικό κηρύσσεται και αθώος και ένοχος και για τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, στο σκεπτικό, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, ως έχων δικαίωμα διαθέσεως των εκ της εργασιακής σχέσεως αξιώσεων του, είχε δηλώσει από το έτος 1997 ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλο φορέα που θα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση "ΓΑΛΗΝΗ", και για το λόγο αυτό, κρίνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος για το πρώτο χρονικό διάστημα, αλλά δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα αυτό, ως προς το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Εξαιτίας δε των ασαφειών αυτών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 23 § 2 του Ν. 1264/1982, και κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι και κατ' ουσίαν βάσιμοι. Κατά την άποψη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένη της Αρεοπαγίτη Αιμιλίας Λίτινα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι της αναίρεσης δεν ήταν βάσιμοι και τούτο διότι α) το ότι στο διατακτικό της απόφασης αυτής το μεν κηρύσσεται ο αναιρεσείων αθώος τόσο για την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001, όσο και εκείνης που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, ενώ παράλληλα, κηρύσσεται ένοχος και για τη δεύτερη αξιόποινη πράξη, οφείλεται σε από προφανή παραδρομή αυτούσια αντιγραφή (επικόλληση) του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης και του ταυτόσημου κατηγορητηρίου. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, για την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, αρκούσε η στο διατακτικό παραδοχή ότι ο μηνυτής ζήτησε την επαναπρόσληψή του στις 20-6-2001 στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990 και δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ των παραδοχών στις οποίες τούτο (Δικαστήριο) στήριξε την αθωωτική του κρίση για την αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001. Και τούτο διότι κατά τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης το Δικαστήριο, την αθωωτική του κρίση για το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001, στήριξε αποκλειστικά στην έλλειψη της πρόθεσης του μηνυτή να επαναπροσληφθεί στην εταιρία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο αναιρεσείων, την οποία (έλλειψη πρόθεσης) και συνήγαγε το μεν από το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν είχε στην αγωγή που άσκησε κατά της ως άνω εταιρίας αίτημα για πραγματική του απασχόληση, το δε ότι από το γεγονός ότι αυτός από το έτος 1997 είχε εκδηλώσει ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλο φορέα που θα μεταβιβάζονταν η επιχείρηση, δεδομένου ότι μέχρι τις 20-6-2001 δεν είχε ρητά εκδηλώσει ο εν λόγω μηνυτής τέτοια πρόθεση, λόγος όμως ο οποίος δεν υπήρχε μετά το ως άνω χρονικό σημείο, κατά το οποίο ρητά αυτός δήλωσε την πρόθεση επαναπρόσληψής του, και συνεπώς και κατά το μεταγενέστερο αυτού χρονικό διάστημα από 15-7-2003, ημερομηνία δημοσίευσης της 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας η οποία έκρινε τελεσίδικα άκυρη την απόλυσή του μέχρι την 31-12-2003, μέσα στο οποίο (χρονικό διάστημα) ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρεται Ότι αυτός εξέφρασε ρητά ή σιωπηρά την αντίθεση του στην επαναπρόσληψή του. Πρέπει ακολούθως, κατά την κρατήσασα άποψη κατά παραδοχή των λόγων αυτών και παρελκούσης της έρευνας του τρίτου από το άρθρο 510 § 1Δ λόγου της αναίρεσης ως αλυσιτελούς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2486/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παραβίαση του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982. Βάσιμοι κατά την πλειοψηφία οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης της ως άνω διάταξης, λόγω αντιφάσεως μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού (πλειοψηφία). Αναιρεί και παραπέμπει. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση της απόφασης, που κηρύσσει άκυρη την απόλυση του προστατευόμενου από τις διατάξεις του παραπάνω Νόμου συνδικαλιστή στον εργοδότη του (μειοψηφία).
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Μειοψηφική γνώμη, Συνδικαλιστικών στελεχών προστασία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 900/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 154, 155, 156, 180, 197, 198/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, κάτοικους ......, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιντή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1216/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματικά διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 154, 155, 156, 180, 197, 198/2008 απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, του επέβαλε δε τις ποινές της ισοβίου καθείρξεως, της συνολικής ποινής φυλακίσεως των δώδεκα μηνών και της χρηματικής ποινής των 1000 ευρώ. Όπως προκύπτει από την παραπάνω απόφαση, το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό έκθεσης ...... με ημερομηνία 29-10-2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Α και την απολογία του κατηγορουμένου". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν α) η με αριθμό ...... τοξικολογική έκθεση του Κέντρου Τοξικολογικών Επιστημών και Έρευνας της Μονάδας Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, που αφορά βιολογικά δείγματα του Ω, β) η με αριθμό ...... έκθεση ανάλυσης DΝΑ της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, γ) η με αριθμό ...... και με ημερομηνία 10-1-2005 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης του εργαστηρίου Εντυπωμάτων της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών, που αφορά τα υποδήματα του κατηγορουμένου, την οποία συνέταξε ο Τεχνολόγος Εγκληματολογικών Ερευνών Υπαστυνόμος Β' Β, δ) οι με αριθμό ...... και ...... εκθέσεις δειγμάτων φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών του Γ.Χ.Κ και ε) η με αριθμό ...... και με ημερομηνία 27-11-07 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες συντάχθηκαν στο Τμήμα Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και μετά από παραγγελία του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής, που διενεργούσε αστυνομική προανάκριση. Περί των εκθέσεων αυτών, που αποτελούν κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 154, 155, 156, 180, 197, 198/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αναιρεί απόφαση, γιατί δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ιατρικές πραγματογνωμοσύνες.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
Αριθμός 912/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Βλήτα, για αναίρεση της 821/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΧΡ. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ-Ι.ΧΑΜΠΕΡΗΣ-ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του ΔΣ, και Διευθύνοντα Σύμβουλο, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 859/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 821/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο συγκατηγορούμενος του εδώ εκκαλούντος, στον πρώτο βαθμό, ονόματι ... αφήρεσε το χρηματοκιβώτιο της εταιρείας με την επωνυμία "Χρ. Παπαχρήστος - Ι. Χαμπέρη, ηλεκτρικά είδη ΑΕ", που έχει έδρα στον Αγ.Δημήτριο Αττικής. Εντός του χρηματοκιβωτίου, υπήρχαν και μπλόκ επιταγών της εν λόγω εταιρείας. Ο εκκαλών κατηγορούμενος στην ... την 1η Απριλίου 2001, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα, ήτοι με σκοπό να παραπλανήσει τον Θ1 ότι οι επιταγές με αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και... που ήταν λευκές και προέρχονταν από το ανωτέρω κλαπέν μπλόκ επιταγών και συνεπληρώθησαν από τον κατηγορούμενο αυτού, δια της πλαστογραφήσεώς των, ήσαν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από την ανωτέρω εταιρεία, εν γνώσει της πλαστότητος των επιταγών αυτών, έκανε χρήση αυτού, δια της παραδόσεώς των στον Θ1, ως επιταγές εγγύηση του συγκατηγορουμένου του, ζητώντας του να τις οπισθογραφήσει, όπερ και έγινε, στα πλαίσια της μεταξύ των συνεργασίας, για την οποία καταγράφει το από ...ιδιωτικό συμφωνητικό, στον ίδιο τόπο και χρόνο, έλαβε δε εις χείρας του ο εκκαλών κατηγορούμενος τις εν λόγω επιταγές από τον συγκατηγορούμενό του, ενώ γνώριζε ότι αυτές ήταν προϊόντα κλοπής και πλαστογραφίας.
Συνεπώς θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που κατηγορείται. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον άνω κατηγορούμενο ένοχο των πράξεων της χρήσεως πλαστών εγγράφων και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Ειδικότερα δε, τον κήρυξε ένοχο, κατά πιστή αντιγραφή από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, του ότι: "Α) Στην ... την 1η Απριλίου 2001, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα με σκοπό να παραπλανήσει τον Θ1 σχετικά με το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονός, ότι οι ανωτέρω επιταγές ήταν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου, εν γνώσει της πλαστότητός τους έκανε χρήση των αναφερομένων στο στοιχείο -2- του παρόντος επιταγών, αφού παρέδωσε αυτές στον Θ1 ως επιταγές εγγύησης του πρώτου κατηγορουμένου ζητώντας του να τις οπισθογραφήσει, όπερ και έγινε, στα πλαίσια μεταξύ τους συνεργασίας, για την οποία και υπεγράφη το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό.
Β)Στην ... την 1η Απριλίου 2001, με πρόθεση έλαβε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη και ειδικότερα έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο τις διαλαμβανόμενες στο στοιχείο -2- του παρόντος επιταγές, ενώ γνώριζε ότι αυτές είναι προϊόντα κλοπής και πλαστογραφίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 216 § 2, 394 § 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του Κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... (ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγων), ... και Θ1 καθώς και του μάρτυρα υπερασπίσεως, ... ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου καθώς και του διατακτικού χωρίς ειδικότερες αναφορές στα αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς αξιολόγηση των καταθέσεων των ενώπιόν του εξετασθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως, καθόσον δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως, εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά, στοιχεία, και πραγματικά περιστατικά και 2)η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 216 § 2 και 394 § 1 του ΠΚ, καθόσον ουδέποτε οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του και διανοήθηκε να κάνει χρήση αυτών, αφού η αιτίαση αυτή περιλαμβάνει μη επιτρεπόμενη από το Δικαστήριο αυτό, εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτοκ. 2614/2008) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 821/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστών εγγράφων. Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
| 1
|
Αριθμός 897/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 20/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 792/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ΚΝΝ - Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς καιν αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτήν, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 20/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερόμενων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...Ο κατηγορούμενος, όντας τοξικομανής, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, πώλησε στον εμφανισθέντα ως αγοραστή ανθυπαστυνόμο ... 82 γραμμάρια ινδικής κάνναβης αντί τιμήματος 50.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, κατά την τέλεση της ως άνω αγοραπωλησίας, συνελήφθη επ' αυτοφώρω και στη συνέχεια σε κατ' οίκον έρευνα βρέθηκαν δύο δέματα ινδικής κάνναβης 55 γραμμαρίων και 33 γραμμαρίων, τα οποία ο κατηγορούμενος προόριζε για αποκλειστικά δική του χρήση. Η πράξη όμως αυτή παραμένει ατιμώρητη, αφού ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. ΕΠΕΙΔΗ, περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το αρ. 2 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μια τέτοια μαρτυρική κατάθεση που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 224 του ΚΠΔ δεν προβλέπεται, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 του ΚΠΔ δεν περιέχεται τέτοιος λόγος.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού ..., ο οποίος όμως κατέθεσε περιστατικά, που προέρχονται από πληροφορίες άγνωστων προσώπων, τα οποία αρνήθηκε να κατονομάσει και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Μάλιστα δε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος αστυνομικού. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει στο σκεπτικό ότι εκτός από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά μέσα για τη στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου, τα οποία και εκτίθενται σε αυτό, όπως είναι η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα, που αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά και η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον λοιπόν, το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, στήριξε την καταδικαστική του κρίση και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως άλλωστε αυτό προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, όπως είναι αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ο προβαλλόμενος, κατ'εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2007 (αριθ. πρωτ. 3621/23.4.2007) αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της 20/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Πώληση ναρκωτικής ουσίας. Έννοια της πωλήσεως. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 896/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολίτσα Τσαφούλια, περί αναιρέσεως της 5176/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1657/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται, αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμόδιας αρχής ψευδή γεγονότα και αφετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός την γνώση του δράστη ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου την θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν θεμελιώνουν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ. Η του ΚΠΔ συνιστά η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή δεν άσκησε δικαιοδοσία που του επιβάλλει ο νόμος (αρνητική υπέρβαση).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, οι οποίες συνίστανται στο ότι κατέθεσε ενόρκως και εν γνώσει του ψευδώς περί του εγκαλούντος, αφενός ότι είχε απειλήσει ο τελευταίος μέλη του προσωπικού των εταιρειών του Ψ, συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος και τα εξανάγκασε με τις απειλές αυτές να παραιτηθούν από το Δ.Σ. μίας εκ των εταιρειών αυτών και αφετέρου ότι τα πληρώματα των σκαφών εταιρείας του Ψ τον ενημέρωσαν (τον αναιρεσείοντα) ότι έχουν δεχθεί απειλητικά τηλεφωνήματα για τη ζωή τους από μέρους του εγκαλούντος, ώστε να εγκαταλείψουν τα σκάφη αυτά, ενώ τα ψευδή αυτά γεγονότα που ισχυρίστηκε με την ένορκη κατάθεσή του περιήλθαν σε γνώση των προανακριτικών υπαλλήλων, ενώπιον των οποίων κατέθετε και όσων στη συνέχεια έλαβαν γνώση της κατάθεσης αυτής. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τον αναιρεσείοντα πρώτο κατηγορούμενο: "Ο πρώτο κατηγορούμενος όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυς σχετικά με τις απειλές που είχαν δεχθεί μέλη του προσωπικού του Ψ ήταν ψευδή, πράγμα που αυτός γνώριζε, αφού όλοι εκείνοι για τους οποίους υποστηρίζει ότι απειλήθηκαν τον διέψευσαν κατηγορηματικά και δήλωσαν ότι ουδέποτε δέχθηκαν απειλές εναντίον της ζωής ή της σωματικής των ακεραιότητας από τον εγκαλούντα. Ειδικότερα από την κατάθεση του μάρτυρα Μ, ο οποίος κατονομάστηκε από τον πρώτο των κατηγορουμένων ως ένα από τα άτομα που απειλήθηκε από τον μηνυτή, προκύπτει ότι αυτός ουδέποτε δέχθηκε απειλές από αυτόν ούτε ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση εξαιτίας αυτών των απειλών. Επίσης, αυτός κατέθεσε ότι δεν είχε επαφές με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και μάλιστα τέτοιες που να του εμπιστευθεί ότι δεχόταν απειλές και ότι όλα όσα αυτός κατέθεσε, τουλάχιστον για τον εαυτό του, ήταν ψευδή και βεβαίως ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος των, αφού ουδέποτε του παραπονέθηκε ή του κατήγγειλε οτιδήποτε. Τα ίδια κατέθεσε και ο Ξ ενώπιον του αρχιφύλακα ΑΣ ..., όπου μάλιστα εξέφρασε την έκπληξή του για απειλές που φερόταν ότι είχε δεχθεί από τον εγκαλούντα. Είναι σαφής και κατηγορηματική η δήλωσή του στην άνω κατάθεσή του, που αναφέρει χαρακτηριστικά "ουδέποτε δέχτηκα πίεση ή απειλή από τον Ζ". Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι δέχθηκαν απειλές άλλα μέλη του προσωπικού του κατηγορουμένου, ώστε να πιεστούν και παραιτηθούν, αφού όλων οι παραιτήσεις έγιναν για προσωπικούς λόγους. Αντίθετα, δεν μπορούν να συναχθούν από τις καταθέσεις της μάρτυρος ..., η οποία υποστήριξε ότι όλα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος Χ ήταν αληθή, αφού οι ίδιοι οι φερόμενοι ως απειληθέντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αυτή δεν ήταν αυτήκοος μάρτυς των καταγγελιών τους προς τον κατηγορούμενο, ώστε από ίδια αντίληψη να γνωρίζει ότι αυτοί κατήγγειλαν. Η όλως αόριστη αναφορά της, ότι μέλη του προσωπικού κατήγγειλαν απειλές που είχαν δεχθεί από τον εγκαλούντα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνει και τους Ξ, Θ και Μ, διότι εκτός του ότι αυτοί δεν ανήκαν στο στενό προσωπικό των επιχειρήσεων του κατηγορουμένου με το οποίο αυτή συνεργαζόταν και ερχόταν σε επαφή, δεδομένου ότι ο μεν Θ ήταν μέλος του ΔΣ και ερχόταν μόνο όταν αυτό συνεδρίαζε και ο Ξ αντιπρόεδρος της εταιρείας, δεν επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους φερόμενους ως απειληθέντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, βεβαιώνουν ότι ουδέποτε απειλήθηκαν από τον εγκαλούντα και δεν προέκυψε ότι καταθέτουν με τον άνω τρόπο από φόβο ή άλλη αιτία. Αλλά και η αναφορά του κατηγορουμένου ότι και τα μέλη του πληρώματος είχαν δεχθεί απειλές από τον εγκαλούντα, χωρίς να κατονομάζεται ούτε ένα μέλος αυτών ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η συγκεκριμένη κατηγορία, είναι ψευδής, αφού δεν αποδείχθηκε ότι πραγματικά υπήρξαν τέτοιες απειλές, πράγμα που βεβαίως αυτός γνώριζε, αφού δεν υπήρξε οποιοσδήποτε που να καταγγείλει όσα αυτός κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυς. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ψευδορκίας, αλλά και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού με την κατάθεσή του διέδωσε ενώπιον των προσώπων που έλαβαν γνώση των άνω ψευδών γεγονότων, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν τον εγκαλούντα, αφού περιείχαν ιδιαίτερα δυσφημιστικά γι' αυτόν γεγονότα και στοιχεία".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224, 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι τα γεγονότα που κατέθεσε και ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδή και ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια αυτών, αναφέρει μάλιστα και τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων), από τα οποία κυρίως προέκυψαν αυτά, ενώ προκύπτει ότι συνεκτίμησε και την περιεχόμενη στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατάθεση του εγκαλούντος, στην οποία, μεταξύ άλλων, περιέχεται ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος (δηλαδή τα ψευδή γεγονότα) τα είχε ακούσει από τον Ψ και τον πίστεψε επειδή ήταν αφεντικό του, καθώς και ότι, εξαιτίας της κατάθεσης αυτής του κατηγορουμένου, ο εγκαλών ταλαιπωρήθηκε, αναγκάστηκε να κρύβεται και έχασε δέκα δισεκατομμύρια. Το ότι η πρώτη από τις ανωτέρω περικοπές της καταθέσεως του εγκαλούντος δεν οδήγησε το Δικαστήριο σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση ελλείψει δόλου (γνώσεως), δεν ελέγχεται αναιρετικά, γιατί συνιστά εκτίμηση πραγμάτων, αρκούντος του γεγονότος ότι και η κατάθεση αυτή συνεκτιμήθηκε. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι της αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η πλημμέλεια 'τι υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του γιατί δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εγκαλούντος, ο οποίος ανέφερε ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος τα είχε ακούσει από το αφεντικό του και τον πίστεψε, με βάση την οποία κατάθεση είχε υποχρέωση να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, ελλείψει δόλου. Και αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5176/2008 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμελήματα). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη και απόρριψη των λόγων αναίρεσης: α) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις και κατ’ επάγγελμα τέλεσης και του αιτήματος για γραφολογική εξέταση των φερόμενων ως πλαστών εγγράφων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 895/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 1535/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, κρατούμενο στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/9.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σταύρου Χατζημιχαηλίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1984/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολείπετο για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. ΑΠ 106/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού Κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υφ' όρον συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη (ή και περισσότερες) από δόλο πράξη, παρόλον ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον υφ' όρον απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς για την έρευνα της βασιμότητας του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠοινΔ προβαλλομένου, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Χ καταδικάστηκε με την υπ' αριθ. 1055/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δύο (2) ετών και έτυχε υφ' όρον απολύσεως με το υπ' αριθ. 1770/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο του καθόρισε υπόλοιπο ποινής ανερχόμενο σε ένα (1) έτος και δεκαέξη (16) ημέρες. Ο ανωτέρω αποφυλακίστηκε την 5.12.2003 και εντός του χρόνου της δοκιμασίας, δηλαδή από 5.12.2003 μέχρι και τον Μάιο του 2004 διέπραξε και νέα από δόλο εγκλήματα και συγκεκριμένα αυτά της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της αντιστάσεως, για τα οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 10-11/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, έκτοτε δε κρατείται στις φυλακές για έκτιση της ποινής του. Ακολούθως, υπέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 22.10.2008 αίτησή του για συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις ως άνω δύο αποφάσεις, καθώς και των ποινών των δέκα (10) και πέντε (5) μηνών αντίστοιχα, που του επιβλήθηκαν με τις υπ' αριθ. 2362/19.6.2007 και 16745/23.9.2003 αποφάσεις του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα. Το ανωτέρω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την αίτηση και καθόρισε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και επτά μηνών, επαυξάνοντας την βαρύτερη ποινή της κάθειρξης των εννέα ετών κατά ένα έτος από την ποινή φυλακίσεως δύο ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 1055/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία είχε τύχει υφ' όρον απολύσεως και κατά πέντε και δύο μήνες αντίστοιχα από τις ως άνω ποινές φυλακίσεως των δέκα και πέντε μηνών, αντίστοιχα. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν έπρεπε να συμπεριλάβει στη συγχώνευση την ποινή για την οποία ο κατάδικος είχε τύχει υφ' όρον απολύσεως, γιατί ο τελευταίος όφειλε να εκτίσει αθροιστικά ολόκληρο το υπόλοιπο της εν λόγω ποινής. Επομένως, έτσι που έκρινε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συγχώνευση, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 του ΚΠΔ, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1535/19.11.2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συγχώνευση ποινών στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν εκείνος που απολύθηκε με όρο διαπράξει κατά το χρόνο της δοκιμασίας έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και δεν επιτρέπεται συγχώνευση της επιβληθείσας ποινής με το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής για την οποία έτυχε προσωρινής απολύσεως. Αναιρείται η απόφαση που προέβη σε συγχώνευση τέτοιων ποινών.
|
Ποινή
|
Ποινή, Απόλυση υφ' όρο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 894/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1, 118 παρ. 2 ΠΚ συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί έγκληση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο (ήδη 18ο)έτος το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του μόνον ο παθών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου είναι οι γονείς του, που έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, την οποία ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και το δικαίωμα της εγκλήσεως. Έτσι, σε περίπτωση εγκλήματος, το οποίο στρέφεται κατά ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα υποβολής της απαιτούμενης για την κίνηση της ποινικής διώξεως εγκλήσεως επιφυλάσσεται από το νόμο στους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι πρέπει, κατ' αρχήν, να υποβάλουν την έγκληση αυτή από κοινού, αφού σταθμίσουν αν το αληθές συμφέρον του τέκνου είναι να διωχθεί ο δράστης ή, δια της άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, να μείνει ατιμώρητος. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Επομένως, προκειμένου για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη επιμέλειας του προσώπου του με επείγοντα χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την ως άνω τρίμηνη προθεσμία για υποβολή της, μπορεί να υποβάλει εγκύρως και ο ένας μόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος σε βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε διάσταση με τον άλλο γονέα. Και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, εγκύρως υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο (αμέτοχο) γονέα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1517 ΑΚ, που ορίζει ότι αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή διορίζεται ειδικός επίτροπος, διότι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων του ανηλίκου, ο μη διαπράξας την κατά του ανηλίκου αξιόποινη πράξη γονέας του δεν βρίσκεται προ διλήμματος, να αποσιωπήσει την σε βάρος του τέκνου του τελεσθείσα από τον άλλο γονέα αξιόποινη πράξη ή να καταμηνύσει το δράστη γονέα και σύζυγό του, και δεν συντρέχει εντεύθεν ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, της συγκρούσεως συμφερόντων. Τέλος, κατά το άρθρο 344 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Ν. 3064/2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), για να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ), απαιτείται έγκληση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 34,35,36,37,38,39 και 40/1-4-2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά του, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και της απολογίας του κατηγορουμένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τις ποινικώς αξιόλογες πράξεις της αποπλάνησης παιδιών, ήτοι α) σε βάρος της θυγατέρας του Θ1 που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατος έτος της ηλικίας της και β) σε βάρος της θυγατέρας του Θ2 η οποία είχε ήδη συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεώτερη των δεκαπέντε ετών, χωρίς να συντρέχει περίπτωση στο πρόσωπο του κανενός ελαφρυντικού, λόγω της πιο κάτω αναλυτικώς εκτιθέμενης ακραίας, παραβατικής συμπεριφοράς του. Ειδικότερα, αποδείχτηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε τα πιο κάτω περισσότερα ποινικά αδικήματα ήτοι: ι) Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του δέκατου τέταρτου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ1 η οποία γεννήθηκε την 29-6-1991" εντός του δωματίου της και στο σαλόνι της οικίας τους στην ..., τη θώπευε στα απόκρυφα σημεία του σώματος της, έθετε το δάχτυλο του στο αιδοίο της, προσέτριβε το πέος του στα γεννητικά της όργανα, εκσπερμάτωνε μπροστά της για ηδονισμό και με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2004 έως και το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του ενδέκατου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ2, η οποία γεννήθηκε την 4-1-1994" εντός του δωματίου της στην οικία τους στην ..., τη θώπευε στα απόκρυφα σημεία του σώματος της, έθετε το δάχτυλα του στο αιδοίο της, την ανάγκαζε σε πεολειχία, προσέτριβε το πέος του στα γεννητικά της όργανα, εκσπερμάτωνε μπροστά της, για ηδονισμό και με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος και η μάρτυρας Σ1 συνήλθαν σε γάμο από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα παιδιά τους, ..., Θ1, ... και Θ2, που γεννήθηκαν το 1990, στις 29.6.1991 το 1992 και στις 4.1.1994 αντίστοιχα. Το Σεπτέμβριο του 2000 η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε, δεδομένου ότι η Σ1 αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην ..., τα δε ως άνω παιδιά τους συνέχισαν ναδιαμένουν με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω οικία. Έκτοτε, η Σ1 συνάντησε τα παιδιά της το Φεβρουάριο του 2005 (Καθαρή Δευτέρα) στην ... και συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να περάσει τις διακοπές του Πάσχα με τις πιο πάνω θυγατέρες της στην ..., όπου διέμενε εκείνη. Μετά από μερικές ημέρες, όπως κατέθεσε η Σ1, η προαναφερθείσα Θ1, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της, της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της, από τότε που έφυγε αυτή (μητέρα τους) από τη συζυγική κατοικία το Σεπτέμβριο του 2000, ερχόταν (ο κατηγορούμενος) και πείραζε αυτή και την αδελφή της, ερχόταν στο δωμάτιο τους και έβαζε το πουλί του στο πουλί τους. Η Θ2 της είπε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πουλί του στο στόμα της και κατούρησε. Η μητέρα των κοριτσιών, Σ1, κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, πήρε τις θυγατέρες της για τις εορτές του Πάσχα του 2005 για 15 ημέρες. Στη συνέχεια, τα κορίτσια τέθηκαν, με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου, υπό την επιμέλεια της γιαγιάς τους (μητέρας της μητέρας τους) μέχρι το τέλος του σχολικού έτους και συγκεκριμένα μέχρι το Σεπτέμβριο του 2005 όταν τα πήρε η μητέρα τους στην .... Η μικρή της θυγατέρα (η Θ2) είπε στη μητέρα της ότι είχε ξυπνήσει μια φορά και είδε τον πατέρα τους να πηγαίνει στο κρεβάτι της μεγάλης (της Θ1). Επίσης, η μητέρα τους κατέθεσε στο ακροατήριο ότι τα ανωτέρω της τα επανέλαβαν τα κορίτσια της και αργότερα, δηλαδή από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετά, όταν είχε την επιμέλεια των θυγατέρων της αυτών. Ειδικότερα της είπαν ότι έτριβε το πιπί της Θ1 και ότι έπεφτε ένα κίτρινο υγρό και ότι έβαζε το πουλί του στο στόμα της Θ2 και κατουρούσε. Τα ανωτέρω τα είχαν ειπεί προηγουμένως και στην ως άνω γιαγιά τους κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο σπίτι της. Στο ακροατήριο, η μεγάλη θυγατέρα του κατηγορουμένου, Θ1, κατέθεσε ότι όταν το 2000 έφυγε από τη συζυγική κατοικία η μητέρα της, άρχισε ο κατηγορούμενος να την πειράζει σεξουαλικά. Ακούμπαγε το πουλί του στο δικό της, της έπιανε τους γλουτούς και τους μηρούς και έριχνε υγρά από το πουλί του στην κοιλιά της. Την χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα, τη φιλούσε στο στόμα όπως φιλάνε οι άνδρες τις γυναίκες. Ερχόμενος μεθυσμένος στο σπίτι, την ξύπναγε και την πείραζε, αφού προηγουμένως ανέβαινε από πάνω της και όλα αυτά γίνονταν πολλές φορές. Η αδελφή της, Θ2, κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι την πείραζε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα τις έβγαζε τα εσώρουχα, αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει και τα δικά του, την χάιδευε στα γεννητικά όργανα και στα στήθη, έβαζε το πέος του στο στόμα της και μία φορά την είχε "κατουρήσει στο στόμα". Άλλοτε έπαιζε το πουλί του καθόν χρόνο ήταν ξαπλωμένος και το έτριβε στο δικό της πουλί και στη συνέχεια "την κατουρούσε". Ο ίδιος άλλοτε όντας ξαπλωμένος την σήκωνε και την είχε στα πόδια του παίζοντας το πουλί του μέχρι να βγάλει υγρά. Οι ως άνω αξιόποινες σε βάρος της Θ2 πράξεις, όπως κατέθεσε η ίδια στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2004 και 2005. Οι ως άνω καταθέσεις των παθόντων ανηλίκων είναι διατυπωμένες με παιδική αθωότητα, λογική και αντίληψη και έχουν λογικό ειρμό, το δε περιεχόμενο κάθε μίας εξ αυτών συμφωνεί απόλυτα με το περιεχόμενο της άλλης και επαληθεύεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης της μητέρας τους και ενισχύεται από το περιεχόμενο της από 28-3-2008 βεβαίωσης της ψυχολόγου του Κέντρου Υγείας ... του Γενικού Νοσοκομείου ..., η οποία παρέχει ψυχολογική θεραπευτική υποστήριξη στα ως άνω ανήλικα από τις 26-2-2008. Με τη βεβαίωση αυτή, η εν λόγω ψυχολόγος, περιγράφει το μέγεθος της φοβικής διάθεσης που έχει κάθε ένα από τα ανήλικα και ιδίως η Θ2 απέναντι στον πατέρα τους-κατηγορούμενο, συνεπεία των όσων έχουν βιώσει από την ως άνω ακραία εγκληματική συμπεριφορά του. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να έχει ροπή προς τη διάπραξη εγκλημάτων της γεννετήσιας ελευθερίας και ζωής. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθ. 6/1985 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Σύρου καταδικάστηκε σε φυλάκισης 2 ετών για ασελγή πράξη σε βάρος άρρενος ανηλίκου που ήταν νεότερο των 15 ετών, δηλαδή για παρά φύση εκούσια σε βάρος του ανηλίκου συνουσία. Κατόπιν εφέσεως του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμό 8-9/1987 απόφαση του, τον απήλλαξε παύοντας την ποινική δίωξη μετά από τη δήλωση του ανηλίκου τότε παθόντος και της μητέρας του ότι τον συγχωρούν και ανακαλούν την έγκληση και την οποία ανάκληση αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Ο εναγόμενος με έγκληση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου ισχυρίστηκε ότι η κατ' αυτού μήνυση, για το ως άνω αδίκημα, της μητέρας του ως άνω ανηλίκου ήταν ψευδής, ζητώντας την ποινική δίωξη αυτής και άλλων τινών για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία μάρτυρα, ψευδή ανωμοτί κατάθεση και ψευδή καταμήνυση. Όμως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου με την υπ' αριθ. 164/1987 απόφαση του, απάλλαξε όλους τους τότε κατηγορούμενους επειδή ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την τότε έγκληση του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και επειδή για τα λοιπά αδικήματα δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις. Αντίθετα, η άποψη του κατηγορουμένου και των μαρτύρων της υπεράσπισης ότι οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις των ανηλίκων θυγατέρων του κατηγορουμένου κατ' αυτού ήταν υποβολιμαίες εκ μέρους της μητέρας τους, δεν ευρίσκει έρισμα στη λογική. Τούτο δε καθόσον α) είναι αδύνατο σε τόσο μικρά παιδιά να υποδειχθεί το περιεχόμενο των καταθέσεων τους διαχρονικά, δίχως να πέσουν σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια των καταθέσεων τους, είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και β) επειδή στο πρόσωπο της μητέρας των ανηλίκων δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε διάθεση εκδικήσεως κατά του κατηγορουμένου, αφού είχε πλέον διαζευχθεί από αυτόν και έχει δρομολογήσει από πολλών ετών νέα ομαλή οικογενειακή σχέση με άλλο σύντροφο, ο οποίος αγαπά και φροντίζει τις ως άνω ανήλικες θυγατέρες αυτής, οι οποίες έκτοτε αισθάνονται ασφαλείς και ευχαριστημένες με τη ζωή που βιώνουν. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση στον οποίο, στη συνέχεια, επέβαλε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 117 παρ. 1, 344 και 339 παρ. 1 στοιχ. α' β' και γ' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Επαρκώς αιτιολογεί το Δικαστήριο και την κρίση του, όσον αφορά την εμπρόθεσμη υποβολή από την εγκαλούσα της έγκλησης με βάση την οποία ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, όσον αφορά τις επί μέρους πράξεις της αποπλάνησης σε βάρος της ανήλικης Θ1 για το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως τις 15-10-2002, κατά το οποίο η πράξη αυτή εδιώκετο κατ' έγκληση, με την αιτιολογία ότι "Το Σεπτέμβριο του 2000 η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε, δεδομένου ότι η Σ1 αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην ..., τα δε ως άνω παιδιά τους συνέχισαν να διαμένουν με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω οικία. Έκτοτε, η Σ1 συνάντησε τα παιδιά της το Φεβρουάριο του 2005 (Καθαρή Δευτέρα) στην ... και συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να περάσει τις διακοπές του Πάσχα με τις πιο πάνω θυγατέρες της στην ..., όπου διέμενε εκείνη. Μετά από μερικές ημέρες, όπως κατέθεσε η Σ1, η προαναφερθείσα Θ1 , σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της, της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της, από τότε που έφυγε αυτή (μητέρα τους) από τη συζυγική κατοικία το Σεπτέμβριο του 2000 ερχόταν ο (κατηγορούμενος) και πείραζε αυτή και την αδελφή της, ερχόταν στο δωμάτιο τους και έβαζε το πουλί του στο πουλί τους. Η Θ2 της είπε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πουλί του στο στόμα της και κατούρησε. Η μητέρα των κοριτσιών, Σ1, κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, πήρε τις θυγατέρες της για τις εορτές του Πάσχα του 2005 για 15 ημέρες". Από τα παραπάνω τα οποία διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της απόφασης του σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο, με την παραπάνω επαρκή αιτιολογία, δέχεται ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση για την σε βάρος της ανήλικης Θ1 αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, για πρώτη φορά, περί το τέλος Φεβρουαρίου του έτους 2005. Με την παραδοχή αυτή είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 117 & 1 και 344 του ΠΚ, όπως το δεύτερο ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 του ν. 3064/2002, δεν στερείται δε η παραπάνω απόφαση νομίμου βάσεως, κατά το μέρος αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν αρκέστηκε μόνο στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων από αυτά, ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενα, αλλά έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων, όπως αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Εξαίρονται βέβαια στην αιτιολογία της ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κρίθηκαν ότι έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική αξία ,όπως οι καταθέσεις στο ακροατήριο των παθουσών ανηλίκων και η από ... βεβαίωση της ψυχολόγου του Κέντρου Υγείας... του Γενικού Νοσοκομείου ..., αλλά λαμβάνονται συγχρόνως υπόψη και συνεκτιμώνται και οι λοιπές ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, καθώς και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για αρκετά από τα οποία, όπως το ακριβές απόσπασμα της υπ' αριθ. 181/25-6-2007 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Σύρου, η υπ'αρίθ.6/1985 απόφαση του Μ.Ο.Δ Αιγαίου, η υπ'αρίθ. 8-9/1987 αμετάκλητη απόφαση του Μ.Ο.Ε Αιγαίου καθώς και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως είναι αβάσιμη η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος. Καθόσον αφορά τις αιτιάσεις του, σύμφωνα με τις οποίες ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η ειδική έκθεση των λόγων, για τους οποίους το παραπάνω δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είναι αθώος, ειδικά από τα αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος επικαλέστηκε, τα οποία και προσδιορίζει, αυτές είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται με αυτές η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται και η αιτίαση κατά την οποία το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των εδαφίων β' και γ' του άρθρου 339 του ΠΚ, ειδικά ως προς τις μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις αποπλάνησης της θυγατέρας του Θ2, με το να δεχθεί στο σκεπτικό της απόφασης ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές "β) σε βάρος της θυγατέρας του Θ2, η οποία είχε συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεώτερη των 15 ετών..." δηλαδή πράξεις που υπάγονται στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 γ' ΠΚ, και να τον καταδικάσει για την παράβαση του άρθρου 339 β' ΠΚ δηλαδή για πράξεις που αφορούν πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του 11ου,καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και τούτο γιατί δεν διαλαμβάνονται στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης τέτοιες ασάφειες, καθόσον ρητώς αναφέρεται υπό το στοιχείο 2 του σκεπτικού, όπου περιγράφονται αναλυτικά οι ασελγείς πράξεις τις οποίες ενήργησε ο αναιρεσείων εις βάρος της ανήλικης Θ2, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο 2004 έως και το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005, ότι "με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του ενδέκατου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ2, η οποία γεννήθηκε την 4-1-1994, εντός του δωματίου της στην οικία τους στην...", ενώ η αναφερόμενη στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης φράση ότι η παθούσα Θ2 είχε ήδη συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεότερη των δεκαπέντε ετών, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Τέλος από τη επισκόπηση της από 25-4-2005 εγκλήσεως, που υποβλήθηκε από την εγκαλούσα, μητέρα των ανηλίκων, που γεννήθηκαν, αντίστοιχα, την 29-6-1991 και την 4-1-1994, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα σ' αυτά, με βάση την οποία ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε την 25-4-2005 δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από τότε που η ίδια έλαβε γνώση της αποπλάνησης της ανήλικης θυγατέρας της Θ1 και του προσώπου του δράστη και συνεπώς το Δικαστήριο, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για τις μερικότερες πράξεις που προαναφέρθηκαν, δεν υπερέβη την εξουσία του και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου απορριπτέος είναι και ο, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου που προκλήθηκε από την 8-9/1987 αμετάκλητη απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αιγαίου και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, συνομολογεί δε και ο αναιρεσείων, αφορά πράξη εντελώς διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 34,35,36,37,38,39,40/1-4-2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποπλάνηση παιδιού νεότερου των 13 ετών. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έννοια ασελγών πράξεων. Εσφαλμένη ερμηνεία άρθρου 339 ΠΚ. Ακυρότητα από κακή παράσταση πολιτικής αγωγής δεν υπάρχει όταν η μητέρα παρίσταται για λογαριασμό του τέκνου της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Αποπλάνηση ανηλίκου.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 893/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Κόκκινο, περί αναιρέσεως της 96/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "MEDI-FORCE SERVICES AE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΥΓΕΙΑΣ", που εδρεύει στην περιοχή Παπάγου Αττικής και που εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε πρωτοδίκως, η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1000/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Δεν υπάρχει όμως ακυρότητα ούτε παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητος και προφορικότητος της δίκης, όταν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος εγγράφου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή είτε από άλλα έγγραφα είτε από καταθέσεις μαρτύρων, εις τρόπον, ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση εξ αυτών του περιεχομένου του μη αναγνωσθέντος εγγράφου και να μπορεί να το αντικρούσει και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως της η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε στήριξε την κρίση του και στα υπ' αρίθμ. 1) ...,... και ... τιμολόγια 2)... και ... τιμολόγια-δελτία αποστολής, 3)... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και 4) ...πιστωτικό σημείωμα, αν και δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα αυτά στα αναγνωστέα. Η αιτίαση όμως αυτή της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη, γιατί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει από την από 28-12-1998 έκθεση οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου της Ανώνυμης Εταιρείας "MEDI FORCE MEDIFORCE SERVICES A.E., την οποία (έκθεση) συνέταξε ο οικονομικός και φορολογικός σύμβουλος επιχειρήσεων Δ1 και η οποία περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ελήφθησαν υπόψη απο το Δικαστήριο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το άρθρο 375 παράγρ. 1 εδ. α' και 2 εδάφ. α' του ΠΚ, όπως η παράγρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και ευρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας (του ενδεχόμενου δόλου), ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστ. Κωδ., και τη θέληση ή την αποδοχή αυτoύ να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Επί υπεξαιρέσεως, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το εκδόσαν αυτήν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος τους αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτά, απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία), αποδείχτηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MEDIFORCE SERVICES ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΥΓΕΙΑΣ", που εδρεύει στο Δήμο Παπάγου Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-1990 μέχρι 7-3-1998 οπότε έληξε η θητεία της και απηλλάγη από τα καθήκοντά της. Με την ιδιότητα της αυτή η κατηγορουμένη, κατά το νόμο (άρθρο 18 § 2,22 §§ 1 και 3 του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών") και κατά το καταστατικό της εταιρίας (άρθρο 15 §§ 1, 3 και 4), ασκούσε, εκτός άλλων, τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας και είχε εξουσία για την πλήρη δέσμευση της εταιρίας. Η ίδια υπήρξε και μέτοχος της εταιρίας και ιδρυτικό μέλος αυτής, όπως προκύπτει από την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό της εταιρίας που έχουν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ήτοι του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νας Λάρδα, και έχει υποβληθεί στις νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας (άρθρα 7α' και 7β' του Ν.2190/1920). Σκοπός της εν λόγω εταιρίας είναι, εκτός άλλων, ο σχεδιασμός, εκπόνηση, προώθηση και εξυπηρέτηση ασφαλιστικών προγραμμάτων, ατομικών ή ομαδικών, ο σχεδιασμός, εκπόνηση, προώθηση και εξυπηρέτηση προγραμμάτων παροχής υγειονομικών υπηρεσιών κλπ. Για την εξυπηρέτηση του καταστατικού της σκοπού, η εταιρία αυτή είχε μισθώσει ένα ακίνητο με εμβαδόν 170 τετραγωνικών μέτρων στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ...από τον ... και το είχε εξοπλίσει, για τη λειτουργία των γραφείων της, με έπιπλα που είχε αγοράσει από την εταιρία "Α. ΣΚΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ - Π. ΤΑΡΑΤΖΙΚΗΣ ΑΕ." με συνολικό τίμημα 5.174.344 δραχμών καθώς και με τον αναγκαίο μηχανολογικό εξοπλισμό (τηλεφωνικό κέντρο, τηλέφωνα, FΑΧ κλπ) με τίμημα 1.102.725 δραχμών (βλ. τιμολόγια με αριθ. ..., ..., ..., τιμολόγια - δελτία αποστολής ..., ..., τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ...), με συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (οθόνη - εκτυπωτή κλπ) αξίας 2.307.095 δραχμών, με εφαρμογές λογισμικού από την εταιρία "ΟRACLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" συνολικής αξίας 2.322.340 δραχμών. Στα πλαίσια επίσης του καταστατικού σκοπού της εταιρίας και της εν συνεχεία λειτουργίας της είχε δημιουργηθεί από στελέχη και υπαλλήλους της ένας "ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ο οποίος αποτελούσε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα και περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας, υπήρχε δε σε έντυπα, καθώς και σε ηλεκτρονικό αρχείο και περιελάμβανε τα πλήρη στοιχεία όλων των νοσοκομείων και ιατρικών κέντρων της Χώρας με αριθμό κλινών, αριθμό ιατρών κατά ειδικότητα και λοιπού προσωπικού, με είδη εργαστηριακών εξετάσεων, βιοϊατρικό εξοπλισμό κλπ. Στα γραφεία της εγκαλούσας εταιρίας υπήρχαν επίσης 750 πρωτότυπες συμβάσεις με ιατρούς όλων των ειδικοτήτων, εγκατεστημένους σε όλη τη Χώρα (ιατρικό δίκτυο της εταιρίας). Η πορεία της εταιρίας δεν ήταν αυτή που ανέμεναν οι ιδρυτές μέτοχοι της και από την αρχή του έτους 1997 άρχισε να παρουσιάζει ζημιές. Ειδικότερα, η εταιρία παρουσίαζε οφειλές στο ΙΚΑ, όφειλε μισθώματα στον εκμισθωτή του ακινήτου που στεγαζόταν, ενώ ναυάγησε και η συνεργασία της με την "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", η οποία είχε εκδηλώσει ζωηρό ενδιαφέρον για την αγορά του παραπάνω "Υγειονομικού Χάρτη" και ήταν ο μεγαλύτερος δυνητικός πελάτης της εγκαλούσας εταιρίας. Η καθοδική οικονομική πορεία της εγκαλούσας εταιρίας, όπως αποδείχθηκε ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες δεν αναιρούνται από εκείνες των μαρτύρων υπερασπίσεως ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, οφειλόταν σε κακή διαχείριση αυτής από την κατηγορουμένη, η οποία ήταν, ως διευθύνουσα σύμβουλος, υπεύθυνη και εν λευκώ εξουσιοδοτημένη για τα πάντα και εκείνη αποφάσιζε, μεθοδευμένα δε οδήγησε την εταιρία σε πτώχευση με την μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, των μισθών των υπαλλήλων και των μισθωμάτων, για να επωφεληθεί η ίδια ατομικά από τη χρησιμοποίηση του "Υγειονομικού Χάρτη", τη λογιστική αξία του οποίου η εγκαλούσα εταιρία, στη μήνυση της, και όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι και ασχολήθηκαν με τη δημιουργία του (όπως, άλλωστε, και η κατηγορουμένη, η οποία είναι γεγονός ότι εργάστηκε εντατικά για τη δημιουργία του) υπολογίζουν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 60.000.000 δρχ. Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσό αυτό είναι υπερβολικό και αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την από διαθέσεως αξία, τη συναισθηματική, δηλαδή, αξία που είχε το εν λόγω πνευματικό δημιούργημα της εταιρίας γι' αυτήν, η οποία έχει υποκειμενικό χαρακτήρα και, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως. Αν, λοιπόν, ληφθεί υπόψη το μέγεθος του εγχειρήματος του "Υγειονομικού Χάρτη" (ο οποίος πραγματικά είναι τεράστιο εγχείρημα και όχι απλή καταγραφή στοιχείων) και η εντατική επί 14 τουλάχιστον μήνες (1995 - 1997) εργασία που απαιτήθηκε για να ολοκληρωθεί (δεδομένου ότι περιελάμβανε λεπτομερή στοιχεία μη καταγεγραμμένα ακόμη και από τις αρμόδιες Δημόσιες Αρχές), η λογιστική αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 20.000.000 δρχ. Και ναι μεν η μάρτυρας κατηγορίας ..., ιδρυτικό μέλος και στέλεχος της εγκαλούσας, καταθέτει ότι η "Εθνική Ασφαλιστική" θα έδινε 60.000.000 δρχ. για την αγορά του "Υγειονομικού Χάρτη", πλην αυτό δεν διασταυρώνεται από κανένα άλλο, και μάλιστα έγγραφο, αποδεικτικό στοιχείο. Στην αναγνωσθείσα από 15.1.1997 απαντητική επιστολή της "Εθνικής Ασφαλιστικής" προς την κατηγορουμένη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και ότι η Εθνική θα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του "Υγειονομικού Χάρτη" για τη διεκπεραίωση των περιστατικών νοσηλείας, καταβάλλοντος της το ποσό των 12.500 δρχ. ανά νοσηλεία και, ακόμη, ότι, επειδή ο αριθμός των ασφαλισμένων με την Εθνική είναι πολύ μεγάλος, θα της καταβάλλεται για τις υπηρεσίες αυτές ετησίως ποσό 20.000.000 δρχ., πληρωνόμενο με μηνιαίες δόσεις. Σε κανένα, όμως, σημείο δεν αναφέρεται ότι η "Εθνική Ασφαλιστική" προσέφερε στην εγκαλούσα το ποσό των 60.000.000 δρχ. για να αγοράσει τον "Υγειονομικό Χάρτη". Ο μάρτυρας κατηγορίας Μ1, ένας από τους βασικούς μετόχους της εγκαλούσας (μεγαλομέτοχος), επιρρίπτει ευθύνες στην κατηγορουμένη και για το ότι αυτή, πριν ακόμη αποχωρήσει από την εγκαλούσα, το Μάρτιο του 1998, είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται στην "Εθνική Ασφαλιστική" (βλ. και από 14.1.2008 βεβαίωση της Εθνικής, κατά την οποία για το διάστημα από 1.8.1998 μέχρι 31.12.1998, εισέπραξε αυτή το ποσό των 16.520.000 δρχ.). Περαιτέρω, από τον οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία, από 4.10.1998 μέχρι 28.12.1998, από τον Δ1, Οικονομολόγο - Σύμβουλο Επιχειρήσεων (βλ. την από 28.12.1998 σχετική έκθεση του, που αναγνώστηκε), σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι: Στις 30.5.1997, η κατηγορουμένη, ως Διευθύνουσα Σύμβουλος, με τη σύμφωνη γνώμη και των μετόχων της εταιρίας, οι οποίοι, ενόψει της κρίσιμης καταστάσεως στην οποία είχε περιέλθει η εταιρία, προσπαθούσαν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν, πούλησε και μεταβίβασε στον εκμισθωτή των γραφείων της εταιρίας το σύνολο των επίπλων και σκευών αυτής, τα οποία είχαν αγοραστεί από την εταιρία "Σκουρόπουλος ΑΕ" και το κόστος τους ήταν 5.133.044 δρχ., αντί του ποσού των 3.500.000 δρχ., από το οποίο ποσό 1.750.000 δρχ. συμψηφίστηκε με τα οφειλόμενα μισθώματα, ενώ το υπόλοιπο (1.750.000 δρχ.) έλαβε η ίδια η κατηγορουμένη σε μετρητά, ως Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρίας. Πλην, το ποσό αυτό δεν μπήκε ποτέ στο ταμείο της εγκαλούσας εταιρίας, αλλά το παρακράτησε η κατηγορουμένη και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Η τελευταία, απολογουμένη, ισχυρίζεται ότι απέδωσε το εν λόγω ποσό, το οποίο είναι καταχωρημένο στο λογιστικό βιβλίο της εταιρίας. Όμως, δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό της αυτόν, αφού δεν προσκομίζει ή δεν ζήτησε αρμοδίως να λάβει αντίγραφο της οικείας σελίδας του βιβλίου, όπου υποτίθεται ότι έχει καταχωρηθεί το ποσό αυτό. Όταν έγινε δε απογραφή και καταγραφή του μηχανολογικού και μηχανογραφικού εξοπλισμού, δεν βρέθηκαν, αν και είχαν αγορασθεί από την εγκαλούσα: α) Από την εταιρία Algosystems Α.Ε. ένας Η/Υ Prosignia 300/5/90 Μ/1050, μια οθόνη Compaq VGA MONO Monitor W/H, ένας εκτυπωτής (Ρrinter) ΟΚΙ 01 - 400Ε και λογισμικό, διακόπτες, καλώδια, συνολικής αξίας 2.907.095 δρχ., β) από την εταιρία ΟRACLE HELLAS ΑΕΕ διάφορες εφαρμογές λογισμικού, συνολικής αξίας 2.322.340 δρχ. και γ) από την εταιρία ΑCΕ ΑΕ το τηλεφωνικό κέντρο, FΑΧ και τηλέφωνα, συνολικής αξίας 797.690 δρχ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το τηλεφωνικό κέντρο είχε αγορασθεί, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αντί 1.102.725 δρχ. Από το ποσό αυτό, η εγκαλούσα αφαιρεί την αξία μιας συσκευής που παραδόθηκε από 15.345 δρχ. και την από 289.690 δρχ. αξία υλικών που επεστράφησαν στην πωλήτρια εταιρία (υπ' αριθ. ... πιστωτικό σημείωμα) και απομένει το υπόλοιπο της αξίας από 797.690 δρχ. (1.102.725 -15.345 -289.690). Επίσης, δεν παραδόθηκε το υπόλοιπο του Ταμείου της εταιρίας, ανερχόμενο σε 2.016.487 δρχ. Το σπουδαιότερο, όμως, είναι ότι δεν βρέθηκε ποτέ ο "Υγειονομικός Χάρτης της Ελλάδος" ούτε σε χειρόγραφα ούτε σε ηλεκτρονική μορφή, του οποίου η αξία, κατά τα προεκτεθέντα, υπολογίζεται σε 20.000.000 δρχ. Σημειωτέον ότι ο "Υγειονομικός Χάρτης" ήταν αποθηκευμένος σε έναν Η/Υ που έπρεπε να επιστρέψει η κατηγορουμένη. Σε σχετική ερώτηση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1, απάντησε αυτή ότι είχε επιστρέψει τον Server στη Υurda. Όμως, η Υurda τον επέστρεψε άδειο, χωρίς, δηλαδή, το δίσκο, όπου ήταν αποθηκευμένος ο "Υγειονομικός Χάρτης". Τα παραπάνω αντικείμενα και χρηματικά ποσά βρίσκονταν στην κατοχή της κατηγορουμένης με την ως άνω ιδιότητά της, της διαχειρίστριας της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρίας, η οποία και της τα είχε εμπιστευθεί, η κατηγορουμένη, όμως, δεν τα παρέδωσε στην εντεταλμένη σύμβουλο της εγκαλούσας Σ1 ή σε κάποιο άλλο μέλος του ΔΣ της εγκαλούσας, όταν κλήθηκε προς τούτο, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, περιορισθείσα στην απόδοση μόνο των λοιπών πραγμάτων (βιβλίων της εταιρίας, αλληλογραφίας κ.λπ.) που είχε εμπιστευθεί σ' αυτήν η εγκαλούσα εταιρία (βλ. την από 28.12.1998 Έκθεση Οικονομικού και Διαχειριστικού Ελέγχου της εγκαλούσας εταιρίας του Δ1, τις πράξεις παραδόσεως και παραλαβής από την κατηγορουμένη προς την εντεταλμένη σύμβουλο της εταιρίας Σ1 με ημερομηνίες 20.3.1998 και 11.4.1998, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας). Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που αποτιμάται συνολικά σε 29.793.612 δρχ. (1.750.000 + 2.907.095 + 2.322.340 + 797-690 + 2.016.487 + 20.000.000), είναι ιδιαιτέρως μεγάλη. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της υπεξαιρέσεως των παραπάνω αντικειμένων και χρηματικών ποσών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και τα είχε εμπιστευθεί σ' αυτήν η εγκαλούσα εταιρία, λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της και, ως εκ τούτου, έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της ότι η αποδιδομένη σ' αυτήν πράξη φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και, ως τοιαύτη, έχει παραγραφεί.
Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, όπως πρωτοδίκως. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο στη συνέχεια κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτήν ως διαχειρίστρια ξένης περιουσίας και αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 & 2α του ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή της αξιόποινης πράξεως, για την oπoία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ α'και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και ίσχυε πριν από τη συμπλήρωση του με το άρθρο 14& 3β του Ν. 2721/1999,τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, ότι τα κινητά πράγματα και τα χρήματα ανήκαν κατά κυριότητα στην παθούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "MEDI FORCE SERVICES ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΎΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΥΓΕΙΑΣ",ότι η κατηγορουμένη τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στις 11-4-1998, που τότε ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας αυτής, ότι αυτά ήταν εμπιστευμένα σ'αυτήν από την παθούσα εταιρεία λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας της εταιρικής περιουσίας, την οποία είχε με βάση το νόμο και το καταστατικό. Περαιτέρω με την προσβαλλομένη απόφαση επαρκώς αιτιολογείται ότι το ποσό των 1.750.000 δρχ., προερχόμενο από την εκποίηση επίπλων της εταιρείας και τα κινητά πράγματα, όπως ειδικότερα περιγράφονται στην απόφαση, τα οποία στο σύνολο τους ιδιοποιήθηκε παράνομα η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συνεπώς θεμελιώνεται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως, με την αιτιολογία δε αυτή απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίθετο ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί του πλημμεληματικού χαρακτήρα αυτής. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία αναφέρεται στην ιδιαίτερα μεγάλη αξία των υπεξαιρεθέντων αντικειμένων, από την οποία εξαρτάται και ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και συνεπώς η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, μεταξύ των παρακάτω παραδοχών στο σκεπτικό της απόφασης και ειδικότερα εκείνης που αναφέρεται στη σελ. 41, ότι η κατηγορουμένη δεν παρέδωσε το υπόλοιπο του ταμείου της εταιρείας, ανερχόμενο σε 2.016.487 δρχ. και εκείνης στη σελ.40, ότι συνεπεία πλήρους οικονομικής αδυναμίας υποχρεώθηκε η εταιρεία να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον εκμισθωτή των γραφείων της τα έπιπλα αντί τιμήματος 3.500.000 δρχ., δεν υπάρχει αντίφαση και τούτο γιατί η πώληση των ως άνω επίπλων έγινε στις 30-5-2007 και το χρηματικό ποσό των 2.016.487 δρχ. αποτελούσε το υπόλοιπο του ταμείου της εταιρείας με την επωνυμία "MEDI FORCE SERVICES A.E.",που έπρεπε να υπάρχει στο ταμείο της στις 31-12-1997, σύμφωνα με τον ισολογισμό της και το οποίο δεν υπήρχε. Επομένως είναι αβάσιμη και η περί του αντιθέτου αιτίαση αυτή της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α'και 2 εδ α' του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικ. με άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 96/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κακουργηματική. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Απόλυτη ακυρότητα από την εκτίμηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 891/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., κατοίκου ...., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10779/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.11.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1895/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την σχετική δικογραφία και την 416/9.12.2008 έκθεση παραιτήσεως από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 574/17.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την από 6-11-08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., Βουλγαρικής υπηκοότητας, κατά της 10.779/05 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της κατά της 68949/01 απόφασης του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, το οποίο την καταδίκασε για υπεξαγωγή εγγράφου και μαστροπεία [άρθρα 222 και 349 ΠΚ],σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών και σε χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. και εκθέτω τα ακόλουθα:
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.[ΑΠ.6/05 ΟΛΟΜ-ΔΙΚ. 05/1598, Π.ΛΟΓ 05/57, Π.Δ/ΝΗ 05/804]
3-Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα μετά την άσκηση της εισαγόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δια της ειδικής πληρεξούσιας δικηγόρου Αθηνών Γεωργίας Μανδάλη παραιτήθηκε απ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 475 ΚΠΔ, με δήλωση της ανωτέρω αντιπροσώπου του ενώπιον της γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Αθηνών, από την οποία συντάχθηκε η οικεία 416/9-12-08 έκθεση, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 151 και 474 ΚΠΔ.
4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η από 6-11-08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., Βουλγαρικής υπηκοότητας, κατά της 10.779/05 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, και
Β-Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενον την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε νομότυπα από την από 6.11.2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που έγινε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Γεωργίας Μάνδαλη ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 10779/2005 απόφαση, για την οποία (παραίτηση) συντάχθηκε η από με αριθμό 416/9.12.2008 σχετική έκθεση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως, χωρίς προηγουμένως να ερευνηθεί το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αυτής, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2008 αίτηση της ...., κατοίκου ....και ήδη κρατουμένης στις γυναικείες δικαστικές φυλακές του ...., για αναίρεση της 10779/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από την ασκηθείσα αναίρεση, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να ερευνηθεί αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 890/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 23107/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1884/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 583/22.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Α' αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 23107/28-3-2008 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του ... κατά της υπ'αριθμ. 814/29-5-2007 απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών (μεταβατικό Καλλιθέας). Η απόφαση αυτή που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ στις 22-5-2008 επιδόθηκε στον ανωτέρω και δη στον ίδιο προσωπικά στις 8-10-2008. Κατ'αυτής άσκησε στις 5-11-2008 δια του δικηγόρου Αθηνών Χαραλάμπου Κολοβού με βάση την από 4-11-2008 εξουσιοδότηση αυτού, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο -ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 114/2008 αναίρεση "για τους παρακάτω λόγους" -χωρίς να γίνεται καμία αναφορά κάποιου λόγου.
ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 473 § § 1,2, 474 § 2 και 476 § 1 Κ.Ποιν.Δ. η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας χωρίς να γίνεται επίκληση ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και διότι δεν περιέχει κάποιον νόμιμο λόγο αναιρέσεως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 114/2008 αίτηση αναίρεσης, του ... κατά της υπ'αριθμ. 23107/2008 απόφασης του Α'αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από 24 ώρες από τον γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 23107/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που απαγγέλθηκε απόντος του ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά την υπ' αριθ. 814/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απορριπτική απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 22.5.2008 και επιδόθηκε στον ίδιο την 8.10.2008 (βλ. το από 8.10.2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυνομικού ...). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 5.11.2008 και συντάχθηκε γι' αυτήν η υπ' αριθ. 114/2008 έκθεση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα και έτσι είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.11.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 23107/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επιβάλλονται έξοδα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 889/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας "ΑΛΕΣΙΣ ΑΡΤΟ-ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης και ήδη Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης του Δήμου Εχεδώρου και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7770/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με κατηγορούμενο τον Ψ1
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.10.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1611.2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία και fax, με το οποίο ο πολιτικώς ενάγων δηλώνει ότι παραιτείται από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 535/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 6-10-2008 αίτηση αναιρέσεως της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", κατά της υπ'αριθμ. 7770/10-12-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, εκθέτω τα εξής:
Διά της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, το εκδόν αυτή Μονομελές Πλημμελειοδικείο εκήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Ψ1, λόγω μη νομοτύπου υποβολής εγκλήσεως.
Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρ. 504, 505, 506, 492 και 71 ΚΠΔ, διά των οποίων ορίζεται κατά ποίων αποφάσεων και από ποία πρόσωπα επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν δικαιούται να ζητήση την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως, ούτε με την ιδιότητα της πολιτικώς εναγούσης, ούτε με την ιδιότητα της μηνυτρίας ή εγκαλούσης. Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο δύναται να ασκήση μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίδει ρητώς αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος δια τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (εν συμβουλίω), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγουμένη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος το ένδικο μέσο (ΑΠ 402/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906).
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, ασκηθείσα από πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται να ασκήση αυτή κατά της ανωτέρω αποφάσεως, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη, κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Να καταδικασθή δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω
Να απορριφθή η από 6-10-2008 αίτηση αναιρέσεως της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟ-ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", εδρευούσης στα Νέα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, κατά της υπ'αριθμ. 7770/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και
Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 11 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 και 506 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων, ο εγκαλών και ο μηνυτής έχουν δικαίωμα προσβάλουν με αναίρεση την μη καταδικαστική απόφαση μόνον αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71 του ΚΠΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από 24 ώρες από τον γραμματέα της εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά από έγκληση της ήδη αναιρεσείουσας, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ψ1για το κατ' έγκληση διωκόμενο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933) και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε την υπόθεση και ενώπιον του οποίου παραστάθηκε η ως άνω εγκαλούσα ως πολιτικώς ενάγουσα, εξέδωσε την υπ' αριθ. 7770/2007 απόφασή του, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, επειδή η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομότυπα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία όμως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε από πρόσωπο (εν προκειμένω την εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα) που δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Επομένως, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 7770/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Σ’ αυτά περιλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων, ο εγκαλών και ο μηνυτής, μόνο όμως αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατ’ αποφάσεως που κήρυξε απαράδεκτη την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, χωρίς να την καταδικάσει σε αποζημίωση και στα έξοδα.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 888/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ2 και 2. Χ1, κατοίκων ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 34/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του με αριθμό 167/8.4.08 και 167Α/17.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 298 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ ε και δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 & 1-3 ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί λείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης ξένου πράγματος και β ότι δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν περιέχει περιστατικά και συλλογισμούς από τους οποίους να προκύπτει η κρισιολογία ως προς το ότι προέκυψαν κατά του αναιρεσείοντα επαρκείς ενδείξεις ούτε προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αφού κατά την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπ' όψη αναφέρει ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα, του πολιτικώς ενάγοντα, η απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα υπ' όψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους χωρίς να προκύπτει ποια είναι τα έγγραφα αυτά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει ''τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών '' παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα). Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξής τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, Α Π 394/2003, ΑΠ 1015/2000). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά των κατηγορουμένων, του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του οι οποίοι δεν άσκησαν αναιρέσεις, ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση συνισταμένη στο ότι οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν την πώληση ενός αυτοκινήτου Ταξί του εγκαλούντα βάσει πληρεξουσίου σε αγοραστή που βρήκαν και στον οποίο πούλησαν το αυτοκίνητο αυτό αντί 123.000 ευρώ από το οποίο ποσό του απέδωσαν το ποσό των 53.000 περίπου και παρακράτησαν το υπόλοιπο. Από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα προέκυψαν τα παρακάτω: Ο εγκαλών στις 7-7-2004 συμφώνησε με την εκ των κατηγορουμένων Ζ1, η οποία δεν άσκησε αναίρεση να της πωλήσει το με αριθμ. .... Δ.Χ. αυτοκίνητο Ταξί αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και υπόγραψαν αυθημερόν σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό περί της πώλησης και ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν σε επτά ημέρες και για την πώληση αυτή η παραπάνω του κατέβαλλε το ποσό των 3.000 ευρώ. Την επόμενη ημέρα η παραπάνω κάλεσε τον εγκαλούντα στην επιχείρηση της και το ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή, με τον οποίο συμφώνησε την πώληση και του κατέβαλλε ποσό 10.000 παρουσιάζοντας του συγχρόνως του δύο άλλους συγκατηγορουμένους της σαν συνεργάτες της οι οποίοι και θα αναλάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου και ότι για να έχουν την δυνατότητα αυτή έπρεπε να τους κάνει πληρεξούσιο γεγονός που έγινε και ο εγκαλών τους έκανε το με αριθμ. .... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο . Με το πληρεξούσιο αυτό οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου στον αγοραστή και εισέπραξαν το τίμημα των 123.000 ευρώ από την πώληση του από το οποίο ποσό στον εγκαλούντα απέδωσαν 53.257 και παρακράτησαν το ποσό των 70.000 ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί προκύπτει τόσο η αιτία όσο και το ύψος του ποσού που υπεξαιρέθηκε και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από την πώληση του αυτοκινήτου ταξί την οποία του ανέθεσε ο εγκαλών και το οποίο ποσό έπρεπε να το αποδώσει σ' αυτόν αφού ενήργησε σαν διαχειριστής της περιουσίας του βάσει της εντολής που είχε, απορριπτομένων επίσης των αιτιάσεων του αναιρεσείοντα περί του ότι στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται περιστατικά περί της παράνομης ιδιοποίησης για την οποία κατηγορείται.
Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν σαν αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα έγγραφα τα οποία το προσβαλλόμενο έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε γιατί το αναφερόμενο στο προσβαλλόμενο περί του ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, οι απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα δεν δημιουργεί ασάφεια σχετικά με το ποια έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν γιατί με την αναφορά γενικά στα έγγραφα το προσβαλλόμενο εκθέτει κατ' επίταση ότι λήφθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα που περιέχονταν στην δικογραφία, και ότι όπου απαιτούνταν από τις ανάγκες της δικογραφίας γινόταν ειδική μνεία και αναφορά εγγράφων όπως σε ιδιωτικά συμφωνητικά και πληρεξούσια βάσει των οποίων δόθηκαν οι εντολές για την πώληση και την μεταβίβαση του επιδίκου αυτοκινήτου. Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση περί του ότι προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη και δεν εκτίμησε το γεγονός ότι από τον αναιρεσείοντα έγινε μερική καταβολή και ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων καταδεικνύει ότι δεν είχε πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου. Πράγματι στο προσβαλλόμενο γίνεται η παραδοχή της καταβολής του μερικού ποσού των 53.000 αλλά περαιτέρω το προσβαλλόμενο κάνει λόγο και αιτιολογεί την πρόθεση του αναιρεσείοντα και των υπολοίπων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ η ιδιοποίηση του οποίου είναι δυνατή γιατί η καταβολή μέρους από τα εισπραχθέντα από τον διαχειριστή δεν αναιρεί την ιδιοποίηση του υπολοίπου εφ' όσον όπως στην προκειμένη περίπτωση ο διαχειριστής εκδήλωσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί το υπόλοιπο μη καταβληθέν ποσό.
Διά ταύτα
Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ2 κατοίκου ...., για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 5-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Σε συνέχεια της με αριθμ. 167/8-4-2008 με την οποίαεισήχθη στο Συμβούλιο σας η με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ2κατοίκου ..... γιααναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 298/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή και η οποία έχει όπως παραπάνω και επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμ. 2378/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Σας το οποίο αποφαίνεται ότι απέχει εωσότου υποβληθεί πρόταση και επί της με αριθμ. 297/7-12-2007 αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ...., και την οποία ΕΙΣΑΓΩ κατ'άρθρ. 485 &1 ΚΠΔ για αναίρεση του ίδιουβουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (2512/2007)με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία έφεση του κατά τουμε αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνώνγια να δικαστεί μαζί με τον Χ2 για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιολόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίαςκαι με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και η οποία δεν εισήχθη από παραδρομή μαζί με την προηγούμενη αναίρεση του Χ1 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Και η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα καιεμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προςτον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του ΕφετείουΑθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τονπαραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου γιακακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, τηςεσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (αρθρ. 484 & 1 εδ ε. και δ ΚΠΔ) και επί πλέον την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 &1 εδ. α ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι όπως και ότι και οι δύο αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν σαν συναφείς.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι οι ίδιοι που προβλήθηκαν με την με αριθμ 298/7-12-2007 αναίρεση του Χ2 και συνίστανται στους ίδιους λόγους όπως και στην παραπάνω αναίρεση και η απάντηση επ'αυτών εκτίθεται παραπάνω πρόταση μας για την αναίρεση του Χ2 στην οποία εξ ολοκλήρου αναφέρομαι.
Ως προς τον προβαλλόμενο λόγο της απόλυτης ακυρότητα ο οποίος συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντα Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση χωρίς αιτιολογία πρέπει να αναφερθούν τα παρακάτω Από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση λόγω του ότι επαρκώς είχε προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του με την απολογία του και τα υπομνήματα του στα διάφορα στάδια της δίκης. Η αιτιολογία αυτή κρίνεται επαρκής και πλήρης και ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ'ακολουθία των παραπάνω προτείνω και για την αναίρεση του Χ1 ότι και στην αναίρεση του Χ2.
Διά ταύτα
Προτείνω Α. Να απορριφθούν η με αριθμ. 297 και 298/7-12-2007 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 κατοίκων ..... αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα την 10-12-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση του 2378/2008 βουλεύματος του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί των παρακάτω αιτήσεων αναιρέσεων, μέχρι την υποβολή έγγραφης προτάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ως προς την πρώτη απ' αυτές, η οποία ήδη υποβλήθηκε, παραδεκτά εισάγονται ενώπιον του οι από 7-12-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την από κοινού τέλεση της πράξεως της υπεξαιρέσεως, σε βαθμό κακουργήματος. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 375 του ΠΚ, όπως η τελευταία αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστ. το τελευταίο εδ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/1999, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το ολικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη. Με το ξένο πράγμα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου εξομοιώνεται το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του εμπιστεύθηκαν για να το πουλήσει καθώς και το κινητό πράγμα που απέκτησε με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης κατά την οποίαν ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστού, όπως όταν ο δράστης ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποίαν έχει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεσή των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής την 7-7-2004 συμφώνησε με την έμπορο αυτοκινήτων Ζ1, να της πωλήσει το υπ' αριθ. κυκλ. .... ταξί τύπου OPEL VECTRA ιδιοκτησίας του, αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και συνυπέγραψαν αυθημερόν ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού η αγοράστρια κατέβαλε προκαταβολή 3000 ευρώ και συμφωνήθηκε ότι η πώληση θα ολοκληρωνόταν εντός 7 ημερών ενώ της παρεδόθη με όλα τα σχετικά έγγραφα το αυτοκίνητο. Την επόμενη ημέρα 8-7-2004 η ως άνω κατηγορουμένη κάλεσε τον μηνυτή στην επιχείρηση της και αφού τον διαβεβαίωσε ότι είχε βρει αγοραστή, του κατέβαλε άλλες 10.000 ευρώ και του ενεφάνισε τους δύο συγκατηγορουμένους ως συνεργάτες της, οι οποίοι θα ανελάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, για το σκοπό δε αυτό ο μηνυτής παρέσχε σ'αυτούς τη ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλούν σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο το ως άνω ταξί του, συνταχθέντος του υπ. Αριθ. .... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Τσακλατάνου. Με βάση αυτή την εντολή οι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν το ως άνω όχημα σε τρίτο πρόσωπο και παρότι εισέπραξαν το τίμημα από την πώληση δεν απέδωσαν στο μηνυτή την αξία του. Το τίμημα του ταξί εξ ευρώ 123.000 είναι εύλογο όχι μόνο γιατί αυτό καταθέτει ο μηνυτής αλλά και διότι τούτο προκύπτει και από την κατάθεση του Μ1 και επί πλέον είναι σύμφωνο και με τα διδάγματα της πείρας.
Συνεπώς η πώληση αξία κρίνεται ότι προφανώς έγινε με το τίμημα αυτό και το ποσόν τούτο, που δε απεδόθη, ανέρχεται σε 70.000 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης του μηνυτή, που είναι επαγγελματίας οδηγός ταξί και το πωληθέν αυτοκίνητο αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο από την εκμετάλλευση του οποίου αποζούσε. Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με τρόπο που να δημιουργήσουν σύγχυση σχετικά με τις ευθύνες ενός εκάστου, διότι με την ίδια μέθοδο ενήργησαν και στην περίπτωση του μάρτυρα Μ1 Η συνολική εικόνα της έννομης σχέσης περιπλέκεται χωρίς εμφανή λόγο και ενώ αρχικά εμφανίζεται ο μηνυτής να πωλεί στην Ζ1 το όχημα του εν συνεχεία αλλάζει η μορφή της συμφωνίας σε εντολή προς πώλησιν προς τους πατέρα και υιό, οι οποίοι είναι ομοίως έμποροι αυτοκινήτων όπως και η συγκατηγορουμένη τους. Η βούληση του μηνυτή ήταν να αναθέσει την πώληση του οχήματος του σε εμπόρους που διαθέτουν γνώσεις της αγοράς και κύκλο πελατών. Ωστόσο σε μία καθαρή ανάθεση εντολής πωλήσεως δεν υπήρχε λόγος να παρεμβληθεί σύμβαση πώλησης, γεγονός που υποδηλώνει προσπάθεια εμπλοκής της συναλλαγής. Ο Χ2 με την έφεση του ισχυρίζεται ότι η Ζ1 τον παρέπεισε να δεχθεί την εντολή της πωλήσεως και ο ίδιος αγνοεί την εν συνεχεία εξέλιξη της υπόθεσης ενώ δεν παρέλαβε χρήματα από κάποιον αγοραστή ούτε συμμετέσχε στην πώληση, την οποία διεκπεραίωσε η Ζ1 εν αγνοία του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν ευσταθεί, διότι κατά τον μάρτυρα Μ1 ο Χ2 εμφανίστηκε επίσης και στον ίδιο σαν συνεργάτης της Ζ1 και αφού παρέλαβε το αυτοκίνητο του προς πώλησιν εξηφανίσθη.
Συνεπώς δεν επρόκειτο για μια μοναδική περίπτωση συνεργασίας του με την Ζ1 κατά την οποία και παρεπλανήθη αλλά για συστηματική και επαναλαμβανόμενη συνεργασία. Ο Χ1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε απεδέχθη την εντολή που αναφέρει το όνομα του και ότι αδίκως ενεπλάκη αλλά ο ισχυρισμός του αυτός ανατρέπεται όχι μόνον από την κατάθεση του μηνυτή αλλά και από την απολογία της Ζ1 η οποία τον φέρει παρόντα και ομοίως αναλαβόντα την υποχρέωση πωλήσεως του οχήματος. Εξάλλου και ο μάρτυς Μ1 βεβαιώνει ότι και στην δική του περίπτωση ο Χ1 συγκάλυψε εκ των υστέρων την πράξη του γιου του Χ2, ενώ οι πληροφορίες φέρουν και τους δύο πατέρα και υιό να έχουν διαπράξει σωρεία ομοειδών πράξεων σε βάρος κυρίως ιδιοκτητών ταξί Εξάλλου την 30.10.2004 παρεδόθησαν στον μηνυτή τρεις ισόποσες συναλλαγματικές ισάξιες της οφειλής των κατηγορουμένων τις οποίες υπογράφει ως πληρωτής ο Χ1 με υπογραφή πανομοιότυπη εκείνης που έθεσε ενώπιον του Ανακριτού κατά την απολογία του.
Συνεπώς η συνολική εικόνα της υπόθεσης εμφανίζει και τους τρεις κατηγορουμένους συνεργαζόμενους σε μία επιχείρηση σφετερισμού του οχήματος του μηνυτή, στην οποία οι ρόλοι των προσώπων εναλλάσσονται προκειμένου να διασπαρούν οι ευθύνες και να προκληθεί σύγχυση και πολυμέτωπη σύγκρουση, μέσα από την οποία οι κατηγορούμενοι προσδοκούν να προκαλέσουν την απαλλαγή τους. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να επικυρωθεί απορριπτομένης της υπό κρίσιν εφέσεως." Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου σ' αυτούς λόγω της ιδιότητας των ως εντολοδόχων, τελεσθείσης από κοινού και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος που είχε αποφανθεί ομοίως, το οποίο και επικύρωσε.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες ορθώς, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, έγινε η υπαγωγή τούτων στην ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Συμβούλιο χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το βούλευμα ευθέως αναφέρει ότι οι αναιρεσείοντες εισέπραξαν από τον αγοραστή του οχήματος το χρηματικό ποσό των 123.000 ευρώ, για λογαριασμό του μηνυτή, από το οποίο απέδωσαν στον εγκαλούντα το ποσό των 53.257 ευρώ και παρακράτησαν το υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο από κοινού ιδιοποιήθηκαν. Περαιτέρω, αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από τους αναιρεσείοντες ως εντολοδόχους του πολιτικώς ενάγοντος, που προάγει σε κακούργημα το κατ' αρχήν πλημμέλημα της υπεξαιρέσεως με τις παραδοχές της μεταξύ τους κατάρτισης σύμβασης εντολής για την πώληση του αυτοκινήτου απ' αυτούς, για λογαριασμό του μηνυτή και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του ποσού που οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Οι αιτιάσεις και των δύο αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί δεν αναφέρονται σ'αυτό 1) πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η παράνομη ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού και 2)όλα τα έγγραφα, τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, με αποτέλεσμα, από την μη αναφορά των, να δημιουργείται αμφιβολία για τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, είναι αβάσιμες, διότι, α) όπως προαναφέρθηκε, στο βούλευμα περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι, από κοινού, με τον ειδικότερο τρόπο που σ αυτό εκτίθεται, οι αναιρεσείοντες ιδιοποιήθηκαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του ταξί, η σχετική δε κρίση του συμβουλίου ειδικά αιτιολογείται και β)όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία παραδεκτά, καθ' ολοκληρίαν, αναφέρθηκε το συμβούλιο, για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη του, " τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα", από τη σχετική δε περικοπή και το όλο περιεχόμενο του βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, δίχως να προκύπτει αμφιβολία για το αντίθετο, από τη φράση που διαλλαμβάνεται στην ίδια περικοπή "και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα", καθόσον αυτή, προδήλως, έχει την έννοια της λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως όλων των εγγράφων και όχι μόνο κάποιων από αυτά, δοθέντος ότι δεν γίνεται και συγκεκριμένη αναφορά σε άλλα έγγραφα, ειδικά προσδιοριζόμενα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο. Αλλά και η αιτίαση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε το γεγονός ότι από τους αναιρεσείοντες έγινε μερική καταβολή από την οποία καταδεικνύεται ότι δεν είχαν πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου, είναι αβάσιμη και τούτο διότι, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι έγινε η καταβολή του ποσού των 53.000 ευρώ και στη συνέχεια επαρκώς αιτιολογεί την πρόθεση των αναιρεσειόντων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.- Tο δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, προβλέπεται από το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ αλλά και από τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, η αποδοχή δε του αιτήματος αυτού αποτελεί τον κανόνα και η απόρριψη του την εξαίρεση, γι'αυτό η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ. 2 σε συνδ. με 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν το Συμβούλιο στην αιτιολογία του για την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του διαλαμβάνει ότι από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, όπως έφεση, τα απολογητικά του υπομνήματα, απολογία του στον ανακριτή, προκύπτουν ότι αυτός με λεπτομέρεια και επαρκώς ανέπτυξε τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπ'όψη, ως αναγκαία για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σχετιζομένου με αυτά λόγου αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του προσβαλλομένου βουλεύματος, ο αναιρεσείων Χ1, με το παραπάνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση της πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, άσκησε την από 1-6-2007 έφεση του, όπως δε προκύπτει απ' αυτήν ζήτησε να του επιτραπεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προς παροχή διευκρινίσεων, σχετικών με το παραπάνω αδίκημα. Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών, με την κρινόμενη, ως επαρκή αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος "ήδη έχει αναπτύξει αναλυτικότατα τις θέσεις του τόσο εγγράφως όσο και ενώπιον του ανακριτού" και ως εκ τούτου η παρουσία του στο Συμβούλιο δεν είναι αναγκαία. Επομένως ο σχετικός, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο παραπάνω αναιρεσείων αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, διότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία το αίτημα αυτού, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει για έρευνα, άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 7-12-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση από κοινού κακουργηματική. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απόλυτη ακυρότητα από απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο Εφετών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 887/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο, περί αναιρέσεως της 2138/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1893/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παράγραφος 1 εδάφιο α' του ΚΠΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή, ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 εδάφιο τελευταίο του ιδίου άρθρου, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε' ΚΠΔ), κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπελείπετο, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών που επιβλήθηκε για μία ή περισσότερες από δύο πράξεις, η απαγόρευση της συγχώνευσης αυτών με την ποινή που είχε ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, ισχύει μόνον όταν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον απολυθέντα υπό όρο ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες για έγκλημα που αυτός διέπραξε από δόλο κατά τις διακρίσεις του άρθρου 109 ΠΚ και όχι και πριν, δηλαδή πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητάς του από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, με την με αριθμό 455/2001 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε βρασμό ψυχικής ορμής και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών. Για την απόφαση αυτή χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα υφ' όρον απόλυση, σύμφωνα με τα άρθρα 105-110 του ΠΚ, δυνάμει του υπ' αριθ. 6520/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ανεστάλη, υπό τον όρο της ανακλήσεως, η έκτιση του υπολοίπου της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών, ένδεκα μηνών και είκοσι (20) ημερών και, σε εκτέλεση του βουλεύματος αυτού, αποφυλακίστηκε στις 31.12.2002. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2952/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, για αγορά, κατοχή κατ' εξακολούθηση και πώληση κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, αξιόποινες πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 19.6.2007 έως 19.7.2007, δηλαδή μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας του. Μετά την ως άνω καταδίκη του, ο αναιρεσείων υπέβαλε την με αύξ. αριθ. 11111/25.2.2008 αίτηση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (Αναστολών) και ζήτησε τη συγχώνευση των ποινών που του είχαν επιβληθεί, α) με την ως άνω υπ' αριθ. 2952/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δηλαδή της ποινής καθείρξεως των δεκαπέντε (15) ετών και β) με την με αριθ. 455/2001 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, δηλαδή της ποινής κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών, ένα μέρος της οποίας είχε εκτίσει, όπως προαναφέρθηκε, και του είχε χορηγηθεί αναστολή υφ' όρον για το υπόλοιπο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αυτή, με την αιτιολογία ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για το αδίκημα που τέλεσε μέσα στον χρόνο της δοκιμαστικής του ελευθερίας και το οποίο τελέσθηκε από δόλο, ήταν ανώτερη των έξι (6) μηνών, ότι επήλθε συνεπώς αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρον απόλυσης και ως εκ τούτου δεν ήταν επιτρεπτή η αιτούμενη συγχώνευση, μολονότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η υπ' αριθ. 2952/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, διότι εναντίον αυτής ο αναιρεσείων είχε ασκήσει την από 8.2.2008 αίτηση αναίρεσης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 97, 108 του ΠΚ και 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται ο καθορισμός συνολικής ποινής με συνυπολογισμό ποινής που είχε ανασταλεί υπό τον όρον της ανακλήσεως, μόνον όταν η απόφαση που επέβαλε στον απολυθέντα υπό όρον ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από έξι (6) μήνες για έγκλημα που αυτός διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 109 του ΠΚ καταστεί αμετάκλητη, διότι μόνο τότε επέρχεται η αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης και η εντεύθεν απαγόρευση της συγχώνευσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2138/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση ποινών. Έννοια άρθρων των 108, 109 ΠΚ 551 ΚΠΔ. Δεκτή αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω άρθρων.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 886/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 495-496/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1436/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επίδοσης του ... γραμματέα της φυλακής ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/8/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 495, 496/28-3-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 884/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ...., κατοίκου ... και 2) ..., κατοίκου ...., που δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Οκτωβρίου 2008 και 7 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1585/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 521/12.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, τις 1) της 2/7-10-08 και 2) της 1/6-10-08 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ...., και 2) ...., αντίστοιχα, κατοίκων ...., κατά του 2605/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών αμφοτέρους για πλαστογραφία κατά συναυτουργία και επιπλέον τον πρώτο μεν για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, τον δεύτερο δε για ηθική σ' αυτές αυτουργία, [άρθρα 46 παρ. 1α, 224 παρ. 1, 2, 229 παρ. 1 και 216 παρ. 1, 2 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα:
2.Από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, μόνον εφόσον αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και όχι για πλημμέλημα, ένα ή περισσότερα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο και η αναίρεση, ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ` αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή απόφασης [ΑΠ.884/2006].
Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο 2605/08 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, παραπέμπει τους κατηγορουμένους- αναιρεσείοντες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών αμφοτέρους για πλαστογραφία κατά συναυτουργία και επιπλέον τον πρώτο μεν για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, το δεύτερο δε για ηθική σ' αυτές αυτουργία, [άρθρα 46 παρ. 1α, 224 παρ.1, 2, 229 παρ. 1 και 216 παρ. 1, 2 ΠΚ]. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι δεν είχαν δικαίωμα αναιρέσεως, αφού αυτοί παραπέμπονταν για πλημμέλημα και όχι για κακούργημα. Επομένως οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται από αυτούς σε αναίρεση, είναι απαράδεκτες. 3-Το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρ. 316 παρ. 2), "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το αναγνωριζόμενο στο άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ δικαίωμα εμφάνισης του κατηγορουμένου στο συμβούλιο περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας, [Μπάκας ΠΧΡ. ΛΖ/484, Μαργαριτης Υπερ. 91/861], ή, οσάκις επιλαμβάνεται κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου και εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων του ενδίκου μέσου, πράγμα που προϋποθέτει την παραδεκτή άσκησή του, [άρθρο 485 παρ. 1, 3 ΚΠΔ], και δεν επεκτείνεται και σε άλλες περιπτώσεις που το συμβούλιο αποφασίζει γι' άλλα ζητήματα, [ΑΠ. 1674/03 ΠΡ. ΛΟΓ 03/1896].
Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος .....για εμφάνιση στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου κατά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά του αναιρεσειβαλλόμενου βουλεύματος είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι το Συμβούλιο πρόκειται θα περιορισθεί να εξετάσει μόνο το τυπικά παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως απαράδεκτες τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, καθώς και την από 7-10-08 αίτηση του πρώτου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το δε να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε,[άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι 2/7-10-08 και 1/6-10-08 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ...., και 2) ....., αντίστοιχα, κατοίκων ...., κατά του 2605/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών,
Β-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 7-10-08 αίτηση του πρώτου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, και
Γ-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 7/10/2008 και 6/10/2008 αιτήσεις αναίρεσης του .... και του .... κατά του 2605/2008 βουλεύματος πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, μόνον εφόσον αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα και όχι για πλημμέλημα, ένα ή περισσότερα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο και η αναίρεση, ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 2605/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι παραπέμπονταν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκειμένου να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις και οι δύο της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, επί πλέον ο μεν πρώτος της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις του πρώτου. Οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1, 2, 229 παρ. 1 και 216 παρ. 1, 2 Π.Κ. Είναι συνεπώς απαράδεκτες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, εφόσον στρέφονται κατά βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση και ως τέτοιες πρέπει ν' απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται ότι ως απαράδεκτο πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντα ..... για εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου για παροχή διευκρινήσεων επί της αιτήσεώς του, δεδομένου ότι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση προϋποθέτει άσκηση παραδεκτού ενδίκου μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 § 1 και 485 § 1 και 3 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 7-10-2008 αίτηση του .....και β) την από 6/10/2008 αίτηση του ......, για αναίρεση του 2605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών.
Απορρίπτει την από 7-10-2008 αίτηση του πρώτου από αυτούς για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για πλαστογραφία κατά συναυτουργία, ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και για ηθική αυτουργία σ’ αυτές. Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος, που παραπέμπει σε ακροατήριο για τις παραπάνω τιμωρούμενες πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 883/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 49664/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1463/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 546/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1α Κ.Π.Δ., την με αριθμό 91/21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατόπιν της από 17-7-2008 σχετικής εξουσιοδότησης), κατά της με αριθμό 49664/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό του άρθρου 462 και 473 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νομίμου επίδοσής της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρησή της, στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσομένη έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 21-7-2008, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την με αριθμό 1768/7-2-2007 έφεσή του κατά της με αριθμό 143837/05 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ανυποστήρικτη, δημοσιεύθηκε απόντος αυτού, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23-10-2007 και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 31/3/2008 και στην ορισθείσα με την έφεση αντίκλητο δικηγόρο του Μαρία Χατζή στις 13-5-2008. Κατά συνέπεια η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1, 513 § 1α και 583 Κ.Π.Δ.). Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας, γιατί δεν αναφέρει σε ποια διεύθυνση έγινε η επίδοση της κλήσης του για εμφάνιση και δεν εξειδικεύονται τα λοιπά στοιχεία του αποδεικτικού επίδοσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στην απόφαση εξειδικεύεται το αποδεικτικό, το επιδόσαν όργανο καθώς και η ημερομηνία επίδοσης του, στον ίδιο και στην αντίκλητο δικηγόρο του. Περαιτέρω αβάσιμος και δεν μπορεί να στηρίξει λόγο ανωτέρας βίας, ο ισχυρισμός του, ότι απουσίαζε από την κατοικία του μέχρι την 17/7/2008, δεδομένου ότι δεν εξηγεί τον λόγο της απουσίας του και δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξή του.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμό 91/21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμό 49664/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 § 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από 24 ώρες από το γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 473 §§1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 49664/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που απαγγέλθηκε απόντος του ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 143837/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απορριπτική απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 23-10-2007 και επιδόθηκε στον ίδιο με θυροκόλληση την ... και στην ορισθείσα με την έφεση αντίκλητο δικηγόρο του Μαρία Χατζή την 13-5-2008 (βλ. τα από ... και ... αποδεικτικό επιδόσεως των αστυνομικών ... και ... αντίστοιχα). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 21-7-2008 και συντάχθηκε γι'αυτήν η υπ' αριθ. 91/2008 έκθεση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην αίτηση δε αυτή εκθέτει ο αναιρεσείων και τα εξής: "Την παρούσα ασκώ εκπροθέσμως από λόγους ανωτέρας βίας, καθόσον απουσίαζε από την κατοικία του μέχρι τις 17-7-2008". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα, τα δε περιστατικά που επικαλείται ως άνω ο αναιρεσείων για τη δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης, δεν αποτελούν από μόνα τους λόγο ανώτερης βίας, γιατί δεν αναφέρεται ούτε ο λόγος της απουσίας από την κατοικία του ούτε το διάστημα της απουσίας ούτε ότι δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στην κατοικία του, ούτε τέλος αναφέρει τα προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού μέσα. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 49664/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως μπορεί να δικαιολογηθεί όταν στην έκθεση που συντάσσεται για την άσκησή της γίνεται επίκληση περιστατικών που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα εμπρόθεσμης άσκησης, καθώς και των αποδεικτικών μέσων προς απόδειξή τους. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως, γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά ανώτερης βίας δεν συνιστούν λόγο ανώτερης βίας ούτε αναφέρονται τα προς απόδειξή της μέσα.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 881/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 618/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1066/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 389/17.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 101/27-5-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 618/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 495/2007 έφεσή του κατά του με αριθμ. 2380/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 και απάτη κατ'επάγελμα και κατά συνήθεια και με συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένο λόγο, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Ο προβαλλόμενος λόγος συνίσταται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση η οποία και αυτή με τη σειρά της δεν περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής του, ότι δεν διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η πλαστογράφηση ή όχι της επίδικης επιταγής άλλα το προσβαλλόμενο βούλευμα αρκέστηκε στην βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας περί του ότι η επιταγή αυτή ήταν πλαστή ότι η επιταγή δεν εξοφλήθηκε υπονοώντας κατ'εκτίμηση έτσι ότι έπρεπε ν' αντιμετωπισθεί το ζήτημα της απόπειρας και ότι απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί του ότι ήταν καλόπιστος κομιστής της επιταγής χωρίς διάθεση περαιτέρω έρευνας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση η οποία μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψη δέχθηκε ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την ... προσήλθε στο υποκατάστημα της τράπεζας ''Eurobank- Ergasias'' ο αναιρεσείων και εμφάνισε στον υπάλληλο της τράπεζας την με αριθμ. ... επιταγή του Ταχυδρομείου του Καναδά ποσού 44.900 δολ. ΗΠΑ (38002,54 ευρώ στο όνομά του και ζήτησε να πληρωθεί. Η επιταγή αυτή πληρώθηκε όπως αποδεικνύεται από το με αριθμ. ... έγγραφο της τράπεζας και την κατάθεση του Διευθυντή του υποκαταστήματος ... σε αντίθεση προς τα από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα. Η επιταγή αυτή στην συνέχεια στάλθηκε από την παραπάνω τράπεζα στην πληρώτρια στο εξωτερικό τράπεζα με την ονομασία '' BMG Financial Grοup'' η οποία και την επέστρεψε στην Ελληνική τράπεζα με την απάντηση ότι η επιταγή αυτή ήταν πλαστή εξ ολοκλήρου γιατί ήταν μιά έγχρωμη φωτοτυπία εντύπου επιταγής άριστης κατασκευής η οποία είχε συμπληρωθεί καθ'όλα τα στοιχεία της. Τουτέστιν η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα στην Ελληνική τράπεζα η οποία την είχε πληρώσει στον αναιρεσείοντα εκ του λόγου αυτού. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 216 & 1-3 και 386 & 1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται μεταξύ στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας με την εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέα γιατί η πρόταση του εισαγγελέα ενσωματώνεται στο βούλευμα και αποτελεί με αυτό ένα ενιαίο σύνολο.
Ο αναιρεσείων διατυπώνει αιτιάσεις περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας γιατί υιοθέτησε την πρόταση του Εισαγγελέα και ενσωματώνοντας της στο προσβαλλόμενο βούλευμα το οποίο αναφέρεται εξ ολοκλήρου σ'αυτή χωρίς δικές του σκέψεις .
Πράγματι το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετεί την εισαγγελική πρόταση και αναφέρεται πλήρως σ'αυτή προς αποφυγή επαναλήψεων κρίνοντας ότι η ενσωματούμενη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση είναι πλήρης και περιέχει πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Η αναφορά αυτή του βουλεύματος επιτρεπτά γίνεται και στην περίπτωση αυτή το βούλευμα δεν στερείται αιτιολογίας γιατί η ενσωματούμενη Εισαγγελική πρόταση οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία οπότε επιτρεπτά γίνεται η εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην ενσωματούμενη πρόταση προς αποφυγή επαναλήψεων (ΑΠ Ολ. 1227/79, ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 59/2005, ΑΠ1527/2000). Ο αναιρεσείων περαιτέρω παραπονείται ότι δεν έγινε πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση της πλαστότητας ή όχι όπως επίσης και απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του καλόπιστου κομιστή χωρίς διάθεση περαιτέρω ελέγχου. Τα γεγονότα αυτά αναφερόμενα στην ανάγκη διενέργειας ή όχι ανακριτικών πράξεων εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου καθ'όσον αυτά ανήκουν στην ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών, αλλά και πέρα τούτου δεν υπήρχε λόγος να διαταχθεί αφού για μεν το πρώτο η πληρώτρια τράπεζα δεν αναφερόταν απλά σε πλαστογράφηση αλλά σε πλήρη εξ αρχής κατασκευή πλαστής επιταγής με τον τρόπο της έγχρωμης φωτοτυπίας, για δε τον δεύτερο δηλ. τον ισχυρισμό του περί του ότι ήταν καλόπιστος κομιστής υπονοώντας κατ' εκτίμηση ότι το Συμβούλιο απέρριψε αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό του προκύπτει ότι στην Εισαγγελική πρόταση γίνεται εκτενής αναφορά στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντα και ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται με πλήρη και σαφή αιτιολογία. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 101/27-5-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 618/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα την 30-6-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παράγ. 1 και 3 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Αν ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παράγ. 1 και 3 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών· και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Εξάλλου το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική και την απορριπτική της εφέσεως πρόταση, με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 618/2008 βούλευμά του απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 2380/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία ανώτερη των 15.000 Ευρώ και για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία ανώτερη των 15.000 Ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο ως άνω βούλευμά του Εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε τα εξής: "Εν προκειμένω, στον υπό κρίσιν εκκαλούντα κατηγορούμενον αποδίδεται η κατηγορία ότι, στους παρακάτω τόπους και χρόνους και με πλείονες πράξεις, ετέλεσεν πλείονα εγκλήματα και ειδικώτερον: Ι. Κατήρτισεν πλαστόν έγγραφον, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους εν σχέσει προς γεγονός δυνάμενον να έχει έννομες συνέπειες και επί σκοπώ προσπορίσεως στον εαυτόν του, δια βλάβης τρίτου, περιουσιακού οφέλους υπερβαίνοντος το ποσόν των 15.000,00 ευρώ, του τοιούτου δε πλαστού εγγράφου, στην κατάρτιση του οποίου προέβη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν δράσας, εποιήσατο ο ίδιος χρήσιν. Πλέον συγκεκριμένα, στην ..., την ..., κατήρτισεν την υπ' αριθμόν ... πλαστή ταξιδιωτική επιταγή του Ταχυδρομείου Καναδά, θέσας επ' αυτής, δια σχετικής αναγραφής, το χρηματικόν ποσόν των 44.900 δολλαρίων Η.Π.Α. (38.002,54 ευρώ) και τα στοιχεία ταυτότητός του ως δήθεν νομίμου κομιστού αυτής και δήθεν δικαιούχου του ως είρηται αναγραφέντος χρηματικού ποσού, εν συνεχεία δε ενεφάνισεν ο ίδιος αυθημερόν, δηλαδή την ..., την ειρημένη πλαστή επιταγή στους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ... της τραπέζης EUROBANK ERGASIAS, προκειμένου να τους παραπλανήσει περί της γνησιότητός της και περί της ιδιότητος του ιδίου ως νομίμου κομιστού της και δικαιούχου του εν αυτή χρηματικού ποσού αφ'ενός και επί σκοπώ, αφ'ετέρου, προσπορίσεως εις εαυτόν, δια της εισπράξεώς της, ισοπόσου προς το ποσόν της επιταγής περιουσιακού οφέλους, δια αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης της ρηθείσης πληρώτριας Τραπέζης".
ΙΙ.- Κατά τον αυτόν ως άνω και υπό στοιχ. Ι τόπον και χρόνον, επί σκοπώ αποκομίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, έβλαψεν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, συνεπαγομένη περιουσιακή διάθεση, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, το δε δια της πράξεώς του αυτής, στην οποίαν προέβη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν δράσας, αποκομισθέν παράνομον περιουσιακόν όφελος και η αντιστοίχως επενεχθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000.000 ευρώ. Πλέον, συγκεκριμένα, κατά τον ρηθέντα τόπον (...) και χρόνον (...), ενεφανίσθη στο υποκατάστημα ...της Τραπέζης EUROBANK ERGASIAS κομίσας μεθ' εαυτού την υπό στοιχ. Ι μνημονευομένη πλαστή ταξιδιωτική επιταγή, ως προς την οποίαν παρέστησεν εις τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως είρηται τραπέζης, εν γνώσει του ψευδώς, ότι ήτο δήθεν γνησία και ότι αυτός (κατηγορούμενος) ήτο δήθεν ο νόμιμος κομιστής και δικαιούχος του εν αυτή αναγραφομένου χρηματικού ποσού των 44.900 δολλαρίων Η.Π.Α. (38.002,54 ευρώ), παραπείσας δε τους ως είρηται αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους περί της αληθείας των ως άνω υπ' αυτού, εν γνώσει του ψευδώς, παρασταθέντων ως αληθών γεγονότων, εισέπραξεν το συγκεκριμένον χρηματικόν ποσόν της περί ης πρόκειται επιταγής, ωφεληθέντος τούτου (κατηγορουμένου) περιουσιακώς και δη παρανόμως κατά το ποσόν τούτο, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της πληρώτριας Τραπέζης. Εκ του συνόλου του συλλεγέντος και υφισταμένου σχετικώς αποδεικτικού υλικού (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), προκύπτουν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά. Την ... προσήλθεν στο υποκατάστημα της Τραπέζης "EUROBANK ERGASIAS", επί της ..., ο εκκαλών κατηγορούμενος, όστις και προσεκόμισεν την υπ' αριθμόν ... επιταγή του Ταχυδρομείου Καναδά, επί της οποίας ανεγράφετο το ποσόν των 44.900 δολλαρίων Η.Π.Α. (ισότιμον των 38.002,54 ευρώ, κατά τον χρόνον εκείνον), χρόνος εκδόσεως η ... και τα στοιχεία ταυτότητος του κατηγορουμένου ως νομίμου κομιστή αυτής (επιταγής) και δικαιούχου του εν αυτή αναγραφομένου χρηματικού ποσού. Η ως είρηται επιταγή ενεφανίσθη υπό του κατηγορουμένου προς είσπραξιν και πράγματι εισεπράχθη από αυτόν, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνίαν ... παραστατικόν υπό τον τίτλον "ΕΞΟΦΛΗΣΗ: ΤΑΞΙΔ. ΕΠΙΤ. Ξ.Ν. (CASH LETTER)", της ειρημένης Τραπέζης, το οποίον (παραστατικόν) και υπό την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΠΕΛΑΤΗ" υπογράφει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου είσπραξη της συγκεκριμένης επιταγής προκύπτει ωσαύτως και από την υπό ημερομηνίαν 05-11-2003 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Δ/ντή του περί ου εγένετο λόγος Τραπεζικού υποκαταστήματος, εις την οποίαν ρητώς κατατίθεται ότι "Την ... προσήλθε στο κατάστημά μας ο Χ1 και εισέπραξε την υπ' αριθμ. ... επιταγή του ταχυδρομείου Καναδά, ποσού 44.900 δολλαρίων Αμερικής, με ημερομηνία εκδόσεως ..., ισόποσο σε ευρώ 38.002" (Ορ. σχετ. το προμνησθέν τραπεζικόν παραστατικόν και την προαναφερθείσαν ένορκη μαρτυρική κατάθεση Δ/ντή). Εν συνεχεία και μετά τα προεκτεθέντα, η πληρώσασα την επιταγή στον κατηγορούμενο τράπεζα απέστειλεν ταύτην (επιταγή) στην ανταποκρίτριά της εις το εξωτερικόν τράπεζα, υπό την επωνυμίαν "BMC Financial Group", προκειμένου να προβεί εις την είσπραξιν, για λογαριασμόν της εν Ελλάδι πληρώτριας Τραπέζης, του χρηματικού ποσού της επιδίκου επιταγής, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατόν, ως εκ της διαπιστωθείσης πλαστότητος της ειρημένης επιταγής (Ορ. σχετ. με την διαπιστωθείσαν πλαστότητα της επιταγής το από ... έγγραφον της εδρευούσης στο Μόντρεαλ και Κεμπέκ του Καναδά "BMC - Financial Group", σε επίσημη μετάφραση της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, προς την "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias" απευθυνόμενο. Ορ. επίσης από 26-5-2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση Δ/ντού του Τραπεζικού υποκαταστήματος της συναλλαγής με την επίμαχη επιταγή, κατά την οποίαν "Η επίδικη επιταγή, όπως διαπιστώσαμε είναι καθ' ολοκληρίαν πλαστή, διότι είναι έγχρωμη φωτοτυπία αρίστης ποιότητας"). Γεγονός, εν τέλει, συνιστά η παρά του συγκεκριμένου Τραπεζικού υποκαταστήματος της "E.F.G. Eurobank Ergasias" πληρωμή της περί ης πρόκειται επιταγής στον κατηγορούμενο και η μη είσπραξη του ποσού αυτής, εν συνεχεία και λόγω πλαστότητός της, από την πληρώτρια Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος - εκκαλών αρνείται την κατηγορία, πλην όμως ατελεσφόρως. Ο ισχυρισμός του ότι τελικώς δεν εισέπραξε το χρηματικόν ποσόν της επιταγής, αλλά, ότι το ανέλαβεν και πάλιν η πληρώτρια Τράπεζα, δυνάμενος να επηρεάσει, εν περιπτώσει βασιμότητός του, το τετελεσμένον της διωκομένης απάτης και να εγείρει ζήτημα αποπείρας αυτής, καταρρίπτεται από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης ουσία αβάσιμος παρίσταται και ο ισχυρισμός του περί δήθεν καλοπίστου εκ μέρους του κτήσεως της πλαστής επιταγής της κατηγορίας, αφού, όπως διατείνεται, έλαβεν αυτή από έναν Λιβανέζον "ως προμήθειά του από την πώληση δύο σκαφών προς μία ναυτιλιακή εταιρία του Λιβάνου, της οποίας την επωνυμία δεν θυμάμαι αυτή την στιγμή", δεδομένου ότι: α) ο φερόμενος ως Λιβανέζος ουδαμόθεν προκύπτει ότι είναι όντως υπαρκτόν πρόσωπον, φερόμενος αφηρημένως ως κάτοικος Βηρυττού και ως "μπίζνεζμαν" και β) τα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει, προς επίρρωσιν του ως άνω ισχυρισμού του, είναι δύο απλές φωτοτυπίες, άνευ ουδεμίας επικυρώσεως και άνευ ουδεμιάς αξιοπιστίας, ευλόγως δε το προσβαλλόμενον Βούλευμα θεωρεί ότι "κατά πάσαν πιθανότητα έχουν συνταχθεί από τον κατηγορούμενο, χωρίς να αποτυπώνουν την πραγματικότητα" (Ορ. σχετ. ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, απλή φωτοτυπία στην Αγγλική και στην Ελληνική φερομένης με αριθμόν ... και ημερομηνίαν ... αποδείξεως και έγγραφον εις την Αγγλικήν, υπό τον τίτλον "AGREEMENT", υπό τύπον απλής φωτοτυπίας, άνευ ουδεμιάς επί των ειρημένων εγγράφων επικυρώσεως ή σφραγίδος τινός). Περαιτέρω και εν σχέσει προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν δράσιν του κατηγορουμένου, θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν και να αξιολογηθεί δεόντως η πλουσία αυτού δραστηριοποίηση περί την διάπραξη εγκλημάτων του είδους που και νυν τον βαρύνουν, γεγονός το οποίον καταδεικνύει και την βιοποριστικήν αυτού ενασχόληση με την εγκληματική δραστηριότητα του συγκεκριμένου είδους και την, ως στοιχείον της προσωπικότητός του, σταθερή ροπή του προς διάπραξιν των συγκεκριμένων εγκλημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από πλείστα ενυπάρχοντα στην δικογραφία επίσημα έγγραφα (Ορ. σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. ... από 16-4-05, έγγραφον της Υποδ/σεως διώξεως οικονομικών εγκλημάτων της Δ/νσεως Ασφαλ. Αττικής προς την Εισ. Πρωτ. Αθηνών, το υπ' αρ. πρωτ. ..., από 07-04-05, έγγραφον της Υποδ/σεως διώξεως οικον. εγκλημάτων της Δ/νσεως Ασφαλείας Αττικής προς τον Εισ. Πρωτ. Αθηνών, το υπ' αρ. πρωτ. ..., από 08-4-05, έγγραφον του Τμήμ. Ασφαλείας ... προς τον Εισ. πρωτ. Αθηνών και το υπ' αρ. πρωτ. ... έγγραφον του 10ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, προς τον 7ον Τακτικόν Ανακριτή Αθηνών απευθυνόμενο)". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία, αφού στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την κύρια ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική και την απορριπτική της εφέσεως κρίση. Συγκεκριμένα αιτιολογείται ειδικώς ότι πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα απάτης και όχι για απόπειρα αυτής και μάλιστα απρόσφορη, όπως ισχυριζόταν ο κατηγορούμενος και επίσης αιτιολογείται ειδικώς ότι πλαστογράφος της επιταγής ήταν ο κατηγορούμενος και όχι καλόπιστος κομιστής της, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν. Ο αναιρεσείων προβάλλει ως μοναδικό λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ανωτέρω δύο αιτιάσεις (ισχυρισμούς). Επιπλέον, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι αιτιάσεις αφενός ότι δεν υπάρχει αιτιολογία επί καθολικής αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση και αφετέρου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε η πλαστότητα της επιταγής. Για τις τρεις πρώτες αιτιάσεις έχει ήδη αναφερθεί ότι υπάρχει ειδική αιτιολογία, ενώ η τέταρτη είναι απαράδεκτη, γιατί με αυτήν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 δ του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 618/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος υπάρχει και επί καθολικής αναφοράς στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ’ όσον η τελευταία έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτεται η υποστηρίζουσα το αντίθετο αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 882/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 751/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1106/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 393/28.7.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αρ. 114/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ...., κατά του υπ'αρ. 751/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 69/2008 έφεση του κατηγορουμένου Χ1, χαρακτηρίσθηκε ορθότερα η πράξη ως απάτη που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αλλά, υπερβαίνουν και το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73000) ευρώ και επαναδιατυπώθηκε ακριβέστερα αυτή στο διατακτικό του προσβαλλομένου 207/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως εξής: "
Παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τον Χ1, κάτοικο ...., για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην ....., αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διαπράττει δε αυτός απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αλλά υπερβαίνουν, συνολικώς και το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Συγκεκριμένα με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ1 κάτοικο επίσης .... ότι διέθετε, από χρηματιστηριακούς κύκλους, έγκυρη και προνομιακή πληροφόρηση για την πορεία κινητών χρηματιστηριακών αξιών, γνωριμίες με τους κύκλους αυτούς και ειδικές γνώσεις στις επενδυτικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητες, ότι ήταν φερέγγυος με οικονομική επιφάνεια, ότι μπορούσε ακινδύνως να αξιοποιεί σε επενδύσεις και χρηματιστηριακές κινητές αξίες, τα κεφάλαια όσων τα εμπιστεύονταν σ' αυτόν, για τον σκοπό αυτό, με εγγυημένη μάλιστα απόδοση των κεφαλαίων άνω του ποσοστού 20% ετησίως και ότι σε κάθε περίπτωση τα επενδυόμενα κεφάλαια ήταν εξασφαλισμένα με εγγύηση τόσο του ιδίου όσο και συγγενικών του προσώπων που εμφάνιζε ως φερέγγυα και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα να πειστεί ο εγκαλών και να του παραδώσει στις 15.1.2004, για τις κατά τα άνω επενδύσεις και αγορές κινητών χρηματιστηριακών αξιών ποσό τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ από το οποίο, ποσό διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων (293.000) ευρώ, προέρχονταν από χρήματα του ιδίου εγκαλούντα και το υπόλοιπο, εκ εβδομήντα δύο χιλιάδων (72.000) ευρώ, είχε παραδοθεί στον τελευταίο από δύο συγγενικά του; πρόσωπα (αδελφούς) αφού αυτός (εγκαλών) είχε; εμφανίζει, στους τελευταίους, ότι παρουσιαζόταν ευκαιρία; για επωφελή επένδυση να αποκομίσει, έτσι, αυτός (εκκαλών), παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ, με αντίστοιχη συνολική ζημία, του παθόντα και των συγγενικών του προσώπων, ποσό, που είναι ανώτερο των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και υπερβαίνει και αυτό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του, κατόπιν των παραστάσεων που ήταν όλες εν γνώσει ψευδείς και αντίθετες με την αντικειμενική πραγματικότητα. Ενήργησε δε αυτός κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος και μαρτυρείται ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του" και Συμπληρώθηκε το προσβαλλόμενο 207/08 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με την προσθήκη στο άρθρο 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ του εδαφίου α της παρ. 3 του άρθρου αυτού, όπως τούτο έχει παρατεθεί στο φύλλο 6°, οπισθία σελίδα, στίχος 3ος, στο προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθεί για απάτη, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 386 παρ. 1-3β ΠΚ όπως το τελευτ. αντικ. με το αρ. 14 Ν. 2721/99), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως, (βλ. αποδ. επίδοσης του προσβαλλ. βουλεύματος) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ με την ως άνω από 9/6/2008 δήλωση του Αριστ. Μαστρογιάννη, ως πληρεξουσίου (δυνάμει της από 9/6/2008 εξουσιοδοτήσεως) δικηγόρου του κατηγορουμένου Χ1 στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 114/9'6'2008 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και β) έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ (άρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ)- βλ. συνημμ. έκθεση αναίρεσης.
Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ88/82 κ.ά.).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι'αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς-) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.
-Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ. ΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής:
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρ. 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικατ. με άρθρ. 1 παρ. 11 Ν. 2408/1999 και με άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:
(α) Εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 Ευρώ ή (β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται:
(α) Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή άλλου,(β) παραπλάνηση σε πράξη παράλειψη ή ανοχή,(γ) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών.
(δ) βλάβη ξένης περιουσίας.
Ως γεγονός δε θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται εις το παρελθόν ή εις το παρόν ή συμβαίνει κατά την στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί να συμβεί εις το μέλλον ενώ εις την έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου.
Και δια τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης απαιτείται ο δράστης να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (Α.Π. 657/2000 Π.Χρ. ΝΑ/41, Α.Π. 762/2000 Π.Χρ. ΝΑ/111, Α.Π. 863/2000 Π.Χρ. ΝΑ/152, Α.Π. 1155/2000 Π.Χρ. ΝΑ/398, Α.Π. 982/2001 Π.Χρ. ΝΒ/338, Α.Π. 1795/2001 Π.Χρ. ΝΒ/639).
Στην προκειμένη περίπτωση για την υπόθεση διενεργήθηκε κυρία ανάκριση που περατώθηκε νομίμως, από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων, του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα απεδείχθησαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ1, γενν. το έτος ...., ετύγχανε υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, υπηρετώντας για πολλά χρόνια, μέχρι το Μάρτιο 2005, οπότε απολύθηκε, στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο ..... Ενεργώντας κατά παράβαση της υπαλληλικής του σχέσεως, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του και παρείχε, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες οικονομικού και επενδυτικού συμβούλου, σε πελάτες της Τράπεζας, μεταξύ των οποίων, ήδη από το έτος 1999, και στον εγκαλούντα Ψ1, κρεοπώλη. Καταχρώμενος της εμπιστοσύνης που είχε αποκτήσει ο τελευταίος στο πρόσωπο του και γνωρίζοντας την καλή του οικονομική κατάσταση, αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, στην ......, με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα ότι διέθετε, από χρηματιστηριακούς κύκλους, έγκυρη και προνομιακή πληροφόρηση για την εξέλιξη κινητών χρηματιστηριακών αξιών, γνωριμίες με τους κύκλους αυτούς και ειδικές γνώσεις στις επενδυτικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητες, ότι ήταν φερέγγυος με οικονομικές δυνατότητες και οικονομική επιφάνεια, ότι μπορούσε ακινδύνως να αξιοποιεί σε επενδύσεις και χρηματιστηριακές κινητές αξίες τα κεφάλαια όσων τον εμπιστευόταν για το σκοπό αυτό, με εγγυημένη μάλιστα απόδοση άνω του 20 % ετησίως επί του διατιθεμένου κεφαλαίου και ότι σε κάθε περίπτωση το προς επένδυση κεφάλαιο ήταν εξασφαλισμένο με προσωπικές εγγυήσεις του ιδίου και φερέγγυων συγγενικών προσώπων. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις πείστηκε ο εγκαλών και του παρέδωσε για την κατά τα άνω επένδυση και αγορά κινητών χρηματιστηριακών αξιών, στις 15-01-2004, ποσό τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (365.000 €), από το οποίο το ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων ευρώ (293.000 €) προερχόταν από χρήματα του ιδίου του εγκαλούντα και το υπόλοιπο εξ εβδομήντα δύο χιλιάδων ευρώ (72.000 €), είχε παραδοθεί σ' αυτόν από συγγενικά του πρόσωπα (δύο αδελφοί του), για να επενδύσει και το κεφάλαιο αυτό, αφού ο εγκαλών τους είχε εμφανίσει ότι θα είχαν κέρδη από την επένδυση. Αληθές ήταν ότι ο κατηγορούμενος, όπως και τα συγγενικά του πρόσωπα, δεν ήταν φερέγγυα πρόσωπα, ούτε είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, εξασφαλίζουσα τις επενδύσεις, ότι ο ίδιος την αυτή χρονική περίοδο, δρώντας αναλόγως, είχε εξαπατήσει και άλλους, δεν διέθετε ειδικές γνώσεις, ούτε και γνωριμίες και δυνατότητες, ώστε οι επενδύσεις τις οποίες, δήθεν, θα ενεργούσε, θα συνεπάγονταν, ακινδύνως μάλιστα, οφέλη στους εντολείς του. Το συνολικό ποσό ιδιοποιήθηκε άμεσα, όπως εξυπαρχής επεδίωκε και απεκόμισε έτσι παρανόμως περιουσιακό όφελος ίσο μ' αυτό το χρηματικό ποσό (365.000 €), με ζημία του εγκαλούντα και των συγγενικών του προσώπων. Η επιστροφή από τον κατηγορούμενο στον εγκαλούντα ποσού εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000 €) έλαβε χώρα αρκετά μεταγενέστερα από την πράξη και δεν ήταν οικειοθελής, αλλά οφειλόταν στην πίεση του εγκαλούντα, που απειλούσε τον κατηγορούμενο με καταμήνυση, ενώ ο τελευταίος επεδίωκε ν'αποφύγει αυτήν και να καθησυχάζει τον ίδιο ως προς την επιστροφή του όλου ποσού.
Συνεπώς η επιστροφή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη μετάνοια. Ενόψει αυτών των παραδοχών και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη μείζονα νομική σκέψη, το ποσό του παρανόμου περιουσιακού οφέλους και της αντίστοιχης βλάβης των παθόντων, που είναι περισσότεροι, από την αυτήν βεβαίως πράξη, ανέρχεται, όχι στο ποσό των 233.000 €, που εσφαλμένα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά στο ποσό των 365.000 € (και στο ποσό αυτό προσδιορίστηκε ακριβέστερα). Το προβαλλόμενο εμμέσως από τον κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών έπρεπε, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, να αντιληφθεί ότι θα υφίστατο ζημία και αληθές θεωρούμενο, δεν αναιρεί την τέλεση της πράξης της απάτης. Ούτε είναι αληθές το ισχυριζόμενο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ότι οι αξιώσεις του εγκαλούντα εδράζονται σε τοκογλυφική σχέση. Ουδέποτε κατήγγειλε τον εγκαλούντα για πράξη τοκογλυφίας, ούτε μπόρεσε με στοιχεία και πειστικότητα να προσδιορίσει περιστατικά που να συγκροτούν τοκογλυφική σχέση, ενώ την ίδια χρονική περίοδο τέλεσε, υπό ανάλογες περιστάσεις, πράξεις απάτης σε βάρος των ...., αντίγραφο της εγκλήσεως του οποίου είναι συνημμένο στη δικογραφία και ....., θείου του κατηγορουμένου, όπως αυτός κατέθεσε ενόρκως και ενώπιον του Ανακριτή. Αλλά η τέλεση και των τελευταίων πράξεων απάτης σε βάρος και των προσώπων αυτών, σε συνδυασμό και με την τέλεση της απάτης σε βάρος του Ψ1 και των συγγενικών προσώπων του τελευταίου μαρτυρεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και μαρτυρείται περαιτέρω ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του και δεδομένου ότι το παράνομο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, συντρέχει και η ετέρα επιβαρυντική συναφώς περίσταση της κακουργηματικής απάτης του εδαφίου α' της παρ. 3 του άρθρου 386 Κ.Π., που πρέπει να προστεθεί από το Συμβούλιο. Επισημαίνεται ότι για την κατάφαση του όρου "επανειλημμένη τέλεση", στο κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια έγκλημα της απάτης δεν απαιτούνται πλείονες καταδίκες, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται η κατεπανάληψη τέλεση (ΑΠ 691/97 ΠΧ ΜΗ-176, ΑΠ 299/98 ΠΧ ΜΗ-207, ΑΠ 865/2003 Ποιν.Δικ. 2003, σελ. 1153).
-Ενόψει όλων των ανωτέρω, σοβαρές προέκυψαν ενδείξεις για την πράξη της απάτης που φέρει, ορθότερα, τον χαρακτήρα της πράξεως απάτης, που τελέστηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ αλλά και αυτό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ και που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 60, 79, 386 παρ. 1 και 3α και β ΠΚ, όπως η παρ. 3 του τελευταίου άρθρου αντικ. και συμπλ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/99. Πρέπει, ακολούθως, η κρινόμενη έφεση ν'απορριφθεί κατ'ουσίαν και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού προσδοθεί στην πράξη ο κατά τα αμέσως προηγούμενα προσήκον νομικός χαρακτηρισμός και διατυπωθεί ακριβέστερα η κατηγορία, πλέον, κατά τα στο διατακτικό και γίνει προσθήκη, στο φύλλο 6, οπισθία σελίδα, τρίτος στίχος του προσβαλλομένου βουλεύματος, στο παρατιθέμενο άρθρο 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ και του εδαφίου α της τρίτης παραγράφου, που προβλέπει την επιβαρυντική περίσταση τελέσεως της πράξεως της απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ.
Συγκεκριμένα χαρακτηρίζει ορθότερα την πράξη ως απάτη που τελέστηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ, αλλά, υπερβαίνουν και το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ και επαναδιατυπώνει ακριβέστερα αυτήν, στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως εξής:
Παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τον Χ1 , κάτοικο ...., για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην ...., αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, με σκοπό ν'αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διαπράττει δε αυτός απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αλλά υπερβαίνουν, συνολικώς και το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Συγκεκριμένα με σκοπό ν'αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ1 κάτοικο επίσης ...., ότι διέθετε, από χρηματιστηριακούς κύκλους, έγκυρη και προνομιακή πληροφόρηση για την πορεία κινητών χρηματιστηριακών αξιών, γνωριμίες με τους κύκλους αυτούς και ειδικές γνώσεις στις επενδυτικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητες, ότι ήταν φερέγγυος με οικονομική επιφάνεια, ότι μπορούσε ακινδύνως να αξιοποιεί σε επενδύσεις και χρηματιστηριακές κινητές αξίες, τα κεφάλαια όσων τα εμπιστεύονταν σ'αυτόν, για τον σκοπό αυτό, με εγγυημένη μάλιστα απόδοση των κεφαλαίων άνω του ποσοστού 20% ετησίως και ότι σε κάθε περίπτωση τα επενδυόμενα κεφάλαια ήταν εξασφαλισμένα με εγγύηση τόσο του ιδίου όσο και συγγενικών του προσώπων που εμφάνιζε ως φερέγγυα και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα να πειστεί ο εγκαλών και να του παραδώσει στις 15-1-2004, για τις κατά τα άνω επενδύσεις και αγοράς κινητών χρηματιστηριακών αξιών ποσό τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ, από το οποίο, ποσό διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων (293.000) ευρώ, προέρχονταν από χρήματα του ιδίου εγκαλούντα και το υπόλοιπο, εκ εβδομήντα δύο χιλιάδων (72.000) ευρώ, είχε παραδοθεί στον τελευταίο από δύο συγγενικά του πρόσωπα (αδελφούς) αφού αυτός (εγκαλών) είχε εμφανίσει, στους τελευταίους, ότι παρουσιαζόταν ευκαιρία για επωφελή επένδυση και να αποκομίσει, έτσι, αυτός (εκκαλών), παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ, με αντίστοιχη συνολική ζημία, του παθόντα και των συγγενικών του προσώπων, ποσό, που είναι ανώτερο των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και υπερβαίνει και αυτό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του, κατόπιν των παραστάσεων που ήσαν όλες εν γνώσει ψευδείς και αντίθετες με την αντικειμενική πραγματικότητα. Ενήργησε δε αυτός κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος και μαρτυρείται ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. και συμπληρώνει το προσβαλλόμενο βούλευμα με την προσθήκη στο άρθρο 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ του εδαφίου α της παρ. 3 του άρθρου αυτού, όπως τούτο έχει παρατεθεί στο φύλλο 6ο, οπισθία σελίδα, στίχος 3ος, στο προσβαλλόμενο βούλευμα.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρ. 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, και (β) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 114/9-6-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ....., για αναίρεση του υπ'αρ. 751/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 16 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που του προκλήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή αν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς να απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες. Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρ. 246 παρ. 1, 250 παρ. 1 εδ. β', 308, 309, 312 και 317-319 ΚΠΔ προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της έρευνας εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, μπορεί, όπως και το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών, τις εξουσίες του οποίου έχει, να διατάσσει αν κρίνει ότι η ανάκριση είναι ατελής, περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως και στην συνέχεια ύστερα από καθολική εκτίμηση του ανακριτικού υλικού να συμπληρώνει το ίδιο και όχι το συμβούλιο των Πλημμελειοδικών, την πράξη ή τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών η ποινική δίωξη, όπως συμβαίνει με τις επιβαρυντικές περιστάσεις η παραδοχή ή μη των οποίων παραλλάσσει την ποινική απαξία της πράξεως (πλημμέλημα - κακούργημα) χωρίς στην περίπτωση αυτή να υπερβαίνει το συμβούλιο κατά τρόπο θετικό την εξουσία του και αυτό γιατί το συμβούλιο Εφετών έχει δυνατότητα μέσα στα πλαίσια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε και των λόγων εφέσεως που πλήττουν ολόκληρο το πρωτόδικο βούλευμα και να χειροτερεύσει ακόμη την θέση του κατηγορουμένου όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως και ύστερα από έφεση αυτού. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγω αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν από το Συμβούλιο, καθώς και εκείνες που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, συντάσσεται το συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1, γεν. το έτος 1963, ετύγχανε υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, υπηρετώντας για πολλά χρόνια , μέχρι το Μάρτιο του 2005, οπότε απολύθηκε, στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο ...... Ενεργώντας κατά παράβαση της υπαλληλικής του σχέσεως, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του και παρείχε, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες οικονομικού και επενδυτικού συμβούλου, σε πελάτες της Τράπεζας, μεταξύ των οποίων , ήδη από το έτος 1999 και στον εγκαλούντα Ψ1, κρεοπώλη. Καταχρώμενος την εμπιστοσύνη που είχε αποκτήσει ο τελευταίος στο πρόσωπο του και γνωρίζοντας την καλή του οικονομική κατάσταση, αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, στην ...., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον εγκαλούντα ότι διέθετε, από χρηματιστηριακούς κύκλους, έγκυρη και προνομιακή πληροφόρηση για την εξέλιξη κινητών χρηματιστηριακών αξιών, γνωριμίες με τους κύκλους αυτούς και ειδικές γνώσεις στις επενδυτικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητες, ότι ήταν φερέγγυος με οικονομικές δυνατότητες και οικονομική επιφάνεια, ότι μπορούσε ακινδύνως να αξιοποιεί σε επενδύσεις και χρηματιστηριακές κινητές αξίες, τα κεφάλαια όσων τον εμπιστεύονταν για το σκοπό αυτό, με εγγυημένη μάλιστα απόδοση άνω του 20% ετησίως επί του διατιθέμενου κεφαλαίου και ότι σε κάθε περίπτωση το προς επένδυση κεφάλαιο ήταν εξασφαλισμένο με προσωπική εγγύηση του ιδίου και φερέγγυων συγγενικών προσώπων. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις πείστηκε ο εγκαλών και του παρέδωσε, για την κατά τα άνω επένδυση και αγορά κινητών χρηματιστηριακών αξιών, στις 15-1-2004, ποσό τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ, από το οποίο, ποσό διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων (293.000) ευρώ, προερχόταν από χρήματα του ιδίου του εγκαλούντα και το υπόλοιπο, εξ εβδομήντα δύο χιλιάδων (72.000) ευρώ, είχε παραδοθεί σ' αυτόν από συγγενικά του πρόσωπα(δύο αδελφοί του) για να επενδύσει και το κεφάλαιο αυτό, αφού ο εγκαλών τους είπε ότι θα είχαν κέρδη από την επένδυση. Αληθές ήταν ότι ο κατηγορούμενος, όπως και τα συγγενικά του πρόσωπα δεν ήταν φερέγγυα πρόσωπα, ούτε είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, εξασφαλίζουσα τις επενδύσεις, ο ίδιος την αυτή χρονική περίοδο, δρώντας αναλόγως, είχε εξαπατήσει και άλλους, δεν διέθετε ειδικές γνώσεις ούτε και γνωριμίες και δυνατότητες, ώστε οι επενδύσεις τις οποίες δήθεν θα ενεργούσε, θα συνεπάγονταν, ακινδύνως μάλιστα, οφέλη στους εντολείς του. Το συνολικό ποσό ιδιοποιήθηκε άμεσα, όπως εξ υπαρχής επεδίωκε και αποκόμισε έτσι παρανόμως περιουσιακό όφελος ίσο με αυτό το χρηματικό ποσό (365.000) ευρώ, με ζημία του εγκαλούντα και των συγγενικών του προσώπων. Η επιστροφή από τον κατηγορούμενο στον εγκαλούντα ποσού εξήντα χιλιάδων(60.000) ευρώ έλαβε χώρα αρκετά μεταγενέστερα από την πράξη και δεν ήταν οικειοθελής, αλλά οφειλόταν στην πίεση του εγκαλούντα που απειλούσε τον κατηγορούμενο με καταμήνυση, ενώ ο τελευταίος επεδίωκε ν' αποφύγει την καταμήνυση και να καθησυχάζει τον ίδιο ως προς την επιστροφή του όλου ποσού.
Συνεπώς, η επιστροφή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη μετάνοια. Ενόψει αυτών των παραδοχών και σύμφωνα με όσα και στη μείζονα νομική σκέψη, το ποσό του παράνομου περιουσιακού οφέλους και της αντίστοιχης βλάβης των παθόντων, που είναι περισσότεροι, από την αυτή βεβαίως πράξη, ανέρχεται, όχι στο ποσό των διακοσίων τριάντα τριών χιλιάδων (233.000) ευρώ, που εσφαλμένα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά στο ποσό των τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων (365.000) ευρώ και πρέπει να προσδιοριστεί, ακριβέστερα, ως άνω από το Συμβούλιο. Το προβαλλόμενο, εμμέσως, από τον κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών, έπρεπε με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες ν' αντιληφθεί ότι θα υφίστατο ζημία και αληθές θεωρούμενο δεν αναιρεί την τέλεση της πράξεως της απάτης. Ούτε είναι αληθές το ισχυριζόμενο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ότι οι αξιώσεις του εγκαλούντα εδράζονται σε τοκογλυφική σχέση. Ουδέποτε κατήγγειλε τον εγκαλούντα για πράξη τοκογλυφίας, ούτε μπόρεσε με στοιχεία και πειστικότητα να προσδιορίσει περιστατικά που να συγκροτούν τοκογλυφική σχέση, ενώ την ίδια χρονική περίοδο τέλεσε, υπό ανάλογες περιστάσεις, πράξεις απάτης σε βάρος των, ...., αντίγραφο της εγκλήσεως του οποίου είναι συνημμένο στη δικογραφία και ....., θείου του κατηγορουμένου, όπως αυτός κατέθεσε ενόρκως και ενώπιον του Ανακριτή. Αλλά η τέλεση και των τελευταίων πράξεων απάτης σε βάρος και των προσώπων αυτών σε συνδυασμό και με την τέλεση της απάτης σε βάρος του Ψ1 και των συγγενικών προσώπων του τελευταίου, μαρτυρεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και μαρτυρείται, περαιτέρω, ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του και δεδομένου ότι το παράνομο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, συντρέχει και η ετέρα επιβαρυντική, συναφής περίσταση της κακουργηματικής απάτης του εδ. α, της παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ, που πρέπει να προστεθεί από το Συμβούλιο. Επισημαίνεται ότι για την κατάφαση του όρου "επανειλημμένη τέλεση", στο κατά συνήθεια έγκλημα της απάτης δεν απαιτούνται πλείονες καταδίκες, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται η επανειλημμένη τέλεση." Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης, την οποία χαρακτήρισε, ορθότερα, ως απάτη που τελέστηκε από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 αλλά και των 73.000 ευρώ, στη συνέχεια δε επαναδιατύπωσε, την κατηγορία για την πράξη αυτή, προσδιορίζοντας, ακριβέστερα, το συνολικό όφελος και την αντίστοιχη συνολική ζημία στο ποσό των τριακοσίων εξήντα πέντε χιλιάδων(365.000) ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και με βάση τα οποία ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 207/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ στ', 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με ειδική αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο δέχεται, ότι δράστης της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και απορρίπτει όλους τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του, ενώ, περαιτέρω, λεπτομερώς προσδιορίζει και τον τρόπο τελέσεως της παραπάνω πράξεως. Περαιτέρω, με το βούλευμα, παραδεκτά, επαναδιατυπώνει την κατηγορία, ορθά δε χαρακτηρίζει την παραπάνω πράξη ως απάτη που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τέλος, 1) επαρκώς αιτιολογεί την κρίση του για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, 2) προσδιορίζει όλα τα επί μέρους χρηματικά ποσά, κατά τα οποία ωφελήθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, υπερβαίνουν το συνολικό χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ και 3) δέχεται ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν σ' εκείνον από τους παθόντες, με αντίστοιχη ζημία των. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά την οποία το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα και ειδικότερα, α) το από 14-4-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) τις υπ'αρίθ....,...,...,...,...,....,....,...,...,...,...,..,...,... επιταγές του, που εκδόθηκαν όλες σε λογαριασμούς του στην Εμπορική Τράπεζα, από το έτος 2001 έως το έτος 2005 και 3) τα δύο πινάκια της Εμπορικής Τράπεζας, που αφορούν εμφάνιση επιταγών λογαριασμών καταθέσεων, είναι αβάσιμη και τούτο, γιατί στην εισαγγελική πρόταση, η οποία ενσωματώνεται στο Βούλευμα, αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, δια της αναφοράς και παραπομπής σ' αυτήν και κατά το μέρος τούτο, βεβαιώνει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζει ειδικότερα καθένα από αυτά και να αξιολογεί το περιεχόμενο του. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 751/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 876/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα της Κλειστής Φυλακής ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Χατζηχρήστου, περί αναιρέσεως της 58/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. ... και 2. ..., αμφοτέρους κατοίκους ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 311/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ.1, 4 και 5 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, που ορίζουν αντιστοίχως ότι "αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία", ότι "αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις" και ότι δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων", προκύπτει ότι η προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά του δικηγόρου (καθώς και κατά των προσώπων που μνημονεύονται περιοριστικώς στην ανωτέρω παράγραφο 1), αρχίζει από το χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως του εντολοδόχου (Ολομ.ΑΠ 20/2000). Αντικείμενο της αγωγής αυτής δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, (ΑΚ 932), η οποία δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 66, 68 και 82 ΚΠοινΔ, και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δη με δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Η επιδίωξη, όμως, αυτή πρέπει να γίνει μέσα στην εξάμηνη προθεσμία, που αρχίζει από τη γνώση της τελέσεως της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία δημιουργείται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση, σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64 και 68 του ΚΠοινΔ, της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 58/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως δικηγόρος, κατά το από του μηνός Απριλίου 2001 έως 4-11-2002 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, το αντικείμενο των οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, δρώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εγκαλούντων-αντιδίκων (αδελφοί ...), απέσπασε απ'αυτούς για τη ρύθμιση δανείων τους προς την Αγροτική Τράπεζα τμηματικά, συνολικά το ποσό των 32.567 € περίπου, έναντι εργασιών, για τον ανωτέρω σκοπό. 'Όμως, ο ίδιος (κατηγορούμενος) σε ουδεμία ενέργεια για την επίτευξη του σκοπού των πελατών του προέβη, με αποτέλεσμα οι μηνυτές, να ζημιωθούν του ανωτέρω χρηματικού ποσού, του οποίου πάντως την επιστροφή ζήτησαν από τον ίδιο, που την αρνήθηκε, υποσχέθηκε δ'όμως την επιστροφή του, που δεν έλαβε ποτέ χώρα. Το χρηματικό αυτό ποσό ιδιοποιήθηκε ο ίδιος παράνομα, αφού δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό και έτσι κατά τούτο ζημίωσε τους εντολείς του. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πιο πάνω δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εμφανίσθηκαν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας οι ... και ... και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ ο καθένας απ'αυτούς από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο (πληρεξούσιο δικηγόρο τους, κατά τα ανωτέρω, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα), που τους επιδικάσθηκε και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που είχαν υποστεί από τη σε βάρος τους πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση, για την οποία είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, το οποίο ποσό και επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση εις βάρος του τελευταίου. Ενόψει τούτων, και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, οι από την ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου πιο πάνω παθόντες νομιμοποιούντο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης, και δη χωρίς έγγραφη προδικασία, αφού η άσκηση με αυτόν τον τρόπο της αγωγής αυτής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση αγωγής κακοδικίας ενώπιον του αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου εντεύθεν δε η για την άνω αιτία παράστασή τους ενώπιον του πιο πάνω (ποινικού) Δικαστηρίου δεν εχώρησε παρά το νόμο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί "παρά τις διατάξεις του άρθρου 73 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, επετράπη στους μηνυτές να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες κατ'αυτού (κατηγορουμένου), χωρίς να έχουν ασκήσει προηγουμένως αγωγή κακοδικίας με αίτημα την αποζημίωσή τους", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθ. 58/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο κατηγορούμενος (δικηγόρος των εγκαλούντων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα) καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση. Νόμιμη παράσταση των εγκαλούντων ως πολιτικώς εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Απορρίπτεται ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή, Δικηγόροι.
| 0
|
Αριθμός 874/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ...... και 2) Χ2, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο, για αναίρεση της με αριθμό 3.334/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1, κατοίκου ...... και 2) Ψ2, κάτοικο ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2007 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 163/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 97 παρ. 1 του Ν.Δ. 3030/1954 "Περί Αγροφυλακής", η οποία καθορίζει την έννοια των αγροτικών αδικημάτων, ως τέτοια θεωρούνται "η κλοπή, η υπεξαίρεση και η φθορά αγροτικού, κατά την έννοια του παρόντος Ν.Δ/τος, κτήματος, εαν η εκ των πράξεων τούτων προελθούσα θετική ζημία δεν υπερβαίνη τας 20.000 δραχμάς, ως και πάσα δια ζώων ή πτηνών φθορά ομοίου κτήματος ..., διώκονται δε και τιμωρούνται κατά τας διατάξεις αυτού". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Ν.Δ/τος "δεν εφαρμόζονται επί των αγροτικών αδικημάτων αι περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης διατάξεις". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 126 του άνω ν.δ/τος 3030/1954, "1. Αξίωσις του αδικηθέντος εξ αγροτικούαδικήματος περί αποζημιώσεως του κατά τε του ποινικώς και του μόνον αστικώς υπευθύνου δύναται να εισάγηται και εκδικάζεται συγχρόνως μετά της ποινικής αγωγής. 2. Η αξίωσις, ασχέτως ποσού, ασκείται μόνον δι' αιτήσεως υποβαλλομένης είτε τω αγρονόμω κατά την προδικασίαν εγγράφως, είτε επ' ακροατηρίου αμέσως προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, προφορικώς, γινομένης μνείας εις τα πρακτικά ... 6. Και μη υποβληθείσης αιτήσεως προς αποζημίωσιν, υποχρεούται ο δικαστής, εκτός εάν υπάρχη εναντία έγγραφος δήλωσις του αδικηθέντος ή προφορική, καταχωριζομένη εις τα πρακτικά, να εξακριβώση το ποσόν της ζημίας και να επιδικάση τούτο εις τον αδικηθέντα αυτεπαγγέλτως δια της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων που καθορίζουν τον τρόπο της ασκήσεως των πολιτικών αξιώσεων εκείνου που αδικήθηκε από αγροτικό αδίκημα, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 98 παρ.1, 99, 113 και 132 του ίδιου πιο πάνω Ν.Δ/τος, με τις οποίες προσδιορίζεται η έννοια του αγροτικού αδικήματος, το οποίο διαστέλλεται από τα λοιπά αδικήματα κατά των αγροτικών κτημάτων, και καθορίζεται ο τρόπος εκδικάσεως αυτών από το Πταισματοδικείο ή τον Αγρονόμο, ενόψει και του σκοπού που επιδιώκεται και ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της ανορθώσεως της ζημίας που προξενήθηκε από τέτοιο αδίκημα κατά τρόπο ταχύ, αποτελεσματικό και άμεσο σαφώς προκύπτει ότι η καθιερούμενη αρχή της ενασκήσεως της αξιώσεως από εκείνον που υπέστη ζημία από την τέλεση τέτοιου αγροτικού αδικήματος με την υποβολή απλής αιτήσεως αυτού, η οποία υποβάλλεται είτε στον αγρονόμο εγγράφως, είτε στο ακροατήριο, καθώς και ο αποκλεισμός της αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε από τέτοιο αδίκημα, αναφέρονται μόνο σε παραβάσεις που κολάζονται σε βαθμό πταίσματος και εφαρμόζονται μόνον κατά την ενώπιον του πταισματοδικείου ή του αγρονόμου διαδικασία. Επί των λοιπών αδικημάτων κατά των αγροτικών κτημάτων, που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του πιο πάνω Κώδικα, κατά την οποία "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειo Πάγο ακόμη προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 αυτού προκύπτει ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Εκείνος που υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την τέλεση εγκλήματος εις βάρος του μπορεί να υποβάλλει την περί χρηματικής ικανοποιήσεως αξίωση του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Ψ1 και Ψ2 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ ο καθένας απ' αυτούς από καθένα εκκαλούντα κατηγορούμενο, που τους επιδικάσθηκε και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που είχαν υποστεί από τη σε βάρος τους πράξη της αγροτικής κλοπής από κοινού κατά συρροή, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ, για την οποία είχαν καταδικασθεί πρωτοδίκως οι κατηγορούμενοι, το οποίο ποσό και επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση εις βάρος των τελευταίων. Ενόψει τούτων, εφόσον η πιο πάνω πράξη της αγροτικής κλοπής, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, βάσει του προσδιορισθέντος κατά την κατηγορία ποσού της αξίας των κλαπέντων αγροτικών κινητών πραγμάτων (άρθρα 116, 117 του ν.δ/τος 3030/1954), όπως προκύπτει από τις παραδεκτά επισκοπούμενες από τον 'Αρειο Πάγο και αναγνωσθείσες κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία έκθεση βεβαιώσεως αγροτικού αδικήματος και έκθεσε εκτιμήσεως, παρέπεται, σύμφωνα με όσα προτεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ότι οι από την ειρημένη πράξη των αναιρεσειόντων πιο πάνω παθόντες νομιμοποιούντο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης, και δη χωρίς έγγραφη προδικασία, και κατά συνέπεια η για την άνω αιτία παράστασή τους ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου δεν εχώρησε παρά το νόμο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους στηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στα σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.). χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικώς συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3.334/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι κατά τα χρονικά διαστήματα 3-4/4/2002 και 9-10/4/2002 μετέβησαν με δύο άλλα άτομα, τα στοιχεία των οποίων δεν διακριβώθηκαν, στη θέση "......" της αγροτικής περιοχής ......, με το αριθμ. κυκλοφορίας ...... ΤΑΧΙ, το οποίο εκμεταλλεύονται οι ίδιοι, και αφαίρεσαν από τα αγροκτήματα των εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2, 1.950 νεόφυτα κλήματα αμπέλου, αξίας 3.521,64 ευρώ, και 1.300 νεόφυτα κλήματα αμπέλου, αξίας 2.289,07 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Περί των ανωτέρω, καταθέτει με σαφήνεια ο εγκαλών Ψ1, ο οποίος βρισκόταν στις 3-4/4/2002 στο αγρόκτημα του, καθόσον κατά το χρόνο που φυτεύονται τα κλήματα συνηθίζουν οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων να φυλάσσουναυτά ακόμη και τις νυκτερινές ώρες, γιατί παρατηρούνται κλοπές των κλημάτων, τα οποία είναι ιταλικής προέλευσης. Λόγω του ότι η περιοχή αυτή αποτελείται εξ ολοκλήρου από αγροκτήματα με αμπελώνες και δεν υπήρχε περίπτωση ενόψει και της ώρας (23.00 περίπου) να κινείται σ'αυτήν TAXI, ο παραπάνω εγκαλών απομνημόνευσε τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος και όταν ξαναείδε το ίδιο TAXI να επιστρέφει και να παραλαμβάνει τρία άτομα περί ώρα 00.30 περίπου, που είχαν αποβιβασθεί προηγουμένους από αυτό σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν ο εγκαλών, προσπάθησε να του κλείσει το δρόμο με το αυτοκίνητο του, πλην όμως ανεπιτυχώς. Την επομένη ημέρα απευθύνθηκε στην αστυνομία και από τον αριθμό κυκλοφορίας του TAXI, ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι τούτο ανήκει στην κυριότητα του πρώτου κατηγορουμένου, κατά ποσοστό 50% (κατά το υπόλοιπο ποσοστό ανήκει στο Α που δεν χρησιμοποιεί το ΤAXΙ) και αφού συναντήθηκε μαζί του (με τον πρώτο κατηγορούμενο), όταν του είπε ο εγκαλών ότι εάν δεν του καταβάλει την αξία των κλημάτων θα υποβάλει μήνυση, ο πρώτος κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να του δώσει 100 ευρώ, πλην όμως μόλις ο εγκαλών τov ενημέρωσε ότι η αξία των κλημάτων ανερχόταν στο ποσό των 3.521,64 ευρώ, αυτός αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό αυτό. Κατά τον ίδιο τρόπο λίγες ημέρες μετά την κλοπή από το αγρόκτημα του
Ψ1 , αφαιρέθηκαν στις 9-10/4/2002 από το όμορο αγρόκτημα του Ψ2 επίσης νεόφυτα κλήματα αμπέλου. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι μετέβησαν στην εν λόγω περιοχή κατά τις παραπάνω ημέρες και δη ο μεν πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οδηγούσε το TAXI τις πρωινές ώρες, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, που οδηγούσε αυτό τις νυκτερινές ώρες, ότι στις 3.4.2002, επέστρεφε από το ......, όπου είχε μεταβεί με το TAXΙ μαζί με τη σύζυγο του και το παιδί του προκειμένου να παρακολουθήσει το τελευταίο συνεδρία λογοθεραπείας. Οι ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται αληθείς, αφού ο εγκαλών Ψ1 είδε το TAXI να βρίσκεται στην περιοχή τον αγροκτημάτων δύο φορές (όταν αποβίβασε και επιβίβασε τρία άτομα) και είναι βέβαιος για τον αριθμό κυκλοφορίας του. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη από το δεύτερο κατηγορούμενο βεβαίωση της λογοθεραπεύτριας Γ, προκύπτει μεν ότι ο υιός του κατά το από Αυγούστου 1999 έως Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα παρακολουθούσε συνεδρίες λογοθεραπείας κατά τις ημέρες Δευτέρα - Τετάρτη και Παρασκευή, η δε κάθε συνεδρία άρχιζε περί ώρα 21.00 και διαρκούσε σαράντα πέντε λεπτά της ώρας, χωρίς όμως να βεβαιώνεται ότι τις συγκεκριμένες ημέρες που διαπράχθηκαν οι κλοπές, παρακολούθησε τις εν λόγω συνεδρίες. Άλλωστε, ακόμη και αν ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο ...... την ημέρα τέλεσης της κλοπής σε βάρος του Ψ1, είχε τη χρονική δυνατότητα, ενόψει της διάρκειας της συνεδρίας και της χιλιομετρικής απόστασης ...... - ...... να βρίσκεται στον τόπο τέλεσης της κλοπής περί ώρα 23.00 περίπου, όταν και αντιλήφθηκε το TAXI ο παραπάνω εγκαλών. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες, Χ1 και Χ2 του ότι "στη θέση "......" της αγροτικής περιοχής ...... κατά τα χρονικά διαστήματα 3-4/4/2002 και 9-10/4/2002, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας και ειδικότερα από κοινού ενεργούντες αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά αγροτικό πράγμα, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 60 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Ειδικότερα, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από κοινού ενεργώντας με δύο άλλα άγνωστα άτομα, αφού μετέβησαν στα αγροκτήματα των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 αντίστοιχα, που βρίσκονται στην ως άνω περιοχή και τα οποία ήταν νεοφυτευμένα με κλήματα αμπέλου, αφαίρεσαν από το μεν πρώτο αγρόκτημα 1.950 νεόφυτα κλήματα αξίας 3.521,64 ευρώ από δε το δεύτερο αγρόκτημα 1.300 νεόφυτα κλήματα 9 αξίας 2.289,07 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παρανόμως", στη συνέχεια δε επέβαλε το άνω Δικαστήριο σε καθένα από τους κατηγορουμένους συνολική ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως ως προς τον πρώτο των κατηγορουμένων, ενώ ανεστάλη η εκτέλεση αυτής για τρία έτη ως προς το δεύτερο απ' αυτούς. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της αγροτικής κλοπής από κοινού, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ, εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 ν.δ/τος 3030/1954, 45 και 372 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ως άνω αξιόποινη πράξη εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, Οι λοιπές δε, στον άνω λόγο διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτός είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα την αναφορά σ' αυτήν ότι "... Κατά τον ίδιο τρόπο, λίγες ημέρες μετά την κλοπή από το αγρόκτημα του Ψ1 αφαιρέθηκαν στις 9-10/4/2002 από το όμορο αγρόκτημα του Ψ2 επίσης νεόφυτα κλήματα αμπέλου", το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν έλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της αγροτικής κλοπής από κοινού, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ. εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2, αφού δεν εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμο ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη αναφορικά με την καταδίκη των αναιρεσειόντων των κατηγορουμένων για το έγκλημα της αγροτικής κλοπής από κοινού, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ, εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2, και κατ' ανάγκη και ως προς τη διάταξή της περί της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε σε καθένα απ' αυτούς, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά δε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 3.334/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, και δη : α) αναφορικά με την καταδίκη των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για το έγκλημα της αγροτικής κλοπής από κοινού, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ, εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 και β) αναφορικά με τη διάταξη της αποφάσεως περί της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε σε καθένα από τους κατηγορουμένους.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 19 Ιανουαρίου 2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της πιο πάνω (υπ' αριθ. 3.334/2006) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αγροτική κλοπή από κοινού κατά συρροή (εις βάρος των πολ. εναγόντων Ν.Β. και Ν.Μ.) αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ. Νομίμως παρέστησαν οι Ν.Β. και Ν.Μ. ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τους και δη χωρίς έγγραφη προδικασία, ενόψει του πλημμεληματικού χαρακτήρα των άνω αγροτικών κλοπών. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως. Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το έγκλημα εις βάρος του Ν.Β. και απορριπτέος ο σχετικός (510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) λόγος αναιρέσεως. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοια αιτιολογία ως προς το έγκλημα εις βάρος του Ν.Μ. και συνεπώς αναιρεί εν μέρει την απόφαση αναφορικά με την καταδίκη των κατηγορουμένων για το έγκλημα αυτό και ως προς τη διάταξή της περί συνολικής ποινής και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει δε αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 873/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 4.167/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1) .... και 2) ...., κατοίκους ...., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θρασύβουλο Κονταξή.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., κάτοικο ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Σπυροπούλου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2007 και με αριθμό 40 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.217/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής η καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος" οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4.167/2007 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως απορρήτου προφορικής συνομιλίας από κοινού) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι "ενόψει α) του ότι το φερόμενο ως υπό παρακολούθηση διαμέρισμα αποτελεί συνένωση τριών αποθηκών, συνολικού εμβαδού 54 τ.μ., και δεν αποτελεί κατοικία του εγκαλούντος και της συζύγου του, οι οποίοι διαμένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, πάνω από το διαμέρισμα των κατηγορουμένων, στο φερόμενο δε ως υπό παρακολούθηση διαμέρισμα διέμενε ο γιός του εγκαλούντος μέχρι το καλοκαίρι του 2002, οπότε και μετοίκησε στις Η.Π.Α., β) του ότι τα κλειδιά της επίμαχης αποθήκης είχαν και άλλα άτομα, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, γ) του ότι υπολείμματα σοβά από τη διάνοιξη της οπής, βρέθηκαν μόνο από την πλευρά του διαμερίσματος του εγκαλούντος, δ) της απουσίας των κατηγορουμένων και της μη δυνατότητας αυτών απομάκρυνσης τυχόν καταγραφικής συσκευής και ε) της μη υπάρξεως κινήτρου από μέρους των κατηγορουμένων παρακολουθήσεως του διαμερίσματος - αποθήκης του εγκαλούντος, ενόψει και της συμβιβαστικής λύσης μεταξύ τους, σχετικά με τις προκύψασες στο παρελθόν διαφορές τους, πριν τον φερόμενο ως χρόνο τελέσεως της αποδιδομένης σε αυτούς (κατηγορουμένους) αξιόποινης πράξεως κ.λ.π., προέκυψαν ικανές αμφιβολίες περί του αν οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση την πράξη που τους αποδίδεται.
Συνεπώς, ενόψει και του γνωστού δικονομικού αξιώματος "IN DUBIO PRO REO", πρέπει να κηρυχθούν αυτοί αθώοι της εν λόγω πράξης". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους .... και .... του ότι "στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2003 μέχρι και 5-7-2004, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, αθέμιτα μαγνητοφωνούσαν με ειδικά τεχνικά μέσα την προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξαγόταν δημόσια και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου της επί της οδού ....., πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος ...., είχαν τοποθετήσει συνδεσμολογία, οποία διερχόταν από αποθήκη, ιδιοκτησίας της πρώτης κατηγορουμένης, και κατέληγε στην κρεβατοκάμαρα και πίσω από το κρεβάτι του διαμερίσματος του ως άνω εγκαλούντος, η οποία συνδεσμολογία αποτελούνταν από μια κάψα χρώματος ασημί και τρία καλώδια από τα οποία τα δύο με επένδυση χρώματος μαύρου και το ένα με επένδυση χρώματος ερυθρού, εκ των οποίων η κάψα αποτελούσε πυκνωτικό μικρόφωνο, το οποίο ήταν καλυμμένο με αντιανεμική μεμβράνη και την οποία συνδεσμολογία συνέδεαν με κασετόφωνο, προβαίνοντας έτσι αθέμιτα στην ηχογράφηση των προφορικών συνομιλιών που δεν, διεξάγονταν δημόσια, αλλά γίνονταν εντός του διαμερίσματος του εγκαλούντος".
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για τη ενοχή των κατηγορουμένων για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως απορρήτου προφορικής συνομιλίας από κοινού από τα αναφερόμενα στην απόφασή του και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. Και ειδικότερα, ενώ δέχεται το Τριμελές Εφετείο α) ότι το φερόμενο ως υπό παρακολούθηση διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της αναφερόμενης πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος ......, δεν αποτελεί κατοικία αυτού και της συζύγου του και ότι σ'αυτό διέμενε ο γιός του εγκαλούντος μέχρι το καλοκαίρι του 2002, οπότε και μετώκησε στις ΗΠΑ, και β) ότι τα κλειδιά της αποθήκης, ιδιοκτησίας της πρώτης κατηγορουμένης, είχαν και άλλα άτομα, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, δεν διευκρινίζει, όμως, αν ο ειρημένος γιός του εγκαλούντος απουσίαζε στις ΗΠΑ και ο εγκαλών ή τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του δεν χρησιμοποιούσαν τον άνω χώρο (διαμέρισμα) που φέρεται ότι παρακολουθείτο, ενόψει μάλιστα και του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο εγκαλών διαμένει με την οικογένειά του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου της ίδιας πιο πάνω πολυκατοικίας. Ούτε, επίσης, το Δικαστήριο της ουσίας, διευκρινίζει ποιά ήταν τα άλλα άτομα και σε ποιά χρονικά διαστήματα είχαν τα κλειδιά της ανωτέρω αποθήκης της πρώτης κατηγορουμένης, ώστε να συνάγεται βασίμως ότι αυτή δεν είχε πρόσβαση, αλλά τα εν λόγω άτομα και ως εκ τούτου αυτά είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν συσκευή παρακολουθήσεως ομιλιών στο ειρημένο διαμέρισμα του εγκαλούντος. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο, ενώ δέχεται την ύπαρξη υπολειμμάτων σοβά, από τη διάνοιξη της οπής, στο ανωτέρω διαμέρισμα του εγκαλούντος και με την παραδοχή αυτή επιβεβαιώνει την πορεία της διανοίξεως της οπής αυτής από την πιο πάνω αποθήκη της πρώτης κατηγορουμένης προς το εν λόγω διαμέρισμα του τελευταίου, δεν αναφέρει όμως, στη συνέχεια πώς, παρά ταύτα, δικαιολογείται η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Οι προαναφερθείσες δε ελλείψεις στερούν την προσβαλ-λόμενη πιο πάνω απόφαση της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4.167/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, λόγω αμφιβολιών, για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου προφορικής συνομιλίας από κοινού. Το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεκτός ο σχετικός μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 871/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο ΝΙκολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη, περί αναιρέσεως της 2958/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως που εκδίδεται, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Ουσιαστική ποινική διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 108 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης. Ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 109 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν από την απόλυση περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε.
2.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την, επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αναιρεσείων-αιτών, με την υπ' αριθμ.2757/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) καθορίσθηκε ότι έπρεπε να εκτίσει συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή 210.000 δραχμών. Με το υπ'αριθμ.42/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου που εκδόθηκε την 1-2-2002, διατάχθηκε, υπό τον όρο της ανάκλησης, η απόλυση αυτού για το υπόλοιπο της ποινής που καθορίσθηκε με την άνω απόφαση, υπόλοιπο που ανερχόταν την σε 5 έτη 11 μήνες και 29 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του και συγκεκριμένα από 20-11-2003 μέχρι 1-12-2003 διέπραξε κακουργηματικές κλοπές κατ' εξακολούθηση και δια τις πράξεις αυτές καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 14/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (για κακουργήματα) σε συνολική ποινή κάθειρξης 6 ετών και 6 μηνών, ενώ, προηγουμένως, με το υπ' αριθμ. 328/2006 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου διατάχθηκε η ανάκληση της χορηγηθείσας υφ' όρον απόλυσης. Όμως η ποινή που του επιβλήθηκε με την αμέσως ως άνω τελευταία απόφαση, κατά τις προαναφερεθείσες διατάξεις, δεν μπορεί να συγχωνευθεί με εκείνη που επιβλήθηκε με υπ' αριθμ.2757/1999 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Αθηνών γιατί επιβλήθηκε για εγκλήματα που τελέστηκαν από δόλο κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του, υπερβαίνει τους έξι μήνες και εκτίεται αθροιστικά μετά την έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της πρώτης συνολικής ποινής, όταν καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του με την υπ' αριθμ.14/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που με την υπ' αριθμ. 2958/2008 προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για τη συγχώνευση των άνω αποφάσεων και τον καθορισμό συνολικής ποινής, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 27/8-1-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2958/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποκλεισμός συγχώνευσης ποινών, εάν ο υφ’ όρο απολυθείς κατάδικος κατά το χρόνο της δοκιμασίας του τελέσει νέο εκ δόλου έγκλημα. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόλυση υφ' όρο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 867/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου... και ήδη κρατούμενου στην Κ.Α.Υ.Φ. ... που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βλάχου - Ζουνέλη, περί αναιρέσεως της 2181/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1916/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ , αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, παρότι ισχυρίστηκε κατά την απολογία του ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "έκανα 1,5 χρόνο ψυχοθεραπεία, το μυαλό μου πάντα το απασχολώ, είμαι πολύ προσεκτικός", και ότι ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά τον από τη διάταξη του άρ. 84 παρ.2ε του ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, περί καλής αυτού συμπεριφοράς μετά την πράξη του για σχετικά μεγάλο διάστημα και ότι ο ισχυρισμός του αυτός αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα έγγραφα, "η προσβαλλομένη δεν αναγνώρισε την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση χωρίς να περιλάβει ουδεμία αιτιολογία". Με αυτό το περιεχόμενο όμως αυτός ο "ισχυρισμός" του κατηγορουμένου δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό για τη αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρ. 84 παρ.2 περ.ε του ΠΚ Τα κατά την απολογία αυτού αφηγητικώς αναφερόμενα περιστατικά, ότι, δηλαδή, έκανε ψυχοθεραπεία, και απασχολεί πάντα το μυαλό του και ότι είναι πολύ προσεκτικός, χωρίς αυτά να συνδέονται με σαφές και ορισμένο αίτημα, δεν θεμελιώνουν τον αναφερόμενο στην αίτηση αυτοτελή ισχυρισμό, στον οποίο, το Δικαστήριο θα είχε την υποχρέωση να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουσή του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του εν λόγω περί ελαφρυντικών ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν αν το Δικαστήριο στάθμισε ειδικώς τα περιστατικά που αυτός αναφέρει στην αίτησή του (ψυχαναγκαστικά αίτια της πράξεως κλπ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτόν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο "εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, κρίνοντας ως αδιάφορο για την αιτία της ληστείας το γεγονός της επιστημονικά διαγνωσμένης ψυχικής εξάρτησης μου από τυχερά παίγνια" και ότι "το άρθρο 79 ΠΚ δεν αναφέρεται σε πράξη "αιτιολογημένη" όπως διαλαμβάνει η προσβαλλομένη" και ότι "αντί να θεωρήσει την εξάρτηση μου αδιάφορη κατά τη στάθμευση των όρων του άρθρου 79 ΠΚ, θα έπρεπε να την λάβει υπ' όψη της και να επιμετρήσει και με βάση την μη ύπαρξη ταπεινών αιτίων την ποινή μου", στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Δικαστήριο συνεκτίμησε - και μάλιστα στην περί ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως - την ψυχική εξάρτηση του αναιρεσείοντος από τυχερά παίγνια, κρίνοντας, όμως, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμησή του, ότι αυτή δεν αιτιολογεί την διάπραξη του εγκλήματος της ληστείας. Ειδικότερα το Δικαστήριο αντικρούοντας τους, κατά την απολογία του κατηγορουμένου, υπερασπιστικούς αυτού ισχυρισμούς, ότι η πράξη της ληστείας υπήρξε απότοκος του πάθους του για τα τυχηρά παίγνια και ιδίως το παίγνιο "στοίχημα", στο οποίο μετά πάθους επιδόθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μεγάλα χρέη, προς αντιμετώπιση των οποίων διέπραξε την εν λόγω ληστεία, έκρινε αιτιολογημένα, ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "δεν μπορεί να αιτιολογηθεί η διάπραξη της παρούσης και της άλλης ως άνω ληστείας, ούτε περαιτέρω μπορεί να επικαλείται την κατάσταση αυτή, στην οποία ο ίδιος οδήγησε τον εαυτό του, για να μειώσει την μεγάλη απαξία της πράξεως που κατά τα άνω τέλεσε, διότι ευχερώς μπορεί να αντιληφθεί κανείς σε ποια άτοπα αποτελέσματα με απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες, για την περιουσία του θύματος, το δράστη και την κοινωνία γενικότερα, θα οδηγούμεθα, αν ο ευρισκόμενος σε άσχημη οικονομική κατάσταση, έστω και συνεπεία του πάθους για τυχηρά παίγνια, προς αντιμετώπιση των οικονομικών αδιεξόδων ενώπιον των οποίων συνεπεία του πάθους του θα βρισκόταν, ανέπτυσσε παράνομη δραστηριότητα και τελούσε ένοπλες ληστείες, δραστηριότητα η οποία, ενόψει και της ως άνω επαγγελματικής ιδιότητας του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και απαξία". Οι παραδοχές δε αυτές του Δικαστηρίου, ουδόλως συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 79 ΠΚ, ούτε στο μέτρο που τα πιο πάνω λήφθηκαν υπόψη κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου κατά την εξέταση των αιτίων που οδήγησαν αυτόν στην πράξη του, τον χαρακτήρα και τον βαθμό ανάπτυξης αυτού, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, κλπ. κατά τα επιτασσόμενα στη διάταξη του άρθρου 79 παρ.2 του ΚΠΔ, στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, όπως ρητώς αναφέρεται στο περί ποινής σκεπτικό της αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 του ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κάθε πυροβόλο όπλο (παρ. 1α). Κατά τα άρθρα 10 παρ. 1 και 11, και 13α του Ν. 2168/93, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Ειδικά η οπλοφορία περιστρόφων ή πιστολιών, επιτρέπεται, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του πιο πάνω νόμου , μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών φέροντες όπλα τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 13α του ίδιου νόμου "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δραχμών". Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη 2181/2008 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, για την πράξη της ληστείας και της παράνομης οπλοφορίας, (άρθρα 26 27 παρ.1,94 παρ.1, 380 παρ.1 και 10 παρ.1, 13α του ν.2168/93), και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι ετών για την πρώτη πράξη και φυλάκισης δώδεκα μηνών για την δεύτερη, και καθόρισε συνολική ποινή έξι ετών και έξι μηνών. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της οπλοφορίας, η οποία προσβάλλεται με τους εξεταζόμενους λόγους αναίρεσης, το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 1-12-2005 και περί ώρα 14.20', δηλαδή περί το πέρας του ωραρίου των συναλλαγών των Τραπεζών με τους πελάτες τους, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν από 10ετίας περίπου Δικηγόρος ... και διατηρούσε οργανωμένο Γραφείο στο ..., φορώντας κράνος μοτοσικλετιστή για να μη είναι δυνατή η αναγνώριση του από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που κατέγραφε τις κινήσεις των υπαλλήλων και των εισερχομένων στο κατωτέρω τραπεζικό κατάστημα, εισήλθε στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος που βρίσκεται στην ... και επί της ... κρατώντας άγνωστης προέλευσης και κατασκευής όπλο. Αμέσως απευθύνθηκε στον Διευθυντή του Καταστήματος και αφού τον απείλησε με το όπλο που κρατούσε, το οποίο έφερε μαζί του χωρίς την σχετική προς τούτο άδεια, ζήτησε να κλειδώσει την πόρτα για να αποτρέψει την είσοδο πελατών και την έξοδο υπαλλήλων, τον προειδοποίησε δε ότι αν ενεργοποιούσε τον συναγερμό θα κρατούσε όμηρο ένα από τους υπαλλήλους. Στη συνέχεια απευθυνόμενος προς τον υπάλληλο που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ... του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο εσωτερικό του καταστήματος, όπου, πάντοτε με την απειλή του όπλου, υποχρέωσε τον Διευθυντή να τοποθετήσει τα χρήματα των Ταμείων σε μία τσάντα που για το σκοπό αυτό του έδωσε... . Έτσι, όταν μετά 7 λεπτά άνοιξε το χρηματοκιβώτιο ο Διευθυντής, υπό την απειλή πάντοτε του όπλου τοποθέτησε στην τσάντα άλλες 60.000 €, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό να ανέλθει σε 67.860 €. Στην συνέχεια απομακρύνθηκε από το κατάστημα, συναποκομίζοντας το προϊόν της πράξεώς του, αφού προηγουμένως απείλησε τους υπαλλήλους με το όπλο του να μη τον ακολουθήσουν, αυτοί δε φοβούμενοι μήπως υλοποιήσει την απειλή του και κάνει χρήση του όπλου, παρέμειναν εντός του καταστήματος... ". Με τις σκέψεις δε αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, εκτός από την πράξη της ληστείας και του ότι "στον πιο πάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του όπλο απαγορευμένο από το νόμο χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και δη έφερε μαζί του παράνομα το αναφερόμενο στην υπό στοιχείο Α πράξη (δηλαδή της ληστείας) πιστόλι" .Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, της παράνομης οπλοφορίας για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως η αναφορά των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων του προς αντίκρουση των αναφερομένων από αυτόν αποδεικτικών μέσων, ότι το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στην ληστεία και έφερε παρανόμως ο αναιρεσείων ήταν αεροβόλο και όχι πυροβόλο όπλο (ως προς την πράξη της ληστείας η αιτιολογία της απόφασης δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης). Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της απόφασης είναι ασαφής και ενδοιαστική, καθόσον "κρίθηκε ένοχος ότι έφερε πιστόλι όπως επί λέξει αναφέρεται στην απόφαση χωρίς μάλιστα να αναφέρεται το είδος του όπλου (πυροβόλο, κυνηγετικό αεροβόλο)", είναι αβάσιμες, αφού, από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης είναι σαφές ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το όπλο που έφερε παράνομα ο αναιρεσείων ήταν πυροβόλο όπλο, καθόσον αυτή είναι η έννοια της λέξεως "πιστόλι", την οποία χρησιμοποιεί και ο Ν. 2168/1993, στη διάταξη του άρθρου 10 παρ.6. Άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται αυτό, αναφέροντας στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων του ότι "Είναι σαφές από τις διατάξεις που επικαλέστηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με καταδίκασε για οπλοφορία πυροβόλου όπλου". Η αμέσως δε επόμενη αναφορά ότι "αν και από την αναφορά του στα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν οπλοφορία αεροβόλου όπλου, προκύπτει ότι δέχθηκε οπλοφορία αεροβόλου", απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (έλλειψη νομίμου βάσεως), πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες, λόγω των πιο πάνω - κατ' αυτόν - αντιφάσεων, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον καταδίκασε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' και 13α του Ν. 2168/93 και όχι αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ' και 13 β' του ιδίου νόμου και έτσι, όπως ισχυρίζεται, αν "ορθά εφάρμοζε τον νόμο, θα είχε επιβάλει σ' εμένα μικρότερη ποινή από την επιβληθείσα". Ομοίως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες το Δικαστήριο αντιφατικά δέχθηκε ότι επρόκειτο για πυροβόλο όπλο, ενώ από τις αποδείξεις που αναφέρει προκύπτει ότι επρόκειτο για αεροβόλο όπλο απαραδέκτως προβάλλονται, για τους αυτούς πιο πάνω λόγους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του Ν. 2168/1993, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να απορριφθούν.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 94-97 ΠΚ και 551 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί συρροής περισσοτέρων αδικημάτων εκδικασθέντων δια της αυτής αποφάσεως επιβάλλεται να καθορίζεται μία συνολική ποινή μετά την επιβολή της προσήκουσας ποινής σε κάθε ένα από τα αδικήματα για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Ο θεσμός της συγχωνεύσεως των μη εκτελεσθεισών ποινών ευνοεί τον καταδικασθέντα, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτιση ποινών, αποσκοπεί δε να μειώσει τα δυσμενή αποτελέσματα της διαδοχικής εκτελέσεως των καταγνωσθεισών ποινών για συρρέοντα εγκλήματα.
Συνεπώς, επί εκδικασθέντων περισσοτέρων αδικημάτων και επιβολής χωριστής ποινής για το καθένα από αυτά, είναι υποχρεωτική η προσμέτρηση των επί μέρους ποινών από το δικαστήριο, το οποίο δίκασε τα συρρέοντα αδικήματα και εξέδωσε μία απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982, "σε περίπτωση επιμετρήσεως ή συνεπιμετρήσεως ποινών της ελευθερίας επιβληθεισών ή επιβαλλομένων δια μιάς ή περισσοτέρων αποφάσεων που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές, η τυχόν καθοριζόμενη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφόσον η ποινή-βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής-βάσης". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Αν η ποινή αυτή είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός και αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Τέλος, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 και 13 παρ. 1 του Ν. 2721/99 μόνον ως προς το ύψος της ποινής, η οποία μετατρέπεται (υποχρεωτικώς ή δυνητικώς) σε χρηματική. Κατά τα λοιπά η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982 ισχύει και μετά τους ανωτέρω νόμους, δεδομένου ότι κάθε μία από τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζει διάφορο θέμα χωρίς να υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους και η μία να αποκλείει την άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη 2181/08 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τα εγκλήματα της ληστείας και της οπλοφορίας (άρθρο 380 παρ. 1 Π.Κ.) και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 5 ετών και έξι μηνών για την πρώτη πράξη της ληστείας και ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για την δεύτερη πράξη της οπλοφορίας πυροβόλου όπλου. Ακολούθως προχώρησε σε συγχώνευση των επί μέρους ποινών και επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 5 ετών και 10 μηνών, επαυξάνοντας τη βασική ποινή των 5 1/2 ετών, κατά 4 μήνες από την συντρέχουσα ποινή των 8 μηνών, που του είχε επιβάλλει για την πράξη της οπλοφορίας. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Πενταμελές Εφετείο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για παράβαση του Ν. 2168/1993, παραλείποντας όμως να αποφανθεί επί της μετατροπής ή μη της ποινής, παρότι αυτή δεν υπερβαίνει σε διάρκεια το ένα έτος, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ. Επίσης με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 82 παρ.1, 94 επ ΠΚ και 2 παρ.4 του ν.1240/82 το Πενταμελές Εφετείο δεν προέβη στην μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των 8 μηνών πριν προβεί σε συγχώνευση αυτής με την βαρύτερη ποινή της καθείρξεως των 5 1/2 ετών. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον, αφ' ενός η συγχώνευση είναι, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεωτική για το δικαστήριο και, αφ' ετέρου, αφού η ποινή βάσης κρίθηκε ως αμετάτρεπτη ούτε και η συντρέχουσα ποινή των οκτώ μηνών μπορούσε να μετατραπεί σε χρηματική, δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η μετατροπή μέρους μόνον. Οι ρυθμίσεις δε αυτές του νόμου δεν είναι αντίθετες με τον Σύνταγμα (άρ.4 παρ.1) και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρ. 4 και 5), όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε και Η του ΚΠΔ προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, διότι δεν μετέτρεψε προ της συγχωνεύσεως την ποινή των οκτώ μηνών, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να μετατρέπεται σε χρηματική, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο "έπρεπε υποχρεωτικώς να μετατρέψει σε χρηματική ποινή την ποινή φυλακίσεως, προ της επιμέτρησης συνολικής ποινής", έστω και αν "κατ' αποτέλεσμα η συνολική ποινή θα είναι αμετάτρεπτη", ανεξαρτήτως του αβασίμου αυτών, κατά τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, αφού προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον. Εξάλλου το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις περί συγχωνεύσεως των ποινών διατάξεις κατά τον προαναφερθέντα τρόπο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς τους λόγους για τους οποίους δεν προέβη στην μη επιτρεπτή από το νόμο μετατροπή της πιο πάνω συντρέχουσας ποινή φυλακίσεως, δεδομένου, άλλωστε, ότι ουδέν σχετικό περί μετατροπής της ποινής αυτής αίτημα υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ τελευταίος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την μη γενόμενη μετατροπή της εν λόγω ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VIII. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/11/2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 4/2/2009 πρόσθετους λόγους του ... και ήδη κρατουμένου στην Κ.Α.Υ.Φ. ... για αναίρεση της 2181/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία και παράνομη οπλοφορία. Στοιχεία αδικημάτων. Ελαφρυντικά 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ. Αοριστία ισχυρισμού ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την πράξη. Επιμέτρηση ποινής κατά το άρθρο 79 του ΠΚ. Αιτιολογία της περί ποινής αποφάσεως. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου άρ. 10 παρ. 11 του ν. 2168/03 (οπλοφορία αεροβόλου). Συγχώνευση ποινών. Μετατροπή ποινής (που συγχωνεύθηκε) σε χρηματική. Εφόσον κρίθηκε η ποινή βάσης αμετάτρεπτη, δεν μπορούν να μετατραπούν σε χρηματικές ούτε οι συντρέχουσες ποινές. Λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί μετατροπής διατάξεων και έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη μετατροπής της ποινής. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Ποινή συνολική, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ληστεία, Οπλοφορία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 866/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... και ήδη κρατούμενου στην Κ.Α.Υ.Φ. ...., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βλάχου-Ζουνέλη, περί αναιρέσεως της 2182/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ATEbank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Πήτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 4 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1915/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, παρότι ισχυρίστηκε κατά την απολογία του ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "έκανα 1,5 χρόνο ψυχοθεραπεία, το μυαλό μου πάντα το απασχολώ, είμαι πολύ προσεκτικός", και ότι ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά τον από τη διάταξη του άρ. 84 παρ.2ε του ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, περί καλής αυτού συμπεριφοράς μετά την πράξη του για σχετικά μεγάλο διάστημα και ότι ο ισχυρισμός του αυτός αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα έγγραφα, "η προσβαλλομένη δεν αναγνώρισε την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση χωρίς να περιλάβει ουδεμία αιτιολογία". Με αυτό το περιεχόμενο όμως αυτός ο "ισχυρισμός" του κατηγορουμένου δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό για τη αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρ. 84 παρ.2 περ.ε του ΠΚ. Τα κατά την απολογία αυτού αφηγητικώς αναφερόμενα περιστατικά, ότι, δηλαδή, έκανε ψυχοθεραπεία, και απασχολεί πάντα το μυαλό του και ότι είναι πολύ προσεκτικός, χωρίς αυτά να συνδέονται με σαφές και ορισμένο αίτημα, δεν θεμελιώνουν τον αναφερόμενο στην αίτηση αυτοτελή ισχυρισμό, στον οποίο, το Δικαστήριο θα είχε την υποχρέωση να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ , πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του εν λόγω περί ελαφρυντικών ισχυρισμού του αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν αν το Δικαστήριο στάθμισε ειδικώς τα περιστατικά που αυτός αναφέρει στην αίτησή του (ότι το όπλο ήταν αεροβόλο, ότι δεν ήταν βίαιος, τα αίτια που τον ώθησαν κλπ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον αναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά το άρ. 42 παρ. l του ΠΚ, " όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη". Ως αρχή εκτελέσεως θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ`ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 380 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, δηλαδή την αφαίρεση του κινητού ή την παράδοσή του στον δράστη, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη, ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και τα αεροβόλα όπλα (παρ. 1γ). Κατά τα άρθρα 10 παρ. 1 και 11, και 13β του Ν. 2168/93, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικά η οπλοφορία αεροβόλων όπλων, επιτρέπεται μόνο κατά τη μεταφορά τους από τον τόπο κατοικίας στο χώρο άσκησης στη σκοποβολή και αντίστροφα από άτομα που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους, απαγορεύεται δε η χρήση των όπλων αυτών, έξω από τους ειδικούς χώρους που προορίζονται για την άσκηση σκοποβολής, άλλως οι παραβάτες της πράξεως αυτής τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: "Την ... και περί ώρα 14.30', δηλαδή κατά το πέρας του ωραρίου των συναλλαγών των Τραπεζών με τους πελάτες τους, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν από 10ετίας περίπου Δικηγόρος Πειραιώς και διατηρούσε οργανωμένο Γραφείο στο Πειραιά, φορώντας κράνος μοτοσικλετιστή για να μη είναι δυνατή η αναγνώρισή του από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που κατέγραφε τις κινήσεις των υπαλλήλων και των εισερχομένων στο κατωτέρω τραπεζικό κατάστημα, εισήλθε στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που βρίσκεται στο .... και επί της ... κρατώντας αεροβόλο πιστόλι τύπου WALTHER. Αμέσως απευθύνθηκε στους υπαλλήλους της Τραπέζης με προτεταμένο το όπλο, το οποίο έφερε μαζί του χωρίς την σχετική προς τούτο άδεια και πρόφερε την λέξη "Ληστεία", απευθυνόμενος δε προς την Διευθύντρια αφού την απείλησε με το όπλο που κρατούσε, ζήτησε να κλειδώσει την πόρτα για να αποτρέψει την είσοδο πελατών και την έξοδο υπαλλήλων, ο ίδιος δε προχώρησε προς τα Ταμεία, χωρίς να βεβαιωθεί ότι η Διευθύντρια είχε κλειδώσει την πόρτα του καταστήματος. Από αυτή την παράλειψη του επωφελήθηκε η Διευθύντρια και βγήκε έξω από το κατάστημα και έσπευσε να καλέσει σε βοήθεια, χωρίς να αντιληφθεί κάτι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ζήτησε από τον φρουρό που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, όπως και η διευθύντρια και οι λοιποί υπάλληλοι να του παραδώσει το όπλο, πράγμα το οποίο εκείνος έκανε και ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το όπλο στη ζώνη του. Στη συνέχεια απευθυνόμενος στους υπαλλήλους των ταμείων κρατώντας πάντα το όπλο του τους ζήτησε να τοποθετήσουν τα χρήματα που υπήρχαν στο Ταμείο του καθενός στον σάκο που για τον σκοπό αυτό τους έδωσε, πράγμα που αυτοί έκαναν και τοποθέτησαν στο σάκο το ποσό των 27.465 €, τον οποίο του παρέδωσε ο φρουρός και ο κατηγορούμενος τον κρέμασε στον ώμο του. Ζήτησε δε να ανοίξουν το χρηματοκιβώτιο πλην όμως οι υπάλληλοι, τους οποίους είχε συγκεντρώσει πίσω από τα Ταμεία για να μη είναι ορατοί από τις κάμερες, του δήλωσαν ότι δεν είχαν τα κλειδιά του και έτσι σταμάτησε να απαιτεί τούτο. Επακολούθησαν συζητήσεις σε σχέση με το όπλο του φρουρού, ο οποίος του ζητούσε να του το δώσει, διότι άλλως θα υπήρχαν προβλήματα στη δουλειά του και ο κατηγορούμενος, αφού του ζήτησε, χωρίς αποτέλεσμα, τα κλειδιά της μοτοσικλέτας του που ήταν σταθμευμένη έξω από το κατάστημα, του είπε το θα το απέρριπτε σε κάδο απορριμάτων που υπήρχε έξω. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων ο φρουρός κατόρθωσε να πλησιάσει τον κατηγορούμενο και συνεπλάκησαν, ενώ ο σάκος με τα χρήματα ήταν κρεμασμένος στον ώμο του κατηγορουμένου (βλ. κατάθεση ..., υπαλλήλου που βρισκόταν εντός του καταστήματος), ο φρουρός του πήρε το όπλο του και το έριξε στο δάπεδο, ταυτόχρονα δε έπιασε το χέρι του κατηγορουμένου που κρατούσε το όπλο που αυτός έφερε μαζί του και κατάφερε να τον ρίξει στο έδαφος, με αποτέλεσμα, κατά την πάλη που ακολούθησε, να σχισθεί ο σάκος και να πέσει στο δάπεδο, όπου και τον άφησε ο κατηγορούμενος, που εκείνη τη στιγμή είχε ως πρωταρχικό μέλημα την διαφυγή του και αφού έβγαλε το κράνος το πέταξε προς την κατεύθυνση του φρουρού και έσπευσε να εξέλθει τρέχοντας από το κατάστημα, ακολουθούμενος από τον φρουρό, ο οποίος τον ακολούθησε έξω από το κατάστημα, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στο πόδι, οι δε αστυνομικοί, που ήδη είχαν φθάσει και βρισκόντουσαν έξω από το κατάστημα, τον συνέλαβαν την στιγμή που επιχειρούσε να επιβιβασθεί στο σταθμευμένο σε κοντινή απόσταση αυτοκίνητο του. Βέβαια ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίσθηκε και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες υπερασπίσεως του, αλλά και η ψυχιατρική έκθεση που αναγνώσθηκε, ότι η πράξη αυτή, όπως και η προηγηθείσα ληστεία της 1-12-2005, για την οποία γίνεται λόγος στην 2181/2008 προηγουμένη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, υπήρξε απότοκος του πάθους του για τα τυχηρά παίγνια και ιδίως το παίγνιο "στοίχημα" στο οποίο μετά πάθους επιδόθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μεγάλα χρέη, ανερχόμενα όπως δήλωσε στο ποσό των 230.000 €, προς αντιμετώπιση των οποίων διέπραξε την εν λόγω ληστεία. Κατ αυτόν όμως τον τρόπο δεν μπορεί να αιτιολογηθεί η διάπραξη της παρούσης και της άλλης ως άνω ληστείας, ούτε περαιτέρω μπορεί να επικαλείται την κατάσταση αυτή, στην οποία ο ίδιος οδήγησε τον εαυτό του, για να μειώσει την μεγάλη απαξία της πράξεως που κατά τα άνω τέλεσε, διότι ευχερώς μπορεί να αντιληφθεί κανείς σε ποια άτοπα αποτελέσματα με απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες, για την περιουσία του θύματος, το δράστη και την κοινωνία γενικότερα, θα οδηγούμεθα, αν ο ευρισκόμενος σε άσχημη οικονομική κατάσταση, έστω και συνεπεία του πάθους για τυχερά παίγνια, προς αντιμετώπιση των οικονομικών αδιεξόδων ενώπιον των οποίων συνεπεία του πάθους του θα βρισκόταν, ανέπτυσσε παράνομη δραστηριότητα και τελούσε ένοπλες ληστείες, δραστηριότητα η οποία, ενόψει και της ως άνω επαγγελματικής ιδιότητας του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και απαξία. Βέβαια ο κατηγορούμενος, στις 6-2-2007, μεταμεληθείς για την πράξη του επιδίωξε να άρει τις συνέπειες της πρώτης ως άνω ληστείας και επέστρεψε το ποσό εκείνης των 67.860 €. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις συνθήκες τελέσεως της ληστείας και την εξέλιξη της η πράξη που τέλεσε, όπως άλλωστε την ομολογεί, ο κατηγορούμενος είναι εκείνη της τετελεσμένης ληστείας και όχι της σε απόπειρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Ειδικότερα το έγκλημα της ληστείας (βλ. για τα στοιχεία του εγκλήματος αυτού ΑΠ 757/2006 ΝΟΜΟΣ), είναι τετελεσμένο με την αφαίρεση του κινητού ή την παράδοση του κατόπιν της ασκήσεως ή απειλής βίας και όχι απλώς με την περάτωση της ασκήσεως βίας. Έτσι είναι νοητή απόπειρα ληστείας, με χρόνο έναρξης τη χρήση βίας ή απειλής και εφόσον δεν επιτεύχθηκε η αφαίρεση του κινητού (ΑιτΕκθ 1933, 574), όπως, όταν, παρά την απειλή με πιστόλι, ο καταστηματάρχης κατόρθωσε να εξουδετερώσει τον δράστη ή όταν, παρά την εξουδετέρωση του φύλακα, ο δράστης δεν βρήκε χρήματα (ΑΠ 299/1995 Υπέρ. 1995, 946, ΑΠ 427/1978 ΠοινΧρον. ΚΗ, 586). Το έγκλημα της κλοπής (372 ΠΚ), το οποίο είναι ένα εκ των δύο εγκλημάτων που συνιστούν το σύνθετο έγκλημα της ληστείας, το άλλο είναι της παράνομης βίας του άρθρου 330 ΠΚ (ΑΠ 1331/2006 ΝΟΜΟΣ), είναι τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα θέτει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 963/2002 ΠοινΔικ2002, 1211, ΑΠ 650/2001 ΠοινΧρον ΝΒ, 213). Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο κατηγορούμενος με την απειλή χρήσεως του όπλου του εξανάγκασε τους υπαλλήλους της τραπέζης να του παραδώσουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό, τοποθετώντας αυτό στον σάκο που για τον σκοπό αυτό τους έδωσε, στη συνέχεια δε ο σάκος αυτός του παραδόθηκε και τον κρέμασε στον ώμο του, προκειμένου να τον συναποκομίσει αποχωρώντας από την Τράπεζα.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω το έγκλημα της ληστείας είναι τετελεσμένο, αφού και άσκηση και απειλή βίας ενωμένη με επικείμενο σώματος ή ζωής συνέτρεξε και παράδοση των χρημάτων ως αποτέλεσμα αυτής έλαβε χώρα, τα οποία περιήλθαν στην φυσική εξουσία του κατηγορουμένου έστω και για μικρό χρονικό διάστημα. Το τετελεσμένο δε της ληστείας δεν αίρεται εκ του γεγονότος ότι τελικά, κατόπιν συμπλοκής με τον φύλακα της τραπέζης, ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το σάκο με τα χρήματα μέσα στην Τράπεζα και να τραπεί σε φυγή, προκειμένου να διαφύγει κάτι όμως το οποίο τελικά δεν επιτεύχθηκε, όπως λέχθηκε. Κατ' ακολουθία τούτων στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις που αποδίδονται στο κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτών εκτίθενται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών και να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ που του αναγνωρίσθηκαν και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός του να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική περίσταση και του άρθρου 84 παρ. 2 α του ίδιου κώδικα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, μέχρι την τέλεση της πράξεως δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού προηγουμένως και δη στις 1-12- 2005 τέλεσε και άλλη ληστεία σε βάρος της ως άνω τραπέζης". Με τις σκέψεις αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την πράξη της ληστείας και της παράνομης οπλοφορίας αεροβόλου όπλου, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ του Π.Κ (άρθρα 26 27 παρ.1,94 παρ.1, 380 παρ.1 και 10 παρ.1, 13β του ν.2168/93), και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι ετών για την πρώτη πράξη και φυλάκισης δώδεκα μηνών για την δεύτερη, και καθόρισε συνολική ποινή έξι ετών και έξι μηνών .
ΙV.Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολόγησε την κρίση της ότι η πράξη της ληστείας ήταν τετελεσμένη και όχι απόπειρα αυτής, στην κρίση του δε αυτή κατέληξε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό της αποφάσεως, μεταξύ αυτών και τις καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας η ειδική μνεία των καταθέσεων αυτών καθώς και η συγκριτική στάθμιση και αξιολόγησή τους, ενώ αβάσιμες είναι και οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων δέχθηκε ότι, η έστω και για λίγο χρόνο κατοχή των χρημάτων, αρκεί για να θεωρηθεί τετελεσμένο το αδίκημα της ληστείας. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, δεν προέκυψε ότι περιήλθαν στην κατοχή του, έστω και για λίγο χρόνο, τα χρήματα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 παρ.1 και 380 παρ.1 του ΠΚ, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να απορριφθεί. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 551 ΚΠΔ και 94 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι : 1) κατά το σύστημα της νομικής σωρεύσεως των ποινών που καθιερώνει ο Ποινικός Κώδικας, επί πραγματικής συρροής επιβάλλεται μία συνολική ποινή για όλα τα εγκλήματα που συρρέουν, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές (ή από τη μία από αυτές, αν είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας), επαυξημένη, κατά το μέτρο του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, από καθεμία από τις λοιπές, 2) οι προσμετρούμενες ποινές διατηρούν την αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφούνται από αυτήν, χωρίς όμως να είναι δεκτικές αυτοτελούς, η καθεμία, εκτελέσεως, εκτελούμενες με την εκτέλεση της συνολικής ποινής και γι' αυτό χωρεί νέα προσμέτρηση στην περίπτωση που για κάποιο από τα εγκλήματα που συρρέουν, για τα οποία προσμετρήθηκαν οι ποινές σε μια συνολική ποινή, επήλθε άφεση, οπωσδήποτε, της ποινής και 3) στην περίπτωση αυτή της νέας επιμετρήσεως, του καθορισμού, δηλαδή νέας συνολικής ποινής, δεν μπορεί, προς σχηματισμό της νέας συνολικής ποινής, να ληφθεί από τις ποινές που προσμετρούνται χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά την προηγούμενη προσμέτρηση, διότι διαφορετικά, αν δηλαδή υπήρχε δυνατότητα να ληφθεί από τις προσμετρηθείσες ποινές χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που είχε ληφθεί προηγουμένως, θα έπαυε υπάρχουσα η αυτοτέλεια των προσμετρουμένων ποινών, την οποίαν διατηρούν αυτές και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής. Αν παραβιασθούν οι προμνημονευθείσες διατάξεις, συγχωρείται αναίρεση στον καταδικασμένο και στον Εισαγγελέα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, καθόσον και οι διατάξεις του άρθρου 551 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που αφορούν τον καθορισμό της συνολικής ποινής, είναι ουσιαστικές. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να κρίνει περί της βασιμότητας των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 2182/08 απόφασή του, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ύστερα από έφεση του κατηγορουμένου κατά της με αρ. 1177/16-3-2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον κήρυξε ένοχο για τα εγκλήματα της ληστείας και της οπλοφορίας και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 6 ετών για την πρώτη πράξη της ληστείας και ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για την δεύτερη πράξη της οπλοφορίας αεροβόλου πιστολιού, επέβαλε δε συνολική ποινή καθείρξεως, για αμφότερες τις πράξεις, 6 ετών και 6 μηνών. Κατόπιν, με την ίδια ως άνω απόφαση ύστερα από την απαγγελία της ως άνω συνολικής ποινής, επιμέτρησε συνολική ποινή για την ποινή αυτή καθώς και για την ποινή που του είχε επιβάλει στην ίδια συνεδρίαση με την 2181/19.9.2008 απόφασή του, με την οποία του είχε επιβάλει ποινή καθείρξεως 5 ετών και 6 μηνών για το έγκλημα της ληστείας και φυλακίσεως 8 μηνών για το αδίκημα της οπλοφορίας πιστολιού, ύστερα από έφεσή του κατά της 1178/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Καθόρισε δε συνολική ποινή για όλες τις ως άνω ποινές, λαμβάνοντας ως ποινή βάση την ποινή των 6 ετών και 6 μηνών καθείρξεως, κάθειρξη οκτώ (8) ετών και δέκα (10) μηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την 696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, είχε καθορισθεί ήδη συνολική ποινή για τις ποινές που είχε επιβάλει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τα ως άνω εγκλήματα. Ειδικότερα με την 1178/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατ' έφεση της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων είχε επίσης καταδικασθεί σε ποινή καθείρξεως 6 ετών για το έγκλημα της ληστείας και φυλακίσεως 12 μηνών για το αδίκημα της οπλοφορίας και συνολικά σε ποινή καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών. Με την 1177/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατ' έφεση της οποίας εξεδόθη η 2181/08 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων είχε καταδικασθεί σε ποινή 6 ετών καθείρξεως για την ληστεία και 12 μήνες φυλακίσεως για την οπλοφορία και σε συνολική ποινή κάθειρξης 6 ετών και 6 μηνών (ενώ με την 2181/2008 επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως 51/2 ετών και φυλάκισης 8 μηνών, αντίστοιχα, συνολική δε 5 ετών και 10 μηνών). Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την 696/2008 "συγχωνευτική" του απόφαση επέβαλε συνολική ποινή για τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις με 1177 και 1178/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οκτώ (8) ετών και δέκα (10) μηνών καθείρξεως, αφού έλαβε ως ποινή βάσης την μία ποινή καθείρξεως έξι ετών και έξι μηνών που του επιβλήθηκε με την 1177/2007 απόφαση και από τις συντρέχουσες ποινές των 6 ετών και των 12 μηνών που του επιβλήθηκαν με την με 1178/2007 απόφαση συνεπιμέτρησε δύο έτη και τέσσερις μήνες, αντίστοιχα.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην πιο πάνω συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 94 του ΠΚ, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε από τις συντρέχουσες ποινές τμήμα ίσο με το 1/3 αυτών με το οποίο επαύξησε την ποινή των έξι ετών και έξι μηνών καθείρξεως, το Πενταμελές Εφετείο από την συντρέχουσα ποινή καθείρξεως έλαβε τμήμα ίσο με τα 3/8 αυτής (24 μήνες / 66 μήνες), και από την συντρέχουσα ποινή φυλακίσεως τμήμα ίσο με το 1/2 αυτής (4 μήνες / 8 μήνες). Οι αιτιάσεις αυτές, όμως του αναιρεσείοντος δεν στηρίζονται στο νόμο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει (εντός των πλαισίων που ορίζει η διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ), από τις ποινές που προσμετρώνται, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που είχε ληφθεί προηγουμένως και όχι μεγαλύτερο "κλάσμα" των ποινών αυτών. Στην προκειμένη δε περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο δεν προσαύξησε στην ποινή βάσης μεγαλύτερο διάστημα από εκείνο που προσαύξησε το Τριμελές Εφετείο, αφού την ποινή των 51/2 ετών προσαύξησε κατά 2 έτη και 4 μήνες, όσο δηλαδή και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VI. Περαιτέρω το Πενταμελές Eφετείο με τις διαλαμβανόμενες παραδοχές του στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι " ...Την ... και περί ώρα 14.30', ο κατηγορούμενος... εισήλθε στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που βρίσκεται στο ... και επί της ... κρατώντας αεροβόλο πιστόλι τύπου WALTHER. Αμέσως απευθύνθηκε στους υπαλλήλους της Τραπέζης με προτεταμένο το όπλο, το οποίο έφερε μαζί του χωρίς την σχετική προς τούτο άδεια και πρόφερε την λέξη "ληστεία", απευθυνόμενος δε προς την Διευθύντρια αφού την απείλησε με το όπλο που κρατούσε κτλ", με πληρότητα εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παράνομης οπλοφορίας αεροβόλου και από τα οποία σαφώς συνάγεται ότι αυτός δεν έφερε το πιο πάνω όπλο επιτρεπτώς κατά τα οριζόμενα στη προαναφερθείσα (παρ.ΙΙΙ) διάταξη του άρθρου 10 παρ.11 του ν. 2168/93 και, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με την αιτίαση ότι η καταδικαστική απόφαση, ως προς την πράξη της οπλοφορίας, στερείται αιτιολογίας, και ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.11 του ν. 2168/93, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 94-97 ΠΚ και 551 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί συρροής περισσοτέρων αδικημάτων εκδικασθέντων δια της αυτής αποφάσεως επιβάλλεται να καθορίζεται μία συνολική ποινή μετά την επιβολή της προσήκουσας ποινής σε κάθε ένα από τα αδικήματα για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Ο θεσμός της συγχωνεύσεως των μη εκτελεσθεισών ποινών ευνοεί τον καταδικασθέντα, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτιση ποινών, αποσκοπεί δε να μειώσει τα δυσμενή αποτελέσματα της διαδοχικής εκτελέσεως των καταγνωσθεισών ποινών για συρρέοντα εγκλήματα.
Συνεπώς, επί εκδικασθέντων περισσοτέρων αδικημάτων και επιβολής χωριστής ποινής για το καθένα από αυτά, είναι υποχρεωτική η προσμέτρηση των επί μέρους ποινών από το δικαστήριο, το οποίο δίκασε τα συρρέοντα αδικήματα και εξέδωσε μία απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982, "σε περίπτωση επιμετρήσεως ή συνεπιμετρήσεως ποινών της ελευθερίας επιβληθεισών ή επιβαλλομένων δια μιάς ή περισσοτέρων αποφάσεων που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές, η τυχόν καθοριζόμενη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφόσον η ποινή-βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής-βάσης". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Αν η ποινή αυτή είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός και αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Τέλος, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 και 13 παρ. 1 του Ν. 2721/99 μόνον ως προς το ύψος της ποινής, η οποία μετατρέπεται (υποχρεωτικώς ή δυνητικώς) σε χρηματική. Κατά τα λοιπά η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982 ισχύει και μετά τους ανωτέρω νόμους, δεδομένου ότι κάθε μία από τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζει διάφορο θέμα χωρίς να υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους και η μία να αποκλείει την άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 2182/08 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τα εγκλήματα της ληστείας και της οπλοφορίας (άρθρο 380 παρ. 1 Π.Κ.) και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 6 ετών για την πρώτη πράξη της ληστείας και ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για την δεύτερη πράξη της οπλοφορίας αεροβόλου όπλου. Ακολούθως προχώρησε σε συγχώνευση των επί μέρους ποινών και επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών, επαυξάνοντας τη βασική ποινή των έξι ετών, κατά έξι μήνες από την συντρέχουσα ποινή των δώδεκα μηνών, που του είχε επιβάλλει για την πράξη της οπλοφορίας. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Πενταμελές Εφετείο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών (και όχι 8 μηνών, όπως από παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση) για παράβαση του Ν. 2168/1993, παραλείποντας όμως να αποφανθεί επί της μετατροπής ή μη της ποινής, παρότι αυτή δεν υπερβαίνει σε διάρκεια το ένα έτος, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ. Επίσης με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 82 παρ.1, 94 επ ΠΚ και 2 παρ.4 του ν.1240/82 το Πενταμελές Εφετείο δεν προέβη στην μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των 12 μηνών πριν προβεί σε συγχώνευση αυτής με την βαρύτερη ποινή της καθείρξεως των έξι ετών. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον, αφ' ενός η συγχώνευση είναι, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεωτική για το δικαστήριο και, αφ' ετέρου, αφού η ποινή βάσης κρίθηκε ως αμετάτρεπτη ούτε και η συντρέχουσα ποινή των δώδεκα μηνών μπορούσε να μετατραπεί σε χρηματική, δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η μετατροπή μέρους μόνον. Οι ρυθμίσεις δε αυτές του νόμου δεν είναι αντίθετες με τον Σύνταγμα (άρ.4 παρ.1) και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρ.4 και 5), όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε και Η του ΚΠΔ προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, διότι δεν μετέτρεψε προ της συγχωνεύσεως την ποινή του ενός έτους, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να μετατρέπεται σε χρηματική, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο "έπρεπε υποχρεωτικώς να μετατρέψει σε χρηματική ποινή την ποινή φυλακίσεως, προ της επιμέτρησης συνολικής ποινής", έστω και αν "κατ' αποτέλεσμα η συνολική ποινή θα είναι αμετάτρεπτη", ανεξαρτήτως του αβασίμου αυτών, κατά τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, αφού προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον. Εξάλλου το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις περί συγχωνεύσεως των ποινών διατάξεις κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς τους λόγους για τους οποίους δεν προέβη στην μη επιτρεπτή από το νόμο μετατροπή της πιο πάνω συντρέχουσας ποινή φυλακίσεως, δεδομένου, άλλωστε, ότι ουδέν σχετικό περί μετατροπής της ποινής αυτής αίτημα υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ τελευταίος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την μη γενόμενη μετατροπή της εν λόγω ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VIII. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ 186,176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/11/2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 4/2/2009 πρόσθετους λόγους του ...., και ήδη κρατουμένου στην Κ.Α.Υ.Φ...., για αναίρεση της 2182/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. καθώς και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία και παράνομη οπλοφορία (αεροβόλου). Στοιχεία αδικημάτων. Πότε υπάρχει απόπειρα ληστείας. Ελαφρυντικά 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ. Αοριστία ισχυρισμού ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την πράξη. Επιμέτρηση ποινής κατά το άρθρο 79 του ΠΚ. Αιτιολογία της περί ποινής αποφάσεως. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ καθώς και του άρθρου 10 παρ. 11 του ν. 2168/03 (οπλοφορία αεροβόλου). Συγχώνευση ποινών. Στην περίπτωση νέας επιμετρήσεως, δεν μπορεί, προς σχηματισμό της νέας συνολικής ποινής, να ληφθεί από τις ποινές που προσμετρούνται χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά την προηγούμενη προσμέτρηση. Μετατροπή ποινής (που συγχωνεύτηκε) σε χρηματική. Εφόσον κρίθηκε η ποινή βάσης αμετάτρεπτη, δεν μπορούν να μετατραπούν σε χρηματικές ούτε οι συντρέχουσες ποινές. Λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί μετατροπής διατάξεων και έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη μετατροπής της ποινής. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Ποινή συνολική, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ληστεία, Οπλοφορία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 863/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 6048/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1892/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4).
ΙΙ.-'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διετέλεσε από ... και καθ' όλο το έκτοτε μέχρι ... κρίσιμο χρονικό διάστημα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητας της την εμπορία υγρών καυσίμων και λιπαντικών. Στις ... διενεργήθηκε από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ έλεγχος στην έδρα της εταιρείας, στα πλαίσια του οποίου κατασχέθηκε μεγάλος αριθμός τιμολογίων-δελτίων αποστολής, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο διατακτικό ... τιμολόγια-δελτία αποστολής, που είχαν εκδοθεί από την εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", που είχε έδρα τα Οινόφυτα και αντικείμενο της δραστηριότητας της, επίσης, την εμπορία υγρών καυσίμων. Τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία είχαν καταχωρηθεί στα επίσημα βιβλία της εταιρείας "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε." και αφορούσαν πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου κίνησης προς αυτήν από την "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", κίνησαν δε τις υποψίες του ελέγχου, ότι πρόκειται για εικονικά τιμολόγια, ενόψει του ότι είχαν συνεχόμενους αριθμούς και ήσαν αθεώρητα, παρά το ότι η εταιρεία δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για έκδοση αθεώρητων φορολογικών στοιχείων, σύμφωνα με την ΑΥΟ Πολ 1105/6.5-1999" εφόσον δεν απασχολούσε προσωπικό πέραν των 50 προσώπων, αλλά μόνο δύο, σύμφωνα με τις οικείες οριστικές δηλώσεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών. Εξάλλου, στις ..., διενεργήθηκε, από συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, έλεγχος στις εγκαταστάσεις της "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", στη θέση Τεμπέλη, στα Οινόφυτα Βοιωτίας, όπου βρέθηκαν 14 υπόγειες δεξαμενές (7 για πετρέλαιο θέρμανσης και 7 για πετρέλαιο κίνησης), οι οποίες ως κτιριακές εγκαταστάσεις ανήκαν στην εταιρεία "Αλυκή Α.Ε" και είχαν εκμισθωθεί στην "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε.", που ήταν κάτοχος της άδειας αποθήκευσης πετρελαίου, κατόπιν μεταβιβάσεως της από την εταιρεία "... Ο.Ε". Οι ποσότητες πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, που βρέθηκαν στις εν λόγω δεξαμενές ανήκαν στην "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε.", ενώ δεν βρέθηκαν ποσότητες πετρελαίου, που να ανήκουν στην "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", κατά τις διαπιστώσεις του ως άνω ελέγχου. Επίσης, στο χώρο των γραφείων της "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ" δεν βρέθηκαν στοιχεία της επιχειρήσεως και ιδίως παραστατικά αγορών και πωλήσεων, ούτε σε άλλο χώρο, ούτε προσκομίστηκαν στους ελεγκτές από τους φερόμενους ως υπευθύνους της εταιρείας παραστατικά στοιχεία, αν και ζητήθηκαν, από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτή διακινούσε, με βάση επίσημα φορολογικά στοιχεία, ποσότητες πετρελαίων κατά τα έτη ... και ..., οι δε εγγραφές αγοράς πετρελαίου στα βιβλία της δεν στηριζόντουσαν σε φορολογικά στοιχεία, ήσαν δηλαδή χωρίς παραστατικά, ενώ ούτε μεταφορικά μέσα διέθετε η εν λόγω εταιρεία. Η εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ" είχε ιδρυθεί το έτος 1996 και στην πραγματικότητα συνέχισε τη δραστηριότητα της εταιρείας "... Ο.Ε", που αναγκάστηκε, να διακόψει τις δραστηριότητες της, λόγω αναμίξεως μέλους της σε υποθέσεις λαθρεμπορίας και έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Ως διαχειρίστρια της "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ" είχε οριστεί η Δ1 σύζυγος Δ2, ο οποίος με βάση σχετική εξουσιοδότηση της ασκούσε τη διαχείριση. Όμως, ο τελευταίος ήδη από το έτος 1998 έπαυσε να ασχολείται με την εταιρεία, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του και από τότε έπαυσε ουσιαστικά η δραστηριότητα της εν λόγω εταιρείας, ενώ ο ίδιος απεβίωσε το Μάιο του 2001, τα δε τέκνα του Δ3 και Δ4, οι οποίοι υπήρξαν οι κύριοι μέτοχοι της "... Ο.Ε", είχαν προσληφθεί από την "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε.", εργαζόμενοι, κατά το χρόνο του ελέγχου, ο μεν Δ3 στη διεκπεραίωση διαφόρων δικαστικών υποθέσεων, ο δε Δ4 ως διευθυντής πωλήσεων. Με βάση όσα ήδη αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται, ότι η "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", κατά το χρόνο εκδόσεως των αναφερόμενων στο διατακτικό τιμολογίων-δελτίων αποστολής, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από ... έως ..., που είχε ήδη στην πραγματικότητα παύσει τη δραστηριότητα της, δεν είχε και δεν διέθετε αποθέματα πετρελαίου, ώστε να τα διαθέσει στην εταιρεία "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή ΑΕ." και τα αναφερόμενα στο διατακτικό φορολογικά στοιχεία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και ήσαν εικονικά, όπως εικονικές ήσαν και οι αντίστοιχες εγγραφές στα λογιστικά της βιβλία. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος, με την παραπάνω ιδιότητα του, είχε ενεργό συμμετοχή στη δράση και λειτουργία της εταιρείας "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή Α.Ε.", γνώριζε την εικονικότητα των επίμαχων φορολογικών στοιχείων, καθόσον γνώριζε την ουσιαστικά παύση της δραστηριότητας της εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", κατά τον ως άνω χρόνο, ενόψει, μάλιστα" του ότι ήδη τα ως άνω τέκνα του Δ2, ιθύνοντος νου της "ΦΟΙΝΙΞ ΟΙΛ ΕΠΕ", είχαν προσληφθεί από την "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή ΛΕ.", κάτι το οποίο προφανώς δεν θα συνέβαινε, εάν συνέχιζε να λειτουργεί πραγματικά η πιο πάνω οικογενειακή τους επιχείρηση. Παρόλα αυτά, με την ως άνω ιδιότητα του, δέχτηκε τα επίμαχα εικονικά φορολογικά στοιχεία, τα οποία καταχωρήθηκαν στα εύρημα βιβλία της αποδέκτριας εταιρείας "Πειραϊκη-Πετρελαϊκή Α.Ε".
Συνεπώς για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται και αναφορικά με το χρονικό διάστημα από ... έως ... πρέπει, να κηρυχτεί ένοχος, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό".
Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ(18) μηνών την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1-4 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την εικονικότητα των παραπάνω φορολογικών στοιχείων. Η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διευκρινίζεται εάν αυτός επεδίωξε την απόκρυψη φορολογητέας ύλης και δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος απόκρυψης αυτής, είναι αβάσιμη. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, το δικαστήριο δεν όφειλε για το ζήτημα αυτό να διαλάβει ειδική σκέψη και αιτιολογία, αφού ο σκοπός απόκρυψης φορολογητέας ύλης δεν συνιστά στοιχείο του από το άρθρο 19 παρ.1 του Ν. 2523/1997 προβλεπομένου εγκλήματος. Ρητώς στην παραπάνω διάταξη καθιδρύεται το αξιόποινο της έκδοσης ή αποδοχής φορολογικών στοιχείων, ανεξάρτητα από το αν ο σκοπός του δράστη κατατείνει στην αποφυγή πληρωμής φόρου. Η αιτίαση, εξάλλου, ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν γίνεται αξιολογική σύγκριση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην περί της ενοχής κρίση, είναι αβάσιμη, αφού, κατά αναφερόμενα στην αρχική νομική σκέψη, αρκεί η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται να γίνεται αξιολογική σύγκριση και αναφορά περί του τι προκύπτει από καθένα χωριστά. Τέλος, η αιτίαση ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., στηριζόμενη στη διαφορετική από τον αναιρεσείοντα αξιολόγηση του περιεχομένου τους, είναι αβάσιμη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται ουσιαστικά η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Π.Δ συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.6.048/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 864/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -------
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιάκη, για αναίρεση της με αριθμό 506/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.571/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 169 του Π Κ που ορίζει ότι, με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών τιμωρείται όποιος, ύστερα από νόμιμη πρόσκληση, αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13, παρ. α', χωρίς αντίσταση, την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια, προκύπτει, ότι απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της απείθειας είναι: α) να υπάρχει νόμιμη υποχρέωση στο δράστη να παράσχει υπηρεσία ή συνδρομή ή να επιτρέψει την είσοδο σε κάποιο μέρος, για να επιχειρηθεί νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια, β) νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου, τέτοιος δε θεωρείται μόνο εκείνος του άρθρου 13 παρ. α1 του ΠΚ, γ) άρνηση του προσκληθέντος χωρίς αντίσταση, η οποία (άρνηση) μπορεί να είναι είτε παθητική, είτε ενεργός, π.χ. με χειρονομίες και δ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) που πρέπει να περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας του προσώπου που απευθύνει την πρόσκληση και προς το οποίο απευθύνεται η άρνηση, καθώς και τη θέληση μη συμμόρφωσης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ1 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε1 του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Ανθυπαστυνόμος ... που υπηρετεί στην Υ/Α Αλεξανδρούπολης, στις 19-1-2006 και από ώρες 16:00 έως 23:00 εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, επικεφαλής βάρδιας ασφαλείας, στον κρατικό αερολιμένα "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" στην Αλεξανδρούπολη. Περί ώρα 19:00 βρισκόταν ένστολος στο χώρο ελιγμών αεροσκαφών, που είναι χώρος αυστηρά ελεγχόμενος, και πλησίον της πύλης εξόδου των επιβατών από τον αεροσταθμό προς το αεροσκάφος Τότε αντιλήφθηκε την υπάλληλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας Υ1, που εκτελούσε υπηρεσία ελέγχου των εισιτηρίων επιβατών για να επιβιβαστούν στο αεροπλάνο, με προορισμό την Αθήνα, να καλεί επίμονα τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι δικαστικός επιμελητής και είχε περάσει την πόρτα εξόδου προς επιβίβαση, χωρίς ο ίδιος να δώσει, όπως υποχρεούταν από τις διατάξεις του Εθνικού Κανονισμού Ασφάλειας Πολιτικής Αεροπορίας, την ταυτότητα του και το εισιτήριο του, προς έλεγχο ταυτοπροσωπίας, τα οποία έγγραφα του τα επέδειξε κάποιος άλλος επιβάτης, προφανώς συνταξιδιώτης του. Αμέσως ο άνω αστυνομικός τον πλησίασε και του ζήτησε να επιστρέψει στην υπάλληλο της Ολυμπιακής, για τον προσήκοντα έλεγχο. Ο κατηγορούμενος τον αγνόησε και συνέχισε την πορεία του προς το αεροπλάνο. Ο αστυνομικός που τον ακολουθούσε, του ζήτησε να επιστρέψει προς έλεγχο, αλλά ο κατηγορούμενος του απάντησε "δεν υπάρχει λόγος να επιστρέψω αφήστε με ήσυχο, δεν γυρίζω πίσω". Ενώ ο άνω αστυνομικός προσπαθούσε να τον πείσει να συμμορφωθεί στις νόμιμες προσκλήσεις του, ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από το μανίκι της στολής του και άρχισε να τον σπρώχνει με τα χέρια, προκειμένου να επιβιβασθεί στο αεροπλάνο. Στη συνέχεια ήρθαν προς το μέρος τους και άλλοι αστυνομικοί και ο προϊστάμενος βάρδιας της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ..., ο οποίος είπε προς τους αστυνομικούς ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ταξιδέψει, βάσει του κανονισμού ΕΚΑΠΑ και οδήγησαν τον κατηγορούμενο στο γραφείο της αστυνομίας στην αίθουσα αναχωρήσεων. Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για απείθεια, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ-μελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, και 169 Π.Κ., που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απείθειας, ενώ αναφέρονται οι διατάξεις του Εθνικού Κανονισμού Ασφάλειας Πολιτικής Αεροπορίας, από τις οποίες απορρέει το δικαίωμα του αστυνομικού οργάνου να προβεί σε πρόσκληση του κατηγορουμένου να επιστρέψει στο χώρο ελέγχου του αεροδρομίου για να δώσει την ταυτότητά του και το εισιτήριο του προς έλεγχο ταυτοπροσωπίας, ατό την αρμόδια υπάλληλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας Υ1 και αντίστοιχα η υποχρέωση του κατηγο-ρουμένου να υποστεί τον ως άνω έλεγχο. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 171 § 1δ' ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς την δικαζομένη υπόθεση.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από την διευθύνουσα τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, του λόγου σε αυτούς μετά τη κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσουν τις απόψεις και παρατηρήσεις τους, σχετικά με την αξιοπιστία του και έτσι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1Α' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 368 ΚΠΔ, μετά την απολογία του κατηγορουμένου και την εξέταση του αστικώς υπευθύνου, ο διευθύνων την συζήτηση ερωτά τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από την μη τήρηση της δεν απαγγέλλεται ακυρότητα, ούτε από την παράλειψη αυτής παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων, που προσήκουν στον κατηγορούμενο, γιατί αυτός, αν έχει ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διευκρίνισης, μπορεί να την ζητήσει, οπότε, αν ο διευθύνων την συζήτηση την αρνηθεί, είτε το δικαστήριο, στο οποίο ακολούθως προσέφυγε ο κατηγορούμενος, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι δεν ερωτήθηκε από την διευθύνουσα την συζήτηση, κατ' άρθρο 368 ΚΠΔ, αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, χωρίς να διατείνεται, ότι ζήτησε ν' ασκήσει, ως κατηγορούμενος, τα εκ του άρθρου τούτου παρεχόμενα δικαιώματα, είναι, ως απαράδεκτος, απορριπτέος. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο τους ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση (δήλωση) του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 506/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2009. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απείθεια.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απείθεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 865/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένος Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3350/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 17 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 135/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3350/2008 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχείο 24 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως "το από 4-2-2003 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας με πέντε συνημμένα σ' αυτό έγγραφα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεως του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού καθώς και των υπολοίπων πέντε εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται σε αυτό, αφού με την ανάγνωση των κειμένων τους κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο εκδότης αυτών και η χρονολογία εκδόσεώς τους. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω με αριθμό 24 αριθμούμενο έγγραφο καθώς και των συνημμένων σε αυτό πέντε εγγράφων. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα συνημμένα πέντε έγγραφα στο πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για να προσέλθουν και εξετασθούν μάρτυρες), παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο το σχετικό αίτημα. Ειδικότερα το αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου να εξετασθούν μάρτυρες που κλητεύθηκαν και δεν προσήλθαν (352 ΚΠΔ), πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι να αναφέρεται τι θα βεβαιωνόταν από την εξέταση των μαρτύρων αυτών και για ποιους λόγους κρίνεται αναγκαία η εξέτασή τους ενώπιον του Δικαστηρίου για την ανακάλυψη της αλήθειας (ΑΠ 1111/06). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε το αίτημα να αναβληθεί η εκδίκασης της υπόθεσης, " προκειμένου να προσέλθει η απολειπόμενη μάρτυρας κατηγορίας Μ1 της οποίας η μαρτυρία είναι ουσιώδης για την ανακάλυψη της αλήθειας" . Tο αίτημα όμως αυτό του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης, έτσι όπως είχε υποβληθεί, ήταν αόριστο και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για τη μη αποδοχή του, αφού δεν γινόταν αναφορά των λόγων για τους οποίους ο κατηγορούμενος ζητούσε την εξέταση στο ακροατήριο της πιο πάνω μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εκτίμησε το αίτημα αυτό, ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, και το απέρριψε με την διαλαμβανόμενη στην αρχή του σκεπτικού περί της ενοχής του κατηγορουμένου ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης επειδή απουσιάζει η κλητευθείσα νόμιμα μάρτυρας κατηγορίας Μ1 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο δεδομένου ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η μαρτυρία της δεν είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, αφού από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου". Στην κρίση του αυτού οδηγήθηκε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται και στην περί της ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως, από προφανή δε παραδρομή αναφέρεται στο πιο πάνω σκεπτικό ότι έλαβε υπόψη του "τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία", ενώ αυτά αναφέρονται, αμέσως μετά στην επόμενη παράγραφο του σκεπτικού της αποφάσεως. Η πιο πάνω δε αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, στην οποία εκτίθενται οι λόγοι της απορρίψεως του περί αναβολής αιτήματος του κατηγορουμένου, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Η' του Κ.Π.Δ., πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, και συνακόλουθα για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης, αρκεί ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3350/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 στη ..., στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένες περιουσίες, πείθοντας κάποιους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Επιπλέον, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, επεχείρησε πράξεις που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος αυτού, το οποίο δεν ολοκλήρωσε από εξωτερικά εμπόδια. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος Οκτωβρίου 2002 έως 5-2-2003, παριστάνοντας επανειλημμένα εν γνώσει του ψευδώς στον Θ1 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής έχει τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας στο ανωτέρω κατάστημα του, έτσι ώστε λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να μην διαπιστώνονται παραβάσεις ηχορύπανσης και διατάραξης της κοινής ησυχίας από την ένταση της μουσικής του καταστήματος, ζήτησε την καταβολή χρηματικού ποσού 200 ευρώ μηνιαίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, το οποίο ο Θ1 θα το κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό που ο κατηγορούμενος θα του υποδείκνυε. Με τις ανωτέρω παραστάσεις του ο κατηγορούμενος, που ήταν ψευδείς, καθ' όσον δεν ονομάζεται Χ1Α δεν ήταν αστυνομικός και δεν είχε τη δυνατότητα, συνεπεία της ιδιότητος του αστυνομικού, να προειδοποιεί τον Θ1 περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας στο κατάστημα του, έπεισε τον τελευταίο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 600 ευρώ, με δύο καταθέσεις ποσού 300 ευρώ η κάθε μία που έκανε την 13-12-2002 την πρώτη και την 5-2-2003 την δεύτερη, στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα, βλάπτοντας τοιουτοτρόπως την περιουσία του Θ1 κατά το ποσό αυτό και αποκομίζοντας ο ίδιος αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο, άλλωστε, εξ αρχής επεδίωκε με την ανωτέρω παράνομη πράξη του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Θ1 προέβη στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, διότι πράγματι ο κατηγορούμενος τον ειδοποίησε ορισμένες φορές περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, τους ελέγχους δε αυτούς ο τελευταίος κατόρθωνε να πληροφορείται εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, οι οποίοι και ανευρέθησαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...ΙΧΦ αυτοκίνητο του κατά την ημέρα της συλλήψεως του, στις 5-2-2003, από τους αστυνομικούς της Υποδ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος (βλ. την από 5-2-2003 έκθεση έρευνας αυτοκινήτου και κατάσχεσης, όπου γίνεται λόγος περί τεσσάρων φορητών πομποδεκτών, που συνοδεύονταν από κεραίες, ακουστικά και μικρόφωνα). Η εκ μέρους του Θ1 κατάθεση των 600 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος ανοίχθηκε την 28-11-2002 στο όνομα ενός ανυπάρκτου προσώπου με στοιχεία "Χ1Α", είχε γίνει καθ' υπόδειξη του ιδίου του κατηγορούμενου, στοιχεία δε, τα οποία επιβεβαιώνουν την ενεργό ανάμειξη του τελευταίου στο άνοιγμα του ως άνω λογαριασμού τα οποία ανευρέθησαν στην κατοχή του κατά τη στιγμή της συλλήψεως του έξω από το επί της οδού ... υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, αποτελούν: α) η χορηγηθείσα από την ανωτέρω τράπεζα κάρτα ανάληψης μετρητών από Α.Τ.Μ., με στοιχεία κατόχου "Χ1Α" και με αριθμό ... (βλ. το από 4-2-2003 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας), καθώς και β) μία απόδειξη ανάληψης μετρητών ποσού 650 ευρώ, εκ της οποίας προκύπτει ότι η ανωτέρω ανάληψη είχε πραγματοποιηθεί λίγα λεπτά πιο πριν δια της χρήσεως της ανωτέρω κάρτας (βλ. την 5-2-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... της Δ/νσης Εσωτ.Υποθέσεων). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από 19-11-2002 έως 10-1-2003, επανειλημμένα παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς στον Θ2 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... αναψυκτήριου με τον διακριτικό τίτλο ..., ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας, ζήτησε την καταβολή χρηματικού ποσού 100 ευρώ μηνιαίως, ο δε Θ2 πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, του κατέθεσε 100 Ευρώ την 10-1- 2003 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Με την ανωτέρω πράξη του, ο κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία του Θ2 κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό δικό του όφελος, το οποίο επεδίωκε με την πράξη του. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος του έτους 2002 έως 17-1-2003, χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο, που λεπτομερώς ανωτέρω εξετέθη, ζήτησε από τον Θ3 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 5 ευρώ ημερησίως ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, ο δε Θ3 πεισθείς από τις ανωτέρω παραστάσεις του που ήταν ψευδείς, του κατέβαλε 200 ευρώ, το οποίο κατέθεσε την 17-1-2003 στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό. Με την ίδια μέθοδο ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 έως τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, απαίτησε από τον Θ4 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", την καταβολή χρηματικού ποσού 5 ευρώ ημερησίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, ο δε Θ4 πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, κατέθεσε περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2002 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ποσό 546 ευρώ. Επίσης ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο, εντός του χρονικού διαστήματος από τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002 έως 12-12- 2002, κατάφερε να αποσπάσει από τον Θ5 υπεύθυνο της επί της οδού ... καφετέριας με τον διακριτικό τίτλο "...", το χρηματικό ποσό των 160 ευρώ, το οποίο κατέθεσε ο Θ5 την 12-12-2002 στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό. Με τις ανωτέρω πράξεις του ο κατηγορούμενος έβλαψε τις περιουσίες των προαναφερομένων προσώπων κατά το ποσό της κάθε κατάθεσης, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό δικό του όφελος, το οποίο εξ αρχής αυτός επεδίωκε να αποκομίσει. Στην καταβολή των χρηματικών ποσών οι καταστηματάρχες προέβησαν, διότι πράγματι ειδοποιήθησαν ορισμένες φορές από τον κατηγορούμενο περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, τους ελέγχους δε αυτούς ο τελευταίος πληροφορείτο εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, οι οποίοι και ανευρέθησαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του κατά την ημέρα της συλλήψεως του, στις 5-2-2003, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα. Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι η καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών γινόταν στον υποδειχθέντα από τον κατηγορούμενο υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, που είχε ανοιχθεί την 28-11-2002 στο όνομα ενός ανυπάρκτου προσώπου με στοιχεία "Χ1Α", ακολούθως δε, ο ίδιος προέβαινε στις σχετικές αναλήψεις δια της χρήσεως της αριθμό ... κάρτας αυτόματης ανάληψης μετρητών, η οποία έφερε τα στοιχεία "Χ1Α" και η οποία ανευρέθη επάνω του κατά τη στιγμή της συλλήψεως του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, με την επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον Θ6 συνιδιοκτήτη της επί της οδού ... καφετέριας με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή ο Θ6 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν του κατέβαλε το αιτηθέν ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει παράνομα σε βάρος της περιουσίας τούτου.
Επιπλέον, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002 έως τις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, με την επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον ..., υπεύθυνο του επί της οδού ... κέντρου διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει 200 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, ο τελευταίος δεν επείσθη από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Ο κατηγορούμενος, περί τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, κάνοντας χρήση της ιδίας ως άνω μεθόδου, προσπάθησε να πείσει τον ..., συνιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει ποσό 200 ευρώ μηνιαίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως ο τελευταίος δεν επείσθη και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος τα ως άνω ψευδή στοιχεία και ιδιότητες, προσπάθησε να πείσει τον Θ7 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει 150 ευρώ μηνιαίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως ο Θ7 δεν επείσθη και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Εντός του δευτέρου δεκαπενθημέρου του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002, με τη χρήση της ιδίας ως άνω μεθόδου, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει τον Θ8 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... ΚΑΦΕ-ΙΝΤΕΡΝΕΤ με τον διακριτικό τίτλο "..." να του καταβάλει χρηματικό ποσό 5 Ευρώ ημερησίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεως περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, πλην όμως ο Θ8 δεν επείσθη από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν του κατέβαλε κάποιο ποσό. Στις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος με την εν γνώσει του επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον Θ9 συνιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφενείου με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει χρηματικό ποσό 6 ευρώ ημερησίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή Θ9 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν κατέβαλε κάποιο ποσό. Στο τέλος του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, με την επίκληση των ανωτέρω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων (ότι δηλαδή ονομάζεται Χ1Α, ότι είναι αστυνομικός, κι ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας) προσπάθησε να πείσει τον Θ10 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ με τον διακριτικό τίτλο "..." να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή ο Θ10 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω παραστάσεις και δεν του κατέβαλε το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει παράνομα σε βάρος της περιουσίας τούτου. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου εν γνώσει παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων (ήτοι ότι ονομάζεται Χ1Α, ότι είναι αστυνομικός, κι ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής έχει τη δυνατότητα να προειδοποιεί τους ιδιοκτήτες καταστημάτων περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας) σαν αληθινών, ο σκοπός του ιδίου περί αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους, η βλάβη ξένης περιουσίας (ήτοι της περιουσίας των προαναφερόμενων ιδιοκτητών καταστημάτων και τέλος, ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, της πλάνης των απατημένων και της περιουσιακής αυτών ζημίας, πλήρως αποδεικνύονται από τις πειστικές καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των δύο αστυνομικών ... και ..., καθώς και από το περιεχόμενο όλων των αναγνωστέων εγγράφων....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορουμένος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για απάτες, κατ' εξακολούθηση, τελειωμένες και σε απόπειρα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,42 παρ.1,98, 386 παρ. 1α, ΠΚ) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριάντα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως. IV. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την καταδικαστική της κρίση για τη τέλεση των αδικημάτων της απάτης αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πλην άλλων, και τα αναφερόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ειδικώς προσδιοριζόμενα δεκαεπτά έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο και ότι τα έγγραφα αυτά "δεν λήφθηκαν υπόψη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2β' ΚΠΔ, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής, αλλά εφαρμόζεται η παρ. 1 της διατάξεως αυτής, καθόσον τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τους κατηγορουμένους κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και υπάγονται στα υπόλοιπα έγγραφα της παρ. αυτής και όχι στα έγγραφα που αναφέρει η παρ. 2Β' της διατάξεως αυτής". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού όπως προκύπτει την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κρίση του σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, μεταξύ των οποίων και στα έγγραφα "που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης", συνεπώς και στα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης δεκαεπτά έγγραφα που αναφέρει στους προσθέτους λόγους του ο αναιρεσείων και τα οποία προσκομίστηκαν από τον συνήγορό του και διαβάστηκαν, όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
V. Με τον τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα προβάλλει ότι "από την αντιπαραβολή των παραπάνω παραδοχών του σκεπτικού συνάγεται με σαφήνεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, διότι ενώ αρχικά στο αιτιολογικό της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στους φερόμενους ως παθόντες ότι είχε τη δυνατότητα να τους προειδοποιεί περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας στα καταστήματα τους, ώστε να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να μην διαπιστώνονται παραβάσεις ηχορύπανσης και διατάραξης της κοινής ησυχίας από την ένταση της μουσικής των καταστημάτων, εντούτοις στη συνέχεια του ίδιου αιτιολογικού αναφέρει εντελώς αντιφατικά ότι ο κατηγορούμενος πράγματι προειδοποίησε ορισμένες φορές τους καταστηματάρχες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, ήτοι δέχεται εν τέλει ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέστησε στους καταστηματάρχες ψευδή γεγονότα. αλλά υποσχέσεις, τις οποίες μάλιστα ορισμένες φορές πραγματοποίησε".
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι αβάσιμες. Τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν ήταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ότι είχε τη δυνατότητα να ειδοποιεί τους παθόντες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, αλλά ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητός του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας. Το γεγονός δε ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός ειδοποίησε μερικές φορές ορισμένους παθόντες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, διότι πληροφορήθηκε αυτό εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας, δεν συνιστά αντίφαση, αλλά αιτιολογία της απόφασης, ως προς την παραπλάνηση των παθόντων, αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης. Αυτό δε διότι, ακριβώς, κατά τις παραδοχές της απόφασης, λόγω του πιο πάνω περιστατικού ο κατηγορούμενος παραπλάνησε, ή, κατά περίπτωση, επεχείρησε να παραπλανήσει τους παθόντες, ότι ήταν αληθινά τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα, με σκοπό να αποκομίσει το αναφερόμενο στην απόφαση παράνομο περιουσιακό όφελος. Επομένως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
VI. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από 17/2/2009 πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/12/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ.10778/22-12-2008) και τους από 17/2/2009 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1 κατοίκου ..., κατά της 3350/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, κατ’ εξακολούθηση (πλημμέλημα). Στοιχεία αδικήματος (386 ΠΚ). Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, υπέρβασης εξουσίας. Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Αίτημα αναβολής για να προσέλθουν και εξετασθούν μάρτυρες. Αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος, εφόσον είναι ορισμένο. Λόγος αναίρεσης για αντιφάσεις του σκεπτικού. Απόρριψη λόγων αναίρεσης και προσθέτων λόγων. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
Αριθμός 875/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, περί αναιρέσεως της 4308/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, κατοίκους ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευριπίδη Σούσουρα.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντ/τος και 130 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, είναι απαραίτητο να αναφέρονται, τα ανωτέρω, στοιχεία. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4308/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδορκίας μάρτυρα (Π.Κ. 224 § 2) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα εξής: "Τον Ιανουάριο του 1996 η Εθνική Κτηματική τράπεζα ανέθεσε στον κατηγορούμενο και σε δύο άλλους επιθεωρητές της τη διενέργεια ελέγχου αναφορικά με παράνομες ενέργειες του υπαλλήλου της τράπεζας Α. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας οι εν λόγω επιθεωρητές συνέταξαν την από 27-3-1996 έκθεση που υπογράφεται και από τον παρόντα κατηγορούμενο με τη σύμφωνη γνώμη της διεύθυνσης επιθεώρησης και την έγκριση του Δ/τη της τράπεζας. Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν να δικασθούν ενώπιον του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, οι παρακάτω αναφερόμενοι κατηγορούμενοι και για τα αδικήματα που επίσης ειδικότερα προσδιορίζονται στη συνέχεια και κλήθηκε ως μάρτυρας ο παρών κατηγορούμενος. Την 2.4.2001, την 3.4.2001 και την 4.4.2001 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου, εκδικαζόταν υπόθεση με κατηγορούμενους τους: Β, Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η και Θ, οι οποίοι κατηγορούνταν για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ. και σε βάρος ν.π., της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ... σε βάρος ν.π., της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απάτη, της ηθικής αυτουργίας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία και απάτη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ερωτηθείς σχετικά με τις πράξεις αυτές [ήτοι της κατάρτισης πλαστών εγγράφων (αποδείξεων προαγοράς τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, εντολών φύλαξης εξουσιοδότησης ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος σημειωμάτων απόδοσης δεσμευμένης κατάθεσης, ημερολογιακών δελτίων και ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, γραμματίων είσπραξης ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας ΑΕ και ενταλμάτων πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ), που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους Β (δικηγόρο) και Α (υπάλληλο και από το έτος 1994 Υποδιευθυντή της Κτηματικής Τράπεζας) καθώς και για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους ως άνω κατηγορουμένους], επεχείρησε να αποδυναμώσει όσα ο ίδιος διαπίστωσε και κατέγραψε στην πιο πάνω έκθεσή του. Έτσι προσπάθησε να εμφανίσει την όλη υπόθεση ως μία εξωτραπεζική συναλλαγή της Β με τους παθόντες στην οποία οι παθόντες (πλην ελαχίστων που, όπως κατέθεσε, παρασύρθηκαν) γνώριζαν τι ακριβώς έκαναν και ότι περίπου γνώριζαν ότι τα έγγραφα που τους έδωσε η Β ήταν πλαστά, αφού τούτο ήταν εμφανές και μπορούσε να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε ... Θεωρεί δε μόνο, κατ' εξαίρεση, τις συναλλαγές που έγιναν με τους Ι, Κ και Λ, ως τραπεζικές. Λίγες δε μόνο ευθύνες αποδίδει στον Α, συνιστάμενες κυρίως στο ότι διαχειριζόταν χρήματα μονίμων κατοίκων εξωτερικού ότι είχε κοινό λογαριασμό με την Β, ότι δεν κατήγγειλε το γεγονός ότι περιήλθε στη κατοχή του πλαστό ομόλογο κλπ. Χαρακτηρίζει δε τις ενέργειες αυτές ως απλές "παρατυπίες" πλην της τοκογλυφίας (τοκογλυφικά δάνειο προς την Β ), την οποία και μόνο χαρακτηρίζει ως "παρανομία". Επίσης ουσιαστικά αποκλείει να τα είχε συμπληρώσει ο ίδιος ο Α ή να παρείχε συμβουλές στην Β για τον τρόπο συμπληρώσεως των τραπεζικών εντύπων, αφού αυτά συμπληρώθηκαν με τρόπο άσχετο με την τραπεζική ορολογία και πρακτική, ενώ στα σχετικά έντυπα είχαν πρόσβαση πολλοί. Ενώ όμως αυτά και άλλα ευνοϊκά για τον εν λόγω κατηγορούμενο κατέθεσε ενώπιον του προαναφερομένου Δικαστηρίου, στην πια πάνω έκθεσή του, την οποία ας σημειωθεί, όχι μόνο δεν ανακάλεσε, αλλά ρητώς επιβεβαίωσε, εξεταζόμενος ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου, περιγράφει λεπτομερώς τις παράνομες ενέργειες του Α στην όλη υπόθεση, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο όπως επί λέξει αναφέρεται στην έκθεση αυτή "η συμπεριφορά και οι ενέργειες του παρέχουν ισχυρές ενδείξεις ενοχής του, για συνεργεία και άμεση συνδρομή στις παράνομες πράξεις τη δικηγόρου Β ..." (βλ. σελ. 101 εκθέσεως). Πράγματι στην έκθεση αυτή ερεύνης περιέχονται περιστατικά από την οποία καταδεικνύεται η εμπλοκή του Α στην έκταση που τούτο έγινε δεκτό πιο πάνω. Ο ίδιος μάρτυρας και νυν κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι η Β είχε στήσει μια "παρατράπεζα" και ότι οι περισσότεροι παθόντες γνώριζαν ότι συναλλάσσονταν μαζί της εκτός τραπέζης, πλην όμως δεν μπόρεσε να εξηγήσει με πιο τρόπο λειτουργούσε η εν λόγω "παρατράπεζα" και για πιο λόγο οι συναλλασσόμενοι μαζί της θα δεχόντουσαν εν γνώσει τους να λάβουν προς εξασφάλιση τους πλαστά αποδεικτικά έγγραφα. Τα ίδια κατέθεσε και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, όπου εκδικαζόταν η ασκηθείσα έφεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως σαφώς αναφέρεται και στο σκεπτικό της με αριθμ. 940, 941, 942, 1074, 1194, 1195 αμετάκλητης απόφασης του δικαστηρίου εκείνου, η οποία αναγνώσθηκε, και όπου διαπιστώνονται τα προαναφερόμενα σχετικά με την κατάθεση του κατηγορουμένου. Επομένως τα αναφερόμενα παρακάτω τα οποία κατέθεσε ο εν λόγω κατηγορούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης ότι "Καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε μέσα στη τράπεζα ... Οι τόκοι που έδινε η κ. Β (ενν. η τότε κατηγορουμένη Β) φθάνανε από 24% έως 38%. Η κ. Β είχε σταματήσει τη συνεργασία της με τη Κτηματική τράπεζα από το 1992 ... Από τότε δεν πήγαινε ποτέ στο κατάστημα της Κτηματικής... Οι μάρτυρες δίνανε τα χρήματα τους για τον μεγάλο τόκο που έφθανε από 28% έως 40%... Οι παρατυπίες του κ. Α (ενν. του τότε κατηγορουμένου Α) ήταν ότι πλαστογράφησε κάποιες υπογραφές προκειμένου να ανοίξουν κάποιοι λογαριασμοί, οι οποίοι τελικά ήταν και άσχετοι... Τα έντυπα πάντως ήταν σχεδιασμένα έτσι που θα μπορούσε να τα αντιληφθεί ο καθένας ... Μπλοκ επιταγών η Β από το κατάστημα της ...... το 1994 πήρε 20 και τα πιο πολλά της τα έδωσε ο Α ... Νομίζω ότι η οικονομική της κατάσταση δικαιολογεί τον αριθμό αυτό και από την στιγμή που δεν είχε σφραγιστεί επιταγή της, δεν υπήρχε λόγος για να μην πάρει επιταγές ... Όλα τα έντυπα που χρησιμοποιεί η Β είναι φωτοτυπίες. Ελάχιστα είναι πρωτότυπα. Πρόκειται για έντυπα τα οποία δεν είναι διαβαθμισμένα και τα οποία είναι εκτεθειμένα επάνω στα γκισέ ... Την απόπειρα χρηματισμού την είχε κάνει στις 6.10.1989. Η πρόταση η δική μας ήταν να γίνουν αυστηρές συστάσεις, αλλά η πρόταση του Διευθυντή ήταν να σταματήσει η συνεργασία με την Β . Δεν παραπέμφθηκε τότε η κ. Β στον Εισαγγελέα, γιατί δεν αποδείχθηκε τίποτα σε βάρος της και γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία ... Ο Α στην Κτηματική υπηρετεί από το 1977. Προϊστάμενος λογιστηρίου δεν ήταν ποτέ ... Οι παθόντες πρώτα πήγανε στην Ασφάλεια και ούτε ένας δεν ήρθε στη Τράπεζα να απαιτήσει τα χρήματά του ... Τα πλαστά όπως έγιναν μπορούσαν να παραπλανήσουν κανέναν... οι περισσότεροι από τους παθόντες γνώριζαν ότι οι τίτλοι ήταν πλαστοί, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη μανία του υπερκέρδους.... Τα επιτόκια της Β ξεκινούσαν από 27% -28% και φθάνανε στο 50% - 60%... Από την έρευνα μας δεν προέκυψε συμμετοχή του Α στην υπόθεση... Δεν προέκυψε ούτε από το πόρισμα ούτε από τις καταθέσεις συναυτουργία του Α ... Εμείς στο πόρισμά μας όμως καταγράφουμε όλες τις παρατυπίες... Δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να εμπλέκεται ο Α με τη κ. Β ...", ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι πολλές από τις συναλλαγές που αφορούσαν σε πλαστούς τίτλους ομολόγων λάμβαναν χώρα εντός του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας με τη συμμετοχή του Α, στον οποίο απευθύνονταν οι παθόντες κατόπιν υποδείξεως της Β, ότι ο τόκος που αναγραφόταν επί των πλαστών ομολόγων δεν ξεπερνούσε το 24% ότι η Β ακόμα και μετά το έτος 1992 μετέβαινε συχνά στο κατάστημα της Κτηματικής Τράπεζας, ότι τα πλαστογραφημένα έντυπα δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον καθένα ως προς την πλαστότητά τους γι' αυτό άλλωστε και παραπλανήθηκαν πλείστοι τρίτοι και κατέβαλαν για χρονικό διάστημα πέντε ετών μεγάλα χρηματικά ποσά) ότι ο Α παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 19/93 της Κτηματικής Τράπεζας, χορηγούσε παρατύπως βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς δηλαδή να λαμβάνει γνώση ο διευθυντής του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας και επί πλέον, παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 48/94 της Κτηματικής Τράπεζας χορηγούσε βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς να έχουν εξοφληθεί οι προηγούμενες επιταγές της, ότι τα έντυπα της Κτηματικής Τράπεζας που βρέθηκαν στην κατοχή της Β δεν ήταν έντυπα που βρίσκονταν επάνω στο γκισέ και μπορούσε ευχερώς ο καθένας να τα αναλάβει, αλλά οι συνθήκες που περιήλθαν στην κατοχή της παρέμεναν αδιευκρίνιστες ακόμα και κατά την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Τράπεζας, ότι για την απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος χορήγησης δανείων της Κτηματικής τράπεζας. Η Μ, από την Β υπήρχαν πλείστα στοιχεία σε βάρος της τελευταίας, όπως προέκυψε από την έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας της υπαλλήλου της τράπεζας, Ν, γι' αυτό άλλωστε είχε διακοπεί η συνεργασία της Κτηματικής Τράπεζας με την Β για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι ο Α διετέλεσε προϊστάμενος λογιστηρίου της Κτηματικής Τράπεζας κατά την περίοδο 1987-1988 ότι από την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Κτηματικής Τράπεζας (Ξ, Ο και ο κατηγορούμενος Χ) που βασίστηκε σε καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και άλλες ενδείξεις προέκυψαν πλείστα επιβαρυντικά στοιχεία για τη συμμετοχή του Α στις ως άνω πράξεις και τη συνεννόησή του με την Β, για τους λόγους δε αυτούς προετάθη ότι αυτός θα έπρεπε να κληθεί προς απολογία. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τη γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα. Τέλος το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα, του ότι: "Στη ...... την 2.4.2001, την 3.4.2001 και την 4.4.2001 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εκδικαζόταν υπόθεση με κατηγορούμενους τους: Β, Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η και Θ, οι οποίοι κατηγορούνταν για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ'εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ. και σε βάρος ν.π., της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ... σε βάρος ν.π. της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απάτη, της ηθικής αυτουργίας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία και απάτη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ερωτηθείς σχετικά με τις πράξεις αυτές [ήτοι της κατάρτισης πλαστών εγγράφων (αποδείξεων προαγοράς τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, εντολών φύλαξης εξουσιοδότησης ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος σημειωμάτων απόδοσης δεσμευμένης κατάθεσης, ημερολογιακών δελτίων και ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, γραμματίων είσπραξης ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας ΑΕ και ενταλμάτων πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ), που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους Β (δικηγόρο) και Α (υπάλληλο και από το έτος 1994 Υποδιευθυντή της Κτηματικής Τράπεζας) καθώς και για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους ως άνω κατηγορουμένους] κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Είμαι ένας από τους επιθεωρητές που συντάξαμε το πόρισμα της τράπεζας (εννοείται της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ) ... Καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε μέσα στη τράπεζα ... Οι τόκοι που έδινε η κ. Β (ενν. η τότε κατηγορουμένη Β) φθάνανε από 24% έως 38%. Η κ. Β είχε σταματήσει τη συνεργασία της με τη Κτηματική τράπεζα από το 1992 ... Από τότε δεν πήγαινε ποτέ στο κατάστημα της Κτηματικής ... Οι μάρτυρες δίνανε τα χρήματά τους για τον μεγάλο τόκο που έφθανε από 28% έως 40% ... Οι παρατυπίες του κ. Α (ενν. του τότε κατηγορουμένου Α) ήταν ότι πλαστογράφησε κάποιες υπογραφές προκειμένου να ανοίξουν κάποιοι λογαριασμοί, οι οποίοι τελικά ήταν και άσχετοι... Τα έντυπα πάντως ήταν σχεδιασμένα έτσι που θα μπορούσε να τα αντιληφθεί ο καθένας ... Μπλοκ επιταγών η Β από το κατάστημα της ...... το 1994 πήρε 20 και τα πιο πολλά της τα έδωσε ο Α ... Νομίζω ότι η οικονομική της κατάσταση δικαιολογεί τον αριθμό αυτό και από την στιγμή που δεν είχε σφραγιστεί επιταγή της, δεν υπήρχε λόγος για να μην πάρει επιταγές ... Όλα τα έντυπα που χρησιμοποιεί η Β είναι φωτοτυπίες. Ελάχιστα είναι πρωτότυπα. Πρόκειται για έντυπα τα οποία δεν είναι διαβαθμισμένα και τα οποία είναι εκτεθειμένα επάνω στα γκισέ ... Την απόπειρα χρηματισμού την είχε κάνει στις 6.10.1989. Η πρόταση η δική μας ήταν να γίνουν αυστηρές συστάσεις, αλλά η πρόταση του Διευθυντή ήταν να σταματήσει η συνεργασία με τη Β. Δεν παραπέμφθηκε τότε η κ. Β στον Εισαγγελέα, γιατί δεν αποδείχθηκε τίποτα σε βάρος της και γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία ... Ο Α στην Κτηματική υπηρετεί από το 1977. Προϊστάμενος λογιστηρίου δεν ήταν ποτέ ... Οι παθόντες πρώτα πήγανε στην Ασφάλεια και ούτε ένας δεν ήρθε στη Τράπεζα να απαιτήσει τα χρήματα του ... Τα πλαστά όπως έγιναν μπορούσαν να παραπλανήσουν κανέναν ... οι περισσότεροι από τους παθόντες γνώριζαν ότι οι τίτλοι ήταν πλαστοί, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη μανία του υπερκέρδους ... Τα επιτόκια της Β ξεκινούσαν από 27% -28% και φθάνανε το 50% - 60% ... Από την έρευνά μας δεν προέκυψε συμμετοχή του Α στην υπόθεση ... Δεν προέκυψε ούτε από το πόρισμα ούτε από τις καταθέσεις συναυτουργία του Α ... Εμείς στο πόρισμά μας όμως καταγράφουμε όλες τις παρατυπίες... Δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να εμπλέκεται ο Α με τη κ. Β ...". Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι πολλές από τις συναλλαγές που αφορούσαν σε πλαστούς τίτλους ομολόγων ελάμβαναν χώρα εντός του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας με τη συμμετοχή του Α, στον οποίο απευθύνονταν οι παθόντες κατόπιν υποδείξεως της Β ότι ο τόκος που αναγραφόταν επί των πλαστών ομολόγων δεν ξεπερνούσε το 24% ότι η Β ακόμα και μετά το έτος 1992 μετέβαινε συχνά στο κατάστημα της Κτηματικής Τράπεζας, ότι τα πλαστογραφημένα έντυπα δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον καθένα ως προς την πλαστότητά τους γι' αυτό άλλωστε και παραπλανήθηκαν πλείστοι τρίτοι και κατέβαλαν για χρονικό διάστημα πέντε ετών μεγάλα χρηματικά ποσά, ότι ο Α παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 19/93 της Κτηματικής Τράπεζας, χορηγούσε παρατύπως βιβλιάρια επιταγών, στην Β χωρίς δηλαδή να λαμβάνει γνώση ο διευθυντής του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας και επί πλέον, παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 48/94 της Κτηματικής Τράπεζας χορηγούσε βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς να έχουν εξοφληθεί οι προηγούμενες επιταγές της, ότι τα έντυπα της Κτηματικής Τράπεζας που βρέθηκαν στην κατοχή της Β δεν ήταν έντυπα που βρίσκονταν επάνω στο γκισέ και μπορούσε ευχερώς ο καθένας να τα αναλάβει, αλλά οι συνθήκες που περιήλθαν στην κατοχή της παρέμεναν αδιευκρίνιστες ακόμα και κατά την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Τράπεζας, ότι για την απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος χορήγησης δανείων της Κτηματικής τράπεζας. Η Δημητριάδη, από την Β υπήρχαν πλείστα στοιχεία σε βάρος της τελευταίας, όπως προέκυψε από την έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας της υπαλλήλου της τράπεζας, Ν, γι' αυτό άλλωστε είχε διακοπεί η συνεργασία της Κτηματικής Τράπεζας με την Β για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι ο Α διετέλεσε προϊστάμενος λογιστηρίου της Κτηματικής Τράπεζας κατά την περίοδο 1987-1988 ότι από την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Κτηματικής Τράπεζας (Ξ, Ο και ο κατηγορούμενος Χ) που βασίστηκε σε καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και άλλες ενδείξεις προέκυψαν πλείστα επιβαρυντικά στοιχεία για τη συμμετοχή του Α στις ως άνω πράξεις και τη συνεννόηση του με την Β, για τους λόγους δε αυτούς προετάθη ότι αυτός θα έπρεπε να κληθεί προς απολογία. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο: Ι) παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ και II) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άνω άρθρου, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως της εφαρμοσθείσας, ως άνω, διατάξεως και σε εκείνη της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα: 1) στο σκεπτικό της πλειοψηφίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, που ήταν ένας από τους τρεις (3) συντάκτες της από 27-3-1996 Εκθέσεως Επιθεωρήσεως στην Κτηματική Τράπεζα, "επιχείρησε να αποδυναμώσει όσα ο ίδιος διαπίστωσε και κατέγραψε στην πιο πάνω έκθεσή του" (βλ. σελ. 14 των πρακτικών), ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, "... την πιο πάνω έκθεσή του όχι μόνο δεν ανακάλεσε, αλλά ρητώς επιβεβαίωσε". 2) Ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας από τους τρεις επιθεωρητές, οι οποίοι συνέταξαν την από 27-3-96 έκθεση και στο διατακτικό αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε, μεταξύ άλλων και τα εξής ... "Είμαι ένας από τους επιθεωρητές που συντάξαμε το πόρισμα της Τράπεζας ... καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε εντός της Τράπεζας ..." και προχωράει στην παραδοχή ότι "τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς των ..." (βλ. σελ. 14 και 19 της αποφάσεως). Τέλος, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν αιτιολογείται ειδικώς η ύπαρξη του άμεσου δόλου που απαιτείται για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, με παράθεση των περιστατικών ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που κατέθεσε και δικαιολογούν τη γνώση του αυτή.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της εξετάσεως των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4.308/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Η προβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Πλαγία παράβαση του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 862/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 91/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.11.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2000/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που ευρίσκονται σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων με έγγραφο που κατατίθεται στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρον 509 παρ. 2 ΚΠΔ. Και τούτο, διότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων είναι η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κυρίου λόγου αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002). Επίσης, δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, οι υπό στοιχ. Α, Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (και ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών, που προβλέπεται από το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ήτοι ποίες τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση τα διαλαμβάνονται συγκεκριμένα ή ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Τέλος, δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 91/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποίαν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για διακεκριμένες κλοπές (άρθρο 374 σε συνδ. με άρθρο 372 παρ. 1α ΠΚ). Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως ο αναιρεσείων δηλώνει: "........... 5.- Η ως άνω 91/2008 ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από απλή ανάγνωσή της, είναι αναιρετέα για α) έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Οι ελλείψεις και παραβάσεις θεμελιώνονται κυρίως από τα ακόλουθα: 5.1. Η πληττόμενη απόφαση δεν περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την διαδικασία για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω αδικήματος της διακεκριμένης με τη μορφή των αποδείξεων προς στήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο και της καταδίκης, ούτε σαφείς και συγκεκριμένες σκέψεις, με βάση τις οποίες κρίθηκε ότι τα περιστατικά που προέκυψαν συνιστούν πράγματι τέτοιες αποδείξεις. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς αναφέρεται ανελέγκτως μεν σε πραγματικά περιστατικά, την ορθότητα όμως των οποίων αμφισβητώ ως ένα συνονθύλευμα στοιχείων και ως αποτέλεσμα επαγωγικών συλλογισμών, μη ανταποκρινομένων στην πραγματικότητα όχι μόνο γιατί έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα υποστηρίζω αλλά κυρίως με όσα προέκυψαν κατά την προδικασία και την προδικασία, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε συμπεράσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν λογικοί ακροβατισμοί. Λόγω των άνω ελλείψεων και ασαφειών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πράγματι της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επί πλέον, στερείται και νομίμου βάσεως, αφού η απόφαση, ως συνδυασμός σκεπτικού και διατακτικού, είναι ασαφής, ελλιπής και με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, παραβιασθείσων ουσιαστικών διατάξεων του ΠΚ.
Συνεπώς, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά παραδοχή όλων των βάσιμων αυτών λόγων αναιρέσεώς μου από το άρθρο 510 παρ. 1 στ δ' και ε' ΚΠΔ, αλλά και για όλους γενικώς από την παράγραφο αυτή λόγους αναιρέσεως, τους οποίους αιτούμαι να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος εξ επαγγέλματος (άρθρο 511 ΚΠΔ)". Ούτως όμως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει σε σχέση με την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και με την εσφαλμένη από αυτήν ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Συνεπώς, η αίτηση, λόγω της αοριστίας της, είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 91/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως εάν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως. Δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με προσθέτους λόγους, ούτε να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως λόγοι αναιρέσεως. Πότε ορισμένοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
Αριθμός 861/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της 267/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον ....., κάτοικο ....., που παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο.
Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/10.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Άνχη (ΔΓ) Χρήστου Σιτσανακλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Ενδεικτικά δε αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη οι με στοιχεία α, β, γ και δ περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 205, 207-214 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Σ.Π.Κ., που κυρώθηκε με το νόμο 2287/1995), 505 παρ. 1δ και 510 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι από τις αναφερόμενες στο τελευταίο αυτό άρθρο περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας (510 παρ. 1 στοιχ. Η μετά την κατάργηση της περιπτώσεως Η με το άρ. 50 παρ. 4 του ν. 3160/03), η επίλυση προκαταρκτικού ζητήματος που υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (περ. β), η παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά τα άρθρα 65 παρ. 1, 66 παρ. 1 του ΚΠΔ (περ. γ), καθώς και η καταδίκη για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (περ. δ), συνιστούν λόγους αναθεωρήσεως των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων, ενώ η οποιαδήποτε άλλη περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας αποτελεί λόγο αναιρέσεως των ανωτέρω αποφάσεων, όπως επίσης λόγο αναιρέσεως συνιστά και η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ). Επίσης από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις και ειδικότερα από την διάταξη του άρθρου 212 του ΣΠΚ, προκύπτει ότι για κάθε δικαιούμενο πρόσωπο συνεπώς και για τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων της αιτήσεως αναθεωρήσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως κατά των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων είναι είκοσι ημέρες για καθένα από τα ένδικα αυτά μέσα και αρχίζει, η μεν προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως των αποφάσεων αυτών [στρατοδικείων], από την καταχώρηση των στοιχείων τους καθαρογραμμένων σε ειδικό βιβλίο καθαρογράφησης αποφάσεων που τηρείται στην γραμματεία του δικαστηρίου, η δε προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναθεώρησης, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας της τελευταίας αυτής αιτήσεως. Την αίτηση του δε για αναίρεση των αποφάσεων των στρατοδικείων μπορεί ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, να δηλώσει και στον γραμματέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (509 1β ΚΠΔ, 213 παρ. 1 ΣΠΚ), ο οποίος (εισαγγελέας) μπορεί να εκκαλεί και κάθε αθωωτική απόφαση του στρατοδικείου (205, 207 ΣΠΚ, 486 ΚΠΔ), δεν είναι, όμως αθωωτικές και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις που παύουν οριστικά την ποινική δίωξη, υπόκεινται όμως σε αναίρεση, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση κατ' αυτών αιτήσεως αναθεωρήσεως. Περαιτέρω, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995), ο οποίος εφαρμόζεται επί των στρατιωτικών εγκλημάτων, "στρατιωτικό έγκλημα είναι κάθε πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα". Κατά το άρθρο 3 του Κώδικα τούτου, "οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 ΣΠΚ (Ν. 2287/95), στρατιωτικός που δυσφημεί ανώτερο ή κατώτερο του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Αν η δυσφήμηση είναι συκοφαντική, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως (αλλά κι απ' αυτή του άρθρου 60 ΣΠΚ), ο νομοθέτης του ΣΠΚ δεν θέλησε να ορίσει κάτι διαφορετικό ως προς τη συνδρομή των όρων της δυσφημήσεως (και της εξυβρίσεως του άρθρου 60 ΣΠΚ). Έτσι, για τον ορισμό της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής) ο δικαστής θ' ανατρέξει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ΣΠΚ, στις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΚ (άρθρα 361, 362 και 363). Η παραπομπή, όμως, του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης, αφού η κατ' έγκληση δίωξη είναι γενικά εξαίρεση και έτσι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταφοράς από τη μία διάταξη στην άλλη. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της παραδοχής της ως άνω απόψεως αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 6 ΣΠΚ, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την κλοπή ή υπεξαίρεση πραγμάτων τα οποία ανήκουν στο κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή έχουν αποχωρισθεί προς αποστολή στο στρατό. Έτσι, από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων, των άρθρων 3, 147 παρ. 1, 2 και 16 του ΣΠΚ, (Ν. 2287/1995) και 377 παρ. 1 και 2 ΠΚ, και ειδικότερα εκείνης του άρ. 147 παρ. 6 ΣΠΚ, κατά την οποία "η διάταξη του άρ. 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων, η δε διάταξη του άρ. 377 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται επίσης, εφόσον η κλοπή ή η υπεξαίρεση αφορά σε πράγματα, μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας", προκύπτει, ότι η από τη διάταξη αυτή γενομένη παραπομπή σ` εκείνη της παρ. 1 του άρ. 377 ΠΚ, με μοναδικό σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη κλοπής πραγμάτων μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας, δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι διαλαμβάνει και παραπομπή στην επομένη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, [κατά την οποία "στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου (377) η ποινική δίωξη γίνεται μόνο ύστερα από έγκληση"], γιατί η ανωτέρω παραπέμπουσα διάταξη, έχουσα αυστηρώς συσταλτική διατύπωση, ως ενσωματώνουσα αυτή και μόνο την παραπεμπομένη διάταξη, αποκλείει, όπως προκύπτει και από μόνη τη διατύπωση της, την καθ` οιονδήποτε τρόπο επέκτασή της και στην εφαρμογή της παρ. 2 του άρ. 377 ΠΚ, αφού η δυνατότητα αυτή δεν διευκολύνεται ούτε από την διατύπωση του άρ. 3 του ΣΠΚ. Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, προκειμένου περί των αδικημάτων των άρθρων 361 - 369 του ΠΚ, (μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης), χαρακτηριζόμενα ως "εγκλήματα κατά της τιμής", προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η τιμή, δηλαδή η ηθική και κοινωνική αξία του παθόντος, γεγονός που δικαιολογεί το ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 ΠΚ, η ποινική δίωξη για τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή εγκλήματα, ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του ίδιου του παθόντος. Αντίθετα, προκειμένου περί των αδικημάτων των άρθρων 46-63 του ΣΠΚ, μεταξύ των οποίων και αυτό της συκοφαντικής δυσφήμισης ανωτέρου, που εντάσσονται στο τρίτο κεφάλαιο αυτού υπό τον τίτλο "εγκλήματα κατά της στρατιωτικής πειθαρχίας", προστατευόμενο έννομο αγαθό, δεν είναι μόνο η τιμή του παθόντος, αλλά και πέραν αυτής και η εκφρασμένη στο πρόσωπο αυτού στρατιωτική ιδιότητα, ως όρου που έχει διαμορφωθεί στην υπηρεσιακή σχέση, παραλλήλως δε και, προεχόντως, η διατήρηση της στρατιωτικής πειθαρχίας που πρέπει να διέπει το στράτευμα. Η προστασία δε του εννόμου αυτού αγαθού δεν δύναται να αφεθεί μόνο στην θέληση του παθόντος, γεγονός που δικαιολογεί και την επιλογή του νομοθέτη του ΣΠΚ τα εγκλήματα αυτά να τιμωρούνται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση. Άλλωστε από το σύνολο των διατάξεων του ΣΠΚ δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε την κατ' έγκληση δίωξη κάποιου από τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα απ' αυτόν εγκλήματα. Επομένως, το έγκλημα της δυσφημήσεως ανωτέρου διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτά επισκοπούνται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για την θεμελίωση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής:
Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 267/2008 απόφασή του δέχθηκε, ερμηνεύοντας τις πιο πάνω διατάξεις και ιδιαίτερα εκείνες των άρθρων 3, 62, 147 παρ. 6, του ΣΠΚ, ότι το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τη διάταξη του άρθρου 62 του ΣΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανωτέρου διώκεται κατ' έγκληση κι όχι αυτεπαγγέλτως. Ακολούθως δε, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ....., πρώην Δεκανέα (ΕΠ.ΟΠ) για την πράξη αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέστηκε στα ....., την 7 και 15-12-2006, σε βάρος του τότε ταγματάρχη ....., τότε διοικητή του, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία ρητής δηλώσεως του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο όμως αυτό το Δικαστήριο, με το να παύσει, δηλαδή, για τις πιο πάνω πράξεις οριστικά την ποινική δίωξη και να αρνηθεί να ερευνήσει στην ουσία της την υπόθεση, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, κατά το βάσιμο περί αυτού μοναδικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως από τον Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, (δοθέντος ότι, κατά το άρθρο 212 παρ. 2 του ΣΠΚ, η προθεσμία της αρχίζει μετά την εκπνοή της προθεσμίας της αιτήσεως αναθεωρήσεως και δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πιο πάνω διάταξή της για τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 267/2008 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού, κατά αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου, με την οποία έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου κατ’ εξακολούθηση, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία δηλώσεως του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεως του Στρατοδικείου που έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τον πιο πάνω λόγο. Η παραπομπή του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης. Το αδίκημα του άρθρου 62 του ΣΠΚ διώκεται αυτεπαγγέλτως και δεν απαιτείται έγκληση. Αναιρεί.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 860/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ....., κάτοικο .....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.854/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 35/27.01.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 189/2008 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου ...., κατοίκου .... Αττικής, κατά του υπ'αριθμ. 1865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και εκθέτω τα εξής: Το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε κατ'ουσία την υπ'αριθμ. 240/2008 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 1152/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε αυτό, αφού προηγουμένως επαναδιατύπωσε επί το ορθότερο τις σε βάρος του κατηγορίες για α) πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση, με την οποία σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ποσού που υπερβαίνει συνολικά αυτό των 73.000 ευρώ και β) απάτη κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1,3 εδ. α' και 386 παρ. 1,3 εδ. β'ΠΚ).
Κατά του ανωτέρω 1865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την κρινομένη 189/2008 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 5-11-2008 από τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Μιχαλόλια για λογαριασμό του κατηγορουμένου ..... (δυνάμει της από 3-11-2008 επισυναπτόμενης εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου) νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο την 1-11-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα (αρ. 484 παρ. 1α ΚΠΔ).Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.Σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ (όπως αντικ. με αρ. 5 ν. 3160/2003) στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ο Εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχει ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη έκτακτη προανάκριση κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ή ένορκη διοικητική εξέταση, και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 246 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ (όπως αντικ. με άρ. 13 παρ. 2 ν. 3160/03) ο Εισαγγελέας μπορεί να δώσει την παραγγελία προς τον ανακριτή, σε οποιοδήποτε στάδιο της προανάκρισης και αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης. Τέτοια δε παραγγελία δίνει ο Εισαγγελέας: α) σε κακούργημα και β) σε πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282.Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 250 παρ. 1 ΚΠΔ ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσους συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής. Η διάταξη αυτή αποτελεί συνέπεια της αρχής ότι η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι personam, σύμφωνα με την οποία η παραγγελία του Εισαγγελέα αφορά την πράξη και όχι τους πράξαντες. Επομένως, αν κατά την διάρκεια της ανάκρισης αποκαλυφθεί ότι στην πράξη συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα πέραν των τυχόν αναφερομένων στην εισαγγελική παραγγελία, ο ανακριτής έχει όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να επεκτείνει και επ'αυτών τη δίωξη, χωρίς να απαιτείται γι'αυτό η άσκηση συμπληρωματικής διώξεως, ούτε φυσικά και η διενέργεια νέας προκαταρκτικής εξετάσεως κατά το άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, αφού η κίνηση της ποινικής δίωξης, με παραγγελία για κυρία ανάκριση, γίνεται από τον Εισαγγελέα με βάση τα στοιχεία που έχει από την προκαταρκτική εξέταση ή από την αυτεπάγγελτη προανάκριση ή από την ένορκη διοικητική εξέταση.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με το εκκαλούμενο 1152/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και οι κατηγορούμενοι, .... και ...., οι οποίοι όμως απηλλάγησαν των κατηγοριών αυτών με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Η τελευταία, για την προκειμένη υπόθεση, μετά από προανάκριση, είχε παραπεμφθεί με απ'ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 11-3-2005 για να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση (αρ. 98, 216 παρ. 1 ΠΚ). Κατά της απ'ευθείας με κλητήριο θέσπισμα παραπομπής της στο ακροατήριο, η ανωτέρω άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με την 145/05 διάταξή του, αφού την έκανε τυπικά δεκτή, παρήγγειλε τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως με την άσκηση ποινικής διώξεως για τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό αυτής (διάταξης) πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης, αμφότερες κατ'εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος. Κατά τη διενέργεια δε της κυρίας ανακρίσεως ο ανακριτής με βάση τα στοιχεία που είχε από την προανάκριση, αλλά και αυτά που συγκέντρωσε ο ίδιος, νομίμως επεξέτεινε την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις ως άνω σε βαθμό κακουργήματος πράξεις και σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως συμμετόχου στις ίδιες πράξεις της αρχικώς κατηγορουμένης ...... Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, διότι του ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακούργημα, χωρίς προηγουμένως να διενεργηθεί ως προς αυτόν προκαταρκτική εξέταση, κατά το άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι αβάσιμη, ορθώς δε και αιτιολογημένα το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του για ακύρωση της σε βάρος του ασκηθείσης ποινικής διώξεως με την από 2-3-2005 εισαγγελική παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Συνακόλουθα, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 189/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., κατά του υπ'αριθμ. 1865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε
την παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 189/2008 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., κατά του 1865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την 240/2008 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 1152/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε αυτό, αφού προηγουμένως επαναδιατύπωσε επί το ορθότερο τις σε βάρος του κατηγορίες για: α) πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση, με την οποία σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ποσού που υπερβαίνει συνολικά αυτό των 73.000 ευρώ και β) απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1,3 εδ. α' και 386 παρ. 1,3 εδ. β'ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3160/2003 (ΦΕΚ Α 165/30-6-03) "1. Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημ-μελειοδικείου κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί ποινική δίωξη. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει , μεταξύ άλλων, ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 3160/2003, στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ο Εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχει ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη έκτακτη προανάκριση, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ή ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Με τη διάταξη αυτή, όπως αναφέρεται στη εισηγητική έκθεση του ν.3160/03, διασφαλίζεται η προστασία της προσωπικότητας των πολιτών από προπετείς μηνύσεις, αφού παρέχεται η ευχέρεια στον εισαγγελέα να εκτιμήσει αν συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, οπότε και μόνο είναι υποχρεωμένος να κινήσει την ποινική δίωξη. Αν κινηθεί ποινική δίωξη, χωρίς να προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, αστυνομική προανάκριση ή ένορκη διοικητική εξέταση, παράγεται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ, αφού υφίσταται περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής". Η διάταξη αυτή αποτελεί συνέπεια της αρχής ότι η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι in personam, σύμφωνα με την οποία η παραγγελία του Εισαγγελέα αφορά την πράξη και όχι τους πράξαντες. Επομένως, αν κατά την διάρκεια της ανάκρισης αποκαλυφθεί ότι στην πράξη συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα πέραν των τυχόν αναφερομένων στην εισαγγελική παραγγελία, ο ανακριτής έχει όχι μόνο τη δυνατότητα, αλλά και την υποχρέωση να επεκτείνει και επ'αυτών τη δίωξη, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η άσκηση συμπληρωματικής διώξεως, ούτε φυσικά και η διενέργεια νέας προκαταρκτικής εξετάσεως κατά το άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, αφού η κίνηση της ποινικής δίωξης, με παραγγελία για κυρία ανάκριση, γίνεται από τον Εισαγγελέα με βάση τα στοιχεία που έχει από την προκαταρκτική εξέταση ή από την αυτεπάγγελτη προανάκριση ή από την ένορκη διοικητική εξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με το εκκαλούμενο 1152/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, και της κακουργματικής απάτη κατ' εξακολούθηση και οι κατηγορούμενοι, .... και ...., οι οποίοι όμως απηλλάγησαν των κατηγοριών αυτών με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Η τελευταία, για την προκειμένη υπόθεση, μετά από προανάκριση, είχε παραπεμφθεί με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 11-3-2005 για να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση (αρ. 98, 216 παρ. 1 ΠΚ). Κατά της απ' ευθείας με κλητήριο θέσπισμα παραπομπής της στο ακροατήριο, η ανωτέρω άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με την 145/05 διάταξη του, αφού την έκανε τυπικά δεκτή, παρήγγειλε τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως με την άσκηση ποινικής διώξεως για τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό αυτής (διάταξης) πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης, αμφότερες κατ' εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος. Κατά τη διενέργεια δε της κυρίας ανακρίσεως ο ανακριτής με βάση τα στοιχεία που είχε από την προανάκριση, αλλά και αυτά που συγκέντρωσε ο ίδιος, νομίμως επεξέτεινε την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις ως άνω σε βαθμό κακουργήματος πράξεις και σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως συμμέτοχου στις ίδιες πράξεις της αρχικώς κατηγορουμένης ..... Με το προσβαλλόμενο δε βούλευμα απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της εναντίον του ασκηθείσης ποινικής διώξεως, με την εξής αιτιολογία : ".....Ο ισχυρισμός (αυτοτελής) του δεύτερου κατηγορουμένου-εκκαλούντος, .... που παραδεκτά υποβάλλεται με το από 7-7-2008 υπόμνημα του προς το παρόν Συμβούλιο ..... περί ακυρώσεως της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής διώξεως για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ήτοι της από 2.3.2005 εισαγγελικής παραγγελίας για τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως και των εν συνεχεία ανακριτικών πράξεων του 12ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην προκειμένη περίπτωση ο 12ος Τακτικός Ανακριτής ενήργησε στα πλαίσια του άρθρου 250 παρ.1 ΚΠΔ και νομίμως επεξέτεινε την ασκηθείσα ποινική δίωξη και σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου-εκκαλούντος, φερομένου ως συμμέτοχου της ..... (αρχικής κατηγορουμένης) και δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια προηγουμένως προκαταρτικής εξετάσεως, όπως αβάσιμα διατείνεται, αφού η ήδη ασκηθείσα για την υπόθεση ποινική δίωξη (in rem) ήταν σε πολύ μεταγενέστερο δικονομικό στάδιο (προκεχωρημένο)".
ΙΙΙ. Ο κατηγορούμενος αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλει ότι "από την ίδια δικογραφία προκύπτει ότι ουδέποτε διενεργήθηκε για μένα προκαταρκτική εξέταση, ούτε εκλήθην ποτέ να καταθέσω ανωμοτί ως ύποπτος σε αυτή" και ότι τούτο, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. β ΚΠΔ, και ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα απέρριψε τον αυτοτελή του ισχυρισμό περί ακυρότητας της εναντίον του ασκηθείσης ποινικής διώξεως, "με το αιτιολογικό ότι κατ' άρθρο 250 ΚΠΔ ο τακτικός ανακριτής νομίμως επεξέτεινε την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος μου". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, διότι του ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακούργημα, χωρίς προηγουμένως να διενεργηθεί ως προς αυτόν προκαταρκτική εξέταση, κατά το άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι, αβάσιμη, ορθώς δε και αιτιολογημένα το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του για ακύρωση της σε βάρος του ασκηθείσης ποινικής διώξεως με την από 2-3-2005 εισαγγελική παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, αφού σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, δεν απαιτείτο η διενέργεια ειδικώς και ως προς τον αναιρεσείοντα, προκαταρκτικής εξέτασης, προκειμένου ο ανακριτής να επεκτείνει και ως προς αυτόν την ασκηθείσα ήδη in rem ποινική δίωξη . Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "η εναντίον ποινική δίωξη ασκήθηκε πριν διενεργηθεί κυρία ανάκριση, από τον Εισαγγελέα Εφετών και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής το 250 ΚΠΔ", αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, σε κάθε περίπτωση δεν ασκήθηκε εναντίον του νέα ποινική δίωξη πριν από την διενέργεια κυρίας ανάκρισης, αλλά, όπως ήδη αναφέρθηκε και έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, επεκτάθηκε και ως προς αυτόν η ποινική δίωξη που "in rem" είχε ήδη ασκηθεί, με αρχική κατηγορουμένη την ......
ΙV. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη του μοναδικού πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 189/5-11-2008 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου ...., κατοίκου ....., κατά του 1.865/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα που παραπέμπει για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία. Λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, διότι ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 1 ΚΠΔ, χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση. Όταν ο ανακριτής, κατ’ αρ. 250 του ΚΠΔ επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συμμετείχαν στην ίδια πράξη, δεν είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί και ως προς αυτούς προκαταρκτική εξέταση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 859/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
1. Χ1 κατοίκου... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, 2. Χ2 κάτοικου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τζανάκο, 3. Χ3, κάτοικου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... και 4. Χ4 κάτοικου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 87/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ5, 2. Χ6 3. Χ7 και 4. Χ8.
Με πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Ιουνίου 2008 και 1 Ιουλίου 2008 και 13 Ιουνίου 2008, δύο τον αριθμό, αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 20 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου εξ αυτών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να: α) να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 13 Ιουνίου 2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης των τρίτου και τέταρτων των αναιρεσειόντων, β) να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης των παραστάντων αναιρεσειόντων και γ) να γίνει δεκτή η αίτηση συμπλήρωσης του δευτέρου εξ αυτών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες: 1) 25/17-6-2008, 2) από 1/7/2008 (αρ.πρωτ. 5764/2-7-08), 3) 24/13-6-2008 και 4)23/13-6-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1 β) Χ2 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., γ) Χ3 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... και δ) Χ4 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., αντίστοιχα, μετά των από 20/1/2009 (με ημερομηνία κατάθεσης 21/1/09) προσθέτων λόγων του πρώτου για αναίρεση της 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και η από 28/11/2008 (με ημερομηνία κατάθεσης 1/12/2008) αίτηση του δευτέρου για συμπλήρωση της απόφασης αυτής, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
IΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ... δύο αποδεικτικά επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης ... οι αναιρεσείοντες Χ3 και Χ4 κρατουμένων στη Δικαστική Φυλακή ..., κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (9/1/2008). Κατά τη δικάσιμο εκείνη, αναβλήθηκε, με την 42/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η συζήτηση της αιτήσεως με αίτημα των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων (1ου, 2ου και 3ου), για τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω αιτήσεις τους πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν αυτοί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 322 του ΠΚ "όποιος με απάτη ή βία, ή με απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Επίσης ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1 ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της Πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος δε περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στην διάθεση του δράστη προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. Περαιτέρω ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι απλός συνεργός στην πράξη της αρπαγής, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 187 του ΠΚ, όπως, το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 2928/27-6-2001 "`Οποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας". Από το άρθρ 45 ΠΚ συνάγεται, ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφαση τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας να θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και κάποιος άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου, η δε σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από καθένα πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1891/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... . Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 Ρωσίδα υπήκοος, δασκάλα μουσικής, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα αεροπορικώς από Μόσχα στη Θεσσαλονίκη στις 2-6-2002 προκειμένου να εργασθεί στο κατάστημα-καφετέρια του Ι1 στην ... με την επωνυμία ..., όπου και πράγματι εργάσθηκε μέχρι την 20-4-2003 και στη συνέχεια αναχώρησε και πάλι για την πατρίδα της, από όπου είχε έρθει με τουριστική VISA . Η Ψ1 ήθελε να επιστρέψει εκ νέου στην Ελλάδα. Έτσι τον Νοέμβριο του έτους 2003 μέσω κάποιας Ρωσίδας της Φ1 συνάντησε στην πόλη Ρουτοτσόφσκ της Σιβηρίας, όπου και είναι η μόνιμη κατοικία της, τον κατηγορούμενο Χ7 που έχει το ψευδώνυμο "..." ή "...". Ο τελευταίος της υποσχέθηκε ότι θα την φέρει στην Ελλάδα με δικά του έξοδα, με την υποχρέωση όμως αυτή να εργασθεί ως σερβιτόρα σε κατάστημα που θα της υποδείκνυε αυτός για ένα χρόνο, ώστε να του εξοφλήσει το παραπάνω χρέος για τη μεταφορά της στην Ελλάδα και στη συνέχεια θα ήταν ελεύθερη να εργασθεί όπου αυτή ήθελε. Η πολιτικώς ενάγουσα συμφώνησε με την πρόταση του ως άνω κατηγορουμένου και η Φ1 πέτυχε να της εκδώσει, έναντι του ποσού των 1.200 ευρώ, μέσω του Γαλλικού Προξενείου στη Μόσχα VISΑ ΣΕΝΓΚΕΝ και της παρέδωσε αεροπορικό εισιτήριο της Ολυμπιακής Αεροπορίας για Θεσσαλονίκη, από τη πόλη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Στη Γερμανία δε αυτή πήγε με λεωφορείο. Στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης την παρέλαβε ο κατηγορούμενος Χ7 και ταξίδεψαν μαζί στις 24-1-2004 για ... όπως προκύπτει και από την με ημεροχρονολογία 13-5-2004 επιστολή της Ολυμπιακής Αεροπορίας, αλλά και από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας. Στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης ανέμενε τον κατηγορούμενο Χ7 με την πολιτικώς ενάγουσα ο κατηγορούμενος Χ6, τον οποίο ο πρώτος της συνέστησε ως "..." ή "...", αυτός τους μετέφερε σε ερημική μονοκατοικία στο ... όπου και διανυκτέρευσαν. Την εν λόγω κατοικία την είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος Χ6 το μίσθωμα όμως το κατέβαλαν κατ' ισομοιρία οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω ερημική οικία (βλ. και σχετικές φωτογραφίες) δεν είχε καμία σχέση με τις κατοικίες στις οποίες διέμεναν οι κατηγορούμενοι με τις οικογένειες τους. Την επομένη ημέρα την μετέφεραν με αυτοκίνητο ΙΧΕ που οδηγούσε ο Χ6 στην ... και της υπέδειξαν το κατάστημα-μπαρ του κατηγορουμένου Χ1 με την επωνυμία "..." στο οποίο θα εργαζόταν με βάση τα όσα είχαν συμφωνήσει με τον Χ7 στη Ρωσία. Αρχικά η πολιτικώς ενάγουσα διέμενε με άλλες κοπέλες, επίσης αλλοδαπές, σε κάποιο σπίτι στην ... και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στον ... στη δυόροφη οικία του 1ου κατηγορουμένου, στο ισόγειο της οποίας διέμενε ο ίδιος, ενώ στον 1ο όροφο διέμεναν οι κοπέλες. Η Ψ1 (πολιτικώς ενάγουσα) εργάσθηκε στο μπαρ "..." για μία εβδομάδα, αλλά στη συνέχεια σταμάτησε γιατί αρρώστησε. Στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος Χ1 την προήγαγε στην πορνεία και την εξέδιδε σε διάφορους πελάτες του, έναντι αμοιβής την οποία εισέπραττε ο ίδιος. Το ίδιο γινόταν και με τις άλλες κοπέλες, εν γνώσει του Χ7 ο οποίος τις εκμεταλλευόταν από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο. Μάλιστα ο επονομαζόμενος "...", 7ος κατηγορούμενος, ήταν αυτός που εφοδίαζε το μπαρ του 1ου κατηγορουμένου με αλλοδαπές. Ο τελευταίος πήρε το διαβατήριό της και το πιστοποιητικό γεννήσεώς της, τα οποία του παρέδωσε αυτή, προκειμένου να της εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Ελλάδα, και στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος τη μετέφερε στη Θεσσαλονίκη όπου τους περίμενε ο Χ7 (7ος κατηγορούμενος), ένα δε τρίτο άγνωστο στην πολιτικώς ενάγουσα άτομο την πήγε στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών Β. Ελλάδος, για να υποβληθεί στη διαδικασία ελέγχου στοιχείων-σημάνσεως, προκειμένου αυτή να λάβει άδεια παραμονής. Στην Υ.Ε.Ε.Β.Ε. την ίδια ημέρα διαπιστώθηκε ότι αυτή, την πρώτη φορά που είχε έρθει να εργασθεί στην Ελλάδα, κατά την αναχώρηση της από το Αεροδρόμιο των Αθηνών της είχε επιβληθεί αστυνομικό διοικητικό πρόστιμο για παράνομη παραμονή στη χώρα (πέραν της προβλεπόμενης στη VΙSΑ), το οποίο αυτή δεν κατέβαλε, διατάχθηκε η διοικητική της απέλαση και συγχρόνως καταχωρήθηκε το ονοματεπώνυμο της στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Μόλις διαπιστώθηκαν τα ανωτέρω η πολιτικώς ενάγουσα κρατήθηκε διοικητικά. Τότε, κατά τη διάρκεια της διοικητικής της κράτησης προέβη σε διάφορες καταγγελίες κατά του αρχικού εργοδότη της στην ... αλλά και για όσα συνέβησαν στην ... Αυτή τελικά αφέθηκε ελεύθερη δυνάμει της με αριθμό ... διατάξεως της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, γεγονός που δεν γνώριζαν οι ως άνω κατηγορούμενοι, και κατέφυγε στην ... όπου είχε φίλες την ... και την ..., που θα μπορούσαν να την φιλοξενήσουν στην αρχή μέχρι να βρει εργασία. Τις ως άνω φίλες είχε γνωρίσει κατά την προηγούμενη παραμονή της στην πόλη της ..., όταν εργαζόταν στο κέντρο-καφετέρια "..." ιδιοκτησίας του Ι1. Στην αρχή η πολιτικώς ενάγουσα διέμενε στην κατοικία της φίλης της ... και στη συνέχεια, αφότου βρήκε εργασία ως σερβιτόρα στο κατάστημα, καφέ-μπάρ την επωνυμία "..." στην ... ιδιοκτησίας του Ι2 συγκατοίκησε με την Ζ1 υπήκοο Ουζμπεκιστάν, την οποία γνώρισε στο παραπάνω μπαρ. Ο Χ7 πληροφορήθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα εργαζόταν στο καφέ-μπάρ "..." στην ... και ειδοποίησε τον 1ο κατηγορούμενο τηλεφωνικώς και τον έπεισε να οργανώσουν την απαγωγή της και να του την παραδώσει στην ..., ώστε να επανέλθει στην εξουσία του και να συνεχίσει αυτός να την εκδίδει, καθότι μέχρι τότε ελάχιστο όφελος οικονομικό είχε από αυτήν, ενόσω εργάστηκε μόνον μία εβδομάδα στην ... στο κατάστημα του 1ου κατηγορουμένου. Αντίθετα τα χρήματα που είχε καταβάλει ο 7ος κατηγορούμενος για να την μεταφέρει στην Ελλάδα από την Ρωσία καθώς και το πρόστιμο που κατέβαλε για λογαριασμό της ήταν πολύ περισσότερα. Η ευκαιρία του δόθηκε του 1ου κατηγορουμένου όταν στις 27-3-2004 πήγε στο κατάστημά του μπαρ ο Χ5 (2ος κατηγορούμενος) Χ3 (4ος κατηγορούμενος), Χ2 (5ος κατηγορούμενος) και ο Χ4 (3ος κατηγορούμενος). Εκ των ανωτέρω ο Χ5 διατηρεί επιχείρηση SECURIΤΥ και είχε μάλιστα αναλάβει τη φύλαξη του καταστήματος "..." του πρώτου κατηγορουμένου Χ1. Ο τελευταίος τους ζήτησε να μεταβούν στην ... προκειμένου να βρουν στο παραπάνω μπαρ την πολιτικώς ενάγουσα και να την ξαναφέρουν στην ... για να συνεχίσει να εργάζεται γι' αυτόν καθότι του όφειλε χρήματα. Επειδή όμως προηγουμένως οι ανωτέρω είχαν συνεννοηθεί με τους Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4 να διασκεδάσουν στο κέντρο "..." της ..., που εκείνο το βράδυ είχε εγκαίνια, μάλιστα εξαυτών ο 2ος κατηγορούμενος προέβη και στην κράτηση τραπεζιού, τους ζήτησε να πάνε αρχικά στην ... να διασκεδάσουν και μετά να συνεχίσουν την διασκέδαση τους στο παραπάνω κέντρο, όπως και πράγματι έγινε. Έτσι στο ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... εργοστασίου κατασκευής VW τύπου ΡΑSSΑΤ, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του Χ1, που οδηγούσε ο ίδιος, επιβιβάστηκαν ο Χ5 στη θέση του συνοδηγού, και στο πίσω κάθισμα ο Χ4 (3ος κατηγορούμενος), ο Χ3 (4ος κατηγορούμενος) και ο Χ2 (5ος κατηγορούμενος). Στο δε με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής, FORD FOCUS, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της ..., που οδηγούσε ο γυιός της, επιβιβάστηκαν οι Σ2, Σ3 και Σ4. Αυτοί μετέβησαν στην ...στο μπαρ του Ι2 "...", όπου στάθμευσαν ο ένας απέναντι από τον άλλο και με διαφορετική κατεύθυνση. Στο ίδιο μπαρ προηγουμένως είχε μεταβεί και η πολιτικώς ενάγουσα με τη φίλη της και μάρτυρα Ζ1 προκειμένου να διασκεδάσουν, καθότι εκείνη την ημέρα η Ψ1 (πολ. ενάγουσα) είχε ρεπό. Ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 δεν μπήκε στο κατάστημα του Ι2 αλλά παρέμεινε στο αυτοκίνητο του, διότι φοβόταν ότι η πολιτικώς ενάγουσα θα τον αναγνώριζε και θα προσπαθούσε να βρει τρόπο να διαφύγει. Εντός του καταστήματος εισήλθαν αρχικά ο Χ5 (2ος κατηγορούμενος) και ο Χ4 (3ος κατηγορούμενος), κάθισαν στο μπαρ του καταστήματος και παρήγγειλαν ποτά στη συνέχεια συνομίλησαν με τον Ι2 και τον ρώτησαν για την πολιτικώς ενάγουσα. Μάλιστα ο Χ4 πλησίασε την τελευταία συνομίλησαν για λίγο και την κέρασε ένα ποτό. Στη συνέχεια εισήλθαν στο κατάστημα και οι Χ2 και Χ3 οι οποίοι όμως κάθισαν σε διαφορετικό τραπέζι. Επειδή όμως καθυστερούσαν στο μπαρ ο Σ2 λόγω του ότι οι επιβιβασθέντες στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ1 ήθελαν να αναχωρήσουν για ..., τους ειδοποίησε πως έπρεπε να φύγουν. Έτσι οι Χ4, Χ3 και Χ2 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του Χ1, τον οποίο προηγουμένως ο Χ4 ενημέρωσε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν στο μπαρ, ο δε Χ5 επειδή καθυστέρησε επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο του Σ1. Εν τω μεταξύ οι δύο κοπέλες βγήκαν από το κατάστημα του Ι2 κατευθυνόμενες προς την κατοικία τους και αμέσως ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 τις ακολούθησε με το αυτοκίνητο του. Συγχρόνως αναχώρησε και το δεύτερο αυτοκίνητο με οδηγό τον Σ1. Μόλις ο Χ1 έφθασε στο ύψος της πολιτικώς ενάγουσας σταμάτησε κατέβηκε από το όχημα του και άρπαξε βίαια αυτήν μπροστά στους Χ4, και Χ2 που επίσης κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και τον Χ5 που είχε εν τω μεταξύ προσέλθει, προς συμπαράσταση και εμψύχωση τούτου. Ο Χ1 πέταξε την πολιτικώς ενάγουσα μέσα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του δίπλα στον κατηγορούμενο Χ3 και στη συνέχεια αφού επιβιβάσθηκαν ο Χ2 πίσω και ο Χ4 στη θέση του συνοδηγού ξεκίνησαν για ... ενώ και πάλι ο Χ5 επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο του Σ1. Η φίλη της πολιτικώς ενάγουσας εντωμεταξύ έντρομη επέστρεψε στο μπαρ του Ι2 και ειδοποίησαν την αστυνομία. Με τα στοιχεία που δόθηκαν στο Τμήμα Ασφαλείας ...εντοπίσθηκε το αυτοκίνητο του Σ1 από κλιμάκιο της Ο.Π.Κ.Ε. της Αστυνομικής Διεύθυνσης ... στην παράκαμψη της Εγνατίας οδού πριν το χωριό ..., που τους σταμάτησαν για έλεγχο. Κατά την έρευνα στην οποία προέβησαν οι αστυνομικοί βρήκαν κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού, στο οποίο καθόταν ο 2ος κατηγορούμενος ένα αυτόματο πιστόλι, διαμετρήματος 9mm, άγνωστης μάρκας, χωρίς αριθμό σειράς, με οκτώ (8) φυσίγγια στο γεμιστήρα και ένα φυσίγγιο πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού. Το πιστόλι αυτό και τα φυσίγγια ανήκαν στον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος μόλις τους σταμάτησαν οι αστυνομικοί για έλεγχο επειδή δεν είχε άδεια οπλοφορίας και το όπλο το είχε προμηθευτεί από άγνωστο άτομο, εντός της πενταετίας (βλ. και ομολογία κατηγορουμένου), το πέταξε κάτω από το κάθισμα. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι στη συνέχεια συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Τμήμα Ασφαλείας.... Αντιθέτως το ΙΧΕ αυτοκίνητο του 1ου κατηγορουμένου, με την πολιτικώς ενάγουσα, και τους κατηγορουμένους Χ4, Χ3 και Χ2 συνέχισε ανενόχλητο το ταξίδι του για .... Στο δρόμο η πολιτικώς ενάγουσα έκλαιγε και ζητούσε να μάθει πως τη βρήκε ο Χ1. Καθ' οδόν σε κάποιο σημείο η πολιτικώς ενάγουσα θέλοντας να το σκάσει και να διαφύγει προφασίστηκε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με σωματική της ανάγκη. Έτσι ο Χ1 αναγκάστηκε να σταθμεύσει σε ερημικό μέρος αλλά μόλις αντιλήφθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα προσπαθούσε να δραπετεύσει την επανέφερε βίαια στο αυτοκίνητο, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση των υπολοίπων κατηγορουμένων (Χ4-Χ3-Χ2). Στη συνέχεια πριν από την ..., αποβιβάστηκε ο Χ4, οι δε υπόλοιποι, σ' ένα κλειστό μπαρ στη ..., όπου τους περίμενε άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο που τους μετέφερε στην ... . Ενώ ο 1ος κατηγορούμενος αποβίβασε την πολιτικώς ενάγουσα και την οδήγησε στο μπαρ αυτό, που ήταν ιδιοκτησίας του αδελφού του, διαθέτοντας τα κλειδιά και εκεί περίμενε τον Χ7 για να του την παραδώσει. Κατά τη διάρκεια της αναμονής προσπαθούσε να καθησυχάσει την πολιτικώς ενάγουσα, η οποία φοβόταν τον Χ7 λέγοντας της ότι ο τελευταίος δεν θα της κάνει κακό και ήταν καλύτερα γι' αυτήν που την βρήκε πρώτος ο ίδιος. Στις 5.30 η ώρα το πρωί έφθασε και ο Χ7 με τον αδελφό του Χ8 (8ο κατηγορούμενο) από τη Θεσσαλονίκη. ... Αμέσως δε αυτός απευθυνόμενος προς την Ψ1 (πολιτικώς ενάγουσα) της εξήγησε μπροστά στον 1ο κατηγορούμενο ότι θα την μετέφερε σε κάποιο σπίτι στη Θεσσαλονίκη και θα την κατακρατούσε μέχρι να δουλέψει ξανά γι' αυτόν για να του ξεπληρώσει για τα έξοδα που έκανε για να την φέρει από τη Ρωσία στην Ελλάδα. Στη συνέχεια τα δύο αδέλφια επιβίβασαν την πολιτικώς ενάγουσα στο ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιοκτησίας της συζύγου του Χ7 και την μετέφεραν στην απομονωμένη οικία στο ..., όπου την είχαν κρατήσει όταν ο Χ7 την έφερε από την Ρωσία στην Ελλάδα. Εξάλλου ο Χ6 ήταν αυτός τον οποίον εμπιστευόταν ο Χ7 και μ' αυτόν συνεργαζόταν, δεδομένου ότι μαζί διατηρούσαν την παραπάνω μονοκατοικία και σ' αυτόν ο Χ7 είχε εμπιστευθεί την φύλαξη της πολιτικώς ενάγουσας. Εν τω μεταξύ ο Χ7 έμαθε ότι από κλιμάκιο της ΟΠΚΕ της Αστυνομικής Διευθύνσεως ... είχαν συλληφθεί οι Σ1, Χ5, Σ2 , Σ3 και Σ4 καθώς και ότι προσήχθησαν στην αστυνομία οι Χ1 και Χ3. Έτσι προ του κινδύνου να αποκαλυφθεί ο ίδιος και όλη η ομάδα του στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να διαπραγματευθεί με την πολιτικώς ενάγουσα την απελευθέρωση της, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θα εμφανισθεί δήθεν οικειοθελώς στην Αστυνομία της ..., όπου θα την μετέφεραν, και, θα δηλώσει στους αστυνομικούς ότι η ίδια με τη θέληση της ακολούθησε τον Χ1 και δεν είχε απαχθεί από τον τελευταίο. Επίσης ο Χ7 απαίτησε από την πολιτικώς ενάγουσα να του υπογράψει ένα έγγραφο, στο οποίο θα αναφερόταν ότι του οφείλει το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ και πρόκειται να του το εξοφλήσει μέχρι την 30-6-2004, λέγοντας της συγχρόνως ότι αν δεν προέβαινε στις πιο πάνω ενέργειες που της υποδείκνυε αυτός, τότε ακόμη και αν πήγαινε φυλακή κάποια στιγμή είτε αυτός είτε άλλα τρίτα πρόσωπα που θα έβαζε ο ίδιος θα την έβρισκαν και θα της προξενούσαν κακό.
Στην ενέργεια του αυτή είναι προφανές ότι ο ως άνω κατηγορούμενος προέβη αφενός αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο να συλληφθεί αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του (Χ6 και Χ8) και αφετέρου πιστεύοντας ότι με την υπαγορευμένη αυτή κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας ότι θα επιτύγχανε την απελευθέρωση των ήδη συλληφθέντων αλλά και ότι θα σταματούσαν οι διωκτικές αρχές να ερευνούν περαιτέρω την υπόθεση αυτή. Επίσης ότι θα δέσμευε την πολιτικώς ενάγουσα ώστε να του αποδώσει το χρηματικό ποσό που δαπάνησε για την μεταφορά της στην Ελλάδα γι' αυτήν λόγω της κράτησης της στη Θεσσαλονίκη. Τέτοιο όμως έγγραφο τελικά δεν υπογράφηκε. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι την ίδια μέρα το απόγευμα οι Χ8 και Ε1 επιβίβασαν την πολιτικώς ενάγουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του τελευταίου και με οδηγό τον ίδιο ξεκίνησαν για την ... προκειμένου η πολιτικώς ενάγουσα να εμφανιστεί στο Τμήμα Ασφαλείας ... και να καταθέσει όσα της υπέβαλε ο Χ7. Ήδη όμως η Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος σε συνεργασία και με το Τμήμα Ασφαλείας ..., μετά από όσα είχε καταθέσει η πολιτικώς ενάγουσα κατά τη σύλληψη της στη Θεσσαλονίκη είχε καταφέρει να εντοπίσει τη μονοκατοικία που μίσθωνε ο Χ7 στο ... και είχαν θέσει υπό παρακολούθηση την περιοχή. Έτσι όταν οι Χ8, Ε1 επιβιβάστηκαν με την πολιτικώς ενάγουσα στο αυτοκίνητο του τελευταίου και ξεκίνησαν για την ... τον παρακολουθούσαν αστυνομικοί που ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία και τους ακινητοποίησαν στη διασταύρωση ... με την Εθνική Οδό ..., όπου τους συνέλαβαν και απελευθερώθηκε η πολιτικώς ενάγουσα. Οι κατηγορούμενοι Χ7 και Χ6 αφότου έφυγαν οι ανωτέρω αποχώρησαν και αυτοί με το ΙΧΕ αυτοκίνητο της συζύγου του πρώτου προκειμένου να απομακρυνθούν από το ..., αλλά καθοδόν ακινητοποιήθηκαν στην οδό ... από αστυνομικούς της Υ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος και συνελήφθησαν.....". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι ως εξής: 1) Ο Χ1 α) της πράξης της αρπαγής από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ8, Χ6 και Χ7 σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, με σκοπό η παθούσα να εξαναγκασθεί σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του και συγκεκριμένα να εξαναγκασθεί η παθούσα να επανέλθει στο νυχτερινό κέντρο- μπαρ ... στον ..., ιδιοκτησίας του Χ1, όπου αυτός την προήγαγε στην πορνεία, και να ανεχθεί την σωματεμπορική εξουσία του τελευταίου, ο οποίος την είχε μεταφέρει προς τούτο με δαπάνες του από τη Ρωσία και β) της πράξης της συμμορίας (άρθρ 187 παρ. 3 ΠΚ), όπως και οι συγκατηγορούμενοί του Χ7 και Χ6, καθώς αυτοί ενώθηκαν με αρχηγό τον Χ7 για να διαπράξουν το κακούργημα της αρπαγής σε βάρος της Ψ1 (πολιτικώς ενάγουσας) και β) Ο Χ2 απλής συνέργειας στην πιο πάνω πράξη της αρπαγής, (όπως και οι συγκατηγορούμενοί του Χ5, Χ3, και Χ4), χωρίς όμως, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, ο σκοπός αυτών, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, να είναι ταυτόσημος με των αυτουργών, "εν όσω ο σκοπός αυτών βάση του οποίου ενήργησαν ήταν να επιστρέψει η πολιτικώς ενάγουσα και να συνεχίσει την εργασίας της στο νυχτερινό κέντρο - μπαρ "..." στην ... ιδιοκτησία του, από το οποίο είχε διαφύγει χωρίς την άδεια του, αν και αυτή δεν είχε τέτοια υποχρέωση". Για τις πράξεις τους δε αυτές οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 47 παρ.1, 187 παρ.3, 322 εδα και β, του ΠΚ, όπως ισχύουν, τους επιβλήθηκε, στον μεν πρώτο αναιρεσείοντα (Χ1), ποινή καθείρξεως δέκα ετών και τεσσάρων μηνών, στον δε δεύτερο (Χ2), ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. V. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Το Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω περί ενοχής των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει στο σκεπτικό του (μεταξύ των οποίων και τους εξετασθέντες μάρτυρες υπερασπίσεως), χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως ήδη αναφέρθηκε να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή και χωρίς να γίνεται χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, οι διαλαμβανόμενες περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, στον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, αλλά και των προσθέτων αυτού λόγων, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, το Πενταμελές Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση του, "έλαβε υπόψη του κατεξοχήν τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα πρακτικά της πρωτόδικη αποφάσεως" και ότι δεν λήφθηκαν υπόψη "οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου", είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Αβάσιμη και απορριπτέα είναι επίσης η αποδιδόμενη, με στους προσθέτους λόγους του αυτού αναιρεσείοντος, πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία " ενώ δεν προκύπτει λήψις υπ'όψιν αποδεικτικού μέσου ειδικώς και ρητώς κατάθεσις πολιτικώς εναγούσης και δη ανομοτί (φ. 16β' αποφ.) εν τούτοις λαμβάνει υπ'όψιν εσφαλμένως ως πολιτικώς ενάγουσαν την ενόρκως εξετασθείσαν παθούσαν, ήτις όμως δεν έχει την ιδιότητα, ούτε παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα". Από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι η παθούσα Ψ1, στον μεν πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραστάθηκε και κατέθεσε ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγουσα, ενώ στο δευτεροβάθμιο δεν δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και εξετάστηκε ενόρκως. Ορθώς, επομένως, χαρακτηρίζεται ως πολιτικώς ενάγουσα και λήφθηκε υπόψη η κατάθεση αυτής ως ενόρκως εξετεσθείσα μάρτυρας ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Επίσης η προβαλλόμενη από τον αυτόν αναιρεσείοντα αιτίαση ότι " δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη οι προβληθέντες, καταχωρηθέντες, αναπτυχθέντες και αποδεικνυόμενοι από εμένα με μάρτυρες και πλήθος δημοσίων εγγράφων αυτοτελείς ισχυρισμοί μου περί αναγνωρίσεως και χορηγήσεως στο πρόσωπο μου των ελαφρυντικών περιστάσεων" και ειδικότερα α) της αναγνώρισης του ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου, β) του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, γ) της ειλικρινούς μετάνοιας και δ) της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (84 παρ. 2α,,β,δ και ε του ΠΚ), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ( και διευκρινίζεται από τον ίδιο στους προσθέτους λόγους), δεν υποβλήθηκαν ανάλογα αιτήματα και ισχυρισμοί. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Β' και Δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, για έλλειψη αιτιολογίας της περί ενοχής αποφάσεως και για σχετική ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως (ως προς τους περί ελαφρυντικών ισχυρισμούς), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα από τον πρώτο αναιρεσείοντα εξής έγγραφα: " α) Αι αναφερόμεναι ως επιδειχθείσαι τρεις τον αριθμόν φωτογραφίαι β) Τα αναφερόμενα δις φωτοαντίγραφα αδείας κυκλοφορίας γ) τα αναφερόμενα υπό την ένδειξιν αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού και δ) τα αναφερομένα υπό την ένδειξιν "δέκα εκθέσεις καταγραφής αποθηκευμένων στοιχείων κάρτας SΙΜ κινητού τηλεφώνου". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους (και την επίδειξη των τριών φωτογραφιών) κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης των προσθέτων λόγων του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VII.Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος Χ1, κατά τις οποίες "υφίσταται α) "απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 Κ.Π.Δ", καθόσον απόλυτη ακυρότητα επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την επ' ακροατηρίω, καθώς και την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου", β) "εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των νόμων που εφαρμόστηκαν στην αναιρεσιβαλλόμενη", πρέπει να απορριφθούν, ως αόριστες, αφού δεν εκτίθεται ποια διάταξη που καθορίζει την επ' ακροατηρίω διαδικασία παραβιάστηκε και ποια ποινική διάταξη ερμηνεύτηκε ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα.
VIII. Περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο με τις πιο πάνω αναφερόμενες στο σκεπτικό παραδοχές του, όπως αυτές συμπληρώνονται, επιτρεπτώς, από τα εκτιθέμενα στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων για την πράξη της από κοινού απλής συνέργειας στο έγκλημα για το οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων (Χ2) κρίθηκε ένοχος, ήτοι της αρπαγής που διέπραξαν οι πιο πάνω συγκατηγορούμενοί του, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Το Δικαστήριο δε κατέληξε στην πιο πάνω περί ενοχής του εν λόγω κατηγορουμένου αναιρεσειόντος κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει στο σκεπτικό του χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως ήδη αναφέρθηκε να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή και χωρίς να γίνεται χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα Χ2 αιτιάσεις, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, όπως αναφέρει στην αίτησή του, "για την στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας ως συμμετοχικής δράσης υπό την μορφή της ψυχικής συνδρομής δεν αρκεί η απλή παρουσία του κατηγορουμένου στον τόπο του εγκλήματος, αλλά προσαπαιτείται να συμπαρίσταται αυτός στον αυτουργό δια της παρουσίας του, ενθαρρύνοντας τον στην τέλεση του εγκλήματος.....", στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού- διατακτικού της απόφασης, η συμμετοχή του εν λόγω κατηγορουμένου δεν συνίσταται απλώς στην παρουσία αυτού στο τόπο τελέσεως του εγκλήματος της αρπαγής, αλλά, αντίθετα στην ενεργό αυτού παρουσία, συνισταμένη στο ότι αυτός, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του ενθάρρυναν τον αυτουργό στην τέλεση του εν λόγω εγκλήματος. Με πληρότητα επίσης αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος, ως απλού συνεργού στην πράξη της αρπαγής. Συγκεκριμένα η γνώση του αναιρεσείοντος για το τι ακριβώς ήθελε να πράξει ο συγκατηγορούμενός του, αυτουργός της κύριας πράξης,Χ1, σε βάρος της παθούσας, προκύπτει από την παραδοχή της απόφασης, ότι ο ίδιος ο Χ1 είχε αποκαλύψει στον Χ2 και τους λοιπούς συνεργούς, τα σχέδιά του, αφού, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, "Η ευκαιρία του δόθηκε του 1ου κατηγορουμένου (Χ1) όταν στις 27-3-2004 πήγε στο κατάστημά του μπαρ ο Χ5 (2ος κατηγορούμενος) Χ3 (4ος κατηγορούμενος) , Χ2 (5ος κατηγορούμενος) και ο Χ4 (3ος κατηγορούμενος)... . Ο τελευταίος (δηλαδή ο Χ1) τους ζήτησε να μεταβούν στην ... προκειμένου να βρουν στο παραπάνω μπαρ την πολιτικώς ενάγουσα και να την ξαναφέρουν στην ... για να συνεχίσει να εργάζεται γι' αυτόν καθότι του όφειλε χρήματα..... Έτσι οι Χ4, Χ3 και Χ2 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του Χ1... . Εν τω μεταξύ οι δύο κοπέλες βγήκαν από το κατάστημα του Ι2 κατευθυνόμενες προς την κατοικία τους και αμέσως ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 τις ακολούθησε με το αυτοκίνητο του. .....Μόλις ο Χ1 έφθασε στο ύψος της πολιτικώς ενάγουσας σταμάτησε κατέβηκε από το όχημα του και άρπαξε βίαια αυτήν μπροστά στους Χ4, και Χ2, που επίσης κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και τον Χ5 που είχε εν τω μεταξύ προσέλθει, προς συμπαράσταση και εμψύχωση τούτου. Ο Χ1 πέταξε την πολιτικώς ενάγουσα μέσα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του δίπλα στον κατηγορούμενο Χ3 και στη συνέχεια αφού επιβιβάσθηκαν ο Χ2 πίσω και ο Χ4 στη θέση του συνοδηγού ξεκίνησαν για ... . Στο δρόμο η πολιτικώς ενάγουσα έκλαιγε και ζητούσε να μάθει πως τη βρήκε ο Χ1. Καθ' οδόν σε κάποιο σημείο η πολιτικώς ενάγουσα θέλοντας να το σκάσει και να διαφύγει προφασίστηκε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με σωματική της ανάγκη. Έτσι ο Χ1 αναγκάστηκε να σταθμεύσει σε ερημικό μέρος αλλά μόλις αντιλήφθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα προσπαθούσε να δραπετεύσει την επανέφερε βίαια στο αυτοκίνητο, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση των υπολοίπων Χ3-Χ2)...". Από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο αιτιολογημένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων όχι μόνο πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον αυτουργό ότι θα τελούσε την πράξη της αρπαγής της Ψ1, αλλά ο αυτουργός απευθύνθηκε στον αναιρεσείοντα και στους λοιπούς συγκατηγορουμένους ακριβώς για να τον συνδράμουν προς τούτο, όπως και έπραξαν. Πράγματι ο Χ1, τέλεσε την πράξη της αρπαγής , έχοντας εκ των προτέρων εξασφαλίσει την υποστήριξη του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων, πριν από την τέλεση της πράξης, κατά τη διάρκεια αυτής, αλλά και στη συνέχεια κατά την ολοκλήρωσή της, ενέργειες οι οποίες από μόνες του αποτελούν πράξεις ενθάρυνσης στη τέλεση της κυρίας πράξεως. Εξάλλου αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δέχθηκε "την ύπαρξη αρνητικής συνδρομής που παρέχεται με παράλειψη, κατά την έννοια του άρθρου 15 ΠΚ, δίχως να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο",αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο. Η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης ότι ο Χ1, επανέφερε βίαια στο αυτοκίνητο, την παθούσα όταν αυτή επεχείρησε να αποδράσει "χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση των υπολοίπων Χ3-Χ2", ενέχει σαφώς, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της περιγραφόμενης μέχρι τότε συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ενεργό επιδοκιμασία αυτού στην πράξη του αυτουργού, αλλά και αιτιολογεί την εκ των προτέρων γνώση του αναιρεσείοντος για την τέλεση της εν λόγω πράξεως.
ΙΧ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως αβάσιμες, και οι δύο συνεκδικασθείσες αιτήσεις, και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).
Χ. Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται για το ένδικο μέσο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι και επί ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της καθής η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως. Κατ' ακολουθία, η από 28/11/2008 αίτηση του Χ2 (με ημερομηνία κατάθεσης 1/12/208), με την οποία ζητείται η συμπλήρωση της 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς δεν προβλέπεται από το διατακτικό αυτής η αφαίρεση από την καταγνωσθείσα σε αυτόν ποινή του χρόνου της προσωρινής του κρατήσεως, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του οποίου συζητείται η κατά της ως άνω αποφάσεως ασκηθείσα από 24/13-6-2008 αναίρεση του ιδίου αιτούντος, μετά της οποίας πρέπει να συνεκδικασθεί και να εξετασθεί περαιτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, ο αιτών συνελήφθη στις 28/3/2004 δυνάμει του 13/2004 εντάλματος προσωρινής κράτησης του Ανακριτή Ροδόπης και κρατήθηκε προσωρινά έως την 30-4-2004, ότε και αποφυλακίστηκε σε εκτέλεση της 35/2004 διατάξεως του αυτού Ανακριτή, με την οποία διατάχθηκε την αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με τους αναφερόμενους σε αυτή περιοριστικούς όρους. Το Πενταμελές, όμως, Εφετείο Θράκης παρέλειψε, προφανώς από παραδρομή, να αφαιρέσει από την εκτιτέα ποινή των τεσσάρων ετών, που επέβαλε στον αιτούντα με την προσβαλλόμενη 87/2008 απόφασή του, τον χρόνο της προσωρινής αυτού κρατήσεως, από την 28/3/04, έως την 30/4/2008, δηλαδή ένα μήνα και δύο ημέρες.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να συμπληρωθεί κατά την παράλειψη αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 1) 25/17-6-2008, 2) από 1/7/2008 (αρ.πρωτ. 5764/2-7-08), 3) 24/13-6-2008 και 4)23/13-6-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1 κατοίκου ... β)Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., γ) Χ3 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... και δ) Χ4 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., αντίστοιχα, μετά των από 20/1/2009 (με ημερομηνία κατάθεσης 21/1/09) προσθέτων λόγων του πρώτου για αναίρεση της 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα. Δέχεται την από 28/11/2008 (με ημερομηνία κατάθεσης 1/12/2008) αίτηση του δευτέρου (Χ2) για συμπλήρωση της 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Διορθώνει την 87/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, και συμπληρώνει αυτήν ως προς την αφαίρεση του χρόνου κράτησης από την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή στον κατηγορούμενο αιτούντα Χ2 τον χρόνο της προσωρινής του κράτησης από 28/3/2004 έως την 30/4/2008, δηλαδή ένα μήνα και δύο ημέρες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων αναιρέσεως, προσθέτων λόγων και αιτήσεως για συμπλήρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ερημοδικία δύο διαδίκων. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη γι’αυτούς. Αρπαγή από κοινού που αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών σε πράξη, χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του (322 ΠΚ). Στοιχεία εγκλήματος. Απλή συνέργεια στην πράξη αυτή. Συμμορία (άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Ελαφρυντικά άρ. 84 παρ. 2α, β, δ, ε ΠΚ. Αίτηση για συμπλήρωση της απόφασης του εφετείου από τον Άρειο Πάγο (αφαίρεση χρόνου προσωρινής κράτησης). Απορρίπτει αιτήσεις. Δέχεται αίτηση του δευτέρου για συμπλήρωση της απόφασης αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Αρπαγή, Μάρτυρες, Πρόσθετοι λόγοι, Αποφάσεως συμπλήρωση.
| 0
|
Αριθμός 857/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριος Οικονομάκη, περί αναιρέσεως της 73/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1687/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 § 1 στοιχ. α του ν. 2.168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξεις", όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων, τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. Από την προεκτεθείσα διάταξη προκύπτει, ότι τυποποιείται, ως κακούργημα και τιμωρείται, εκτός άλλων, η εισαγωγή και κάθε πράξη διακίνησης, όπως η κατοχή και η μεταφορά, ορισμένων αντικειμένων, από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 § 1 του πιο πάνω νόμου, μεταξύ των οποίων είναι πιστόλια, πολυβόλα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά και γενικά είδη πολεμικού υλικού, εφόσον κάθε μια από αυτές γίνεται με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό, ανεξάρτητα από την πραγμάτωση αυτού, καθοριζόμενων στο νόμο αποδεκτών, και συγκεκριμένα, είτε επίδοξου δράστη κακουργήματος, είτε υπάρχοντος σωματείου, οργάνωσης, ομάδας ή ένωσης προσώπων, χωρίς ωστόσο για τη θεμελίωση του πρόσθετου αυτού υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος τούτου να απαιτείται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένο το πρόσωπο, το σωματείο, η οργάνωση, η ομάδα ή η ένωση προσώπων, στα οποία θα διαθέτονταν τα όπλα και τα πυρομαχικά αυτά. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι υλικό αντικείμενο του εγκλήματος τούτου αποτελούν μόνο τα πολεμικά τυφέκια, τα αυτόματα, τα πολυβόλα, τα πιστόλια, τα περίστροφα, οι χειροβομβίδες, τα πυρομαχικά, οι εκρηκτικές ύλες, οι εκρηκτικοί μηχανισμοί και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, δηλαδή τα όπλα, τα οποία αναφέρονται στην § 1. Περαιτέρω, όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει αντικείμενα από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 15 § 1 του ν. 2.168/1993, διαπράττει ισάριθμα, αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του ΠΚ, τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται έκαστο αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, αφού στην ανωτέρω διάταξη που προβλέπει την τιμωρία του εν λόγω σωρευτικά μικτού εγκλήματος δεν εμπεριέχεται διάταξη ανάλογη με τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 του ν. 1.729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", που να προβλέπει την επιβολή στον υπαίτιο μιας ποινής, αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους (εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, πώληση, μεταφορά κλπ.) και αφορά την ίδια ποσότητα πολεμικών όπλων κλπ. από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 15 § 1 του ν. 2.168/1993. Κατοχή, κατά την έννοια των άρθρων 7 και 15 του ν. 2.168/1993, είναι η σχέση μεταξύ του κατόχου και των κατεχόμενων όπλων και πυρομαχικών, με βάση την οποία ο κάτοχος έχει τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας επ' αυτών και διαθέσεώς τους κατά τη βούλησή του, μεταφορά δε η μετακίνηση των όπλων από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο. Εξετέρου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης 3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθ. 73/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) την 28-6-2003 στην ... κατείχε, μετέφερε και εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια πυρομαχικά με σκοπό τη διάθεση σε τρίτους για διάπραξη κακουργημάτων ή τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος όντας οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου μετέβη στην Αλβανία προκειμένου να μεταφέρει στην Ελλάδα ποσότητες ξυλοκάρβουνου. Την 28-6-2003 εισήλθε στην Ελλάδα μέσω του Τελωνείου ... . Εκεί, σε γενόμενο ιδιαίτερο έλεγχο από τους αρμόδιους τελωνειακούς υπαλλήλους, ανακαλύφθηκαν στην καρότσα του αυτοκινήτου, 353.432 πολεμικά φυσίγγια των 7, 62 χιλιοστών καλάζνικοφ κοινής βολίδος και τροχειοδεικτικά, τα οποία είχε επιμελώς αποκρύψει ανάμεσα στους σάκους του ξυλοκάρβουνου. Τα παραπάνω φυσίγγια ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να τα διαθέσει σε τρίτους για διάπραξη κακουργημάτων ή να εφοδιάσει ομάδες οργανώσεις, σωματεία ή ενώσεις προσώπων, αφού, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποσότητας, δεν μπορούσε να τα έχει για δική του χρήση, ενώ εξάλλου ήταν φυσίγγια πολεμικού όπλου (καλάζνικοφ) και συνεπώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για κυνήγι ή άλλες επιτρεπόμενες χρήσεις αλλά μόνο για επαγγελματικούς σκοπούς. Ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι ήταν οδηγός του συγκεκριμένου φορτηγού αυτοκινήτου, στο οποίο ανευρέθησαν τα προαναφερόμενα πυρομαχικά, πλην όμως ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη τους και ότι αυτά φορτώθηκαν εν αγνοία του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι μετέφερε στην καρότσα του αυτοκινήτου τα προαναφερόμενα πυρομαχικά όπως προκύπτει ιδία από τις καταθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου των τελωνειακών υπαλλήλων ... και Μ1 . Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αρνιόταν επίμονα να ανοίξει τα πλαϊνά τμήματα της καρότσας του αυτοκινήτου, από τα οποία θα μπορούσε να γίνει καλλίτερος έλεγχος του φορτίου και από τα οποία πράγματι ανακαλύφθηκαν οι μεταφερόμενες ποσότητες φυσιγγίων. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η άρνησή του σχετιζόταν με την πιθανή πτώση των σάκκων ξυλοκάρβουνου στο έδαφος δεν είναι πειστική, εφόσον οι τελωνειακοί τον διαβεβαίωναν ότι υπήρχε εργατικό προσωπικό για την εργασία αυτή. Επομένως γνώριζε την ύπαρξη του παράνομου φορτίου. Πέραν τούτου όπως κατέθεσε ο εκ των μαρτύρων Μ1 το σχοινί, το οποίο έδενε περιμετρικά τον μουσαμά της καρότσας του φορτηγού "σε ένα σημείο ήταν επιμελώς κομμένο και δεμένο με σύρμα". Η σφραγίδα του τελωνείου θα ετίθετο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Επομένως, κατά τη διαδρομή του αυτοκινήτου από το Τελωνείο ... μέχρι το Τελωνείο ..., θα γινόταν η μεταφόρτωση των πυρομαχικών "χωρίς να έχει πειραχθεί η σφραγίδα του τελωνείου ...", όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ήταν παρών κατά την φόρτωση του αυτοκινήτου πλην όμως απουσίασε 15 λεπτά περίπου και στο διάστημα αυτό φορτώθηκαν, εν αγνοία του, τα πυρομαχικά. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν είναι αληθής, αφού αυτός, ο μεν έμπειρος οδηγός γνώριζε τον κίνδυνο που διέτρεχε εάν απουσίαζε κατά την φόρτωση, αφετέρου τα πυρομαχικά φορτώθηκαν στο κάτω μέρος της "καρότσας" και συνεπώς φορτώθηκαν πρώτα αυτά και μετά οι σάκοι ξυλοκάρβουνου. Επομένως, ήταν παρών κατά την φόρτωσή τους. Πέραν τούτων ο κατηγορούμενος δεν δίδει κάποια εξήγηση γιατί το σχοινί πρόσδεσης του μουσαμά του αυτοκινήτου ήταν επιμελώς κομμένο και επανασυνδεμένο, όπως προαναφέρεται, ούτε για ποίο λόγο, ως έμπειρος οδηγός, δεν κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν υπέρβαρο, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ..., ανθυπολοχαγού, το συνολικό βάρος των μεταφερομένων φυσιγγίων ανερχόταν σε 13 τόννους, ενώ το κανονικό μεταφερόμενο φορτίο ξυλοκάρβουνου έχει μεγάλο όγκο και μικρό ειδικό βάρος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο εισαγωγής κατοχής και μεταφοράς πυρομαχικών, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων και τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων και οργανώσεων, και, αφού ανεγνώρισε σε αυτόν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρ. 84 § 2 εδαφ. α και ε του ΠΚ), επέβαλε στον ίδιο ποινή, καθείρξεως πέντε (5) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, Π.Κ. 1 παρ. 1δ, και 15 § 1 εδ. α του ν. 2.168/1993, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του σωρευτικά μικτού εγκλήματος του άρθρου 15 § 1 του ν. 2.168/1993, με μορφές διακινήσεως την εισαγωγή, κατοχή και τη μεταφορά, ενώ αιτιολογείται ειδικά και ο σκοπός του δράστη για τη διάθεση των εισαγομένων, κατεχόμενων και μεταφερόμενων πυρομαχικών, σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργήματος ή τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων και οργανώσεων, ενώ, όπως ειπώθηκε, για τη θεμελίωση των εγκλημάτων τούτων δεν ήταν αναγκαίο να καθορισθούν τα πρόσωπα, ομάδες ή οργανώσεις, στα οποία θα γίνονταν η διάθεση των πυρομαχικών ούτε να επακολουθήσει αληθώς η διάθεση ή ο εφοδιασμός αυτών. Περαιτέρω: 1] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει [και όχι στο σύνολό του] ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά 2) Εφόσον το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου" δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι μαζί με τα υπόλοιπα αναγνωσθέντα έγγραφα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και α] το με αριθμ. ... έγγραφο του Τελωνείου ... και β) το από 4-7-2003 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής πυρομαχικών του Τελωνείου .... Η αιτίαση ότι τα πυρομαχικά ήσαν "άχρηστα" είναι απαράδεκτη, διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό τους ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για διακεκριμένες περιπτώσεις εισαγωγής, κατοχής, μεταφοράς πυρομαχικών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πυρομαχικών κατοχή.
| 0
|
Αριθμός 855/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ηλιακόπουλο, για αναίρεση της 5/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με συγκατηγορούμενους τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 531/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 88 § 1 Ν. 3386/2005.....οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος....καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα στην Ελληνική επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή ......τιμωρούνται α)με φυλάκιση.......β)με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα .........γ)με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Εξ αυτών προκύπτει ότι 1)θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό το οποίο πραγματώνεται με έκαστον εκ των ως άνω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη χώρα ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν μεταφορά τους ή προώθησή τους....γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών 2)για την εκτέλεση τους αδικήματος της μεταφοράς ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου (στο εσωτερικό αυτής) απαιτείται υποκειμενικώς δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη δε η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν το διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5/2008 απόφαση, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των ενόρκως στο ακροατήριο εξετασθέντων μαρτύρων της κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων, (εδέχθη) τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος όπως και ο ίδιος ομολογεί κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας 80 λαθρομεταναστών ενεργώντας κατ' επάγγελμα και με τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τον άνθρωπο σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχον τον κατηγορούμενο Χ του ότι: "Ειδικότερα, στο ύψος του βόρειου κόμβου ... την 12-1-2006 κατελήφθη από όργανα του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Ορεστιάδας να διευκολύνει, από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση και κοινή δράση, τη μεταφορά αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας και συγκεκριμένα ως οδηγός του με αριθμό πλαισίου ... Ι.Χ.Φ, μάρκας SCANIA, χρώματος λευκού, από κοινού με τον Ψ1 και άλλους τρεις Έλληνες υπηκόους με τα ονόματα "...", "..." και "..." αντίστοιχα, των οποίων τα λοιπά στοιχεία ταυτότητας δεν κατέστησαν γνωστά κατά την ανάκριση, επιβίβασαν σε αυτό ογδόντα (80) αλλοδαπούς υπηκόους", των οποίων τα ονόματα εν συνεχεία αναφέρει. "Τους παραπάνω μετάφεραν με σκοπό να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας και συγκεκριμένα στην ..., ειδικότερα δε οδηγούσε το προαναφερόμενο φορτηγό και ο Ψ1 το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ενεργούσε δε ως προπομπός και προπορευόταν κατά τη μεταφορά, προκειμένου να ελέγχει το δρόμο και να τον ειδοποιήσει έγκαιρα σχετικά με ενδεχόμενη παρουσία αστυνομίας ή άλλου εμποδίου. Οι ανωτέρω αναφερόμενοι αλλοδαποί εισήλθαν λάθρα στην ελληνική επικράτεια την 11-1-2006 από την αγροτική περιοχή ... μέσω του ποταμού ..., βοηθούμενοι από δύο Έλληνες και δύο Τούρκους υπηκόους, των οποίων τα στοιχεία δεν κατέστησαν γνωστά κατά την ανάκριση και στους οποίους κατέβαλαν το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4000) Ευρώ έκαστος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην ελληνική επικράτεια, καθώς στερούνται νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που γνώριζαν. Τις παραπάνω πράξεις ενήργησε κατ' επάγγελμα, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, μετά από συστηματική οργάνωση, άμεση συνεργασία και σχεδιασμό κοινής επιχείρησης μεταφοράς και προώθησης των ως άνω λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας, που μεθόδευσε με τα λοιπά μέλη κυκλώματος που δρα στην ελληνική επικράτεια και το εξωτερικό και στο οποίο ανήκει, και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, καθώς για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας θα λάμβανε συνολική αμοιβή το ποσό των επτά χιλιάδων (7000) Ευρώ, έναντι του οποίου είχαν ήδη εισπράξει το ποσό των χιλίων (1000) Ευρώ από άγνωστο κατά την ανάκριση πρόσωπο. Ενήργησε δε την ανωτέρω πράξη από κοινού με τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και ειδικότερα επιβίβασε τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς στο εσωτερικό του φορτηγού (κλούβα), μήκους οκτώ (8) περίπου μέτρων, πλάτους δύο μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου (2,50) περίπου και ύψους τριών (3) περίπου μέτρων, το οποίο προορίζεται για μεταφορά εμπορευμάτων και στο οποίο υπήρχαν μόνο δύο μικρά παράθυρα, διατάσεων 25 επί 25 εκατοστών του μέτρου περίπου που επέτρεπαν την είσοδο οξυγόνου στο χώρο. Από την έλλειψη οξυγόνου και την αδυναμία αερισμού του χώρου, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χωρητικότητα του εσωτερικού του φορτηγού (κλούβας) για έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, που συνίσταται στην πιθανότητα ασφυξίας των μεταφερομένων, δεδομένου ότι η απόσταση που επρόκειτο να διανύσουν από την ... στην ... ήταν μεγάλη". Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του και δη στο σκεπτικό συμπληρούμενο από το διατακτικό την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (της παραβάσεως) του άρθρου 88 § 1 στοιχ. β', γ' Ν. 3386/2005, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του όλα τα ανωτέρω περιστατικά που στοιχειοθετούν το έγκλημα της διευκολύνσεως της μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου από κοινού, κατ' επάγγελμα και με τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, αφού εκτίθενται σ' αυτό και οι περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τελέσεως και της δυνατότητος να προκύψει ο κίνδυνος της ασφυξίας των λαθρομεταναστών.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του ότι δεν περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ή κατ' επάγγελμα τέλεση και ο κίνδυνος ζωής που θα μπορούσε να προκύψει για άνθρωπο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη των καταθέσεων των μαρτύρων, ο λόγος είναι απαράδεκτος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία να αναπτυχθούν δε και προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 ΚΠΔ) και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 § 2 α', β' και δ' ΠΚ δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια και (ότι) επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, είναι δε ορισμένοι οι ισχυρισμοί αυτοί όταν περιλαμβάνουν τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή των, έντιμη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις ώθηση στην πράξη του από μεγάλη ένδεια, ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως με συγκεκριμένες πράξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Χ προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ανέπτυξε προφορικώς και υπέβαλεν εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, έχοντας κατά λέξη ως εξής: "Ο κατηγορούμενος, διήγαγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή χωρίς να παρουσιάσει ποτέ αντικοινωνικές πράξεις (ΑΠ 1119/86, Ποιν, Χρον, 1987,32). Η επαγγελματική του θέση και η μόνιμη κατοικία του, αποτελούν κύριες και αναμφισβήτητες συνιστώσες της ζωής του στην ....
Δεν υπάρχει καμία σοβαρή καταδίκη στο ποινικό του μητρώο. Δεν προκύπτει από την προηγούμενη ζωή του κατηγορουμένου, να έχει απασχολήσει τις αρχές ή να έχει δημιουργήσει επεισόδια στον κοινωνικό του περίγυρο. (ΑΠ 1515/1996, Υπέρ. 1997,825).
Στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια η από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση. Είναι πατέρας τεσσάρων τέκνων. Το ένα δεκαέξι ετών αυτοκτόνησε. Η φτώχεια και η ένδεια της οικογένειας τον οδήγησαν στη διάπραξη του Εγκλήματος. Ο κατηγορούμενος, μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει. Ενώ ανακριτικά αρνείται, προανακριτικά και έως σήμερα Ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ομολογεί με όλες τις λεπτομέρειες με ποιούς συμμετείχε και από πού πήρε την εντολή. Έχει ομολογήσει τις πράξεις του, κι επανειλημμένα έχει δηλώσει την μετάνοια του, ενώ η στάση του υποδηλώνει μεταβολή και μετάλλαξη στον ψυχισμό του". Οι ισχυρισμοί αυτοί, καίτοι ορισμένοι, απερρίφθησαν από το Πενταμελές Εφετείο χωρίς αιτιολογία, αφού το δικαστήριο είπε στο διατακτικό του μόνο "
Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του 1ου κατηγορουμένου (ήτο ο Χ)", ήτοι χωρίς να γίνεται αναφορά στα επικαλούμενα υπό του αναιρεσείοντος περιστατικά και χωρίς να εκτίθενται ειδικώς και συγκεκριμένως τα αρνητικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Εντεύθεν το άνω Εφετείον υπέπεσε κατ' αυτό το μέρος στην εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως που προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας για την απόρριψη των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και πρέπει να αναιρεθεί η πληττομένη απόφαση ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών και αναγκαίως και ως προς την διάταξη περί επιβολής ποινής. Εν συνεχεία δε να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών, περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξη και ως προς την περί επιβολής της ποινής διάταξη αυτής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005. Μεταφορά και προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Ελλάδος. Είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό. Πως τιμωρείται κατ’ επάγγελμα κίνδυνος ζωής. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελής ισχυρισμούς εφ’ όσον είναι ορισμένοι και αναπτύχθηκαν προφορικώς. Απορρίφθηκαν από το δικαστήριο, χωρίς να γίνεται αναφορά στα επικαλούμενα περιστατικά και χωρίς να αναφέρονται τα αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του δικαστηρίου. Αναιρεί ως προς τη διάταξη περί απορρίψεως ελαφρυντικών περιστάσεων και ως προς την περί επιβολής ποινής. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 854/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρίνα Φιλιππίδου, περί αναιρέσεως της 1179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1857/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1179/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, για την πράξη της απλής δυσφήμησης και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών η οποία ανεστάλη. Το δικαστήριο, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικός μηχανικός με έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας την ... όπου δραστηριοποιείται επαγγελματικά, αναλαμβάνοντας κυρίως την ανοικοδόμηση ακινήτων με το σύστημα της αντιπαροχής, έχοντας συστήσει για το σκοπό αυτό ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σία ". Κατά το παρελθόν είχε διατελέσει δημοτικός σύμβουλος του Δήμου ... και κατά τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του έτους 2002 εκλέχτηκε δήμαρχος του παραπάνω Δήμου. Το έτος 1994 στα πλαίσια της παραπάνω επαγγελματικής του δραστηριότητας δυνάμει του με αριθμ. ... προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καβάλας Ανδρονίκης Μουτσοκάπα - Μαλακασιώτου ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο εμβαδού 2500 τ.μ. περίπου, συγκυριότητας των κληρονόμων του ..., που βρίσκεται στην ..., στη συνοικία "..." στη συμβολή των οδών .... Το εν λόγω οικόπεδο σύμφωνα με το σχέδιο πόλης... του έτους 1985 ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομήσιμο. Όμως με την τροποποίηση του σχεδίου πόλης του έτους 1989 διαχωρίστηκε σε τρία οικοδομικό τετράγωνα, και συγκεκριμένα τα με αριθμούς ..., ... και ... εκ των οποίων το ένα χαρακτηρίσθηκε ως "χώρος κατοικίας", το άλλο ως "χώρος ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου" και το τρίτο ως "χώρος πρασίνου". Ο πολιτικώς ενάγων, μετά την ανάθεση της ανέγερσης οικοδομής στο οικόπεδο αυτό από τους συνιδιοκτήτες του, με την από ...αίτηση του προς τον Δήμο ... ζήτησε την τροποποίηση του σχεδίου πόλης, προκειμένου να αρθεί το πολεοδομικό βάρος που είχε επιβληθεί επί του ακινήτου, προτείνοντας προς τούτο διάφορες εναλλακτικές λύσεις (αντικατάσταση με άλλο οικόπεδο, αποζημίωση ή αξιοποίηση αυτού). Η αρμόδια για το σχέδιο πόλης τού Δήμου Επιτροπή, η οποία εξέτασε την παραπάνω αίτηση, αντιπρότεινε να γίνει αποχαρακτηρισμός του τμήματος του οικοπέδου για "χώρο ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου" και να ενοποιηθεί το οικόπεδο με αντάλλαγμα την κατασκευή μιας αίθουσας πολλαπλών χρήσεων, εμβαδού 100 τ.μ. προς την οδό ...ή την οδό ... αναλόγως των αναγκών του Δήμου και την με συμβολαιογραφική πράξη δωρεά της αίθουσας αυτής στο Δήμο ..., χωρίς η επιφάνεια αυτής να υπολογισθεί στη συνολική επιτρεπόμενη δόμηση του οικοπέδου. Την ανωτέρω λύση (αντιπρόταση) αποδέχθηκε ο πολιτικώς ενάγων για λογαριασμό των οικοπεδούχων με την από ... επιστολή του, απευθυνόμενη προς τον Δήμο ... . Ακολούθως, ο πολιτικώς ενάγων απηύθυνε προς τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας την από ... αίτησή του, με την οποία ζήτησε να ενημερωθεί αν η υπηρεσία αυτή προτίθεται να απαλλοτριώσει το τμήμα του ακινήτου επί του οποίου είχε τεθεί το πολεοδομικό βάρος και έλαβε προς τούτο αρνητική απάντηση (βλ. το με αριθμ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας). Η τροποποίηση του σχεδίου πόλης στις οδούς ... εγκρίθηκε ομόφωνα με τις με τις με αριθμ. ... και ... αποφάσεις του Δ.Σ. του Δήμου ..., το οποίο με την με αριθμό ... απόφαση του απέρριψε τις ενστάσεις των περιοίκων κατά της τροποποίησης του σχεδίου με το σκεπτικό ότι κανένας φορέας δεν ήταν διατεθειμένος να απαλλοτριώσει το εν λόγω τμήμα. Ειδικότερα το παραπάνω Δ.Σ. αποφάσισε (παρ. 75.13 της ... απόφασης) να αποχαρακτηρισθεί ο "χώρος ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου" και να γίνει συνένωση των οικοδομικών τετραγώνων 637 ΑΧ - ΚΧ χωρίς προσαύξηση ΣΔ (συντελεστή δόμησης), όπως φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την με αριθμό ... απόφαση του Δ.Σ. Η οικοδομή που θα κατασκευαστεί θα είναι σύμφωνα με τα προσχέδια που έχουν κατατεθεί στην τεχνική υπηρεσία ως προς το ύψος και την μορφή του κτιρίου και θα παραχωρηθεί μία αίθουσα 100 τ.μ. στο Δήμο ... για κοινωνική χρήση. Η παραπάνω με αριθμ. ... απόφαση του Δ.Σ. του Δήμου ... υποβλήθηκε στο ΣΧΟΠ και τελικά η τροποποίηση του σχεδίου πόλης στο εν λόγω οικόπεδο εγκρίθηκε με την ... απόφαση του Νομάρχη και εκδόθηκε στη συνέχεια η με αριθμό ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας ..., δυνάμει της οποίας ο πολιτικώς ενάγων κατασκεύασε επί του οικοπέδου κτίρια επιφανείας 1.878,30 τ.μ. Μεταξύ των χώρων που κατασκευάσθηκαν ήταν και η αίθουσα κοινωνικών εκδηλώσεων, εμβαδού 100 τ.μ., την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραχωρήσει στο Δήμο .... Όμως, μεταξύ αυτού (πολιτικώς ενάγοντος) και του Δήμου ..., ανέκυψε διάσταση απόψεων σχετικό με το ζήτημα της μεταβίβασης της συγκεκριμένης αίθουσας στο Δήμο κατά κυριότητα ή κατά χρήση, γεγονός το οποίο δεν είχε διευκρινισθεί κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις. Ο πολιτικώς ενάγων προς εκτέλεση της αναληφθείσας εκ μέρους του υποχρεώσεως απέστειλε προς τον Δήμο ... την από 9-3-2001 επιστολή, με την οποία τον καλούσε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να καταστεί δυνατή η παραχώρηση σ' αυτόν με συμβολαιογραφικό έγγραφο ανεξάρτητου χώρου συνολικού εμβαδού 100 τ.μ. (ήτοι 20 τμ της ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος και 80 τ.μ. κατά χρήση), καθώς και η μεταβίβαση κατά κυριότητα και χρήση ημιυπαίθριου χώρου εμβαδού 13,75 τ.μ. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τον παραπάνω χρόνο είχε την ιδιότητα, του Δημάρχου ..., υπό την ιδιότητα του αυτή εξέλαβε το περιεχόμενο της επιστολής του πολιτικώς ενάγοντος ως αθέτηση εκ μέρους του των έναντι της προηγούμενης διοίκησης του Δήμου ... ανειλημμένων υποχρεώσεων του προς παραχώρηση της εν λόγω αίθουσας στο Δήμο, ο οποίος ως αντάλλαγμα γι' αυτήν προέβη στην τροποποίηση του σχεδίου πόλης για το εν λόγω οικόπεδο και για το λόγο αυτό δεν αποδέχθηκε την παραπάνω προσφορά (του πολιτικώς ενάγοντος), ο οποίος τότε απέστειλε προς τον πρόεδρο του Δ.Σ. του Δήμου ... την από 13-12-2001 επιστολή του, με την οποία αφού ισχυρίζονταν ότι καίτοι νομική δέσμευση του για την παραχώρηση του προαναφερόμενου χώρου στο Δήμο ... δεν υφίσταται, καθόσον η προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη ... περί τροποποίησης του σχεδίου πόλης, έπαψε να ισχύει από τριετίας, λόγω ακύρωσης της τροποποίησης και επαναφοράς του σχεδίου του έτους 1985, ότι πουθενά δεν αναγράφεται η υποχρέωση του για μεταβίβαση κατά κυριότητα της εν λόγω αίθουσας, ότι η παραχώρηση της χρήσης ενός ακινήτου σε Ν.Π.Δ.Δ., ισοδυναμεί ουσιαστικά με κυριότητα, δήλωνε ότι εμμένει στη δέσμευση που είχε αναλάβει, πλην όμως, ότι αναστέλλει την προσφορά του μέχρι τις 31-12-2002 και ότι θα επανέλθει με τη νέα διοίκηση που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές ή θα προτείνει την παραχώρηση σε άλλο φορέα (βλ. από 13-12-2001 επιστολή). Κατά τη δημόσια συνεδρίαση του Δ.Σ. του Δήμου... της 19-12-2001 ο κατηγορούμενος υπό την ως παραπάνω ιδιότητα του, του Δημάρχου..., ισχυρίστηκε ενώπιον των μελών του Δ.Σ. του Δήμου ..., πολυπληθούς ακροατηρίου και εκπροσώπων των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αναφερόμενος στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος, μεταξύ άλλων, και τα εξής: " 1)... Είναι αυτοί που θησαύρισαν με τη βοήθεια αποφάσεων της προηγούμενης διοίκησης να τηρούν κάποτε και το λόγο τους. Ο κ. Ψ1 ο οποίος είναι πολύ μικρός για να απευθύνεται με τέτοια επιστολή στο Δήμαρχο που τον ανέχεται τρία χρόνια να παρανομεί και να κλέβει το Δήμο και το Κράτος..." "...Στη δική μου θητεία ικανοποιήσαμε και ένα άλλο αίτημα του εξαιτίας του οποίου γίναμε κακοί με όλους τους κατοίκους της οδού ... γιατί στερήσαμε την περιοχή από χώρους στάθμευσης, για να μην πάει στη φυλακή λόγω των παρανομιών που έκανε εκεί. Και τώρα θέλει να κάνει κι' άλλες παρανομίες και μας εκβιάζει γι' αυτό...". "Δεν προχωράει, για να μας εκβιάσει και μας στέλνει αυτή την επιστολή αφού προηγουμένως βγήκε στα κανάλια όπου και την ανέγνωσε λέγοντας παράλληλα και άλλες αλητείες. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να υπηρετήσουν την τοπική αυτοδιοίκηση Ουαί και αλίμονο για την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι άνθρωποι που θα την υπηρετήσουν πρώτα απ' όλα πρέπει να έχουν αγωγή και τρόπους και να μην ασχημονούν σε βάρος της. Αυτός είναι ο κ. Ψ1 που θέλει να γίνει και Δήμαρχος στη ... για να την κατακλέψει ...". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς και ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον εμφανίζουν ως άνθρωπο που δεν τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, που πλούτισε αθέμιτα και γενικώς παρανομεί. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος υποστήριξε ότι ο πολιτικώς ενάγων ευνοήθηκε αδικαιολόγητα από τις παραπάνω τροποποιήσεις του σχεδίου πόλης, που είχαν αποτέλεσμα την αύξηση της δομήσιμης επιφάνειας του οικοπέδου και την εξ αυτού του λόγου αποκόμιση μεγαλύτερης οικονομικής ωφέλειας του πολιτικώς ενάγοντος, ότι από τα όργανα της πολεοδομίας έγιναν μη νόμιμες παρεμβάσεις στις "πινακίδες" του σχεδίου πόλεις στη δεύτερη ανάρτηση και συγκεκριμένα στην αναγραφή του όρθρου 12 του ν. 1577/1984 προστέθηκε η παράγραφος 6, που δεν υπήρχε στην πρώτη ανάρτηση των "πινακίδων" και η προσθήκη αυτή έδινε προσαύξηση συντελεστή δόμησης στο οικόπεδο, με αντίστοιχη ωφέλεια του πολιτικώς ενάγοντος, ότι στην απόφαση του Δ.Σ. του Δήμου δεν υπήρχε όρος για το μη υπολογισμό της αίθουσας στο συντελεστή δόμησης, ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να διαμορφώσει κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων πλησίον του οικοπέδου, το εμβαδόν του οποίου όμως είναι ελάχιστο σε σχέση με το προβλεπόμενο, ούτε άλλωστε έγινε διαμόρφωση αυτού από τον πολιτικώς ενάγοντα, και τέλος αμφισβήτησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω οικοπέδου, ισχυριζόμενος ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα όσον αφορά το ψευδές των ισχυρισμών του κατηγορουμένου αποδείχθηκε ότι όλες οι διαδικασίες της διοίκησης, βάσει των οποίων ο πολιτικώς ενάγων ανήγειρε στο οικόπεδο κτίσματα συνολικού εμβαδού 1878,30 τ.μ., (τροποποίηση σχεδίου πόλης, έκδοση άδειας από την πολεοδομική αρχή) ήταν σύννομες και ουδέποτε η νομιμότητα αυτών των πράξεων αμφισβητήθηκε είτε από το Δήμο ..., είτε από το Ελληνικό Δημόσιο, τουλάχιστον μέχρι το χρόνο που ο κατηγορούμενος προέβη στους ισχυρισμούς του σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά ούτε και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οικοπέδου αμφισβητήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Για τη μη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου που είχε χαρακτηριστεί ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων δίπλα στο οικοδομηθέν οικόπεδο, υπεύθυνος ήταν ο Δήμος και όχι ο πολιτικώς ενάγων. Βέβαια το εμβαδόν του εν λόγω κοινόχρηστου χώρου είναι μικρότερο από το αρχικό προβλεπόμενο, διότι μέρος αυτού χρησιμοποιήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα για την κατασκευή "ράμπας" για την δυνατότητα πρόσβασης ατόμων με ειδικές ανάγκες, στην ενέργεια όμως αυτή προέβη ο τελευταίος σε συνεννόηση και με τη σύμφωνη γνώμη του Δήμου. Όσον αφορά το ζήτημα της νομικής μορφής που θα είχε η παραχώρηση της αίθουσας στο Δήμο για κοινωφελή χρήση, υπάρχει ασάφεια ως προς το εάν η συμφωνία της προηγούμενης διοίκησης με τον ενάγοντα αφορούσε την παραχώρηση της στον Δήμο ...κατά κυριότητα ή κατά χρήση, αφού αυτό δεν ορίζεται ρητά σε κάποιο έγγραφο. Βέβαια κατά τις μεταξύ τους συζητήσεις και προκειμένου ο Δήμος να συναινέσει στην επιθυμητή από τον πολιτικώς ενάγοντα τροποποίηση του σχεδίου πόλης, έγινε αναφορά για μεταβίβαση και μάλιστα δωρεά της αίθουσας, έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μεταβίβαση κατά κυριότητα και όχι μόνο κατά χρήση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιφάνεια της συγκεκριμένης αίθουσας δεν προσμετρήθηκε στο συντελεστή δόμησης κατά τη συμφωνία των μερών. Όμως το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια να υπάρχει νομικό κώλυμα για τη μεταβίβαση της κατά κυριότητα, επιπλέον δε παρείχε στον πολιτικώς ενάγοντα τη δυνατότητα να ωφεληθεί, αποκτώντας την κυριότητα ενός διαμερίσματος της διπλανής οικοδομής, που αντιστοιχούσε στο μη προσμετρηθέντα συντελεστή δόμησης της αίθουσας. Όσον αφορά την τροποποίηση του σχεδίου πόλης του έτους 1998 πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι αρχικό στην απόφαση του ΣΧΟΠ αναγραφόταν μόνο το άρθρο 12 του ν. 15577/1984, που σήμαινε χωρίς προσαύξηση συντελεστή δόμησης και στη συνέχεια στη δεύτερη ανάρτηση έγινε η προσθήκη της παραγράφου 6 στις σχετικές "πινακίδες" του σχεδίου πόλης, που σημαίνει με προσαύξηση συντελεστή δόμησης και συνακόλουθα μεγαλύτερη δομήσιμη επιφάνεια του οικοπέδου με αντίστοιχη ωφέλεια του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς όμως από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι η προσθήκη αυτή έγινε με παράνομο τρόπο και συγκεκριμένα με μη νόμιμες παρεμβάσεις των οργάνων της πολεοδομίας. Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στους ψευδείς για τον πολιτικώς ενάγοντα ισχυρισμούς, που συνδέονται άμεσα με τα παραπάνω γεγονότα, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και επομένως δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικώς η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία κατηγορείται αυτός, αλλά της απλής δυσφήμησης, για την οποία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είναι άδικη η πράξη του διότι συνιστά εκδήλωση που έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων του Δήμου, καθώς και ότι οι ισχυρισμοί του δεν είναι πραγματικά γεγονότα αλλά αξιολογικές κρίσεις, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά το πρώτο σκέλος του για το λόγο ότι από τον τρόπο και τις περιστάσεις που ο κατηγορούμενος προέβη στους προαναφερθέντες ισχυρισμούς για τον εγκαλούντα προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτού, καθόσον ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί προσηκόντως το περιεχόμενο της σκέψης του για την προάσπιση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του και μολονότι το γνώριζε αυτό ο κατηγορούμενος προέβη στις δηλώσεις αυτές με σκοπό να βλάψει την τιμή του εγκαλούντος και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στο τελευταίο μέρος της προηγηθείσας νομικής σκέψης και κατά το δεύτερο σκέλος του για το λόγο ότι ως γεγονός νοείται και η έκφραση αξιολογικής κρίσης, καθώς και οι χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός, ώστε με τη σύνδεση και τη σχέση τους μ' αυτό να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας του (βλ. ΑΠ 1272/1995 ΠΧρ. ΜΣΤ' 388), όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο δεύτερος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση διότι τα όσα ισχυρίστηκε δεν ήταν ψευδή, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι τα όσα ισχυρίστηκε γιο τον εγκαλούντα ήταν ψευδή, για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέος και ο τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ., καθόσον αυτή εφαρμόζεται μόνο αν το γεγονός του όρθρου 362 είναι αληθινό, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση...".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ., την οποία εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα περιστατικά τα οποία στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε περί του εγκαλούντος τα οποία είναι πράγματι γεγονότα κατά την έννοια της άνω διατάξεως και επίσης ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή ήταν δε πρόσφορα και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιλεκτικά εκτίμησε και αξιολόγησε ορισμένα μόνο έγγραφα και αγνόησε εκείνα τα οποία ο κατηγορούμενος προσκόμισε και αναγνώσθηκαν είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως εξαίρονται ορισμένα μόνο εξ αυτών δεν σημαίνει ότι δεν εκτίμησε και αγνόησε ειδικώς τα έγγραφα εκείνα την ανάγνωση των οποίων είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος και για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ξεχωριστά σε καθένα από αυτά. Εξάλλου, με όσα διαλαμβάνονται στην απόφαση, με πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής των όρων εφαρμογής του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ δεχόμενο ότι ο τρόπος και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η απλή δυσφήμηση προέκυπτε σκοπός εξυβρίσεως του εγκαλούντος. Τέλος, με την παραδοχή ότι τα γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε περί του εγκαλούντος ήσαν ψευδή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τον περί συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 366 ΠΚ ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Η από τον τελευταίο και για τη θεμελίωση των άνω ισχυρισμών του επίκληση πραγματικών περιστατικών διαφορετικών από εκείνα τα οποία δέχεται η απόφαση και η κατά τούτο αιτίαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ουσιαστικώς πλήττεται η ανέλεγκτη περι πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφα, τα οποία εκτιμά προς θεμελίωση της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να αναγνωσθούν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ, σχετικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, από την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της απόφασης. Δεν δημιουργείται, όμως, οποιαδήποτε ακυρότητα όταν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα διηγηματικά και μόνον αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως και δεν σχετίζονται με αποδεικτικούς σκοπούς εν σχέσει με το δικαζόμενο έγκλημα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και στα αναγνωστέα και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν δεν περιλαμβάνονται α) το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο συμβολαίου της Σ/φου Καβάλας Ανδρ. Μουτσικάπα. β) η από ... αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος προς τον Δήμο .... γ) η από ... αίτηση του ιδίου προς την Δ/νση Κοινωνικής Πρόνοιας. δ) οι υπ' αριθμ...,. ... και ... αποφάσεις του Δημ. Συμβουλίου ... και ε) η υπ' αριθμ. ...απόφαση του Νομάρχη ... Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως αναφέρονται βέβαια τα παραπάνω μη αναγνωσθέντα έγγραφα, η αναφορά όμως αυτών, διηγηματικά και μόνο γίνεται για να καταδειχθεί η χρονική σειρά των γεγονότων από τα οποία απέρρευσε η μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του Δήμου αντιδικία, τα έγγραφα δε αυτά δεν σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, και ο περί απολύτου ακυρότητας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 49/17-11-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.1179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για απλή δυσφήμηση. Έγγραφα τα οποία διηγηματικώς αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως και δεν σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την πράξη για την οποία δικάζεται ο κατηγορούμενος. Η μνεία αυτών στο σκεπτικό, χωρίς να έχουν αναγνωσθεί δεν δημιουργεί ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δυσφήμηση απλη.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 853/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, περί αναιρέσεως της 782/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1488/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. γ' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως στις περιπτώσειςεκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/1946 "περί Αγορανομικού Κώδίκος" κατά την οποία "ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου ηγόρασε τρίτος τούτο, δύναται να υποβολή έφεσιν κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως επιδιδόμενην εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησης ταύτης αναστέλλει την διαδικασίαν της ποινικής διώξεως". Κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του ν.δ/τος 136/1946 "περί Αγορανομικού Κωδικός" και των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται, κατ' εξουσιοδότηση νόμου, και καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως αυτών σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ανάγονται στην προδικασία της σχετικής με τα αγορανομικά αδικήματα ποινικής διώξεως και οι από την παραβίαση τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, κατά το προμνημενευόμενο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα και των εκδοθεισών κατ' εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικών Αποφάσεων μετά γνώμη του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου (ΑΧΣ 1166/1993, αρ. 12-13, 19,20 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΥΑ 1100/87), κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά, διότι η αρμοδία χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δε προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος δείγματος. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την πιο πάνω διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 548/1998 ΥΑ Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ 127/18-2-1999) "Υγρά καύσιμα - Εξέταση με τη διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών".
Συνεπώς και επί υγρών καυσίμων δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος, καθόσον η εξέταση του δευτέρου δείγματος γίνεται αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως εφέσεως από τον ενδιαφερόμενο, εφόσον ο κάτοχος του δείγματος δηλώσει εγγράφως στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του δεύτερου δείγματος. Οι δειγματίζουσες δε Αρχές πρέπει να παραδώσουν εντός τριών εργασίμων ημερών το αργότερο τα λαμβανόμενα υπ' αυτών δείγματα στις πλησιέστερες Χημικές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα. Τυχόν ακυρότητα της δειγματοληψίας, διότι παραβιάστηκε η προθεσμία αυτή, είναι σχετική και αφορά την προδικασία, δεδομένου ότι ανάγεται στον τρόπο εξετάσεως του δείγματος, και, επομένως, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την προσβαλλόμενη 782/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως εφετείο, κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεων των άρθρων 30 παρ. 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 4, Ν.Δ. 136/46 (νόθευση καυσίμων) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών με τριετή αναστολή, ζητεί, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως του, την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο "α) με αντιφατικές και αυθαίρετες παραδοχές απέρριψε ένσταση αυτού για απαράδεκτο της εις βάρος του ποινικής διώξεως, την οποία, όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ' έφεση δίκη, για το λόγο ότι ουδέποτε του επεδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος ώστε ν' ασκήσει κατ' αυτού έφεση και β) με αυθαίρετη και διασταλτική ερμηνεία της ΥΑ 548/1998 κοινής ΥΑ (Οικονομικών και Ανάπτυξης) απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι "σαν τέτοια "ευαλλοίωτα" έπρεπε τα δείγματα να σταλούν στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών και να εξετασθούν αμέσως". Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 27 και 29 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), όπως ισχύει, προκύπτουν τα εξής: Ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος του ελεγχόμενου είδους έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του αποτελέσματος της εξετάσεως του δείγματος εντός προθεσμίας 48 ωρών από της επιδόσεως σ' αυτόν του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση της αναστέλλει τη διαδικασία της ποινικής διώξεως .
Κατ' ξαίρεση, όμως, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά (όπως είναι τα καύσιμα), διότι η αρμόδια χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο λειφθέντα δείγματα, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος
Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με την κάτωθι εκτιθέμενη διάταξη, αποδεικνύεται ότι το πετρέλαιο δεν είναι ευαλλοίωτο αλλά, απλώς, λαμβάνεται δείγμα με αυτήν την διαδικασία. Ο σκοπός της προεκτεθείσας υπό 1. γ διάταξης (ΥΑ 548/1998) είναι να διενεργηθεί η διαδικασία γρήγορα, ως να είναι ευαλλοίωτο είδος, όχι όμως ότι εντός ολίγων ημερών είναι δυνατόν να υποστεί αλλοίωση, όπως γίνεται με τα ευαίσθητα τρόφιμα και ποτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το δείγμα (150) λήφθηκε την 5-10-2000 και απεστάλη στη Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών του Πειραιά με πρωτόκολλο ...... Η έκθεση χημικής εξέτασης με αριθμό ..... φέρει ημερομηνία ..... και επανεξέτασης, ενώπιον του ιδιώτη χημικού .... που όρισε ο κατηγορούμενος, 1-11-2000. Το αποτέλεσμα αυτό γνωστοποιήθηκε στην κυρία της επιχείρησης με το με αριθμό ..... έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης, Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, που του επεδόθη την ...., όπως αποδεικνύεται από το με την ως άνω ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου της ..... Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τίθενται από την προεκτεθείσα διάταξη. Ειδικότερα, η δειγματίζουσα Αρχή παρέδωσε το ληφθέν δείγμα αυθημερόν στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία, και αυτή προέβη αμέσως στη σχετική εξέταση και επανεξέταση. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν ορισμένες ημέρες από την παραλαβή του δείγματος έως την εξέταση και επανεξέταση του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή του νόμου να γίνουν αυτές αμέσως, λαμβανομένων υπόψη του προεκτεθέντος: ότι το καύσιμο δεν αλλοιώνεται εντός ολίγων ημερών και ο νομοθέτης δεν αναγνώρισε τα καύσιμα ως ευαλλοίωτα, απλώς εξομοίωσε τη διαδικασία εξέτασης τους με αυτά, και εσκόπευσε στην κατά το δυνατόν επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης. Η πάροδος λίγων ημερών δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή αυτή του νόμου, όπως αβάσιμα επικαλείται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου φόρτου εργασίας των υπηρεσιών αυτών. Εξάλλου, ουδεμία βλάβη ήταν δυνατόν να υποστεί ο κατηγορούμενος από την πάροδο λίγων ημερών, διότι τα καύσιμα δεν αλλοιούνται εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος, βλάβη την οποία, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν επικαλείται..Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου".
II. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος " υπέβαλε προφορικά τις παρακάτω ενστάσεις: 1. Ένσταση απαραδέκτου της έγκλησης και 2. Ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι πιο πάνω ενστάσεις - ισχυρισμοί είναι παντελώς αόριστοι. Ειδικότερα η σχετιζόμενη με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης "ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας", είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, και ουδόλως εξ αυτής προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε προτείνει ένσταση περί απαράδεκτου της σε βάρος του ασκηθείσης ποινικής διώξεως, για το λόγο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος, ούτε άλλωστε αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ακυρότητας της γενόμενης δειγματοληψίας. Το Τριμελές, επομένως, Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς - ενστάσεις του αναιρεσείοντος, ως εκ περισσού δε απάντησε σε αυτούς με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής των πιο πάνω ισχυρισμών του αποφάσεως του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως τούτων οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εκτιμώμενες και ως λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης (171 παρ.1γ του ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο λόγος ότι δεν του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της εξετάσεως του δείγματος υγρών καυσίμων, ώστε να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως από αυτόν κατά του ως άνω αποτελέσματος και κατά συνέπεια το δικαστήριο έπρεπε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του, και, εφόσον δεν έπραξε αυτό, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως, είναι αβάσιμος, διότι επί υγρών καυσίμων, όπως και επί των ευαλλοιώτων τροφίμων, δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εξάλλου, ως προς δε την δεύτερη ένσταση, όπως επίσης αναφέρθηκε ,η τυχόν ακυρότητα που δημιουργείται από την παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας για την αποστολή των δειγμάτων στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών, προκειμένου να εξετασθούν αμέσως, αφορά την προδικασία και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του αβασίμου του ισχυρισμού αυτού για τους διαλαμβανόμενους στην προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός. Τέλος, η προβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως αιτίαση, ότι στο σκεπτικό της απόφασης "παρατίθενται συλλήβδην οι σχετικές με την δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεις" και "δεν προκύπτει προς ποιες εξ αυτών δεν συμμορφώθηκα ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος", είναι απορριπτέα, αφού ούτε η παράθεση επιπλέον διατάξεων, ούτε η παράλειψη της παράθεσης των σχετικών διατάξεων για παράβαση των οποίων καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση των ρητώς αναφερομένων στην απόφαση διατάξεων, καθ' όσον σε δείγμα βενζίνης super που ελήφθη από το αναφερόμενο στην απόφαση πρατήριο του, διαπιστώθηκε ότι ήταν μη κανονική ως νοθευμένη με το αναφερόμενο στην απόφαση μίγμα και διότι νόθευσε είδος βιοτικής ανάγκης, δηλαδή προωριζόμενο για πώληση βενζίνη super , όπως οι πράξεις αυτές με σαφήνεια περιγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι για παράβαση των σχετικών με τη δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεων, όπως αβασίμως αυτός αιτιάται.
IIΙ. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/9/2008 αίτηση - δήλωση (με αρ. πρωτ. 7255/3-9-08 )του ....., κατοίκου ....., για αναίρεση της 782/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόθευση καυσίμων. Παράβαση των άρθρων 30 παρ. 12 και 15, 31 παρ. 4 και 35 παρ. 1 του Αγορανομικού Κώδικα - (ν.δ. 136/1946). Απόλυτη ακυρότητα, για μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/46. Κατά τα λοιπά οι διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως ανάγονται στην προδικασία και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών. Αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εφόσον είναι ορισμένοι. Λόγοι αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμού του περί ακυρότητας της γινομένης δειγματοληψίας καυσίμων. Αοριστία ισχυρισμών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 852/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, περί αναιρέσεως της 783/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1487/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. γ' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Kώδικα ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως στις περιπτώσεις εκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/1946 περί Αγορανομικού Κώδικος κατά την οποία "ο κύριος του δείγματος ή ο τρίτος που αγόρασε από αυτόν, δύναται να υποβάλλει έφεση κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως που επιδίδεται εντός 48 ωρών από την επίδοση σε καθένα των ενδιαφερομένων. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησης αυτής αναστέλλει την διαδικασία της ποινικής διώξεως". Κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του ν.δ/τος 136/1946 και των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται, κατ' εξουσιοδότηση νόμου, και καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως αυτών σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ανάγονται στην προδικασία της σχετικής με τα αγορανομικά αδικήματα ποινικής διώξεως και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα και των εκδοθεισών κατ εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικών Αποφάσεων μετά γνώμη του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου (ΑΧΣ 11166/1993, αρ.12-13,19,20 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΥΑ 1100/87), κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά διότι η αρμοδία χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δε προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος δείγματος. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την πιο πάνω διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 548/1998 ΥΑ Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ 127/18-2-1999) (Υγρά καύσιμα - Εξέταση με τη διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών).
Συνεπώς και επί υγρών καυσίμων δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος, καθόσον η εξέταση του δευτέρου δείγματος γίνεται αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως εφέσεως από τον ενδιαφερόμενο, εφόσον ο κάτοχος του δείγματος δηλώσει εγγράφως στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του δεύτερου δείγματος. Οι δειγματίζουσες δε Αρχές πρέπει να παραδώσουν εντός τριών εργασίμων ημερών το αργότερο τα λαμβανόμενα υπ' αυτών δείγματα στις πλησιέστερες Χημικές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα. Τυχόν ακυρότητα της δειγματοληψίας, διότι παραβιάστηκε η προθεσμία αυτή, είναι σχετική και αφορά την προδικασία, δεδομένου ότι ανάγεται στον τρόπο εξετάσεως του δείγματος, και, επομένως, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους πσυ προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι σι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την προσβαλλόμενη 783/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως εφετείο, κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεων των άρθρων 30 παρ. 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 4. Ν.Δ. 136/46 (νόθευση καυσίμων) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών με τριετή αναστολή, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως του, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο α) με αντιφατικές και αυθαίρετες παραδοχές απέρριψε ένσταση αυτού για απαράδεκτο της εις βάρος του ποινικής διώξεως, την οποία, όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ έφεση δίκη, για το λόγο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος ώστε ν' ασκήσει κατ' αυτού έφεση και β) με αυθαίρετη και διασταλτική ερμηνεία της ΥΑ 548/1998 κοινής ΥΑ (Οικονομικών και Ανάπτυξης) απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι "σαν τέτοια "ευαλλοίωτα" έπρεπε τα δείγματα να σταλούν στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών και να εξετασθούν αμέσως". Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 27 και 29 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), όπως ισχύει, προκύπτουν τα εξής Ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος του ελεγχόμενου είδους έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του αποτελέσματος της εξετάσεως του δείγματος εντός προθεσμίας 48 ωρών από της επιδόσεως σ' αυτόν του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση της αναστέλλει τη διαδικασία της ποινικής διώξεως. . ... Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά (όπως είναι τα καύσιμα), διότι η αρμόδια χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος ......Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με την κάτωθι εκτιθέμενη διάταξη, αποδεικνύεται ότι το πετρέλαιο δεν είναι ευαλλοίωτο αλλά, απλώς, λαμβάνεται δείγμα με αυτήν την διαδικασία. Ο σκοπός της προεκτεθείσας υπό Ιγ διάταξης (Υ Α 548/1998) είναι να διενεργηθεί η διαδικασία γρήγορα, ως να είναι ευαλλοίωτο είδος, όχι όμως ότι εντός ολίγων ημερών είναι δυνατόν να υποστεί αλλοίωση, όπως γίνεται με τα ευαίσθητα τρόφιμα και ποτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το δείγμα (157) λήφθηκε την 5-10-2000 και απεστάλη στη Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών του Πειραιά με πρωτόκολλο ... . Η έκθεση χημικής εξέτασης φέρει ημερομηνία 24-10-2000 και επανεξέτασης, ενώπιον του ιδιώτη χημικού ... που όρισε ο κατηγορούμενος, 1-11-2000. Το αποτέλεσμα αυτό γνωστοποιήθηκε στην κυρία της επιχείρησης με το με αριθμό ... έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης, Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, που του επεδόθη την ..., όπως αποδεικνύεται από το με την ως άνω ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου της ... . Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τίθενται από την προεκτεθείσα διάταξη. Ειδικότερα, η δειγματίζουσα Αρχή παρέδωσε το ληφθέν δείγμα αυθημερόν στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία, και αυτή προέβη αμέσως στη σχετική εξέταση και επανεξέταση. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν ορισμένες ημέρες από την παραλαβή του δείγματος έως την εξέταση και επανεξέτασή του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή του νόμου να γίνουν αυτές αμέσως, λαμβανομένων υπόψη του προεκτεθέντος, ότι το καύσιμο δεν αλλοιώνεται εντός ολίγων ημερών και ο νομοθέτης δεν αναγνώρισε τα καύσιμα ως ευαλλοίωτα, απλώς εξομοίωσε τη διαδικασία εξέτασης τους με αυτά, και εσκόπευσε στην κατά το δυνατόν επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης. Η πάροδος λίγων ημερών δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή αυτή του νόμου, όπως αβάσιμα επικαλείται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου φόρτου εργασίας των υπηρεσιών αυτών. Εξάλλου, ουδεμία βλάβη ήταν δυνατόν να υποστεί ο κατηγορούμενος από την πάροδο λίγων ημερών, διότι τα καύσιμα δεν αλλοιούνται εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος, βλάβη την οποία, σε κάθε περίπτωση; αυτός δεν επικαλείται Συνεπώς; είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου".
2.- Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της σποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος υπέβαλε προφορικά τις παρακάτω ενστάσεις: 1. Ένσταση απαραδέκτου της έγκλησης. 2. Ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας και 3. Ένσταση εκκρεμοδικίας. Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι παραπάνω ενστάσεις- ισχυρισμοί και είναι παντελώς αόριστοι Ειδικότερα η σχετιζόμενη με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης "ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας", είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν και ουδόλως εξ αυτής προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε προτείνει ένσταση περί απαραδέκτου της σε βάρος του ασκηθείσης ποιvικής διώξεως, για το λόγο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος, ούτε άλλωστε αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ακυρότητας της γενόμενης δειγματοληψίας. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς-ενστάσεις του αναιρεσείοντος, ως εκ περισσού δε απάντησε σε αυτούς με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής των πιο πάνω ισχυρισμών του αποφάσεως του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος , ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως τούτων οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείντος, εκτιμώμενες και ως λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 περί Α του ΚΠΔ ,για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης (171 παρ.1γ του ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι Ειδικότερα ο λόγος ότι δεν του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της εξετάσεως του δείγματος υγρών καυσίμων , ώστε να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως από αυτόν κατά του ως άνω αποτελέσματος και κατά συνέπεια το δικαστήριο έπρεπε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του, και, εφόσον δεν έπραξε αυτό, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως, είναι αβάσιμος, διότι επί υγρών καυσίμων, όπως και επί των ευαλλοιώτων τροφίμων, δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εξάλλου, ως προς την δεύτερη ένσταση, όπως επίσης αναφέρθηκε, η τυχόν ακυρότητα που δημιουργείται από την παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας για την αποστολή των δειγμάτων στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών, προκειμένου να εξετασθούν αμέσως, αφορά την προδικασία και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του αβασίμου του ισχυρισμού αυτού για τους διαλαμβανόμενους στην προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός. Τέλος, η προβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως αιτίαση, ότι στο σκεπτικό της απόφασης "παρατίθενται συλλήβδην οι σχετικές με την δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεις" και "δεν προκύπτει προς ποιες εξ αυτών δεν συμμορφώθηκα ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος", είναι απορριπτέα, αφού ούτε η παράθεση επιπλέον διατάξεων, ούτε η παράλειψη της παράθεσης των σχετικών διατάξεων για παράβαση των οποίων καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση των ρητώς αναφερομένων στην απόφαση διατάξεων, καθόσον σε δείγμα πετρελαίου κίνησης· που ελήφθη από το αναφερόμενο στην απόφαση πρατήριό του, διαπιστώθηκε ότι ήταν μη κανονικό ως νοθευμένο με το αναφερόμενο στην απόφαση μίγμα και διότι νόθευσε είδος βιοτικής ανάγκης, δηλαδή προοριζόμενο για πώληση πετρέλαιο κίνησης, όπως οι πράξεις αυτές με σαφήνεια περιγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι για παράβαση των σχετικών με τη δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεων, όπως αβασίμως αυτός αιτιάται. 3.-. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/9/2008 αίτηση - δήλωση (με αρ. πρωτ. 7257/3-9-2008) του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 783/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόθευση καυσίμων. Παράβαση των άρθρων 30 παρ. 12 και 15, 31 παρ. 4 και 35 παρ. 1 του Αγορανομικού Κώδικα - (ν.δ. 136/1946). Απόλυτη ακυρότητα, για μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/46. Κατά τα λοιπά οι διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως ανάγονται στην προδικασία και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών. Αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εφόσον είναι ορισμένοι. Λόγοι αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμού του περί ακυρότητας της γινομένης δειγματοληψίας καυσίμων. Αοριστία ισχυρισμών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 851/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, περί αναιρέσεως της 784/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1490/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. γ' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως στις περιπτώσεις εκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/1946 "περί Αγορανομικού Κώδικος" κατά την οποία "ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου ηγόρασε τρίτος τούτο, δύναται να υποβάλη έφεσιν κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως επιδιδόμενην εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως... Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησης ταύτης αναστέλλει την διαδικασίαν της ποινικής διώξεως". Κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του ν.δ. 136/1946 "περί Αγορανομικού Κωδικός" και των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται, κατ` εξουσιοδότηση νόμου, και καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως αυτών σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ανάγονται στην προδικασία της σχετικής με τα αγορανομικά αδικήματα ποινικής διώξεως και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, κατά το προμνημονευόμενο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα και των εκδοθεισών κατ' εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικών Αποφάσεων μετά γνώμη του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου (ΑΧΣ 1166/1993, αρ. 12-13, 19,20 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΥΑ 1100/87), κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά, διότι η αρμοδία χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δε προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος δείγματος. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την πιο πάνω διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 548/1998 ΥΑ Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ 127/18-2-1999) "Υγρά καύσιμα - Εξέταση με τη διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών".
Συνεπώς και επί υγρών καυσίμων δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος, καθόσον η εξέταση του δευτέρου δείγματος γίνεται αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως εφέσεως από τον ενδιαφερόμενο, εφόσον ο κάτοχος του δείγματος δηλώσει εγγράφως στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του δεύτερου δείγματος. Οι δειγματίζουσες δε Αρχές πρέπει να παραδόσουν εντός τριών εργασίμων ημερών το αργότερο τα λαμβανόμενα υπ' αυτών δείγματα στις πλησιέστερες Χημικές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα. Τυχόν ακυρότητα της δειγματοληψίας, διότι παραβιάστηκε η προθεσμία αυτή, είναι σχετική και αφορά την προδικασία, δεδομένου ότι ανάγεται στον τρόπο εξετάσεως του δείγματος, και, επομένως, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής , υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την προσβαλλόμενη 784/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως εφετείο, κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεων των άρθρων 30 παρ. 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 4, Ν.Δ. 136/46 (νόθευση καυσίμων) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών με τριετή αναστολή, ζητεί, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως του, την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο "α) με αντιφατικές και αυθαίρετες παραδοχές απέρριψε ένσταση αυτού για απαράδεκτο της εις βάρος του ποινικής διώξεως, την οποία, όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ' έφεση δίκη, για το λόγο ότι ουδέποτε του επεδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος ώστε ν' ασκήσει κατ' αυτού έφεση και β) με αυθαίρετη και διασταλτική ερμηνεία της ΥΑ 548/1998 κοινής ΥΑ (Οικονομικών και Ανάπτυξης) απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι "σαν τέτοια "ευαλλοίωτα" έπρεπε τα δείγματα να σταλούν στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών και να εξετασθούν αμέσως". Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 27 και 29 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), όπως ισχύει, προκύπτουν τα εξής: Ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος του ελεγχόμενου είδους έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του αποτελέσματος της εξετάσεως του δείγματος εντός προθεσμίας 48 ωρών από της επιδόσεως σ' αυτόν του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση της αναστέλλει τη διαδικασία της ποινικής διώξεως.... . Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά (όπως είναι τα καύσιμα), διότι η αρμόδια χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο λειφθέντα δείγματα, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος ...Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με την κάτωθι εκτιθέμενη διάταξη, αποδεικνύεται ότι το πετρέλαιο δεν είναι ευαλλοίωτο αλλά, απλώς, λαμβάνεται δείγμα με αυτήν την διαδικασία. Ο σκοπός της προεκτεθείσας υπό Ι. γ διάταξης (ΥΑ 548/1998) είναι να διενεργηθεί η διαδικασία γρήγορα, ως να είναι ευαλλοίωτο είδος, όχι όμως ότι εντός ολίγων ημερών είναι δυνατόν να υποστεί αλλοίωση, όπως γίνεται με τα ευαίσθητα τρόφιμα και ποτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δείγμα (147) λήφθηκε την 3-10-2000 και απεστάλη στη Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών του Πειραιά με πρωτόκολλο .... Η έκθεση χημικής εξέτασης φέρει ημερομηνία ... και επανεξέτασης, ενώπιον του ιδιώτη χημικού ... που όρισε ο κατηγορούμενος, 1-11-2000. Το αποτέλεσμα αυτό γνωστοποιήθηκε στην κυρία της επιχείρησης με το με αριθμό ... έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης, Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που του επεδόθη την ..., όπως αποδεικνύεται από το με την ως άνω ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου της .... Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τίθενται από την προεκτεθείσα διάταξη. Ειδικότερα, η δειγματίζουσα Αρχή παρέδωσε το ληφθέν δείγμα αυθημερόν στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία, και αυτή προέβη αμέσως στη σχετική εξέταση και επανεξέταση. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν ορισμένες ημέρες από την παραλαβή του δείγματος έως την εξέταση και επανεξέταση του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή του νόμου να γίνουν αυτές αμέσως, λαμβανομένων υπόψη του προεκτεθέντος, ότι το καύσιμο δεν αλλοιώνεται εντός ολίγων ημερών και ο νομοθέτης δεν αναγνώρισε τα καύσιμα ως ευαλλοίωτα, απλώς εξομοίωσε τη διαδικασία εξέτασης τους με αυτά, και εσκόπευσε στην κατά το δυνατόν επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης. Η πάροδος λίγων ημερών δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή αυτή του νόμου, όπως αβάσιμα επικαλείται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου φόρτου εργασίας των υπηρεσιών αυτών. Εξάλλου, ουδεμία βλάβη ήταν δυνατόν να υποστεί ο κατηγορούμενος από την πάροδο λίγων ημερών, διότι τα καύσιμα δεν αλλοιούνται εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος, βλάβη την οποία, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν επικαλείται.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου".
ΙΙ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος " υπέβαλε προφορικά τις παρακάτω ενστάσεις: 1. Ένσταση απαραδέκτου της έγκλησης. 2. Ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας και 3. Ένσταση εκκρεμοδικίας". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι πιο πάνω ενστάσεις- ισχυρισμοί και είναι παντελώς αόριστοι. Ειδικότερα η σχετιζόμενη με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης "ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας", είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, και ουδόλως εξ αυτής προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε προτείνει ένσταση περί απαράδέκτου της σε βάρος του ασκηθείσης ποινικής διώξεως, για το λόγο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος, ούτε άλλωστε αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ακυρότητας της γενόμενης δειγματοληψίας. Το Τριμελές, επομένως, Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς - ενστάσεις του αναιρεσείοντος, ως εκ περισσού δε απάντησε σε αυτούς με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής των πιο πάνω ισχυρισμών του αποφάσεως του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως τούτων οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείντος, εκτιμώμενες και ως λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 περί Α του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης (171 παρ.1γ του ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο λόγος ότι δεν του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της εξετάσεως του δείγματος υγρών καυσίμων, ώστε να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως από αυτόν κατά του ως άνω αποτελέσματος και κατά συνέπεια το δικαστήριο έπρεπε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του, και, εφόσον δεν έπραξε αυτό, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως, είναι αβάσιμος, διότι επί υγρών καυσίμων, όπως και επί των ευαλλοιώτων τροφίμων, δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εξάλλου, ως προς δε την δεύτερη ένσταση, όπως επίσης αναφέρθηκε, η τυχόν ακυρότητα που δημιουργείται από την παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας για την αποστολή των δειγμάτων στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών, προκειμένου να εξετασθούν αμέσως, αφορά την προδικασία και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του αβασίμου του ισχυρισμού αυτού για τους διαλαμβανόμενους στην προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός. Τέλος, η προβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως αιτίαση, ότι στο σκεπτικό της απόφασης "παρατίθενται συλλήβδην οι σχετικές με την δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεις" και "δεν προκύπτει προς ποιες εξ αυτών δεν συμμορφώθηκα ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος", είναι απορριπτέα, αφού ούτε η παράθεση επιπλέον διατάξεων, ούτε η παράλειψη της παράθεσης των σχετικών διατάξεων για παράβαση των οποίων καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση των ρητώς αναφερομένων στην απόφαση διατάξεων, καθόσον, σε δείγμα πετρελαίου κίνησης που ελήφθη από το αναφερόμενο στην απόφαση πρατήριό του, διαπιστώθηκε ότι ήταν μη κανονικό ως νοθευμένο με το αναφερόμενο στην απόφαση μίγμα και διότι νόθευσε είδος βιοτικής ανάγκης, δηλαδή προωριζόμενο για πώληση πετρέλαιο κίνησης, όπως οι πράξεις αυτές με σαφήνεια περιγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι για παράβαση των σχετικών με τη δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεων, όπως αβασίμως αυτός αιτιάται.
ΙΙΙ. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/9/2008 αίτηση - δήλωση (με αρ. πρωτ. 7256/3-9-08) του ..., για αναίρεση της 784/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νόθευση καυσίμων. Παράβαση των άρθρων 30 παρ. 12 και 15, 31 παρ. 4 και 35 παρ. 1 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946). Απόλυτη ακυρότητα, για μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως. Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 136/46. Κατά τα λοιπά οι διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπο της εξετάσεως ανάγονται στην προδικασία και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών. Αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εφόσον είναι ορισμένοι. Λόγοι αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμού του περί ακυρότητας της γινομένης δειγματοληψίας καυσίμων. Αοριστία ισχυρισμών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αγορανομικός Κώδικας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 849/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 891/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1805/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α-γ. του ίδιου Κώδικα, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων. Τέλος κατά το άρθρο 487 ΚΠΔ στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα (άρθρ. 120). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφασή του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι απών. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, την οποία είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε απορριφθεί, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων ότι η περί παραπομπής απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (για κακουργήματα) στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, επέχει θέση εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, παραπεμπτικού βουλεύματος και έπρεπε να του επιδοθεί προκειμένου να λάβει λεπτομερειακή γνώση της κατηγορίας και να αμυνθεί. Η προθεσμία μάλιστα για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά του βουλεύματος αυτού κατ' αρθ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ. αρχίζει, όπως ισχυριζόταν, από την επίδοση του βουλεύματος και, συνεπώς, απαραδέκτως εισήχθη η υπόθεση στο ακροατήριο, αφού δεν έλαβε νομότυπα γνώση της κατηγορίας που τον αφορά, και δεν άσκησε ενδεχομένως τα ένδικα μέσα που προβλέπονται κατά την διάταξη του αρθρ. 487 ΚΠΔ. Την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος απέρριψε το Τριμελές Εφετείο Λάρισσας με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με την εξής αιτιολογία. "... Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. 41/2003 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για 1.- Απλή συνέργεια σε απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα 2.- Απλή συνέργεια σε πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση κατ' επάγγελμα 3.- Παραβίαση τραπεζικού απορρήτου, δηλαδή για τις πράξεις που αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Εν τω μεταξύ απεβίωσε ο Χ2 που είχε τελέσει τα - συναφή με τα πλημμελήματα του κατηγορουμένου - κακουργήματα της πλαστογραφίας κ.λ.π. και, αφού έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 108/2005 απόφασή του έκρινε ότι εξέλιπε πλέον η αρμοδιότητά του για τα πλημμελήματα του κατηγορουμένου, που θεμελιωνόταν στη συνάφεια με τα κακουργήματα του θανόντος και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Στην απόφασή του αυτή η οποία εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε με τον κατηγορούμενο παρόντα, ρητά αναφέρονται και περιγράφονται στο διατακτικό της οι πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Η περί παραπομπής απόφαση επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και, αφού γινόταν αμετάκλητη, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου όφειλε, όπως και έπραξε, να εισαγάγει την υπόθεση με κλήση κατά το άρθρο 320 παρ.1 ΚΠΔ στο δικαστήριο που κρίθηκε αρμόδιο... Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει α) ότι δεν έλαβε γνώση των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου και β) ουδέποτε του επιδόθηκε η ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση και συνεπώς δεν κατέστη αμετάκλητη, με αποτέλεσμα η κλήση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να είναι άκυρη. Η ένστασή του όμως αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι αυτός κατά την έκδοση και δημοσίευση της παραπεμπτικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της, ήταν παρών. Όπως προαναφέρθηκε, στην απόφαση αυτή ρητά αναφέρονται και περιγράφονται στο διατακτικό της οι πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος με την απαγγελία της έλαβε γνώση του διατακτικού της, άρα και των πράξεων για τις οποίες έγινε η παραπομπή. Περαιτέρω, εφόσον ήταν παρών, από τη δημοσίευση της απόφασης άρχισαν να τρέχουν οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων και δεν απαιτούνταν γι' αυτό επίδοση της παραπεμπτικής απόφασης (άρθρο 43 παρ.1 ΚΠΔ). Όπως ο ίδιος ομολογεί στην υπό κρίση ένστασή του, δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο και επομένως, αφού κατέστη η παραπεμπτική απόφαση αμετάκλητη, νόμιμα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου εισήγαγε την υπόθεση με κλήση κατά το άρθρο 320 παρ.1 ΚΠΔ στο δικαστήριο που κρίθηκε αρμόδιο...". Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν πιο πάνω, η απόφασή του Δικαστηρίου με την οποία κηρύσσεται αυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, επέχει μεν θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, πλην όμως δεν αναιρείται ο χαρακτήρας αυτής ως δικαστικής αποφάσεως, ώστε να απαιτείται η επίδοσή της στον κατηγορούμενο, ακόμη και όταν αυτή δημοσιεύεται με την παρουσία του. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.891//2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επειδή από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η από ...έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Υποδ/νσης Εγκληματικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδος ΕΛ.ΑΣ., καθώς και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 εργαζόταν ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα στο υποκατάστημα του ... στο οποίο τηρούσαν κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ... η Λ1 και ο σύζυγος της Λ2. Ο Χ2 κάτοικος ..., ο οποίος έχει αποβιώσει, με αγνώστων στοιχείων συνεργάτες, είχαν επινοήσει σχέδιο έκνομης δραστηριότητας προκειμένου να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία της Ελλάδας. Ειδικότερα σκόπευαν να καταρτίσουν πλαστά έγγραφα (βιβλιάρια καταθέσεων, δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων καταθετών) και θα εμφανίζονταν σε υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων της ΕΤΕ ότι είναι οι δικαιούχοι συγκεκριμένων λογαριασμών, θα επιδείκνυαν τα πλαστά έγγραφα και θα εισέπρατταν τα ποσά των λογαριασμών αυτών. Το σχέδιο αυτό υλοποίησαν με πι συνδρομή του κατηγορουμένου Χ1. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 20-22/2/2001 ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του ένα (1) κενό πρωτότυπο, έντυπο βιβλιάριο καταθέσεων λογαριασμού ταμιευτηρίου της ΕΤΕ, το οποίο προμηθεύτηκε με ευχέρεια από το κατάστημα που εργαζόταν λόγω της θέσης που κατείχε. Προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εγχείρισε το βιβλιάριο αυτό στον Χ2 και σε άλλα άγνωστα άτομα, συνεργούς του τελευταίου με τους οποίους είχε οικονομικές δοσοληψίες. Στους τελευταίους έδωσε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τον προαναφερόμενο ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρούσαν στο παραπάνω τραπεζικό κατάστημα η Λ1 και ο σύζυγός της Λ2. Ο λογαριασμός προηγουμένως ήταν ατομικός με μοναδική δικαιούχο την Λ1 και στις 5-2-2001 μετατράπηκε σε κοινό διαζευκτικό με προσθήκη του ονόματος του συζύγου της ως συνδικαιούχου. Η συναλλαγή αυτή είχε περιέλθει σε γνώση του κατηγορουμένου διότι αυτός τη διεκπεραίωσε ως υπάλληλος του καταστήματος. Ο κατηγορούμενος έδωσε πληροφορίες για την ύπαρξη του παραπάνω λογαριασμού, τον αριθμό του, τα ονοματεπώνυμα των δικαιούχων, τα πατρώνυμα και το ακριβές ποσό του υπολοίπου του λογαριασμού που ανέρχονταν σε 12.060.059 δραχμές. Με τον τρόπο αυτό περιήλθε στην κατοχή του Χ2 και των αγνώστων συνεργατών του το κενό έντυπο Βιβλιάριο καταθέσεων και έλαβαν γνώση όλων των παραπάνω πληροφοριών σχετικά με τον τραπεζικό λογαριασμό του ζεύγους Λ1-Λ2. Στη συνέχεια οι τελευταίοι στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 20-23/2/2001 με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα το ποσό των 12.060.059 δραχμών, γνωρίζοντας τα στοιχεία ταυτότητας του Λ2, δηλαδή τον αριθμό του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας (...) καθώς και τον αριθμό του λογαριασμού του ταμιευτηρίου στο κατάστημα ... (...) της ΕΤΕ και το ακριβές ποσό του υπολοίπου λογαριασμού, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους των τραπεζικών καταστημάτων κατάρτισαν τα ακόλουθα πλαστά έγγραφα, χρησιμοποιώντας όλες τις πληροφορίες που τους χορήγησε ο κατηγορούμενος Χ1 α) το από 12-9-2000 προσωρινό δελτίο ταυτότητας (βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας) που κατάρτισαν εξ αρχής πάνω σε κενό έγγραφο, το οποίο κατασκεύασαν με ειδική τεχνική μέθοδο. Το πλαστό αυτό έγγραφο φέρεται ότι εκδόθηκε από το Διοικητή του Α.Τ ... στις 12-9-2000 και έθεσαν πλαστές μηχανικές σφραγίδες του εν λόγω τμήματος, ενέγραψαν στην αντίστοιχη θέση το ονοματεπώνυμο "..." ως Διοικητής του συγκεκριμένου αστυνομικού τμήματος και πάνω από αυτό έθεσαν κατ' απομίμηση, ιδιοχείρως την υπογραφή του, συμπληρώνοντας με κεφαλαία γράμματα στην ελληνική γλώσσα και με λατινικούς χαρακτήρες, δίπλα στις αντίστοιχες ενδείξεις, όλα τα στοιχεία ταυτότητας του προαναφερόμενου Λ2 εν αγνοία του που δεν αντιστοιχούσαν στα πραγματικά. Τέλος έθεσαν στην αντίστοιχη θέση τη φωτογραφία του Χ2 ώστε να προκύπτει με τη χρήση και επίδειξη του πλαστού αυτού ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία, δηλαδή ο Χ2 αντιστοιχεί πράγματι στα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, τόπος ημερομηνία γέννησης κ.λ.π.) που αναγράφονται στη βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης του με αριθμό ... δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και ότι είναι ο νόμιμος κάτοχος της, ενώ στην πραγματικότητα ο Λ2 δεν είχε απωλέσει την αστυνομική του ταυτότητα, η οποία πράγματι είχε τον προαναφερόμενο αριθμό και β) ένα βιβλιάριο καταθέσεων κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της ΕΤΕ και συγκεκριμένα πάνω στο κενό έντυπο βιβλιάριο καταθέσεων λογαριασμού ταμιευτηρίου που τους προμήθευσε ο κατηγορούμενος Χ1 έθεσαν στην πρώτη σελίδα στην αντίστοιχη θέση, κάτω από τη λέξη "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ", πλαστή μηχανική σφραγίδα με την ένδειξη "...", ακολούθως ανέγραψαν με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δίπλα από τις τυπωμένες από την Τράπεζα ενδείξεις, με κεφαλαία γράμματα "ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ" με συνδικαιούχους τους "Λ1-Λ2" καθώς και τον αριθμό του κοινού λογαριασμού ... και τέλος στο εσωτερικό του βιβλιαρίου, στην αρχή της 4ης σελίδας, έγραψαν με κεφαλαία γράμματα τη φράση "Μεταφορά από προηγ. βιβλιάριο" και δίπλα στη σελίδα 5, κάτω από την τυπωμένη ένδειξη υπόλοιπο, το πραγματικό υπόλοιπο σε δραχμές, δηλαδή τον αριθμό 12.060.059,00, έτσι ώστε να προκύπτει με τη χρήση και επίδειξη του, ότι το πλαστό βιβλιάριο είναι το πραγματικό βιβλιάριο καταθέσεων του ζεύγους Λ1-Λ2, που προέρχεται από μεταφορά προηγουμένου, με υπόλοιπο το παραπάνω χρηματικό ποσό. Στη συνέχεια ο Χ2 στις 23-2-2001 και ώρα 11.30' περίπου συνοδευόμενος και από ένα άλλο άτομο αγνώστων στοιχείων, μετέβη στο κατάστημα της ΕΤΕ στη διασταύρωση των οδών ... και .., όπου εμφανίστηκε στην ταμία Τ1 στην οποία παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται Λ2 και ότι είναι νόμιμος κάτοχος του προσωρινού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και δικαιούχος του με αριθμό ... κοινού λογαριασμού και επιδεικνύοντας το πλαστό προσωρινό δελτίο ταυτότητας και το πλαστό βιβλιάριο καταθέσεων ταμιευτηρίου, ζήτησε μετά από σχετική αίτηση στην οποία υπέγραψε ως Λ2 θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς αυτό να το γνωρίζει ή να συναινεί προς τούτο, να του καταβληθεί με χρέωση του παραπάνω λογαριασμού το χρηματικό ποσό του 1.300.000 δραχμών σε τραπεζική επιταγή. Πράγματι παραπλανώντας με τον τρόπο αυτό την αρμόδια τραπεζική υπάλληλο του ταμείου Τ1 απέσπασε τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της ΕΤΕ ποσού 1.300.000 δραχμών. Αμέσως μετά ώρα 12.00' περίπου, μετέβη στην ΕΤΕ, στην πλατεία Δημοκρατίας όπου με τον ίδιο τρόπο, εμφανιζόμενος ως Λ2 και με την επίδειξη και χρήση των πλαστών εγγράφων, παραπλάνησε τον αρμόδιο υπάλληλο ... όπου υπογράφοντας πάλι το σχετικό παραστατικό ένταλμα πληρωμής ως Λ2, στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του, πέτυχε να εισπράξει σε μετρητά την παραπάνω τραπεζική επιταγή με αντίστοιχη ζημία την περιουσία της ΕΤΕ. Στη συνέχεια μετέβη στο κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ... και με τον ίδιο τρόπο εμφανιζόμενος δηλαδή ως δικαιούχος του λογαριασμού με το όνομα Λ2 και με την επίδειξη και χρήση των ίδιων πλαστών εγγράφων, υπογράφοντας το σχετικό παραστατικό ένταλμα πληρωμής στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του, χωρίς ο τελευταίος να το γνωρίζει και να συναινεί προς τούτο, ζήτησε από τον αρμόδιο υπάλληλο ..., να προβεί σε ανάληψη του ποσού των 9.500.000 δραχμών σε μετρητά από τον ίδιο λογαριασμό. Ο υπάλληλος της Τράπεζας αφού πραγματοποίησε λογιστικά τη συναλλαγή, πριν παραδώσει το ποσό των 9.500.000 δραχμών σε μετρητά από τον ίδιο λογαριασμό. Ο υπάλληλος της Τράπεζας αφού πραγματοποίησε λογιστικά τη συναλλαγή, πριν παραδώσει το ποσό των 9.500.000 δραχμών, επειδή υποψιάσθηκε την πλαστότητα των εγγράφων, ζήτησε από τον Χ2 να περιμένει μέχρι να έλεγξει ο προϊστάμενός του τη νομιμότητα και γνησιότητα των εγγράφων. Ο Χ2 φοβούμενος ότι ανακαλύφθηκαν οι παράνομες πράξεις του και επίκειται η σύλληψη του, τράπηκε σε φυγή, εγκαταλείποντας το παραπάνω κατάστημα, χωρίς να ολοκληρώσει την παράνομη δραστηριότητα του για λόγους ανεξάρτητους οπό τη θέληση του. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα από την ακριβή οργάνωση κα σχεδιασμό όλων των ενεργειών του Χ2 τρόπο, τα μέσα, τη μέθοδο κα τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που χρησιμοποίησε μαζί με τους άγνωστους συνεργούς του, καθώς και την επανειλημμένη τέλεση των αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση και απάτης την όλη υποδομή που διαμόρφωσε με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης διέπραξε τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος από αυτές, όσο και σταθερή ροπή να την τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ το συνολικό όφελος που σκόπευε να ποριστεί υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ανέρχεται σε ποσό των 12.060.059 δραχμών με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος λόγω της άσκησης των καθηκόντων του ως τραπεζικού υπαλλήλου της ΕΤΕ γνώριζε την ύπαρξη του κοινού λογαριασμού που τηρούσαν στο κατάστημα ... ο Λ2 και η σύζυγός του και έδωσε πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό του λογαριασμού, τα ονοματεπώνυμα των δικαιούχων, τα πατρώνυμα, το ακριβές ποσό του υπολοίπου, ενώ παράλληλα εφοδίασε τους αυτουργούς με ένα κενό έντυπο βιβλιάριο, γνώριζε την τέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων και με τις ενέργειες του αυτές ήθελε να συμβάλει στην πραγματοποίησή τους. Ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε τον Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ εξάλλου ο συνεργός δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξης ούτε και να έχει ακριβή γνώση σχετικά με το πρόσωπο του αυτουργού. Επίσης ο κατηγορούμενος πρόβαλε πρωτοδίκως και τον επαναφέρει με το εφετήριό του τον αυτοτελή ισχυρισμό της κατάστασης ανάγκης (άρθρο 25 ΠΚ) ισχυριζόμενος ότι είχε εμπλακεί σε κύκλωμα τοκογλύφων στους οποίους χρωστούσε 12.000.000 δραχμές και αναγκάσθηκε να προβεί στην επιβεβαίωση των στοιχείων του λογαριασμού του ζεύγους Λ1-Λ2, καθόσον ζούσε υπό καθεστώς τρομοκρατίας δεχόμενος από το τοκογλυφικό κύκλωμα απειλές και εκβιασμούς κατά του προσώπου του ιδίου και των μελών της οικογενείας του και ιδίως του ανηλίκου τέκνου του. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον στην προκειμένη περίπτωση ο κίνδυνος μπορούσε να αποτραπεί από τον κατηγορούμενο με άλλο τρόπο, δηλαδή την καταγγελία των παράνομων πράξεων απειλών και εκβιασμών την αρμόδια αστυνομική αρχή. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις: α) απλής συνέργειας στην πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια με όφελος άνω των 5.000.000 δραχμών, β) απλής συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, γ) της παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου.
Πρέπει ωστόσο να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΓ διότι α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και β) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του... ".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία και απάτη κατ' εξακολούθηση και της παραβίασης Τραπεζικού απορρήτου και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 216 παρ.1,3, 386 παρ.1,3 και 1,2 παρ.1 ΝΔ 1059/1971 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις εις τι συνίσταται η απλή συνέργεια του κατηγορουμένου στα εγκλήματα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και απάτης και απόπειρας απάτης με αυτουργό των πράξεων αυτών τον Χ2 καθώς επίσης παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι συγκροτείται αντικειμενικώς το έγκλημα της παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου. Ειδικώς για το έγκλημα της πλαστογραφίας, την κρίση του το δικαστήριο ότι τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεώς του έγγραφα είναι πλαστά, σχημάτισε και από την εκτίμηση του πορίσματος της από 18-12-2001 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης την οποία μνημονεύει ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του. Τέλος, και αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για κατάσταση ανάγκης (άρθρο 25 ΠΚ) εν σχέσει με το έγκλημα της παράβασης του Τραπεζικού απορρήτου, το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό ως αβάσιμο και διέλαβε κατά τούτο στην απόφασή του σαφή και επαρκή αιτιολογία.
Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ.891/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Mαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια σε πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση και απάτη. Παραβίαση τραπεζικού απορρήτου. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Συνέργεια.
| 2
|
Αριθμός 848/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλανόπουλο, για αναίρεση της 26/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1251/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 26/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ρόδου, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά και βρίσκονται στη δικογραφία, την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου..." (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-7-2006 έγινε νόμιμη αστυνομική έρευνα στο σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου, είναι ο εδώ αναιρεσείων, στη ... κατά την οποία βρέθηκαν πέντε αυτοσχέδιες συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού μεικτού βάρους 14 γραμμαρίων, την κατοχή και αγορά από άγνωστο στο δικαστήριο άτομο της ποσότητας αυτής συνομολογεί ο κατηγορούμενος. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι την προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση, όπως άλλωστε δείχνουν οι πολλές συσκευασίες στις οποίες την κατείχε, που του αποδεικνύουν πρόθεση περαιτέρω διάθεσης.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με την ιδιότητα του τοξικομανούς, όπως προκύπτει από την από 31-7-2006 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου. Εξ άλλου πρέπει να του αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του προηγούμενου εντίμου βίου, το οποίο του είχε αναγνωρισθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του ότι κατείχε την ποσότητα αυτή για δική του χρήση πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, ως προς τις κατηγορίες που του αποδίδονται, ότι δηλαδή αγόρασε 500 γραμμάρια ηρωίνη από άγνωστο στο δικαστήριο άτομο, την οποία στη συνέχεια πούλησε στον συγκατηγορούμενό του ..., πρέπει να κηρυχθεί αθώος, αφού ως προς αυτό δεν υπάρχει καμμία άλλη απόδειξη πλην της καταθέσεως συγκατηγορουμένου του (...) σύμφωνα με το άρθρο 211 Α' ΚΠΔ". Μετά ταύτα το δικαστήριο εκήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ... της αγοράς και της πωλήσεως 500 γραμμαρίων ηρωίνης παρά μη τοξικομανούς, και ένοχον ως τοξικομανή αγοράς και κατοχής 14 γραμμαρίων κοκαΐνης συντρεχούσης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2α ΠΚ.
Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εις αυτήν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 20 § 1 βζ' Ν.3459/2006, τις οποίες και ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος, τα οποία όλα και έλαβε υπ' όψη, τις συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες εκηρύχθη αθώος (για τις οποίες είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως ο αναιρεσείων δηλαδή αγορά και πώληση 500 γραμμαρίων ηρωίνης), την ιδιότητά του ως τοξικομανούς ως και τις συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες και κατεδικάσθη κατ' έφεση, δηλαδή αγορά και κατοχή 14 γραμμαρίων κοκαΐνης.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, καθ' όλα αυτού τα σκέλη (υπ' αριθμ. 1, 2 και 3 της αιτήσεως αναιρέσεως) είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται......", κατ' άρθρο δε 510 § 1 στοιχ. Η' ιδίου Κώδικος, καθιερούται ως λόγος αναιρέσεως η υπέρβαση εξουσίας και η εκδοθείσα κατά παράβαση του άνω άρθρου καταδικαστική απόφαση του δικάσαντος το ένδικο μέσο δικαστηρίου, είναι αναιρετέα δι' υπέρβαση εξουσίας, Χειροτέρευση της θέσεως του καταδικασθέντος εις συνολική ποινή διά συρρέοντα εγκλήματα υφίσταται όταν το δικάσαν το υπό του καταδικασθέντος ή το υπέρ τούτου ασκηθέν ένδικο μέσο δικαστήριο επέβαλεν εις αυτόν μεγαλυτέρα συνολική ποινή ή μεγαλυτέραν επί μέρους τοιαύτη. Ήτοι δια την άνω κρίση πρέπει να εξετασθεί και η συνολική ποινή αφού αυτή είναι εκτιτέα, και οι δι' έκαστον έγκλημα επιβληθείσαι τοιαύται, διότι εκάστη αυτών θα εκτιθεί, κατά το άρθρο 94 § 3 Ποιν. Κώδικος, εάν δια τα δι' α επεβλήθη η συνολική ποινή λοιπά εγκλήματα χωρήσει χάρις, αμνηστία, παραγραφή, αναστολή διώξεως ή αφεθεί οπωσδήποτε η ποινή των. Τέλος κατ' άρθρο 20 § 2 Ν. 3459/2006 αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπομένους στην προηγουμένη παράγραφο, μεταξύ άλλων αγορά, πώληση, κατοχή ναρκωτικών στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπ' όψη η συνολική εγκληματική δράση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 41/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου σε συνδυασμό σκεπτικού με διατακτικό, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη Α1)για αγορά 500 γραμμαρίων ηρωίνης και 14 γραμμαρίων κοκαΐνης Α2)πώληση 500 γραμμαρίων ηρωίνης και Β) για κατοχή 14 γραμμαρίων κοκαΐνης, χωρίς να είναι τοξικομανής, με αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως 84 § 2α' ΠΚ, του επεβλήθη δε μία ποινή καθείρξεως για τις υπό στοιχ. Α1 και Α2 πράξεις, 6 ετών, και ποινή φυλακίσεως 2 ετών για την υπό στοιχ. Β' πράξη, συνολικώς δε ποινή καθείρξεως (6+1=)7 ετών. Ασκήσαντος του αναιρεσείοντος έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, όπως εξ αυτής προκύπτει, τον κατεδίκασε τόσο για κατοχή, αλλά και αγορά 14 γραμμαρίων κοκαΐνης ως τοξικομανή, αναγνωρισθείσης της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως 84 § 2α' ΠΚ ως και πρωτοδίκως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 6 μηνών. Ούτω το Πενταμελές Εφετείο δεν κατέστησε χείρονα την θέση του αναιρεσείοντος, διότι το Τριμελές Εφετείο μόνο για την κατοχή των 14 γραμμαρίων κοκαΐνης είχεν επιβάλλει ποινή φυλακίσεως 2 ετών, ενώ με την προσβαλλομένη επεβλήθη ποινή και για την αγορά αυτών, αγορά, δηλαδή, για την οποίαν πρωτοδίκως είχεν επιβληθεί μία ποινή, μαζί με την αγορά των 500 γραμμαρίων ηρωίνης.
Συνεπώς ο σχετικός τελευταίος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ περί υπερβάσεως εξουσίας εκ της χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου από την προσβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 22 Μαΐου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε αιτιολογημένη πλήρης και εμπεριστατωμένη η καταδικαστική απόφαση. Άρθρα 5 Ν. 1729/1987, 20 Ν.3459/2006. Άρθρο 470 ΚΠΔ. Πότε χειροτέρευση θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όταν αυτό επέβαλε μεγαλύτερη συνολική ποινή ή μεγαλύτερη επί μέρους τοιαύτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 845/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ2 και 2) Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 125/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Ιουνίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 425/15.09.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο Εφετών Θράκης με το υπ'αριθμ. 125/2008 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία τους τις υπ'αριθμ. 1 και 2/14-1-2008 εφέσεις των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 75/2007 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Ξάνθης με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως α) απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συρροή, και β) υπερημερίας αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές- παραγωγούς κατά συρροή -ο πρώτος- και άμεσης συνέργειας στην άνω απάτη, κατεπάγγελμα και κατασυνήθεια, του δε σκοπούμενου οφέλους και της επελθούσης ζημίας άνω των 15.000 ευρώ, κατά συρροή -ο δεύτερος (-άρθρα 386 § § 1,3 περ. α, 1 § 1,2 ν.δ. 3424/55, 47, 13 περ. στ, 94 Π.Κ.-).Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στους ανωτέρω στις 9-6-2008 (με την ολοκλήρωση της επιδόσεως στον αντίκλητό τους, σύμφωνα με το άρθρο 155 § 2 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατ'αυτού άσκησαν δια πληρεξουσίου και δη του αυτού πληρεξούσιου με βάση σχετικές εξουσιοδοτήσεις τους και βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών τους- τις υπ'αριθμ. 22 και 21/2-6-2008 αναιρέσεις, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θράκης, προβάλλοντες ως λόγους αναίρεσης έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόλυτη ακυρότητα (βλ. πιο κάτω).
Οι αναιρέσεις αυτές, ενόψει των άρθρων 462, 463, 474, 465, 473, 482, 484 Κ.Π.Δ. και 18, 19, 386 § § 1, 3 ΠΚ -είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους.
ΙΙ) Το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε τα εξής: "Με αφορμή την από 16-12-2003, μήνυση των Ψ1 και Ψ2 κατοίκων ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 για : α) απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας (και κατόπιν ορθότερου χαρακτηρισμού) κατά συρροή, σε βαθμό πλημμελήματος (αρθρ. 386 παρ. 1β,94 ΠΚ) και β) υπερημερία αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς (και κατόπιν ορθότερου χαρακτηρισμού) κατά συρροή. Κατά τη διάρκεια της παραγγελθείσας προανάκρισης συσχετίσθηκε και η από 21-6-2004 μήνυση των ιδίων ως άνω μηνυτών κατά των Χ3 και Χ2 (δεύτερου εκκαλούντος), εις βάρος των οποίων ασκήθηκε συμπληρωματική ποινική δίωξη για απλή συνεργεία στις προαναφερόμενες δυο πράξεις του πρώτου εκκαλούντος Χ1 για τις οποίες, εν συνεχεία, όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης στη δικάσιμο της 17-10-2006. Ακολούθως, κατόπιν της από 21-6-2006 αναφοράς - υπομνήματος των ιδίων ως άνω μηνυτών, στις 31-8-2006 η υπόθεση αποσύρθηκε από το ως άνω ακροατήριο, κατ' άρθρο 323 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης και αποδόθηκε ορθότερα ο νομικός χαρακτηρισμός της πρώτης κατηγορίας εις βάρος του εκκαλούντος Χ1 σε (κακουργηματική) απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, κατά συρροή (αρθρ. 386 παρ. 3 α, παρ. 1 ΠΚ σε συνδ. με αρθρ. 13 στ, 94 παρ. 2 ΠΚ) και εις βάρος των λοιπών κατηγορουμένων (Χ3 και Χ2) για απλή συνεργεία στην ως άνω πράξη του πρώτου κατηγορουμένου (αρθρ. 386 παρ. 3 α - 1 ΠΚ σε συνδ. με αρθρ. 13 στ, 47 παρ. 1, 94 παρ. 2 ΠΚ) και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, η οποία περατώθηκε νομίμως, μετά την απολογία του Χ1 για όλες τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, του Χ2 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, τελεσθείσα κατά συρροή και την έκδοση τυπικής κλήσεως εις βάρος του κατηγορουμένου Χ3 για όλες τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, καθώς και εις βάρος του Χ2 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απλής συνέργειας στην υπερημερία αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς, τελεσθείσα κατά συρροή. (Εις βάρος του κατηγορουμένου -εκκαλούντος Χ1, ο οποίος, μετά την απολογία του στην Ανακρίτρια Ξάνθης και πριν την ακρόαση του από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης, αποχώρησε αυτοβούλως, εξεδόθησαν, για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κακουργηματικής απάτης, το υπ' αριθμ. 11/2007 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως και το υπ' αριθμ. 9/2007 ένταλμα συλλήψεως, των οποίων διαφεύγει, ενώ εις βάρος του δευτέρου κατηγορουμένου - εκκαλούντος Χ2 επεβλήθησαν, με την υπ' αριθμ. 42/2006 διάταξη της Ανακρίτριας Ξάνθης, για την εις βάρος του κατηγορία της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, τελεσθείσα κατά συρροή, οι περιοριστικοί όροι της καταβολής χρηματικής εγγύησης, ποσού 5.000 €, της εμφάνισης στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του μια φορά κάθε μήνα και της απαγόρευσης εξόδου του από τη Χώρα). Ακολούθως εκδόθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα με το οποίο παραπέμπονται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης ο μεν Χ1 για : α) απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό επιδιωκόμενο όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και β) υπερημερία αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς, τελεσθείσα κατά συρροή, ο δε Χ2 μετά την παραδοχή της συνδρομής και στο πρόσωπο του της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, για άμεση συνεργεία κατ' επάγγελμα σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό επιδιωκόμενο όφελος και προκληθείσα συνολική ζημία άνω του ποσού των 15.000 ευρώ (κακούργημα), τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, ενώ με το ίδιο βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ξάνθης αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τις αποδιδόμενες στο Χ3 πράξεις, καθώς και για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ2 πράξη της απλής συνέργειας σε υπερημερία αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς, κατά συρροή.
Περαιτέρω από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, την προανάκριση και την κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των παρασταθέντων, ως πολιτικώς εναγόντων, μηνυτών και τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με απολογίες των κατηγορουμένων-εκκαλούντων προκύπτουν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 πατέρας και γιος αντίστοιχα, από τους οποίους ο πρώτος είναι έμπορος αγροτικών προϊόντων και ο δεύτερος αρχιτέκτονας-μηχανικός, στα πλαίσια υλοποίησης μεθοδικά καταστρωμένου σχεδίου τους, με το οποίο αποσκοπούσαν να αντλήσουν παράνομα μεγάλα χρηματικά ποσά, συνέστησαν, με απατηλές συμπεριφορές και ενέργειες τους, από το καλοκαίρι του 1996 διάφορες εικονικές εταιρίες (αλλά και ατομικές επιχειρήσεις), με αντικείμενο, δήθεν, την εμπορία αγροτικών προϊόντων, τοποθετώντας σ' αυτές, ως νομίμους εκπροσώπους και διαχειριστές, διάφορα αφερέγγυα πρόσωπα, άσχετα με την εμπορία αγροτικών προϊόντων (αχυρανθρώπους), με αποκλειστικό σκοπό να εξαπατήσουν πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να επιτύχουν τη χρηματοδότηση των ελεγχόμενων ουσιαστικά από τους ίδιους εικονικών εταιριών, καρπούμενοι οι ίδιοι τα ποσά των χρηματοδοτήσεων, αλλά και δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και ιδιώτες, κυρίως αγρότες-παραγωγούς, από τους οποίους αγόραζαν τα αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, χωρίς να καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα, αποκομίζοντας, έτσι, παράνομα, πολύ μεγάλα οικονομικά οφέλη. Μεταξύ των εικονικών αυτών εταιριών είναι και οι: α) "ΑΓΡΟΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε.", "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΕΠΕ", "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", "ΑΓΕΜ ΕΠΕ", "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", των οποίων οι φαινόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι, καθ' υπόδειξη των κατηγορουμένων που τις ήλεγχαν ουσιαστικά, εξέδωσαν εικονικά σωρεία επιταγών, τις οποίες παρέδωσαν στους τελευταίους για να τις χρησιμοποιήσουν, καταθέτοντας αυτές στα παρακάτω αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, ως ενέχυρο, ώστε εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους διάφορων πιστωτικών ιδρυμάτων, να επιτύχουν την παράνομη χρηματοδότηση της λήπτριας των επιταγών και ελεγχόμενης από τους ίδιους (κατηγορουμένους) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 και μέλος αυτής ο δεύτερος, Χ2, με συνέπεια να προκαλέσουν συνολική ζημία, ύψους 542.366.883 € εις βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ", "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ". Μάλιστα με το υπ' αριθμ. 1387/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε εις βάρος τραπεζών είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., τελεσθείσα από τους δράστες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 συνέστησε εικονικά τις παρακάτω αναφερόμενες εταιρίες, οι οποίες ελέγχονταν στην πραγματικότητα από τον ίδιο και δη : α) στις ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Κ. Νταή, τη μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ερμού 65), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ορίστηκε, τυπικά και μόνον, ο ήδη αποβιώσας Δ1 κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος, σύμφωνα με την από 12-6-2002 υπεύθυνη δήλωση, διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, ως μεσίτη της εταιρίας του, με εξουσία υπογραφής και συμπλήρωσης επιταγών, εκδόσεως της, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε συναλλακτική δράση του φαινόμενου διαχειριστή της, β) στις ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μαρίας Λαζαρίδου-Γρηγοριάδου, την προαναφερόμενη ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ερμού 57), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, τυπικά και μόνον, ορίστηκε ο ..., ανεψιός και πρωτεξάδελφος των κατηγορουμένων αντίστοιχα, μαθητής Γυμνασίου και γ) στις ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ι. Αντωνοπούλου, την ΕΠΕ με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΗΜΑΚ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Π. Γρηγορίου Ε' 38), με πρώτο διαχειριστή αυτής τον Δ3, κάτοικο ... . Στην έδρα της τελευταίας εταιρίας στην πραγματικότητα έδρευε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε.", με αντικείμενο εμπορίας την κατασκευαστική, τουριστική, επενδυτική, συμμετοχική δραστηριότητα (δηλαδή άσχετο με την εμπορία αγροτικών προϊόντων), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2. Στις αρχές Φεβρουαρίου 2003 οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 (γιος και πατέρας αντίστοιχα), κάτοικοι ..., οι οποίοι είναι αγρότες-παραγωγοί γεωργικών προϊόντων και κυρίως αραβόσιτου, τα οποία διαθέτουν προς πώληση για βιοπορισμό, στα πλαίσια των σχετικών συναλλακτικών τους επαφών και ύστερα από υπόδειξη του κοινού γνωστού τους Ν1 ήλθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ως τότε άγνωστο σ' αυτούς πρώτο εκκαλούντα, Χ1, ο οποίος τους δήλωσε ότι είναι έμπορος αγροτικών προϊόντων και ενδιαφέρεται να αγοράσει αραβόσιτο, παραγωγής τους, τους προσκάλεσε, δε, να επισκεφθούν τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του στα ... για μια πρώτη κατ' αρχήν γνωριμία και περαιτέρω διερεύνηση για μελλοντική επαγγελματική συνεργασία. Πράγματι, για το σκοπό αυτό, κατ' εντολήν των μηνυτών, ο αδελφός του πρώτου εξ αυτών και γιος του δεύτερου, Ψ3 μετέβη στο χωριό .... όπου συναντήθηκε με τον εκκαλούντα Χ1, παρουσία του υπαλλήλου του Υ1. Ο Χ1 του δήλωσε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει τον αραβόσιτο της αποθηκευμένης παραγωγής των μηνυτών και ότι για το σκοπό αυτό θα τους επισκεπτόταν στο χωριό τους, τον διαβεβαίωσε, δε, ότι είχε μεγάλη περιουσία και ότι ήταν πλήρως εξασφαλισμένη η πληρωμή του τιμήματος, ενώ τον ξενάγησε σε κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις (αποθήκες, ξηραντήρια, γεφυροπλάστιγγες, μηχανήματα, φορτηγά αυτοκίνητα, τριώροφο κτίσμα κ.ά.), για τις οποίες τον διαβεβαίωσε ότι ανήκαν κατά κυριότητα στην επιχείρηση του που λειτουργούσε με τη μορφή μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", προκειμένου να πείσει τον ίδιο που ενεργούσε, ως αντιπρόσωπος των μηνυτών, και κατ' επέκταση και τους μηνυτές ότι αυτός είναι έμπειρος και σοβαρός επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ώστε να κάμψει κάθε τυχόν ενδοιασμό τους για την προς αυτόν πώληση της αγροτικής παραγωγής τους με πίστωση του τιμήματος. Ακολούθως στις 5-2-2003 ο κατηγορούμενος Χ1 μετέβη στο ... και συναντήθηκε με τους μηνυτές στην οικία του Ψ3 παρουσία του ιδίου και της συζύγου του Σ1 συνοδευόμενος από τον δεύτερο εκκαλούντα, γιο του, Χ2 τον οποίο εμφάνισε, ως προσωπικό οδηγό του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση από τους μηνυτές, προκειμένου να πεισθούν αυτοί για την μεγάλη οικονομική επιφάνεια του. Το ίδιο έπραξε και ο Χ2 επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του πατέρα του ότι δήθεν ήταν προσωπικός οδηγός του και αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση, ενώ κατά τις διαπραγματεύσεις που επακολούθησαν για την αγοραπωλησία του αραβόσιτου αναμίχθηκε στη συμφωνία για το ύψος του τιμήματος και τον τρόπο καταβολής του και διαβεβαίωνε τους μηνυτές ότι δεν θα έχαναν τα χρήματα τους. Έτσι οι μηνυτές ζήτησαν μεν αρχικά την προκαταβολή μέρους του τιμήματος, για τη διασφάλιση τους και την μ' αυτήν διευκόλυνση τους στην εξόφληση δικών τους οφειλών, αλλά τελικώς μεταπείσθηκαν, μετά τις διαβεβαιώσεις και των δυο εκκαλούντων για τη φερεγγυότητα του πρώτου εξ αυτών, καθώς και της ως άνω εκπροσωπούμενης απ' αυτόν μονοπρόσωπης εταιρίας, για την απόδειξη της οποίας αυτός επικαλέστηκε τις επιδειχθείσες στο Ψ3 εγκαταστάσεις της στα ... αξίας άνω των 1.000.000.000 δρχ., με τις οποίες δήθεν εξασφαλιζόταν πλήρως η πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος, ισχυρισθείς περαιτέρω ότι η εν λόγω εταιρία είχε μεγάλη συναλλακτική δράση, αγοράζοντας από παραγωγούς αγροτικά προϊόντα, αξίας πολλών .εκατομμυρίων δραχμών και ότι δεν υπήρχαν οφειλές της προς τρίτους. Άλλωστε και η εκ μέρους του Χ2 επίκληση της ιδιότητας του, ως οδηγού του Χ1, συνηγορούσε υπέρ της οικονομικής ευρωστίας του "εργοδότη" του. Τελικώς οι μηνυτές πείσθηκαν στις ως άνω παραστάσεις και συμφώνησαν να πωλήσουν την παραγωγή τους, αντί τιμήματος 0,1643 € ανά κιλό αραβοσίτου, αλλά και να πιστωθεί το συνολικό τίμημα, ύψους 68.070 €, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τις 27-8-2003. Εξ άλλου ο εκκαλών Χ1 για να είναι πειστικός και να άρει οποιονδήποτε τυχόν ενδοιασμό των μηνυτών εν σχέσει με την εξασφάλιση πληρωμής του τιμήματος, ανέλαβε να εκδώσει, χάριν καταβολής του, ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή εις διαταγήν των μηνυτών. Εις εκτέλεση των συμφωνηθέντων από την επομένη της επιτευχθείσας μεταξύ τους συμφωνίας, ήτοι από 6-2-2003, άρχισε η τμηματική παράδοση της παραγωγής αραβοσίτου των μηνυτών στις αποθήκες τους στο ... και η μεταφορά της από τον υπάλληλο του πρώτου κατηγορουμένου, Υ1 στις προαναφερόμενες εγκαταστάσεις στα ... , καθώς και, κατ' εντολήν του πρώτου κατηγορουμένου, σε αποθήκες ρυζιού στην περιοχή της ... , ιδιοκτησίας άλλης εταιρίας του. Τελικώς, εκ των μηνυτών ο μεν Ψ1 κατά το χρονικό διάστημα από 6/2/2003 έως 20-2-2003, πώλησε και παρέδωσε τμηματικά στον πρώτο εκκαλούντα, ως διαχειριστή της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ" συνολική ποσότητα 359.500 κιλών αραβοσίτου, συνολικής αξίας 63.758,22 €, ο δε Ψ2 στις 26-2-2003 πώλησε και παρέδωσε στον ίδιο κατηγορούμενο 27.050 κιλά αραβοσίτου, συνολικής αξίας 4.312,03 €, όπως οι επιμέρους παραδοθείσες ποσότητες και η αξία καθεμιάς, καθώς και τα εκδοθέντα για καθεμιά παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς-δελτία αποστολής) αναφέρονται ειδικότερα στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία κατά το σημείο αυτό αναφέρεται το Συμβούλιο. Σε όλα τα εκδοθέντα τιμολόγια-δελτία αποστολής για τις ως άνω αγορές, ως έδρα της αγοράστριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ" αναγράφεται η οδός Ερμού αρ. 57 στη Θεσσαλονίκη, όπου, όμως, όπως έχει εκτεθεί, είχε την έδρα της, σύμφωνα με το καταστατικό της, η εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" και όχι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", η οποία είχε καταστατική έδρα στην οδό Ερμού αρ. 65. Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε, κατά τα συμφωνηθέντα, στους εγκαλούντες την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με ημεροχρονολογία εκδόσεως 27-8-2003, ποσού 68.070 €, πληρωτέα εις διαταγήν του εγκαλούντος Ψ1 διαβεβαιώνοντας εκ νέου τους εγκαλούντες για την εμπρόθεσμη εξόφληση της. Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή εμπρόθεσμα, στις 27-8-2003, στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Αμέσως οι μηνυτές επικοινώνησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος επικαλέστηκε προσωρινή έλλειψη ρευστότητας και ζήτησε πίστωση χρόνου, διαβεβαιώνοντας αυτούς επανειλημμένα ότι θα εξοφλούσε το ποσό της επιταγής, η οποία, όμως, τελικώς δεν πληρώθηκε και γι' αυτό σφραγίστηκε στις 2-9-2003. Οι μηνυτές συνέχισαν να οχλούν τον πρώτο κατηγορούμενο για την πληρωμή του ποσού του οφειλομένου τιμήματος τόσο τηλεφωνικά όσο και με προσωπικές επαφές τους, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Ο Ψ3 (που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των μηνυτών) και η σύζυγος του Σ1 σε επίσκεψη τους στην οικία του πρώτου εκκαλούντος, Χ1, στη ... για να οχλήσουν για την πληρωμή του τιμήματος, συνάντησαν τον δεύτερο εκκαλούντα, Χ2 τον οποίο η σύζυγος του πρώτου σύστησε ως γιο τους, ενώ οι μηνυτές τον γνώριζαν ως οδηγό του πρώτου εκκαλούντος. Τότε αυτός, μετά από σχετική ερώτηση του ζεύγους Ψ3, αρνήθηκε ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο που συνόδευε τον πατέρα του στο ..., κατά το κλείσιμο της συμφωνίας για την πώληση του αραβοσίτου που είχε γίνει στην οικία τους και είχε εμφανισθεί, ως οδηγός του, αμέσως, δε, αποχώρησε βιαστικά από την πατρική του οικία, προφανώς για να αποφύγει περαιτέρω ερωτήσεις των επισκεπτών και την εκ μέρους τους αναγνώριση του. Βεβαίως το ζεύγος Ψ3 έχοντας αναγνωρίσει στο πρόσωπο του γιου του πρώτου εκκαλούντος, το πρόσωπο που είχε εμφανισθεί ως οδηγός του, κατάλαβε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει και ότι είχαν εξαπατηθεί. Έκτοτε ο ενεργών ως αντιπρόσωπος των μηνυτών Ψ3 δεν ξανασυνάντησε μεν τον δεύτερο εκκαλούντα, Χ2 αλλά συνομίλησε τηλεφωνικά μαζί του, όταν αυτός απαντώντας σε κλήση του πρώτου προς τον Χ1, αρνήθηκε την οποιαδήποτε σχέση του με τον τελευταίο (πατέρα του) και ισχυρίσθηκε ότι έχει να μιλήσει μαζί του 10-15 χρόνια. Το ίδιο ισχυρίστηκε και ο Χ1 για το συγκατηγορούμενο γιο του, σε άλλη τηλεφωνική συνομιλία που είχε με το Ψ3. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων που κατέτειναν να διασκεδάσουν τις υπόνοιες των μηνυτών ότι έχουν εξαπατηθεί, αλλά και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο καταλογισμού ευθυνών και στο δεύτερο εκκαλούντα, ήταν ψευδείς, όπως προκύπτει από τις πειστικές καταθέσεις των μηνυτών, τις ένορκες καταθέσεις των Ψ3 και Σ1 αλλά και του Υ1 ο οποίος απασχοληθείς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ως οδηγός φορτηγού στις επιχειρήσεις του Χ1, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι οι εκκαλούντες, πατέρας και γιος αντίστοιχα, είχαν πολύ καλές σχέσεις, ότι ο δεύτερος εξ αυτών, Χ2 πήγαινε συχνά στις εγκαταστάσεις στα ... και μάλιστα πέντε-έξι φορές ο ίδιος (ο μάρτυρας), κατ' εντολήν του Χ1 είχε μεταφέρει δομικά υλικά για λογαριασμό του γιου του Χ2 από τα ... προς τη ... Εξ άλλου, ο τελευταίος είχε εμφανισθεί, ως προσωπικός οδηγός του πατέρα του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση και από άλλους εξαπατηθέντες απ' αυτούς (βλ. ένορκη ανακριτική κατάθεση Μ1 καθώς και ανώμοτη κατάθεση Μ2 στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 139/2006 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, λόγω μη πληρωμής της επιταγής, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του πρώτου εκκαλούντος, οι μηνυτές προέβησαν σε έρευνα της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", εκδότριας της επιταγής, επ' ονόματι της οποίας είχε αγοραστεί ο αραβόσιτος, από την οποία διαπίστωσαν ότι : α) Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε τύποις ούτε την εταιρική ιδιότητα ούτε αυτήν του νομίμου εκπροσώπου της, αφού φαινομενικά τις παραπάνω ιδιότητες είχε ο Δ1 κάτοικος εν ζωή ... ο οποίος ήδη απεβίωσε στις 3-12-2003 στη Λευκωσία Κύπρου, ήταν δε παντελώς άγνωστος στους μηνυτές και ούτε είχε πραγματική ανάμιξη στις εταιρικές υποθέσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αδελφός του τελευταίου, Δ2 παρά το ότι ο ίδιος διατηρούσε εκτελωνιστικό γραφείο στην οδό ... στη ..., κατέθεσε αφ' ενός μεν ότι αγνοούσε ότι ο αδελφός του φαινόταν να διατηρεί γραφείο στον ... της ίδιας οδού, πράγμα που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τους μηνυτές, αφ' ετέρου δε ότι ο αδελφός του δεν εργαζόταν, έπαιζε στο Καζίνο και άλλες λέσχες, ζητούσε χρήματα από τη μητέρα του επικαλούμενος οφειλές προς τρίτους και είχε μεταβεί στην Κύπρο 4-5 μήνες πριν από το θάνατο του για να εργαστεί σε καφετέρια, β) οι εγκαταστάσεις που είχε εμφανίσει ο πρώτος κατηγορούμενος στα ... δεν ανήκαν στην κυριότητα της ως άνω αγοράστριας εταιρίας, αλλά στη συγκυριότητα του Χ3 γιου, επίσης, του Χ1 (για τον οποίο το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις), και της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη (Π. Γρηγορίου Ε' 38) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος Χ2 αντιπρόεδρος δε αυτής ήταν ο ως άνω αδελφός του Χ3. Η εν λόγω εταιρία, με το από 15-11-2000 μισθωτήριο συμφωνητικό, είχε εκμισθώσει τις ως άνω αποθήκες στην εταιρία "ΔΗΜΑΚ ΕΠΕ", η οποία έδρευε τύποις στην οδό Π. Γρηγορίου Ε' αρ. 38 στη Θεσσαλονίκη (όπου, όπως έχει εκτεθεί, έδρευε πράγματι η "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε."), νόμιμος, δε, εκπρόσωπος της, ήταν τύποις μεν, ο Δ3 ουσιαστικά, όμως, ο πρώτος εκκαλών Χ1, ο οποίος έδινε όλες τις εντολές προς τους υπαλλήλους της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και στον Υ1 ο οποίος είχε προσληφθεί, ως οδηγός φορτηγού από την ως άνω εταιρία, αλλά γνώριζε ως αφεντικό τον πρώτο κατηγορούμενο, είχε δε μεταφέρει ο ίδιος, κατ' εντολήν του Χ1, την πωληθείσα από τους μηνυτές ποσότητα αραβόσιτου από τις αποθήκες τους στο ... προς τις αποθήκες στα ... Εξ άλλου, ούτε ο πρώτος εκκαλών ήταν φερέγγυος, όπως ψευδώς είχε παραστήσει στους μηνυτές, καθόσον ο ίδιος δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία, είχαν δε εκδοθεί εις βάρος του πολλές διαταγές πληρωμής και όφειλε σε άλλους παραγωγούς και αγροτικούς συνεταιρισμούς μεγάλα ποσά από αγορές αγροτικών προϊόντων, καθώς και σε Τράπεζες και σε εμπόρους, ενώ είχαν υποβληθεί εις βάρος τόσο του ίδιου όσο και του συγκατηγορουμένου γιου του μηνύσεις για απάτες σε βαθμό κακουργήματος και υπεξαιρέσεις. Μάλιστα ήδη με την υπ' αριθμ. 835/2004 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης έχουν καταδικαστεί σε κάθειρξη επτά ετών ο καθένας για απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, υπερβαίνουσα το ποσό των 5.000.000 δρχ., τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος της "ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." και με την υπ'αριθμ. 102/2004 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δυο ετών ο καθένας, επίσης, για απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ως άνω παραστάσεις του πρώτου εκκαλούντος, Χ1, προς τους μηνυτές, περί του ότι αυτός ήταν μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της αγοράστριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", η οποία δήθεν ήταν φερέγγυα, ιδιοκτήτρια των εγκαταστάσεων στα ... αξίας άνω των 1.000.000 δρχ., με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, χωρίς χρέη και άριστη φήμη στην αγορά, ήταν εν γνώσει του ψευδείς, αφού τυπικά εμφανιζόταν, ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της ως άνω εταιρίας ο Δ1 που ήταν παντελώς αφερέγγυος, οι εγκαταστάσεις στα ... δεν ανήκαν στην ως άνω αγοράστρια εταιρία, αλλά κατ' ισομοιρία στην εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εκκαλούντα, εταιρία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε." και στο Χ3, ενώ ο ίδιος ο πρώτος εκκαλών, καθώς και η ως άνω αγοράστρια εταιρία δεν διέθεταν περιουσιακά στοιχεία ή οποιαδήποτε χρηματοοικονομική ικανότητα, αλλά αντίθετα είχαν δημιουργήσει χρέη και δεν είχαν αξιοπιστία στην αγορά. Στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, προέβη ο πρώτος εκκαλών, προκειμένου να πείσει τους μηνυτές να πωλήσουν και παραδώσουν στην ως άνω, ουσιαστικά ελεγχόμενη από τον ίδιο, εταιρία, τις ως άνω ποσότητες αραβόσιτου με πίστωση του τιμήματος, χωρίς, εξ αρχής, να έχει πρόθεση έντιμης και σοβαρής συνεργασίας, σκοπεύοντας να μην πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα, συνολικού ύψους 68.070,92 €, ώστε να αποκομίσει ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των μηνυτών, η οποία και επήλθε, αφού οι μηνυτές πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του και πώλησαν και παρέδωσαν προς αυτόν τις προαναφερόμενες ποσότητες αραβόσιτου με πίστωση του τιμήματος, χωρίς η ελεγχόμενη απ' αυτόν αγοράστρια εταιρία να πληρώσει σ' αυτούς το συμφωνηθέν τίμημα στο συμφωνηθέντα χρόνο (27-8-2003), αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Εξ άλλου οι ως άνω ψευδείς παραστάσεις, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων, αποτελούν γεγονότα με την έννοια του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, ως αναγόμενα στο παρόν, διότι δημιούργησαν στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του πρώτου εκκαλούντος, ο οποίος εξ αρχής είχε ειλημμένη την απόφαση να μην τις εκπληρώσει. Οι ως άνω τελεσθείσες εις βάρος καθενός εκ των μηνυτών μερικότερες πράξεις της απάτης, αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο πρώτος εκκαλών, όμως, απέβλεπε με τις μερικότερες αυτές πράξεις στο συνολικό περιουσιακό όφελος που προέκυπτε απ' αυτές, ως αποτέλεσμα. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε η αποφασιστική συνδρομή του δευτέρου εκκαλούντος, Χ2 στην τέλεση της ως άνω πράξης από τον πρώτο και κατά τη διάρκεια της, καθόσον αυτός, εμφανιζόμενος, ως προσωπικός οδηγός του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση και παρεμβαίνοντας στις μεταξύ αυτού και των μηνυτών διαπραγματεύσεις, διαβεβαιώνοντας τους τελευταίους για τη φερεγγυότητα του αντισυμβαλλομένου τους, συνέβαλε στην εδραίωση της παραπλάνησης των μηνυτών για τη φερεγγυότητα του πατέρα του, πρώτου εκκαλούντος, και τη μελλοντική πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Επίσης, από τα προαναφερόμενα και δη την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους των εκκαλούντων του εγκλήματος της απάτης (για την οποία έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, αλλά και καταδικαστεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις), τη μεθοδευμένη δράση τους με την κατανομή ρόλων κατά τις ψευδείς παραστάσεις τους στους μηνυτές (αλλά και σε άλλους παθόντες), αλλά και την ύπαρξη σχετικής υποδομής (σύσταση εικονικών εταιριών με νομίμους εκπροσώπους αυτών παρένθετα πρόσωπα, με έδρα την εταιρία που εκπροσωπούσε ο δεύτερος εκκαλών και χρήση μεγάλης αξίας εγκαταστάσεων), προκύπτει η κατ' επάγγελμα τέλεση της, δηλαδή, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, καθώς και η κατά συνήθεια τέλεση της, δηλαδή η ροπή αυτών για την τέλεση του αδικήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Επίσης, προέκυψε ότι ο πρώτος εκκαλών, Χ1, ως πραγματικός εκδότης της ως άνω επιταγής που εκδόθηκε χάριν καταβολής του τιμήματος των γεωργικών προϊόντων και, ως ελέγχων ουσιαστικά ο ίδιος την ως άνω αγοράστρια εταιρία, κατέστη υπερήμερος στην καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, αφού δεν το κατέβαλε στο συμφωνημένο χρόνο (27-8-2003) στους μηνυτές, ως πωλητές, παραγωγούς των γεωργικών προϊόντων. Μετά από όλα τα παραπάνω, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων, προκύπτουν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις για να παραπεμφθούν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για να δικαστούν ο μεν πρώτος, Χ1 για : α) απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, κατ' εξακολούθηση (κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού) και β) υπερημερία γεωργικών προϊόντων για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς, τελεσθείσα κατά συρροή, ο δε δεύτερος, Χ2 για άμεση συνεργεία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση (κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού).
Σύμφωνα με το άρθρο 320 παρ. 3 του ΚΠΔ, "μετά την επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ο εισαγγελέας δεν μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από τη δικάσιμο που ορίστηκε, εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 169 παρ. 2 και 323". Το τελευταίο δε αυτό άρθρο (323) ορίζει τα εξής: "Ωσότου αρχίσει η συζήτηση στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να αποσύρει την υπόθεση και να διατάξει κύρια ανάκριση, αν, από λόγους που εμφανίστηκαν μετά την απευθείας κλήση στο ακροατήριο και δίνουν βαρύτερο χαρακτήρα στο πλημμέλημα, κρίνει ότι επιβάλλεται να γίνει κύρια ανάκριση". Η ευχέρεια αυτή του εισαγγελέα αποσκοπεί στη δυνατότητα επανορθώσεως μιας εσφαλμένης αρχικής κρίσεως που προκλήθηκε από την αδυναμία συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία μεταγενέστερα θεωρήθηκαν αναγκαία και προσδίδουν στην πράξη βαρύτερο χαρακτήρα, δεδομένου ότι επιβάλλεται να εφαρμόζεται ο νόμος κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 894/1995). Εξ άλλου το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως ασκείται μέχρι την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο, δηλαδή και μετά τη λήψη της ταυτότητας του κατηγορουμένου (αρθρ.342 ΚΠΔ) ή άλλως πριν από την εξέταση του πρώτου μάρτυρα ή πριν αρχίσει η χρήση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου που αφορά την υπόθεση. Μετά ταύτα το δικάζον δικαστήριο, πειθόμενο για τη βαρύτερη μορφή της πράξεως θα κηρύξει εαυτό αναρμόδιο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή μόνο στα πλημμελήματα και μόνον όταν η παραπομπή του κατηγορουμένου γι' αυτήν στο ακροατήριο γίνεται με απευθείας κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι μετά την κίνηση της εναντίον τους ποινικής δίωξης για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας σε βαθμό πλημμελήματος κατά συρροή (εις βάρος του πρώτου εξ αυτών) και για απλή συνεργεία στην προαναφερόμενη πράξης (εις βάρος του δευτέρου εξ αυτών) για τις οποίες, εν συνεχεία, παραπέμφθηκαν αυτοί με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης στη δικάσιμο της 17-10-2006, ακολούθως, κατόπιν αιτήματος των μηνυτών, στις 31-8-2006 η υπόθεση αποσύρθηκε από το ως άνω ακροατήριο, κατ' άρθρο 323 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης και ασκήθηκε ανεπίτρεπτα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη σε βαθμό κακουργήματος, παρά το ότι τα στοιχεία, με βάση τα οποία αποδόθηκε βαρύτερος χαρακτήρας στις πράξεις τους (όπως αυτά που προκύπτουν από το ποινικό τους μητρώο), δεν γεννήθηκαν μετά την παραπομπή τους, αλλά ήταν ήδη εξ αρχής γνωστά στην κατηγορούσα αρχή, ώστε η απόσυρση της υποθέσεως και η παραπομπή τους σε κυρία ανάκριση, παραβιάζει τις διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του...", η δε διαδικασία που έλαβε χώρα μετά την απόσυρση της υποθέσεως τους από την ως άνω δικάσιμο είναι άκυρη, κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' και 175 εδ. α' ΚΠΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως εις βάρος των εκκαλούντων για τις ως άνω πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος, μετά την προσκομιδή νέων στοιχείων εκ μέρους των μηνυτών με την από 21-6-2006 υποβληθείσα αναφορά - υπόμνημα τους, στις 31-8-2006 ο αρμόδιος Εισαγγελέας, μόλις διαπίστωσε την ύπαρξη πλειόνων εγκλήσεων διαφόρων παθόντων κατά των ιδίων προσώπων (εκκαλούντων), αλλά και καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος αυτών, απέσυρε, πριν αρχίσει η συζήτηση στο ακροατήριο (κατ'άρθρο 323 ΚΠΔ), την εισηγμένη με απευθείας κλήση σ' αυτό υπόθεση και (κρίνοντας προδήλως ότι η συνολική παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων και η πολλαπλότητα των περιπτώσεων αποτελεί μεταγενέστερο λόγο που δικαιολογεί να δοθεί βαρύτερος χαρακτηρισμός στο πλημμέλημα), παράγγειλε να γίνει κύρια ανάκριση για κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσα) και κακουργηματική απλή συνεργεία στην πράξη αυτή. Η μετέπειτα αυτή παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών προς τον ανακριτή για διενέργεια κύριας ανακρίσεως κατά των κατηγορουμένων για κατ' εξακολούθηση απάτη σε βαθμό κακουργήματος και κακουργηματική άμεση συνεργεία σ' αυτήν, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη νομική σκέψη, ήταν επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον δεν είχε αρχίσει η συζήτηση στο ακροατήριο των υποθέσεων αυτών, είναι δε αδιάφορο αν τα προσκομισθέντα από τους μηνυτές νέα στοιχεία (εγκλήσεις και καταδικαστικές αποφάσεις) υπήρχαν και έπρεπε να είναι γνωστά στον αρμόδιο εισαγγελέα πριν από την άσκηση της αρχικής ποινικής δίωξης, αφού με τη διάταξη του άρθρου 323 ΚΠΔ, παρέχεται η δυνατότητα σ' αυτόν να επανορθώσει τυχόν ασκηθείσα εσφαλμένη ποινική δίωξη λόγω της αδυναμίας συλλογής τους. Ούτε, εξ άλλου οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν οποιουδήποτε δικαιώματος που αφορά την εμφάνιση, εκπροσώπηση ή υπεράσπιση τους, αφού διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, η οποία περατώθηκε νομίμως, όπως έχει ήδη εκτεθεί, και οι ίδιοι απολογήθηκαν, προβάλλοντας όλους τους ισχυρισμούς τους, ώστε δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας της προδικασίας. Περαιτέρω οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι κατά παράβαση του Ν. 2472/1996 που διασφαλίζει το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων, αλλά και του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει ότι "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της αποδείξεως της ενοχής του", προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο κακουργηματικός χαρακτήρας των ως άνω αποδιδόμενων εις βάρος τους πράξεων (απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άμεση συνεργεία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στην κακουργηματική απάτη) ελήφθησαν υπόψη από το εκκαλούμενο βούλευμα καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος τους, οι οποίες, όμως, δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες, παραβιάζοντας τις δικονομικές διατάξεις που διασφαλίζουν την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση τους, ως κατηγορουμένων, και ως εκ τούτου επήλθε ακυρότητα της μετέπειτα διαδικασίας. Πλην, όμως, οι ως άνω μη αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις νομίμως περιελήφθησαν στην παρούσα δικογραφία, με μέριμνα του εισαγγελέα και του ανακριτή, οι οποίοι δικαιούνται να έχουν πρόσβαση και επί στοιχείων, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των προσωπικών ή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, εφόσον θεωρούν, ότι τα στοιχεία αυτά συντελούν στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, το δε εκκαλούμενο βούλευμα ορθώς τις έλαβε υπόψη, αφού αρκείται στην ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων και όχι αποδείξεων, προκειμένου να θεμελιώσει την παραπομπή τους με τη συνδρομή της ως άνω επιβαρυντικής περίπτωσης, η οποία άλλωστε ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση μπορεί να θεμελιωθεί και χωρίς να έχει προηγηθεί καταδίκη, όπως προεκτέθηκε. Εξ άλλου, όπως έχει ήδη εκτεθεί, από το ποινικό μητρώο των εκκαλούντων προκύπτει και η αμετάκλητη καταδίκη τους για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Ενόψει των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις των κατηγορουμένων, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 319 παρ. 3 ΚΠοινΔ, το προσβαλλόμενο βούλευμα και διαταχθεί η εκτέλεση αυτού". Ill) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386 §1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων" τιμωρείται για απάτη. Κατά την §3 του αυτού άρθρου - όπως αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 Ν. 2408/96 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 Ν.2721/99 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Επομένως, η κάθε μία από τις τρεις αυτές επιβαρυντικές περιπτώσεις είναι αυτοτελής και αρκεί για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως κακουργήματος, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι συντρέχει το βασικό έγκλημα της απάτης της §1.
Για τη στοιχειοθέτηση της βασικής διάταξης της απάτης, δηλ. της §1 του άρθρου 1386 ΠΚ, απαιτείται παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία - ως συνέπεια δηλ. - επέρχεται (ή διατηρείται) πλάνη σε άλλον, από την οποία (πλάνη) ο άλλος (πείθεται και) προβαίνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η οποία συνιστά διάθεση περιουσίας και από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του άλλου ή τρίτου, ο δε υπαίτιος ενεργεί και με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο αποτελεί το αντίστοιχο της περιουσιακής ζημίας, δηλ. να προέρχεται από την άνω περιουσιακή ζημία, χωρίς όμως να απαιτείται και να ταυτίζεται προς αυτή - πρβλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο (1978), σελ. 268 σημ. 4, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ, τομ. γ, σελ. 69 επ, ΑΠ 760/2000, ΑΠ 353/64, ΑΠ 2264/2003. Ως γεγονότα ναι μεν δεν θεωρούνται τα αναγόμενα, αυτά που μπορεί να συμβούν στο μέλλον, πλην όμως όταν με την παράσταση του μελλοντικού γεγονότος συγχρόνως υποδηλώνονται περιστατικά του παρόντος ή παρελθόντος που επιτρέπουν τη σχετική πρόγνωση, πρόκειται για γεγονότα που ανάγονται στο παρόν, όταν δηλ. τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον είναι συνέπεια των συγχρόνως παρισταμένων που ανάγονται στο παρόν ή παρελθόν (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Π.Κ. τόμ. γ σελ. 69, ΑΠ 2004/2006, ΑΠ 1986/2006, ΑΠ 691/97, ΑΠ 116/90 κ.α.-Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ ΠΚ -που προστέθηκε με το άρθρο 1§1 ν. 2408/96 - "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από τη διάταξη προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση απαιτείται να συντρέχει είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξης (αντικειμενικό στοιχείο) από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε υποδομή (αντικειμενικό στοιχείο) που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση (δεν απαιτείται δηλ. επανειλημμένη τέλεση) επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (υποκειμενικό στοιχείο που προκύπτει από το άνω αντικειμενικό στοιχείο), με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έστω και αν ο δράστης τελεί άπαξ την πράξη, η οποία έτσι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της υποδομής (πρβλ. ΑΠ 382/2006, ΑΠ 1539/2003, ΑΠ 5/2001, ΑΠ 2014/2001, ΑΠ 1277/99, ΑΠ 1104/99, ΑΠ 1796/99, ΑΠ 680/2000, ΑΠ 372/2000, ΑΠ 692/2000 κ.α). Δεν αρκεί επομένως τέλεση ενός εγκλήματος π.χ. απάτης μια φορά, έστω και αν είναι αριστοτεχνικά σχεδιασμένη. Απαιτείται υποδομή που έγινε με σκοπό κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης. Απαιτείται δηλ. οργανωμένη ετοιμότητα χωρίς να απαιτείται όπως αυτή έχει εκδηλωθεί με προγενέστερες καταδίκες. Η υποδομή να είναι το μέσο ή ο τρόπος τελέσεως του οικείου εγκλήματος. Αρκεί προφανώς προς τούτο μεθοδευμένη δραστηριότητα που χρησιμοποιείται για την τέλεση της πράξης (πρβλ. ΑΠ 1651/2002). Μπορεί να προκύπτει και από άλλα περιστατικά της ζωής του δράστη ή από την εν γένει προσωπικότητα του. Αρκεί, όπως ελέχθη, η σταθερή ροπή να είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση σημαίνει τέλεση του αυτού εγκλήματος τουλάχιστον δύο φορές - χωρίς όμως να απαιτείται όπως υπάρχουν και προηγούμενες καταδίκες (βλ. ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 372/2002, ΑΠ 1854/2001 κ.α.). Έτσι αρκεί η τέλεση κατ' εξακολούθηση, αφού κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί περίπτωση πραγματικής ομοειδούς συρροής - βλ. ΑΠ 40/2003, ΑΠ 1303/2003, ΑΠ 1307/2002, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 265/2001 κ.α.).
Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης (αντικειμενικό στοιχείο) προκύπτει ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη η σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (σχετ. ΑΠ 151/2001). Δεν αρκεί επομένως η επανειλημμένη τέλεση αλλά η επανειλημμένη τέλεση πρέπει να αποτελεί απόρροια της σταθερής ροπής του δράστη ως στοιχείου της προσωπικότητας του (πρβλ. ΑΠ 789/99). Και εδώ δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες για το αυτό έγκλημα - πρβλ. ΑΠ 889/98 κ.α. Ο σκοπός πορισμού εισοδήματος και η ροπή του δράστη αποδεικνύονται κυρίως όταν υπάρχει και χρονική εγγύτητα και λειτουργική συνέχεια των πράξεων. Ο σκοπός αυτός είναι κάτι το διάφορο από την απαξία του οικείου εγκλήματος στο οποίο περιέχεται αντίστοιχος σκοπός, αφού χωρίς τον τελευταίο δεν υπάρχει έγκλημα. Απαιτείται να πρόκειται για όφελος προς βιοπορισμό (πρβλ. ΑΠ 447/96). Για την επιβαρυντική περίπτωση της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ αρκεί το κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά μπορεί να συντρέχουν αμφότερα, (πρβλ. ΑΠ 184/2002). Εάν, επομένως, συντρέχει το ένα εξ αυτών που είναι και ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο, αλλά το συμβούλιο στηρίζει την παραπομπή σε αμφότερα, τότε δεν έχει ο κατηγορούμενος έννομο συμφέρον, αφού υπάρχει ούτως ή άλλως η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος και η τυχόν (μη αιτιολογημένη) και αλλού έχει σημασία για την ποινή, δηλ. στο ακροατήριο - βλ. ΑΠ 1244/84- Η αιτιολογία, η ειδική και εμπεριστατωμένη, απαιτείται και για τις επιβαρυντικές περιπτώσεις που συνιστούν νομικές έννοιες. Προς τούτο δεν αρκεί η απλή αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα και η τυπική χρήση των οικείων όρων των επιβαρυντικών περιστάσεων αλλά απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συγκροτούν τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιπτώσεις ΑΠ 766/2000, ΑΠ 460/2007, ΑΠ 864/2000, ΑΠ 478/2000, ΑΠ 2120/2005, ΑΠ 301/2001, ΑΠ 188/2001, πρβλ. ΑΠ 1640/2001, ΑΠ 397/2001, ΑΠ 974/2006 κ.α.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 εδ. β'Π.Κ. άμεση συνέργεια είναι η παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κύριας πράξης που εκδηλώνεται κατά τρόπο ώστε χωρίς τη συνδρομή αυτή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε -βλ. ΑΠ 1656/2007 -ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης -βλ Απ 1235/2005, πράγμα που προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά βλ. ΑΠ 321/72 Π Χρ ΚΒ 529 κ.α. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στη διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές, επαρκείς) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο - βλ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1459/2004 κ.α. Η αιτιολογία του βουλεύματος συμπληρώνεται και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρωτοβάθμιο - βλ. ΑΠ 429/86. Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) η χωριστή αναφορά καθεμίας από αυτές σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από κάθε μία, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο συνοδό του είδους τους - ΑΠ 2/2003 Ολ., ΑΠ 1999/2006, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 48/2007, ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1462/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 428/2002 κ.α., από την οποία (αναφορά του είδους τους) προκύπτει κατά κανόνα ότι εκτιμήθησαν όλες (οι αποδείξεις). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος, θεωρεί δηλ. ο Άρειος Πάγος ότι αυτά που δέχθηκε το βούλευμα ότι προέκυψαν, αυτά όντως προέκυψαν και δεν μπορεί να ελέγχει εάν και πράγματι προέκυψαν, αφού αυτά προϋποθέτουν έλεγχο της ουσίας της υπόθεσης, στην οποία δεν μπορεί να προβεί, αφού δεν είναι δικαστήριο ουσίας. Ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση των αποδείξεων, που ανήκει αποκλειστικά στο συμβούλιο της ουσίας. Έτσι, δεν μπορεί να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα τα οποία δεν δέχθηκε κλπ. Η αναίρεση είναι το κατεξοχήν "νομικό" έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο πλήττεται η απόφαση - βούλευμα για νομικά σφάλματα, "δικάζει την απόφαση, την ορθότητα του σχετικού νομικού συλλογισμού, ελέγχει" και όχι το πραγματικό μέρος, το οποίο κρίθηκε ήδη τελειωτικά από το δικαστήριο ουσίας. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου αρχίζει αφού σημείου ο δικαστής της ουσίας δέχθηκε αυτά που αναφέρει ως αποδειχθέντα. Έτσι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγον αναίρεσης βλ. ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 2078/2005, ή όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων - βλ. ΑΠ 829/2006, ΑΠ 1280/82, ΑΠ 474/2001, ΑΠ 1380/2002, ΑΠ 11 38/2002.Επίσης η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η παράλειψη αναγραφής της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (-ΑΠ 1/2005 Ολ., ΑΠ 501/2006, ΑΠ 567/2006- αφού η αξιολόγηση και σύγκριση λαμβάνει χώρα δια της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών-).Επίσης η παράλειψη αναφοράς της δικαιολογήσεως περί της αξιοπιστίας των αποδεικτικών μέσων από τα οποία έγιναν αποδεκτά τα αναφερόμενα ή γιατί δεν έγιναν δεκτά άλλα που απορρέουν από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα κλπ. βλ. ΑΠ 2199/2006, ΑΠ 474/2001 κ.α., δηλ. επί παντός που άπτεται της ουσιαστικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων.
Έτσι ειδική αιτιολογία δεν απαιτείται για απάντηση σε πραγματικά επιχειρήματα ή άρνηση της κατηγορίας - βλ.ΑΠ 548/89, ΑΠ 85/82, ΑΠ 886/78, ΑΠ 1709/90, ΑΠ 1617/85, ΑΠ 1187/88, ΑΠ 1281/85, ΑΠ 210/84 κ.α., Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. γ (1977), σελ. 326, ούτε να αναφέρεται από ποιο ή ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή - πρβλ. ΑΠ 2200/2007, ΑΠ 286/2006 κ.ά. Να σημειωθεί εδώ ότι το υπόμνημα δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, ούτε έγγραφο βλ. ΑΠ 896/2001, ΑΠ 100/2004.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος - που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος - ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση ΑΠ 9/2001 Ολ., ΑΠ 2/2000 Ολ., βλ. ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 661/2001 - που να στηριχθεί η ορθή εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού ποινικού νόμου. Στη περίπτωση δηλ. αυτή δεν καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ποια πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν και έγιναν δεκτά από το συμβούλιο.
Ενόψει των ανωτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 2 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, τις αποδείξεις και δη όλα τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά (πραγματικά περιστατικά) και τους λόγους -σκέψεις ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες (άρθρο 313 Κ.Π.Δ.) για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Ειδικώτερα δε σαφώς δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η παράσταση ανάγεται σε ψευδή γεγονότα, ήτοι περί του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της αγοράστριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ...", η οποία ήταν φερέγγυα, ιδιοκτήτρια των εγκαταστάσεων στα Λαγκαδίκια Θεσσαλονίκης, αξίας άνω των 1.000.000 δρχ. με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, χωρίς χρέη και άριστη φήμη στην αγορά, με την αποφασιστική συνδρομή του δευτέρου ...εμφανιζόμενος ως προσωπικός του οδηγός... και παρεμβαίνοντας στις μεταξύ του πρώτου και των μηνυτών διαπραγματεύσεις, διαβεβαιώνοντας τους τελευταίους για την φερεγγυότητά του και την μελλοντική πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Στις άνω ψευδείς παραστάσεις προέβαιναν εν γνώσει του ψεύδους αυτών, κατεξακολούθηση, δηλαδή κάθε φορά από 6-2-2003 έως 20-2-2003 αφ'ενός και 26-2-2003 αφετέρου που λάμβανε χώρα παράδοση της συμφωνηθείσης ποσότητας στους δύο παθόντες αποβλέποντες να μην πληρώσουν το συμφωνηθέν τίμημα, το οποίο σκόπευαν να προσποριστεί ο πρώτος, στο οποίο -συνολικό τίμημα- και απέβλεπαν από την αρχή- και που ανέρχεται στο ποσό των 68.070,92 ευρώ. Από τα δεκτά γενόμενα, πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει και τέλεση της απάτης και άμεσης συνέργειας σ'αυτήν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από τους κατηγορουμένους -αντίστοιχα. Εξ'άλλου τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά όντως στοιχειοθετούν το έγκλημα της απάτης και της άμεσης συνέργειας σ'αυτό -άρθρα 386, 46 § β Π.Κ.- τις διατάξεις των οποίων δεν ερμήνευσε ή εφάρμοσε εσφαλμένα και δη ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής- ερμηνείας είναι αβάσιμοι όμως οι λόγοι αυτοί είναι και απαράδεκτοι διότι στηρίζονται σε φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και σε πραγματικά περιστατικά που δεν έγιναν δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Συγκεκριμένα: ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν έγιναν δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα αλλά από την κατά τους αναιρεσείοντες "παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου" της δικογραφίας -και σε δέκα γενόμενα πραγματικά περιστατικά της Εισαγγελικής προτάσεως ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν κάνει παραπομπή σ'αυτά αλλά έχει αποκλειστικά δικές του σκέψεις. Επίσης η φερόμενη εσφαλμένη εφαρμογή -ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δηλ. του άρθρου 386 Π.Κ., στηρίζεται στο ότι αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία, ενώ προκύπτουν άλλα "από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας". Επίσης ότι δεν υπάρχει παράσταση ψευδούς γεγονότος, γίνεται δε επίκληση πραγματικών γεγονότων και δη ότι η φερόμενη ψευδής παράσταση συνιστάται στην υπόσχεση για την ολοσχερή εξόφληση, δηλ. σε ανάληψη μιας μελλοντικής υποχρέωσης και αθέτηση αυτής, ενώ κάτι τέτοιο δεν γίνεται δεκτόν από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Τέλος γίνεται επίκληση πραγματικών γεγονότων και δη ότι προσφέρθηκε ο πρώτος να καταβάλλει το ισόποσο της αξίας των προϊόντων κλπ, ενώ κάτι τέτοιο δεν γίνεται δεκτόν από το προσβαλλόμενο βούλευμα.Επίσης ο λόγος αναίρεσης περί ακυρότητας λόγω παραβιάσεως του άρθρου 323 Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος αφού από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.Τέλος η φερομένη ακυρότητα διότι ελήφθησαν υπόψη έγγραφα από άλλη ποινική δικογραφία αν και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση είναι αβάσιμος αφού κάτι τέτοιο δεν συνιστά ακυρότητα Πρ βλ ΑΠ 1317/98Ο δε ν.2472/96 δεν έχει εφαρμογή στην ποινική διαδικασία -άρθρο 7 § 1 εδ. στ' αυτού, που προστέθηκε με το άρθρο 10 ν.3090/2002 Πρ βλ ΑΠ 1945/2002Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι υπό κρίση αναιρέσεις να απορριφθούν.IV) Επειδή η παραγραφή είναι θεσμός δημόσιας τάξης και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και από αυτόν τούτον τον 'Αρειο Πάγο, αρκεί η αναίρεση να είναι τυπικά δεκτή, χωρίς να απαιτείται όπως επί βουλευμάτων γίνει δεκτός και ουσιαστικά βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης -αφού το άρθρο 511 ΚΠΔ αναφέρεται μόνο σε αποφάσεις- και συνεπώς, εάν επέλθη ο χρόνος παραγραφής πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη -310 § 1 Κ.Π.Δ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το έγκλημα του ν.δ. 3424/1955 φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος (12, 18, 19 ΠΚ) αφού τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές (=1.500 ευρώ) από δε του χρόνου τελέσεως του 27-8-2003 μέχρις σήμερα παρήλθε πλήρης πενταετία πλην όμως με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για τη δικάσιμο της 17-10-2006 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης έχει ήδη επέλθει λόγος αναστολής της άνω παραγραφής (113 § 2 ΠΚ), χωρίς να ενδιαφέρει εάν έγινε ματαίωση της άνω δικασίμου ή εάν το δικαστήριο αυτό ήταν τελικά αναρμόδιο, αφού η πράξη της επίδοσης ως τέτοια ήταν έγκυρη κατά τον χρόνο της επίδοσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 22 και 21/2-6-2008 αναιρέσεις των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 125/2008 βουλεύματος του Εφετείου Θράκης να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος τούτων.
Αθήνα 28 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 § 1 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ ή, ανεξάρτητα από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση, το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ., νοούνται τα πραγματικά περιστατικά του εξωτερικού κόσμου που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιώνεται και τότε το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή του στοιχείου της κατ' επάγγελμα τέλεσης απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση αυτού και αρκεί επίσης η τέλεση του εγκλήματος μία μόνο φορά όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του εγκλήματος αυτού προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή του στοιχείου της κατά συνήθεια τέλεσης απαιτείται επανειλημμένη τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, και η εξ αυτής προκύπτουσα διάγνωση της σταθερής ροπής του δράστη προς διάπραξη αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, χωρίς να ενδιαφέρουν τα αίτια της εν λόγω ροπής. Για τη συνδρομή του στοιχείου τόσο της κατ' επάγγελμα όσο και της κατά συνήθεια τέλεσης δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.
Εξάλλου το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. γ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Δεν θεμελιώνουν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση του ανακριτικού ή προανακριτικού υλικού και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε στοιχείου της δικογραφίας χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των ανωτέρω στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β του ΚΠΔ αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 125/2008 βούλευμά του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθ. 75/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ξάνθης με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως ο μεν πρώτος α) απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ κατά συρροή και β) υπερημερίας αγοραστή γεωργικών προϊόντων για την καταβολή τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς κατά συρροή, ο δε δεύτερος άμεσης συνέργειας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στην ανωτέρω (κακουργηματική) απάτη. Σχετικά με τις κακουργηματικές ως άνω πράξεις της απάτης και της άμεσης σ'αυτήν συνέργειας, στις οποίες αφορούν οι αναιρέσεις, το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εκκ-αλούντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 πατέρας και γιος αντίστοιχα, από τους οποίους ο πρώτος είναι έμπορος αγροτικών προϊόντων και ο δεύτερος αρχιτέκτονας-μηχανικός, στα πλαίσια υλοποίησης μεθοδικά καταστρωμένου σχεδίου τους, με το οποίο αποσκοπούσαν να αντλήσουν παράνομα μεγάλα χρηματικά ποσά, συνέστησαν, με απατηλές συμπεριφορές και ενέργειες τους, από το καλοκαίρι του 1996 διάφορες εικονικές εταιρίες (αλλά και ατομικές επιχειρήσεις), με αντικείμενο, δήθεν, την εμπορία αγροτικών προϊόντων, τοποθετώντας σ' αυτές, ως νομίμους εκπροσώπους και διαχειριστές, διάφορα αφερέγγυα πρόσωπα, άσχετα με την εμπορία αγροτικών προϊόντων (αχυρανθρώπους), με αποκλειστικό σκοπό να εξαπατήσουν πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να επιτύχουν τη χρηματοδότηση των ελεγχόμενων ουσιαστικά από τους ίδιους εικονικών εταιριών, καρπούμενοι οι ίδιοι τα ποσά των χρηματοδοτήσεων, αλλά και δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και ιδιώτες, κυρίως αγρότες-παραγωγούς, από τους οποίους αγόραζαν τα αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, χωρίς να καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα, αποκομίζοντας, έτσι, παράνομα, πολύ μεγάλα οικονομικά οφέλη. Μεταξύ των εικονικών αυτών εταιριών είναι και οι: α) "ΑΓΡΟΣΙΤΕΜΠΟΙΚΗ Ε.Π.Ε.", "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΕΠΕ", "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", "ΑΓΕΜ ΕΠΕ", "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", των οποίων οι φαινόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι, καθ' υπόδειξη των κατηγορουμένων που τις ήλεγχαν ουσιαστικά, εξέδωσαν εικονικά σωρεία επιταγών, τις οποίες παρέδωσαν στους τελευταίους για να τις χρησιμοποιήσουν, καταθέτοντας αυτές στα παρακάτω αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, ως ενέχυρο, ώστε εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους διάφορων πιστωτικών ιδρυμάτων, να επιτύχουν την παράνομη χρηματοδότηση της λήπτριας των επιταγών και ελεγχόμενης από τους ίδιους (κατηγορουμένους) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 και μέλος αυτής ο δεύτερος, Χ2 με συνέπεια να προκαλέσουν συνολική ζημία, ύψους 542.366.883 € εις βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ", "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ". Μάλιστα με το υπ' αριθμ. 1387/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε εις βάρος τραπεζών είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., τελεσθείσα από τους δράστες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 συνέστησε εικονικά τις παρακάτω αναφερόμενες εταιρίες, οι οποίες ελέγχονταν στην πραγματικότητα από τον ίδιο και δη: α) στις ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Κ. Νταή, τη μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ερμού 65), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ορίστηκε, τυπικά και μόνον, ο ήδη αποβιώσας Δ1 κάτοικος εν ζωή ... ο οποίος, σύμφωνα με την από 12-6-2002 υπεύθυνη δήλωση, διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, ως μεσίτη της εταιρίας του, με εξουσία υπογραφής και συμπλήρωσης επιταγών, εκδόσεως της, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε συναλλακτική δράση του φαινόμενου διαχειριστή της, β) στις 10-6-1996, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μαρίας Λαζαρίδου-Γρηγοριάδου, την προαναφερόμενη ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ερμού 57), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, τυπικά και μόνον, ορίστηκε ο ..., ανεψιός και πρωτεξάδελφος των κατηγορουμένων αντίστοιχα, μαθητής Γυμνασίου και γ) στις 9-6-1999, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ι. Αντωνοπούλου, την ΕΠΕ με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΗΜΑΚ ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Π. Γρηγορίου Ε' 38), με πρώτο διαχειριστή αυτής τον Δ3 κάτοικο Αργυρούπολης Δράμας. Στην έδρα της τελευταίας εταιρίας στην πραγματικότητα έδρευε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε.", με αντικείμενο εμπορίας την κατασκευαστική, τουριστική, επενδυτική, συμμετοχική δραστηριότητα (δηλαδή άσχετο με την εμπορία αγροτικών προϊόντων), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2. Στις αρχές Φεβρουαρίου 2003 οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 (γιος και πατέρας αντίστοιχα), κάτοικοι ..., οι οποίοι είναι αγρότες-παραγωγοί γεωργικών προϊόντων και κυρίως αραβόσιτου, τα οποία διαθέτουν προς πώληση για βιοπορισμό, στα πλαίσια των σχετικών συναλλακτικών τους επαφών και ύστερα από υπόδειξη του κοινού γνωστού τους Ν1 ήλθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ως τότε άγνωστο σ' αυτούς πρώτο εκκαλούντα, Χ1, ο οποίος τους δήλωσε ότι είναι έμπορος αγροτικών προϊόντων και ενδιαφέρεται να αγοράσει αραβόσιτο, παραγωγής τους, τους προσκάλεσε, δε, να επισκεφθούν τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του στα ... για μια πρώτη κατ' αρχήν γνωριμία και περαιτέρω διερεύνηση για μελλοντική επαγγελματική συνεργασία. Πράγματι, για το σκοπό αυτό, κατ' εντολήν των μηνυτών, ο αδελφός του πρώτου εξ αυτών και γιος του δεύτερου, Ψ3 μετέβη στο χωριό ... όπου συναντήθηκε με τον εκκαλούντα Χ1, παρουσία του υπαλλήλου του Υ1. Ο Χ1, του δήλωσε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει τον αραβόσιτο της αποθηκευμένης παραγωγής των μηνυτών και ότι για το σκοπό αυτό θα τους επισκεπτόταν στο χωριό τους, τον διαβεβαίωσε, δε, ότι είχε μεγάλη περιουσία και ότι ήταν πλήρως εξασφαλισμένη η πληρωμή του τιμήματος, ενώ τον ξενάγησε σε κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις (αποθήκες, ξηραντήρια, γεφυροπλάστιγγες, μηχανήματα, φορτηγά αυτοκίνητα, τριώροφο κτίσμα κ.ά.), για τις οποίες τον διαβεβαίωσε ότι ανήκαν κατά κυριότητα στην επιχείρηση του που λειτουργούσε με τη μορφή μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", προκειμένου να πείσει τον ίδιο που ενεργούσε, ως αντιπρόσωπος των μηνυτών, και κατ' επέκταση και τους μηνυτές ότι αυτός είναι έμπειρος και σοβαρός επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ώστε να κάμψει κάθε τυχόν ενδοιασμό τους για την προς αυτόν πώληση της αγροτικής παραγωγής τους με πίστωση του τιμήματος. Ακολούθως στις 5-2-2003 ο κατηγορούμενος Χ1 μετέβη στο ... και συναντήθηκε με τους μηνυτές στην οικία του Ψ3 παρουσία του ιδίου και της συζύγου του Σ1 συνοδευόμενος από τον δεύτερο εκκαλούντα, γιο του, Χ2 τον οποίο εμφάνισε, ως προσωπικό οδηγό του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση από τους μηνυτές, προκειμένου να πεισθούν αυτοί για την μεγάλη οικονομική επιφάνεια του. Το ίδιο έπραξε και ο Χ2, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του πατέρα του ότι δήθεν ήταν προσωπικός οδηγός του και αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση, ενώ κατά τις διαπραγματεύσεις που επακολούθησαν για την αγοραπωλησία του αραβόσιτου αναμίχθηκε στη συμφωνία για το ύψος του τιμήματος και τον τρόπο καταβολής του και διαβεβαίωνε τους μηνυτές ότι δεν θα έχαναν τα χρήματα τους. Έτσι οι μηνυτές ζήτησαν μεν αρχικά την προκαταβολή μέρους του τιμήματος, για τη διασφάλιση τους και την μ' αυτήν διευκόλυνση τους στην εξόφληση δικών τους οφειλών, αλλά τελικώς μεταπείσθηκαν, μετά τις διαβεβαιώσεις και των δυο εκκαλούντων για τη φερεγγυότητα του πρώτου εξ αυτών, καθώς και της ως άνω εκπροσωπούμενης απ' αυτόν μονοπρόσωπης εταιρίας, για την απόδειξη της οποίας αυτός επικαλέστηκε τις επιδειχθείσες στο Ψ3 εγκαταστάσεις της στα ..., αξίας άνω των 1.000.000.000 δρχ., με τις οποίες δήθεν εξασφαλιζόταν πλήρως η πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος, ισχυρισθείς περαιτέρω ότι η εν λόγω εταιρία είχε μεγάλη συναλλακτική δράση, αγοράζοντας από παραγωγούς αγροτικά προϊόντα, αξίας πολλών .εκατομμυρίων δραχμών και ότι δεν υπήρχαν οφειλές της προς τρίτους. Άλλωστε και η εκ μέρους του Χ2 επίκληση της ιδιότητας του, ως οδηγού του Χ1, συνηγορούσε υπέρ της οικονομικής ευρωστίας του "εργοδότη" του. Τελικώς οι μηνυτές πείσθηκαν στις ως άνω παραστάσεις και συμφώνησαν να πωλήσουν την παραγωγή τους, αντί τιμήματος 0,1643 € ανά κιλό αραβοσίτου, αλλά και να πιστωθεί το συνολικό τίμημα, ύψους 68.070 €, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τις 27-8-2003. Εξ άλλου ο εκκαλών Χ1 για να είναι πειστικός και να άρει οποιονδήποτε τυχόν ενδοιασμό των μηνυτών εν σχέσει με την εξασφάλιση πληρωμής του τιμήματος, ανέλαβε να εκδώσει, χάριν καταβολής του, ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή εις διαταγήν των μηνυτών. Εις εκτέλεση των συμφωνηθέντων από την επομένη της επιτευχθείσας μεταξύ τους συμφωνίας, ήτοι από 6-2-2003, άρχισε η τμηματική παράδοση της παραγωγής αραβοσίτου των μηνυτών στις αποθήκες τους στο ... και η μεταφορά της από τον υπάλληλο του πρώτου κατηγορουμένου, Υ1 στις προαναφερόμενες εγκαταστάσεις στα ... καθώς και, κατ' εντολήν του πρώτου κατηγορουμένου, σε αποθήκες ρυζιού στην περιοχή της ..., ιδιοκτησίας άλλης εταιρίας του. Τελικώς, εκ των μηνυτών ο μεν Ψ1 κατά το χρονικό διάστημα από 6/2/2003 έως 20-2-2003, πώλησε και παρέδωσε τμηματικά στον πρώτο εκκαλούντα, ως διαχειριστή της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ" συνολική ποσότητα 359.500 κιλών αραβοσίτου, συνολικής αξίας 63.758,22 €, ο δε Ψ2 στις 26-2-2003 πώλησε και παρέδωσε στον ίδιο κατηγορούμενο 27.050 κιλά αραβοσίτου, συνολικής αξίας 4.312,03 €, όπως οι επιμέρους παραδοθείσες ποσότητες και η αξία καθεμιάς, καθώς και τα εκδοθέντα για καθεμιά παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς-δελτία αποστολής) αναφέρονται ειδικότερα στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία κατά το σημείο αυτό αναφέρεται το Συμβούλιο. Σε όλα τα εκδοθέντα τιμολόγια-δελτία αποστολής για τις ως άνω αγορές, ως έδρα της αγοράστριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ" αναγράφεται η οδός ... στη ..., όπου, όμως, όπως έχει εκτεθεί, είχε την έδρα της, σύμφωνα με το καταστατικό της, η εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" και όχι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", η οποία είχε καταστατική έδρα στην οδό ... Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε, κατά τα συμφωνηθέντα, στους εγκαλούντες την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με ημεροχρονολογία εκδόσεως 27-8-2003, ποσού 68.070 €, πληρωτέα εις διαταγήν του εγκαλούντος Ψ1 διαβεβαιώνοντας εκ νέου τους εγκαλούντες για την εμπρόθεσμη εξόφληση της. Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή εμπρόθεσμα, στις 27-8-2003, στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Αμέσως οι μηνυτές επικοινώνησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος επικαλέστηκε προσωρινή έλλειψη ρευστότητας και ζήτησε πίστωση χρόνου, διαβεβαιώνοντας αυτούς επανειλημμένα ότι θα εξοφλούσε το ποσό της επιταγής, η οποία, όμως, τελικώς δεν πληρώθηκε και γι' αυτό σφραγίστηκε στις 2-9-2003. Οι μηνυτές συνέχισαν να οχλούν τον πρώτο κατηγορούμενο για την πληρωμή του ποσού του οφειλομένου τιμήματος τόσο τηλεφωνικά όσο και με προσωπικές επαφές τους, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Ο Ψ3 (που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των μηνυτών) και η σύζυγος του Σ1 σε επίσκεψη τους στην οικία του πρώτου εκκαλούντος, Χ1, στη ... για να οχλήσουν για την πληρωμή του τιμήματος, συνάντησαν τον δεύτερο εκκαλούντα, Χ2 τον οποίο η σύζυγος του πρώτου σύστησε ως γιο τους, ενώ οι μηνυτές τον γνώριζαν ως οδηγό του πρώτου εκκαλούντος. Τότε αυτός, μετά από σχετική ερώτηση του ζεύγους Ψ3, αρνήθηκε ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο που συνόδευε τον πατέρα του στο ... κατά το κλείσιμο της συμφωνίας για την πώληση του αραβοσίτου που είχε γίνει στην οικία τους και είχε εμφανισθεί, ως οδηγός του, αμέσως, δε, αποχώρησε βιαστικά από την πατρική του οικία, προφανώς για να αποφύγει περαιτέρω ερωτήσεις των επισκεπτών και την εκ μέρους τους αναγνώριση του. Βεβαίως το ζεύγος Ψ3 έχοντας αναγνωρίσει στο πρόσωπο του γιου του πρώτου εκκαλούντος, το πρόσωπο που είχε εμφανισθεί ως οδηγός του, κατάλαβε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει και ότι είχαν εξαπατηθεί. Έκτοτε ο ενεργών ως αντιπρόσωπος των μηνυτών Ψ3 δεν ξανασυνάντησε μεν τον δεύτερο εκκαλούντα, Χ2 αλλά συνομίλησε τηλεφωνικά μαζί του, όταν αυτός απαντώντας σε κλήση του πρώτου προς τον Χ1, αρνήθηκε την οποιαδήποτε σχέση του με τον τελευταίο (πατέρα του) και ισχυρίσθηκε ότι έχει να μιλήσει μαζί του 10-15 χρόνια. Το ίδιο ισχυρίστηκε και ο Χ1 για το συγκατηγορούμενο γιο του, σε άλλη τηλεφωνική συνομιλία που είχε με το Ψ3. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων που κατέτειναν να διασκεδάσουν τις υπόνοιες των μηνυτών ότι έχουν εξαπατηθεί, αλλά και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο καταλογισμού ευθυνών και στο δεύτερο εκκαλούντα, ήταν ψευδείς, όπως προκύπτει από τις πειστικές καταθέσεις των μηνυτών, τις ένορκες καταθέσεις των Ψ3 και Σ1 αλλά και του Υ1 ο οποίος απασχοληθείς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ως οδηγός φορτηγού στις επιχειρήσεις του Χ1 κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι οι εκκαλούντες, πατέρας και γιος αντίστοιχα, είχαν πολύ καλές σχέσεις, ότι ο δεύτερος εξ αυτών, Χ2 πήγαινε συχνά στις εγκαταστάσεις στα ... και μάλιστα πέντε-έξι φορές ο ίδιος (ο μάρτυρας), κατ' εντολήν του Χ1 είχε μεταφέρει δομικά υλικά για λογαριασμό του γιου του Χ2 από τα ... προς τη ... Εξ άλλου, ο τελευταίος είχε εμφανισθεί, ως προσωπικός οδηγός του πατέρα του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση και από άλλους εξαπατηθέντες απ' αυτούς (βλ. ένορκη ανακριτική κατάθεση Μ1 καθώς και ανώμοτη κατάθεση Μ2 στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 139/2006 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, λόγω μη πληρωμής της επιταγής, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του πρώτου εκκαλούντος, οι μηνυτές προέβησαν σε έρευνα της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", εκδότριας της επιταγής, επ' ονόματι της οποίας είχε αγοραστεί ο αραβόσιτος, από την οποία διαπίστωσαν ότι: α) Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε τύποις ούτε την εταιρική ιδιότητα ούτε αυτήν του νομίμου εκπροσώπου της, αφού φαινομενικά τις παραπάνω ιδιότητες είχε ο Δ1 κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος ήδη απεβίωσε στις 3-12-2003 στη Λευκωσία Κύπρου, ήταν δε παντελώς άγνωστος στους μηνυτές και ούτε είχε πραγματική ανάμιξη στις εταιρικές υποθέσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αδελφός του τελευταίου, Δ2 παρά το ότι ο ίδιος διατηρούσε εκτελωνιστικό γραφείο στην οδό ... στη ... κατέθεσε αφ' ενός μεν ότι αγνοούσε ότι ο αδελφός του φαινόταν να διατηρεί γραφείο στον ... της ίδιας οδού, πράγμα που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τους μηνυτές, αφ' ετέρου δε ότι ο αδελφός του δεν εργαζόταν, έπαιζε στο Καζίνο και άλλες λέσχες, ζητούσε χρήματα από τη μητέρα του επικαλούμενος οφειλές προς τρίτους και είχε μεταβεί στην Κύπρο 4-5 μήνες πριν από το θάνατο του για να εργαστεί σε καφετέρια, β) οι εγκαταστάσεις που είχε εμφανίσει ο πρώτος κατηγορούμενος στα ... δεν ανήκαν στην κυριότητα της ως άνω αγοράστριας εταιρίας, αλλά στη συγκυριότητα του Χ3 γιου, επίσης, του Χ1 (για τον οποίο το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις), και της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη (Π. Γρηγορίου Ε' 38) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος Χ2 αντιπρόεδρος δε αυτής ήταν ο ως άνω αδελφός του Χ3. Η εν λόγω εταιρία, με το από 15-11-2000 μισθωτήριο συμφωνητικό, είχε εκμισθώσει τις ως άνω αποθήκες στην εταιρία "ΔΗΜΑΚ ΕΠΕ", η οποία έδρευε τύποις στην οδό Π. Γρηγορίου Ε' αρ. 38 στη Θεσσαλονίκη (όπου, όπως έχει εκτεθεί, έδρευε πράγματι η "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε."), νόμιμος, δε, εκπρόσωπος της, ήταν τύποις μεν, ο Δ3 ουσιαστικά, όμως, ο πρώτος εκκαλών Χ1, ο οποίος έδινε όλες τις εντολές προς τους υπαλλήλους της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και στον Υ1, ο οποίος είχε προσληφθεί, ως οδηγός φορτηγού από την ως άνω εταιρία, αλλά γνώριζε ως αφεντικό τον πρώτο κατηγορούμενο, είχε δε μεταφέρει ο ίδιος, κατ' εντολήν του Χ1, την πωληθείσα από τους μηνυτές ποσότητα αραβόσιτου από τις αποθήκες τους στο ... προς τις αποθήκες στα ... Εξ άλλου, ούτε ο πρώτος εκκαλών ήταν φερέγγυος, όπως ψευδώς είχε παραστήσει στους μηνυτές, καθόσον ο ίδιος δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία, είχαν δε εκδοθεί εις βάρος του πολλές διαταγές πληρωμής και όφειλε σε άλλους παραγωγούς και αγροτικούς συνεταιρισμούς μεγάλα ποσά από αγορές αγροτικών προϊόντων, καθώς και σε Τράπεζες και σε εμπόρους, ενώ είχαν υποβληθεί εις βάρος τόσο του ίδιου όσο και του συγκατηγορουμένου γιου του μηνύσεις για απάτες σε βαθμό κακουργήματος και υπεξαιρέσεις. Μάλιστα ήδη με την υπ' αριθμ. 835/2004 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης έχουν καταδικαστεί σε κάθειρξη επτά ετών ο καθένας για απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, υπερβαίνουσα το ποσό των 5.000.000 δρχ., τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος της "ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." και με την υπ'αριθμ. 102/2004 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δυο ετών ο καθένας, επίσης, για απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ως άνω παραστάσεις του πρώτου εκκαλούντος, Χ1 προς τους μηνυτές, περί του ότι αυτός ήταν μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της αγοράστριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", η οποία δήθεν ήταν φερέγγυα, ιδιοκτήτρια των εγκαταστάσεων στα ... αξίας άνω των 1.000.000 δρχ., με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, χωρίς χρέη και άριστη φήμη στην αγορά, ήταν εν γνώσει του ψευδείς, αφού τυπικά εμφανιζόταν, ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της ως άνω εταιρίας ο Δ1 που ήταν παντελώς αφερέγγυος, οι εγκαταστάσεις στα ... δεν ανήκαν στην ως άνω αγοράστρια εταιρία, αλλά κατ' ισομοιρία στην εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εκκαλούντα, εταιρία "ΑΖΜ MARCOS Α.Ε." και στο Χ3, ενώ ο ίδιος ο πρώτος εκκαλών, καθώς και η ως άνω αγοράστρια εταιρία δεν διέθεταν περιουσιακά στοιχεία ή οποιαδήποτε χρηματοοικονομική ικανότητα, αλλά αντίθετα είχαν δημιουργήσει χρέη και δεν είχαν αξιοπιστία στην αγορά. Στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, προέβη ο πρώτος εκκαλών, προκειμένου να πείσει τους μηνυτές να πωλήσουν και παραδώσουν στην ως άνω, ουσιαστικά ελεγχόμενη από τον ίδιο, εταιρία, τις ως άνω ποσότητες αραβόσιτου με πίστωση του τιμήματος, χωρίς, εξ αρχής, να έχει πρόθεση έντιμης και σοβαρής συνεργασίας, σκοπεύοντας να μην πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα, συνολικού ύψους 68.070,92 €, ώστε να αποκομίσει ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των μηνυτών, η οποία και επήλθε, αφού οι μηνυτές πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του και πώλησαν και παρέδωσαν προς αυτόν τις προαναφερόμενες ποσότητες αραβόσιτου με πίστωση του τιμήματος, χωρίς η ελεγχόμενη απ' αυτόν αγοράστρια εταιρία να πληρώσει σ' αυτούς το συμφωνηθέν τίμημα στο συμφωνηθέντα χρόνο (27-8-2003), αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Εξ άλλου οι ως άνω ψευδείς παραστάσεις, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων, αποτελούν γεγονότα με την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, ως αναγόμενα στο παρόν, διότι δημιούργησαν στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του πρώτου εκκαλούντος, ο οποίος εξ αρχής είχε ειλημμένη την απόφαση να μην τις εκπληρώσει. Οι ως άνω τελεσθείσες εις βάρος καθενός εκ των μηνυτών μερικότερες πράξεις της απάτης, αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο πρώτος εκκαλών, όμως, απέβλεπε με τις μερικότερες αυτές πράξεις στο συνολικό περιουσιακό όφελος που προέκυπτε απ' αυτές, ως αποτέλεσμα. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε η αποφασιστική συνδρομή του δευτέρου εκκαλούντος, Χ2, στην τέλεση της ως άνω πράξης από τον πρώτο και κατά τη διάρκεια της, καθόσον αυτός, εμφανιζόμενος, ως προσωπικός οδηγός του, αποκρύπτοντας τη συγγενική τους σχέση και παρεμβαίνοντας στις μεταξύ αυτού και των μηνυτών διαπραγματεύσεις, διαβεβαιώνοντας τους τελευταίους για τη φερεγγυότητα του αντισυμβαλλομένου τους, συνέβαλε στην εδραίωση της παραπλάνησης των μηνυτών για τη φερεγγυότητα του πατέρα του, πρώτου εκκαλούντος, και τη μελλοντική πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Επίσης, από τα προαναφερόμενα και δη την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους των εκκαλούντων του εγκλήματος της απάτης (για την οποία έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, αλλά και καταδικαστεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις), τη μεθοδευμένη δράση τους με την κατανομή ρόλων κατά τις ψευδείς παραστάσεις τους στους μηνυτές (αλλά και σε άλλους παθόντες), αλλά και την ύπαρξη σχετικής υποδομής (σύσταση εικονικών εταιριών με νομίμους εκπροσώπους αυτών παρένθετα πρόσωπα, με έδρα την εταιρία που εκπροσωπούσε ο δεύτερος εκκαλών και χρήση μεγάλης αξίας εγκαταστάσεων), προκύπτει η κατ' επάγγελμα τέλεσή της, δηλαδή, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, καθώς και η κατά συνήθεια τέλεσή της, δηλαδή η ροπή αυτών για την τέλεση του αδικήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Με αυτά που δέχτηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη κατά τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα αιτιολόγησε τη συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απάτης, καθώς και των στοιχείων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης και τη μορφή συμμετοχής του καθενός, περιέχει δε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις περί του ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένους το ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. ως προς την έννοια του γεγονότος με το να δεχτεί ότι και η υπόσχεση μελλοντικής εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρεώσεως του πρώτου κατηγορουμένου συνιστά γεγονός, επειδή συνοδεύτηκε ταυτόχρονα με τις αναφερόμενες στο βούλευμα παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν και το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθεί στους παθόντες η εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, ενώ ο ανωτέρω κατηγορούμενος είχε εξαρχής ειλημμένη την απόφαση να μην τις εκπληρώσει, αναφέρονται δε στο βούλευμα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψαν οι ανωτέρω παραδοχές. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ και β του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι στην ουσία, ενώ η συναφής αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτουν τα περιστατικά που δέχτηκε το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετούν το έγκλημα της απάτης, είναι απαράδεκτη, επειδή πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου.
Κατά το άρθρο 320 § 3 του ΚΠΔ "μετά την επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος ο εισαγγελέας δεν μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από τη δικάσιμο που ορίστηκε· εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 169 § 2 και 323", κατά δε το άρθρο 323 του ίδιου Κώδικα, "ωσότου αρχίσει η συζήτηση στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να αποσύρει την υπόθεση και να διατάξει κύρια ανάκριση αν, από λόγους που εμφανίστηκαν μετά την απευθείας κλήση στο ακροατήριο και δίνουν βαρύτερο χαρακτήρα στο πλημμέλημα, κρίνει ότι επιβάλλεται να γίνει κύρια ανάκριση". Η ευχέρεια αυτή του εισαγγελέα αποσκοπεί στη δυνατότητα επανορθώσεως μιας εσφαλμένης αρχικής κρίσεως που προκλήθηκε από την αδυναμία συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία έγιναν γνωστά μεταγενεστέρως και προσδίδουν βαρύτερο χαρακτήρα στην πράξη, δεδομένου ότι επιβάλλεται να εφαρμόζεται ο νόμος κατά τον προσήκοντα τρόπο, η διάταξη δε αυτή έχει εφαρμογή μόνο στα πλημμελήματα και μόνο όταν η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο έγινε με απευθείας κλήση. Εξάλλου κατά το άρθρο 171 αριθ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, η ανωτέρω δε απόλυτη ακυρότητα συνιστά και λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, σε βάρος του κατηγορουμένου ασκήθηκε αρχικά ποινική δίωξη για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατά συρροή σε βαθμό πλημμελήματος και για απλή συνέργεια σ'αυτήν αντίστοιχα και παραπέμφθηκαν αυτοί με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης στη δικάσιμο της 17-10-2006. Κατόπιν όμως αιτήματος των μηνυτών, οι οποίοι προσκόμισαν στοιχεία τα οποία προσέδιδαν βαρύτερο χαρακτήρα στα πλημμελήματα, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ξάνθης απέσυρε την 31-8-2006 την υπόθεση από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο και παράγγειλε κύρια ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο για τις προαναφερθείσες κακουργηματικές πράξεις. Η ως άνω απόσυρση της υποθέσεως και η παραγγελία κύριας ανάκρισης νομίμως έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η περαιτέρω διαδικασία, ενώ οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν κατά την κύρια ανάκριση και άσκησαν τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος. Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του σύμφωνα με το οποίο με την απόσυρση της υποθέσεως και την περαιτέρω διαδικασία έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα γιατί παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπερασπίσεώς τους, είναι αβάσιμος στην ουσία. Επίσης είναι αβάσιμος στην ουσία ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του σύμφωνα με το οποίο παραβιάστηκαν τα ίδια δικαιώματά τους από το ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του προκειμένου να θεμελιώσει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αποδοθέντος εγκλήματος και την υπ' αριθ. 835/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, αφού όπως έχει αναφερθεί, για τη θεμελίωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος δεν απαιτείται ούτε καταδίκη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 2-6-2008 αιτήσεις των α) Χ1 και β) Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθ. 125/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος και ζημιά που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. Άμεση συνέργεια κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια στην ανωτέρω πράξη. Έννοια των στοιχείων της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Έννοια γεγονότος. Σε περίπτωση παραπομπής του κατηγορουμένου με απ’ ευθείας κλήση για απάτη σε βαθμό πλημμελήματος, ο εισαγγελέας μπορεί, μέχρι να αρχίσει η συζήτηση στο ακροατήριο, να αποσύρει την υπόθεση και να παραγγείλει κύρια ανάκριση. Προϋποθέσεις για την απόσυρση. Δεν επηρεάζονται από αυτήν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 του ΠΚ και την απόλυτη ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 844/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2727/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΣΚΙΜΟ ΑΒΕΕ", η οποία μετονομάστηκε "F.G. EUROPE AE", που εδρεύει στην Γλυφάδα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 270/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 78/27.02.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § 1α Κ.Π.Δ. την από 25-1-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ....., κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθμ. 2727/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
'Ηδη ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την από 8/1/2009 αίτηση παραίτησης από αναίρεση, παραιτήθηκε από την πιο πάνω αναίρεσή του κατά της υπ'αριθμ. 2727/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από μεσεγγυούχο (άρ. 375 § 1 και 2β'Π.Κ. ως ισχύει). Πρέπει συνεπώς κατ'εφαρμογή των άρθρων 474 § 1, 475, 476 § 1 και 513 § 1 Κ.Π.Δ. να κηρύξει το δικαστήριό σας απαράδεκτη την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: (1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 25-1-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ....., κατοίκου ...., κατά της υπ'αριθμ. 2727/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και (2) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 27 Φεβρουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων
...., με την από 8.1.2009 δήλωση του, που έγινε στο Δικαστήριο τούτο δια του πληρεξουσίου του Ιωάννη Θωμά, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίον έχει δοθεί σχετική εντολή, παραιτήθηκε από την από 25.1.2008 αίτηση για αναίρεση της 2727/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.1.2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 2727/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 1
|
Αριθμός 843/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κατοίκου .... Η.Π.Α. και προσωρινά διαμένοντος στην ...., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1375-1376/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1871/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 586/23.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ...., κατά της υπ'αριθμ. 1375-1376/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, εκθέτω τα εξής:
Εκ της διατάξεως του άρθρ. 341 § 2 εδ. δ' Κ.Π.Δ., εφαρμοζομένης αναλόγως και στην κατ'έφεση δίκη, συμφώνως προς το άρθρ. 501 § 1 του ιδίου Κώδικα, και οριζούσης ότι η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς κλήτευση του αιτούντος, στην πρώτη δικάσιμο του δικάσαντος δικαστηρίου, "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζομένης και προς την διάταξη του άρθρ. 546 § 2 Κ.Π.Δ., κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται εις αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ'ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του άρθρ. 476 § 2 Κ.Π.Δ., με την οποία ορίζεται ότι κατά της απορριπτούσης το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας) ως απαράδεκτο αποφάσεως επιτρέπεται μόνο αναίρεση (ΑΠ 1037/2000, εις ΠΧ/ΝΑ/255, ΑΠ 1834/2002, εις Ποιν.Δικ/2003/357). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της οποίας απερρίφθη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποία εξεδόθη η υπ'αριθ. 499/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 1057/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου. Επομένως, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως μη υποκειμένης εις αίτηση αναιρέσεως, και πρέπει να απορριφθή και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Σημειωτέον, ότι εν σχέσει προς την δηλωθείσα παραίτηση από της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια την οποία συνετάγη η από 27-11-2008 έκθεσε παραιτήσεως, δεν προκύπτει, εκ του επικαλουμένου υπ'αριθμ. .... πληρεξουσίου της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Τούμπα, ότι ο δηλώσας την εν λόγω παραίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, είχε την προς δήλωση παραιτήσεως από της ανωτέρω αιτήσεως πληρεξουσιότητα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του....., κατά της υπ'αριθμ. 1375-1376/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται χωρίς να κλητευθεί ο αιτών στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα" συνδυαζόμενη και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αριθ. 1375 - 1376/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε, απόντος τούτου, η αριθ. 499/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της αρ. 1057/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι το απαράδεκτο της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης δεν επιφέρει την από 27-11-2008 έκθεση παραίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που ασκήθηκε από τον Μιχαήλ Σταμούλο, δικηγόρο, δυνάμει του επικαλουμένου σ'αυτή .... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Τούμπα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει απ' αυτό δεν έχει δοθεί στον εν λόγω δικηγόρο η απαιτούμενη για το έγκυρο της παραίτησης από το ως άνω ένδικο μέσον ειδική πληρεξουσιότητα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ...., κατοίκου .... ΗΠΑ και προσωρινά διαμένοντος στον .... για αναίρεση της 1375-1376/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση ακύρωσης διαδικασίας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αίτηση αναίρεσης, που στρέφεται κατ’ αποφάσεως που απέρριψε ως απαράδεκτη αίτηση του αναιρεσείοντα για ακύρωση της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε, απόντος αυτού, απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του αναιρεσείοντα.
|
Διαδικασίας ακύρωση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Διαδικασίας ακύρωση.
| 2
|
Αριθμός 841/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, περί αναιρέσεως της 6651/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 348/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από το έγγραφο δεν που αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε. Επίσης, δεν επέρχεται όταν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται στην απόφαση απλώς ιστορικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6651/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κλοπής, σε δεύτερο βαθμό, διότι, ειδικότερα, "στα Οινόφυτα Βοιωτίας, στις 8.8.2002, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, περί ώρα 21.15' της ανωτέρω χρονολογίας, εργαζόμενος ως οδηγός του 9θέσιου λεωφορείου μεταφοράς προσωπικού της εταιρίας "ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ Καλλυντικών, οικιακών και φαρμακευτικών ειδών", εισήλθε στον χώρο της αποθήκης, στο ισόγειο του εργοστασίου της ανωτέρω εταιρίας και από τα αποθηκευμένα εμπορεύματα αφαίρεσε τρία κιβώρια που περιείχαν διάφορα καλλυντικά συνολικής αξίας 600 ευρώ. Τα κιβώτια δε αυτά τα τοποθέτησε, χωρίς να γίνει αντιληπτός από άλλους εργαζομένους στον χώρο αυτόν, στο ανωτέρω λεωφορείο, το οποίο οδήγησε στη συνέχεια, μεταφέροντας στα σπίτια τους προσωπικό του εργοστασίου. Με αυτόν τον τρόπο έβγαλε από τον χώρο του εργοστασίου τα τρία κιβώτια, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Όμως, η ενέργειά του καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του εργοστασίου, από τις οποίες και εντοπίσθηκε". Στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "ο κατηγορούμενος, ενώ εργαζόταν ως οδηγός του λεωφορείου μεταφοράς προσωπικού της εταιρίας "ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ" στα Οινόφυτα Βοιωτίας και είχε λόγω της ιδιότητάς του αυτής πρόσβαση στην αποθήκη και γενικότερα στους εσωτερικούς χώρους του εργοστασίου της εταιρίας, τις βραδινές ώρες της 8.8.2002, αφαίρεσε από την αποθήκη τρία κιβώτια που περιείχαν διάφορα καλλυντικά συνολικής αξίας 600 ευρώ. Τα κιβώτια αυτά τα τοποθέτησε στο λεωφορείο χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους εργαζομένους στον χώρο εκείνο και στη συνέχεια οδήγησε το λεωφορείο εκτός του εργοστασίου, για να μεταφέρει τους εργαζομένους στα σπίτια τους. Με τον τρόπο αυτόν έβγαλε τα τρία κιβώτια από το εργοστάσιο και ιδιοποιήθηκε παράνομα το περιεχόμενό τους. Όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, που εξετάσθηκαν, .... και ...., ο κατηγορούμενος ομολόγησε την κλοπή των τριών κιβωτίων με καλλυντικά, που έλειπαν από την αποθήκη, όταν τον κάλεσε ο πρώτος που ήταν τότε διευθυντής ανεφοδιασμού του εργοστασίου και ενώπιον του δεύτερου μάρτυρα, που ήταν σύμβουλος επί θεμάτων προσωπικού, του γνωστοποίησαν ότι τον είχαν καταγράψει οι κάμερες ασφαλείας να φορτώνει τα κιβώτια στο πούλμαν προσωπικού και να φεύγει από το εργοστάσιο. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, ότι ίσως σκηνοθέτησαν την κλοπή για να τον απολύσουν χωρίς να του καταβάλουν αποζημίωση, δεν κρίνεται πειστικός, αφού δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο........ Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος .........". Από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος δεν τη στήριξε, ευθέως και αμέσως, στη βιντεοκασέτα και τις καταγραφές της, η οποία, επέχουσα θέση εγγράφου, δεν αναγνώσθηκε (προβλήθηκε) πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αλλά τη στήριξε στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα ίδια πρακτικά, από τα οποία, και ιδίως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων και μνημονευομένων στα εν λόγω πρακτικά μαρτύρων, προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας αυτής. Εκείνο, ειδικότερα, που αναφέρεται στο τέλος του διατακτικού, ότι "η ενέργεια του κατηγορουμένου καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του εργοστασίου, από τις οποίες και εντοπίσθηκε", δεν έχει την έννοια ότι το Δικαστήριο πείσθηκε από τις καταγραφές της βιντεοκασέτας, αλλά αποδίδει διηγηματικώς το καθεαυτό γεγονός ότι έγινε καταγραφή της κλοπής των κιβωτίων, την οποία (καταγραφή) είδαν οι ως άνω μάρτυρες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για την στήριξη της κρίσεώς του, και βιντεοκασέτα που δεν αναγνώσθηκε (προβλήθηκε), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με παρεμπίπτουσα απόφαση του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεώς του και συμπροσβάλλεται με αυτή (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απορρίφθηκε αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ (όπως εκτιμάται), "προκειμένου να λάβει αντίγραφο της βιντεοκασέτας που υπάρχει στη δικογραφία", με την αιτιολογία ότι "η συγκεκριμένη βιντεοκασέτα δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε αξιολογήθηκε αποδεικτικά κατά το στάδιο της προδικασίας το περιεχόμενό της, το οποίο είναι άγνωστο, αφού δεν προκύπτει ότι έγινε προβολή της". Η αιτιολογία αυτή είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι αναφέρονται σ' αυτήν οι λόγοι στους οποίους θεμελίωσε το Εφετείο το αβάσιμο κατ' ουσίαν του αιτήματος αναβολής, ήτοι ότι η βιντεοκασέτα δεν ήταν εκ των αναγνωστέων εγγράφων και ήταν αγνώστου περιεχομένου, εντεύθεν δε δεν συνέτρεχε σημαντικό αίτιο για την ζητηθείσα αναβολή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ συνιστά έλλειψη ακροάσεως και ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εφόσον η ανάγνωσή του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε να αναγνωσθεί ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος.
Εν προκειμένω, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, μετά την ανάγνωση των εγγράφων, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, "να γίνει προβολή της βιντεοκασέτας", το δε Δικαστήριο, μετ' ακρόαση του Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα, διότι, κατά λέξη, "ανεξάρτητα από την έλλειψη κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής για τη δημόσια προβολή της, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν βεβαιώνεται ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης βιντεοκασέτας έχει σχέση με την δικαζόμενη κατηγορία, ούτε ο τρόπος και η γνησιότητα της εγγραφής της, στοιχεία που δεν μπορεί το Δικαστήριο να διερευνήσει σε περίπτωση αμφισβήτησης, αφού αυτή, όπως αναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αρνήθηκε να αναγνώσει - προβάλει τη βιντεοκασέτα, που υπήρχε στη δικογραφία και ζήτησε την προβολή της ο αναιρεσείων, αλλά διέγνωσε ανελέγκτως αδυναμία αναγνώσεως - προβολής της, ελλείψει κατάλληλων προς τούτο υλικοτεχνικών μέσων, με παράθεση της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω τρίτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 6651/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναιρέσεως λόγω λήψεως υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου, διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ευθέως και αμέσως και πάντως, διότι η ύπαρξη και το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο (καταθέσεις μαρτύρων). Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας της παρεμπιπτούσης, απορριπτικής του αιτήματος αναβολής κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ, αποφάσεως. Η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου κατά το άρθρο 364 ΚΠΔ συνιστά έλλειψη ακροάσεως εφόσον η ανάγνωση ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο δεν επέτρεψε να αναγνωσθεί ή παρέλειψε ν’ αποφανθεί επί του αιτήματος.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 842/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο) ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 και 26 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του Χ, εκκαλούντος - εκζητουμένου, Ιρακινού υπηκόου, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ......, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της με αριθμό 4/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 26 Ιανουαρίου 2009 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελέα, Διευθύντρια Τμήματος της Εισαγγελίας του Αουγκσμπούργκ της Γερμανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την από 13 Φεβρουαρίου 2009 και με αριθμό 21/2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θράκης Χρήστου Αρβανιτίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 269/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε, δια του διερμηνέως, τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα - εκζητούμενο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το από 26.01.2009 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Αρχών της Γερμανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης", "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στην έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς η κρινομένη υπ' αριθμ. 21/13.2.2009 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 4/12.2.2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του από 26.1.2009 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τις γερμανικές αρχές κατά του εκκαλούντος Χ, Ιρακινού υπηκόοου, παραπονουμένου δια τους εις αυτήν λόγους, νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Θράκης, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004 "Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας : α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου "Η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής πουπροβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της". Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι "Όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητικήτης ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτροασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ 1 του άρθρου 10 εφόσον "Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (στοιχ. ε'). Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο συνήγορος του εκζητουμένου στο Συμβούλιο Εφετών ως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αυτοπροσώπως παραστάς εκζητούμενος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του από 26.1.2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας Αουγκσμπούργκ της Γερμανίας, που εκδόθηκε από την Γενική Εισαγγελέα, Διευθύντρια Τμήματος της Εισαγγελίας αυτής Hampp-Weigand Urlike, βάσει του από 28.11.2005 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Αουγκσμπούργκ Γερμανίας, προκειμένου να ασκηθεί κατά του εκκαλούντος - εκζητουμένου Ιρακινού υπηκόου συλληφθέντος και κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ......, ποινική δίωξη για τις πράξεις α) της αμέσου συνεργείας σε πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και β) της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, σύμφωνα με τις διατάξεις 29 εδάφιο 1, 3 εδάφιο 1 αριθμός 1, 1 εδάφιο 1 του Νόμου ναρκωτικών, 53 γερμανικού Ποιν. Κώδικος, με τις οποίες προβλέπεται η συνέργεια σε παράνομη εμπορία ναρκωτικών σε 5 περιπτώσεις και εκ προθέσεως παράνομη εμπορία με ναρκωτικά σε 5 περιπτώσεις και απειλείται γι' αυτές στερητική της ελευθερίας ποινή μέχρι 15 έτη. Ειδικότερα στον εκζητούμενο αποδίδεται η κατηγορία, όπως από το ένταλμα αυτό προκύπτει, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα, .... "1. Στο χρονικό διάστημα από 10.02.2005 και 10.03.2005 πουλούσε και παρέδιδε ο χωριστά διωκόμενος Α, καλούμενος "Α1" ή "Α1Α", ηρωϊνη και κοκαΐνη στον χωριστά διωκόμενο Β πάντα με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Για παράδειγμα παρέδωσε στον Β στο κατάστημα ......, ......, στην πόλη ...... σε 4 περιπτώσεις από 2 γραμμάρια κοκαΐνη και σε μία άλλη περίπτωση 5 γραμμάρια ηρωϊνη και 2 γραμμάρια κοκαΐνη. Τον ακολουθούσε και στις δύο περιπτώσεις ο καταζητούμενος, ο οποίος τον προστάτευε και τον παρακολουθούσε. 2. Στο διάστημα μεταξύ 13 και 16.03.2005 πουλούσε και παρέδιδε ο καταζητούμενος με σκοπό την επίτευξη κέρδους καθημερινά, σε 4 περιπτώσεις, κατά το μεσημέρι στον σταθμό ...... στην πόλη ...... 3 γραμμάρια κοκαΐνη στον χωριστά διωκόμενο Γ. Από αυτή την ποσότητα έλαβε ο Β τουλάχιστον 1 γραμμάριο κοκαΐνη. Εκτός αυτού συμφώνησε ο καταζητούμενος στις 17.03.2005 τηλεφωνικά κατά τις 12.00 η ώρα με τον χωριστά διωκόμενο Γ μία συνάντηση στον σταθμό ...... στην πόλη ...... για την παράδοση 5 γραμμαρίων κοκαΐνης σε τιμή 300 Ευρώ. Πράγματι ο καταζητούμενος συνάντησε τον Γ στον σταθμό ...... στην πόλη ...... στις 17.03.2005 κατά τις 13.30 η ώρα και του παρέδωσε 5 γραμμάρια κοκαΐνη σε τιμή 300 Ευρώ. Ένα μέρος της ποσότητας αυτής, δηλαδή 2 γραμμάρια κοκαΐνη, τα παρέδωσε ο Γ στον Β. Ο καταζητούμενος, όπως γνώριζε, δεν είχε την άδεια για συναλλαγές με ναρκωτικά". Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή της Εισαγγελέως που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν.3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της εισαγγελέως, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, η ποινή που προβλέπεται γι' αυτές κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικά με αυτές και τις συνέπειές των) πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητός του κατά τον Ν.3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο εκκαλών εκζητούμενος, οι οποίες επαρκώς προσδιορίζονται στο ένταλμα και για τις οποίες ζητείται η προσαγωγή του στις αρμόδιες Γερμανικές Αρχές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Γερμανικού Ποινικού Κώδικος, χαρακτηρίζονται ως παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, εμπίπτουν σε εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περίπτ. ε' Ν.3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Άλλωστε οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες και κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρ. 46 παρ. 1β', 94 και 98 Π.Κ. και άρθρα 1 §§ 1 και 2 Πιν. Α' αριθμ. 5, Πιν. Β' αριθμ. 20 § 1 στοιχ. β'Κ.Ν.Ν.3459/2006 και άρθρ. 4 και 5 Ν.1729/1987).
Συνεπώς συντρέχουν στην κρινομένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, με τους οποίους, υποστηρίζει ο εκκαλών ότι υπάρχει σ'αυτό (ένταλμα) ελλιπής περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως ως προς τον χρόνον και τον τόπο ως και την μορφήν συμμετοχής του, δηλαδή, χωρίς ορισμένην αναφορά στο πρόσωπό του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρον 27 §1 Ν.3251/2004 "Με μέριμνα του εισαγγελέα εφετών, ο εκζητούμενος προσάγεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Η προθεσμία προσαγωγής του εκζητουμένου δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα ημέρες, αφ' ότου εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Κατά την προσαγωγή, με μέριμνα του ιδίου εισαγγελέα, διαβιβάζονται στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης του εντάλματος όλες οι πληροφορίες σχετικά με την διάρκεια κράτησης του εκζητουμένου στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης", §3 "Κατ' εξαίρεση, η προσαγωγή μπορεί να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, ιδίως όταν, ευλόγως εκτιμάται ότι αυτή θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του εκζητουμένου. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί.....". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η εξαιρετική, προσωρινή, αναστολή της προσαγωγής για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους ενδεικτικώς ως άνω αναφερομένους, είναι δυνητική, το δε σχετικό αίτημα υποβάλλεται μετά την έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και όχι πριν από την έκδοση αυτής (τελεσιδίκου αποφάσεως) για την εκτέλεσή του, δηλαδή όχι στο στάδιο της έρευνας. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του προέβαλε πρωτοδίκως (ενώπιον δηλ. του Συμβουλίου Εφετών Θράκης) αίτημα προσωρινής αναστολής της προσαγωγής, εκ του λόγου ότι η τελευταία αυτή θα έθετε σε κίνδυνο την ζωή και την υγεία του εκζητουμένου, δεδομένου ότι ο εκζητούμενος νοσηλεύεται από 29 Ιανουαρίου 2009 στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδρουπόλεως, πάσχων από HIV λοίμωξη (στάδιο Β2) και σοβαρού βαθμού θρομβοπενία ("συνεπεία της οποίας χρήζει άμεσης έναρξης αντιρετροϊκής αγωγής και εκτίμησης - παρακολούθησης"), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. ...... Ιατρική γνωμάτευση του υπευθύνου της Μονάδας Ειδικών Λοιμώξεων της Β' Πανεπιστημιακής Κλινικής, Καθηγητού Παθολογίας Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης ...... . Το άνω Συμβούλιο απέρριψεν ως μη νόμιμο το αίτημα αναστολής, προσωρινώς της προσαγωγής, διότι υπεβλήθη κατά το στάδιο της έρευνας, για την προσαγωγή ή μη του εκζητουμένου. Ούτως αυτό δεν έσφαλε, κατά τα εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα και ο συναφής έτερος και τελευταίος λόγος της εφέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και εντεύθεν το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάνθη υπέρ της εκτελέσεως αυτού δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ταύτα και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συντρέχει περίπτωση υποχρεωτικής ή δυνητικής απαγορεύσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εν προκειμένω, εκ των εις τα άρθρα 11 και 12 του άνω Νόμου 3251/2004 αναφερομένων, ούτε περίπτωση παροχής του κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού εγγυήσεων, αφού το κρινόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα έχει εκδοθεί προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως και όχι προς τον σκοπόν εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας, ούτε τέλος, ο εκζητούμενος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του άνω νόμου, (ουδενός, άλλωστε, αντιθέτου των ανωτέρω, επικαλου-μένου υπό του εκζητουμένου). Ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 21/2009 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 4/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεων Συμβουλίου Εφετών Θράκης που διέταξε - απεφάσισε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Οι Γερμανικές αρχές ζητούν Ιρακινό υπήκοο, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για παράνομη εμπορία ναρκωτικών. Συντρέχουν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις Ν. 3251/2004 για εκτέλεση του εντάλματος (άρθρα 1, 2, 5, 9, 10, 22). Δεν υπάρχει απαγόρευση εκ των άρθρων 11, 12, 13 αυτού. Η κατ’ άρθρο 27 παρ. 3 προσωρινή αναστολή της προσαγωγής για ανθρωπιστικούς λόγους ιδία όταν εκτιμάται ότι αυτή θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του εκζητουμένου, λαμβάνει χώρα μετά την τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος. Υποβαλλόμενο αίτημα στο συμβούλιο Εφετών είναι μη νόμιμο. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 839/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Καίσαρα Γιατράκο, για αναίρεση της με αριθμό 561/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται απ' αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. Για τα πλημμελήματα απαιτείται και έγκληση του παθόντος, ή αίτηση της κυβερνήσεως της χώρας όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να χωρήσει ποινική δίωξη και περαιτέρω καταδίκη ημεδαπού για πράξη που τέλεσε στην αλλοδαπή, πρέπει η πράξη αυτή αφενός μεν να χαρακτηρίζεται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ως κακούργημα ή πλημμέλημα, αφετέρου δε να είναι αξιόποινη κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε και ότι έγκληση του παθόντος, ή αίτηση της ξένης κυβερνήσεως, απαιτείται όταν η πράξη φέρει, κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο, χαρακτήρα πλημμελήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 561/2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 5.000.000 δρχ., για την οποία καταδίκασε τον ημεδαπό αναιρεσείοντα και η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από το άρθρο 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, την τέλεσε ο αναιρεσείων στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και ότι η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της Ουγγαρίας, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το 318 παρ. 1 και 6 εδ. α' και β' του Ουγγρικού Ποινικού Κώδικα. Ενόψει αυτών, αφού πρόκειται για πράξη που αποτελεί κακούργημα κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, δεν απαιτείτο για τη δίωξη και τιμωρία της η ανωτέρω προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 ΠΚ έγκληση των εξ αυτής παθόντων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, κατά τους οποίους το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες της υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφήρμοσε, διότι, ειδικότερα, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για πράξη που στην Ουγγαρία χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα, χωρίς να έχει υποβληθεί η κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ΠΚ απαιτούμενη έγκληση των παθόντων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, αφού, όπως προεκτέθηκε, η απαίτηση του να υπάρχει η έγκληση αυτή συναρτάται με τον πλημμεληματικό χαρακτήρα της πράξεως κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και όχι κατά τους νόμους της ξένης χώρας, ο υπό των οποίων χαρακτηρισμός της πράξεως είναι αδιάφορος, αρκεί να είναι και κατ' αυτούς η πράξη αξιόποινη. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η συγκεκριμένη πράξη είναι κακούργημα και κατά τον Ουγγρικό Ποινικό Κώδικα και ότι εξ αυτού του λόγου δεν ήταν αναγκαία η υποβολή εγκλήσεως, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών υποθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επικαλούμενος την, κατά την πάγια νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, έννοια της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει σε τί ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της, σε ποιά κεφάλαιά της ανάγονται και ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλων μόνον αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα και δη την αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων (αναγνωσθέντων εγγράφων υπό τους αριθμούς 1, 3, 5 και 22 του οικείου καταλόγου των πρακτικών) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το ότι δεν αναφέρεται από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, που, όμως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου. Οι λόγοι αυτοί, επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2007 αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 561/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για να τιμωρηθεί ο ημεδαπός για πράξη που τέλεσε στην αλλοδαπή απαιτείται η πράξη αυτή να φέρει χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και να είναι αξιόποινη κατά τους νόμους της ξένης χώρας όπου διαπράχθηκε. Η έγκληση του παθόντος απαιτείται, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 ΠΚ, όταν η πράξη φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και όχι κατά τους νόμους της χώρας όπου διαπράχθηκε, ο υπό των οποίων χαρακτηρισμός της πράξεως είναι αδιάφορος αρκεί να είναι και κατ’ αυτούς η πράξη αξιόποινη. Πότε ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι ορισμένος. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγκληση, Έγκλημα ημεδαπού στην αλλοδαπή.
| 2
|
Αριθμός 837/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 , κατοίκου ...., 2) Χ2 κατοίκου ..... και 3) Χ3 κατοίκου ..... περί αναιρέσεως του με αριθμό 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Με συγκατηγορουμένους τους 1) Ζ1, 2) Ζ2 και 3) Ζ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Ιουλίου 2008, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.323/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 430/16.9.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις από 3-7-08 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ2 κατοίκου ....., 2) Χ3 κατοίκου ...... και 3) Χ1, κατοίκου ...., κατά του 161/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις αυτών και των άλλων συγκατηγορουμένων τους κατά του πρωτόδικου 147/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τους παρέπεμψε, μαζί με τους συγκατηγορουμένους τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για ηθική αυτουργία σε ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45 386 παρ.1α, 3α ΠΚ), και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο, δια των από 30-6, 2-7 και 2-7-08 έγγραφων δηλώσεών τους, αντίστοιχα, δικαστικό τους πληρεξούσιο Ανδρέα Χριστοφιλόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, επιτρεπτά απ' αυτούς, καθόσον ο νόμος τους δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του εν λόγω βουλεύματος, η οποία έγινε, στον μεν πρώτο, στον ίδιο μεν στις 7-6-08 με θυροκόλληση στην οικία του, στον αντίκλητό του δικηγόρο Ανδρέα Χριστοφιλόπουλο δε στις 26-6-08, [άρθρο 155 παρ.2 ΚΠΔ], στον δεύτερο στις 27-6-08 με παράδοση στα χέρια της συνοίκου συζύγου του, και στον τρίτο, στον ίδιο μεν στις 1-7-08 08 με θυροκόλληση στην οικία του, στον αντίκλητό του δικηγόρο Ανδρέα Χριστοφιλόπουλο δε στις ...., [όπως προκύπτει από τι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως των δικ. επιμελητών ...., ...., .... και .....]. Οι εκθέσεις συντάχθηκαν από τον αρμόδιο γραμματέα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχουν τους λόγους για τους οποίους ασκούνται, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και επιτρεπτές από το νόμο, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.3-Η έλλειψη αιτιολογίας. Α-Νομική βάση. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ.01/1693]. β-εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, θεμελιώνουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα υπό τούτου δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση δε τέτοιας εσφαλμένης εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
γ-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. δ-Κατά το άρθρο 45 ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος, (Α.Π. 818/89 ΠΧΡ.Μ/180). Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (ΑΠ.1085/89 ΠΧΡ.Μ/399, 1334/89 ΠΧΡ.Μ/586).Προς ύπαρξη δηλ της συναυτουργίας απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς μεν σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν (Χωραφάς Π.Δικ.Α/106, Σακελλαρίου ΠΧΡ.Ι/585).
ε-Κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α'του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.[ΑΠ.9/08, ΑΠ.540/06]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι 1) Ζ1, 2) Χ2, 3) Χ3 4) Χ1, 5) Ζ2 και 6) Ζ3 στη .... κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως τον Αύγουστο 2003, με περισσότερες από μία πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέπραξαν τις εξής πράξεις. Ο 1ος υπό την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ και του διευθύνοντα συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία SUPERFISH AE, η οποία είχε έδρα στην Καλλιθέα Αττικής και αντικείμενο την εμπορία ιχθύων, με σκοπό να περιποιήσει στην εταιρεία του παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου παρέστησε στον εκπρόσωπο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ-ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΠΕ, που έδρευε στη Σαλαμίνα Πειραιώς, ....., το γεγονός ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε είχε εξαγορασθεί από την εισηγμένη στο Χρηματιστήριο ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία SEAFARM IONIAN AE, η οποία αποτελούσε τη μητρική της εταιρεία, κολοσσό εταιρεία στις εξαγωγές αλιευμάτων, προσδίδοντας έτσι σ' αυτήν αυξημένη πίστη και φερεγγυότητα, ότι είχε αποφασίσει να διευρύνει την εξαγωγική της δραστηριότητα με την αγορά, προμήθεια και απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους της υπό των εγχώριων ιχθυοπαραγωγών διατιθεμένης ποσότητας ιχθύων και ότι οι απαιτήσεις του από την επί πιστώσει πώληση ιχθύων ήσαν απόλυτα εξασφαλισμένες μη διατρέχοντας ουδέν κίνδυνο μη πληρωμής τους καθόσον οι μεταχρονολογημένες επιταγές που του παρέδινε χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος θα εξοφλούνταν απευθείας από τις τράπεζες με τα χρηματικά εμβάσματα των οίκων του εξωτερικού, αγοραστών των αλιευμάτων του, παραπλανώντας τον έτσι να πωλήσει στην εταιρεία του μεγάλη ποσότητα ιχθύων, τις οποίες το βούλευμα τις απαριθμεί αναλυτικά κατά χρόνο συναλλαγής, ποσότητα, τίμημα και τιμολόγιο πώλησης, με συνολική αξία το ποσό των 233.013, 47 Ε, με το οποίο ζημίωσε την περιουσία της εταιρείας του με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της δικής του, καθόσον οι μεταχρονολογημένες επιταγές που του μεταβίβασε χάριν καταβολής του τιμήματος έμειναν απλήρωτες, διότι αληθινό ήταν ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση, ούτε είχε εξαγορασθεί από την εισηγμένη στο Χρηματιστήριο ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία SEAFARM IONIAN AE, που αποτελούσε κολοσσό εταιρεία στις εξαγωγές αλιευμάτων, ώστε να της προσδίνει αυξημένη πίστη και φερεγγυότητα, αλλά από την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ-ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΕ, η οποία είχε μηδαμινό κύκλο εργασιών, ούτε είχε αποφασίσει να διευρύνει την εξαγωγική της δραστηριότητα με την αγορά, προμήθεια και απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους της υπό των εγχώριων ιχθυοπαραγωγών διατιθεμένης ποσότητας ιχθύων και οι απαιτήσεις του από την επί πιστώσει πώληση ιχθύων δεν ήσαν απόλυτα εξασφαλισμένες και διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο μη πληρωμής τους. Οι λοιποί κατηγορούμενοι 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ1, 5) Ζ2 και 6) Ζ3, οι οποίοι αποτελούσαν μέλη των ΔΣ θυγατρικών εταιρειών της ανωτέρω μητρικής εταιρείας SEAFARM IONIAN AE, και δη οι 2ος 3ος και 4ος της εταιρείας PERCO ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΑΕ, οι 2ος και 4ος της εταιρείας SEAFARM TARGA AE, της εταιρείας ΙΧΘΥΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΑΕ και της εταιρείας SEAFARM ΚΑΛΑΜΟΣ ΑΕ, οι 2ος και 3ος της εταιρείας ΟCTAPUS AE, της εταιρείας ΙΧΘΥΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΕ και της εταιρείας ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ ΑΕ, o 2ος της εταιρείας ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ και της εταιρείας ΑΦΟΙ ΠΑΥΛΑΚΗ ΑΕ, οι 3ος και 4ος της εταιρείας ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΕ και της εταιρείας SUPERFISG AE, και οι 5ος και 6ος της εταιρείας ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Χ & ΥΙΟΙ ΑΕΒΕ, από κοινού με πρόθεση προκάλεσαν στον ανωτέρω την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που τέλεσε με σκοπό να αποκομίσουν όλοι τους το ανωτέρω συνολικό χρηματικό ποσό των 233.013, 47 Ε, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε. Άπαντες διέπραξαν την ανωτέρω απάτη, ο πρώτος ως φυσικός αυτουργός και οι λοιποί ως ηθικοί αυτουργοί, κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και δη από την επιλογή ως κύριου αυτουργού του Ζ1, που ήταν ευρέως γνωστός στον κύκλο των ιχθυεμπόρων, από τη μεθοδικότητα εκτέλεσης, όπως με την πληθώρα εμπλεκομένων προσώπων με ξεχωριστούς διακριτούς ρόλους, και το οργανωμένο σχέδιο δράσης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Γ)-Εξέταση των λόγων αναίρεσης. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία, για την οποία κατηγορούνται οι αναιρεσείοντες και δη δεν διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία αυτοί φέρονται ότι προκάλεσαν στον 1ο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που τέλεσε, την ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι διέπραξαν ο 1ος ως φυσικός αυτουργός και οι λοιποί ως ηθικοί αυτουργοί, κατά συναυτουργία, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις τόσον ότι έχει αντικείμενο συνολικό ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε όσο και ότι έδρασαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. [ΑΠ.2043/07 Π.ΔΙΚ.08/673, ΑΠ.2193/07 Π.ΔΙΚ. 08/802, ΑΠ.9/08 Π.ΔΙΚ.08/930].
Συνεπώς το πληττόμενο βούλευμα διαλαμβάνει ασαφή και ελλιπή αιτιολογία για την παραπομπή τους, πράγμα που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1α και 386 ΠΚ και για το λόγο αυτό είναι αναιρετέο για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νομίμου βάσεως [άρθρο 484 παρ.1 περ.β'και δ'ΚΠΔ].
5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να δεχθεί ως βάσιμες τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το δε να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλες δικαστές εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να γίνουν δεκτές οι από 3-7-08 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ2 κατοίκου .......ς, 2) Χ3, κατοίκου ...., και 3) Χ1, κατοίκου ..... κατά του 161/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, και
Β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το ανωτέρω βούλευμα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά. Η παρασιώπηση συντελείται με παράλειψη, που προϋποθέτει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που πηγάζει από το νόμο, τη σύμβαση ή από προηγηθείσα ενέργεια του δράστη και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1α' Π.Κ. τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν 1) πρόκληση σε κάποιον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και 2) διάπραξη απ' αυτόν της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή τελέσεως της, υποκειμενικά δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλ. θελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται, είτε στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις γιατην πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τωναποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τασυνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και β)Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεωςαποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένηεφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένηςεφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνίσταται εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη, περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 161/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "1) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ" λειτουργούσε με έδρα τη Σαλαμίνα και εκπροσωπείτο νόμιμα από το μοναδικό εταίρο και διαχειριστή ....., με δραστηριότητα στο χώρο της καλλιέργειας και εμπορίας ιχθύων. Στα πλαίσια της δραστηριότητας αυτής το έτος 1999 ξεκίνησε συνεργασία με την εδρεύουσα στην Καλλιθέα Αττικής εταιρία με την επωνυμία "SUPERFISH Ανώνυμος Εμπορική Εταιρία Ιχθύων και Τροφίμων" και το διακριτικό τίτλο "SUPERFISH Α. Ε", που εκπροσωπεί το από τον Ζ1, πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο, 2) Το Δεκέμβριο 2000 η τελευταία εταιρία εξαγοράστηκε εξ ολοκλήρου από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε", που εκπροσωπείτο από τον Χ1, χωρίς όμως αυτό να γίνει γνωστό καθώς εξακολούθησε να συναλλάσσεται με την ίδια επωνυμία και ίδιο διευθύνοντα σύμβουλο, ο οποίος συνέχισε να εμφανίζεται στους τρίτους ως το "αφεντικό", εξέλεγξε όμως νέο διοικητικό συμβούλιο που απαρτιζόταν πλέον, εκτός του Ζ1 (προέδρου), από τους Χ2 και Χ3, 3) To 2003 το σύνολο των μετοχών της αγοράστριας εταιρίας "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ Α. Ε", ανήκε στην εταιρία "ΣΤΑΜΑΤΙ0Υ Χ & ΥΙΟΙ Α. Ε. Β. Ε", που εκπροσωπείτο από τους Ζ2 και Ζ3 και ήταν ενταγμένη στον όμιλο επιχειρήσεων της εισηγμένης στο χρηματιστήριο εταιρίας "SEAFARM IONIAN Α.Ε" (μητρικής εταιρίας), με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλη τους Χ2 και Χ3. Το ενδιαφέρον στοιχείο της συνάφειας των εταιρειών αυτών ανακύπτει από τον έλεγχο των συμμετοχών της παραπάνω μητρικής εταιρείας σε σημαντικό αριθμό θυγατρικών εταιρειών. Συγκεκριμένα η μητρική εταιρεία συμμετέχει πλειοψηφικά στις παρακάτω θυγατρικές εταιρίες: α) "SEAFARM TARGA ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλος τον Χ2, β) "PERCΟ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλη τους Χ2 και Χ3, γ) "ΙΧΘΥΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλος τον Χ2, δ) "SEAFARM KALAMOS ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλος τον Χ2, ε) "....... ΟΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Χ2, στ) "OCTAPUS ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο το Χ2 και μέλος το Χ3, ζ) "ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ", με μέλος το Χ2, η) "ΙΧΘΥΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΕ" με μέλη το Χ2 και Χ3, θ) "ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ ΑΕ", με διευθύνοντα σύμβουλο το Χ2 και μέλος το Χ3, ι) την προαναφερθείσα "ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Χ & ΥΙΟΙ Α.Ε.Β.Ε", με διευθύνοντες συμβούλους του Ζ2 και Ζ3, ια) στην προαναφερθείσα "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Χ1 και μέλος τον Χ3 και ιβ) κατόπιν της ανωτέρω εξαγοράς, στη "SUPERFISH Α.Ε", με διευθύνοντα σύμβουλο τον Ζ1 και μέλη τους Χ2 και Χ3. Καθίστανται από την παραπάνω παράθεση προφανή, αφενός η κοινότητα συμφερόντων των εμπλεκομένων μερών (μελών των διοικητικών συμβουλίων) καθώς και η πλήρης εξάρτηση της οικονομικής πορείας, των θυγατρικών εταιριών από τη μητρική "SEAFARM IONIAN Α.Ε" και αφετέρου ότι σε όλες τις εταιρείες συμμετέχει ως μέλος του ΔΣ ο Χ2 συχνά επικουρούμενος από το Χ3, δηλαδή τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους, 4) Το Μάιο 2003, η μητρική εταιρία αντιμετώπιζε ήδη σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα που επηρέαζαν την πιστοληπτική ικανότητα της ίδιας αλλά και των θυγατρικών της, εν προκειμένω της "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε" και συνεπώς όλων των εταιρειών που ανήκαν (υπαγόμενες) στην "SUPERFISH A.E". Τότε οι κατηγορούμενοι, εκμεταλλευόμενοι αφενός το γεγονός ότι δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα στην αγορά πως η "SUPERFISH Α.Ε" είχε εξαγοραστεί από την "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ Α.Ε", και αφετέρου ότι ο Ζ1 όλα αυτά τα χρόνια είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη των εμπόρων νωπών ιχθύων, συνέλαβαν την απόφαση να προμηθευτούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες νωπών ιχθύων εκδίδοντας μεταχρονολογημένες επιταγές που δεν θα μπορούσαν να τις καλύψουν και, δεδομένου ότι γνώριζαν εκ των προτέρων την αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους λόγω της οικονομικής αδυναμίας τους, να εκμεταλλευθούν οικονομικά αυτούς που θα συναλλάσσονταν μαζί τους. Έτσι, προκάλεσαν στον Ζ1 την απόφαση να διαδώσει στους κύκλους των εγχώριων παραγωγών ότι η "SUPERFISH Α.Ε" είχε μεταβιβαστεί στη "SEAFARM IONIAN Α.Ε" (που αποτελούσε πολύ μεγάλη εταιρία στο χώρο των εξαγωγών αλιευμάτων και ήταν γνωστή για τον τεράστιο κύκλο εργασιών της). Δηλαδή να προσδώσουν με τον τρόπο αυτό αυξημένη πίστη στη φερεγγυότητα της εξαγορασθείσης εταιρίας, διότι είχε αυτή αποφασίσει να διευρύνει στο μέγιστο βαθμό τη μέχρι τότε εξαγωγική της δραστηριότητα με την αγορά, προμήθεια και απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής της ποσότητας νωπών ιχθύων που διατίθετο από τους εγχώριους, ιχθυοπαραγωγούς. Έτσι θα μπορούσαν να κάμψουν τους ενδεχόμενους ενδοιασμούς των ενδιαφερομένων εμπόρων, τους οποίους διαβεβαίωναν ότι οι απαιτήσεις τους ήταν απόλυτα εξασφαλισμένες, αφού χάριν καταβολής του τιμήματος θα εξέδιδαν μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες θα πληρώνονταν εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών, απευθείας από τις τράπεζες στις οποίες οι εταιρείες του εξωτερικού (που αγόραζαν τα εξαγόμενα εμπορεύματα) θα κατέβαλαν τα (ρηματικά εμβάσματα. Αυτά τα εμβάσματα oι κατηγορούμενοι δεσμεύτηκαν να μην τα αναλάβουν, διότι προορίζονταν αποκλειστικά και μόνο για την εξόφληση των απαιτήσεων των εγχώριων παραγωγών, 5) Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή καθώς οι ανωτέρω εταιρίες είχανπεριέλθει σε δεινή οικονομική θέση που είχε ως αποτέλεσμα τον Αύγουστο 2003 να τεθεί εκτός διαπραγμάτευσης η μετοχή της μητρικής εταιρίας "SEAFARM IONIAN Α.Ε", η "SUPERFISH Α.Ε" είχε στην πραγματικότητα εξαγοραστεί από την "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε", η οποία είχε μηδαμινό κύκλο εργασιών και ήταν άγνωστη στο επιχειρηματικό κοινό, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι είχαν ήδη περιέλθει σε πλήρη αδυναμία να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις που αναφύονταν από την εξακολούθηση λειτουργίας των ανωτέρω εταιριών, 6) Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατάφερε να παραπλανήσει το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας, ...., με τον οποίο τον συνέδεε μακροχρόνια συνεργασία και ως εκ τούτου, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέουσα από τη μεταξύ τους σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και τις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να τον πληροφορήσει σχετικά με τη φθίνουσα πορεία των επιχειρήσεων του ομίλου "SEAFARM", την οποία αθέμιτα του απέκρυψε και έτσι τον έπεισε να συναλλαχθεί μαζί του, να του πουλήσει το σύνολο της παραγωγής του με πίστωση τριών μηνών και να του παραδώσει τις παρακάτω ........ ποσότητες νωπών ιχθύων συνολικής αξίας 233.013,47 ευρώ, για τις οποίες εξέδωσε ισόποσες επιταγές. Όλες οι παραπάνω επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-03 έως 24-10-03 πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας και αντίστοιχα δεν καταβλήθηκε το ποσό των τιμολογίων πώλησης, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα εταιρία να υποστεί συνολική ζημία ύψους 233.013,47 (181.240,63+51.772,84) ευρώ, με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων, οι οποίοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το τίμημα εκ της μεταπώλησης (εξαγωγής) των ανωτέρω εμπορευμάτων, εισπράττοντας τα χρηματικά εμβάσματα που οι εμπορικοί οίκοι του εξωτερικού είχαν καταθέσει στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Τα χρηματικά αυτά ποσά τα ενσωμάτωσαν στη δική τους περιουσία χωρίς να έχουν εξοφλήσει την προς την εγκαλούσα οφειλή τους, 8) Η παραπάνω κατάσταση (η αδυναμία δηλαδή της εταιρίας να καλύψει τις επιταγές) ήταν γνωστή φυσικά σε όλους τους κατηγορουμένους, όπως επίσης και η ανάγκη πληρωμής ή, κυρίως, εύρεσης του τρόπου αποφυγής πληρωμής των τραπεζικών επιταγών, αφού η εμφάνιση για πληρωμή των πρώτων από αυτές ήταν επί θύραις. Έτσι την 25-8-2003 οι Χ2 και Χ3 παραιτήθηκαν από μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας "SUPERFISH ΑΕ", δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό τεχνητή-πλασματική αδυναμία εξόφλησης των οφειλών, με αποτέλεσμα κάποιες επιταγές να σφραγιστούν ελλείψει εκπροσώπησης της εταιρίας, αν και, όπως αναλύθηκε, στην πραγματικότητα το κατατεθειμένο στην τράπεζα κεφάλαιο για την εξόφληση των οφειλών γι' αυτές δεν επαρκούσε. Αυτό πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα, διότι είναι ένα δεύτερο στοιχείο που αποδεικνύει την καθοριστική συμμετοχή στην τέλεση των πράξεων που έχουν αποδοθεί στους δύο αυτούς κατηγορούμενους. Στη συνέχεια και προκειμένου όλοι πλέον οι κατηγορούμενοι να υφαρπάσουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό υπήρχε στους παραπάνω τραπεζικούς λογαριασμούς και δεν είχαν προλάβει να αναλάβουν προτού καταστήσουν την εταιρία ακέφαλη, μεθόδευσαν την κατάσχεση από δήθεν δανειστές - δικαιούχους εικονικών οφειλών - του όποιου ποσού εύρισκαν στα ταμεία της εταιρείας. Συγκεκριμένα, την 25-9-2003 οι Ζ2 και Ζ3, ενεργώντας για λογαριασμό της εταιρίας "Χ.ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΥΙΟΙ ABBE", προέβησαν σε κατάσχεση εις χείρας της Eurobank ΑΕ ποσού 43.036,01 € που είχε κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό της θυγατρικής της εταιρίας "SUBERFISH ΑΕ", ενώ την 7-10-2003 κατάσχεσαν κινητή περιουσία (έπιπλα, φωτοτυπικό μηχάνημα, εκτυπωτή κ.α) της ανωτέρω εταιρίας, 9) Ενδιαφέρον έχει να θυμηθούμε το γεγονός ότι η SUPERFISH ανήκε αποκλειστικά στην εταιρεία "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΑΕ", η οποία ανήκε κατά ποσοστό 51% στην εταιρεία "Χ.ΣΤΑΜΑΤΙ0Υ & ΥΙΟΙ ΑΕΒΕ", η οποία επέσπευσε την κατάσχεση, όπως αναφέρεται ακριβώς παραπάνω. Δηλαδή η αρχική μητρική εταιρεία κατάσχει εις χείρας τρίτων ποσά που οφείλονται στην Α' θυγατρική της εταιρεία από άλλη εταιρεία την Β' που είναι θυγατρική της τελευταίας και με απλά λόγια κάνει κατάσχεση για οφειλή μιας (απώτερα) θυγατρικής της εταιρείας. Η κατάσχεση αυτή έγινε την 1/9/2003 πριν από όποιον άλλο πιστωτή, γεγονός που είναι λογικό, αφού - λόγω της σχέσης μητρικής θυγατρικής εταιρείας και κυρίως της όλης μεθόδευσης που περιγράφηκε παραπάνω - αυτοί είχαν οργανώσει την απάτη, αυτοί τη γνώση ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα για την πληρωμή των επιταγών, άρα αυτοί θα σπεύσουν πρώτοι να διεκδικήσουν τα "οφειλόμενα" σ' αυτούς προκειμένου να εξαφανίσουν τα όποια διαθέσιμα και να τα ιδιοποιηθούν. Όπως κατέθεσε η μάρτυρας ....., σύνδικος στην πτώχευση της SUPERFISH, περιγράφοντας την όλη διαδικασία "έτσι αφεμάχθη περίπου όλο το μετοχικό κεφάλαιο της SUPERFISH", η οποία ήταν κερδοφόρα μέχρι τη στιγμή που άρχισε η μεθόδευση της απάτης από τους κατηγορούμενους. Η ίδια μάρτυρας προσκόμισε τα παραστατικά κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών, από τα οποία προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-03 έως 24-10-03 (όταν εμφανίστηκαν οι επίμαχες επιταγές προς πληρωμή) το χρηματικό ποσό που υπήρχε α) στο με αρ. ...... λογαριασμό όψεως της Εθνικής Τράπεζας δεν υπερέβαινε τα 8.308,58 €, β) στο με αρ. ....... λογαριασμό της τράπεζας Eurobank δεν υπερέβαινε τα 41.688,68 € (το οποίο την 30-10-03 ανήλθε στο ποσό των 43.554,51 εκ του οποίου ποσό 43.036,01 € κατασχέθηκε από τους Ζ2 και Ζ3) ενώ την ...., .... και ..... που εμφανίστηκαν οι υπό στοιχείο "..., ..., ..." επιταγές υπήρχαν κατατεθειμένα 821,36 €, 793,36 € και 1.911,69 € αντίστοιχα και γ) στο με αρ. ..... λογαριασμό όψεως της Τράπεζας Κύπρου δεν υπερέβαινε τα 148,01 €. Επομένως δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί ότι (αν δεν είχαν παραιτηθεί ο Χ2 και Χ3) θα είχαν εξοφληθεί οι επιταγές. 0 ισχυρισμός αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και μόνο από τον έλεγχο των λογαριασμών αυτών, τούτο δε ενισχύεται και από τον έλεγχο των υπόλοιπων λογαριασμών της επιχείρησης (με αρ. .... και .... της Εθνικής Τράπεζας, ....και .... της Eurobank και με αρ. .... αλληλόχρεο της Τράπεζας Κύπρου) όπου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των επιταγών της εγκαλούσας. Κατά συνέπεια είναι βάσιμη η κρίση ότι η παραίτηση των ανωτέρω ήταν προσχηματική και ενέργεια εντασσόμενη στα πλαίσια ενός οργανωμένου σχεδίου των κατηγορουμένων με κύριο στόχο τον πορισμό παρανόμου οφέλους με τη δόλια απόσπαση εμπορευμάτων από την εγκαλούσα. Καταδεικνύεται δηλαδή ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της διενέργειας των επίμαχων συναλλαγών (μεταβιβάσεων εταιρικών μεριδίων, πώλησης εταιρειών, μελλοντικής αγοράς ιχθύων έναντι επιταγών που τις παρέδωσαν στους πωλητές νωρίτερα χωρίς να δικαιολογείται από την άφθονη προσφορά τους στην αγορά και οι οποίες σφραγίστηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων γεγονός που αυτοί το γνώριζαν, καθώς και της επίσπευσης αναγκαστικά εκτέλεσης εκ μέρους των ληπτών των επιταγών) και σε κάθε περίπτωση το Μάιο του 2003, τελούσαν σε άμεση και πλήρη γνώση της οικονομικής αδυναμίας στην οποία είχε περιέλθει η μητρική εταιρία, την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος εμφάνιζε ως "κολοσσό", ενώ ήταν απόλυτα προβλέψιμη η συνεχής επιδείνωση των δεικτών της ρευστότητα της, η καταγγελία του κοινοπρακτικού δανείου της, η θέση της μετοχής της εκτός διαπραγμάτευσης για λόγους προστασίας του επενδυτικού κοινού και η παρεπόμενη πτωτική πορεία των εξαρτώμενων θυγατρικών εταιριών του ομίλου, μεταξύ δε αυτών της "SUPERFISH Α.Ε.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή στο ακροατήριο των αναιρεσειόντων για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας, κατά συναυτουργία, σε απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη από κοινού, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 45, 46 παρ. 1α, 98, 386 1-3β' Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 ν.2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Α) όσον αφορά την θεμελίωση της αποδιδομένης στον αυτουργό Ζ1, αξιόποινης πράξης της απάτης, η αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πληρούται με τις παραδοχές α)ότι ήταν ψευδές το ότι η εταιρεία "SUPERFISH Α.Ε.", της οποίας αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της, είχε εξαγορασθεί από την εταιρεία "SEARFARM IONIAN" ως και ότι η τελευταία βρισκόταν σε ανθηρή οικονομική κατάσταση, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε εξαγορασθεί από την εταιρεία "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε.", β) ότι από τα παραπάνω ψεύδη ο αναιρεσείων άλλα παρέστησε ως αληθή, άλλα δε απέκρυψε από τον εγκαλουντα, αν και υποχρεούτο να τον ενημερώσει κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, γ) ότι ο τελευταίος αγνοώντας τα παραπάνω και έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, προέβη στην πώληση στην παραπάνω εταιρεία μεγάλων ποσοτήτων νωπών ιχθύων, δεχόμενος να εξοφληθεί με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως του ως άνω αυτουργού, δ) ότι υπέστη ζημία ο εγκαλών δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατόν να εισπράξει τα ποσά των επιταγών και ότι το συνολικό ύψος της ζημίας αυτής υπερέβαινε το ποσόν των 73.000 Ευρώ. Β) όσον αφορά την θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία των αναιρεσειόντων στην ως άνω αξιόποινη πράξη του Ζ1, η απαιτουμένη αιτιολογία πληρούται με τις παραδοχές ότι αυτοί, συνδεόμενοι με τον αυτουργό, οι μεν δεύτερος και τρίτος ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ο αυτουργός της πράξης, ο δε πρώτος ως διευθύνων σύμβουλος της "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε.", προκάλεσαν στον τελευταίο την απόφαση να ενεργήσει κατά τον παραπάνω τρόπο, στο πλαίσιο κοινού σχεδίου τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι δεν είχε κυκλοφορήσει στην αγορά ότι η "SUPERFISH Α.Ε." είχε εξαγορασθεί από την "ΑΛΦΑ ΛΑΜΔΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ Α.Ε." ως και ότι ο Ζ1 είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη των εμπόρων νωπών ιχθύων, εκδίδοντας μεταχρονολογημένες επιταγές και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν μπορούσαν να καλυφθούν αυτές λόγω της οικονομικής αδυναμίας τόσον της παραπάνω εταιρείας όσον και των συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών. Τέλος πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απάτης, οι οποίες προσδίδουν σε αυτήν την κακουργηματική της μορφή, τόσο στο πρόσωπο του αυτουργού όσο και στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων με την μνεία περιστατικών που συνιστούν επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης, αλλά και περιστατικών που υποδηλώνουν την ύπαρξη υποδομής την οποία είχαν διαμορφώσει άπαντες (κατάρτιση σχεδίου δράσης και εκτέλεσης του) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' Κ.Π.Δ. περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις με αριθμούς κατάθεσης 5/3.7.2008, 6?3.7.2008 και 7/3.7.2008 αιτήσεις των α) Χ1, κατοίκου ...., β) Χ2 κατοίκου .... και γ) Χ3, κατοίκου ....., αντιστοίχως, για αναίρεση του 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη από κοινού τελεσθείσα. Απόρριψη λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία.
| 1
|
Αριθμός 836/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστου Ματέλλα, περί αναιρέσεως της 11997/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτου Πανάγου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1643/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ.α' του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν.3220/2004, εφαρμόζεται δε, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ.5 του ως άνω Ν.2523/1997 στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από την 1-1-1998 και εφεξής, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών". Ως προς την παραγραφή, ο ως άνω Ν.2523/1997, με την παρ.10 του άρθρου 21 αυτού, όριζε αρχικά "ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 του Ν.2593/1997 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου αυτού, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος είχε διενεργηθεί από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του εν λόγω Ν. 2523/1997, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 2 εδ.3 του ίδιου άρθρου 21 αυτού, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν.2753/1999. Περαιτέρω, με την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του Ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", προστέθηκε στην παρ.10 του άνω άρθρου 21 του Ν.2523/1997 δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής, που διενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, αφού για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 19 παρ.1 του Ν. 2523/1997 έγκλημα της φοροδιαφυγής, που διαπράττεται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, δηλαδή χρόνο προγενέστερο από εκείνον που όριζε αρχικά για την έναρξη της παραγραφής του ίδιου αδικήματος η παράγραφος 10 του άρθρου 21 του Ν.2523/1997, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του Ν.2954/2001, εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που τελέσθηκαν πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος αυτής (2-11-2001), λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112 και 113 παρ.1 και 3 του ΠΚ, η παραγραφή της πράξης, η χρονική διάρκεια της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν.2523/1997), και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία αυτός καλείται να εμφανισθεί στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε η εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της απόφασης, συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 11997/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους (239 εικονικών τιμολογίων πώλησης της ουσιαστικά ανύπαρκτης επιχείρησης Α, από τα οποία 85 αφορούν τη χρήση του έτους 2000, 69 αφορούν τη χρήση του έτους 2001, 48 αφορούν τη χρήση του έτους 2009 και 37 αφορούν τη χρήση του έτους 2003) κατ'εξακολούθηση, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 98 ΠΚ και των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 4, 20 παρ.1, 21 και 24 παρ.5 του Ν.2523/1997, όπως το άρθρο 19 ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 40 του Ν.3220/2004 και το άρθρο 21 αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του Ν.2954/2001, πράξη η οποία διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος και φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000-2001-2002 και 2003, και στη συνέχεια τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης είκοσι έξι (26) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10,00 ευρώ ημερησίως. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσώπησε στη δίκη αυτή, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου των μερικότερων πράξεων αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που αφορούν τις χρήσεις 2000 και 2001, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου της πενταετούς παραγραφής, αφού από το χρόνο τελέσεως της κάθε μιας εξ αυτών έως το χρόνο της επιδόσεως στον ίδιο του κλητηρίου θεσπίσματος, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Ωστόσο, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, για τη βασιμότητα του σχετικού λόγου, προκύπτει ότι όλες οι μερικότερες πράξεις αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, διαπιστώθηκαν στις 14-10-2005, καθόσον, σύμφωνα με την υπ'αριθ. ...... έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΠΕΚ) Θεσσαλονίκης, το σχετικό πόρισμα φορολογικού ελέγχου της ελεγχόμενης ανώνυμης εταιρείας "AXEL ΑΝ Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής και Εμπορίας Απορρυπαντικών και Καλλυντικών", συντάχθηκε στις 21-9-2005, ελέγχθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΠΕΚ Θεσσαλονίκης στις 14-10-2005 και θεωρήθηκε από τον αρμόδιο προϊστάμενο της εν λόγω υπηρεσίας κατά την ίδια ημερομηνία. Μάλιστα, ο σχετικός περί του ανωτέρω εγκλήματος έλεγχος, που διενεργήθηκε δυνάμει της υπ'αριθ. ...... εντολής ελέγχου, επισυνάπτεται στην μηνυτήρια αναφορά της Προϊσταμένης ΠΕΚ Θεσσαλονίκης προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με αριθμό πρωτ. ...... . Με βάση τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, από το χρόνο της θεώρησης της έκθεσης ελέγχου του ΠΕΚ Θεσσαλονίκης (14-10-2005) άρχισε να τρέχει η πενταετής παραγραφή των πράξεων αυτών, η οποία, όμως παραγραφή, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 20-4-2007, οπότε επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα το υπ'αρ. ...... κλητήριο θέσπισμα για τις παραπάνω κατ'εξακολούθηση τελεσθείσες μερικότερες αξιόποινες πράξεις του, κατά τα προκύπτοντα από το με ίδια χρονολογία αποδεικτικό επιδόσεως του υπηρετούντος στη Δ/νση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Ανθ/μου ...... . Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που με συναφή, προς την ήδη αναφερθείσα, αιτιολογία, απέρριψε την ως άνω ένσταση, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 και 21 παρ.10 και 12 του Ν.2523/1997, 2 παρ.8 του Ν.2954/2001 και 111 παρ.3, 112 και 113 παρ.1 και 3 του ΠΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο (κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου) καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριό του από την ίδια διάταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Κατ'εξουσιοδότηση της προμνησθείσας διάταξης, είχαν εκδοθεί κατά το παρελθόν οι υπ'αριθμ. 134423 α οικ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των ως άνω Υπουργών, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν, αντίστοιχα, τα ποσά της μετατροπής κάθε ημέρας φυλάκισης σε 1500 έως 20.000 δρχ και σε 4,40 έως 59,00 ευρώ, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1112/Β/13-6-2008), με τίτλο "Αναπροσαρμογή των ποσών της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών", που άρχισε να ισχύει μετά 15νθήμερο, δηλαδή από τις 28-6-2008, και με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλάκισης σε δέκα (10,00) έως εξήντα (60.00) ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής των είκοσι έξι (26) μηνών στον αναιρεσείοντα, διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ.2 του ΠΚ "η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου, ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων". Το ποσόν της μετατροπής κυμαίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου, μεταξύ 10,00 και 50,000 ευρώ, για τον ειδικότερο δε προορισμό του λαμβάνεται υπ'όψιν η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος και πρέπει, λαμβανομένων υπ'όψιν και των οικονομικών του όρων, το ποσόν της μετατροπής να ορισθεί στο ύψος των δέκα (10,00) ευρώ, για κάθε ημέρα φυλακίσεως". 'Ητοι, κατ'εφαρμογήν της μνησθείσας υπ'αρ. 50.492/2008 κοινής, ως άνω, απόφασης των αναφερθέντων Υπουργών, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, μετετράπη η ποινή αυτή προς 10,00 ευρώ ημερησίως, η οποία αφορά μερικότερες πράξεις των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003. Η ως άνω όμως κοινή απόφαση περιέχει, ως προς το σημείο αυτό, δυσμενέστερες για τον αναιρεσείοντα διατάξεις, αφού, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκαν, ίσχυαν οι ήδη τροποποιηθείσες ευμενέστερες διατάξεις των υπ'αριθ.134.423α ΟΙΚ/8-12-1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 58554/19-6-2006 (ΦΕΚ Β 776/28-6-2006) κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με τις οποίες ορίζονται ότι το ελάχιστο όριο του ποσού της μετατροπής της ποινής αυτής ήταν, αντίστοιχα, οι 1500 δραχμές και τα 4,40 ευρώ ημερησίως, και όχι αυτό των 10,00 ευρώ που όρισε η προσβαλλομένη. Είναι, επομένως, βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατ'εκτίμηση, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, δηλαδή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1 και 82 παρ.3 και 4 του ΠΚ, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες 134.423α ΟΙΚ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ποσό της μετατροπής, για κάθε ημέρα φυλάκισης της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής των είκοσι έξι (26) μηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθ. 11.997/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της, που αφορά στο ποσό της μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ ποινής φυλάκισης είκοσι έξι (26) μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ'αριθ. 54/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 2523/1997. Παραγραφή (έναρξη αυτής). Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 82 παρ. 3 ΠΚ περί μετατροπής των ποινών. Δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική.
| 1
|
Αριθμός 835/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, Δήμου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, για αναίρεση της 1442/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 30 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της. Με το από 9.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό-εργολαβικό δίκης που καταρτίστηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ψ, δικηγόρου Αγρινίου και του κατηγορουμένου Χ, ο πρώτος έλαβε την εντολή να ασκήσει για λογαριασμό του δευτέρου αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά των Α και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.". Με το συμφωνητικό αυτό, που φέρει την αναμφισβήτητη υπογραφή του κατηγορουμένου, ρητά συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα ελάμβανε μόνο το ποσό των 900.000 δρχ., το οποίο θα αντιπροσωπεύει τις δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών της βλαφείσης μοτοσικλέτας του και αυτό ατόκως, γιατί δεν είχε υποβληθεί μέχρι τότε σε καμία τέτοιου είδους δαπάνη και παραιτήθηκε κάθε άλλου ποσού που τυχόν θα επιδικαζόταν με δικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν θα κατέβαλε στον εγκαλούντα κανένα ποσό για τα έξοδα της δίκης οποιουδήποτε βαθμού. Σε εκτέλεση του εν λόγω εργολαβικού κατετέθη από τον εγκαλούντα σχετική αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 382/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Η απόφαση αυτή, που επικυρώθηκε με την 456/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, επιδίκασε στον κατηγορούμενο 1.830.800 δρχ. ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και επέβαλε στους εναγομένους μέρος των δικαστικών εξόδων εκ δρχ. 55.000. Βάσει της απόφασης αυτής ο εγκαλών έλαβε από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία στις 31.12.1998, 696.894 δρχ., από το ποσό δε αυτό απέδωσε στον κατηγορούμενο 470.000 δρχ. και στις 22.6.2000, 1.860.832 δρχ., από το ποσό δε αυτό απέδωσε στον κατηγορούμενο στις 2.8.2000, 440.000 δρχ. σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής του. Με την τελευταία αυτή καταβολή ο κατηγορούμενος υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη για ποσό 910.000 δρχ. (470.000 + 440.000) δηλώνοντας ότι ουδεμία άλλη απαίτηση διατηρεί. Τη δήλωση αυτή επανέλαβε λεπτομερέστερα και στην από 1.12.2000 απόδειξη - δήλωση που υπέγραψε κατ' απαίτηση του εγκαλούντος και επειδή είχε ανακύψει αμφισβήτηση σχετικά με το ποσό που ο τελευταίος εδικαιούτο να λάβει. Στις 10 Απριλίου 2001 ο κατηγορούμενος κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πατρών την από 10.4.2001 μήνυσή του που στρεφόταν κατά του εγκαλούντος, με την οποία εν γνώσει του τον καταμήνυσε ψευδώς, ότι αυτός τέλεσε εις βάρος του απιστία και υπεξαίρεση. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην πιο πάνω μήνυσή του, ότι ο εγκαλών δεν του απέδωσε το ποσό των 1.028.181 δραχμών κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, παρότι γνώριζε ότι έπρεπε να του το αποδώσει, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Όμως η αλήθεια είναι, ότι αποδόθηκε στον κατηγορούμενο από τον εγκαλούντα το συμφωνηθέν με το παραπάνω εργολαβικό της δίκης ποσό των 900.000 δρχ. και ότι με το ίδιο εργολαβικό το υπόλοιπο ποσό, πέραν των 900.000 δρχ. που τυχόν θα επιδικαζόταν, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε να περιέλθει στον εγκαλούντα κατά κυριότητα, δηλ. εκχωρήθηκε σ' αυτόν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το 27/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αγρινίου αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για υπεξαίρεση του παρακρατηθέντος απ' αυτόν υπολοίπου ποσού των 1.028.181 δραχμών. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω από 10.4.2001 μήνυση του κατηγορουμένου είναι ψευδής, πράγμα το οποίο γνώριζε ο ίδιος, την κατέθεσε δε αυτός σκοπεύοντας να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν από τον ίδιο αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης και της απιστίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος στις 10.4.2001 και 1.10.2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα. Ειδικότερα, α) στις 10.4.2001, κατά την υποβολή της ως άνω εγκλήσεως κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ως ψευδείς ισχυρισμοί, το δε περιεχόμενο της ψευδούς εγκλήσεώς του βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, στον οποίο και κατέθεσε και β) την 1.10.2001, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Αγρινίου επί του περιεχομένου της ως άνω από 10.4.2001 μηνύσεώς του, εν γνώσει της αναληθείας αυτών κατέθεσε τα εξής ψευδή: ότι δεν υπέγραψε εργολαβικό δίκης με το οποίο να αναθέτει στον εγκαλούντα να ασκήσει αγωγή κατά του αντιδίκου του Α και της ασφαλιστικής εταιρείας του τελευταίου...... ότι η συμφωνία τους ήταν προφορική και ο εγκαλών θα πληρωνόταν μετά την έκδοση στης σχετικής αποφάσεως, με ποσοστό 25% επί του ποσού που θα επιδικάζετο... ότι κατέβαλε στον εγκαλούντα για την παράστασή του 60.000 δρχ., ότι συνολικά κατέβαλε καθυστερημένα το ποσό των 440.000 δρχ. από το συνολικό ποσό των 910.000 δρχ., ότι παρακράτησε παρανόμως ποσό 1.028.181 δρχ., ενώ η αλήθεια είναι, ότι ανέθεσε, όπως έχει προαναφερθεί, στον εγκαλούντα την άσκηση της ως άνω αγωγής αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα και σε σχετική συζήτηση που έκανε μαζί του ξεκαθάρισε ότι οι αξιώσεις του ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 900.000 δρχ. και δεν θέλει τίποτε άλλο, υπό τον όρο ότι δεν θα καταβάλει κανένα ποσό ως έξοδα, σε κανένα βαθμό δικαιοδοσίας καθ' όσον θα αφορά στην εν λόγω αγωγή. Ότι για όλα αυτά συντάχθηκε το προαναφερόμενο από 9.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό (εργολαβικό δίκης). Ότι ο εγκαλών άσκησε την αγωγή και πέτυχε την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού των 1.830.800 δρχ. με βάση τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις. Και ότι βάσει της συμφωνίας του έπρεπε να εισπράξει το ποσό των 900.000 δρχ., το οποίο και πράγματι εισέπραξε από τον εγκαλούντα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή 7 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Οι παραπάνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ελλείψεις δημιουργούν ασάφειες και λογικά κενά, όσον αφορά την από τον αναιρεσείοντα γνώση του ψεύδους των σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος απ' αυτόν με την υποβολή της μήνυσης του καταγγελομένων και των από αυτόν (αναιρεσείοντα) ενόρκως κατατεθημένων, με αποτέλεσμα να στερείται αυτή της από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229 § 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ. Ειδικότερα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή του σκεπτικού συνήγαγε ότι το από 9/1/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικό δίκης συντάχθηκε κατά την αναφερόμενη σ' αυτό ημερομηνία και όχι μεταγενέστερα, όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στην μήνυση του και επανέλαβε στην ένορκη κατάθεση του, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος συμφωνία ήταν προφορική και η αμοιβή του τελευταίου θα ανερχόταν σε ποσοστό 25% επί του ποσού που θα επιδίκαζε το δικαστήριο, η παράθεση των οποίων κρίνεται ουσιώδης εν όψει της διαλαμβανόμενης στη συνέχεια του κειμένου του σκεπτικού παραδοχής ότι ο αναιρεσείων κατά την 1-12-2000, που φέρεται ότι κατ' απαίτηση του εγκαλούντος υπέγραψε δήλωση-απόδειξη ότι ουδεμία άλλη απαίτηση πλέον του ποσού των 910.000 δραχμών διατηρεί κατ' αυτού, αμφισβήτησε το ποσό το οποίο δικαιούτο να λάβει ο τελευταίος, χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν η προηγηθείσα της ως άνω δήλωσης του αναιρεσείοντα ως άνω αμφισβήτηση του ανέκυψε ή όχι από την γνώση του περιεχομένου της 456/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών που του επιδίκαζε το ποσό των 1.830.000 δραχμών, αφού σε κανένα σημείο του σκεπτικού δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης πριν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση. Η μη αναφορά όμως του στοιχείου αυτού της γνώσης του περιεχομένου της απόφασης, κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό σημείο σε συνδυασμό και με τον μη προσδιορισμό των επί μέρους αξιώσεων για τις οποίες έδωσε ο αναιρεσείων εντολή στον εγκαλούντα να εγείρει αγωγή από το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, περί του αν ο αναιρεσείων θα δεχόταν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση, οποιοδήποτε κι αν ήταν το περιεχόμενο της συνταχθησόμενης από τον εγκαλούντα αγωγής, ή αν ο περιορισμός της αξίωσης του έναντι του εγκαλούντος στο ποσό των 900.000 δραχμών αφορούσε αξιώσεις του για τις υλικές και μόνο ζημίες που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα. Λόγω όμως των παραπάνω λογικών κενών και ασαφειών δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων στις 10 Απριλίου 2001, ότε κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Πάτρας την από 10-4-2001 μήνυση του κατά του εγκαλούντος με την οποία καταμήνυσε αυτόν ότι υπεξήρεσε το ποσό των 1.028.129 δραχμών, και κατέθεσε ότι ήσαν αναληθή, τα προεκτεθέντα περιστατικά τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Συνεπώς οι, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 Δ' και Ε', συναφείς λόγοι αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και εκείνων των προσθέτων ως αλυσιτελούς, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1442/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και παραδοχή λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 834/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ...... και προσωρινά διαμένοντος στην ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο, 2) Χ2, κατοίκου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα και 3) Χ3 κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Σορβατζιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 1.940 -1.941/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορουμένους τους 1) Ζ1 και 2) Ζ2.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2008 και 6 Μαρτίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αντίστοιχα, αιτήσεις τους οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρε-σειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι από 6.3.2008 δύο αιτήσεις αναίρεσης, κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως, των Χ3 και Χ2 που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο κατ' άρ. 474 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο, αν ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η δε προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στη δήλωση και να συνοδεύονται από τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου εξ αυτών να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της ύπαρξης ή όχι της επικαλούμενης ανώτερης βίας, διαφορετικά η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 5.3.2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε με την εκπροσώπηση αυτού δια συνηγόρου, δημοσιεύθηκε στις 16.11.2007 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών την 19.2.2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του προϊσταμένου του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πατρών και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει προσωρινά ο αναιρεσείων, την 5.3.2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ημερών, που άρχισε στις 20.2.2008, δηλαδή την επομένη της καταχώρησης της προσβαλλομένης στο ειδικό βιβλίο και έληξε στις 29.2.2008, ημέρα Παρασκευή, χωρίς στη σχετική αίτηση να διαλαμβάνεται κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς, πρέπει η αναίρεση αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Μ.1756/88), σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο Πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το Εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίου κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι στη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (υπ' αρ. 1.940 -1.941/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών), συμμετείχε ως διευθύνων τη συζήτηση ο Εφέτης Δημήτριος Νίττας, με την ιδιότητα του Προεδρεύοντος Εφέτη, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να δημιουργεί κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναίρεσης εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. Όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και συνεπώς και ο Πρόεδρος αυτού, ορίσθηκε με κλήρωση και όχι με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Πατρών, δεδομένου ότι στο Εφετείο Πατρών προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δεκαπέντε (15) δικαστών και συνεπώς, δεν υφίστατο και αντίστοιχη υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση ότι ο συγκεκριμένος Εφέτης ορίσθηκε επειδή κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών. Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχιμόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. Ι στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινικήδιάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικό εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικό ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1.940 - 1.941/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες και η συγκατηγορούμενή τους Ζ2 καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού (άρ. 26 παρ. 1, 27, 42, 45, 220 Π.Κ.), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 30 Ιουνίου 2001, στην ..., οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων, Ζ2, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, προκειμένου να επιτύχουν την αναγνώριση του πτυχίου που είχαν λάβα από αλλοδαπά Πανεπιστήμια (πρώην Σοβιετικής Ένωσης και Ρουμανίας, αντίστοιχα), κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων του ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ. στο μάθημα της Χειρουργικής, σε αίθουσα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και αφού είχαν προσυννενοηθεί με τον Ζ1 , τέταρτο των κατηγορουμένων, ιατρό, στον οποίο μάλιστα είχαν παραδώσει ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δραχμών ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτη και 2.000.000 δρχ. η πρώτη, έλαβαν από τον Χ1 πέμπτο των κατηγορουμένων, τον οποίον συνάντησαν σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβαν από τον Ζ1, κινητά τηλέφωνα και ειδικούς μικροπομπούς ομιλίας - ακοής, τους οποίους επιμελώς τοποθέτησε ο Χ1 στα ενδύματα και στο τριχωτό της κεφαλής τους, έτσι ώστε να έχουν απευθείας επικοινωνία με τον Ζ1, ο οποίος θα τους μετέδιδε τις απαντήσεις των θεμάτων. Στη συνέχεια εισήλθαν στην αίθουσα της παραπάνω Ιατρικής Σχολής και διαγωνίστηκαν γραπτά στο προαναφερόμενο μάθημα της Χειρουργικής, όπου μια φωνή τους διαβίβαζε μέσω των ως άνω ηλεκτρονικών οργάνων που τους είχαν εφοδιάσει οι εν λόγω κατηγορούμενοι, τις απαντήσεις των εξεταζόμενων θεμάτων, αλλοιώνοντας έτσι το κύρος των γραπτών εξετάσεων και σκοπεύοντας με τις απαντήσεις αυτές που δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές τους γνώσεις, να εξαπατήσουν τα αρμόδια όργανα του ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ. και να εκδώσουν σχετικό τίτλο αναγνώρισης των σπουδών τους στην Ελλάδα. Η παραπάνω αναληθής βεβαίωση αναγνώρισης των σπουδών τους στην Ελλάδα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, διότι με βάση αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ιατρικό δυναμικό της χώρας και να ασκούν το επάγγελμα του ιατρού στην Ελλάδα. Όμως, τελικώς, οι κατηγορούμενοι απέτυχαν στην προσπάθειά τους αυτή, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, επειδή έγιναν αντιληπτοί από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και συνελήφθησαν. Την παραπάνω πράξη τους ομολόγησαν οι τρεις πρώτοι από τους κατηγορουμένους. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι μεν πρώτη, δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, ο δε πέμπτος κατηγορούμενος της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτές προκύπτουν από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, οι αναιρεσείοντες διαγωνίσθηκαν γραπτώς στο εξεταζόμενο μάθημα της χειρουργικής, δίνοντας τις απαντήσεις στην επίλυση των θεμάτων που τέθηκαν στις εξετάσεις, που δεν ανταποκρίνονταν όμως στις πραγματικές τους γνώσεις, αφού τις απαντήσεις τις έδιναν με την εξωτερική βοήθεια των συγκατηγορουμένων τους.
Συνεπώς, η συμπεριφορά τους αυτή, συνιστά αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αφού συνδέεται αναγκαία και άμεσα με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, που είναι η αναγνώριση από τα αρμόδια όργανα του ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α του πτυχίου τους, το οποίο είχαν λάβει από Αλλοδαπά Πανεπιστήμια. Περαιτέρω, το από 21.1.2002 απολογητικό υπόμνημα του απολειπόμενου κατηγορουμένου Ζ1 , το οποίο δόθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας και συγκεκριμένα στον Πταισματοδίκη Αθηνών, περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα έγγραφα, όπως αυτό προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά και ως τέτοιο (έγγραφο), αφού αναγνώσθηκε, αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη, με την ρητή αναφορά του σκεπτικού στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν ήταν δε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, το οποίο θα έπρεπε να αναφέρεται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού. Τέλος, από καμία διάταξη του Κ.Π.Δ. απαγορεύεται η ανάγνωση στο ακροατήριο των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών των απολειπομένων συγκατηγορουμένων.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι συνεκδικασθείσες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις από 5.3.2008, 6.3.2008 και 6.3.2008 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ....., Χ2 κατοίκου ..... και Χ3 κατοίκου...... αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αρ. 1.940-1.941/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού. Απορρίπτει αναίρεση: α) Για κακή σύνθεση Δικαστηρίου, β) Για έλλειψη αιτιολογίας, γ) Για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Συναυτουργία, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 830/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κλάδη, περί αναιρέσεως της 8706/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βρούστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εξαιτίας της παραλείψεως, ισοδυναμεί νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τον λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ..., στις 12-1-2002 και 13-1-2002, ο αναιρεσείων τυγχάνοντας ιατρός και ειδικευόμενος παιδίατρος που εκτελούσε υπηρεσία εφημερίας στην Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "...." κα υπόχρεος συνεπεία του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας τόσο από ρητή διάταξη του νόμου και του κανονισμού του νοσοκομείου, όσο και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που, συνδέονται με την έννομη θέση του ως ιατρού σε νοσοκομείο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, καίτοι συνεπεία του επαγγέλματος του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, με την όλη συμπεριφορά του που συνίσταται κυρίως σε παραλείψεις του ως εφημερεύοντος ιατρού παιδιατρικής κλινικής νοσοκομείου, επέφερε το θάνατο του ηλικίας 28 μηνών νηπίου ασθενούς Θ1, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό. Συγκεκριμένα, αν και ο ως άνω ηλικίας 28 μηνών ασθενής Θ1, είχε εισαχθεί λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του τις πρωινές ώρες της 12ης Ιανουαρίου 2002 στην Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "..." μετά από σύσταση της παιδιάτρου και επιμελήτριας Α' ... που εξέτασε το ως άνω νήπιο την ίδια ημέρα στα εξωτερικά ιατρεία του ίδιου νοσοκομείου προς παρακολούθηση και περαιτέρω αντιμετώπιση λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του και της άσχημης κλινικής εικόνας του, παρουσιάζοντας υψηλό πυρετό 39 βαθμών κελσίου, ο οποίος αναφερόταν από 48ώρ0υ, εκπνευστικό γογγυσμό, αναπνευστική δυσχέρεια, ταχύπνοια, λαρυγγική φωνή χροιάς, αμυγδαλίτιδα με εξέρυθρα παρίσθμια με λευκωπό επίχρισμα, αριστερά πλευροδυνία που ήταν δηλωτική της υπάρξεως πνευμονίας και παρόλο που διαπιστώθηκε από τις ιατρικές εξετάσεις του αίματος του ότι παρουσίαζε ελαττωμένα λευκά αιμοσφαίρια (λευκοπενία -ουδετεροπενία), δηλαδή πρόδρομα συμπτώματα σηψαιμίας, ο κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα του, του εφημερεύοντος νοσοκομειακού ιατρού στην ανωτέρω Παιδιατρική Κλινική κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, αν και όφειλε λόγω του επαγγέλματος του ιατρού και μπορούσε να επιδείξει την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια που κάθε μέσος συνετός ιατρός θα κατέβαλλε και να παρακολουθεί την εξέλιξη της κατά τα ανωτέρω άσχημης κατάστασης της υγείας του ως άνω νηπίου ασθενούς ούτως ώστε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αντιμετώπιση της ασθένειας του και τη μη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, εντούτοις παρέλειψε να παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του νηπίου ασθενούς, δεν έλεγξε επαρκώς την νοσολογική κατάσταση του ασθενούς νηπίου που συνεχώς και ραγδαία επιδεινωνόταν, ούτε αξιολόγησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα ώστε να εφαρμόσει, είτε ο ίδιος από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο, κατάλληλη θεραπευτική αγωγή που θα απέτρεπε την χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του νηπίου και το σηψαιμικό του θάνατο, με συνέπεια εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων του να μην διαπιστωθεί η υπάρχουσα μικροβιακή λοίμωξη και η πνευμονία του αριστερού κάτω λοβού του πνεύμονα που παρουσίαζε το ως άνω νήπιο, το οποίο όπως διαπιστώθηκε από τη νεκροψία εμφάνιζε πύκνωση του αριστερού κάτω λοβού του πνεύμονα με κυψελίδες πληρούμενες από εξιδρωματικά στοιχεία, με ινική και ερυθρά αιμοσφαίρια και αποστήματα με άφθονους κόκκους, να μην προβεί, είτε ο ίδιος από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο, στην ιατρικώς ενδεδειγμένη για την περίσταση αυτή άμεση χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής που επιβαλλόταν για την αντιμετώπιση της μικροβιακής λοίμωξης, ούτε στη χορήγηση οξυγόνου στο νήπιο που συνέχιζε να έχει αναπνευστική δυσχέρεια για να προληφθεί και εμποδισθεί η ανάπτυξη σηψαιμίας, να αντιμετωπισθεί εσφαλμένα το νήπιο ως πάσχον από ιογενή λοίμωξη του αναπνευστικού και να περιορισθεί η νοσηλεία του από της εισαγωγής του τις πρωινές ώρες της 12ης Ιανουαρίου 2002 μέχρι και τις βράδυνες ώρες της ίδιας ημέρας στη χορήγηση αντιπυρετικού και βρογχοδιασταλτικού Aerolin και μόνον αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας να χορηγηθεί στο ασθενές νήπιο αντιβιοτικό αμοξυκιλλίνης (Αmoxil 250mg), πλην όμως όχι ενδοφλεβίως, όπως επιβαλλόταν για να δράσει αμέσως, αλλά δια του στόματος, να αναπτυχθεί στο ασθενές νήπιο κατά το χρόνο που νοσηλευόταν στην ανωτέρω Παιδιατρική Κλινική βαρεία βακτηριαιμία που χαρακτηρίζεται ως σηψαιμία, η οποία σε συνδυασμό και με τη λοβώδη πνευμονία να οδηγήσει σε πολυοργανική ανεπάρκεια - σηπτικό σοκ, με αποτέλεσμα την καρδιακή ισχαιμία του ασθενούς νηπίου, την μη ανατάξιμη καρδιακή κάμψη του και την πρόκληση από τη σηψαιμία ως γενεσιουργού αιτίας του θανάτου του που επήλθε τις μεσημβρινές ώρες της 13ης Ιανουαρίου 2002. Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ειδικευόμενος παιδίατρος, πλην όμως αυτός ήταν εφημερεύων ιατρός και είχε υποδεχθεί στην Παιδιατρική Κλινική που εφημέρευε το ασθενές νήπιο και είχε αναλάβει την παρακολούθηση της καταστάσεως της υγείας του, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ασθένεια του, είτε από μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου, τόσο από ρητή διάταξη του νόμου και του κανονισμού του νοσοκομείου, όσο και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με την έννομη θέση του ως εφημερεύοντος ιατρού σε νοσοκομείο, πλην όμως από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, καίτοι συνεπεία του επαγγέλματος του ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν προείδε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε με τις κατά τα ανωτέρω παραλείψεις του και με την όλη συμπεριφορά του και ενεργώντας αμελώς και παρά τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας που επέβαλλαν να παρακολουθεί συνεχώς την εξέλιξη της άσχημης κατάστασης της υγείας του ως άνω ασθενούς νηπίου, παρέλειψε να παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του και δεν διαπίστωσε την επιδείνωση της υγείας του για να μπορέσει να αντιμετωπισθεί σωστά και έγκαιρα η ασθένεια του. Οι παραλείψεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε έγιναν κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που είχε ως εφημερεύων ιατρός να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του ως άνω νηπίου ασθενούς, υποχρέωση που πηγάζει τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη θέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο, είχαν όπως προαναφέρθηκε ως αποτέλεσμα τον κατά τα ανωτέρω θάνατο του νηπίου ασθενούς Θ1, ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου ιατρού και αποτελεί επακόλουθο τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου του ως άνω νηπίου ασθενούς, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και που μπορούσες καταβάλει ως ιατρός, δεν το προέβλεψε, παρόλο που όφειλε και που μπορούσε να το πράξει. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο ανωτέρω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας που διέπραξε. Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα (ιατρό), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντος, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα αναφέρονται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό οι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παραλείψεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου συνεπεία των οποίων αναπτύχθηκε στο νοσηλευόμενο στην ως άνω παιδιατρική κλινική ασθενές νήπιο βαρεία βακτηριαιμία που χαρακτηρίζεται ως σηψαιμία, η οποία σε συνδυασμό με την λοβώδη πνευμονία οδήγησε σε πολυοργανική ανεπάρκεια - σηπτικό σοκ, η οποία ως μόνη γενεσιουργό αιτία επέφερε τον θάνατο του και η οποία συνίσταντο στο ότι παρέλειψε α) να παρακολουθήσει την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του νηπίου ασθενούς, β) ν' αξιολογήσει τα σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα, ώστε να εφαρμόσει, είτε μόνος του, είτε σε συνεννόηση με τον εφημερεύοντα ειδικευμένο παιδίατρο την ενδεδειγμένη κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, η οποία στην συγκεκριμένη περίσταση ήταν η άμεση χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής που θα απέφευγε χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του νηπίου και τον σηψαιμικό του θάνατο. Αναφέρεται επίσης, ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα ο ίδιος να προβεί στον ιατρικό έλεγχο του ασθενούς, ως και από που επήγαζε η ιδιαίτερη υποχρέωση του να μην προβεί στις ανωτέρω υπαίτιες παραλείψεις διαλαμβάνοντας ότι αυτή απέρρε τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από "την έννομη σχέση του ως νοσοκομειακού ιατρού που εφημέρευε σε κρατικό νοσοκομείο. Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου ήταν επαρκείς για την, επί του άρθρου 15 του ΠΚ, θεμελίωση της δια παραλείψεως τέλεση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης, και είναι αδιάφορο αν στον επισυμβάντα θάνατο του νηπίου συνετέλεσε με συγκλίνουσα αμέλεια της, όσον άφορο την αρχική διάγνωση της ασθένειας του νηπίου, η ανωτέρω ειδικευμένη παιδίατρος Π1. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 του Π.Κ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβίασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα στο ακροατήριο και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι κατά παράβαση των αρχών της προφορικότητας και αμεσότητας της διαδικασίας και της δημόσιας ανάγνωσης των εγγράφων, το Δικαστήριο παρέλαβε και έλαβε υπόψη του χωρίς να αναγνωσθούν δημόσια στο ακροατήριο και χωρίς να τεθούν σε γνώση του κατηγορουμένου τους ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως η πολιτική αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, τους με τον παραπάνω τρόπο υποβληθέντες ισχυρισμούς της πολιτικής αγωγής και συνεπώς, αφού αυτοί δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, δεν δημιουργήθηκε εκ μόνης της πράξης κατάθεσης αυτών στο ακροατήριο κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάσθηκε η δημοσιότητα στο ακροατήριο, εκ της μη ανάγνωσης τους, στην οποία το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο μετά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας να προβεί, εν όψει μάλιστα του ότι ούτε ο κατηγορούμενος, ούτε οι συνήγοροι του στους οποίους δόθηκε τελευταία ο λόγος αξίωσαν την ανάγνωση τους. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α και Γ του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προκύπτει από το σκεπτικό αυτής ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και την από 10-12-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεση της αποβιώσασας εφημερεύουσας ειδικευμένης παιδιάτρου Π1, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο μετά από αίτημα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παρεμπίπτουσας απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, το τελευταίο χαρακτηρίζει την ως άνω ένορκη προανακριτική κατάθεση ως έγγραφο και συνεπώς όταν στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονεύονται τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και η κατηγορία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, το Εφετείο συμπεριλαμβάνει σ' αυτά και την ως άνω ένορκη προανακριτική κατάθεση, την οποία ανέγνωσε, και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύσει ιδιαίτερα αυτή, είτε στο προοίμιο ή στο ίδιο το κείμενο του σκεπτικού.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1 και β) Ψ2 στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/5/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 8706/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (ειδικευομένου ιατρού) και απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ, για παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εκ του λόγου ότι σε κατατεθέν έγγραφο από τον πολιτικώς ενάγοντα μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας περιέχοντο ισχυρισμοί και αυτό διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, όταν μάλιστα από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του αξίωσαν την ανάγνωσή του.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.