text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 829/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Αρχιμανδρίτη ... κατά κόσμο ..., Ηγούμενου Ιεράς Μονής ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη, περί αναιρέσεως της 55507/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 791/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 70 παρ. 1α' του νόμου 998/1979 (όπως η παρ. αυτή αντικ. με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν 2081/1992), όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δρχ. για κάθε 100 τ.μ. που καταστρέφονται, ενώ κατά το άρθρο 41 του ίδιου νόμου η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως ίου οικείου Νομάρχου καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως, η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος το οποίο δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του ίδιου νομού 998/1979 όπως ίσχυε πριν από την ανιτικατάστασή του με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν.3208/2003 "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτομένη υπό αραιας ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών", δηλαδή δυναμένη να προσφέρει προϊόντα από τα ως άνω φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος (παρ. 1). Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 55507/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι Ηγούμενος της Ιεράς Μονής ... Η ιερά αυτή Μονή περιβάλλεται από Δημόσιο διακατεχόμενο δάσος και ο δρόμος που οδηγεί σ'αυτή είναι χωματόδρομος. Το καλοκαίρι του έτους 1992 τμήμα του πέριξ της μονής δάσους καταστράφηκε από πυρκαγιά και με την με αριθμό ... απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συνοδευόμενη με σχεδιάγραμμα που καθόριζε λεπτομερώς τα όρια της, κηρύχθηκε αναδασωτέα η δασική έκταση που είχε καεί. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 και σε ημέρα που δεν έχει εξακριβωθεί ο κατηγορούμενος, με πρόθεση και με την άμεση συνδρομή ατόμου αγνώστων στοιχείων, το οποίο (άγνωστο άτομο) χειριζόταν ερπιστριοφόρο μηχάνημα, προέβη στην εκχέρσωση τριών τμημάτων της ως άνω κηρυχθείσας αναδασωτέας έκτασης, ήτοι α) ενός τμήματος που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της εμβαδού 1100 τ.μ., β) ενός τμήματος που βρίσκεται στα Νότια εμβαδού 390 τ.μ. και γ) ενός τμήματος που βρίσκεται στα Νότια, εμβαδού 145 τ.μ. η οποία απέχει 150-200 μέτρα, από την Ι.Μονή. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι η προπεριγραφείσα έκταση αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την παραπάνω απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, όπως ο ίδιος ομολόγησε, απολογούμενος στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και ότι υπήρχε σ' αυτή δασική βλάστηση, αποτελούμενη από αείφυλλα πλατύφυλλα (κουμαριές, σχίνα, πουρνάρια κλπ) και αναγέννηση πεύκης, με πρόθεση προέβη κατά τα προεκτεθέντα στην εκχέρωση αυτής, καταστρέφοντας την ως άνω δασική βλάστηση που υπήρχε σ'αυτή και στρώνοντας την έκταση με χαλίκι για τη δημιουργία χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων των επισκεπτών της Ι.Μονής. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι παραπάνω εργασίες έγιναν με την επιμέλεια της Κοινότητας ... και ιδιωτών προκειμένου να λάβει χώρα διαπλάτυσνη του χωματόδρομου που οδηγεί στην Ι.Μονή, αποδείχθηκε αβάσιμος. Ειδικότερα, από την προαναφερθείσα θέση, τη μορφή (τρία τμήματα) και το εμβαδόν της προαναφερθείσας έκτασης που εκχερσώθηκε, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για έργο διαπλάτυνσης του αγροτικού δρόμου αλλά για δημιουργία χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων πλησίον της μονής (σε απόσταση 150-200 μέτρα από τη Ι.Μονή). Εξ άλλου όπως κατέθεσε ο ..., πολιτικός μηχανικός, Διευθυντής τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Αν. Αττικής, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από τον ίδιο στον ως άνω τόπο κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών εκχέρσωσης, διαπίστωσε ότι οι εργασίες εκτελούντο από άγνωστο άτομο με τη χρήση ερπιστριοφόρου μηχανήματος και όχι από κατοίκους της κοινότητος ..., όπως αβάσιμα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ότι για τις εργασίες αυτές συνομίλησε με εκπρόσωπο της ως άνω Ι.Μονής. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, τέλεσε την πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά προκειμένου να διευκολύνει τον επισκέπτη της Ι.Μονής. Πρέπει επομένως να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΓΊ.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου, που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, από την στο προοίμιο του σκεπτικού αναφορά των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προκύπτει με βεβαιότητα ότι για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείτο η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε με την ιδιότητα του αυτουργού την αποδιδόμενη σ'αυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη αρκούσε η παραδοχή ότι αυτός από πρόθεση και με άμεση συνδρομή ατόμου αγνώστων στοιχείων το οποίο χειριζόταν ερπιστριοφόρο μηχάνημα προέβη στην εκχέρσωση τριών τμημάτων της κηρυχθείσας αναδασωτέας εκτάσεως και δεν απαιτείτο επί πλέον να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει με βάση ποία σύμβαση ζήτησε ο αναιρεσείων την συνδρομή του αγνώστου προσώπου και ποιες εντολές του έδωσε για την κατασκευή χώρων στάθμευσης. Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση της ως άνω διάταξης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση του Αρχιμανδρίτου ... κατά κόσμον ..., ηγουμένου της εδρεύουσας στον ..., Ιεράς Μονής του ..., για αναίρεση της 55507/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δάση. Καταδικαστική απόφαση για εκχέρσωση δασικής έκτασης που κρίθηκε αναδασωτέα. Απορρίπτει ως αβάσιμους τους περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων άρθρου 70 παρ. 1 εδ. α Ν. 998/1979 και την αναίρεση στο σύνολό της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δασικά αδικήματα.
0
Αριθμός 838/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου Δημοτικού Διαμερίσματος ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 590/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον ..... Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 581/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται το μεν αλλοτριότητα του φθειρομένου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, το δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 1057 ΑΚ, προκύπτει ότι τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, όπως είναι και η περίφραξη ακινήτου από, στέρεα με το έδαφος συνδεδεμένους, σιδηροπασσάλους, καθώς και τα δένδρα, δεν μπορούν να είναι αντικείμενα ιδιαίτερης κυριότητας, αλλά ανήκουν στον κύριο του εδάφους. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει τόσον όταν το δικαστήριο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη που εφήρμοσε, όσον και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 590/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, ανασταλείσα, διότι "στο .....την 23.2.2002, ενεργώντας από κοινού με τον .... με πρόθεση έβλαψαν ξένο ολικά πράγμα και ειδικότερα, αφού εισήλθαν παράνομα στο οικόπεδο του εγκαλούντος Ψ1 οδηγώντας γεωργικούς ελκυστήρες, γκρέμισαν και κατέστρεψαν περίφραξη με σιδηροπασσάλους, έκτασης 50 μέτρων, καθώς και 55 δενδρύλλια συνολικής αξίας 500.000 δρχ". Στο σκεπτικό της αποφάσεως δέχθηκε το Δικαστήριο, για τον αναιρεσείοντα, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ότι "αποδείχθηκε και πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στο ....., την 23.2.2002, ενεργώντες από κοινού με τον ... με πρόθεση έβλαψαν ξένο ολικά πράγμα και ειδικότερα, αφού εισήλθαν παράνομα στο οικόπεδο του εγκαλούντος Ψ1 οδηγώντας γεωργικούς ελκυστήρες, γκρέμισαν και κατέστρεψαν περίφραξη με σιδηροπασσάλους, έκτασης 50 μέτρων καθώς και 55 δενδρύλλια συνολικής αξίας 500.000 δρχ.... Την καταστραφείσα περίφραξη είχε κατασκευάσει ο εγκαλών κατά το 1994 νομιμοποιούμενος να υποβάλει τη σχετική έγκληση, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των κατηγορουμένων". Με τις παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, στερείται δε και νόμιμης βάσεως. Τούτο καθόσον δεν διευκρινίζεται το ουσιώδες περιστατικό, αναγκαίο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αν το οικόπεδο επί του οποίου είχαν εμπηχθεί οι αποτελούντες την καταστραφείσα περίφραξη σιδηροπάσσαλοι και είχαν φυτευθεί τα δενδρύλλια, ανήκε κατά κυριότητα στον εγκαλούντα και από ποία στοιχεία το Δικαστήριο συνήγαγε τούτο ή αν, αντιθέτως, αποτελούσε τμήμα εκτάσεως που ανήκε κατά κυριότητα στο Δημόσιο, όπως υποστήριξε ο αναιρεσείων. Η έκφραση "οικόπεδο του εγκαλούντος", που αναφέρεται στην παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του "εισήλθαν παράνομα στο οικόπεδο του εγκαλούντος οδηγώντας γεωργικούς ελκυστήρες", χωρίς να διευκρινίζεται πώς ο εγκαλών απέκτησε, κατά τις διατάξεις περί κυριότητας του Αστικού Κώδικα, το οικόπεδο για το οποίο πρόκειται, δεν αρκεί για να αιτιολογήσει ότι ο εγκαλών ήταν πράγματι κύριος τούτου. Η ειδική αιτιολόγηση σε σχέση με την κυριότητα αυτή ήταν ακόμη περισσότερο απαραίτητη στη συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το οικόπεδο ήταν τμήμα εκτάσεως της κυριότητας του Δημοσίου, αλλά και για να διαγνωσθεί αν ο εγκαλών ήταν ο αμέσως παθών από την καταστροφή της περιφράξεως και των δενδρυλλίων και εδικαιούτο, επομένως, να υποβάλει την αναγκαία για τη δίωξη της πράξεως έγκληση. Επομένως, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 590/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά το μέρος της που αφορά στον αναιρεσείοντα Χ1. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Στοιχεία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως, διότι δεν διευκρινίζεται αν το οικόπεδο, επί του οποίου είχαν εμπηχθεί οι αποτελούντες την καταστραφείσα περίφραξη σιδηροπάσσαλοι και είχαν φυτευτεί τα καταστραφέντα δένδρα, ανήκε κατά κυριότητα στον εγκαλούντα και από ποια στοιχεία το Δικαστήριο συνήγαγε τούτο ή αποτελούσε έκταση του Δημοσίου, όπως υποστήριξε ο κατηγορούμενος, στοιχείο αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αλλά και για να διαγνωσθεί αν ο εγκαλών ήταν ο παθών από την πράξη και επομένως δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως για τη δίωξή της.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγκληση, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
Αριθμός 840/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Αλεξίου, περί αναιρέσεως της 3748/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... κάτοικο ..... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1202/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 ΠΚ, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπάρχει και για τον εργοδότη, ο οποίος δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, για την αποτροπή ατυχήματος των εργαζομένων σε εργοτάξιο (προσωρινό ή κινητό), σύμφωνα με το π.δ. 305/1996 και ειδικότερα ως προς τη συντήρηση, τον έλεγχο πριν από την έναρξη της λειτουργίας και τον περιοδικό έλεγχο των εγκαταστάσεων και των μηχανικών διατάξεων, ώστε να αποφεύγονται οι ατέλειες που θα μπορούσαν να βλάψουν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων (άρθρο 8 παρ. 1 περ. δ' ως άνω π.δ.). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3748/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο, διότι, ειδικότερα, "Στα ....., στις 23.10.2001, ενώ ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και κατά τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν προείδε το από την κατωτέρω αμελή συμπεριφορά του επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα της πρόκλησης σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας άλλου. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα του διευθυντή του τμήματος Α2 του έργου - νομίμου εκπροσώπου της κοινοπραξίας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΩΝ .....", που είχε αναλάβει το έργο διάνοιξης σηράγγων για τη διέλευση της σιδηροδρομικής γραμμής στην περιοχή της ....., όπου εργαζόταν για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας, μέλους της ως άνω κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" ο παθών ..... ως οικοδόμος, δεν έλαβε ως όφειλε όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διαφυλαχθεί η ασφάλεια των εντός του ανωτέρω εργοταξίου εργαζομένων και ειδικότερα δεν μερίμνησε ώστε να τοποθετηθεί εντός της αντλίας εκτόξευσης σκυροδέματος εξοπλισμός ή συσκευή παρακράτησης συσσωμάτων ή άλλων υλικών αντικειμένων ικανών να φράξουν το σωλήνα μέσω του οποίου διερχόταν το μείγμα, δεν προέβη σε προσεκτικό καθαρισμό αυτού (σωλήνα) πριν να τροφοδοτήσουν την αντλία, ούτε φρόντισε για την παραμονή των εργαζομένων σε ασφαλή σημεία κατά τις εργασίες ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, με αποτέλεσμα, κατά τη διαδικασία εκτόξευσης του σκυροδέματος, να φράξει ο σωλήνας από υπάρχοντα εντός αυτού στερεά υλικά, κατά δε την προσπάθεια απόφραξής του με τη μέθοδο της αντίστροφης πίεσης και αναρρόφησης, να εκτοξευθεί ο σωλήνας υπό μεγάλη πίεση λόγω απασφάλισης ενός μεταλλικού συνδέσμου και να τραυματίσει, στο πίσω μέρος των άκρων του, τον ευρισκόμενο σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων από το συγκεκριμένο σημείο (εργαζόμενο) ...., προκαλώντας του κατάγματα κνήμης άμφω, ήτοι σωματική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, αφού παρέθεσε νομικές σκέψεις όμοιες με τις προεκτεθείσες για την έννοια των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α'. 28 και 15 ΠΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 περ. δ' του π.δ. 305/1996, δέχθηκε στη συνέχεια ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Στις 23.1.2001 και περί ώρα 14.45' κατά τη διάρκεια κατασκευής τοιχίου αντιστήριξης με εκτοξευόμενο σκυρόδεμα σε διάνοιξη σήραγγας στο 47 χιλ. Ν.Ε.O.A.K. από συνεργείο εργαζομένων της ΑΛΤΕ ΑΕ, υπεύθυνος του οποίου ως εργοταξιάρχης ήταν ο κατηγορούμενος, έφραξε ο σωλήνας εκτόξευσης του σκυροδέματος λόγω εισόδου αδρανών υλικών και στην προσπάθεια απόφραξης με αναρρόφηση αποσφραγίστηκε μεταλλικός σύνδεσμος, με αποτέλεσμα ο σωλήνας να ταλαντευθεί απότομα και να χτυπήσει τον εργαζόμενο, ως μέλος του συνεργείου, πολιτικώς ενάγοντα, στα πόδια του και να του προκαλέσει κατάγματα. Το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν είχε τοποθετηθεί στην αρχή του σωλήνα εκτόξευσης του σκυροδέματος, συσκευή παρακράτησης ή διαχωρισμού τυχόν συσσωμάτων ή άλλων υλικών που προφανώς έφραξαν τον σωλήνα. Ο κατηγορούμενος, πολιτικός μηχανικός με 10ετή προϋπηρεσία στην τεχνική εταιρία ΑΛΤΕ, που είχε αναλάβει ως μέλος κοινοπραξίας τη διάνοιξη της σήραγγας, ως εργοταξιάρχης του έργου από 17.10.2001, είναι υπαίτιος εξ αμελείας του τραυματισμού του παθόντος. Ειδικότερα, όφειλε λόγω της εμπειρίας του και των ικανοτήτων του, ο ίδιος δε απολογούμενος κατέθεσε ότι το φαινόμενο της φράξης του σωλήνα εκτόξευσης σκυροδέματος είναι συχνό, να ελέγξει πριν τη λειτουργία του και να φροντίσει για την τοποθέτηση συσκευής παρακράτησης υλικών, κάτι που δεν έκανε, με αποτέλεσμα κατά τα προεκτεθέντα να τραυματιστεί ο παθών, τον τραυματισμό του οποίου δεν προέβλεψε". Με αυτά που, κατ' αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α' 28 και 15 ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 315 παρ. 1β του ίδιου Κώδικα και 8 παρ. 1 περ. δ' του π.δ. 305/1996, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ελλιπείς παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα, εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων για τα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων σε προσωρινό - κινητό εργοτάξιο και επισημαίνεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της Κοινοπραξίας που εκτελούσε το έργο, μέλος της οποίας ήταν και η εταιρία "ΑΛΤΕ ΑΕ", για λογαριασμό των οποίων εργαζόταν ο παθών, στα πλαίσια εκτελέσεως του αναληφθέντος από την Κοινοπραξία έργου, αλλά και ως διευθυντή συγχρόνως του συγκεκριμένου τμήματος (Α2) του έργου, από την οποία (ιδιότητα), με βάση το μνημονευόμενο π.δ. 305/1996, απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για τον καθαρισμό του σωλήνα εκτοξεύσεως σκυροδέματος πριν τροφοδοτηθεί η αντλία με σκυρόδεμα, για τη μέριμνα ώστε να τοποθετηθεί εντός της αντλίας συσκευή παρακρατήσεως των υλικών αντικειμένων που μπορούσαν να φράξουν τον σωλήνα και για τη φροντίδα παραμονής του εργαζομένου - παθόντος, κατά τη διάρκεια των εργασιών αποφράξεως του σωλήνα, σε ασφαλές σημείο του εργοταξίου, από τα οποία θα παρεμποδίζετο το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, αιτιολογείται δε, περαιτέρω, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του εν λόγω αξιοποίνου αποτελέσματος και της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιποί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των αναγνωσθέντων εγγράφων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά ιδίως με την ανωτέρω ιδιότητα του αναιρεσείοντος, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, όπως προεκτέθηκε. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2007 αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 3748/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υποχρέου. Συνδρομή όρων άρθρου 15 ΠΚ. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια του νομίμου εκπροσώπου της εκτελούσης το έργο διανοίξεως σύραγγας κοινοπραξίας και διευθυντή του συγκεκριμένου τμήματος του έργου, ο οποίος παρέλειψε τον έλεγχο καθαρισμού του σωλήνα εκτοξεύσεως σκυροδέματος πριν από την τροφοδοσία της αντλίας με σκυρόδεμα και δεν μερίμνησε για την τοποθέτηση εντός της αντλίας συσκευής που θα παρακρατούσε τα ικανά να φράξουν το σωλήνα υλικά αντικείμενα, με αποτέλεσμα να φράξει ο σωλήνας από τέτοια υλικά κατά τη διαδικασία εκτοξεύσεως σκυροδέματος και κατά την προσπάθεια αποφράξεως να εκτοξευθεί υπό πίεση και να τραυματίσει στα πόδια εργαζόμενο, ως προς τον οποίο δεν είχε φροντίσει ο αναιρεσείων να παραμείνει σε ασφαλές σημείο του εργοταξίου κατά τις εργασίες αποφράξεως του σωλήνα. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 826/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λοζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου .... Καναδά και προσωρινά διαμένοντος στην ...., περί αναιρέσεως του με αριθμό 46/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 395/31.7.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον το Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένως διατάξεις των αρθρ. 465§1, 473§1, 474, 482§1 στοιχ.α' και 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., ασκηθείσαν αίτησιν αναιρέσεως υπό του κατηγορουμένου ...., κατοίκου .... Καναδά και προσωρινώς ... επί της οδού ....., κατά του υπ'αριθ. 46/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως κατά του υπ'αριθ. 2269/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 2269/2007 βούλευμα του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α)της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθησιν με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσαν υπό προσώπου κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και β)Απάτης κατ'εξακολούθησιν, τελεσθείσαν από πρόσωπο που διαπράττει την πράξιν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποίαν το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.), (αρθρ. 216§§1, 3 εδ.β', 386§§1, 3α, 98 Π.Κ.). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθη η με αριθ. 508/21-9-2007 έκθεσις εφέσεως του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η παραπάνω έφεσις και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη τον τοιούτο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμέςνης αιτιολογίας (αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.).II) Από την διάταξη του αρθρ. 216§1 Π.Κ., που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητος των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ'αρχής κατάρτισις εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο. Έγγραφο, κατά την έννοια του αρθρ. 13 στοιχ.γ' Π.Κ., είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (Α.Π. 814/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 130). Η πράξις της πλαστογραφίας που τιμωρείται εις βαθμόν πλημμελήματος, προσλαμβάνει τον κακουργηματικό χαρακτήρα όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ή ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως προσδιορίσθηκε με το αρθρ. 14§2 περ.α', β' ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999, η δε βλάβη απαιτείται να είναι υλικής μορφής μόνο. Το ποσό των 73.000 ευρώ ή 15.000 ευρώ συνιστά περιεχόμενο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος σε βαθμό κακουργήματος, το δε μικρότερο ποσό στοιχειοθετεί έγκλημα πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος (Α.Π. 759/99 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 324). Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση του, κατά το αρθρ. 386§§1, 3 Π.Κ., όπως η τελευταία ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης αλλά και όπως αντικατεστάθη με το αρθρ. 1 §11 ν. 2408/96, εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων και τέλεση της πράξεως κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, με την έννοια του αρθρ. 13 περ.στ' Π.Κ., που προσετέθη με το αρθρ. 1 §1 του ιδίου ν. 2408/96. Κατά την έννοια αυτή, τέλεση της πράξεως κατ'επάγγελμα υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος. Με το αρθρ. 14 §4 ν. 2721/99 η διάταξη της παραγρ. 3 του αρθρ. 386, όπως είχε αντικατασταθεί (με το αρθρ. 1 §11 ν. 2408/96), αντικατεστάθη, εκ νέου και ορίσθη ότι η κακουργηματική απάτη προϋποθέτει διάπραξη της πράξεως κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ ή μόνο συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή κατά το μέρος που προϋποθέτει πλέον, εκτός από την κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης ρυθμίσεως, αφού με αυτή εισάγεται πρόσθετος όροφος του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως (εκτός από την κατ'επάγγελμα κατά συνήθεια τέλεση και συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ).Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το θεμελιωτικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της απάτης, με περιεχόμενο το σκοπό αποκομίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους δια τον αυτουργό ή τρίτο, δεν ταυτίζεται με το κατ'επάγγελμα, το οποίον συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, προϋποθέτουσα τέλεση του βασικού αδικήματος της απάτης, εντεύθεν δε διαχωρίζεται ουσιαστικώς, όμως συνέχεται η εκδηλωθείσα ενδιάθετη βούληση του αυτουργού, την οποία οφείλει το Συμβούλιο ή δικαστήριο να εξειδικεύσει δι'αναφοράς σε πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν εκ της ανακρίσεως ή της διαδικασίας εις το ακροατήριο (Α.Π. 1307/2002 Ποιν.Χρ.ΝΓ σελ. 497).. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω της διαφορετικότητος του πληττομένου με κάθε ένα από αυτά εννόμου αγαθού. Επομένως οι παραπάνω πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης συρρέουν πραγματικά και καμία από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, γιατί καμία απ'αυτές είναι αυτοτελής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα εξ αντικειμένου στοιχεία τους αποτελούνται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Διαφορετικά, αν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται, η απάτη ή η απόπειρα απάτης, συνισταμένη στην χρήση του πλαστού εγγράφου, αποτελεί την επιβαρυντική αυτή περίπτωση της απάτης και απορροφάται από αυτή (Α.Π. 911/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 419, Α.Π. 1559/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 535, Α.Π. 161/2001 Ποιν.Λογ. 2001 σελ. 141, Α.Π. 406/1996 Ποιν.Χρ. ΜΖ" σελ. 50). Εξ άλλου κατά το αρθρ. 183 Κ.Π.Δ., αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατ'άρθρ. 484 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 874/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ σελ. 415). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 243, 245, 309§1 στοιχ. δ', 312, 318 και 319§2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η διάταξη ή μη περαιτέρω ανάκρισης ή προανάκρισης από το Συμβούλιο εφετών απόκειται στην κυριαρχική κρίση του, η οποία επίσης δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος που υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση προς τον σκοπό να ενεργηθούν ορισμένες ενέργειες σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, πρέπει το Συμβούλιο να διαλάβει την κατά νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σύμφωνα με την προσθήκη που έγινε με το αρθρ. 2§5 ν. 2408/96 στο αρθρ. 139 Κ.Π.Δ. Η αιτιολογία αυτή πάντως για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει και εκτιμά με πληρότητα το Συμβούλιο (Α.Π. 1158/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ' σελ. 415, Α.Π. 691/97 Ποιν.Χρ. ΜΗ' σελ. 176. Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατ' άθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική ποινική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εις αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Α.Π. 2253/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 795). Ill) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα κατά το έτος 2000, ενώ ήταν ακόμη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών εξεδήλωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος τυγχάνει κάτοχος του Αγγλικού διπλώματος PROFICIENCY και έχει εργασθεί ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσης στην Σχολή ..., να παρακολουθήσει, μετά την λήψη του πτυχίου της, μεταπτυχιακό τμήμα αντίστοιχης αγγλόφωνης πανεπιστημιακής σχολής εξωτερικού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα ήταν εγγονή του ...., με τον οποίο συμβίωνε επί σειρά ετών η μητέρα του κατηγορουμένου. Ο ανωτέρω, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (εντός του έτους 2000), παρέστησε, εν γνώσει ψευδώς, στην εγκαλούσα ότι ήταν ειδικός στην προετοιμασία μεταπτυχιακών σπουδαστών τόσο σε επίπεδο εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, όσο και κυρίως, στην διαμεσολάβηση και εν γένει επιμέλεια για την εγγραφή σε σχολή αλλοδαπού Πανεπιστημίου και παρακολούθηση μαθημάτων της σχολής αυτής μέσω του διαδικτύου. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην εγκαλούσα ότι είχε την δυνατότητα να μεσολαβήσει για την εγγραφή της στην εδρεύουσα στο Οντάριο του Καναδά σχολή εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, μέσω διαδικτύου "village English LTD" και στο μεταπτυχιακό τμήμα του Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Βρετανικού Πανεπιστημίου του ESSEX, για την παρακολούθηση, μέσω διαδικτύου, μεταπτυχιακών μαθημάτων της σχολής αυτής. Στην συνέχεια δε και μετά την αποφοίτηση της εγκαλούσας από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ο ανωτέρω κατηγορούμενος διεβεβαίωσε αυτήν ότι επιμελήθηκε της εγγραφής και της ένταξης της στην αλλοδαπή σχολή "village English" και στο μεταπτυχιακό τμήμα του Πανεπιστημίου του Essex. Ακολούθως, από το έτος 2000 και μέχρι την 23-7-2004 ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα τέσσαρα πλαστά έγγραφα, τα οποία βεβαίωναν αφ'ενός μεν ότι αυτή ήταν εγγεγραμμένη φοιτήτρια στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νομικής Σχολής του βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, αφ'ετέρου δε ότι είχε ολοκληρώσει με επιτυχία την παρακολούθηση μαθημάτων αγγλικής γλώσσας στην Σχολή village English. Συγκεκριμένα τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα είναι τα εξής: α)ενημερωτικό σημείωμα σπουδών του τμήματος Νομικής Ποινικού Δικαίου του Βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex που αναφέρει "Σας ενημερώνουμε ότι από τον Οκτώβριο 2003 μέχρι και σήμερα η ..... είναι ενεργή φοιτήτρια των προγραμμάτων σπουδών μας για μεταπτυχιακούς τίτλους στη Νομική (LL.H) με αριθ. μητρώου φοιτητή .... για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης "...." και στο οποίο ο κατηγορούμενος έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του Διευθυντή σπουδών της Νομικής Σχολής του ανωτέρω Πανεπιστημίου ....., β) βεβαίωση του αυτού Πανεπιστημίου σε συνεργασία με την σχολή του αντίστοιχου Κολλεγίου του Stonebridge Μ. Βρεττανίας, στην οποία αναφέρεται: "Με το παρόν βεβαιώνεται ότι η κα ..... είναι εγγεγραμμένη ως φοιτήτρια πλήρους φοιτήσεως στο Τμήμα Νομικής (ειδικότερα: θεμελίωση του Αγγλικού Δικαίου και της εγκληματολογίας, μεταπτυχιακός τίτλος (MSc) - φοιτήτρια που αναμένεται να ολοκληρώσει τις σπουδές της στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εγκληματολογίας - Πρόγραμμα Σπουδών, Ιδιωτικής Έρευνας) του Κολλεγίου του Stonebridge, που συνδέεται με τη σχολή του Πανεπιστημίου του Essex, για το εαρινό εξάμηνο 2004 του ακαδημαϊκού έτους "2004-2005", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης "....." και στο οποίο ο κατηγορούμενο έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της υπεύθυνης του τμήματος Μητρώου Φοιτητών του ανωτέρω Πανεπιστημίου ...., γ) βεβαίωση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου του Essex, στην οποία αναφέρονται τα εξής "Με το παρόν βεβαιώνεται ότι από το 2003 μέχρι σήμερα η .... είναι πτυχιούχος φοιτήτρια του Ευρωπαϊκού προγράμματος στο Αγγλικό Δίκαιο LLM, για τον μεταπτυχιακό τίτλο με τηλεκμάθηση. Φοιτητική ταυτότητα .... αναμένεται να της παραδοθεί ο τίτλος σπουδών τον Οκτώβριο 2004 από το Ακαδημαϊκό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου μας", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης "....", στο οποίο έθεσε στην θέση της υπογραφής του εκδότη κατ'απομίμηση την υπογράφει του Διευθυντή Σπουδών του Νομικού Τμήματος ...., καθώς και πλαστή σφραγίδα του Πανεπιστημίου και δ) Πιστοποιητικό επιτυχίας του οργανισμού VILLAGE ENGLISH LTD, που εδρεύει στην πόλη Οντάριο του Καναδά, το οποίο αναφέρει τα εξής: "Με τον παρόν βεβαιώνεται ότι η ..... ολοκλήρωσε 1007 εβδομάδες του διετούς προγράμματος village English στο μόνιμο πρόγραμμα ΑΓΓΛΙΚΑ ΩΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ/ΑΓΓΛΙΚΑ ΩΣ ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ επίπεδο ACELP 5" με ημερομηνία έκδοσης "19-6-2000" και στο οποίο έθεσε κατ'απομίμηση, στην θέση της υπογραφής του εκδότη, την υπογραφή του διευθυντή του Οργανισμού .... καθώς και πλαστή σφραγίδα του ως άνω οργανισμού. Τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα, ενώ κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (2000- 23-7-2004) απέσπασε από αυτήν συνολικά το χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ, το οποίο ζήτησε και έλαβε από την ανωτέρω ως δήθεν δίδακτρα φοίτησης και ως αμοιβή του για τις προσφερθείσες σ'αυτήν υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος ουδόλως μερίμνησε για την εγγραφή της εγκαλούσας στις ανωτέρω σχολές. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έκθεση έφεσης ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω έγγραφα ήσαν γνήσια, ότι περιήλθαν στα χέρια της εγκαλούσας χωρίς δική του μεσολάβηση και ότι το μόνο ποσό που έλαβε από την εγκαλούσα είναι αυτό των 125 - 130 ευρώ, που αφορά δίδακτρα για μαθήματα που της παρέδωσε στα πλαίσια ενός γκρουπ για την λήψη από αυτή του διπλώματος Lower. Όμως ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι αυτός δεν δύναται να εξηγήσει πειστικά για ποίο λόγο η εγκαλούσα ενεκάλεσε αυτόν για την πράξιν της πλαστογραφίας, επικαλούμενη πλαστότητα των προαναφερθέντων εγγράφων, την στιγμή που η ύπαρξη των τυχόν γνησίων εγγράφων ωφελούσε αυτήν. Επίσης, όσον αφορά την πράξιν της απάτης, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από την διδασκαλία της Αγγλικής γλώσσας, ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν στην εγκαλούσα ότι επιμελούνταν όλης της διαδικασίας που απαιτούνταν για την απόκτηση των σχετικών τίτλων σπουδών από τις ανωτέρω αλλοδαπές σχολές. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε: α) ότι την πλαστογραφία τέλεσε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επί πλέον δε από την επανειλημμένη, κατά τα άνω, τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για την διάπραξη της, ως στοιχείο της προσωπικότητας του και β) ότι την απάτη διέπραξε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, κατά τα εκτιθέμενα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επί πλέον δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Συμβούλιο εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τα στοιχεία των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθόσον ειδικότερα: α)όσον αφορά την πράξιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ουδόλως αναφέρονται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει αφ'ενός μεν η πλαστότης των προαναφερομένων εγγράφων και αφ'ετέρου ότι ο αναιρεσείων προέβη εις την εξ'υπαρχής κατάρτισιν τούτων και συγκεκριμένα περί του αν ολόκληρο το περιεχόμενο αυτών συνεπληρώθη από τον ανερεσείοντα ή η πράξις του εξαντλείται μόνον εις την κατ'απομίμησιν θέσιν της υπογραφής των αναφερομένων εις αυτά υπευθύνων προσώπων, δεχόμενον μόνον ότι τα έγγραφα αυτά απλώς παρεδόθησαν υπ'αυτού εις την εγκαλούσα, ενώ εις το διατακτικό επαναλαμβάνεται ακριβώς η σχετική κατηγορία όπως απηγγέλθη εις τον αναιρεσείοντα υπό του Ανακριτού. Β) Περαιτέρω, ενώ δεν παρατίθενται τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η πλαστότης των εν λόγω εγγράφων και εν όψει του υπό του κατηγορουμένου προβληθέντος ισχυρισμού περί της γνησιότητας των δια του Συμπληρωματικού υπομνήματος του, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το αίτημα του αναιρεσείοντος για περαιτέρω ανάκριση προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ώστε να διαπιστωθεί η πλαστότης ή μη τούτων, αφού, όπως προανεφέρθη, το Συμβούλιο με την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει, δεν αιτιολογεί πλήρως την κρίση του για την συνδρομή σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου και την παραπομπή αυτού εις το ακροατήριο για την πράξιν που του αποδίδεται και ως εκ τούτου δεν είναι αιτιολογημένη η σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αιτήματος, γ)εν σχέσει με την πράξιν της απάτης, πέραν των φερομένων ως ψευδών διαβεβαιώσεων του κατηγορουμένου περί του ότι ούτος επεμελήθη της εγγραφής και της ένταξης της στην αλλοδαπή σχολή "village English" και στα μεταπτυχιακό τμήμα του Πανεπιστημίου του Essex, ως προς τα υπόλοιπα φερόμενα ως ψευδή γεγονότα, δεν προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν μετά των λοιπών αποδείξεων τα υπ'αυτού, δια του απολογητικού υπομνήματός του, προσκομισθέντα έγγραφα που αναφέρονται τόσον εις την επαγγελματικήν ενασχόλησίν του όσον και εις την, εν σχέσει με τον φερόμενον ως χρόνον τελέσεώς της, συνεχή παραμονήν του εις την αλλοδαπήν. δ)Περαιτέρω, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι συντρέχουν εις το πρόσωπο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των προαναφερομένων πράξεων, ουδόλως εκτίθενται εις αυτό τα πραγματικά περιστατικά και αντίστοιχες σκέψεις του Συμβουλίου που αξιώνει ο νόμος για την στοιχειοθέτηση των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, δηλαδή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων απάτης και πλαστογραφίας προκύπτει σκοπός του αναιρεσείοντος προς πορισμό εισοδήματος ή σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείον της προσωπικότητας του, δεδομένου ότι δεν αρκεί η μνεία μόνο της νομικής ορολογίας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και ως τοιούτος πρέπει να γίνει δεκτός και συνακόλουθα η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι βάσιμη κατ'ουσίαν και γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (αρθρ. 485§1, 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, η υπ'αριθ. 39/25-2-2008 αίτησις αναιρέσεως του ...., κατοίκου ... Καναδά και προσωρινώς ....., κατά του υπ'αριθ. 46/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεσις για νέα κρίση εις το αυτό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστάς. Αθήναι τη 17η Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 216 παρ. 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει την γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (η παρ. 3 αρ. 216 ΠΚ, ως ετροποποιήθη με αρ. 14 παρ. 2 και 2β Ν. 2721/99 και ισχύει από 3-6-1999). Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για την θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 14 παρ.2α' και 2β' Ν.2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999) επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς, μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και η κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος. Επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Έξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ1 αυτού ποινική δίωξη. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και επιπρόσθετα στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, αλλά και με ίδιες σκέψεις, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στην ανάκριση μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: "Η εγκαλούσα κατά το έτος 2000, ενώ ήταν ακόμη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών εξεδήλωσε στον εκκαλούντα, ο οποίος τυγχάνει κάτοχος του αγγλικού διπλώματος PROFICIENCY και έχει εργασθεί ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσας στη Σχολή ....., να παρακολουθήσει μετά τη λήψη του πτυχίου της μεταπτυχιακό τμήμα αντίστοιχης αγγλόφωνης πανεπιστημιακής σχολής του εξωτερικού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα ήταν εγγονή του ...., με τον οποίο συμβίωνε επί σειρά ετών η μητέρα του εκκαλούντος. Ο ανωτέρω κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (εντός του έτους 2000) παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην εγκαλούσα ότι ήταν ειδικός στην προετοιμασία μεταπτυχιακών σπουδαστών τόσο σε επίπεδο εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, όσο, και κυρίως, στη διαμεσολάβηση και εν γένει επιμέλεια για την εγγραφή σε σχολή αλλοδαπού πανεπιστημίου και παρακολούθηση μαθημάτων της σχολής αυτής μέσω του διαδικτύου. Συγκεκριμένα ο εκκαλών ανέφερε στην εγκαλούσα ότι είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει για την εγγραφή της στην εδρεύουσα στο Οντάριο του Καναδά σχολή εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας μέσω διαδικτύου "Village English LTD" και στο μεταπτυχιακό τμήμα του ποινικού δικαίου της Νομικής Σχολής του Βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, για την παρακολούθηση μέσω διαδικτύου μεταπτυχιακών μαθημάτων της σχολής αυτής. Στη συνέχεια δε και μετά την αποφοίτηση της εγκαλούσας από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ο ανωτέρω εκκαλών διαβεβαίωσε αυτήν ότι επιμελήθηκε της εγγραφής και της ένταξής της στην αλλοδαπή σχολή "Village English" και στο μεταπτυχιακό τμήμα του Πανεπιστημίου του Essex. Ακολούθως, από το έτος 2000 μέχρι την .... ο εκκαλών παρέδωσε στην εγκαλούσα τέσσερα πλαστά έγγραφα, τα οποία βεβαίωναν αφενός μεν ότι αυτή ήταν εγγεγραμμένη φοιτήτρια στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νομικής Σχολής του Βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, αφετέρου δε ότι είχε ολοκληρώσει με επιτυχία την παρακολούθηση μαθημάτων αγγλικής γλώσσας στη Σχολή Village English. Συγκεκριμένα τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα είναι τα εξής: α) ενημερωτικό σημείωμα σπουδών του τμήματος Νομικής - Ποινικού Δικαίου του Βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex που αναφέρει "Σας ενημερώνουμε ότι από τον Οκτώβριο 2003 μέχρι και σήμερα η .... είναι ενεργή φοιτήτρια των προγραμμάτων σπουδών μας για μεταπτυχιακούς τίτλους στη Νομική (LL.M.) με αρ. μητρώου φοιτητή .... για το ακαδημαϊκό έτος 2003 - 2004", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης "....." και στο οποίο ο εκκαλών έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Διευθυντή Σπουδών της Νομικής Σχολής του ανωτέρω Πανεπιστημίου ...., β) βεβαίωση του αυτού Πανεπιστημίου σε συνεργασία με τη Σχολή του αντίστοιχου Κολλεγίου του Stonebridge Μ. Βρετανίας, στην οποία αναφέρεται: "Με το παρόν βεβαιώνεται ότι η κα .... είναι εγγεγραμμένη ως φοιτήτρια πλήρους φοιτήσεως στο τμήμα της Νομικής (Ειδικότητα: Θεμελίωση του Αγγλικού Δικαίου και της Εγκληματολογίας, μεταπτυχιακός τίτλος (MSc)- φοιτήτρια που αναμένεται να ολοκληρώσει τις σπουδές της στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εγκληματολογίας - Πρόγραμμα Σπουδών Ιδιωτικής Έρευνας) του Κολλεγίου του Stonebridge, που συνδέεται με τη σχολή του Πανεπιστημίου του Essex, για το εαρινό εξάμηνο 2004 του ακαδημαϊκού έτους 2004-2005", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης "...." και στο οποίο ο εκκαλών έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπεύθυνης του Τμήματος - Μητρώου Φοιτητών του ανωτέρω Πανεπιστημίου ...., γ) βεβαίωση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου του Essex, στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Με το παρόν βεβαιώνεται ότι από το 2003 μέχρι σήμερα η .... είναι πτυχιούχος φοιτήτρια του Ευρωπαϊκού Πραγράμματος στο Αγγλικό Δίκαιο LLM, για τον μεταπτυχιακό τίτλο με τηλε-εκμάθηση. Φοιτητική ταυτότητα ....αναμένεται να της παραδοθεί ο τίτλος σπουδών τον Οκτώβριο 2004 από το Ακαδημαϊκό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου μας", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης ".....", στο οποίο έθεσε στην θέση της υπογραφής του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή του Διευθυντή Σπουδών του Νομικού Τμήματος ...., καθώς και πλαστή σφραγίδα του Πανεπιστημίου και δ) πιστοποιητικό επιτυχίας του Οργανισμού "VILLAGE ENGLISH LTD", που εδρεύει στην πόλη Οντάριο του Καναδά, το οποίο αναφέρει τα εξής: "Με το παρόν βεβαιώνεται ότι η ..... ολοκλήρωσε 107 εβδομάδες του διετούς προγράμματος Village English στο μόνιμο πρόγραμμα ΑΓΓΛΙΚΑ ΩΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ/ ΑΓΓΛΙΚΑ ΩΣ ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ, Επίπεδο ACELP 5", με ημερομηνία έκδοσης "....." και στο οποίο έθεσε κατ' απομίμηση, στην θέση της υπογραφής του εκδότη, την υπογραφή του διευθυντή του Οργανισμού .....καθώς και πλαστή σφραγίδα του ως άνω Οργανισμού. Τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα ο εκκαλών παρέδωσε στην εγκαλούσα, ενώ κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (2000/23-7-2004) απέσπασε από αυτόν συνολικά το χρηματικό ποσό των 17.000 Euro, το οποίο ζήτησε και έλαβε από την ανωτέρω ως δήθεν δίδακτρα φοίτησης και ως αμοιβή του για τις προσφερθείσες σ' αυτήν υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα ο εκκαλών ουδόλως μερίμνησε για την εγγραφή της εγκαλούσας στις ανωτέρω σχολές. Ο εκκαλών στην απολογία του και στην έκθεση έφεσης ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω έγγραφα ήσαν γνήσια, ότι περιήλθαν στα χέρια της εγκαλούσας χωρίς δική του μεσολάβηση και ότι το μόνο ποσό που έλαβε από την εγκαλούσα είναι αυτό των 125-130 Euro, που αφορά δίδακτρα για μαθήματα που της παρέδωσε στα πλαίσια ενός γκρουπ για τη λήψη από αυτή του διπλώματος Lower. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, δεν ευσταθεί δεδομένου ότι αυτός δεν δύναται να εξηγήσει πειστικά για ποίο λόγο η εγκαλούσα ενεκάλεσε αυτόν για την πράξη της πλαστογραφίας επικαλούμενη πλαστότητα των προαναφερθέντων εγγράφων, τη στιγμή που η ύπαρξη των τυχόν γνησίων εγγράφων ωφελούσε αυτήν. Επίσης, όσον αφορά την πράξη της απάτης, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από την διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας, ο εκκαλών εμφανιζόταν στην εγκαλούσα ότι επιμελούνταν όλης της διαδικασίας που απαιτούνταν για την απόκτηση των σχετικών τίτλων σπουδών από τις ανωτέρω αλλοδαπές σχολές". Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε: α) ότι την πλαστογραφία τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επί πλέον δε από την επανειλημμένη, κατά τα άνω, τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για την διάπραξη της, ως στοιχείο της προσωπικότητας του και β) ότι την απάτη διέπραξε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, κατά τα εκτιθέμενα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επί πλέον δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο των αποδιδόμενων σ'αυτόν αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και β) της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και για τον λόγο αυτό απέρριψε την έφεση που ασκήθηκε από αυτόν κατά του με αριθμό 2.269/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 3β και 386 παρ. 1, 3α του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, α) όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων παρέστησε διαφορετικής υφής ψεύδη στην μηνύτρια από τα οποία εξαπατήθηκε η τελευταία να του καταβάλει το παραπάνω συνολικά ποσό ήτοι: 1) το ότι είχε επιμεληθεί της εγγραφής της και της ένταξης της τελευταίας στην εδρεύουσα στο Οντάριο του Καναδά σχολής εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας μέσω διαδικτύου "Village English LTD" και η οποία παράσταση του ως άνω ψευδούς γεγονότος έλαβε χώρα εντός του έτους 2000, αλλά πάντως πριν από τις 19-6-2000, ότε ο αναιρεσείων παρέδωσε στην μηνύτρια το με την παραπάνω ημερομηνία πιστοποιητικό επιτυχούς παρακολούθησης της στην σχολή αυτή, 2) ότι είχε ολοκληρώσει με επιτυχία την παρακολούθηση στην ως άνω Σχολή που έλαβε χώρα με την παράδοση σ' αυτή του ως άνω πλαστού πιστοποιητικού, 3) ότι ήταν εγγεγραμμένη φοιτήτρια στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νομικής Σχολής του Βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, που έλαβε χώρα με την παράδοση σ' αυτή των από ... και ... πιστοποιητικών του εν λόγω Πανεπιστημίου, 4) ότι είχε περατώσει τις σπουδές της στο παραπάνω Πανεπιστήμιο με την παράδοση σ' αυτή της από ..... βεβαίωσης της Συγκλήτου του ως άνω Πανεπιστημίου, β) όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, με την μνεία των ημερομηνιών έκδοσης των σ' αυτή αναφερόμενων τεσσάρων πλαστών πιστοποιητικών, τα οποία δέχθηκε το Συμβούλιο ότι κατάρτισε ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 μέχρι την 23-7-2004. Επίσης αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των ως άνω συρρεόντων αληθώς αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης, με την αναφορά στο σκεπτικό ότι από την επανειλημμένη, κατά τα ως άνω γενόμενα δεκτά, τέλεση των ως άνω πράξεων, προκύπτει σκοπός του αναιρεσείοντα για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Συνακόλουθα οι από τα άρθρο 484 παρ. 1δ' του ΚΠΔ κατ' εκτίμηση πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι α) δεν προκύπτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο σχημάτισε την παραπάνω για παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο κρίση του για να δικασθεί για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και β) δεν αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεωςαπόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή, για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο. Κατ' ακολουθία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' και δ' του ίδιου Κώδικα, τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόρριψης σιωπηρώς των από 21-9-2007 και 19-10-2007 αιτήσεων του αναιρεσείοντα, με τις οποίες αυτός ζήτησε τη διεξαγωγή συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης προς το σκοπό διενέργειας ειδικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα τέσσερα πιστοποιητικά ήταν πλαστά και ποιός ο πλαστογράφος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο κατά την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που παραθέτει, πλήρως αιτιολογεί την κρίση του για την συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου και την παραπομπή αυτού για τις πράξεις που του αποδίδονται. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.2.2008 αίτηση του ....., κατοίκου .... Καναδά και προσωρινά διαμένοντος στην ...., για αναίρεση του 46/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη και απόρριψη των λόγων αναίρεσης: α) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, β) για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ’ επάγγελμα τέλεσης και του αιτήματος για γραφολογική εξέταση των φερόμενων ως πλαστών εγγράφων. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 825/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει - διορθώσει αυτεπάγγελτα, την υπ' αριθμ. 1731/2008 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορουμένους τους: 1) .... και 2) ...., κατοίκους ...., που δεν παραστάθηκαν και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Εταιρία με την επωνυμία "....."" και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Εταιρία με την επωνυμία "SONY BMG MUSIC ENTERTAINMENT GREECE A.E.", που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν. Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Πρόεδρος του τμήματος αυτού, ζητεί την αυτεπάγγελτη διόρθωσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμό 220/2008 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2015/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την διόρθωση της απόφασης αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 145 § § 1 και 2 ΚΠΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη και παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δράστης που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο (§ 1). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά... και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη ύστερα από κλήτευση των διαδίκων που εμφανίστηκαν (§ 2). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η 220/16-12-2008 πράξη του Προέδρου του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. 404/2008), κοινοποιηθείσης της σχετικής κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στους κατηγορούμενους: 1) ..... και 2) ..... και, λόγω μη ευρέσεως αυτών στην κατοικία τους ....., με παράδοση της κλήσεως στο σύνοικο και ενήλικο αδελφό τους, ...., στα χέρια του, όπως προκύπτει από τα από ..... αποδεικτικά επιδόσεως του ...., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Έχει επίσης επιδοθεί ίδια κλήση στις πολιτικώς ενάγουσες "SONY A.E." και ".....", όπως προκύπτει από τα, από .... και .... αποδεικτικά επιδόσεως της ....., Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, χωρίς όμως οι τελευταίες να παρίστανται κατά την παρούσα συζήτηση. Περαιτέρω, στην πιο πάνω πράξη εκτίθεται ότι στην 1.731/2008 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από προφανή παραδρομή γράφτηκαν: α) ως παραστάς δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...." ο δικηγόρος Ιωάννης Ψιλογιάννης αντί του ορθού Ειρήνη Δαρούσου και β) ως παραστάς δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "SONY BMG MUSIC ENTERTAINMENT GREECE A.E." η δικηγόρος Ειρήνη Δαρούσου αντί του ορθού Ιωάννης Ψιλογιάννης. Η αίτηση είναι νόμιμη (ΚΠΔ 145 §§ 1,2), καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο. Επομένως, η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή και να διαταχθούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την 1.731/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού: α) ως παραστάσα δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "......", αντί του εσφαλμένου "ο δικηγόρος Ιωάννης Ψιλογιάννης" στο ορθό "η δικηγόρος Ειρήνη Δαρούσου" και β) ως παραστάς δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "SONY MUSIC ENTERTAINMENT GREECE A.E.", αντί του εσφαλμένου "η δικηγόρος Ειρήνη Δαρούσου", στο ορθό "ο δικηγόρος Ιωάννης Ψιλογιάννης". Διατάσσει την από το Γραμματέα σημείωση της διορθωτικής, όπως πιο πάνω, πράξεως και του αριθμού της διορθωτικής αποφάσεως στο περιθώριο του πρωτοτύπου της διορθωτέας αποφάσεως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διόρθωση αποφάσεως του Αρείου Πάγου (ΚΠΔ αρθρ. 145 παρ. 1,2). Από προφανές λάθος, αναγραφή δικηγόρου παραστάντος πολιτικώς εναγόντων, αντίστροφα.
Αποφάσεως διόρθωση
Αποφάσεως διόρθωση.
2
Αριθμός 822/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., κατοίκου ....., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1588/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.7.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1325/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 463/8.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 42/4-7-2008 δήλωση αναίρεσης της ...... κατοίκου ...... κατά της με αριθμό 1588/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμό 16/1-2-2006 έφεση της κατά της με αριθμ. 652/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή 15 μηνών φυλάκισης για χρήση πλαστών εγγράφων και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 273 § 1 γ και ε του ΚΠΔ κατά μεν την πρώτη & 1γ μέχρις ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και εκτελεστεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο αν η επίδοση γίνει στην διεύθυνση κατοικίας ή της διαμονής που δηλώθηκε από τον κατηγορούμενο κατά δε την δεύτερη. Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή οι επιδόσεις που αναφέρονται στην παρ. 1γ γίνονται μόνο στον συνήγορο που διορίστηκε κατά το αρθρ. 96&1 και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι σε ένα από αυτούς.....και κατά τις διατάξεις του άρθρου 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "&1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης...... &2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1........ και &3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......". Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....." προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας και ότι στις περιπτώσεις κατηγορουμένων που κατοικούν ή διαμένουν στην αλλοδαπή οι επιδόσεις όλων των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη και εκτελεστεί η απόφαση γίνονται μόνο στον από τον κατηγορούμενο διορισμένο συνήγορό του. (ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ .2005 -436,ΑΠ 1876 Π.Χ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976 /2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988, ΑΠ 449/2006 ΑΠ 1156/1999). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα άσκησε την παραπάνω έφεσή της κατά της με αριθμ. 652/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών και με την έφεση της αυτή διόρισε ως αντίκλητο της την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σαββάκη Μαρία, Δ. Γληνού 13. Η Έφεσή της αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμ. 1588/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως ανυποστήρικτη λόγω του ότι αυτή αν και κλήθηκε νόμιμα και έγκυρα, η επίδοση της, με αριθμ. .... κλήσης επιδόθηκε στην νόμιμα και έγκυρα διορισμένη παραπάνω δικηγόρο, δεν εμφανίστηκε για την υποστήριξη της έφεσής της. Στην συνέχεια η με αριθμ. 1588/2006 απόφαση όπως προκύπτει από το με ημερομηνία .... αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης .... επιδόθηκε την ..... στην παραπάνω συνήγορο της και τέλος η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση με αριθμ. 42/2008 αναίρεση της την 4-7-2008, ήτοι μετά πάροδο της προς τούτο νόμιμης προς άσκηση της αναίρεσης προθεσμίας. Προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της αναίρεσης αυτή αναφέρει στο ότι έλαβε γνώση της απόφασης κατά της οποίας η αναίρεσης την 4-6-2008, ότι η επίδοση της απόφασης είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα γιατί δεν τής επιδόθηκε απόσπασμα της μεταφρασμένο στην Ρωσική γλώσσα και ότι η οποιαδήποτε επίδοση στον αντίκλητο της πάσχει από απόλυτη ακυρότητα και ότι οι προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την ημέρα της έγκυρης επίδοσης σ' αυτήν της παραπάνω απορριπτικής της έφεσης της απόφασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι λόγω του ότι οι διατάξεις του άρθρου 273 ΚΠΔ είναι ρητές και οι προθεσμίες κατά την διάταξη αυτή αρχίζουν από την ημέρα τής έγκυρης επίδοσης των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας στην συνήγορο που αυτή νόμιμα και έγκυρα διόρισε με την έφεση της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση -δήλωση της .... πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 42/4-7-2008 αναίρεση της .... κατά της με αριθμό 1588/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 30-9-2008 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 273 § 1 γ' και ε' του ΚΠΔ, κατά μεν την πρώτη (& 1γ) μέχρις ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και εκτελεστεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο αν η επίδοση γίνει στην διεύθυνση κατοικίας ή της διαμονής που δηλώθηκε αρχικά από τον κατηγορούμενο, κατά δε την δεύτερη αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή οι επιδόσεις που αναφέρονται στην παρ. 1γ' γίνονται μόνο στον συνήγορο που διορίστηκε κατά το άρθρο 96&1 και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι, σε έναν από αυτούς. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 2 ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη (&1), όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης και, αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Τέλος, κατά την παρ. 3 του άνω άρθρου, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, εκτός άλλων περιπτώσεων, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε την παραπάνω έφεσή της κατά της με αριθμό 652/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών και με την έφεσή της αυτή διόρισε ως αντίκλητό της την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σαββάκη Μαρία, Δ. Γληνού 13. Η έφεσή της αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 1588/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως ανυποστήρικτη λόγω του ότι αυτή αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (η επίδοση της με αριθμό .... κλήσης επιδόθηκε στην νόμιμα και έγκυρα διορισμένη παραπάνω δικηγόρο) δεν εμφανίστηκε για την υποστήριξη της εφέσεώς της. Στη συνέχεια, η με αριθμό 1588/2006 απόφαση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία .... αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης ......, επιδόθηκε την .... στην παραπάνω συνήγορό της, ενώ καταχωρήθηκε η απόφαση αυτή στο τηρούμενο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο στις 24.5.2006. Τέλος, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση με αριθμ. 42/2008 αναίρεσή της την 4-7-2008, ήτοι μετά πάροδο της προς τούτο νόμιμης προς άσκηση της αναίρεσης, προθεσμίας. Προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της αναίρεσης, με την αναίρεσή της και υπόμνημά της στο Δικαστήριο αυτό, αναφέρει ότι έλαβε γνώση της απόφασης, κατά της οποίας η αναίρεση, την 4-6-2008, ότι η επίδοση της απόφασης είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, γιατί δεν της επιδόθηκε απόσπασμά της (αποφάσεως) μεταφρασμένο στη Ρωσική γλώσσα, ότι η οποιαδήποτε επίδοση στον αντίκλητό της πάσχει από απόλυτη ακυρότητα και ότι οι προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την ημέρα της έγκυρης επίδοσης σ' αυτήν της παραπάνω απορριπτικής της έφεσής της απόφασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι λόγω του ότι οι διατάξεις του άρθρου 273 ΚΠΔ είναι ρητές και οι προθεσμίες κατά τη διάταξη αυτή αρχίζουν από την ημέρα της έγκυρης επίδοσης των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας στην συνήγορο που αυτή νόμιμα και έγκυρα διόρισε με την έφεσή της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση - δήλωση της ....., πρέπει, μετά την ειδοποίηση της πληρεξουσίας δικηγόρου της κατά την ΚΠΔ 476 παρ. 1, όπως προκύπτει από την σχετική περί αυτής επί του φακέλλου επισημείωση του γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. 42/4-7-2008 αναίρεση της ..., κατοίκου ...., κατά της με αριθμ. 1588/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της ασκήσεως της αναιρέσεως στην παραπάνω, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεσείουσα κάτοικος αλλοδαπής - Διορισμός αντικλήτου. Επίδοση αποφάσεως σε αντίκλητο κατά την ΚΠΔ 273 παρ. 1 περ. γ΄. Απαράδεκτη η αναίρεση ως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 818/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 2826/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκους ......, οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 16/20-2-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Κακάλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο". Κατά δε την :παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου "μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής αποφάσεως της αρχής, στην οποίαν απευθύνεται η αναφορά, και με την άδεια της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή". Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18-1-1975 Δ' ψηφίσματος της Ε' Αναθεω-ρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια με το άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος, αναφορά κατά την έννοια του άρθρου 20 του κειμένου Συντάγματος του 1968, που είχε διατύπωση όμοια με αυτή του πιο πάνω άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975/1986/2001 θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης. Κατά την παράγραφο δε 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: α)αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών β)ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε Δικαστηρίου και γ)ενδικοφανής προσφυγή προβλεπόμενη από το νόμο. Και τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του αυτού ν.δ. 796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ' αυτήν που την εποπτεύει. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι, τότε μόνο ορισμένο έγγραφο έχει, κατά την έννοια αυτών, το χαρακτήρα αναφοράς, ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν: α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει τις επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη (Ολ. ΑΠ 1241/1984, 1245/1986 ΑΠ 526/2004). Αν λείπει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν έχουν εφαρμογή οι περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 41, 5 και 370 εδάφ. γ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγω μη συνδρομής των όρων του άρθρου 10 παρ. 2 του Συντάγματος, το δε Δικαστήριο που, παρόλα αυτά, κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατ' εκείνου που υπέβαλε αναφορά, η οποία δεν απολαμβάνει την άνω προστασία, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, ιδρύουσα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περίπτ. δ' του KΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι α) Χ1 και β) Χ2 υπέβαλαν την υπ' αριθ. 9076/24-10-2005 έγγραφη αναφορά τους, που ως έγγραφο της δικογραφίας επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη από τον Άρειο Πάγο προς διαπίστωση της βασιμότητας ή μη του παρακάτω ερευνωμένου λόγου αναιρέσεως, απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, με το εξής περιεχόμενο: "Κύριε Πρόεδρε, Στις 26 Μαΐου 2005 σαν εκπρόσωποι 53 από τους 56 συνολικά ιδιοκτήτες του παραθεριστικού συγκροτήματος "......", που βρίσκεται στην ......, είχαμε υποβάλει έγγραφη καταγγελία κατά της Δικηγόρου κ. Α, ΑM ..., κατοίκου ......, οδός ......, η οποία κάνοντας κατάχρηση της Δικηγορικής της ιδιότητας προσπαθεί με κάθε μέσον να παρακωλύσει την προσπάθεια μας για τη σύνταξη κανονισμού λειτουργίας του συγκροτήματός μας. Στη συνέχεια στις 30-05-2005, τέσσερις μέρες δηλαδή αργότερα, θεωρήσαμε επιβεβλημένο να προβούμε στην ανάκληση της καταγγελίας μας, όταν πληροφορηθήκαμε από άλλο μέλος του συγκροτήμάτος, και συγκεκριμένα από τον σημερινό Διαχειριστή, κύριο Β, ότι είχε αναληφθεί πρωτοβουλία και σχετική προσπάθεια να πεισθεί η ανωτέρω Δικηγόρος να άρει τις αντιρρήσεις της και στην εκδίκαση της Αγωγής μας, σε λίγες μέρες (15-06-2005) αυτή να συζητηθεί, μετά από δύο αναβολές, για να καταλήξουμε επιτέλους στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Σκεφτήκαμε τότε ότι θα ήταν ανεπίτρεπτο, κατά το στάδιο των συνεννοήσεων να υπάρχει ταυτόχρονα και μια καταγγελία. Δυστυχώς όμως οι ελπίδες και οι προσδοκίες μας διαψεύσθηκαν, όταν διαπιστώσαμε, οι 15 και πλέον συνιδιοκτήτες που είχαμε παρευρεθεί στις 15-06-2005 στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής στον ...... για να παρακολουθήσουμε την εκδίκαση, ότι η Δικηγόρος, κ. Α, μετά της στενής της φίλης και επίσης συνιδιοκτήτριας κ. Γ, που πάντα την ακολουθεί σε όλες τις ενέργειές της, με την αυτοπρόσωπη παρουσία τους στο Δικαστήριο, όχι μόνο δεν διευκόλυναν την ομαλή εκδίκαση, αλλά απεναντίας έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να επηρεάσουν αρνητικά την Δικηγόρο Χαλκιδικής κ. Δ, η οποία εκτάκτως μας εκπροσωπούσε κατ' αυτήν την δικάσιμο, λόγω σοβαρού και έκτακτου κωλύματος του τακτικού μας Δικηγόρου, κ. Ε, με την επαπειλούμενη υποβολή ενστάσεως για έλλειψη πληρεξουσιότητας από μέρους μας. Η Δικηγόρος, κ. Δ, φοβούμενη τις συνέπειες "όπως μας δικαιολογήθηκε" που θα προέκυπταν σε βάρος της στην περίπτωση που υποβάλλονταν η ένσταση, προτίμησε να παραιτηθεί του Δικογράφου και έτσι οδηγηθήκαμε παρά τη θέλησή μας στην ματαίωση της δεύτερης αγωγής μας, αφού δεν υπήρχε δυνατότης και τρίτης αναβολής. Όλα τα ανωτέρω έλαβαν χώρα κάτω από τα βλέμματα και την απογοήτευση των 15 συνιδιοκτητών που άφωνοι παρακολουθούσαν τις δυσάρεστες εξελίξεις. Θα θέλαμε όμως εδώ να προσθέσουμε ότι μια βαριά σκιά καλύπτει τις σκέψεις των περισσοτέρων από τους παρευρεθέντες στο Δικαστήριο συνιδιοκτήτες σε ότι αφορά την αιφνίδια αλλαγή της συμπεριφοράς και τις ενέργειες της Δικηγόρου Χαλκιδικής, κ. Δ, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή. Η Δικηγόρος, κ. Α, τόσο πριν όσο και μετά τη λήξη της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των συνιδιοκτητών, που είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο για να πανηγυρίσουν, όπως πίστευαν, το τέλος της ταλαιπωρίας μας, για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της, δήλωσε ότι έχει δικό της σχέδιο κανονισμού με ορισμένες μικροτροποποιήσεις στο δικό μας σχέδιο, το οποίο μάλιστα το έχει έτοιμο στην τσάντα της και υποσχέθηκε ότι στην αμέσως προσεχή Γενική Συνέλευση, θα το παρουσίαζε και έτσι θα έπαιρνε τέλος το θέμα και θα οδηγούμασταν απ' ευθείας σε συμβολαιογράφο, αφού δε θα υπήρχε πλέον ζήτημα Δικαστικής παρεμβολής. Στη Γενική Συνέλευση της 10-07-2005, που ακολούθησε, παρευρέθηκαν 26 ιδιοκτήτες, που το ποσοστό συνιδιοκτησίας και ψήφων κάλυπτε τα 730 χιλιοστά της συνολικής περιουσίας. Όμως, οι τρεις αντίθετες και εναγόμενες στο θέμα του Κανονισμού κ. Α, που εκπροσωπούσε την ιδιοκτήτρια μητέρα της κ. ΣΤ, και οι αδελφές κ. Γ και κ. Ζ, δεν προσήλθαν εξαπατώντας για μια ακόμη φορά τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες. Αλλά η κ. Α δεν αρκέσθηκε μόνο σ' αυτό. Αρνήθηκε να παραλάβει την συστημένη επιστολή που της απέστειλε η συσταθείσα από τη Γενική Συνέλευση επιτροπή για να την ενημερώσει σε όσα ομόφωνα αποφασίστηκαν σε αυτή (Γ.Σ.). Τούτο δε παρά το γεγονός ότι από το αρμόδιο γραφείο των ΕΛΤΑ, της εστάλησαν τρεις διαδοχικές προσκλήσεις και είχε τηλεφωνικά ενημερωθεί, για την αποστολή της Συστημένης επιστολής, από τους εκπροσώπους μας. Μετά τα ανωτέρω βρισκόμαστε δυστυχώς στην ανάγκη να ασκήσουμε για τρίτη φορά αγωγή για το απλούστατο αυτό θέμα, αφού οι δυο προηγούμενες, λόγω των απίθανων ενεργειών της κ. Α, δεν κατέστη δυνατόν ούτε καν να συζητηθούν. Η περιγραφή αναλυτικά των διαφόρων τεχνασμάτων που κατά καιρούς χρησιμοποίησε η ανωτέρω, θα απαιτούσε πολύ χρόνο και θα κάλυπτε αμέτρητες σελίδες και γι' αυτό θα θεωρούσαμε τους εαυτούς μας υποχρεωμένους κ. Πρόεδρε, οι υπογράφοντες την παρούσα καταγγελία, αν κρίνατε σκόπιμο και απαραίτητο να κληθούμε για να σας αναπτύξουμε προφορικά και με στοιχεία. Κατά την γνώμη όλων σχεδόν των συνιδιοκτητών, ο μοναδικός λόγος της απαράδεκτης συμπεριφοράς της κ. Α στο θέμα του Κανονισμού, είναι η επιθυμία της να υπάρχει αναρχία στο συγκρότημα, αφού έτσι μπορούν να μην συμμορφώνονται στις αποφασίσεις των Γενικών Συνελεύσεων και να μη μετέχουν στις δαπάνες των κοινοχρήστων. Ήδη οι ανωτέρω τρεις και άλλοι τόσοι, που οι ίδιες παροτρύνουν, χρωστούν τα κοινόχρηστα των τελευταίων τριών ετών. Σαν δικαιολογία μεταξύ άλλων, επικαλούνται και την μη ύπαρξη Κανονισμού για τη σύνταξη του οποίου πεισμόνως και κατ' εξακολούθηση αντιδρούν. Συνημμένα σας στέλνουμε τις πρώτες και τελευταίες σελίδες των δύο αγωγών μας που έχουμε ασκήσει, το κυρίως μέρος του σχεδίου του κανονισμού, φωτοαντίγραφο του φακέλου των ΕΛΤΑ με τη συστημένη επιστολή της επιτροπής προς την κ. Α, καθώς και φωτοαντίγραφο της διαμαρτυρίας του Δικηγόρου Χαλκιδικής, κ. Η, ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεση και την άσκηση της δεύτερης αγωγής μας, προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Χαλκιδικής, τον οποίο για αρκετές μέρες, όπως πληροφορηθήκαμε, είχε απασχολήσει το θέμα, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος. Κύριε πρόεδρε, Παίρνουμε το θάρρος να σας απασχολήσουμε για ακόμη μια φορά, γνωρίζοντας ότι τα θέματα που απασχολούν τον δεύτερο σε κύρος και μέγεθος Δικηγορικό Σύλλογο της χώρας, είναι και πολλά και ασφαλώς πολύ σοβαρότερα από το θιγόμενο. Όμως πιστέψτε μας, η πικρία μας είναι πολύ μεγάλη και η αγανάκτηση μας δεν περιγράφεται, όταν με τόση απερισκεψία, με τόση κακία και πείσμα, ένα μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, χωρίς να προτείνει εναλλακτικές προτάσεις ή διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο του σχεδίου του Κανονισμού, ενεργεί καταστροφικά και συνεχώς τορπιλίζει την προσπάθεια 50 και πλέον συνανθρώπων της, συνιδιοκτητών της, τρία και πλέον χρόνια, με αναβολές που ζητά και παράλογες αμφισβητήσεις. Πώς είναι δυνατόν να παραδεχτούμε εμείς οι 53 από τους 56 συνολικά συνιδιοκτήτες, ότι ένα και μόνο άτομο, έστω και αν το άτομο αυτό είναι Δικηγόρος, έχει τη δυνατότητα επί τρία και πλέον χρόνια, να παρεμποδίζει την έγκριση ενός κανονισμού λειτουργίας του συγκροτήματος, όχι με Δικαστικές αποφάσεις, αλλά με αναβολές και την ματαίωση συζητήσεων στα Δικαστήρια, που επιτυγχάνει με ανέντιμες και αντιδεοντολογικές μεθόδους, που βέβαια δεν συνάδουν προς την σωστή άσκηση του Δικηγορικού επαγγέλματος, αφού, όπως είναι γενικά παραδεκτό, o Δικηγόρος δεν ασκεί μόνο επάγγελμα, αλλά κυρίως ασκεί λειτούργημα. Πώς είναι ακόμη δυνατόν ένα άτομο, μια έστω Δικηγόρος, που δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτιμήσεως από την μεγάλη πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, να μπορεί να επηρεάζει αρνητικά την λειτουργία της μικρής κοινωνίας του παραθεριστικού μας Συγκροτήματος. Δεν είναι καταχρηστική η άσκηση των δικαιωμάτων της ως Δικηγόρου, η υποβολή τεσσάρων μηνύσεων κατά ευυπόληπτων συνιδιοκτητών της τα τελευταία χρόνια για μικροπαρεξηγήσεις που όπως είναι φυσικό δημιουργούνται μερικές φορές, και μάλιστα, κατά κοινή ομολογία, από υπαιτιότητα της ιδίας". Η μνημονευόμενη στην πιο πάνω έγγραφη αναφορά δικηγόρος Α, που είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, θεώρησε ότι το περιεχόμενο της αναφοράς αυτής ήταν ψευδές και συκοφαντικό γι' αυτήν γι' αυτό το λόγο υπέβαλε σχετική έγκληση κατά των άνω κατηγορουμένων, που υπογράφουν την ειρημένη αναφορά τους ως εκπρόσωποι του άνω παραθεριστικού συγκροτήματος "......" για τη σύνταξη του κανονισμού. Στη συνέχεια ασκήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα ποινική δίωξη εις βάρος των κατηγορουμένων για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού και παραπέμφθηκαν αυτοί για να δικασθούν για την εν λόγω πράξη στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2826/2007 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων για την ανωτέρω πράξη ποινική δίωξη με την εξής αιτιολογία: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 24-1-2006 εγκλήσεως της Α, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, για το ότι υπέβαλαν εναντίον της τελευταίας την από 24-10-2005 αναφορά τους προς τον Δ.Σ. Θεσσαλονίκης (ο οποίος είναι Ν.Π.Δ.Δ. (βλ. αρθρ. 194 του Κωδ. περί Δικηγόρων) με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσης και το αίτημα σ' αυτή (αναφορά) των συστάσεων προς αυτή προς αποτροπή της βλάβης τους από την επικαλούμενη σ' αυτή (αναφορά) συμπεριφορά της αναφερόμενης- νυν εγκαλούσης. Η εν λόγω αναφορά ενέχει, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα στοιχεία της κλασικής αναφοράς που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη του Συντάγματος και για την πρόοδο της ποινικής δίκης απαιτείται η από το άρθρο 54 του ΚΠΔ προβλεπόμενη άδεια αρχής. Όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπήρχε αυτή η άδεια για την άσκηση κατά των κατηγορουμένων της ποινικής δίωξης για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού (αρθρ. 363 σε συνδ. 362, 45 Π.Κ.) και γι' αυτό πρέπει κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η εν λόγω ασκηθείσα ποινική δίωξη, σημειωμένου ότι νομότυπα υποβλήθηκε η έγκλησή της ως άνω εγκαλούσης, αφού, όπως προειπώθηκε, για την υποβολή της δεν απαιτείται άδεια της αρχής". Με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε ως ανωτέρω, είναι αναιρετέα για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι βάσιμος, καθόσον το πιο πάνω έγγραφο των κατηγορουμένων, που υποβλήθηκε απ' αυτούς στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διαλαμβάνει απλώς καταγγελία και αιτιάσεις αυτών κατά της εγκαλούσας, που ήταν πληρεξούσια δικηγόρος της μητέρας της και άλλων συνιδιοκτητών του άνω παραθεριστικού συγκροτήματος, για ανάρμοστη και αντιδεοντολογικής συμπεριφορά της έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών που συνίσταται στην εκ μέρους της παρεμβολή, με διάφορες δικαιολογίες, δυσχερειών στην σύνταξη σχετικού κανονισμού λειτουργίας του άνω συγκροτήματος ή σε κάθε περίπτωση περιέχει επί πλέον το έγγραφο αυτό, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, και αίτημα των κατηγορουμένων για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων κατά της άνω δικηγόρου ένεκα πειθαρχικού παραπτώματός της. Όμως, η ανωτέρω έγγραφη καταγγελία των κατηγορουμένων δεν διαλαμβάνει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, και αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή της ηθικής ή υλικής βλάβης από τις καταγγελόμενες πράξεις ή παραλείψεις αυτής. Άλλωστε, ο Δικηγορικός Σύλλογος, ως προϊσταμένη αρχή της καταγγελλομένης πιο πάνω δικηγόρου, δεν έχει από καμιά διάταξη του Δικηγορικού Κώδικα (ν.δ 3026/1954) την αρμοδιότητα εκδόσεως πράξεων εις βάρος των μελών του δικηγόρων με περιεχόμενο τις συμβάσεις ή υποδείξεις ή υπενθυμήσεις προς αυτούς και εν προκειμένω προς την εγκαλούσα για επίδειξη αξιοπρεπούς συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων της και καταβολή προσπάθειας προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και μη παρέλκυση των δικών, υποχρέωση που επιβάλλεται στην τελευταία από το νόμο (άρθρο 46 ν.δ. 3026/1954), προς ικανοποίηση του αιτήματος των κατηγορουμένων, ώστε να υφίσταται υποχρέωση του άνω Συλλόγου προς ανόρθωση ή αποτροπή της επικαλούμενης βλάβης. Έτσι, η ανωτέρω έγγραφη καταγγελία των κατηγορουμένων δεν έχει το χαρακτήρα της αναφοράς κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος και του ν.δ. 796/1971, και κατά συνέπεια δεν απαιτείτο για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ένεκα παραβάσεων που τυχόν έχουν τελεσθεί με αυτή, η προηγούμενη άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, τα αντίθετα και κήρυξε με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του απαράδεκτη την κατά των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2 ασκηθείσα Ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού εις βάρος της εγκαλούσας, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Α, υπερέβη την απονεμηθείσα σ' αυτό εξουσία προς εκδίκαση της πιο πάνω υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' Κ.Ποιν.Δ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2826/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άσκηση ποινικής διώξεως κατά των κατηγορουμένων για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού εις βάρος της εγκαλούσας δικηγόρου Θεσσαλονίκης για τα διαλαμβανόμενα στην από 24-10-05 αναφορά τους κατ’ αυτής, που υποβλήθηκε στο Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για την άνω πράξη, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης, κατ’ άρθρο 10 παρ. 2 του Συντάγματος 54 ΚΠΔ, άδειας της πιο πάνω αρχής. Όμως η άνω έγγραφη καταγγελία των κατηγορουμένων δεν έφερε το χαρακτήρα αναφοράς με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 10 του Συντάγματος και των άρθρων 2 και 3 του ν.δ. 796/1971 και εντεύθεν δεν απαιτείτο εν προκειμένω για την άσκηση της ποινικής διώξεως η προηγούμενη άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Δεκτός ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ περ. δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απαράδεκτο ποινικής δίωξης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 810/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουλά, περί αναιρέσεως της ΒΤ6494/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 134/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ. και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ 6494/2008 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας,και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθησαν τα ακόλουθα: ο κατηγορούμενος στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 30-6-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος έχοντας χρέη προς το Δημόσιο που εισπράττονται από την δημόσια οικονομική υπηρεσία πουν ήταν βεβαιωμένα κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν 3320/2004 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στην ΔΟΥ Ε Πειραιά ως όφειλε τα κάτωθι ποσά 1) για πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση του έτους 2001 συνολικό ποσό 1.863,18 που βεβαιώθηκε στις 30-3-2001 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2001 2) για ΕΔΕ έξοδα διοικητικής εκτέλεσης έτους 2002 συνολικό ποσό 52,17 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 25-7-2002 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-8-2002, 3) για ποινικά έτους 2002 συνολικό ποσό 990,96 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 24-3-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2003 4) για ποινικά έτους 2001 συνολικό ποσό 508,82 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 26-3-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2003 5) για δικαστικά έξοδα του έτους 2002 συνολικού ποσού 9798,14 που ήταν βεβαιωμένο την 1-7-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 29-8-2003 6) για ποινικά του έτους 2004 συνολικού ποσού 462,25 ευρώ που ήταν βεβαιωμένο την 30-9-2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 29-10-2004, 7) για ποινικά του έτους 2006 συνολικού ποσού 378,64 ευρώ που ήταν βεβαιωμένο την 22-5-2006 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-6-2006 και συνολικά οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 14,053,96 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.".Στο δε διατακτικό της αποφάσεως κατά πιστή αντιγραφή του περιεχομένου του αναφέρεται ότι " Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι :Στον ...... κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 30-6-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3320/2004 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος του παραπάνω οφειλέτη στην Ε ΔΟΥ Πειραιά όπως ακριβώς αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης στον συνημμένο πίνακα χρεών της Ε ΔΟΥ Πειραιά (αρ. ειδ βιβλίου 45/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 5-6-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 14.053,96 ευρώ μέσα στη νόμιμη προθεσμία". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι ελλιπής ασαφής και αντιφατική. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση ενώ στην αρχή του σκεπτικού της δέχεται, ότι τα αναφερόμενα επί μέρους χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του ν.3320/2004 στη συνέχεια δέχεται ότι τα τέσσερα πρώτα επί μέρους χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του ν. 2523/1997. Επίσης ενώ υπό την ισχύ του ν.2523/1997 δέχεται ότι τα πρώτα τέσσερα επί μέρους χρέη βεβαιώθηκαν στις 30-3-2001, 25-7-2002, 24-3-2003, 26-3-2003 και 1-7-2003, και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 30-4-2001, 30-8-2002, 30-4-2003, 30-4-2003 και 29-8-2003 αντίστοιχα, δέχεται και ότι οι τελευταίοι αυτοί χρόνοι είναι οι χρόνοι τελέσεως των επί μέρους ως άνω πράξεων, ήτοι δέχεται χρόνους ελάσσονες των δύο μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής των επί μέρους οφειλομένων χρεών, ότε όμως οι επί μέρους αυτές πράξεις δεν είχαν ακόμη καταστεί αξιόποινες, αφού ο αναιρεσείων είχε ακόμη προθεσμία καταβολής των χρεών αυτών. Επίσης η απόφαση δέχεται ότι τα αναφερόμενα επί μέρους χρέη υπό την ισχύ του ν.3320/2004 βεβαιώθηκαν στις 30-9-2004 και 22-5-2006 και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 29-10-2004 και 30-6-2006 αντίστοιχα, τους τελευταίους δε χρόνους δέχεται και ως χρόνους τελέσεως των επί μέρους πράξεων, ήτοι χρόνους ελάσσονες των τεσσάρων μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής των επί μέρους οφειλομένων χρεών, που οι επί μέρους αυτές πράξεις δεν είχαν καταστεί ακόμη αξιόποινες, αφού ο αναιρεσείων και στην περίπτωση αυτή είχε ακόμη προθεσμία καταβολής και των χρεών αυτών. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 23 του ν. 2523/1997 και 34 του 3320/2004 και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, οι παραπάνω ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό ΒΤ 6494/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για καταβολή χρεών στο Δημόσιο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
1
Αριθμός 819/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1321/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 459/08.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 4/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ......, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ....., κατά του υπ'αριθ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδαφ. α' του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω στα άρθρα 54, 55, 56, 57 και 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999), ορίζονται οι άδειες που χορηγούνται στους κρατουμένους και οι προϋποθέσεις της χορήγησής τους. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 54 του πιο πάνω Σωφρονιστικού Κώδικα αναφέρεται, ότι σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης. Στην ίδια δε διάταξη δεν γίνεται λόγος και για δικαίωμα του προσφεύγοντος περί ασκήσεως εφέσεως ή άλλου ενδίκου μέσου κατά της τυχόν αρνητικής απόφασης του ως άνω Συμβουλίου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, καθ'όσον οι αποφάσεις του Συμβουλίου αυτού είναι αμετάκλητες σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 71 του ιδίου παραπάνω κώδικα. Η μη πρόβλεψη δε ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού αρκούντως κρίνεται το δικαίωμα του κρατουμένου να τύχει των υπό του πιο πάνω κώδικα προβλεπομένων αδειών, με την αναφορά του γι'αυτό αρχικά στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Φυλακής και στη συνέχεια στο δευτεροβάθμιο όργανο κρίσης, που αποτελεί το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών (άρθρα 70 § § 1 και 2 και 71 § 7 Ν. 2776/1999). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 § 2 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την υπ'αριθμ. 12/2008 έφεσή του, κατά της υπ'αριθμ. 43/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών της Φυλακής Κερκύρας ως συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-12-2007 προσφυγή του περί χορηγήσεως σ'αυτόν εκπαιδευτικής άδειας, δηλαδή εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται άσκηση ενδίκου μέσου και δη εφέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 54 και 71 § 6 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999) και το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του κήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτή, διέταξε την εκτέλεση του εκκληθέντος βουλεύματος και την καταδίκη του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, στα δικαστικά έξοδα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά των βουλευμάτων. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 2 του "Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου" της ΕΣΔΑ και το άρθρο 16 του Συντάγματος που επικαλείται ο αναιρεσείων, προστατεύουν την ελευθερία της εκπαίδευσης του ατόμου, που περιέχεται στο γενικώτερο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία όμως αυτή μπορεί να περιορίζεται με τις προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού νόμου (άρθρο 5 § 3 του Συντάγματος), όπως είναι εν προκειμένω οι ποινικές διατάξεις για την παράβαση των οποίων κρατείται ο αναιρεσείων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 2/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ....., κατά του υπ'αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Αθήνα 23 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' του Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμό 43/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, απορρίφθηκε η από 10-12-2007 προσφυγή του κρατουμένου στην κλειστή Φυλακή ....., ....., κατά της υπ' αριθμό 237/2007 αποφάσεως του συμβουλίου της ως άνω Φυλακής, με την οποία αυτός ζητούσε την χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, ασκήθηκε από μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, η με αριθμό 12/2008 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμό 58/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος. Στη συνέχεια, κατά του υπ' αριθμό 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την υπ' αριθμό 2/11-7-2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτη, αφού το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι κατά των βουλευμάτων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση του ......, για αναίρεση του υπ' αριθ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, που επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή κρατουμένου κατά του Συμβουλίου Φυλακών, που δεν του χορήγησε εκπαιδευτική άδεια.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 809/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, περί αναιρέσεως της 7490/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 125/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το Δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Περίπτωση, τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος, ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποιά ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 7490/2008 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο, και τώρα αναιρεσείοντα, Χ, ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της παράβασης των άρθρ.8 και 22 παρ.6 περ.α του Ν.1599/1986 όπως η παρ.6 αντικ. με το άρθρ.2 παρ.13 Ν.2479/1997 και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών την οποία ανέστειλε επί τρία χρόνια. Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην προμνημονευθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως, και όχι ιστορικώς, και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν". Μεταξύ αυτών ήταν, όπως συνάγεται από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα υπό τους αριθμ. 6 και 7 πιο κάτω έγγραφα, που είχαν συνταχθεί στην Αγγλική γλώσσα, ήτοι: α) η υπ' αριθμ. Πρωτ. ..... επιστολή και β) η υπ' αριθμ.πρωτ. ..... επιστολή. Σε σχέση, όμως με τα ανωτέρω συνταγμένα σε ξένη γλώσσα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αυτούσια, δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος να προβεί ο ίδιος, ή ο συνήγορός του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμ. 7490/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών . Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόλυτη ακυρότητα η ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 805/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1189/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ....., κάτοικο ..... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1951/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 29/21.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, κατ'αρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ'αρ. 193/17-11-08 ημέρα Δευτέρα, αίτηση αναίρεσης του ......, κατοίκου ......, κατά του υπ'αρ. 1189/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε (Ι) κατ'ουσία η υπ'αρ. 88/29-2-08 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αρ. 398/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για (α) απάτη κατά συρροή από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 € και 73.000 ευρώ, (β) πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, (γ) υφαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και (δ) πλαστογραφία πιστοποιητικών (αρ. 13γ', στ', 26 § 1, 27 § 1, 94, 98, 216 § 1-3β, 217 § 2-1, 375 § 1-378 § 1,386 § 1-3 Π.Κ. ως ισχύουν) και (2) το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του .... στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. φωτ/φα αποδεικτικών επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο την 24/11/08 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργ. Ασημάκη την 7/11/08) σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 § 1-3 Κ.Π.Δ. και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και (β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93 § 3 Συντ. 139, 484 § 1β'και δ' ΚΠΔ) -βλ αναλυτικά έκθεση αναίρεσης. Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, AΠ 88/82 κ. ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι'αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ.67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά υέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.). όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ή χ θ η ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 ΠΧρΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασής του παρ'αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων, άνευ εξαιρέσεων, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ'είδος τα εξής: 3.- Επειδή κατ' αρθ. 386.1ΠΚ τιμωρείται ποινικά με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών, όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθονταςάλλον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθών σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Εξ άλλου με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών τιμωρείται ο δράστης της πράξης εάν η προκληθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Κατά την παρ. 3 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών εάν α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ξεπερνούν το ποσό των 5.000.000.- δρχ. ή β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 25.000.000.- δρχ. (κατά την νέα διατύπωση του άρθ. 386 παρ. 3 ΠΚ όπως ισχύει μετά το άρθ.14 παρ. 4 του Ν.2721/99). Αντικειμενικά απαιτείται α) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση (ΑΠ 1287/84), β) παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθών ή αθέμιτη παρασιώπηση αληθών και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της περιουσιακής βλάβης και της παραπλανητικής πράξεως (ΑΠ 938/84) και υποκειμενικά α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και β) γνώση ότι ο δράστη παριστά ψευδή γεγονότα σαν αληθή ή αποκρύπτει αθέμιτα τα αληθή. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος με την κακουργηματική του μορφή απαιτείται επί πλέον α) ο δράστης να τελεί απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ξεπερνούν το ποσό των 5.000.000.- δρχ. ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 25.000.000.- δρχ. (ΑΠ243/2000, ΠΧρ. Ν/781). Για τις πράξεις προ της 3-3-1999 πρέπει να ερευνάται εάν από την απάτη επήλθε όφελος ή ζημία υπερβαίνει τα 5.000.000.- δρχ. Για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης απαιτείται αντικειμενικά επανειλημμένη τέλεση χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί καταδίκη του δράστη και υποκειμενικά σκοπός του να προσπορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης υπάρχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά όχι όμως και ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 617/2005, ΑΠ 2332/2004). Το ύψος της ζημίας απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 190/2005 και 60/2005). Κατ' αρθ. 375.1 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ. 14.3 α και β' Ν.2721/1999, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος εκείνος που ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του και εάν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με βαρύτερη ποινή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικά α) κινητό πράγμα β) ξένο πράγμα, γ) περιέλευση του πράγματος στην-κατοχή του δράστη και δ) ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία (ΑΠ 263/88 ΠΧρ.ΛΗ 518, ομοίως ΑΠ 733/2001 Π.Χρ. ΝΒ, 228). Νομικό αντικείμενο του εγκλήματος (προστατευόμενο έννομο αγαθό) είναι η ιδιοκτησία και όχι η περιουσία (μη απαιτουμένης επελεύσεως ζημίας) ούτε η κατοχή όπως στην κλοπή, διότι εδώ ο δράστης είναι πάντοτε κάτοχος του πράγματος (Γάφος Π.Χρ. Α' 164 και ΚΑ' 245, ΑΠ 1175/83 ΠΧρ. ΛΔ' 146). Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του υπαιτίου, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό τρόπο το κατεχόμενο από αυτόν ξένο πράγμα (ΑΠ 1426/ 2004 (Συμβ) (Τμ.ΣΤ), ΠοινΔικ 2005: 11, ΑΠ 874/2004, ΠΔικ. 2004, 806, ΑΠ 728-2000, 1598-2000 σε Συμβούλίο ΠΧρ. ΝΑ σ. 64, 639). Περαιτέρω κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α' του ίδιου άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, β)που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας και συνιστά επιβαρυντική περίπτωση το γεγονός ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης του εδαφίου αυτού υπερβαίνει σε ποσό τα 25.000.000.- δρχ. Δηλαδή οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα, όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαριθμούνται πλέον ειδικά και περιοριστικά στο νόμο, αποκλειόμενης κάθε επεκτάσεως της εφαρμογής της διατάξεως αυτής και σε συμβάσεις άλλης μορφής. Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος με την κακουργηματική του μορφή απαιτείται α) ξένο κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται κατά το αστικό δίκαιο (ΑΠ 1353-2000 σε συμβ. ΠΧρ.ΝΑ σ.514) β) του οποίου η κατοχή κατά το χρόνο της τέλεσης της πράξης να είχε περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή άλλο δικαίωμα παρεχόμενο σ' αυτόν από τον νόμο, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην β' παρ. του άρθρου αυτού περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή (ΑΠ. 1786/1997 σε Συμβούλιο ΠΧρ.ΜΗ/σ.594) και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία (ΑΠ 1123/2003 ΠΧρ. ΝΔ, σ. 243). Επί υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3.6.1999 όπου άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου αυτών ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο κάθε μερικότερης πράξης, γιατί οι νέες με τον ως άνω νόμο ρυθμίσεις είναι δυσμενέστερες. (ΑΠ 1459 2004 ΑΠ (Τμ.ΣΤ) (Συμβ) ΠοινΔικ 2004: 1349). Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό (Α.Π. 311/2005 και ΑΠ 190/2005). Κινητό είναι εκείνο, που κατά την κοινή, τη φυσική αντίληψη, μπορεί να μετακινηθεί, ανεξάρτητα από την έννοια των διατάξεων του αστικού δικαίου. Η απόκτηση της κατοχής ειδικά χρημάτων δεν γίνεται μόνο με την παράδοση αλλά και με την λογιστική τους μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό με τρόπο που να αποκτά ο δράστης δικαίωμα ανάληψης των χρημάτων κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ΝΔ 177/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων των ανωνύμων εταιρειών" (Ολ.ΑΠ 1093-1991). Σύμφωνα με την, διάταξη του άρθρου 378 ΠΚ διώκεται κατ' έγκληση η κλοπή ή η υπεξαίρεση που έγινε εκτός των άλλων και μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και μνηστήρων τους. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται προνόμιο συνιστάμενο μόνον στην κατ' έγκληση δίωξη. Κατά τα λοιπά εφόσον υποβληθεί έγκληση τα οικεία άρθρα του ΠΚ εφαρμόζονται χωρίς διάκριση. Το προνόμιο αυτό ισχύει και στην περίπτωση της κλοπής και υπεξαίρεσης διωκομένων σε βαθμό κακουργήματος (ΑΠ 1080/1995, ΠΧ ΜΣΤ σ.203, ΑΠ 1732/1990 ΠΧ ΜΑ σ. 730). Η θέση αυτή ενισχύεται τόσο από την δικαιολογητική βάση του καθιερωμένου προνομίου, όσο και από την ρητή αναφορά των αδικημάτων της κλοπής και υπεξαίρεσης στο κείμενο του άρθρου 378 ΠΚ χωρίς εξαίρεση των κακουργηματικών τους μορφών. Σχετική εξαίρεση από το προνόμιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επαύξηση του αξιοποίνου. Επιβαρυντική περίσταση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως υπάρχει, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 εδ: β' του Π.Κ., όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του ν. 2721/1999, όταν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατοχή κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ., που διαφέρει στην προκειμένη περίπτωση της αντίστοιχης έννοιας του άρθρου 974 Α.Κ. δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του, όπως συμβαίνει με το δικαιούχο λογαριασμού σε τράπεζα, στον οποίο ο ίδιος ή άλλος έχει καταθέσει ή εμβάσει χρήματα υπέρ αυτού. Με την κατάθεση χρημάτων στην τράπεζα δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη, και της. τράπεζας σχέση ανώμαλης, παρακαταθήκης, κατά την οποία τα μέρη συμφώνησαν κατά το άρθρο 830 ΑΚ να έχει ο θεματοφύλακας (τράπεζα) το δικαίωμα χρήσεως των παρακαταθέντων χρημάτων, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν το δάνειο και η τράπεζα κατά το άρθρο 806 Α. Κ. αποκτά την κυριότητα των χρημάτων, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να επιστρέψει στον καταθέτη ή τον τρίτο υπέρ του οποίου η κατάθεση άλλα χρήματα της ίδιας ποσότητας. (Α.Π. 1967/2006). Κατ' αρθ. 216.1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, προκειμένου με την χρήση του να παραπλανήσει άλλον περί γεγονότος που έχει έννομες συνέπειες η δε χρήση από αυτόν του πλαστού θεωρείται σαν επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παρ. 2 με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος ο οποίος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει κάνει χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Κατά την παρ. 3 όπως αντ. με άρθ. 14.2α Ν.2721/1999, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος ο υπαίτιος πλαστογραφίας ή χρήσεως πλαστού ο οποίος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή άλλον δια βλάβης τρίτου περιουσιακό όφελος ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000.- δρχ. και ήδη το ποσό των 73.000.- ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000.- δρχ. και ήδη 15.000.- ευρώ. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση, από τον δράστη, εγγράφου που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως τον σκοπό αυτού να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως (ΑΠ 518/2003 (Ποιν), ΠΛογ 2003, 562, ΑΠ 1753/2003, ΠΧρ. ΝΔ, σ. 635, ΑΠ.684/1998 ΠΧρ.ΜΘ/1999 σ.152). Κατ' αρθ. 13 ΠΚ έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προσδιορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που μπορεί να έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' όπως ισχύει μετά τον Ν. 2408-1996, που ενσωμάτωσε σε νομοθετικό κείμενο τις πάγιες παραδοχές της νομολογίας "κατ' επάγγελμα τέλεση του αδικήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για προσπορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του που καταδεικνύει την ψυχική και βουλητική ροπή του δράστη προς την τέλεση του εγκλήματος αυτού (ΑΠ380|2001, ΠΧρ. ΝΑ 1096). Έτσι θεωρείται ότι είναι κακουργηματική η απάτη, όταν η πράξη τελείται κατ' εξακολούθηση αλλά βάσει σχεδίου (ΑΠ 1505-1998 σε συμβ. ΝοΒ 47, σ.644) ενώ η κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης προς πορισμό εισοδήματος και η σταθερή ροπή του δράστη σε παρόμοιες πράξεις συντελούν στον χαρακτηρισμό της πράξης σαν κακούργημα (ΑΠ σε συμβ. 38-1999 ΠΧρ. 1999, 116). Κατ' άρθ. 98 § 1 ΠΚ εάν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως προσετέθη με το άρθ. 14.1 εδ.1 του Ν. 2721/3-6-1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 29/2005). Η σχετική κρίση του δικαστηρίου πρέπει να αναφέρεται ρητά στο βούλευμα ή την απόφαση (Α.Π. 2103/2004, ΑΠ 2356/2004). Για τις πράξεις που τελέσθηκαν προ της 3-6-1999 η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς των μερικότερων πράξεων (Ολ. ΑΠ 5/2002) (Α. Π. 1855/2006). Το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθ. 94.1 ΠΚ να καταγνώσει μία μόνο ποινή στην επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Πρόκειται για έγκλημα που αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς και μερικότερες πράξεις και συνιστά μορφή ομοειδούς πραγματικής συρροής στην οποία ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης του ιδίου εγκλήματος (ΑΠ 812/2002 Ποιν. Λόγος 2002/986). Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται, ότι η πράξη είχε σαν στόχο να αποφέρει τα οικονομικά οφέλη και να προκαλέσει την αντίστοιχη ζημία που προέκυψε από τις μερικότερες παράνομες πράξεις. Περαιτέρω, μεταξύ των εγκλημάτων πλαστογραφίας με χρήση και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα αδίκημα από το άλλο, δεδομένου ότι καθένα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης (ΑΠ 1368/03). Σχετικά με το ζήτημα της αληθούς ή φαινόμενης συρροής απάτης, υπεξαιρέσεως και πλαστογραφίας δεν θα πρέπει να επιλυθεί στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, προκειμένου το ζήτημα αυτό να αντιμετωπισθεί από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με πλήρη εικόνα της διαδοχής των πράξεων στο σύνολο τους θα αποφασίσει εάν πρόκειται για ποινικά αλληλοκαλυπτόμενες μεταξύ τους πράξεις,. 4.- Επειδή από τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, αδελφός του ήδη θανόντος συζύγου της εγκαλούσης κατά μήνα Μάιο του έτους 2003 και συγκεκριμένα την 9-5-2003 μετά από επίσκεψη συμπαράστασης στην οικία του ήδη σοβαρά νοσούντος αδελφού του, τον απεμάκρυνε από την σύζυγο του και με πρόφαση ότι θα πήγαιναν έναν περίπατο, τον οδήγησε σε κατάσταση απώλειας μέρους.της συνειδήσεως στην Τράπεζα Πειραιώς, κατάστημα .... και αφού απέκρυψε από τους υπαλλήλους την απώλεια της συνείδησης των πραττομένων, στην οποία είχε περιέλθει ο αδελφός του λόγω της ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε, συνέταξε επιστολή αίτηση προς την τράπεζα, στην οποία ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του ..... και στο τέλος μάλλον οδηγώντας το χέρι του, (οράτε την σχετική έκθεση γραφολογικής εξετάσεως της υπογραφής), έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του επί αιτήσεως με την οποία ο αδελφός του ζητούσε να διαγραφεί η μηνύτρια ..... από τους συνδικαιούχους του προϊόντος "REPOS" (βεβαιωτικό σύμβασης πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς αΰλων τίτλων του Ελληνικού. Δημοσίου). με αριθμ. ....συνολικής αξίας 431.194 ευρώ καθώς και του λογαριασμού φύλαξης χρεογράφων με αριθμ. αίτησης ...., αξίας 82.000 ευρώ, των οποίων ήταν συνδικαιούχοι και οι δύο σύζυγοι και στη θέση της να εγγραφεί ο κατηγορούμενος ως συνδικαιούχος. Το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε στους υπαλλήλους της τράπεζας από τους οποίους απεκρύβη το γεγονός ότι ο αιτών λόγω σοβαρής νόσου και της σχετικής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε είχε απώλεια μέρους της συνειδήσεως και δεν ήταν πλήρως ικανός για δικαιοπραξία ούτε είχε συνείδηση των, τραπεζικών εργασιών που ζητούσε να γίνουν, διότι δεν είχε λόγο να αποκλείσει την σύζυγο του από την διαχείριση των κοινών τους χρημάτων. Οι υπάλληλοι της τράπεζας αγνοούντες την πραγματική κατάσταση του αιτούντος διέγραψαν την μηνύτρια από συνδικαιούχο ενώ στη θέση της ανεγράφη το όνομα του κατηγορουμένου και δημιουργήθηκε ο υπ' αριθμ. .... κοινός λογαριασμός στο όνομα του κατηγορουμένου και του .... Στον νέο αυτό λογαριασμό μεταφέρθηκαν δυνάμει του ιδίου εγγράφου τα ποσά των ως άνω αναφερομένων τραπεζικών προϊόντων και επί πλέον ποσό 4.424.23 ευρώ από το υπόλοιπο τόκων, που υπήρχε στον υπ'αριθμ. .... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε ο αδελφός του με την μηνύτρια. Με τον ίδιο ως άνω απατηλό τρόπο ο κατηγορούμενος, ο οποίος προφανώς είχε υποκλέψει την ταυτότητα του αδελφού του, εμφανίσθηκε στην τράπεζα επιδεικνύοντας το υπ'αριθμ. .... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ...., παρουσιαζόμενος ο ίδιος αντί του αδελφού του πέτυχε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της τραπέζης σχετικά με την πραγματική του ταυτότητα και να εισπράξει την 11-6-2003, μετά από νέα πλαστογραφημένη αίτηση-εντολή πώλησης μετοχών, 5.020 κοινές μετοχές της εταιρίας ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. και 27.190 μετοχές της εταιρίας ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε, που ανήκαν στην συγκυριότητα του αδελφού του και της μηνύτριας συζύγου του συνολικής αξίας 24.817,52. Η τελευταία αυτή πράξη έγινε ενώ η υγεία του ..... είχε επιδεινωθεί δραματικά, δεδομένου ότι απεβίωσε αμέσως μετά την ολοκλήρωση του σχεδίου του κατηγορουμένου την 16-7-2003. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος πέτυχε να ιδιοποιηθεί τις οικονομίες τόσο του αδελφού του όσο και της συζύγου του μηνύτριας χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, εκμεταλλευόμενος κυρίως την φυσική αδυναμία του αδελφού του να επιμεληθεί των περιουσιακών του στοιχείων, εξ αιτίας σοβαρής ασθένειας, συνεπεία της οποίας δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών. Η ωφέλεια που προέκυψε για τον κατηγορούμενο ήταν τουλάχιστον 513.194 ευρώ, ποσό του οποίου κατέστη δικαιούχος ήδη προ του θανάτου του αδελφού του μέσω του κοινού τραπεζικού λογαριασμού χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς: Θεωρεί ότι δεν εκτιμήθηκε ορθά το αποδεικτικό υλικό, διότι η έκθεση γραφολογικής εξέτασης τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας αλλά από την προσεκτική ανάγνωση του εγγράφου αυτού φαίνεται καθαρά ότι ο θανών αδελφός του κατηγορουμένου οδηγήθηκε μηχανικά στην υπογραφή της αιτήσεως. Επειδή όμως ουδείς άλλος ανεμείχθη στην μεταφορά των χρημάτων πλην του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε είναι και ο αμέσως ωφελούμενος από αυτήν είναι σαφές ότι εκείνος του οδήγησε το χέρι και ολοκλήρωσε την υπογραφή. Επίσης η κατάθεση των υπαλλήλων της τραπέζης ότι ο θανών, κατά την επίσκεψη του στη τράπεζα, δεν φαινόταν ασθενής ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, ουδόλως απαλλάσσει τον κατηγορούμενον, διότι η μη εμφανής αδυναμία κάποιου προσώπου, δεν σημαίνει και πραγματική ικανότητα του. Ακριβώς αυτό το σημείο θεμελιώνει την ευθύνη του εκκαλούντος, ο οποίος γνώριζε την αληθή κατάσταση της υγείας του αδελφού του και την απέκρυψε από τους υπαλλήλους. Επίσης ο εκκαλών θεωρεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αγνόησε τις καταθέσεις που τον φέρουν την 11-6-2003 απόντα από τον γεωγραφικό χώρο της Αττικής αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε άγνωστο συνεργό για την ολοκλήρωση της πράξης του, δοθέντος, ότι ο αδελφός του είναι λογικά αδύνατον να ησχολήθη με τραπεζικές εργασίες μόλις πέντε ημέρες προ του θανάτου του και μάλιστα χωρίς να έχει ισχυρό λόγο να το πράξει, αφού μάλιστα όχι μόνον δεν είχε λόγο αποκλεισμού της συζύγου του από τις κοινές τους οικονομίες αλλά είχε μαζί της αποκτήσει και δύο παιδιά, τα οποία τότε ήσαν σε βρεφική ηλικία και λογικά θα είχε κάθε λόγο να τα εξασφαλίσει οικονομικά. Πράγματι ενώ σταθερή θέση του κατηγορουμένου αποτελεί ότι τις υπό κρίσιν τραπεζικές πράξεις ενήργησε μόνος τους, αυτοβούλως και εν πλήρει συνειδήσει των πραττομένων ο αδελφός του, δεν εξηγεί το λόγο που θα μπορούσε να θεμελιώσει λογικά την εχθρική αυτή στάση του θανόντος προς την σύζυγο και κατ' ακολουθίαν και τα τέκνα του, οι οποίοι ζημιώθηκαν στο σύνολο των δικαιωμάτων τους επί των χρημάτων του θανόντος και μάλιστα λίγες μόλις ημέρες προ του θανάτου του. Κατόπιν αυτών των σκέψεων κρίνουμε ότι οι θέσεις της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος του δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να επικυρωθεί, απορριπτόμενης της υπό κρίσιν εφέσεως. Επειδή όλα τα ανωτέρω ενισχύονται από τις ορθές και αιτιολογημένες σκέψεις του προσβαλλομένου βουλεύματος. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε, γιατί το αναφερόμενο στο βούλευμα περί του ότι λήφθηκαν υπ'όψη "οι καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντα, η απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα.......", δεν δημιουργεί ασάφεια ή κενά σχετικά με τα ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν, γιατί με την αναφορά γενικά στα έγγραφα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει κατ'επίταση ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα (η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η έκθεση του γραφολόγου κ.λ.π.) που περιέχονται στη δικογραφία και ότι όπου απαιτούνταν, γινόταν ειδική μνεία και αναφορά εγγράφων όπως σε ιδιωτικά συμφωνητικά, λογαριασμούς Τραπεζών, έκθεση γραφολογικής εξέτασης υπογραφής κλπ (βλ. φύλ. 5 και 6 βουλεύματος). Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 511 ΚΠΔ) πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ 'αρ. 193/17-11-2008 αίτηση του ...., κατοίκου ....., για αναίρεση του υπ'αρ. 1189/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή εισάγεται προς κρίση η υπ' αριθμ.193/17-11-2008 αίτηση του κατηγορουμένου ....., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1189/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ.398/2008 βούλευμα του πρωτοβαθμίου δικαστικού συμβουλίου, ως προς την διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών 1) για απάτες από δράστη που διαπράττει αυτές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ 2)για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από άτομο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και 3) για υπεξαίρεση (υφαίρεση) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα την 10-6-2003. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση για τους λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ). Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 Κ.Π.Δ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξη της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα 24.817,52 ευρώ (άρθρο 375 παρ.1α Π.Κ.), που φέρεται ότι τελέσθηκε την 10 -6-2003, φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το αξιόποινο, συνεπώς, της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από της τελέσεώς της μέχρι και την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος (23-10-2008) έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ ΚΠΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τη πράξη αυτή, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. "Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ΕΥΡΩ. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ. του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει του από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, αδελφός του ήδη θανόντος συζύγου της εγκαλούσης κατά μήνα Μάιο του έτους 2003 και συγκεκριμένα την 9-5-2003 μετά από επίσκεψη συμπαράστασης στην οικία του ήδη σοβαρά νοσούντος αδελφού του, τον απεμάκρυνε από την σύζυγο του και με πρόφαση ότι θα πήγαιναν έναν περίπατο, τον οδήγησε σε κατάσταση απώλειας μέρους της συνειδήσεως στην Τράπεζα Πειραιώς, κατάστημα ... και αφού απέκρυψε από τους υπαλλήλους την απώλεια της συνείδησης των πραττομένων, στην οποία είχε περιέλθει ο αδελφός του λόγω της ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε, συνέταξε επιστολή αίτηση προς την τράπεζα, στην οποία ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του ... και στο τέλος μάλλον οδηγώντας το χέρι του,,οράτε την σχετική έκθεση γραφολογικής εξετάσεως της υπογραφής, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του επί αιτήσεως με την οποία ο αδελφός του ζητούσε να διαγραφεί η μηνύτρια .... από τους συνδικαιούχους του προϊόντος 'REPOS" (βεβαιωτικό σύμβασης πώλησης με το σύμφωνο επαναγοράς άυλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου) με αριθμό ..... συνολικής αξίας 431.194 ευρώ καθώς και του λογαριασμού φύλαξης χρεογράφων με αριθμό αίτησης ..... αξίας 82000 ευρώ, των οποίων ήταν συνδικαιούχοι: οι δύο σύζυγοι και στη θέση της να εγγραφεί ο κατηγορούμενος ως συνδικαιούχος. Το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε στους υπαλλήλους της τράπεζας από τους οποίους απεκρύβει το γεγονός ότι ο αιτών λόγω σοβαρής 'νόσου και της σχετικής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε είχε απώλεια μέρους της συνειδήσεως και δεν ήταν πλήρως ικανός για δικαιοπραξία ούτε είχε συνείδηση των, τραπεζικών εργασιών που ζητούσε να γίνουν, διότι δεν είχε λόγο να αποκλείσει την σύζυγο του από την διαχείριση των κοινών τους χρημάτων. Οι υπάλληλοι της τράπεζας αγνοούντες την πραγματική κατάσταση του αιτούντος διέγραψαν την μηνύτρια από συνδικαιούχο ενώ στη θέση της ανεγράφη το όνομα του κατηγορουμένου και δημιουργήθηκε ο υπ' αριθμ. .... κοινός λογαριασμός στο όνομα και του ..... Στον νέο αυτό λογαριασμό μεταφέρθηκαν δυνάμει του ίδιου εγγράφου τα ποσά των ως άνω αναφερομένων τραπεζικών προϊόντων και επιπλέον ποσό 4.424.23 ευρώ από το υπόλοιπο τόκων, που υπήρχε στον υπ'αριθμ. .... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε ο αδελφός του με την μηνύτρια. Με τον ίδιο ως άνω απατηλό τρόπο ο κατηγορούμενος, ο οποίος προφανώς είχε υποκλέψει την ταυτότητα του αδελφού του, εμφανίσθηκε στην τράπεζα επιδεικνύοντας το υπ'αριθμ. .... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ....., παρουσιαζόμενος ο ίδιος αντί του αδελφού του πέτυχε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της τραπέζης σχετικά με την πραγματική του ταυτότητα και να εισπράξει την 11-6-2003, μετά από νέα πλαστογραφημένη αίτηση-εντολή πώλησης μετοχών, 5.020 κοινές μετοχές της εταιρίας ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. και 27.190 μετοχές της εταιρίας ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε, που ανήκαν στην συγκυριότητα του αδελφού του και της μηνύτριας συζύγου του συνολικής αξίας 24.817,52. Η τελευταία αυτή πράξη έγινε ενώ η υγεία του ..... είχε επιδεινωθεί δραματικά, δεδομένου ότι απεβίωσε αμέσως μετά την ολοκλήρωση του σχεδίου του κατηγορουμένου την 16-7-2003. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος πέτυχε να ιδιοποιηθεί τις οικονομίες τόσο του αδελφού του όσο και της συζύγου του μηνύτριας χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, εκμεταλλευόμενος κυρίως την φυσική αδυναμία του αδελφού του να επιμεληθεί των περιουσιακών του στοιχείων, εξ αιτίας σοβαρής ασθένειας, συνεπεία της οποίας δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών. Η ωφέλεια που προέκυψε για τον κατηγορούμενο ήταν τουλάχιστον 513.194 ευρώ, ποσό του οποίου κατέστη δικαιούχος ήδη προ του θανάτου του αδελφού του μέσω του κοινού τραπεζικού λογαριασμού χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και προβάλει τους εξής ισχυρισμούς: Θεωρεί ότι δεν εκτιμήθηκε ορθά το αποδεικτικό υλικό, διότι η έκθεση γραφολογικής εξέτασης τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας αλλά από την προσεκτική ανάγνωση του εγγράφου αυτού φαίνεται καθαρά ότι ο θανών αδελφός του κατηγορουμένου οδηγήθηκε μηχανικά στην υπογραφή της αιτήσεως. Επειδή όμως ουδείς άλλος ανεμείχθη στην μεταφορά των χρημάτων πλην του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε είναι και ο αμέσως ωφελούμενος από αυτήν είναι σαφές ότι εκείνος του οδήγησε το χέρι και ολοκλήρωσε την υπογραφή. Επίσης η κατάθεση των υπαλλήλων της τραπέζης ότι ο θανών, κατά την επίσκεψη του στη τράπεζα, δεν φαινόταν ασθενής ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, ουδόλως απαλλάσσει τον κατηγορούμενον, διότι η μη εμφανής αδυναμία κάποιου προσώπου, δεν σημαίνει και πραγματική ικανότητα του. Ακριβώς αυτό το σημείο θεμελιώνει την ευθύνη του εκκαλούντος, ο οποίος γνώριζε την αληθή κατάσταση της υγείας του αδελφού του και την απέκρυψε από τους: υπαλλήλους. Επίσης ο εκκαλών θεωρεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αγνόησε τις καταθέσεις που τον φέρουν την 11-6-2003 απόντα από τον γεωγραφικό χώρο της Αττικής αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε άγνωστο συνεργό για την ολοκλήρωση της πράξης του, δοθέντος, ότι ο αδελφός του είναι λογικά αδύνατον να ησχολήθη με τραπεζικές εργασίες μόλις πέντε ημέρες προ του θανάτου του και μάλιστα χωρίς να έχει ισχυρό λόγο να το πράξει, αφού μάλιστα όχι μόνον δεν είχε λόγο αποκλεισμού της συζύγου του από τις κοινές τους οικονομίες αλλά είχε μαζί της αποκτήσει και δύο παιδιά, τα οποία τότε ήσαν σε βρεφική ηλικία και λογικά θα είχε κάθε λόγο να τα εξασφαλίσει οικονομικά. Πράγματι ενώ σταθερή θέση του κατηγορουμένου αποτελεί ότι τις υπό κρίσιν τραπεζικές πράξεις ενήργησε μόνος τους, αυτοβούλως και εν πλήρει συνειδήσει των πραττομένων ο αδελφός του, δεν εξηγεί το λόγο που θα μπορούσε να θεμελιώσει λογικά την εχθρική αυτή στάση του θανόντος προς την σύζυγο και κατ' ακολουθίαν και τα τέκνα του, οι οποίοι ζημιώθηκαν στο σύνολο των δικαιωμάτων τους επί των χρημάτων του θανόντος και μάλιστα λίγες μόλις ημέρες προ του θανάτου του." Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση από τον κατηγορούμενο των εγκλημάτων της διακεκριμένης πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της διακεκριμένης απάτης, κατά συρροή, καθόσον στοιχειοθετούνται τα ανωτέρω εγκλήματα υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος με την αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.στ',216 και 386 ΠΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ευθέως και εκ πλαγίου, για τους εξής ειδικότερα λόγους :α)Δεν αναφέρει με σαφήνεια εάν ο αναιρεσείων υπέγραψε την αίτηση προς την Τράπεζα Πειραιώς κατ' απομίμηση της υπογραφής του αδελφού του ή ο ίδιος ο αδελφός του καθόσον η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "μάλλον οδηγώντας το χέρι του αδελφού του έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του" είναι ενδοιαστική, β) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων απέκρυψε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας "την απώλεια συνείδησης των πραττομένων του αδελφού του" χωρίς περαιτέρω να εξηγεί αν αυτή ήταν εμφανής και ποία η αιτία της καθόσον η παραδοχή ότι αυτή οφείλεται στην ισχυρή φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίστατο δεν αρκεί, εντούτοις παραπέμπεται ότι παρέστησε με πρόθεση ψευδώς εν γνώσει του στους ανωτέρω υπαλλήλους ότι ο αδελφός του έχει πλήρη συνείδηση των πραττομένων και γ) δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον αναιρεσείοντα των αποδιδομένων ως άνω αξιοποίνων πράξεων, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το με αριθ. 1189/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για υπεξαίρεση (υφαίρεση) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανερχομένης στο ποσό των 24.817,52 ευρώ που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στην Αθήνα την 10-6-2003. Και Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη. ΠΟΠΔ για πλημμέλημα υπεξαίρεσης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 804/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 13/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1901/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 15/16-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 5/13-2-2007 αίτηση - αναίρεσης του ...... κατά του με αριθμ 13/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με το οποίο απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη η με ημερομηνία 2-2-2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 34/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αεροδικείου Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη, εξύβριση κα απειλή και εκθέτω τα παρακάτω. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 204 &1 και 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα '' 1. Κατά βουλευμάτων του δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου επιτρέπονται τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΚΠΔ στα πρόσωπα και με προϋποθέσεις που ορίζονται σ'αυτόν. ......'' και '' 2 Κατά των βουλευμάτων του δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκτός από αυτά που αποφαίνονται επί αιτήσεων αναθεώρησης επιτρέπεται αναίρεση κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ. ,''προκύπτει ότι επί βουλευμάτων των Δικαστικών Συμβουλίων του Στρατοδικείου επιτρέπονται ένδικα μέσα , που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΚΠΔ , και ειδικά για αναίρεση επιτρέπεται ή άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ έκτός από την περίπτωση που το βούλευμα έχει περιεχόμενο αίτηση αναθεώρησης . Τουτέστιν μετά την θέση σε ισχύ του νέου Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα οι διατάξεις του επί του κεφαλαίου αυτού ευθυγραμμίστηκαν με αυτές του ΚΠΔ και διέπονται από αυτές. Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 482 & 1 ΚΠΔ και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη '' 1 Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του '' και κατά την δεύτερη '' 1 Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή .......,η....'' το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι για να ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος πρέπει να παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για κακούργημα ή να παύει προσωρινά την εναντίον του ποινική δίωξη και ότι όταν ασκήθηκε αναίρεση κατά βουλεύματος το όποιο δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του κατηγορουμένου άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο κηρύσσει την ασκηθείσα έφεση του σαν απαράδεκτη και το οποίο κατά τις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμ. 21/24-11-2008 αναίρεση κατά του με αριθ.13/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την με ημερομηνία 2-2-2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 34/ 19-12-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αεροδικείου Αθηνών με την οποία τον παραπέμπει ατό ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου να δικαστεί για βαριά σωματική βλάβη, εξύβριση και απειλή και το οποίο βούλευμα δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ τούτων εφαρμοζομένων και επί των βουλευμάτων των Στρατοδικείων σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή αριθμ. 21/ 24-11-2008 αίτηση αναίρεσης του ..... κατά του με αριθμ. 13/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με το οποίο απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη ή με ημερομηνία 2-2-2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 34/19-12-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αεροδικείου Αθηνών. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 15-1-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 204 παρ.2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, κατά των βουλευμάτων του δικαστικού συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, εκτός από αυτά που αποφαίνονται επί αιτήσεων αναθεώρησης, επιτρέπεται αναίρεση κατά τις διατάξεις του Κ.Π.Δ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση περιορίσθηκε μόνον επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται πλέον τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Εξάλλου, κατά το άνω άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο και συνεπώς και αυτό της αναίρεσης ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα προς τούτο ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος .... στρέφεται κατά του υπ' αριθμ.13/2008 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 34/2007 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αεροδικείου Αθηνών, που τον παρέπεμπε για τις πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης της απειλής και της εξύβρισης. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, εφόσον το πληττόμενο βούλευμα απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 21/24-11-2008 αίτηση του .... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 13/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετά την τροποποίηση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με το οποίο απορρίπτεται η έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως για τον άνω λόγο.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
0
Αριθμός 803/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 77/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Λάρδο Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1770/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 11/20-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 24-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 77/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω εκκαλουμένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 16/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και επεκυρώθη τούτο, αφού επαναδιετυπώθη η παραπεμπτική διάταξή του και παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση εις βαθμό κακουργήματος. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Επειδή, η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όταν αυτά προσδιορίζονται κατ'είδος (κατηγορίες), έστω και χωρίς αναλυτική παράθεσή τους και μνεία των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από το καθένα. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης, ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του το σύνολο τούτων (βλ. ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 1853/2005 εις ΠΧ/ΝΣΤ'/531, 514). Τα έγγραφα, αποτελούντα ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, πρέπει, είτε να μνημονεύωνται κατ'είδος στην αιτιολογία, είτε να προκύπτη από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι ελήφθησαν πράγματι υπ'όψη όλα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Διαφορετικά ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Εξ'άλλου, η ως άνω αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην εν λόγω πρόταση (βλ. ΑΠ 861/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/408). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, στην αιτιολογία αυτού, ως και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αυτό αναφέρεται, ουδόλως μνημονεύονται, ως είδος αποδεικτικού μέσου, τα έγγραφα της δικογραφίας, εν αντιθέσει προς τα λοιπά, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο. Αναφορά στα έγγραφα της δικογραφίας γίνεται από το προσβαλλόμενο βούλευμα μόνο διά την κρίση του περί του νομοτύπου και εμπροθέσμου της εφέσεως και της αιτήσεως αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος. Εκ δε του ότι στην εισαγγελική πρόταση αναφέρονται διάφορα έγγραφα, ουδεμία προκύπτει βεβαιότης, ότι ελήφθη υπ'όψη το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας. Έτσι, όμως, στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως. Κατόπιν δε τούτου, παρέλκει η έρευνα και του άλλου προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 77/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενα από άλλους δικαστές. Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 3.000 ευρώ τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 77/2008 βούλευμα, με καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. ".... Ο εκκαλών κατηγορούµενος Χ1 µαζί µε τον ήδη αποβιώσαντα στις 17.1.02 από ανίατη ασθένεια αδελφό του Χ2, σύζυγο της Χ3, συνέστησαν το έτος 1984 την παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα Α.Ε με την επωνυμία " Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρείσεις και ακολούθως το έτος 1986 συνέστησαν δεύτερη εταιρία µε την επωνυµία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδη Α.Ε", µε σκοπό την εκµετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων που βρίσκονται στη ...... Οι µετοχές των δύο Α.Ε ανήκαν κατ' ισοµοιρία στα δύο αδέλφια. Μέλη του διοικητικού σuµβουλίου της πολιτικώς ενάγουσας ήταν από το έτος 1998 οι Χ2, πρόεδρος, Χ1, διευθύνων σύµβουλος, ..... αντιπρόεδρος και οι .... και ...., µέλη. Ορίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία εκπροσωπείται από κοινού ή µεµονωµένα από τους Χ2 και τον εκκαλούντα. Οµοίως, ορίστηκε η εκπροσώπηση και της παραπάνω δεύτερης εταιρίας, στην οποία πρόεδρος ήταν ο κατηγορούµενος και διευθύνων σύµβουλος ο Χ2. Κατά την διάρκεια του έτους 2001 ο Χ2 ασθενούσε βαρύτατα και µάλιστα επί τρίµηνο. νοσηλεύθηκε σε νοσηλευτικό ίδρυµα των ΗΠΑ, η δε ασθένειά του δεν του επέτρεπε να ασχολείται µε τις οικονοµικές δοσοληψίες της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει ο κατηγορούµενος, τον οποίο εµπιστευόταν ο αδελφός του. Η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, τηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασµούς καταθέσεων και συγκεκριµένα, στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατάστηµα ......, τον υπ' αριθµ. ..... λογαριασµό και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστηµα ....., τον υπ' αριθµ. .... λoγαριασμό. Η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης Α.Ε" τηρούσε πέντε τραπεζικούς λογαριασµούς καταθέσεων και συγκεκριµένα στην Εµπορική Τράπεζα τον υπ' αριθµ. .... λογαριασµό, στην ALPHA ΒΑΝΚ τους δύο υπ' αριθµ. .... και ..... λογαριασµούς, στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθµ. .... λογαριασµό και στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου τον υπ' αριθµ. . λογαριασµό. Τα έσοδα, εισπράξεις της πολιτικώς ενάγουσας, προέρχονταν είτε από τα τουριστικά πρακτορεία, τα οποία µίσθωναν τα δωµάτια του ξενοδοχείου της, είτε από τα τµήµατα του ξενοδοχείου, δηλαδή το εστιατόριο, το µπαρ, κ.λ.π. Όλα τα έσοδα της πολιτικώς ενάγουσας έπρεπε να κατατίθενται στους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασµούς της, αφού πληρωθούν οι τρέχουσες µικροδαπάνες και τα έξοδα της έπρεπε να εξοφλούνται µε επιταγές των δύο τραπεζών, εκτός από τα µικροέξοδα και τις πληρωµές δαπανών - εξόδων µε αποδείξεις. Μετά τον θάνατο του Χ2 και κατά το χρονικό διάστηµα από 26.1.2002 έως 4.11.2002 το γερµανικό πρακτορείο τουρισµού ".....", που εδρεύει στο.... της Γερµανίας, εξέδωσε σε διαταγή "...." εννέα επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα CITYBANK, συνολικού ποσού 661.406,24 ευρώ και κατέβαλε σε µετρητά στο "....." το ποσό των 50.000 ευρώ. Σύµφωνα µε την από 14.2.2003 επιστολή του παραπάνω πρακτορείου οι πληρωµές µε τις εννέα επιταγές και τα µετρητά συνολικού ποσού 711.406,24 ευρώ, πραγµατοποιήθηκαν για το ξενοδοχείο "...." και αφορούσαν είτε εξόφληση οφειλών του, είτε προκαταβολές της καλοκαιρινής περιόδου του έτους 2003 έναντι των κρατήσεων δωµατίων που θα πραγµατοποιούσε το πρακτορείο. Οι εννέα επιταγές και τα µετρητά των 50.000 ευρώ περιήλθαν στα χέρια του εκκαλούντος κατηγορουµένου ως διευθύνοντος συµβούλου και διαχειριστή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας. Μεταξύ των παραπάνω εννέα επιταγών ήταν και οι εξής χρονολογικά τελευταίες του έτους 2002 τρεις επιταγές: α) ..... ποσού 50.000 ευρώ, β) .... ποσού 74.643 ευρώ και γ) ..... ποσού 150.000 ευρώ, που αφορούσαν προκαταβολές για το έτος 2003. Ο εκκαλών έδωσε εντολή να καταχωρηθούν στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας τα ποσά των παραπάνω τριών επιταγών ως εισπράξεις από το παραπάνω πρακτορείο. Τα ποσά των επιταγών απεικονίζονταν µόνο ως λογιστικά µεγέθη στα βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και δεν κατέθεσε ο εκκαλών στο ταµείο της, είτε συγχρόνως µε την καταχώρηση των προαναφεροµένων εισπράξεων στα βιβλία της είτε µεταγενέστερα και µέχρι την 14.11.2002, ηµεροµηνία, κατά την οποία παραιτήθηκε από διευθύνων σύµβουλος και διαχειριστής της, τα χρήµατα των εισπράξεων, ούτε και τα κατέθεσε στους τραπεζικούς λογαριασµούς της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, όπως όφειλε να πράξει, έτσι ώστε να µην γίνει αντιληπτή µεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψή τους, αλλά αφού οπισθογράφησε τις τρεις επιταγές ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας, θέτοντας συγχρόνως στην υπογραφή του την εµπορική-εταιρική σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης: α) στις 9.9.2002 εµφάνισε προς εξόφληση στην Εµπορική τράπεζα την υπ' αριθµ. .... επιταγή και κατέθεσε το ποσό των 50.000 ευρώ αυτής της επιταγής στον υπ' αριθµ. .... κοινό λογαριασµό µε συνδικαιούχους τον ίδιο ατοµικά και την Χ3, τον οποίο άνοιξε µόνος του στις 2.8.2002, εν αγνοία της τελευταίας, η οποία, ουδέποτε υπέγραψε την σχετική σύµβαση ανοίγµατος κοινού λογαριασµοού και ουδέποτε την ενέκρινε και τον οποίο αποκλειστικά ο ίδιος διαχειριζόταν, ιδιοποιούµενος παράνοµα το παραπάνω ποσό το οποίο ακολούθως ανέλαβε ολόκληρο την επόµενη ηµέρα 10.9.2002, β) στις 9.10.2002 µεταβίβασε την υπ' αριθµ. ..... επιταγή ποσού 74.643 ευρώ στην ταξειδιωτική-τουριστική εταιρία µε την επωνυµία "TUI HELLAS Α.Ε" προκειµένου να εξοφληθεί απαίτηση της ποσού 44.020,54 ευρώ, έναντι της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, το δε υπόλοιπο ποσό των 30.622,46 ευρώ (74.643 - 44.020,54) εισέπραξε ο εκκαλών και από αυτό κατεβαλε στις 15.10.2002 το ποσό των 3.000 ευρώ στην εταιρία "...." για εξόφληση οφειλών της πολιτικώς ενάγουσας, το δε αποµένον υπόλοιπο ποσό των 27.622,46 ευρώ το ιδιoπoιήθηκε παράνοµα στις 11.10.2002 και ακολούθως από αυτό αυθηµερόν κατέθεσε τα ποσά των 8.800,09 και 16.199,91 ευρώ στους αντίστοιχους υπ' αριθµ. .... και .... τραπεζικούς λογαριασµούς της εταιρίας "Ξενοδοχειακές- Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης Α.Ε" στην τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ, από τους οποίους µεταγενέστερα τα ανέλαβε, γ) στις 29.10.2002 εµφάνισε προς εξόφληση στην Εµπορική τράπεζα την υπ αριθµ. .... µεταχρονολογηµένη επιταγή και κατέθεσε το ποσό των 150.000 ευρώ αυτής στον υπ' αριθµ. ..... τραπεζικό λογαριασµό της εταιρίας "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης Α.Ε" και αφού µεταγενέστερα, εντός του µηνός Νοεµβρίου 2002, ανέλαβε σταδιακά ολόκληρο το ποσό των 150.000 ευρώ, κατέβαλε στις 7.11.2002 το ποσό των 13.450 ευρώ στον ΟΤΕ για εξόφληση οφειλής της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας και ιδιοποιήθηκε παράνοµα το υπόλοιπο ποσό των 136.550 ευρώ. Συνολικά ο εκκαλών ιδιοποιήθηκε παράνοµα µεταχειριζόµενος τα παραπάνω τεχνάσµατα της λογιστικής µόνο καταχώρησης των επιταγών στα βιβλία και της κατάθεσης των χρηµάτων των επιταγών σε τραπεζικούς λογαριασµούς ξένους προς την πολιτικώς ενάγουσα, ώστε να µην εµφανίζονται µετρητά στο ταµείο και τους τραπεζικούς λογαριασµούς της, µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήµατος, κατά το χρονικό διάστηµα από 9.9.2002 έως την 14.11.2002, ηµεροµηνία κατά την οποία παραιτήθηκε από διευθύνων σύµβουλος και διαχειριστής της, το ποσό των 214.172,46 ευρώ, πρόκειται δε για αντικείµενο ιδιαίτερης µεγάλης αξίας, σύµφωνα µε τα κρατούντα στις συναλλαγές, που το είχαν εµπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως διευθύνοντος συµβούλου, εντολοδόχου και διαχειριστή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, το δε συνολικό αντικείµενο της απάτης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ο Χ2, κατά το θανατό του στις 17.1.2002, κατέλειπε ως εκ διαθήκης κληρονόµους του την συζυγό του Χ3 και τις θυγατέρες του ...., .... και ...... Ένα περίπου µήνα από το θάνατο του Χ2, ο εκκαλών, σκοπεύοντας να αποκλείσει την δυνατότητα στην Χ3 να λάβει γνώση κρίσιµων εγγράφων που αφορούσαν την εκκαλούσα εταιρία, µε την από 15.2.2002 πρόχειρη ιδιόγραφη εντολή του προς τον ....., λογιστή των δύο εταιριών των οποίων ήταν διαχειριστής, απαγόρευσε στον λογιστή να χορηγεί στοιχεία της πολιτικώς ενάγουσας σε οποιονδήποτε. Η εκπροσώπηση και διαχείριση και των δύο παραπάνω εταιριών συνεχίστηκε αποκλειστικά από τον εκκαλούντα µετά το θάνατο του αδελφού του κατά την διάρκεια του έτους 2002 και µέχρι την 14.11.2002, όταν πλέον είχαν εισπραχθεί και οι εννέα επιταγές έκδοσης της εταιρίας "...." του έτους 2002 και τα µετρητά ποσού 50.000 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 711.406,24 ευρώ. Επειδή όµως δηµιουργήθηκαν µεταξύ του εκκαλούντος και των συγκληρονόµων του Χ2 διενέξεις και διαφορές όσον αφορά τον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης των δύο εταιριών, στις 14.11.2002 συντάχθηκαν: α) ιδιωτικό συµφωνητικό µεταβίβασης ανώνυµων µετοχών, β) πρακτικό της καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας και γ) εξωεταιρική σύµβαση των µετόχων των δύο εταιριών. Με αυτά αποφασΙστηκε οι µέτοχοι να ανταλλάξουν τις µετοχές τους µε τρόπο, ώστε να διαχωρισθούν οι δύο εταιρίες και η µεν πολιτικώς ενάγουσα εταιρία να ανήκει εξ ολοκλήρου στους κληρονόµους του Χ2, η δε εταιρία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης Α.Ε" στον εκκαλούντα και την σύζυγο του ...... Επειδή η οικονοµική αξία της πολιτικώς ενάγουσας φερόταν ότι ήταν µεγαλύτερη της νεώτερης εταιρίας, συµφωνήθηκε επίσης οι κληρονόµοι του Χ2 να µεταβιβάσουν στον εκκαλούντα κατά πλήρη κυριότητα, χωρίς καταβολή τιµήµατος, τα ποσοστά τους εξ αδιαιρέτου επί οκτώ αγρών στην ..... και επίσης να επιβαρυνθούν µε υποχρεώσεις προς τρίτους των δύο εταιριών ύψους 1.145.000 ευρώ ενώ ο εκκαλών επιβαρύνθηκε µε αντίστοιχες υποχρεώσεις ύψους 591.000 ευρώ. Με το από 14.11.2002 πρακτικό της, η γενική συνέλευση της πολιτικώς ενάγουσας ενέκρινε τα πεπραγµένα του διοικητικού συµβουλίου της µέχρι και την 31.10.2002, απάλλαξε τα µέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε, ότι το κλείσιµο της 31.10.2002 έχει καλώς, αφού όλες οι εισπράξεις και οι πληρωµές στηρίζονται σε πραγµατικές συναλλαγές και νόµιµα παραστατικά. Επίσης παραιτήθηκε το ΔΣ της πολιτικώς ενάγουσας και έγινε η εκλογή νέου ΔΣ, το οποίο ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώµα µε πρόεδρο και διευθύνοντα σύµβουλο την Χ3. Μετά τον διαχωρισµό των δύο εταιριών για πρώτη φορά η Χ3 διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο της πολιτικώς ενάγουσας για τα έτη 2000, 2001 και 2002. Ο διενεργήσας τον έλεγχο ορκωτός λογιστής ....υπέβαλλε προς το ΔΣ της πολιτικώς ενάγουσας την από 6.1.2004 έκθεση του στην οποία, µεταξύ των άλλων αναφέρει ότι: α) όσον αφορά τον λογαριασµό "ταµείο" από 1.1.2000 έως 31.12.2000, καταχωρήθηκαν στο θεωρηµένο συγκεντρωτικό ηµερολόγιο γενικής λογιστικής πληρωµές προς το ΙΚΑ, συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ, βάσει τριάντα γραµµατΙων είσπραξης του ΙΚΑ τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν από το ΙΚΑ, ουδέποτε εισπράχθηκαν από το ΙΚΑ τα 180.000.000 δρχ. και συνεπώς δεν. πληρώθηκαν το έτος 2000 από την πολιτικώς ενάγουσα και αφαιρέθηκαν αδικαιολόγητα από το ταµείο της. (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηµατισθεί άλλη δικογραφία), β) όσον αφορά τον λογαριασµό "ταµείο" από 1.1.2001 έως 31.12.2001 καταχωρήθηκε πληρωµή ποσού 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ µε συνέπεια να µειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασµού "ταµείο", ενώ έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρίας και µε τον παραπάνω λογιστικό χειρισµό αφαιρέθηκε αδικαιολόγητα από το ταµείο της πολιτικώς ενάγουσας το ποσό των 221.000.000 δρχ (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηµατισθεί άλλη δικογραφία) και γ) όταν επιχείρησε να διενεργήσει καταµέτρηση του ταµειακού αποθέµατος της εταιρίας τον Νοέµβριο 2003, η Χ3 του δήλωσε ότι στο ταµείο της εταιρίας δεν υπάρχουν µετρητά, επειδή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της ως προέδρου του ΔΣ, δεν της παραδόθηκαν µετρητά από το προηγούµενο ΔΣ. Ο εκκαλών εκµεταλλευόµενος πρώτον το γεγονός ότι είχε αποβιώσει ο αδελφός του και ασκούσε αποκλειστικά ο ίδιος την διαχείριση και εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας από την 17.1.2002 έως την 14.11.2002, και δεύτερον τον αποκλεισµό µε εντολή του οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόµων του αδελφού του οι οποίοι κατείχαν το 50% των µετοχών και των δύο παραπάνω Α.Ε, στα εµπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιµα έγγραφα της πολιτικώς ενάγουσας, ώστε να µην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονοµικό και διαχειριστικό έλεγχο στην εταιρία, ιδίως αναφορικά. µε τις εισπράξεις της, έτσι ώστε να ευρίσκονται εν αγνοία της οικονοµικής κατάστασής της, µέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συµβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγµένων του ΔΣ µε απόφαση της Γ.Σ. των µετόχων της 14.11.2002, έχοντας εισπράξει, όπως έχει προηγηθεί τα ποσά των 50.000 €, 27.622,46 € και 136.550 € από τις αντίστοιχες υπ' αριθµ. ...., ... και ... επιταγές, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δέχτηκε πρώτον µε την εντολή του να καταχωρηθούν τα ποσά των επιταγών στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και δεύτερον µε την οπισθογράφησή τους µε την εµπορική-εταιρική σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας, ότι τα χρήµατα των επιταγών αποτελούσαν εισπράξεις και περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας, δεν εισήγαγε στο συνολικό ποσό των 214.172,46 ευρώ σε µετρητά στο ταµείο της, ούτε κατέθεσε το συγκεκριµένο ποσό στους δύο τραπεζικούς λογαριασµούς της, για να µην εµφανίζονται µετρητά και τoύτο αποτελούσε τέχνασµα έτσι ώστε να µην γίνει αντιληπτή µεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψη των χρημάτων, είτε από το ταμείο είτε από τους τραπεζικούς λογαριασµούς, ούτε παρέδωσε στο νέο ΔΣ της πολιτικώς, ενάγουσας, κατά την παραίτηση τους στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συµβούλου αυτής το συνολικό ποσό των 214.172,46 ευρώ για να εισαχθεί στο ταµείο της, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνοµα, την δε βούλησή του να ιδιοποιηθεί τα χρήµατα εκδήλωσε κατά το χρονικό διάστηµα από 9.9.2002 εως 14.11.2002. Ο εκκαλών πίστευε εσφαλµένα, ότι µετά την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη, µε απόφαση της Γ.Σ., η Χ3 δεν είχε πλέον κανένα λόγο να διενεργήσει, ως νέα πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της εταιρίας, οικονοµικό και διαχειριστικό έλεγχο αυτής. Όµως η, κατά τα ανωτέρω, απαλλαγή του εκκαλούντος από οποιαδήποτε ευθύνη, δεν αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του ή άρσης του αξιοποίνου ή προσωπικό λόγο απαλλαγής του, κατά τον Ποινικό Κώδικα. Ο εκκαλών αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω τρεις επιταγές εκδόθηκαν σε διαταγή ".....", του οµίλου....., και όχι µόνο της πολιτικώς ενάγουσας στην οποία ανήκε το ξενοδοχείο .... και ότι τα χρήµατα δαπανήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των δύο ξενοδοχείων που ανήκαν στις δύο εταιρίες, και ότι όλα ελέχθηκαν από τους κληρονόµους του αδελφού του προτού γίνει η εξωεταιρική σύµβαση των µετόχων. Οι ισχυρισµοί του εκκαλούντος δεν ευσταθούν δεδοµένου ότι η οπισθογράφηση και των τριών επιταγών έγινε από τον εκκαλούντα µε την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συµβούλου, διαχειριστή και εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και όχι της δεύτερης εταιρίας, τα δε χρήµατα από τις επιταγές έπρεπε να κατατεθούν στους δύο τραπεζικούς λογαριασµούς της πολιτικώς ενάγουσας ή να εισαχθούν στο ταµείο της από τον εκκαλούντα, ο οποίος παρέλειψε να το πράξει, παρά το ότι έδωσε εντολή να καταχωρηθούν τα ποσά των επιταγών στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας, ώστε να µην γίνει αντιληπτή µεταγενέστερη εκταµίευση χρηµάτων που δεν θα αφορούσε πραγµατικές δαπάνες της πολιτικώς ενάγουσας. Ουδείς οικονοµικός η λογιστικός έλεγχος προηγήθηκε της εξωεταιρικής σύµβασης, είτε από τον λογιστή ...., τον οποίο είχε προσλάβει η Χ3 ως φορολογικό σύµβουλο, είτε από τρίτον, για λογαριασµό των κληρονόµων του Χ2. Εκτός από τα ποσά των παραπάνω τριών επιταγών, συνολικού ποσού 274.693 ευρώ ο εκκαλών µε την προαναφεροµένη ιδιότητα του εισέπραξε κατά το χρονικό διάστηµα από 26.1.2002 έως και 12.8.2002 από το παραπάνω γερµανικό πρακτορείο και το ποσό των 436.763, 24 ευρώ (711.406,24 - 274643) µε τις υπόλοιπες έξι επιταγές έκδοσης έτους 2002 συνολικού ποσού 386.763,24 € και σε µετρητά 50.000 ευρώ, τα οποία επίσης καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας ως εισπράξεις-έσοδα, µόνο ως λογιστικό µέγεθος, δίχως όµως να καταθέσει στους δύο τραπεζικούς λογαριασµούς της το συγκεκριµένο ποσό και δίχως να εισάγει στο ταµείο της τα χρήµατα. Επίσης εισέπραξε και εµφάνισε στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας το έτος 2002 ως έσοδα το ποσό των 155.050 ευρώ από άλλα πρακτορεία, το ποσό των 84.363,94 ευρώ από τµήµατα του ξενοδοχείου και το ποσό των 166.690 ευρώ ως λοιπές εισπράξεις. Τα παραπάνω ποσά (436.763,24 + 155.050 + 84.363,94 + 166.690) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 792.867,18 ευρώ. Εποµένως ο εκκαλών διέθετε επαρκή µετρητά και µάλιστα πριν από την είσπραξη των παραπάνω χρονολογικά τελευταίων τριών επιταγών, για την πληρωµή, εντός του έτους 2002, των προς τρίτους οφειλών, εκτός από τις προαναφερόµενες προς τις εταιρίες TUI HELLAS ΑΕ, .....και ΟΤΕ, συνολικού ποσού 206.229,99 ευρώ, τις οποίες αναφέρει λεπτοµερώς στο απολογητικό του υπόµνηµα και επαναλαµβάνει στην έφεση του και συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η δαπάνη των χρηµάτων των παραπάνω τριών, χρονολογικά τελευταίων επιταγών. Ο διαλαµβανόµενος στην από 7.4.2003 τροποποιητική σύµβαση για το "Συµβόλαιο Ξενοδοχείου 2003" που καταρτίστηκε α) µεταξύ του παραπάνω γερµανικού πρακτορείου, νοµίµως εκπροσωπουµένου, β) της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας νοµίµως εκπροσωπουµένης από την Χ3 και γ) της εταιρίας "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Γεωργαλλίδης ΑΕ", νοµίµως εκπροσωπουµένης από τον εκκαλούντα κατηγορούµενο, δεύτερος όρος περί του ότι όλες οι εκκρεµείς προπληρωµές που συµφωνήθηκαν από το συµβόλαιο του 2003, που υπογράφηκε την 1.8.2002 θα διευθετηθούν σε ποσοστό 68 % από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία και σε ποσοστό 32 % από τη δεύτερη εταιρία, συµφερόντων του εκκαλούντος, ουδεµία ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, γιατί είχε ήδη τελεσθεί η υπεξαίρεση των χρηµάτων από τον εκκαλούντα. Με βάση τα προεκτεθέντα, το Συµβούλιο Πληµµελειοδικών Ρόδου µε το εκκαλούµενο βούλευµα, ορθά εκτίµησε τις αποδείξεις και τα πραγµατικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανάκριση και ορθά παρέπεµψε τον εκκαλούντα κατηγορούµενο στο ακροατήριο του Τριµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου για να δικαστεί για την προαναφερόµενη πράξη για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία, η δε έφεση πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλoύµενo βούλευµα αφού επαναδιατυπωθεί η παραπεµπτική του διάταξη, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαµβανόµενα... ". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου, τα αντίθετα δε από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Η αιτίαση περί αντιφατικών παραδοχών του βουλεύματος είναι απαράδεκτη διότι, υπό την επίφαση δήθεν αντιφάσεων, ο αναιρεσείων πλήττει την διαφορετική από τις απόψεις του ουσιαστική κρίση του συμβουλίου. Τέλος, απαραδέκτως αιτιάται το βούλευμα ότι δεν εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού η σχετική αναφορά του διατυπώνεται αορίστως χωρίς ειδικό και συγκεκριμένο προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων τα οποία το συμβούλιο φέρεται ότι παρέλειψε να εκτιμήσει. Συνεπώς, ο για έλλειψη αιτιολογία εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ μόνος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 ΚΠΔ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. Επειδή δια της παρούσης αιτούμαι και την αυτοπρόσωπο παράσταση κατά τη συζήτησή ... " παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει και αναλύει τον κατά τα άνω μοναδικό λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτού. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 5/24-10-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 77/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Απορρίπτει αίτημα κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
2
Αριθμός 800/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Εξάρχου, περί αναιρέσεως της 1278/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1962/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνον του αν. 690/1945, όπως αυτή αντικ, με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σ'αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένοι για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερουμένου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις ημερήσιες ή μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1278/2008 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση τριών (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η οποία εκδίδει στην ...... την τοπική εφημερίδα "......", απασχόλησε ως υπάλληλο γραφείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, το διάστημα από 5-2001 έως 12-4-2004 (αντί του εσφαλμένου αναγραφόμενου στο κατηγορητήριο χρονικό διάστημα από 12-2001 έως 20-4-2004) την πολιτικώς ενάγουσας, Ψ, κάτοικο ...... . Για το χρονικό αυτό διάστημα ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτήν, ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 360 ευρώ, οι οποίες υπολείπονταν των νομίμων αποδοχών που ορίζονταν στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπαλλήλων γραφείου, βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων (προκειμένου περί εγγάμου χωρίς τέκνα και πτυχιούχου ΤΕΙ όπως η πολιτικώς ενάγουσα). Για τις διαφορές αυτές η πολιτικώς ενάγουσα προσέφυγε στα όργανα του Υπουργείου Εργασίας, που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας και δήλωσε υπεύθυνα, ότι ο κατηγορούμενος της οφείλει για το ως άνω χρονικό διάστημα, τις διαφορές μεταξύ των καταβαλλομένων και των νομίμων αποδοχών με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, οι οποίες, λαμβανομένου υπόψη των εξοφλητικών αποδείξεων που προσκομίστηκαν, καθορίστηκαν από τον αρμόδιο υπάλληλο της ως άνω υπηρεσίας στο συνολικό ποσό των 12.871,48 ευρώ. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε από τους σχετικούς υπολογισμούς ( οι οποίες δεν αναφέρονται στην μηνυτήρια αναφορά, αλλά δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα από τον κατηγορούμενο και την πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο), ότι ο κατηγορούμενος οφείλει στην παραπάνω εργαζομένη συνεπεία της σύμβασης εργασίας: 1) Διαφορές αποδοχών Μαίου 2001/Δεκεμβρίου 2001 ποσού 2.856,51 ευρώ, 2) διαφορές αποδοχών έτους 2002 ποσού 903,70 ευρώ, 3) διαφορές αποδοχών έτους 2003 ποσού 4.198,45 ευρώ, 4) διαφορές αδείας έτους 2001 318,75 ευρώ, 5) Επίδομα αδείας έτους 2001 318,75 ευρώ, 6) δώρο Χριστουγέννων έτους 2001 627,82 ευρώ, 7) Επίδομα αδείας έτους 2002 ποσού 23,83 ευρώ, 8) Δώρο Πάσχα έτους 2002 ποσού 330,31 ευρώ, 9) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2002 ποσού 35,23 ευρώ, 10) Επίδομα αδείας έτους 2003 ποσού 357,70 ευρώ, 11) Δώρο Πάσχα έτους 2003 ποσού 357,70 ευρώ, 12) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2003 715,40 ευρώ, 13) Επίδομα αδείας έτους 2004 ποσού 238,08 ευρώ, 14) Δώρο Πάσχα έτους 2004 ποσού 372,00 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 12.871,48 ευρώ. Τα όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας πριν να υποβάλουν την μήνυση, κάλεσαν τον κατηγορούμενο να ρυθμίσει την οφειλή του. Όπως προκύπτει από το Δελτίο Εργατικής διαφοράς, ο κατηγορούμενος δήλωσε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ότι αποδέχεται πλήρως την με αριθ. ...... απόφασης της ΤΔΕ του ΙΚΑ η οποία εκδόθηκε ύστερα από ένσταση της εργοδότριας εταιρίας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατηγορούμενο, που. έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα εργάστηκε από 5-2001 έως 11-2001 μόνο 10 ημέρες και από 12-01 έως 6-2003 με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως υπάλληλος γραφείου. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα η εργασιακή σχέση συνεχίστηκε ως έχει παρόλο που η εργαζόμενη άρχισε μεθοδικά να απουσιάζει από την εργασίας της ενώ από 12-2003 έως 30-4-2004 εργαζόταν ευκαιριακά στο χώρο εργασίας. Από τα ανωτέρω δηλωθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ειδικότερα την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, την ειδικότητα της ως υπαλλήλου γραφείου αλλά ούτε το ύψος των οφειλομένων αποδοχών, όπως αυτές προέκυψαν από τους υπολογισμούς του αρμοδίου υπαλλήλου της Επιθεώρησης Εργασίας. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τα ανωτέρω ούτε κατά την επ' ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία, τα οποία αποδείχθηκαν πλήρως από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων. Εξάλλου το δικαστήριο δεν πείστηκε από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις ότι έχει εξοφλήσει την πολιτικώς ενάγουσα αφού αυτές δεν φέρουν ημεροχρονολογία για να ελεχθούν, αν αφορούν τις οφειλόμενες ή τις καταβαλλόμενες αποδοχές. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την με αριθ. 309/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά της 72/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, κρίνουσα ότι η συνδέουσα αυτούς σχέση δεν ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αλλά αυτή της συμβάσεως έργου, αφού το δεδικασμένο των πολιτικών δικαστηρίων δεν είναι, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, δεσμευτικό για τα ποινικά δικαστήρια( βλ και ΑΠ 300/2005 Νόμος). Με βάση τις παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 1 του Α.Ν. 690/1945." Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή, α) ποίες ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της πιο πάνω εργαζομένης, β) ποίο το σύνολο αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 5/2001 έως 12-4-2004 κατά το οποίο απασχολήθηκε αυτή, και γ) ποίο το ποσό που καταβλήθηκε στην εργαζομένη έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Επίσης ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." η οποία εκδίδει την τοπική εφημερίδα "ΑΓΩΝΑΣ" στο διατακτικό καταδικάσθηκε ως εργοδότης. Εξαιτίας των προαναφερομένων ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1278/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 799/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 1279/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1932/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Βέροιας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Με την υπ' αριθμό ..... βεβαίωση της ΔΟΥ Νάουσας βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου ποσό αρχικά ποσό 54.222,63€, μετά από διαγραφή βεβαιώθηκε σε βάρος του το ποσό των 27.111,33 ευρώ, από την ίδια αιτία που αφορά λοιπά χρέη, και μαζί με τις προσαυξήσεις, συνολικά ποσό 47.282,11 ευρώ, που κατέστη απαιτητό εφάπαξ στο σύνολο του στις 29.12.2000. Εναντι του άνω χρέους του, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό, καθυστερώντας να καταβάλει αυτό πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Για τη μη καταβολή του χρέους συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Νάουσας ο ..... πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, όπου ήταν εγγεγραμμένη η άνω οφειλή. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι άσκησε προσφυγή και επέτυχε την αναστολή της οφειλής του, η οποία δεν είναι εισέτι ληξιπρόθεσμη, με συνέπεια να καθίσταται ανενεργός η βεβαίωση του χρέους και να μην υφίσταται έρεισμα για την άσκηση ποινικής δίωξης είναι απορριπτέος. Ειδικότερα αποδείχθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας ο Τελώνης Πτολεμαΐδας (κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 παρ. 2 του ν. 1165/1918) εξέδωσε σε βάρος του κατηγορουμένου την ..... καταλογιστική πράξη, περί επιβολής πολλαπλού προστίμου, ύψους 18.476.360 δρχ., λόγω διαπράξεως από τον τελευταίο λαθρεμπορικής τελωνειακής παραβάσεως, και ειδικότερα γιατί κατείχε και κυκλοφορούσε στην Ελλάδα αυτοκίνητο με αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας μη νομίμως. Κατά της πιο πάνω καταλογιστικής πράξεως αυτός άσκησε ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων προσφυγή. Λόγω όμως, της ισχύος της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 137 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, η οποία ήταν ευεργετική υπέβαλε Τελωνείο την ..... αίτησή του περί υπαγωγής στην άνω διάταξη ενώ παράλληλα παραιτήθηκε και από την εκκρεμούσα προσφυγή του, με την με αριθμό την .....υπεύθυνη δήλωσή του. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε από τον Τελώνη Πτολεμαΐδας νέα καταλογιστική πράξη, περί επιβολής προστίμου, ταυτάριθμη της πρώτης, (με αριθμό .....) με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 9.238.180 δρχ. (το ύψος του οποίου καθορίσθηκε με βάση τις αναλογούσες στο όχημα φορολογικές επιβαρύνσεις) και το τελωνείο απέστειλε στη Δ.Ο.Υ. Νάουσας εντολή διαγραφής του ποσού των 27.111,33€, με συνέπεια η τελευταία να αποστείλει στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για ποσό 27.111,30€ και με τις προσαυξήσεις ποσό 49.179,90€. Συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσ/κης έφεση, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η τελευταία από τις άνω καταλογιστικές πράξεις πρέπει να απορριφθεί αφού ο κατηγορούμενος μετά την παραίτησή του από την ασκηθείσα προσφυγή του, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει νέα προσφυγή, τυχόν δε ασκηθησομένη είναι απαράδεκτη. Κατόπιν αυτού επειδή καλώς βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου το άνω ποσό το οποίο και δεν κατέβαλε, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ωστόσο πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως ... ". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής, ασαφής και αντιφατική και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο στο σκεπτικό του δέχεται ότι την 7-12-2000 βεβαιώθηκε στη Δ.Ο.Υ Νάουσας εις βάρος του κατηγορουμένου ποσό 54.222,63 ευρώ από πρόστιμο που είχε επιβληθεί σ' αυτόν από το Τελωνείο Πτολεμαϊδας, στη συνέχεια δέχεται ότι το χρέος αυτό διαγράφηκε και επαναβεβαιώθηκε για 27.111,33 ευρώ που μαζί με τις προσαυξήσεις ανήλθε συνολικά στο ποσό των 47.282,11 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται, εφόσον έγινε διαγραφή του αρχικού χρέους, πότε βεβαιώθηκε το νέο κατά ποσό χρέος και για ποιό λόγο έγινε απαιτητό το νέο χρέος στις 29-12-2000, αφού, κατά τις εν συνεχεία παραδοχές της αποφάσεως, συνεπεία προσφυγής του κατηγορουμένου εκδόθηκε από το τελωνείο Πτολεμαϊδας, μετά πάροδο περίπου διετίας νέα καταλογιστική πράξη με αριθμό ..... με την οποία το πρόστιμο μειώθηκε και προσδιορίσθηκε σε 27.111,33 ευρώ και στη συνέχεια η Δ.Ο.Υ Νάουσας απέστειλε στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για το άνω ποσό. Με τις παραδοχές αυτές δημιουργείται ασάφεια τόσον ως προς τον χρόνο βεβαιώσεως του χρέους όσον και ως προς το ύψος της οφειλής του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το δικαστήριο ενώ στο σκεπτικό του δέχεται ότι το χρέος βεβαιώθηκε την 7-12-2000 και ήταν εφάπαξ καταβλητέο, κατά τον ενσωματούμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών, την 29-12-2000 δεν εξηγείται πως ο κατηγορούμενος κατέστη υπόχρεος καταβολής του χρέους την 30-12-2000 πριν την πάροδο δηλαδή του κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 διμήνου. Ενόψει των παρατηρουμένων ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο της παραπομπής θα κρίνει και το τυχόν ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξεως λόγω παραγραφής.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.279//2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 798/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, για αναίρεση της με αριθμό 2.179, 2.195, 2.196/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 6 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.853/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρα 371 Κ.Π.Δ. §1 οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση μετά την περάτωσή της.... §2 οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη....Αν υπάρχει διχογνωμία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας, η ευμενέστερη γνώμη για τον κατηγορούμενο, και 331 η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144. Περαιτέρω κατ' άρθρον 93 παρ. 3 του Συντάγματος "Πάσα απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένη, απαγγέλλεται δε εν δημοσία συνεδριάσει. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικώς. Νόμος ορίζει τα της εις τα πρακτικά καταχωρίσεως ενδεχομένης μειοψηφίας και τους όρους και προϋποθέσεις δημοσιότητος αυτής". Ούτω κατά τον Ν.184/1975 άρθρ. 35 παρ. 1 "εις πάσαν δικαστικήν απόφασιν καταχωρίζεται υποχρεωτικώς εις το αιτιολογικόν αυτής η γνώμη της τυχόν υπαρχούσης μειοψηφίας".....§2 .... "η τυχόν μειοψηφία επί της ενοχής ή της ποινής αναφέρεται υπό του απαγγέλοντος την απόφασιν μετά μνείας του αριθμού των μειοψηφισάντων, καταχωρίζεται εις την μετά ταύτα συντασσομένην απόφασιν, κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα" και με πρόσφατη νομοθετική πρόβλεψη κατ' άρθρον 40 Ν.2172/1993 "στις δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα καταχωρίζονται υποχρεωτικώς η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας και τα ονόματα των δικαστών που μειοψηφούν". Εκ των διατάξεων όλων των ως άνω άρθρων και της του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. σαφώς συνάγεται ότι δικαστική απόφαση, εν διχογνωμία των δικαστών, είναι η γνώμη της πλειοψηφίας, της οποίας επιβάλλεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και της οποίας η έλλειψη συνιστά τον υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως. Της δε μειοψηφίας η γνώμη αναφέρεται μετά της αποφάσεως υπό του απαγγέλλοντος ταύτην και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς εις την εγγράφως μετά ταύτα συντασσομένη απόφαση με τα ονόματα των δικαστών που μειοψηφούν. Εντεύθεν εξ ουδεμίας διατάξεως επιβάλλεται η κατά την απαγγελία της αποφάσεως αναφορά του ονόματος ή των ονομάτων του δικαστού ή των δικαστών που μειοψήφισαν, ούτε δια ποίον λόγον (μειοψήφισαν) και συνεπώς η παράλειψη της τοιαύτης αναφοράς, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, οίαν αποτελεί η γνώμη της πλειοψηφίας, αφού αι αφορώσαι την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αναφέρονται μόνον εις την τελευταίαν αυτήν, ως προελέχθη. Συνεπώς ο μόνος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του ..., εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. "διότι ο απαγγείλας από της έδρας την απόφαση πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν ανέφερε ποίον εκ των μελών του Δικαστηρίου μειοψήφισε, ούτε δια ποίον λόγον ήχθη το μέλος αυτό εις απαλλακτική κρίση", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέα δε στο σύνολό της η αναίρεση αυτή. Κατ' άρθρον 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ. "Εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2) μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για την συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς, σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται? αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επρότεινε προσθέτους λόγους με δικόγραφο που κατέθεσε στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνταχθείσης σχετικώς εκθέσεως, την 6η Φεβρουαρίου 2009, όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή κάτωθι του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ούτως, εφ' όσον η συζήτηση της αναιρέσεως έλαβε χώρα κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο της 20.2.2009, ούτοι δεν έχουν κατατεθεί εμπροθέσμως, ήτοι προ δεκαπέντε τουλάχιστον ημερών και, εντεύθεν, είναι απαράδεκτοι και ως τοιούτοι απορριπτέοι. Μετά ταύτα ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 69/22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2.179, 2.195, 2.196/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως και τους από 6/2/2009 προσθέτους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση αποτελεί η γνώμη της πλειοψηφίας, εν διχογνωμία δικαστών. Άρθρο 371 παρ. 2 ΚΠΔ, 331 ΚΠΔ, 35, 36 Ν 184/1975. Η μειοψηφία καταχωρείται υποχρεωτικώς στη δικαστική απόφαση και το όνομα του δικαστού που μειοψήφησε. Δεν επιβάλλεται όμως να απαγγελθεί το όνομα του μειοψηφήσαντος και ούτως εξ αυτού δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως. Άρθρο 40 Ν. 2172/1993. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι, όταν δεν κατατεθούν δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως της αναιρέσεως (άρθρ. 509 παρ. 2 ΚΠΔ).
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 797/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαντζουράνη, περί αναιρέσεως της 381/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ4, 2. Χ3 , 3. Χ5, και 4. Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1842/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 374 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, μεταξύ των άλλων σ'αυτό αναφερομένων περιπτώσεων και δ') όταν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα η κατά συνήθεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα. από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του , με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται η αντικοινωνικότητα και ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε, μεταξύ άλλων και την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 381/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη ήτοι οι: 1) ο Χ4, 2) Χ3 3) Χ5, 4) Χ1 (ήδη αναιρεσείουσα) και 5) Χ2, "οι οποίοι είναι συγγενείς μεταξύ τους, στις 17-12-2002 και περί ώρα 17.00, ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και για τον σκοπό αυτό οι 1ος, 3η, 4η (δηλαδή η αναιρεσείουσα) και 5η εισήλθαν στο κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο ..., ιδιοκτησίας Ι1, που βρίσκεται στο... επί της οδού ... και ενεργούντες από κοινού με τη μέθοδο της απασχόλησης του ιδιοκτήτη αφαίρεσαν με τον σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, τα ενδύματα που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, συνολικής αξίας 800 € και στη συνέχεια, αφού δημιούργησαν τεχνική ένταση μεταξύ αυτών και του ιδιοκτήτη αποχώρησαν τρέχοντας και επιβιβάστηκαν στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο πορτ μπαγκάζ του οποίου τοποθέτησαν τα κλοπιμαία με το οποίο και απομακρύνθηκαν. Την ίδια ανωτέρω ώρα που διαδραματίζονταν τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος κατηγορούμενους παρέμεινε εκτός του ανωτέρω καταστήματος και πλησίον αυτού, προς τον σκοπό να κατοπτεύει τον χώρο και να ειδοποιήσει τους συγκατηγορουμένους του αν ήθελε προκύψει κίνδυνος από την παράνομη δραστηριότητά τους μ' αυτούς, επιβιβάστηκε δε και αυτός μαζί με τους άλλους, όταν εξήλθαν του καταστήματος με τα κλοπιμαία, στο ίδιο ανωτέρω αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος,... . Ο παθών καταστηματάρχης, ειδοποίησε αμέσως τις αστυνομικές αρχές, όργανα της οποίας εντόπισαν το ανωτέρω αυτοκίνητο και αφού το ακινητοποίησαν και ερεύνησαν το πορτ μπαγκάζ βρήκαν τα κλοπιμαία ενδύματα χύδην εντός αυτού τα οποία κατασχέθηκαν, οι δε κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν το Α.Τ. όπου όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός, αναγνωρίστηκαν από τον παθόντα καταστηματάρχη... . Στη συνέχεια οι αστυνομικοί ... ερεύνησαν αν οι κατηγορούμενοι είχαν διαπράξει και άλλες κλοπές που είχαν καταγγελθεί σε προγενέστερους χρόνους χωρίς να έχουν μέχρι τότε εντοπισθεί οι δράστες. Από την έρευνα αυτή και την όλη ανωτέρω αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες Χ1 και Χ2 αφού ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπών μαζί με άλλες, άγνωστες στην ανάκριση αθίγγανες, εισήλθαν με το σκοπό αυτό στις 24/10/2002 και περί ώρα 18.30' στο κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων στο ... επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Ι2 και με την μέθοδο της απασχόλησης της επιχειρηματία, αφαίρεσαν ενδύματα, αξίας 200€ τα οποία έκρυψαν κάτω από τα δικά τους ενδύματα και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Η ιδιοκτήτρια Ι2 αναγνώρισε τις δύο ανωτέρω κατηγορούμενες ως τα δύο πρόσωπα από κείνες που διέπραξαν την σε βάρος της κλοπή. Οι ίδιες κατηγορούμενες στην ίδια πόλη στις 13/12/2002 και περί ώρα 11.45' με πρόθεση ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπών και με το σκοπό αυτό εισήλθαν στο επί της οδού ... κατάστημα πωλήσεως ζωοτροφών, ιδιοκτησίας Ι3, απ' όπου την ώρα που ήταν απασχολημένος με άλλο πελάτη, του αφαίρεσαν 600€ το οποίο και ιδιοποιήθηκαν παράνομα, αναγνώρισε δε ο εν λόγω παθών στο Α.Τ. όπου οδηγήθηκε τις κατηγορούμενες ως τις δράστιδες της σε βάρος του κλοπής. Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι 1ος και 3η (δηλαδή η αναιρεσείουσα) διακεκριμένης κλοπής, και οι 4η (δηλαδή η αναιρεσείουσα) και 5η ένοχοι διακεκριμένης κλοπής κατ' εξακολούθηση και τέλος ο 2ος κατηγορουμένη ένοχος απλής συνέργειας στην πράξη της διακεκριμένης κλοπής της 17/12/2002, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων σχετικά με την ενοχή τους. Καθ' όσον αφορά τις κατηγορούμενες Χ5 και Χ2 πρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους, η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρ. 84 § 2α' Π.Κ. καθ' όσο όπως προέκυψε έζησαν ως τον χρόνο της τέλεσης των ανωτέρω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ τούτο δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει για τους λοιπούς κατηγορουμένους και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημά τους. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για αναγνώριση στον πρώτο, την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των κατηγορουμένων του ελαφρυντικού του άρθρ. 2α' και 2ε' καθ' όσο δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από τις ανωτέρω πράξεις τους". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε, μεταξύ άλλων, ένοχη και την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κλοπής κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, και από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. (13 στ, 98, 72 παρ.1, 374 δ και ε, 1 ΠΚ). Ειδικότερα κήρυξε αυτήν ένοχη (όπως και την συγκατηγορούμενή της Χ2) του ότι "με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσαν από πρόθεση το παρακάτω έγκλημα... . Α) Κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους Χ4 και Χ5 εν γνώσει τους ενώθηκαν, με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα στο ... του Νομού ..., στις 17.12.2002 και περί ώρα 17.00, από κοινού, εν γνώσει τους ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα εισήλθαν στο επί της οδού ... κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων με την επωνυμία..., ιδιοκτησίας Ι1 και ενεργούντες από κοινού, με τη μέθοδο της απασχόλησης, αφαίρεσαν τα κάτωθι έτοιμα ενδύματα ήτοι: οκτώ (8) γυναικείες μπλούζες της εταιρίας ... χρώματος μαύρου και ένα (1) ζεύγος γυναικεία παπούτσια της εταιρίας ... χρώματος ασημί με πέτρες SVAROFSKI συνολικής αξίας 800 € και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο υπ'αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ... . Β) α. στο ... του Νομού ... στις 13.12.2002 και περί ώρα 11.45 από κοινού εν γνώσει τους ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εισήλθαν στο επί της οδού ... κατάστημα πώλησης ζωοτροφών ιδιοκτησίας Ι3 και με τη μέθοδο της απασχόλησης αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 600 € και β. στο ..., στις 24.10.2002 και περί ώρα 18.30, από κοινού με άγνωστα πρόσωπα, αθίγγανης καταγωγής, εν γνώσει τους ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα εισήλθαν στο επί της οδού ... κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων, ιδιοκτησίας Ι2 μαζί με τα παραπάνω άτομα και με τη μέθοδο της απασχόλησης, αφού συνάμα η ιδιοκτήτρια απασχολούνταν από άλλες αθιγγανίδες αφαίρεσαν τα κάτωθι εμπορεύματα συνολικής αξίας 200 € ήτοι δέκα (10) γυναικείες μπλούζες διαφόρων χρωμάτων. Από την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος". Για τις πράξεις της δε αυτές το Πενταμελές Εφετείο επέβαλε στην αναιρεσείουσα ποινή καθείρξεως πέντε ετών. ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας Χ1, της επιβαρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 374 στοιχ. δ' του ΠΚ, ήτοι ότι οι ως άνω πράξεις της κλοπής τελέστηκαν από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την τέλεσή της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και την εκ μέρους της αναιρεσείουσας τέλεση της πράξεως αυτής από κοινού και κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που συγκροτούν την προαναφερόμενη διακεκριμένη περίπτωση κλοπής. Ως προς την επιβαρυντική, όμως, περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της εν λόγω πράξεως, η αιτιολογία της απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον στον μεν σκεπτικό ουδεμία αναφορά γίνεται ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις της κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (ούτε καν αναφέρονται τα στοιχεία του νόμου), ενώ στο διατακτικό γίνεται μόνο μερική μνεία των στοιχείων του νόμου, με την αναφορά ότι "από την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος", χωρίς να προκύπτει αν τούτο αφορά την κατηγορουμένη ή την συγκατηγορούμενή της Χ2 ή και τις δύο. Τα μόνα δε περιστατικά, τα οποία εκτίθενται σχετικώς στην απόφαση, είναι εκείνα της επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων της κλοπής, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη αυτή τέλεση, ώστε να δύναται να στοιχειοθετηθεί η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων αυτών, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται περί διαμορφώσεως υποδομής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στ του ΠΚ. Αλλά και ως προς την επιβαρυντική περίπτωση, της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων πράξεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι η αναιρεσείουσα, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, χωρίς η γενόμενη αορίστως στο διατακτικό πιο πάνω σχετική αναφορά να δύναται να θεμελιώσει, την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως. Αντιθέτως, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως προς επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές η αιτιολογία, όπως εκτίθεται παραπάνω, είναι πλήρης (ούτε άλλωστε προσβάλλεται η απόφαση με αναιρετικό λόγο, ως προς την παραδοχή της αυτή). Ετσι, όμως, με τις πιο πάνω αιτιολογημένες παραδοχές του Πενταμελούς Εφετείου, περί τελέσεως του εγκλήματος της κλοπής με την επιβαρυντική περιστάση του άρθρου 374 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, στηρίζεται πλήρως ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως αυτής, και η περί ενοχής της κατηγορουμένης καταδικαστική απόφαση, για την οποία προβλέπεται ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών (δηλαδή 5-10 έτη). Με βάση αυτά και δεδομένου ότι, αφενός, η συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών αυτών περιπτώσεων ασκεί επιρροή μόνο ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων της κλοπής και εντεύθεν ως προς το ύψος της ποινής και, αφετέρου, η επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα για το έγκλημα αυτό ποινή της κάθειρξης πέντε ετών είναι η ελάχιστη που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 374 ΠΚ, η περαιτέρω αναιτιολόγητη παραδοχή του Δικαστηρίου περί τελέσεως του ίδιου εγκλήματος με τη συνδρομή- επιπλέον- και της επιβαρυντικής περίστασης του κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , δε ασκεί επίδραση στην ποινική μεταχείρισή της αναιρεσείουσας, αφού η άνω ποινή δεν μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, καθόσον αφορά την καταδίκη για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, δεν διέλαβε, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 374 στοιχ. ε' του ΠΚ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ενόψει και της αβασιμότητας των περί ελαφρυντικών αιτημάτων της, κατά τα εν συνεχεία εκτιθέμενα. ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ζήτησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου να αναγνωρισθούν στην κατηγορούμενη (όπως και στις συγκατηγορούμενές της Χ5, και Χ2) τα πιο πάνω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ, διότι, όπως κατά λέξη ανέφερε, προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, ότι οι κατηγορούμενες 1) "έζησαν πράγματι ως το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή... . Στην προκειμένη περίπτωση... μέχρι το χρόνο τέλεσης του αδικήματος που τους αποδίδεται, ήταν φιλήσυχες και νομοταγείς πολίτες. Και ο τρεις είναι μητέρες ανήλικων παιδιών, ουδέποτε απασχόλησαν για οποιονδήποτε λόγο τις διωκτικές αρχές και έχουν λευκό ποινικό μητρώο. 2) Επίσης... Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενες Χ5, Χ1 και Χ2, εάν και παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται (χρόνος τέλεσης 2002) και παρά το γεγονός ότι για όλο αυτό το χρονικό διάστημα που φθάνει στα έξι έτη βρίσκονταν εκτός φυλακής, δεν υπέπεσαν σε άλλη αξιόποινη πράξη και δεν επέδειξαν οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά". Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ.2 περ. α του ΠΚ, η επίκληση μόνο του ότι η αναιρεσείουσα ήταν φιλήσυχη, νομοταγής, μητέρα ανήλικων παιδιών, δεν απασχόλησε για οποιονδήποτε λόγο τις διωκτικές αρχές και έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επίσης η επίκληση μόνο ότι η αναιρεσείουσα "δεν υπέπεσε σε άλλη αξιόποινη πράξη και δεν επέδειξε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά", δε αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσείουσα μετά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα (έξι έτη). Εν προκειμένω, απαιτείται όχι μόνο η αρνητική αναφορά ότι δεν τέλεσε η αναιρεσείουσα άλλες αξιόποινες πράξεις, αλλά, κυρίως, και η θετική αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή αυτής συμπεριφορά. Επομένως, εφόσον το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού, και ως εκ περισσού απάντησε, απορρίπτοντας αυτόν με την πιο πάνω αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και την απόρριψη και των δύο πιο πάνω λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 40/14-11-2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατοίκου ... κατά της 381/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή (κακουργηματική), κατ’ εξακολούθηση, που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Αιτιολογία: Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση του κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Ποινή: Εφόσον επιβλήθηκε το κατώτατο όριο ποινής σε δράστη που εκτέλεσε κακουργηματική κλοπή, ως εκ περισσού τίθεται η αναιτιολόγητη, επιπλέον παραδοχή της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του αδικήματος. Αλυσιτελής ο λόγος που πλήττει την ποινή. Ελαφρυντικά προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ). Αοριστία λόγων. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Κλοπή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 796/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.Ε. ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ - ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΠΟΙΙΑ", που εδρεύει στον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1867/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 16/16.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 167/11-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ..... για αναίρεση του με αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μετά την γενομένη δεκτή κατ'ουσία η με αριθμ. 36/2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ''Ευάγγελος Τσάνταλης Α.Ε Αμπελουργία - Οινοποιία - Αποσταγματοποιία'' κατ' ουσία κατά του με αριθμ. 10/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την απάλλασσε από την κατηγορία για απάτη από κοινού με άλλο με ζημία άνω των 73.000 και την παραπέμπει για να δικαστεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την κατηγορούμενη δια τής πληρεξούσιας δικηγόρου της η οποία είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και πλημμέλειες του πληττόμενου βουλεύματος οι οποίοι είναι α) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής παράβασης - εκ πλαγίου παράβαση (άρθρ. 484 & 1 δ και Ε, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης ότι Α. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης. δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση χωρίς δικές του σκέψεις και η οποία πρόταση με τη σειρά της δεν περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, και ότι στο βούλευμα αυτό γίνεται γενική παραπομπή στα αποδεικτικά μέσα χωρίς ν'αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που πρόκυψανε από κάθε αποδεικτικό μέσο και περαιτέρω ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό κατά τρόπο αυθαίρετο ότι προκύψανε κατά της αναιρεσείουσας επαρκείς ενδείξεις κατά συμπερασματική κρίση, για την ενίσχυση της οποίας αναφέρονται πράξεις της αναιρεσείουσας μεταγενέστερες των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες μπορεί ενδεχομένως να είναι νέες ψευδείς παραστάσεις αλλά είναι μεταγενέστερες και δεν επηρεάζουν και δεν έχουν σχέση σε καμιά περίπτωση με τη πράξη για την οποία κατηγορείται. Β Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 386 και 45 ΠΚ λόγω του ότι από το εκτιθέμενο στο προσβαλλόμενο αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτει συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη της πράξης της απάτης και ότι η φερόμενη σαν συμμετοχή της είναι αποτέλεσμα συμπερασματικής κρίσης εξαγόμενη από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο της πράξης ήταν διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος τής '' .... ΕΠΕ'' γεγονός που αποτέλεσε και το στοιχείο για την συμπερασματική κρίση της από κοινού με τον συγκατηγορούμενο πράξης της απάτης. και Γ Στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, ειδικώτερα δεν εκτίθενται περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει γνώση και συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη για την οποία κατηγορείται λόγω του ότι στο προσβαλλόμενο εκτίθεται αναφέρεται και αναλύεται συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της χωρίς ν'αναφέρονται γ'αυτήν περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει ενεργός συμμετοχή της ή έστω και γνώση της σχετικά με την συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005) Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτά εκτίθενται αντιφατικά ή υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, ώστε δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Η δε παραπομπή του βουλεύματος στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη δηλ. διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά μετά κεφάλαια των κατηγοριών για τις πράξεις για τις οποίες επιλήφθηκε αποτελεί πλήρη αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 1127/79 , ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005ΑΠ 1464/2003,ΑΠ 59/2005 ΑΠ 1416/2000.) Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι, κατά της αναιρεσείουσας και του Χ2 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη από κοινού με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, και ότι με το με αριθμ. 10/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε ότι κατά τής αναιρεσείουσας δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία λόγω του ότι δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και παρέπεμπε τον Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη αυτή. Κατά του βουλεύματος αυτού η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση κατά του απαλλακτικού μέρους η οποία και έγινε δεκτή και το Συμβούλιο Εφετών με το υπό κρίση βούλευμα έκρινε ότι προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις και κατά της αναιρεσείουσας και την παρέπεμπε να δικαστεί μαζί με τον συγκατηγορούμενο της για την πράξη αυτή κρίναν ότι η πράξη αυτή τελέστηκε από κοινού. και από το οποίο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Η εταιρεία ''..... ΕΠΕ'' της οποίας η αναιρεσείουσα ήταν κυρία μέτοχος και διαχειρίστρια, το 2004 παρέστησε στην εγκαλούσα ότι είχε παραγγείλει μηχανολογικό εξοπλισμό για την ανανέωση και αντικατάσταση του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 2.200.000 ευρώ και ο οποίος στην πραγματικότητα ανερχόταν μόνο σε 395.000 ευρώ και από τον οποίο εξοπλισμό αυτό μέρος προερχόταν από την ΕΠΕ ''Κορινθιακή Ποτοποιία - Οξοποιία - Οινοποιία ΕΠΕ'' όπως προκύπτει από τιμολόγια της και της οποίας βασικοί εταίροι ήταν η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενος της ο οποίος ήταν και συνδιαχειριστής. Παρά του ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν της τάξης των 395.000 ευρώ έστω και με τον συνυπολογισμό στην αξία αυτή και των μηχανημάτων της '' Κορινθιακή Ποτοποιία -Οξοποιία- Οινοποιία ΕΠΕ' ο Χ2 κατόπιν της από κοινού συνεννόησης του με την αναιρεσείουσα η οποία ήταν και η διαχειρίστρια της '' .... ΕΠΕ'', του προβληθέντος ότι ο Χ2 ήταν εν τοις πράγμασι ο μόνος διαχειριστής κριθέντος αβασίμου , παρέστησαν στην εγκαλούσα εταιρεία ότι για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας αυτής είχε εγκριθεί δάνειο από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ποσού 1.700.000 ευρώ η εκταμίευση του οποίου καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών και ότι το τίμημα του αγορασθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού έπρεπε να πληρωθεί , λόγω του ότι η λειτουργία της εταιρείας '' ...... ΕΠΕ' η οποία τροφοδοτούσε την εγκαλούσε με χύμα κρασί θα ήταν αδύνατη κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004 και γι'αυτό ζήτησε από αυτήν να τής εκχωρήσει επιταγές πελατών της ή έκδοσης της για να τις προεξοφλήσει, να εισπράξει το τίμημα και να καταβάλλει την αξία των μηχανημάτων. διαβεβαιώνοντας την ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρέφονταν με την μορφή ισοπόσων δίγραμμων επιταγών από χρήματα του εγκεκριμένου δανείου. Περαιτέρω ο Χ2 ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι λόγω καθυστέρησης εκταμίευσης του δανείου από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στην ΒΙ.ΠΕ Πατρών για την λήψη δανείου άλλα στην συνέχεια ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι δεν κατέστη δυνατή η λήψη του λόγω του ότι ο Δ/ντής που ήταν φίλος του απομακρύνθηκε από το κατάστημα αυτό και ότι περαιτέρω αναμένει χρηματοδότηση από τον εις το εξωτερικό ευρισκόμενο φίλο του, όπως και έγκριση δανείου από Ελβετική Τράπεζα ή από δήθεν Ιταλό αγοραστή της '' Κορινθιακής Ποτοποιίας-Οξοποιίας- Οινοποιίας ΕΠΕ'. Τελικά οι 106 επιταγές συνολικού ποσού 2.889.000 τίς οποίες η ΕΠΕ '' ..... ΕΠΕ' τις οποίες είχε δώσει στην εγκαλούσα έναντι της χρηματοδότησης της από αυτήν παρέμειναν απλήρωτες. Στην συνέχεια και εν όψει της μεταξύ τους διαφοράς η αναιρεσείουσα ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της '' ....ΕΠΕ' δέχθηκε την υπογραφή δύο ιδιωτικών συμφωνητικών με τα οποία με το πρώτο δεχόταν και αναγνώριζε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι η ΕΠΕ '' ..... ΕΠΕ'' όφειλε το ποσό των 2.579.000 ευρώ και για πρόσθετη ασφαλεια εξέδωσε 93 επιταγές και με το δεύτερο ότι το χρέος προερχόταν από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και περαιτέρω με την ιδιότητα αυτή συνήνεσε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δύο ακινήτων της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε αποσιωπώντας συγχρόνως ότι λόγω θανάτου του συζύγου της είχε επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας αυτής ως προς την επωνυμία και τα πρόσωπα των εταίρων. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι από τα παραπάνω περιστατικά όσο και από την μεταγενέστερη συμπεριφορά της όπως αναφέρεται και εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα άλλα και από το γεγονός ότι στο απολογητικό της υπόμνημα αναφερόμενη στις συγκεκριμένες κατηγορίες που τις απαγγέλθηκαν σχετικά με την αίτηση δανείου, δέχεται την προσφυγή τους σε δανεισμό από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ και την Τράπεζα Πειραιά όπως και την λήψη δανείου από Ελβετική Τράπεζα προκύπτει ότι αυτή δεν ήταν η απομακρυσμένη και μη έχουσα συμμετοχή στην διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας '' ..... ΕΠΕ' όπως ισχυρίστηκε αλλά ήταν ενεργός διαχειρίστρια και γνώριζε τα πάντα σχετικά με την επιδιωχθείσα χρηματοδότηση για αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού της τάξης των 2.200.000 ευρώ η οποία στην πραγματικότητα ήταν 395.000 ευρώ και ότι μέσα στον μηχανολογικό εξοπλισμό αυτό συμπεριλαμβάνονταν και τιμολόγια για αξία αγορασθέντων μηχανημάτων από την '' Κορινθιακή Ποτοποιία -Οξοποιία- Οινοποιία ΕΠΕ' στην οποία ήταν εταίρος και συνδιαχειριστής. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του για την παράβαση των άρθρων 386 και 45 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων της αναιρεσείουσας γιατί επιτρεπτά γίνεται όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η παραπομπή στις σκέψεις τις ενσωματωμένης εισαγγελικής πρότασης εφ'όσον κρίνεται ότι αυτή περιέχει πλήρη και σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. 167/11-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ..... για αναίρεση του με αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα την 15-1-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών(ήδη 73000 ευρώ κατά το άρθρο 5 ν 2943/2001). Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ. ΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Τέλος όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το 10/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών,1) παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ2 για να δικαστεί για την πράξη της απάτης , από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2)αποφάνθηκε ότι κατά της αναιρεσείουσας Χ1 δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία για απάτη από κοινού από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Μετά από έφεση που άσκησε η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1556/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση παρέπεμψε και την αναιρεσείουσα να δικαστεί και αυτή μαζί με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό για απάτη από κοινού από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή, καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλων των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων] προέκυψαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πολιτικώς ενάγουσα - εκκαλούσα και εδρεύουσα στον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.Ε. ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΠΟΙΙΑ" ασχολείται κυρίως με την παραγωγή, παρασκευή και εμπορία κρασιών χύμα και εμφιαλωμένων, από πολλών, δε, ετών διατηρούσε εμπορική συνεργασίά με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" (ήδη "..... Ε.Π.Ε."), η οποία εδρεύει στα .... και της οποία βασική εταίρος και διαχειρίστρια είναι η κατ/νη Χ1. Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής συνεργασίας η δεύτερη εταιρεία ήταν ο βασικός προμηθευτής της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας σε χύμα κοινά κρασιά και σε μαυροδάφνη περιοχής Αχαΐας και για το σκοπό αυτό αγόραζε σταφύλια από την ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας και παρασκεύαζε σε πρώτη φάση κρασί στο ιδιόκτητο εργοστάσιο της στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία της έδινε παραγγελίες σε μεγάλες ποσότητες μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την εποχή του τρύγου και σημαντικές χρηματικές προκαταβολές για την πληρωμή των σταφυλοπαραγωγών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλο πιστωτικό υπόλοιπο (για την εκκαλούσα εταιρεία), επειδή η τιμολόγηση των κρασιών γινόταν με την παράδοση, πολλές φορές και ένα χρόνο μετά. Η απαλλαγείσα κατ/νη και ο παραπεμφθείς συγκατηγορούμενός της ήταν βασικοί εταίροι και της εδρεύουσας στο ....εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", της οποίας συνδιαχειριστής ήταν ο δεύτερος, προμήθευε δε και αυτή την εκκαλούσα εταιρεία με κρασιά και ήταν πελάτης της σε υποβαθμισμένες ποιότητες κρασιού για την παραγωγή ξυδιού. Το καλοκαίρι του έτους 2004 ο κατ/νος Χ2 ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας οικονομική διευκόλυνση, προκειμένου να είναι έτοιμος κατά την περίοδο του τρύγου του έτους αυτού ο νέος σύγχρονος μηχανολογικός εξοπλισμός στο ιδιόκτητο οινοποιείο που διατηρούσε η εταιρεία "..... ΕΠΕ" στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, παριστώντας του εν γνώσει ψευδή γεγονότα ως αληθή, πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την κατ/νη Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία, με αποτέλεσμα να πεισθεί η τελευταία και να χρηματοδοτήσει την ανωτέρω ΕΠΕ με παράδοση επιταγών, τις οποίες εξόφλησε, ενώ και οι δύο κατ/νοι της μεταβίβασαν επιταγές συνολικού ποσού 2.889.000 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία. Ειδικότερα, ο κατ/νος Χ2, της παρέστησε ότι η εταιρεία".... ΕΠΕ" είχε παραγγείλει και είχαν ήδη αφιχθεί σύγχρονα μηχανήματα για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της, ότι για την αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος της αγοράς τους είχε ήδη εγκριθεί δάνειο από την ALPHA ΒΑΝΚ ποσού 1.700.000 ευρώ, η εκταμίευση του οποίου, όμως, καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων και ότι το τίμημα της αγοράς των νέων μηχανημάτων έπρεπε να πληρωθεί οπωσδήποτε, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση ήταν αδύνατη η λειτουργία του εργοστασίου κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε να εκχωρήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην ανωτέρω ΕΠΕ ποσό - περίπου 2.000.000 ευρώ σε μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσής της ή πελατών της, προκειμένου να τις προεξοφλήσει στην Τράπεζα και να εισπράξει ποσό 1.500.000 ευρώ περίπου, δηλαδή, ουσιαστικά, να επισπεύσει την εκταμίευση του δήθεν εγκριθέντος δανείου με τη μορφή χρηματοδότησης με ενεχυρίαση επιταγών, διαβεβαιώνοντας ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρεφόταν στην εκκαλούσα εταιρεία με την έκδοση και πληρωμή από την ΕΠΕ ισόποσων δίγραμμων επιταγών που είχαν ημερομηνία δύο ημέρες αργότερα από τις αντίστοιχες κατά ποσό ημερομηνίες των επιταγών έκδοσης της εκκαλούσας εταιρείας, με χρήματα - από το εγκεκριμένο δήθεν ήδη δάνειο, πράγματι δε, η τελευταία εκχώρησε στην ΕΠΕ επιταγές έκδοσής της ή πελατών της και έλαβε αντίστοιχες της ΕΠΕ. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο παραπεμφθείς κατ/νος ανακοίνωσε στην εκκαλούσα εταιρεία ότι, επειδή καθυστερούσε η εκταμίευση του δανείου από την ALPHA BANK, η ΕΠΕ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών και ότι εγκρίθηκε η λήψη δανείου από αυτήν του ποσού 2.500.000 ευρώ, έως ότου, το καλοκαίρι του έτους 2.005, δήλωσε ότι η Τράπεζα Πειραιώς απέρριψε το αίτημα για την έγκριση δανείου, επειδή δήθεν αντικαταστάθηκε ο περιφερειακός διευθυντής της, που ήταν προσωπικός φίλος του και ότι αναμένεται η χρηματοδότηση της ΕΠΕ από το εξωτερικό. Οι ψευδείς παραστάσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του έτους 2005 (δήθεν αναμονή λήψης από τον προσωπικό φίλο του παραπεμφθέντος κατ/νου ...... ποσού 500.000 ευρώ, δήθεν υπέρβαση του ποσού των 2.200.000 ευρώ για τον εκσυγχρονισμό του οινοποιείου της ΕΠΕ, ενώ είχαν αγορασθεί μηχανήματα κατά τα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004 και κάποια, μάλιστα, μεταχειρισμένα από την ανωτέρω εταιρεία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ,- ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", συνολικής αξίας 500.000 ευρώ, δήθεν πώληση από την ".... ΕΠΕ" ενός ακινήτου της στα ..... αξίας 600,000 ευρώ, δήθεν έγκριση δανείου ποσού 3.000.000 ευρώ, από Ελβετική Τράπεζα προς την ΕΠΕ με επιτόκιο 3%, δήθεν επικείμενη αγορά από κάποιον Ιταλό ονόματι ..... του 75% της "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΞΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ ΕΠΕ" αντί ποσού 1.500.000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν ύπαρξη μίας εταιρείας των κατ/νων στη Γερμανία και επικείμενη πώλησή της αντί ποσού 800.000 - 1.000.000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν εξασφάλιση από Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman νέου δανείου ποσού 3.000.000 ευρώ και τελικά δεν πληρώθηκαν 106 επιταγές έκδοσης της ΕΠΕ συνολικού ποσού 2.889.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η εκκαλούσα εταιρεία είχε δεχθεί να ανανεωθούν ορισμένες από αυτές και ενώ είχε πληρώσει ισόποσες επιταγές που είχε εκδώσει σε διαταγή της ΕΠΕ. Από την αξιολογική εκτίμηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατ/νης Χ1 για την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού τελεσθείσας με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της Χ2, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες η αποδιδομένη σε βάρος της κατηγορία θα προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν αυτή (κατηγορία) εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ-40-41). Ειδικότερα, προκύπτει μεν ότι ο κατ/νος Χ2 ήταν εκείνος, ο οποίος για λογαριασμό της εταιρείας "..... ΕΠΕ" είχε τις απαραίτητες επαφές με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας, προκειμένου να αποσπάσει από αυτήν την προαναφερόμενη οικονομική διευκόλυνση (χρηματοδότηση) με τη λήψη των αναφερομένων αναλυτικά στο εκκαλούμενο βούλευμα 106 επιταγών και μετήλθε την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά, δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι ενήργησε με τη μέθοδο αυτή, προς το σκοπό λήψης για λογαριασμό της ΕΠΕ και εισροής στο ταμείο της του ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, εν αγνοία και χωρίς τη συναπόφαση της κατ/νης Χ1, βασικής εταίρου με ποσοστό 41,50% της ΕΠΕ και καταστατικής διαχειρίστριας της, εφόσον η τελευταία: α) Την 20-12-2005, ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ΕΠΕ αυτής συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με την εκκαλούσα εταιρεία, με το πρώτο από τα οποία αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι η υπό τη νόμιμη εκπροσώπηση και διαχείριση της ΕΠΕ της όφειλε το ποσό των 2.579.000 ευρώ και για πρόσθετη ασφάλεια της εξέδωσε 93 επιταγές, οι 77 από τις οποίες περιλαμβάνονται στις ανωτέρω 106 (αφού οί υπόλοιπες 16 αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από άλλες), ενώ με το δεύτερο αναγνώρισε ότι της όφειλε το ποσό των 200.491,72 ευρώ από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Η υπογραφή από την ίδια των συμφωνητικών αυτών καταδεικνύει, άλλωστε και το αβάσιμο του ισχυρισμού της ότι δεν είχε γνώση του σκοπού τον οποίο εξεπλήρωναν οι εκδοθείσες επιταγές, αν, δηλαδή, αφορούσαν υποχρέωση προς πληρωμή των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών ή εγγύηση για την πληρωμή των ποσών που αναγράφονταν σε αντίστοιχου ύψους και χρόνου επιταγές, τις οποίες είχε λάβει η ΕΠΕ από την εκκαλούσα εταιρεία, β) Την 21-12-2005 παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ανωτέρω ΕΠΕ "..... ΕΠΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δύο ακινήτων της υπέρ της εκκαλούσας εταιρείας (σχετ. η υπ' αριθμ. 73838 Σ/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου), καθώς επίσης, την 19-1-2006 με την ανωτέρω ιδιότητα της παραστάθηκε και πάλι αυτοπροσώπως ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση διόρθωσης της προαναφερόμενης απόφασης του (σχετ. η υπ' αριθμ. 3776/2006 απόφαση), γ) Προέβη στις ανωτέρω υπό στοιχ. α, β ενέργειες την 20-12-2005, την 21-12·-2005 και την 19-1-2006, αποκρύπτοντας από την εκκαλούσα εταιρεία ότι λόγω θανάτου του συζύγου της και επίσης εταίρου της ΕΠΕ, είχε επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της ως προς την επωνυμία της και τα πρόσωπα των εταίρων η οποία (τροποποίηση) είχε δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 12576/9-12-2005 ΦΕΚ (τεύχος ανωνύμων εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), είχε τροποποιηθεί δε, η επωνυμία της εταιρείας σε ".....Ε.Π.Ε.", με εταίρους την ίδια (η οποία παρέμεινε διαχειρίστρια της εταιρείας) κατά ποσοστό 41,50%, τον συγκατηγορούμενό της Χ2 με ποσοστό 33% και τον ..... με ποσοστό 25,50 %. δ) Με το από 17-5-2007 απολογητικό υπόμνημα της ουδόλως επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τις ανωτέρω, φερόμενες ψευδείς παραστάσεις του συγκατηγορουμένου της προς την εκκαλούσα εταιρεία, αλλά, αντιθέτως, τις επικαλέσθηκε και αυτή ("...είχαμε προβεί στην αίτηση λήψης δανείου ύψους 1.700.000 ευρώ από την ALPHA ΒΑΝΚ, η οποία εγκρίθηκε...απευθυνθήκαμε στο υποκατάστημα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην .... και συμφωνήσαμε τη λήψη δανείου ύψους 2.500.000 ευρώ...συμφωνήσαμε με την ελβετική Τράπεζα "Global Doodwill Influence Foundation [Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman] τη λήψη δανείου ύψους 3.000.000 ευρώ..."). Πρέπει να σημειωθεί, ότι η από τον κατ/νο Χ2 παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων στο νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την κατ/νη Χ1, διήρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, από τον Ιούνιο του έτους 2004 έως το τέλος του έτους 2005. Χρόνος τέλεσης της από κοινού κακουργηματικής απάτης, όμως, στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ιούνιος του έτους 2004, όπως ορθώς δέχθηκε το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, δεν τελέσθηκε, δηλαδή, η αξιόποινη αυτή] πράξη κατ' εξακολούθηση, εφόσον, σύμφωνα με προαναφερόμενα, η παθούσα εταιρεία παραπλανήθηκε εξαιτίας των παρασταθέντων ψευδών γεγονότων ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2004 και ζημιώθηκε ήδη από τότε κατά το ποσό των 2.889.000 ευρώ με τη λήψη των ανωτέρω μεταχρονολογημένων και μη πληρωθεισών επιταγών, κάποιων από τις οποίες προέβη σε ανανέωση, η δε στη συνέχεια παράσταση και άλλων ψευδών γεγονότων δεν προκάλεσε σ' αυτήν νέα διαφορετική περιουσιακή βλάβη, αλλά κατέτεινε στην διατήρηση του αποκομισθέντος από τους κατηγορουμένους ήδη κατά τον Ιούνιο του έτους 2004 παρανόμου περιουσιακού οφέλους ". Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, διότι κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ασάφειες αλλά και αντιφάσεις μεταξύ των παραδοχών και μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ. Ειδικότερα: 1)Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε στην τέλεση της απάτης ως συναυτουργός, 2)Αναφέρεται μόνο ότι ο κατηγορούμενος Χ2 παρέστησε στον εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, "πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την αναιρεσείουσα Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία" που δεν αποτελεί και παραδοχή του βουλεύματος αλλά ισχυρισμό της εκκαλούσας εταιρείας. Πλέον όμως αυτού μόνο η παραδοχή του κοινού δόλου δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η τέλεση του εγκλήματος της απάτης "από κοινού", αλλά απαιτείται και αντικειμενικά σύμπραξη της αναιρεσείουσας στην εκτέλεση της κύριας πράξης και 3) υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, τα οποία παρέστησαν τα ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και συγκεκριμένα, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω εκκαλούσας ανωνύμου εταιρείας διαβεβαιώσεις, παρέστησε μόνος ο κατηγορούμενος Χ2, στο διατακτικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς διαβεβαιώσεις προς την ανωτέρω παθούσα παρέστησαν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 (αναιρεσείουσα), με κοινό δόλο και μετά από συναπόφαση. Έπειτα από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αρ. 1556/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.
1
Αριθμός 794/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 5935/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1896/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. 2.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3935/2008 απόφασή του, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 20-9-2002 στον χώρο απόρριψης σκουριάς του ηλεκτρικού χαλυβουργείου του εργοστασίου της επιχείρησης "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑ ΑΕ" στο 16° χλμ της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου, της οποίας ο κατηγορούμενος, Χ1, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος κατά τον νόμο για τη λήψη των προβλεπομένων από ειδικές νομοθετικές διατάξεις μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων της επιχείρησης, έλαβε χώρα εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο έπαθε σοβαρές σωματικές βλάβες ο εργαζόμενος Ψ1. Ειδικότερα, περί ώρα 00.15' της 20/9/2002 τρύπησε ο ειδικός κάδος υποδοχής διάπυρης σκουριάς που είναι τοποθετημένος σε βαγόνι συρόμενο με χρήση γερανού σε διαδρομή δέκα μέτρων πάνω σε δύο μεταλλικές ράγες, οι οποίες βρίσκονται σε ύψος ενός μέτρου από το δάπεδο και ανάμεσα στις οποίες σχηματίζεται αυλάκι βάθους 15-20 εκατοστών. Επειδή η τηγμένη σκουριά κάλυψε τη μεγαλύτερη έκταση της αυλάκωσης ανάμεσα στις δύο μεταλλικές ράγες και έπρεπε κάποιος εργαζόμενος να ανεβεί και να πατήσει στο επίπεδο της εν λόγω αυλάκωσης για να συνδέσει τον γάντζο του γερανού με την ειδική υποδοχή του βαγονιού, ώστε να λειτουργήσει η διαδικασία απόρριψης της σκουριάς (η σύνδεση δεν μπορούσε να γίνει από το επίπεδο του δαπέδου λόγω απόστασης), με εντολή του προϊσταμένου βάρδιας, ......, έγινε ρίψη νερού για να ψυχθεί η τηγμένη σκουριά. Μετά παρέλευση δεκαπέντε λεπτών περίπου και ενώ είχε σχηματιστεί μαύρη κρούστα στην επιφάνεια της σκουριάς, χωρίς όμως αυτή να έχει ψυχθεί και στο εσωτερικό της, ο προαναφερόμενος προϊστάμενος βάρδιας, θεωρώντας ότι είχε σχηματιστεί σταθερή επιφάνεια πάνω στη σκουριά, ανέθεσε στον εργαζόμενο Ψ1 να ανεβεί στο επίπεδο των μεταλλικών ραγών και πατώντας στη διαμορφωμένη κρούστα να συνδέσει τον γάντζο του γερανού στην ειδική υποδοχή του βαγονιού με τον κάδο. Μόλις, όμως, ο τελευταίος πάτησε πάνω στην κρούστα, αυτή υποχώρησε, με αποτέλεσμα να βουλιάξουν τα πόδια του μέσα στη διάπυρη σκουριά, να αναφλέγει η (μη πυρίμαχη) φόρμα εργασίας του και να πάθει σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο, στον θώρακα, στην κοιλιά και σε άλλα σημεία του σώματος του, καθώς και να υποβληθεί σε μερικό ακρωτηριασμό ονυχοφόρων φαλαγγών δύο δακτύλων του αριστερού ποδιού του. Ο σοβαρός τραυματισμός του παθόντος θα είχε αποφευχθεί, αν ο κατηγορούμενος, μεριμνούσε, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητας του και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να πράξει, για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων, ώστε η επίμαχη εργασία σε περίπτωση διαρροής διάπυρης σκουριάς να γίνεται με ασφάλεια για τους εργαζόμενους. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος όφειλε να είχε μεριμνήσει, ώστε είτε η σύνδεση του γάντζου του γερανού με την ειδική υποδοχή του βαγονιού να γίνεται από το επίπεδο του δαπέδου με χρήση κατάλληλου εργαλείου, ώστε να μην είναι αναγκασμένος ο εργαζόμενος να πατήσει ανάμεσα στις μεταλλικές ράγες με την τηγμένη σκουριά είτε να διαμορφώσει κατάλληλο δάπεδο εργασίας (πλατφόρμα) στηριζόμενο πάνω στις μεταλλικές ράγες, για να πατήσει σ' αυτό ο εργαζόμενος και να εκτελέσει με ασφάλεια τη συγκεκριμένη εργασία. Σημειώνεται δε ότι τέτοιο δάπεδο ασφαλείας (μεταλλική πλατφόρμα) τοποθετήθηκε μετά το ατύχημα. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει στο σκεπτικό της την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τις παραδοχές της ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος κατά νόμο για τη λήψη μέτρων ασφαλείας για τους εργαζόμενους της επιχείρησης, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να λάβει, ουδόλως προσδιορίζει από πού απορρέει η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως αυτού προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, αν δηλαδή οι παραλείψεις του κατηγορουμένου α) να μεριμνήσει όπως η σύνδεση του γάντζου του γερανού με την ειδική υποδοχή του βαγονιού να γίνεται από το επίπεδο του δαπέδου.... και β) να διαμορφώσει κατάλληλο δάπεδο εργασίας (πλατφόρμα) στηριζόμενο πάνω σε μεταλλικές ράγες.... απορρέουν από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση αυτών, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά αυτού. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 5935/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 793/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, περί αναιρέσεως της 3433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. .... και 2. ... κάτοικους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Θεοτοκάτο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά μεν το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, κατά δε το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφενός και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αφετέρου, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Η αμέλεια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ, διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια, ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η αιτιολογία, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τα αποδεικτικά, όμως, μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα, όμως, της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3433/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο (ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια). Συγκεκριμένα αποδείχθηκαν τα εξής: Την ... και περί ώρα 01.20 ο Θ1, γιος των πολιτικώς εναγόντων και ο φίλος του Θ2, κινούνταν πεζοί στο 25ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση προς ... και συγκεκριμένα λίγο έξω από το χωριό ... όπου υπάρχουν αρκετά κέντρα αναψυχής και ψυχαγωγίας (κέντρα διασκεδάσεως κ.λ.π.), οι δύο νεαροί κινούνταν στο υπάρχον έρεισμα της οδού και με κατεύθυνση ομόρροπη με τα οχήματα που κινούνταν προς .... Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο προς την ίδια ως άνω κατεύθυνση (προς ...). Αυτός είχε προηγουμένως καταναλώσει ικανή ποσότητα αλκοόλ και για το λόγο αυτό δεν είχε ουσιαστικά τη δυνατότητα να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά προς αποφυγή οποιουδήποτε εμποδίου θα εμφανιζόταν στην πορεία του. Όταν πλησίασε αυτός τους ως άνω πεζούς και ευρισκόμενος στην προαναφερθείσα κατάσταση (υπό την επήρεια αλκοόλ) δεν τους αντελήφθη έγκαιρα με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα επάνω τους. Από την πρόσκρουση αυτή, ο μεν Θ1 τραυματίσθηκε θανάσιμα, ο δε Θ2 υπέστη βλάβη δεξιού ώμου, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση, θλάση αριστερού γόνατος και θλάση αριστερού άκρου ποδός. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα περιστατικά την κύρια ευθύνη για την πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος και των συνεπειών αυτού φέρει ο κατηγορούμενος, ο οποίος, τελώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος και έχοντας ως εκ τούτου μειωμένη δυνατότητα αντίδρασης, δεν αντελήφθη έγκαιρα τους δύο πεζούς που εκινούντο εκτός του οδοστρώματος και επί του χωμάτινου ερείσματος και επέπεσε επάνω τους χωρίς να ενεργήσει καμία απολύτως ενέργεια (αποφευκτικό ελιγμό, τροχοπέδηση κ.λ.π.). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι πεζοί διέσχισαν κάθετα το οδόστρωμα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε βάσιμος στην ουσία του. Άλλωστε οι πεζοί δεν είχαν κανένα λόγο να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα αφού το περίπτερο στο οποίο πήγαιναν για να πάρουν τσιγάρα βρισκόταν στην πλευρά στην οποία βάδιζαν και κανείς λόγος δεν υπήρχε να περάσουν αυτοί απέναντι και να επιστρέψουν πάλι για να πάρουν τσιγάρα από το περίπτερο. Απόδειξη της ανικανότητας του κατηγορουμένου να οδηγήσει με ασφάλεια ήταν ότι σε λίγα μέτρα από την πρόσκρουσή του στους ανωτέρω πεζούς έγινε υπαίτιος και άλλου επεισοδίου εξαιτίας του οποίου και συνελήφθη. Εξάλλου ενόψει της ως άνω κατάστασης και οδηγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου το δικαστήριο κρίνει ότι στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε το γεγονός ότι οι πεζοί εκινούνταν ομόρροπα με τα οχήματα που κατευθύνονταν στο ... όπως και το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Τα παραπάνω περιστατικά, εκτός των άλλων, αποδεικνύονται και από τις σαφείς, τεκμηριωμένες και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Θ2 και ..., που βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος και βεβαιώνουν και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος τη στιγμή του ατυχήματος...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και ειδικότερα του ότι: "Στο 25ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... στις ... και περί ώρα 01:20 1.- Από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε κατά την μη εξυπηρετούσα βιοποριστική μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων οδήγηση οχήματος, Α.- τον θάνατο του Θ1, γεννηθέντα το 1982 και Β.- την σωματική κάκωση του Θ2 γεννηθέντα το 1982, χωρίς να προβλέψει αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αυτή συγκεκριμένα, ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...ΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πατέρα του, εργοστασίου κατασκευής ΡEUGEOT 106, χρώματος μπλε, κινούμενος στην ως άνω επαρχιακή οδό ... με κατεύθυνση από ... προς ..., σε οδόστρωμα ασφάλτου, ευθεία σε μήκος 150 μέτρων γραμμικών, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με οριζόντια διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, συνολικού πλάτους 8,80 μ. γ., με χωμάτινο έρεισμα μεταβλητού πλάτους από 1 έως 2,10 μ.γ. από την πλευρά από ... προς ... χωρίς εγκατάσταση τεχνικού φωτισμού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεδομένου ότι είχε λάβει φαρμακευτική αγωγή και συγκεκριμένα δισκίο CENTRAL των 20 mg το οποίο περιέχει πραζεπάμη που ανήκει στην κατηγορία των βενζοδιαζεπινών και είχε καταναλώσει αλκοόλ αφού η περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα κατά λίτρο αίματος βρέθηκε ενενήντα τρία εκατοστά ή άλλως 0,93 ο/οο. Επιπλέον δε κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα χωρίς να ρυθμίσει, μειώνοντας, την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και δη το ότι ήταν νυκτερινή ώρα - ξημερώματα ώρα 01:20 πρωινή-και δεν υπήρχε τεχνικός φωτισμός, υπήρχαν καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και πεζοί που κινούνταν κατά μήκος της οδού. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να μην αντιληφθεί την ύπαρξη των δύο ως άνω πεζών Θ1 και Θ2 οι οποίοι κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με το όχημα και εκτός οδοστρώματος, στο δεξί χωμάτινο έρεισμα σε σχέση με την πορεία του, να επιπέσει επάνω τους από πίσω και να τους παρασύρει ενώ αυτοί βρισκόταν ο ένας δίπλα στον άλλο με το εμπρός τμήμα και την δεξιά πλευρά του οχήματος του, δεδομένου ότι υφίστανται δύο συγκρουσθείσες επιφάνειες η μία πλησίον της άλλης. Η μία επιφάνεια σύγκρουσης εντοπίζεται αριστερά και επάνω από το εμπρός δεξί φανάρι κατά μήκος του αμαξώματος και η άλλη δεξιά του εμπρός δεξιού φαναριού κατά μήκος της αριστερής πλευράς του αμαξώματος και να πάθει ζημία το δεξί τμήμα του εμπρός καπό κατά μήκος, η εμπρός δεξιά κολώνα του ουρανού, έσπασε το δεξιό τμήμα του εμπρός παρμπρίζ, ενώ σε αυτό βρέθηκαν κηλίδες αίματος και τρίχες, το εμπρός δεξί φτερό, η πόρτα του συνοδηγού, ο εξωτερικός δεξιός καθρέπτης, ο οποίος αποκολλήθηκε από την θέση του χωρίς να υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, δεδομένου ότι ο οδηγός πριν,κατά την διάρκεια της σύγκρουσης και μετά από αυτήν, δεν έκαμε καμία ενέργεια να σταματήσει το όχημα του, παρά μόνον σε απόσταση πάνω από πενήντα μέτρα τουλάχιστον και για άλλον λόγο. Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του είναι: α: Να τραυματισθεί θανάσιμα ο Θ1 γεννηθείς το έτος 1982, οποίος υπέστη κακώσεις ήτοι ρήξεις πνευμόνων, σπληνός, κατάγματα οστών σώματος εκ των οποίων προήθλε και ο θάνατος του και β.- να υποστεί σωματικές βλάβες ο Θ2, γεν. το 1982 και συγκεκριμένα: θλάση δεξιού ώμου, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση, θλάση αριστερού γόνατος, θλάση αριστερού άκρου ποδός". Για τις πράξεις του δε αυτές το Τριμελές Εφετείο επέβαλε στον ο κατηγορούμενο αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών και 4 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. ΙΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια για τις οποίες, κατά τα άνω, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 94 παρ.1,2 302 παρ.1 και 314 παρ. και 315 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του Θ1 και των σωματικών βλαβών του Θ2. ΙV. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων "η από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης καθηγητή Κ1, που ορίστηκε με την 2514/9/1269ζ από 2.8.2002 παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας ..., το οποίο διενήργησε προανάκριση" και ότι περί αυτής της εκθέσεως αυτής, δεν γίνεται καμία μνεία στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι, η αναγνωσθείσα από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα καθηγητή Κ1, αφορά την εξέταση του ... ΙΧ ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία προσδιορίζονται τα σημεία πρόσκρουσης του αυτοκινήτου στο σώμα των πεζών παθόντων και περιγράφεται η εικόνα των βλαβέντων μερών του αυτοκινήτου, καθώς και οι διαπιστώσεις του εν λόγω πραγματογνώμονα ότι τα συστήματα πέδισης και φωτισμού, καθώς και τα ελαστικά του αυτοκινήτου ήταν σε καλή κατάσταση προ του ατυχήματος και ότι δεν διαπιστώθηκε μηχανική βλάβη στα συστήματα του εξετασθέντος αυτοκινήτου. Η έκθεση αυτή πράγματι δεν μνημονεύεται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όμως, το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη, όπως σαφώς προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό, της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού όχι μόνο τα πορίσματα αυτής δεν είναι αντίθετα με τις παραδοχές της απόφασης, αλλά πολλά, από όσα βεβαιώνονται στην έκθεση, έγιναν αποδεκτά (και μάλιστα κατά λέξη) από το Δικαστήριο (κυρίως ως προς την περιγραφή των επιφανειών πρόσκρουσης του αυτοκινήτου). Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ πρώτος(με στοιχείο 1.1) λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, "ως προς την έκθεση αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του" και ειδικότερα διότι δεν λήφθηκε υπόψη η πιο πάνω έκθεση. Εξάλλου η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, κατά την οποία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και την "απολογία τον κατηγορουμένου στο ακροατήριο", οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, η οποία δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, αφού το Δικαστήριο προφανώς δεν έλαβε υπόψη μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και την απολογία του κατηγορουμένου, αφού δεν υπήρχε τέτοια απολογία για να τη λάβει υπόψη του (ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία από τον συνήγορό του), και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός με στοιχείο 1.2 λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω με την αναφορά στο διατακτικό της απόφασης, που συμπληρώνει επιτρεπτώς την αιτιολογία της, ότι ο κατηγορούμενος "από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει... χωρίς να προβλέψει αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αυτή...", τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, υπό τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην απόφαση συνθήκες, με σαφήνεια προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας (μη συνειδητής) του κατηγορουμένου, κατά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ (με στοιχεία 1.3 και ΙΙ) λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (λόγω έλλειψη νόμιμης βάσης), με την αιτίαση ότι στην αιτιολογία δεν εκτίθεται λόγω σαφώς ποιο είδος αμελείας δέχεται το Δικαστήριο. V. Kατά το άρθρο 470 ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον καταδικασθέντα, το δικάζον εφετείο δεν έχει εξουσία να καταστήσει χειρότερη την θέση του κατηγορουμένου, υπό την έννοια ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα να επαυξήσει την επιβληθείσα ποινή ή να ανακαλέσει ευεργετήματα αναγνωρισθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον με τον με στοιχείο ΙΙΙ λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε συνυπαιτιότητα των παθόντων στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα συνισταμένη στο αυτοί "κινούνταν στο δεξί έρεισμα της οδού ανεπίτρεπτα ομόρροπα με τα οχήματα, χωρίς να έχουν ορατότητα αυτών", ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντιθέτως δέχθηκε ότι "... στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε το γεγονός ότι οι πεζοί εκινούντο ομόρροπα με τα οχήματα που κατευθύνονταν στο ..., όπως και το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου" και ότι, κατ'αυτόν τον τρόπο χειροτέρευσε την θέση του, "διότι του καταλόγισε βαρύτερη ενοχή, δηλαδή ενοχή με αποκλειστική ευθύνη και χωρίς συνυπαιτιότητα των παθόντων, την οποία (συνυπαιτιότητα τους) είχε ήδη αναγνωρίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση)". Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με εκείνων του δευτεροβαθμίου ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ακριβώς για την ίδια πράξη, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση. Στο περί ενοχής δε σκεπτικό δεν καταλογίζεται συνυπαιτιότητα στους παθόντες, αφού, άλλωστε η τυχόν συνυπατιότητα αυτών είναι αδιάφορη για την περί ενοχής κρίση. Tόσο στο σκεπτικό του πρωτοβάθμιου Δικαστήριου, όσο και του δευτεροβάθμιου, γίνεται αναφορά του τρόπου που εκινούντο οι παθόντες πριν επιπέσει επ' αυτών το από τον αναιρεσείοντα οδηγούμενο όχημα, προκειμένου να αντικρουσθεί ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για το ατύχημα ήταν οι ίδιοι, διότι δήθεν επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το δρόμο. Το γεγονός δε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως "ανεπίτρεπτη" την ομόρροπη με τα οχήματα κίνηση των παθόντων, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η κίνηση αυτή δεν συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα, δεν καθιστά βαρύτερη την πράξη για την οποία αυτός καταδικάστηκε. Ούτε έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο κατηγορούμενος, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκριναν ότι με βάση τα περιστατικά που δέχθηκαν ως αποδειχθέντα " την κυρία ευθύνη για την πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος", φέρει ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο σκεπτικό και των δύο αυτών αποφάσεων, και με βάση τα περιστατικά αυτά κρίθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων για την αυτή πράξη, που λεπτομερώς περιγράφεται, κατά τον αυτό τρόπο, στο διατακτικό τους. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς ενάγοντων στους αναιρεσείοντες (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 71/5-12-2008 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης του ... κατοίκου ... για αναίρεση της 3433/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια (παράσυρση πεζών από ΙΧ αυτοκίνητο). Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια και διακρίσεις αμέλειας. Άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Πραγματογνωμοσύνη. Δεν είναι απαραίτητη η ειδική μνεία της, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, εφόσον προκύπτει ότι τα πορίσματα της λήφθηκαν υπόψη. Αναφορά, από παραδρομή μεταξύ των αποδείξεων και της απολογίας, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν απών. Χειροτέρευση θέσεως του κατηγορουμένου με τον ισχυρισμό ότι το δευτεροβάθμιο δεν δέχθηκε την συνυπαιτιότητα, που δέχθηκε πρωτόδικο. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 801/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη, περί αναιρέσεως της 5300/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 26/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 551παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ.), οία είναι και το προδιαληφθέν άρθρο, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5300/2008 απόφασή του, αφού, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 108-109 του ΠΚ, κατέληξε στα αυτά πιο πάνω συμπεράσματα , δέχτηκε στη συνέχεια τα εξής : "....Στην προκειμένη περίπτωση στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 801/1999 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 14 ετών έξι μηνών και 10 ημερών. Στην απόφαση αυτή είχαν συγχωνευθεί η με αριθμ. 513, 514/1998 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 14 ετών και 6 μηνών, και η με αριθμ. 1460/1996 απόφαση του Μον/λούς Πλημ/κείου Λιβαδειάς, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Με το υπ' αριθμ. 209/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πατρών χορηγήθηκε υφ' όρον απόλυση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 801/1999 απόφασης. Μέσα στο χρόνο δοκιμασίας από 1.2.2004 μέχρι 5.6.2004 ο κατηγορούμενος τέλεσε από δόλο νέα αδικήματα για τα οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 2016/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ποινή καθείρξεως 21 ετών και 8 μηνών και χρημ. ποινή 2000€. Σύμφωνα με το άρθρο 108 Π.Κ. ο κατηγορούμενος θα εκτίσει αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής που απέμεινε από την υπ' αριθμ. 901/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία του είχε χορηγηθεί υφ' όρον απόλυση, και τη νέα ποινή που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 2016/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών. Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί η αίτησή του με την οποία ζητεί νέα συγχώνευση όλων των ποινών. ....". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αιτούντος αναιρεσείοντος για συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις παρακάτω αποφάσεις: 1) Της 2015/16.06.2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως εικοσιενός (21) ετών και οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 2000 Ευρώ. 2) Της 801/7.6.1999 συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία μου επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών, έξι (6) μηνών και δέκα (10) ημερών. Στην τελευταία αυτή (801/1999) συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είχαν συγχωνευθεί οι α) με αριθμό 513,514/1998 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών και έξι (6) μηνών και β) με αριθμό 1460/1996 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Λιβαδειάς με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών. ΙΙΙ. Ο αιτών αναφέρει στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ότι για την δεύτερη από τις ανωτέρω αποφάσεις (801/1999) του είχε χορηγηθεί υφ' όρον απόλυση με το 209/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πατρών. Υποστηρίζει δε, ότι η αίτησή του για τη συγχώνευση των ποινών έπρεπε να γίνει δεκτή και η κρινόμενη απορριπτική του αιτήματός του απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και ειδικότερα, όπως, κατά λέξη αναφέρει, "αναιτιολογήτως το δικάσαν δικαστήριο παρέλειψε να συγχωνεύσει την υπ' αριθμ. 2015/16.06.2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την υπ' αριθμ. 801/7.6.1999 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά παράβαση του άρθρου 97 Π.Κ....". Περαιτέρω δε προβάλλει ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 97, 108 και 109 το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το πιο πάνω αίτημά του με την προαναφερόμενη αιτιολογία, δεδομένου ότι : "Α).... η συγχώνευση δύο αμετακλήτων αποφάσεων είναι δυνατή. Β) Ο χρόνος τον οποίο ο απολυθείς υφ' όρον κρατούμενος διανύει εκτός των φυλακών είναι χρόνος οιωνεί έκτισης ποινής. Εκτίει δηλαδή το υπόλοιπο της ποινής του υπό ειδικό καθεστώς ελευθερίας. Και Γ) Εάν επομένως κατά το χρόνο της οιωνεί έκτισης της ποινής του διαπράξει αδίκημα εκ δόλου και μέσα στο χρόνο αυτό του επιβληθεί ποινή μη αμετάκλητη σημαίνει ότι η έκτιση των δύο ποινών (της μίας αμετακλήτου και της άλλης όχι) συμπίπτει". Οι αποδιδόμενες, με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμες, σύμφωνα με όσα έγινα δεκτά πιο πάνω και το Τριμελές Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 97, 108, και 109 του ΠΚ, και οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε` του ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1587/12-12-2008 έκθεση αναιρέσεως του ... ήδη κρατουμένου των Φυλακών ... κατά της 5300/ 2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συγχώνευση ποινών. Από τις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του ΠΚ, προκύπτει ότι προβλέπεται «άρση της απόλυσης», που επέρχεται αυτοδικαίως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, προβλέπεται αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και της ποινής που επιβλήθηκε για πράξη που τελέστηκε κατά το χρόνο της δοκιμασίας. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 551, 108, 109 του ΠΚ. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόλυση υφ' όρο.
2
Αριθμός 792/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ...., κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Λιακοπούλου, για αναίρεση της 46454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1766/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1, ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 46454/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 16823/21-12-07 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 28571/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών (η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ ημερησίως), και χρηματική ποινή 1500 ευρώ, για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών προς το ΤΕΒΕ, αφού δέχθηκε τα εξής: "Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα και την εν γένει συζήτηση προέκυψε ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε ερήμην της κατηγορουμένης την 26.2.2003. Επιδόθηκε σ' αυτήν όπως προκύπτει από το παραπάνω αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης την 27.2.2006 ως αγνώστου διαμονής. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 21-12-07 όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα έκθεση έφεσης. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ακύρως της κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής, δεδομένου ότι αυτή κατά τον χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή διαμονή, διαμένουσα στην ..... επί της οδού ...... Ο παραπάνω εξετασθείς μάρτυρας καταθέτει ότι η κατηγορουμένη τον Φεβρουάριο 2006 έμενε στην .... Στα αναγνωσθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ.Ο.Υ. αναφέρεται ως κατοικία της κατηγορουμένης η οδός ...... Πλην όμως από τα παραπάνω δεν πείθεται το Δικαστήριο διότι έρχονται εν αντίθεση με το αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης το οποίο δεν προσβάλλεται και από το οποίο προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, αναζητήθηκε στην ...... όπου και δεν βρέθηκε αλλά ήταν απούσα από τον τόπο της πιο πάνω κατοικίας της και ήδη αγνώστου διαμονής. Ο επιδόσας αναφέρει στην συνέχεια ότι διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε στην κατοικία αυτή ή άλλο πρόσωπο σχετικό με τα αναφερόμενα στο άρθρ. 156 § 1 ΚΠΔ επεδόθη δε στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής εγκύρως...." Από την 16823/21-12-07 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, ότι "διότι ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της απόφασης, διότι επιδόθηκε σε λάθος διεύθυνση". Κατά την έναρξη της εκδίκασης της εφέσεως η ήδη αναιρεσείουσα, δια της συνηγόρου της, που την εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα "δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης η οποία ακύρως κοινοποιήθηκε σε αυτήν ως αγνώστου διαμονής και ζήτησε να εξετασθεί μάρτυρας αποδείξεως περί του εμπροθέσμου της έφεσης". Με όσα εξέθεσε η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα στην πιο πάνω 16823/21-12-07 έφεσή της, δεν πρόβαλε ακυρότητα του αποδεικτικού ή της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ούτε και λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Συγκεκριμένα δεν ανέφερε η αναιρεσείουσα στην έφεσή της ποιά ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία της, με την έννοια που αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά το χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, και αν αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση. Δεν ανέφερε καν, αν κατά το χρόνο της επιδόσεως η αναιρεσείουσα διέμενε σε μία ορισμένη διεύθυνση, αλλά απλώς ότι "επιδόθηκε σε λάθος διεύθυνση". Η αναιρεσείουσα προβάλλει μόνο (εμμέσως) τον ισχυρισμό ότι δεν κλητεύθηκε, ισχυρισμός, όμως οποίος απορρίφθηκε με την πιο πάνω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 28571/2003 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 27/2/2006, η οποία προκύπτει από το με την αυτή ημερομηνία σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως (που μνημονεύεται και αναφέρεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης), όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, στις 21/12/2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Εφόσον δε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν επικαλείτο με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε επικαλείτο λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, ούτε ότι αυτή είχε κατά το χρόνο της εν λόγω επιδόσεως ειδικώς προσδιοριζόμενη γνωστή διαμονή, η οποία ήταν γνωστή στην Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με συνέπεια ο διαλαμβανόμενος στην έφεση ισχυρισμός της, να είναι εντελώς αόριστος και απαράδεκτος, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη, απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητα της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού και ως εκ περισσού το Δικαστήριο απάντησε στους, αορίστως, άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμούς του πληρεξουσίου της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Οι συναφείς, επομένως, προβαλλόμενες αιτιάσεις, σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, είναι αβάσιμες, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη. Ειδικότερα η προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας "ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα από την οποία προκύπτουν ότι η διαμονή της κατηγορουμένης ήταν γνωστή και απεδείχθη ότι διαμένει επί της οδού ..... άνω των 20 ετών και δεν επήλθε καμία μεταβολή στην διεύθυνση της κατοικίας της", αλυσιτελώς προβάλλεται, αφενός, διότι, όπως προαναφέρθηκε η ήδη αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε με την έφεσή της ότι είχε γνωστή διαμονή (......) και αφετέρου, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτή την διεύθυνση αναζητήθηκε (ως η τελευταία γνωστή αυτής κατοικία), όπως προέκυπτε από το μη προσβαλλόμενο για πλαστότητα πιο πάνω αποδεικτικό επιδόσεως, πλην όμως δεν βρέθηκε, καθόσον μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 109/17-10-2008 αίτηση αναιρέσεως της ....., κατά της 46454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Αγνώστου διαμονής. Η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης ή ανώτερη βία πρέπει να περιέχονται στην έφεση. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αοριστία λόγων εφέσεως (δεν προσδιορίζεται αν είχε η κατηγορούμενη γνωστή, και ποια, διαμονή). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 791/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 ή Χ1Α κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της 2749, 3134/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Σ1 2. Σ2 και 3. Σ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1530/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορουμένους της αναιρεσείουσας Σ2 και Σ3. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος,ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Τέλος, κατά το άρθρο 49 παρ.2 του Π.Κ οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνον για εκείνο τον συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν. ΙΙ.-Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με την αναιρεσείουσα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα επόμενα "... από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο (αρχικός 10ς κατηγορούμενος, του οποίου η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) Σ1, που εξέτιε ποινή πολυετούς καθείρξεως στις φυλακές ... για διάπραξη οικονομικών εγκλημάτων, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 29.9.2000 μέχρι 22.1.2002, με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και κυρίως των κινητών τηλεφώνων, όπως ομολόγησε και ο ίδιος και έχει κριθεί πλέον, τελεσιδίκως ως προς αυτόν, με την εκκαλουμένη, απέσπασε ή προσπάθησε να αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά κυμαινόμενα από 40.000 μέχρι 2.000.000 δραχμές, κατά περίπτωση, και συναθροιζόμενα στο συνολικό ποσό των (6.430.000.δρχ. κατά το πρώτο παραπεμπτικό βούλευμα + 10.245.000 δρχ. κατά το δεύτερο = 16.675.000 δρχ. (που υπερβαίνει, δηλ. το ποσό των 5.000.000), από διαφόρους παθόντες, θύματα κλοπών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, εξαπατώντας αυτούς ότι δήθεν κατέχει τα κλαπέντα οχήματα τους, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει οποιαδήποτε σχέση με τις κλοπές. Η μεθοδολογία που ακολουθούσε ήταν η εξής: Αρχικά μάθαινε τα στοιχεία που αφορούν κλοπές διαφόρων οχημάτων (αυτοκινήτων, μοτοσικλετών), αναφορικά με το είδος του οχήματος (εργοστάσιο κατασκευής, αριθμό πλαισίου, χρωματισμό), τον αριθμό κυκλοφορίας του, τα στοιχεία των ιδιοκτητών τους (διευθύνσεις, αριθμούς τηλεφώνων), είτε μέσω μικρών αγγελιών που καταχωρούσαν οι ίδιοι οι παθόντες σε διάφορα έντυπα είτε τηλεφωνώντας ο ίδιος στα διάφορα αστυνομικά τμήματα που δηλώνονταν οι κλοπές, προσποιούμενος τον ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας, χρησιμοποιώντας φανταστικά ονόματα και λαμβάνοντας έτσι τα απαραίτητα στοιχεία. Στη συνέχεια και σε υλοποίηση του σχεδίου του για την εξαπάτηση των ιδιοκτητών κλεμμένων αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, τηλεφωνούσε στα θύματα των κλοπών και, αφού τους περιέγραφε τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας τους (αριθμό κυκλοφορίας, αριθμό πλαισίου, τύπο, χρωματισμό κ.λπ.) και αφού με τον τρόπο αυτό τους έπειθε ότι είχε στη διάθεσή του αυτά (οχήματά τους), τους έλεγε ότι θα τους τα παρέδιδε ή κατά περίπτωση ότι θα τους υποδείκνυε τον ορισμένο τόπο και χρόνο για να τα παραλάβουν από εκεί οι ίδιοι; υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα του κατέβαλαν κάποιο χρηματικό ποσό, το οποίο, μετά από διαπραγματεύσεις, εκυμαίνετο από 40.000 δρχ. έως 2.000.000 δρχ., κατά περίπτωση, ανάλογα με τον τύπο του οχήματος, την παλαιότητά του κ.λπ. Η καταβολή των χρηματικών ποσών που απαιτούσε ο Σ1 από τους παθόντες γινόταν, κατόπιν υποδείξεων αυτού, με τους εξής εναλλακτικούς κατά καιρούς τρόπους: 1) Με αποστολή ταχυδρομικής επιταγής. Στην περίπτωση αυτή ο Σ1 υποδείκνυε στον εκάστοτε παθόντα να αποστείλει με συγκεκριμένο όνομα (διαφορετικό από το πραγματικό του αρκετές φορές) σε συγκεκριμένο ταχυδρομικό ταμιευτήριο το χρηματικό ποσό που απαιτούσε και σε συγκεκριμένα άτομα που υποδείκνυε αυτός και ήταν της εμπιστοσύνης του και άμεσοι αρωγοί του σχεδίου εξαπάτησης των θυμάτων του, όπως έγινε π.χ. με τον κατηγορούμενο Σ2, άμεσο συνεργό του ανωτέρω, στον οποίο κατέληγαν τα σχετικά ποσά. Σε άλλες περιπτώσεις τα πρόσωπα αυτά - συνεργοί του αυτού Σ1 που προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία ότι ήταν οι κατηγορούμενοι Σ2, Σ3Α (Σ3) και Χ1 - τα εισπραττόμενα χρήματα τα χρησιμοποιούσαν για κάλυψη των αναγκών του ως άνω Σ1, τον οποίο πάντα ενημέρωναν διά μέσου άλλων στενά συνδεομένων με εκείνους προσώπων, ώστε να βεβαιώνεται εκείνος για την κατάθεση των χρημάτων από τα θύματά του. 2) Με την αγορά καρτών ανανέωσης χρόνου ομιλίας καρτοκινητής τηλεφωνίας ή με κάρτες χρονοχρέωσης του O.Τ.Ε., όπως συνέβη χαρακτηριστικά με τα θύματα ..., ... και άλλους. Στην περίπτωση αυτή ο Σ1 υποδείκνυε στα θύματά του να αγοράσουν τέτοιες κάρτες, ποσού ανάλoγoυ με το απαιτούμενο από αυτόν και στη συνέχεια (στην επόμενη συνομιλία τους) τους ζητούσε να αποξύσουν το σημείο, στο οποίο ήταν καταγεγραμμένοι οι απαιτούμενοι αριθμοί για την ανανέωση του χρόνου ομιλίας (ΡΙΝ), τους οποίους (αριθμούς) έπειθε τα θύματά του να γνωστοποιήσουν στον ίδιο (Σ1). Με τον τρόπο αυτό ο Σ1 ή πίστωνε το τηλέφωνό του με μονάδες ομιλίας ή πωλούσε τους αριθμούς αυτούς σε διάφορα άτομα, είτε εκτός είτε εντός των φυλακών σε συγκρατουμένους του, έναντι διαφόρων χρηματικών ποσών. 3) Με κατάθεση των απαιτούμενων χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Για τον σκοπό αυτό επινόησε το σύστημα της κατάθεσης των χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς προσώπων με τα οποία είχε επικοινωνία, τα οποία στη συνέχεια μεταβίβαζαν τα χρήματα αυτά είτε στο Σ1 ως άνω, είτε σε πρόσωπα που υποδείκνυε αυτός, στενά συνδεόμενα με αυτόν, πάντοτε δε τα πρόσωπα αυτά τα οποία είχαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς έπρεπε να ενημερώνουν τα πρόσωπα στα οποία θα στέλνονταν στη συνέχεια τα χρήματα και αυτά τον Σ1 για την παραλαβή των χρημάτων, ώστε να βεβαιώνεται ο τελευταίος για την κατάθεση των χρημάτων που ζητούσε από τα θύματά του. Μετά δε την βεβαίωση παραλαβής των χρημάτων (είτε με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό είτε με ταχυδρομική επιταγή είτε με την αγορά των καρτών ανανέωσης χρόνου ομιλίας), έστελνε τους παθόντες σε διάφορες διευθύνσεις, όπου δήθεν βρισκόταν το αυτοκίνητο ή η μοτοσικλέτα τους για την παραλαβή τους, και οι οποίοι όμως δεν εύρισκαν τίποτε γιατί όλα όσα τους είχε παραστήσει ο Σ1 (περί του ότι είχε στη διάθεσή του αυτά) ήταν ψέματα. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο Σ1 διέκοπτε κάθε επικοινωνία με τους κατόχους των οχημάτων. Ειδικότερα ως προς τους τρόπους και τις μεθόδους είσπραξης των διαφόρων ποσών από τα θύματά του προκύπτει ότι χρησιμοποίησε τους τραπεζικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων Χ1 και Σ3Α. Από τους ως άνω δικαιούχους των τραπεζικών λογαριασμών ο Σ1 ζητούσε όπως, μετά την κατάθεση των διαφόρων ποσών, τα ποσά αυτά να αναλαμβάνονται και να παραδίδονται είτε στην (αρχική κατηγορουμένη) Π1, συνδεόμενη με αυτόν, είτε στην (επίσης αρχική κατηγορουμένη) Μ1, μνηστή του (αρχικού κατηγορουμένου) Δ1, ενώ στην περίπτωση των ταχυδρομικών επιταγών τα χρήματα των θυμάτων στέλνονταν στο όνομα του κατηγορουμένου Σ2 και της ανωτέρω Μ1, οι οποίοι, αφού κρατούσαν κάποιο ποσό ως αμοιβή τους για την παρoχή των υπηρεσιών τους, τα υπόλοιπα χρήματα τα παρέδιδαν στη Π1, που με τη σειρά της τα έστελνε στον Σ1. Και όλα τα παραπάνω καθ' υπόδειξη των τελευταίου. (Σημειώνεται ότι οι Δ1, Π1, Μ1 και άλλοι συγκατηγορούμενοί τους αθωώθηκαν πρωτοδίκως λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο, άλλοι ήταν φυγόδικοι, .ενώ η Π1 καταδικάστηκε για πλημμελήματα, αλλά στην παρούσα δίκη δεν είναι διάδικος). Ο εντοπισμός των κατηγορουμένων έγινε, όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., μετά από παρακολούθηση της κατηγορουμένης Χ1 βάσει των πληροφοριών των αστυνομικών αρχών και την διαπίστωση περί του ότι στον λογαριασμό της ιδιοκτήτες αυτοκινήτων και. μοτοσικλετών, θύματα εξαπάτησης, κατέθεταν διάφορα χρηματικά ποσά που τους ζητούσαν οι άγνωστοι που τους τηλεφωνούσαν που διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι ήταν ο Σ1. Η σύλληψη της παραπάνω έγινε κατά τον χρόνο που πήγαινε στο υποκ/μα της Εθνικής Τράπεζας στη ..., κοντά στο σπίτι της, για την ενημέρωση του βιβλιαρίου της, αν δηλαδή είχε καταβληθεί στον ... λογαριασμό της το ποσόν των 80.000 δραχμών από τον ..., θύμα κλοπής της ... μοτοσικλέτας, για την απόδοσή της. Η συλληφθείσα, εξεταζόμενη και, στη συνέχεια, απολογουμένη, αποκάλυψε ότι κατείχε τρία Αλβανικά διαβατήρια, τα οποία έφερε μαζί της κατά τη σύλληψη, ένα στο όνομα Χ1 που ήταν και το πραγματικό της όνομα, ένα στο όνομα ... και ένα στο όνομα Χ1Α. Περαιτέρω αποκάλυψε ότι το διαβατήριο με το όνομα Χ1Α ήταν πλαστό και της το είχε στείλει ο σύζυγός της 3ος κατηγορούμενος (στην παρούσα δίκη), ο οποίος δεν ονομαζόταν Σ3 όπως εμφανιζόταν, αλλά Σ3Α, που ήταν το πραγματικό του όνομα, κρατείτο δε στην 4η πτέρυγα των φυλακών ... εκτίοντας κάθειρξη 10 ετών για ναρκωτικά μαζί με τον (αρχικό κατηγορούμενο) Σ1. Με εντολή του τελευταίου άνοιξε τον ως άνω λογαριασμό στην Τράπεζα στο όνομα Χ1Α στον οποίο θα κατέθεταν διάφορα χρηματικά ποσά για λογαριασμό του ανωτέρω. Από τα ποσά αυτά μέρος θα κρατούσε η ίδια ως αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες της, ενώ το υπόλοιπο θα το παρέδιδε σε πρόσωπα που θα της υποδείκνυε εκείνος, όπως συνέβη με την Μ1, (μνηστή του Δ1) την οποία συνάντησε η Χ1Α στις 16.1.02 στην Πλατεία ..., προκειμένου να της παραδώσει χρήματα που είχε αναλάβει προηγουμένως από την Τράπεζα, κατατεθέντα από ένα "θύμα" κλοπής αυτοκινήτου..... Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα εξής: Στο διατακτικό της παρούσας αναφέρονται αναλυτικά ο χρόνος τελέσεως καθεμιάς απάτης και οι κατά περίπτωση παθόντες, καθώς και σε ποιες από αυτές συμμετείχε μόνο ο κατηγορούμενος Σ2 και σε ποιες και οι λοιποί. Το είδος της συμμετοχής τους είναι αυτό της άμεσης συνέργειας, αφού εν γνώσει έθεσαν στη διάθεση του Σ1 τις υπηρεσίες τους και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, στους οποίους οι παθόντες κατέθεταν τα ποσά που ο ανωτέρω αποσπούσε, και στη συνέχεια αναλάμβαναν τα ποσά αυτά και τα διακινούσαν, παραδίνοντάς τα στο Σ1 ή στα από αυτόν οριζόμενα πρόσωπα, η συνδρομή δε αυτή ήταν αναγκαία και απαραίτητη για την τέλεση των πράξεων εκείνου, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της απάτης, γιατί αυτός, λόγω του ότι ήταν κρατούμενος στη φυλακή, εκτίοντας πολυετή ποινή για όμοια πράξη, δεν είχε τη δυνατότητα αφενός να τηρεί και κινεί τραπεζικούς λογαριασμούς και αφετέρου να βεβαιώνεται για την καταβολή των διαφόρων χρηματικών ποσών από τα θύματά του, υπηρεσία την οποία είχαν αναλάβει οι κατηγορούμενοι..... Και ναι μεν η απάτη, την οποία τέλεσε ο Σ1 φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού, όπως έχει κριθεί με την εκκαλουμένη, τελεσιδίκως ως προς αυτόν, διαπράχθηκε κατ' επάγγελμα και συνήθεια, πλην από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επιβαρυντική αυτή περίπτωση υπάρχει και για τους συμμέτοχους κατηγορουμένους, οπότε η άμεση συνέργεια στις κακουργηματικές απάτες του Σ1 που τους βαρύνει φέρει, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 ΠΚ, πλημμεληματικό χαρακτήρα....... Επίσης ο (αρχικός κατηγορούμενος) Σ1 δέχτηκε στην κατοχή του από κερδοσκοπία τα προαναφερθέντα ποσά, συμποσούμενα σε 10.245.000 δρχ. (αφού η ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη αφορά μόνο τα ποσά των απατών που αναφέρονται στο δεύτερο βούλευμα), που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα (της κακουργηματικής απάτης) και των οποίων η κατάθεση και η διακίνηση μέσω του υπάρχοντος χρηματοπιστωτικού συστήματος έγινε εν γνώσει της προέλευσης των χρημάτων, ότι δηλαδή είναι προϊόντα απάτης, οι δε κατηγορούμενοι με πρόθεση παρέσχον άμεση συνδρομή στον ανωτέρω, που συνίστατο στο ότι δέχτηκαν καταθέσεις, διακίνησαν και μεταβίβασαν μέσω τραπεζικών λογαριασμών και ταχυδρομικών επιταγών διάφορα ποσά, όπως αναφέρονται στο διατακτικό, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι προϊόντα εγκληματικής δραστηριότητας του ανωτέρω, θέλοντας, όμως, να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των χρημάτων και με το σκοπό της παροχής άμεσης συνδρομής στο πρόσωπο εκείνο που ενεχόταν στην εγκληματική δραστηριότητα των πράξεων της απάτης κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση των πράξεων αυτών, δεδομένου και του ότι η κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα έχει ως συνέπεια τα χρήματα αυτά να απωλέσουν την αυτοτέλειά τους, να αναμειχθούν με τα χρήματα της Τράπεζας και, με τον τρόπο αυτό, να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεως αυτών. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν ασκεί επιρροή το ότι οι άμεσοι αυτουργοί στις πράξεις της απάτης ενέχονται και για άμεση συνέργεια σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων Σ3Α και Χ1 για το αντίθετο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι τελούσαν σε άγνοια ότι ο Σ1 διέπραττε απάτες, στις οποίες αυτοί φέρονται ότι μετείχαν ως άμεσοι συνεργοί, δεν αποδείχθηκαν. Πράγματι, οι πράξεις κατάθεσης και διακίνησης χρημάτων στους λογαριασμούς τoυς είναι πάρα πολλές και ο τρόπος διακίνησης των ποσών που κατατίθεντο από τους αγνώστους για τους δικαιούχους των λογαριασμών (κατάθεση και ταυτόχρονη ανάληψη και απόδοση σε πρόσωπα άγνωστα γι' αυτούς που τους υποδεικνύονταν από τον Σ1) ήταν μέθοδοι και τρόποι διακίνησης ύποπτοι και δείχνει ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση του ότι τα διάφορα χρηματικά ποσά που κατατίθεντο στους λογαριασμούς που προέρχονταν από έκνομη δραστηριότητα του Σ1, πολλώ δε μάλλον που αυτός ήταν κρατούμενος στις φυλακές για ίδιες πράξεις. Δεν ασκεί δε επιρροή το ότι αυτός, προσπαθώντας να ελαφρύνει τη θέση τους, κατά την πρωτοβάθμια δίκη ισχυρίστηκε, απολογούμενος, ότι αναλαμβάνει την ευθύνη όλων των πράξεων, ότι οι συγκατηγορούμενοί του δεν είχαν καμιά ανάμιξη και ότι οι πραγματικοί συνεργοί του ήταν ένστολοι (ο Υπαστυνόμος Ασφαλείας ..., ο Αρχιφύλακας ... και κάποιος ... από το Α.Τ. ...), πράγμα το οποίο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι: Α) Και οι τρεις για άμεση συνέργεια πλημμεληματικής μορφής κατ' εξακολούθηση στην κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα που τέλεσε ο Σ1 και για άμεση συνέργεια σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, Β) ο Σ3Α και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία και για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και Γ) η Χ1 και για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και για κατοχή πλαστών διαβατηρίων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Σ3Α και Χ1 έζησαν έως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ...." . Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις πράξεις α) της άμεσης συνέργειας σε βαθμό πλημμελήματος σε κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση και σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα β) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και γ) κατοχής πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και δύο (2) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, 386, 225 παρ.2 του Π.Κ, άρθρ. 2 παρ.1 Ν.2331/1995 και άρθρ. 54 παρ. Ν.2910/2001 τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως που παραδεκτώς αλληλοσυπληρώνονται, πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα παρέσχε άμεση συνδρομή στις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα τις οποίες έχει τελέσει ο συγκατηγορούμενός της Σ1 και ότι έχει τελέσει ,περαιτέρω, τις πράξεις τις ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της κατοχής πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων. Περαιτέρω, με επαρκή αιτιολογία εξηγείται η γνώση της κατηγορουμένης αναφορικά με την παράνομη προέλευση των χρημάτων τα οποία τα θύματα της απάτης του Σ1 κατέθεταν στον Τραπεζικό λογαριασμό της και η εντεύθεν ανυπαρξία πραγματικής πλάνης. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι και αυτή εξαπατήθηκε, ότι ουδένα των συγκατηγουμένων εγνώριζε ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί καθώς και ο μάρτυρας ... ουδέν επιβαρυντικό γι' αυτήν κατέθεσαν, είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται δι' αυτών η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως το είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του εγγράφου, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά και την υπ' αριθμ. 2069, 2070/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περαιτέρω ότι έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα "... ένδεκα (11) εξετάσεις μαρτύρων και δύο (2) συμπληρωματικές, καθώς και τρεις εκθέσεις εξετάσεως κατηγορουμένου.. " χωρίς επακριβή προσδιορισμό των εγγράφων αυτών με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του αν πράγματι αναγνώσθηκαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως αλλά και πλειστάκις στο κύριο σκεπτικό αυτής γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω δε και αναφορικά με τα λοιπά έγγραφα αυτά προσδιορίζονται με σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για την προεκτεθείσα αιτία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.2749,3134/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για άμεση συνέργεια (πλημμεληματικής μορφής) σε κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Συνέργεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 789/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Παναγιώτη Ρουμπή (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 1091/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 1 Ιουλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς την προσθήκη της επιβαρυντικής περίπτωσης της τέλεσης της πράξης υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο αναιρεσείων είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 509 παρ. 1 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης που ασκείται από εκείνον που καταδικάστηκε με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, οι λόγοι δε αυτοί πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση καταδικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ, που ορίζει ότι εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στη δήλωση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης. Εάν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης εκτός άλλων λόγων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αορίστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό τα στοιχεία Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη αυτών έρευνα, που προβλέπεται από το επόμενο άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ιδρύεται όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία και όπου υπάρχει αιτιολογία, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έτσι, αν υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ιδρύεται και όταν η απαγγελία της απόφασης δεν έγινε δημόσια, υπό την έννοια ότι δεν ήταν δυνατή η ελεύθερη είσοδος στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της διαδικασίας στο ακροατήριο στον καθένα που επιθυμούσε αυτό, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 329 του ΚΠΔ. Επομένως, κρίσιμο στοιχείο της έννοιας της δημοσιότητας δεν είναι αν είναι ανοικτές ή όχι οι θύρες της αίθουσας του ακροατηρίου, αφού υπάρχει δημοσιότητα της συνεδρίασης, όταν οι θύρες είναι κλειστές, όχι όμως κλειδωμένες, αρκεί να μπορεί να τις ανοίξει οποιασδήποτε και να εισέλθει στην αίθουσα. Αντίθετα δεν υπάρχει δημοσιότητα, όταν οι θύρες είναι ανοικτές, αλλά δεν είναι επιτρεπτή η είσοδος του κοινού στο ακροατήριο. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, όχι απλώς η συζήτηση στο ακροατήριο και η απαγγελία της απόφασης να μη έγινε δημόσια, αλλά πρέπει, επιπλέον, αυτό να έγινε " κατά παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας", όπως ρητώς ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ'.Γ του ΚΠΔ, δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 329 και 330 του ΚΠΔ. Τούτο δε διότι επιτρέπεται, με τις προϋποθέσεις του νόμου, η διαδικασία και η έκδοση της απόφασης να μη γίνει δημόσια (93 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ). Συνεπώς, για να είναι ορισμένος και ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα πιο πάνω περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι υπήρξε "παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας", διαφορετικά είναι αόριστος. (ΑΠ 319/02, ΑΠ 238/02, ΑΠ 1509/08). Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναίρεση που κρίνεται, προσβάλλεται η 1091/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ήτοι για μεσολάβηση, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στη δήλωση αυτή διατυπώνονται μόνο οι εξής, κατά λέξη, λόγοι αναίρεσης: " Διότι κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού. Για παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στ Γ ΚΠΔ , καθόσον η απόφαση απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών , δηλαδή ουχί δημόσια .." Ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η μη "δέουσα" αιτιολογία και η αντίφαση. Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά το τρίτο σκέλος του είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται αν η αιτιολογία που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό (με επανάληψη του διατακτικού) είναι ελλιπής ως προς τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει να περιέχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη. Και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης έτσι όπως έχει διατυπωθεί, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας είναι ασαφής και αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η απόφαση δεν εκδόθηκε δημόσια με την πιο πάνω έννοια, κατά παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας. Ειδικότερα, πλην άλλων, δεν προσδιορίζεται: α) αν οι θύρες της αίθουσας συνεδριάσεως του δικαστηρίου ήταν κλειστές, κατά το χρόνο απαγγελίας της απόφασης, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μη ήταν ελεύθερη η είσοδος στην πιο πάνω αίθουσα στον καθένα που τυχόν επιθυμούσε να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση του δικαστηρίου και β) αν η κατά τον προαναφερόμενο τρόπο απαγγελία της απόφασης έγινε, χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις του νόμου . Κατά τη γνώμη όμως, του μειοψηφούντος μέλους, του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου , Κωνσταντίνου Κούκλη, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο, η απόφαση απαγγέλθηκε κεκλεισμένων των θυρών και όχι δημόσια, είναι ορισμένος και παραδεκτός και ως εκ τούτου θα πρέπει να ερευνηθεί και από ουσιαστική άποψη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, διότι δεν περιέχεται σ' αυτή ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος, απορριπτομένης δε της αιτήσεως για το λόγο αυτό, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που προβλήθηκαν εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα με το από 1/7/2008 δικόγραφό του, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 2/7/2008. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18/4/2008 αίτηση ( δήλωση με αρ.πρωτ. 3638/21-4-208) και τους από 1/7/2008 πρόσθετους λόγους ( που κατατέθηκαν στις 2/7/2008) του ..., κρατούμενου στις δικαστικές Φυλακές ..., για αναίρεση της 1091/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβιάσεις νομοθεσίας για τα ναρκωτικά. Πρόσθετοι λόγοι. Απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Εάν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, εκτός άλλων περιπτώσεων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε και αυτεπαγγέλτως. Δεν αποτελεί ορισμένο λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Αοριστία λόγου για έλλειψη αιτιολογίας. Επίκληση λόγου ότι η απόφαση εκδόθηκε “κεκλεισμένων των θυρών”, όχι δημόσια. Πότε υπάρχει έλλειψη δημοσιότητας της διαδικασίας. Αοριστία σχετικού λόγου. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη και οι πρόσθετοι λόγοι.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.
1
Αριθμός 788/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητος δικαστηρίου. Με εγκαλουμένους τους: 1) ......., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, 2) ...... Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και 3) ...... Διευθύντρια Νοσοκομείου Κρατουμένων ..... Με εγκαλούντα τον ...... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1545/25.9.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1565/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 519/12.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την υπ'αριθμ. πρωτ. 1545/2008 αίτησιν του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, διά της οποίας ζητείται, συμφώνως προς τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., η παραπομπή της διαλαμβανομένης εις αυτήν υποθέσεως εις άλλας δικαστικάς αρχάς και εκθέτομεν τα εξής: Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμόν του παρέδρου εις πρωτοδικείον ή εισαγγελίαν και άνω και υπηρετεί εις το αρμόδιον δικαστήριον συμφώνως με τα άρθρα 122-125, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως εις άλλο ισοβάθμιον και ομοειδές δικαστήριον. Διά την παραπομπήν, που νοείται όχι μόνον κατά την κυρίαν διαδικασίαν αλλά και κατά την προδικασίαν (Α.Π. 238/2008, Π Λογ 2008 σελ. 189 κ.ά.), αποφασίζει ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται εις συμβούλιον, εις οιανδήποτε άλλην, μη διαλαμβανομένην εις τα εδάφια α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 137 περίπτωσιν. Εξ άλλου ο 'Αρειος Πάγος εν συμβουλίω αποφασίζει περί της παραπομπής και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί εις το Πρωτοδικείον ή την Εισαγγελίαν Πρωτοδικών Πειραιώς, δεδομένου ότι εις την περιφέρειαν του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάρχει, πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, άλλο Πρωτοδικείον, ώστε να παραπεμφθή εις αυτό η υπόθεσις υπό του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς (Α.Π. 2079/2006, Ποιν Δικ 2007 σελ. 650 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο εγκαλών ....... διά της από 6 Σεπτεμβρίου 2007 εγκλήσεώς του ενεκάλεσε τους ....., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, ......, Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και ....., Διευθύντριαν του Νοσοκομείου Κρατουμένων ..... Εν όψει των προαναφερθέντων, εφ'όσον ο εκ των εγκαλουμένων ..... υπηρετεί ως Εισαγγελεύς Πρωτοδικών εις την Εισαγγελίαν Πρωτοδικών Πειραιώς, πρέπει η υπόθεσις να παραπεμφθή εις άλλας εισαγγελικάς, ανακριτικάς και δικαστικάς αρχάς και συγκεκριμένως εις τας τοιαύτας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Να παραπεμφθή η υπόθεσις που αφορά τους 1) ......Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, 2) ....., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και 3) ..... Διευθύντριαν του Νοσοκομείου Κρατουμένων ....., εκ των εισαγγελικών, ανακριτικών και δικαστικών αρχών Πειραιώς εις τας αντιστοίχους αρχάς του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Αθήνα 9 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' ΚΠΔ το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, κατά δε την διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το συμβούλιο των Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 6.9.2007 μήνυση και την από 14 Απριλίου 2008 ένορκο εξέταση - μήνυση του ..... ούτος ενεκάλεσε τούς ..... Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ....., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και ..... Διευθύντρια του Νοσοκομείου Κρατουμένων ...., σχηματισθείσης της υπ' αριθ. ΑΒΜ Πειραιώς - Β07/8766/10.9.2007 δικογραφίας. Ενόψει, όμως, του ότι ο εκ των ανωτέρω ......υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς ως ΕΙσαγγελεύς Πρωτοδικών, η Εισαγγελία δε αυτή είναι η μόνη στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπήν, λόγω συναφείας δε και ως προς τους λοιπούς, για την ενότητα της κρίσεως και πρέπει, δεκτού γενομένου του αιτήματος του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση, την οποίαν αφορούν η από 7.9.2007 ως και η από 14.4.2008 μηνύσεις του .... κατά των ..... Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, ...... Διευθυντρίας Νοσοκομείου Κρατουμένων ..... και ...... Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς εις την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στις λοιπές δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Άρθρο 136 ε΄ ΚΠΔ, άρθρο 137 παρ. 1 γ΄ ΚΠΔ. Κατόπιν αιτήσεως Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς ορίζει αρμόδιο δικαστήριο το Πρωτοδικείο Αθηνών και την Εισαγγελία Πρωτοδικών, διότι ο εγκαλούμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία είναι η μόνη στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς και λόγω συνάφειας και για την διευθύντρια του Νοσοκομείου Κρατουμένων.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 787/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1098/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1028/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 381/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τα άρθρ. 525 παρ. 1, 527 παρ. 1-3, 528 παρ. 1 και 529 ΚΠΔ την από 28/5/2008 αίτηση του Χ1 καταδίκου-κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 1098/14-4-2008 απόφαση του Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για πλαστογραφία με χρήση από κοινού κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια, απάτη από κοινού κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και συνήθεια, παράβαση άρθρου 187 παρ. 3 Π.Κ. (ένωση για κακ/τα), σε συνολική ποινή κάθειρξης (11) ετών και (7) μηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, σύμφωνα δε με τη δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν Νέα, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, γεγονότα, ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος και σύμφωνα με την τρίτη, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στη καταδίκη του κατηγορουμένου, ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, μπορεί να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα αλλά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο που δίκασε και ήταν άγνωστα στους Δικαστές, εφόσον αυτά, εκτιμώμενα μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που ερευνήθηκαν, κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος. Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της υπό κρίση αιτήσεως προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενος ότι δικάσθηκε για απάτη και πλαστογραφία, ενώ όλα τα αδικήματα, αυτά, τα διέπραξε, εις βάρος του και εν αγνοία του, ο Ψ1 ο οποίος έκανε υπεξαίρεση των εκκαθαριστικών του, των φωτογραφιών του και της ταυτότητάς του, τα οποία υπεξαίρεσε, από το μαγαζί του, όπως και τέσσερις συναλλαγματικές των 1000 € (χιλίων ευρώ), τις οποίες εξέδωσε αυτός, με αποδοχέα τον Ψ1 . Για όλα τα παραπάνω αδικήματα του έχει κάνει μήνυση, η οποία εκκρεμεί, με αριθμό πρωτοκόλλου 640/19-1-2004, την οποία κατέθεσε στον κύριο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από την Δικαστική φυλακή ... Όλες τις πλαστές ταυτότητες, οι οποίες βρέθηκαν στο σπίτι του Ψ1, την 25-11-2003, τις κατασκεύασε ο ίδιος, με φωτογραφίες, τις οποίες υπεξαίρεσε από αυτόν, όπως βεβαιώνουν και οι μάρτυρες της παραπάνω μηνύσεώς του. Δικάσθηκε ΑΔΙΚΑ για απάτη και πλαστογραφία, όπως και για έκδοση πλαστών πιστωτικών καρτών, ενώ είναι ΨΕΥΔΕΣ, όπως και η κατάθεση της συμβολαιογράφου Σ1, η οποία είναι γραμμένη στα πρακτικά της απόφασης 663/28-2-2005 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είπε ότι πήγε στο γραφείο της, την 26-6-2003 και εμφανίσθηκε σαν "Φ1" και η ίδια συνέταξε ΠΛΑΣΤΟ πληρεξούσιο, με το οποίο μπορούσε να αντιπροσωπεύει τον Φ1, στη παραλαβή επιστολών και δεμάτων, από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ), ενώ στο πληρεξούσιο αυτό, υπάρχει ο αριθμός ταυτότητας του Φ1, το Αστυνομικό Τμήμα, που έκδωσε τη ταυτότητά του, το ΑΦΜ και τη ΔΟΥ του, δηλαδή ΟΛΑ τα στοιχεία του Φ1, ενώ δεν γράφει ΚΑΝΕΝΑ στοιχείο δικό του, της ταυτότητάς του ή οποιοδήποτε άλλο, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν ήταν ΠΑΡΩΝ και το πληρεξούσιο αυτό, έγινε ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ.Την ημερομηνία δε εκδόσεως του πλαστού πληρεξουσίου ήταν στη ... . Για τα παραπάνω αδικήματα, τα οποία τέλεσε, εις βάρος του, η Σ1, έχει καταθέσει δύο μηνύσεις, με αριθμούς πρωτοκόλλου 4424/27-3-2007 και 5484/10-5-2005 για ψευδομαρτυρία, ενώπιον του δικαστηρίου κι έκδοση πλαστού πληρεξουσίου εις βάρος του (βλ. συνημμ. αίτηση επαναλ. Διαδικασίας). Ωστόσο το όλο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης δεν διαλαμβάνει κανένα σαφή και ειδικό λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν αποτελούν "νέα γεγονότα ή αποδείξεις άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές", δεδομένου ότι αυτά ήσαν γνωστά στους δικάσαντες δικαστές και με βάση αυτά τα στοιχεία έλαβε χώρα η καταδίκη του αιτούντος. Πέραν αυτών πρέπει να σημειωθεί ότι η προκειμένη αίτηση υποβλήθηκε ως μοναχικό ασυνόδευτο έγγραφο, χωρίς δηλ. να υποβληθεί κανένα άλλο στοιχείο βεβαιωτικό των επικαλουμένων λόγων της αίτησης, αφού ούτε καν η μνημονευόμενη μήνυση με αρ. πρωτ. 640/14-4-2004, η καταδικαστική απόφαση με αρ. 1098/114-4-208, η οποία δεν έχει καθαρογραφεί ούτε καταχωρηθεί μέχρι σήμερα στο ειδικό βιβλίο (βλ. την από 26-6-2008 βεβαίωση της Γραμματέως της έδρας του Εφετείου Αθηνών), δεν συνυποβλήθηκαν και κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 727/2002, ΑΠ 627/98 και ΑΠ 671/76) καθόσον επανάληψη διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος (αρ. 527 παρ. 1-583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί η από 28/5/2008 αίτηση του Χ1, καταδίκου-κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ... και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 30 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως, που συνέταξε ο ..., υπάλληλος στο Κατάστημα Κράτησης ... προκύπτει, ότι στον αιτούντα κρατούμενο επιδόθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 155 παρ. 1,3 και 166 παρ. 1 Κ.Π.Δ. νομίμως και εμπροθέσμως η 1028/13-10-2008 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά τη συνεδρίαση, τη σημειούμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, για να υποστηρίξει την κρινομένη από 28/5/2008 αίτησή του, περί επαναλήψεως της περατωθείσας ποινικής διαδικασίας με την 1098/14-4-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως ο αιτών, εφόσον δεν εμφανίσθηκε καθόλου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμό του κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, πρέπει να δικασθεί ερήμην. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ.2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 και 527 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ,. προκύπτει, επιπλέον, ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου, ο οποίος καταδικάσθηκε αμετακλήτως για πλημμέλεια και επικαλέσθηκε νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στους δικαστές, οι οποίοι τον καταδίκασαν, θα πρέπει να εκθέτει στην αίτηση, με σαφήνεια και πληρότητα, αφενός, τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και, αφετέρου, τα νέα στοιχεία και το περιεχόμενό αυτών, που είναι σχετικά με την αξιόποινη πράξη, για την οποία εχώρησε η καταδίκη, και βεβαιώνουν τους λόγους, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Σε περίπτωση, κατά την οποία παραλείπονται να παρατεθούν ή αναφέρονται ελλειπτικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα συγκροτούντα κάποια εξ αμφοτέρων των μνημονευθεισών προϋποθέσεων, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως πάσχουσα εξ αοριστίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περαιτέρω από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 και 527 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη, εφόσον στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως. Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σε αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική, διότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά διαπιστώνεται απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Συνεπώς η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, εφόσον στρέφεται κατά των μη καταδικαστικών αυτών αποφάσεων είναι απαράδεκτη. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1098/14-4-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε για πλαστογραφία με χρήση από κοινού κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια, απάτη από κοινού κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και συνήθεια, παράβαση άρθρου 187 παρ. 3 Π.Κ. (ένωση για κακουργήματατα), σε συνολική ποινή κάθειρξης (11) ετών και (7) μηνών. Ως λόγος επανάληψης προβάλλεται όσα αναφέρονται στην αίτησή του και διαλαμβάνονται πιο πάνω στην ενσωματωμένη στην παρούσα απόφαση εισαγγελική πρόταση. Με αυτό το περιεχόμενο, όμως, η κρινόμενη αίτηση είναι αόριστη, προεχόντως διότι δεν εκτίθεται, αν έχει καταστεί αμετάκλητη, -και κατά ποίο τρόπο- η προσβαλλόμενη 1098/14-4-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δεν προσκομίζεται, ούτε, άλλωστε, προσκομίζονται σχετικά περί του αμετακλήτου αποδεικτικά στοιχεία. Επιπλέον από το όλο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης δεν καθίσται σαφές ποία είναι τα "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, αφού πουθενά στην αίτηση δεν διαλαμβάνεται - ανεξάρτητα αν τα επικαλούμενα συνιστούν ή όχι νέα γεγονότα ή αποδείξεις- ότι αυτά ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές με την αναφερόμενη πιο πάνω έννοια. Επίσης η κρινόμενη αίτηση δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή άλλο στοιχείο βεβαιωτικό των επικαλουμένων λόγων της αίτησης. Αντιθέτως, από το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι επιδιώκεται, απαραδέκτως, ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέλος, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και ειδικότερα από το 26/6/2008 έγγραφο του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και από το από 14/4/2008 επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος της πιο πάνω 1098/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία φέρεται ότι περατώθηκε η δίκη της οποία ζητείται η επανάληψη, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση, αφενός, δεν έχει καθαρογραφεί και καταχωρηθεί στο ειδικό προς τούτο βιβλίο (επομένως, κατά το χρόνο που υποβλήθηκε η κρινόμενη αίτηση δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, αφού δεν είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση κατ' αυτής του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως) και, αφετέρου, η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, αφού με αυτή απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 663/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για τις αναφερόμενες στην αίτησή του πράξεις σε ποινή καθείρξεως 11 ετών και 7 μηνών. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος (αρ. 527 παρ. 1-583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/5/2008 αίτηση του Χ1 καταδίκου - κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1098/14-4-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας καταδικασθέντος για κακουργηματική πλαστογραφία κλπ. Ερήμην αιτούντος. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Επίσης πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Έννοια νέων γεγονότων - αποδείξεων. Αιτιάσεις που επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική (απορρίφθηκε έφεση ως ανυποστήρικτη). Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 786/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της ΑΤ4357/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 2145/1993, όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ` οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομης εκτάσεως πράξεις διακατοχής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του πιο πάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτόν, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεως του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στο άρθρο 3 του ως άνω Ν. 998/1979 όπως οι παρ.1,2,3,4 και 5 αντικαταστάθηκαν με την παρ.1 άρθρ.1 Ν.3208/2003, (ΦΕΚ Α 303/24.12.2003) και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες, μεταξύ των οποίων και η παράνομη εκχέρσωση της δασικής εκτάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη ΑΤ -4357/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "......Ο κατηγορούμενος με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Καλομοίρας Αλτάνη αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα ένα ακίνητο, ήτοι μια εδαφική έκταση, εκτάσεως 405 τ.μ., κείμενη στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας ...... Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Ματθαίου, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως την ως άνω εδαφική έκταση στην εταιρεία με την επωνυμία "..... " που εδρεύει στη Λιβερία και της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος. Ακολούθως ο τελευταίος ενεργώντας ατομικώς και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας προέβη εντός της εδαφικής λωρίδας στην ανέγερση κτίσματος, ήτοι οικίας με βεράντα, τοιχία , βάση από μπετόν έκτασης περίπου 348 τ.μ. και φύτευσε γύρω απ' αυτήν ελαιόφυτα, οπωροφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά. Για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο ανωτέρω πράξη της αυθαίρετης ανέγερσης κτίσματος εντός δασικής εκτάσεως η αναιρεθείσα με την υπ' αριθμ. 2240/2007 απόφαση το Αρείου Πάγου απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με αριθμό ΑΤ 1952/2007, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως δια παραγραφής του αξιοποίνου αυτής. Επομένως λόγω της δέσμευσης του άρθρου 470 ΚΠΔ και της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το παραπάνω αδίκημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενεργώντας ατομικώς και ως εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας με πρόθεση προέβη σε παράνομη εκχέρσωση δασικής εκτάσεως 2.900 τ.μ., στην ανωτέρω θέση "....", περιοχής ...., ήτοι της εδαφικής εκτάσεως την οποία είχε αγοράσει και μεταβίβασε στην αλλοδαπή προαναφερόμενη εταιρεία και εντός της οποίας είχε ανεγείρει το παράνομο κτίσμα, αλλά και της περιβάλλουσας αυτήν ευρύτερης δασικής έκτασης και ειδικότερα χωρίς να έχει προς τούτο το δικαίωμα απομάκρυνε την φυόμενη εντός αυτής δασική βλάστηση αποτελούμενη από αείφυλλα και πλατύφυλλα, ήτοι βένια, πουρνάρια, σχίνα, αγριελιές και ασπάλαθους, που εξυπηρετούσε τη διαβίωση του ανθρώπου στο περιβάλλον και στη φυσική ισορροπία, καθώς χρησίμευε στη συγκράτηση του χωμάτινου εδάφους της περιοχής. Η εν λόγω έκταση ορίζεται βόρεια με αιγιαλό, νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με αιγιαλό και αγροτικές καλλιέργειες και δυτικά με αιγιαλό και δασική έκταση, έχουσα πυκνότητα 80% και κλίσεις από 10% με έκθεση προς τον ορίζοντα βορειοανατολική. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μη υπαγωγής αυτής στην έννοια της δασικής εκτάσεως, καθόσον το εμβαδόν της είναι μικρότερο των 0,3 εκταρίων και το πλάτος αυτής μικρότερο των 30 μέτρων (ήδη αρθρ. 1 παρ. 2 του Ν. 3208/2003 "Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου κλπ). Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο νεότερος αυτός νόμος δεν είναι εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκχερσωθείσα έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως που φέρει το χαρακτήρα της δασικής, ώστε οι διαστάσεις της να μην αποτελούν περιορισμό ως προς το χαρακτηρισμό της ως δασικής. Ο δασικός χαρακτήρας της παραπάνω έκτασης αποδείχθηκε ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ1, πρώην Προέδρου της Κοινότητας, ....., δημοτικής υπαλλήλου, Μ2 δασάρχη ...., Μ3, υπαλλήλου του Δασαρχείου ...., Μ4, υπαλλήλου του ίδιου Δασαρχείου και ....., δασοφύλακα, οι οποίοι στηρίζουν τη γνώση όσων καταθέτουν σε ιδία αντίληψη. Οι ανωτέρω καταθέσεις δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ν1, δασολόγου, (ο οποίος μάλιστα στην από Απριλίου 2004 τεχνική του έκθεση αναφέρει ως ποσοστό φυτοκάλυψης το έτος 1945 10,25% και το έτος 1960 14,07%, ήτοι κατ' ολίγον μικρότερο του 15% που απαιτείται για το χαρακτηρισμό έκτασης ως δασικής) και .... ιδιωτικού υπαλλήλου, αλλ' αντιθέτως ενισχύονται από την από 19-12-2002 έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου Μ3, στην οποία αιτιολογημένα χαρακτηρίζεται η επίδικη έκταση ως δασική με βαθμό συγκόμωσης 0,8. Η παράνομη εκχέρσωση έγινε από τον κατηγορούμενο τμηματικά και άρχισε από το έτος 1994, όταν ανήγειρε την ως άνω οικία και εξακολούθησε τουλάχιστον μέχρι τέλος του έτους 2000, όπως δέχεται και η αναιρεθείσα απόφαση. Ειδικότερα μέχρι 19-6-2000 είχε ολοκληρωθεί η εκχέρσωση τμήματος της επίδικης έκτασης, εμβαδού 2.300 τετραγωνικών μέτρων, ενώ μετά την 20 Ιουνίου 2000 και πιθανόν μετά τον Νοέμβριο του 2000 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2000 εκχερσώθηκε από τον κατηγορούμενο η υπόλοιπη έκταση, συνολικού εμβαδού 600 τετραγωνικών μέτρων. Για το χρονικό όμως διάστημα από το έτος 1994 μέχρι 19-6-2000, ημερομηνία εκδικάσεως της υπόθεσης από αυτό το Δικαστήριο παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, δηλαδή ο οκταετής χρόνος της παραγραφής των πλημμελημάτων (άρθρα 111 παρ. 3, 112, 113 ΠΚ) και έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής το αξιόποινο των μερικότερων πράξεων που απαρτίζουν το έγκλημα της εκχέρσωσης και αφορούν την εκχέρσωση των 2.300 τετραγωνικών μέτρων από το συνολικό εμβαδόν της εκχερσωθείσας έκτασης. Συνεπώς πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και για την αποδιδόμενη σ' αυτόν παράνομη εκχέρσωση των 2.300 τετραγωνικών μέτρων. Για τη εκχέρσωση όμως της δασικής έκτασης των 600 τετραγωνικών μέτρων ,η οποία έλαβε χώρα επίσης διαδοχικά από 20-6-2000 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου του έτους 2000 και πιθανότερον μετά την 14-11-2000 κατέθεσαν με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα οι μάρτυρες κατηγορίας Μ2 και Μ4 οι καταθέσεις των οποίων δεν αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η προαναφερθείσα έκταση των 600 τ. μ. την οποία εκχέρσωσε αποτελούσε τμήμα ευρύτερης δασική έκτασης, καθώς από το έτος 1999 είχε ζητήσει βεβαίωση από τον μάρτυρα Μ1, Πρόεδρο της Κοινότητας Τακτικούπολης περί της νομιμότητας ανεγέρσεως της οικίας στην επίδικη περιοχή, αυτός δε είχε αρνηθεί τη χορήγηση τέτοιας βεβαίωσης με την αιτιολογία ότι αυτή βρίσκεται εντός δασικής εκτάσεως. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης, λόγω του ότι ο νομικός του παραστάτης Α. Μαρούλης στην από 20-9-1999 επιστολή του τον διαβεβαίωσε ότι διενήργησε έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο ...... για το υπό μεταβίβαση ακίνητο και αυτό πληροί τις νομικές προϋποθέσεις αγοράς του, λαμβανομένου υπόψη ότι τούτο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο ,είναι απορριπτέος ως αβάσιμος πρωτίστως διότι αυτή η διαβεβαίωση δεν αναφέρεται στη δυνατότητα εκχέρσωσης της έκτασης που αγόρασε, θέμα που δεν προκύπτει ότι τέθηκε υπόψη του προαναφερόμενου δικηγόρου, αλλά και διότι υπήρχε δυνατότητα να πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος με ακρίβεια τα νόμιμα δικαιώματά του, αν απευθυνόταν στις αρμόδιες αρχές (Δασαρχείο .....) ή στον νομικό του παραστάτη, οπότε θα μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης του. Επομένως, απορριπτόμενων όσων αντιθέτων ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δασικής εκτάσεως 600 τ.μ., κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για παράνομη εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης 600 τ.μ., ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την αυτή πράξη που τελέστηκε από το έτος 1994 μέχρι και την 19/6/2000 και αφορούσε υπόλοιπη έκταση 2,3 στρεμμάτων. Ειδικότερα κρίθηκε ένοχος του ότι "... κατ' εξακολούθηση στον ....., από 20/6/2000 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2000 και σε μη επακριβώς καθορισθείσες ημερομηνίες, ιδίως όμως μετά την 14/11/2000, ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στην .....της Λιβερίας, με πρόθεση εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση και ειδικότερα προέβη στην εκχέρσωση 600 τετραγωνικών μέτρων στη θέση "...." περιοχή ... περιφέρειας Δήμου .... με απομάκρυνση της φυόμενης μέσα σε αυτή δασικής βλάστησης αποτελούμενης από αείφυλλα, καν πλατύφυλλα, ήτοι βένια, πουρνάρια, σχίνα, αγριελιές και ασπάλαθους, χωρίς να έχει σχετικό προς τούτο δικαίωμα". Για τις πράξεις του δε αυτές, που, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27, ΠΚ, 71 παρ. 3 Ν. 998/79 όπως οι παρ. 1 και 3 αντικ. με αρθρ. 46 παρ. 1 και 2 Ν. 2145/93, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και σε χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. ΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την περί ενοχής του κατηγορουμένου απόφασή του, αφού αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του προβλεπομένου από τις διατάξεις του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979, εγκλήματος, για το οποίο αυτός κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες, ως άνω, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ'ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα ουδεμία ασαφής ή ενδοιαστική διατύπωση διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης, ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος που να ασκεί επιρροή στην παραγραφή της (κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 19/6/2008), αφού κατά τις σαφείς παραδοχές του σκεπτικού, αλλά και του διατακτικού, ο κατηγορούμενος τέλεσε αυτήν "από 20/6/2000 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2000 και σε μη επακριβώς καθορισθείσες ημερομηνίες, ιδίως όμως μετά την 14/11/2000". Είναι δε χωρίς έννομη σημασία η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης ότι η παράνομη εκχέρσωση "έγινε πιθανόν μετά τον Νοέμβριο του 2000" και "πιθανότερον μετά την 14.11.2000", αφού, όπως δέχθηκε, αυτή έγινε "σε μη επακριβώς καθορισθείσες ημερομηνίες", πάντως όμως σε κάθε περίπτωση οπωσδήποτε μετά την κρίσιμη για την παραγραφή ημερομηνία, δηλαδή στις 20/6/2008. Η παραδοχή δε αυτή της απόφασης, ότι ένα τμήμα της εκτάσεως εκχερσώθηκε πριν από την προαναφερόμενη ημερομηνία και ένα άλλο, τμηματικά, μετά, ουδόλως παραβιάζει τους κανόνες της κοινής πείρας, κατά τους οποίους έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να γίνει δεκτό ότι επαρκούσαν για την ολοκλήρωση της εκχέρσωσης 3-4 ώρες, ούτε βεβαίως γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο αναιρεσείων "εβδομαδιαίως, ξερίζωνε, ένα βένιο, μια πατουκλιά, έναν ασπάλαθο κ.ο.κ.", όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται. Αβάσιμες είναι επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το γεγονός ότι αυτός είχε αγοράσει την επίμαχη έκταση, όπως δέχθηκε η απόφαση, καθιστά σύννομη την πράξη αυτού να προβεί στην εκχέρσωσή της. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως της από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στους αυτούς λόγους αναίρεσης, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ4 και Μ2 , (στις οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα στηρίχθηκε κυρίως η καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του Δικαστηρίου) δεν προκύπτουν όσα δέχθηκε η απόφαση (ιδιαίτερα ως προς τον χρόνο και την έκταση της εκχερσώσεως), απαραδέκτως προβάλλονται, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. IΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 εδ. α του ίδιου άρθρου (364 ΚΠΔ), διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ σε κάθε περίπτωση αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Εφόσον όμως οι διατάξεις αυτές δεν απαγγέλλουν ρητώς ακυρότητα της διαδικασίας από την μη ανάγνωση των προαναφερόμενων πρακτικών, επέρχεται τέτοια ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως μόνον όταν έχει ζητηθεί ειδικώς η ανάγνωσή τους από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρο 524 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 51 Ν.3160/2003 (με την οποία απαλείφθηκε το εδ. β της παρ.1, κατά το οποίο "τα πρακτικά της αποφάσεως που έχει αναιρεθεί... επιτρέπεται να διαβαστούν μόνο αν υπάρχει περίπτωση του άρθρου 365"), "η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα, επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 135". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μετά τη απάλειψη του πιο πάνω εδαφίου, ισχύουν πλέον οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 364 και 365 του ΚΠΔ. Επομένως η μη ανάγνωση των πρακτικών της απόφασης που αναιρέθηκε, όταν συντρέχει προς τούτου λόγος (λ.χ για την ανάγνωση καταθέσεως μάρτυρος του οποίου ήταν ανέφικτη η εξέταση, κατ' αρθ. 365 ΚΠΔ), δημιουργεί ακυρότητα, για έλλειψη ακροάσεως, όταν ζητηθεί η ανάγνωση αυτών και το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α και Β του ίδιου Κώδικα με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση του άρθρου 364 παρ.1,2 και 502 παρ.1β ΚΠΔ, "δεν διαβάστηκαν ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης (385/04 Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πόρου), ούτε τα πρακτικά της αναβλητικής δίκης (1392/2008), μήτε τα πρακτικά της αναιρεθείσας δίκης (1952/07). Το γεγονός αυτό δηλοί ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα και καταθέσεις μαρτύρων που είχαν εξεταστεί κατά τις αποδεικτικές διαδικασίες των αποφάσεων αυτών........" .Οι αιτιάσεις αυτές, ως προς μεν τις αναφερόμενες παραβάσεις δικονομικών διατάξεων απαραδέκτως προβάλλονται, αφού οι παραβάσεις αυτές αυτών δεν ιδρύουν παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ως προς δε την αναφερόμενη παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως αυτού, είναι αβάσιμες, καθόσον, ναι μεν, δεν αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης, που είχε αναβληθεί, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, πλην όμως από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε ζητήσει δια των συνηγόρων του την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, όπως επίσης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της αναιρεθείσης δίκης, ώστε να ιδρύεται από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Για τους αυτούς λόγους είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον το Δικαστήριο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι, ενώ με την 1392/2008 αναβλητική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το Δικαστήριο "ανέβαλε για κρείσσονες αποδείξεις, διότι "από τους εξετασθέντες ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυρες δεν προσδιορίστηκε επακριβώς ο χρόνος τέλεσης των μερικότερων πράξεων, κατά τις οποίες, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, προέβη στην εκχέρσωση δημοσίας δασικής εκτάσεως.......... προκειμένου να κληθούν οι αναφερόμενοι στο διατακτικό μάρτυρες.....", η απόφαση αυτή δεν αναγνώστηκε και ότι "με το να μην αναγνωστεί από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η απόφαση αυτή, δε λήφθηκε υπόψη το σκεπτικό αυτής, δεδομένου ότι τα θέματα για τα οποία ζητούσε να πληροφορήσουν το δικαστήριο οι νέοι αυτοί μάρτυρες, ήταν καίρια και καταλυτικά ή επιβεβαιωτικά της κατηγορίας...". Εφόσον ο αναιρεσείων θεωρούσε ότι η δημόσια ανάγνωση της αναβλητικής απόφασης θα συνεισέφερε όσα σημαντικά αναφέρει στην αίτησή του, θα ηδύνατο απλώς να ζητήσει την ανάγνωση αυτής και εφόσον το δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριπτε το αίτημά του, τότε θα ιδρύετο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακροάσεως, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, πλην όμως, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ότι έπραξε τούτο. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν ή δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της, παρανόμως, αποδεικτικό υλικό το οποίο "δεν είχε χρησιμοποιηθεί ή προσκομιστεί στην αναιρεθείσα απόφαση" και συγκεκριμένα, ότι έλαβε υπόψη του τη δορυφορική φωτογραφία (ΙΚΟΝΟΣ) που προσκόμισε στο δικαστήριο, ο μάρτυρας - Δασάρχης, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα "και την οποία έλαβε μεν υπόψη του το δικαστήριο, αλλά δεν την φέρει στα αναγνωστέα έγγραφα...." και ότι "από όλο το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου η εν λόγω φωτογραφία του δορυφόρου άσκησε κυριαρχική επιρροή..... Αλλά και αν ήθελε, υποθετικώς γίνει δεκτό ότι αυτό εμπεριέχεται -συλλήβδην - στις φωτογραφίες και τα τοπογραφικά, πάλι κακώς έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, αφού αυτός έχει προσβάλλει το έγγραφο αυτό ως πλαστό....". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο κατέλεξε στην περί ενοχής του κατηγορουμένου απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του μόνο έγγραφα που αναγνώστηκαν . Μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν, δεν αναφέρεται και η πιο πάνω δορυφορική φωτογραφία, την οποία ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά την απολογία του τελευταίου, προσέβαλε ως πλαστή "εφόσον δεν βεβαιούται πότε τραβήχθηκαν", ενώ πουθενά στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της απόφασης γίνεται ειδική περί αυτής μνεία ή αναφορά. Ούτε δύναται να συναχθεί το αντίθετο από το ότι ο μάρτυρας - Δασάρχης Μ2 , κατά την εξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στην εν λόγω, από δορυφόρο ληφθείσα, φωτογραφία, χωρίς μάλιστα ο κατηγορούμενος να προβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση ή ένσταση, ως προς την κατάθεση αυτή. Εξάλλου, η κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προβληθείσα από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος "ένσταση πλαστότητας" της πιο πάνω φωτογραφίας "εφόσον δεν βεβαιούται πότε τραβήχθηκε", δεν συνιστά ένσταση πλαστότητας εγγράφου, αφού, δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα αυτής, ότι δηλαδή ότι πρόκειται για γνήσια φωτογραφία που έχει ληφθεί από δορυφόρο (ΙΚΟΝΟΣ) και απεικονίζει το επίμαχη έκταση, αλλά (αμφισβητήθηκε) μόνο η αποδεικτική αυτής αξία, διότι εξ αυτής δεν προκύπτει ο χρόνος που αυτή λήφθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. V. Για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ , υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο αρθρ. 178 Κ.Π.Δ.) αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το αρθρ. 183 Κ.Π.Δ., με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης του, ως απλό έγγραφο και, επομένως, δεν απαιτείται ειδική μνεία ούτε ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλει την αιτίαση ότι "ενώ είχε διαταχτεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη από τον αγρονόμο - τοπογράφο - Μηχανικό ..... και η πραγματογνωμοσύνη του αναγνώστηκε με τον αριθμό 11 των αναγνωστέων εγγράφων, καθώς επίσης και η τεχνική έκθεση (πραγματογνωμοσύνη) του δασολόγου Ν1 , ως αναγνωστέο 7 και οι οποίες αποφαίνεται, με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, ότι η εν λόγω έκταση ουδέποτε ήταν δασική, αλλά αγροτική τοιαύτη, γεγονός που ασκεί καταλυτική της κατηγορίας επιρροή, εν τούτοις, δε φαίνεται η προσβαλλομένη να απασχολήθηκε καθόλου με αυτές". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η πιο πάνω αναφερόμενες "δικαστική πραγματογνωμοσύνη" και "τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνη" δεν αφορούν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ. Ειδικότερα πρώτη πραγματογνωμοσύνη αφορά έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε επί αστικής υποθέσεως μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος, ως ενάγοντα, και των εναγομένων Μ3 κλπ, και αφορούσε ακίνητο ευρισκόμενο στην αυτή περιοχή με το αναφερόμενο στην κρινόμενη υπόθεση, χωρίς όμως να ταυτίζεται πλήρως με αυτό, αφού εκείνο αφορούσε έκταση 2.337,70 τ.μ. (ενώ στην κρινόμενη υπόθεση πρόκειται για έκταση 2.900 τ.μ.). Επίσης η τεχνική έκθεση- πραγματογνωμοσύνη του δασολόγου Ν1, δεν διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, αλλά κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος και αποτελεί ιδιωτική γνωμάτευση. Συνεπώς και οι δύο αυτές εκθέσεις, αποτελούν έγγραφα και ως τέτοια συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία αυτών ούτε ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (της δεύτερης δε τούτων πάντως γίνεται ειδική μνεία στο σκεπτικό της απόφασης). Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις. VI. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην, κατά τη διάταξη του άρ.504 παρ.4 του ΚΠΔ, συναναιρούμενη 1392/2008 προπαρασκευαστική - αναβλητική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την αιτίαση , ότι "παραβίασε τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού αυτή περαίωσε την αποδεικτική διαδικασία χωρίς να κληθούν να καταθέσουν ούτε οι μάρτυρες υπεράσπισης, αλλά ούτε και να κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος....". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη προπαρασκευαστική απόφαση του Τριμελους Πλημμελειοδικείου ουδόλως περατώθηκε η αποδεικτική διαδιακασία, όπως αυτονοήτως συνάγεται και μόνο από το γεγονός ότι με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Οι μάρτυρες δε του αναιρεσείοντος κλήθηκαν να καταθέσουν και ο ίδιος απολογήθηκε τελευταίος, στην μετ' αναβολή δίκη , όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη προπαρασκευαστική (αναβλητική) απόφαση, πριν από την έκδοση αυτής, τελευταίος έλαβε το λόγο ο αναιρεσείων δια των συνηγόρων του, οι οποίοι συντάχθηκαν με την εισαγγελική πρόταση για την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Επομένως, πλέον των ανωτέρω, χωρίς έννομο συμφέρον αυτός προβάλλει τις πιο πάνω αιτιάσεις. Κατ' ακολουθίαν δε τούτων απορριπτέος κρίνεται και ο λόγος αυτός αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. ΙΑ, 171 παρ. 1 στοιχείο δ, 368 Κ.Π.Δ). VII. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ισχυρισμούς, τους οποίου χαρακτηρίζει ως αυτοτελείς. Ειδικότερα ισχυρίστηκε: 1) Ότι από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίδικη έκταση δεν πληροί κανένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του νόμου (άρ.1 παρ. Ι και ΙΙ του ν. 3208/2003), προκειμένου να χαρακτηρισθεί η έκταση αυτή ως δασική και ότι ακόμη και το μέγεθος αυτής υπολείπεται του απαραίτητου ελαχίστου που προβλέπει ο νόμος και ότι σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις του άρ. 2 παρ.2β του ν.3208/03, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε. 2) Ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι κατά το έτος 2000 έγινε η παραμικρή επέμβαση και μάλιστα εκχέρσωση στην ιδιοκτησία του, απεναντίας προέκυψε ότι όλες οι εργασίες που έγιναν είχαν τελειώσει από το έτος 1998 και ότι δεν είναι νοητό η εκχέρσωση να κράτησε έξι χρόνια (1994 - 2000), όπως ισχυρίζεται το Δασαρχείο, και, συνεπώς, η πράξη για την οποία καταδικάστηκε έχει παραγραφεί και 3) Ότι υφίσταται περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, καθ' οσον ο αναιρεσείων πίστευε ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, διότι πείστηκε προς τούτο από την έγγραφη συμβουλή του νομικού του παραστάτη με ημερομηνία 20.9.93 με την οποία τον πληροφορούσε ότι δεν υπήρχε κανένα νομικό εμπόδιο για την αγορά, εκτός του ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο επειδή γειτνίαζε με τον αιγιαλό. Ο πρώτος των πιο πάνω ισχυρισμών δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε ειδική υποχρέωση να απαντήσει. Εντούτοις, με τις πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού του, αιτιολογημένα αιτιολόγησε την κρίση του ότι η έκταση που εκχερσώθηκε είχε δασικό χαρακτήρα. Με επάλληλη δε αιτιολογία αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου "περί μη υπαγωγής αυτής στην έννοια της δασικής εκτάσεως, καθ' όσον το εμβαδόν της είναι μικρότερο των 0,3 εκταρίων και το πλάτος αυτής μικρότερο των 30 μέτρων ( ήδη άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3208/03), διότι, "η εκχερσωθείσα δασική έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως που φέρει το χαρακτήρα της δασικής, ώστε οι διαστάσεις της να μην αποτελούν περιορισμό, ως προς τον χαρακτηρισμό της ως δασικής", παραδοχή η οποία είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2, ΙΙ του ν. 3208/03 κατά την οποία "Η δασοβιοκοινότητα υφίσταται και το δασογενές περιβάλλον δημιουργείται και σε εκτάσεις με μικρότερο εμβαδόν από 0,3 εκτάρια, όταν λόγω της θέσης τους βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης με άλλες γειτονικές εκτάσεις που συνιστούν δάσος ή δασική έκταση". Συνεπώς το Δικαστήριο (ανεξάρτητα από την παραδοχή του ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3208/03), έκρινε ότι και υπό το καθεστώς του τελευταίου αυτού νόμου, η επίμαχη έκταση είναι δασική. Περαιτέρω το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν απέρριψε σιγή τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, αλλά αντιθέτως, έκανε αυτόν δεκτόν εν μέρει, αφού έπαυσε την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για την έκταση των 2,3 στρεμμάτων που εκχέρσωσε ο αναιρεσείων κατά το διάστημα από το έτος 1994 έως 2000. Τα όσα δε αυτός περαιτέρω ισχυρίζεται (ότι η εκχέρσωση είχε ολοκληρωθεί πριν από το έτος 2000 κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της απορριπτικής του περί παραγραφής ισχυρισμού του αποφάσεως, πλήττεται η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος το Δικαστήριο με την διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης, λόγω του ότι ο νομικός του παραστάτης Α. Μαρούλης στην από 20.9.93 επιστολή του τον διαβεβαίωσε ότι διενήργησε έλεγχο στο υποθηκοφυλακείο .... για το υπό μεταβίβαση ακίνητο και αυτό πληροί τις νομικές προϋποθέσεις αγοράς του, λαμβανομένου υπόψη ότι τούτο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος πρωτίστως διότι αυτή η διαβεβαίωση δεν αναφέρεται στη δυνατότητα εκχέρσωσης της έκτασης που αγόρασε, θέμα που δεν προκύπτει ότι τέθηκε υπόψη του προαναφερομένου δικηγόρου, αλλά και διότι υπήρχε δυνατότητα να πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος με ακρίβεια τα νόμιμα δικαιώματα του, αν απευθυνόταν στις αρμόδιες αρχές (δασαρχείο ....) ή στον νομικό του παραστάτη, οπότε θα μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης του", με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον περί συγγνωστής νομικής ισχυρισμό του. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, όπως και στο αίτησή του αναφέρει, αποτάθηκε στο νομικό του παραστάτη και ζήτησε εγγράφως να πληροφορηθεί αν υπάρχει νομικό κόλλημα για την αγορά του. Όμως, αν το προς αγορά ακίνητο ήταν εν τοις πράγμασι δάσος ή δασική έκταση, δεν αποτυπώνεται κατ' ανάγκη στους τίτλους του ακινήτου και δεν διαπιστώνεται κατά την έρευνα αυτών των τίτλων που ενήργησε ο νομικός του παραστάτης, αλλά αυτό καταφαίνεται από την ύπαρξη επ'αυτού των αείφυλλων και πλατύφυλων (βένια, πουρνάρια, σχίνα, αγριελιές και ασπάλαπους), που, προφανώς δεν αναφέρονται στους τίτλους του ακινήτου και κατά τις παραδοχές της απόφασης εκχέρσωσε ο αναιρεσείων. Επομένως, όπως ορθώς επισημαίνεται στην πληττόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων μπορούσε να πληροφορηθεί με ακρίβεια τα νόμιμα δικαιώματα του, επί του πιο πάνω ακινήτου και ειδικότερα ως προς τη δυνατότητα εκχέρσωσης της έκτασης, αν απευθυνόταν στις αρμόδιες αρχές (δασαρχείο ....) ή στον νομικό του παραστάτη, του οποίου η πιο πάνω διαβεβαίωση δεν αναφέρεται στην δυνατότητα εκχέρσωσης, θέμα που δεν προκύπτει ότι του τέθηκε υπόψη από τον αναιρεσείοντα, κατά τις παραδοχές της απόφασης. Πάντα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι παντελώς αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ ένατος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απορριπτική των πιο πάνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VIII. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, " αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο επιλαμβάνεται εκ νέου της εκδικάσεως της υποθέσεως, μετά από αναίρεση του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη την θέση του τελευταίου, διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του, δηλαδή υποπίπτει σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί με την ΑΤ - 1952/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική τοιαύτη 2.000 ευρώ, για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 2240/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για να κριθεί εξ ολοκλήρου, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για την αυτή πράξη και επέβαλλε σε αυτόν, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική τοιαύτη 4.000 ευρώ. Δηλαδή επέβαλλε στον αναιρεσείοντα χρηματική ποινή μεγαλύτερη κατά 2000 ευρώ απ' ότι του είχε επιβάλλει για την ίδια πράξη η προηγούμενη αναιρεθείσα απόφαση. Κατ' αυτόν τον τρόπο κατέστησε χείρονα την θέση αυτού (ως προς την στερητική της ελευθερίας ποινή επέβαλε την αυτή ποινή, η οποία είναι η ελάχιστη προβλεπόμενη από το νόμο). Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ (τρίτος) λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, για τον λόγο αυτό και μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό να γίνει δεκτή η αναίρεσης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές για νέα επιμέτρηση της (χρηματικής) ποινής, λαμβανομένου υπόψη ότι η περί ενοχής ποινής κατέστη αμετάκλητη και δεν ερευνάται το θέμα της παραγραφής. Κατά τα λοιπά, μετά την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την ΑΤ-4357/08 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της και ειδικότερα, ως προς την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την 18/17-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του ......, κάτοικου ....., για αναίρεση της ΑΤ-4357/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, καθώς και της προπαρασκευαστικής 1392/28.2.2008, αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη εκχέρσωση δημοσίας δασικής έκτασης. Στοιχεία αδικήματος. Έγγραφα. Ανάγνωση πρακτικών της πρωτόδικης και της αναβληθείσης δίκης, καθώς και της δίκης που αναιρέθηκε. Δεν προκαλείται ακυρότητα από την μη ανάγνωση. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά. Χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου. Το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο επιλαμβάνεται εκ νέου της εκδικάσεως της υποθέσεως, μετά από αναίρεση του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη την θέση του τελευταίου, διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του. Λήψη υπόψη εγγράφου (δορυφορικής φωτογραφίας) που δεν αναγνώσθηκε, το οποίο είχε προσβληθεί ως πλαστό, διότι δεν προέκυπτε η ημερομηνία που λήφθηκε. Δεν συνιστά ένσταση πλαστότητας. Πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από το Δικαστήριο ή τον Ανακριτή είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να προκύπτει αναμφίβολα από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς. Πραγματογνωμοσύνες που δεν διατάχθηκαν κατ’ αρ. 183 ΚΠΔ και δεν αφορούν την εκδικαζόμενη υπόθεση, εκτιμώνται ως απλά έγγραφα. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Απόρριψη όλων των λόγων που αφορούν την ενοχή ως αβασίμων. Αναιρεί μόνο ως προς την χρηματική ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Δασικά αδικήματα, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 785/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κατοίκου ...... και 2. Χ2 κατοίκου ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 249/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1676/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 561/8.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 53/19-9-2008 και 54/19-9-2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 κατοίκου ..... και 2) Χ2 κατοίκου ...... (δυνάμει της από 18-9-2008 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Κορίνθου Παναγιώτη Πανταζή) κατά του υπ'αριθμ. 249/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τ'ακόλουθα: Α) α) Με το υπ'αριθμ. 881/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά (κακ/των) οι 1) Χ3 2) Χ2 και 3) Χ1, κατηγορούμενοι για Απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση, με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ. β) Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ'αριθμ. 57/2006, 66/2006 και 56/2006, αντιστοίχως, εφέσεις και επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 69/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με το τελευταίο αυτό οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες, παραπέμφθηκαν στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πειραιά για κακουργήματα) για την πράξη της από κοινού κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αφού απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι παραπάνω εφέσεις τους. γ) Κατά του υπ'αριθμ 69/2007, παραπάνω, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν τις από 12-3-2007 αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες και έγιναν δεκτές, εκδοθέντος του υπ'αριθμ. 1110/2008 βουλεύματος του Αρείου Πάγου, με το οποίο αναιρέθηκε το παραπάνω προσβαλλόμενο εφετειακό βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο για νέα κρίση. δ) Μετά ταύτα εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκαν και πάλι κατ'ουσία οι εφέσεις των προαναφερθέντων κατηγορουμένων και παραπέμπονται αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κακ/των) για κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού. Β) Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρ. 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 Κ.Π.Δ., με τις ως άνω δηλώσεις των αναιρεσειόντων στον Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, στις 19-9-2008, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 6-10-2008 και στον δεύτερο αναιρεσείοντα στις 9-9-2008 και είναι τυπικά δεκτές. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται από τον πρώτο αναιρεσείοντα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 375 § 2 ΠΚ ενώ από τον δεύτερο η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 εδ. β' και δ' του Κ.Π.Δ.). Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). ΣΤ) Κατά το άρθρ. 375 § § 1 και 2 Π.Κ. όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, εκτός άλλων περιπτώσεων, συνεπεία της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, αυτός τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής ως άνω υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρ. 375 ΠΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ'άρθρ. 719 ΑΚ κάθε τι που έλαβε καθώς και ό,τι, κατ'άρθ. 721 του ίδιου Κώδικα, προκαταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων εις αυτόν προς εκτέλεση της εντολής. (Α.Π. 342/2003 Ποιν.Χρ. ΝΓ' 1000 Α.Π. 1425/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ'510). Εξάλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 45 Π.Κ. συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ'αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται απ'όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικώτερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στη συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών (ΑΠ 1317/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ'435). Ζ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, κατ'είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι εγκαλούντες Ψ1 , Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ9 και Ψ10, τυγχάνοντες όλοι κάτοικοι ....., γνώριζαν τον κατ/νο Χ2 κάτοικο ομοίως ...., ο οποίος διατηρούσε γραφείο στην .....και ασχολείτο με χρηματιστηριακά θέματα και ασφάλειες. Τον μήνα Απρίλιο του 1999, ο Χ2 μόνος - πλην των περιπτώσεων του Ψ4 και του Ψ9, πλησίασε τους εγκαλούντες και τους έπεισε να αγοράσουν μετοχές της εταιρείας "......", οι οποίες διατίθεντο σε ελκυστική τιμή, προ της εισόδου αυτής στο χρηματιστήριο και τους διαβεβαίωσε ότι τα χρήματα τους θα πολλαπλασιασθούν μετά την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο. Τους διαβεβαίωσε επίσης ότι ακόμη και αν δεν έμπαινε η εταιρεία στο χρηματιστήριο θα τους επιστρεφόταν το κεφάλαιο άνευ τόκων. Στην περίπτωση του εγκαλούντος Ψ4 η επαφή έγινε από κοινού με τον Χ1, ενώ στην περίπτωση του Ψ9 ήρθε ο ίδιος ο εγκαλών με δική του πρωτοβουλία σε επαφή με τον Χ1, προκειμένου να τον συμβουλευτεί για την αγορά μετοχών και ο τελευταίος του πρότεινε την αγορά μετοχών της ...... με τη μεσολάβηση της .....ΕΛΔΕ, ως συμφέρουσα. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τους εγκαλούντες να καταβάλλουν σε λογαριασμούς του εκπροσώπου της ΕΛΔΕ Χ3 και της συζύγου του Χ4 (κατά της οποίας είχε επίσης ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά απαλλάχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα) τα εξής ποσά: 1) Ο Ψ1 το χρηματικό ποσόν των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, την ..... και το χρηματικό ποσόν των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, την ...., τα οποία κατέθεσε στον υπ αριθμ ..... τραπεζικό λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως, με δικαιούχους τον πρώτο κατηγορούμενο και την Χ4 2) ο Ψ2 το χρηματικό ποσόν των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την .... στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως 3) ο Ψ3 το χρηματικό ποσόν των δέκα πέντε εκατομμυρίων (15.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την .... στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό, 4) ο Ψ4 το χρηματικό ποσόν των τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) δραχμών, το οποίο κατέβαλε τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1999 από επενδυτικό του λογαριασμό στην ως άνω ΕΛΔΕ, 5) ο Ψ5 το χρηματικό ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, από το οποίο ποσό ένδεκα εκατομμυρίων (11.000.000) δραχμών κατέβαλε από επενδυτικό λογαριασμό του στην ως άνω ΕΛΔΕ την ...., και ποσόν δέκα τεσσάρων εκατομμυρίων (14.000.000) δραχμών κατέθεσε τμηματικώς την ... και την .... στον υπ αριθμ. ....... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), συνδικαιούχοι του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και η σύζυγος του Χ4 6) ο Ψ6 το χρηματικό ποσόν των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) δραχμών, το οποίο κατέβαλε τμηματικώς, την .... ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και την ... ποσόν τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών στον υπ' αριθμ. ......τραπεζικό λογαριασμό της ΕΤΕ, δικαιούχος του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος 7) ο Ψ7 το χρηματικό ποσόν των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς, την .... ποσόν τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών και την .... ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών στον προαναφερόμενο λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως, 8) ο Ψ8 το χρηματικό ποσόν των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς , την ..... , ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, την ....ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και την .... ποσόν δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών στον υπ' αριθμ. ..... τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνδικαιούχοι του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και η σύζυγος του Χ4, 9) ο Ψ9 το χρηματικό ποσόν των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την .... στον προαναφερόμενο λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως και 10) ο Ψ10 το χρηματικό ποσόν των δέκα επτά εκατομμυρίων (17.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς την ...., την .... και την .... στον ίδιο " ως άνω λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως. Τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν με την ρητή εντολή για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας μέσω της .... ΕΛΔΕ, η οποία θα ενεργούσε για λογαριασμό των εγκαλούντων. Από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999, οι εγκαλούντες περίμεναν την μεταβίβαση των μετοχών ματαίως. Λόγω κυρίως του ναυαγίου του πλοίου ...., ιδιοκτησίας της ...., η εταιρεία δεν μπήκε τελικά στο χρηματιστήριο, ενώ οι εγκαλούντες είχαν αρχίσει να ζητούν τα χρήματα τους ή το πακέτο των μετοχών, όποια και αν ήταν η αξία τους. Τότε ο Χ3 διαβεβαίωσε ορισμένους εκ των εγκαλούντων ότι τις μετοχές τις έχει η χρηματιστηριακή και θα τις παραδώσει λίγο πριν μπει η εταιρεία στο χρηματιστήριο. Με τον τρόπο αυτό καθυστέρησε τις νόμιμες ενέργειες εκ μέρους των παθόντων . Μετά πάροδο έτους και δύο μηνών, δηλαδή την 7/3/2002, οι εγκαλούντες κοινοποίησαν εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία στον Χ3 ως εκπρόσωπο της ΕΛΔΕ), με την οποία ζήτησαν εντός τριών ημερών να γίνει η μεταβίβαση των μετοχών της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας που είχαν οι κατ/νοι εντολή να προαγοράσουν για λογαριασμό τους, άλλως να επιστραφούν σ' αυτούς τα χρηματικά ποσά που τους είχαν καταβληθεί. Οι κατηγορούμενοι -σύμφωνα με τα όσα από κοινού είχαν προαποφασίσει και προσχεδιάσει -σε ουδεμία ενέργεια αγοράς μετοχών ή επιστροφής των καταβληθέντων ποσών στους παθόντες προέβησαν, εκδηλώνοντας έτσι την 10/3/2002 οριστικά την πρόθεση τους να ενσωματώσουν παρανόμως στην περιουσία τους τα καταβληθέντα από τους εγκαλούντες ποσά, με συνέπεια να υποβληθεί η κρινομένη έγκληση. Εκ των παθόντων ο μόνος ο οποίος πιθανόν ικανοποιήθηκε και του επεστράφησαν τα χρήματα ήταν ο Ψ9 με συνέπεια να δηλώσει ενώπιον του Ανακριτή ότι δεν διέπραξε κάποια αξιόποινη πράξη σε βάρος του ο Χ1 και ότι παραιτείται της πολιτικής αγωγής. Έτσι όμως έχοντας τα πραγματικά περιστατικά, είναι προφανές ότι οι εγκαλούντες παρέδωσαν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατηγορουμένους, (καταβληθέντα σε λογαριασμούς του Χ3 και της συζύγου του και στην ΕΛΔΕ), με την εντολή να αγορασθούν για λογαριασμό τους μετοχές της ...., χωρίς να προηγηθούν ψευδείς παραστάσεις , παρά μόνον υποσχέσεις περί υψηλής αποδόσεως της επένδυσης, οι οποίες αποδείχθηκαν αναληθείς. Υποσχέσεις οι οποίες δεν συνιστούν "γεγονός" απαιτούμενο για την συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης. Το ψευδές γεγονός στο οποίο στηρίχθηκε η κατηγορία της απάτης, δηλαδή αυτό της διαβεβαιώσεως περί "κατοχής" των μετοχών, αφενός μεν από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων προέκυψε ότι έλαβε χώρα, μετά την μεταβίβαση των χρημάτων στους κατ/νους και συνεπώς η μεταβίβαση αυτή δεν ήταν απότοκος αυτής της διαβεβαιώσεως και αφετέρου, ο ρόλος της ΕΛΔΕ είναι η διαμεσολάβηση στην αγορά μετοχών για λογαριασμό του επενδυτή, χωρίς να απαιτείται να κατέχει η ίδια η ΕΛΔΕ τις μετοχές. Τούτο σημαίνει ότι οι εγκαλούντες θα προέβαιναν ούτως ή άλλως στην περιουσιακή διάθεση , προκειμένου να αγοράσει για λογαριασμό τους η ΕΛΔΕ τις συγκεκριμένες μετοχές. Η συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων, συγκροτεί την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από εντολοδόχο και από κοινού. Η από κοινού διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος - παρ' ότι οι λογαριασμοί στους οποίους κατατέθηκαν τα χρήματα των παθόντων ανήκαν στον α' κατ/νο και στην δική του εταιρεία , καθώς και στην σύζυγο του - προδήλως προκύπτει από τις ενέργειες και των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι δρούσαν ως μία ομάδα σκοπό έχουσα την άγρα θυμάτων και την ιδιοποίηση των χρημάτων τους και ανεξαρτήτως του ότι, έναντι του Χ1, ο Χ2 φαίνεται ότι είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση, έχοντας πλησιάσει τους περισσότερους των παθόντων. Έτσι, κατόπιν προσυνεννοήσεως και προσχεδιασμού όλων των κατηγορουμένων, τα ως άνω καταβληθέντα τους παθόντες ποσά κατατέθηκαν σε λογαριασμούς του Χ3 της ΕΛΔΕ και της συζύγου του, αλλά περιήλθαν στην κατοχή και των τριών, διότι εν συνεχεία αναλαμβάνοντο από τον τυπικά δικαιούχο και διανέμοντο μεταξύ τους. Επίσης, τα ανωτέρω ποσά ελάμβανε στους προαναφερόμενους λογαριασμούς ο α' κατηγορούμενος, ενεργών και για λογαριασμό των λοιπών, πλην όμως, η εντολή που δόθηκε από τους παθόντες για την αγορά μετοχών αφορούσε όλους τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δρούσαν ως ομάδα. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο Χ1, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι ήταν απλός υπάλληλος της ΕΛΔΕ και δεν ασχολείτο με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ως προς τους ισχυρισμούς του Χ3 : α) Ορθώς το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου δια ιδιοποιήσεως οφέλους των κατ/νων ανέρχεται στο ποσό των 169.500.000 δρχ. και όχι σε αυτό των 156.000.000 δρχ. διότι στην περίπτωση του Ψ4, στον οποίο ισχυρίζεται ότι επέστρεψε ποσό 8.000.000 δρχ. με επιταγή, η επιταγή ήταν ακάλυπτη και ουδέποτε πληρώθηκε, ενώ και το ποσό αυτό είχε δοθεί αρχικά με την εντολή αγοράς μετοχών. Στη δε περίπτωση του Ψ9, προέκυψε ότι πράγματι κατατέθηκε το ποσόν των 5.500.000 δρχ. σε λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως για αγορά μετοχών, ανεξαρτήτως του ότι παραιτήθηκε ο ανωτέρω από την πολιτική αγωγή, β) Ο ισχυρισμός του ότι κάλεσε τους εγκαλούντες για να τους μεταβιβάσει τις μετοχές, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν με διάφορες προφάσεις , ουδόλως υποστηρίχθηκε με κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να θεωρείται βάσιμος, γ) Τέλος, εφόσον η κρινομένη πράξη δεν έχει τα στοιχεία της απάτης αλλά της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, δεν έχει επιρροή ο ισχυρισμός του ότι οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα προ της ισχύος του Ν.2721/99. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι το πρωτόδικο υπ'αριθμ. 881/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά πρέπει να διορθωθεί ως προς το χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης, την οποία χαρακτήρισε ως "υπεξαίρεση από κοινού κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, με την επιβαρυντική περίσταση ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει κατ'αξία το ποσό των 73.000 Ευρώ" και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά (κακ/των). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 § 1, 27, 45, 51, 52, 60, 79, 98 και 375 § § 1,2,3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. Η) ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ α) Το ότι αναφέρεται μόνο η παραίτηση του Ψ9 από το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής κατά του αναιρεσείοντα Χ1, ενώ δεν γίνεται ειδικός λόγος για τις παραιτήσεις και των Ψ7, Ψ3 και Ψ8 δεν σημαίνει ότι οι τελευταίες αυτές δεν ελήφθησαν υπό όψη από το Συμβούλιο Εφετών, αφού μάλιστα ρητά μνημονεύεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ελήφθησαν υπ'όψη οι ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τα έγγραφα της δικογραφίας. (βλ. Α.Π. 1588/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' 441). β) Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο ιστορικά αναφερόμενο ότι ο εκ των πολιτικώς εναγόντων Ψ9 ήλθε, με δική του πρωτοβουλία, σε επαφή με τον αναιρεσείοντα Χ1 προκειμένου να τον συμβουλευτεί για την αγορά μετοχών και ο τελευταίος του πρότεινε την αγορά μετοχών της Μ.F.D., με το εν συνεχεία γενόμενο δεκτό ότι ο Ψ9 έδωσε εντολή στον κατηγορούμενο Χ1 για αγορά μετοχών της παραπάνω εταιρείας και αντίθετα τα δύο γενόμενα δεκτά περιστατικά βρίσκονται σε σχέση λογικής διαδοχής. γ) Είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό της ιδιοποίησης εκ μέρους ενός εκάστου των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, αφού από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την ανέλεγκτο περί των πραγμάτων κρίση του έκανε δεκτό ότι όλοι οι κατηγορούμενοι έδρασαν ως ομάδα, ότι τα χρηματικά ποσά που κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ3 και της συζύγου του Χ4 τυπικά μόνο και ότι στην πραγματικότητα αναλαμβάνονταν από τον τυπικά δικαιούχο και περνούσαν στην κατοχή και των τριών κατηγορουμένων και ακόμη γίνεται σαφές ότι το Συμβούλιο Εφετών έκανε δεκτό τον κοινό δόλο των κατηγορουμένων για από κοινού ιδιοποίηση του συνολικού χρηματικού ποσού που περιήλθε στην κατοχή τους και που ανέρχεται στο ύψος των 169.500.000 δρχ. ή 497.432 Ευρώ. Παραπέρα αιτιολογείται και ο δόλος των κατηγορουμένων, δηλαδή ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης, αφού το Συμβούλιο κάνει δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι, παρ'ότι εκλήθησαν με εξώδικη δήλωση να επιστρέψουν τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά εις ουδεμία ενέργεια προέβησαν εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση να τα ενσωματώσουν στην περιουσία τους (βλ. φύλλα 8 και 16 του βουλεύματος). Σημειώνεται τέλος ότι δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθ'ότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είτε αποτελούν ουσιαστικές εκτιμήσεις των αναιρεσειόντων διαφορετικές από τις αξιολογήσεις του προσβαλλομένου βουλεύματος, είτε, υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, άπτονται ευθέως της ουσίας και είναι απαράδεκτες, αλλιώς ουσιαστικά αβάσιμες. (βλ. ΑΠ 1149/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ'150, ΑΠ 432/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ'142, ΑΠ 593/2003 αδημ. Σκέψη, ΑΠ 415/2007). Θ) Με βάση τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμες οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων και να επιβληθούν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ α) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 53/2008 και 54/2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 κατοίκου ..... και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 249/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων. Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι υπ' αριθμ. καταθέσεως 53/19-9-2008 και 54/19-9-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίτοιχα, κατά του υπ' αριθμ. 249/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσία. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικειµενικώς νοείται σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειµενικώς κοινός δόλος µε την έννοια ότι κάθε συµµέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υποστάσεως του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράττουν µε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήµατος. Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή το έγκληµα πραγµατώνεται µε συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. ΙΙΙ.-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 249/2008 βούλευμα,με καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "....Οι εγκαλούντες Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ9 και Ψ10, τυγχάνοντες όλοι κάτοικοι ...., γνώριζαν τον κατ/νο Χ2 κάτοικο ομοίως ...., ο οποίος διατηρούσε γραφείο στην ... και ασχολείτο με χρηματιστηριακά θέματα και ασφάλειες. Τον μήνα Απρίλιο του 1999, ο Χ2 μόνος - πλην των περιπτώσεων του Ψ4 και του Ψ9, πλησίασε τους εγκαλούντες και τους έπεισε να αγοράσουν μετοχές της εταιρείας "....", οι οποίες διατίθεντο σε ελκυστική τιμή, προ της εισόδου αυτής στο χρηματιστήριο και τους διαβεβαίωσε ότι τα χρήματά τους θα πολλαπλασιασθούν μετά την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο. Τους διαβεβαίωσε επίσης ότι ακόμη και αν δεν έμπαινε η εταιρεία στο χρηματιστήριο θα τους επιστρεφόταν το κεφάλαιο άνευ τόκων. Στην περίπτωση του εγκαλούντος Ψ4 η επαφή έγινε από κοινού με τον Χ1 ενώ στην περίπτωση του Ψ9 ήρθε ο ίδιος ο εγκαλών με δική του πρωτοβουλία σε επαφή με τον Χ1 προκειμένου να τον συμβουλευτεί για την αγορά μετοχών και ο τελευταίος του πρότεινε την αγορά μετοχών της .... με τη μεσολάβηση της ..... ΕΛΔΕ, ως συμφέρουσα. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τους εγκαλούντες να καταβάλλουν σε λογαριασμούς του εκπροσώπου της ΕΛΔΕ Χ3 και της συζύγου του Χ4 (κατά της οποίας είχε επίσης ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά απαλλάχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα) τα εξής ποσά: 1) Ο Ψ1 το χρηματικό ποσόν των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, την .... και το χρηματικό ποσόν των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, την ...., τα οποία κατέθεσε στον υπ' αριθμ ..... τραπεζικό λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως, με δικαιούχους τον πρώτο κατηγορούμενο και την Χ4 2) Ο Ψ2 το χρηματικό ποσόν των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την .... στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως 3) ο Ψ3 το χρηματικό ποσόν των δέκα πέντε εκατομμυρίων (15.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την ..... στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό, 4) ο Ψ4 το χρηματικό ποσόν των τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) δραχμών, το οποίο κατέβαλε τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1999 από επενδυτικό του λογαριασμό στην ως άνω ΕΛΔΕ, 5) ο Ψ5 το χρηματικό ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, από το οποίο ποσό ένδεκα εκατομμυρίων (11.000.000) δραχμών κατέβαλε από επενδυτικό λογαριασμό του στην ως άνω ΕΛΔΕ την ...., και ποσόν δέκα τεσσάρων εκατομμυρίων (14.000.000) δραχμών κατέθεσε τμηματικώς την .... και την .... στον υπ' αριθμ. .... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) συνδικαιούχοι του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και η σύζυγος του Κωνσταντίνα Λάσκαρη, 6) ο Ψ6 το χρηματικό ποσόν των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) δραχμών, το οποίο κατέβαλε τμηματικώς, την .... ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και την .... ποσόν τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών στον υπ' αριθμ. ..... τραπεζικό λογαριασμό της ΕΤΕ, δικαιούχος του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος 7) ο Ψ7 το χρηματικό ποσόν των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς, την ..... ποσόν τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών και την .... ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών στον προαναφερόμενο λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως, 8) ο Ψ8 το χρηματικό ποσόν των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς, την ...., ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, την .... ποσόν πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και την .... ποσόν δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών στον υπ' αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνδικαιούχοι του οποίου είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και η σύζυγος του Χ4 9) ο Ψ9 το χρηματικό ποσόν των πέντε εκατoμμυρίων (5.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε την .... στον προαναφερόμενο λογαριασμό της 'Αλφα Τράπεζας Πίστεως και 10) ο Ψ10 το χρηματικό ποσόν των δέκα επτά εκατομμυρίων (17.000.000) δραχμών, το οποίο κατέθεσε τμηματικώς την ..., την ... και την ... στον ίδιο ως άνω λογαριασμό της Αλφα Τράπεζας Πίστεως. Τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν με την ρητή εντολή για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας μέσω της ΕΛΔΕ, η οποία θα ενεργούσε για λογαριασμό των εγκαλούντων. Από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999, οι εγκαλούντες περίμεναν την μεταβίβαση των μετοχών ματαίως. Λόγω κυρίως του ναυαγίου του πλοίου ....., ιδιοκτησίας της ....., η εταιρεία δεν μπήκε τελικά στο χρηματιστήριο, ενώ οι εγκαλούντες είχαν αρχίσει να ζητούν τα χρήματά τους ή το πακέτο των μετοχών, όποια και αν ήταν η αξία τους. Τότε ο Χ3 διαβεβαίωσε ορισμένους εκ των εγκαλούντων ότι τις μετοχές τις έχει η χρηματιστηριακή και θα τις παραδώσει λίγο πριν μπει η εταιρεία στο χρηματιστήριο. Με τον τρόπο αυτό καθυστέρησε τις νόμιμες ενέργειες εκ μέρους των παθόντων. Μετά πάροδο έτους και δύο μηνών, δηλαδή την 7/3/2002, οι εγκαλούντες κοινοποίησαν εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία στον Χ3 ως εκπρόσωπο της ΕΛΔΕ), με την οποία ζήτησαν εντός τριών ημερών να γίνει η μεταβίβαση των μετοχών της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας που είχαν οι κατ/νοι εντολή να προαγοράσουν για λογαριασμό τους, άλλως να επιστραφούν σ' αυτούς τα χρηματικά ποσά που τους είχαν καταβληθεί. Οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα όσα από κοινού είχαν προαποφασίσει και προσχεδιάσει, σε ουδεμία ενέργεια αγοράς μετοχών ή επιστροφής των καταβληθέντων ποσών στους παθόντες προέβησαν, εκδηλώνοντας έτσι την 10/3/2002 οριστικά την πρόθεσή τους να ενσωματώσουν παρανόμως στην περιουσία τους τα καταβληθέντα από τους εγκαλούντες ποσά, με συνέπεια να υποβληθεί η κρινομένη έγκληση. Εκ των παθόντων ο μόνος ο οποίος πιθανόν ικανοποιήθηκε και του επεστράφησαν τα χρήματα ήταν ο Ψ9 με συνέπεια να δηλώσει ενώπιον του Ανακριτή ότι δεν διέπραξε κάποια αξιόποινη πράξη σε βάρος του ο Χ1 και ότι παραιτείται της πολιτικής αγωγής. Έτσι όμως έχοντας τα πραγματικά περιστατικά, είναι προφανές ότι οι εγκαλούντες παρέδωσαν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατηγορουμένους, (καταβληθέντα σε λογαριασμούς του Χ3 και της συζύγου του και στην ΕΛΔΕ), με την εντολή να αγορασθούν για λογαριασμό τους μετοχές της ...., χωρίς να προηγηθούν ψευδείς παραστάσεις, παρά μόνον υποσχέσεις περί υψηλής αποδόσεως της επένδυσης, οι οποίες αποδείχθηκαν αναληθείς. Υποσχέσεις οι οποίες δεν συνιστούν "γεγονός" απαιτούμενο για την συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης. Το ψευδές γεγονός στο οποίο στηρίχθηκε η κατηγορία της απάτης, δηλαδή αυτό της διαβεβαιώσεως περί "κατοχής" των μετοχών, αφενός μεν από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων προέκυψε ότι έλαβε χώρα, μετά την μεταβίβαση των χρημάτων στους κατ/νους και συνεπώς η μεταβίβαση αυτή δεν ήταν απότοκος αυτής της διαβεβαιώσεως και αφετέρου, ο ρόλος της ΕΛΔΕ είναι η διαμεσολάβηση στην αγορά μετοχών για λογαριασμό του επενδυτή, χωρίς να απαιτείται να κατέχει η ίδια η ΕΛΔΕ τις μετοχές. Τούτο σημαίνει ότι οι εγκαλούντες θα προέβαιναν ούτως ή άλλως στην περιουσιακή διάθεση, προκειμένου να αγοράσει για λογαριασμό τους η ΕΛΔΕ τις συγκεκριμένες μετοχές. Η συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων, συγκροτεί την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από εντολοδόχο και από κοινού. Η από κοινού διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος - παρ' ότι οι λογαριασμοί στους οποίους κατατέθηκαν τα χρήματα των παθόντων ανήκαν στον α' κατ/νο και στην δική του εταιρεία, καθώς και στην σύζυγό του - προδήλως προκύπτει από τις ενέργειες και των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι δρούσαν ως μία ομάδα σκοπό έχουσα την άγρα θυμάτων και την ιδιοποίηση των χρημάτων τους και ανεξαρτήτως του ότι, έναντι του Χ1, ο Χ2 φαίνεται ότι είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση, έχοντας πλησιάσει τους περισσότερους των παθόντων. Έτσι, κατόπιν προσυνεν-νοήσεως και προσχεδιασμού όλων των κατηγορουμένων, τα ως άνω καταβληθέντα από τους παθόντες ποσά κατατέθηκαν σε λογαριασμούς του Χ3 της ΕΛΔΕ και της συζύγου του, αλλά περιήλθαν στην κατοχή και των τριών, διότι εν συνεχεία αναλαμβάνοντο από τον τυπικά δικαιούχο και διανέμοντο μεταξύ τους. Επίσης, τα ανωτέρω ποσά ελάμβανε στους προαναφερόμενους λογαριασμούς ο α' κατηγορούμενος, ενεργών και για λογαριασμό των λοιπών, πλην όμως, η εντολή που δόθηκε από τους παθόντες για την αγορά μετοχών αφορούσε όλους τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δρούσαν ως ομάδα. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο Χ1, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι ήταν απλός υπάλληλος της ΕΛΔΕ και δεν ασχολείτο με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ως προς τους ισχυρισμούς του Χ3 α) Ορθώς το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου δια ιδιοποιήσεως οφέλους των κατ/νων ανέρχεται στο ποσό των 169.500.000 δρχ. και όχι σε αυτό των 156.000.000 δρχ. διότι στην περίπτωση του Ψ4 στον οποίο ισχυρίζεται ότι επέστρεψε ποσό 8.000.000 δρχ. με επιταγή, η επιταγή ήταν ακάλυπτη και ουδέποτε πληρώθηκε, ενώ και το ποσό αυτό είχε δοθεί αρχικά με την εντολή αγοράς μετοχών. Στη δε περίπτωση του Ψ9 προέκυψε ότι πράγματι κατατέθηκε το ποσόν των 5.500.000 δρχ. σε λογαριασμό της Άλφα Τράπεζας Πίστεως για αγορά μετοχών, ανεξαρτήτως του ότι παραιτήθηκε ο ανωτέρω από την πολιτική αγωγή. β) Ο ισχυρισμός του ότι κάλεσε τους εγκαλούντες για να τους μεταβιβάσει τις μετοχές, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν με διάφορες προφάσεις, ουδόλως υποστηρίχθηκε με κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να θεωρείται βάσιμος. γ) Τέλος, εφόσον η κρινομένη πράξη δεν έχει τα στοιχεία της απάτης αλλά της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, δεν έχει επιρροή ο ισχυρισμός του ότι οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα προ της ισχύος του Ν.2721/1999...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για την πράξη της από κοινού και κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικέ ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 375 παρ.2 του Π.Κ τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με επάρκεια αιτιολογίας προσδιορίζονται τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξεως για την οποία παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες και εξειδικεύεται η συναυτουργική δράση αυτών και του επίσης κατηγορουμένου Χ3, αφού το Συμβούλιο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι, ανεξαρτήτως του ότι ο Χ2 είχε πρωταγωνιστικό λόγο, δρούσαν ως ομάδα με προσχεδιασμό και προσυνεννόηση και με σκοπό την άγρα θυμάτων για την ιδιοποίηση των χρημάτων τους. Περαιτέρω, δέχεται το Συμβούλιο ότι τα χρηματικά ποσά τα οποία οι πολιτικώς ενάγοντες κατέθεσαν στους αναφερόμενους λογαριασμούς του Χ3 και της συζύγου του και της ΕΛΔΕ για την αγορά μετοχών της εταιρίας ...., αυτοί και ο Χ3, κατά τον αναφερόμενο τρόπο τα ανέλαβαν, περιήλθαν στην κατοχή τους και διανεμήθηκαν μεταξύ τους. Ακόμη εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο δέχεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι συλλογικώς ενήργησαν ως εντολοδόχοι των πολιτικώς εναγόντων με πριεχόμενο της προς αυτούς εντολής την αγορά μετοχών της άνω εταιρίας, κατά τούτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται εάν η εντολή ήταν προφορική ή γραπτή ούτε αναφορικά με τον κατηγορούμενο Χ1 το ειδικότερο περιεχόμενο της σχέσεως αυτού με τη χρηματιστηριακή εταιρία ...... Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1, ότι το βούλευμα πάσχει κατά την αιτιολογία του από το γεγονός ότι, ενώ κατά το στάδιο της προδικασίας παραιτήθηκαν της πολιτικής αγωγής τέσσερες από τους παθόντες, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του μόνο την παραίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ9, είναι αβάσιμη. Το συμβούλιο για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας. Από το ότι ειδικώς αναφέρεται στην παραίτηση του Ψ9 δεν συνάγεται ότι αγνοήθηκαν οι παραιτήσεις των λοιπών, οι οποίες, σημειωτέον, δεν αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, η ειδική δε μνεία στην παραίτηση του ανωτέρω γίνεται διηγηματικά και ως συνέπεια των παραδοχών ότι στον ανωτέρω επεστράφη το χρηματικό ποσό το οποίο είχε δοθεί στους κατηγορουμένους για την αγορά μετοχών. Επισημαίνεται, τέλος, ότι το βούλευμα δεν έχει αντιφατικές παραδοχές ούτε λογικά κενά επί των ζητημάτων τα οποία διαλαμβάνονται στην αίτηση του Χ1 και είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του τελευταίου. Συνεπώς, ο για έλλειψη αιτιολογία εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ μόνος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 53/19-9-2008 αίτηση του Χ1 και την υπ' αριθμ. 54/19-9-2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 249/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 784/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1192/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενης ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1658/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 553/28.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με το άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 168/13-10-2008 αίτηση αναίρεσης της ....., κατά του υπ'αριθμ. 1192/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2889/2007 βούλευμά του παρέπεμψε την κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), με την κατηγορία της παράνομης γνώσης και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τελεσθείσα από υπαίτιο που είχε σκοπό να βλάψει τρίτον (άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1 εδ. α', 27 ΠΚ και άρθρ. 22 παρ. 4,6 Ν. 2472/1997). Μετά από έφεση που άσκησε η κατηγορουμένη, εκδόθηκε το παραπάνω, υπ'αριθμ. 1192/2008, προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην κατηγορουμένη την 6-10-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 1-10-08, η δε αναίρεση ασκήθηκε την 13-10-08. Είναι κατά συνέπεια εμπρόθεσμη και νομότυπη (άρθρ. 473 § 1, 474 § 1 Κ.Π.Δ.) και παραδεκτή, αφού η πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη είναι κακούργημα (άρθρ. 482 § ια Κ.Π.Δ.). Επίσης περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (474 § 2 Κ.Π.Δ.), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος, 139 και 484 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ.), συνιστάμενη στο ότι: α) το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος και η ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών αποτελούν αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ'αυτό πρότασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, χωρίς να παραθέτει ούτε μία δική του σκέψη και παραδοχή και β) παραλείπεται παντελώς η αιτιολόγηση της ύπαρξης δόλου της κατηγορουμένης και συγκεκριμένα του σκοπού της να βλάψει τρίτον. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 484 § 1στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού αυτή αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εκεί, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών. 'Όταν όμως ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει μεν τη δυνατότητα, για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις, να παραπέμπει συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το συμβούλιο εφετών να αναφέρεται καθολικώς στο πρωτόδικο βούλευμα ή (και) στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση, διότι με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται της προβλεπόμενης από το νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου, όταν μάλιστα αυτά διατυπώνονται με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο (βλ. ΑΠ 732/2005 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 1015, ΑΠ 1151/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 33). ΙΙΙ). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπ'αριθμ. 1192/2008, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του υπ'αριθμ. 2889/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε, όπως παραπάνω στην αρχή αναφέρεται. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα, η κατηγορουμένη παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) ως υπαίτια του ότι "στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2005, χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τηρούνται σε αρχείο, ήτοι πληροφοριών που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς να αποτελούν στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία και τα ανακοίνωσε σε μη δικαιούμενα πρόσωπα με σκοπό να βλάψει τρίτον και συγκεκριμένα όντας υπάλληλος της Βουλής των Ελλήνων, χωρίς δικαίωμα, χωρίς εντολή και σε ώρα που δεν εκτελούσε υπηρεσία, προσήλθε στο γραφείο του Τμήματος Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης των μελών της Βουλής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που λειτουργεί εντός της Βουλής των Ελλήνων, αναζήτησε τον αριθμό μητρώου του Βουλευτή ....., άνοιξε το αρχείο αναδρομικού ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 1990 έως 2002 και ανέγνωσε το φάκελό του, εντός του οποίου υπήρχαν δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και φορολογικές δηλώσεις, από τις οποίες έβγαλε φωτοτυπίες και κατέγραψε ορισμένα στοιχεία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου, σε αρχείο με όνομα "......". Επίσης εκτύπωσε ορισμένες σελίδες από τον ως άνω ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένες οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του έτους 2004 (οι οποίες αφορούσαν τη χρήση έτους 2003) σε ηλεκτρονική μορφή. Ακολούθως, τα ανωτέρω στοιχεία τα κατέστησε γνωστά σε τρίτους, ήτοι σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, με σκοπό να βλάψει τον ως άνω Βουλευτή, εμφανίζοντάς τον ως δημόσιο πρόσωπο που παραβιάζει τις νόμιμες υποχρεώσεις του για ακριβή δήλωση της περιουσιακής κατάστασής του". Η αιτιολογία του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος περιλαμβάνει μόνο τυπική αναφορά στις σκέψεις της πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με τις φράσεις: "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ'αριθμ. 593/07 έφεση της ......, κατά του υπ'αριθμ. 2889/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κκών Αθηνών, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλα του τα κεφάλαια και να απορριφθεί η από 1-4-08 αίτηση της κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο με σκοπό την παροχή σχετικών διασαφήσεων για την κατηγορία". Η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αποτελεί, κατά το ουσιώδες μέρος της, πιστή και κατά λέξη αντιγραφή της πρωτόδικης εισαγγελικής πρότασης. Το πρωτόδικο βούλευμα επίσης δεν περιέχει δικές του σκέψεις αλλά αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση. Ούτε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ούτε με την ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση γίνεται οποιαδήποτε σκέψη αναφορικά με τους λόγους της από 29-10-07 εφέσεως της κατηγορουμένης, ούτε δίνεται οποιαδήποτε απάντηση στους σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς και αιτιάσεις που αυτή προβάλλει με τα από 29-10-07 και 7-4-08, προς στήριξη της έφεσής της υπομνήματα και που αφορούν (οι ισχυρισμοί και οι αιτιάσεις) α) τον χαρακτήρα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, β) το δικαίωμα της κατηγορουμένης για πρόσβαση και επεξεργασία των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών και γ) την εκ μέρους της κατηγορουμένης ύπαρξη σκοπού βλάβης τρίτου και δη του συγκεκριμένου βουλευτή. ΙV. Είναι επομένως βάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 1192/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθ.484 § 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Ελλείπει δε η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλει υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών με καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως και το Συμβούλιο τούτο παραλείπει να εκτιμήσει και να μνημονεύσει το εν λόγω υπόμνημα στο βούλευμά του .Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 1192/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε το υπ' αρ. 2889/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της παράνομης γνώσης και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ,τελεσθείσα από υπαίτιο που είχε σκοπό να βλάψει τρίτον (άρθρ.1,14,26 παρ.1α,27 Π.Κ. και άρθρ. 22 παρ.4,6 Ν.2472/1997). Η αιτιολογία του ως άνω αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος περιλαμβάνει μόνο τυπική αναφορά στις σκέψεις της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διά της φράσεως "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως νόμιμους και βάσιμους και το Συμβούλιο τούτο εξολοκλήρου αναφέρεται, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η έφεση". Μετά την κατά τη 27.3.2008 κατάθεση της ανωτέρω εισαγγελικής προτάσεως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 7.4.2008 προς το Συμβούλιο Εφετών το από 7.4.2008 υπόμνημά της στο οποίο περιελάμβανε καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα, με την τυπική αυτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, χωρίς να διαλαμβάνεται καμία σκέψη, που να αξιολογεί το απολογητικό υπόμνημα της εκκαλούσης αναιρεσείουσας, στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αρ. 1192/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος, διότι αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση και δεν έλαβε υπόψη υπόμνημα της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
1
Αριθμός 781/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος (πολιτικώς ενάγοντος) ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί επανεξέτασης λόγων αναιρέσεως της από 25-7-2007 αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 3035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1667/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με κατηγορούμενο τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ηλιόπουλο. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτή και ο αιτών-πολιτικώς ενάγων, ζητεί την επανεξέταση αυτή για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1455/2008. Αφού άκουσε Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αιτούντα και τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρα 340 και 514 ΚΠΔ τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση όπως είναι αυτή με την οποίαν απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δευτέρα αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως, αλλά στην περίπτωση κατά την οποίαν ο 'Αρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς λόγον αναιρέσεως, μπορεί εν όψει της αυτοτελείας κάθε αναιρετικού λόγου, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επανέλθει και να τον εξετάσει χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις ανωτέρω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο 'Αρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγον αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ, ο οποίος δεν επροτάθη, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υποβληθέν υπόμνημά του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επεσήμανε την ύπαρξη τοιούτου λόγου και εζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθ'όσον ο 'Αρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, απεκδύεται της εξουσίας του και, ελλείψει εκκρεμότητος παραδεκτώς προταθέντος λόγου, δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Εξ άλλου η δυνατότης επανεξετάσεως από τον 'Αρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγουμένη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ηρευνήθησαν, ούτε απερρίφθησαν με την προηγουμένη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, να μην αφορούν και βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προεβλήθησαν και απερρίφθησαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή δι' έκαστον από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως. αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως ή πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητος ή μη της επανεξετάσεως λόγου αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 3035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν ο (τότε) κατηγορούμενος ... εκηρύχθη αθώος της ψευδορκίας μάρτυρος, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου ήσκησε την υπ'αριθμ. 45/25 Ιουλίου 2007 αναίρεση με μοναδικό λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1667/2008 απόφαση του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποίαν απερρίφθη ως αβάσιμη η άνω αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Τώρα ο ... δια της από 8-9-2008 κρινομένης αιτήσεως του επιδιώκει την εξέταση λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι είχαν προβληθεί δια του από 15-4-2008 υπομνήματός του ως πολιτικώς ενάγοντος, προς συμπλήρωση του αναιρετικού λόγου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά την συζήτηση, καθήν εξεδόθη η ως άνω υπ'αριθμ. 1667/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, και οι λόγοι αυτοί ερευνώνται αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ τους επαναλαμβάνει δε και νυν με την αίτησή του. Η αίτηση αυτή, κατ'ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη ως αβασίμου της από 25 Ιουλίου 2007 αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο τούτο έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως, εκ του λόγου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του νυν αιτούντος, παρέλειψε να ερευνήσει τους αυτεπαγγέλτως εξεταζομένους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι όμως ουδόλως περιείχοντο, ούτε επροτάθησαν υπό του αναιρεσείοντος εισαγγελέως του Αρείου Πάγου εις την αίτηση αναιρέσεώς του και συνεπώς μετά ταύτα, δεν συντρέχει περίπτωση παραλείψεως από παραδρομή εξετάσεως παραδεκτώς προταθέντος λόγου αναιρέσεως. 'Όλα τ' ανωτέρω, ανεξαρτήτως του ότι ο πολιτικώς ενάγων εδώ δεν μπορεί, εις πάσα περίπτωση, να ζητήσει την επανεξέταση από τον 'Αρειο Πάγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της απαλλακτικής αποφάσεως (πρβλ άρθρο 492, 504 παρ.3, 505 παρ.1 στοιχ. γ', 506 στοιχ. γ' ΚΠΔ). Τέλος ο αιτών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ... για επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως αναφερομένων στο από 15-4-2008 υπόμνημά του. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εάν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως να επανέλθει και να τον εξετάσει, διότι επί μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει εάν ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνόμενο κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επεσήμανε την ύπαρξη τοιούτου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του. Απορρίπτει αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως. Ο πολιτικώς ενάγων δεν μπορεί να ζητήσει την επανεξέταση λόγου αναιρέσεως εις πάσα περίπτωση.
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 780/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 1545-1546/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα καθώς και στους από 14 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους του 1ου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1654/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 364 § 1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί ενοχής των αναιρεσειόντων για την αποδοθείσα και στους δύο αξιόποινη πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από ιδιαίτερα επικίνδυνους δράστες, επί πλέον δε στον πρώτο και της αντίστασης, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και την στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αναφερομένη απολογία του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος Χ2 κατά την προανάκριση, αφού, υπάρχει σ' αυτό η παραδοχή ότι "ο κατηγορούμενος Χ2 κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι η φερόμενη ως ναρκωτική ουσία ήταν χώμα. Στην από 17.7.2002 όμως προανακριτική του απολογία ενώπιον του Υ/Α Α, παραδέχεται ότι είναι ναρκωτικά, αλλά υποστηρίζει ότι ήταν του Χ1 ...". Όμως η προανακριτική αυτή απολογία δεν φέρεται αναγνωσθείσα στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ούτε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία μνημονεύονται στα πρακτικά του Εφετείου, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν προκύπτει δε το περιεχόμενό της από άλλα, παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία ενώ εξάλλου δεν μνημονεύεται μόνο ιστορικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ούτε αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι. Συνεπώς επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται και διεξάγεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το παραπάνω Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των κατηγορουμένων". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν α) η με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, β) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Αν. Καθηγήτριας του Α.Π.Θ Ε. Γ, γ) η με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, και δ) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της παραπάνω Ε. Γ, οι εκθέσεις δε αυτές αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, μη υπαγόμενο στην κατηγορία των εγγράφων, γιατί έγιναν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 183 ΚΠΔ και εις εκτέλεση των με αριθμό ..... και ..... εγγράφων παραγγελιών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που διενεργούσε την προανάκριση. Περί των εκθέσεων αυτών, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αντίσταση. Έλλειψη αιτιολογίας από τη μη αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης. Ακυρότητα από λήψη υπόψη προανακριτικής απολογίας που δεν αναγνώσθηκε. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 779/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά, περί αναιρέσεως της 252, 253, 258, 259/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της, κάτοικου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Κελαϊδή. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 442/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ.Ι ΠΚ, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή, κατά πλειοψηφία (6-1) καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, για την πράξη της αποπλάνησης παιδιού, νεότερου των δέκα τριών ετών, κατ' εξακολούθηση. Για να καταλήξει στη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εις την επί της οδού .... οικοδομή, διέμενον εις μεν το ισόγειο διαμέρισμα ο κατηγορούμενος από το 1996 αρχικώς με την πατρική του οικογένεια και αργότερα μόνος του, εις δε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου η Ψ1 με την ηλικίας, το 2003, 11 ετών θυγατέρα της Ψ2 και την μεγαλύτερη θυγατέρα της ..... Ο κατηγορούμενος, τελειόφοιτος πολιτικός μηχανικός, ειργάζετο τότε στο μελετητικό γραφείο του Πολιτικού Μηχανικού ...., με απόδειξη παροχής υπηρεσιών στην έδρα του, επί καθημερινής βάσεως, από το πρωϊ μέχρι το απόγευμα, ασχολούμενος με ..... Η άνω Ψ1 μητέρα της ως ανωτέρω παθούσης Ψ2, ευρισκομένη σε διάσταση με το σύζυγο της, ως και η μεγαλύτερη θυγατέρα της ..... εργάζονταν και απουσίαζαν, γι' αυτό, πολλές ώρες από την οικία των, ενώ η μικρότερη κόρη Ψ2, μαθήτρια, έμενε πολλές ώρες στο σπίτι μόνη της, έβγαινε δε στην αυλή για παιγνίδι με τη φίλη της .... λίγο μεγαλύτερη απ' αυτήν, 13 ετών τότε, αυλή στην οποία είχε πρόσβαση και η ισόγεια κατοικία του κατηγορουμένου Χ1. Οι σχέσεις με τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του ήσαν καλές γειτονικές σχέσεις, η Ψ1 μάλιστα, όταν η μητέρα του κατηγορουμένου ήτο ασθενής, την επεσκέφθη στο ισόγειο διαμέρισμα των, ο δε κατηγορούμενος και ο αδελφός του, ο οποίος από το 1998 που ήρθε στην Αθήνα από τη ...., απ' όπου κατήγοντο για να σπουδάσει στο Ιστορικό Αρχαιολογικό της Φιλοσοφικής Σχολής και μέχρι το 2003, έμεναν μαζί, δεν είχαν δημιουργήσει μέχρι το τελευταίο αυτό έτος πρόβλημα κα ήταν ήσυχα παιδιά, όπως και η ίδια η άνω Ψ1 καταθέτει σήμερα. Μετά το τέλος της σχολικής περιόδου, τον Ιούνιο του 2003 ημέρα Σάββατο και σε ημερομηνία που μέχρι σήμερα δεν έχει προσδιορισθεί επακριβώς, η ανήλικη, έχουσα συμπληρώσει τα 10 έτη, όχι όμως και τα δέκα τρία έτη της ηλικίας της, γεννηθείσα την 1/7/1992, Ψ2, επρόκειτο να μεταβεί με την αδελφή της και μία φίλη των για μπάνιο στη θάλασσα και τις ανέμενε στα σκαλιά του σπιτιού τους, φορώντας μόνο το μπικίνι της. Ο κατηγορούμενος είχε ανέβει στην ταράτσα και καθώς κατέβαινε, προφασιζόμενος ότι κάτι θέλει να πει στην Ψ2, την κάλεσε να πάει στην οικία του. Μόλις αυτή εισήλθε, ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στο μαγιό της, στο κάτω μέρος αυτού. Το γεγονός αυτό η Ψ2 δεν το εξέλαβε σοβαρώς, το εκμυστηρεύτηκε μόνο στη φίλη της ...., χωρίς να αναφέρει περί αυτού στην μητέρα της και την αδελφή της. Δύο ημέρες αργότερα η ανήλικη Ψ2 έκαναν πρόβες με την ανωτέρω φίλη της στην αυλή, διότι πήγαιναν στη σχολή χορού μαζί και ετοιμάζοντο για τις επιδείξεις. Μόλις την είδε ο κατηγορούμενος, την φώναξε πάλι μέσα στο σπίτι του, ενώ η φίλη της, η οποία θεώρησε αστεία ό,τι της είχε πει η Ψ2 για τα χάδια του κατηγορουμένου, την ακολούθησε μέχρι έξω από αυτό, για να δει από περιέργεια αν συμβεί κάτι. Ο κατηγορούμενος, μόλις εισήλθε η μικρή, έβαλε το χέρι του μέσα από την μπλούζα και την χάϊδεψε στο στήθος της, όταν εξήλθε δε αυτή το συζήτησε με τη φίλη της .... και γελούσαν. Λίγες ημέρες αργότερα, ο κατηγορούμενος είπε στην Ψ2 να πάει να δούνε τηλεόραση και την πήγε στον καναπέ που είχε στην κουζίνα και την έβαλε να καθίσει στα πόδια του και την χάϊδευε αγκαλιά. Και άλλη φορά την φώναξε μέσα και την έβαλε να καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας το πλαστικό, και αφού της άνοιξε τα πόδια και ακούμπησε το πέος του, αυνανίστηκε, μέχρι που εκσπερμάτωσε, μετά ταύτα δε το τραπέζι έπεσε "σαν να γλίστρησαν τα πόδια", με θόρυβο, ώστε το άκουσε και η .... που ευρίσκετο στο παραθυράκι της τουαλέτας. Όλα τα παραπάνω εγένοντο κατά το μήνα Ιούνιο και Ιούλιο 2003 με τελευταία την 30-7-2003, ημέρα Πέμπτη, κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος κάλεσε την ανήλικη Ψ2 και όταν πήγε, την έβαλε να καθίσει στον καναπέ της κουζίνας, έβγαλε το πέος του από το σλίπ και της πίεζε το κεφάλι με τα δυο του χέρια και το έβαλε στα πόδια του να το δεί αυτή και να το ακουμπήσει, η δε μικρή φοβήθηκε και του ξέφυγε. Όλες τις άνω ασελγείς πράξεις ο κατηγορούμενος ενήργησε γνωρίζων την ηλικία της παθούσης, αφού ήταν γείτονες από το 1996, προς δε και λόγω της σωματικής διαπλάσεως, η οποία ήτο ατελής, (ο ίδιος μάλιστα την χαρακτηρίζει παιδί) εξεμεταλλεύθη ακριβώς δε την ηλικία της αυτή, την σεξουαλική απειρία της, την αγνότητα της ψυχής και την αφέλεια της, για να διεγείρει και ικανοποιήσει την γενετήσια ορμή και επιθυμία του, τα οποία η παθούσα εξέλαβεν ως αστειότητα και ως μία συμπεριφορά από την οποία ουδόλως κινδύνευεν αυτή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την δοκιμασία της ψυχικής υγείας της παθούσης, συνεπεία δε αυτού, άλλαξε σχολείο, διότι είχε ακουστεί το περιστατικό, δεν τα έλεγε δε ούτε στην αδελφή της ούτε στην μητέρα της, η οποία τελικώς τα έμαθε από την μητέρα της φίλης της ....., την 6-8-2003. Περί πάντων των ανωτέρω σαφείς είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ιδία, της παθούσης και της φίλης της .....οι οποίες οσάκις ερωτήθηκαν υπό των παραγόντων της δίκης τα αυτά εκάστη απήντησε, με ακρίβεια και λεπτομέρεια, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι ουδέν για τα περιστατικά και τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, γνωρίζουν, απλώς δεν πιστεύουν ότι έκανε αυτά τα πράγματα ο κατηγορούμενος, διότι το ποιόν του και τα άτομα της οικογένειας του είναι εξαιρετικά. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται κατά την απολογία του σήμερα ότι οι σε βάρος του καταγγελίες είναι αποκυήματα της φαντασίας της παθούσης, δεν μπορεί να μπεί στο μυαλό αυτού του παιδιού και διερωτάται ότι αν υποτίθεται ότι γινόταν το περιστατικό, δεν θα αφυπνιζόταν, δεν θα υπήρχε ένα όριο για εκείνη. Όμως δεν απεδείχθη ότι είναι της φαντασίας της ανηλίκου και καταρρίπτονται τα άνω υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο, αφού η κατάθεση της είναι ειλικρινής και αυθόρμητη και με τον τρόπο που αντελήφθη και αντιμετώπισε τα γεγονότα και όπως τα περιέγραψε στη φίλη της, λαμβανομένου μάλιστα υπ'όψη ότι ο ίδιος ο πατέρας του κατηγορουμένου .... καταθέτει, σήμερον, ότι ρώτησε το γυιό του αν η μικρή πήγαινε στο σπίτι και του είπε "να ήρθε 5-6 φορές" χωρίς όμως να πει στον πατέρα του τι λόγο είχε η μικρή να πηγαίνει στο σπίτι του κατηγορουμένου. Επίσης ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εκείνη την εποχή ειργάζετο πάρα πολύ και δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τίποτα, άλλο, ήτο δε και ο αδελφός του στο σπίτι, διότι έδινε τρία μαθήματα στη σχολή του. Όμως αυτά είναι εντελώς αόριστα και δεν κρίνονται πειστικά, πέραν του ότι και εάν έτσι είχαν τα πράγματα, το μεν η εργασία του δεν τον εμπόδιζε να ενεργήσει ασελγείς πράξεις στην ανήλικη, με διάρκεια πέντε έως δεκαπέντε λεπτά κάθε φορά, το δε, όπως καταθέτει η παθούσα σήμερα, όταν ήταν ο αδελφός του στο σπίτι δεν την φώναζε να πάει εκεί. Άλλωστε και όταν η μητέρα της ανήλικης του τηλεφώνησε στην .... και του είπε τι έκανες και γιατί στο παιδί μου, ο κατηγορούμενος ηρνήθη αμέσως, χωρίς να ρωτήσει σε ποιο από τα δυο σου παιδιά, αφού ήξερε σε ποιο από τα κορίτσια της Ψ1 είχεν ασελγήσει. Και μπορεί η εξέταση της Ιατροδικαστού να ηύρε την ανήλικη ανατομικά παρθένο, σχολιάζει όμως ότι " τυχούσες ασελγείς προστριβές δεν είναι δυνατόν να βεβαιωθούν ή να αποκλεισθούν ιατροδικαστικώς". Τέλος ενόψει του ότι η οικογένεια Ψ1 ουδεμία αξίωση αστική ήγειρε κατά του κατηγορουμένου μέχρι σήμερα, δεν μπορεί γίνει πιστευτό ότι η μητέρα της ανήλικης θα υπέβαλε την τελευταία σε τόσο επώδυνη δοκιμασία, καταθέτουσα ψευδή έγκληση για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα, επιδιώκουσα ένα επισφαλές (ποινικό) αποτέλεσμα, επιστρατεύουσα προς τούτο την ανήλικη θυγατέρα της, και να τραυματίσει την παιδική της ψυχή. Εν κατακλείδι δεν μας εξηγεί, ούτε αιτιολογεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος δέχεται στην απολογία του ότι ήρθε (η μικρή) εκείνη την περίοδο 4-5 φορές, τι εννοεί όταν λέγει ότι της εφέρετο ευγενικά και εάν τον ενοχλούσε θα της το έλεγε, επειδή, προσέτι, είχε τότε και μία σχέση πέντε χρονών με την ...... Μετά πάντα ταύτα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης εις αυτόν πράξεως της αποπλανήσεως παιδιού νεοτέρου των δεκατριών ετών κατ' εξακολούθηση κατά πλειοψηφίαν, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του ενόρκου Αντωνίου Παναγοπούλου, έχοντος την γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, διότι ο ένορκος ούτος διατηρεί ορισμένες αμφιβολίας, συντρεχούσης όμως υπέρ του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, αφού αυτή ανεγνωρίσθη συντρέχουσα και πρωτοδίκως, ως και της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ. διότι σήμερον απεδείχθη και ότι ο κατηγορούμενος συμπεριεφέρθη καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 περ'. β' ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος οι οποίες προβάλλονται, αντίστοιχα, με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί 1) το Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 2) η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου "δεν στηρίζεται σε σκέψεις και συλλογισμούς που αιτιολογούν τη σχετική κρίση του, ούτε σε επιχειρήματα που προκύπτουν από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αλλά στηρίζεται σε αυθαίρετες σκέψεις που εδράζονται κυρίως στο ότι κρίνονται αόριστα και ασθενή τα επιχειρήματα εμού ως κατηγορουμένου" και "όλα αυτά συνιστούν λογικό κενό" και 3) υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, είναι αβάσιμες και τούτο διότι 1)κατά τρόπο αναμφισβήτητο συνάγεται από το περιεχόμενο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι η προαναφερομένη κατάθεση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αφού αναφέρεται σ' αυτό ότι "οι σχέσεις με τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του ήσαν καλές γειτονικές σχέσεις, η Ψ1 μάλιστα, όταν η μητέρα του κατηγορουμένου ήταν ασθενής την επεσκέφθη στο ισόγειο διαμέρισμα των... όπως και η ίδια η άνω Ψ1 καταθέτει σήμερα", δεν ήταν δε αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά σ' αυτήν και αξιολογική συσχέτιση της με τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, διότι αρκεί το γεγονός ότι λήφθησαν αυτές υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, 2)όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, εκθέτει στο σκεπτικό της απόφασης του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και θεμελιώνουν την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν, καθώς και τους συλλογισμούς του με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστικού δικαίου ποινική διάταξη που εφάρμοσε, δίχως να προκύπτει από αυτά λογικό κενό και να υπάρχει αντίφαση μεταξύ των, ενώ τα παραπάνω προβαλλόμενα, ειδικότερα, με τη δεύτερη αιτίαση, αναφέρονται σε ορισμένες σκέψεις και συλλογισμούς, που σχετίζονται με τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, τα οποία δεν είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε και ακόμη, με το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, απαραδέκτως αμφισβητείται με αυτήν η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και 3) από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της, όσον αφορά ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δοθέντος ότι το χρονικό διάστημα που αυτή τελέστηκε, (αρχές Ιουνίου του έτους 2003 μέχρι τέλος Ιουλίου του ίδιου έτους), συμπίπτει, οι ασελγείς πράξεις (θωπείες στο στήθος, στα γεννητικά όργανα της ανήλικης, εκσπερμάτωση ενώπιον της, επαφή του πέους στα γεννητικά της όργανα, επίδειξη του πέους του και πίεση του χεριού της να το πιάσει), ταυτίζονται, ενόψει δε του ότι το σκεπτικό και διατακτικό, παραδεκτά, αλληλοσυμπληρώνονται, δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι μία επί μέρους ασελγής πράξη δεν περιγράφεται λεπτομερώς σε κάποιο από αυτά, ενώ αναφέρεται στο άλλο. Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Δικαστήριο, εσφαλμένα και αντιφατικά, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ, γιατί ενώ 1) κατά συσταλτική ερμηνεία δέχθηκε ότι "οι ασελγείς πράξεις είναι τα υποκατάστατα της συνουσίας που χαρακτηρίζονται από σωματική επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστου με το σώμα του θύματος προς ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του" 2) στη συνέχεια ερμηνεύοντας, διασταλτικά, την ίδια διάταξη, δέχθηκε ότι υπάρχει αποπλάνηση με την ψαύση και θωπεία των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, εφ' όσον οι ενέργειες αυτές, αντικειμενικώς, προσβάλλουν σοβαρώς το κοινό αίσθημα της αιδούς λ.χ. η θωπεία του στήθους και της περιοχής του αιδοίου, η προστριβή του πέους του δράστου επί των ποδών της παθούσης μέχρις εκσπερματώσεως, η επαφή των γεννητικών οργάνων με το σώμα του παιδιού ή η θωπεία των οργάνων του παιδιού, χάδια 11ετούς ανηλίκου θήλεος, με αποτέλεσμα να υπάρχει αντίφαση και να δημιουργείται ασάφεια ως προς την ερμηνεία της παραπάνω διάταξης, που δέχθηκε το Δικαστήριο. Και οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο κατά τρόπο σαφή και δίχως να υπάρχει αντίφαση, δέχεται ότι η έννοια της ασελγούς πράξεως είναι εκείνη που αναφέρεται παραπάνω και μάλιστα στη δεύτερη περικοπή (με αριθμό 2), παραπέμποντας μάλιστα και στη νομολογία. Επομένως, σύμφωνα και με όσα στην αρχή της απόφασης αυτής αναφέρονται, ορθώς, κατά τρόπο δε σαφή και χωρίς αντιφάσεις, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ, ως προς την έννοια της ασελγούς πράξεως και στη συνέχεια υπήγαγε σ' αυτήν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία θεμελιώνουν την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως επέρχεται αφ' ενός μεν όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, αφ' ετέρου δε όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 63, 64, 68, 82, 84 ΚΠΔ και 914, 932 ΑΚ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι δυνατόν να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) που ζημιώθηκε άμεσα από το έγκλημα, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να προηγηθεί έγγραφη προδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμά του, δηλαδή όλα τα στοιχεία της νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς και τα περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης, εκτός αν από τη φύση και τα συγκροτούντα την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη περιστατικά είναι αυτονόητη ή προκύπτει ως άμεσο αποτέλεσμα η από την τέλεση αυτής επικαλούμενη ηθική βλάβη. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, διότι κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να αποβληθεί, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, εμφανίστηκε στο ακροατήριο η Ψ1 ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Ψ2, η οποία δήλωσε ότι η ανήλικη κόρη της παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα δι' αυτής κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να επιδικαστεί σε αυτήν το ποσόν των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με επιφύλαξη, που επιδικάστηκε πρωτόδικα, σαν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη η ανήλικη κόρη της Ψ2 από την πράξη του κατηγορουμένου, της αποπλάνησης παιδιού νεότερου των 13 ετών, κατ' εξακολούθηση και ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο της, τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Χρονόπουλο. Περαιτέρω από τα πρακτικά και τη με αριθμό 17,18,19/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ενώπιον του εμφανίστηκε η Ψ1 η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, με την ιδιότητα της ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικής κόρης της Ψ2, κατά του κατηγορουμένου Χ1, αιτούμενη απ' αυτόν το ποσόν των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία έχει υποστεί από την πράξη της αποπλάνησης παιδιού νεότερου των 13 ετών κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε σε βάρος της ανήλικης κόρης της Ψ2. Εξάλλου από το διατακτικό της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 με την ιδιότητα της ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Ψ2 το ποσό των σαράντα τεσσάρων ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από την πράξη του κατηγορουμένου. Επομένως προκύπτει σαφώς ότι τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, παρέστη, παραδεκτά, ως πολιτικώς ενάγουσα η ανήλικη, σε βάρος της οποίας τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, η οποία λόγω της ανηλικότητας της εκπροσωπήθηκε από την μητέρα της Ψ1, σ' αυτήν δε και επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση που ζήτησε. Η αιτίαση του κατηγορουμένου σύμφωνα με την οποία προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι η ανήλικη για πρώτη φορά δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και παραστάθηκε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, γιατί στον πρώτο βαθμό πολιτικώς ενάγουσα ήταν μόνο η μητέρα της, είναι αβάσιμη, αφού ενώπιον και των δύο Δικαστηρίων η Ψ1 παραστάθηκε με την ιδιότητα της ασκούσας τη γονική μέριμνα στην ανήλικη και όχι ατομικά. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-2-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 252,253,258,259/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποπλάνηση παιδιού νεότερου των 13 ετών. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 339 ΠΚ και απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράσταση της πολιτικής αγωγής.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Αποπλάνηση ανηλίκου.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 777/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 75/2008 πράξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 643/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1723/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 150/2-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 465§1, 474, 482 §1 στοιχ. α' και 484§1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., την με αριθμ. 24/13-9-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθ. 643/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεώς του κατά του υπ'αριθ. 1105/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ. 1105/2006 βούλευμά του, το μεν έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξιν της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν που φέρεται ότι διεπράχθη υπ'αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1992 έως και 31-3-1997, το δε παρέπεμψε τον κατηγορούμενο εις το ακροατήριο τοιυ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί εις τούτον υπό την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου (άρθρ. 375 §§1,2 εδαφ. β, α, ως αντικατεστάθη δι'άρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και συνεπληρώθη δι'άρθρ. 14 § 3β ν. 2721/99 και άρθρ. 98 Π.Κ.). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθη η με αριθ. 3/22-1-2007 έφεση του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η παρα-πάνω έφεσις και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Θεσσαλονίκης που περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484§1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. ΙΙ) Από τις διατάξεις του άρθρ. 375 §§1, 2 Π.Κ., όπως ίσχυαν μετά την αντικατάσταση της παραγρ.2 με το άρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρ. 14 § 3 του ν.2721/99, αλλά και κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνου τελέσεως της πράξεως το έτος 1997, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, και το οποίον κατέχεται προσωρινώς από τον φερόμενο ως κατηγορούμενο, μη έχοντα εξουσία διαθέσεως. Η παράνομη ιδιοποίηση συνιστά την εξωτερίκευση της ενδιάθετης βούλησης του δράστη με αντικειμενικό στόχο να εξουσιάζει το μη ανήκον εις αυτόν πράγμα και της εντεύθεν ενσωματώσεώς του στην περιουσία του, επερχομένης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθή κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 375 §1 Π.Κ. εν συνδ. με εκείνην του αρθρ. 17 Π.Κ. που ορίζει ότι "ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, όντος αδιάφορου του χρόνου καθ'όν επήλθε το αποτέλεσμα", σαφώς συνάγεται ότι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, από του οποίου άρχεται η προς παραγραφή προθεσμία είναι ο χρόνος της εκ μέρους του υπαιτίου ενεργείας δια της οποίας εκδηλούται η άνευ δικαιώματος ιδιοποίησις του ξένου κινητού πράγματος, ήτοι η ενσωμάτωσις τούτου εις την περιουσίαν του δράστου, ως εάν ούτος ήτο κύριος αυτού, παθών δε είναι ο κατά τον χρόνον αυτόν ιδιοκτήμων, αποκειμένου του χρονικού προσδιορισμού της ανωτέρω ενεργείας, ως πραγματικού περιστατικού, εις την ανέλεγκτον υπό του Αρείου Πάγου κρίσιν του Συμβουλίου ή Δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 971/1981 Ποιν.Χρ. ΛΒ' σελ. 248, Α.Π. 1114/72 Ποιν.Χρ. ΚΓ σελ. 272, Α.Π. 1127/77 Ποιν.Χρ. ΚΗ' σελ. 245, Αγγέλου Τσαρπάλα "ο χρόνος διαπράξεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως" (Ποιν.Χρ. ΙΘ' σελ. 321 επ.). Με την επελθούσα τροποποίηση στην παράγρ. 2 δια του άρθρ. 1 §9 ν. 2408/96 κατέστη η απαρίθμηση περιοριστική και υπάγονται εις αυτήν μόνον οι αναφερόμενες σ'αυτή περιπτώσεις. Έτσι η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως το δικαστήριο ή το Συμβούλιο οφείλει κατά προτεραιότητα να ερευνήσει την ύπαρξη μιας περιπτώσεως σχέσεως από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 375§2 Π.Κ. και εφόσον βεβαιωθεί ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, θα προχωρήσει στην έρευνα, εάν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Η κρίση δε περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιουμένου αντικειμένου, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, εκ της οποίας εξαρτάται και ο κακουργηματικός χαρακτήρας του αδικήματος, εκτιμάται ανελέγκτως, εν όψει της ουσιαστικής αποτίμησης της αξίας του αντικειμένου της πράξεως, κατά τον χρόνο τέλεσής της, δηλαδή, από εκείνον, κατά τον οποίον εκδηλώνεται η πρόθεση παρανόμου νοσφισμού των ξένων πραγμάτων, έστω και αν αυτά είχαν περιέλθει, σε προηγούμενο χρόνο, στην κατοχή του δράστη. Η συνύπαρξη των δύο αυτών όρων στοιχειοθετεί το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος σύμφωνα με την παραπάνω ποινική διάταξη. Για την μορφοποίηση δε του προαναφερομένου εγκλήματος ως κακουργήματος απαιτείται η ύπαρξις μιας εκ των περιοριστικώς αναφερομένων ιδιοτήτων στην παρ.2 του άρθρ. 375 Π.Κ. Με την τελευταία διάταξη κατηργήθη η έννοια της καταχρήσεως ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης με την ενδεικτική απαρίθμηση των επί μέρους περιπτώσεων και επεκτάσεως επί αναλόγων μορφών και εισήχθη η έννοια της εμπίστευσης, η οποία όμως συνδέεται αποκλειστικώς και μόνον με ορισμένες ιδιότητες δραστηριότητας του υπαιτίου. Συνεπώς η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρ. 2§1 Π.Κ. και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν την ισχύ της. Μεταξύ δε των περιοριστικώς εις την προαναφερόμενη διάταξη περιπτώσεων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποίαν το πράγμα ενεπιστεύθη εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως μεσεγγυούχου, χωρίς καμιά διάκριση περί του αν πρόκειται περί εκουσίας κατ'άρθρ. 831 Α.Κ. μεσεγγυήσεως ή περί τοιαύτης κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατ'εφαρμογή των άρθρ. 725 έως 727 Κ.Πολ. Δικ. (Α.Π. 222/2004 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 2004, Γάφος Ποιν.Δικ. Τευχ. ΣΤ' σελ. 74 σημ. 75, Μπουρόπουλος Ερμ. Ποιν.Κώδ. τόμ.Γ' σελ. 34 - CONTRA A.Π. 221/55 Ποιν.Χρ.Ε' σελ. 438). Περαιτέρω κατά το άρθρ. 725§1 Κ.Πολ.Δικ. "... το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, την νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δικαστική μεσεγγύηση αποσκοπεί στον περιορισμό της ελεύθερης διαχείρισης του κυρίου ενός πράγματος ή επιχειρήσεως, χάριν προστασίας των συμφερόντων τρίτων, συνεπεία εκδηλωθείσης αμφισβητήσεως της εκμεταλλεύσεως και αδυναμίας συνεχίσεως της δράσεως της επιχειρήσεως. Η παρέμβαση του δικαστηρίου αποσκοπεί στην ύπαρξη βεβαιότητας ότι ενδείκνυται η θέση μιας επιχειρήσεως υπό δικαστική μεσεγγύηση, έτσι ώστε να ελέγχεται η δραστηριότητα. Ο διοριζόμενος από το δικα-στήριο μεσεγγυούχος αντικαθιστά τον κύριο και εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως. Δικαιούται δε να έχει επιχειρηματική δραστηριότητα και να εξακολουθήσει την εκμετάλλευση, εφόσον αναγνωρισθεί τέτοια εξουσία είτε με την απόφαση που διορίζεται ο μεσεγγυούχος είτε με χωριστή απόφαση κατ'άρθρ. 702 Κ.Πολ.Δικ. (άρθρ. 956 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρ. 726 Κ.Πολ.Δικ.). Ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση λογοδοσίας στον δικαιούχο της υπό μεσεγγύηση επιχειρήσεως κατ'άρθρ. 956 § 4 Κ.Πολ.Δικ., το οποίον έχει εφαρμογή και στην δικαστική μεσεγγύηση κατ'άρθρ. 726 § 5 Κ.Πολ.Δικ. Επίσης είναι υποχρεωμένος μετά την λήξη της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παραδόθηκαν εκ της εν λόγω ιδιότητός του (Α.Π. 919/97 Ποιν.Χρ. ΜΗ' σελ. 277, Α.Π. 979/98 Ποιν.Χρ. ΜΘ' σελ. 554, σύμφωνα με τις οποίες, εφόσον ο μεσεγγυούχος νομίμως κατέχει κινητά πράγματα, παραδοθέντα εις αυτόν εκ της σχέσεως Μεσεγγυήσεως, η άρνηση αποδόσεως εις τον μη νομιμοποιούμενο και προ της λήξεως της Μεσεγγυήσεως, δεν καθιστά αυτόν υπαίτιο του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και μάλιστα εις βαθμόν κακουργήματος κατ'άρθρ. 375§2 Π.Κ.). Όμως είναι υποχρεωμένος μετά την λήξιν της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παρεδόθησαν, λόγω της παραπάνω ιδιότητός του (Α.Π. 2073/2001 Ποιν.Λόγ. 2001 σελ. 2509, ΑΠ 975/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ'σελ. 336). Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 822, 827, 831 και 832 Α.Κ. σαφώς συνάγεται ότι ο δια συμβάσεως ή δια δικαστικής αποφάσεως διορισθείς μεσεγγυούχος έχει απλώς την κατοχή μόνον επί των υπό μεσεγγύησιν πραγμάτων, εν όψει των αμφισβητουμένων δικαιωμάτων των διαδίκων επ'αυτών, υποχρεούμενος να αποδώσει τα υπό φύλαξιν του πράγματα, ευθύς ως ήθελον ζητηθεί αυτά νομίμως (Α.Π. 1025/1976 ΝοΒ 25 σελ. 373), άλλως διαπράττει υπεξαίρεσιν εάν ιδιοποιηθεί παρανόμως τα φυλασσόμενα πράγματα (Α.Π. 1141/79 Ποιν.Χρ. Λ' σελ. 222, Α.Π. 4/2001 Ποιν.Λογ. 2001 σελ. 30, Α.Π. 2073/2001 Ποιν.Λογ. 2001/2509, Α.Π. 311/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 971, Α.Π. 2074/2004 Ποιν.Λογ. 2004 σελ. 2588, Α.Π. 1325/06, Α.Π. 1326/2006, Α.Π. 1327/2006 Ποιν.Λογ. 2006 σελ. 1527-1528). Άλλωστε η μεσεγγύησις κύριον χαρακτηριστικό γνώρισμα έχει την φύλαξιν του πράγματος, είτε πρόκειται περί εκουσίας είτε περί δικαστικής, δι'όν λόγον και αι υποχρεώσεις του μεσεγγυούχου ρυθμίζονται ομοιομόρφως εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις υπό του άρθρ. 832 Α.Κ. Εις αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις κίνητρον δια την ανάθεσιν της φυλάξεως των πραγμάτων εις τον μεσεγγυούχον αποτελεί η εμπίστευσις προς αυτόν, διότι άλλως ουδείς θα συνέτρεχε λόγος να προτιμηθεί ούτος ή άλλος αν ο πρώτος δεν παρείχε μείζονα εχέγγυα δια την τοιαύτην φύλαξιν, πολλώ μάλλον όταν εις τον διορισμόν μεσεγγυούχου προβαίνει το δικαστήριον το οποίον, ως εκ του ότι ρυθμίζει την τύχην ουχί ιδίων αλλά αλλοτρίων αγαθών, έχει ηυξημένην ευαισθησίαν ως προς την επιλογή του καταληλοτέρου προσώπου. Περαιτέρω, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπ'όψιν η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρ. 98 § 2, ως συνεπληρώθη με το άρθρ. 14§1 του ν. 2721/99). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν την ισχύ του ν. 2721/99, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρ. 2§1 Π.Κ., καθόσον η νέα ρύθμιση, που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο (Α.Π. 1579/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' 544, Α.Π. 347/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 831, Α.Π. 1307/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ σελ. 535). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ. 484 §1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκρίθη ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει εις αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη, στην διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που έγινε εκ πλαγίου, υπάρχει, όταν το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως μπορεί να προέλθει και από εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων του αστικού κώδικα ή του Κ.Πολ.Δικ., όταν οι διατάξεις αυτές αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ποινικής διατάξεως (Α.Π. 259/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ.810). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, μετ'αναφοράς εις την εισαγγελική πρόταση και το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και μετ'εκτίμηση των κατ'είδος αποδεικτικών στοιχείων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, εδέχθη τα ακόλουθα: "... Το 1970 συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Α και Β Ο.Ε." με έδρα την ...... και αντικείμενο την εκτέλεση πάσης φύσεως οικοδομικών έργων. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της ήταν ο Β και Α, πατέρας του εκκαλούντα κατηγορουμένου. Η εταιρία λύθηκε με την από 16-2-1977 καταγγελία του εταίρου Β, λόγω δε την αρνήσεως του άλλου εταίρου να συμπράξει στην εκκαθάριση της περιουσίας της, διορίσθηκαν έκτοτε δυνάμει των υπ'αριθ. 1445/1978, 46/80, 1451/1982, 455/1990 και 4505/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάφοροι εκκαθαριστές με τελευταίο τον Γ, δικηγόρο Θεσσαλονίκης. Προηγουμένως εις τα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας η εταιρία ανήγειρε πολυκατοικία στην ...... και επί της οδού ...... αριθ. ..., με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ των άλλων, και ένα κατάστημα της ίδιας οικοδομής, αποτελούμενο από υπόγειο χώρο 300 τ.μ., ισόγειο με μεσοπάτωμα 153 τ.μ. και πρώτο όροφο 265 τ.μ. Συγκύριοι του καταστήματος αυτού εξ αδιαιρέτου ήταν η ίδια η εταιρία κατά ποσοστό 5/10 και λόγω αγοράς οι Α, Δ, Ε, κατά ποσοστό 1/10 ο καθένας τους και ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά ποσοστό 2/10. Ο τελευταίος όμως επικαλούμενος, με εικονικά και άκυρα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δική του κυριότητα επί του ανωτέρω 5/10, εξ αδιαιρέτου, ποσοστού της εταιρίας, προέβη, ως δήθεν συγκύριος, έτσι του καταστήματος κατά ποσοστό 7/10 εξ αδιαιρέτου, στην εκμίσθωση αυτού τον Ιούλιο του 1992 στον ΣΤ, έναντι μηνιαίου μισθώματος 900.000 δρχ., αναπροσαρμοζομένου από 1-1-1996 κατά ποσοστό 20% ετησίως. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1997, οπότε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθ. 3497/10-2-1997 απόφασή του, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της παραπάνω εταιρίας κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου, αφού επιθανολόγησε ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά σχετικά με την κυριότητα των 5/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος καταστήματος, έθεσε το ποσοστό αυτό υπό δικαστική εγγύηση και διόρισε μεσεγγυούχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ διέταξε να παραδοθεί σ'αυτόν η νομή των χώρων του καταστήματος, κατά τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως ήταν φυσικό, εσυνέχισε την εκμίσθωση του καταστήματος στον ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-5-2002 εισέπραξε με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, ως μισθώματα τα εξής ποσά: α) από 1-4-1997 έως 31-8-1997 ήτοι 5 μήνες Χ 1.296.000 δρχ. (1.080.000 δρχ. το μηνιαίο μίσθωμα μετά την αύξηση κατά 20% του μηνιαίου μισθώματος των 900.000 δρχ. από 1-1-1996 και επί πλέον κατά 20% από 1-1-1997), 6.480.000 δρχ. β) από 1-9-1997 έως 31-8-1998, ήτοι 12 μήνες Χ 1.555.200 δρχ. (1.296.000 + 20% μηνιαίο μίσθωμα), 18.662.400 δρχ. γ) από 1-9-1998 έως 31-8-1999, ήτοι 12 μήνες Χ 1.866.240 δρχ. (1.555.200 δρχ. + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 22.394.880 δρχ., δ) από 1-9-1999 έως 31-8-2000 ήτοι 12 μήνες Χ 2.239.488 δρχ. (1.862.400 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 26.873.356, ε) από 1-9-2000 έως 31-8-2001, ήτοι 12 μήνες Χ 2.687.385,60 δρχ. (2.239.488 δρχ. + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 32.348.627 δρχ. και στ) από 1-9-2001 έως 31-5-2002 ήτοι 9 μήνες Χ 3.294.832 δρχ. (2.687.385,60 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 29.023.488 δρχ. και συνολικά 137.683.450 δρχ., από τις οποίες το ποσοστό της εταιρίας κατά 5/10 ήταν 68.841.725 δρχ., δηλαδή 199.095,02 ευρώ. Το ποσό όμως αυτό που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητα του μεσεγγυούχου, δεν το φύλασσε ούτε το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό επ'ονόματι της εταιρίας, αλλά αντίθετα το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε έκτοτε παράνομα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω 5/10 εξ αδιαιρέτου φερομένου ποσοστού της εταιρίας, λόγω αγοράς από τον Ε, δυνάμει του υπ'αριθ. ...... οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αποστόλου Μαργαριτοπούλου (που συνετάχθη σε εκτέλεση του υπ'αριθ. ...... προσυμφώνου του ιδίου συμβολαιογράφου) και συνεπώς τα μισθώματα δεν ήταν προς αυτόν "ξένο" κινητό πράγμα, αλλά αντίθετα τα εισέπραξε ως κύριος και όχι ως μεσεγγυούχος. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού με την υπ'αριθ. 353/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ'αριθ. 15930/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανεγνωρίσθησαν ως άκυρες τόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον ανωτέρω πωλητή Ε, όσο και η εν συνεχεία μεταβίβαση από τον τελευταίο προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, αντιστοίχως, και επομένως ουδέποτε αυτός απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ποσοστού. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου συμπληρωματικώς γίνεται αναφορά, απεφάνθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ...". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το παραπάνω Συμβούλιο Εφετών, με δεδομένο ότι η διωκόμενη πράξη φέρεται ότι ετελέσθη κατ'εξακολούθηση αφ'ενός μεν κατά το από 1-4-1997 έως 2-6-1999 και αφ'ετέρου κατά το από 3-6-1999 έως και 31-5-2002 χρονικό διάστημα, την χαρακτήρισε ως κακουργηματική αφού εδέχθη το μεν ότι, για την πρώτη χρονική περίοδο, το αντικείμενο εκάστης των μερικοτέρων πράξεων είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που αντιστοιχεί εις το ποσοστό των 5/10 επί του συνολικώς υπό του κατηγορουμένου εισπραχθέντος ποσού μισθωμάτων, όπως σαφώς προσδιορίζεται, ανελέγκτως, δια του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, εις τις σκέψεις του οποίου παραδεκτώς αναφέρεται συμπληρωματικώς το Συμβούλιο Εφετών δια του προσβαλ-λομένου βουλεύματός του κατά χρόνο και ποσό, το δε, για την δεύτερη χρονική περίοδο, από το άθροισμα της αξίας των αντικειμένων των μερικοτέρων πράξεων που αντιστοιχεί ομοίως εις το παραπάνω ποσοστό των 5/10, ενώ διευκρινίζεται περαιτέρω ότι οι μερικότερες πράξεις φέρονται ότι ετελέσθησαν εις βάρος του ταμείου της εταιρείας και του νομικού προσώπου αυτής. Ακόμη για την επιβαρυντική περίπτωση περί της ιδιότητος του κατηγορουμένου ως μεσεγγυούχου, το Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι εξακολουθούσε να κατέχει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά υπό την προδιαληφθείσαν ιδιότητά του, νομίμως μεν, κατά τα εκτεθέντα, μέχρι εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της με αριθ. 1185/14-5-1982 αγωγής επί της κυρίας απαιτήσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Α - Β Ο.Ε." επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 353/5-2-2002 απόφασις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ακολούθως της υπ'αριθ. 15930/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως ρητώς διαλαμβάνεται εις το από 1-4-1997 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης ...... της προαναφερομένης υπ'αριθ. 3497/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που ενεγράφη μάλιστα και εις τα βιβλία κατασχέσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου, παρανόμως δε, έκτοτε, μετά την έκδοσιν των προαναφερομένων αποφάσεων. 'Ετσι δε αφού ηρνήθη να αποδώσει τα υπό μεσεγγύησιν ως άνω χρηματικά ποσά εις τον δικαιούμενον, μετά την έκδοσιν των ως άνω αποφάσεων, ότε εζητήθησαν να καταβληθούν εις τούτον, μετά την λήξιν της μεσεγγυήσεως, καθίσταται υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως, απορρίπτοντας έτσι ορθώς τον σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Επομένως, έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος για το κεφάλαιο της παραπεμπτικής διάταξης του βουλεύματος για την πράξιν της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθησιν, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, κατά το μέρος αυτό που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο για να δικασθεί ως υπαίτιος της ως άνω πράξεως, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις του άρθρ. 375 §§ 1, 2 Π.Κ., δεν διέλαβε για την κρίση του αυτή την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τα άρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., αφού η αιτιολογία του, είναι ελλιπής και ασαφής εν σχέσει με τις παραδοχές του ως προς τον χρόνον της παρανόμου ιδιοποιήσεως των προαναφερομένων χρηματικών ποσών και εντεύθεν τον χρόνον τελέσεως της παραπάνω πράξεως υπό του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα αν αυτή ετελέσθη άπαξ ή δια πλειόνων μερικοτέρων πράξεων, εν συνδυασμώ με τις παραπάνω διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ. και του Αστ. Κωδ., ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρ. 484§1 στοιχ.β', ε' Κ.Π.Δ. και ως τοιούτοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς την παραπεμπτική διάταξή του, το προσβαλλόμενο, ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρ. 519 Κ.Π.Δ., για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να αναιρεθεί, εν μέρει, ως προς την παραπεμπτική διάταξή του, το υπ'αριθ. 643/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση εις το ίδιο Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. Αθήναι 20-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα. Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του Ν.2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Οι ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 375 παρ.1, 2 ΠΚ διατηρήθηκαν και μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 14 παρ.3 α' και β' του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει στις 3-6-1999, αλλά, επιπλέον, στη μεν παρ.1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παρ.2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτή κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξεως υπερβαίνει το ίδιο ως άνω ποσόν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από το Ν.2721/1999, "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο πιο πάνω άρθρο 98 που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Για το χαρακτηρισμό κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, που τελέστηκε μετά την ισχύ του Ν.2408/1996 (4-6-1996) και πριν από την ισχύ του Ν.2721/1999 (3-6-1999), ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου του ή του ποσού του οφέλους ή της βλάβης, λαμβάνεται υπόψη κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις και όχι το άθροισμα του συνόλου των μερικότερων πράξεων, β) Κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου, ή του ποσού του οφέλους ή της βλάβης, γ) Οι νεότερες διατάξεις του Ν. 2721/1999 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως που τελέστηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες, δ) Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999, η κρίση για το αν το αντικείμενό τους είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως, διότι όπως προαναφέρθηκε, οι νέες ρυθμίσεις του Ν.2721/1999 είναι δυσμενέστερες (Ολ. ΑΠ 5/2002). Επομένως, στην περίπτωση αυτή, για να χαρακτηρισθεί η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ως κακούργημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2408/1996 και του άρθρου 98 ίδιου Κώδικα, όπως αυτό είχε αρχικά, απαιτείται, αφενός προσδιορισμός όλων των μερικότερων πράξεων κατά χρόνο και ποσόν και αφετέρου η συνδρομή του πρόσθετου στοιχείου της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης. Και ε) σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του Ν.2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Ακόμη, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 643/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς ως μεσεγγυούχου. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Το 1970 συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Α και Β Ο.Ε.", με έδρα τη ...... και αντικείμενο την εκτέλεση πάσης φύσεως οικοδομικών έργων. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της ήταν οι Β και Α, πατέρας του εκκαλούντα κατηγορουμένου ... . Η εταιρία λύθηκε με την από 16-2-1977 καταγγελία του εταίρου Β, λόγω δε της αρνήσεως του άλλου εταίρου να συμπράξει στην εκκαθάριση της περιουσίας της διορίσθηκαν έκτοτε δυνάμει των υπ'αριθ. ... και 4505/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάφοροι εκκαθαριστές με τελευταίο τον Γ, δικηγόρο Θεσσαλονίκης. Προηγουμένως, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας η εταιρία ανήγειρε πολυκατοικία στη ...... και επί της οδού ...... αριθ. ..., με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ των άλλων, και ένα κατάστημα της ίδιας οικοδομής, αποτελούμενο από υπόγειο χώρο 300 τ.μ., ισόγειο με μεσοπάτωμα 153 τ.μ. και πρώτο όροφο 265 τ.μ. Συγκύριοι του καταστήματος αυτού εξ αδιαιρέτου ήταν η ίδια η εταιρία κατά ποσοστό 5/10 και λόγω αγοράς οι Α, Δ, Ε, κατά ποσοστό 1/10 ο καθένας τους και ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά ποσοστό 2/10. Ο τελευταίος όμως επικαλούμενος, με εικονικά και άκυρα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δική του κυριότητα επί του ανωτέρω 5/10, εξ αδιαιρέτου, ποσοστού της εταιρίας, προέβη, ως δήθεν συγκύριος έτσι του καταστήματος κατά ποσοστό 7/10 εξ αδιαιρέτου, στην εκμίσθωση αυτού τον Ιούλιο του 1992 στον ΣΤ, έναντι μηνιαίου μισθώματος 900.000 δρχ., αναπροσαρμοζομένου από 1-1-1996 κατά ποσοστό 20% ετησίως. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1997, οπότε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθ. 3497/10-2-1997 απόφασή του, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της παραπάνω εταιρίας κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου, αφού πιθανολόγησε ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά σχετικά με την κυριότητα των 5/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος καταστήματος, έθεσε το ποσοστό αυτό υπό δικαστική εγγύηση και διόρισε μεσεγγυούχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ διέταξε να παραδοθεί σ'αυτόν η νομή των χώρων του καταστήματος, κατά τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως ήταν φυσικό, συνέχισε την εκμίσθωση του καταστήματος στον ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-5-2002 εισέπραξε, με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, ως μισθώματα τα εξής ποσά: α) από 1-4-1997 έως 31-8-1997 ήτοι 5 μήνες Χ 1.296.000 δρχ. (1.080.000 δρχ. το μηνιαίο μίσθωμα μετά την αύξηση κατά 20% του μηνιαίου μισθώματος των 900.000 δρχ. από 1-1-1996 και επί πλέον κατά 20% από 1-1-1997), 6.480.000 δρχ. β) από 1-9-1997 έως 31-8-1998, ήτοι 12 μήνες Χ 1.555.200 δρχ. (1.296.000 + 20% μηνιαίο μίσθωμα), 18.662.400 δρχ. γ) από 1-9-1998 έως 31-8-1999, ήτοι 12 μήνες Χ 1.866.240 δρχ. (1.555.200 δρχ. + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 22.394.880 δρχ., δ) από 1-9-1999 έως 31-8-2000 ήτοι 12 μήνες Χ 2.239.488 δρχ. (1.862.400 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 26.873.356, ε) από 1-9-2000 έως 31-8-2001, ήτοι 12 μήνες Χ 2.687.385,60 δρχ. (2.239.488 δρχ. + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 32.348.627 δρχ. και στ) από 1-9-2001 έως 31-5-2002 ήτοι 9 μήνες Χ 3.294.832 δρχ. (2.687.385,60 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 29.023.488 δρχ. και συνολικά 137.683.450 δρχ., από τις οποίες το ποσοστό της εταιρίας κατά 5/10 ήταν 68.841.725 δρχ., δηλαδή 199.095,02 ευρώ. Το ποσό όμως αυτό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητα του μεσεγγυούχου, δεν το φύλασσε ούτε το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό επ'ονόματι της εταιρίας, αλλά αντίθετα το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε έκτοτε παράνομα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω 5/10 εξ αδιαιρέτου φερομένου ποσοστού της εταιρίας, λόγω αγοράς από τον Ε, δυνάμει του υπ'αριθ. ...... οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αποστόλου Μαργαριτοπούλου (που συνετάχθη σε εκτέλεση του υπ'αριθ. ...... προσυμφώνου του ιδίου συμβολαιογράφου) και συνεπώς τα μισθώματα δεν ήταν προς αυτόν "ξένο" κινητό πράγμα, αλλά αντίθετα τα εισέπραξε ως κύριος και όχι ως μεσεγγυούχος. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού με την υπ'αριθ. 353/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ'αριθ. 15930/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκαν ως άκυρες τόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον ανωτέρω πωλητή Ε, όσο και η εν συνεχεία μεταβίβαση από τον τελευταίο προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, αντιστοίχως, και επομένως ουδέποτε αυτός απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ποσοστού. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου... Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ...". Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε κατ'ουσίαν την από 22-1-2007 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και επεκύρωσε το πρωτόδικο 1105/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο γίνεται δεκτό, επιπλέον των ανωτέρω, ότι το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος του Ν.2721/1999 (3-6-1999), ήτοι το ήμισυ του κάθε μηνιαίου μισθώματος για το διάστημα από 1-4-1997 έως 2-6-1999, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της αυτοτελούς αιτιολογίας του και της ως άνω αναφοράς του, συμπληρωματικώς, στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και έτσι στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, α) δεν διευκρινίζεται στο βούλευμα με ποιες ενέργειες ή παραλείψεις εξεδήλωσε ο αναιρεσείων τη βούλησή του για ιδιοποίηση του ποσού των μισθωμάτων, δεδομένου ότι μόνη η μνεία της λέξεως "ιδιοποιήθηκε", έστω και σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου, δεν είναι αρκετή, β) δεν διευκρινίζεται, επίσης, αν ο αναιρεσείων εκδήλωνε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση κάθε μερικότερου ποσού, (μηνιαίου μισθώματος που αναλογούσε στο υπό την μεσεγγύησή του ιδανικό μερίδιο του μισθίου), όταν αυτός εισέπραττε το κάθε μερικότερο ποσόν, ή εκδήλωσε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση όλων των επί μέρους εισπραχθέντων και συνακολούθως ολοκλήρου του ως άνω ποσού των 68.841. 172 δρχ. (ή 199.095,02 ευρώ) μία μόνο φορά, στοιχείο αναγκαίο, αφού στη μεν πρώτη περίπτωση πρόκειται για τέλεση κατ'εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, στη δε δεύτερη για τέλεση μιας μόνο πράξεως του εν λόγω εγκλήματος και γ) σε περίπτωση που συντρέχει κατ'εξακολούθηση τέλεση, δεν διευκρινίζεται, όπως θα έπρεπε, αν ο χαρακτηρισμός του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, προσήκει και για κάθε μερικότερη πράξη της προ του Ν.2721/1999 περιόδου, ήτοι από 1-4-1997 έως 2-6-1999 (το ποσόν της οποίας σαφώς εξάγεται από τις παραδοχές του βουλεύματος, με μαθηματικό υπολογισμό). Η τελευταία αυτή ασάφεια επετείνεται από το γεγονός ότι το μεν προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως διαφαίνεται από τις παραδοχές του, τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως τον βασίζει στην ιδιαίτερα μεγάλη αξία του συνόλου των εισπραχθέντων από τον αναιρεσείοντα, ως μεσεγγυούχο, μισθωμάτων, χωρίς να διακρίνει μεταξύ προ και μετά τον Ν.2721/1999 τελεσθεισών μερικοτέρων πράξεων, το δε πρωτόδικο βούλευμα, όπου η ανωτέρω συμπληρωματική αναφορά του προσβαλλομένου, περιέχει σαφή τέτοια διάκριση και χαρακτηρισμό των μερικοτέρων πράξεων της πρώτης περιόδου, ως κακουργηματικών, λόγω της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας της κάθε μερικότερης πράξεως, προκυπτούσης, έτσι, περαιτέρω ασάφειες για το τι δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα των μερικότερων πράξεων που δέχθηκε ότι εμπίπτουν στη περίοδο από 1-4-1997 έως 2-6-1999. Οι ασάφειες και παραλείψεις αυτές καθιστούν ελλιπή την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος και ανέφικτο τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο αν στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ όπως ίσχυαν τόσον πριν από τον αυστηρότερο Ν.2721/1999 όσον και μετά από αυτόν, ή μόνον οι διατάξεις αυτές όπως ισχύουν μετά το νόμο αυτό και, επιπλέον, αν έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 98 ΠΚ και μάλιστα όπως ίσχυαν πριν από το Ν.2721/1999 ή όπως ισχύουν μετά από τον ίδιο νόμο και συνακολούθως αν, κατά περίπτωση, έγινε ορθή ή μη εφαρμογή τους. Κατόπιν όλων αυτών οι εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 643/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως διότι: α) δεν διευκρινίζεται με ποιες ενέργειες ή παραλείψεις εξεδήλωσε ο αναιρεσείων τη βούλησή του για ιδιοποίησή του χρηματικού ποσού που εισέπραξε με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, β) δεν διευκρινίζεται ενόψει της παραδοχής ότι η πράξη τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση με μερικότερες πράξεις και προ του Ν. 2721/99, αν ο χαρακτηρισμός της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αρμόζει και σε κάθε μερικότερη πράξη του εν λόγω διαστήματος (προ του Ν. 2721/1999).
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 778/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 477Α,1099,1656Α,1771/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ Όρους Αμμώμων Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη Νέα Μάκρη Αττικής και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Ιουνίου 2008 και 6 Οκτωβρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις του, καθώς και στο από 30 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1709/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 24-6-2008 και 6-10-2008 (συμπληρωματική της πρώτης) δύο αιτήσεις, για αναίρεση της με αριθμό 477Α, 1099, 1656Α, 1771/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και οι από 30-12-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ των συνάφειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Ειδικότερα, από το έγκλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 258 ΠΚ, άμεσα ζημιούμενος από την παραπάνω πράξη και δικαιούμενος να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι ο κύριος του υπεξαιρεθέντος πράγματος. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.ΑΚ προκύπτει, ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις των άρθρων αυτών δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις του, που προήλθαν από δόλο ή βαρεία αμέλεια του και έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτόν δημοσίας εξουσίας, αλλ' υπέχει ευθύνη μόνο έναντι του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου για την αποζημίωση, την οποία κατά το άρθρο 105 εδ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ. κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει το τελευταίο στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του ν. 2145/1993, ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 § 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84, πρέπει δε να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 2104/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, η Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ, που βρίσκεται επί του Όρους Αμμώμων Αττικής, η οποία είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (άρθρο 1 παρ.4 του ν. 590/1977) δήλωσε προφορικώς, δια της ηγουμένης Μοναχής Ψ1 ως εκπροσώπου αυτής, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση ποσού πέντε (5) ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του αδικήματος της υπεξαίρεσης του χρηματικού ποσού ανήκοντος στην κυριότητα της Μονής, που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος με αποτέλεσμα να υποστεί μείωση η φήμη, η πίστη και το κύρος της Μονής. Κατά της παραστάσεως αυτής ο κατηγορούμενος πρόβαλλε αντιρρήσεις και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, απέρριψε δε, κατά τα λοιπά, τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, αλλά και της πολιτικώς ενάγουσας, κατά το μέρος της απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκαν οι δικηγόροι Διονύσιος Πελέκης και Θεμιστοκλής Σοφός και δήλωσαν ότι ενεργούν ως ειδικοί πληρεξούσιοι της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ Νέας Μάκρης, νομίμως εκπροσωπουμένης από την Καθηγουμένη Ψ1 δυνάμει της από 24-5-2007 εξουσιοδότησης, νομίμως εξουσιοδοτημένης προς τούτο δυνάμει του υπ' αριθμ. 13/2-6-2004 πρακτικού του Ηγουμενοσυμβουλίου και ακόμη ότι η ανωτέρω Μονή παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζητεί από αυτόν χρηματική ικανοποίηση πέντε (5) ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η κρινόμενη πράξη. Ο κατηγορούμενος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης της πολιτικώς ενάγουσας και την αποβολή της πολιτικής αγωγής από τη διαδικασία, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, η άσκηση της τελευταίας δεν επιτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και δέχθηκε την παράσταση της για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας, με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι η Ιερά Μονή του Οσίου Εφραίμ νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, με την επίκληση, ότι ζημιώθηκε αμέσως από την εκ δόλου τελεσθείσα πράξη του κατηγορουμένου (υπεξαίρεση χρημάτων), κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως δημοσίου υπαλλήλου (Μητροπολίτη Αττικής). Η δήλωση αυτή του παθόντος ΝΠΔΔ είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη. Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της από 24-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο των προσθέτων λόγων προβάλλει την αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από την παράσταση της πολιτικής αγωγής, γιατί την πράξη της υπεξαιρέσεως που του αποδίδεται τέλεσε ως Εκκλησιαστική Αρχή της Επαρχίας του και συνεπώς για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η ενάγουσα, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Εισ. Ν. ΑΚ., σύμφωνα με τις οποίες, παραλλήλως με την ευθύνη του νομικού προσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως αυτού, ευθύνεται εις ολόκληρον και ο υπαίτιος Μητροπολίτης, με αποτέλεσμα η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημιάς ή της ηθικής βλάβης να μην περιορίζεται αποκλειστικά στον αστικώς υπεύθυνο, οπότε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 64 ΚΠΔ και η παράσταση της πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας να μην είναι νόμιμη. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και τούτο γιατί, εφόσον ισχύουν όσα επικαλείται ο αναιρεσείων, στην περίπτωση αυτή η πολιτικώς ενάγουσα μπορεί να παρασταθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει από τον κατηγορούμενο και την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, αφού αυτός ευθύνεται εις ολόκληρον με την Μητρόπολη, κατ' ακολουθίαν δε και για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας. Αλλά και η αιτίαση, ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι η πολιτική αγωγή ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν εκπροσωπούσε νομίμως την Ιερά Μονή, αφού η απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου με βάση την οποία τούτο διορίσθηκε και με την οποία αποφασίστηκε η άσκησή της δεν λήφθηκε νομίμως, για τους λόγους που λεπτομερώς εκθέτει ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτη, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και τούτο γιατί αναφέρεται στην ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, 1) παράσταση και εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας η οποία δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και 2) στην άσκηση της πολιτικής αγωγής, δίχως την τήρηση της επικαλουμένης προδικασίας, η οποία είναι αναγκαία, πάντοτε, όταν ασκείται αγωγή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, ενώπιον δε των ποινικών μόνον όταν έχει αίτημα την αποκατάσταση της θετικής ή αποθετικής ζημίας. Αντίθετα, όταν η πολιτική αγωγή ασκείται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου και αφορά μόνο τη χρηματική ικανοποίηση, η έλλειψη της τήρησης της προδικασίας αυτής ή η τυχόν ακυρότητα της δεν επάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ παραπάνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι διατάξεις των αρθ.93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το άρθ.2 παρ.5 του Ν.2408/1996, επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως η αιτιολογία αυτή η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση μάρτυρα και την αποβολή της πολιτικής αγωγής, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα αιτήματα αυτά υποβλήθηκαν παραδεκτά. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβλήθηκε δια των συνηγόρων του για την αποβολή της πολιτικής αγωγής και την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου 1) να κλητευθεί και προσέλθει στο ακροατήριο ο μάρτυρας Μ1 ο οποίος, αν και κλητεύθηκε για να εξετασθεί ως μάρτυρας, όμως δεν εμφανίστηκε και 2) να αρθεί το τραπεζικό απόρρητο των Μοναχών της Μονής Εφραίμ, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη τραπεζικών καταθέσεων των προσώπων αυτών και να ζητηθεί από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών έγγραφο από το οποίο να προκύπτει αν η Μονή τηρούσε και άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς. Για την απόρριψη όμως των αιτημάτων αυτών το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δίχως να περιέχονται σ' αυτή ασάφειες και αντιφάσεις. Ο αναιρεσείων με ειδική αιτίαση την οποία προβάλλει επικαλείται ότι το Δικαστήριο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, αφού, 1) ως προς την αποβολή της πολιτικής αγωγής, δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του την 46/24-5-2007 εξουσιοδότηση και την 24/4-6-2007 πράξη της Ιεράς Μονής και 2) ως προς το αίτημα της αναβολής δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την κρίση του. Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη διότι 1) όπως προαναφέρθηκε, οι ελλείψεις που αφορούν την εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας και την τυχόν ακυρότητα του πρακτικού, ως πράξεως προδικασίας για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, δεν έχουν ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο δε αυτό το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει, ειδικότερα, την κρίση του αυτή και να συνεκτιμήσει το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων και 2)στην απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του (από 22-1-2008 επιστολή του μάρτυρος, η ένορκη κατάθεσή του, η οποία αναφέρει και την ηλικία του, άγοντος το 86ο έτος, η οποία λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος), δεν επικαλείται δε ο αναιρεσείων ότι εκτός από τα παραπάνω υπήρχαν και άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του και ως προς τα δύο αιτήματα της αναβολής. Επομένως, απορρίπτοντας τα παραπάνω αιτήματα και εκδικάζοντας στην ουσία της την υπόθεση, το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες (έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας) και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο δεν ήταν αναγκαίο για τη διαμόρφωση της κρίσης του και αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν το αίτημα που απορρίφθηκε ή την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., πρώτο με στοιχείο δ' και τρίτο (ΙΙΙ) λόγους του δικογράφου των προσθέτων, επικαλείται πλημμέλεια 1) της παρεμπίπτουσας απόφασης, που αναφέρεται στην απόρριψη του αιτήματος του για την αποβολή της πολιτικής αγωγής, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψή του, έλαβε υπόψη του, δίχως προηγουμένως να αναγνωσθούν και να προκύπτει το περιεχόμενο τους από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως λήφθηκαν υπόψη, δέκα έγγραφα, τα οποία προσδιορίζει ειδικότερα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η παραπάνω απόλυτη ακυρότητα και 2)της περί ενοχής απόφασης, συνισταμένης στο ότι προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του έλαβε υπόψη του α) το από 19-10-1995 έγγραφο του προς το ηγουμενοσυμβούλιο και β) το από 23-11-1995 έγγραφο του προς την Μονή του οσίου Εφραίμ, δίχως αυτά να αναγνωσθούν. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες διότι: Κατά το μέρος που αναφέρονται 1) στην παρεμπίπτουσα απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, οι ελλείψεις που επικαλείται ο αναιρεσείων και εξαιτίας των οποίων ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής(έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως και άσκηση πολιτικής αγωγής δίχως την προηγούμενη νόμιμη απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου), δεν είχαν ως αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει, ειδικά, την παρεμπίπτουσα απόφαση του και ως προς αυτές, εκ περισσού δε το έπραξε και για το λόγο αυτό, με τη συνεκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, 2) στην καταδικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού της απόφασης, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και που δέχθηκε το Δικαστήριο από τη συνεκτίμηση των παραπάνω εγγράφων και ειδικότερα ότι "Μέχρι του διορισμού του κατηγορουμένου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τη διοίκηση της Μητρόπολης Αττικής ασκούσε ο ορισθείς τοποτηρητής (Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ) όμως de facto και παράλληλα με τον τοποτηρητή ασκούσε τα ως άνω καθήκοντα και ο κατηγορούμενος" προκύπτουν αναμφισβήτητα και από άλλα στοιχεία, που παραδεκτά, και μετά από συνεκτίμησή τους έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, (μάρτυρες που εξετάστηκαν και έγγραφα που αναγνώστηκαν μεταξύ των οποίων και το παρακάτω με στοιχ. β' έγγραφο), αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο σκεπτικό, στη συνέχεια της παραδοχής αυτής, διαλαμβάνεται η φράση "όπως αυτό προκύπτει από τα, ενδεικτικώς, παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα, α) το από 19/10/1995 έγγραφο του προς το ηγουμενοσυμβούλιο με το οποίο το τελευταίο εντέλλεται να συντάσσει και να υποβάλλει για κάθε έργο μελέτη β)το με αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο του προς το ηγουμενοσυμβούλιο, με το οποίο εντέλλεται την εγκατάσταση του εργολάβου ...., στο έργο της λιθεπένδυσης του κωδωνοστασίου της Μονής και γ)το από 23-11-1995 έγγραφο του προς τη Μονή του οσίου Εφραίμ με το οποίο ζητεί να παρασχεθούν διευκολύνσεις σε τηλεοπτικό συνεργείο προκειμένου να γίνει κινηματογράφηση ντοκυμαντέρ". Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Kατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ήδη, μετά το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003, στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠΔ, τη θέση του καταδικασθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο της από 6.10.2008 αιτήσεως λόγο της αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, προβάλλει τις παρακάτω αιτιάσεις κατά τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια και ειδικότερα ότι: 1) αν και με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος του ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι το Φεβρουάριο 1996 παρέλαβε, μέσω του απ' αυτόν εντεταλμένου πρωτοπρεσβυτέρου Π1, το ποσό των 500.000 δρχ. ανά εικοσαήμερο δηλαδή, συνολικά, το ποσό των 9.000.000 δρχ., το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 1995 παρέλαβε μέσω του παραπάνω προσώπου το ποσό των 500.000 δρχ. ανά δεκαπενθήμερο και τον κήρυξε ένοχο για το ποσό των 12.000.000 δρχ, 2) αν και πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί για το ότι είχε λάβει στην κατοχή του, δια του Π1, ανά εικοσαήμερο, 500.000 δρχ. για το διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και το Φεβρουάριο 1996, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε αν για το διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1996 ελάμβανε ή όχι χρήματα δια του παραπάνω προσώπου και 3) αν και πρωτοδίκως καταδικάστηκε για το ότι δια του Π1 ελάμβανε χρήματα και για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1996 και ότι έλαβε, συνολικά, δια του προσώπου αυτού το ποσό των 15.500.000 δρχ. το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον κήρυξε ένοχο του ότι έλαβε, δια του προσώπου αυτού, το ποσό των 17.000.000 δρχ., με αποτέλεσμα να καταστήσει τη θέση του χειρότερη και να υπερβεί την εξουσία του θετικά και αρνητικά. Από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου και του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου προκύπτει, ότι με την πρώτη ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998, ιδιοποιήθηκε παράνομα, συνολικά, το ποσό των 66.500.000 και ειδικότερα το ποσό των 51.000.000 δραχμών το οποίο παρέλαβε ο ίδιος από την ηγουμένη Η1 και το ποσό των 15.500.000 δρχ το οποίο παρέλαβε, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιανουαρίου 1995 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 1996, "μέσω του απ' αυτόν εντεταλμένου πρωτοπρεσβύτερου Π1... και δή το ποσό των 500.000 δρχ. ανά εικοσαήμερο και το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε άγνωστη ακριβή ημερομηνία, πάντως μέσα στο θέρος του έτους 1995" και με τη δεύτερη κηρύχθηκε αθώος για ποσό 10.500.000 δρχ., που έλαβε από την ηγουμένη το έτος 1995 και ένοχος του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1995 μέχρι και την 2-1-1998 ιδιοποιήθηκε παράνομα, το ποσό των 56.000.000 δρχ. συνολικά, στο οποίο, να σημειωθεί, δεν περιλαμβάνεται εκείνο για το οποίο αθωώθηκε και ειδικότερα το ποσό των 39.000.000 δρχ. που έλαβε ο ίδιος από την ηγουμένη Η1 και το ποσό των 17.000.000 δρχ. το οποίο παρέλαβε το έτος 1995 από την ίδια Ηγουμένη, "μέσω του απ' αυτόν εντεταλμένου πρωτοπρεσβύτερου Π1 και δη το ποσό των 500.000 δρχ. ανά δεκαπενθήμερο και το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μη επακριβώς προκύψασα ημερομηνία, πάντως μέσα στο θέρος του έτους 1995". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, με την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για υπεξαίρεση που τέλεσε σε βάρος της Μονής ποσού μικρότερου κατά 10.500.000 δρχ. εκείνου για το οποίο καταδικάστηκε πρωτοδίκως και το οποίο αφορά όλο το χρονικό διάστημα στο οποίο, κατ' εξακολούθηση, τελέστηκε η πράξη της υπεξαιρέσεως και συνεπώς δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσης του. Επομένως το Εφετείο, με το να καθορίσει, ειδικότερα, κατά ένα μέρος, τον τρόπο και το χρόνο, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων έλαβε στην κατοχή του τα επί μέρους ποσά και να δεχθεί ότι, κατά το έτος 1995, το συνολικό ποσό που έλαβε στην κατοχή του υπερβαίνει το αντίστοιχο που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι και Φεβρουάριο του 1996, κατά 1.500.000 (12μην.χ 2δεκαπενθ.χ500.000= 12.000.000 + 5.000.000= 17.000.000- 15.500.000 δρχ. στο οποίο για το ίδιο χρονικό διάστημα το προσδιόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δεν υπερέβη την εξουσία του θετικά ή αρνητικά, ενόψει και του ότι, 1) όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος με την προσβαλλομένη απόφαση αθωώθηκε για το παραπάνω επί πλέον ποσό, που έλαβε ο ίδιος από την ίδια την ηγουμένη για λογαριασμό της Μονής, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και 2) ο διαφορετικός προσδιορισμός των επί μέρους ποσών, που δόθηκαν όλα για λογαριασμό της Μονής, ο χρόνος και ο τρόπος(από την ίδια την Ηγουμένη ή δια του παραπάνω προσώπου) παραδόσεως των στον αναιρεσείοντα δεν επιδρούν στη συγκεκριμένη περίπτωση στο χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης πράξεως ή την παραγραφή της. Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ. α' ΠΚ, υπάλληλος, ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον, έξι μηνών. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α' του ίδιου Κώδικα, την οποία έχει και ο Μητροπολίτης, αφού αυτός υπηρετεί στη Μητρόπολη η οποία είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν.590/1977 "περί καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος", γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και η θέληση του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει(μετά την αντικ. του από το άρθρο 36 παρ. 1 του ν.2172/1993 και το εις αυτό αναφερόμενο ποσό αυξήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν.2408/1996), στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το 258, για την υπεξαίρεση στην υπηρεσία, "εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα παραπάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως". Κατά δε το άρθρο 16 § 2 του ν.δ. 2576/1953 "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικοτέρων πράξεων". Οι Ορθόδοξες Ιερές Μονές της Ελλάδος είναι αυτοδιοικούμενα και αυτοδιαχειριζόμενα Καθιδρύματα και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου(άρθρο 1 παρ. 4 του ν 590/1977 και άρθρο 2 παρ.β' του Κανονισμού 39/1972 περί Ιερών Μονών), ο επιχώριος δε Μητροπολίτης ασκεί πνευματική εποπτεία κα έχει τη μέριμνα για τη σύμφωνη με τους Ιερούς Κανόνες λειτουργία της μονής και τον έλεγχο της νομιμότητας της οικονομικής διαχείρισης αυτής(άρθρο 39 παρ. 2και 6 του ν.590/1977). Κατά το άρθρο 98 ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλει μία μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, το οποίο απαρτίζεται από περισσότερες, χρονικώς διακεκριμένες μεταξύ τους, μερικότερες πράξεις, οι οποίες έχουν τελεσθεί από το ίδιο πρόσωπο στον ίδιο ή διαφόρους τόπους, προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, κάθε μία απ' αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς τέλεσή τους, αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην περίπτωση του εξακολουθούντος εγκλήματος, ειδικότερα, υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όταν δεν εξειδικεύονται οι μερικότερες πράξεις και δεν αναφέρεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μιάς απ' αυτές ή το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβαν χώρα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 447Α, 1099, 1656Α, 1771/2008 απόφαση του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η Ιερά Μονή Ευαγγελισμούτης Θεοτόκου και Οσίου Εφραίμ, που βρίσκεται επί του όρους των Αμώμων της Νέας Μάκρης Αττικής, ιδρύθηκε στις 27/2/1954 από την ηγουμένη Η1 η οποία εκοιμήθη στις 23/4/1999 και σ'αυτή εγκαταβιούσαν έξι (6) μεγαλόσχημες μοναχές, οι οποίες κατά το διάστημα των ετών 1995-23/4/1999 ήσαν, κατά το μοναχολόγιο της μονής, εκτός από την ηγουμένη, οι μοναχές Ψ1 (κατά κόσμο .....), Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5. Εκτός των ως άνω μεγαλόσχημων μοναχών στην ως άνω μονή ήσαν και τρεις δόκιμες μοναχές στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ν1, η οποία εκάρη μοναχή στις 29/1/-2003 και ονομάσθηκε Ν1. Η ηγουμένη Η1 κατάφερε να αναστηλώσει και να ανοικοδομήσει την ως άνω μονή, συνεπικουρούμενη από τις λοιπές μοναχές, αν και η μονή δεν είχε οικονομικούς πόρους και τα έσοδα της ήταν πενιχρά. Η αφοσίωση στην θρησκευτική τους αποστολή και η εργώδης προσπάθεια κυρίως της ηγουμένης Η1 για τη διάδοση των θαυμάτων του οσίου Εφραίμ, σε συνδυασμό με την προβολή της μονής από τα Μ.Μ.Ε., κατέστησαν τη μονή του οσίου Εφραίμ από τις πλέον γνωστές στην Ελλάδα και από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 άρχισε να αυξάνεται ο αριθμός των πιστών που επισκέπτονταν τη μονή για να προσκυνήσουν, με αποτέλεσμα τη σταδιακή (από το έτος 1995 κι εντεύθεν) βελτίωση των οικονομικών της, κυρίως από την κηροπωλησία. Η έλευση, λοιπόν, του κατηγορουμένου Χ1 ως επιχώριου Μητροπολίτη (Αττικής, στην Μητρόπολη της οποίας υπάγεται και η μονή του οσίου Εφραίμ), ο οποίος εξελέγη με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της 24/5/1994 (με μετάθεση από τη Μητρόπολη Ζακύνθου), ενθρονίσθηκε στις 6/7/1995, αλλά ο διορισμός του δημοσιεύθηκε στις 11/7/1996 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 114), λόγω ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά της εκλογής του εκ μέρους του πρώην Μητροπολίτη Αττικής ....., η οποία και απορρίφθηκε, συνέπεσε με την άνθηση των οικονομικών της ως άνω μονής. Μέχρι τη δημοσίευση του διορισμού του κατηγορουμένου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τη διοίκηση της Μητρόπολης Αττικής ασκούσε ο ορισθείς τοποτηρητής (ο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ), όμως de facto και παράλληλα με τον τοποτηρητή ασκούσε τα ως άνω καθήκοντα και ο κατηγορούμενος, όπως αυτό προκύπτει από τα, ενδεικτικώς, παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα, α) το από 19/10/1995 έγγραφο του προς το ηγουμενοσυμβούλιο με το οποίο το τελευταίο εντέλλεται να συντάσσει και να υποβάλλει για κάθε έργο μελέτη, β) το με αριθμ. πρωτ. 1996/25/6/1996 έγγραφο του προς το ηγουμενοσυμβούλιο, με το οποίο το τελευταίο εντέλλεται την εγκατάσταση του εργολάβου ..., στο έργο της λιθεπένδυσης του κωδωνοστασίου της μονής και γ) το από 23/11/1995 έγγραφό του προς τη μονή του οσίου Εφραίμ με το οποίο ζητεί να παρασχεθούν διευκολύνσεις σε τηλεοπτικό συνεργείο προκειμένου να γίνει κινηματογράφηση ντοκιμαντέρ. Η ηγουμένη Η1 είχε ως σκοπό ζωής την Αγιοκατάταξη του οσίου Εφραίμ, για την οποία απαιτείτο θετική εισήγηση του κατηγορουμένου στην Ιερά Σύνοδο, ως επιχώριου Μητροπολίτη, απόφαση της Ιεράς Συνόδου και επικύρωση αυτής της απόφασης από τον Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τη σφοδρή επιθυμία της ηγουμένης για Αγιοκατάταξη του οσίου Εφραίμ, τη δύναμη επιβολής που λόγω θρησκευτικού αξιώματος αλλά και προσωπικότητας είχε έναντι των σχεδόν αγράμματων και ηλικιωμένων μοναχών [ η ηγουμένη Η1 και οι μοναχές Ψ2 και Ψ1 το έτος 1995 διήνυαν το 83°, 83° και 77° έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα, ενώ όλες οι μοναχές είχαν γνώσεις Δημοτικού και μόνον η δόκιμη μοναχή Ν1 είχε γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου], καθώς και την από τους θρησκευτικούς κανόνες οφειλόμενη (και επιδεικνυόμενη από τις μοναχές) υπακοή προς τον επιχώριο Μητροπολίτη, άρχισε να ζητεί από την ηγουμένη διάφορα χρηματικά ποσά, επικαλούμενος, είτε τις ανάγκες της Μητρόπολης Αττικής, είτε την προώθηση του ζητήματος της Αγιοκατάταξης του οσίου Εφραίμ, είτε το ποιμαντικό έργο της Μητρόπολης, τα οποία και ελάμβανε, χωρίς νόμιμο δικαίωμα και χωρίς την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών εκ μέρους των οργάνων διοίκησης της μονής του οσίου Εφραίμ. Συγκεκριμένα, οι διαθέσεις του κατηγορουμένου έναντι της ως άνω μονής άρχισαν να διαφαίνονται από τις αρχές της ανάληψης (de facto) των καθηκόντων του, όταν ζήτησε και έλαβε από την ηγουμένη της άνω μονής το ποσό των 1.500.000 δραχμών, προς κάλυψη των αναγκών επίπλωσης της Μητρόπολης και των δικαστικών εξόδων της δικαστικής διαμάχης με τον πρώην Αττικής ....., αν και η ανωτέρω Μητρόπολη, είχε την οικονομική δυνατότητα για την κάλυψη των ως άνω δαπανών και ο ίδιος είχε περιουσία υπερβαίνουσα το ποσό των 1.000.000.000 δρχ. από την οποία μπορούσε να δαπανήσει ένα μικρό ποσό για την κάλυψη των αναγκών αυτών, που είχαν κυρίως προσωπικό χαρακτήρα Η καταβολή του ποσού των 1.500.000 δρχ. από την ηγουμένη συνομολογείται από τον κατηγορούμενο, και σ' αυτή αναφέρεται ρητά και ο ιερέας Π1 (εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου Κηφισιάς και γραμματέας του ιδιαίτερου γραφείου του κατηγορουμένου) στην από 20/10/1998 επιστολή του προς εκείνον (κατηγορούμενο). Σ' αυτή αναγράφεται, εκτός των άλλων ότι, "... η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής χωρίς ουδεμίαν πίεσιν, αναγνωρίζουσα το εμπερίστατον Υμών και της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, ενεχείρησε εις εμέ κατά καιρούς συνολικόν ποσόν μη υπερβαίνον το 1.500.000 δραχμές, το οποίον εχρησιμοποιήθη δια τον εξοπλισμόν και τη επίπλωσιν του κτιρίου εις το οποίον εφιλοξενούντο το Γραφείον της Ιεράς Μητροπόλεως και το ιδικόν Σας..., καθώς και την κάλυψιν μέρους των δικαστικών εξόδων των προσφυγών εις το Συμβούλιον της Επικρατείας...". Επιπλέον του ποσού των δρχ. 1.500.000 η Μητρόπολη Αττικής έλαβε το έτος 1997 και το ποσό των 1.700.000 δρχ., όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά γραμμάτια είσπραξης [1/11/2/1997 ποσού δρχ. 500.000, 66/15/5/1997 δρχ. 500.000 και 97/1/10/1997 δρχ. 700.000], "για τα ιεραποστολικά έργα της Ι. Μητροπόλεως", όπως αναφέρεται σ' αυτά. Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, εκτός από τα παραπάνω ποσά, έλαβε από την ηγουμένη της μονής του οσίου Εφραίμ, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1995 μέχρι και 2/1/1998 το συνολικό ποσό των 56.000.000 δρχ., χωρίς να χορηγεί αποδείξεις, είτε προσωπικά ο ίδιος, είτε δια του ιερέως Π1 εφημέριου ναού της Μητρόπολης Αττικής, στον οποίο είχε αναθέσει την τέλεση του εσπερινού της Κυριακής στο ναό της ως άνω μονής, και ο οποίος ελάμβανε από την ηγουμένη, στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου διάφορα χρηματικά ποσά όχι μικρότερα των 500.000 δρχ. κάθε φορά. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε από την ηγουμένη Η1 επικαλούμενος κυρίως τις ανάγκες της Μητρόπολης (Αττικής) και την προώθηση της Αγιοκατάταξης του οσίου Εφραίμ, χωρίς να χορηγήσει αποδείξεις κατά την καταβολή αλλ' ούτε και σε μεταγενέστερο χρόνο, τα παρακάτω χρηματικά ποσά : 1) 500.000 δρχ. ανά δεκαπενθήμερο, κατά το διάστημα από 1/1/1995 μέχρι 31/12/1997, ήτοι 12.000.000 δρχ. κατ' έτος και συνολικά 36.000.000 δρχ. [500.000 Χ 2 φορές το μήνα = 1.000.000 δρχ. Χ 36 μήνες = 36.000.000 δρχ.] . Απ' αυτό (το ποσό των 36.000.000 δρχ.) δρχ. 12.000.000 δρχ. έλαβε από την ηγουμένη, κατά το έτος 1995 ο ιερέας Π1, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, και το υπόλοιπο ποσό των 24.000.000 δρχ. το έλαβε ιδιοχείρως ο κατηγορούμενος από την ηγουμένη, κατά τις ανά δεκαπενθήμερο μεταβάσεις του στη μονή του οσίου Εφραίμ, κατά τα έτη 1996 και 1997. 2) Ο ιερέας Π1, έλαβε από την ηγουμένη στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, το καλοκαίρι του 1995, σε μη επακριβώς προκύψασα ημερομηνία, και το ποσό των 5.000.000 δρχ. Δηλαδή ο Π1, κατά το έτος 1995, έλαβε στο όνομα και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, από την ηγουμένη Η1 το συνολικό ποσό των 17.000.000 δρχ. (12.000.000 + 5.000.000), το οποίο και παρέδωσε στον κατηγορούμενο. 3) Το ποσό των 500.000 δρχ. τρεις φορές κατ' έτος, κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997, επιπλέον των ανά δεκαπενθήμερο καταβολών, και ειδικότερα, 500.000 δρχ κατά την Ακολουθία του Μεγάλου Απόδειπνου (τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή), 500.000 δρχ. κατά την Ακολουθία του Νυμφίου (τη Μεγάλη Εβδομάδα) και 500.000 δρχ. κατά το Μεγάλο Ευχέλαιο (τη Μεγάλη Τετάρτη) και συνολικά το ποσό των 4.500.000 δρχ. (500.000 Χ 3 =1.500.000 Χ 3 = 4.500.000). 4) Το ποσό των 1.500.000 δρχ. δύο φορές κατ' έτος, στις 3 Ιανουαρίου και στις 5 Μαΐου κάθε έτους, κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997, ημερομηνίες ανεύρεσης των ιερών λειψάνων και της εορτής του οσίου Εφραίμ αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 9.000.000 δρχ. (1.500.000 Χ 2= 3.000.000 Χ 3 έτη = 9.000.000 δρχ.) και 5) το ποσό των 1.500.000 δρχ. στις 2/1/1998, μία ημέρα πριν από το κλείδωμα του παγκαρίου κηροπωλησίας του ναού του οσίου Εφραίμ. Έτσι ο κατηγορούμενος, με τις ως άνω μερικότερες πράξεις του, που εντάσσονται στον ενιαίο δόλο του παρέλαβε από την ηγουμένη, ο ίδιος ή δια του ιερέα Π1, που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του πρώτου το συνολικό ποσό των 56.000.000 δρχ. [36.000.000 + 5.000.000 + 9.000.000+ 4.500.000 + 1.500.000], το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρνείται ότι έλαβε το ως άνω ποσό από τη ηγουμένη Η1 δεν το διέθεσε για τις ανάγκες της Μητρόπολης Αττικής, ούτε για την προώθηση του ζητήματος της Αγιοκατάταξης του οσίου Εφραίμ, ούτε για το ποιμαντικό - ιεραποστολικό έργο αυτής, ούτε άλλωστε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, όπως επίσης δεν ισχυρίζεται ότι το επέστρεψε στην ως άνω μονή ή ότι ο Π1 δεν του παρέδιδε τα ως άνω χρηματικά ποσά που ελάμβανε ο τελευταίος από την ηγουμένη κατά το έτος 1995, στο όνομα και για λογαριασμό του. Ως προς το τελευταίο πρέπει να επισημανθεί, ότι πριν από κάθε μετάβαση του ιερέα Π1 στη μονή του οσίου Εφραίμ, ο κατηγορούμενος τηλεφωνούσε στην ηγουμένη και της έλεγε να "ετοιμάσει" το χρηματικό ποσό που θα ενεχείριζε στον Π1, για λογαριασμό και στο όνομα του κατηγορουμένου, το γεγονός δε αυτό αποκλείει το ενδεχόμενο είτε να μην του παραδόθηκε κάποια φορά από τον Π1, το ακριβές ποσό που είχε λάβει από την ηγουμένη, είτε ο Π1 να ενήργησε, μία ή περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό. Η παράδοση από την ηγουμένη Η1 προς τον κατηγορούμενο του ως άνω ποσού (των 56.000.000 δρχ.) έγινε όχι κατά κυριότητα αλλά κατά κατοχή, λόγω της ιδιότητάς του ως επιχώριου Μητροπολίτη και για την ικανοποίηση των ως άνω αναγκών, πλην όμως αυτός ουδέν ποσόν δαπάνησε για τις ως άνω ανάγκες αλλά ολόκληρο το ενθυλάκωσε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Η ηγουμένη Η1 ουδέποτε εκδήλωσε βούληση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον κατηγορούμενο το ποσό αυτό και δυσφορούσε όποτε αυτός της ζητούσε να του "ετοιμάσει" πακέτο με χρήματα, όπως δυσφορούσαν και οι λοιπές μοναχές που ελάμβαναν γνώση, με την προετοιμασία συγκέντρωσης των χρημάτων που επρόκειτο κάθε φορά να δώσουν στον κατηγορούμενο, με προεξάρχουσα την μοναχή Ψ3, αλλά υπάκουε (η Η1 ) στον επιχώριο Μητροπολίτη και του κατέβαλε τα χρηματικά ποσά που ζητούσε. Πρέπει να σημειωθεί ότι από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται η υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε χρηματικού ποσού από τις μονές προς τις επιχώριες Μητροπόλεις. Ειδικότερα οι μοναστηριακοί ναοί δεν υπάγονται στις διατάξεις του 8/-1978 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, "περί Ιερών Ναών και Ενοριών", και ως εκ τούτου οι επιχώριες Μητροπόλεις δεν δικαιούνται να εισπράττουν οιαδήποτε εισφορά από τους μοναστηριακούς ναούς, σύμφωνα με τον Οργανισμό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας, όπως αυτό προκύπτει από το 4701/310/31//1/1986 έγγραφο του Οργανισμού αυτού προς το Υπουργείο Οικονομικών. Ο κατηγορούμενος, λοιπόν, δεν είχε δικαίωμα να ζητεί για οποιοδήποτε λόγο χρήματα από τη μονή, ορεγόμενος όμως των εσόδων αυτής και θεωρώντας ότι οι μοναχές της μονής του οσίου Εφραίμ, λόγω της οφειλόμενης υπακοής δεν θα αντιδράσουν στις επιδιώξεις του ζητούσε από την ηγουμένη διάφορα χρηματικά ποσά, προφασιζόμένος ανάγκες της Μητρόπολης Αττικής, προώθηση του ζητήματος της Αγιοκατάταξης κ.α. Αυτονόητη προϋπόθεση για την ευόδωση των επιδιώξεων του κατηγορουμένου ήταν η μη τήρηση της νομιμότητας (μη εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ 496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ., του Κανονισμού 39/1972 και του ν. 590/1977) για τα χρήματα που ζητούσε και ελάμβανε από την μονή, δια της ηγουμένης. Τη μη τήρηση της νομιμότητας ο κατηγορούμενος την επέβαλε και στη μονή του οσίου Εφραίμ, ως προς τα χρηματικά ποσά που ζητούσε και ελάμβανε, αφού η ηγουμένη Η1 δεν αποτολμούσε να του ζητήσει αποδείξεις, με εντεύθεν συνέπεια τα χρήματα αυτά να μην καταχωρούνται στα βιβλία της μονής ως έσοδα, να μην λαμβάνονται αποφάσεις του ηγουμενοσυμβουλίου, να μην εκδίδονται χρηματικά εντάλματα για την εκταμίευση από τη μονή και βέβαια να μην εκδίδονται γραμμάτια είσπραξης από την Μητρόπολη Αττικής, αφού πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να ιδιοποιηθεί παράνομα τα χρήματα που ζητούσε και περιέρχονταν στην κατοχή του και όχι να τα δαπανήσει για τους λόγους που επεκαλείτο ότι τα λαμβάνει. Όπως προαναφέρθηκε, η τελευταία καταβολή από την ηγουμένη Η1 προς τον κατηγορούμενο έγινε στις 2/1/1998, γιατί ο τελευταίος επέβαλε, τη σφράγιση των παγκαριών κηροπωλησίας του ναού της μονής στις 3/1/1998, το άνοιγμα και την καταμέτρηση του συλλεγέντος, κάθε εβδομάδα, στα παγκάρια χρηματικού ποσού παρουσία και δύο (2) ιερέων, εντεταλμένων του κατηγορουμένου, οι οποίοι μάλιστα ελάμβαναν, χωρίς αποδείξεις, από την ως άνω μονή το ποσό των 10.000 δρχ. ο καθένας για κάθε καταμέτρηση χρημάτων. Η μη σύννομη ως άνω ενέργεια του κατηγορουμένου, να τοποθετήσει κλειδαριά στα παγκάρια κηροπωλησίας, που αποτελούσε τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων της μονής και να γίνεται καταμέτρηση, κάθε εβδομάδα (συνήθως κάθε Δευτέρα) του περιεχομένου των παγκαριών με τη συμμετοχή εξωμοναστηριακών, έγινε προκειμένου να ελέγχονται πλήρως τα έσοδα της μονής από τον ίδιο. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου επιβάρυνε επιπλέον το βαρύ κλίμα των σχέσεων του με τις μοναχές της μονής του οσίου Εφραίμ, η ηγουμένη της οποίας έπαυσε πλέον να του καταβάλλει χρήματα, η δε σφράγιση των παγκαριών από τον κατηγορούμενο και η προαναφερθείσα διαδικασία (άνοιγμα των παγκαριών και καταμέτρηση των χρημάτων παρουσία εντεταλμένων από τον κατηγορούμενο ιερέων) διήρκεσε μέχρι το καλοκαίρι του 1998, οπότε η μονή θεωρώντας την όλη διαδικασία ταπεινωτική και προσβάλλουσα το αυτοδιοίκητο αυτής αλλά και τις ίδιες τις μοναχές, σφράγισε (στην κυριολεξία αχρήστευσε) τα παγκάρια κηροπωλησίας του ναού της μονής κι' έκτοτε χορηγούσε δωρεάν το κερί, ενώ προέτρεπε τους προσκυνητές να ρίχνουν τον οβολό τους (αντίτιμο των κεριών) στο παγκάρι υπέρ της αγιογράφησης. Η κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 56.000.000 δρχ. από τη μονή του οσίου Έφραίμ της Νέας Μάκρης Αττικής στηρίζεται στα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα στις καταθέσεις των εχόντων ιδία γνώση και αντίληψη, για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της δικαζόμενης υπόθεσης, οι οποίες κρίνονται πειστικές, παρακάτω αναφερομένων μαρτύρων : 1) Της ηγουμένης της μονής Ψ1 (.....), η οποία κατέθεσε ότι: "... Ερχονταν κάθε εβδομάδα ο Π1 παπάς στην Κηφισιά για λογαριασμό του Μητροπολίτη στο Μοναστήρι, μας έκανε παράκληση και του δίναμε πότε 500.000 δραχμές και πότε 1.500.000 δραχμές για το Μητροπολίτη. Αυτό ξεκίνησε στις αρχές του 1995....Μετράγαμε εμείς τα χρήματα κάθε εβδομάδα ανελλιπώς, τέσσαρες φορές το μήνα έρχονταν ο Π1 και τα έπαιρνε. Η γερόντισσα έκανε κουμάντο στο ταμείο. Ο Δεσπότης μας τηλεφωνούσε το μεσημέρι ότι θα έρχονταν το βράδυ για να πάρει τα χρήματα...Το 1995 ο Π1 πήρε 5.000.000 δρχ. μαζεμένα ...Ο Δεσπότης ερχόταν βραδάκι, μία φορά την εβδομάδα και έμενε ένα τέταρτο με μισή ώρα. Πήγαινε στο ηγουμενείο και έπαιρνε τα χρήματα. Τον είχε δει και ο κύριος Κ1 και άλλος κόσμος. Τον είχαμε δει και εμείς ότι έπαιρνε χρήματα, εγώ τον είχα δει τουλάχιστον είκοσι φορές... Τα ζητούσε ο ίδιος και έπαιρνε τα χρήματα. Δεν χρωστούσαμε τίποτε στην Μητρόπολη, ποτέ δεν μας είχε πει ότι χρωστούσαμε χρήματα. Τον χρόνο έπαιρνε τουλάχιστον 30.000.000 δρχ. Με την Ψ3 και την Ψ2 μετρούσαμε τα χρήματα...Αρχές του 1998 έκλεισε τα παγκάρια, έβαλε παπά κάθε Δευτέρα να μετρά τα χρήματα, τον πατέρα Σ1, μαζί με άλλον παπά και τρεις μοναχές. Αυτά τα γράφαμε στα βιβλία. Το 1998 πήρε μία δόση και μετά δεν ξαναπήρε χρήματα... Μετά μας έκανε Δικαστήρια, ελέγχους και ανακρίσεις, μας ταλαιπώρησε πολύ, ενώ δεν έκανε χειροτονίες. Ήθελε το Μοναστήρι να το κάνει προσκύνημα, να μην έχει μοναχές...Αν υπήρχαν λιγότερες από πέντε μοναχές θα γίνονταν προσκύνημα. Εμάς θα μας έστελνε εξορία... Η σχέση μας με την Ψ3 ήταν καλές. Μετά πήγαινε στη Μητρόπολη, εκεί της είπε ο Δεσπότης ότι θα την κάνει ηγουμένη και άλλαξε η στάση απέναντι μας... Αυτά που γνώριζα εγώ μέσα στη Μονή τα γνώριζαν και όλες οι άλλες μοναχές... Τα χρήματα που έπαιρνε ο Π1 τα έπαιρνε για τη Μητρόπολη, δεν βλέπαμε όμως που τα έδινε. Τηλεφωνούσε πιο μπροστά όμως ο Δεσπότης και ζητούσε χρήματα. Τα χρήματα που έπαιρνε ο Δεσπότης δεν γνωρίζω αν τα έδινε στη Μητρόπολη. Όταν έπαιρνε τα χρήματα δεν ήμουν μπροστά, μας το είπε η ηγουμένη. Δεν ζητούσαμε απόδειξη, νομίζαμε ότι θα μας έδιναν ...Όταν σταμάτησε να έρχεται ο Π1 ερχόταν ο Δεσπότης κάθε εβδομάδα, αυτό γίνονταν μέχρι το τέλος του 1997...". 2) Του μάρτυρα ....., ο οποίος εργαζόταν στη Μονή (κυρίως ως οδηγός) ο οποίος κατέθεσε ότι : "...Είχαμε πάει στην ενθρόνιση του Δεσπότη το 1994. Από τότε τέθηκε θέμα αγιοκατάταξης. Ξεκίνησαν οι επισκέψεις του Δεσπότη και απ' ότι μαθαίναμε ζητούσε κάποια χρήματα. Αυτό το έμαθα δύο με τρεις μήνες μετά την ενθρόνιση του ...Η ηγουμένη με έβλεπε καθημερινά γιατί μου ανέθετε διάφορες δουλειές . Μέσα στο κελί μου είπε ότι είναι στεναχωρημένη, γιατί ο Δεσπότης της ζητάει χρήματα κι' αυτή δεν έχει να του δώσει. Τότε τα οικονομικά της Μονής δεν ήταν πολύ καλά δεν έρχονταν αρκετός κόσμος. Ο Δεσπότης ζητούσε από 500.000 δραχμές μέχρι 1.500.000 δρχ. Μία φορά, δεν θυμάμαι χρονολογία, στον Εσπερινό, είχα δει παράδοση χρημάτων. Μου είπε η γερόντισσα ότι πρέπει να πάει στο κελί να ετοιμάσει να τα χρήματα για τον Δεσπότη, γιατί δεν μπορούσε να του τα δώσει μπροστά στον κόσμο. Πήγε επάνω τα ετοίμασε και του έδωσε το πακέτο στο Ιερό στα χέρια του. Μέσα στο πακέτο είχε χαρτονομίσματα και ήταν τυλιγμένα σε χαρτί αφής. Εγώ ήμουν πιο δεξιά μέσα στο Ιερό και το είδα...Απ' ότι έμαθα από την Ψ1, την γερόντισσα, την Ψ3 και την μοναχή Ψ2 πήγαινε στο κελί της γερόντισσας και έπαιρνε χρήματα...Απ' ότι γνωρίζω τα χρήματα τα απαιτούσε ο Μητροπολίτης, στην αρχή για τις ανάγκες της Μητρόπολης, μετά τα απαιτούσε κυρίως για την Αγιονυμία. Ήταν ένας λόγος για να παίρνει χρήματα... Χρήματα έδιναν το 1995, το 1996 και το 1997. Το ποσό που πήρε απ' ότι άκουσα ήταν γύρω στα ενενήντα με ενενήντα πέντε εκατομμύρια δραχμές...Και ο Π1 έπαιρνε χρήματα για τη Μητρόπολη, αφού πρώτα είχε προηγηθεί τηλέφωνο του Δεσπότη... Η αδελφή Ψ3 έλεγε ότι θα μας σκάσει ο Δεσπότης, υπήρχε ένα κλίμα δυσφορίας. Ο Δεσπότης την έλεγε "εισπραξία" και ότι ήταν ο κακός δαίμονας της Μονής...Ότι μου έλεγαν οι μοναχές θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστα, υπήρχε εμπιστοσύνη. Η γερόντισσα ήταν άνθρωπος που ενέπνεε εμπιστοσύνη... Δεν υπήρχε περίπτωση να πει ψέματα για τον Μητροπολίτη...Εγώ έμαθα, ότι ο Δεσπότης ήθελε να κάνει το Μοναστήρι προσκύνημα, από τις μοναχές ...". 3) Της ...... (συχνής προσκυνήτριας και διαμένουσας κατά διαστήματα στη Μονή του οσίου Εφραίμ), η οποία κατέθεσε ότι: "... Στην αρχή δεν έρχονταν πολύς κόσμος το 1993 και το 1994. Από το 1995 άρχισε να αυξάνεται ο κόσμος σταδιακά .. .Όταν σταμάτησε να έρχεται ο πατήρ Π1 άρχισε να έρχεται ο Μητροπολίτης. Το 1995 ο Π1 έρχονταν συνήθως κάθε Κυριακή απόγευμα, τελείωνε τον Εσπερινό και μετά ανέβαινε στο κελί της γερόντισσας. Εγώ ήμουν στην έκθεση, η οποία ήταν κοντά στο Ηγουμενείο και τον έβλεπα.. Εγώ στην έκθεση έμαθα από την αδελφή Ψ3, ότι μέσα στο 1995 έρχονταν ο πατήρ Π1, απεσταλμένος του Μητροπολίτη και παίρνει χρήματα Αυτό το άκουσα και από τις άλλες μοναχές, την αδελφή Ν1, την Ψ1, την Ψ2 σε άλλους χώρους... Τα χρήματα τα έδιναν γιατί έκαναν υπακοή. Ο Μητροπολίτης έλεγε στην γερόντισσα ότι χρειάζονταν χρήματα για κάποιους σκοπούς της Μητρόπολης... Πήγαινε και στο κελί της ηγουμένης, εγώ τον είχα δει μια φορά..., είχε μεσολαβήσει η δική μου επίσκεψη στην ηγουμένη το φθινόπωρο του 1997, περίμενε τον Δεσπότη και συσκεύαζε κάποια χρήματα . Πολλές φορές την είχα δει να συσκευάζει χρήματα ... Την είδα να συσκευάζει πεντοχίλιαρα, χιλιάρικα και πεντακοσάρικα. Για το ύψος του ποσού δεν γνωρίζω... Μου έλεγε "άσε παιδάκι μου είμαι στεναχωρημένη γιατί έρχεται ο Μητροπολίτης, πρώτη φορά έρχεται τέτοιος Μητροπολίτης και ζητάει χρήματα" ... Ήρθε ο Μητροπολίτης και είδα την γερόντισσα να του δίνει το πακέτο που είχε συσκευάσει προηγουμένως η ηγουμένη και αυτός της είπε " ευχαριστώ γερόντισσα " ... Δήλωνε ο ίδιος ανοικτά ότι ήθελε να κάνει το Μοναστήρι Προσκύνημα. Αυτό γίνονταν όταν οι μοναχές είναι λιγότερες από πέντε ... Η αδελφή Ψ3 καταφέρονταν εναντίον του Μητροπολίτη, καθημερινά έλεγε ότι έρχονταν και παίρνει χρήματα. Αυτά τα έλεγε τόσο στον κόσμο όσο και σ' εμάς. Τα παγκάρια σφραγίστηκαν το 1998, γιατί ο Μητροπολίτης έλεγε ότι υπήρχε κακή διαχείριση και ήθελε και ο ίδιος να έχει γνώση των οικονομικών. Ήταν ένα προστάδιο πριν να γίνει η Μονή Προσκύνημα... Το θέμα της αγιοποίησης ήταν ο πόθος της ηγουμένης. Δεν μπορεί να λένε ψέματα οι μοναχές, αυτά τα ζούσα και εγώ μέσα στο μοναστήρι, είχαν ακέραιο χαρακτήρα... Αυτές μου έλεγαν ότι ο Μητροπολίτης έπαιρνε από 500.000 έως 1.500.000 και μέχρι 5.000.000 δραχμές...". 4) Του ..... (συχνού προσκυνητή της μονής) ο οποίος κατέθεσε ότι: "Εγώ πήγαινα στο Μοναστήρι από το 1992 ως προσκυνητής, μέχρι και δύο φορές την εβδομάδα....Περισσότερο γνώριζα την αδελφή Ψ3, ήμουν ο υποτακτικός της, προσέφερα τη βοήθεια μου όπου μπορούσα. Τακτοποιούσα τα βιβλία, ενώ βοηθούσα και οικονομικά όποτε χρειαζόταν...Τον Μητροπολίτη τον είχα δει πολλές φορές που έρχονταν μαζί με τον οδηγό του. Επισκεπτόμουν και την Η1. Μετά τη λειτουργία, συνήθως όταν έφευγα, πήγαινα στο κελί της Η1 και έπαιρνα την ευχή της, αφού προηγουμένως έπαιρνε άδεια η Ψ3 από την ηγουμένη... Η Η1 μου είχε πει ότι ο Δεσπότης της ζητούσε χρήματα και είχε πρόβλημα. Μου είχε εμπιστοσύνη και μου τα έλεγε. Αυτό μου το είπε προς το τέλος του 1995. Αυτά μου τα είπε και η αδελφή Ψ3 πιο μπροστά. Μου έλεγε ότι έρχονταν ο Δεσπότης και παίρνει χρήματα ή έστελνε τον πατέρα Π1 και τα έπαιρνε. Τον Π1 εγώ τον έχω δει τρεις φορές απογεύματα, ανέβαινε τις σκάλες και συναντούσε την γερόντισσα...Η Η1 όταν μου είπε ότι ήταν στενοχωρημένη, μου είπε ότι φοβάται μήπως ο Δεσπότης την στείλει εξορία, μήπως την αποσχηματίσει και δεν προχωρήσει στην Αγιοκατάταξη του οσίου Εφραίμ... Η γερόντισσα αν τα έδινε από ευχαρίστηση της, δεν θα στεναχωριόταν και όπως μου έλεγε τα έδινε κατόπιν πιέσεως του Μητροπολίτη για τις ανάγκες και τις φιλανθρωπίες της Μητρόπολης... Ένα απόγευμα, την άνοιξη του 1996 πλησίαζε να κλείσει το μοναστήρι, ήμουν στο κελί της γερόντισσας, αυτή κάθονταν μπροστά σε ένα μικρό γραφειάκι. Μπροστά στο γραφείο είχε τρεις φακέλους, οι δύο κλειστοί και ο ένας ανοικτός. Είδα ότι μέσα είχε χρήματα, της είπα ότι ο ένας φάκελος ήταν ανοικτός και να προσέχει. Μου είπε ότι περίμενε την αδελφή να φέρει 50.000 δρχ., υποθέτω από την έκθεση, για να κλείσει τον φάκελο. Μου είπε ότι αυτά είναι χρήματα που θα έπαιρνε ο Σεβασμιότατος. Προθυμοποιήθηκα να της δώσω το ποσό, δέχθηκε και έτσι έκλεισε και ο άλλος φάκελος. Κάποια στιγμή ανέβηκε η Ν1 και είπε ότι έρχονταν ο Δεσπότης... Επάνω και οι τρεις φάκελοι έγραφαν τον αριθμό πεντακόσια. Μετά μου έκανε νεύμα η γερόντισσα και πήγα σε ένα εκκλησάκι που ήταν δίπλα από το κελί της γερόντισσας. Έκλεισα την πόρτα και είδα το Δεσπότη μέσα από το τζάμι της πόρτας να έρχεται. Ο Δεσπότης δεν μπορούσε να με δει γιατί πίσω από το τζάμι είχε χειροποίητη κουρτίνα. Η γερόντισσα σηκώθηκε πήρε την ευχή του και είδα τον Δεσπότη να παίρνει τους τρεις φακέλους, να ευχαριστεί την γερόντισσα και να τους βάζει μέσα στο ράσο του. Ήταν πολύ σύντομη η επίσκεψη του, λέγοντας, "και εσείς κουρασμένη είστε και εγώ έχω δουλειά"...Μία φορά που ήμουν στην έκθεση με την αδελφή Ψ3, μεταξύ 1996 με 1997, ήρθε η αδελφή Ψ2 και της ζήτησε με άγχος 100.000 δραχμές, προκειμένου να συμπληρώσει η γερόντισσα το ποσό και να δώσει 500.000 δραχμές στον Δεσπότη. Μία άλλη περίπτωση που θυμάμαι ήταν σε γιορτή του Αγίου όπου συνήθιζε η γερόντισσα να κατεβαίνει στο Ιερό και να περιμένει το Δεσπότη. Λόγω του ότι είχε πολύ κόσμο της ζήτησα την άδεια να την συνοδεύσω να περάσει μέσα από τον κόσμο και να πάει στην εκκλησία. Ήμασταν στο κελί της όταν μου έδωσε μία τσάντα πλαστική και μου είπε να προσέχω γιατί μέσα ήταν τα χρήματα που θα έδινε στον Δεσπότη. Η τσάντα ήταν ανοικτή, μέσα είδα τρεις δεσμίδες που τις συγκρατούσε ένα λάστιχο... Κατεβήκαμε κάτω, πήγαμε στο Ιερό και της έδωσα την τσάντα που μέσα είχε 1.500.000 δραχμές και κάθισε στην καρέκλα. Η ίδια μου είπε ότι η τσάντα είχε μέσα 1.500.000 δραχμές, την ώρα που βρισκόμασταν στο κελί της. Μου είπε όταν τελειώσει ο Εσπερινός να πήγαινα να την πάρω. Πήγα εγώ λίγο πριν τελειώσει ο Εσπερινός, ήμουν έξω από την πόρτα, είδα τον Δεσπότη να κάθεται μπροστά από την γερόντισσα και να δίνει η γερόντισσα την τσάντα στον Δεσπότη. Μετά από λίγο ήρθε έξω η γερόντισσα και με πόνο ψυχής μου είπε "Ευτυχώς που δεν θα έρθει και αύριο γιατί δεν έχω να του δώσω άλλα χρήματα"... Όταν τα έδινε η γερόντισσα δυσανασχετούσε. Μου έλεγε ότι ο Δεσπότης της ζητούσε χρήματα και ότι δεν της έδινε αποδείξεις. Η Ψ3 συνέχεια διαμαρτύρονταν, επί μονίμου βάσεως, για τα χρήματα που παίρνει ο Δεσπότης, χωρίς να δίνει αποδείξεις...". 5) Της μοναχής Ν1 (.....), η οποία κατέθεσε ότι: "Είμαι στη μονή από το 1984 ως δόκιμη μοναχή...Το φθινόπωρο του 1994 ήρθε ο Μητροπολίτης στη μονή με τον Π1. Τους υποδέχθηκε η γερόντισσα και τους πήγε στο Ηγουμενείο. Κάλεσε όλες τις μοναχές και το πρώτο που είπε ο Δεσπότης είναι ότι δεν έχει που την κεφαλή κλίναι και είπε ότι ο Τ1 δεν άφησε χρήματα στο ταμείο της Μητρόπολης ...Το 1994 δεν είχα δει τον Δεσπότη να παίρνει χρήματα. Μου έκανε εντύπωση προς το τέλος του 1994 που έρχονταν η Ψ3 και ήταν νευριασμένη με τον Μητροπολίτη και έλεγε, "πάλι ήρθε για χρήματα;" Συνήθως οι Μητροπολίτες δεν κάνουν τόσες επισκέψεις ... Το 1995 έρχονταν ο Π1 κάθε Κυριακή απόγευμα, έκανε εσπερινό, μετά ανέβαινε επάνω στο κελί στην γερόντισσα και έπαιρνε χρήματα. Αυτά μου τα είπε η γερόντισσα και οι αδελφές. Έχω και γω ιδία αντίληψη, γιατί προτού έρθει ο Π1 πάντα εμείς πηγαίναμε και διπλώναμε χρήματα για να τα πάρει. Τα διπλώναμε σε λευκό χαρτί, πάντα βάζαμε 500.000 δραχμές στο πακέτο. Εγώ δεν είδα να δίνει χρήματα η γερόντισσα στον Π1 Απλά μία φορά άκουσα από το τηλέφωνο ότι ζήτησε από την γερόντισσα 5.000.000 δραχμές. Η γερόντισσα του είπε "δεν έχω που να τα βρω" και αυτός συνέχισε να επιμένει. Αυτό ίσως έγινε το φθινόπωρο του 1995. Μετά η γερόντισσα μου είπε να φωνάξω τις αδελφές για να μαζέψουμε τα χρήματα. Μετά ήρθε ο Π1 αυθημερόν και τα πήρε. Τα χρήματα τα έφεραν η Ψ2, η Ψ1, ενώ η Ψ3 έφερε ότι είχε από την έκθεση .Τα πιο πολλά χρήματα τα τύλιγα εγώ, ενώ το κάθε πακέτο συνήθως έγραφε επάνω 500.000 δραχμές. Η γερόντισσα έδινε χρήματα γιατί της είχαν πει ότι είχε ανάγκη η Μητρόπολη. Είχε πει στον Π1 να δίνει αποδείξεις, αλλά αυτός απαντούσε ότι δεν θέλει ο Δεσπότης. Προτού έρθει ο Π1 πάντα τηλεφωνούσε ο Μητροπολίτης. Η γερόντισσα ήταν πεπεισμένη ότι τα έδινε για τις ανάγκες της Μητρόπολης και τα ιδρύματα. Κάποια στιγμή ήλπιζε η γερόντισσα ότι αυτό θα σταματούσε. Ο Π1 μέσα στο 1995 πρέπει να πήρε τουλάχιστον 20.000.000 δραχμές, συν τα 5.000.000 δρχ, που ζήτησε μαζεμένα. Ο Χ1 στην αρχή δεν είχε αντίρρηση για την Αγιοκατάταξη. Όταν σταμάτησε να παίρνει χρήματα παρακώλυσε την Αγιοκατάταξη στο Πατριαρχείο...Το 1996 έρχονταν μόνος του ο Μητροπολίτης, έρχονταν στο μεγάλο απόδειπνο, στο μεγάλο ευχέλαιο και σε άλλες γιορτές. Έρχονταν τις καθημερινές, μία φορά την εβδομάδα το απόγευμα και έπαιρνε από την γερόντισσα 500.000 έως 1.500.000 δρχ. Ήμουν παρούσα όταν τα έπαιρνε, εμένα με εμπιστεύονταν. Συνήθως προηγούνταν τηλεφώνημα, έρχονταν πριν κλείσει το Μοναστήρι, τον ανεβάζαμε επάνω. Όταν έρχονταν ο Δεσπότης πήγαινε η Ψ3 για να πάρει την ευχή του και αυτός της έλεγε, "τα λεφτά, τα λεφτά". Αυτό μετά το σχολίαζε η Ψ3. Εγώ το 1996 ήμουν δέκα φορές παρούσα που πήρε χρήματα ο Μητροπολίτης. Εγώ είχα δει να παίρνει 1.500.000 δραχμές όλες αυτές τις φορές και τα έβαζε μέσα από το ράσο... Το 1997 κύλησε όπως και το 1997. Τα συνήθη πακέτα που κάναμε ήταν των 500.000 δρχ. Η γερόντισσα δεν τολμούσε να του μιλήσει και να του πεί που πηγαίνουν αυτά τα χρήματα... Το 1996 και 1997 έρχονταν με ένα σωφέρ τον ....., ενώ καμιά φορά οδηγούσε και μόνος του, ενώ έρχονταν και με άλλα δικά του άτομα... Η γερόντισσα πιεζόταν από τον Δεσπότη να του δώσει τη μονή για να την διαχειρίζεται ο ίδιος, γιατί αυτή ήταν μεγάλη. Το έλεγε και σε άλλους ότι θα το έκανε προσκύνημα. Νομική δυνατότητα είχε για να το κάνει αυτό. Αυτό είχε γίνει στη μονή Κλειστών όταν μπήκε ο Χ1 στην Μητρόπολη Αττικής...Τότε είχε παντοδυναμία στη Σύνοδο, θα έδιωχνε τις μοναχές, θα τις εξόριζε. Επίσης έλεγε στην γερόντισσα να περιοριστούν στα κελιά για να ξεκουραστούν και τα άλλα να τα αφήσουν σ' αυτόν. Η γερόντισσα δεν το ήθελε, μετά προσπάθησε να διώξει την Ψ3. Το 1997 η γερόντισσα παρακάλεσε τον Ε1, επίσκοπο της Καρδίτσας να έρθει να μας εξομολογήσει. Αυτά τα είπε στον Ε1 και μας είπε ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να του δίνουμε χρήματα και αν του δίνουμε να ζητάμε αποδείξεις. Εμείς για να καλύψουμε τον προϋπολογισμό του 1997, δώσαμε 1.700.000 δραχμές με αποδείξεις για τις ανάγκες της Μητρόπολης. Ο Δεσπότης της είπε ότι αυτά είναι άλλα....Από το 1997 απροκάλυπτα ο Δεσπότης έλεγε στην γερόντισσα ότι θα κάνει το μονή προσκύνημα...Η γερόντισσα είπε να κλείσουμε τα παγκάρια μήπως μας άφηνε ήσυχους, γιατί εμείς δεν είχαμε να κρύψουμε κάτι. Τότε ήρθε ο Σ1 και ο Σ6 και έκλεισαν τα παγκάρια. Για τελευταία φορά ο Δεσπότης πήρε χρήματα στις 2 Ιανουαρίου 1998. Μετά ζήταγε αλλά η γερόντισσα δεν του έδινε, γιατί είχε την δικαιολογία ότι έκλεισαν τα παγκάρια και δεν μπορούσε να του δίνει χρήματα... Μετά είπε η γερόντισσα να βάλουμε τα κεριά δωρεάν, κλείσαμε και τις τρύπες και αντέδρασε ο Μητροπολίτης. Μετά ήρθε ο Σ1 και ο Σ4 [ιερέας της μονής ο πρώτος και ιερέας της Μητρόπολης Αττικής ο δεύτερος] μαζί με δύο αστυνομικούς. Ο Σ4 έβγαλε ένα σκαρπέλο και άρχισε να κτυπάει τις τρύπες των παγκαριών για να ανοίξουν, για να πέφτει μέσα χρήμα. Εγώ έβαλα επάνω το χέρι μου και τότε σταμάτησε. Μας είπε ότι είχε εντολή από το Δεσπότη και ότι τα χρήματα τα ήθελε ο Δεσπότης και η Μητρόπολη...". 6) Του Κ2 (συχνού προσκυνητή και ιατρού της ηγουμένης Η1), ο οποίος κατέθεσε ότι: " Από το τέλος του 1996 πηγαίνω στην μονή, γνωρίσθηκα με την Η1 ... Τρεις με τέσσαρες φορές το μήνα πήγαινα και την εξέταζα. Από το τέλος του 1997 την έβλεπα στενοχωρημένη και της είπα τι έχει. Αυτό μου το έλεγε και η αδελφή Ψ3 το 1998 ότι η γερόντισσα είναι στενοχωρημένη γιατί ήρθε ο Δεσπότης. Στην αρχή η Ψ3 ήταν εναντίον του Δεσπότη, αλλά μετά άλλαξε. Η γερόντισσα μέσα στο 1998, σε σχετική ερώτηση μου, μου είπε ότι ο Δεσπότης της ζητάει συχνά χρήματα, συχνά και πολλά, χωρίς αποδείξεις και δεν ξέρω τι να κάνω... Αυτά μου τα είπε μέσα στο κελί της όταν την εξέταζα. Κάποια στιγμή όταν βγήκα έξω είπα της Ψ3 τι εννοούσε όταν έλεγε ότι ήρθε ο Δεσπότης. Τότε μου είπε ότι πήρε πολλά χρήματα, γύρω στα 95.000.000 δραχμές. Όταν το είπα στην ηγουμένη, μου είπε ότι όλα αυτά που λέει η Ψ3 ήταν σωστά... Μέχρι το τέλος της ζωής της η γερόντισσα είχε πλήρη διαύγεια....". 7) Του ...... (προσκυνητή της μονής), ο οποίος κατέθεσε ότι: "Γνωρίζω τη μονή από το 1954... μου είπε η γερόντισσα ότι έδινε χρήματα για τις ανάγκες της Μητρόπολης. ..πέταγαν κουβέντες, η γερόντισσα και κυρίως η Ψ3, ότι παίρνει χρήματα... Μου είπε η Ψ3 ότι πηγαίνει ο Δεσπότης μία φορά κάθε εβδομάδα και παίρνει 500.000 δραχμές. Εγώ δεν είχα δει τον Δεσπότη να παίρνει χρήματα...Ο Δεσπότης με τις μοναχές αλληλοκατηγορούντο, έλεγε την Ψ3 "εισπραξία" και η Ψ3 τον έλεγε δαιμονισμένο. Ακόμη ήθελε να διώξει τις αδελφές και να κάνει τη μονή προσκύνημα..." και 8) Του Κ1 (προσκυνητή της μονής), ο οποίος κατέθεσε ότι: "... είμαι δημοσιογράφος και ένας εκ των προσκυνητών. Επισκέπτομαι τη μονή οικογενειακώς για πάνω από δέκα πέντε χρόνια...Στις αφηγήσεις της η γερόντισσα μου έλεγε ότι ο Δεσπότης της ζήταγε συχνά χρήματα για την Μητρόπολη και αυτή τα έδινε... Περί το τέλος του 1998 μου είπε η γερόντισσα ότι ο Δεσπότης πήρε γύρω στα 100.000.000 δραχμές. Δεν είδα τον Δεσπότη να παίρνει χρήματα, απλά αυτά μου τα έλεγε η γερόντισσα. Ήταν η γερόντισσα μια φωτισμένη προσωπικότητα... είχε υψηλό μοναχικό φρόνημα γι' αυτό έκανε υπακοή... Το μοναστήρι είχε πει στον Δεσπότη ότι θα του έδινε χρήματα με αποδείξεις. Κάποια στιγμή μεσολάβησε ο Μητροπολίτης Ξάνθης και έκανε τη πρόταση να δίνονται 15.000.000 δραχμές στην Μητρόπολη με απόδειξη, αλλά ο Δεσπότης απ' ότι πληροφορήθηκα από τις μοναχές, δεν ήθελε να δίνει αποδείξεις. Όταν έμπαινα στο μοναστήρι για να πάω να προσκυνήσω στον Άγιο, μου έλεγε η Ψ3, "τι θα γίνει κύριε ...., πως θα απαλλαγούμε από αυτόν". Η στάση της άλλαξε όταν την έκανε ηγουμένη ο Δεσπότης... Όλες οι μοναχές το έλεγαν ότι ο Δεσπότης έπαιρνε χρήματα ... Η γερόντισσα είχε άριστη πνευματική διαύγεια μέχρι την ώρα που πέθανε...". Οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων δεν αντικρούονται βάσιμα από τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν ζητούσε ούτε ελάμβανε χρήματα από τη μονή του οσίου Εφραίμ, κυρίως γιατί δεν έχουν ιδία αντίληψη για το γεγονός αυτό, πλην της μοναχής Ψ3. Η μοναχή Ψ3 όμως είναι αναξιόπιστη μάρτυρας, καθόσον ενώ αρχικά πρωτοστατούσε στις επικρίσεις κατά του κατηγορουμένου με συγκεκριμένες ενέργειες και με κοινολόγηση των κατ' αυτού κατηγοριών για αφαίμαξη των οικονομικών της μονής του οσίου Εφραίμ, μόλις ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε διαγνώσει τις φιλοδοξίες της, τον Σεπτέμβριο του 1999, τη διόρισε παρανόμως ηγουμένη της μονής, "μετέγνωσε", άλλαξε στάση και από σφοδρός πολέμιος του κατηγορουμένου έγινε θερμός υποστηρικτής του, με την κάλυψη δε του τελευταίου αυθαιρετούσε, ισχυριζόμενη ότι είναι αυτή η ηγουμένη, [αν και η 637/1/9/1999 πράξη του κατηγορουμένου, ως Μητροπολίτη Αττικής με την οποία διορίσθηκε ηγουμένη της ως άνω μονής ακυρώθηκε με την 1952/2000 απόφαση του ΣτΕ] καταλαμβάνοντας χώρο της μονής, διαχειριζόμενη παράνομα, με τη βοήθεια του μάρτυρα Σ2 (μαρμαρογλύπτη το επάγγελμα και όψιμου υποστηρικτή του κατηγορουμένου) και των δύο αδελφών της τα οικονομικά της έκθεσης της μονής, αποκομμένη από τη λοιπή μοναχική αδελφότητα της ως άνω μονής, απαιτήθηκε δε η έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (περί νομής) για την απομάκρυνση τους από τη μονή του οσίου Εφραίμ [με την 3741/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η Ψ3 και οι αδελφές της .... και ...... και με την 1625/2000 το ζεύγος Σ2 (στη μοναχή Ψ3 απαγορεύθηκε η διατάραξη της νομής της μονής και στους λοιπούς απαγορεύθηκε να παραμένουν εντός της μονής)]. Συγκεκριμένα, εκτός από τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν ότι η μοναχή Ψ3 πρωτοστατούσε στις κατά του κατηγορουμένου διαμαρτυρίες για το γεγονός ότι ο τελευταίος ζητούσε και ελάμβανε από την ηγουμένη Η1 διάφορα χρηματικά ποσά και η ίδια με έγγραφα που συνυπέγραφε ανέφερε ρητά ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε και ελάμβανε από τη μονή μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως, 1) στο με αριθμ. πρωτ. 66/1/10/1998 έγγραφο το ποίο απευθύνεται προς την Ιερά Σύνοδο, το οποίο υπογράφουν η ηγουμένη Η1 και τα μέλη του ηγουμενοσυμβουλίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η μοναχή Ψ3 (και οι μοναχές Ψ1, Ψ2) που αναφέρεται, εκτός των άλλων ότι, "...Ο Σεβασμιότατος, από της μεταθέσεώς του εις Αττικήν εζήτει και ελάμβανε παρά της Ηγουμένης διάφορα χρηματικά ποσά, χρησιμοποιήσας κατ' αρχάς προς τούτο τον ιερέα Π1, ο οποίος παρέλαβεν κατά καιρούς από την γερόντισσα χωρίς αποδείξεις δια λογαριασμό του Μητροπολίτη πολλά εκατομμύρια δραχμές καθώς και την κατά καιρούς αλληλογραφίαν του μοναστηριού και το περιεχόμενον στις επιστολές συνάλλαγμα ευλαβών χριστιανών της αλλοδαπής ...Αργότερα ο ίδιος ο Μητροπολίτης παρελάμβανε από το μοναστήρι τα ποσά, τα οποία ανέρχονται σε δεκάδες εκατομμύρια, χωρίς αποδείξεις και πάλι... οσάκις ο Σεβασμιότατος προσήρχετο εις εσπερινόν ή άλλην ακολουθίαν, ελάμβανε δε κάθε φοράν υπερβολικά ποσά πολλών χιλιάδων δρχ. Το ολιγότερον που ελάμβανε σε απλή επίσκεψη ήτο το ποσό των 500.000 δρχ...Μετά την τοποθέτησιν των κλείθρων ο Σεβασμιότατος ηρνήθη να μας εγκρίνει οιοδήποτε έργον, συγκεντρώνων τα χρήματα στην Τράπεζα και αποβλέπων εις το να διορίσει, καθ' υπόδειξιν του κ. Μ1 επιτροπήν διαχειρίσεως τούτων, ώστε πάντα ταύτα να περιέλθουν εις την διαχείρισην της Μητροπόλεως ή ανθρώπων της εκλογής του. Ας σημειωθεί ότι μετά το κλείδωμα των παγκαριών ούτε καμμίαν διακήρυξην δημοπρασίας έργων μας ενέκρινεν, ούτε τον Κανονισμόν λειτουργίας της Ιεράς Μονής ενέκρινεν..." και 2) στο από 10/-11/1998 σημείωμα προς τον 15° πταισματοδίκη Αθηνών, ο οποίος διενεργούσε προκαταρκτική εξέταση κατά των μοναχών, μετά από μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου, το οποίο συνυπογράφουν οι μοναχές Ψ2, Ψ3, Ψ1 και η δόκιμη μοναχή Ν1 και στο οποίο εκτός των άλλων αναφέρεται ότι, "... Ο νυν Μητροπολίτης Αττικής ... άμα τη εγκαταστάσει του επιδιώκει να κατάλυση την αυτονομίαν και αυτοδιαχείρισιν της Ιεράς Μονής και να την μεταβάλη εις προσκύνημα, ελεγχόμενον υπ' αυτού, και δια διαφόρων τρόπων έχει λάβει από την Γερόντισσαν Ηγουμένην Η1 πολλά εκατομμύρια δραχμές, άνευ αποδείξεων... Δια να πιέση την Ιεράν Μονήν και να εξασφάλιση τον έλεγχον των εσόδων αυτής, παρά τους νόμους και τους κανόνες, απέστειλεν προς έλεγχον τον συνταξιούχον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου Μ1, υπάλληλον της Μητροπόλεως του, ίνα ενεργήση έλεγχον.". Όσα, λοιπόν, κατέθεσε η μοναχή Ψ3, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι όλες οι μοναχές ήθελαν να φύγει από το μοναστήρι ο κατηγορούμενος γιατί τους το έλεγαν οι κοσμικοί, τα ονόματα των οποίων δεν θέλει να αποκαλύψει γιατί φοβάται ότι θα της κάνουν δικαστήρια, ότι υπέγραψε κάποια χαρτιά που ανέφεραν ότι έπαιρνε χρήματα ο Μητροπολίτης γιατί ήθελε να φύγει από το μοναστήρι ο κατηγορούμενος, ότι εν γνώσει της είπε ψέματα - πως ο κατηγορούμενος ζητούσε και έπαιρνε χρήματα από τη μονή - για να τον διώξουν, ότι η ηγουμένη Η1 έδινε δύο φορές την εβδομάδα στον Ζ1 το λιγότερο 500.000 δρχ. κάθε φορά (το τελευταίο το κατέθεσε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και όταν ρωτήθηκε σχετικώς απάντησε ότι το γεγονός αυτό δεν το είπε γιατί δεν ήθελε να το πει) και ότι "το 1998 η γερόντισσα κάπου-κάπου είχε διαλείψεις ..." είναι αναξιόπιστα. Και μόνο το γεγονός ότι αν και φέρει το μοναχικό σχήμα με μεγάλη ευκολία μεταπηδά από την αλήθεια στο ψέμα, δηλώνοντας χωρίς ενδοιασμό ότι αρχικά (από το 1995 μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 1999) έλεγε ψέματα γιατί της το υποδείκνυαν οι κοσμικοί και τώρα (μετά τον παράνομο και αυθαίρετο διορισμό της από τον κατηγορούμενο ως ηγουμένης της μονής) καταθέτει την αλήθεια, την καθιστά, πέρα από τις αντιφάσεις και τις ανακρίβειες των όσων έχει καταθέσει, αναξιόπιστη μάρτυρα. Στην προσπάθεια της δε να γίνει όψιμη υπέρμαχος των θέσεων του κατηγορουμένου δεν διστάζει να αφήσει αιχμές κατά της αποβιώσασας ηγουμένης Η1 τόσο για αδιαφανή διαχείριση των οικονομικών της μονής, αναφέροντας ότι η τελευταία της είχε πει να μη καταμετρά τις εισπράξεις της έκθεσης της μονής στην οποία ήταν υπεύθυνη πριν από την παράδοση της σ' εκείνη (Η1 ) κι' έτσι δεν γνώριζε τι χρήματα της έδινε, ότι η γερόντισσα φύλαγε ή ίδια τα χρήματα της μονής και τα έδινε στον ως άνω Ζ1 και σε άλλους κοσμικούς, όσο και για την πνευματική της υγεία. Ως προς το τελευταίο πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το μάρτυρα Κ2 (θεράποντα ιατρό της Η1 όσο αυτή βρίσκονταν στη μονή), ο οποίος κατέθεσε ότι η γερόντισσα Η1 είχε πλήρη διαύγεια και στο από 5/7/1999 ιατρικό σημείωμα του "Ιατρικού Αθηνών" ο θεράπων ιατρός της στο ως άνω νοσοκομείο ..... αναφέρει για την ηγουμένη Η1"...ότι μέχρι την τελευτή της είχε σώας τας φρένας". Στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί οψίμως τις θέσεις του κατηγορουμένου, (αυτοβούλως ή καθ' υπόδειξη) η μοναχή Ψ3, δεν διστάζει να συκοφαντεί άτομα τα οποία ουδένα λόγο είχαν να ταχθούν, με τη μία ή την άλλη πλευρά και τα οποία απλώς εκτέλεσαν τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί νομίμως, όπως την Ο1(έχει αποβιώσει), Οικονομική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία διενήργησε διαχειριστικό και οικονομικό έλεγχο στην μονή του οσίου Εφραίμ, κατόπιν της 1032226/856/535-Α/7/4/1999 εντολής της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Δ.Δ.Ν.Π. και ΔΕΚΟ Τμήμα Δ.Δ. και Ν.Π.Δ.Δ. Με την από 30/5/2002 δήλωση της, το γνήσιο της υπογραφής της οποίας θεωρήθηκε από το AT ...., δηλώνει ότι: "..δηλώνω ότι η διενεργούσα τον διαχειριστικό έλεγχο στη Μονή, ύστερα από αναφορά του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Αττικής κ. Χ1 προς την Εισαγγελίαν Αθηνών, Οικονομική Επιθεωρητής κ. Ο1, όταν με εκάλεσε για να λάβη από εμένα κατάθεση σχετικά με την οικονομική διαχείριση της Μονής άσκησε σε μένα ψυχολογική βία, άλλοτε με ύφος απειλητικό και άλλοτε για να δώσω σ' αυτήν πληροφορίες εναντίον του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Αττικής κ.. Χ1 τις οποίες η ίδια μου υπηγόρευε και οι οποίες δεν ήταν αληθείς. Στην άρνηση μου για λόγους συνειδησιακούς να υπακούσω στην επιθυμία της έδειχνε οργή και αγανάκτηση. Επίσης δηλώνω ότι όσα είπα στην πρώτη κατάθεση μου στην Ο1 τα κατέθεσα κάτω από συναισθηματική φόρτιση, στηριζόμενη σε πληροφορίες που κατόπιν διαπίστωσα ότι ήταν ψευδείς και συκοφαντικές και ακόμη κάτω από πιέσεις και απειλές προσώπων της Μονής που έφθασαν ακόμη και να απειλήσουν την ζωή μου. Επίσης δηλώνω ότι η κ. Ο1 σε όλη την διάρκεια του ελέγχου διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πρόσωπα της Μονής και μάλιστα έφθασε στο σημείο κατά τις ημέρες της πανηγύρεως της Μονής την 6ην και 7ην Μαΐου 2002 να εμφανισθή στην έκθεση της Μονής και να πουλάει στους προσκυνητές μαζί με άλλες μοναχές και κοσμικές διάφορα βιβλία, εικόνες, θρησκευτικά αντικείμενα και άλλα αναμνηστικά...". Από το ύφος και το όλο περιεχόμενο της ως άνω δήλωσης προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου προκειμένου να αμαυρωθεί η εικόνα της ήδη αποβιώσασας οικονομικής επιθεωρήτριας Ο1 και κατ' επέκταση να μειωθεί η αξιοπιστία της και το περιεχόμενο της έκθεσης της, η οποία, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δεν είναι ευνοϊκή για τις θέσεις του κατηγορουμένου. Για την ακεραιότητα και την εντιμότητα της Ο1 κατέθεσε ο μάρτυρας Λ1, υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος ανέφερε ότι, "... Η Ο1 ήταν εισηγήτρια σε ένα σεμινάριο που έκανα. Είχα μάθει και είχα δει ένα άτομο σκληρό, αλλά έντιμο και ακέραιο. Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων της". Αναξιόπιστοι, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου είναι και οι μάρτυρες Σ2, Σ3, Σ4, Σ5, Σ6, Σ1, καθόσον, αφενός μεν γιατί δεν έχουν ιδία γνώση και αντίληψη για το αν ο κατηγορούμενος ζητούσε και ελάμβανε από τη μονή του οσίου Εφραίμ χρήματα, αφετέρου δε γιατί, πλην του Σ2 ανήκουν στον κύκλο των προσώπων που συνεργάζονταν με τον κατηγορούμενο, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, 1) ο Σ2, μαρμαρογλύπτης το επάγγελμα, ο οποίος ανέλαβε και εκτέλεσε κάποιες εργασίες στη μονή του οσίου Εφραίμ, είναι αναξιόπιστος, καθόσον η συμπεριφορά που επέδειξε έναντι του κατηγορουμένου ήταν παρόμοια με αυτή της μοναχής Ψ3 και ενώ αρχικά συνέπλεε με όλες τις μοναχές, γεγονός που είχε περιέλθει σε γνώση του κατηγορουμένου, ο οποίος τον χαρακτήριζε "παράσιτο", στη συνέχεια (μετά το διορισμό της Ψ3 ως ηγουμένης) έγινε ένθερμος υποστηρικτής του. Μάλιστα ο ανωτέρω μάρτυρας είχε υποβάλει μήνυση κατά του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, ακολούθως όμως, όπως κατέθεσε ο ίδιος, του ζήτησε συγγνώμη ο κατηγορούμενος και εκείνος με τη σειρά του έκρινε ότι πρέπει να ανακαλέσει τη μήνυση και να ζητήσει και ο ίδιος συγγνώμη από τον κατηγορούμενο [με την από 1/11/1999 επιστολή του ο ως άνω μάρτυρας ανέφερε τα εξής: " Σεβασμιώτατε Δια της παρούσης θέλω να σας πληροφορήσω ότι εκ πλάνης και παρασυρθείς από άλλα πρόσωπα κατέθεσα αγωγή εναντίον σας, για την οποία εκφράζω την λύπη μου, ζητώ συγγνώμη και την ανακαλώ".] Ο εν λόγω μάρτυρας κατά τη διάρκεια της παράνομης θητείας της μοναχής Ψ3 ως ηγουμένης της μονής, με τις "ευλογίες" του κατηγορουμένου είχε εγκατασταθεί στη μονή (με τη σύζυγο του) και από μαρμαρογλύπτης έγινε "λογιστής" της παράνομης διαχείρισης της μοναχής Ψ3, έχοντας μάλιστα στην κατοχή του τα βιβλία και στοιχεία της παραδιαχείρισης, τα οποία και δεν είχε αποδώσει στη νομίμως εκλεγμένη ηγουμένη Ψ1 ακόμη και μετά την έκδοση της ως άνω 1625/31/5/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύθηκε η είσοδος και παραμονή του εν λόγω μάρτυρα στη μονή του οσίου Εφραίμ. Το ότι ο κατηγορούμενος ενέκρινε την παραμονή του ως άνω μάρτυρα στη μονή του οσίου Εφραίμ προκύπτει και από το με αριθμ. πρωτ. 395/21/3/2000 έγγραφο το οποίο απέστειλε (ο κατηγορούμενος) προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με αφορμή τη συζήτηση των αιτήσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά της μοναχής Ψ3, των αδελφών της και κατά του ζεύγους Σ2 (για τις οποίες εκδόθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις) και στο οποίο αναφέρει "Εξ αφορμής αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Νέας Μάκρης γνωρίζομεν υμίν ότι αι αιτούσαι μοναχαί δεν εκπροσωπούν νομίμως την Ιεράν Μονήν και δεν αναγνωρίζονται υφ' ημών υπό την ιδιότητα ταύτην. Επίσης γνωρίζομεν υμίν ότι ο κ. Σ2 και η σύζυγος του ...., με βούλησιν της Ηγουμένης της Ιεράς Μονής και έγκρισιν ημών προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις την Μονήν και θεωρούμεν απαραίτητον την παρουσίαν των άχρι καιρού δια την εύρρυθμον λειτουργίαν της Μονής". Όσα, λοιπόν, καταθέτει ο ανωτέρω, ότι "Δεν είχα δει το Μητροπολίτη να πηγαίνει στο κελί της ηγουμένης. Από την ώρα που έρχονταν ο Δεσπότης μέχρι την ώρα που έφευγε βρισκόμασταν μαζί... Μέσα στη μονή υπήρχε κακοδιαχείριση από τις μοναχές από το διάστημα 1999 και πέρα ..." κρίνονται αναξιόπιστα και αντίκεινται στην κοινή λογική, αφού δεν είναι δυνατόν κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τον αποκαλούσε "παράσιτο", όπως ο ίδιος ο μάρτυρας καταθέτει (από το 1995 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1999) να του επιτρέπει ταυτόχρονα να βρίσκεται μαζί του, ("από την ώρα που έρχονταν μέχρι την ώρα που έφευγε" από τη μονή) κατά τις επισκέψεις του στη μονή του οσίου Εφραίμ. Αλλά και η ιδιότητα του ως μαρμαρογλύπτη, που είχε εκτελέσει κάποιες εργασίες στη μονή δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέπει να βρίσκεται συνεχώς με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο, τότε, δεν διατηρούσε καλές σχέσεις. Επιπλέον η προαναφερθείσα επαγγελματική του ιδιότητα και σχέση του με τη μονή δεν του επέτρεπε να έχει γνώση αν υπήρχε ή όχι κακοδιαχείριση στη μονή από το έτος 1999 κι' εντεύθεν από τις μοναχές (ενν. τις λοιπές πλην της Ψ3). 2) ο Σ3 ήταν δικηγόρος του κατηγορουμένου και νομικός σύμβουλος της Μητρόπολης Αττικής και της Εκκλησίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ζητούσε και ελάμβανε χρήματα από τη μονή του οσίου Εφραίμ. Οσα καταθέτει ότι, "... είναι βέβαιος ότι ο Μητροπολίτης δεν πήρε χρήματα χωρίς απόδειξη ...Αν έπαιρνε χρήματα χωρίς απόδειξη θα το γνώριζα και θα το έλεγα. Γνωρίζοντας το συγκεκριμένο άτομο το αποκλείω.. Αυτά που λένε οι μοναχές είναι ψέματα...", δεν στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά αλλά υποκειμενικές κρίσεις και εκτιμήσεις του εν λόγω μάρτυρα για τον κατηγορούμενο και δεν κρίνονται αξιόπιστα, αφού ο μάρτυρας αυτός δεν συνόδευε τον κατηγορούμενο, κατά τις μεταβάσεις του στη μονή και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει τι συνέβαινε εκεί. Πως και γιατί θα γνώριζε αν ο κατηγορούμενος ελάμβανε χρήματα χωρίς αποδείξεις από τη μονή; Θα κοινολογούσε (ο κατηγορούμενος) την παρανομία στο νομικό σύμβουλο της Μητρόπολης Αττικής και της Εκκλησίας; Εξάλλου ο κατηγορηματικός τρόπος που αναφέρεται στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ("... γνωρίζοντας το συγκεκριμένο άτομο το αποκλείω..." (ενν. να ελάμβανε χρήματα από τη μονή χωρίς αποδείξεις) δεν αρκεί, αφού δεν αναφέρει (ο εν λόγω μάρτυρας) συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν θα ζητούσε και δεν θα ελάμβανε χρήματα από τη μονή του οσίου Εφραίμ χωρίς αποδείξεις. Το μόνο γεγονός που καταθέτει ο παραπάνω μάρτυρας είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει οικονομίες σε μετρητά 1.000.000.000 δραχμές για τα γηρατειά του (όπως πληροφορήθηκε από δημοσιεύματα), το οποίο δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος και για την απόκτηση των οποίων ουδέν γνωρίζει (π.χ. αν αποκτήθηκαν από εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, από μισθούς, τυχηρά κ.ά. και αν για τα χρήματα αυτά έχει νόμιμα παραστατικά), το οποίο σημαίνει, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ελάμβανε χρήματα χωρίς αποδείξεις από τη μονή του οσίου Εφραίμ και ότι ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωνε τον ως άνω μάρτυρα για θέματα που αφορούσαν την περιουσία του. Όμως ο παραπάνω μάρτυρας αν και παραδέχεται ότι η ανάμιξη του κατηγορουμένου στα του κλεισίματος των παγκαριών και στα της καταμέτρησης του περιεχομένου αυτών παρουσία εντεταλμένων από αυτόν προσώπων ήταν παράνομη, καταθέτοντας ότι, " ...Δεν επιτρέπεται να πει ο επιχώριος Μητροπολίτης ότι θα έχει εκπρόσωπο στην καταμέτρηση των εσόδων...Το ηγουμενοσυμβούλιο είναι όργανο διοικήσεως και αυτό παίρνει αποφάσεις, απλά ο Δεσπότης συμβουλευτικά παρεμβαίνει... Το πρώτο διάστημα έβαλαν λουκέτο και κλειδιά. Αυτό προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Μονής, είχαν ανεχθεί το μέτρο.." στη συνέχεια "νομιμοποιεί" τις ως άνω ενέργειες του κατηγορουμένου, αναφέροντας ότι (ο κατηγορούμενος) "...είχε υψώσει τη σημαία της διαφάνειας και της νομιμότητας ..." με τον έλεγχο που διέταξε και διενεργήθηκε από τον Μ1, ο οποίος "... βρήκε αταξίες..." και "...Έκανε την πρόταση των διπλών κλειδιών ..." και 3) οι Σ4, Σ5 και Σ1 ήσαν ιερείς της Μητρόπολης Αττικής και στενοί συνεργάτες του κατηγορουμένου κατά το επίμαχο διάστημα ο δε Σ6 ήταν οδηγός του και η μαρτυρία τους δεν κρίνεται αξιόπιστη. Ειδικότερα οι ιερείς Σ4 και Σ1 ήσαν οι δύο ιερείς που παρευρίσκονταν στο άνοιγμα και την καταμέτρηση των χρημάτων των παγκαριών της μονής του οσίου Εφραίμ ως εκπρόσωποι του κατηγορουμένου, ελάμβαναν 10.000 δρχ. ο καθένας κάθε εβδομάδα και όταν οι μοναχές αντέδρασαν στην παράνομη ως άνω ενέργεια του κατηγορουμένου, σφράγισαν τα παγκάρια και διένειμαν δωρεάν το κερί στους προσκυνητές, μετέβησαν, κατ' εντολή του κατηγορουμένου στη μονή (στις 17/7/1998), συνοδεία αστυνομικών, τη συνδρομή των οποίων είχαν ζητήσει, και, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, επιχείρησαν να ανοίξουν με τη βία τα παγκάρια, ο πρώτος μάλιστα απ' αυτούς χρησιμοποίησε "σκαρπέλο" για να τα ανοίξει, πράγμα το οποίο δεν κατάφερε καθόσον η δόκιμη μοναχή Ν1 τοποθέτησε τα χέρια της στα παγκάρια. Οι δύο ως άνω ιερείς αν και γνώριζαν ότι η παρουσία τους στο άνοιγμα και την καταμέτρηση του περιεχομένου των παγκαριών είναι παράνομη εν τούτοις, εμφανίζονταν κάθε εβδομάδα στη μονή, ως εκπρόσωποι του κατηγορουμένου, άνοιγαν τα παγκάρια, προέβαιναν σε καταμέτρηση, παρουσία και 2-3 μοναχών, ελάμβαναν 10.000 δρχ. ο καθένας για κάθε καταμέτρηση, δεν χορηγούσαν αποδείξεις για τα χρήματα που ελάμβαναν και στη συνέχεια, στις 17/7/1998, προέβησαν στις ως άνω απαράδεκτες, για φέροντες το σχήμα του ιερέα, ενέργειες μέσα στη μονή, αλλά και μετά, με τη μαρτυρική τους κατάθεση σε βάρος των μοναχών Ψ1, Ψ2, Ψ3 και της δόκιμης μοναχής Ν1, στο ακροατήριο του αυτόφωρου Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στο οποίο οι ανωτέρω είχαν παραπεμφθεί για απείθεια, πράξη για την οποία αθωώθηκαν με την 108701/2001 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που κατέστη αμετάκλητη. Ο ιερέας Σ5, γνωρίζει από πολλών ετών τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον είχε χειροτονήσει ιερέα στη Ζάκυνθο (όταν ήταν Μητροπολίτης Ζακύνθου) με την έλευση του κατηγορουμένου στη Μητρόπολη Αττικής μετατέθηκε και ο εν λόγω ιερέας στην Μητρόπολη Αττικής, ήταν και εξακολουθεί να είναι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του, γι' αυτό τοποθετήθηκε διευθυντής του ιδιαίτερου γραφείου του κατηγορουμένου, όταν ήταν Μητροπολίτης Αττικής και από το έτος 2002 ήταν και διοικητικός επίτροπος της εν λόγω Μητρόπολης. Η κατάθεση, λοιπόν, του ανωτέρω μάρτυρα, ο οποίος αναφέρει ότι ο "...Μητροπολίτης δεν ζήτησε χρήματα από το μοναστήρι αυτό και ούτε από κανένα άλλο. Από τον έλεγχο που έκανε στενοχωρήθηκαν οι μοναχές, γιατί φοβήθηκαν ότι θα τους βάλει κυρώσεις, γι' αυτό στράφηκαν εναντίον του Μητροπολίτη..." δεν κρίνεται πειστική, όπως, επίσης, δεν κρίνεται πειστική και η κατάθεση του οδηγού του κατηγορουμένου Σ6, ο οποίος αναφερόμενος στις μεταβάσεις του κατηγορουμένου στη μονή του οσίου Εφραίμ κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος μετέβαινε "... πέντε φορές το πολύ το χρόνο..." και ότι "...ποτέ δεν πήγε μόνος, πάντα πηγαίναμε μαζί. Πάντα τον πήγαινα με το αμάξι." Ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, συνομολογεί, ότι έλαβε (η Μητρόπολη Αττικής) το ποσό των 1.500.000 δρχ. δια χειρός Π1 στην αρχή της θητείας του, για την επίπλωση των γραφείων της Μητρόπολης και για τα δικαστικά έξοδα που αφορούσαν την αίτηση ακύρωσης της εκλογής του και το ποσό των 1.700.000 δρχ. το έτος 1997 για τους ποιμαντικούς - ιεραποστολικούς σκοπούς της Μητρόπολης, ενώ αρνείται ότι έλαβε από τη μονή του οσίου Εφραίμ οποιαδήποτε άλλο χρηματικό ποσό, κατά την περίοδο 1995-1998 για οποιαδήποτε αιτία, και διατείνεται ότι οι εναντίον του κατηγορίες χαλκεύθηκαν από τις μοναχές της ως άνω μονής με τη συνδρομή λαϊκών και ιδιαίτερα των μελών του σωματείου Αλληλεγγύης της Μονής που ιδρύθηκε το έτος 1999. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι οι εναντίον του κατηγορίες για υπεξαίρεση χρημάτων της μονής αποτελούν αντιπερισπασμό των μοναχών, για τις κατ' αυτών καταγγελίες του για αδιαφανείς διαδικασίες και κακοδιαχείριση των εσόδων της μονής, περί των οποίων διαλαμβάνει η από 8/9/1997 έκθεση του πρώην Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Μ1 ο οποίος διενήργησε έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης της μονής. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, η δε έκθεση Μ1 που αποτέλεσε το εφαλτήριο του κατηγορουμένου για την επιβολή συνδιαχείρισης των οικονομικών της μονής του οσίου Εφραίμ [κλείδωμα των παγκαριών, άνοιγμα και καταμέτρηση του προϊόντος αυτών, παρουσία εξωμοναστηριακών (δύο ιερέων) εντεταλμένων του κατηγορουμένου] κρίθηκε αβάσιμη ως προς τις διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της, τόσο από τους ελεγκτές του ΣΔΟΕ, Λ2, ..... και Λ1, (οι δύο τελευταίοι κατέθεσαν και ως μάρτυρες), που διενήργησαν έλεγχο στα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία της ως άνω μονής και συνέταξαν την από 17/9/1998 έκθεση τους, όσο και από την Ο1 οικονομική επιθεωρήτρια της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, που συνέταξε την με αριθμ. πρωτ. 2680/8/4/2002 έκθεση διαχειριστικού και οικονομικού ελέγχου της ως άνω μονής. Αντίθετα, είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί και οι αιτιάσεις των μοναχών της μονής του οσίου Εφραίμ, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντιλήφθηκε, τόσο κατά τις συχνές επισκέψεις του στη μονή, όσο και από πληροφορίες των κληρικών της Μητρόπολης Αττικής, ότι τα έσοδα της μονής έχουν ανοδική πορεία, λόγω της συνεχώς αυξανόμενης προσέλευσης προσκυνητών, επεδίωξε, αρχικά, να επιβάλλει συνδιαχείριση των οικονομικών της μονής και στη συνέχεια [όταν η προσπάθεια για συνδιαχείριση απέτυχε λόγω της αντίδρασης των μοναχών που σφράγισαν τα παγκάρια κηροπωλησίας και διένειμαν δωρεάν το κερί στους πιστούς], (επεδίωξε) με την αποδυνάμωση της, την άρνηση της κουράς των δοκίμων μοναχών και τη μη αναγνώριση όλων των μεγαλόσχημων μοναχών που εγκαταβιούσαν σ' αυτή, τη μετατροπή της μονής σε προσκύνημα (εφόσον ο αριθμός των μεγαλόσχημων μοναχών θα περιορίζονταν σε τρεις) και τη συνακόλουθη, κατά νόμο, ανάληψη της οικονομικής διαχείρισης της από την επιχώρια Μητρόπολη (Αττικής). Αναφορικά με τα αμέσως παραπάνω αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά στατικά: Ο κατηγορούμενος, το θέρος του 1997, έδωσε προφορική εντολή στον Μ1 (συνταξιούχο, επίτιμο Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου), με τον οποίο συνδέετο με προσωπική φιλία (και άτυπο σύμβουλο της Μητρόπολης Αττικής κατά τον κατηγορούμενο) να διενεργήσει έλεγχο στα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία της μονής του οσίου Εφραίμ. Ανεξάρτητα από το μη σύννομο του "σύντομου" και κατόπιν προφορικής εντολής διενεργηθέντος ελέγχου [η διενέργεια διαχειριστικού - οικονομικού ελέγχου σε Ν.Π.Δ.Δ. όπως είναι η μονή του οσίου Εφραίμ ανήκει στην αρμοδιότητα, της Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, που επιλαμβάνεται κατόπιν εγγράφου αιτήματος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 2343/1995 ή της Υπηρεσίας Οικονομικής Επιθεώρησης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος] ο Μ1 στην από 8/9/1997 έκθεση του, στο εισαγωγικό της οποίας γίνεται μνεία ότι ο έλεγχος ήταν σύντομος και όχι λεπτομερειακός, αναφέρει, ως προς τα καίρια ζητήματα, τα ακόλουθα: 1) Ότι οι πηγές των εσόδων της μονής είναι, α) το κυτίο του παγκαρίου, β) οι πωλήσεις διαφόρων αντικειμένων της έκθεσης και γ) οι δωρεές και σημειώνει ότι το κλειδί των δύο παγκαριών, ένα και μοναδικό το κρατεί η ηγουμένη και το κουτί το ανοίγουν κάθε εβδομάδα. 2) Ότι οι εισπράξεις και οι πληρωμές από το έτος 1985 μέχρι και το χρόνο του ελέγχου εμφανίζουν ανοδική πορεία (αναφέρονται οι εισπράξεις, οι πληρωμές και το υπόλοιπο Ταμείου της μονής από το έτος 1985 έως και 29/8/1997) και 3) Ότι από την καταμέτρηση της είσπραξης της 2/9/1997 (από τα παγκάρια κηροπωλησίας) προέκυψε το ποσόν των 141.000 δρχ. Ακολούθως, απευθυνόμενος προς τον κατηγορούμενο αναφέρει, ότι: " Η Μονή του Αγίου Εφραίμ μπορεί να αποτελέσει μία τεράστια πηγή εσόδων. Πριν από όλα όμως πρέπει να υπάρξη κάποιο στιβαρό χέρι για να διοίκηση. Η σημερινή Ηγουμένη Η1 έχει προσφέρει, όπως διαπιστώσαμε, ανεκτίμητες υπηρεσίες για τη δημιουργία και την προκοπή της Μονής. Είναι όμως ήδη υπέργηρη (86 ετών). Οι σωματικές και διανοητικές δυνάμεις της την έχουν εγκαταλείψει. Δεν έχει σχεδόν καμμία επαφή με το περιβάλλον της, καμμία συναίσθηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της. Είναι ένα άβουλο άτομο, με το οποίο καμμία συζήτηση δεν μπορεί να γίνη στα θέματα που αφορούν την Μονή. Θα πρέπει λοιπόν να παραμερισθή, με όλες τις ανήκουσες σ' αυτήν δικαιωματικά τιμές, και να αντικατασταθή από άλλη μοναχή. Που θα είναι σε θέση να υπηρέτηση αποτελεσματικά την Μονήν. Να ορισθή με δική σας πράξη Επιτροπή στην οποία, εκτός των μοναχών, να συμμετέχει εκπρόσωπος της Μητροπόλεως, ενδεχομένως δε και ιδιώτης που θα συγκεντρώνη τα απαραίτητα προσόντα. Θα υπάρχουν δύο ή τρία κλειδιά με το οποίο θα ανοίγεται το κουτί του παγκαρίου σε τακτά χρονικά διαστήματα .Το προϊόν αυτό της εισπράξεως, καθώς και τα έσοδα πωλήσεως των αντικειμένων της εκθέσεως και των διαφόρων δωρεών θα κατατίθενται υποχρεωτικά στην Τράπεζα. Στα χέρια της Ηγουμένης θα υπάρχουν μόνο τα χρήματα που απαιτούνται για τις τρέχουσες ανάγκες της Μονής. Ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της Τραπέζης Πίστεως στη Νέα Μάκρη, τον οποίο επισκεφθήκαμε στο γραφείο του, κατηγορηματικά μας εδήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να συμβάλλει αποφασιστικά στην εξομάλυνση της ανωμάλου αυτής καταστάσεως και να βοηθήση την Μονή στην περαιτέρω πορεία της..." .Στη συνέχεια της έκθεσης του ο Μ1 αναφερόμενος στις αντιδράσεις των μοναχών για το διενεργούμενο έλεγχο μνημονεύει στην έκθεση του, ότι σκοπός του ελέγχου που διέταξε ο Σεβασμιώτατος δεν ήταν να προβεί στη λήψη δυσμενών σε βάρος τους μέτρων, αλλά η διευκόλυνση του έργου τους και η λεπτομερειακή καταγραφή των εισπράξεων, που "...κατά πληροφορίες που κυκλοφορούν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανέρχονται ετησίως σε 200 - 250 εκατομμύρια..." (ενν. δραχμές), ότι οι μοναχές του αντέτειναν ότι δεν θα δεχθούν στην καταμέτρηση των παγκαριών καμία ανάμιξη κληρικού ή λαϊκού, γιατί οι Κανονισμοί της μονής δεν επιτρέπουν την ανάμιξη τρίτων και ότι αυτά δεν γίνονται σε κανένα μοναστήρι και ότι τελικώς, μετά τη διαβεβαίωση ότι ο επιχώριος Μητροπολίτης τις περιβάλλει με εμπιστοσύνη, κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις τους και δέχθηκαν όπως η καταμέτρηση των εισπράξεων γίνεται ανά διήμερο από τρεις μοναχές, να καταγράφονται τα ποσά σε θεωρημένο από το Μητροπολίτη τετράδιο και να κατατίθενται, τουλάχιστον ανά διήμερο στην τράπεζα, αλλ' απέρριψαν τη συμμετοχή κληρικού ή λαϊκού στη διαδικασία καταμέτρησης. Οι περιεχόμενες στην ως άνω έκθεση εκτιμήσεις, παρατηρήσεις και υποδείξεις εκφεύγουν των ορίων της νομιμότητητας και τυχόν εφαρμογή τους θα συνιστούσε ευθεία παρέμβαση του επιχώριου Μητροπολίτη στη διοίκηση και διαχείριση των οικονομικών της μονής, όπως, π.χ. οι υποδείξεις, α) για "παραμερισμό" της ηγουμένης Η1 και αντικατάστασή της από άλλη μοναχή, αν και αυτό απαγορεύεται, γιατί ο ηγούμενος (ή η ηγουμένη) είναι ισόβιος (άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 590/1977) και δεν νοείται "αντικατάστασή" του, β) για "ορισμό Επιτροπής στην οποία εκτός των μοναχών να συμμετέχει εκπρόσωπος της Μητροπόλεως, ενδεχομένως και ιδιώτης", γ) να "υπάρχουν δύο ή τρία κλειδιά με τα οποία θα ανοίγεται το κουτί του παγκαρίου...και το προϊόν αυτό θα κατατίθεται υποχρεωτικά στην Τράπεζα", δ) για τα πόσα χρήματα πρέπει να έχει η ηγουμένη ("στα χέρια της Ηγουμένης θα υπάρχουν μόνο τα χρήματα που απαιτούνται για τις τρέχουσες ανάγκες της Μονής") και ε) για καταγραφή "σ' ένα τετράδιο θεωρημένο από τη Μητρόπολη" των εισπράξεων της μονής και η εν συνεχεία μεταφορά τους στο Βιβλίο Ταμείου. Επίσης, η εκτίμηση ότι τα εισπραττόμενα από τους προσκυνητές ποσά, "... κατά πληροφορίες που κυκλοφορούν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανέρχονται ετησίως σε 200 - 250 εκατομμύρια... " είναι έωλη, αφού δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία του ελέγχου που διενήργησε. Εύλογα ερωτηματικά δημιουργεί εξάλλου η πρωτοβουλία του Μ1 να επισκεφθεί, όπως αναφέρει στην ως άνω έκθεση του, στο γραφείο του τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Πίστεως της Νέας Μάκρης, χωρίς να έχει προς τούτο σχετική εξουσιοδότηση της μονής (του διοικούντος αυτή ηγουμενοσυμβουλίου), ο οποίος μάλιστα του δήλωσε (κατά τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση) "...ότι είναι διατεθειμένος να συμβάλλει αποφασιστικά στην εξομάλυνση της ανωμάλου αυτής καταστάσεως και να βοηθήσει την Μονή ...". Έχοντας, λοιπόν, ως εφαλτήριο την έκθεση του Μ1 ο κατηγορούμενος επέβαλε (αρχικά) στην ως άνω μονή συνδιαχείριση, με το διορισμό εξωμοναστηριακής επιτροπής για τον έλεγχο και την καταμέτρηση των παγκαριών, ενώ το μόνο αρμόδιο όργανο για την καταμέτρηση του προϊόντος του παγκαρίου είναι το ηγουμενοσυμβούλιο (άρθο 39 παρ. 4 του ν. 590/1977, παρ. 4 του Κανονισμού 39/1972, άρθρο 7 του Β.Δ. 7/15/9/1858, τμήμα Α'). Βέβαια ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η ηγουμένη αποδέχθηκε την εξωμοναστηριακή επιτροπή, πλην όμως η αποδοχή αυτή δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης της ηγουμένης, η οποία δεν ήταν και αρμόδια να αποφασίσει επ' αυτού, αλλά των πιέσεων που άσκησε ο κατηγορούμενος επ' αυτής. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος μόλις έλαβε στα χέρια του την έκθεση Μ1 με το από 15/10/1997 έγγραφο του (με αριθμ. πρωτ. 738) προς το ηγουμενοσυμβούλιο της ως άνω μονής, διαβίβασε αντίγραφο της έκθεσης αυτής και ζήτησε γραπτώς εξηγήσεις για τις "διαπιστωθείσες αταξίες, παραλείψεις και παρατυπίες στη διαχείριση" της μονής, προκειμένου να ενεργήσει τα δέοντα, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες και την κείμενη νομοθεσία προς διασφάλιση της διαφάνειας, της τάξης και της νομιμότητας στη διαχείριση της μονής, "η οποία συν τη παρόδω του χρόνου εξελίσσεται εις σημαντικόν προσκύνημα πανελληνίου εμβελείας". Στην ως άνω επιστολή ο κατηγορούμενος επισημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα "εκ του νόμου επεμβάσεως του Εισαγγελέως" και ότι είναι υποχρεωμένος να επιβάλλει την τάξη και τη νομιμότητα στη διαχείριση της μονής. Η ηγουμένη απάντησε με την από 12/11/1997 επιστολή της (με αριθμ. πρωτ. 21) προς τον κατηγορούμενο, με την οποία αφού παρέχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις αποδέχεται την υπόδειξη του, όπως το παγκάρι"... ανοίγει παρουσία και ιερέως της Μητροπόλεως και παρουσία τούτου να γίνεται η καταμέτρηση χρημάτων...". Το ότι η αποδοχή της ως άνω υπόδειξης του κατηγορουμένου, δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης της ηγουμένης, αλλά αποτέλεσμα των πιέσεων που άσκησε ο κατηγορούμενος, στηριζόμενος στην έκθεση του Μ1 προκύπτει και από το γεγονός ότι, το ηγουμενοσυμβούλιο, το μόνο αρμόδιο όργανο να αποφασίσει σχετικώς, με την 24/30/1/1998 πράξη του αποφάσισε ομόφωνα να ανακαλέσει την με αριθμ. πρωτ. 21/12/11/1997 επιστολή της ηγουμένης, κατά το ως άνω σημείο και να τοποθετήσει νέες κλειδαριές στο παγκάρι της μονής και τα κλειδιά να φυλάσσονται από τις μοναχές, οι οποίες με ευθύνη τους θα ανοίγουν το παγκάρι, θα καταμετρούν τα χρήματα, τα οποία και θα καταθέτουν σε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής της ηγουμένης. Την απόφαση αυτή, εκτός από τα μέλη του ηγουμενοσυμβουλίου (αποτελούμενο από την ηγουμένη Η1 και τις μοναχές Ψ1 και Ψ2) αποδέχθηκαν και συνυπέγραψαν και οι λοιπές μοναχές Ψ3, Ψ4 και Ψ5, καθώς και η δόκιμη μοναχή Ν2. Την ως άνω έκθεση (Μ1 ) ο κατηγορούμενος την απέστειλε τόσο προς το ΣΔΟΕ (με το έγγραφο 251/4/5/1998) όσο και προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (με το έγγραφο 494/19/7/1998). Στο έγγραφο προς τον ως άνω Εισαγγελέα ο κατηγορούμενος εκτός των άλλων αναφέρει ότι, "... εκ του διενεργηθέντος διαχειριστικού ελέγχου διεπιστώθη έλλειψις διαφάνειας εις τας εισπράξεις και εις την διαχείρισιν εν γένει της Μονής και η διαρροή σημαντικών χρηματικών ποσών. Κατόπιν τούτου εδώσαμεν εντολήν να ασφαλισθούν τα παγκάρια κηροπωλησίας της Μονής και η καταμέτρησις να γίνεται με την παρουσία εκπροσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως...Το Ηγουμενοσυμβούλιοντης Μονής ενώ αρχικώς εδέχθη την εντολή μας και επειθάρχησεν εις αυτήν, αιφνιδίως και άνευ της ημετέρας εγκρίσεως, ... ενήργησεν ώστε να εμποδίζεται η τοποθέτησις των εισφορών των πιστών εκ της κηροπωλησίας εντός των ησφαλισμένων και ελεγχομένων με πλήρη διαφάνειαν και νομιμότητα παγκαριών, προφασιζόμενον ότι το κερί θα προσφέρεται δωρεάν" [αναφέρεται στην 36/14/7/1998 απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου για δωρεάν διανομή του κεριού στους προσκυνητές, που γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο με το έγγραφο 41/14/7/1998], "εις την πραγματικότητα όμως δια να ρίπτωνται τα χρήματα των πιστών εις έτερον εντός του Ναού παγκάριον ..." και ζητεί όπως ο Εισαγγελέας ενεργήσει τα δέοντα για την "απρόσκοπτην εφαρμογήν της εντολής" του (δηλ. να κλειδώσουν τα παγκάρια κηροπωλησίας και το άνοιγμα και η καταμέτρηση του προϊόντος αυτών να γίνεται παρουσία των εντεταλμένων από αυτόν ιερέων) και " την επιβολήν της τάξεως και της διαφάνειας εις την οικονομικήν διαχείρισιν της ως είρηται Ιεράς Μονής". Προηγουμένως, με το 429/30/-6/1998 έγραφό του προς την ηγουμένην της ως άνω μονής ο κατηγορούμενος αφού αναφέρεται στις προσπάθειες για αγιονυμία του οσίου Εφραίμ και στον έλεγχο που διενήργησε ο Μ1 και τα ευρήματα αυτού, καταφέρεται κατά της μοναχής Ψ3 με τη μνεία ότι ο παραπάνω έλεγχος ενόχλησε τις μοναχές και κυρίως τη μοναχή Ψ3, η οποία συμπεριεφέρθη απρεπώς προς τον Μ1 ότι από τη στιγμή που διέταξε τα δέοντα (κλείδωμα των παγκαριών κ.λ.π.) άρχισε ανοίκειος και απρεπής πόλεμος εναντίον του " .., πρωτοστατούσης της Μοναχής Ψ3..." και ότι για λόγους "...παιδαγωγίας και φρονηματισμού είναι αναγκασμένος να απαγγείλει κατηγορία κατά της μοναχής Ψ3 "... δι' αντιμοναχικήν συμπεριφοράν και άλλας αντικανονικάς πράξεις..." και να κινήσει τη διαδικασία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Στο αμέσως παραπάνω έγγραφο απάντησε η ηγουμένη με το 34/6/7/1998 έγγραφο της, με το οποίο αφού αντικρούει τις αιτιάσεις του κατηγορουμένου για φιλοχρηματία τονίζει ότι θα διακοπεί η κηροπωλησία και ότι το κερί θα διανέμεται δωρεάν μετά από απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου. Σε απάντηση ο κατηγορούμενος με έγγραφα προς το ηγουμενοσυμβούλιο, 1) επιμένει στην ανάμιξη του στη διαχείριση των οικονομικών της μονής [στο 468/8/7/1998 έγγραφο αναφέρει ότι "... συμφώνως προς το εκκλησιαστικόν δίκαιον και την έκπαλαι κρατούσαν κανονικήν τάξιν ουδεμία απόφασις Ηγουμενοσυμβουλίου ισχύει άνευ εγκρίσεως αυτής υπό του οικείου Μητροπολίτου. Επομένως ως προς την διαχείρισιν της Μονής τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν..." και 2) προαναγγέλλει δίωξη των μοναχών της ως άνω μονής και εντέλλεται την επαναφορά του ισχύσαντος για έξι περίπου μήνες καθεστώτος κηροπωλησίας, θεωρώντας ότι αποτελεί σατανικό τέχνασμα για την αποφυγή ελέγχου, τη διακοπή κηροπωλησίας και τη δωρεάν διανομή του κεριού στους πιστούς [στο 495/20/7/1998 έγγραφο αναφέρει ότι "...ετοιμαζόμεθα να κινήσωμεν καθ' υμών την διαδικασίαν του Ν.5383/1932 (ΦΕΚΑ' 110) περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, απαγγέλοντες καθ' υμών κα-τηγορίαν δι' απείθειαν, καταφρόνησιν του οικείου Επισκόπου, φατρίαν, φιλοχρηματίαν και άλλα κανονικά παραπτώματα, δια να υποστήτε δικαίως τας υπό των Ιερών Εκκλησιαστικών Κανόνων προβλεπομένας κυρώσεις ..., Πατρικώς εντελλόμεθα : α) όπως αποκαταστήσητε τα παγκάρια της κηροπωλησίας εις την προτέραν κατάστασιν...ίνα ανοίγωνται με την παρουσίαν εκπροσώπου της Ιεράς Μητροπόλεως κληρικού... αποτελεί σατανικόν τέχνασμα δια να αποφύγετε τον έλεγχο υπό της Ιεράς Μητροπόλεως των εκ της κηροπωλησίας εισπράξεων ότι θα διακόψετε την κηροπωλησίαν και θα παρέχετε δωρεάν το κερί στους προσκυνητές...] και χαρακτηρίζει τη μοναχή Ψ3 ως "κακό δαίμονα" της μονής που "συνομοτεί" με το ζεύγος Σ2 κατ' αυτού. Η μοναχή Η1 απάντησε στον κατηγορούμενο με το 44/22/7/1998 έγγραφο στο οποίο εκτός των άλλων αναφέρει ότι, η μονή έχει έξι μεγαλόσχημες και τρεις δόκιμες μοναχές "διορθώνοντας" το μήνυμα της Μητρόπολης Αττικής στο διαδίκτυο ότι η ως άνω μονή έχει τέσσερις μεγαλόσχημες και τέσσερις δόκιμες μοναχές, ότι η διακοπή της κηροπωλησίας και η δωρεάν διανομή του κεριού ανάγεται στη σκοπιμότητα των ενεργειών της μονής και δεν άπτεται της νομιμότητας της οικονομικής διαχείρισης της μονής, την οποία και μόνο δικαιούται να ελέγχει ο επιχώριος Μητροπολίτης και ότι από το Νοέμβριο του 1997 η μονή αδυνατεί να πράξει οτιδήποτε, για το λόγο ότι (ο κατηγορούμενος) δεν εγκρίνει τις δημοπρασίες και αφήνει τα έσοδα να συσσωρεύονται στην Τράπεζα. Σε παρόμοιο ύφος συνεχίζεται η ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ του κατηγορουμένου και της ως άνω μονής και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ο πρώτος μάλιστα με το 564/10/8/1998 έγγραφο του, απευθυνόμενο προς την Ιερά Σύνοδο, αναφέρει εκτός των άλλων, ότι η εν λόγω μονή "...εξελίσσεται ραγδαίως εις πανελληνίου, αν μη και πανορθοδόξου, εμβελείας Προσκύνημα...." και ότι "...η ιδαιτερότης της Μονής επιβάλλει ουσιαστικήν παρουσίαν του οικείου Επισκόπου εις την διοίκησιν και διαχείρισιν αυτής και τον διαρκή έλεγχο αυτού προς διασφάλισιν της χρηστής διαχειρίσεως...". Από τα προεκτεθέντα έγγραφα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επέβαλε παρανόμως την εξωμοναστηριακή επιτροπή των δύο ιερέων στο άνοιγμα και την καταμέτρηση του προϊόντος των παγκαριών κηρο-πωλησίας και όταν οι μοναχές αντέδρασαν όχι μόνο δεν περιορίστηκε στα καθήκοντα ελέγχου της νομιμότητας των ενεργειών των οργάνων της μονής, αλλά με σειρά εγγράφων (και προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) ζήτησε να επανέλθει το παράνομο ως άνω καθεστώς, με απειλές κατά των μοναχών για διώξεις, με αμφισβήτηση του αριθμού των μεγαλόσχημων μοναχών και με χαρακτηρισμό της μονής ως "Προσκυνήματος πανελλήνιας εμβέλειας", φράση που αποτελεί προανάκρουσμα για το μελλοντικό χαρακτηρισμό της μονής ως Προσκυνήματος, (σε συνδυασμό με τον περιορισμό του αριθμού των μεγαλόσχημων μοναχών σε τρεις) γεγονός που θα είχε ως συνέπεια την περιέλευση της οικονομικής του διαχείρισης στην επιχώρια Μητρόπολη. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το κλείδωμα των παγκαριών κηροπωλησίας, το άνοιγμα και η καταμέτρηση παρουσία δύο εκπροσώπων του κατέδειξε ότι τα έσοδα της μονής ήσαν περισσότερα απ' όσα τα εμφάνιζαν οι μοναχές στα βιβλία και στοιχεία της μονής και συνακόλουθα την κακοδιαχείριση, γεγονότα που συνδυαζόμενα με την κακή επιρροή τρίτων (λαϊκών) επί των μοναχών οδήγησε στην σε βάρος του κατηγορία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ναι μεν τα έσοδα της μονής ήσαν αυξημένα το έτος 1998 έναντι του 1997, τούτο όμως οφείλεται στην συνεχώς, κατ' έτος, βελτιούμενη κατάσταση των εσόδων της μονής, γεγονός που επισημαίνει και ο Μ1 στην έκθεση του, και όχι στις ως άνω παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου να παρέμβει στη διαχείριση των οικονομικών της μονής. Το έτος 1998 δεν παρουσιάζεται αύξηση μόνο στα έσοδα των παγκαριών κηροπωλησίας που ελέγχονται από τον κατηγορούμενο αλλά και στα έσοδα της έκθεσης και της αγιογραφίας, τα οποία δεν ελέγχονταν από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ενώ το έτος 1997 τα έσοδα των τριών ως άνω πηγών (παγκάρια κηροπωλησίας, έκθεσης και αγιογραφίας) ανέρχονταν σε 51.466.800, 16.667.600 και 2.450.000 δρχ. αντίστοιχα, κατά το έτος 1998 τα έσοδα αυτά αυξήθηκαν σε 63.043.000, 36.636.000 και 21.408.500 δρχ. αντίστοιχα. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για κακοδιαχείριση εκ μέρους των μοναχών της ως άνω μονής, ο οποίος στηρίζεται στην έκθεση Μ1, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι διαπιστώσεις της έκθεσης αυτής κρίθηκαν αβάσιμοι και καταρρίφθηκαν από τις εκθέσεις των νομίμως διορισθέντων ελεγκτών του ΣΔΟΕ και της Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών. Σε εκτέλεση της Γ98/1690α/30/4/1998 εισαγγελικής παραγγελίας οι Λ2 , Λ3 και Λ1 διενήργησαν φορολογικό και λογιστικό έλεγχο στη μονή του οσίου Εφραίμ και συντάχθηκε η από 17/9/1998 πορισματική έκθεση, με την οποία, ως προς το βασικό ζήτημα των εσόδων της μονής αναφέρεται ότι " ...από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα έσοδα της μονής ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων (200) έως διακοσίων πενήντα (250) εκατομμυρίων ετησίως. Όπως αναφέρει στην έκθεση του ο κύριος Μ1 στις 2/9/1997 πραγματοποίησε καταμέτρηση των εισπράξεων από το παγκάρι της Ιεράς Μονής από την οποία προέκυψε το ποσόν των 141.000 δρχ. Το ποσό αυτό πολλαπλασιαζόμενο επί 365 (δηλαδή τις ημέρες του έτους) μας δίνει συνολικά 51.465.000 δρχ. Κατά συνέπεια η άποψη ότι τα έσοδα της Ιεράς Μονής ανέρχονται σε ετήσια βάση στο ποσό των διακοσίων (200) έως διακοσίων πενήντα (250) εκατομμυρίων δραχμών τυγχάνει αναπόδεικτη...". Αλλά και για άλλες επιμέρους διαπιστώσεις της έκθεσης Μ1 όπως π.χ. έλλειψη παραστατικών για ορισμένες δαπάνες στην έκθεση των ελεγκτών του ΣΔΟΕ αναφέρεται ότι υπήρχαν παραστατικά τα οποία και αναγράφονται για κάθε μία (αμφισβητούμενη) δαπάνη. Τέλος το υπόλοιπο ταμείου της μονής, κατά το χρόνο του ελέγχου από τους ελεγκτές του ΣΔΟΕ (14/5/1998) ανέρχονταν στο ποσό των 1.414.095 δρχ στο ποσό δε αυτό ανήλθε και το καταμετρηθέν ποσό και ως εκ τούτου ουδέν έλλειμμα διαπιστώθηκε. Το γεγονός ότι ο αμέσως παραπάνω έλεγχος δεν επιβεβαίωσε όσα ανέφερε η έκθεση Μ1 αλλ' αντίθετα κατέδειξε ότι η ως άνω μονή εξέδιδε φορολογικά στοιχεία, επιβεβαιώνεται και από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Λ1 και Λ3, ο πρώτος από τους οποίους αναφέρει εκτός των άλλων ότι, " ...Πήραμε ένα ένα τα ερωτήματα βρήκαμε τα αποδεικτικά στοιχεία. Ο Μ1 έλεγε ότι δεν υπήρχαν παραστατικά, ενώ εμείς βρήκαμε παραστατικά..." και ο δεύτερος ότι "...Από τον έλεγχο δεν προέκυψε τίποτε σε βάρος της Ιεράς Μονής. Απ' ότι φαίνεται ο Μ1 έκανε σύντομο έλεγχο και όχι λεπτομερειακό...". Αλλά και η οικονομική επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών Ο1 η οποία διενήργησε διαχειριστικό και οικονομικό έλεγχο, μετά νόμιμη εντολή [1032226/-856/535-Α/7/4/1999 της Δ/νσης Επιθ/σης Δ.Δ.Ν.Π. και ΔΕΚΟ - Τμήμα Δ.Δ. και Ν.Π.Δ.Δ.] στα συμπεράσματα της από 8/4/2002 (με αριθμ. πρωτ. 2680) έκθεσης της αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι : 1) Η διαχείριση της μονής λειτουργεί με την πρέπουσα τάξη, όσον αφορά τη λογιστική παρακολούθηση των μεγεθών της. Σε γενικές γραμμές τηρούνται τα προβλεπόμενα βιβλία και στοιχεία. 2) Παρατηρούνται ελλείψεις και παραλείψεις οι οποίες δεν αλλοιώνουν τη θετική εικόνα της διαχείρισης. Διαπιστώθηκε ότι ο λογαριασμός 149/766338-27 που ήταν κατατεθειμένα τα διαθέσιμα της μονής στην Εθνική Τράπεζα Νέας Μάκρης ετηρείτο στα ονόματα των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου της μονής (της ηγουμένης Η1 της μοναχής Ψ1 και της μοναχής Ψ3) και ότι αυτό είναι αντικανονικό γιατί θα έπρεπε να τηρείται στο όνομα του Ν.Π.Δ.Δ. της Ιεράς Μονής. Για το ζήτημα αυτό της δηλώθηκε από τις μοναχές ότι η τακτική αυτή επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων, "...λόγω της παρανόμου πρακτικής που επέβαλε, συνεργούσης και της ΕΤΕ, να αρνείται η ΕΤΕ στην Ιερά Μονή την όποια ανάληψη χρημάτων εκ του λογαριασμού της, χωρίς την εγκριτική πράξη του οικείου Μητροπολίτου να εγκρίνει τις αναλήψεις, με αποτέλεσμα η άρνηση του Μητροπολίτου να εγκρίνει τις αναλήψεις να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην λειτουργία της Μονής και στην επιβίωση της Αδελφότητας...". 3) Η μονή στερείται κανονισμού λειτουργίας, παρ' ότι τούτο προβλέπεται και επιβάλλεται από τα άρθρα 39 παρ. 4 του ν. 590/1977, το άρθρο 2 παρ. β. του Καν. 39/1972 και το άρθρο 8 του ίδιου Κανονισμού. Η μονή συνέταξε και ψήφισε κανονισμό λειτουργίας της πλην όμως " ...αντικανονικώς επεστράφη με την αόριστη παρατήρηση του Επισκόπου ότι δι' αυτού φαλκιδεύονται οι κανονικές του αρμοδιότητες...". 4) Η μονή συντάσσει προϋπολογισμούς και απολογισμούς κατ' έτος. Μέχρι το έτος 1998 υποβάλλονταν στον οικείο Επίσκοπο χωρίς να συνοδεύονται οι απολογισμοί με αντίστοιχα παραστατικά, πράγμα το οποίο είναι αντικανονικό και ανεπίτρεπτο, και χωρίς έγκριση από τον οικείο Μητροπολίτη, ο οποίος ενέκρινε μόνο τον προϋπολογισμό και απολογισμό του έτους 1997. 5) Απορρίπτει σχεδόν στο σύνολο της την έκθεση Μ1 " ... διότι η τακτική που ακολουθήθηκε, οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν και οι εισηγήσεις που προτείνει είναι αβάσιμες και αστήρικτες... αγνόησε τα ισχύοντα και τη δεοντολογία και ασχολήθηκε με θέματα που μπορούν να θεωρηθούν "ύποπτα", όπως οι προτάσεις για το παγκάρι της μονής, "με πλήρη περιφρόνηση στην αυτοδιοίκηση του Ν.Π.Δ.Δ. και τα ισχύοντα περί Μονών " και 6) "Δεν συμφωνεί ο έλεγχος με τις πληροφορίες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των 200 έως 250 εκατομμυρίων ετησίως, ως εσόδων της μονής..." . Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, διαβλέποντας ότι ο διαχειριστικός έλεγχος της Ο1 δεν ευνοεί τις θέσεις του, με επιστολές του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομικών Γ. Δρυ (με αριθμ. πρωτ. 819/2/11/1999) και προς τον Δ./ντή Οικονομικής Επιθεώρησης ....(με αριθμ. πρωτ. 820/2/-11/1999) ζήτησε την αντικατάσταση της από άλλο επιθεωρητή, γιατί δεν ήταν αντικειμενική και αμερόληπτη και "...προσπαθεί να καλύψει την κακοδιαχείρισιν της μονής...", την οποία όμως (αντικατάσταση) δεν πέτυχε, αφού η ανωτέρω συνέχισε και ολοκλήρωσε τον προαναφερθέντα έλεγχο στην ως άνω μονή. Η κρίση αυτού του δικαστηρίου για το αβάσιμο των ως άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου και το βάσιμο των αιτιάσεων των μοναχών κατ' εκείνου ενισχύεται και από το ότι: 1)Στις 11/6/1998, δηλαδή διαρκούντος του ελέγχου από το ΣΔΟΕ στη μονή, όταν οι ελεγκτές μετέβησαν στα γραφεία της Μητρόπολης Αττικής, μετά από πρόσκληση του κατηγορουμένου, τους είπε ότι "...είχε σκοπό να κάνει το Μοναστήρι προσκύνημα..." και "...προς Θεού μη μου βγάλετε το Μοναστήρι καθαρό..." (βλ. κατάθεση Λ1). 2) Ο Μητροπολίτης Ξάνθης......., ο οποίος με εντολή της Ιεράς Συνόδου είχε μεσολαβήσει για την εξεύρεση λύσης στη διένεξη κατηγορουμένου - μοναχών, στην με αριθμ. πρωτ. 769/23/11/1998 έκθεση του προς την Ιερά Σύνοδο, αναφέρεται στη διαβεβαίωση που του παρέσχε το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής του οσίου Εφραίμ ότι στον προϋπολογισμό χρήσεως 1999 "...θα προβλεφθή κονδύλιον 15.000.000 δρχ. ως συμβολή της Μονής εις το ποιμαντικόν έργον της Ιεράς Μητροπόλεως...", το οποίο σημαίνει ότι αντικείμενο των "διαπραγματεύσεων" μεταξύ των δύο πλευρών αποτέλεσε και η αξίωση του κατηγορουμένου να του καταβάλλει η μονή κάθε χρόνο ορισμένο χρηματικό ποσό για το ποιμαντικό έργο της Μητρόπολης, αν και ουδεμία νομική υποχρέωση είχε προς τούτο. 3) Μετά το θάνατο της ηγουμένης Η1 (23/4/1999) και τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη νέου ηγουμενοσυμβουλίου (στις 16/5/1999), ο κατηγορούμενος με το 36772775/1999 έγγραφο του αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα, διατεινόμενος ότι δύο από τις μεγαλόσχημες μοναχές δεν έχουν υποστεί κανονική κουρά και ότι σε βάρος της μοναχής Ψ3 εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη, ενώ με την 404/14/6/1999 επιστολή του προς την αδελφότητα της ως άνω μονής, αμφισβήτησε την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων για την κανονικότητα της κουράς των μοναχών Ψ4 και Ψ5 (έλλειψη έγκρισης του οικείου Μητροπολίτη) και ότι κατόπιν τούτου επεφύλασσε "... εις εαυτόν το δικαίωμα του διορισμού Ηγουμένης και Ηγουμενοσυμβουλίου...". Στις 20/6/1999 εκδηλώνεται η μεταστροφή και η μετάνοια της μοναχής Ψ3 προς τον κατηγορούμενο, στις 25/6/1999 παρέχεται από τον τελευταίο συγχώρηση προς τη μοναχή Ψ3, την ίδια ημέρα η μονή με το 80/25/6/1999 έγγραφο της προς τον κατηγορούμενο αναφέρει ότι στη μονή εγκαταβιούν πέντε (5) μεγαλόσχημες μοναχές και ότι οι εκλογικές διαδικασίες θα επαναληφθούν στις 11/7/1999, απαντώντας ο κατηγορούμενος με το 458/-29/6/1999 έγγραφο του ορίζει επιτροπή για την τρέχουσα διαχείριση της μονής με πρόεδρο την μοναχή Ψ3 και με την 637/2/9/1999 πράξη του διορίζει προσωρινώς και μέχρι νεωτέρας εντολής του ως ηγουμένη της μονής τη μοναχή Ψ3 και ως ηγουμενοσυμβούλους τις μοναχές Ψ1 και Ψ2. Η 637/1999 πράξη του κατηγορουμένου ακυρώθηκε μετά από αίτηση των μοναχών της μονής του οσίου Εφραίμ, με την προαναφερθείσα 1952/2000 απόφαση του ΣτΕ, η οποία δέχθηκε ότι, όπως προκύπτει "... από τα φωτοαντίγραφα των σχετικών σελίδων του Μοναχολογίου της Ιεράς Μονής..., (οι σελίδες αυτές προσκομίσθηκαν ενώπιον και του παρόντος δικαστηρίου και αναγνώσθηκαν) την κουρά των μοναχών Ψ4 και Ψ5 ετέλεσε στις 8/6/1982 και 2/1/1987 αντίστοιχα, ο ίδιος ο προκάτοχος του καθ' ού η αίτηση Μητροπολίτη, Μητροπολίτης Αττικής Τ1, ο οποίος και την ενέκρινε..." . Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, με έγγραφα του προς την ΕΤΕ και την αρμόδια ΔΟΥ ..... (από 30/9/1999) ανέφερε ότι εφεξής τη μονή θα εκπροσωπεί η ηγουμένη Ψ3, και αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των εκλογών της 5/9/1999 κατά τις οποίες εξελέγη ως ηγουμένη η μοναχή Ψ1 και ως μέλη του ηγουμενοσυμβουλίου (εκτός από την ηγουμένη) και οι μοναχές Ψ2 και Ψ5, επιστρέφοντας, με το 649/7/9/1999 έγγραφο του προς τη μονή, ως απαράδεκτο το 114/5/9/1999 έγγραφο της μονής, με το οποίο η μοναχική αδελφότητα ζητούσε την έγκριση του για την ως άνω εκλογή της ηγουμένης και του ηγουμενοσυμβουλίου, θεωρώντας ως αντικανονικές και παράνομες τις γενόμενες Πράξεις και 4) Με σειρά ενεργειών του (ο κατηγορούμενος) κατέδειξε την επιμονή του να επιβληθεί επί των μοναχών της μονής του οσίου Εφραίμ, όπως, π.χ., α) με την άρνηση του (με το 211/10/3/1999 έγγραφο) να προωθήσει προς την Ιερά Σύνοδο τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της μονής, ο οποίος είχε καταρτισθεί, εγκριθεί από το ηγουμενοσυμβούλιο (με την 42/1998 πράξη) και υποβληθεί προς αυτόν (με το 105/17/12/1998 έγγραφο), επικαλούμενος "...τάσεις αυτονομήσεως και φαλκιδεύσεως των κανονικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων του οικείου Επισκόπου...", β) με την άρνησή του να εγκρίνει την εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό που τηρούσε το Ν.Π.Δ.Δ. της μονής στην ΕΤΕ, γ) με τη διακοπή που επιβλήθηκε κατόπιν ενεργειών του, των τηλεφωνικών συνδέσεων της μονής, πλην αυτής της "ηγουμένης" Ψ3, για το από 9/3//2000 έως 2/4/2001 χρονικό διάστημα, δ) με την άρνηση του να αποδεχθεί, σε λογαριασμό που είχε ανοίγει από τη Μητρόπολη Αττικής, την κατάθεση του ποσού των 5.000.000 δρχ. στην οποία είχε προβεί η μονή για τους σεισμοπαθείς (με το 784/18/10 1999 έγγραφο), ε) με την άρνηση του να προβεί, ως επιχώριος Μητροπολίτης στην κουρά των τριών δοκίμων μοναχών της μονής [Ν1, Ν2 και ......, την πρώτη των οποίων αποκαλούσε "δεσποινίδα" και με το 459/29/6/1999 έγγραφο της ζητούσε να απομακρυνθεί από τη μονή μέσα σε πέντε ημέρες] η οποία, κατόπιν προσφυγής στην Ιερά Σύνοδο, έγινε από το Μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Ορους και Αρδαμερίου..... στις 7/2/2003 (βλ. 400/29/1/2003 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου προς τον ως άνω Μητροπολίτη και 190/11/2/2003 έγγραφο του τελευταίου προς την ηγουμένη Ψ1), και στ) Επιχειρήθηκε η ηθική εξόντωση των μοναχών Ψ1, Ψ2 και Ψ5 και η απομάκρυνση τους από τη μονή του οσίου Εφραίμ (εξορία τους στην Κέρκυρα) καθόσον με την 3/2001 απόφαση του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Μητρόπολης Αττικής (ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε προαναγγείλει, ως άνω, την κατά των μοναχών δίωξη, στη συνέχεια αυτοεξαιρέθηκε και του Επισκοπικού Δικαστηρίου προήδρευσε ο Αρχιμανδρίτης ......), που ακυρώθηκε από το ΣτΕ, οι ως άνω μοναχές κρίθηκαν ένοχες (κατά πλειοψηφία) " επί, 1ον) φατρία και τυρεία εναντίον του οικείου Επισκόπου, 2ον) κακολογία, κατασυκοφαντήσει και εξυβρίσει του οικείου Επισκόπου και διασπορά ψευδών και προσβλητικών ειδήσεων εναντίον Αυτού, 3ον) προκλήσει εχθροπαθείας κατά του οικείου Ποιμενάρχου, 4ον) απείθεια και καταφρονήσει του οικείου αυτών Επισκόπου, 5ον) αποκρύψει πραγματικών εσόδων και νοσφίσει χρημάτων της Ιεράς Μονής και 6ον) εγκλήσει κατά του οικείου αυτών Επισκόπου και προσφυγή εις την κοσμικήν Δικαιοσύνην..." και τους επιβλήθηκε αθροιστικώς, Α) η ποινή του σωματικού περιορισμού σε καθεμία, στη μονή Αγίας Ευφημίας της Κέρκυρας επί τριετία και Β) η ποινή της έκπτωσης από το αξίωμα της ηγουμένης για τη Ψ1 και από το αξίωμα των ηγουμενοσυμβούλων για τις Ψ2 και Ψ5. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος το έτος 1995, έλαβε ιδιοχείρως από την ηγουμένη Η1 εκτός από το προαναφερθέν συνολικό ποσόν των 4.500.000 δρχ. [500.000 δρχ. κατά την Ακολουθία του Μεγάλου Απόδειπνου, 500.000 δρχ. κατά την Ακολουθία του Νυμφίου, 500.000 δρχ. κατά το Μεγάλο Ευχέλαιο, 1.500.000 δρχ. στις 3/1/1995 και 1.500.000 δρχ. στις 5/5/1995 ] και το ποσό των δρχ. 10.500.000 .Το έτος 1995, τα χρήματα που ζητούσε ο κατηγορούμενος από την ηγουμένη Η1 τα ελάμβανε ανά δεκαπενθήμερο για λογαριασμό του ο ιερέας Π1 (500.000 Χ 2 φορές το μήνα Χ 12 = 12.000.000 δρχ.), ο οποίος έλαβε επίσης, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, το καλοκαίρι του 1995 εφάπαξ, και το ποσό των 5.000.000 δρχ., ποσά τα οποία παρέδινε στον κατηγορούμενο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έλαβε ιδιοχείρως από την ηγουμένη Η1 επιπλέον του συνολικού ποσού των 4.500.000 δρχ. άλλο χρηματικό ποσό και συγκεκριμένα δεν έλαβε το ποσό των 10.500.000 δρχ. Αυτό προκύπτει από τις καταθέσεις των εχόντων ιδίαν αντίληψη μαρτύρων, οι οποίοι αναφέρουν ότι, κατά το έτος 1995 τα χρήματα που ζητούσε ο κατηγορούμενος, ανά δεκαπενθήμερο (500.000 δρχ.) η ηγουμένη τα ενεχείριζε, κατ' απαίτηση του στον Π1, ο οποίος μετέβαινε για το σκοπό αυτό στην ως άνω μονή. Με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, το οποίο τελέστηκε σε βάρος του ως άνω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο της μονής του οσίου Εφραίμ, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ανερχόμενο στο ποσό των 56.000.000 δραχμών (άρθρο 98, 258 παρ. 1 α ' και β', 375 παρ. 1 Π.Κ. και 1 παρ. 1 του νόμου 1608/1950). Η υπεξαίρεση στην υπηρεσία στην κρινόμενη περίπτωση στοιχειοθετείται, αφού ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του τα χρήματα, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, αν και δεν είχε δικαίωμα ελέγχου της σκοπιμότητας, αλλά μόνο της νομιμότητας, της οικονομικής διαχείρισης της μονής του οσίου Εφραίμ. Τούτο δε γιατί το έγκλημα του άρθρου 258 του Π.Κ. στοιχειοθετείται και όταν ο υπάλληλος είναι αναρμόδιος. Αλλά και με την εκδοχή ότι δεν συντρέχει η ιδιότητα του υπαλλήλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για το διάστημα μέχρι τη δημοσίευση στο ΦΕΚ του διορισμού του και πάλι στοιχειοθετείται το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου της μονής του οσίου Εφραίμ (άρθρα 98, 375 παρ. 1 Π.Κ. και 1 παρ.1 του νόμου 1608/1950), καθόσον είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας για τις μερικότερες αυτές πράξεις από υπεξαίρεση στην υπηρεσία σε κοινή υπεξαίρεση και το ύψος του επιτευχθέντος από το δράστη οφέλους και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στη μονή, στοιχεία που σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 2576/1953, κρίνονται, επί εγκλήματος του νόμου 1608/1950 που διαπράχθηκε κατ' εξακολούθηση από το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μερικές από τις οποίες μπορεί να αποτελούν το βασικό έγκλημα και άλλες διακεκριμένη μορφή του (βλ. Ανδρουλάκη, Ποιν. Δίκαιο, τεύχος Η' 1978, παρ. 33 δελ. 715 σημ. 23, Λ. Μαργαρίτη, Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα σελ. 21), όπως διακεκριμένη μορφή της κοινής υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 258 Π.Κ. υπεξαίρεση στην υπηρεσία (Ανδρουλάκη, Ποιν . Δίκαιο Γ' 235, Ειδ. Μέρος Α' σημ. 13, Α.Π. 110/1998, Α.Π. 82/1997), υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ανέρχονται στο ποσό των 56.000.000 δρχ. Μετά απ' αυτά θα πρέπει αφού απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου [ότι η πράξη του κατηγορουμένου, βάσει του αποδεικτικού υλικού δεν είναι αυτή της υπεξαίρεσης, όπως κατηγορείται, αλλά της εκβίασης, αδίκημα το οποίο δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 1608/1950 και ως εκ τούτου πρέπει να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της πράξης να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφή, γιατί το ύψος του οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας είναι κατώτερα των 50.000.000 δρχ.] να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το ύψος της προσγενόμενης σε αυτό ζημίας και του επιτευχθέντος οφέλους του δράστη ανέρχεται σε 56.000.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση του ως άνω εγκλήματος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, γι' αυτό θα πρέπει (όπως και πρωτοδίκως) να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. Αντίθετα θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος των μερικότερων πράξεων της υπεξαίρεσης που τελέστηκαν το έτος 1995 και αφορούν χρηματικό ποσό 10.500.000 δρχ., το οποίο φέρεται ότι έλαβε ιδιοχείρως από τη μοναχή Ν1, κατά τις ανά τακτά χρονικά διαστήματα μεταβάσεις του στη μονή (επιπλέον του συνολικού ποσού των 4.500.000 δρχ. που έλαβε τις ως άνω γιορτές)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, για το επί μέρος ποσό των 10.500.000 δραχμών, στη συνέχεια τον κήρυξε ένοχο κατά τα λοιπά, δηλαδή υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, η οποία τελέσθηκε σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το όφελος δε που απ' αυτήν πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο, υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2 περ. α' ΠΚ), επέβαλε σ' αυτόν, για την εν λόγω πράξη, ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1608/1950, 13α και 258 ΠΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η Μητρόπολη Αττικής, (της οποίας Μητροπολίτης και συνεπώς υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, ήταν ο αναιρεσείων) και η Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Οσίου Εφραίμ, (σε βάρος της οποίας τελέσθηκε η πράξη της υπεξαιρέσεως) είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, το δε όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Επίσης, με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 98, 258 του ΠΚ και 1 παρ. 1 του νόμου 1608/1950, που εφάρμοσε τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται με την απόφαση, η ιδιότητά του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου, τόσο κατά τους χρόνους κατοχής των μερικότερων χρηματικών ποσών, όσο και κατά τους αντίστοιχους της ιδιοποίησής των, προσέτι δε ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά, τα έλαβε και τα κατείχε λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του, ως υπαλλήλου, Μητροπολίτη Αττικής. Ακόμη, αιτιολογείται ότι τα ποσά αυτά αν και τα είχε λάβει από την Μονή στην κατοχή του, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για το συγκεκριμένο σκοπό, που στο σκεπτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται, τα ενσωμάτωσε παράνομα στην ατομική του περιουσία, αν και γνώριζε ότι είχε την υποχρέωση να τα διαθέσει για τον παραπάνω σκοπό. Ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του δικογράφου της από 6-10-2008 αιτήσεως αναιρέσεως και το δεύτερο των προσθέτων λόγων, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης και ακόμη με αυτήν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, διότι 1) από το περιεχόμενο της δεν προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, συνεκτίμησε α) το σύνολο της απολογίας του και ειδικότερα τις απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, αφού τέτοιες απαντήσεις δεν καταχωρήθηκαν στο αντίστοιχο τμήμα των πρακτικών και β) την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως Υ1, η οποία ήταν ουσιώδης, 2)ενώ δέχεται ότι ένα μέρος των χρημάτων εδίδοντο για την προώθηση της αγιοκατάταξης του Οσίου Εφραίμ, δεν προσδιορίζει τα αντίστοιχα ποσά, τον τελικό δικαιούχο, το λόγο για τον οποίο δικαιούχος δεν ήταν ο ίδιος, το σκοπό για τον οποίο ο τελευταίος θα τα ελάμβανε, τις ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί, αν αυτές έγιναν, και τέλος, το λόγο της παρακράτησης της κυριότητας των χρημάτων από τη Μονή και της διαφοροποίησης των επί μέρους ποσών, που, κατά διαστήματα, δέχεται ότι έλαβε, 3) αν και το Δικαστήριο δέχεται ότι η εκλογή του ως Μητροπολίτη έγινε την 24-5-1994 και ο διορισμός του δημοσιεύθηκε την 11-7-1996, όμως δίχως αιτιολογία και αντιφατικά, τον κήρυξε ένοχο υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ποσού 17.000.000 για επί μέρους πράξεις που τελέστηκαν το έτος 1995 και για άλλες που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 1995 μέχρι την 2-1-1998, συνολικού ποσού 39.000.000 δρχ., δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των επί μέρους ποσών, 4) αν και δέχεται ότι ασκούσε, de facto, διοίκηση από της ενθρονίσεως του στις 6-7-1995 δεν αφαιρεί τα πριν από την ημερομηνία αυτή χρηματικά ποσά, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 11.000.000 δρχ., 5) δεν εκθέτει στην απόφαση του πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν την παραδοχή, ότι παράλληλα με το νόμιμο τοποτηρητή της Μητρόπολης ασκούσε και ο ίδιος τη διοίκηση της, 6) δεν προκύπτει από την απόφαση η συγκεκριμένη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος (παράβασης του άρθρου 375 ή του άρθρου 258 του ΠΚ), η ιδιότητα με την οποία υπεξαίρεσε τα χρήματα και το νομικό πρόσωπο στην κυριότητα του οποίου ανήκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, τη νόμιμη παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας Ιεράς Μονής και το νομικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου τελέσθηκε η πράξη 7) εσφαλμένα το Δικαστήριο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος του συνολικού οφέλους και ζημίας, συνυπολόγισε τα ποσά τα οποία αφορούν την πράξη του άρθρου 375 ΠΚ και αυτά που αφορούν εκείνη του άρθρου 258 του ίδιου κώδικα 8) αν και κηρύχθηκε αθώος ως προς την κατηγορία κατά την οποία ο ίδιος έλαβε χρήματα κατά το έτος 1995 δεν αφαίρεσε και το ποσό των 1.500.000 δρχ, επί πλέον εκείνου των 10.500.000 δρχ, που από το συνολικό ποσό αφαίρεσε και 9) εφόσον γίνεται δεκτό ότι το παθόν πρόσωπο είναι διάφορο της υπηρεσίας της οποίας ήταν υπάλληλος δεν θεμελιώνεται η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, για τους παρακάτω, αντίστοιχα, λόγους: 1)Το Δικαστήριο α) δεν είχε υποχρέωση να καταχωρίσει σε διαφορετικό, από εκείνο που καταχώρισε το κύριο μέρος της απολογίας του, τμήμα των πρακτικών τις απαντήσεις του κατηγορουμένου, που δόθηκαν σε ερωτήσεις των διαδίκων ή των συνηγόρων τους, εφόσον δε, από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι τούτο έλαβε υπόψη του, ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και την απολογία του κατηγορουμένου, όπως συνομολογεί και ο αναιρεσείων, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι έλαβε υπόψη του αυτήν στο σύνολο της, δηλαδή και κατά το τμήμα της, που αναφέρεται στις απαντήσεις εκείνες, τις οποίες, να σημειωθεί, αν και ο αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν έλαβε υπόψη του, γιατί παρέλειψε να τις καταχωρίσει στα πρακτικά του, όμως δεν προσδιορίζει, ειδικότερα και β) στο σκεπτικό της απόφασης του βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου..." και συνεπώς, αν και το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρα υπεράσπισης Υ1 δεν εξαίρεται ιδιαίτερα, όπως έγινε με τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, όμως δίχως αμφιβολία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των άλλων και την κατάθεση αυτή, δοθέντος ότι άλλος μάρτυρας υπεράσπισης δεν εξετάστηκε στο ακροατήριο του, 2)Με την απόφαση γίνεται δεκτό και επαρκώς αιτιολογείται, ότι ένα μέρος των χρημάτων δόθηκαν στον αναιρεσείοντα για την προώθηση της αγιοκατάταξης του οσίου Εφραίμ και το υπόλοιπο για να καλυφθούν ανάγκες του ποιμαντικού έργου της Μητρόπολης, ότι τα χρήματα παραδόθηκαν σ' αυτόν με την ιδιότητα του ως Μητροπολίτη της Μητρόπολης Αττικής, που ασκούσε τη διοίκηση της, προκειμένου ως κάτοχος των να τα διαχειρίζεται και να τα διαθέσει για τον παραπάνω σκοπό, ότι την κυριότητα των, μέχρι να διατεθούν για το σκοπό που παραδόθηκαν, παρακράτησε η Μονή και ότι ο αναιρεσείων δεν τα διέθεσε αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζονται, ειδικότερα, ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε κάθε επί μέρους ποσό, οι συγκεκριμένες ενέργειες στις οποία έπρεπε κάθε φορά να προβεί ο κατηγορούμενος, ποιες από τις ενέργειες αυτές δεν έγιναν και τέλος ο λόγος για τον οποίο η Μονή παρακράτησε την κυριότητα των χρημάτων, 3) το Δικαστήριο με την απόφαση του αιτιολογεί, ειδικότερα, την καταδίκη του για τις επί μέρους πράξεις που τελέσθηκαν το έτος 1995, ποσού 17.000.000 δρχ. και εκείνες που αναφέρονται από τις αρχές του έτους 1995 έως 2-1-1998, συνολικού ποσού 39.000.000 δρχ. και προσδιορίζει τα επί μέρους ποσά, 4) Η μη αφαίρεση του ποσού των 11.000.000 δρχ. οφείλεται στο ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το Δικαστήριο κατά τρόπο σαφή δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων άσκησε de facto τη διοίκηση της Μητρόπολης Αττικής τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 1995 και όχι από της ενθρονίσεως του(6-7-1995), όπως ο ίδιος, αβάσιμα, ισχυρίζεται και συνεπώς και κατά το διάστημα αυτό, τέλεσε τις αντίστοιχες πράξεις, αντικείμενο των οποίων είναι το παραπάνω ποσό, 5) Στην απόφαση εκτίθενται πραγματικά περιστατικά(όπως η κατ' εντολή του αναιρεσείοντος, επανειλημμένη μετάβαση, κατά το έτος 1995, του ιερέα Π1 στη Μονή, προκειμένου να παραλάβει τα υπεξαιρεθέντα ποσά, τα οποία προορίζονταν για την κάλυψη των αναγκών της Μητρόπολης, υποβολή εγγράφων προς το ηγουμενοσυμβούλιο, με τα οποία έδιδε σ' αυτό εντολές ως προς την εκτέλεση έργων της μονής και την παροχή διευκολύνσεων σε τηλεοπτικό συνεργείο, προώθηση του ζητήματος της αγιοκατάταξης του οσίου Εφραίμ κλπ.), τα οποία θεμελιώνουν την επαρκώς αιτιολογημένη παραδοχή, ότι, παράλληλα με το νόμιμο τοποτηρητή της Μητρόπολης, (προφανώς δίχως την αντίρρηση του) άσκησε και ο ίδιος, προσωρινά, de facτο, τη διοίκηση της, κατά το χρονικό διάστημα για το οποίο καταδικάστηκε, 6) Από την απόφαση προκύπτει σαφώς, α) ότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε είναι εκείνη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, την οποία τέλεσε με την ιδιότητα του ως Μητροπολίτη της Μητρόπολης Αττικής, δηλαδή του υπαλλήλου αυτής, ιδιότητα την οποία τυπικά μεν απέκτησε με την ενθρόνηση του, για το προηγούμενο δε αυτής διάστημα με την προσωρινή, de facto, διοίκηση απ' αυτόν της Μητρόπολης και β) ότι τα χρήματα που υπεξαίρεσε ανήκαν στην κυριότητα της Ιεράς Μονής, σε βάρος της οποίας και τελέστηκε η πράξη και συνεπώς σαφώς προκύπτει ότι παραδεκτά η τελευταία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, 7) Ορθώς το Δικαστήριο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας, συνυπολόγισε όλα τα ποσά, αφού δέχθηκε, με αιτιολογία η οποία αυτοτελώς στηρίζει την παραδοχή αυτή, ότι όλα τα χρήματα είναι αντικείμενο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, δίχως αυτή η παραδοχή να αναιρείται από την επικουρική αιτιολογία της απόφασης, αφού αυτή δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη της.8)Από την απόφαση προκύπτει ότι το ποσό των 1.500.000 δρχ. περιλαμβάνεται στο ποσό των 10.500.000 δρχ. για το οποίο αν και είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, με την προσβαλλομένη απόφαση, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, αφού το δεύτερο είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του πρώτου, 9) Η πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία θεμελιώνεται και όταν ο παθών είναι νομικό πρόσωπο, διάφορο του νομικού προσώπου στην υπηρεσία του οποίου τελεί ο υπάλληλος που διαπράττει αυτήν. Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος του από 6-10-2008 κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγων λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος, παραδεκτός, λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 24-6-2008 και 6-10-2008 αιτήσεις και τους από 30-12-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 477Α, 1099, 1656Α, 1771/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Οσίου Εφραίμ Όρους Αμμώμων Αττικής, την οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Υπάλληλος είναι και ο Μητροπολίτης. Παθών νομικό πρόσωπο Μονής στο οποίο ανήκαν τα υπεξαιρεθέντα de facto άσκηση πράξεων διοίκησης της Μητρόπολης από μη ενθρονισθέντα ακόμη Μητροπολίτη. Θεωρείται ότι είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της Μητρόπολης. Απόλυτη ακυρότητα, λόγω παράστασης πολιτικής αγωγής, υπέρβαση εξουσίας, ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη αυτοτελών αιτημάτων του κατηγορουμένου. Απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Μητροπολίτης.
0
Αριθμός 782/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, περί αναιρέσεως της 204/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με κατηγορούμενο τον ... και ήδη κρατούμενο στο Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διοματάρη. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 38/7-10-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας Ιωάννη Κατσανούλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1629/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 505 § 1 ΚΠΔ "Εκτός από την περίπτωση της παρ. 3 του προηγουμένου άρθρου αναίρεση μπορούν να ζητήσουν ...δ)ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών...και ο Εισαγγελεύς Εφετών για τις αποφάσεις του Εφετείου και τις αποφάσεις των μεικτών ορκωτών και τριμελών ...που ανήκουν στην περιφέρειά του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών ή ποίο βαρύνει για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα, του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατ' άρθρα 20 § 1 στοιχ. ζ' Ν. 3459/2006, με τον οποίον εκωδικοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συντάγματος οι ισχύουσες διατάξεις περί ναρκωτικών και αντίστοιχον άρθρο 5 Ν. 1729/1987 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος (ζ') κατέχει ναρκωτικά", 23 "Με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21, και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ...". (αντίστοιχον άρθρ. 8 Ν. 1729/1987), 30 § 1 "όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού και" § 4 "Δράστης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης: α. Της πράξης του άρθρου 29 παρ. 1 παραμένει ατιμώρητος και εφαρμόζονται σε αυτόν οι διατάξεις του άρθρου 32. β. Των πράξεων του άρθρου 20 παρ. 1 περιπτώσεις β', στ', ζ', η', ι και ιβ' τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή πεντακοσίων ενενήντα (590) έως δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και αν συντρέχει διακεκριμένη περίπτωση του άρθρου 21 ή επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 23 τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή οκτακοσίων ογδόντα (880) έως εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". (αντίστοιχον άρθρ. 13 § 4 Ν. 1729/1987). Περαιτέρω κατ' άρθρα 83 ΠΚ "όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, ή ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής ...στοιχ. γ' αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", 84 § 1 "Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις οίες θεωρούνται ιδίως (§ 2)....δ)το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε)το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του", και 85 "Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83' στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις". Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 204/2008 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση, των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την υπ' αριθμ. 131/14-3-2007 συμπληρωματική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία", (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις (βλ. υπό στοιχεία 1, 2, 3, 7, 8, 10 αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος) κατείχε διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνη, κοκαΐνη, ινδική κάνναβη) που αναλυτικώς περιγράφονται στο διατακτικό. Την άνω πράξη διέπραξε κατ' επάγγελμα καθόσον είχε διαμορφώσει υποδομή (δράση με μεθοδικότητα και οργανωμένο σχέδιο από μισθωθείσα προς τούτο οικία στην οποία είχε εγκατασταθεί μόνος του για απρόσκοπτη ανάπτυξη της δραστηριότητάς του) με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι περιστασιακώς εργαζόταν με τη μητέρα του στις λαϊκές αγορές. Οι άνω ποσότητες ναρκωτικών που κατείχε είναι μεγάλες και δεν αποδείχθηκε ότι προοριζόταν για αποκλειστικά δική του χρήση, αλλά για διακίνηση αυτών (βλ. κατάθεση πρώτου μάρτυρα) ενισχυομένης της κρίσεως αυτής και από την ηλεκτρονική ζυγαριά που κατείχε. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός κατείχε χωρίς άδεια Αρμόδιας Αρχής ένα οπλοπολυβόλο με γεμιστήρα και σφαίρες, ένα πιστόλι και φυσίγγια όπως λεπτομερώς περιγράφεται στο διατακτικό. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής πράξη που διαπράττει κατ' επάγγελμα και της κατοχής όπλων και πυρομαχικών να του αναγνωρισθούν όμως τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2δ και ε του Π.Κ. διότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, συμπεριφέρθηκε δε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του, όπως αποδεικνύεται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα του ΚΑΚΚ ... όπου παρακολουθεί ειδικά μαθήματα, γινομένων δεκτών εν μέρει των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί τοξικομανίας και αναγνώρισης σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον ... του ότι "στη ..., στις 18.10.2005, έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, Α) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, στη μισθωμένη οικία, στη ..., επί της οδού ..., στην οποία διέμενε, κατείχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα: 1) κοκαΐνη, συνολικού βάρους τριάντα εννέα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (39,1 γραμ.), 2) ηρωίνη, συνολικού βάρους δέκα τεσσάρων γραμμαρίων και τριακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (14,3 γραμ.), 3) μίγμα κάνναβης και καπνού, καθαρού βάρους δύο γραμμαρίων (2 γραμ.), και 4) νάιλον σακούλα με αποξηραμένη κάνναβη σε φούντα, βάρους τριακοσίων εβδομήντα ενός γραμμαρίων (371 γραμ.) εντός του αύλειου χώρου της εν λόγω οικίας. Επιπλέον κατείχε στο εντός του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας BMW, που οδηγούσε 1) κοκαΐνη, συνολικού βάρους δεκαπέντε γραμμαρίων και εννιακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (15,9 γραμ.) και 2) ηρωίνη, βάρους δύο (2) γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (2,1 γραμ.). Τις παραπάνω ποσότητες είχε στη φυσική του εξουσία, δυνάμενος να τις διαθέσει κατά τη βούληση του. Τέλεσε δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα, ήτοι όχι ευκαιριακά, αλλά με μεθοδικότητα και ετοιμότητα, κατόπιν οργανωμένου σχεδίου και αφού διαμόρφωσε την κατάλληλη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, αποσκοπώντας στην άμεση απόληψη εισοδήματος, Β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατείχε παράνομα πυρομαχικά: και όπλα, κατά την έννοια του νόμου. Ειδικότερα, κατά το γενόμενο νομοτύπως έλεγχο από αρμόδια αστυνομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι κατείχε; 1) εντός του υπνοδωματίου, της ως άνω οικίας ένα (1) εύχρηστο οπλοπολυβόλο, με πτυσσόμενο κοντάκι με αριθμό ... με ενδείξεις "SHE 75" με γεμιστήρα και δεκαεπτά (17) σφαίρες επ' αυτής με ενδείξεις "32 AUTO CBC", 2) εντός του αύλειου χώρου της ως άνω οικίας, επιμελώς κρυμμένα, α) ένα πιστόλι εύχρηστο 9 MM με αριθμό ..., με γεμιστήρα, ο οποίος περιείχε οκτώ (8) φυσίγγια 9 MM με ένδειξη LUGER" β) είκοσι επτά (27) φυσίγγια 9 MM με ένδειξη "LUGER και γ) εννέα (9) φυσίγγια με ένδειξη "32 AUTO", χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Είναι δε η κοκαΐνη, η ηρωίνη και η κάνναβη, ναρκωτικές ουσίες, γιατί δρουν στο κεντρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Με βάση τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως ήτοι ότι ο κατηγορούμενος εδικάσθη και κατεδικάσθη για κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής κατ' επάγγελμα και συντρεχουσών υπέρ αυτού ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 § 2 δ' και ε' ΠΚ προς δε και για οπλοκατοχή, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για τα ναρκωτικά και φυλάκιση δέκα (10) μηνών για την οπλοκατοχή. Συνολικώς δε κάθειρξη επτά (7) ετών και πέντε (5) μηνών. Όμως η επιβληθείσα ποινή έπρεπε, για τα ναρκωτικά, να προσδιορισθεί εντός των υπό του νόμου, ως ανωτέρω εξετέθη, τιθεμένων πλαισίων δηλαδή μεταξύ φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και καθείρξεως έως έξι ετών, με το να επιβάλει δε ποινή καθείρξεως επτά ετών για τα ναρκωτικά εσφαλμένως εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν. 1729/1987 ως εκωδικοποιήθη δια του Ν. 3459/2006 και του ΠΚ και πρέπει δεκτού καθισταμένου του σχετικού λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών Λαρίσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη δι' αυτής απόφαση, όσον αφορά την ποινή για την παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών και αναγκαίως και ως προς την συνολική ποινή και, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, σχετικά με την αναγνώριση της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς (άρθρ. 518, 519 ΚΠΔ). Και τούτο, διότι παρ' όλον ότι ο νόμος δεν διακρίνει, τότε μόνον ο Α.Π αναιρών δεν παραπέμπει προς νέα συζήτηση αλλ' επιβάλλει αυτός την προσήκουσα ποινήν όταν αυτή είναι σταθερώς ορισμένη υπό του νόμου, μη καταλείποντος εις τον δικαστή στάδιον επιμετρήσεως - αλλά τοιαύτας απολύτως ορισμένας ποινάς δεν γνωρίζει ο Π.Κ., εκτός των προβλεπομένων υπό ειδικών τινών μόνο διατάξεων-, διότι το άρθρο 518 δεν σκοπεί να καταστήσει τον Άρειο Πάγον δικαστήριο της ουσίας αλλά απλώς να μη παρελκύεται το πέρας της ποινικής διαδικασίας όταν είναι ματαία και άσκοπος η νέα κατ' ουσίαν συζήτηση της υποθέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 204/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, και μόνον ως προς την περί ποινής, για την παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών διάταξή της ως και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξη αυτής. Και Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Λαρίσης. Άρθρο 505 παρ. 1 ΚΠΔ, άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. ζ΄ Ν. 3459/2006 Ν. περί ναρκωτικών. Άρθρα 23, 30 παρ. Α Ν. 3459/2006 Ν. περί ναρκωτικών. Άρθρα 83, 84, 85 ΠΚ. Η επιβληθείσα ποινή μεγαλυτέρα της από τον νόμο προβλεπομένης. Αναιρεί ως προς την ποινή και προς την συνολική ποινή δι’ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Ποινή
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 769/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κροντηρά, περί αναιρέσεως της 357-362/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 943/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 336 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, τιμωρείται με κάθειρξη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο έγκλημα του βιασμού πραγματώνεται, στην περίπτωση που το εξαναγκαζόμενο πρόσωπο είναι γυναίκα, όταν κάποιος την εξαναγκάζει να υποβληθεί σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, ύστερα από χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος αυτής. Ως ασελγής πράξη θεωρείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Σωματική, εξάλλου, βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται. Επίσης, κατ' άρθρο 349 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμα πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμα αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου γυναίκες, δεν προκύπτει το αντίθετο), ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα, άνευ εκλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δε ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της τελέσεως της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Ακόμα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 351 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου και την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων και το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων". Τέλος, κατά την παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου "η κατά τις προηγούμενες παραγράφους γενετήσια εκμετάλλευση συνίσταται στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης ή στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του σώματος, της φωνής ή της εικόνας προσώπου για την πραγματική ή προσποιητή επιχείρηση τέτοιας πράξης ή για την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών που αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, κάθε συναυτουργός μιας αξιόποινης πράξης τιμωρείται ως αυτουργός αυτής, ενώ κατά το άρθρο 98 παρ. 1, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσης απόφασης. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 "οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, η εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, την προώθησή τους, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει: α) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος, είτε έμμεσος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή δε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 357-362/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 ο οποίος κατάγεται από το χωριό ... και κατά το έτος 2001 διέμενε στην ... σε μισθωμένη οικία όπου και συζούσε με τη μετέπειτα σύζυγό του Φ1 Ουκρανή υπήκοο, η οποία τότε ειργάζετο σε καφενείο με τον διακριτικό τίτλο "..." που βρίσκεται στην οδό ... στην περιοχή ... και εκμεταλλευόταν ο Μ1, μετέβη το πρωί της 2.5.2001 με το με αριθμό κυκλ. ... ΙΧ Επιβατηγό αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής FIAT, χρώματος πρασίνου, από την ... στον ... και σε σταύλο που βρίσκεται στις παρυφές του ως άνω χωριού απ' όπου και παρέλαβε από Βούλγαρο ονόματι "Κ1", αγνώστων λοιπών στοιχείων, τη Ρουμάνα υπήκοο Θ1, που είχε γεννηθεί το έτος 1983, [ηλικίας 18 ετών], για να την προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας και ειδικότερα στη ..., όπου εκεί αυτή θα συναντούσε την αδελφή της ...και τον σύζυγό της ..., Ρουμάνους υπηκόους. Ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι η ανωτέρω Θ1 είχε εισέλθει παράνομα με τα πόδια στην Ελλάδα το πρωί της 1-5-2001 μαζί με άλλα είκοσι περίπου άτομα που είχαν ως καθοδηγητή τον Βούλγαρο "Κ1". Την ως άνω Ρουμάνα ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του ότι αυτή είχε εισέλθει παράνομα στη χώρα και με πρόθεση, την προώθησε από τον ... στη ..., όπου την μετέφερε με το ως άνω αυτοκίνητό του και όπου την εγκατέστησε κατά το από 2-5-2001 έως τις 11-5-2001 χρονικό διάστημα στην οικία που αυτός διέμενε [δεν προέκυψε η διεύθυνσή της] και στη συνέχεια κατά το από 12-5-2001 έως τις 23-5-2001 χρονικό διάστημα σε διαμέρισμα πολυκατοικίας της περιοχής της... όπου αυτός μετακόμισε και που βρίσκεται κατά την κατάθεση της ως άνω Ρουμάνας πλησίον σιδηροδρομικής γραμμής, ήτοι προς τη Δυτική έξοδο της πόλης και πλησίον του Σιδηροδρομικού Σταθμού [δεν προέκυψε διεύθυνση]. Ο κατηγορούμενος και κατά το από 2-5-2001 ως και τις 11-5-2001 χρονικό διάστημα με τη χρήση σωματικής βίας εξανάγκασε την ως άνω Ρουμάνα σε εξώγαμη συνουσία επί εννέα [9] φορές, ήτοι κατά τις ημεροχρονολογίες 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 Μαΐου 2001 και σε ανοχή ασελγούς πράξης και δη παρά φύση συνουσία μία [1] φορά, ήτοι κατά την 3η Μαίου 2001. Τα ανωτέρω συνέβησαν μέσα στην οικία που διέμενε αρχικά ο κατηγορούμενος και καθ' ον χρόνον απουσίαζε από αυτή η Φ1. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στη ... και κατά το από 12-5-2001 έως και τις 23-5-2001 χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και από κοινού με άλλον και δη με κάποιον "Ρ1", 'Ελληνα υπήκοο, αγνώστων λοιπών στοιχείων, προήγαγε στην πορνεία ενήλικες γυναίκες μεταξύ των οποίων και την ως άνω Ρουμάνα Θ1, ειδικότερον αυτός συχνάζοντας στο καφενείο με τον διακριτικό τίτλο "..." που βρίσκεται στην οδό ... στη ..., στο οποίο εργαζόταν η μετέπειτα σύζυγός του και παλλακή του τότε Φ1, όπου και συνόδευε αλλοδαπές γυναίκες, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν, μεταξύ των οποίων ήταν και η Θ1, οι οποίες δεν ήσαν προηγουμένως πόρνες, προήγαγε αυτές στην πορνεία συμφωνώντας την επ' ανταλλάγματι, που εισέπραττε αυτός, ερωτική συνεύρεση αυτών με διάφορους άγνωστους άνδρες σε διάφορα ξενοδοχεία της πόλης της ..., όπου και συνόδευαν αυτές, από το καφέ "..." έως το ξενοδοχείο και από το ξενοδοχείο στο καφέ "...", άλλοτε ο ίδιος και άλλοτε ο συνεργός του "Ρ1". Από την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος διέπραττε το ως άνω αδίκημα κατ' επάγγελμα, καθόσον απέβλεπε με την τέλεση της ως άνω πράξεώς του στην εξασφάλιση σταθερής πηγής βιοπορισμού. Τέλος, από το ίδιο παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος, στη ... και κατά τη διάρκεια ενός τριημέρου του χρονικού διαστήματος από της 14ης μέχρι της 16ης Μαΐου 2001 και κατά τις νυκτερινές ώρες από 22.00 έως 01.00', ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους με την ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, της οποίας δεν προέκυψαν τα στοιχεία ταυτότητας, που βρίσκεται στην οδό ..., με τη βία και με απειλές σε βάρος της σωματικής ακεραιότητάς της κατακράτησε παρά τη θέλησή της στον παραπάνω οίκο ανοχής την προαναφερθείσα Θ1, όπου και την εξανάγκασε να παραδοθεί σε πορνεία και δη να πραγματοποιήσει με την επιτήρηση του προαναφερθέντος συνεργού του "Ρ1" ερωτικές συνευρέσεις με είκοσι [20] άγνωστους άνδρες, αντί αμοιβής αγνώστου ύψους, που εισέπραττε κατά ένα μέρος αυτός και κατά ένα μέρος η ιδιοκτήτρια του οίκου ανοχής. Το ότι ο κατηγορούμενος είναι δράστης των ως άνω πράξεων προκύπτει αβιάστως από τα παρακάτω περιστατικά και δη: Α) Το γεγονός ότι η Θ1 εγνώριζε τον αριθμό κυκλοφορίας, τημάρκα και το χρώμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, τα οποία τηλεφωνικώς και τα διαμήνυσε στους οικείους της στη ..., οι οποίοι και εμερίμνησαν για την απελευθέρωσή της από τα χέρια του κατηγορουμένου και του συνεργάτη του "Ρ1". Β) Το γεγονός ότι η Θ1 εγνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε μετακομίσει από διώροφη οικία σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στις 11 ή 12 Μαΐου του έτους 2001, περιστατικό που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενους ότι πράγματι συνέβη. Γ) Το γεγονός ότι πράγματι ο κατηγορούμενος, κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα, "φιλοξενούσε" στην οικία του και στο διαμέρισμά του την ως άνω Θ1, όπου και συνέτρωγαν κλπ [βλ. και κατάθεση του αδελφού του κατηγορουμένου]. Δ) Το γεγονός της απελευθέρωσης της Θ1, κατόπιν ενεργειών των οικείων της, έξω από το καφενείο "..." καθ' ην στιγμή επέστρεφε σ' αυτό με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, συνοδευόμενη από τον "Ρ1" κλπ". Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το ΜΟΕ Θεσσαλονίκης κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιοποίνων πράξεων του βιασμού κατ' εξακολούθηση, της μαστρωπείας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση και της παραβίασης του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001 και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τεσσάρων (14) ετών και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 336 παρ. 1, 349 παρ. 3 και 351 παρ. 1 περ. β, γ ΠΚ και 55 παρ. 1α του ν. 2910/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικώς, 1) ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για τα εγκλήματα του βιασμού, μαστροπείας και σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως εκ μέρους της παθούσας, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον πρόκειται για εγκλήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως (άρθρα 344, 349 και 351 ΠΚ), όπως ορθώς δέχθηκε και το Δικαστήριο της ουσίας. 2) ως προς την αιτίαση για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί της συνδρομής στο πρόσωπό του (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν απορριπτέος ως αόριστος (βλ. 23η σελίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται λόγος της ελαφρυντικής ως άνω περίστασης όλως γενικά και αόριστα) και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, στην οποία ως εκ περισσού προέβη (βλ. 26η σελίδα των ιδίων πρακτικών). 3) ως προς την αιτίαση για την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής της δίκης για να κληθεί και προσέλθει στο Δικαστήριο της ουσίας ο μάρτυρας υπεράσπισης Μ1, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης (βλ. σελίδα 8) το προμνημονευόμενο αίτημα αρχικά υποβλήθηκε επικουρικά από τον συνήγορο του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλά στη συνέχεια ο ίδιος ο αναιρεσείων ανέφερε κατά λέξη "Δεν είναι απαραίτητο να παρουσιαστεί ο Μ1...Ζητώ να αναγνωσθεί η κατάθεση του Μ1". Πράγματι στο Δικαστήριο της ουσίας αναγνώσθηκε ως τελευταίο έγγραφο, πριν την κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισης, η από 18.5.2004 έκθεση εξέταση μάρτυρα Μ1, χωρίς αντίρρηση από οιαδήποτε πλευρά των παραγόντων της δίκης. Στη συνέχεια όταν, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας για την ενοχή του αναιρεσείοντος, δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου, αυτός δεν επανυπέβαλε το αίτημα για αναβολή της δίκης για να προσέλθει ο μάρτυρας υπεράσπισης Μ1 μετά την ως άνω θέση του ίδιου του κατηγορουμένου και την ανάγνωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, κρίνοντας πρόδηλα ότι το αίτημά του αυτό κατέστη άνευ αντικειμένου. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά την ανωτέρω εξέλιξη περί ταύτα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. τέλος 26ης σελίδας των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης) απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για τον ως άνω λόγο. Επομένως, η αιτίαση για απόρριψη και του σχετικού εν λόγω αιτήματος, που περιλαμβάνεται στη γενική αιτίαση για απόρριψη όλων των αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο του εγγράφου, που έχει αναγνωρισθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτό τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, που αναγνωρίσθηκε και λήφθηκε υπόψη και να προκύπτει σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το προαναφερόμενο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω περί ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψή του, αμέσως και κυρίως και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, την ενώπιόν του ένορκη εξέταση ως μάρτυρα του αστυνομικού Ζ1 (βλ. σελίδες 9 έως 12 της απόφασης), ως και την εξέταση του αυτού ως άνω μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ανάγνωση των πρακτικών της υπ' αριθ. 198-112/2005 αποφάσεως του ΜΟΔ Θεσσαλονίκης (εκκαλουμένης) - βλ. σελίδα 17 με αριθμό 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όχι όμως και την κατάθεση αυτού στην προανάκριση, η οποία ούτε αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιο Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε ζητήθηκε η ανάγνωσή της. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται κυρίως στην προανακριτική κατάθεση του ως άνω μάρτυρα - αστυνομικού, η οποία δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (έστω και τμηματικώς προς υποβοήθηση της μνήμης του μάρτυρα ή εντοπισμό αντιφάσεων με όσα ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, λόγω του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (της ανάγνωσής της στο ακροατήριο), καθόσον με την ως άνω εξέλιξη ως προς τις καταθέσεις του μάρτυρα Ζ1, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επήλθε και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.4.2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 357-362/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείο Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βιασμός, μαστροπεία, σωματεμπορία, παράνομη είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα. Καταδίκη κατηγορουμένου για τις παραπάνω πράξεις. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ανάγνωση μαρτυρικής κατάθεσης). Απόρριψη των λόγων αυτών αναίρεσης και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βιασμός, Μαστροπεία, Σωματεμπορία.
2
Αριθμός 766/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα, για αναίρεση της 8073/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. β' εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5 Μαρτίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... η πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης με αναιρεσείοντα τον ..... κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 2008 που είχε ορισθεί για να συζητηθεί η από 15-11-2007 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 8073/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Τότε, με αίτημα του αναιρεσείοντος αναβλήθηκε η εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση (Βλ. την υπ' αριθμ. 1192/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), πλην όμως η πολιτικώς ενάγουσα ..... δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, και ενόψει ότι η πολιτικώς ενάγουσα όφειλε να εμφανιστεί κατά τη νέα δικάσιμο της υπόθεσης αυτής χωρίς νέα κλήτευσή της (άρθρο 505 παρ. 1 ΚΠΔ), το Δικαστήριο θα παραχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρούσα και αυτή (πολιτικώς ενάγουσα). Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, και την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτική την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη εν μέρει υπ' αριθμ. 8073/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της πράξης της εξύβρισης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών , που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Ειδικότερα, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στη ..... στις 6-7-2005, ενεργώντας με πρόθεση και ενώ οδηγούσε το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του στην πλατεία ..... προσπαθώντας να βγει από το χώρο ιδιωτικής στάθμευσης της εγκαλούσας ..... παρέσυρε με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του την τελευταία και την ...... με αποτέλεσμα να πέσουν στο πεζοδρόμιο και αμφότερες να υποστούν κακώσεις σε διάφορα μέρη του σώματός των, εξαιτίας δε του μέσου που χρησιμοποίησε (εν κινήσει αυτοκίνητο) και του τρόπου, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη των παθουσών και επίσης προσέβαλε την τιμή της εγκαλούσας ...... με τη φράση "άντε μωρή καριόλα" σε ένδειξη καταφρόνησης προς το πρόσωπο της". Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, για το έγκλημα της επικίνδυνης βλάβης κατά συρροή, λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενη αποφάσεως διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών των δύο (2) παθουσών, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια, ως προς το είδος τις διακινδύνευσης, που δέχθηκε, δηλαδή παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι ουσιαστικά βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα μέρη που αφορούν την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και την επιμέτρηση της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος της απόφασης στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8073/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας μέρος. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα ως άνω μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη (309 ΠΚ). Προσδιορισμός είδους διακινδύνευσης στην καταδικαστική απόφαση με σαφήνεια. Αίτηση αναίρεσης για ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση ως προς το είδος της διακινδύνευσης του παθόντος και εντεύθεν στέρησης της από νόμιμη βάση. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή στο Δικαστήριο που την εξέδωσε.
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
1
Αριθμός 765/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ..... Η.Π.Α., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.932/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2.094/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 348/30.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 293/ 3-12-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 ...., κατοίκου ..... Η.Π.Α., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Παντελή Ησαϊόγλου, δυνάμει της από 28-11-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της υπ'αριθμ.1932/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα : 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 286/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, από την οποία το περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η περιουσιακή βλάβη που απειλήθηκε υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος η παραπεμφθείσα αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ήσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθ. 1932/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εναντίον του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την κρινομένη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον διορισθέντα αντίκλητο της αναιρεσείουσας, κατοίκου εξωτερικού, δικηγόρο Αθηνών Παντελή Ησαίογλου την 24-11-2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2007, δηλαδή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθμ. 293/3-12-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, διότι παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα.Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σα πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, υπό την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της (ΑΠ 961/2006). Με την έννοια αυτή περιουσιακή βλάβη θεωρείται τόσο η οριστική απώλεια ενός περιουσιακού στοιχείου, όσο και ο συγκεκριμένος κίνδυνος της οριστικής απώλειας αυτού. Η απειλή μειώσεως της περιουσίας είναι ενεστώσα ζημία, που συνίσταται σε πραγματική μείωση των οικονομικών δυνατοτήτων του φορέα της περιουσίας. Περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν απαιτείται ταύτιση του απατημένου και του βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Εντεύθεν έπεται ότι η απάτη δύναται να διαπραχθεί και ενώπιον του δικαστηρίου, με την παραπλάνηση του δικαστή στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, όταν υποβάλλονται ψευδείς ισχυρισμοί, που υποστηρίζονται με επίκληση και προσαγωγή εν γνώσει πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και γνησίων, πλην όμως ανακριβών κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων αποδεικτικών στοιχείων παραπλανάται το δικαστήριο και προβαίνει στην έκδοση αποφάσεως υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ όταν το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς ή δεν εξέδωσε οριστική απόφαση, τότε υφίσταται απόπειρα απάτης (ΑΠ 305/2007).Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Π.Κ. οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι χάριν της μεταξύ των κρατών αλληλεγγύης, η οποία αποσκοπεί στην τιμωρία του υπαιτίου και προς αποφυγή της ανεπίτρεπτης ατιμωρησίας, με άμεσο στόχο την ομαλή κοινωνική συμβίωση, προβλέπεται η εφαρμογή του ελληνικού ποινικού νόμου κατά την εκδίκαση ποινικού αδικήματος, τελεσθέντος στην αλλοδαπή από ημεδαπό, υπό τον όρο ότι το χαρακτηριζόμενο ως κακούργημα ή πλημμέλημα είναι αξιόποινο και κατά τους νόμους της χώρας, στο έδαφος της οποίας τελέσθηκε. Η πρόβλεψη αυτή συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, δεδομένου ότι κείται εκτός της αντικειμενικής αποστάσεως του αδικήματος του προβλεπομένου από τον ελληνικό ποινικό νόμο, δεν περιλαμβάνεται δε ούτε στον άδικο χαρακτήρα ή στον καταλογισμό, εντεύθεν δε θεωρείται ως εντασσόμενος στην έννοια των θετικών προϋποθέσεων του εγκλήματος και ανάγεται στην ενοχή του κατηγορουμένου, δεν ασκεί δε επιρροή ότι δεν προδιαγράφεται ως τμήμα της σχετικής διατάξεως, με την οποία προσδιορίζονται τα επί μέρους στοιχεία του συγκεκριμένου εγκλήματος, αλλά αντιθέτως εμπεριέχεται σε άλλη διάταξη, η οποία αφορά ρύθμιση γενική, σχετιζόμενη με τα τοπικά όρια της ισχύος των ποινικών νόμων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή. Η ιδιαιτερότητα δε του εξωτερικού όρου του αξιοποίνου συνίσταται στο ότι, αν ελλείπει στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου επιβάλλεται και ορίζεται στο νόμο, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και το επιλαμβανόμενο δικαστικό συμβούλιο οφείλει να αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, ενώ το δικαστήριο οφείλει να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 2353/2005, ΑΠ 1059/2001, ΑΠ 1695/1999, ΑΠ 285/1984). Εξάλλου όταν η πράξη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, για να χωρήσει η ποινική δίωξη κατά ημεδαπού για την πράξη αυτή που τέλεσε στην αλλοδαπή, αρκεί αυτή (πράξη) να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη από τον αλλοδαπό ποινικό νόμο, χωρίς να ενδιαφέρουν ούτε ο χαρακτηρισμός της ως κακούργημα από τον αλλοδαπό ποινικό νόμο, ούτε η απειλούμενη ποινή. 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίροντα ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004). Περαιτέρω η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου και καθολικά, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ιδίων περιστατικών, θα ήταν άσκοπη και περιττή. Το ίδιο ισχύει και όταν το βούλευμα αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως. Όταν όμως το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται, μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν έχει τη δυνατότητα, χωρίς δικές του σκέψεις, να αναφερθεί εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του λειτουργία και απεμπολείται η δευτεροβάθμια κρίση, η οποία έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, απαραίτητης για την απάντηση στα παράπονα και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Στην περίπτωση αυτή καθολικής αναφοράς του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, το βούλευμα (του Συμβουλίου Εφετών) στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έχει, όμως, το Συμβούλιο Εφετών τη δυνατότητα, εφόσον το βούλευμά του έχει δικές του σκέψεις ή αναφέρεται στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, να παραπέμψει (το βούλευμα ή η εισαγγελική πρόταση), συμπληρωματικά μόνο, στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθώς και της ενσωματωμένης σ' εκείνο εισαγγελικής προτάσεως (ΑΠ 1335/2005).Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτόν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής, συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο υπ' αριθμ. 286/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα "από τη μήνυση, σε συνδυασμό και με την κατάθεση της μάρτυρα ....., καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με μήνυση (ΑΒΜ Β-2003/4506) που κατέθεσε την 7-11-2003 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο Ψ1, καταγγέλλει ότι: Η κατηγορούμενη Χ1, η οποία σημειωτέον τυγχάνει αδελφή του, στις 5-5-2001 κατήγγειλε στην Αστυνομία του .....των Η.Π.Α.) και ειδικότερα στη Μονάδα Απάτης Ακίνητης Περιουσίας, η οποία υπάγεται στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος, ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της σε μια πράξη δωρεάς, δια της οποίας μεταβιβάστηκε ακίνητο στο όνομά του (μηνυτή) κατονομάζοντας αυτόν (δηλαδή το μηνυτή) ως υπαίτιο για τη συγκεκριμένη πλαστογραφία. Η ανωτέρω καταγγελία έγινε δολίως από τη μηνυομένη σε Αρχή, η οποία έχει τη δυνατότητα συλλήψεως ή και φυλακίσεως, με απώτερο σκοπό να υποστεί (ο μηνυτής) μια άδικη δίωξη και η ίδια να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Της καταγγελίας αυτής, η οποία τελικώς αποδείχθηκε ψευδής, έλαβε γνώση ο μηνυτής την 10-10-2003 και η έγκληση κατατέθηκε την 7-11-2003, δηλαδή εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 6§3 σε συνδυασμό με 117§1 Π.Κ. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη υπέβαλε ενώπιον του Ανωτέρω Δικαστηρίου της Πολιτείας της Καλιφόρνια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής στις 5 Ιουνίου 2001 αγωγή κατά του ήδη μηνυτή με την οποία υποστηρίζει ότι, αυτός ιδιοποιήθηκε μια κατοικία της στο .... των Η.Π.Α., χρησιμοποιώντας ένα δωρητήριο συμβόλαιο (Grant Deed) που έφερε την υπογραφή της, η οποία υπογραφή της είχε πλαστογραφηθεί είτε από αυτόν (δηλαδή τον μηνυτή), είτε κατόπιν δικών του ενεργειών και κατά συνέπεια, η παραπάνω οικία έπρεπε να επιστραφεί σ' αυτήν, δηλαδή στην ήδη κατηγορουμένη. Μεταξύ άλλων, η κατηγορουμένη ζητούσε να ακυρωθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση, να της αποδοθούν τα μισθώματα που έλαβε ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα που είχε ακολουθήσει τη μεταβίβαση του ακινήτου σ' αυτόν, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα το δικό της περιουσιακό όφελος, ύψους περίπου δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος (βλ. την ανωτέρω μήνυση στην Αγγλική και σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική). Με την με αριθμό 100952-4/4 απόφασή του το ανωτέρω Δικαστήριο έκρινε ότι, η αμφισβητούμενη πράξη δωρεάς είναι αυθεντική και όχι προϊόν πλαστογραφίας, έγκυρη και ισχύουσα και ότι, δι' αυτής έχει μεταβιβασθεί κάθε δικαίωμα της εναγομένης επί της εν λόγω ιδιοκτησίας στον εναγόμενο και η ίδια (κατηγορουμένη) ουδεμία αποζημίωση (η νομική αποκατάσταση) δικαιούται λόγω της υποβληθείσας αγωγής, ενώ την καταδίκασε και στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.Η εκκαλούσα κατηγορουμένη υποστηρίζει (στην κρινόμενη έφεσή της) ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς, κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσε. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι : α) είναι πολίτης και μόνιμος κάτοικος των Η.Π.Α. και δεν πρέπει να εφαρμοστούν οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι, ούτε να επιληφθούν της υποθέσεως τα Ελληνικά ποινικά δικαστήρια, β) είναι παντελώς αναιτιολόγητο καθώς δεν αναφέρει ποια πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, εάν αυτά στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται και εάν αυτά στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται και εάν αυτό και με ποιες διατάξεις τιμωρείται στην αλλοδαπή, γ) δεν εξετάστηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά πόσο η προβαλλόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί ήταν προφανώς αβάσιμοι ή αβάσιμοι, ώστε να είναι ικανοί εάν αποδεικνύονται να πείσουν τον δικαστή, δ) δεν διέπραξε την πράξη για την οποία κατηγορείται καθώς δεν παρέστησε ψευδή γεγονότα στον δικαστή, ε) ο προσδιορισμός του περιουσιακού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας στο ποσό των 73.000 δραχμών έγινε χωρίς πλήρη αιτιολογία, αλλά και εσφαλμένως, με αποτέλεσμα η πράξη να μην αποτελεί κακούργημα, αλλά πλημμέλημα. Σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς της εκκαλούσας κατηγορουμένης θα πρέπει να λεχθεί ότι : 1) όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, ότι δηλαδή η ίδια η εκκαλούσα-κατηγορουμένη είναι πολίτης και μόνιμος κάτοικος των Η.Π.Α. και δεν πρέπει να εφαρμοστούν γι' αυτή οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι, ούτε να επιληφθούν της υποθέσεως τα Ελληνικά ποινικά δικαστήρια, η απάντηση είναι ότι : παράλληλα με την υπηκοότητα των Η.Π.Α., έχει και την Ελληνική ιθαγένεια, όπως σαφέστατα προκύπτει από τα υπομνήματα του μηνυτή, αλλά και από τα φωτοαντίγραφα του διαβατηρίου των Η.Π.Α. (που υπάρχουν στη δικογραφία), από τα οποία επίσης προκύπτει ότι, έχει γεννηθεί στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια έχει αποκτήσει την Ελληνική ιθαγένεια λόγω γεννήσεως και επομένως τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτής και οι Ελληνικοί νόμοι, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 6 Π.Κ. όπως ήδη ελέχθη στο νομικό μέρος παραπάνω. 2) όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν προέκυψε από ποια πραγματικά περιστατικά θεμελιώνεται το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται και εάν αυτό και με ποια διατάξεις τιμωρείται στην αλλοδαπή, η απάντηση είναι ότι : Α) Η τέλεση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται να δικαστεί προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπάνω αναφερόμενης με αριθμό 100952-4/4 απόφασης του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Πολιτείας της Καλιφόρνια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Β) Όσον αφορά την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτή (αυτή η θεμελίωσή του) προκύπτει από το ότι : α) κατά ρητή κατάθεση της μάρτυρος ......, (συζύγου του μηνυτή), η κατηγορουμένη ενώπιόν της είχε παλαιότερα απευθύνει στον εγκαλούντα την απορία της, γιατί ενώ του έχει μεταβιβάσει από το έτος 1984 το εν λόγω ακίνητο, εξακολουθούν να της κοινοποιούνται ειδοποιήσεις για παραβάσεις σχετικές με αυτό, β) κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παραπάνω Αμερικανικού Δικαστηρίου, η κατηγορουμένη υπεστήριξε τον εν λόγω ψευδή ισχυρισμό της περί πλαστότητος της υπογραφής της, καταθέτουσα ενόρκως. Ειδικότερα η ίδια όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο το συγκεκριμένο ακίνητο δεν το ανέφερε μεταξύ των άλλων (ακινήτων) που έχει στην ιδιοκτησία της, απήντησε ότι αυτό το έκανε, γιατί ο αδελφός της (ήδη μηνυτής και τότε κατηγορούμενος για πλαστογραφία) της υπαγόρευε τι να γράψει και μάλιστα ένα μέρος από αυτά τα έγγραφα τα συμπλήρωσε ο ίδιος, γ) προκειμένου (η τότε μηνύτρια και τώρα κατηγορουμένη) να στοιχειοθετήσει την παρουσία του αδελφού της (τότε κατηγορουμένου) στην Ελλάδα κατά την περίοδο της υπογραφής της πράξεως της δωρεάς, παρουσίασε στο Δικαστήριο εισιτήριο της αεροπορικής εταιρίας TWA, που ανήκε στον πατέρα τους ......, καταθέτοντας ότι, αυτό το εισιτήριο αυτό ανήκε στον αδελφό της (βλέπε το από 1-3-2004 υπόμνημα μηνυτή). Γ) Όσον αφορά τον επιμέρους ισχυρισμό ότι, το εκκαλούμενο παραπεμπτικό γι' αυτή βούλευμα δεν αναφέρει εάν το έγκλημα για το οποίο παραπέμπεται να δικαστεί τιμωρείται στην αλλοδαπή και με ποιες διατάξεις, η απάντηση είναι ότι : Στο 4ο φύλλο του εκκαλουμένου με αριθμό 286/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ρητώς αναφέρεται ότι : "...η εν λόγω πράξη της, προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα της Πολιτείας της Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και δη την παράγραφο 532 σε συνδυασμό με τις παραγράφους 486 και 663 έως 665". Πράγματι επιβεβαιώνεται ότι, (αντιγραφή κατά λέξη) "....ο ποινικός κώδικας της Καλιφόρνια (χρονολογία εκδόσεως νομοθετικής πηγής στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου : 1999 (εφεξής ΠΚΚαλ) προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της απάτης στην παράγραφο 532, που έχει σε μετάφραση ως εξής : Παράγραφος 532- (α) Όποιος εν γνώσει και σκοπίμως, μέσω ψευδών ή απατηλών μέσων ή παραστάσεων, αφαιρεί δι' εξαπατήσεως από άλλον χρήματα, εργασία ή περιουσία, ακίνητη ή κινητή, ή προκαλεί ή υποκινεί άλλους να παράσχουν ψευδείς πληροφορίες σχετικά με την περιουσία του ή της ή τον εμπορικό χαρακτήρα [αυτών] και με τον τρόπο αυτό λαμβάνει πίστωση εξαπατώντας άλλα πρόσωπα και έτσι γίνεται δια εξαπατήσεως άλλα πρόσωπα και έτσι γίνεται δια εξαπατήσεως κύριος χρημάτων ή περιουσίας ή καρπώνεται την εργασία ή τις υπηρεσίες άλλου, τιμωρείται κατά τον ίδιο τρόπο και με την ίδια ποινή όπως εκείνος που αποκτά χρήματα ή περιουσία δια κλοπής, (β)......Σύμφωνα με την παράγραφο 486 ΠΚΚαλ η κλοπή διακρίνεται σε μεγάλη και μικρή κλοπή. Η μεγάλη κλοπή (grand theft), με οικονομικό αντικείμενο που υπερβαίνει τα 400 δολάρια, τιμωρείται με φυλάκιση στις πολιτειακές φυλακές που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εκτός αν πρόκειται για κλοπή όπλου που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω (παράγρ. 489 ΠΚΚαλ). Η μικρή κλοπή (petty theft) τιμωρείται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα 1.000 δολάρια ή με φυλάκιση στις κομητειακές φυλακές που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ως προς την απόπειρα απάτης, αν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη και τιμωρία σε σχέση με συγκεκριμένο έγκλημα, όπως εν προκειμένω για την απάτη, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 663 έως 665 ΠΚΚαλ, που αποτελούν γενικές διατάξεις περί απόπειρας. Σύμφωνα με την παράγραφο 664 (α), αν κάποιο έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση στις πολιτειακές φυλακές, η απόπειρά του τιμωρείται με το ήμισυ της ποινής που προβλέπεται για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος....." (βλ. το με αριθμ.πρωτ.726Π/3-3-2004β έγγραφο-απάντηση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ). 3) Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν εξετάστηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά πόσο οι προβαλλόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί ήταν προφανώς αβάσιμοι ή βάσιμοι, ώστε να είναι ικανοί εάν αποδεικνύονται να πείσουν τον δικαστή, η απάντηση είναι ότι : Οι αστικής φύσεως αυτοί ισχυρισμοί του ουδόλως ενδιαφέρουν την κρινομένη ποινική υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση όμως έχουν εξεταστεί και έχουν κριθεί ως αβάσιμοι, όπως συνάγεται από την παραπάνω αναφερομένη με αριθμό 100952-4/4 απόφαση του Αμερικανικού Δικαστηρίου. 4) Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν διέπραξε την πράξη για την οποία κατηγορείται καθώς δεν παρέστησε ψευδή γεγονότα στον δικαστή, η απάντηση είναι ότι : Από την παραπάνω αναφερομένη με αριθμό 100952-4/4 απόφαση του Αμερικανικού Δικαστηρίου προκύπτει εντελώς το αντίθετο, από όσα τώρα υποστηρίζει. 5) Όσον αφορά τον πέμπτο ισχυρισμό, ότι δηλαδή ο προσδιορισμός του περιουσιακού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας στο ποσό των 73.000 δραχμών έγινε χωρίς πλήρη αιτιολογία, αλλά και εσφαλμένως, με αποτέλεσμα η πράξη να μην αποτελεί κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, η απάντηση είναι ότι : Στο 4ο φύλλο του εκκαλουμένου με αριθμό 286/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ρητώς αναφέρεται ότι ".....το όφελος, που προσδοκούσε η κατηγορουμένη να αποκομίσει από την εν λόγω αγωγή της ανερχόταν στο ποσόν των 2.000.000 ευρώ περίπου (αξία ακινήτου και μισθώματα πέραν των 25 ετών), ....". Το ύψος του ποσού αυτού επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της μήνυσης (βλέπ. 3η σελίδα αυτής), την αλήθεια του οποίου (περιεχομένου μήνυσης) επιβεβαίωσε ενόρκως ο μηνυτής κατά την κατάθεσή της μηνύσεώς του (βλέπ. την από 7-11-2003 ένορκη εξέταση μηνυτή, συνημμένη στη μήνυση). Κατά τα λοιπά δε πραγματικά περιστατικά αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του με αριθμό 286/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά ή τη νομική αξιολόγηση των λοιπών ισχυρισμών της κατηγορουμένης), θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της λεπτομερέστατης αιτιολογίας του εκκαλουμένου Βουλεύματος. Από τα παραπάνω πραγματικά και νομικά περιστατικά σαφέστατα συνάγεται ότι οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά της προσφεύγουσας-κατηγορουμένης είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσε την πράξη που της αποδίδεται) και επιβάλλουν την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρο 111 συνδ. με 113 Κ.Π.Δ.) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Σημειωτέον δε ότι η πράξη αυτής της κατηγορουμένης, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, θεμελιώνει τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, που το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ. 1, 9 , 14, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 42 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 περ. β' Π.Κ., όπως το άρθρο 386 αντ. με άρθρα 1 παρ. 11 Ν. 2408/96 και 14 παρ. 4 ν. 2721/99 και παράγραφος 532 σε συνδυασμό με τις παραγράφους 486 και 663 έως 665 Π.Κ. Καλιφόρνια Η.Π.Α. σε συνδυασμό και με τα άρθρα 111 παρ. 1 και 123 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 286/2007 βούλευμά του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή της εκκαλούσας-κατηγορουμένης στο ακροατήριο, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον της, δεν έσφαλε, αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Επομένως η με αριθμό 99/5-3-2007 έφεση της κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ....., κατά του με αριθμό 286/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 παρ. 3 Κ.Π.Δ. και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. 5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της απόπειρας απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 3, 14, 26, 27, 42 παρ. 1 και 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., σε συνδυασμό με τις παραγράφους 532, 486, 663 και 665 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας της Καλιφόρνιας Η.Π.Α., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα μνημονεύει κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει ποια παραδοχή προκύπτει από καθένα από αυτά χωριστά, αρκεί δε ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του. Στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια οι ψευδείς ισχυρισμοί, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχείρησε να παραπλανήσει το Ανώτατο Δικαστήριο της Επαρχίας του Λος Άντζελες της Πολιτείας Καλιφόρνιας Η.Π.Α. και να επιτύχει έτσι την έκδοση ευνοϊκής γι' αυτήν αποφάσεως, ενώ εξ άλλου σαφώς και αιτιολογημένη είναι η παραδοχή του ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, υπερέβαινε κατά πολύ τις 73.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 2.000.000 ευρώ και συνεπώς η πράξη της απόπειρας απάτης προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών νομίμως και επιτρεπτώς αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία αναλύει τα νομικά και πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως με ιδιαίτερες σκέψεις, μόνο δε συμπληρωματικά αναφέρεται (η εισαγγελική πρόταση) στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η συμπληρωματική δε αυτή (και όχι καθολική) αναφορά δεν δημιουργεί έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 484 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας προτάσεως. Τέλος, με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι για την πράξη της αναιρεσείουσας εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αφενός μεν η αναιρεσείουσα έχει την ελληνική ιθαγένεια, αφετέρου δε η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της πολιτείας της Καλιφόρνιας Η.Π.Α., όπου φέρεται ότι τελέσθηκε.Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. 6. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων της 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, υπόκειται στη διακριτική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 1642/2006). Επομένως η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το υποβληθέν με το από 8-6-2007 υπόμνημά της αίτημα για αναβολή της επί της ουσίας κρίσεώς του και διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως μέχρι να εκδοθεί και επισυναφθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής της ενώπιον του εγκαλούντα Ψ1, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ενόψει της, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών για την ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία τούτο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε.7. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εν όψει του ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 293/3-12-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..... Η.Π.Α., κατά του υπ' αριθμ. 1932/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα,........ Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητάς της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ'αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίως μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα, το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση πραγματώνεται το αδίκημα της απόπειρας απάτης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ΠΚ "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται απ' αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι χάριν της μεταξύ των κρατών αλληλεγγύης, η οποία αποσκοπεί στην τιμωρία του υπαιτίου και προς αποφυγή της ανεπιτρέπτου ατιμωρησίας, με άμεσο στόχο την ομαλή κοινωνική συμβίωση, προβλέπεται η εφαρμογή του ελληνικού ποινικού νόμου κατά την εκδίκαση ποινικού αδικήματος, τελεσθέντος στην αλλοδαπή, από ημεδαπό, υπό τον όρο ότι το χαρακτηριζόμενο ως κακούργημα ή πλημμέλημα είναι αξιόποινο και κατά τους νόμους της χώρας στο έδαφος της οποίας τελέσθηκε. Η πρόβλεψη αυτή συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, δεδομένου ότι κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του προβλεπομένου από τον ελληνικό ποινικό νόμο, δεν περιλαμβάνεται δε ούτε στον άδικο χαρακτήρα ή στον καταλογισμό, εντεύθεν δε θεωρείται ως εντασσόμενος στην έννοια των θετικών προϋποθέσεων του εγκλήματος και ανάγεται στην ενοχή του κατηγορουμένου, δεν ασκεί δε επιρροή ότι δεν προδιαγράφεται ως τμήμα της σχετικής διατάξεως με την οποία προσδιορίζονται τα επί μέρους στοιχεία του συγκεκριμένου εγκλήματος, αλλά αντιθέτως εμπεριέχεται σε άλλη διάταξη, η οποία φορά τη ρύθμιση γενικά, σχετιζόμενη με τα τυπικά όρια ισχύος των ποινικών νόμων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή. Η ιδιαιτερότητα του εξωτερικού όρου του αξιοποίνου συνίσταται στο ότι εν ελλείψει του στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου επιβάλλεται και ορίζεται στο νόμο, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και το επιλαμβανόμενο δικαστήριο οφείλει να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, όταν η πράξη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, όπως είναι το έγκλημα της απάτης αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 3 ΠΚ), για να χωρήσει η ποινική δίωξη κατά ημεδαπού για την πράξη αυτή που τέλεσε στην αλλοδαπή, αρκεί αυτή (πράξη) να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη από τον αλλοδαπό ποινικό νόμο, χωρίς να ενδιαφέρουν ούτε ο χαρακτηρισμός της ως κακούργημα από τον αλλοδαπό ποινικό νόμο ούτε η απειλούμενη γι' αυτήν ποινή. Ακόμη προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν σ' αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, οι αποδείξεις με τις οποίες το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται ακόμη και εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών θα ήταν άσκοπη και περιττή. Το ίδιο ισχύει και όταν το βούλευμα αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής πρότασης. Όταν όμως το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν έχει τη δυνατότητα, χωρίς δικές του σκέψεις, να αναφερθεί εξ ολοκλήρου και καθολικά, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής πρότασης, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του λειτουργία και απεμπολείται η δευτεροβάθμια κρίση, η οποία έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, απαραίτητης για την απάντηση στα παράπονα και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της καθολικής αναφοράς του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής πρότασης, το βούλευμα (του Συμβουλίου Εφετών) στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έχει όμως το Συμβούλιο Εφετών τη δυνατότητα, εφόσον το βούλευμά του έχει δικές του σκέψεις ή αναφέρεται στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής πρότασης να παραπέμψει (το βούλευμα ή η εισαγγελική πρόταση), συμπληρωματικά μόνο, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος, καθώς και της ενσωματωμένης σ'εκείνο εισαγγελικής πρότασης. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.932/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής συμπληρωματικό, στο πρωτόδικο υπ' αριθμ. 286/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, του εγκαλούντος, τα υπομνήματα αυτού, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με μήνυση (ΑΒΜ Β-2003/4506) που κατέθεσε την 7.11.2003 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο Ψ1 καταγγέλλει ότι: Η κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) Χ1 κάτοικος ΗΠΑ, πλην όμως έχουσα την Ελληνική ιθαγένεια, την 5η Ιουνίου 2001 υπέβαλε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Επαρχίας Λος Άντζελες της Πολιτείας Καλλιφόρνια των ΗΠΑ, αγωγή σε βάρος του εγκαλούντος, Ψ1, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η μεταβίβαση προς τον εγκαλούντα αδελφό της ενός ακινήτου, ευρισκομένου στην πόλη ..... των ΗΠΑ , να της αποδοθεί αυτό και να αποκατασταθεί κάθε απορρέουσα από την αιτία αυτή ζημία της, κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή, ισχυριζόμενη ότι, ο προαναφερθείς πλαστογράφησε την υπογραφή της στην από 11 Οκτωβρίου 1984 πράξη δωρεάς, με την οποία φερόταν να μεταβιβάζεται σ'αυτόν το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας της. Με την υπ' αριθμ. 1000952-4/4 απόφασή του το ανωτέρω Δικαστήριο αποφάσισε ότι "...η αμφισβητούμενη πράξη δωρεάς είναι αυθεντική και όχι πλαστογραφία, έγκυρη και ισχύουσα και ότι δι' αυτής έχει μεταβιβασθεί κάθε δικαίωμα......της εναγούσης....επί της εν λόγω ιδιοκτησίας εις τον εναγόμενο....και η ενάγουσα....δεν δικαιούται ουδεμία αποζημίωση (ή νομική αποκατάσταση) λόγω της ανωτέρω αναφερομένης αιτιάσεως (ή αγωγής). Κατά δε τη μάρτυρα ...., σύζυγο του εγκαλούντος, η κατηγορουμένη ενώπιόν της είχε παλαιότερα απευθύνει στον εγκαλούντα την απορία της, γιατί ενώ του έχει μεταβιβάσει από το έτος 1984 το εν λόγω ακίνητο, εξακολουθούν να τις κοινοποιούνται ειδοποιήσεις για παραβάσεις σχετικές με αυτό, γεγονός το οποίο ενισχύει τα διαλαμβανόμενα από τον εγκαλούντα στην κρινόμενη έγκληση ότι δηλαδή η κατηγορουμένη είχε υπογράψει η ίδια την επίδικη πράξη δωρεάς, πράγμα το οποίο βεβαίως γνώριζε. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, την 23.6.2003, η κατηγορουμένη υποστήριξε τον εν λόγω ψευδή ισχυρισμό της περί πλαστότητας της υπογραφής της, καταθέτουσα ενόρκως. Ειδικότερα ή ίδια όταν ρωτήθηκε για ποιό λόγο το συγκεκριμένο ακίνητο δεν το ανέφερε μεταξύ των άλλων που έχει στην ιδιοκτησία της, απήντησε ότι αυτό το έκανε γιατί ο αδελφός της και κατηγορούμενος για πλαστογραφία της υπαγόρευε τί να γράψει και μάλιστα ένα μέρος από αυτά τα έγγραφα τα συμπλήρωσε ο ίδιος, προκειμένου δε να στοιχειοθετήσει την παρουσία του στην Ελλάδα κατά την περίοδο της υπογραφής της πράξεως της δωρεάς, παρουσίασε στο Δικαστήριο εισιτήριο της αεροπορικής εταιρίας TWA, που ανήκε στον πατέρα της ....., καταθέτοντας ότι αυτό το εισιτήριο ήταν του εγκαλούντος, ότι αυτός ταξίδεψε αντί του πατρός του, μεταβάς κατ' αρχήν στη Φρανγκφούρτη, όπου την επισκέφθηκε στην οικία της και ακολούθως στην Ελλάδα, όπου και πλαστογράφησε την υπογραφή της στην Πρεσβεία των ΗΠΑ (βλ.το 1.3.2004 υπόμνημα Ψ1). Σημειωτέον ότι, αφ' ενός μεν το όφελος που προσδοκούσε η κατηγορουμένη να αποκομίσει από την εν λόγω αγωγή της ανερχόταν στο ποσόν των 200.000 ευρώ περίπου (αξία ακινήτου και μισθώματα πέραν των 25 ετών), αφετέρου δε η εν λόγω πράξη της, προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα της Πολιτείας της Καλιφόρνια των ΗΠΑ και δη την παράγραφο 532 σε συνδυασμό με τις παραγράφους 486 και 663 έως 665. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.932/2007 βούλευμα του έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας κακουργηματικής απάτης και για το λόγο αυτόν απέρριψε την απ' αυτήν ασκηθείσα κατά του υπ' αριθμ. 286/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το επικαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου (Εφετών) εμφάνισή της, προς παροχή διευκρινήσεων και διασαφήσεων επί της κατηγορίας με την αιτιολογία ότι "αυτή έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις της και κάθε περαιτέρω επανάληψη των παρέλκει". Σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν παραπονείται με την κρινόμενη αίτησή της για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αιτήματός της από το Συμβούλιο Εφετών, η οποία όμως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφενός μεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμά του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση, οι αποδείξεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο για το ως άνω έγκλημα, αφετέρου δε σωστά εφήρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1, 26 παρ. 1, 27, 42 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 532, 486, 663 και 665 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας της Καλιφόρνιας ΗΠΑ, τις οποίες ούτε ευθέως αλλά ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την παραπεμπτική για την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει ποιά παραδοχή προκύπτει από καθένα απ' αυτά χωριστά, αρκεί δε ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται με σαφήνεια οι ψευδείς ισχυρισμοί, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχείρησε να παραπλανήσει το Ανώτατο Δικαστήριο της Επαρχίας του Λος 'Αντζελες της Πολιτείας Καλιφόρνιας ΗΠΑ και να επιτύχει έτσι την έκδοση ευνοϊκής γι'αυτήν αποφάσεως, ενώ εξάλλου σαφής και αιτιολογημένη είναι η παραδοχή ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, υπερέβαινε κατά πολύ τις 72.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 200.000 ευρώ (προσδιοριζόμενο με το σύνολο της αξίας του ακινήτου ..... δωρήθηκε από την αναιρεσείουσα στον εγκαλούντα και των μισθωμάτων που ισχυρίστηκε ότι απώλεσε από τις προμνημονευόμενες ενέργειες του πολιτικώς ενάγοντος - αδελφού της) και συνεπώς η πράξη της απόπειρας απάτης προσλαμβάνει το χαρακτήρα του κακουργήματος. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών νομίμως και επιτρεπτώς αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία αναλύει τα νομικά και πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως με ιδιαίτερες σκέψεις, μόνο δε συμπληρωματικά αναφέρεται (η εισαγγελική πρόταση) στο πρωτόδικο υπ' αρ. 286/2007 βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η συμπληρωματική δε αυτή (και όχι καθολική) αναφορά δεν δημιουργεί έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 484 στοιχ. δ' ΚΠΔ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη του παρόντος βουλεύματος. Τέλος, με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι για την πράξη που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα εφαρμόζονται οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του, αφενός μεν έχει την Ελληνική ιθαγένεια (που ουδέποτε απέβαλε, ανεξάρτητα της απόκτησης απ' αυτήν και της ιθαγένειας των ΗΠΑ), αφετέρου δε η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της Πολιτείας της Καλιφόρνιας ΗΠΑ, όπου φέρεται ότι τελέσθηκε. Καθ' ό μέρος δε, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν αυτές λόγο αναιρέσεως, καθόσον πλήττεται έτσι αναιρετικά η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του συμβουλίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπλήρωση της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το υποβληθέν με το από 8.6.2007 υπόμνημά της αίτημα για αναβολή της επί της ουσίας κρίσεώς του και διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως μέχρι να εκδοθεί και επισυναφθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καλιφόρνια των ΗΠΑ κατά του εγκαλούντος Ψ1, (από την οποία θα καταδεικνυόταν, κατ' αυτήν, το μη παράνομο σε βάρος του περιουσιακό όφελός της), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ενόψει της, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κρίσης του Συμβουλίου Εφετών για την ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία τούτο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και τις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Συμβούλιο αυτό κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρων, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 3 Δεκεμβρίου 2007 και με αριθμ. 293/2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.932/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα κακουργηματικής απάτης από ημεδαπή στην αλλοδαπή σε βάρος Έλληνα υπηκόου. Απόρριψη αιτήσεως αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Συμπληρωματική αναφορά βουλεύματος σε Εισαγγελική πρόταση. Ορθή απόρριψη αιτήματος κατηγορουμένης για περαιτέρω ανάκριση με ειδική αιτιολογία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση, Έγκλημα ημεδαπού στην αλλοδαπή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 763/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 1152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και τους από 9-1-09 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1437/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α' του Ν.2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Επίσης εικονικό είναι και το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 21& 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, ειδικά επί των προβλεπομένων από τα άρθρα 17 και 18 αδικημάτων της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών αντιστοίχως, η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής. Αντίθετα, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 η ποινική δίωξη δεν εξαρτάται από τυχόν άσκηση προσφυγής ενώπιον διοικητικού Δικαστηρίου και αντίστοιχης τελεσίδικης κρίσης αυτού αλλά, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του εδ. γ' της &2 του άνω άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1152/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη και ειδικότερα στη ....., κατά τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2000, 2001 και 2003, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 4-7-2000 έως 26-8-2002, όπως αυτό αναλυτικότερα εξειδικεύεται κατωτέρω, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος, με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.2523/1997 και "πιο συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και στους κάτωθι λεπτομερώς αναγραφόμενους χρόνους, σε γενόμενο έλεγχο που έγινε στην επιχείρηση του επί της οδού ......, στις 30-1-2003 από αρμόδιους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, ο ως άνω κατηγορούμενος ελεύθερος επαγγελματίας (εργολάβος οικοδομών), καταλήφθηκε να έχει αποδεχθεί και καταχωρήσει στα βιβλία του, κατά τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2000 τριάντα τέσσερα (34) δελτία Αποστολής-Τιμολόγια, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, δραχμών 115.366.784 ή 338.567,23 Ευρώ, κατά τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2001, είκοσι πέντε Δελτία Αποστολής αξίας χωρίς ΦΠΑ, δραχμών 71.157.280 ή 208.825,47 Ευρώ και για τη χρήση του έτους 2002 εκατόν έξι (106) Δελτία Αποστολής- Τιμολόγια και φορτωτικές αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 479.510,03 Ευρώ, συνολικά δε για τα ανωτέρω τρία έτη φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας 1.026.902,73 Ευρώ, από προμηθευτές τα οποία άπαντα ήταν πλαστά ή εικονικά, καθώς για τους λόγους που κατωτέρω εκτίθενται, αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα: 1) Για το έτος 2000 Α) Τα υπ' αριθ. 1)... 2)... Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής συνολικής αξίας 79.126.784 δραχμών, τα οποία φέρουν ως εκδότρια την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΕΧ ΕΠΕ". Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 113 έως 149 και διάτρηση με τα στοιχεία ....., είναι πλαστά και εικονικά, καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και με βάση τον κωδικό διάτρησης αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί στη ΔΟΥ ...., ωστόσο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχείρηση στελέχη τιμολογίων Δελτίων Αποστολής με αύξοντες αριθμούς από 101-150, στις 28-7-1000 και συνεπώς τα γνήσια φορολογικά στοιχεία έπρεπε να φέρουν διάτρηση με την ένδειξη "....", πέρα δε αυτών η ως άνω επιχείρηση ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη καθόσον για τα κρίσιμο χρονικό διάστημα δε διενεργούσε εμπορικές συναλλαγές, ούτε απασχολούσε προσωπικό για την εκτέλεση των εργασιών της και συνεπώς, όλες οι συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους Β) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)..... Τιμολόγια Δελτία Αποστολής συνολικής αξίας 21.980.000 δραχμών τα οποία φέρουν ως εκδότρια τη ....... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 28 έως 36 και διάτρηση με τα στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Μάϊο του 2000 από τη Β ΔΟΥ ...., εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχειρηματίας δεν θεώρησε κανένα φορολογικό στοιχείο στην ως άνω Οικονομική Υπηρεσία και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Γ) Τα υπ' αριθμ. 1)..., 2).... "Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας 14.260.000 δραχμών τα οποία φέρουν ως εκδότρια τη ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 709 έως 725 και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 από τη ΔΟΥ .... Αθηνών, εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχειρηματίας δεν θεώρησε κανένα φορολογικό στοιχείο στην ως άνω Οικονομική Υπηρεσία με τα εν λόγω στοιχεία, αλλά Δελτία Αποστολής με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 50 σειράς Δ και Ε και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους II) Για το έτος 2001 Α) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)..... Δελτία-Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας δραχμών 51.877.280 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ..... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν, διάτρηση με στοιχεία "....." είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά 6α έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Μάϊο 2001 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Β)Τα υπ'αριθ. 1)...,2)... Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας δραχμών 19.280.000 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ..... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 505 έως 536Α και διάτρηση με στοιχεία "....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 από τη ΔΟΥ ..... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Φεβρουάριο του 2001 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. III) Για τα έτος 2002 Α) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)...Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας σε Ευρώ 120.057,62 τα οποία φέρουν ως εκδότρια την μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ATHNAN ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 113 έως 175Α και διάτρηση με στοιχεία "......", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί τον Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η εν λόγω επιχείρηση ήταν αρμοδιότητας ΔΟΥ ....., από 3-9-2001, πέραν δε αυτού η επιχείρηση αυτή δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία έως το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Β) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)... Δελτία Αποστολής- Τιμολόγια συνολικής αξίας Ευρώ 168.630,24 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 597 έως 671 Α και διάτρηση με στοιχεία "....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί τον Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ ...., εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό- διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία έως το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, ούτε έχει θεωρήσει ποτέ χειρόγραφα στοιχεία σειράς Α με αριθ. από 597 - 671 και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Γ) Τα υπ' αριθ. 1)...,2)... Δελτία Αποστολής-Τιμολόγια συνολικής αξίας Ευρώ 129.533,60 τα οποία φέρουν ως εκδότη το... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 801 έως 1033 Α και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε, να είχαν θεωρηθεί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Φεβρουάριο του 2001 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Δ) Τις υπ' αριθ. 1)..., 2).... Φορτωτικές συνολικής αξίας Ευρώ 17.498,95 οι οποίες φέρουν ως εκδότη τον .... και αποστολέα τον ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 777 έως 793 και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Νοέμβριο του έτους 1998 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Ε) Τις υπ' αριθ. 1)..., 2)... Φορτωτικές συνολικής αξίας Ευρώ 43.789,62 οι οποίες φέρουν ως εκδότη τον .... και αποστολείς την "ΑΤΗΝΑΝ ΕΠΕ" και τον ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 1004 έως 1029 και από 902 έως 923 Α και διάτρηση με στοιχεία "...., ...., ....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει φορολογικά στοιχεία με τις ανωτέρω ενδείξεις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αλλά έχει θεωρήσει μόνο φορτωτικές με αύξοντα αριθμό από 1401 έως 1800 σειράς Α και ουδέποτε εκτός σειράς και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει από την συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία των κατηγ/νων) και ιδίως από τη σαφή και με έμμεσο λόγο γνώσης κατάθεση του υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ..... οποίος έκανε έλεγχο στην επιχείρηση του κατηγ|νου και με σαφήνεια εκθέτει λεπτομερώς όλα τα ανωτέρω. Δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης καθότι το Δικαστήριο στηρίζεται στο ανωτέρω αποδεικτικό υλικό το οποίο είναι επαρκές για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και το σχετικό αίτημα του κατηγ/νου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία οι επιχειρήσεις που φέρονται ως εκδότες των παραπάνω στοιχείων είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες και μοναδικός σκοπός σύστασής τους ήταν η διάθεση των φορολογικών στοιχείων τους. Καμμία δεν βρέθηκε να λειτουργεί στις διευθύνσεις που έχουν δηλωθεί ως έδρες τους. Ακόμη κανείς υπεύθυνος των ανωτέρω επιχειρήσεων δεν βρέθηκε και ορισμένα από τα φερόμενα ως επιχειρηματίες πρόσωπα αρνούνται μεταφορά οικοδομικών υλικών στην Κω και έκδοση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών στοιχείων. 0 ίδιος ο κατηγ/νος ο οποίος είχε αναλάβει σημαντικά έργα μεγάλου κατασκευαστικού κόστους στο .... στήριξε την προμήθεια των υλικών σε πρόσωπα προμηθευτές που όπως ισχυρίσθηκε δεν γνώριζε χωρίς να είναι σε θέση να δώσει πειστική εξήγηση για ποιο λόγο για την μεταφορά όλων αυτών των υλικών δεν υπάρχουν φορτωτικές ή άλλα μεταφορικά έγγραφα ούτε κατονόμασε ποιοί ήταν οι αντιπρόσωποι που λάμβαναν τις παραγγελίες ή κατέβαλε τα χρηματικά ποσά. Η λήψη και καταχώριση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών τιμολογίων στα βιβλία του κατηγ/νου έγινε εκ μέρους του για να ωφεληθεί ο ίδιος και παράλληλα να ζημιωθεί το Ελληνικό Δημόσιο τα ανωτέρω ποσά Φ.Π.Α. και φόρου εισοδήματος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 3, 4, 21 παρ. 2 του ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ.3 του ν.2753/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση, Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, εκτίθεται στην εν λόγω απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων, αιτιολογείται δε επαρκώς και η γνώση του για το ανύπαρκτο των συναλλαγών και χρηματικών απαιτήσεων που αναφέρονται σ' αυτά. Ακόμη επαρκώς αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου 1) για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να τελεσιδικήσουν αποφάσεις επί των ασκηθεισών προσφυγών του και 2) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με την ειδικότερη, αντίστοιχα, αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην απόφαση του, ότι "η ποινική δίωξη δεν εξαρτάται από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και από την τυχόν άσκηση προσφυγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου και αντίστοιχης τελεσιδίκου κρίσης αυτού και η όποια κρίση του διοικητικού δικαστηρίου ουδόλως δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προχωρήσει στην εκδίκαση του ποινικού σκέλους της υποθέσεως και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ελλείψει οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής, καθώς και το σχετικό αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου, προκειμένου να προσκομιστεί η σχετική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου επί ασκηθείσας προσφυγής του κατηγορουμένου", και "Δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης καθότι το Δικαστήριο στηρίζεται στο ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, το οποίο είναι επαρκές, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο". Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, δεχθέν ότι για την άσκηση της ποινικής δίωξης δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη τελεσίδικη επίλυση της φορολογικής διαφοράς ή η πάροδος της προθεσμίας προσφυγής, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ. πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά με τον άνω, πρώτο, λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού (174 του ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ....., υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος άσκησε καθήκοντα ελεγκτή κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και συνυπέγραψε την έκθεση ελέγχου, παρά την εναντίωση που προέβαλαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, δια των οποίων αυτός εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη, επικαλούμενοι το άρθρο 211 ΚΠΔ, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (18-4-2008) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως, δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ο δε τέταρτος, (εκτιμώμενος), από το άρθρο 510 $ 1 Α' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τους δεύτερο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 Α', Β', Ε', ΣΤ' και 2 του ΚΠΔ και ειδικότερα οι αιτιάσεις ότι 1) απαραδέκτως παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο, δι' απευθείας κλήσεως με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να απολογηθεί και να προτείνει μάρτυρες, 2) το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε είναι άκυρο 3) προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση στο ακροατήριο ως πολιτικώς ενάγοντος του υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ..... για λογαριασμό του Δημοσίου 4) το Μονομελές, αλλά και το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ανακάλεσαν προηγούμενες αποφάσεις των, με τις οποίες είχαν διατάξει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης έως την τελεσίδικη κρίση των Διοικητικών Δικαστηρίων για την επίδικη φορολογική διαφορά 5) το δικαστήριο, ως προς την περί ενοχής κρίση του, δεν δεσμεύτηκε από το περιεχόμενο των πορισμάτων του 54ου ΤΕΚ Ρόδου στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση από τον έφορο Ρόδου 6) η ποινική δίωξη σε βάρος του είναι απαράδεκτη, εκ του ότι προηγήθηκε άλλη ποινική δίωξη σε βάρος του γιου του, για την ίδια πράξη, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 4456/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και 7) αν και ο Διευθυντής ΣΔΟΕ ..., με την ....αναφορά ζήτησε την παραπομπή του για μία από τις πράξεις αποδοχής πλαστών και εικονικών τιμολογίων, ο Εισαγγελεύς με την άσκηση της ποινικής δίωξης χαρακτήρισε την πράξη ως κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα. Οι αιτιάσεις αυτές, πλην της δεύτερης και της τρίτης, δεν θεμελιώνουν κάποιο από τους παραπάνω λόγους και τούτο γιατί 1) η απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δεν προκαλεί κάποια ακυρότητα, για την οποία να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως 2) το δικαστήριο ανακαλεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τις παρεμπίπτουσες περί αναβολής αποφάσεις του και κρίνει κυριαρχικά αν συντρέχει περίπτωση αναβολής κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΠΔ 3) το Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο πορισμάτων διοικητικών αρχών 4) η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον άλλου προσώπου για την ίδια πράξη, και κηρύχθηκε απαράδεκτη δεν κωλύει την άσκηση αυτής εναντίον άλλου προσώπου και 5) ο ορθός η μη χαρακτηρισμός της πράξης από τον Εισαγγελέα, δεν δημιουργεί κάποια ακυρότητα. Τέλος οι με στοιχ'. 2 και 3 παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, 1) όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτήν πρακτικά, ενώπιον του Δικαστηρίου που την εξέδωσε δεν ασκήθηκε πολιτική αγωγή ούτε παραστάθηκε κάποιος και ειδικά το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον και 2) δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη έλλειψη του κλητηρίου θεσπίσματος από την οποία προκλήθηκε η επικαλούμενη ακυρότητα του και ακόμη αυτή δεν προτάθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κατηγορουμένου, δια των οποίων αυτός εκπροσωπήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από την 7241/2007 απόφαση του και συνεπώς, ως σχετική, καλύφθηκε. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Η' του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με την παράλειψη του να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, γιατί από το χρόνο που τελέστηκε η πράξη του κατηγορουμένου (4-7-2000 έως 26-8-2002) μέχρι την εκδίκαση της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (18-4-2008), ο οποίος είναι κρίσιμος χρόνος, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολο της, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-7-2008 αίτηση του ..... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 1152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστά και εικονικά τιμολόγια. Απόλυτη ακυρότητα, από κατάθεση μάρτυρα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Δίωξη δίχως τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 762/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 835/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1119/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 441/22.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αριθμ. 117/18-6-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, οδός ......, ......, κατά του υπ' αρ. 835/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν (α) η με αριθμ. 668/2007 έφεση του Χ, κατά του υπ' αρ. 3382/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ (άρ. 13, 14-18, 26 παρ. 1,27 § 1, 98, 216 § 1,3β' ΠΚ ως ισχύουν) και (β) το αίτημα του ανωτέρω για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για παροχή διευκρινήσεων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. τα από 9/6/2008 αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Βασίλειο Πασσάλη) από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρ. 473, 474, 482 παρ. 1, 3) με την από 18/6/2008 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασ. Πασσάλη (δυνάμει της από 17/6/2008 εξουσιοδοτήσεως) στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσης της υπ' αρ. 117/18-6-2008 έκθεσης αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και (β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 484 παρ. 1β'-δ' ΚΠΔ). Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) - πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 ΠΧ ΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής: To άρθρο 216 && 1,3 α, β Π.Κ., όπως ισχύει μετά τον Ν.2721/1999, ορίζει: "Όποιος καταρτίζει παστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000 Euro]. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών" [15.000 Euro]. Σύμφωνα με το άρθ. 13 γ εδ. α Π.Κ."Έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 στ) Π.Κ.: "Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Περαιτέρω κατά το άρθρο 98 && 1,2 Π.Κ., όπως η παρ. 2 προστέθηκε με άρθρο 14 &1 Ν.2721/3-6-1999: "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Με την διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ. θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξυπαρχής κατάρτιση εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή η νόθευση του περιεχομένου καταρτισμένου ήδη εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στην γνώση και την θέληση παραγωγής των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του δράστη όπως με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1505/2004 Πράξη και Λόγος ΠΔ 5, σελ.440,ΑΠ 594/1998 Π.Χ. ΜΘ 48). Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υφίσταται όταν το περιεχόμενο του εγγράφου εμφανίζεται ως δήλωση προσώπου από το οποίο δεν προέρχεται. Η χρήση του πλαστού εγγράφου αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας όταν πλαστογράφος και χρήστης του πλαστού εγγράφου είναι το ίδιο πρόσωπο. Για την στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται, κατά το άρθρο 216&3εδ.β Π.Κ., όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθ. 216 προστ. με άρθ.14&2 β Ν. 2721/1999, ο δράστης να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Euro. Στην κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος (μετά τον Ν. 2721/1999) λαμβάνεται υπόψη, για τον υπολογισμό του ύψους του οφέλους ή της βλάβης, το άθροισμα του αντικειμένου των επιμέρους πράξεων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση από τη διενεργηθείσα και νομότυπα περατωθείσα κύρια ανάκριση (άρθ. 270 & 1 και 308 & 4 Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 4 αναρ. με αρθ. 7 & 2 Ν.3189/2003) και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου (και τις εξηγήσεις του εκκαλούντος κατά την προκαταρκτική εξέταση, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των προέκυψαν τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων είναι ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ...... και Σια ΕΕ", που εδρεύει στον ...... (......), η οποία διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης βιοτεχνίας χρωμάτων, εργαλείων και συναφών ειδών, αντιπροσώπευσης οίκων εμπορίας χρωμάτων εσωτερικού - εξωτερικού, εισαγωγών και εξαγωγών και εμπορίας χονδρικής και λιανικής χρωμάτων. Επίσης ο εγκαλών τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας της εταιρείας με την επωνυμία "ΙST Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία ", η οποία εδρεύει στον ...... και έχει ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία τσιμεντοειδών υλικών, χρωμάτων και συναφών ειδών. Στα πλαίσια της δραστηριότητα αυτής και με την ανωτέρω ιδιότητα του ο εγκαλών προσέλαβε ως υπάλληλο της ετερόρρυθμης εταιρείας τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ο οποίος εργάσθηκε από 21-6-2001 μέχρι 12-8-2002. Μετά την οικειοθελή του αποχώρηση ο εκκαλών συνεργάσθηκε με την ανωτέρω εταιρεία ως ελεύθερος συνεργάτης. Συγκεκριμένα αντιπροσώπευε τα προϊόντα της και τα πωλούσε σε όλη την Ελλάδα. Ενώ διαρκούσε η ανωτέρω συνεργασία ο εκκαλών κατηγορούμενος εκμυστηρεύθηκε στον εγκαλούντα ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που προέρχονταν βασικά από μια επιχείρηση εμπορίας χρωμάτων και συναφών ειδών που διατηρούσε στην Αθήνα. Επιπλέον όμως του είπε ότι είχε την δυνατότητα, λόγω των γνωριμιών που είχε, να τον προμηθεύσει με προϊόντα σε πολύ χαμηλές τιμές, εφόσον όμως ο εγκαλών του έδινε επιταγές προκειμένου να τις δίνει για να αγοράζει το εμπόρευμα, δεδομένου ότι κανένας δεν έδινε σ' αυτόν (εκκαλούντα) εμπορεύματα λόγω των οικονομικών του προβλημάτων. Έτσι ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 2003 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του αυτού έτους παρέδωσε στον εκκαλούντα 11 επιταγές, εκδόσεως του, λευκές και ανυπόγραφες, με τη συμφωνία ότι κάθε φορά που θα χρειαζόταν να παραδώσει σε τρίτο μια επιταγή θα έπαιρνε τη συναίνεση του εγκαλούντα σχετικά με τα στοιχεία με τα οποία θα συμπληρώνονταν η επιταγή και η υπογραφή θα ετίθετο από τον ίδιο τον εγκαλούντα. Πλην όμως ο εκκαλών χωρίς να ενημερώσει τον εγκαλούντα συμπλήρωσε και υπέγραψε τις επιταγές, των οποίων στη συνέχεια έκανε χρήση για εξυπηρέτηση δικών του αναγκών. Συγκεκριμένα: (α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας συρόμενη από τον με αριθ. 012 300 84131270 λογαριασμό του εγκαλούντος συμπλήρωσε θέτοντας στην θέση του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-2-2004" (β) Την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην θέση του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την " 10-3-2004" (γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-4-2004" (δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "10-5-2004", (ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 18.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "31-7-2004"(στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον με αριθ. ...... λογαριασμό του εγκαλούντος στην Τράπεζα "OMEGA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 7.930 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "25-6-2004", (ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "25-6-2004", (ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 9.820 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-6-2004" (θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 7.855 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "5-7-2004", (ι) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 9.430 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "15-7-2004" και (ια) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-7-2004". Επίσης κατά μήνα Μάρτιο του έτους 2004 ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... και Σια ΕΕ" παρέδωσε στον εκκαλούντα δέκα τραπεζικές επιταγές συρόμενες από τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, οι οποίες έφεραν μόνο την σφραγίδα της εταιρείας στην θέση της υπογραφής του εκδότη, με την συμφωνία ότι κάθε φορά που θα παραδίδονταν μία επιταγή σε τρίτο, ο κατηγορούμενος θα ζητούσε τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και θα υπέγραφε την επιταγή ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας. Συγκεκριμένα ο εγκαλών παρέδωσε στον εκκαλούντα τις κατωτέρω επιταγές, τις οποίες ο τελευταίος υπέγραψε και συμπλήρωσε εν αγνοία του εγκαλούντα και χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών: α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον με αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-10-2004", β) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-10-2004", γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό της εταιρείας στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-10-2004", δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-11-2004", ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-11-2004", στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-11-2004", ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-12-2004", η) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-12-2004", θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "31-12-2004" και ι) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-1-2005". Περαιτέρω ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "1ST Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία " το θέρος του έτους 2003 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω αναφερόμενες εννέα τραπεζικές επιταγές συρόμενες από τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, οι οποίες ήταν λευκές με την συμφωνία ότι κάθε φορά που θα παραδίδονταν μία επιταγή σε τρίτο ο κατηγορούμενος θα ζητούσε τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και θα υπέγραφε την επιταγή ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας. Συγκεκριμένα ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω επιταγές, τις οποίες ο τελευταίος συμπλήρωσε και υπέγραψε εν αγνοία του εγκαλούντα και χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών: α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή, η οποία εσύρετο από τον με αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας στην Τράπεζα "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "10-6-2004", β) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 25.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "28-6-2004", γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-7-2004", δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-9-2004", ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-9-2004", στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στη ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-10-2004", ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-10-2004", η) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-11-2004" και θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-12-2004". Από τις ανωτέρω επιταγές, οι οποίες εσύροντο, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε ανωτέρω, είτε από λογαριασμό του ιδίου του εγκαλούντος, είτε από λογαριασμό των εταιρειών που αυτός εκπροσωπούσε, άλλες φέρονται εκδοθείσες "σε διαταγή εμού του ιδίου", οπότε ο εκκαλών έθετε την υπογραφή του εγκαλούντος και στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ενώ ο ίδιος υπέγραφε ως μεταγενέστερος οπισθογράφος, άλλες (φέρονται εκδοθείσες) σε διαταγή του εκκαλούντος, οπότε αυτός τις υπέγραφε ως πρώτος οπισθογράφος και άλλες (φέρονται εκδοθείσες) σε διαταγή Α, η οποία τυγχάνει αδελφή της συζύγου του εκκαλούντος, χωρίς αυτή να έχει γνώση, οπότε αυτός ης υπέγραφε ως μεταγενέστερος οπισθογράφος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος με την από 7-5-2004 υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε αναγνώρισε ότι όλες οι ανωτέρω επιταγές συμπληρώθηκαν ως προς όλα τα στοιχεία των από τον ίδιο, χωρίς να το γνωρίζει ο εγκαλών. Βέβαια ο εκκαλών κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έκθεση έφεσης ισχυρίζεται ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν από αυτόν με την συναίνεση του εγκαλούντος, η υπογραφή δε σ' αυτές ετέθη ή από τον εγκαλούντα ή από την αρραβωνιαστικιά του και αυτός (κατηγορούμενος) υποχρεώθηκε στην υπογραφή της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης καθόσον ο εγκαλών, σε μία συνάντησή τους στο γραφείο του (εγκαλούντος) στον ....., για τη διευθέτηση των μεταξύ των οικονομικών διαφορών, απείλησε ότι θα πέσει από το μπαλκόνι σε περίπτωση μη υπογραφής της ως άνω δήλωσης. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος δεν ευσταθεί, διότι το ιδιόχειρο της υπογραφής του κατηγορουμένου στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση βεβαιούται από αρμόδιο αστυνομικό όργανο του Α.Τ. ......, όπου μετέβη προς τούτο ο εκκαλών, ώστε να δύναται να συναχθεί με ευχέρεια ότι το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης αποδίδει την γνήσια βούληση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω σύμφωνα με την από 23-3-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε μετά από αίτημα του εγκαλούντος, οι ως άνω επιταγές συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν "με υψηλή πιθανότητα από τον Χ", "η χάραξη δε των υπογραφών έγινε με την μέθοδο της "ζωγραφικής ή σχεδιαστικής απομίμησης". Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλέσαντος κατηγορουμένου για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Μετά ταύτα θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθ. 319 παρ. 3 ΚΠΔ). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 13, 14. 26 § 1, 27 § 1, 98, 216 παρ. 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. -Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 13, 98 και 216 § 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 511 ΚΠΔ, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Τέλος πρέπει να απορριφθεί και το από 18/6/2008 αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ) διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτηση για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 117/18-6-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, οδός ......, για αναίρεση του υπ' αρ. 835/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (Β) Να απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου σας, αίτημα του αναιρεσείοντος και (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι κατά νόμο τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως δεν είναι δυνατόν να εναλλαχθούν. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίον το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα νόθευση συνιστά η αλλοίωση της έννοιας κατηρτισμένου ήδη εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δυο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δυο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση, σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. θ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό της σκεπτικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών και δι' αυτής συμπληρωματικά στις ίδιες σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και στην πρόταση του Εισαγγελέως που είναι ενσωματωμένη σ' αυτό, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τη διενεργηθείσα και νομότυπα περατωθείσα κύρια ανάκριση (άρθ. 270&1 και 308&4 Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 4 αναρ. με αρθ. 7&2 Ν.3189/2003) και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία και τις εξηγήσεις του εκκαλούντος κατά την προκαταρκτική εξέταση, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων είναι ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... και Σια ΕΕ", που εδρεύει στον ...... (......), η οποία διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης βιοτεχνίας χρωμάτων, εργαλείων και συναφών ειδών, αντιπροσώπευσης οίκων εμπορίας χρωμάτων εσωτερικού - εξωτερικού, εισαγωγών και εξαγωγών και εμπορίας χονδρικής και λιανικής χρωμάτων. Επίσης ο εγκαλών τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΙST Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στον ...... και έχει ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία τσιμεντοειδών υλικών, χρωμάτων και συναφών ειδών. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής και με την ανωτέρω ιδιότητά του, ο εγκαλών προσέλαβε ως υπάλληλο της ετερόρρυθμης εταιρείας τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ο οποίος εργάσθηκε από 21-6-2001 μέχρι 12-8-2002. Μετά την οικειοθελή του αποχώρηση, ο εκκαλών συνεργάσθηκε με την ανωτέρω εταιρεία ως ελεύθερος συνεργάτης. Συγκεκριμένα, αντιπροσώπευε τα προϊόντα της και τα πωλούσε σε όλη την Ελλάδα. Ενώ διαρκούσε η ανωτέρω συνεργασία, ο εκκαλών κατηγορούμενος εκμυστηρεύθηκε στον εγκαλούντα ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που προέρχονταν βασικά από μια επιχείρηση εμπορίας χρωμάτων και συναφών ειδών που διατηρούσε στην Αθήνα. Επιπλέον όμως του είπε ότι είχε την δυνατότητα, λόγω των γνωριμιών που είχε, να τον προμηθεύσει με προϊόντα σε πολύ χαμηλές τιμές, εφόσον όμως ο εγκαλών του έδινε επιταγές προκειμένου να τις δίνει για να αγοράζει το εμπόρευμα, δεδομένου ότι κανένας δεν έδινε σ' αυτόν (εκκαλούντα) εμπορεύματα λόγω των οικονομικών του προβλημάτων. Έτσι ο εγκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 2003 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του αυτού έτους, παρέδωσε στον εκκαλούντα 11 επιταγές, εκδόσεώς του, λευκές και ανυπόγραφες, με τη συμφωνία ότι κάθε φορά που θα χρειαζόταν να παραδώσει σε τρίτο μια επιταγή θα έπαιρνε τη συναίνεση του εγκαλούντα σχετικά με τα στοιχεία με τα οποία θα συμπληρώνονταν η επιταγή και η υπογραφή θα ετίθετο από τον ίδιο τον εγκαλούντα. Πλην όμως ο εκκαλών, χωρίς να ενημερώσει τον εγκαλούντα, συμπλήρωσε και υπέγραψε τις επιταγές, των οποίων στη συνέχεια έκανε χρήση για εξυπηρέτηση δικών του αναγκών. Συγκεκριμένα: α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας συρόμενη από τον με αριθ. ...... λογαριασμό του εγκαλούντος συμπλήρωσε θέτοντας στην θέση του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-2-2004", β) Την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην θέση του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-3-2004", γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-4-2004", δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "10-5-2004", ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 18.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "31-7-2004", στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον με αριθ. ...... λογαριασμό του εγκαλούντος στην Τράπεζα "OMEGA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 7.930 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "25-6-2004", ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "25-6-2004", η) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 9.820 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-6-2004", θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 7.855 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "5-7-2004", ι) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό του εγκαλούντος στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 9.430 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "15-7-2004" και ία) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-7-2004". Επίσης κατά μήνα Μάρτιο του έτους 2004 ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... και Σια ΕΕ" παρέδωσε στον εκκαλούντα δέκα τραπεζικές επιταγές συρόμενες από τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, οι οποίες έφεραν μόνο την σφραγίδα της εταιρείας στην θέση της υπογραφής του εκδότη, με την συμφωνία ότι κάθε φορά που θα παραδίδονταν μία επιταγή σε τρίτο, ο κατηγορούμενος θα ζητούσε τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και θα υπέγραφε την επιταγή ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο εγκαλών παρέδωσε στον εκκαλούντα τις κατωτέρω επιταγές, τις οποίες ο τελευταίος υπέγραψε και συμπλήρωσε εν αγνοία του εγκαλούντα και χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών: α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον με αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-10-2004", β) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-10-2004", γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό της εταιρείας στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-10-2004", δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-11-2004", ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-11-2004", στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-11-2004", ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "10-12-2004", η) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 10.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "20-12-2004", θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "31-12-2004" και ι) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-1-2005". Περαιτέρω ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙST Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία" το θέρος του έτους 2003 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω αναφερόμενες εννέα τραπεζικές επιταγές συρόμενες από τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, οι οποίες ήταν λευκές, με την συμφωνία ότι, κάθε φορά που θα παραδίδονταν μία επιταγή σε τρίτο, ο κατηγορούμενος θα ζητούσε τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και θα υπέγραφε την επιταγή ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω επιταγές, τις οποίες ο τελευταίος συμπλήρωσε και υπέγραψε εν αγνοία του εγκαλούντα και χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών: α) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή, η οποία εσύρετο από τον με αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας στην Τράπεζα "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας την "10-6-2004", β) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 25.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "28-6-2004", γ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-7-2004", δ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-9-2004", ε) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "30-9-2004", στ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στη ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "15-10-2004", ζ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-10-2004", η) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-11-2004" και θ) την με αριθ. ...... τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον αυτό λογαριασμό στην αυτή Τράπεζα συμπλήρωσε θέτοντας στην ένδειξη του ποσού το ποσό των 15.000 Euro και στην θέση της ημερομηνίας έκδοσης την "25-12-2004". Από τις ανωτέρω επιταγές, οι οποίες εσύροντο είτε από λογαριασμό του ιδίου του εγκαλούντος, είτε από λογαριασμό των εταιρειών που αυτός εκπροσωπούσε, άλλες φέρονται εκδοθείσες "σε διαταγή εμού του ιδίου", οπότε ο εκκαλών έθετε την υπογραφή του εγκαλούντος και στην θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ενώ ο ίδιος υπέγραφε ως μεταγενέστερος οπισθογράφος, άλλες (φέρονται εκδοθείσες) σε διαταγή του εκκαλούντος, οπότε αυτός τις υπέγραφε ως πρώτος οπισθογράφος και άλλες (φέρονται εκδοθείσες) σε διαταγή Α, η οποία τυγχάνει αδελφή της συζύγου του εκκαλούντος, χωρίς αυτή να έχει γνώση, οπότε αυτός τις υπέγραφε ως μεταγενέστερος οπισθογράφος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος με την από 7-5-2004 υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε αναγνώρισε ότι όλες οι ανωτέρω επιταγές συμπληρώθηκαν ως προς όλα τα στοιχεία των από τον ίδιο, χωρίς να το γνωρίζει ο εγκαλών. Βέβαια ο κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έκθεση έφεσης ισχυρίζεται ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν από αυτόν με την συναίνεση του εγκαλούντος, η υπογραφή δε σ' αυτές ετέθη ή από τον εγκαλούντα ή από την αρραβωνιαστικιά του και αυτός (κατηγορούμενος) υποχρεώθηκε στην υπογραφή της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, καθόσον ο εγκαλών, σε μία συνάντηση τους στο γραφείο του (εγκαλούντος) στον ......, για τη διευθέτηση των μεταξύ των οικονομικών διαφορών, απείλησε ότι θα πέσει από το μπαλκόνι σε περίπτωση μη υπογραφής της ως άνω δήλωσης. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος δεν ευσταθεί διότι το ιδιόχειρο της υπογραφής του κατηγορουμένου στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση βεβαιούται από αρμόδιο αστυνομικό όργανο του Α.Τ. ......, όπου μετέβη προς τούτο ο εκκαλών, ώστε να δύναται να συναχθεί με ευχέρεια ότι το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης αποδίδει την γνήσια βούληση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 23-3-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε μετά από αίτημα του εγκαλούντος, οι ως άνω επιταγές συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν "με υψηλή πιθανότητα από τον Χ", "η χάραξη δε των υπογραφών έγινε με την μέθοδο της "ζωγραφικής ή σχεδιαστικής απομίμησης". Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλέσαντος κατηγορουμένου για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας προέβη, σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Μετά ταύτα, θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρο 319&3 Κ.Π.Δ.). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1, 3 α, β ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 2721/1999, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, από τις παραπάνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει με σαφήνεια ότι τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της κατάρτισης εγγράφου, και όχι της νόθευσης εγγράφου, αφού τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό φέρεται ότι ο αναιρεσείων έθεσε την υπογραφή του επί των επιταγών που του παραδόθηκαν από τον ενάγοντα, αν και ρητά συμφωνήθηκε ότι θα τις υπέγραφε ο τελευταίος, όταν εμφανιζόταν ενδιαφερόμενος να του πωλήσει εμπόρευμα, σε κανένα δε σημείο τόσο του σκεπτικού όσο και του διατακτικού δεν φέρεται ότι ο αναιρεσείων συμπλήρωσε το σύνολο ή και μέρος των επιταγών στις οποίες να είχε θέσει την υπογραφή του ο εγκαλών ως προς τον χρόνο έκδοσης και το ποσό που αντιπροσώπευαν αυτές, ενώ είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος το ότι περιήλθαν στην κατοχή του αναιρεσείοντα οι παραπάνω επιταγές από τον ίδιο τον εγκαλούντα, εφόσον εν αγνοία του και χωρίς προηγούμενη εντολή ή συναίνεσή του τέθηκε η υπογραφή του επ' αυτών. Συνεπώς ο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου από το άρθρο 510 §§ 1 Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της παραπάνω διάταξης του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με την ειδικότερη αιτίαση ότι από το αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι κατόπιν εντολής άλλως συναίνεσης του εγκαλούντος είχε υπογράψει και συμπληρώσει ο αναιρεσείων τις παραδοθείσες σ' αυτόν από τον εγκαλούντα επιταγές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το αίτημα του αναιρεσείοντα, που παραδεκτά υποβλήθηκε με το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προς παροχή εξηγήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι αυτός (αναιρεσείων) με την ανακριτική απολογία του, το απολογητικό του υπόμνημα, τις εξηγήσεις του κατά την προκαταρτική εξέταση και με τα δικόγραφα της έφεσης και της αναίρεσης έχει εκθέσει εκτενώς προς υπεράσπισή του τις απόψεις του για την υπόθεση, Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.6.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 835/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου αυτού. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με χρήση. Διάκριση μεταξύ κατάρτισης και νόθευσης εγγράφου. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 παρ. 1. Απορρίπτεται κατ’ ουσία το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου.
Πλαστογραφία
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
1
Αριθμός 761/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό, για αναίρεση της 568/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1017/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 Κ.Π.Δ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ., με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ., πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 568/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης, δύο (2) ετών και δύο (2) μηνών, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία ...". Δεν αναφέρεται δε καθόλου το Δικαστήριο στην από 5-3-2003 ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή αν. καθηγητή ....., καθώς και στην από 2-3-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., οι οποίοι διορίσθηκαν από την Τ.Ο.Τ.Α Θεσσαλονίκης, που διενήργησε την προανάκριση και οι οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Η ιατροδικαστική εξέταση και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύονται και δεν αξιολογούνται σε άλλο σημείο της αιτιολογίας. Έτσι, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως υποχρεούνταν, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Η από 11-3-2003 έκθεση εξέτασης αίματος και η από 7-5-2003 έκθεση επανεξέτασης αίματος της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, ρητά αναφέρονται στο όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης και αναφορικά με αυτά τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρο υ510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, αναφορικά με την από 5-3-2003 ιατροδικαστική εξέταση και την από 2-3-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με τον οποίο προβάλλεται η προμνησθείσα πλημμέλεια της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 568/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, διότι δεν μνημονεύονται στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, η ιατροδικαστική εξέταση και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
2
Αριθμός 760/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 7393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1339/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 21 παρ. 2 εδάφια, β' και γ' του N. 2523/ 1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι, "κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνύτρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου. Επηκολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία "ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Περαιτέρω από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του υπαιτίου του εγκλήματος αυτού απαιτείται απλή αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας Οικονομικής Υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα της έδρας της, χωρίς να απαιτείται και πράξη καταθέσεως της αιτήσεως αυτής, όπως προβλέπει το άρθρο 41 Κ.Π.Δ., πράγμα που θα όριζε ρητώς ο νομοθέτης εάν ήθελε οπωσδήποτε τη σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως της αιτήσεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατ' εκτίμηση του δικογράφου η αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και καθ' υπέρβαση εξουσίας καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως αν υπάρχουν οι δικονομικές προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει ο νόμος για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα προβάλλεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε ως αβάσιμους τους παρακάτω ισχυρισμού τους, τους οποίους είχε προβάλλει ο εκπροσωπείσας αυτούς συνήγορός τους πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας: α) στην παρούσα υπόθεση αποκλειστική αρμοδιότητα για την διενέργεια του ελέγχου και την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς είχε ο αρχικά Προϊστάμενος του ΕΘΕΚ και όχι ο Προϊστάμενος του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας και μετέπειτα ο Προϊστάμενος των Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου. Έτσι, η διενέργεια του ελέγχου, η σύνταξη του πορίσματος αυτού και εντέλει η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς - βάσει των οποίων ασκήθηκε σε βάρος των εκκαλούντων η ποινική δίωξη - έλαβε χώρα από αναρμόδιο προς τούτο όργανο και συγκεκριμένα από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας και συνεπώς καθιστά άκυρη την σε βάρος τους ποινική δίωξη β) η σε βάρος των εκκαλούντων ασκηθείσα ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη γιατί στην με αριθ. πρωτ. 17207//ΤΔΙΚ/1531/19-11-2003 μηνυτήρια αναφορά του Διευθυντή του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία έχει το χαρακτήρα αίτησης του άρθρου 41 ΚΠοινΔ, λείπει η απαιτούμενη έκθεση κατάθεσης, γεγονός που συνεπάγεται την. απόλυτη ακυρότητα για μη τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ β' και 176 παρ. 1 του ΚΠοινΔ γ) η τελευταία (ποινική δίωξη) στηρίζεται στην νομικά πλημμελή και άκυρη υπ' αριθ. 1531/2003 έκθεση ελέγχου, και επομένως, πρέπει να παύσει η σε βάρος των εκκαλούντων ποινική δίωξη μέχρι την σύνταξη νέας έκθεσης ελέγχου από την φορολογική αρχή, κατά τους νόμιμους τύπους, αφού προηγουμένως ακολουθηθεί και η υποχρεωτική και μη τηρηθείσα διαδικασία της προηγούμενης ακρόασής τους και δ) η ποινική δίωξη στηρίζεται στην υπ'αριθ. 1531/2003 έκθεση ελέγχου, με την οποία καταλογίσθηκαν σε βάρος της εταιρίας των εκκαλούντων οι επίδικες παραβάσεις για τις χρήσεις 2000 και 2001 και εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 274/2003 και 275/2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου, οι οποίες όμως, μετά την ανατροπή τους με τις υπ' αριθ. 1524/2006 και 1525/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απέβαλλαν κάθε ισχύ και νόμιμο έρεισμα, με αποτέλεσμα να έχει εκλείψει η δικονομική αυτή προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση της ποινικής δίωξης, σε κάθε περίπτωση δε, η συγκεκριμένη φορολογική διαφορά περαιώθηκε διοικητικά με την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Τρ. Διοικ. Πρωτ. Θεσ/νίκης. Τους παραπάνω ισχυρισμούς περί ακυρότητας της ασκηθείσας κατά των αναιρεσειόντων ποινικής δίωξης απέρριψε του Τριμελές Πλημ/κείο, με τη παρακάτω αιτιολογία: Εν προκειμένω τηρήθηκε η, για την παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 - 4 ν. 2523/1997, προβλεπόμενη διαδικασία, όσον αφορά στο έγκλημα της φοροδιαφυγής, που τελείται με την έκδοση ή την αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων - παρά τα ως άνω αντίθετα υποστηριζόμενα από το συνήγορο των εκκαλούντων - κατηγορουμένων - δοθέντος του ότι, η σε βάρος των τελευταίων ποινική δίωξη έλαβε χώρα βάσει της σχετικής προβλεπόμενης μηνυτήριας αναφοράς, προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, του Προϊσταμένου του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, που ήταν αρμόδιο προς τούτο όργανο, όπως ρητά ορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του παρόντος νόμου (όπου και αναφέρονται διαζευκτικά οι αρμόδιες, για την υποβολή της εν λόγω μηνυτήριας αναφοράς, αρχές, μεταξύ δε των οποίων και ο Προϊστάμενος του Σ.Δ.Ο.Ε., καθόσον, η εν λόγω υπηρεσία διενήργησε το σχετικό έλεγχο), μη έχοντος μετά ταύτα του Προϊσταμένου του ΕΘΕΚ αποκλειστική αρμοδιότητα προς τούτο και συγκεκριμένα προς υποβολή της επίδικης μηνυτήριας αναφοράς. Πέραν τούτου, δεν απαιτείται και πράξη κατάθεσης της μηνυτήριας αναφοράς (ή αίτησης) της υπηρεσίας, που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 Κ.Π.Δ., δεδομένου του ότι, εάν ο νομοθέτης ήθελε τη σύνταξη έκθεσης κατάθεσης της τελευταίας, τούτο, ως αναγκαίος όρος, θα οριζόταν ρητά στην εν λόγω διάταξη. Ο ισχυρισμός περί του ότι πάσχει η επίδικη με αριθ. 1531/2003 έκθεση ελέγχου, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η υποχρεωτική διαδικασία της προηγούμενης ακρόασης των εκκαλούντων, ενώ την ίδια πλημμέλεια φέρει και η συνταχθείσα κατ' επανάληψη της διαδικασίας, με αριθμ. 2026/2006 έκθεση ελέγχου (η οποία και υφίσταται), υποβάλλεται αλυσιτελώς, δοθέντος του ότι το εν λόγω γεγονός δεν επηρεάζει την παρούσα ποινική υπόθεση και συνεπώς τυγχάνει απορριπτέος. Τέλος - σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 17 και 18 του νόμου εγκλήματα (φοροδιαφυγής για παράλειψη υποβολής ή για υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών αντίστοιχα), στα οποία η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή, που ασκήθηκε, ή σε περίπτωση μη άσκησης της τελευταίας, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της, κατά της εν λόγω εγγραφής - επί του προβλεπομένου από το προαναφερθέν άρθρο 19 του ιδίου νόμου εγκλήματος, η ποινική δίωξη, όπως προεκτέθηκε, ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου των αρμοδίων αρχών. Με τα δεδομένα αυτά, ο πιο πάνω ισχυρισμός του συνηγόρου των εκκαλούντων - στους οποίους και αποδίδεται το έγκλημα της φοροδιαφυγής, με αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων - περί του ότι, η συγκεκριμένη φορολογική διαφορά περαιώθηκε διοικητικά, αφού οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου, που αφορούσαν τα επίδικα φερόμενα ως εικονικά φορολογικά στοιχεία, ανατράπηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και έτσι απέβαλλαν κάθε ισχύ και νόμιμο έρεισμα, καθώς και ότι εξέλειψε πλέον η σχετική δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση της ποινικής δίωξης, αλυσιτελώς προβάλλεται επίσης και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος. Έτσι κρίνοντας το Τριμελές Πλημ/κείο το μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το δε δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων αλλά να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και καταδικάσει τους αναιρεσείοντες, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε και Η του Κ.Π.Δ. ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης σ'αυτό της πολιτικής αγωγής άλλως λόγω παραβάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση των κατηγορουμένων άλλως για υπέρβαση εξουσίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι παρανόμως το Ελληνικό Δημόσιο παρέστη το πρώτο ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ως και ότι παρανόμως και καθ' υπέρβαση εξουσίας δόθηκε ο λόγος σε μη διάδικο σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., κατά την οποία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνεις τους διαδίκους τον λόγο όταν το ζητήσουν. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της με αριθμό 46176/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την υποβολή και ανάπτυξη από το συνήγορο των κατηγορουμένων των ενστάσεων ακυρότητας της ποινικής δίωξης και του αιτήματος κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης ζήτησε και πήρε το λόγο η ευρισκόμενη στο ακροατήριο δικαστική αντιπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία και ζήτησε να απορριφθούν οι παραπάνω ισχυρισμοί. Στη συνέχεια το Δικαστήριο αφού προηγουμένως είχε δώσει το λόγο στον Εισαγγελέα και τον συνήγορο των κατηγορουμένων δημοσίευσε την με τον ίδιο αριθμό με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του με την οποία απέρριψε ως αβάσιμους τους παραπάνω ισχυρισμούς του συνηγόρου των κατηγορουμένων περί ακυρότητας της ποινικής δίωξης και κήρυξης απαράδεκτης της τελευταίας. Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης η Πρόεδρος ανάφερε ότι είναι προφανές ότι από παραδρομή δόθηκε ο λόγος στη δικαστική αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, επί των προαναφερομένων αυτοτελών ισχυρισμών των εκκαλούντων. Στη συνέχεια ζήτησε και έλαβε το λόγο ο συνήγορος των κατηγορουμένων ο οποίος πρότεινε την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας λόγω του ότι η δικαστική αντιπρόσωπος δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής η οποία έγινε δεκτή και κατόπιν δόθηκε ο λόγος σ'αυτήν επί των ισχυρισμών των εκκαλούντων. Μετά από αυτά, η δικαστική αντιπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου αφού πήρε το λόγο από τη Πρόεδρο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από τον αντίκτυπο που είχε στην αξιοπιστία και το κύρος των οργάνων του η σε βάρος του αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων και ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση να καταβάλλουν οι εκκαλούντες το ποσό των 5.000 ευρώ. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της παρεμπίπτουσα απόφασής του ότι από παραδρομή δόθηκε ο λόγος στην ως άνω δικαστική αντιπρόσωπο, και ότι ήταν προφανές ότι δεν ελήφθηκε υπόψη του η πρότασή της ν' απορριφθούν οι ως άνω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, και κατόπιν σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέως διέταξε την αποβολή της εν λόγω πολιτικής αγωγής εκ του λόγου ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε παραστεί στην πρωτόδικη δίκη, ούτε είχε υποβάλλει κατ' αυτήν, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Εν όψει των παραπάνω, εφόσον από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά προκύπτει ότι η αντιπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου δεν δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής πριν λάβει τον λόγο από την Πρόεδρο επί των ενστάσεων που πρότεινε ο συνήγορος των κατηγορουμένων το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1Α του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την οποία ιδρύει α) η κατά το άρθρο 171 § 2 Κ.Π.Δ. παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής σ'αυτό (ακροατήριο), αφού για να κρίνει αυτό το παράνομο της εν λόγω παράστασης, έπρεπε να έχει προηγηθεί δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, για παράσταση αυτού ως πολιτικώς ενάγοντος αποτυπούμενη στα πρακτικά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ. υπό τον τίτλο άσκησης και διατύπωσης της πολιτικής αγωγής, πράγμα το οποίο κατά τ' ανωτέρω δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, β) η παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου που προβλέπεται από το άρθρ. 171 § 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ., ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δώσει (από παραδρομή) τον λόγο στην αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς να είναι διάδικος, αφού κατά τ' ανωτέρω, σύμφωνα με τα πρακτικά, σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν στερήθηκαν οι κατηγορούμενοι των υπερασπιστικών δικαιωμάτων τους και αυτό ανεξάρτητα του ότι, δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος των αναιρεσειόντων μετά τη δόση του λόγου από την Πρόεδρο στην ως άνω δικαστική αντιπρόσωπο του Δημοσίου έκανε χρήση της παρεχομένης από τη διάταξη του άρθρου 335 § 2 του Κ.Π.Δ. δυνατότητας να ασκήσει προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2 και 3 και 335 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι οσάκις ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει κατ' αίτηση των διαδίκων τον λόγο σ' αυτούς, προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για κάθε θέμα που αφορά τη συζητούμενη υπόθεση, αν εκείνος που ζήτησε και έλαβε τον λόγο είναι ο κατηγορούμενος, δεν υποχρεούται, μετά την απάντηση του Εισαγγελέα και των διαδίκων, να δώσει εκ νέου σε αυτόν (κατηγορούμενο) τελευταίοι το λόγο. Μόνο δε αν ζητήσει ο κατηγορούμενος και πάλι το λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα τη ζήτηση και προσφύγει αυτός αμέσως, μη αποδεχόμενος τη προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο αρνηθεί να του δώσει το λόγο, επέρχεται, κατ' άρθρο 170 παρ. 2, ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Εξ' άλλου από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 463 του Κ.Π.Δ., η οποία ορίζει ότι "Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου", συνάγεται ότι και για την προβολή κάποιου λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει συμφέρον να τον προβάλει, διαφορετικά είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την απαγγελία της απόφασης, η οποία απέρριψε την ένσταση περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που είχαν υποβάλει δια του συνηγόρου τους οι κατηγορούμενοι, ο συνήγορος των τελευταίων, αφού ζήτησε και πήρε τον λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε αίτημα να καταγραφεί στα πρακτικά η χρονική διαδικασία των γεγονότων. Στη συνέχεια η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Μετά από αυτά το Δικαστήριο εξέδωσε και δημοσίευσε με παρόντες τους διαδίκους την με τον ίδιο αριθμό με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την οποία δέχθηκε τις αντιρρήσεις που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων κατά της δήλωσης περί παράστασης πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου και διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Συνακόλουθα, δεδομένου ότι από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος των αναιρεσειόντων είχε ζητήσει να λάβει εκ νέου τον λόγο πριν από την απαγγελία της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 333 § 3 του Κ.Π.Δ. που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου ανεξάρτητα από το ότι προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον εν όψει της αμέσως προηγηθείσας από τον ως άνω συνήγορο υποβολής ένστασης απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή εις την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος των ήδη αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ζήτησε επί λέξει "να τους αναγνωρισθούν ελαφρυντικά καθώς ο πρώτος έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, ενώ και οι δύο είναι οικογενειάρχες με ανήλικα τέκνα, εργάζονται ως επιχειρηματίες και συναλλάσσονται και με το Δημόσιο και δεν έχουν καταδικαστεί άλλη φορά αμετάκλητα". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Ο ως άνω υποβληθείς από το συνήγορο των εκκαλούντων - κατηγορούμενων αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης σ'αυτούς της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου τους (άρθρο 84 2α ΠΚ), τυγχάνει κατά κρίση του Δικαστηρίου αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δοθέντος του ότι ο πρότερος έντιμος βίος των παραπάνω πρέπει να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς τους, ήτοι ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, από οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (σημειουμένου ότι η εξετασθείσα μάρτυράς τους δεν κατέθεσε οτιδήποτε σχετικά με τα εν λόγω περιστατικά), δεν προέκυψε ότι, οι τελευταίοι μέχρι το χρόνο που τέλεσαν το παραπάνω έγκλημα, έζησαν πράγματι, έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Και τούτο γιατί, το ότι αυτοί έχουν λευκό ποινικό μητρώο, είναι οικογενειάρχες με ανήλικα τέκνα και ο πρώτος αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, δε αρκούν από μόνα τους προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού τους, καθόσον, δεν αποδείχθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο, ούτε εξακριβώθηκε η εν γένει συμπεριφορά τους, σε όλες τις ως άνω εκφάνσεις και μορφές της. Η αιτιολογία της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου πληρεί την από τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 139 του ΚΠΔ αξιούμενη προϋπόθεση να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει να απορριφθεί ο τελευταίος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/7/2008 αίτηση των: α) ... και β) ... για αναίρεση της 7393/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 19 του Ν 2523/1997 και απόρριψη λόγων αναίρεσης (α) για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την της ποινικής δίωξης, εσφαλμένη ερμηνεία της παραπάνω διάταξης και υπέρβαση εξουσίας, (β) απόρριψη λόγων αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω λήψεως υπόψη ισχυρισμών του πολιτικώς ενάγοντος χωρίς να έχει παραστεί νομίμως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και λόγω μη δόσεως τελευταία του λόγου στον συνήγορο του κατηγορούμενου, ως αβασίμου και (γ) απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 83 2α ΠΚ.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας.
0
Αριθμός 759/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας "Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" και με το διακριτικό τίτλο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΣΦΟΛΙΑΤΑ", που εδρεύει στα ....., και ήδη Βιομηχανική Περιοχή ..... (ΒΙ.ΠΕ.Θ.) του Δήμου ....., ....., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7771/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..... . Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1610/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 533/18-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου με την 7771/2007 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου Χ, για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση, που φέρεται να τελέστηκε στην ..... στις 25-12-2005 και την 15-1-2006, σε βάρος της εταιρείας "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στα ....., λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως (βλ. απόφαση). ΙΙ. Στις 6-10-2008 εμφανίστηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, ο δικηγόρος Κορίνθου Σταύρος Μακαρώνας και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος της παραπάνω εταιρείας, που είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω 7771/2007 απόφαση, ασκεί αναίρεση κατ'αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 7/6-10-2008 αίτηση αναίρεσης (βλ. αναίρεση). ΙΙΙ. Η αναίρεση αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, γιατί ασκήθηκε από διάδικο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά καταδικαστικής απόφασης και μόνο για το τμήμα της που επιδικάζει σ'αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινομένη υπόθεση, αφού είναι σαφές ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ούτε ως καταδικαστική μπορεί να θεωρηθεί, ούτε ασχολήθηκε με ζητήματα πολιτικής αγωγής. IV. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και παράλληλα να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η 7/6-10-2008 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον δικηγόρο Κορίνθου Σταύρο Μακαρώνα, για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ Α.Β.Ε.Ε. ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" κατά της 7771/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 11 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης, για την οποία δεν προβλέπεται ή ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, το απορρίπτει, ως απαράδεκτο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που το άσκησε, Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Τέτοιο δικαίωμα δεν δίνει ο νόμος στον πολιτικώς ενάγοντα κατά της αποφάσεως που κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, εκτός αν έχει καταδικαστεί (ο πολιτικώς ενάγων) σε αποζημίωση ή στα έξοδα ή αν η πολιτική αγωγή, ως προς αυτά τα κεφάλαια, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (άρ. 468 περ. β' Κ.Π.Δ). Τέλος, κατά το άρθρ. 505 § 1 γ' του ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως και μόνο για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 7771/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η αναιρεσείουσα εταιρεία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου Χ, για παράβαση του Νόμου περί επιταγών. Η κατά τον οποίον ασκηθείσα ποινική δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως. Κατ' αυτής, όμως, της αποφάσεως δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εφόσον δεν συντρέχει μία από τις ως άνω περιπτώσεις, που δικαιούται, ως πολιτικώς ενάγουσα, να ασκήσει αναίρεση και πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε σ' αυτήν τα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την ΥΠ' ΑΡ. 7/2008 αίτηση της Α.Ε "ΑΛΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΝΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ", για αναίρεση της υπ' αρ. 7771/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης. Ασκήθηκε από πρόσωπο (πολιτικώς ενάγουσα) που δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 764/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γραφανάκη, για αναίρεση της 1196/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο ..... και 2) Ψ2, κάτοικο ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαργαρέτα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 996/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θανάτου άλλο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του παραπάνω εγκλήματος που διαπράχθηκε. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αμέλεια διακρίνεται σε ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα που τελέσθηκε από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ποιο από τα άνω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε και διακριβώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί με την παραδοχή και των δύο ειδών ή με τη διαζευκτική παραδοχή τους δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής οινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 1196/2008 απόφαση που εξέδωσε στο σκεπτικό αυτής διέλαβε ότι από τα κατά το είδος τους αναφερόμενα στην αρχή αυτού αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 12-3-02 οι εγκαλούντες εισήγαγαν τη μητέρα τους, Α, γεννηθείσα το ....., στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων "Η ΘΑΛΠΗ", που βρίσκεται στον ..... και την οποία εκμεταλλεύεται η Ανώνυμη Εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος. Η άνω μητέρα των εγκαλούντων έπασχε από σοβαρής μορφής ζαχαρώδη διαβήτη, στεφανιαία νόσο αναιμία και μετρίας μορφής γεροντική άνοια με συμπτώματα ασθενούς μνήμης, κρίσης και λόγου, διαταραχές ύπνου, επιθετικότητα τάσεις φυγής και έλλειψη δυνατότητας αυτοεξυπηρέτησης, ελάμβανε δε σχετική φαρμακευτική αγωγή (βλ. αναγνωσθέντα, ιατρικά πιστοποιητικά και συνταγές φαρμάκων), είχε δε ανάγκη ανάλογης φροντίδας και φύλαξης, την οποία οι εγκαλούντες δεν ήταν σε θέση ένεκα του ότι εργάζονταν να τους την παράσχουν γι'αυτό και επέλεξαν την εισαγωγή τους στην άνω μονάδα. Κατά το διάστημα της εκεί παραμονής της οι εγκαλούντες την επισκέπτοντο συχνά, ενώ τα Σαββατοκύριακα την έπαιρναν στο σπίτι τους. Την 11-7-04 η μητέρα των εγκαλούντων διέλαθε της προσοχής των υπαλλήλων προσωπικού της άνω μονάδας και εξήλθε μόνη της και έκτοτε εξαφανίσθηκε, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των οικείων τους, της μονάδας και της Αστυνομίας για την ανεύρεσή της και τελικώς ανευρέθη νεκρή σε κατάσταση προχωρημένης σήψης, την 25-8-04, εντός οικοπέδου, σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από το οίκημα που στεγάζεται η "ΘΑΛΠΗ". Σύμφωνα δε με την διενεργηθείσα νεκροψία-νεκροτομή, η ημερομηνία θανάτου της υπολογίσθηκε σε 45 έως 47 ημέρες, περίπου από την ημέρα της διενεργείας της (26-8-04). Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη, ότι ο θάνατος της Α οφείλεται σε υπαιτιότητα και δη αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, αν και γνώριζε ότι αυτή πάσχει από γεροντική άνοια, με τάσεις φυγής και είχε δια συμβάσεως αναλάβει τη φύλαξή της, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε να επιστήσει, με κατάλληλες οδηγίες και εντολές, την προσοχή στους υφισταμένους υπαλλήλους του προσωπικού της ως άνω μονάδας, ώστε να εμποδίσουν την άνευ συνοδού διαφυγή της από τη μονάδα, αμέλεια η οποία επιτείνεται από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής της, η μητέρα των εγκαλούντων είχε διαφύγει από τη μονάδα μόνη της άλλες δύο φορές, εκ των οποίων τη δεύτερη προ δύο μηνών, περίπου από την τελευταία εξαφάνισή της, την επέστρεψε στη μονάδα η Αστυνομία, που ειδοποιήθηκε από μία κυρία που την είχε βρει στην πόρτα της. Για τις προηγούμενες αυτές εξαφανίσεις της είχε ενημερωθεί ο κατηγορούμενος, πράγμα που αυτός δεν αρνείται, ο οποίος γνώριζε ως εκ τούτου ότι η άνω θανούσα είχε τάσεις φυγής, γεγονός εξάλλου για το οποίο είχε επίσης, ενημερωθεί από την εγκαλούσα κόρη της όπως επίσης γνώριζε ότι αυτή έπασχε από γεροντική άνοια με τις προαναφερθείσες εκδηλώσεις και συμπτώματα. Επομένως, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι η πνευματική υγεία της θανούσης ήταν τέτοια, ώστε να μη συντρέχει λόγος απαγόρευσης εξόδου της άνευ συνοδού από τη μονάδα και ότι οι οικείοι της ουδέποτε τον ενημέρωσαν σχετικά για εκδηλούμενη άνοια ούτε και του επεσήμαναν τον κίνδυνο εξαφάνισής της αποδεικνύεται αβάσιμος. Ισχυρίζεται επίσης ο κατηγορούμενος ότι βάσει του υπογραφέντος μεταξύ των εγκαλούντων και αυτού ως εκπροσώπου της "ΘΑΛΠΗ", από 1-1-03 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν ανέλαβε την υποχρέωση φυλάξεως της θανούσης και ως εκ τούτου δεν φέρει ευθύνη, για την έξοδο από την μονάδα και ότι αν υπήρχε ανάγκη φύλαξης θα έπρεπε, σύμφωνα με σχετικό όρο του άνω συμφωνητικού να επωμισθούν οι οικείοι της - εγκαλούντες, σχετική δαπάνη για πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου. Πράγματι στο άνω αναγνωσθέν ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται στον όρο 8 ότι σε περίπτωση απροειδοποίητης εξόδου ή αναχώρησης του μισθωτή για οποιαδήποτε αιτία, το Κέντρο δεν φέρει καμμία ευθύνη και σε περίπτωση που συντρέχει λόγος απαγόρευσης εξόδου, πρέπει να κατατεθεί σχετικό έγγραφο αίτημα, συνοδευόμενο από γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού. Όμως ανεξαρτήτως του όρου αυτού και ότι αυτός (όρος) αφορά στην αστική ευθύνη της Μονάδος, συντρέχει εν προκειμένω ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, αφού αυτός, όπως προαναφέρθηκε γνώριζε ότι συντρέχει λόγος απαγόρευσης εξόδου της ως άνω θανούσης και παρ' όλα αυτά δέχθηκε στη μονάδα του και ανέλαβε τη φύλαξή της συνέχισε δε και μετά τις προηγούμενες δύο εξαφανίσεις της, να της παρέχει τις άνω υπηρεσίες, αντί να την απομακρύνει, ως ισχυρίζεται ότι πράττει σε περιπτώσεις ατόμων με τάσεις φυγής, αναλαμβάνοντας, έτσι εν τοις πράγμασι την ευθύνη της φύλαξής της. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στο διατακτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα παρακάτω: "Στον ..... και στην ..... κατά το από 11/7/2004 μέχρι και 25/8/2004 χρονικό διάστημα από αμέλεια, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι κατωτέρω πράξεις και παραλείψεις του, είτε προέβλεψε τούτο ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επήρχετο και προκάλεσε τον θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, ενώ, υπό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου της στον ..... εδρεύουσας ανωνύμου εταιρείας "ΘΑΛΠΗ" είχε αναλάβει, δυνάμει του μεταξύ αυτού και των ήδη μηνυτών, Ψ2 και Ψ1, από 1/1/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, την επί μισθώματι παραμονή φροντίδα και φύλαξη της μητέρας των μηνυτών Α, στην μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων που διατηρούσε η ανωτέρω εταιρεία και ενώ γνώριζε την κατάσταση της πνευματικής υγείας της μητέρας των μηνυτών η οποία έπασχε από άνοια συνεπεία της οποίας συνέτρεχε λόγος απαγόρευσης εξόδου της από την Μονάδα χωρίς συνοδό, παρέλειψε να προβεί σε σχετική ενημέρωση του προσωπικού της Μονάδας με αποτέλεσμα, οι υπάλληλοι της Μονάδας που δεν γνώριζαν τον προαναφερόμενο λόγο απαγόρευσης εξόδου της από την Μονάδα χωρίς συνοδό, να αφήσουν την μητέρα των μηνυτών, στις 11/7/2004 να εξέλθει μόνη της από την Μονάδα και έκτοτε να εξακολουθήσει η εξαφάνιση της μέχρι τις 25/8/2004 κατά την οποία βρέθηκε το πτώμα της σε κατάσταση προχωρημένης σήψης, στην ..... . Από τα ανωτέρω όμως διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται σαφές αν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων από έλλειψη της προσήκουσα προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προείδε το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου της υπό την φύλαξή του μητέρας των εγκαλούντων ή το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, ασάφεια την οποία επιτείνει η στην αρχή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης διαζευκτική παραδοχή και των δύο ειδών αμέλειας. Η ασάφεια όμως αυτή, ως προς το ποία από τις δύο μορφές αμέλειας δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή η εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1196/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ, διότι υπάρχει ασάφεια ως προς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 757/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, περί αναιρέσεως της 10021/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 705/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της. Κατά συνέπεια, αν δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό κανένα εκ των περιστατικών τούτων, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι' αυτού στο διατακτικό, δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως. Εξάλλου, η αναφορά των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των εμπιπτόντων στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γεγονότων. Τα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνοντα ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλ' απαιτείται να διαλαμβάνονται οντολογικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα, με αναφορά τους (έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό) κατά την ουσία, το ποσόν, το ποιόν, τον τόπο, το χρόνο και τις σχέσεις τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1002/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή σε βάρος των ... και ...., με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος στις 18-8-2003, οδηγώντας το ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο στην ΝΕΟ ....., από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, με συνέπεια να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκαν οι επιβαίνοντες στο .... ΙΧΕ αυτοκίνητο ....., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση θώρακα, αριστερού ώμου, οσφύος ΑΜΣΣ και ....., ο οποίος υπέστη κάταγμα δεξιού βραχίονα και μυϊκή θλάση δεξιού ισχύου. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στο σκεπτικό του, χωρίς μάλιστα παραπομπή στο διατακτικό της προσβαλλομένης για συμπλήρωσή του, στέρησε αυτήν από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, καθόσον: α) δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά γίνεται γενική αναφορά με τυποποιημένες φράσεις της αμελούς συμπεριφοράς που προσιδιάζει στην περιγραφή οιουδήποτε τροχαίου ατυχήματος και Β) δεν προσδιορίζεται σ'αυτό (σκεπτικό) της προσβαλλομένης αποφάσεως ποια από τα δύο είδη αμέλειας δέχεται το Εφετείο ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ούτε γίνεται ούτε προκύπτει από τα πιο πάνω περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό τέτοια διάκριση, ενόψει και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως επαγγελματία οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου και της εντεύθεν υποχρέωσής του να καταβάλει κατά την οδήγηση ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρο 315 παρ. 1β ΠΚ), ούτε γίνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, όπου γίνεται λόγος μεν για μη συνειδητή αμέλεια, χωρίς όμως να προσδιορίζονται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Με τα δεδομένα αυτά δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1β του ΠΚ και η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Επομένως, κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγων (του δευτέρου εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10021/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 εδαφ. ΠΚ). Προσδιορισμός του είδους της αμέλειας (ενσυνείδητης και μη συνειδητής) με σαφήνεια. Αναίρεση απόφασης λόγω ασάφειας και αντίφασης κατά τον προσδιορισμό της αμέλειας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ) και έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ) και παραπομπή στο Δικαστήριο που την εξέδωσε.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 750/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 265/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ...... . Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...... . Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 52/5-11-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1755/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 5/13.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως την 52/5-11-2008 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το 265/6-10-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και μόνον όσον αφορά την διάταξή του με την οποία κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, για την πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται να τέλεσε στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 23-7-1997 σε βάρος του Ψ, κατοίκου ...... . ΙΙ. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε αναίρεση, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της 52/5-11-2008 έκθεσης αναιρέσεως. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. ΙΙ. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο 265/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και μόνον ως προς την ως άνω απαλλακτική διάταξή του και ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα το αποτελέσουν άλλοι δικαστές, από εκείνους που το εξέδοσαν. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα, οριζόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούναι: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της, τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμό 1209/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των: 1) Χ και 2) Α, για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και από την οποία το επιδιωχθέν όφελος καθώς και η προξενηθείσα ή απειληθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 23-7-1997. Κατά του ως άνω βουλεύματος ασκήθηκε από μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο αφού απέρριψε την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το προσβαλλόμενο με την έφεση βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Κατά του ως άνω βουλεύματος, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την αναίρεση του ως άνω βουλεύματος, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και μόνο κατά το μέρος που αποφάνθηκε αυτό, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Χ, για την πράξη της κακουργηματικής απάτης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δική του σκέψη για ένα επί μέρους ζήτημα, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τα υπομνήματα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε, ότι προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά των Χ και Α απαγγέλθηκε η κατηγορία ότι από κοινού στον ...... κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ ότι Α/Γ πλοία α) ......, με σημαία Μάλτας και αριθμό νηολογίου Βαλέτας ..., και ......, με σημαία Κύπρου και αριθμό νηολογίου Λεμεσού ..., που ανήκαν στις εταιρείες πλειοψηφικού ελέγχου του Χ "Diana Navigation Ltd" και "Gigan Shipping Co Ltd" και διαχειρίζοντο από την εταιρεία πλειοψηφικού ελέγχου του ίδιου "Fortuna Overseas Shipping S.A.", ήταν σε άριστη κατάσταση, ότι αμφότεροι μπορούσαν να αποφέρουν στην κατάσταση που ευρίσκοντο έσοδα περίπου 900.000 δολλαρίων ΗΠΑ ανά δίμηνο, ότι σε περίπτωση που ο εγκαλών θα τα αγόραζε θα του παρείχε δικαίωμα είσπραξης του συνολικού ποσού των 983.000 δολλαρίων ΗΠΑ που αντιστοιχούσε στους ναύλους τους μέχρι την λήξη των ταξιδιών τους (δεδομένου ότι ήταν ήδη φορτωμένα και ναυλωμένα για ταξίδια από λιμένες της ...... σε λιμένες της ...... και της ...... αντίστοιχα), ότι οι δόσεις των ασφαλίστρων τους είχαν αποπληρωθεί και ότι σύντομα θα αποπληρώνοντο και οι λοιπές οφειλές τους σε τρίτους (πληρώματα, προμηθευτές κ.ά.) μέχρι το τέλος των άνω ταξιδιών τους, οι οποίες οφειλές αφορούσαν διάστημα μικρότερο των δύο μηνών και δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Όμως οι άνω αληθείς, καθόσον τα άνω πλοία, που πωλούσαν ως ομάδα περιουσίας ή επιχείρησης μέχρι το τέλος των ταξιδιών τους (στις 30-10-97 στην ..... το ...... και στις 12-9-97 στην ...... το ......), δεν ήταν σε άριστη κατάσταση, αφού απαιτήθηκε να καταβάλει ο εγκαλών στη συνέχεια για επισκευές της μηχανής του δευτέρου 208.407,39 γερμανικά μάρκα, ήδη από τα μέσα Ιουλίου 1997 είχαν εισπράξει μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας τους ναύλους τους μέχρι την λήψη των ταξιδιών τους ποσών 391.000 και 592.000 δολλαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα, ενώ ωφείλετο ακόμη η πληρωμή α) μισθών των πληρωμάτων τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ μηνών, συνολικού ποσού 412.366,43 δολλαρίων ΗΠΑ β) εξόδων επαναπατρισμού μελών των πληρωμάτων τους συνολικού ποσού 57.156,19 δολλαρίων ΗΠΑ γ) δόσεων ασφαλίστρων τους συνολικού ποσού 439.129,86 δολλαρίων ΗΠΑ και δ) λοιπών οφειλών τους σε τρίτους (μηχανουργεία, προμηθευτές ανταλλακτικών, εφοδίων, καυσίμων, πράκτορες, δικηγόρους κ.ά.) συνολικού ποσού 88.001,54 δολλαρίων ΗΠΑ, γεγονότα που κατά το ίδιο άνω διάστημα αθέμιτα απέκρυψαν από τον εγκαλούντα. Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις αληθών γεγονότων, του δευτέρου των κατηγορουμένων εμφανιζομένου ως εγγυητή των όσων υπήσχετο ο πρώτος κατηγορούμενος, επιδίωκαν να παρουσιάσουν στον εγκαλούντα την αγορά των άνω πλοίων ως ιδιαίτερα συμφέρουσα γι' αυτόν και έτσι πέτυχαν να τον παρασύρουν και στις 23-7-1997 να αγοράσει τα άνω πλοία, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και στο όνομα των εταιρειών Marianna Navigation Ltd και Artibel Shipping Co Ltd αντίστοιχα που συνέστησε προς τούτο, αντί τιμήματος 700.000 ΚΑΙ 1.800.000 δολλαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα, το οποίο και αυθημερόν κατέβαλε ως εξής: α) 2.075.000 δολλάρια ΗΠΑ σε περίπτωση δανειακού λογαριασμού των άνω πωλητριών εταιρειών στην τράπεζα Βank of Scotland με παράλληλη χρέωση δανειακού λογαριασμού των άνω αγοραστριών εταιρειών στην ίδια Τράπεζα β) 320.000 δολλάρια ΗΠΑ με συμψηφισμό αντίστοιχα ποσού που οι άνω πωλήτριες εταιρείες όφειλαν στις άνω αγοράστριες εταιρίες (για λιμενικά έξοδα και τέλη των πλοίων πριν την μεταβίβαση τους, μετρητά που τους είχε χορηγήσει κ.ά.) Έτσι με την προαναφερθείσα παράνομη συμπεριφορά τους ζημίωσαν τον εγκαλούντα και τις αγοράστριες εταιρείες του, που εκ του νόμου αναδέχθηκαν σωρευτικά και τα μέχρι την μεταβίβαση των πλοίων χρέη τους κατά το συνολικό ποσό των 1.622.283, 17ευρώ(391.000+592.000+412.366,43+57.136,14+439.12986+88.001,54=1.979.633,8 7 δολλάρια ΗΠΑ ή 552.792.990 δραχμές) και των 208.407,39 γερμανικών μάρκων ή 96.806,83 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος των πωλητριών εταιρειών. Από τις πράξεις δε αυτές προκύπτει ότι μετέρχονται κατ' επάγγελμα απάτες αφού από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης τους, ήτοι χρήση οργανωμένου σχεδίου δράσης και οργάνωσης έχοντας στη διάθεση τους ως εφοπλιστές όλη την υλικοτεχνική υποδομή που είχαν οι άνω εταιρείες τους, με σκοπό να εκδοθεί δι' αυτών η παράνομη επιχειρηματική τους δραστηριότητα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Από το σύνολο του συγκομισθέντος ανακριτικού υλικού την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα της μεταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα, τα υπομνήματα και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα. Σύμφωνα με τον αριθμό ...... πωλητήριο η εδρεύουσα στη ..... εταιρεία Gigan Shipping co Limited, πλειοψηφικού ελέγχου Χ, πώλησε στην εδρεύουσα επίσης στη ...... εταιρία Artibell Shipping Company Limited, συμφερόντων Ψ, αντί 1.800.000 δολλαρίων ΗΠΑ, το πλοίο ......, ελεύθερο από επιβαρύνσεις, υποθήκες εμπράγματα προνόμια ή οποιαδήποτε άλλα χρέη. Σύμφωνα με το με αριθμ. ...... πωλητήριο η εδρεύουσα στη ...... εταιρεία Daiana Navigation Limited, πλειοψηφικού ελέγχου Χ, πώλησε στην εδρεύουσα επίσης στην ...... εταιρεία Marianna Navigation Limited, συμφερόντων Ψ αντί 700.000 δολλαρίων ΗΠΑ, το πλοίο ......, ελεύθερο από επιβαρύνσεις, υποθήκες, εμπράγματα προνόμια ή οποιαδήποτε άλλα χρέη. Σύμφωνα με προϋπογραφέντα στις 9/6/1997 μνημόνια συμφωνίας για την αγορά του πλοίου ...... είχαν ήδη καταβληθεί προκαταβολή 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ και για την αγορά του πλοίου ...... . Είχε ήδη καταβληθεί προκαταβολή 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ ενώ οι πωλήτριες είχαν αναλάβει την υποχρέωση να αποζημιώσουν τις αγοράστριες έναντι όλων των συνεπειών των αξιώσεων που θα προσβάλοντο εναντίον των πλοίων, οι οποίες είχαν αναβληθεί πριν το χρόνο παραδόσεώς τους. Σύμφωνα με την από 23/7/1997 δανειακή σύμβαση οι άνω αγοράστριες δανείστηκαν από The Govemor And Company of The Bank of Scotland 2.075.000 δολλάρια ΗΠΑ ως χρηματοδότηση μέρους του κόστους αποκτήσεως των άνω πλοίων. Η αποπληρωμή δε του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε επτά δόσεις, της πρώτης ορισθείσας τον Δεκέμβριο 1997. Σύμφωνα με την από 23/7/1997 ειδοποίηση αναλήψεως οι αγοράστριες των πλοίων και δανειολήπτριες εξουσιοδότησαν την δανείστρια Τράπεζα να καταθέσει το ποσό του δανείου στους λογαριασμούς που τηρούσαν οι πωλήτριες σ' αυτήν. Σύμφωνα με τις από 22/7/1997 ενημερώσεις χρεώσεως της Εurobank, ο εκεί τηρούμενος λογαριασμός του Ψ χρεώθηκε προς καταβολή στις πωλήτριες 169.000 και 80.000 δολλαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα. Ο εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι συνεδέετο φιλικά από το 1992 με τον Χ, ο οποίος είχε αναθέσει τον Αύγουστο 1996 στην εταιρεία του εκκαλούντος Topmar Shipping Corporation S.A. την αντιπροσωπία του πλοίου ...... για να κανονίσει την διέλευση του από το κανάλι του Σουέζ και τον Δεκέμβριο 1996 στην εταιρεία του ίδιου Topmar Oil Corporation S.A. τις προμήθειες από εκφορτώσεις καυσίμων σε διάφορα λιμάνια των πλοίων ...... και ......, πληρώνοντας με μεταχρονολογημένες επιταγές, ότι τον Ιανουάριο 1997 δάνεισε στον Χ 110.000 δολλάρια ΗΠΑ για να πληρώσει, όπως του είχε πει, το πλήρωμα πλοίου του που το είχε καταλάβει σε αναμονή εισπράξεως ναύλων που είχαν απρόσμενα καθυστερήσει, από τον Ιούνιο 1997 και ενώ ο Χ του όφειλε συνολικά 320.000 δολλάρια ΗΠΑ, ο τελευταίος του ανακοίνωσε πως αδυνατούσε να του καταβάλει τα άνω χρήματα και ως λύση του πρότεινε να αγοράσει τα άνω πλοία, ότι τον διαβεβαίωσε ψευδώς πως τα πλοία δεν είχαν ελαττώματα ούτε χρέη, ότι τόσο ο ίδιος ο Χ όσο και ο πατέρας του Α εγγυήθηκαν για την πληρωμή οποιονδήποτε χρεών ήθελαν προκύψει, σε κάθε δε περίπτωση οφειλές των πλοίων προς τρίτους, προς πλήρωμα, προμηθευτές κ.λ.π. αφορούσαν χρονικό διάστημα το πολύ δύο μηνών και δεν ήταν μεγάλες, ότι τον διαβεβαίωσαν πως οι δόσεις των ασφαλίστρων των πλοίων είχαν πληρωθεί, ότι τον διαβεβαίωσαν πως τα επίμαχα πλοία αποδίδουν μεγάλους ναύλους περί τα 900.000 δολλάρια Η ΠΑ το δίμηνο και αφού αυτά ήταν ήδη φορτωμένα θα εισέπραττε ούτος τα ναύλα των επομένων μηνών, ότι προκειμένου να μην χάσει τα 320.000 δολλάρια ΗΠΑ και παραπλανηθείς από τις άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, βασισθείς στο όνομα Χ-Α στον μεγάλο κύκλο ναυτιλιακών δραστηριοτήτων του Α και στις στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις που είχε με τον Χ, προέβη στην αγορά των πλοίων, ότι μετά την αγορά διαπίστωσε πως τα πλοία ήταν τα ίδια προβληματικά και εμφανίστηκαν και τα χρέη που αναφέρονται στο κατηγορητήριο τα οποία υπολογίζει πλέον στα 24.803.500 δολλάρια ΗΠΑ, ότι λόγω της φιλίας τους δεν ζήτησε να ελεγχθούν πριν την αγορά τα πλοία με επιτόπια εξέταση από τεχνικούς συμβούλους, ο δε αρχιμηχανικός του Β, που πήγε στα γραφεία της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας μόνο δέκα ημέρες πριν την πώληση, δεν ήταν σε θέση να ελέγξει ούτε τα πλοία, που άλλωστε ταξίδευαν, ούτε τα χρέη τους, ότι τα πλοία τελικά εκπλειστηριάστηκαν το 1998 αντί συνολικού ποσού 450.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ότι έκτοτε είχε πολλές συναντήσεις με τον Α και τον Χ, ο οποίος μάλιστα είχες παραμείνει στο γραφείο του εκκαλούντος επί οκτώ περίπου μήνες μετά την πώληση, και περίμενε να τον αποζημιώσουν, μη προβαίνοντας σε μηνύσεις ή αγωγές εναντίον τους, λόγω φιλίας και μετά από σχετικές παρακλήσεις του Χπου του υπόσχετο πως θα τον πληρώσει, μέχρι το 2004, όταν ο τελευταίους του είπε "δεν σου χρωστάω τίποτα", ενώ ο Α είχε ήδη φροντίσει να πωλήσει όλα του τα ακίνητα στην ......, ο δε εκκαλών είχε εξοφλήσει το δάνειο που είχε πάρει για την αγορά των πλοίων. Στις 9/9/2005 ο εκκαλών ζητά με την με αριθμό 7787/05 αίτηση που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των Χ και Α μέχρι το ποσό των 6.000.000.000 ευρώ προκειμένου να εξασφαλιστεί η άνω απαίτηση του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 11431/06 απόφαση που την απέρριψε στο δε σκεπτικό της αναφέρει μεταξύ άλλων ότι δεν πιθανολογήθηκαν στοιχεία απατηλής συμπεριφοράς των καθ' ων σε βάρος του αιτούντος. Η εν λόγω απόφαση έλαβε υπ' όψιν της, μεταξύ άλλων, και την με αριθμό ...... ένορκη βεβαίωση του Γ, ο οποίος από το 1992 μέχρι το 1998 ασχολείτο με τα λογιστικά και τα οικονομικά των ναυτιλιακών επιχειρήσεων του εκκαλούντος Ψ. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι είχε λάβει προσωπικά μέρος από πλευράς του εκκαλούντος μαζί με τον τελευταίο σε όλες τις διαπραγματεύσεις για την απόκτηση των πλοίων, ότι ο Χ τους είχε δώσει κατάσταση από την οποία φαινόταν πως τα πλοία χρωστούσαν συνολικά πάνω από 2.000.000 δολάρια ΗΠΑ, ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα από τις αγοράστριες εταιρείες συμφερόντων εκκαλούντος γιατί το τίμημα συνυπολογίστηκε μαζί με τις οφειλές στην αξία των πλοίων, οι δε εκφράσεις για είσπραξη και εξόφληση τιμήματος καθώς και ότι το πλοίο ήταν ελεύθερο βαρών είναι τυπικές, έντυπες, στερεότυπες εκφράσεις που δεν αποδίδουν την πραγματικότητα και έμειναν στα έγγραφα λόγω εθίμου που ισχύει σε κάθε πώληση πλοίου, ενώ υπερίσχυε η σαφώς αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών, ότι τα χρέη είχαν γνωστοποιηθεί αναλυτικά στους αγοραστές, ότι οι επισκευές που έκανε μετά την αγορά ο εκκαλών δεν ήταν απαραίτητες αλλά έγιναν κατά την κρίση του τελευταίου για βελτίωση της κατάστασης των πλοίων και τέλος ότι ο ναύλος των πλοίων κατά την πάγια ναυτιλιακή πρακτική ήταν εκχωρημένος στην δανείστρια Τράπεζα έναντι των ενυπόθηκων χρεών, την πληρωμή των οποίων είχε εγγυηθεί ο ίδιος ο εκκαλών και πάντως ουδέποτε ο Χ είχε διαβεβαιώσει τον εκκαλούντα για την είσπραξη των ναύλων από τους αγοραστές. Τα άνω κατατεθέντα ο Γ ανακαλεί με την με αριθμό ...... ένορκη βεβαίωση και τις από 3-2-06 και 15-12-06 ένορκες καταθέσεις του, όπου επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, με τη δικαιολογία ότι το 1998 είχε έλθει σε ρήξη με τον εκκαλούντα και ένοιωθε δυσαρεστημένος από αυτόν γι' αυτό δέχθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας του Χ ότι τα χρέη που κατέθεσε πως γνώριζε ο εκκαλών, του τα είχε αναφέρει η πλευρά Χ-Α και αυτός τα είχε αποδεχθεί καλή τη πίστη αλλά ότι μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης ο εκκαλών ήλθε σε επαφή μαζί του και του έδωσε εξηγήσεις και έγγραφα, την ύπαρξη των οποίων δεν γνώριζε. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, σε συνδυασμό με το υποστηριχθέν από τον ίδιο το είχε λάβει προσωπικά μέρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις για την αγορά των πλοίων με την πλευρά του εκκαλούντος καθιστούν αμφίβολη την αξιοπιστία του ως προς όλα τα κατατεθέντα από αυτόν. Ο Δ, δικηγόρος Αθηνών με ειδίκευση στο Ναυτικό Δίκαιο, με την με αριθμό ...... ένορκη βεβαίωση του και τις από 6-02-06 και 11.12.06 ένορκες εξετάσεις του, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι είναι αυτός που συνέταξε τα σχετικά με την αγοραπωλησία έγγραφα και επιμελήθηκε για την κατάρτιση και υπογραφή των δανειακών εγγράφων, ότι παρουσία του ο Χείχε διαβεβαιώσει τον εκκαλούντα προ της πωλήσεως πως τα πλοία ήταν σε καλή κατάσταση, ήταν κερδοφόρα και δεν είχαν χρέη, μετά δε την πώληση ο ίδιος ως άνω επανειλημμένα και ενώπιον του είχε αναγνωρίσει και αναλάβει να καταβάλει τα χρέη που του αποδίδει ο εκκαλών σταδιακά και μόλις είχε τα χρήματα. Ο Ε, με τις από 14.12.06 και 27.1.06 ένορκες εξετάσεις του, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ενώπιον του ο Χ διαβεβαίωνε τον εκκαλούντα, πριν από την αγορά τους, πως τα πλοία δεν είχαν χρέη και ήταν σε καλή κατάσταση και ότι από τους πωλητές είχε δοθεί η υπόσχεση πως τους ναύλους των δύο επομένων μηνών από την πώληση, συνολικού ποσού 900.000 δολαρίων ΗΠΑ περίπου, θα τους εισέπραττε ο εκκαλών, πράγμα που δεν έγινε. Ο Β με την με αριθμό ...... ένορκη βεβαίωση του, η οποία επίσης ελήφθη υπ' όψιν για την έκδοση της προαναφερθείσας με αριθμό 11431/06 αποφάσεως, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι τέλη Μαΐου 1997 τον είχε προσλάβει ο εκκαλών ως αρχιμηχανικό για τα δύο πλοία που επρόκειτο να αποκτήσει, ότι πριν αγοραστούν τα πλοία είχε πάει στα γραφεία της τότε διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας, όπου γνώρισε τον Χ, ότι ο τελευταίος του έδωσε όλα τα τεχνικά έγγραφα - αρχεία τα σχετικά με τα δύο πλοία, ότι για όλα ενημέρωνε τον εργοδότη του εκκαλούντα, ότι ο εκκαλών πήρε τα πλοία με δική του πρωτοβουλία χωρίς να τους στείλει να τα επιθεωρήσουν στο εξωτερικό όπου ευρίσκοντο, ότι από συζητήσεις που εγίνοντο ενώπιον του μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών ήταν φανερό πως ο εκκαλών γνώριζε τα πάντα για την οικονομική κατάσταση των πλοίων και μάλιστα αυτός λάμβανε και τις σχετικές αποφάσεις και τέλος ότι παρουσία του ο εκκαλών είχε πει πως θα έπαιρνε τα πλοία χωρίς να δώσει λεφτά στους πλοιοκτήτες και θα πλήρωνε σιγά σιγά τα χρέη τους. Βέβαια ο ίδιος ο μάρτυρας στην από 12.1.07 ένορκη εξέταση του καταθέτει ότι στα γραφεία του Χ πήγε προς έλεγχο των πλοίων μετά την αγορά τους, πλην όμως την εκεί παρουσία του προ της αγοράς αποδέχεται και ο ίδιος ο εκκαλών. Ο ΣΤ, μέτοχος σε ένα από τα πλοία, και ο Ζ, ηλεκτρολόγος, εργαζόμενος κατά την επίμαχη χρονική περίοδο της αγοράς στα γραφεία του Χ, κατέθεσαν μεταξύ άλλων ότι ο Β είχε εγκατασταθεί στα άνω γραφεία δύο μήνες πριν την αγορά, ότι η συμφωνία ήταν να μην καταβάλει ο εκκαλών αντίτιμο για τα πλοία αλλά να τα αναλάβει με όλα τα προηγούμενα χρέη τους καθώς και αυτά που θα γεννιόνταν στη συνέχεια, ότι τα πλοία δεν είχαν σοβαρά μηχανολογικά προβλήματα και τέλος ο ΣΤ διευκρίνισε ότι τα τρέχοντα ναύλα των πλοίων υποχρεωτικά πήγαιναν στην Τράπεζα που είχε δανειοδοτήσει τον Χ και δεν υπήρχε η δυνατότητα να συγχωνευθούν μεταξύ πωλητή και αγοραστή και να τα πάρει στα χέρια του ο τελευταίος. Ο κατηγορούμενος Χ ισχυρίζεται ότι ουδέν ψευδές παρέστησε στον εκκαλούντα ώστε να τον πείσει να αγοράσει τα πλοία δεδομένου ότι ο εκκαλών τόσον εξ ιδίας αντιλήψεως όσο και μέσω των ανθρώπων του, όπως του Β, που είχε εγκαταστήσει στα γραφεία της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας πριν την αγοραπωλησία, γνώριζε πλήρως την κατάσταση και τα χρέη τους, ότι ο εκκαλών αγόρασε τα πλοία χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα αναλαμβάνοντας να εξοφλήσει τα χρέη τους. Ο κατηγορούμενος Α αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη του στα καταγγελλόμενα. Από το σύνολο των προεκτεθέντων σε συνδυασμό με τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, ότι λόγω της καλοπιστίας του, (παρά τα μεγάλα ποσά που διακυβεύοντο και την μέχρι τότε περιγραφείσα από τον ίδιο συμπεριφορά του Χ), δεν φρόντισε να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο την λειτουργική κατάσταση των πλοίων που προτίθετο να αγοράσει ούτε ζήτησε καν να ενημερωθεί με σχετικά έγγραφα για τις καταβολές των ασφαλίστρων τους, αλλά και με το από 12-6-97 τηλεγράφημα της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας Fortuna προς το πλοίο ......, με το οποίο γνωστοποιούσε προς αυτό πως για κάθε τεχνικό ζήτημα θα έπρεπε να επικοινωνούν πλέον με τον Β, από όπου συνάγεται η επαφή του άνω αρχιμηχανικού του εκκαλούντος με τα επίμαχα πλοία 40 τουλάχιστον ημέρες πριν την αγοραπωλησία, προκύπτει ότι ο εκκαλών γνώριζε εν πολλοίς τα χρέη των πλοίων και τα μειονεκτήματα που είχαν οι συγκεκριμένες αγοραπωλησίες. Όπως όμως και ο ίδιος παραδέχεται, εκτός των λοιπών ισχυρισμών του, είχε βασιστεί στο όνομα και την περιουσία της οικογένειας του Χ, ώστε να πεισθεί στις υποσχέσεις του τελευταίου ότι θα είχε την δυνατότητα να τον αποζημιώσει έναντι όλων των αξιώσεων που θα προβάλοντο εναντίον των πλοίων και που είχαν αναληφθεί πριν τον χρόνο παραδόσεως τους. Τούτο άλλωστε συνάγεται και από την περιληφθείσα στο από 9-6-97 προαναφερθέν μνημόνιο συμφωνίας σχετική παράγραφο αλλά και από την μετέπειτα συμπεριφορά του εκκαλούντος, όταν ανέμενε επί μακρόν χρονικό διάστημα, χωρίς να προσφεύγει στα δικαστήρια, την ικανοποίηση των αξιώσεων του από τον Χ, όπως αυτές προκύπτουν από τις σχετικές αποδείξεις και καταστάσεις που προσκομίζει, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τον Χ. Προς αυτό το συμπέρασμα κατατείνει και η συναίνεση του Χ να εγγραφούν προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα του για χρέη των πλοίων πριν την πώληση τους ανερχόμενα σε 80.000.000 δραχμές για το ...... και 40.000.000 δραχμές για το ...... (βλ. με αριθμούς 486/98 και 944/98 αντίστοιχα αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς). Πλην όμως σε κάθε περίπτωση οι άνω υποσχέσεις αφορούσαν το μέλλον και δεν συνιστούσαν γεγονότα αναγόμενα στο παρόν ή το παρελθόν απαραίτητο στοιχείο για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της απάτης. Επί πλέον από κανένα αξιόπιστο στοιχείο της δικογραφίας, πλην των ισχυρισμών του εκκαλούντος, δεν συνάγεται πως ο Χ είχε παραστήσει στον εκκαλούντα πως είχε τη δυνατότητα είσπραξης των ναύλων, η οποία άλλωστε, ως παροχή και μάλιστα τέτοιου ύψους, θα ανέμενε κανείς να έχει περιβληθεί τον έγγραφο τύπο. Οι συνθήκες αγοράς των πλοίων και οι εξ αυτών αξιώσεις του εκκαλούντος, που μπορεί να εξελίχθηκαν σε υψηλότερες από ό,τι τις υπολόγιζε αποτελούν αντικείμενο αρμοδιότητας των αστικών δικαστηρίων". Πέραν των παραπάνω, ως ειδική, συμπληρωματική αιτιολογία, αναφέρονται στο βούλευμα από το Συμβούλιο Εφετών τα εξής: "Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εγκαλούντος ότι κατέβαλε για την αγορά των ενδίκων πλοίων το επικαλούμενο ποσό, πρέπει να σημειωθεί επιπλέον ότι αυτός δεν επιβεβαιώνεται απ' τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε σχετικά. Ειδικότερα: Τα ποσά των 300.000 και 200.000 δολλαρίων, τα οποία αναφέρεται στα δύο μνημόνια συμφωνίας (ΜΕΜΟRANDUΜ ΟF ΑGRΕΕΜΕΝΤ) ότι καταβλήθηκαν ως προκαταβολή αντίστοιχα με το καθένα, όπως απ' το ίδιο το κείμενο τους προκύπτει, δεν καταβλήθηκαν πραγματικά, αλλά συμψηφίστηκαν με οφειλές των εταιριών συμφερόντων του κατηγορουμένου Χ. Το ποσό των 2.075.000 δολλαρίων ΗΠΑ που εμφανίζεται στην από 23 Ιουλίου 1997 ειδοποίηση ανάληψης (ΝΟΤΙCΕ ΟF DRAWNDOWN) ότι ο εγκαλών έδωσε εντολή στην τράπεζα "ΤΗΕ GOVERNOR AND CΟΜΡΑΝΥ ΟF ΤΗΕ ΒΑΝΚ ΟF SCOTLAND" να καταβάλει στις πωλήτριες των πλοίων εταιρίες συμφερόντων του κατηγορουμένου Χ, δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι καταβλήθηκε, αλλ'ούτε προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι η σχετική εντολή (ΝΟΤΙCΕ ΟF DRAWNDAWN) του εγκαλούντος στάλθηκε στην πιο πάνω πληρώτρια τράπεζα. Τα μόνα ποσά που πράγματι αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν από ατομικό λογαριασμό του εγκαλούντος στις πληρώτριες των πλοίων εταιρίες είναι αυτά των 169.000 δολαρίων ΗΠΑ και 80.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία φαίνονται στις σχετικές αποδείξεις από 22 Ιουλίου 1997 της τράπεζας ΕUROΒΑΝΚ. Το σύνολο όμως αυτών (249.000 δολαρίων ΗΠΑ) υπολείπεται κατά πολύ του συνολικού τιμήματος των 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ που ο εγκαλών υποστηρίζει ότι συμφώνησε και πλήρωσε στον κατηγορούμενο Χ ως τίμημα της αγοράς των ένδικων πλοίων". Με αυτά, που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, αφενός στέρησε το βούλευμα από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε, υπέπεσε και στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης, λόγω των ασαφειών και των αντιφάσεων. Τούτο, γιατί, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, α) δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα, ποιες συγκεκριμένες από τις διαβεβαιώσεις, που κατά τον εγκαλούντα δόθηκαν σ' αυτόν από τον ως άνω κατηγορούμενο, κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγοραπωλησία των πλοίων, και με βάση τις οποίες αυτός (εγκαλών) παραπείσθηκε, αποτελούσαν υποσχέσεις που αναφέρονταν στο μέλλον και αντίθετα δεν συνιστούσαν γεγονότα, που ανάγονταν στο παρόν ή το παρελθόν, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, β) η παραδοχή του βουλεύματος περί "μη απόδειξης" της καταβολής από μέρους του εγκαλούντος του συμφωνηθέντος τιμήματος, και την εξ' αυτής περιουσιακή βλάβη του τελευταίου, έρχεται σε αντίφαση με την εισαγγελική πρόταση, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά περί του αντιθέτου, παρά το γεγονός ότι η καταβολή του τιμήματος, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου. Πέραν αυτών, στο προσβαλλόμενο βούλευμα υφίσταται ασάφεια και ως προς το στοιχείο που αφορά την αιτία καταβολής των χρηματικών ποσών των 300.000 και 200.000 δολαρίων αντίστοιχα, που φέρονται να έχουν καταβληθεί λόγω προκαταβολής, ενώ, το Συμβούλιο δέχεται ότι οι ως άνω χρηματικές καταβολές, χώρησαν προκειμένου να συμψηφιστούν με εταιρικές οφειλές της εταιρείας που εκπροσωπούσε ο ως άνω κατηγορούμενος. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 265/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική Απάτη. Αναίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του απαλλακτικού βουλεύματος, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω των ασαφειών και αντιφάσεων του αιτιολογικού. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 749/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ...... που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 454/6.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 4/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ....., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ...... κατά του υπ'αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδαφ. α' του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω στα άρθρα 54, 55, 56, 57 και 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999), ορίζονται οι άδειες που χορηγούνται στους κρατουμένους και οι προϋποθέσεις της χορήγησής τους. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 54 του πιο πάνω Σωφρονιστικού Κώδικα αναφέρεται, ότι σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης. Στην ίδια δε διάταξη δεν γίνεται λόγος και για δικαίωμα του προσφεύγοντος περί ασκήσεως εφέσεως ή άλλου ενδίκου μέσου κατά της τυχόν αρνητικής απόφασης του ως άνω Συμβουλίου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, καθ'όσον οι αποφάσεις του Συμβουλίου αυτού είναι αμετάκλητες σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 71 του ιδίου παραπάνω κώδικα. Η μη πρόβλεψη δε ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού αρκούντως κρίνεται το δικαίωμα του κρατουμένου να τύχει των υπό του πιο πάνω κώδικα προβλεπομένων αδειών, με την αναφορά του γι'αυτό αρχικά στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Φυλακής και στη συνέχεια στο δευτεροβάθμιο όργανο κρίσης, που αποτελεί το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών (άρθρα 70 § § 1 και 2 και 71 § 7 Ν.2776/1999). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 § 2 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την υπ'αριθμ. 14/2008 έφεσή του, κατά της υπ'αριθμ. 44/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών της Φυλακής Κερκύρας ως συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-12-2007 προσφυγή του περί χορηγήσεως σ'αυτόν εκπαιδευτικής άδειας, δηλαδή εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται άσκηση ενδίκου μέσου και δη εφέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 54 και 71 § 6 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν.2776/1999) και το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του κήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτή, διέταξε την εκτέλεση του εκκληθέντος βουλεύματος και την καταδίκη του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, στα δικαστικά έξοδα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 38 του Ν.3160/2003, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά των βουλευμάτων. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 2 του "Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου" της ΕΣΔΑ και το άρθρο 16 του Συντάγματος που επικαλείται ο αναιρεσείων, προστατεύουν την ελευθερία της εκπαίδευσης του ατόμου, που περιέχεται στο γενικώτερο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία όμως αυτή μπορεί να περιορίζεται με τις προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού νόμου (άρθρο 5 § 3 του Συντάγματος), όπως είναι εν προκειμένω οι ποινικές διατάξεις για την παράβαση των οποίων κρατείται ο αναιρεσείων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 4/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ...., κατά του υπ'αριθμ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Αθήνα 23 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ.1 του Κ.Π.Δ, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' του Κ.Π.Δ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμό 44/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, απορρίφθηκε η από 24-12-2007 προσφυγή του κρατουμένου στην κλειστή Φυλακή ...., ....., κατά της υπ' αριθμό 256/2007 αποφάσεως του συμβουλίου της ως άνω Φυλακής, με την οποία αυτός ζητούσε την χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, ασκήθηκε από μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, η με αριθμό 14/2008 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμό 56/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος. Στη συνέχεια, κατά του υπ' αριθμό 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την υπ' αριθμό 4/11-7-2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτη, αφού το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι κατά των βουλευμάτων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2008 αίτηση του ......, για αναίρεση του υπ' αριθ. 56/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή κρατουμένου κατά του Συμβουλίου Φυλακών, που δεν του χορήγησε εκπαιδευτική άδεια.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 748/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 319/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 53/10-11-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1764/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, οποιουδήποτε δικαστηρίου, έστω και αν αυτή δεν απαγγέλθηκε ανέκκλητα ή έστω και αν είναι παρεμπίπτουσα, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων, η καθ' ύλη αναρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου, και η έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την υπ' αριθμό 270/2-5-2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, ο Χ, Αλβανός υπήκοος, κηρύχθηκε αθώος των αποδιδόμενων πράξεων: α) της απόπειρας βιασμού και β) της απλής συνέργιας σε βιασμό. Μετά την απαλλακτική αυτή απόφαση, ο ως άνω αθωωθείς κατηγορούμενος, υπέβαλε την από 11-5-2007 αίτηση αποζημιώσεως, ως προσωρινώς κρατηθέντος και μετέπειτα αθωωθέντος, η οποία εκδικάσθηκε, μετά τη λήξη της συνόδου και συγκεκριμένα την 9-7-2008, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη με αριθμό 319/9-7-2008 απόφαση των τακτικών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Σύμφωνα δε, με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο εκείνο, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική της αιτήσεως αποζημιώσεως, απόφασή του, δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 533-545 ΚΠΔ που ρυθμίζουν το δικαίωμα αποζημιώσεως εκείνου που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν προκύπτει μεταξύ άλλων ότι το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση αν εκείνος που καταδικάστηκε ή κρατήθηκε προσωρινά, έγινε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησης. Η αμέλεια δεν καθορίζεται από το νόμο, αλλά εκτιμάται από τα περιστατικά της διαδικασίας σε κάθε περίπτωση. Εν προκειμένω από τα έγγραφα που προσκομίζονται στο Δικαστήριο μεταξύ των οποίων και η 270/2007 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του αιτούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για βιασμό, απλή συνέργεια σε βιασμό κ.λ.π. Μετά την απολογία του στον Ανακριτή κρατήθηκε προσωρινά με το υπ' αριθ. 27/11-11-2005 ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ανακριτή. Την 23-04-2007 παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αθηνών για απόπειρα βιασμού κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, απλή συνέργεια σε βιασμό και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Με την 270/2-5-2007 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου κηρύχθηκε αθώος των πιο πάνω κατηγοριών. Ειδικότερα από την ως άνω απόφαση προκύπτει ότι ο αιτών Χ στις 04-11-2005 μαζί με τον Α συναντήθηκε στην περιοχή των ....., όπου είχαν μεταβεί ο καθένας με το δικό του αυτοκίνητο, με τις ανήλικες μαθήτριες Β και Γ και πήγαν αρχικά σε μία καφετέρια και στη συνέχεια στο μπαρ S.O.S. στην ..... για να διασκεδάσουν. Οι δύο ανήλικες στο μπαρ κατανάλωσαν οινόπνευμα (τρία ποτήρια διπλά βότκα η καθεμία) και περιήλθαν σε κατάσταση μέθης. Στη συνέχεια ο αιτών πήρε στο αυτοκίνητό του την Γ και κατευθύνθηκε στους πρόποδες του ..... λίγο μετά το Κοιμητήριο του Δήμου ..... σε ένα στενό δρόμο που χρησιμοποιείτο για περίπατο. Εκεί ο αιτών έβγαλε το παντελόνι και το μπλουζάκι της Γ και αφού έμειναν περίπου μία ώρα στο αυτοκίνητό του, την άφησε στη συνέχεια στην πλατεία κοντά στο Δημαρχείο ..... που απέχει 10 λεπτά από το σπίτι της. Το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα έγινε δεκτό από το δικαστήριο (Μ.Ο.Δ.) ότι η αφαίρεση των ρούχων έγινε διότι η Γ λόγω της μέθης στην οποία είχε περιέλθει έκανε συνέχεια εμετούς και τα ρούχα της ήταν λερωμένα. Τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από την ιατροδικαστική έκθεση που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο δεν προέκυπτε βιασμός. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε την πράξη της απόπειρας βιασμού", σελ. 79 της πιο πάνω απόφασης και με βάσει τις παραδοχές αυτές τον κήρυξαν αθώο. Όμως από τα ως άνω εκτιθέμενα καθίσταται προφανές ότι ο αιτών με την συμπεριφορά του έγινε από πρόθεση του παραίτιος της προσωρινής του κράτησης. Ειδικότερα ο ίδιος επέλεξε να συνδιασκεδάσει με την ανήλικη Γ γνωρίζοντας την ηλικία της, την μαθητική της ιδιότητα και στη συνέχεια ενώ αυτή ήτο μεθυσμένη ο ίδιος επέλεξε αντί να την πάει στο σπίτι της, να την οδηγήσει σε ερημική τοποθεσία, να της βγάλει τα ρούχα και να μείνει μαζί της, παρά το γεγονός ότι όπως ισχυρίζεται έκανε συνεχώς εμετούς για μία ώρα. Ακόμη δε ο ίδιος την μετέφερε τις βραδινές ώρες όχι στο σπίτι της, αλλά σε σημείο κοντά στο σπίτι της όπου και την άφησε. Ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί και το γεγονός ότι οι δύο άνδρες πήγαν στο ραντεβού με τις κοπέλες με δύο διαφορετικά αυτοκίνητα, ενδεικτικό κατά την κρίση του Δικαστηρίου των προθέσεών τους για τη συνέχιση της βραδιάς. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι υφίστατο αμελής συμπεριφορά του αιτούντος και πρόθεση και συνεπώς με βάση τις πιο πάνω παραδοχές συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 535 ΚΠΔ και πρέπει για το λόγο αυτό, η αίτησή του να απορριφθεί". Όμως, καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να επιληφθεί της ως άνω αιτήσεως αποζημιώσεως, δεν ήταν το εκ των τακτικών Δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι ήδη είχε λήξει η σύνοδος του Δικαστηρίου εκείνου, αφού, για το μήνα που συγκροτείται το Μ.Ο. Δικαστήριο, η σύνοδος διαρκεί 24 ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 377 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, αλλά το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 371 παρ.4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση του τετάρτου εδαφίου της, που έγινε με την παρ.1 του άρθρου 14 του Ν. 1649/1986, κατά την οποία "όταν το δικαστήριο που επέβαλλε την ποινή είναι το μικτό ορκωτό και η σύνοδος έχει λήξει, αρμόδιο για την αφαίρεση του χρόνου της προσωρινής κρατήσεως, είναι το Τριμελές Εφετείο" (βλ. και Ολ. Α.Π 31/1990 σε Π.Χ Μ' σελίδα 941). Πέραν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά αντίθετα περιέχει ασάφεια και αντίφαση. Τούτο γιατί, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι ο αιτών με τη συμπεριφορά του έγινε από πρόθεση παραίτιος της προσωρινής κρατήσεώς του, παράλληλα δέχεται ότι στο πρόσωπο του αιτούντος, υφίστατο αμελής συμπεριφορά του, αλλά και πρόθεσή του. 'Ετσι, με τον τρόπο αυτό, δεν καθίσταται σαφές στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν ο αιτών έγινε παραίτιος της προσωρινής του κρατήσεως από πρόθεση ή από αμέλεια, στοιχεία τα οποία απαιτούντο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, και όχι κατά την ισχύουσα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 535 Κ.Π.Δ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 του Ν. 2915/2001, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησής του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ' και Δ' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση των τακτικών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 319/9-7-2008 απόφαση των τακτικών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αποζημιώσεως του προσωρινά κρατηθέντος και αθωωθέντος κατηγορουμένου. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της αποφάσεως του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, που απέρριψε την αίτηση αποζημιώσεως, με την επίκληση των λόγων της καθ’ ύλη αναρμοδιότητας του εκ των Τακτικών Δικαστών δικάσαντος Δικαστηρίου και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αρμόδιο μετά την λήξη της συνόδου ήταν το Τριμελές Εφετείο και όχι το εκ των τακτικών δικαστών Δικαστήριο του ΜΟΔ. Αναιρεί και παραπέμπει στο Τριμελές Εφετείο (σχ. Ολ.ΑΠ 31/1990).
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Αναρμοδιότητα καθ'ύλη, Αποζημιώσεως αίτηση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 747/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 436/19.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3390/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας τρίτους και β) της απάτης κατ'εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 409/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 31-3-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 10-4-2008, δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία, αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 67/10-4-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο, εγγράφου που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 118/2008). Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, υπάρχει όταν εξυπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 415/2007). Η πλαστογραφία, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν.2721/1999, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεώς του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ή διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Στην περίπτωση τελέσεως της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 εδάφιο πρώτο Ν. 2721/1999 και για όσες πράξεις τελέσθηκαν μετά την 3-6-1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1855/2006, ΑΠ 980/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο, πράξη παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (ΑΠ 1288/2008, ΑΠ 1056/2008). Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως και τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 548/2008, ΑΠ 118/2008, ΑΠ 111/2008). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1479/2004). Η αιτιολογία δηλαδή του βουλεύματος συμπληρώνεται, ως προς τις ελλείψεις που τυχόν υπάρχουν, από το διατακτικό, στο οποίο περιέχεται η αξιόποινη πράξη, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δε ισχύει, προκειμένου, ειδικότερα, για παραπεμπτικό βούλευμα, όχι μόνο για το πρωτοβάθμιο, αλλά και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρώτο (ΑΠ 429/1986 ΠΧ ΛΣΤ' 639). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον όμως σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2001). Είναι επίσης επιτρεπτή η συμπληρωματική (και όχι εξ ολοκλήρου) αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί καταστάσεως ανάγκης. Συγκεκριμένα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 και 32 παρ. 1 ΠΚ τόσο στην περίπτωση της καταστάσεως ανάγκης για τον αποκλεισμό του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, όσο και στην περίπτωση της καταστάσεως ανάγκης για τον αποκλεισμό του καταλογισμού, απαιτείται να υπάρχει, εκτός άλλων, και κίνδυνος παρών και αναπότρεπτος κατ'άλλο τρόπο, παρά μόνο με την προσβολή ξένου αγαθού. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας του κινδυνεύοντος αγαθού, χωρίς την προσβολή του ξένου αγαθού, δεν υφίσταται κατάσταση ανάγκης, είτε ως λόγος άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, είτε ως λόγος άρσεως του καταλογισμού. Επί πλέον το προσβαλλόμενο με την πράξη ξένο έννομο αγαθό πρέπει να είναι μικρότερης κατ'είδος και σπουδαιότητα αξίας σε σχέση με το απειλούμενο (ΑΠ 1983/2001). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και πρσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, από τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, από την απολογία του κατηγορουμένου και το έγγραφο υπόμνημά του και από όλα γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται ρητά και ειδικά (πλην της από 29-5-2003 ένορκης εξέτασης του εκκαλούντος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ), προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας στο πρώην ΣΔΟΕ-Περιφερειακή Δ/νση Αττικής, για την εκτέλεση αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αυτός που διατηρούσε οδοντιατρείο επί της οδού ......, χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του κλεμμένες πιστωτικές κάρτες και εισέπραττε τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγών, προανακριτικοί υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν νομότυπα έρευνα στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός συναλλαγών δια μέσου πιστωτικών καρτών που αφορούσαν την παροχή εκ μέρους του οδοντιατρικών υπηρεσιών σε αλλοδαπούς ασθενείς. Από την επεξεργασία των στοιχείων αυτών, εκτός των φορολογικών παραβάσεων, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο διάστημα από 30-8-2002 μέχρι 21-9-2002 πραγματοποίησε με διάφορες πιστωτικές κάρτες με το διακριτικό τίτλο VISA, που ανήκαν σε αλλοδαπούς και είχαν εκδοθεί στο εξωτερικό, εξήντα εννιά (69) συναλλαγές, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, η αξία δε και η συχνότητα των συναλλαγών αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τις συνήθεις συναλλαγές του επαγγέλματος του για το συγκεκριμένο μικρό σχετικό χρονικό διάστημα και πολλές από τις συναλλαγές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί με τη χρήση της ίδιας πιστωτικής κάρτας και εντός χρονικού διαστήματος ολίγων λεπτών. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες συναλλαγές για δήθεν παρασχεθείσες οδοντιατρικές εργασίες, παρατιθέμενες κατ' αριθμό κάρτας, κάτοχο, ημέρα και ώρα συναλλαγής και ποσό σε ευρώ: ......(αναφερονται στοιχεία πιστωτικών καρτών). Εκδότριες των πιστωτικών καρτών ήσαν αλλοδαπές τράπεζες, οι οποίες και αναζήτησαν από την έχουσα αναλάβει τη διαχείριση των σχετικών συναλλαγών με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της πιστωτικής κάρτας ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" αντίγραφα τριάντα πέντε (35) συνολικά συναλλαγών μεταξύ των κατόχων των καρτών και του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συνολικού ποσού 107.380 ευρώ, και στη συνέχεια, προδήλως κατόπιν αιτήματος των κατόχων τους, αμφισβήτησαν εννιά (9) συναλλαγές συνολικού ποσού 34.800 ευρώ, ήτοι τις ανωτέρω συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 3 και 19. Σύμφωνα δε και με την κατάθεση της υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρείας...... κατά το ποσό αυτό υπέστη ζημία η εταιρεία, δοθέντος ότι το εν λόγω ποσό κατέβαλε η ίδια στον κατηγορούμενο, όπως είχε σχετική συμβατική υποχρέωση, πλην όμως, ενόψει της αμφισβήτησης, δεν καταβλήθηκε σ' αυτή αντίστοιχα από τις εκδότριες των καρτών τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 144.540 ευρώ καταβλήθηκε σ' αυτή κανονικά από τις εκδότριες Τράπεζες, με αντίστοιχη ζημία των κατόχων των καρτών, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τα ποσά στις τράπεζες. Από το ως άνω ποσό των 179.340 ευρώ καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο από τη συνεργαζόμενη με την ως άνω διαχειρίστρια των καρτών εταιρεία Γενική Τράπεζα ποσό 173.959,80 ευρώ, μετ' αφαίρεση της προμήθειας της Τράπεζας ποσού 5.380 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες και αφού έθετε, χωρίς δικαίωμα, επί των αποδείξεων των συναλλαγών που εκδίδονταν από το ηλεκτρονικό μηχάνημα συναλλαγών την υπογραφή των κατόχων των καρτών, τις υπέβαλε στη συνεχεία στη Γενική Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά των αποδείξεων. Η κατάρτιση των πλαστών αυτών αποδείξεων, επί των οποίων ο κατηγορούμενος έθεσε δυσανάγνωστη υπογραφή των κατόχων των καρτών, χωρίς δικαίωμα ή τη συναίνεση τους, έγινε προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ότι πρόκειται για υπαρκτές συναλλαγές που αφορούσαν την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών και να εισπράξει δια μέσου της συνεργαζόμενης με αυτή Γενικής Τράπεζας το προαναφερόμενο ποσό των 173.959,80 ευρώ, με βλάβη αφενός της περιουσίας της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών κατά το ποσό των 34.800 ευρώ, αφετέρου δε της περιουσίας των λοιπών κατόχων των πιστωτικών καρτών, των οποίων οι συναλλαγές δεν αμφισβητήθηκαν, κατά το ποσό των 144.540 ευρώ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάνοντας ακολούθως χρήση αυτών (αποδείξεων), με την προσκόμιση τους στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας, προκειμένου να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης αυτής της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ίδιας εταιρείας ότι οι προσκομισθείσες 69 αποδείξεις συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, αφορούσαν δήθεν υπαρκτές συναλλαγές μεταξύ του ίδιου και των κατόχων των πιστωτικών καρτών για την παροχή εκ μέρους των οδοντιατρικών υπηρεσιών και τους έπεισε να του καταβάλουν το ως άνω συνολικό ποσό των 173.959,80 ευρώ, ενώ, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή επρόκειτο για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία των κατόχων των πιστωτικών καρτών, δεν θα του κατέβαλαν το χρηματικό αυτό ποσό, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ως άνω χρηματικό ποσό που εισέπραξε και να βλάψει αντίστοιχα την περιουσία της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και των λοιπών κατόχων των καρτών κατά τα προαναφερόμενα ποσά. Προέκυψε, επίσης, ότι οι ως άνω συναλλαγές από τον αύξοντα αριθμό 22 έως και 27 πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας δια μέσου του ηλεκτρονικού μηχανήματος POS και χωρίς τη λήψη αντιγράφου της κάρτας με μηχανικό μέσο, όπως συνέβη στις λοιπές συναλλαγές, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η πιστωτική κάρτα βρισκόταν κατά το χρόνο της συναλλαγής στην κατοχή του εκκαλούντος ενώ στις λοιπές περιπτώσεις πιθανότατα έγινε πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας, χωρίς αυτή να βρίσκεται στην κατοχή του, έτσι ώστε να προλάβει να προβεί στη συναλλαγή πριν από την ακύρωση από τον κάτοχο της και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο από την πληκτρολόγηση, όταν η κάρτα είχε περιέλθει πλέον στην κατοχή του λήφθηκε αντίγραφο της με μηχανικό μέσο, ώστε η συναλλαγή να ολοκληρωθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τους όρους των συμβάσεως που ο ίδιος υπέγραψε και να είναι εξαιρετικά δυσχερής η αμφισβήτηση της συναλλαγής από τον κάτοχο της. Λόγω του γεγονότος αυτού, για τις συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 22 έως 27 δεν εμφανίζεται στις σχετικές αποδείξεις η ταυτότητα των κατόχων των πιστωτικών καρτών που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ από τις σχετικές αποδείξεις διαπιστώνεται ότι οι υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, είναι ανόμοιες, αν και τέθηκαν με διαφορά ολίγων λεπτών στις σχετικές αποδείξεις. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται απολογούμενος ότι οι συναλλαγές της 30-8-2002, που έγιναν με τη χρήση τριών διαφορετικών καρτών, αφορούσαν πραγματικές υπηρεσίες προς του αλλοδαπούς με τα ονόματα ...., ... και ..... Ότι οι δύο πρώτοι κατά την επίσκεψή τους στο ιατρείο του χρησιμοποίησαν το μηχάνημα ηλεκτρονικών συναλλαγών της Γενικής Τράπεζας και πραγματοποίησαν εν αγνοία του διάφορες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ότι στη συνέχεια του αποκάλυψαν την πράξη τους και απειλώντας τη ζωή του και τη ζωή των μελών της οικογένειας του, εμφανιζόμενοι ως πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, με δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τον εξανάγκασαν να ανεχθεί την παράνομη χρήση του κατεχόμενου από τον ίδιο μηχανήματος συναλλαγών, πραγματοποιώντας συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε τον συνόδευαν στην Τράπεζα για να εισπράξει το ποσό των συναλλαγών, από το οποίο παρακρατούσε ποσό 10% ενώ το υπόλοιπο παρέδιδε σ' αυτούς και ότι ουδέποτε έθεσε ο ίδιος την υπογραφή του στις αποδείξεις συναλλαγών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός περί καταστάσεως ανάγκης κρίνεται εντελώς αβάσιμος, καθόσον ουδέν αναφέρει για την ταυτότητα των ανωτέρω προσώπων, περιοριζόμενος σε αόριστη αναφορά μικρών ονομάτων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, με τα πρόσωπα αυτά είχε επαφές επί μακρό σχετικά διάστημα, ενώ δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν κατήγγειλε τις σε βάρος του πράξεις μετά την εξαφάνιση των προσώπων αυτών, προκειμένου να παράσχει, έστω και εκ των υστέρων, βοήθεια στους κατόχους των πιστωτικών καρτών, που είχαν χρησιμοποιηθεί εν αγνοία τους και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά που δεν όφειλαν. Αν τα πράγματα ήσαν όπως ο κατηγορούμενος εμφανίζει, θα είχε αποκαλύψει στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ την εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων αυτών, την οποία απέκρυψε, ισχυριζόμενος ότι οι τότε σύμβουλοί του, λογιστής και δικηγόρος, των οποίων την ταυτότητα δεν αποκαλύπτει, δεν τον ενημέρωσαν ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρά ποινικά αδικήματα, παρά μόνον φορολογικό πρόβλημα. Ούτε επίσης α) θα προέβαινε σε καταχώριση ορισμένων από τις ανωτέρω συναλλαγές στο βιβλίο ασθενών του ιατρείου του, πράξη στην οποία προέβη προκειμένου να συγκαλύψει την εγκληματική του δραστηριότητα και να καταστήσει αληθοφανείς τις εν λόγω συναλλαγές και β) θα αγνοούσε για χρονικό διάστημα ενός έτους την εξώδικη διαμαρτυρία της παθούσας ....., αν και επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας ING, που είχε εκδώσει την πιστωτική κάρτα, ονόματι ....., στον οποίο ανέφερε ψευδώς ότι η συναλλαγή (υπ' αριθ. 12 του πίνακα) αφορούσε παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών σε Ισπανούς τουρίστες, παραπλανηθείς προφανώς από το ονοματεπώνυμο αυτής, υπηκόου Φιλιππίνων, η πιστωτική κάρτα της οποίας εκλάπη την 10-9-2002 και ώρα 19.30 και χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20.29' πριν η κάτοχός της προλάβει να ζητήσει την ακύρωσή της.- 5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό, επίσης, κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 26, 27, 94, 98, 216 παρ. 1, 3 και 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των περιστάσεων αυτών και κατά την περιγραφή του εγκλήματος της απάτης οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει καθαρά ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά στον πορισμό ειδοσήματος, πράγμα μάλιστα, το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι αυτός (αναιρεσείων), "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κ.λ.π.". 'Αλλωστε και η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και εκείνη της απάτης, τελέσθηκαν κατ'εξακολούθηση, οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 487/2007). Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μη παράθεση στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος των περιστατικών που συγκροτούν τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απάτης, παραδεκτώς συμπληρώνεται, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναλυτικώς εκτίθενται οι περιστάσεις αυτές. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλλομένου βουλεύματος το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντα τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Εξ άλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται με πληρότητα η περιουσιακή βλάβη, την οποία υπέστησαν από την εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, τόσο η εταιρεία "Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", ανερχόμενη στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν, ανερχόμενη στο ποσό των 144.540 ευρώ. Τέλος με σαφείς και εκτενείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί καταστάσεως ανάγκης. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. 6. Από τις διατάξεις των άρθρων 183, 274, 307 περ. α' και 309 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κρίση του ανακριτή ή του δικαστηρίου του ουσίας, η δε άρνηση του ανακριτή να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας, ούτε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ (ΑΠ 487/2007). Συνεπώς η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την οποία ο ανακριτής σιγή απέρριψε το επανειλημμένως υποβληθέν αίτημά του για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα 8άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 67/10-4-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η προξενηθείσα συνολική ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (216 παρ.1, και 3β και 386 παρ.1-3α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει, σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας στο πρώην ΣΔΟΕ-Περιφερειακή Δ/νση Αττικής, για την εκτέλεση αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αυτός που διατηρούσε οδοντιατρείο επί της οδού ......, χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του κλεμμένες πιστωτικές κάρτες και εισέπραττε τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγών, προανακριτικοί υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν νομότυπα έρευνα στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός συναλλαγών δια μέσου πιστωτικών καρτών που αφορούσαν την παροχή εκ μέρους του οδοντιατρικών υπηρεσιών σε αλλοδαπούς ασθενείς. Από την επεξεργασία των στοιχείων αυτών, εκτός των φορολογικών παραβάσεων, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο διάστημα από 30-8-2002 μέχρι 21-9-2002 πραγματοποίησε με διάφορες πιστωτικές κάρτες με το διακριτικό τίτλο VISA, που ανήκαν σε αλλοδαπούς και είχαν εκδοθεί στο εξωτερικό, εξήντα εννιά (69) συναλλαγές, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, η αξία δε και η συχνότητα των συναλλαγών αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τις συνήθεις συναλλαγές του επαγγέλματος του για το συγκεκριμένο μικρό σχετικό χρονικό διάστημα και πολλές από τις συναλλαγές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί με τη χρήση της ίδιας πιστωτικής κάρτας και εντός χρονικού διαστήματος ολίγων λεπτών. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες συναλλαγές για δήθεν παρασχεθείσες οδοντιατρικές εργασίες, παρατιθέμενες κατ' αριθμό κάρτας, κάτοχο, ημέρα και ώρα συναλλαγής και ποσό σε ευρώ:......(αναφέρονται στοιχεία πιστωτικών καρτών). Εκδότριες των πιστωτικών καρτών ήσαν αλλοδαπές τράπεζες, οι οποίες και αναζήτησαν από την έχουσα αναλάβει τη διαχείριση των σχετικών συναλλαγών με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της πιστωτικής κάρτας ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" αντίγραφα τριάντα πέντε (35) συνολικά συναλλαγών μεταξύ των κατόχων των καρτών και του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συνολικού ποσού 107.380 ευρώ, και στη συνέχεια, προδήλως κατόπιν αιτήματος των κατόχων τους, αμφισβήτησαν εννιά (9) συναλλαγές συνολικού ποσού 34.800 ευρώ, ήτοι τις ανωτέρω συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 3 και 19. Σύμφωνα δε και με την κατάθεση της υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρείας ..... κατά το ποσό αυτό υπέστη ζημία η εταιρεία, δοθέντος ότι το εν λόγω ποσό κατέβαλε η ίδια στον κατηγορούμενο, όπως είχε σχετική συμβατική υποχρέωση, πλην όμως, ενόψει της αμφισβήτησης, δεν καταβλήθηκε σ' αυτή αντίστοιχα από τις εκδότριες των καρτών τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 144.540 ευρώ καταβλήθηκε σ' αυτή κανονικά από τις εκδότριες Τράπεζες, με αντίστοιχη ζημία των κατόχων των καρτών, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τα ποσά στις τράπεζες. Από το ως άνω ποσό των 179.340 ευρώ καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο από τη συνεργαζόμενη με την ως άνω διαχειρίστρια των καρτών εταιρεία Γενική Τράπεζα ποσό 173.959,80 ευρώ, μετ' αφαίρεση της προμήθειας της Τράπεζας ποσού 5.380 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες και αφού έθετε, χωρίς δικαίωμα, επί των αποδείξεων των συναλλαγών που εκδίδονταν από το ηλεκτρονικό μηχάνημα συναλλαγών την υπογραφή των κατόχων των καρτών, τις υπέβαλε στη συνεχεία στη Γενική Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά των αποδείξεων. Η κατάρτιση των πλαστών αυτών αποδείξεων, επί των οποίων ο κατηγορούμενος έθεσε δυσανάγνωστη υπογραφή των κατόχων των καρτών, χωρίς δικαίωμα ή τη συναίνεση τους, έγινε προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ότι πρόκειται για υπαρκτές συναλλαγές που αφορούσαν την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών και να εισπράξει δια μέσου της συνεργαζόμενης με αυτή Γενικής Τράπεζας το προαναφερόμενο ποσό των 173.959,80 ευρώ, με βλάβη αφενός της περιουσίας της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών κατά το ποσό των 34.800 ευρώ, αφετέρου δε της περιουσίας των λοιπών κατόχων των πιστωτικών καρτών, των οποίων οι συναλλαγές δεν αμφισβητήθηκαν, κατά το ποσό των 144.540 ευρώ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάνοντας ακολούθως χρήση αυτών (αποδείξεων), με την προσκόμιση τους στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας, προκειμένου να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης αυτής της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ίδιας εταιρείας ότι οι προσκομισθείσες 69 αποδείξεις συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, αφορούσαν δήθεν υπαρκτές συναλλαγές μεταξύ του ίδιου και των κατόχων των πιστωτικών καρτών για την παροχή εκ μέρους των οδοντιατρικών υπηρεσιών και τους έπεισε να του καταβάλουν το ως άνω συνολικό ποσό των 173.959,80 ευρώ, ενώ, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή επρόκειτο για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία των κατόχων των πιστωτικών καρτών, δεν θα του κατέβαλαν το χρηματικό αυτό ποσό, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ως άνω χρηματικό ποσό που εισέπραξε και να βλάψει αντίστοιχα την περιουσία της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και των λοιπών κατόχων των καρτών κατά τα προαναφερόμενα ποσά. Προέκυψε, επίσης, ότι οι ως άνω συναλλαγές από τον αύξοντα αριθμό 22 έως και 27 πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας δια μέσου του ηλεκτρονικού μηχανήματος POS και χωρίς τη λήψη αντιγράφου της κάρτας με μηχανικό μέσο, όπως συνέβη στις λοιπές συναλλαγές, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η πιστωτική κάρτα βρισκόταν κατά το χρόνο της συναλλαγής στην κατοχή του εκκαλούντος ενώ στις λοιπές περιπτώσεις πιθανότατα έγινε πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας, χωρίς αυτή να βρίσκεται στην κατοχή του, έτσι ώστε να προλάβει να προβεί στη συναλλαγή πριν από την ακύρωση από τον κάτοχο της και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο από την πληκτρολόγηση, όταν η κάρτα είχε περιέλθει πλέον στην κατοχή του λήφθηκε αντίγραφο της με μηχανικό μέσο, ώστε η συναλλαγή να ολοκληρωθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τους όρους των συμβάσεως που ο ίδιος υπέγραψε και να είναι εξαιρετικά δυσχερής η αμφισβήτηση της συναλλαγής από τον κάτοχο της. Λόγω του γεγονότος αυτού, για τις συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 22 έως 27 δεν εμφανίζεται στις σχετικές αποδείξεις η ταυτότητα των κατόχων των πιστωτικών καρτών που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ από τις σχετικές αποδείξεις διαπιστώνεται ότι οι υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, είναι ανόμοιες, αν και τέθηκαν με διαφορά ολίγων λεπτών στις σχετικές αποδείξεις. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται απολογούμενος ότι οι συναλλαγές της 30-8-2002, που έγιναν με τη χρήση τριών διαφορετικών καρτών, αφορούσαν πραγματικές υπηρεσίες προς του αλλοδαπούς με τα ονόματα ...., ....και ..... Ότι οι δύο πρώτοι κατά την επίσκεψή τους στο ιατρείο του χρησιμοποίησαν το μηχάνημα ηλεκτρονικών συναλλαγών της Γενικής Τράπεζας και πραγματοποίησαν εν αγνοία του διάφορες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ότι στη συνέχεια του αποκάλυψαν την πράξη τους και απειλώντας τη ζωή του και τη ζωή των μελών της οικογένειας του, εμφανιζόμενοι ως πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, με δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τον εξανάγκασαν να ανεχθεί την παράνομη χρήση του κατεχόμενου από τον ίδιο μηχανήματος συναλλαγών, πραγματοποιώντας συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε τον συνόδευαν στην Τράπεζα για να εισπράξει το ποσό των συναλλαγών, από το οποίο παρακρατούσε ποσό 10% ενώ το υπόλοιπο παρέδιδε σ' αυτούς και ότι ουδέποτε έθεσε ο ίδιος την υπογραφή του στις αποδείξεις συναλλαγών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός περί καταστάσεως ανάγκης κρίνεται εντελώς αβάσιμος, καθόσον ουδέν αναφέρει για την ταυτότητα των ανωτέρω προσώπων, περιοριζόμενος σε αόριστη αναφορά μικρών ονομάτων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, με τα πρόσωπα αυτά είχε επαφές επί μακρό σχετικά διάστημα, ενώ δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν κατήγγειλε τις σε βάρος του πράξεις μετά την εξαφάνιση των προσώπων αυτών, προκειμένου να παράσχει, έστω και εκ των υστέρων, βοήθεια στους κατόχους των πιστωτικών καρτών, που είχαν χρησιμοποιηθεί εν αγνοία τους και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά που δεν όφειλαν. Αν τα πράγματα ήσαν όπως ο κατηγορούμενος εμφανίζει, θα είχε αποκαλύψει στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ την εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων αυτών, την οποία απέκρυψε, ισχυριζόμενος ότι οι τότε σύμβουλοί του, λογιστής και δικηγόρος, των οποίων την ταυτότητα δεν αποκαλύπτει, δεν τον ενημέρωσαν ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρά ποινικά αδικήματα, παρά μόνον φορολογικό πρόβλημα. Ούτε επίσης α) θα προέβαινε σε καταχώριση ορισμένων από τις ανωτέρω συναλλαγές στο βιβλίο ασθενών του ιατρείου του, πράξη στην οποία προέβη προκειμένου να συγκαλύψει την εγκληματική του δραστηριότητα και να καταστήσει αληθοφανείς τις εν λόγω συναλλαγές και β) θα αγνοούσε για χρονικό διάστημα ενός έτους την εξώδικη διαμαρτυρία της παθούσας ..., αν και επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας ING, που είχε εκδώσει την πιστωτική κάρτα, ονόματι ...., στον οποίο ανέφερε ψευδώς ότι η συναλλαγή (υπ' αριθ. 12 του πίνακα) αφορούσε παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών σε Ισπανούς τουρίστες, παραπλανηθείς προφανώς από το ονοματεπώνυμο αυτής, υπηκόου Φιλιππίνων, η πιστωτική κάρτα της οποίας εκλάπη την 10-9-2002 και ώρα 19.30 και χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20.29' πριν η κάτοχός της προλάβει να ζητήσει την ακύρωσή της.- Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό, επίσης, κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 26, 27, 94, 98, 216 παρ. 1, 3 και 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των περιστάσεων αυτών και κατά την περιγραφή του εγκλήματος της απάτης οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει καθαρά ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά στον πορισμό ειδοσήματος, πράγμα μάλιστα, το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι αυτός (αναιρεσείων), "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κ.λ.π.". 'Αλλωστε και η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και εκείνη της απάτης, τελέσθηκαν κατ'εξακολούθηση, οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 487/2007). Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μη παράθεση στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος των περιστατικών που συγκροτούν τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απάτης, παραδεκτώς συμπληρώνεται, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναλυτικώς εκτίθενται οι περιστάσεις αυτές. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλλομένου βουλεύματος το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντα τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Εξ άλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται με πληρότητα η περιουσιακή βλάβη, την οποία υπέστησαν από την εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, τόσο η εταιρεία "Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", ανερχόμενη στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν, ανερχόμενη στο ποσό των 144.540 ευρώ. Τέλος με σαφείς και εκτενείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί καταστάσεως ανάγκης. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος: α) της κακουργηματικής πλαστογραφίας και β) της κακουργηματικής απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3β και 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των παραπάνω πράξεων, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφία προκύπτει σαφώς ο σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων και κατά την περιγραφή του ετέρου εγκλήματος της απάτης, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στον πορισμό εισοδήματος, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κλπ". Σε κάθε, όμως, περίπτωση και η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και αυτή της απάτης, τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και ως εκ τούτου προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Τέλος, η μη παράθεση στο αιτιολογικό των επιβαρυντικών περιστάσεων, αναφορικά με το έγκλημα της απάτης, παραδεκτά συμπληρώνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρωτοδίκου με αριθμό 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο γίνεται λεπτομερής αναφορά των περιστάσεων αυτών. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί και το γεγονός ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος το συνολικό όφελος που σκοπήθηκε από τον δράστη και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός το οποίο από μόνο του προσδίδει στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις τον κακουργηματικό χαρακτήρα. Ακόμη, αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν, από την εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου, τόσο η εταιρεία με την επωνυμία " Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών",, που ανέρχεται στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 144.450 ευρώ. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, περί καταστάσεως ανάγκης. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (484 παρ.1 στοιχ. β'και δ' του Κ.Π.Δ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή του στο σύνολό της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 183, 274, 307 περ. α' και 309 παρ.1 του Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κρίση του ανακριτή ή του δικαστηρίου της ουσίας, η δε άρνηση του ανακριτή να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας, ούτε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της κατά το άρθρο 484 παρ.1στοιχ.α' του Κ.Π.Δ, απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας για το λόγο ότι ο ανακριτής σιγή απέρριψε το αίτημα αυτής για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ....., για αναίρεση του υπ' αριθμό 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική Πλαστογραφία και Απάτη. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ανακριτή ή του δικαστηρίου της ουσίας και δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 746/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κατοίκου εν ζωή ......, που συνεχίζουν την δίκη οι κληρονόμοι του: α) ..... και β) ....., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 24-26 και 40-43/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών, ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1868/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 51/04.02.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 του ΚΠΔ, την από 15-1-2005 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Αγροτικές Φυλακές ..... που κατατέθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στις 7-11-2006, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 24-26 και 40-43/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε αμετακλήτως στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικώς, αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνον που πραγματικά τέλεσε. Νέες δε αποδείξεις ή γεγονότα (οι έννοιες είναι ταυτόσημες) μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές παλαιοτέρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία κ.λ.π., με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1613/2006, ΑΠ 1611/2006 )Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. Α.Π. 723/1996 Π.Χρ. ΜΖ' 664 και Α.Π. 241/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ' 1109). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 24-26 και 40-43/1996 αμετάκλητη δικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσ/νίκης, για το λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της προαναφερθείσης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. II. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 24-26 και 40-43/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσ/νίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 1564/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών Χ1 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση, συνισταμένη στο ότι στη θέση "....." της δασικής περιοχής .... στις 31-7-1989 σκότωσε με πρόθεση τη σύζυγο του Θ1 γιατί τον απειλούσε ότι θα απεκάλυπτε στις διωκτικές αρχές την παράνομη δραστηριότητα του σχετικά με την αναζήτηση και την ανεύρεση αντικειμένων αρχαιολογικής αξίας. Προς υποστήριξη της υπό κρίση αιτήσεως του ο αιτών επικαλείται ως νέα γεγονότα, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αφ' ενός μεν την αθώωση του με την υπ' αριθμ. 1841/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης από την κατηγορία της διενεργείας ανασκαφής χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχαιολογικής αρχής σε αρχαιολογικό χώρο προς ανεύρεση αρχαιοτήτων, αφ' ετέρου δε το ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο Μ1, κάτοικος ...., τον οποίο και προτείνει ως μάρτυρα, επισκέφθηκε (προφανώς μετά τη δίκη στο ΜΟΕ Θεσ/νίκης) τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και του αποκάλυψε ότι τη σύζυγο του αιτούντος δεν εσκότωσε αυτός αλλά οι Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4 που ενεργούσαν ως εκτελεστικά όργανα (κατ' εντολή) της Φ1 και άλλων (που κατονομάζονται στην αίτηση) προσώπων και τα ίδια γεγονότα γνωρίζει και ο δημοσιογράφος Δ1 (βλ. αίτηση επαναλήψεως). Τους ίδιους ισχυρισμούς ο αιτών είχε προβάλει και με την από 3-12-1998 αίτηση του, που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 591/2000 απόφαση του Δικαστηρίου σας. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι, καθόσον αφορά μεν την ως άνω επικαλούμενη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, ότι η απαλλαγή του αιτούντος με την απόφαση αυτή, ως αφορώσα συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υποδηλώνει ότι αυτός δεν επιδιδόταν πράγματι σε αρχαιοκαπηλία, ώστε να αμφισβητείται η ύπαρξη κινήτρου για την τέλεση της ως άνω ανθρωποκτονίας και οπωσδήποτε δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών δεν τέλεσε την πράξη αυτή (της ανθρωποκτονίας). Σε σχέση δε με τις πληροφορίες του μάρτυρα Μ1, που δεν εξετάσθηκε τώρα ως μάρτυρας, αφού δεν έγινε δυνατός ο προσδιορισμός του τόπου κατοικίας του (βλ. ...... αναφορά Α.Τ. .....), αλλά είχε εξεταστεί τότε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, ότι αυτός τίποτε το συγκεκριμένο δεν κατέθεσε, που να μπορεί να θεωρηθεί ως νέο γεγονός, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλες αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστά φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Ειδικότερα ο παραπάνω μάρτυρας στην ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέως δοθείσα ένορκη κατάθεση του, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά με τον θάνατο της Θ1 και τα όσα γνωρίζει γύρω απ' αυτόν: "..... Εγώ γνώρισα τον Χ1 το 1988-1989, καθώς και τη σύζυγό του Θ1. Επίσης γνώρισα από το έτος 1985 περίπου την Φ1. Η Φ1 ήταν επικεφαλής σπείρας αρχαιοκαπήλων, στην οποία συμμετείχα κι εγώ, καθώς και οι Κ1, που έχει αποβιώσει, Ψ1, Ψ2, καθώς και άλλοι που δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή. Το φόνο της Θ1 τον πληροφορήθηκα από τις εφημερίδες, όταν έγινε τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του έτους 1989, καθώς ήμουν προφυλακισμένος από τον μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους στις φυλακές ...... Επομένως δεν γνωρίζω από ιδία αντίληψη πώς έγινε ο φόνος. Συμπεραίνω όμως ότι την Θ1 την σκότωσε το κύκλωμα της Φ1 ή η ίδια η Φ1, γιατί η συγχωρεμένη ζητούσε από την Φ1 περισσότερο μερίδιο από τα λεφτά που έβγαζε από την αρχαιοκαπηλία. Εγώ υποθέτω λοιπόν ότι το κύκλωμα της Φ1 που το αποτελούν οι Ψ1 και Ψ2 καθώς και ο Ψ3 και Ψ4 σκότωσαν την Θ1, γιατί στο μέρος που τη σκότωσαν, αυτοί έκαναν τελετές μαύρης μαγείας από παλαιότερα. Το μέρος που τη σκότωσαν εγώ δεν το γνωρίζω, αλλά απ' ό,τι διάβασα από τις εφημερίδες και πρέπει να είναι στον .....από πάνω, αλλά δεν γνωρίζω πως λέγεται η τοποθεσία. Επίσης από ένα με το επίθετο ....., Μαροκινό, έμαθα, όταν βγήκα από τη φυλακή, ότι δεν έγινε ο φόνος από τον Χ1 αλλά από το κύκλωμα της Φ1. Μου είπε δε ότι ήταν παρών κατά την ώρα του φόνου, που έγινε πάνω σε τελετή μαύρης μαγείας. Άλλα στοιχεία γι' αυτό το πρόσωπο δεν γνώριζα. Αλλά τον γνώριζα γιατί ήταν αϊτό καιρό στο κύκλωμα της Φ1. Επίσης θέλω να καταθέσω ότι ο Ψ1 και ο Ψ2 δεν συμμετέχουν σε τελετές μαύρης μαγείας που έκανε η Φ1 αλλά σ' αυτές συμμετείχαν ο Ψ3 και Ψ4, οι οποίοι δεν γνωρίζω πού είναι κάτοικοι. Εγώ πιστεύω ότι ο φόνος έγινε πάνω σε τελετή μαύρης μαγείας". Ακολούθως, σε ερώτηση του εξετάζοντος πως κατονομάζει ως υπεύθυνους για το φόνο τους Ψ2 και Ψ1 αφού αυτοί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν συμμετείχαν σε τελετές μαύρης μαγείας, ο μάρτυρας απάντησε, συνεχίζοντας την κατάθεση του: "Εγώ ξέρω ότι ο Ψ1 και ο Ψ2 ήταν εκτελεστικά όργανα της Φ1, Δεν γνωρίζω αν έκανε το φόνο αυτή. Επίσης θέλω να προσθέσω ότι δεν αποκλείω οι Ψ3 και Ψ4 πάνω στην τελετή της μαύρης μαγείας να σκότωσαν την Θ1 . Αλλά και η Φ1 ακράδαντα πιστεύω ότι πάνω στην τελετή μπορούσε να πάρει το μαχαίρι και να σφάξει. Επίσης θέλω να καταθέσω ότι η συγχωρεμένη Θ1 δεν συμμετείχε ποτέ σε τελετές μαύρης μαγείας. Δεν ήταν τέτοιος τύπος.... Αυτά που καταθέτω τα συζήτησα και με τον Κ1 κάτοικο ..... που τώρα έχει πεθάνει, παληό μεν συνεργάτη στην αρχαιοκαπηλία, στο κύκλωμα της Φ1 και μου είπε ότι θα καταθέσει και αυτός. Δεν ξέρω αν κατέθεσε πριν πεθάνει. Εγώ γεγονότα συγκεκριμένα, πώς έγινε ο φόνος και ποιος τον έκανε δεν γνωρίζω. Απλώς υποθέσεις κάνω γιατί γνωρίζω το κύκλωμα αυτό πολύ καλά, αφού γνώριζα τόσο το θύμα, όσο και την Φ1 και τον Χ1, που όλοι ασχολούνταν με την αρχαιοκαπηλία, όπως κι' εγώ....". (βλ. περιεχόμενο της κατάθεσης στο σκεπτικό της 591/2000 απόφασης του Δικαστηρίου σας). Περαιτέρω κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, κατατέθηκε από τον αιτούντα έγγραφο υπόμνημα στο οποίο επισυνάφθηκε και η από 6 Μαρτίου 2000 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 εκ μέρους του Δ1, την μαρτυρία του οποίου επικαλείται ο αιτών με την υπό κρίση αίτηση.. Το περιεχόμενο της υπεύθυνης αυτής δηλώσεως είχε ως ακολούθως: "Ο Μ1 προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ώστε να συναντηθούμε, εγώ και ο δικηγόρος του Χ1 με τους (Ψ1 ή Ψ2) και Ψ4 σε δύσβατη περιοχή του ...... Αναλογιζόμενος τους κινδύνους μιας τέτοιας συναντήσεως του αντιπρότεινα να συναντηθούμεν για λίγο στη .... σε κεντρικό σημείο της πόλης. Ο Μ1 μας είπε ότι αυτό δε γίνεται. Περιεχόμενο της συνάντησης θα ήταν η αποκάλυψη σε τηλεοπτική κάμερα (συνέντευξη) των αληθινών ενόχων της δολοφονίας της Θ1 χωρίς σ' αυτή να παρευρίσκονται ή να ειδοποιηθούν αστυνομικά όργανα. Ύστερα απ' αυτό ο Μ1 εξαφανίσθηκε και ήδη πέρασαν δύο μήνες χωρίς σημεία ζωής, ενώ η αστυνομία συνεχίζει τις έρευνες για τον εντοπισμό του". Αλλά και από την τελευταία αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι άλλος ήταν ο δολοφόνος της Θ1 αφού ως πηγή των πληροφοριών φέρεται ο Μ1, ο οποίος δεν συνεισέφερε κάτι συγκεκριμένο στην ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας κατάθεση του. Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι οι υπό του αιτούντος επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με την υπό κρίση αίτηση ως άνω "νέες αποδείξεις", έχουν τεθεί και κατά το παρελθόν υπό τη κρίση του Δικαστηρίου σας, που έκρινε ότι αυτές δεν καθιστούν φανερό, όπως απαιτείται από το νόμο, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως(βλ. ΑΠ 591/2000 ). Κανένα νεώτερο στοιχείο δεν ανατρέπει τις παραδοχές της παραπάνω απόφασης του Δικαστηρίου σας και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω Ι. Να απορριφθεί από 15-1-2005 αίτηση του Χ1 που κατατέθηκε στις 7-11-2006 στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 24-26 και 40-43/1996 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και II. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 30 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 15-1-2005 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Αγροτικές Φυλακές ..... με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 24-26 και 40-43/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, και με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμό 24-26 και 40-43/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, (βλ. την, από 6 Νοεμβρίου 2006, επί του σώματος της αποφάσεως, σημειούμενη υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης), κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και ειδικότερα, του ότι: "στις 31-7-1989 και περί ώρα 1.30 πρωϊνή στη θέση .... της δασικής περιοχής του ...., με πρόθεση εφόνευσε την σύζυγό του Θ1, το γένος ....., σπρώχνοντάς την στο εκεί ευρισκόμενο βάραθρο, μεγάλου βάθους ώστε από την πτώση της, ως μόνης ενεργού αιτίας, να επέλθει ο θάνατός της. Την πράξη του δε αυτή αποφάσισε και τέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα δε αφού μετέβησαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με την σύζυγο του πρώτου, Θ1 στην προαναφερόμενη θέση, με το πρόσχημα ότι θα εύρισκαν ένα αρχαίο χρυσό ποτήρι που είχε δήθεν κρύψει σε κάποιο σημείο πάνω από το βάραθρο, ο πρώτος, για να το παραλάβουν, χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, ο εν λόγω κατηγορούμενος συνέστησε στην συγκατηγορούμενή του Φ1 και στην γυναίκα του Θ1 να βγάλουν τα παπούτσια τους και να κατεβούν από το αυτοκίνητο. Πριν κατέβουν ζήτησε από την γυναίκα του τη βέρα της, η οποία του την έδωσε πρόθυμα, λέγοντάς της ότι θα τον διευκολύνει στο να βρεί το χρυσό ποτήρι. Η κατηγορουμένη Φ1 εν τω μεταξύ σταμάτησε, κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου Χ1, κοντά στο αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει καθέτως του διερχομένου εκεί μικρού χάνδακα για να προσέξει και ελέγξει την τυχόν κίνηση ή διέλευση οχημάτων ή πεζών, οι οποίοι ενδεχομένως θα τους κατέδιδαν στις Αρχές ή άλλως πως θα τους παρεμπόδιζαν από την παραλαβή του ως άνω αντικειμένου της αρχαιοκαπηλείας (χρυσού ποτηριού). Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος Χ1 προχώρησε προς τον γκρεμό, πάνω από το φαράγγι, κρατώντας την γυναίκα του, η οποία τον ακολούθησε, με την πεποίθηση ότι θα έπαιρναν το χρυσό ποτήρι που ήταν κρυμμένο στο προκαθορισμένο σημείο από τον πιο πάνω κατηγορούμενο και σύζυγο του ανυποψίαστου και ανυπόδητου θύματος (Θ1). Φθάνοντας στη συνέχεια στο χείλος του γκρεμού, τότε ο ανωτέρω κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με δύναμη και πλήρη συνείδηση του εγκληματικού γεγονότος έσπρωξε αυτή στο βάραθρο, βάθους περίπου 100 μέτρων σε κατακόρυφη διάταξη. Από τη πτώση της δε αυτής, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της". Ήδη, και, μετά το θάνατο του αιτούντος (βλ. την από ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ....) η ...... και ο ....., ως κληρονόμοι του αιτούντος Χ1, προς υποστήριξη της κρινόμενης αιτήσεώς του, επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για την πιο πάνω πράξη, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε άδικα, τα εξής: α) την υπ' αριθμό 1841/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος από την κατηγορία της διενέργειας ανασκαφής σε αρχαιολογικό χώρο προς ανεύρεση αρχαιοτήτων, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, και β) σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ότι ο Μ1, κάτοικος ...., που πρότεινε ως μάρτυρα, επισκέφθηκε, προδήλως μετά τη δίκη στο Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του και του αποκάλυψε ότι τη σύζυγο του αιτούντος δεν θανάτωσε ο τελευταίος, αλλά, άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα οι Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4 που ενεργούσαν κατ' εντολή της συγκατηγορούμενής του Φ1, η οποία εισήχθη σε δίκη μαζί με αυτόν, αλλά αθωώθηκε με την ίδια απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όσον, όμως, αφορά τα επικαλούμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η απόφαση με την οποία αυτός απαλλάχθηκε της κατηγορίας, ότι διενεργούσε ανασκαφές σε αρχαιολογικό χώρο, χωρίς την άδεια της οικείας αρχαιολογικής υπηρεσίας, δεν υποδηλώνει ότι αυτός δεν επιδιδόταν πράγματι γενικά σε αρχαιοκαπηλία, αφού η απόφαση εκείνη έκρινε συγκεκριμένη σε βάρος του ως άνω κατηγορουμένου κατηγορία. Συνεπώς, δεν μπορεί βάσιμα να αμφισβητηθεί η ύπαρξη κινήτρου για τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας σε βάρος της συζύγου του και οπωσδήποτε δεν καθιστά πρόδηλο εξ' αυτού του λόγου, ότι ο αιτών Χ1, δεν τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας. Αλλά ούτε και ο μάρτυρας Μ1, που προτάθηκε από τον αιτούντα και εξετάστηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, καταθέτει συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με άλλες αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικότερα ο παραπάνω μάρτυρας στην ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, το μήνα Απρίλιο του 1999, ένορκη κατάθεσή του, σχετικά με τη θανάτωση της Θ1 κατέθεσε τα ακόλουθα: "Εγώ γνώρισα τον Χ1, το 1988-1989, καθώς και τη σύζυγό του Θ1. Η Φ1 ήταν επικεφαλής σπείρας αρχαιοκαπήλων, στην οποία συμμετείχα κι εγώ καθώς και οι Κ1, που έχει αποβιώσει, Ψ1, Ψ2 καθώς και άλλοι που δεν μπορώ να θυμηθώ. Εγώ το φόνο της Θ1 τον πληροφορήθηκα από τις εφημερίδες, όταν έγινε τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του έτους 1989, καθώς από τον μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους, ήμουν προφυλακισμένος στις φυλακές ..... Επομένως δεν γνωρίζω από ίδια αντίληψη πως έγινε ο φόνος. Συμπεραίνω όμως ότι την Θ1 την σκότωσε το κύκλωμα της Φ1 γιατί η συγχωρεμένη ζητούσε από την Φ1 περισσότερο μερίδιο από τα λεφτά που έβγαζε από την αρχαιοκαπηλία. Εγώ λοιπόν υποθέτω ότι το κύκλωμα της Φ1 σκότωσε την Θ1 γιατί στο μέρος που την σκότωσαν, αυτοί έκαναν τελετές μαύρης μαγείας από παλιότερα. Επίσης από έναν με το επίθετο......, Μαροκινό, έμαθα όταν βγήκα από την φυλακή, ότι δεν έγινε ο φόνος από τον Χ1 αλλά από το κύκλωμα της Φ1. Μου είπε δε ότι ήταν παρών κατά την ώρα του φόνου, που έγινε πάνω σε τελετή μαύρης μαγείας. Άλλα στοιχεία για το πρόσωπο αυτό δεν γνωρίζω. Εγώ πιστεύω ότι ο φόνος έγινε πάνω σε τελετή μαύρης μαγείας. Εγώ γεγονότα συγκεκριμένα πως έγινε ο φόνος και ποιος τον έκανε δεν γνωρίζω. Εγώ ξέρω ότι ο Ψ1 και Ψ2 ήταν εκτελεστικά όργανα της Φ1. Δεν γνωρίζω αν έκαναν αυτοί τον φόνο. Δεν αποκλείω οι Ψ3 και Ψ4 πάνω στην τελετή μαύρης μαγείας να σκότωσαν την Θ1. Αλλά και η Φ1 ακράδαντα το πιστεύω ότι πάνω στην τελετή μαγείας μπορούσε να πάρει μαχαίρι και να σφάξει. Εγώ γεγονότα συγκεκριμένα, πώς έγινε ο φόνος και ποιος το έκανε δεν γνωρίζω. Απλώς υποθέσεις κάνω γιατί γνωρίζω το κύκλωμα αυτό πολύ καλά". Περαιτέρω, σημειώνεται ότι προηγούμενη αίτηση του ίδιου του αιτούντος, με την οποία ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 591/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και κατά τη συζήτηση της αιτήσεως εκείνης, υποβλήθηκε από μέρους του αιτούντος σχετικό υπόμνημα στο οποίο είχε επισυναφθεί και η από 6-3-2000 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 από μέρους του Δ1 τη μαρτυρία του οποίου επικαλείται και πάλι ο αιτών. Το περιεχόμενο δε της δηλώσεως αυτής, έχει ως ακολούθως: "ο Μ1 προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ώστε να συναντηθούμε, εγώ και ο δικηγόρος του Χ1 με τους (Ψ1 ή Ψ2) και Ψ4 σε δύσβατη περιοχή του ...... Αναλογιζόμενος τους κινδύνους μιας τέτοιας συναντήσεως του αντιπρότεινα να συναντηθούμε για λίγο στη Θεσσαλονίκη σε κεντρικό σημείο της πόλης. Ο Μ1 μας είπε ότι αυτό δεν γίνεται. Περιεχόμενο της συνάντησης θα ήταν η αποκάλυψη σε τελεοπτική κάμερα (συνέντευξη) των αληθινών ενόχων της δολοφονίας της Θ1, χωρίς σ' αυτή να παρευρίσκονται ή να ειδοποιηθούν αστυνομικά όργανα. Ύστερα από αυτό ο Μ1 εξαφανίστηκε και ήδη πέρασαν δυο μήνες χωρίς σημεία ζωής, ενώ η αστυνομία συνεχίζει τις έρευνες για τον εντοπισμό του". Όμως, και από το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι άλλο πρόσωπο εκτός του αιτούντος, ήταν ο δολοφόνος της Θ1, αφού ως πηγή των πληροφοριών του, φέρεται ο Μ1, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνεισέφερε κάτι το συγκεκριμένο, κατά την ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας κατάθεσή του. Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αιτούντα ως άνω "νέες αποδείξεις", είχαν τεθεί και κατά το παρελθόν υπό την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, και όλα αυτά τα στοιχεία, δεν αποτελούν στοιχεία διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αιτούντα κρίσεώς του. Πράγματι αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, και, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ., για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-1-2005 αίτηση του Χ1, κρατουμένου των Αγροτικών Φυλακών ..... για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 24-26 και 40-43/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ, για τον καθένα από τους αιτούντες. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 745/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, περί αναιρέσεως της 1189/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 724/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο: "Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι: Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2001 έως 26-10-2001 ενεργώντας από κοινού με άλλους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία που είχαν εκδοθεί για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα έμπορος τυγχάνων διατηρώντας ατομική επιχείρηση με έδρα την οδό ..... με αντικείμενο εργασιών χονδρικό εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων αρμοδιότητας της ΔΟΥ ..... ενεργώντας με κοινό δόλο με τα υποκρυπτόμενα πρόσωπα που ασκούσαν ομοίως διαχείριση στην πιο πάνω επιχείρηση Ζ1 και Ζ2, για τους οποίους συνετάγησαν ξεχωριστές εκθέσεις ελέγχου από το ΣΔΟΕ ..... 1) εξέδωσε προς τις κάτωθι αναγραφόμενες επιχειρήσεις της αλλοδαπής 11 εικονικά τιμολόγια πώλησης (ενδοκοινοτικών παραδόσεων) συνολικής αξίας 1.167.845 ευρώ, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί (....αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία τιμολογίων) ΣΥΝΟΛΟ 397.943.186 δρχ. ή 1.167.845 ευρώ Τα πιο πάνω τιμολόγια πώλησης που αφορούσαν στην πώληση ετοίμων ενδυμάτων προς τις επιχειρήσεις ..... και ....ήταν εικονικά καθώς αφορούσαν συναλλαγές που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν αφού ο εμφανιζόμενος ως επιχειρηματίας κατηγορούμενος δεν είχε σχέση πραγματική με την πώληση ενδυμάτων, η ως άνω επιχείρηση του κατηγορουμένου δεν απέκτησε ποτέ πραγματική υπόσταση ούτε είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε συναλλαγή στο εξωτερικό ή στο εσωτερικό της χώρας, οι δε γερμανικές αλλοδαπές επιχειρήσεις προς τις οποίες ψευδώς εμφανιζόταν δια των τιμολογίων πώλησης ότι πωλούσε ο κατηγορούμενος έτοιμα ενδύματα ήταν επιχειρήσεις "φαντάσματα", συστήθηκαν ακριβώς για να διευκολύνουν την επιχείρηση του κατηγορουμένου, δεν πραγματοποίησαν καμία ενδοκοινοτική απόκτηση ούτε συναλλάχθηκαν με την επιχείρηση του κατηγορουμένου κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα. 2) εξέδωσε 11 εικονικά φορτωτικά έγγραφα ήτοι CMR - διεθνείς φορτωτικές αξίας έκαστης 80.000 δραχμών ή 234,78 ευρώ, που αναφέρονται στον πίνακα που ακολουθεί από τις οποίες προέκυπτε ότι τα εμπορεύματα - έτοιμα ενδύματα - που φερόταν ότι πωλούσε η επιχείρηση του κατηγορουμένου στις γερμανικές επιχειρήσεις .... και ..... με τα πιο πάνω υπό στοιχείο 1 του παρόντος αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια πώλησης, που μεταφέρονταν με αποστολέα την επιχείρηση του κατηγορουμένου στις πιο πάνω γερμανικές επιχειρήσεις φερόμενες ως αγοράστριες, με την μεταφορική εταιρεία με την επωνυμία "INTERCARGO LTD" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, με τα αντίστοιχα κάθε φορά φορτηγά οχήματα (που ακολούθως αναφέρονται) που πραγματοποιούσαν δήθεν διεθνείς μεταφορές. (....αναφέρονται στοιχεία φορτωτικών). Οι ανωτέρω αναφερόμενες διεθνείς φορτωτικές (CMR) είναι εικονικές καθώς οι φορτώσεις εμπορευμάτων και οι μεταφορές αυτών που δήλωναν ότι έλαβαν χώρα αφορούσαν σε συναλλαγές της επιχείρησης του κατηγορουμένου με τις αναφερόμενες γερμανικές επιχειρήσεις ...... και ...... που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν αφού οι τελευταίες επιχειρήσεις συναλλάχθηκαν ενδοκοινοτικά, η επιχείρηση του κατηγορουμένου δεν πώλησε στις γερμανικές επιχειρήσεις έτοιμα ενδύματα, ούτε είχε την δυνατότητα για τέτοιου είδους συναλλαγές αφού ήταν επιχείρηση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων αποκλειστικά χωρίς να ασκεί πραγματικά εμπορία, η δε μεταφορική εταιρία "ΙΝΤΕRCARGO LTD" δεν μετέφερε τα εμπορεύματα που περιγράφονταν στα CMR στη Γερμανία, ενώ το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... φορτηγό αυτοκίνητο που φέρονταν ότι πραγματοποίησε τις μεταφορές την 18-5-2001 και την 22-6-2001 των εμπορευμάτων που περιγράφονται στα ... και .... τιμολόγια πώλησης της επιχείρησης του κατηγορουμένου αντίστοιχα, βρισκόταν σε ακινησία κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2001 και 22-6-2001, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....., δεν είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει την 27-7-2001 διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων (που περιγράφονται στο τιμολόγιο πώλησης .... της επιχείρησης του κατηγορουμένου) βάρους 4.270 κιλών και όγκου 3.843 Κgr αφού πρόκειται για αυτοκίνητο για αγροτικές εργασίες με ωφέλιμο φορτίο 675 Κgr, το δε φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμ. κυκλοφορίας ....που φέρεται να μετέφερε στη Γερμανία εμπορεύματα που αναγράφονται στα ...., .... και .... τιμολόγια πώλησης ενδοκοινοτικών παραδόσεων, όπως περιγράφονται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, από 12-2-2001 φέρει νέες πινακίδες με αριθμό ...., το δε αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...., που φέρεται να πραγματοποίησε μεταφορές στη Γερμανία εμπορευμάτων που αναγράφονται στα υπ' αριθμ. ..., ...., ...., .... και .... τιμολόγια πώλησης ενδοκοινοτικών παραδόσεων, όπως περιγράφονται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, είναι επιβατικό αυτοκίνητο και δεν πραγματοποιούσε διεθνείς μεταφορές. Τα ανώτερα τιμολόγια πώλησης και τα φορτωτικά έγγραφα CMR, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη ΔΟΥ .... μαζί με περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ προσδίδοντας αληθοφάνεια σε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις επιτυγχάνοντας σε επιστραφεί σε αυτόν παράνομα κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2001, ποσό 63.929. 947 δρχ. ως επιστροφή ΦΠΑ. 3) Εξέδωσε έξι εικονικά δελτία αποστολής προς την μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ για ανύπαρκτες συναλλαγές. Ειδικότερα: i) την 14-9-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. ..... δελτίο αποστολής που φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ 7.880 τεμάχια γυναικεία σετ - εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μεταφερθούν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας..... αυτοκίνητο από την μεταφορική εταιρεία στην φερόμενη ως αγοράστρια των εμπορευμάτων επιχείρηση, άγνωστη κατά την προανάκριση, στην Αυστρία, ii) την 21-9-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. ..... δελτίο αποστολής που φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρεία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ 6020 τεμάχια γυναικεία σετ - εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μεταφερθούν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο από την μεταφορική εταιρεία στην φερόμενη ως αγοράστρια των εμπορευμάτων εταιρία - άγνωστη κατά την προανάκριση στην Αυστρία, iii) την 28-9-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. ..... δελτίο αποστολής στο οποίο φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ, 4740 τεμάχια γυναικεία σετ - εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μεταφερθούν από την μεταφορική εταιρεία στην φερόμενη ως αγοράστρια των εμπορευμάτων εταιρεία άγνωστη κατά την προανάκριση στην Αυστρία, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, iν) την 12-10-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. ....δελτίο αποστολής το οποίο φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ 7660 τεμάχια γυναικεία σετ - εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μεταφερθούν από την μεταφορική εταιρία στην φερόμενη αγοράστρια των εμπορευμάτων επιχείρηση άγνωστη κατά την προανάκριση, στην Αυστρία, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... αυτοκίνητο, ν) την 19-10-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. .....δελτίο αποστολής στο οποίο φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ 5740 τεμάχια γυναικεία σετ - εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου προκειμένου να μεταφερθούν από την μεταφορική εταιρία στην Αυστρία σε άγνωστη κατά την προανάκριση φερόμενη ως αγοράστρια των εμπορευμάτων επιχείρηση με το υπ' αριθμ. .....αυτοκίνητο και νί) την 26-10-2001 εξέδωσε το υπ' αριθμ. .... δελτίο αποστολής που φερόταν ότι απέστειλε στην μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ 5080 τεμάχια γυναικεία σετ εμπορεύματα της επιχείρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να μεταφερθούν στην Αυστρία σε άγνωστη επιχείρηση που φερόταν να αγόραζε τα εμπορεύματα, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο. Τα παραπάνω δελτία αποστολής ήταν εικονικά καθώς οι συναλλαγές που παρουσιάζονταν δια μέσου αυτών ήταν εικονικές διότι, πέραν του ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου δεν είχε πραγματική υπόσταση διότι δεν πωλούσε έτοιμα ενδύματα αλλά απλώς ήταν επιχείρηση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων η μεταφορική εταιρία ΙΝΤΕΡΚΑΡΓΚΟ ΕΠΕ δεν πραγματοποίησε διεθνείς μεταφορές για λογαριασμό της επιχείρησης του κατηγορουμένου, ενώ το υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητο δεν πραγματοποιούσε διεθνείς μεταφορές αλλά χρησιμοποιούνταν σε αγροτικές εργασίες έχοντας ωφέλιμο φορτίο 675 Κgr, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... από την 12-2-2001 έφερε νέες πινακίδες με αριθμό ...., και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... ήταν επιβατικό αυτοκίνητο, μη δυνάμενο να πραγματοποιήσει διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στην .... έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία, ότι οι συναλλαγές που αναγράφονται στα επίδικα προαναφερόμενα φορολογικά στοιχεία ουδέποτε έλαβαν χώρα. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι οι λήπτριες εταιρίες ήταν εταιρίες φαντάσματα (βλ. απάντηση φορολογικών αρχών Γερμανίας) αλλά και η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου, με έδρα το κατάστημα της οδού ...., ήταν επιχείρηση εικονική ("μαϊμού") που συνεστήθη αποκλειστικά για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων που απεικονίζουν ψευδείς ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων, συναλλαγές δηλαδή που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν, με βάση τις οποίες εισπράχθηκαν επιστροφές ΦΠΑ 63.929.947 δρχ. Επί πλέον, η μεταφορική που φέρεται να πραγματοποίησε τις μεταφορές που μνημονεύονται στα παραστατικά, ουδέποτε τις πραγματοποίησε. Το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο κύκλωμα παράνομης είσπραξης ΦΠΑ με τη μέθοδο των εικονικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων του οποίου μέλος μεταξύ άλλων (Ζ1, Ζ2) ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την εικονικότητα των συναλλαγών, ούτε και τη συμμετοχή του στην παραπάνω παράνομη επιχείρηση και την έκδοση των προαναφερομένων εικονικών τιμολογίων, αρνείται όμως, το δόλο του, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε ότι συμμετείχε σε παράνομη επιχείρηση, μη έχουσα πραγματική υπόσταση. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος από το Δικαστήριο. Η παραπάνω κρίση βασίζεται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ενισχύεται από το γεγονός ότι, το μορφωτικό επίπεδο και η κοινωνική και επαγγελματική εμπειρία του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος ομολογεί, συμφώνησε να συμμετέχει σε εταιρία, χωρίς συμμετοχή στο κεφάλαιο, της οποίας το αντικείμενο δεν γνώριζε και για την οποία δεν εργάστηκε ποτέ, με μηνιαίες απολαβές ύψους 500.000 Ε κατά το έτος 2000, καθώς και η ταυτόχρονη άφεση του χρέους του προς τον Ζ2, καθιστά απίθανο το ενδεχόμενο της άγνοιας περί το άδικο της πράξης του, το οποίο ισχυρίζεται. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να κηρυχτεί ένοχος. Πρέπει ωστόσο να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84&2α ΠΚ, διότι αποδείχτηκε ότι μέχρι την τέλεση της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση από κοινού, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και 2δ του Π.Κ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 51, 53, 83, 84 παρ.2α και 2β, και 98 του Π.Κ, 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ.10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 18-5-2001 έως 26-10-2001, στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, με την ιδιότητα του εμπόρου, που διατηρούσε ατομική επιχείρηση, εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, με περισσότερες μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε σειρά εικονικών τιμολογίων προς τις εδρεύουσες στη Γερμανία, επιχειρήσεις .... και ....., χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μεσολαβήσει προς αυτές, οι πωλήσεις των αναφερομένων στα οικεία τιμολόγια προϊόντων. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε ο ίδιος, ότι δεν είχε οποιαδήποτε πραγματική συμμετοχή και λειτουργική ιδιότητα στην εταιρεία του, αφού δεν είχε λάβει οποιαδήποτε νομική υπόσταση, και ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες προς τις οποίες αυτός φέρεται να διέθεσε τα αναφερόμενα στα αντίστοιχα παραστατικά έγγραφα, προϊόντα, ήσαν ανύπαρκτες εταιρείες, εν τούτοις, προέβη στις παραπάνω ενέργειες, ήτοι στην έκδοση εικονικών τιμολογίων. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όχι μόνο εξέδωσε σειρά εικονικών φορτωτικών εγγράφων, προκειμένου να δικαιολογήσει την πώληση προς τις ποιο πάνω εταιρείες, των αναφερομένων σ' αυτά προϊόντων, αλλά και ότι γνώριζε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια οι συγκεκριμένες μεταφορές. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι με τις ενέργειές του αυτές και συγκεκριμένα τόσο με την έκδοση των εικονικών τιμολογίων, όσο και με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων, ο κατηγορούμενος πέτυχε να του επιστραφεί το ποσό των 63.929.947 δραχμών ως ΦΠΑ. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα: α) ότι δεν βαρύνει αυτόν οποιαδήποτε υπαιτιότητα, και ότι δεν έχει οποιαδήποτε συμμετοχή με τις συγκεκριμένες πράξεις, για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος, β) ότι η ποινική δίωξη, έπρεπε να ασκηθεί κατά των πραγματικά υπόχρεων προσώπων και όχι κατά του ίδιου και γ) ότι άλλα πρόσωπα, εκτός του ίδιου και συγκεκριμένα οι Ζ1 και Ζ2, υπήρξαν τα πρόσωπα που άσκησαν στην πραγματικότητα τη διαχείριση των συναλλαγών, αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου(άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2008 και με αριθμό καταθέσεως 25/2008, αίτηση του ....,κατοίκου ..... για αναίρεση της υπ' αριθμό 1189/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδι-κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 744/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 13013/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 159/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενική και υποκειμενικά στοιχεία, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. 'Οσον αφορά δε τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 13.013/25-10-2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της απόφασης, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα πρακτικά και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στοΑσβεστοχώρι κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-11-2002 έως 29-11-2002, από Απρίλιο 2003 έως 1-4-2004 και από 1-11-2005 έως 30-1-2005, εργοδότης ων και δη υπεύθυνος εκπρόσωπος της επιχείρησης "HELLAS SECURITY A.E. υπηρεσίες φύλαξης", με έδρα Μακεδονομάχων 111 - Ασβεστοχώρι, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτόν που απασχολήθηκε απ'αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός, του άρθρ. 5 παρ. 7 Α.Ν. 539/45 περί αδείας, του άρθρ. 3 παρ. 16 ν. 4504/66 περί επιδόματος αδείας καιτης υπ' αριθμ. 19040/81 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα" αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε: 1) Στον Ψ1 που εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως φύλακας, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 29-11-2002 τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου 2002, ήτοι συνολικό ποσό 560 ευρώ (28 ημέρες χ 20,00 ευρώ). 2) Στον Ψ2 που απασχολήθηκε από την παραπάνω επιχείρηση ως φύλακας με πλήρη απασχόληση από τον Μάρτιο του 2003 μέχρι 1-4-2004 με μισθό 645 ευρώ καθαρά, τα εξής: 1) Δεδουλευμένα μηνών Οκτωβρίου - Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2003 καθώς και Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2004 δηλ. 6 μήνες χ 645:3.870,00 ευρώ. 2) Αναλογία δώρου Πάσχα 2003 :204.69 "3) Δώρο Χριστουγέννων 2003 : 645,00 "4) Αδεια 2003 : 645,00 "5) Επίδομα άδειας 2003 : 322,50 "6) Αναλογία δώρου Πάσχα 2004 : 309,06 "Γενικό σύνολο οφειλής 5.996,34 ευρώ. Και τέλος 3) στον Ψ3, που απασχόλησε ως φύλακα με πλήρη απασχόληση, από 14-10-2004 έως 30-1-2005, τα εξής: Α. Δεδουλευμένους μισθούς α) υπόλοιπο μισθού μηνός Νοεμβρίου 2004 246,22 ευρώ β) υπόλοιπο μισθού μηνός Δεκεμβρίου 2004 46,22 ευρώ γ) μισθός μηνός Ιανουαρίου 2005 558,23 ευρώ Β. Ποσοστό δώρου Χριστουγέννων 2004 179,59 ευρώ Γ. Ποσοστό δώρου Πάσχα 2005 83,86 ευρώ Δ. Αναλογία αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας 332,03 ευρώ Σύνολο 1.446,15 ευρώ" . Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωριστούν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, διότι, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά και λόγω οικονομικής δυσχέρειας". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως του Α.Ν 690/1945, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α,του Π. Κ, και άρθρο μόνο του Α.Ν 690/1945, όπως αντ. από το άρθρο 8 του ν. 2336/1995, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως εργοδότη, υπεύθυνου και νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης με την επωνυμία " HELLAS SECURITY A.E", β) ο χρόνος εργασίας των εγκαλούντων που απασχολήθηκαν στην πιο πάνω εταιρεία, και συγκεκριμένα από 1-7-2002 έως 29-11-2002 ο Ψ1, από Μάρτιο 2003 έως 1-4-2004 ο Ψ2 και από 14-10-2004 έως 30-1-2005 ο Ψ3, γ) οι μηνιαίες αποδοχές τους με την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, δ) η σχέση εργασίας που συνέδεε τον καθένα από αυτούς με την ως άνω εταιρεία, και συγκεκριμένα αυτή της σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο τόπος της εργασίας τους καθώς και τα καθήκοντα που τους ανατέθηκαν, ε) επίσης, προσδιορίζεται το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών τους που ανέρχονται συνολικά σε 560 ευρώ για τον πρώτο, σε 5.996, 34 ευρώ για τον δεύτερο και σε 1.446,15 ευρώ για τον τρίτο και συνολικά 8.002, 49 ευρώ. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση δεν κατέβαλε στους εγκαλούντες τα ως άνω χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 13.013/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την εξέδωσε, απέρριψε προηγουμένως, ως αβάσιμο το αίτημα, για αναβολή, κατά το άρθρο 349 του Κ.Π.Δ, που υπέβαλε ο συνήγορος του εκπροσωπηθέντος απ' αυτόν κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο τελευταίος, ζήτησε την αναβολή της δίκης, προβάλλοντας κατά λέξη τα ακόλουθα: " ο δικηγόρος του κατηγορουμένου, ζήτησε για λογαριασμό του, να εμμείνει το Δικαστήριο σε προηγούμενη απόφαση και να αναβάλει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, διότι άλλαξε ο πτωχευτικός κώδικας και τα αυτοκίνητα θα εκποιηθούν μέχρι της 31-12-2007 και έτσι να μπορέσουν, να πληρωθούν και οι εργαζόμενοι". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, το αίτημα αναβολής της δίκης, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα της αναβολής πρέπει να απορριφθεί, διότι η υπόθεση αφορά μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, διότι ο χρόνος τελέσεως ορισμένων μερικότερων πράξεων ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-11-2002 έως 29-11-2002 και συνεπώς υπάρχει κίνδυνος παραγραφής και διότι έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις (4) φορές, εκ των οποίων οι τρείς για κρείσσονες αποδείξεις και ειδικότερα προκειμένου να προσκομιστεί απόδειξη εξοφλητική των οφειλών του κατηγορουμένου-εργοδότη έναντι των τριών εργαζομένων, εξόφληση που μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί". Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα, ως εκ περισσού δε διέλαβε στην ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, αιτιολογία, αφού, όπως διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα, δεν περιέχονται σ' αυτό σημαντικά αίτια που να δικαιολογούν την κατά το άρθρο 349 του Κ.Π.Δ, αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος, και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β και 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Η έλλειψη, όμως, της ακροάσεως προϋποθέτει την υποβολή γραπτού ή προφορικού αιτήματος ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού, που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση, το μεν ότι το δικαστήριο δεν ανέγνωσε και κατ' επέκταση δεν έλαβε υπόψη του, αφενός μεν την απόφαση, με την οποία η εταιρεία που αυτός εκπροσωπούσε με την επωνυμία "HELLAS SECURITY AE", κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, το δε την μήνυση που υποβλήθηκε εναντίον του, και, ότι από τη μη ανάγνωσή τους, κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβιάστηκαν οι διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στη δημοσιότητα και προφορικότητα της διαδικασίας. Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο και παραστάντα συνήγορό του, ανάλογο αίτημα για ανάγνωση των συγκεκριμένων εγγράφων, που αυτός επικαλείται. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι μετά την κήρυξε ενόχου του κατηγορουμένου γίνεται αμέσως μετά συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ' αυτούς και πάλι ο λόγος για την τυχόν επιβολή συνολικής ποινής ή παρεπόμενης ποινής αφού μία μόνο περί ποινής απόφαση εκδίδεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 13.013/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, επέτρεψε τη δια συνηγόρου εκπροσώπηση του απολειπόμενου-κατηγορούμενου, (ήδη αναιρεσείοντος) Χ1 και ο τελευταίος δικάστηκε σαν να ήταν παρών, ο δε συνήγορός του τον εκπροσώπησε πλήρως (άρθρο 502 παρ.1 Κ.Π.Δ). Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, αναφέρονται κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Μετά απ' αυτά ο Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα εάν χρειάζεται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησε αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε την απαλλαγή του πελάτη του". Στη συνέχεια, μετά την απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής του κατηγορουμένου, δόθηκε αρχικώς ο λόγος στον Εισαγγελέα για να κάνει την πρότασή του για τις επιβλητέες ποινές, την οποία και έκανε, προτείνοντας ποινή φυλάκισης 3 μηνών για τον εργαζόμενο Ψ2, ποινή φυλάκισης δυο (2) μηνών για τον καθένα από τους λοιπούς εργαζόμενους, Ψ3 και Ψ1, και συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, και ακολούθως στον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου ο οποίος ζήτησε το ελάχιστο όριο ποινής, χωρίς να λάβει θέση επί της επιβλητέας συνολικής ποινής. Στη συνέχεια δε εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η αναφερθείσα πιο πάνω συνολική ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών, χωρίς να δοθεί και πάλι ο λόγος στον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου για να κάνει και νέα πρόταση επί της συνολικής ποινής φυλάκισης, αφού τούτο δεν ήτο απαραίτητο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου για να κάνουν την πρότασή τους και περί της συνολικής ποινής φυλάκισης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τα άρθρα 171 παρ.1α και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητας, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 9 παρ.1, και 5 παρ. 1 και 2 του ν.1756/1988, οι οποίες πλην των άλλων ορίζουν, ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο αν δεν υπάρχει ένας Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με Πάρεδρο Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Με το άρθρο, όμως, 77 παρ.8 του ίδιου νόμου 1756/88, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του και την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 παρ.3 ν. 1968/1981 και 16α αρ. 9γ του ν. 2479/1997 αντιστοίχως, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των παρέδρων και πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του πρωτοδίκη με πάρεδρο να γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιας αναπλήρωσης, η έλλειψη της πράξεως αυτής και πολύ περισσότερο η μη αναφορά της στην απόφαση, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο περί του αντιθέτου πέμπτος και τελευταίος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή μιας παρέδρου, που αναπλήρωσε κωλυόμενο πρωτοδίκη, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση η πράξη της αναπλήρωσης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 13.013/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως παράβαση του ΑΝ 690/1945, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει αιτιολογία και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση περί αναβολής. Δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν και γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο για τη συνολική ποινή. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 743/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κατοίκου ..... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου και 2. Χ2, κατοίκου ...... και ήδη κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α) 8 Μαΐου 2007 αίτηση του πρώτου κατηγορουμένου, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12 Οκτωβρίου 2008 πρόσθετους λόγους και β) από 26 Απριλίου 2007 αίτηση του δεύτερου κατηγορουμένου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 8-5-2007 και 26-4-2007 αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ1 και Χ2 και οι επ' αυτής με χρονολογία 12-10-2008 πρόσθετοι λόγοι του πρώτου, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 10/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Περαιτέρω από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 5 παρ.1 εδάφ. α' του Ν. 1729/1999 με το άρθρο 42 ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια θεωρείται τελειωμένο με την είσοδο των ναρκωτικών στο Ελληνικό έδαφος, δηλαδή με την διακίνηση αυτών από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του παραπάνω Ν. 1729/1987, αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του.- Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 10/6-2-2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη γενικά διαδικασία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι είναι Αλβανοί υπήκοοι και ο πρώτος συνδεόταν με το δεύτερο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον εργαζόταν ως οδηγός σε φορτηγά αυτοκίνητα του τελευταίου. Την 9-8-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος φόρτωσε από τον .... στο με αριθμό κυκλοφορίας ..... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου κατηγορουμένου, αλουμίνια, προκειμένου να τα μεταφέρει στην Αλβανία. Τέτοιο εμπόρευμα την ίδια ημέρα φόρτωσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος σε άλλο δικό του φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ίδιος, με προορισμό επίσης την Αλβανία. Τα δύο αυτά φορτηγά αυτοκίνητα ξεκίνησαν μαζί από τον ..... καιέφθασαν στην Αλβανία την επομένη ημέρα, ήτοι την 10-8-05, όπου ξεφόρτωσαν το ως άνω εμπόρευμα. Την 11-8-2005, τα παραπάνω φορτηγά αυτοκίνητα με τους ίδιους οδηγούς, δηλαδή τους κατηγορουμένους, επέστρεψαν στην Ελλάδα, μέσω του Τελωνείου της....., προπορευόμενος ο δεύτερος κατηγορούμενος και ακολουθώντας ο πρώτος κατηγορούμενος. Στο ανωτέρω τελωνείο πραγματοποιήθηκε έλεγχος στα οδηγούμενα από τους κατηγορουμένους αυτοκίνητα, οπότε βρέθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ποσότητα ηρωίνης, βάρους έξι (6) κιλών και εξακοσίων εξήντα τριών (663) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε 13 δέματα. Η ναρκωτική αυτή ουσία ήταν τοποθετημένη σε εξωτερικό σημείο του ως άνω φορτηγού, κάτω από τον άξονα της ρεμούλκας. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν αμέσως την πράξη τους, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν καμία σχέση με την εν λόγω ναρκωτική ουσία και ότι αυτή τοποθετήθηκε στο παραπάνω μέρος του φορτηγού από τρίτα άτομα, με σκοπό να τα αναλάβουν εκείνα (τρίτα άτομα) ή δικοί τους άνθρωποι στην Ελλάδα. Τ' ανωτέρω, όμως, υποστηριζόμενα απ' αυτούς κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι είχαν τοποθετήσει την ναρκωτική ουσία στο ως άνω μέρος του αυτοκινήτου, με σκοπό να τη μεταφέρουν στην Ελληνική Επικράτεια και να τη διαθέσουν σε τρίτους. Την απόφαση δε του πρώτου κατηγορουμένου να μεταφέρει την ανωτέρω ναρκωτική ουσία με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε και να την εισάγει στην Ελλάδα, την προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος εργοδότης του πρώτου, πείθοντας αυτόν προς τούτο με πειθώ και φορτικότητα και εμψυχώνοντας τον ότι δεν πρόκειται να εντοπιστεί στον τελωνειακό έλεγχο η εν λόγω ναρκωτική ουσία. Στην κρίση του αυτή, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι τοποθέτησαν την ανωτέρω ναρκωτική ουσία στο ως άνω μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου και επομένως γνώριζαν την ύπαρξη της, καθώς και ότι την παραπάνω απόφαση του πρώτου κατηγορουμένου προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, το Δικαστήριο οδηγείται κυρίως από τα εξής στοιχεία: 1) Τα δύο αυτοκίνητα ξεκίνησαν μαζί από την Ελλάδα για την Αλβανία, πράγμα που μέχρι τότε δεν ήταν συνηθισμένο. 2) Η επιστροφή των αυτοκινήτων αυτών από την Αλβανία έγινε ταυτοχρόνως, σε τρόπο ώστε να περάσουν μαζί από, τον τελωνειακό έλεγχο στο τελωνείο της ...... 3) Το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, προπορεύθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί πρώτο, ώστε ο έλεγχος του δευτέρου αυτοκινήτου να μην είναι ενδελεχής, αφού πρόκειτο για αυτοκίνητο του ίδιου ιδιοκτήτη. 4) Από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήλεγξαν το φορτηγό αυτοκίνητο, που είχε τα ναρκωτικά, κατά την αναχώρηση του από την Αλβανία, οπότε θα εντόπιζαν την ηρωίνη, που σημαίνει ότι δεν έπραξαν τούτο επειδή η τοποθέτηση της έγινε από τους ίδιους, διακινδυνεύοντας τη σύλληψη τους, δεδομένου ότι το κέρδος τους από τη διακίνηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας θα ήταν μεγάλο. Και 5) οι κατηγορούμενοι δεν κατονομάζουν τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία κατά τον ισχυρισμό τους τοποθέτησαν την ηρωίνη στο αυτοκίνητο και θα παραλάμβαναν αυτή στην Ελλάδα, ώστε να στραφεί η δικαστική έρευνα και εναντίων των προσώπων αυτών και να κριθεί η ευθύνη τους. Τ' ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η μεταφορά και η εισαγωγή της ηρωίνης στην Ελληνική Επικράτεια έγινε βάσει οργανωμένου σχεδίου, την ιδέα του οποίου συνέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος και χρησιμοποίησε ως όργανο του τον πρώτο κατηγορούμενο, που ήταν υπάλληλος του και πρόσωπο έμπιστο για την ως άνω μεταφορά. Περαιτέρω, από το υπ' αριθ. πρωτ. ...... της 19-10-2005 έγγραφο της ... Χημικής Υπηρεσίας ..., αποδεικνύεται ότι τα δείγματα από την παραπάνω ηρωίνη, που στάλθηκαν στην εν λόγω Υπηρεσία προς εξέταση, έχουν ποσοστό καθαρότητας τέτοιας ναρκωτικής ουσίας, κατά μέσο όρο 4,69%. Τούτο σημαίνει ότι η μεταφερόμενη ποσότητα ηρωίνης των 6 κιλών και 663 γραμμαρίων ήταν νοθευμένη και κακής ποιότητας και όχι ότι ναρκωτική ουσία είναι το καθαρό ποσοστό αυτής, δοθέντος ότι η ανωτέρω ηρωίνη θα διακινείτο στην αγορά στο σύνολο της και όχι μόνο κατά το εν λόγω καθαρό ποσοστό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο μεν πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του Ν. 1729/87, όπως τούτο ισχύει, καθόσον οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες τελέστηκαν οι παραπάνω πράξεις, δεν μαρτυρούν δράστες με ιδιαίτερη επικινδυνότητα, αφού αυτή δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από το είδος και την ποσότητα της ως άνω ναρκωτικής ουσίας". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τον μεν Χ2, για τις πράξεις: α) της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητος 6.663 γραμμάρια ηρωϊνης, β) της κατοχής της πιο πάνω ναρκωτικής ουσίας, και γ) της μεταφοράς της αυτής ποσότητος ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία, χωρίς τη συνδρομή του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα έξι (16) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, τον δε Χ1 τον κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, για ηθική αυτουργία στις παραπάνω πράξεις, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, και του επέβαλε την ποινή της καθείρξεως των δέκα έξι (16) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε του Π.Κ. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1α, 84 παρ. 2α και 2ε, 94 παρ.1, του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5 και 5 παρ.1 εδ. α, β και ζ,' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται με πληρότητα και με σαφήνεια οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων Χ2, όντας οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και τελών σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με το συγκατηγορούμενό του Χ1, με πειθώ, με φορτικότητα και με παραινέσεις του τελευταίου, εισήγαγε από την Αλβανία, εντός της Ελληνικής Επικράτειας, ποσότητα 6.663 γραμμαρίων ηρωϊνης. Την ποσότητα αυτή κατανεμημένη σε 13 δέματα, την είχαν τοποθετήσει οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, σε ειδική κρύπτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ2 και ήταν ιδιοκτησίας του συγκατηγορούμενού του. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή ότι την ως άνω ποσότητα της ηρωίνης, εισήγαγε ο κατηγορούμενος από την Αλβανία, στην οποία είχαν εισέλθει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι σχεδόν δυο ημέρες πριν τη σύλληψή τους, όπου αφίχθησαν, προερχόμενοι από τον ....., από τον οποίο είχαν αναχωρήσει την 9-8-2005, οδηγώντας τα έμφορτα εμπορευμάτων οχήματα, ιδιοκτησίας του Χ1. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή ότι κατά τη διέλευση αμφοτέρων των οχημάτων που οδηγούσαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, από το συνοριακό φυλάκιο ....., προκειμένου να επανέλθουν στην Ελληνική Επικράτεια, διενεργήθηκε έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του τελωνείου ....., κατά τη διάρκεια του οποίου διαπιστώθηκε η ύπαρξη των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ2. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την ύπαρξη της ως άνω ποσότητας της ηρωίνης, την οποία επιμελώς απέκρυψαν σε ειδικό χώρο του οχήματος, ώστε να καθίσταται δυσχερής η ανεύρεσή της, αφού είχαν τη δυνατότητα να την τοποθετήσουν, κατά τη διάρκεια της παραμονής των φορτηγών αυτοκινήτων στη Χώρα τους. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι εξουσίαζαν την ποσότητα της ηρωϊνης, με την έννοια της διαθέσεώς της, σε τρίτους οπωσδήποτε έναντι σημαντικού τιμήματος, ενόψει και της μεγάλης ποσότητας των 6.663 γραμμαρίων. Τέλος αιτιολογείται η από μέρους του κατηγορουμένου ...., πρόκληση της αποφάσεως στο συγκατηγορούμενό του, Χ2 να εισαγάγει και να μεταφέρει εντός της Ελληνικής Επικράτειας, την ως άνω ποσότητα της ηρωίνης, αφού τον ενίσχυε ψυχικά και τον διαβεβαίωνε κατηγορηματικά, ότι δεν πρόκειται να εντοπισθεί η ποσότητα των ναρκωτικών, κατά τη διέλευσή του οχήματος που οδηγούσε από την ...... Πέραν αυτών, σε σχέση με την ως άνω συμμετοχική δράση τουΧ1 αιτιολογείται ακόμη, ότι ο τελευταίος φρόντισε να ακολουθεί σε ελάχιστη απόσταση, την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του, ώστε σε ενδεχόμενο έλεγχο του προπορευόμενου αυτού οχήματος, από τα όργανα του Τελωνείου ....., και ανεύρεσης των ναρκωτικών, αυτός να απεκδυθεί κάθε ευθύνης του. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα Χ1, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ2, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που στήριξε την ενοχή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση του ιδίου, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού και ειδικότερα γιατί, ενώ, η απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος των ως άνω πράξεων, δέχθηκε ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, αντίθετα στο διατακτικό, κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στην ..... την 11η Αυγούστου 2005, χωρίς να είναι τοξικομανής με περισσότερες πράξεις που μαρτυρούν δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: ....". Η ως άνω διατύπωση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την προσθήκη "με περιστάσεις που μαρτυρούν δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο...", είναι φαινομενική και οφείλεται σε μη διαγραφή της, από προφανή παραδρομή. Άλλωστε, στην παράθεση των οικείων ποινικών διατάξεων, για τις πράξεις για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος, δεν παρατίθεται αυτή του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, που προβλέπει τη συγκεκριμένη επιβαρυντική περίσταση, αλλά μόνο του άρθρου 5 του ίδιου νόμου. Πέραν αυτών, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελίδα 17 αυτής), στο αιτιολογικό της γίνεται δεκτό, ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α), β) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε). Στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, Χ2, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, και δη: α) του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, και β) του άρθρου 84 παρ.2ε του ίδιου Κώδικα, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη ελαφρυντική περίσταση, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και για την οποία παραπονείται με το σχετικό λόγο αναιρέσεως, είχε ισχυρισθεί κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "ότι από το δελτίο του Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει τελέσει κανένα έγκλημα, ουδεμία άλλωστε -από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο- εμπλοκή του προκύπτει με τις διωκτικές αρχές και την ποινική δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος είναι Αλβανός και ζει στα Τίρανα. Έχει οργανωμένη οικογενειακή (βλ. προσαγόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, είναι πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων, η δε κόρη του ....., ακολουθεί μαθήματα ελληνοαλβανικού σχολείου στο ......) και επαγγελματική ζωή, αφού συνεχώς εργάζεται ως οδηγός (βλ. προσαγόμενα πιστοποιητικά) προκειμένου να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα. Η όλη διαγωγή του μέχρι σήμερα είναι άριστη και ουδέποτε έχει δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του, πολύ περισσότεροι για τη συμμετοχή του σε παράνομες δραστηριότητες. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Η αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε επιβολή μειωμένης ποινής, κατ' άρθρο 83 Π.Κ". Τον πιο πάνω ισχυρισμό το Δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αναφέρθηκε, με την εξής αιτιολογία: " Τέλος, δεν πρέπει να χορηγηθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του 84 παρ.2α καθόσον, α) δεν αποδείχθηκε ότι έζησε μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις, έντιμη, οικογενειακή, ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, από δε το λευκό ποινικό μητρώο του δεν αποδεικνύεται και ότι είχε κατά τα λοιπά πρότερο έντιμο βίο, ενόψει μάλιστα του είδους και της βαρύτητας των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε.....και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου". Σε σχέση λοιπόν με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ.2α ΠΚ), που ήταν σαφής και ορισμένος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και μόνο όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. (και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη), ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). Τέλος, ο αναιρεσείων Χ1, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αναίρεσή του, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ...... και τους επ' αυτής από 12-10-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 10/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ2 κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ...., περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26 Απριλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά: Εισαγωγή, κατοχή, μεταφορά στην ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Με την εισαγωγή εντός της χώρας των ναρκωτικών, το έγκλημα της εισαγωγής είναι τετελεσμένο και δεν αποτελεί απόπειρα. Απορρίπτει αναίρεση, εκτός του μέρους που απέρριψε την ελαφρυντική περίσταση για αναγνώριση του 84 παρ. 2α ΠΚ. Αναιρεί μόνο κατά το μέρος τούτο και ως προς την ποινή. Παραπέμπει κατά το μέρος που αναιρέθηκε.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 742/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούστου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου 2523/97), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθμό 3101/2007 απόφασή του, καταδίκασε κατά πλειοψηφία τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 2.601.169,45 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά που έχουν βεβαιωθεί στην ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και ήταν ληξιπρόθεσμα. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, και η οποία ασκήθηκε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΥΟ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, γιατί κατά της καταλογιστικής σε βάρος του πράξεως είχε ασκήσει εμπροθέσμως προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όταν ασκήθηκε η ποινική δίωξη η υπόθεση ήταν εκκρεμής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στην μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Επομένως, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης και τον καταδίκασε ως ανωτέρω, είναι αβάσιμος, συνακόλουθα δε αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τον προβληθέντα κατά τη συζήτηση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου, για τους ίδιους λόγους, της εναντίον του ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως την 1-1-2005 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καθυστέρησε ως υπόχρεος την καταβολή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι και την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ "ΣΠΑΕ ΑΕ" καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των ακόλουθων βεβαιωμένων, στις 17.9.2003, χρεών στη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, που καταβάλλονται εφάπαξ, αφορούν φόρους και γενικά χρέη υπέρ του Δημοσίου και δη: α) ποσού 893.819,65 ευρώ, οικονομικού έτους 1992, β) ποσού 1.150.959,09 ευρώ, οικονομικού έτους 1993, γ) ποσού 140.016,23 ευρώ, οικονομικού έτους 1994, δ) ποσού 132.389,88 ευρώ, οικονομικού έτους 1994, ε) ποσού 256.985,77 ευρώ, οικονομικού έτους 1993 και στ) ποσού 26.875,74 ευρώ, οικονομικού έτους 1994. Δηλαδή δεν κατέβαλε στο Δημόσιο συνολικά ποσό 2.601.169,45 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά, αναφέρονται αναλυτικά ως προς την αιτία για την οποία αυτά οφείλονται (κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις), αριθμό, και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης (με βάση την οποία βεβαιώθηκε κάθε χρέος, τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του, στον συνημμένο στο κατηγορητήριο, πίνακα χρεών και συγκεκριμένα στα υπό στοιχείο 10, 11, 12, 21, 22 και 23 αυτού. Ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα για τα προαναφερόμενα χρέη, σε βάρος του ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη, καθόσον η εταιρία ΣΠΑΕ ΑΕ, έχει ασκήσει ήδη από 7.2.2003 προσφυγές ενώπιον Διοικητικών Δικαστηρίων, η συζήτηση των οποίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί και ως εκ τούτου του κατηγορουμένου, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν για τα εγκλήματα της φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του, δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής διώξεως η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επ' αυτής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού Δικαστηρίου. Για τα άνω καταλογισθέντα σε βάρος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας χρέη, επιδόθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προς τον κατηγορούμενο - με την υπ' αριθμ. 637/2004 ειδοποίηση (βλ. την αριθμ. πρωτ. 11.673/3-6-2005 αίτηση ποινικής δίωξης), για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 22258/1-10-2004 έκθεση επιδόσεως, υπό την ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρίας. Ο κατηγορούμενος πράγματι υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας "ΣΠΑΕ ΑΕ" έως και την 30.6.1995, οπότε και έληξε και τυπικά η προβλεπόμενη από το καταστατικό τριετής θητεία (28.6.1992 - 30.6.1995) του τελευταίου εκλεγέντος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας (βλ. ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ αριθμ. 4206/28-8-1992), σε κάθε δε περίπτωση μέχρι την παρέλευση εξαετίας από την εκλογή του, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 2190/1920 (Ολ. ΑΠ 5/2004 Ελλ. Δ/νη 2004/388), ήτοι έως την 30.6.1998, αφού δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη στο καταστατικό τη εταιρίας, παράστασης της θητείας του Δ.Σ. μέχρις εκλογής νέου Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ η υπόχρεη τούτη ανώνυμη εταιρία από το έτος 1993 ήταν αδρανής, μάλιστα δε με την υπ' αριθμ. 175189/12-5-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ανακλήθηκε η άδεια σύστασής της και τελεί έκτοτε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Ωστόσο τα επίδικα, ως άνω χρέη γεννήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα οικονομικά έτη 1992, 1993, 1994, δηλαδή στο χρόνο που ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της "ΣΠΑΕ ΑΕ" και για το λόγο αυτό ασκήθηκε εναντίον του η ποινική δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α και παρ. 3 του Ν. 1882/1990. Επικαλούμενος, ο κατηγορούμενος ότι, τούτος δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, όταν του επιδόθηκε η προαναφερόμενη η ατομική ειδοποίηση και όφειλε το Δημόσιο με αίτησή του στα πολιτικά Δικαστήρια να προκαλέσει διορισμό προσωρινής διοίκησης της εταιρίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 5/2004 ο.π.) ισχυρίζεται ότι επίδοση της ατομικής τούτης ειδοποίησης δεν είναι νόμιμη, γεγονός που καθιστά άκυρη την απαιτούμενη για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, βεβαίωση των επίδικων χρεών. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι μη βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν για το έγκυρο της ταμειακής βεβαίωσης, δεν θεσπίζεται ως όρος η (ατομική) ειδοποίηση του υπόχρεου. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, καθίσταται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τα επίδικα χρέη έχουν παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένα έχουν βεβαιωθεί, γιατί ενόψει των προαναφερομένων διατάξεων τα εν λόγω χρέη αναφέρονται μεν στα οικονομικά έτη, 1992, 1993, 1994, 1992, 1993 και 1994, αντίστοιχα, πλην όμως βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, την 17.9.2003, όπως προκύπτει από το πίνακα που αυτούσιος επισυνάπτεται, ενώ η αίτηση του προϊσταμένου της άνω Δ.Ο.Υ. για την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου φέρει από την ημερομηνία 3-6-2005 και η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης την 10-7-2005 και επομένως η παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου παραγράφεται το 2008, η δε παραγραφή του αδικήματος πέντε χρόνια μετά". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία της πράξεως του άρθρου 25 του ν. 2523/1997, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την επικρατήσασα σ' αυτό γνώμη, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 25 του ν. 2523/1997, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΣΠΑΕ ΑΕ", καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 2.601.169,45 ευρώ, ιδιότητες τις οποίες αυτός είχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα, ότι: α) είναι "απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του, γιατί δεν ήταν σύννομη η ταμειακή βεβαίωση, για το λόγο ότι από της 30-6-1995 είχε παύσει να ασχολείται με την εταιρεία και ότι τα επίδικα χρέη, δεν αφορούν τον ίδιο, αλλά αποτελούν φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας ΣΠΑΕ ΑΕ, η οποία από το έτος 1993, είναι απόλυτα αδρανής και της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος ουσιαστικά έως τις αρχές του 1993", και β) ότι κακώς καταδικάσθηκε για τα υπ' αριθμό 24 και 25 χρέη του οικείου καταλόγου, που αφορούσαν χρηματικά ποσά, ύψους 58,33 και 64,76 ευρώ αντίστοιχα, λόγω του μη αξιόποινου των μερικότερων πράξεων, πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους. Όσον αφορά την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, είναι απαράδεκτη, αφού αυτή αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και γιατί ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας: Όσον αφορά δε την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, για το λόγο ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά των 58,33 και 64,76 ευρώ αντίστοιχα, αφορούν έξοδα διοικητικής εκτελέσεως, τα οποία αναμφισβήτητα, λόγω του χαρακτήρα τους, ως επιρριπτόμενων φόρων, συνυπολογίζονται και συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό ποσό χρεών. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό ότι "ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ατιμώρητος, λόγω συνδρομής στο πρόσωπό του συγγνωστής νομικής πλάνης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. Ειδικότερα δε γιατί ...από της εξαγοράς των μετοχών της ΣΠΑΕ ΑΕ από την εταιρία ΣΤ. ΖΑΜΠΕΤΟΓΛΟΥ ΑΕ το έτος 1993, έπαυσε να απασχολείται προσωπικά και ουσιαστικά με τη διοίκηση της εταιρείας ΣΠΑΕ ΑΕ, σε κάθε δε περίπτωση από της 30-6-1995 έληξε τυπικά η θητεία του τελευταίου εκλεγέντος Δ.Σ της ανωτέρω εταιρίας, ως και η θητεία του ως Διευθύνοντος Συμβούλου". Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως διατυπώθηκε είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν ειδικές συνθήκες συναφείς με την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, τη γνώση και την ικανότητά του, ώστε με τη στάθμιση και αυτών να σχηματίσει το Δικαστήριο πεποίθηση, ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον εν λόγω αόριστο ισχυρισμό, ως εκ περισσού δε διέλαβε στην απόφασή του διάταξη με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι, τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το σχετικό λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού του περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση του ....., κατοίκου ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της πλάνης. Παραδεκτή η ποινική δίωξη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, επί της προσφυγής. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 740/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2317/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Παναγόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.9.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 24.9.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του παραπάνω εγκλήματος που διαπράχθηκε. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αμέλεια διακρίνεται σε ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει μεν ότι από την συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 έως 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αναφερομένης αξιόποινης πράξεως, απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσεώς τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού. Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,5 gr/l). Με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 5 του παρόντος μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό (παρ. 1). Τα αρμόδια αστυνομικά όργανα μπορούν σε κάθε περίπτωση να ασκούν έλεγχο για τη διαπίστωση υπάρξεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 στον οργανισμό των οδηγών (παρ. 2). Έλεγχος για τη διαπίστωση της μέθης του οδηγού γίνεται υποχρεωτικά σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, επί δε σωματικής βλάβης γίνεται, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1, με την χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου. Με τον αυτό τρόπο διαπιστώνεται και η μέθη πεζού στις ίδιες πιο πάνω περιπτώσεις (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο έλεγχος για τη διαπίστωση της υπάρξεως οινοπνεύματος στον οργανισμό των οδηγών γίνεται σε κάθε περίπτωση από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, όμως ο έλεγχος αυτός καθιερώνεται ως υποχρεωτικός μεν για τις περιπτώσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, ενώ, όταν πρόκειται για ατύχημα με σωματικές βλάβες, ο έλεγχος είναι προαιρετικός και γίνεται όταν υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος, η διαπίστωση δε της μέθης ή της χρήσεως τοξικών ουσιών γίνεται με τη χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου. Περαιτέρω στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι η οδήγηση του οχήματος γίνεται από οδηγό που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος τοξικών ουσιών η φαρμάκων κατά την παράγραφο 1, υποχρεούται αυτός να δέχεται την εξακρίβωση της καταστάσεως αυτής. Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, λαμβάνεται πάντοτε από τα θανόντα πρόσωπα αίμα για εξέταση, από δε τους ζώντες, εάν δεν υπάρχουν ειδικοί παθολογικοί λόγοι που να το εμποδίζουν. Για την ύπαρξη η μη των προβαλλόμενων πιο πάνω λόγων χρειάζεται ιατρική πιστοποίηση. Με το τελευταίο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, καθιερώνεται υποχρεωτικός από τα αρμόδια όργανα έλεγχος της υπάρξεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών με τη λήψη αίματος, αλλά μόνο όταν πρόκειται για θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα και μόνο για τους θανόντες, ενώ για τους ζώντες ορίζεται υπό ποίες προϋποθέσεις υποχρεούνται να ανεχθούν τον τρόπο αυτό ελέγχου, χωρίς να αποκλείεται σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων η δυνατότητα διαπίστωσης της χρήσεως οινοπνεύματος η άλλων τοξικών ουσιών και με οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό μέσο. Άλλωστε, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται ρητά λόγος για τη χρησιμοποίηση κάθε επιστημονικού μέσου. Ενισχύεται δε η άποψη αυτή και από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημοσίας Τάξεως και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 13382/Φ705.11/4δ της 25/26-11-1977 (ΦΕΚ Β-1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών, η οποία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 1330/Φ.705-11/4 παρ. Θ715-2-1985 (ΦΕΚ Β-174) των ιδίων Υπουργών. Οι αποφάσεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη ψήφιση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2094/1992), ενώ υπό την ισχύ του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και μέχρι τον χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αναφερομένης αξιόποινης πράξεως δεν είχε εκδοθεί κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 του εν λόγω Κώδικα η προβλεπόμενη κοινή υπουργική απόφαση. Όμως, η κατάργηση του εξουσιοδοτικού ν. 2094/1992 και του άρθρου 112 αυτού που, τις είχε διατηρήσει σε ισχύ, δεν επέφερε την κατάργηση και των ανωτέρω αποφάσεων, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού η του προϊσχύσαντος ν. 614/1977. Και αυτό γιατί η κατάργηση νομοθετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως αφορά κατ' αρχήν το μέλλον, υπό την έννοια ότι αποκλείεται η έκδοση νέων διοικητικών πράξεων με βάση τις καταργηθείσες διατάξεις, πλην όμως οι κανονιστικές πράξεις που είχαν εκδοθεί διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν απαγγέλλεται από το νόμο ρητώς η κατάργηση και αυτών. Με τις ανωτέρω αποφάσεις ορίζεται ότι η εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών στους οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, ή σε περιπτώσεις ατυχημάτων στους οδηγούς και σε θύματα πεζούς περιλαμβάνει τρία στάδια. Τα πρώτο στάδιο αναφέρεται στην ανίχνευση των υπόπτων, το δεύτερο στην εξέταση των υπόπτων από τους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους, το οποίο, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει και περιγράφει τη δοκιμασία με ΑΛΚΟΤΕΣΤ, και το τρίτο στη μέθοδο ποσοτικού προσδιορισμού του οινοπνεύματος. Η δοκιμασία με ΑΛΚΟΤΕΣΤ, η οποία αναφέρεται στην απόφαση υπό στοιχ. Α', συνίσταται στην εξακρίβωση οινοπνεύματος στον εκπνεόμενο από τον ελεγχόμενο οδηγό αέρα μέσα σε ειδική συσκευή, χωρίς να γίνεται ποσοτικός προσδιορισμός, ο οποίος, αν στον εκπνεόμενο αέρα αποδειχθεί η ύπαρξη οινοπνεύματος, γίνεται στη συνέχεια με αιμοληψία και με τις προϋποθέσεις και τον τρόπο που περιγράφεται στην απόφαση. Περαιτέρω υπό στοιχ. Β' αναφέρεται η ανίχνευση οινοπνεύματος με την ηλεκτρονική συσκευή αεροχρωματογράφο, με τον οποίο γίνεται ακριβής προσδιορισμός της ποσοστιαίας αναλογίας του οινοπνεύματος στο αίμα. Και τέλος υπό στοιχ. Γ' αναφέρεται ότι για τον ποσοτικό προσδιορισμό του οινοπνεύματος στο αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθούν και άλλες μέθοδοι αναγνωρισμένες επιστημονικώς. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η διαπίστωση αν ένας οδηγός έκανε χρήση οινοπνεύματος, καθώς και ο ποσοτικός προσδιορισμός του οινοπνεύματος στο αίμα, μπορεί να γίνει, όχι μόνο με ένα τρόπο εκείνο της αιμοληψίας και της εξετάσεως αίματος, αλλά και με άλλους επιστημονικούς τρόπους, δηλαδή με συσκευές που, εκτός από τον αεροχρωματογράφο, έχουν τη τεχνική δυνατότητα να κάνουν και ποσοτικό προσδιορισμό, όπως αυτό ορίζεται στην παραπάνω απόφαση υπό στοιχ. Γ'. Η εξέταση του αίματος προβλέπεται υποχρεωτικώς στην περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, με τους όρους που προαναφέρθηκαν, αλλά και όταν η συσκευή ΑΛΚΟΤΕΣΤ περιορίζεται μόνο στην ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα, χωρίς τη δυνατότητα περαιτέρω ποσοτικού προσδιορισμού. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται συσκευή εκπνεόμενου αέρα, η οποία έχει τη δυνατότητα και του ποσοτικού προσδιορισμού, τότε στις λοιπές περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων ή και στις περιπτώσεις απλής οδήγησης δεν επακολουθεί το στάδιο της αιμοληψίας και της εξετάσεως αίματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2317/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την 1.7.2001 και ώρα 04.20, ο κατηγορούμενος, έχοντας αναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 1,49%ο (βλ. από 1-7-2001 έκθεση εξέτασης των Υπ/μου Β' .... και Αρχιφύλακα ....), δηλαδή σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης οποιουδήποτε οδηγού αυτοκινήτου, οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο σε ανώνυμη οδό στα .... και στο σημείο διασταύρωσής της με την Επ.Ο. .... δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν από τη διασταύρωση αυτή, μολονότι υπήρχε από την κατεύθυνση πορείας του στο σημείο της διασταύρωσης, πινακίδα (STOP) υποχρεωτικής διακοπής πορείας, αλλά συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, παραβιάζοντας την προτεραιότητα της κανονικώς κινούμενης στην οδό ....υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οδηγούμενης από τον παθόντα .... με συνεπιβαίνοντα τον δεύτερο παθόντα ...... Αποτέλεσμα της αντικανονικής εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στη διασταύρωση ήταν να αποκλείσει αυτός με το όχημά του το ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας. να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθούν αμφότεροι οι επιβαίνοντες στη μοτοσυκλέτα, οι οποίοι υπέστησαν, ο μεν Απ. .... αιμορραγική θλάση στα βασικά γάγγλια, ο δε ..... κατάγματα δεξιάς κερκίδας και κνήμης. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τις ένορκες καταθέσεις των παθόντων και τα ευρήματα που συνέλεξε η Αστυνομική αρχή στον τόπο του ατυχήματος (βλ. έκθεση αυτοψίας με συνοδευτικό σχεδιάγραμμα) και είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου (και του μάρτυρα ....) ότι δεν ήταν εντοπίσιμη και ορατή η μοτοσυκλέτα των παθόντων λόγω χαμηλού φωτισμού της. Εκτός αν η αντίληψη του κατηγορουμένου (αν είναι ειλικρινής) υπαγορεύθηκε από την κατάσταση μέθης που διατελούσε. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της γενόμενης αλκοολομέτρησης με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία, καθώς η ως άνω μέθοδος είναι νόμιμος τρόπος διαπίστωσης της περιεκτικότητας του αίματος σε οινόπνευμα των οδηγών οδικών οχημάτων, δεν ασκεί δε επιρροή η καθιέρωση της αεριοχρωματικής μεθόδου σε μεταγενέστερο χρόνο από την τέλεση της πράξης του κατηγορουμένου, δοθέντος ότι και υπό το προϊσχύον νομικό καθεστώς γινόταν δεκτή η μέθοδος αυτή, τόσο μάλλον όταν η μέθη προέκυπτε και από άλλα στοιχεία, όπως ενδεικτικά στην προκειμένη υπόθεση είναι το μεγάλο ποσοστό οινοπνεύματος στις δύο διαδοχικές μετρήσεις και η οδική συμπεριφορά του γενικά, όπως ανωτέρω περιγράφεται. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ....., για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή και της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1, 4α, 6γ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 28, 94 παρ. 1, 314 παρ. 1α ΠΚ και άρθρ. 42 παρ. 1, 4α, 6γ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες Υπουργικές αποφάσεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί και έλεγχος της υπάρξεως οινοπνεύματος με αιματοληψία του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειάς του, η οποία εκτίθεται στο σκεπτικό και έχει τον χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της, να διαλάβει α) την απόσταση, από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί ο αναιρεσείων την κίνηση του οδηγού της ειρημένης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, β) την ταχύτητα, με την οποία έβαινε αυτός (αναιρεσείων) και γ) το σημείο της οδού, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, γιατί η αλκοολομέτρηση έγινε με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και κατά συνέπεια δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απαντήσει, εντεύθεν δε, ως εκ περισσού, απάντησε στον εν λόγω ισχυρισμό του. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες Υπουργικές αποφάσεις, επειδή, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης αυτής πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο αρκέστηκε, για την εξακρίβωση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της περιεχόμενης στο αίμα του αιθυλικής αλκοόλης, στη χρησιμοποίηση από τα αστυνομικά όργανα συσκευής ελέγχου του εκπνεόμενου αέρα, χωρίς να έχει προηγηθεί και έλεγχος με τη λήψη αίματος από αυτόν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 369 παρ. 3 ΚΠοινΔ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, και της διατάξεως του άρθρου 371 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί, σαφώς συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής τελευταίος πρέπει να λάβει το λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, επί περισσοτέρων δε συνηγόρων του κατηγορουμένου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, αρκεί να λάβει το λόγο και ένας απ' αυτούς και, κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 σοτιχ. δ' ΚΠοινΔ, εάν κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής έλαβαν το λόγο όχι οι περισσότεροι συνήγοροι του κατηγορουμένου ή ο κατηγορούμενος, αλλά μόνον ένας από τους συνηγόρους του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τη συζήτηση που έγινε για την επιβλητέα ποινή, μετά την κήρυξη ως ενόχου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, τελευταίος έλαβε το λόγο ένας από τους συνηγόρους αυτού, ο οποίος και ζήτησε να του επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά τον οποίο, εφόσον κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο δεν δόθηκε ο λόγος και στον έτερο των συνηγόρων του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2317/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ....., εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή και β) για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1, 49, 6γ΄ του ΚΟΚ (Ν. 2696/99). Το άνω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, γιατί η αλκοομέτρηση έγινε με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής, αλλ’ αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και κατά συνέπεια δεν υποχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει, εντεύθεν δε εκ περισσού απάντησε το Δικαστήριο στον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Όχι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για το ότι δόθηκε ο λόγος επί της ποινής μόνο στον ένα εκ των δύο συνηγόρων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Κ.Ο.Κ..
2
Αριθμός 738/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1466/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο .....και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1862/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 34/27-1-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 192/17-11-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., την οποία άσκησε στο όνομα και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Αθηνών Μιχαήλ Μπριντάκης, δυνάμει της από 14-11-2008 προσαρτημένης στην αίτηση εξουσιοδοτήσεως του ιδίου (κατηγορουμένου), το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Καραγιάννη, κατά του υπ'αριθμ. 1466/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 3668/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 375 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ, όπως προσ. με αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99), που συνίσταται στο ότι στο ....., τον Απρίλιο του έτους 2004, από πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην περιουσία του, ξένο ολικά γι'αυτόν κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από πρόθεση, ως νόμιμος εκπρόσωπος και συνδιαχειριστής της εδρεύουσας στην Αθήνα, δραστηριοποιούμενης επιχειρηματικά στην εισαγωγή, εμπορία, μίσθωση, αντιπροσώπευση οίκων κατασκευής μηχανημάτων, εξαρτημάτων, αυτοκινήτων πάσης φύσεως, συντήρηση και επισκευή, μηχανημάτων οικοδομικών γερανών, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ATCO ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ-ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (ΑΤCΟ ΕΠ.Ε.), η οποία, βάσει της από 08-04-2003 συμβάσεως μισθώσεως έργου, ως υπεργολάβος, για λογαριασμό της δραστηριοποιούμενης επιχειρηματικά σε τεχνικά έργα, εδρεύουσας στο ....., με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" υπεργοδότριας, εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου της συναρμολόγησης, εγκατάστασης, συντήρησης και αποσυναρμολόγησης δύο (2) , μάρκας ΡΟΤΑΙΝ, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, οικοδομικών γερανών, που απαιτούνταν για την εκτέλεση από την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, ως εργολάβου, του Ολυμπιακού έργου "....." κατασκευής των κτιριακών εγκαταστάσεων-καταλυμάτων διαμονής των δημοσιογράφων, που κάλυπταν στην Ελλάδα τους Ολυμπιακούς αγώνες του έτους 2004, μετά την εκτέλεση από την εκπροσωπούμενη νόμιμα από αυτά προαναφερόμενη υπεργολάβο, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της ανατεθείσας σε αυτήν υπεργολαβίας, κατά την αποσυναρμολόγηση των εξαρτημάτων των δύο (2) οικοδομικών αυτών γερανών της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, που κατείχε στο πλαίσιο συμβάσεως υπεργολαβίας, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης τους, ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην περιουσία του, τα ξένα ολικά γι'αυτόν, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητά πράγματα από τα αποσυναρμολογημένα εξαρτήματα των οικοδομικών αυτών γερανών της εγκαλούσας, ήτοι ενός (1) τεμαχίου-πλαισίου, με κωδικό αριθμό ....., αποτελούμενου από έξι (6) επιμέρους τεμάχια και ενός (1) πλαισίου αγκυρώσεως με κλίμακα και πλατφόρμα, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 83.895 ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τα οποία και δεν επέστρεψε στις αποθήκες της ιδιοκτήτριας τους, εγκαλούσας, αλλά περαιτέρω τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εναποθέτοντας αυτά σε οικόπεδο, κείμενο στην παλιά οδό που συνδέει την Κοινότητα ..... με το ..... (.....), έναντι των αμαξωμάτων Α, ιδιοκτησίας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κατασκευαστική Άνοιξη Ε.Π.Ε." η οποία κατά ποσοστά 51% και 49% των 2.499 και 2.401 εταιρικών της μεριδίων, ανήκει σ'αυτόν και τη διαχειρίστρια της σύζυγο του, Β, αντίστοιχα. Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1446/2008 βούλευμα, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων, με την κρινομένη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως [εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στις 7-11-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό) και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε απ'αυτόν στις 17-11-2008] και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ). Το βούλευμα δε αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ). Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη. διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής, διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από: την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω υπάρχει, στο παραπεμπτικό βούλευμα, η. από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν, την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται ν' αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. (σε Συμβ.) 1303/2002 Π.Χ. ΝΓ, 496, Α.Π. (σε Συμβ.) 1425/2002 Π.Χ. ΝΓ, 510). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/02, ΠΧ ΝΓ 795, ΑΠ 1381/05, ΑΠ 1273/05, ΑΠ 1103/2005). Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προβλέπεται από το άρθρο 375 του Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο: Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται, με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσά των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. (Όπως προστέθηκε το τελευτ. εδ. με το άρθρο 14 παρ, 3α του ν.2721/1999). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατάφαση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην κατά τα άνω κακουργηματική μορφή της απαιτείται να συντρέχουν τα εξής στοιχεία: α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον κάτοχο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, γ) δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία το κατεχόμενο απ'αυτόν ξένο κινητό πράγμα και δ) να υπερβαίνει η συνολική αξία το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ΑΠ 347/2006 Π.Χ. ΝΣΤ 831, ΑΠ 1050/2005 Π.Χ. ΝΣΤ 130, ΑΠ 113/2005 Π.Χ. ΝΕ 907). Ο χαρακτήρας και το ύψος της αξίας του πράγματος αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η αξία του αντικειμένου της πράξεως της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 30/2006 Ποιν.Δικ. σελ. 794, ΑΠ 954/2006 Π.Χ. ΝΖ 330, ΑΠ 311/2005 Π.Χ. ΝΕ 971, ΑΠ 793/2004 Π.Χ. ΝΕ 309). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ....., έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητος και την εκτέλεση τεχνικών έργων. Το έτος 2003, ενόψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, στην Αθήνα, ανέλαβε την κατασκευή του έργου ".....". Τόπος εκτέλεσης του έργου ήταν το ..... . Για την πραγματοποίηση των οικοδομικών εργασιών κρίθηκε ως αναγκαία η εγκατάσταση (στήσιμο-συναρμολόγηση) τριών οικοδομικών γερανών. Την συναρμολόγηση-αποσυναρμολόγηση των γερανών αυτών πραγματοποιούν εξειδικευμένες εταιρείες, οι οποίες μάλιστα διαθέτουν και ιδιόκτητους γερανούς, τους οποίους και εκμισθώνουν σε τεχνικές εταιρείες. Έτσι, η εγκαλούσα τεχνική εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. απευθύνθηκε στην εξειδικευμένη εταιρεία "ATCO ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της οποίας συνδιαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος-εκκαλών, προκειμένου αυτή να αναλάβει υπεργολαβικά την συναρμολόγηση, εγκατάσταση, συντήρηση διαρκούντος του έργου και στην συνέχεια την αποσυναρμολόγηση δύο οικοδομικών γερανών, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρείας και ενός οικοδομικού γερανού, δικής της ιδιοκτησίας, τον οποίο αυτή εξεμίσθωσε στην εγκαλούσα. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο κατηγορούμενος-εκκαλών μετέβη στις αποθήκες της εγκαλούσας, που βρίσκονται στα ..... και παρέλαβε τα εξαρτήματα των δύο αποσυναρμολογημένων και αποθηκευμένων γερανών ιδιοκτησίας της, τα οποία μετέφερε στο εργοτάξιο του ....., όπου έγινε η τοποθέτηση-συναρμολόγηση αυτών κατά τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο 2003. Μεταξύ των εξαρτημάτων που παρελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο εργοτάξιο ήταν και ένα πλαίσιο γερανού, αποτελούμενο από έξι τεμάχια κορμού, με κωδικό εταιρείας ....., με πλαίσιο αγκυρώσεως, σκάλα και πλατφόρμα, συνολικής αξίας 93.895 ευρώ (Για την εκτίμηση της αξίας βλ. την υπ'αριθμ. ..... προσφορά της εταιρείας Γ Δομική Ανυψωτική ΕΠΕ). Τα ως άνω εξαρτήματα, επειδή περίσσεψαν κατά την συναρμολόγηση των δύο γερανών ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο στην συναρμολόγηση του τρίτου γερανού, ιδιοκτησίας της εταιρείας του. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό ο κατηγορούμενος, όταν, περί τον Απρίλιο του έτους 2004, μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών αποσυναρμολόγησε τους δύο γερανούς ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρείας και τους επέστρεψε αποσυναρμολογημένους στις αποθήκες της, δεν έπραξε το ίδιο και με τα πιο πάνω εξαρτήματα, τα οποία κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Συγκεκριμένα, αντί να τα επιστρέψει, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα, τα μετέφερε και τα απέκρυψε σε οικόπεδο, που βρίσκεται στα ..... και ανήκει στην εταιρεία "Άνοιξη ΕΠΕ", στο εταιρικό κεφάλαιο της οποίας μετέχει ο ίδιος κατά 51%, ενώ κατά το υπόλοιπο 49% μετέχει η σύζυγός του Β. Τα ως άνω υπεξαιρεθέντα εξαρτήματα η εγκαλούσα εντόπισε στις 7-10-2005 στο εν λόγω οικόπεδο, υπάλληλος της οποίας μετέβη στο σημείο και προέβη στην φωτογράφησή τους. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε επικαλύψει με μαύρη μπογιά τα σημεία των εξαρτημάτων, πάνω στα οποία ήταν αναγεγραμμένος ο κωδικός αριθμός ....., που τα χαρακτήριζε, γεγονός που φανερώνει και την δόλια προαίρεσή του για την παράνομη ιδιοποίησή τους. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, σαφώς προκύπτει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 375 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Π.Κ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/99). Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ (όπως προστ. με αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως ότι η κυριότητα των επίμαχων εξαρτημάτων ανήκε στην εγκαλούσα εταιρεία, καθώς επίσης και ο δόλος του αναιρεσείοντος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτά, αφού δέχεται ότι αντί να τα επιστρέψει, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα, τα απέκρυψε σε οικόπεδο της εταιρείας του, έχοντας επικαλύψει με μαύρη μπογιά τα σημεία των εξαρτημάτων, πάνω στα οποία ήταν αναγεγραμμένος ο κωδικός αριθμός (.....) που τα χαρακτήριζε. Τέλος, προσδιορίζεται σαφώς και η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων αντικειμένων αφού δέχεται ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ. Επομένως οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ με τους οποίους βάλλεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ (όπως προσ. Με αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99) και για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Συνακόλουθα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Τέλος, το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις του και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας, Β) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 192/17-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του ως άνω κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..... κατά του υπ'αριθμ. 1466/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη 192/17-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ....., κατά του 1466/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση αυτού κατά του 3668/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το βούλευμα αυτό, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 375 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ, όπως προσ. με αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. II. Ο αναιρεσείων, με την εμπεριεχόμενη στο δικόγραφο της εκθέσεως αναίρεσης αίτησή του, ζητεί την εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, προκειμένου, όπως κατά λέξη αναφέρει, "να παρασχεθεί κάθε εξήγηση για την αποδιδόμενη στο πρόσωπό μου σοβαρή κατηγορία". Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη, αφού με τις κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις του και οι ισχυρισμοί του αναπτύσσονται επαρκώς σε αυτή, ενώ, εξάλλου, με την κρινόμενη αίτηση, για αυτοπρόσωπη αυτού εμφάνιση, δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει, πλέον εκείνων που εξαντλητικώς ήδη έχει εκθέσει, για ποια θέματα ζητεί να παράσχει επιπλέον διευκρινήσεις, που να αφορούν μόνον στους προβαλλόμενους υπ' αυτού λόγους αναίρεσης και όχι την ουσία της υποθέσεως. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω ν. 1721/1999, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ( 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόφου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η ταυτότητα του ξένου κινητού πράγματος, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτής. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τoυ παραπεμπτικού βουλεύματος, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 1466/2008 βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού ( μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του,τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ....., έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητος και την εκτέλεση τεχνικών έργων. Το έτος 2003, ενόψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, στην Αθήνα, ανέλαβε την κατασκευή του έργου ".....". Τόπος εκτέλεσης του έργου ήταν το ..... . Για την πραγματοποίηση των οικοδομικών εργασιών κρίθηκε ως αναγκαία η εγκατάσταση (στήσιμο-συναρμολόγηση) τριών οικοδομικών γερανών. Την συναρμολόγηση-αποσυναρμολόγηση των γερανών αυτών πραγματοποιούν εξειδικευμένες εταιρείες, οι οποίες μάλιστα διαθέτουν και ιδιόκτητους γερανούς, τους οποίους και εκμισθώνουν σε τεχνικές εταιρείες. 'Ετσι, η εγκαλούσα τεχνική εταιρεία ΑΘΗΝΑ Α.Ε. απευθύνθηκε στην εξειδικευμένη εταιρεία "ATCO ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της οποίας συνδιαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος-εκκαλών, προκειμένου αυτή να αναλάβει υπεργολαβικά την συναρμολόγηση, εγκατάσταση, συντήρηση διαρκούντος του έργου και στην συνέχεια την αποσυναρμολόγηση δύο οικοδομικών γερανών, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρείας και ενός οικοδομικού γερανού, δικής της ιδιοκτησίας, τον οποίο αυτή εξεμίσθωσε στην εγκαλούσα. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο κατηγορούμενος-εκκαλών μετέβη στις αποθήκες της εγκαλούσας, που βρίσκονται στα ..... και παρέλαβε τα εξαρτήματα των δύο αποσυναρμολογημένων και αποθηκευμένων γερανών ιδιοκτησίας της, τα οποία μετέφερε στο εργοτάξιο του ....., όπου έγινε η τοποθέτηση-συναρμολόγηση αυτών κατά τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο 2003. Μεταξύ των εξαρτημάτων που παρελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο εργοτάξιο ήταν και ένα πλαίσιο γερανού, αποτελούμενο από έξι τεμάχια κορμού, με κωδικό εταιρείας ....., με πλαίσιο αγκυρώσεως, σκάλα και πλατφόρμα, συνολικής αξίας 93.895 ευρώ (Για την εκτίμηση της αξίας βλ. την υπ'αριθμ. ..... προσφορά της εταιρείας Γ Δομική Ανυψωτική ΕΠΕ). Τα ως άνω εξαρτήματα, επειδή περίσσεψαν κατά την συναρμολόγηση των δύο γερανών ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο στην συναρμολόγηση του τρίτου γερανού, ιδιοκτησίας της εταιρείας του. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό ο κατηγορούμενος, όταν, περί τον Απρίλιο του έτους 2004, μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών αποσυναρμολόγησε τους δύο γερανούς ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρείας και τους επέστρεψε αποσυναρμολογημένους στις αποθήκες της, δεν έπραξε το ίδιο και με τα πιο πάνω εξαρτήματα, τα οποία κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Συγκεκριμένα, αντί να τα επιστρέψει, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα, τα μετέφερε και τα απέκρυψε σε οικόπεδο, που βρίσκεται στα ..... και ανήκει στην εταιρεία "Άνοιξη ΕΠΕ", στο εταιρικό κεφάλαιο της οποίας μετέχει ο ίδιος κατά 51%, ενώ κατά το υπόλοιπο 49% μετέχει η σύζυγός του Β. Τα ως άνω υπεξαιρεθέντα εξαρτήματα η εγκαλούσα εντόπισε στις 7-10-2005 στο εν λόγω οικόπεδο, υπάλληλος της οποίας μετέβη στο σημείο και προέβη στην φωτογράφησή τους. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε επικαλύψει με μαύρη μπογιά τα σημεία των εξαρτημάτων, πάνω στα οποία ήταν αναγεγραμμένος ο κωδικός αριθμός ....., που τα χαρακτήριζε, γεγονός που φανερώνει και την δόλια προαίρεσή του για την παράνομη ιδιοποίησή τους. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, σαφώς προκύπτει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 375 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Π.Κ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/99). Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί κατά τα διαλαμβανόμενα στο 3668/2007 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των άνω των 73.000 ευρώ, ( άρθρα 26 παρ.1, 27 παρ.1, 375 παρ.1 εδ. τελ. ΠΚ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 375 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α του ν. 2721/1999). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 3668/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών . Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ.1 εδ.τελ. του ΠΚ. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως ότι η κυριότητα των επίμαχων εξαρτημάτων ανήκε στην εγκαλούσα εταιρεία, καθώς επίσης και ο δόλος του αναιρεσείοντος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτά, αφού δέχεται ότι αντί να τα επιστρέψει, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα, τα απέκρυψε σε οικόπεδο της εταιρείας του, έχοντας επικαλύψει με μαύρη μπογιά τα σημεία των εξαρτημάτων, πάνω στα οποία ήταν αναγεγραμμένος ο κωδικός αριθμός που τα χαρακτήριζε. ΙV. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη, όπως κατά λέξη αναφέρει σε "εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διατάξεως σχέσιν έχουσα με διάταξη του Αστικού Νόμου και δη των διατάξεων περί κυριότητας (έλλειψη νόμιμης βάσεως)" και ότι υπάρχει "έλλειψη κυριότητας και νομής των δήθεν ιδιοποιηθέντων κινητών πραγμάτων παρά της εγκαλούσης". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, εκτιμάται ότι αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή της ποινικής διατάξεως, ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της υπεξαίρεσης ( 375 ΠΚ) και ειδικότερα ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν πράγμα δεν ανήκε στην κυριότητα της εγκαλούσας εταιρείας, όπως η έννοια της κυριότητας αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, και ότι η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, δεν είχε περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλει ότι "μηδέποτε εχρησιμοποιήθησαν παρά της εταιρείας του ή του ίδιου ατομικά μεταφορικά μέσα, καθότι στερείται τούτων για να παραληφθούν οικοδομικοί γερανοί από τις αποθήκες ή το εργοτάξιο της εγκαλούσης, ούτε και μετέβη ποτέ ατομικά ή με την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της εταιρείας ΑΤCΟ για την αιτία αυτή ή για εποπτεία στις αποθήκες ή στο εργοτάξιο της", το προσβαλλόμενο δε βούλευμα επεκτείνεται "όλως αυθαιρέτως και αναιτιολογήτως σε μη γεγενημένη συμβατική υποχρέωση" του ίδιου και της εταιρείας του, ενώ την ευθύνη της μεταφοράς των γερανών κατόπιν της αποσυναρμολογήσεώς τους, λόγω ολοκληρώσεως του έργου, είχε η εγκαλούσα, από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ανατέθηκε σε αυτόν ή την εταιρεία του "η ευθύνη της επιλογής, αναλήψεως και μεταφοράς παρά των αποθηκών της των οικοδομικών γερανών ιδιοκτησίας της μηνύτριας ...", όπως επίσης δεν προέκυψε "η κυριότης της εγκαλούσης επί του οικοδομικού γερανού, εξαρτήματα του οποίου απετέλεσαν τα δήθεν ιδιοποιηθέντα υπ' εμού κινητά μέρη". Με τις αιτιάσεις του αυτές ο αναιρεσείων αμφισβητεί ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών προέκυπτε ότι τα αναφερόμενα ως υπεξαιρεθέντα κινητά ανήκαν στην κυριότητα της εγκαλούσας εταιρείας και ότι περιήλθαν οποτεδήποτε στην κατοχή του ίδιου ή της εταιρείας του, ώστε να δύναται να στοιχειοτηθεί το αδίκημα της υπεξαίρεσης για το οποίο παραπέμπεται. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (έλλειψη νομίμου βάσεως) πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. V. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι "το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε εν σιγή τον αυτοτελή ισχυρισμό, όστις προεβλήθη δια του εφετηρίου μου αναφορικά με την έκπτωση της εγκαλούσης από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητος". Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο "επήλθε απώλεια της "κυριότητος" από την "έλκουσα" εμπράγματα δικαιώματα έως τον χρόνο της ενσωματώσεως τους, στον μεταγενέστερο κύριο του πράγματος, εις όν ανήκει το ανυψωτικό μηχάνημα", των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων πραγμάτων-εξαρτημάτων, κατά το άρθρο 1058 του ΑΚ, καθόσον "τα ενσωματωθέντα εξαρτήματα έχουν δευτερεύουσα συμβολή στην συναρμολόγηση και λειτουργία ενός οικοδομικού γερανού", δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό στον οποίο το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Ανεξαρτήτως αυτού, το Συμβούλιο Εφετών, με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τις οποίες τα επίμαχα εξαρτήματα συναρμολογήθηκαν και στη συνέχεια αποσυναρμολογήθηκαν αυτούσια, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο σκεπτικό του βουλεύματος, απέρριψε εκ των πραγμάτων τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι αυτά ενώθηκαν κατά τρόπο ώστε να γίνουν συστατικά ενιαίου πράγματος, με συνέπεια να απωλέσει την κυριότητα επ' αυτών η εγκαλούσα εταιρεία, κατά άρθρο 1058 παρ.2 του ΑΚ, κατά τους αβασίμους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος . VΙ. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον τέταρτο, από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος, επειδή από την αξιολόγηση του αποδεικτικού μέσου, και συγκεκριμένα του ..... τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, "προκύπτει ασάφεια, αντίφαση και λογικό κενό στο σκεπτικό", και τούτο διότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το Συμβούλιο Εφετών δεν αξιολόγησε όπως ώφειλε το έγγραφο αυτό από το οποίο " "προκύπτει αναντίλλεκτα πως ο μεμισθωμένος γερανός απεσυναρμολογήθη την 20η/10/2003 και ουχί τον Απρίλιο του έτους 2004", απαραδέκτως προβάλλονται, αφενός, διότι η μη γενόμενη ειδική αναφορά και αξιολόγηση εγγράφου και, αφετέρου, η μη αποδοχή ως βασίμων από το Συμβούλιο, όσα εκ του εγγράφου αυτού προκύπτουν, δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, ως προς την συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) του αποδιδόμενου για κατηγορούμενο αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, δεν απαιτείτο η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στον πέμπτο από το άρθρο 484 παρ.1 περ.εδ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (αν δηλαδή αυτός προέβη στην επικάλυψη με μαύρη μπογιά του κωδικού αριθμού και στα λοιπά εξαρτήματα - πλαίσιο αγκυρώσεως, σκάλα, πλατφόρμα κλπ), και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, προσβαλλόμενο βούλευμα με την παραδοχή του ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που στην αρχή του σκεπτικού του κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε ότι η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων κινητών ανερχόταν στο ποσό των 93.895 ευρώ, με ειδική αναφορά, ως προς την εκτίμηση της αξίας αυτής, στην "υπ' αριθμ. ..... προσφορά της εταιρείας Γ Δομική Ανυψωτική ΕΠΕ", αιτιολόγησε με πληρότητα την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 375 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΠΚ , ως προς το στοιχείο ότι το συνολικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον έκτο, από την αυτή διάταξη του αρ. 484 παρ.1 περ. δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας αυτοτελούς ισχυρισμού του, ως προς την αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων, διότι " από τα προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ιδία δε των εγγράφων προσφορών της ιδίας της εγκαλούσης για πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού σε τρίτους, προκύπτει πως η αξία ενός εκάστου των δήθεν υπεξαιρεθέντων δεν υπερβαίνει το ποσόν των χιλίων ευρώ (1000€) και συνολικά .... δεν υπερβαίνει το ποσόν των 8.000-10.000 ευρώ σήμερα", συνιστούν άρνηση της συνδρομής της πιο πάνω επιβαρυντικής της πράξεως της υπεξαίρεσης περιπτώσεως (και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει), και το Συμβούλιο Εφετών, αν και δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς, αιτιολογημένα τον απέρριψε, δεχόμενο ότι η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων κινητών ανερχόταν στο ποσό των 93.895 ευρώ. Συνεπώς και ο εξεταζόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 192/17-11-2008 αίτηση (εκθέση) αναίρεσης αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ....., κατά του 1466/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα του αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση όπου το αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Στοιχεία εγκλήματος. Αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Αιτιολογία βουλεύματος. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης ως προς το αν το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν πράγμα ανήκε στην κυριότητα της εγκαλούσας εταιρείας και αν αυτό είχε περιέλθει στην κατοχή του κατηγορουμένου. Ισχυρισμοί περί απώλειας της κυριότητας από τον κύριο κατά το άρθρο 1058 ΑΚ. Λόγοι αναίρεσης που αφορούν εκτίμηση πραγμάτων από το Συμβούλιο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 735/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δάρα, περί αναιρέσεως της 6034/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ....., 2. Ψ2 και 3. Ψ3, κάτοικους ....., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1950/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, την γνώση του δράστη με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος, στην περίπτωση μεν της ψευδούς καταμηνύσεως, περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση δε της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ενώ στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων αυτών η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και (στην περίπτωση του άρθρου 229 Π.Κ.) και στον πρόσθετο σκοπό του δράστη με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6034/2008 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι εγκαλούντες ήταν εργαζόμενοι στην επιχείρηση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, ο οποίος διατηρεί βιοτεχνία παραγωγής τυροπιτών κλπ στην συμβολή των οδών ..... και ..... στην Αθήνα, και απολύθηκαν γιατί, κατά τους ισχυρισμούς του, του έκλεβαν διάφορα πράγματα από την επιχείρηση. Μεταξύ αυτών υπάρχει μακρά αντιδικία. Όμως, σε σχέση με τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) ετών, κατά το οποίο οι εγκαλούντες εργαζόντουσαν στην επιχείρηση και αφαίρεσαν διάφορα πράγματα (κύπελα καφέ κλπ), αθωωθήκαν, αντίστοιχα, με τις τελεσίδικες αποφάσεις 1807/07, 9394/05 και 2365/08 του Εφετείου Αθηνών. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων (ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, που αναφέρονται στην πιο πάνω χρονική περίοδο των τεσσάρων (4) ετών, δηλαδή, ότι : 1) Στο ..... στις 13-11-2001 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή. Συγκεκριμένα κατά την ανωτέρω ημερομηνία και με τον παραπάνω σκοπό υπέβαλε στο Α/Τ Μοσχάτου μήνυση με την οποία εν γνώσει του, καταμήνυσε ψευδώς τους εγκαλούντες Ψ1, Ψ2 και Ψ3, για τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, αναφέροντας ψευδώς ότι οι κατηγορούμενοι κατά τα τελευταία τέσσερα έτη αφαιρούσαν σε καθημερινή βάση διάφορα είδη από τον αποθηκευτικό χώρο του επί της οδό ..... και ..... εργαστηρίου τυροπιτών ιδιοκτησίας του φροντίζοντας πάντα να μην καταγράφονται αυτά από την υπεύθυνη ώστε να αποκομίζουν προς όφελος τους τις εισπράξεις. 2) Στην Αθήνα στις 26-11-2001, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ακροατηρίου του Β Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου εκδικαζόταν η υπόθεση κλοπής και αποδοχής προϊόντων εγκλήματος με κατηγορουμένους τους Ψ1 και Ψ3 κατέθεσε τα εξής πραγματικά περιστατικά: "έπαιρναν διάφορα είδη κάθε μέρα για να μη φαίνονται. Με τσάντες τα έδιδε δίπλα αντί να τα πάει στο φορτηγό. Τα έβαζε σε συγκεκριμένο χώρο στο πλατύσκαλο". Τα πιο πάνω όμως ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε είχαν διαπράξει τις παραπάνω πράξεις σε βάρος της επιχείρησης την οποία διατηρούσε ο κατηγορούμενος. 3) Στην Αθήνα στις 26-11-2001 ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον, γεγονός ψευδές, το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας αυτού. Ειδικότερα στον προαναφερόμενο χρόνο ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες όσα εκτίθενται ανωτέρω υπό. στοιχεία 1 και 2 της κατηγορίας ενώ γνώριζαν ότι αυτά ήσαν ψευδή. Οι ανωτέρω δε ψευδείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που διατυπώθηκαν ενώπιον τρίτων, και ειδικότερα ενώπιον του ακροατηρίου και των δικαστικών λειτουργών του Β Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων". Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο που δίκασε κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρ.26 παρ.1, 17 παρ.1, 94 παρ.1, 224 παρ.2-1, 227 παρ.1, 229 παρ.1 και 363-362 ΠΚ) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Δικαστήριο που δίκασε δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της από που το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει των φερομένων ως ψευδώς καταμηνυθέντων, και κατατεθέντων ενόρκως ενώπιον του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αποτελούσαν και τα δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, ούτε παρατίθενται, έστω και συνοπτικά, πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η κρίση του αυτή, στοιχεία δηλαδή για τον άμεσο δόλο, ο οποίος πρέπει εν προκειμένω να αιτιολογείται ιδιαιτέρως και για τα τρία πιο πάνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Αντίθετα, από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι η θεμελίωση τόσο των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών στοιχείων των πιο πάνω αδικημάτων στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι οι εγκαλούντες αθωωθήκαν, για τις αποδιδόμενες σε αυτούς από τον αναιρεσείοντα πράξεις κλοπής, με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, περιστατικό, όμως, το οποίο, αφορά μόνο τη θεμελίωση ότι το γεγονός που κρίθηκε με τις πιο πάνω αποφάσεις ήταν ψευδές, σε σχέση με το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρ. 366 παρ. 2β ΠΚ), όχι όμως και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του υποκειμενικών στοιχείων των πιο πάνω αδικημάτων και ειδικότερα την προαναφερόμενη γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των γεγονότων αυτών. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως, (που επαναλαμβάνεται και στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης), με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6034/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ελλιπής η αιτιολογία ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου (γνώση του ψεύδους) των αδικημάτων αυτών. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
2
Αριθμός 731/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., κατοίκου ......, που παρέσθη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μιχαλίτση, για αναίρεση της 307/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 96/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α. Ν. 1539/1938, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δρχ.", κατά δε το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968 "Αι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του Α. Ν.1539/1938, ως αύται ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, δια την προστασία των κτημάτων αυτών...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου (Δήμου ή Κοινότητας) κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου (Δήμου ή Κοινότητας). Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 307/5.11.2008 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".......Ο κατηγορούμενος στη .... έχει ιδιοκτησία εντός της οποίας βρίσκεται η οικία του, το αγγειοπλαστείο του και λοιπά κτίσματα και απέναντι από αυτήν άλλες δύο ιδιοκτησίες με αριθμούς ΚΑΕΚ ...., ... και ..... Μεταξύ της πρώτης ιδιοκτησίας και των δύο απέναντι παρεμβάλλεται από πολλών δεκαετιών δρόμος παλαιός αγροτικός, που οδηγούσε από τον .... στη ...., καταλήγοντας στο χείμαρρο, που σήμερα είναι η απόληξη της ως άνω επαρχιακής οδού ...... Στο δρόμο αυτό και μεταξύ των ιδιοκτησιών ο κατηγορούμενος τοποθέτησε δύο σιδερένιες πόρτες, στις αρχές του Ιουλίου 2ΟΟ1, καταλαμβάνοντας τμήμα του ως άνω αγροτικού δρόμου, κατοχής του Δήμου .... και ενσωματώνοντας αυτό στις ιδιοκτησίες του, το διεκδικεί ως τμήμα των ιδιοκτησιών του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώην Αντιδήμαρχος ... και ήδη μηνυτής, ...., επί του από Οκτώβριο 1993 τοπογραφικού διαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού .... βεβαίωσε (αρ. πρωτ. ...) ότι η εμφανιζόμενη σ' αυτό ιδιοκτησία (που περιλάμβανε και την καταληφθείσα έκταση) δεν καταπατά κοινοτικό ή κοινόχρηστο χώρο, πλην, όμως η εν λόγω βεβαίωση ανακλήθηκε, διότι όπως διαπιστώθηκε κατά τη διαδικασία της πρώτης ανάρτησης του Κτηματολογίου, η εμφανιζόμενη στο πιο πάνω τοπογραφικό ιδιοκτησία του κατηγορουμένου καταπατά δημοτικό χώρο και αγροτικό δρόμο (σχετ. το ....) έγγραφο του Δήμου ...., η από 1Ο-2-2ΟΟ1 επιστολή του Αντιδημάρχου Δήμου .... και η από 10-2-2001 υπεύθυνη δήλωση του ίδιου). Εξάλλου, από κανένα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η καταληφθείσα από τον κατηγορούμενο έκταση είναι ιδιοκτησίας αυτού....". Με τις σκέψεις δε αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για κατάληψη δημοτικής έκτασης (άρ.26 παρ. 1, 27 παρ. 1, και άρθρ.23 παρ. 1 του Α.Ν 1539/38 σε συνδ. με αρθ. 1 ΝΔ 31/68 και ΑΝ 263/68 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ( 4 ) μηνών, η εκτέλεση δε της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια και σε χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ. ΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην απόφαση από ποια περιστατικά πείστηκε το Δικαστήριο ότι η καταληφθείσα έκταση ανήκε στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του ως άνω Δήμου και αποτελεί δημοτικό κτήμα. Επίσης δεν περιγράφεται επαρκώς η καταληφθείσα έκταση κατά τα όριά της, με προσδιορισμό και των πλευρικών διαστάσεων, όπως απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει και της σχετικής αμφισβητήσεως. Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, κατά τις οποίες ο πρώην Αντιδήμαρχος .... και ήδη μηνυτής, ...., επί του από Οκτώβριο 1993 τοπογραφικού διαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού .... βεβαίωσε (αρ. πρωτ. ....) ότι η εμφανιζόμενη σ' αυτό ιδιοκτησία (που περιλάμβανε και την καταληφθείσα έκταση) δεν καταπατά κοινοτικό ή κοινόχρηστο χώρο, πλην, όμως η εν λόγω βεβαίωση ανακλήθηκε, διότι όπως διαπιστώθηκε κατά τη διαδικασία της πρώτης ανάρτησης του Κτηματολογίου, η εμφανιζόμενη στο πιο πάνω τοπογραφικό ιδιοκτησία του κατηγορουμένου καταπατά δημοτικό χώρο και αγροτικό δρόμο (σχετ. το ....) έγγραφο του Δήμου ....", δεν καθίσταται σαφές, αν το δικαστήριο δέχεται ότι κατά το πιο πάνω διάστημα, δηλαδή από τον Οκτώβριο του έτους 1993, μέχρι της γενόμενης ανακλήσεως (13/2/2001), την κατοχή της επίμαχης έκτασης είχε ο αναιρεσείων, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν διευκρινίζεται κατά ποίο τρόπο αυτό περιήλθε ακολούθως στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δήμου ...., ώστε, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση χρόνο (Ιούλιο του 2001), να το καταλάβει αυτογνωμόνως αυτό ο κατηγορούμενος. Έτι περαιτέρω, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι επί του από Οκτώβριο 1993 τοπογραφικού διαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού .... η εμφανιζόμενη σ' αυτό ιδιοκτησία περιλάμβανε και την επίμαχη έκταση και ο αναιρεσείων το φερόμενο ως καταληφθέν τμήμα το "διεκδικεί ως τμήμα των ιδιοκτησιών του", δεν καθίσταται σαφές κατά ποίο τρόπο αυτός επιλήφθηκε αυτογνωμόνως επί χώρου ευρισκομένου αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δήμου ...., ενώ μόνο η παραδοχή της απόφασης, ότι "από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η καταληφθείσα από τον κατηγορούμενο έκταση είναι ιδιοκτησίας αυτού", δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων. Κατ' ακολουθία αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιπλέον δε, το Τριμελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου και άρθρ.23 παρ. 1 του Α.Ν 1539/38 σε συνδ. με αρθ. 1 ΝΔ 31/68 και ΑΝ 263/68, αφού, λόγω των πιο πάνω ελλείψεων και ασαφειών, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει, να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. ΙΙΙ. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 307/5.11.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάληψη δημοσίου κτήματος (δημοτικής έκτασης). Έννοια. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, διότι δεν αναφέρεται από ποια περιστατικά πείστηκε το Δικαστήριο ότι η καταληφθείσα έκταση ανήκε στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δήμου. Ασαφείς αιτιολογίες.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κατάληψη δημοσίου κτήματος.
0
Αριθμός 729/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., κατοίκου..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη, περί αναιρέσεως της 1403/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2003/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1403/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις ... , στις 19-7-2003 και περί ώρα 11.45', η κατηγορουμένη, οδηγώντας το υπ'αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο σε ανώνυμη οδό από την Περιοχή "..." προς τον '... . 'Όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού αυτής με την κεντρική (ανώνυμη) οδό διπλής κατεύθυνσης που οδηγεί από το παλιό λιμεναρχείο προς τον '..., προτιθέμενη να ακολουθήσει πορεία στην τελευταία αυτή οδό για να κατευθυνθεί προς το Λιμάνι, παρότι αντιλήφθηκε ότι στο ρεύμα της προς τον '...εκινείτο το υπ'αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, και ενώ στην πορεία της πριν από την διασταύρωση υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2), δεν ακινητοποίησε το όχημά της προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης σ'αυτό, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση, ενεργώντας "κλειστή" αριστερή στροφή, για να κινηθεί στο ρεύμα που οδηγούσε στο λιμάνι, με αποτέλεσμα να βρεθεί αιφνιδίως στην πορεία και στη λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας) του κανονικά κινούμενου σ'αυτή (προς τον '... ) άνω μοτοποδηλάτου, ο οδηγός του οποίου, ..., που δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση της κατηγορουμένης, γιατί η ορατότητά του εμποδιζόταν από οικοδομή που υπήρχε στα δεξιά του στη συμβουλή των άνω οδών- που επιχείρησε τροχοπέδηση και ελιγμό προς τ'αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, να χάσει την ισορροπία του, να ανατραπεί το μοτοποδήλατό του, να καταπέσει στο οδόστρωμα και να υποστεί σωματικές βλάβες (κάταγμα κνημιαίων κονδύλων άμφω, κάταγμα άνω τμήματος κνήμης αριστερού γόνατος). Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της κατηγορουμένης, η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, και δεν διέκοψε, πριν από την είσοδο στην παραπάνω διασταύρωση την πορεία του μοτοποδηλάτου της, ενώ αντιλήφθηκε ότι στην οδό στην οποία επρόκειτο να εισέλθει εκινείτο κανονικά το μοτοποδήλατο του παθόντος και να ακινητοποιήσει αυτό (όχημά της), ώστε να παραχωρήσει στον τελευταίο, όπως είχε υποχρέωση προτεραιότητα και έτσι, προβαίνοντας στις άνω αντικανονικές ενέργειες και παραλείψεις δεν έδειξε την επιμέλεια που δείχνει κάτω από ανάλογες συνθήκες, κάθε μέτρια συνετός οδηγός και ήταν υποχρεωμένη να δείξει σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες της οδήγησης (άρθρο 12 παρ.1, 4 παρ.3 (Ρ-2) του ΚΟΚ) και της κοινής πείρας και λογικής, την οποία μπορούσε από τις προσωπικές της ικανότητες να δείξει, για να το προβλέψει και να το αποφύγει. Τα περιστατικά αυτά και ειδικότερα το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, αν και αντιλήφθηκε ότι στην κεντρική οδό στην οποία είχε πρόθεση να κατευθυνθεί εκινείτο το μοτοποδήλατο του παθόντος και παρόλα αυτά εισήλθε και κινήθηκε στη διασταύρωση, προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αναιρούνται από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα ... , αφού και αυτός, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη, "... είχε σταματήσει κανονικά στο STOP, μετά ξεκίνησε σιγά-σιγά από το STOP και μπήκε στο δρόμο που ερχόταν ο μηνυτής" και ότι "... όταν η κοπέλα έπαιρνε τη στροφή, ο μηνυτής ήταν στα 6-7 μέτρα", και τέλος, και η κατηγορουμένη, απολογούμενη στο Δικαστήριο αυτό, κατέθεσε ότι "... είδα το μηνυτή, ήταν στα δέκα (10) μ. περίπου... είχε περιθώριο να περάσω...", δηλαδή, εισήλθε στη διασταύρωση ενώ είχε αντιληφθεί το μοτοποδήλατο του παθόντος, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι "είχε περιθώριο να περάσει". Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του παθόντος. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, καθόσον αυτή μέχρι το χρόνο που έγινε η άνω πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή...". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α, 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταχύτητας των μοτοποδηλάτων της κατηγορουμένης και του παθόντος, αφού η αμέλεια αυτής δεν εστιάζεται στην ταχύτητα με την οποία αυτή εκινείτο, αλλά στην παραβίαση της ενδεικτικής πινακίδας STOP η οποία υπήρχε στην πορεία της και στο γεγονός ότι δεν ακινητοποίησε το μοτοποδήλατο πριν την είσοδό της σε διασταύρωση, από δε την παράλειψή της αυτή παρεμβλήθηκε στην πορεία του κανονικώς κινούμενου μοτοποδηλάτου του παθόντος, ούτε ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση από πόση απόσταση αντιλήφθηκε το όχημα του παθόντος ή ο προσδιορισμός των συνθηκών κυκλοφορίας στην περιοχή του ατυχήματος. Τέλος από την παραδοχή της αποφάσεως ότι η σύγκρουση έγινε λόγω της άνευ ελέγχου εισόδου της κατηγορουμένης στην διασταύρωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ' αυτήν εάν η κατηγορουμένη μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό. Συνεπώς, οι συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και με τις οποίες αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμες και απορριπτέες, ενώ οι αιτιάσεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα αξιολογεί διαφορετικά το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, τέτοια ακυρότητα, λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (περ. δ'). Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας αμέσως και πριν από την κήρυξη του, ως ενόχου από το δικαστήριο (άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠΔ), Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας για το ζήτημα της ενοχής της κατηγορουμένης δόθηκε κατά σειρά ο λόγος στον Εισαγγελέα και στη συνέχεια στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος αγόρευσε τελευταίος και ζήτησε την απαλλαγή της, ακολούθως δε και στην ίδια την κατηγορουμένη εάν ήθελε να προσθέσει κάτι προς υπεράσπισή της. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε στην αναιρεσείουσα ή στον συνήγορό της το λόγο για να μιλήσουν τελευταίοι είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 143/15-12-2008 αίτηση της ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1403/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως. Δόση του λόγου στον κατηγορούμενο πριν από την κρίση επί της ενοχής. Απόρριψη του σχετικού για απόλυτη ακυρότητα λόγου ως αβασίμου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 728/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της 3207/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1997/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει, να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του, σύμφωνα με το εδαφ. γ' του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996. Διαφορετικά ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης με τη μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίου κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 3207/2008 του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με την 1232/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής σε ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους που έχει μετατραπεί προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων [4.000] ευρώ, για παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων [Ν. 2121/93], πράξη που τέλεσε στις 19-6-2004 στη ..... . Κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση, κατά την, μετ' αναβολή, συζήτηση της οποίας, στις 24/6/2008, δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο η ίδια η αναιρεσείουσα, αλλά η δικηγόρος Α, η οποία δήλωσε ότι η κατηγορούμενη έπαθε τροχαίο ατύχημα και ζήτησε για λογαριασμό της τη διακοπή της δίκης για την επομένη ημέρα, προκειμένου να προσέλθει. Το Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα αυτό και διέκοψε τη δίκη για την επόμενη μέρα, 25-6-2008 , κατά την οποία η κατηγορουμένης και πάλι δεν εμφανίστηκε και η δικηγόρος Α δήλωσε ότι η κατηγορούμενη είναι κάτοικος ..... και μετά το χθεσινό τροχαίο ατύχημα, έπαθε βλάβη στο αυτοκίνητο της και ζήτησε για λογαριασμό της, την αναβολή της δίκης, εξετάστηκε δε και η ίδια ενόρκως και ως μάρτυρας. Το Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν κατά τα ανωτέρω αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία : " Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ'αρ. 3673/7-11-2007 αναβλητική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στη δικογραφία και αναγνώσθηκε, η κατηγορούμενη, κληθείσα νομίμως κατά τη δικάσιμο της προκειμένου να υποστηρίξει την έφεση της κατά της υπ' αριθμ. 1232/2-8-2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκιδικής, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δια του εξετασθέντα μάρτυρα ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου, δηλώνοντας ασθένεια, η οποία κώλυε την εμφάνιση της στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του (3673/7-11-2007) ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-6-2007). Γνωστοποιήθηκε δε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου και προφορικά στον αναγγείλαντα στο Δικαστήριο το κώλυμα της κατηγορουμένης η αναβολή της υπόθεσης για την προαναφερθείσα δικάσιμο καθώς και η υποχρέωση της κατηγορουμένης να προσέλθει κατά τη δικάσιμο αυτή χωρίς κλήτευση, καθότι η παραπάνω απόφαση του (3673/7-11-2007) επέχει θέση κλητεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Κατά την ως άνω δικάσιμο 24-6-2008, δια της εξετασθείσας μάρτυρος δικηγόρου Α, εζήτησε την εκδίκαση της υπόθεσης την δεύτερη μέρα της δικασίμου, [25-6-2008] λόγω του τροχαίου ατυχήματος που της συνέβη κατά την πρώτη μέρα της συνεδριάσεως της δικασίμου [24-6-2008]. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και η έφεση της να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 Κ.Π.Δ.". Ακολούθως το Δικαστήριο με τις πιο πάνω σκέψεις, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής, προχώρησε δε και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η πιο πάνω, όμως, αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε το μη βάσιμο του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική κρίση του και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα με το πιο πάνω σκεπτικό αιτιολογείται μόνο η υποχρέωση της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ουδέν διαλαμβάνεται ως προς ανυπέρβλητο κώλυμα που αυτή επικαλέστηκε, ως λόγο αναβολής ,ούτε αναφέρεται αν λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε το περιεχόμενο της καταθέσεως της εξετασθείσης ως μάρτυρος δικηγόρου Α. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της ένδικης αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής του αιτήματος της αναβολής αποφάσεως και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτης, διότι, απορρίπτοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έφεση ως ανυποστήρικτη, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του και άρα υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, κατά παραδοχήν επίσης του προβαλλόμενου σχετικού βασίμου λόγου αναίρεσης. Ακολούθως η υπόθεση, πρέπει, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3207/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2009. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει έφεση ως ανυποστήρικτη. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 727/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αβραάμ Ιορδανίδη, περί αναιρέσεως της 60875/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαγιάννη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1979/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Στην προκειµένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ... Η κατηγορουμένη, στο ..., στις 27-10-2003, παράνομα ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό των 640 ευρώ που περιήλθε στην κατοχή της και συγκεκριμένα αν και το παραπάνω ποσό αποτελούσε τίμημα πώλησης εμπορευμάτων του καταστήματος της εγκαλούσης και όφειλε να το αποδώσει σ' αυτήν, δεν έπραξε τούτο αλλά το παρακράτησε και το καρπώθηκε παράνομα. Ειδικότερα, το χρηματικό ποσό των 640 ευρώ είχε παραδώσει ο οδηγό της εταιρίας στις 27-10-2003 στην κατηγορουμένη η οποία ήταν υπάλληλος της επιχείρησης εμπορίας χρωμάτων, σιδηρικών και ηλεκτρικών ειδών που διατηρεί η εγκαλούσα Ψ1 στην οδό ..., ασκώντας και χρέη ταμία του καταστήματος. Εξάλλου η κατηγορούμενη απολογούμενη κατέθεσε ότι έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό από τον εν λόγω οδηγό. Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, λοιπόν, ότι το ως άνω ποσό ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη η οποία ουδέποτε το απέδωσε στη δικαιούχο του δηλ. την Ψ1..". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτή ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο την κήρυξε ένοχη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 του ΠΚ την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλειπής επειδή δεν γίνεται σ' αυτήν μνεία κάποιου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου στο οποίο στήριξε την καταδικαστική κρίση της, είναι αβάσιμη αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως γίνεται σαφής αναφορά σε μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος 2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του εγγράφου, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα "... την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα... " χωρίς την παραμικρή καταγραφή των επί μέρους εγγράφων που αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του αν πράγματι αναγνώσθηκαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία στήριξε την κρίση του το δικαστήριο, είναι αυτά που αναφέρονται στην επισκοπούμενη απόφασή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την οποία, καθ' όλο το περιεχόμενο της, ανέγνωσε το δικαστήριο και δη α) φωτοαντίγραφα δώδεκα (12) τιμολογίων β) η από 21-6-2004 έκθεση εξετάσεως μάρτυρα γ) η από 22-1-2004 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση δ) το Νο 506759 έγγραφο του Τ.ΠΔ ε) η από 5-7-04 αγωγή στ) η από 28-12-04 αγωγή και ζ) η από 21-9-04 μήνυση. Τα έγγραφα αυτά προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για την προεκτεθείσα αιτία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60875/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη αναιρετικού λόγου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη προσδιορισμού της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
0
Αριθμός 726/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 1186/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1956/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, την γνώση του δράστη με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη να αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1186/2008 απόφασής του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...Δυνάμει συμφωνίας καταρτισθείσας το έτος 1985 μεταξύ του ήδη αποβιώσαντος Σ1 και του 1ου των εκκαλούντων κατ/νων Χ1, ως νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας και οι δύο ήταν ομόρρυθμα μέλη, η τελευταία αυτή εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο του Σ1. Για να ικανοποιήσει η εν λόγω εταιρεία αξίωσή της κατά του τελευταίου από την ανωτέρω σύμβαση ύψους 8.180.987 δραχμών, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Σ1 και επέσπευσε κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση, κατά της οποίας ο Σ1 (οφειλέτης) άσκησε την από 4-7-2001 (αρ. εκθ. 1575/2001) ανακοπή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αιτούμενος την ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας, λόγω εξόφλησης της οφειλής, καθώς και την από 16-2-2001 (αρ. εκθ. καταθ. 1124/19-2-201) αίτηση αναστολής εκτελέσεως(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, η οποία συζητήθηκε στις 28-2-2001. Κατά τη συζήτηση, ο τότε αιτών Σ1 προσκόμισε την από 20-1-2001 εξοφλητική απόδειξη, φέρουσα την υπογραφή του ήδη πρώτου κατηγορουμένου Χ1, νόμιμου εκπροσώπου, όπως ήδη ελέχθη της κατασκευαστικής εταιρείας, ενώ εξετάστηκε ως μάρτυρας αποδείξεως ο ήδη πολιτικώς ενάγων Ψ1 και εκδόθηκε η υπ' αρ. 1278/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή και ανεστάλη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής πιθανολογηθείσης της ευδοκιμήσεως της ανακοπής λόγω εξοφλήσεως της ένδικης απαιτήσεως. Ακολούθησε η υποβολή εκ μέρους των ήδη εκκαλούντων κατ/νων της από 5-4-2001 έγκλησής τους κατά των Σ1 και Ψ1 (ήδη εγκαλούντων), εγχειρισθείσα στον Εισαγγελέα Πειραιώς στις 9-4-2001, βάσει της οποίας ασκήθηκε δίωξη, κατά μεν του εκ των τότε εγκαλουμένων Σ1 για α) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, β) συκοφαντική δυσφήμιση κατά συρροή και γ) απάτη στο δικαστήριο, κατά δε του Ψ1 α) για άμεση συνέργεια στην απάτη στο δικαστήριο και β) για ψευδορκία μάρτυρα. Ειδικότερα, στην έγκλησή τους οι τότε εγκαλούντες και ήδη κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν, πλην των άλλων, ότι η προσκομισθείσα από τον Σ1 στη συζήτηση της αίτησης αναστολής, εξοφλητική απόδειξη, ήταν πλαστή και ότι ο εξετασθείς ως μάρτυρας Ψ1 κατέθεσε ενόρκως ψευδώς, ότι η απαίτηση τους (δηλ. της εταιρείας τους) κατά του Σ1 είχε εξοφληθεί. Ας σημειωθεί ότι η τότε καθ'ης η αίτηση εταιρεία των ήδη κατηγορουμένων, η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης δια πληρεξουσίου δικηγόρου, εκπροσωπούμενη νομίμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι προσέβαλε κατά τη συζήτηση την προσκομισθείσα από τον αιτούντα Σ1 εξοφλητική απόδειξη ως πλαστή. Ακολούθως, με την ήδη καταστάσα αμετάκλητη υπ' αριθμ. 294/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, οι Σ1 και Ψ1 κρίθηκαν αθώοι όλων των ανωτέρω πράξεων, γενομένου δεκτού από το δικαστήριο - λαβόντος υπ' όψη την από 21-5-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 665/2003 απόφαση του Μον. Πρωτ. Πειραιώς ως πραγματογνώμονος, ειδικού δικαστικού γραφολόγου ... - ότι η από 20-1-2001 εξοφλητική απόδειξη έφερε τη γνήσια υπογραφή (και μονογραφή) του Χ1, ήδη πρώτου των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχτηκε ότι, α) αφού οι ήδη κατ/νοι, όταν υπέβαλαν κατά των ήδη εγκαλούντων Σ1 και Ψ1 την προαναφερθείσα από 5-4-2001 έγκληση τους, γνώριζαν ότι η επίμαχη εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια, είχαν πλήρη γνώση ότι το περιεχόμενο της έγκλησης τους ήταν ψευδές και είχαν ως σκοπό να κινηθεί η ποινική δίωξη κατά των καταμηνυθέντων, ενώ, εξ άλλου, β) με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς της εν γνώσει των κατ/νων ψευδούς ως προς τα περιεχόμενα σ' αυτήν γεγονότα ως άνω εγκλήσεως των ήδη κατ/νων, μπορούσε να προκύψει βλάβη για την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουμένων Σ1 και Ψ1. Συνεπώς, αφού προηγουμένως απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 Π.Κ.) αυτοτελής ισχυρισμός των κατ/νων, δεδομένου ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η κατάθεση του Ψ1 στη συζήτηση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων αναφερόταν και στην εξόφληση της οφειλής, αφού η εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια, καθίσταται άνευ νομικής επιρροής η πλάνη που επικαλούνται οι κατ/νοι ως προς το τι ακριβώς κατέθεσε ο Ψ1, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως των εγκαλούντων, αναγνωριζομένης και στους δυο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, ήτοι ότι, μέχρι την τέλεση των πράξεών τους έζησαν βίο καθ' όλα έντιμο, όχι όμως και εκείνη της περιπτώσεως ε' του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., ήτοι ότι είχαν μη ταπεινά κίνητρα.". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των πιο πάνω πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι "Στον ..., στις 9-4-2001 τέλεσαν τις εξής αξιόποινες πράξεις: Α) Εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε, αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη του γι' αυτή. Συγκεκριμένα, την παραπάνω ημερομηνία κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιά την από 5-4-2001 ψευδή έγκληση τους κατά αφ' ενός του Σ1 και κατά αφ' ετέρου του ήδη εγκαλούντα Ψ1, της οποίας το περιεχόμενο μεταξύ των άλλων έχει και ως εξής: "Στη συνέχεια την ίδια ως άνω ημέρα, 19-2-2001, κατέθεσε (ο Σ1), την από 16-2-2001 και αριθ. κατάθ. 1124/ 2001 αίτηση με την οποία ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού της 7-3-2001, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι μας έχει εξοφλήσει. Η ως άνω αίτηση του οφειλέτου μας συζητήθηκε την 28-2-2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12/8/2001 απόφαση η οποία δέχθηκε την αίτηση και ανέστειλε τον πλειστηριασμό. Επειδή αρνούμεθα καθολοκληρίαν, με αγανάκτηση και μετά βδελυγμίας, τον ψευδέστατο ισχυρισμό των μηνυομένων, Σ1, ο οποίος προσκόμισε στο Δικαστήριο ένα ψευδέστατο και πλαστογραφημένο έγγραφο δήθεν "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ", το περιεχόμενο της οποίας, όπως ενόρκως βεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας Ψ1 , έχει ως ακολούθως: "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ - Σήμερα στον ... στις ... εγώ ο Χ1 ως νόμιμος εκπρόσωπος της Εταιρείας (... Ο.Ε.), δηλώνω ότι ο Σ1 μας εξόφλησε όλο το χρέος του, στην εταιρεία μας, που όφειλε, από τις κατασχέσεις στα ακίνητα του, τα οποία αναφέρονται στις εκθέσεις κατασχέσεως ακινήτων με αριθμό ... του δικαστικού επιμελητή ... "Ο ΔΗΛΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ-Χ1"...", στην κατάθεση δε της παραπάνω ψευδούς έγκλησης τους προέβησαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη και του εγκαλούντα για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Β) Ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκαν για κάποιον άλλον εν γνώσει τους ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα, με την παραπάνω από 5-4-2001 έγκλησή τους κατά αφ' ενός του Σ1 και κατά αφ' ετέρου του ήδη εγκαλούντα Ψ1, που κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά στις 9-4-2001, ισχυρίσθηκαν ενώπιον του επεξεργασθέντος αυτού Εισαγγελέως για τον εγκαλούντα Ψ1 το περιλαμβανόμενο σ' αυτή ψευδές γεγονός που αναφέρεται στο στοιχείο Α' του παρόντος, το γεγονός δε αυτό εν γνώσει της αναληθείας του οποίου τελούσαν οι κατηγορούμενοι, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα". Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 362, 363 ΠΚ ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, για τον καθένα, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. ΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να είναι αναγκαία η αξιολόγηση και συσχέτιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά της αντικειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων, δια των οποίων κηρύχθηκε αυτός ένοχος και, επί πλέον, ότι "το σκεπτικό, δεν γίνεται, όπως έπρεπε, συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των από αυτά προκυψάντων πραγματικών περιστατικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα η γνώση και των δύο αναιρεσειόντων ότι η πιο πάνω "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ", που είχε προσκομίσει ο Σ1, δεν ήταν "ένα ψευδέστατο και πλαστογραφημένο έγγραφο το περιεχόμενο της οποίας, όπως ενόρκως βεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας Ψ1 του ...", αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ των πραγμάτων, αφού οι αναιρεσείοντες ήταν εκείνοι που γνώριζαν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, αν ο εξ αυτών Χ1 είχε υπογράψει ή δεν είχε υπογράψει, ως εκπρόσωπος της εταιρείας τους "...Ο.Ε.", ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι και οι δύο αναιρεσείοντες, την εν λόγω "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ" και αν με αυτή βεβαίωναν ή όχι ότι πράγματι είχε εξοφλήσει το προς την εταιρεία τους χρέος τους ο Σ1. Τα υποστηριζόμενα δε, συνεπώς, από αυτούς ότι η "υποτιθέμενη γνώση" τους "ότι η επίμαχη από 20-1-2001 εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια και ότι το περιεχόμενο της από 5-4-2001 έγκλησης μας ήταν ψευδές στηρίζεται στην υπ' αριθμ. 294/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και στην από 21-5-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ...", πλην όμως, όπως αναφέρουν στην αίτησή τους, και τα δυο παραπάνω στοιχεία, είναι μεταγενέστερα της έγκλησης τους και δεν τα γνώριζαν όταν την υπέβαλαν", είναι αβάσιμα, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο Χ1, ως εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας των αναιρεσειόντων, είχε υπογράψει τη επίμαχη απόδειξη και προφανώς δεν ανέμεναν αυτοί να πληροφορηθούν το γεγονός αυτό από την πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη και τη δικαστική απόφαση. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου των αδικημάτων για τα οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν και ειδικότερα ως προς την γνώση τους ότι το πιο πάνω περιστατικό ήταν ψευδές, δεν απαιτείται η αναφορά επιπλέον στοιχείων. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2, ότι, ως προς αυτόν, δεν αιτιολογείται η γνώση αυτή, διότι δεν είχε υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη κλπ απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το στοιχείου αυτό της γνώσεως, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια του ή η εσφαλμένη αντίληψη του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που του αποδίδεται, αίρει τον καταλογισμό του και ειδικότερα αποκλείει το δόλο και συνεπώς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός αυτού είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Επίσης η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς, πλην άλλων, και αυτοτελή περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμό (30 παρ. 1 ΠΚ), διότι, όπως ανέφεραν "μας δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση, ότι ο Ψ1 επιβεβαίωσε ενόρκως τον αναληθή ισχυρισμό του Σ1 ότι μας είχε εξοφλήσει, από τη διατύπωση της με αριθμό 1278/2001 απόφασης Ασφαλιστικών Μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ...... κατά συνέπεια, κατά το χρόνο υποβολής της από 5-4-2001 μήνυσης μας αγνοούσαμε ότι ο Ψ1 δεν είχε αναφερθεί στην υποτιθέμενη εξοφλητική απόδειξη, αλλά αντιθέτως πιστεύαμε, ότι είχε ενόρκως επιβεβαιώσει το αναληθές περιεχόμενο της...". Οι αναιρεσείοντες με σχετικό από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλουν ότι, όπως, κατά λέξη αναφέρουν, "αναιτιολόγητη ήταν και η απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού μας, τον οποίον προβάλλαμε νόμιμα ενώπιον του Τριμ. Εφ. Πλημ. Πειραιά, ιδίως δε για τον δεύτερο από εμάς, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύεται σε κανένα σημείο της απόφασης από πού γνώριζα, ούτε καν από πού θα μπορούσα να γνωρίζω, ότι η επίμαχη από 20-1-2001 εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια ενώ η απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού βασίζεται στο ότι, αφού η εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια, καθίσταται άνευ νομικής επιρροής η πλάνη που επικαλεστήκαμε ως προς το τι ακριβώς κατέθεσε ο Ψ1". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της, όπως ήδη αναφέρθηκε, με πληρότητα αιτιολόγησε την γνώση και των δύο αναιρεσειόντων ως προς το ψευδές των αναφερομένων στην απόφαση περιστατικών. Εξάλλου, όπως ήδη πιο πάνω έχει αναπτυχθεί, το αποδιδόμενο στον εγκαλούντα Ψ1 ψευδές γεγονός είναι ότι αυτός ψευδόρκησε ως μάρτυρας, βεβαιώνοντας το περιεχόμενο της επίμαχης απόδειξης εξόφλησης (δηλαδή ότι το επίμαχο χρέος εξοφλήθηκε). Ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στηρίζεται στη εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόδειξη ήταν πράγματι πλαστή, πλην όμως ο Ψ1 δε επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της, όπως πεπλανημένα αρχικά είχαν πιστεύσει, εξαιτίας του ότι δεν ήταν παρόντες στη δίκη όπου αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας. Κατά τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης απόφασης η εξοφλητική αυτή απόδειξη ήταν γνήσια, και όσα κατέθεσε ο εγκαλών Ψ1, σχετικά με την εξόφληση της προς τους αναιρεσείοντες οφειλής, ήταν αληθή. Επομένως, αιτιολογημένα απέρριψε το Τριμελές Εφετείο τον περί πλάνης ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων με την αιτιολογία "και αν ακόμα υποτεθεί ότι η κατάθεση του Ψ1 στη συζήτηση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων αναφερόταν και στην εξόφληση της οφειλής, αφού η εξοφλητική απόδειξη ήταν γνήσια, καθίσταται άνευ νομικής επιρροής η πλάνη που επικαλούνται οι κατ/νοι ως προς το τι ακριβώς κατέθεσε ο Ψ1" (δηλαδή, όπως αυτονοήτως συνάγεται, αν αυτός επιβεβαίωσε την γνησιότητα του εγγράφου, ή το αληθές του περιεχομένου του, δηλαδή την εξόφληση του χρέους). Περαιτέρω το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, που διαλαμβάνονται στο περί ενοχής σκεπτικό της αποφάσεως, όπου έγινε δεκτό ότι δεν ήταν αναληθές ότι ο Σ1 δεν είχε εξοφλήσει την εταιρία των αναιρεσειόντων και ότι αυτοί εν γνώσει τους κατεμήνυσαν ψευδώς τον εγκαλούντα με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του για ψευδορκία μάρτυρα και εν γνώσει τους ισχυρίσθηκαν γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό αυτών για την αναγνώριση του ελαφρυντικού τους ότι ωθήθηκαν στην πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν από μη ταπεινά αίτια, αφού, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, και συγκεκριμένα ότι δεν είχαν σκοπό να προκαλέσουν την ποινική του εγκαλούντος καταδίωξη για ψευδορκία μάρτυρα, "αλλά αμυνόμενοι, διότι ήταν το μοναδικό όπλο καταπολέμησης του αναληθούς ισχυρισμού του Σ1 ότι είχε εξοφλήσει την εταιρίας μας κλπ", δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης και συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙV. Συνακόλουθα, όλες οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και, μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/11/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 9457/10-11-2008) των Χ1, και του Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της 1186/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Ψευδής καταμήνυση. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογία δόλου, γνώσεως ψεύδους. Ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης και για αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δόλος, Πλάνη.
0
Αριθμός 725/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βαλάκο, περί αναιρέσεως της 68/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1688/2004. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 Ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατόν να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, καταδικάστηκε για εισαγωγή, κατοχή και μεταφορά ποσότητας 493 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 ευρώ και διατάχθηκε η ισόβια απέλασή του, μετά την οριστική έκτιση της ποινής τους, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων "ο Πρόεδρος, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί την αλβανική, γι' αυτό και διόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠΔ, διερμηνέα την ευρισκόμενη στο ακροατήριο, Α ...". Η διάταξη όμως αυτή του Προέδρου για το διορισμό διερμηνέα, χωρίς να αναφέρεται ότι η διερμηνέας που ορίστηκε περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου που καταρτίζεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρ.233 παρ.2 του ΚΠΔ, εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρει το λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του ο κατηγορούμενος, έχει ως αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου και η αιτιολογία που περιέχεται στην προαναφερόμενη διάταξη του Προέδρου, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα ανωτέρω, πλην του ότι διόρισε, την πιο πάνω διερμηνέα "την ευρισκόμενη στο ακροατήριο", χωρίς δηλαδή να αναφέρεται ότι αυτή περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου, ούτε τους λόγους που συνέτρεχαν για τον εκτός του πίνακα αυτού διορισμό της, κατά τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 233 του ΚΠΔ. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', αλλά και Δ', (όπως εκτιμάται), του ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 68/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων Παραπέμπει την υπόθεση στο σύνολό της για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Εισαγωγή, κατοχή, μεταφορά. Αναιρεί για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν ακούσθηκε ο κατηγορούμενος και ο εισαγγελέας πριν από το διορισμό διερμηνέως από το ακροατήριο. Έλλειψη αιτιολογίας της διατάξεως για τον διορισμό. Δεν προκύπτει αν ο διορισθείς ήταν εκτός καταλόγου και αν συνέτρεχε νόμιμος λόγος για τον εκτός καταλόγου.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Διερμηνέα διορισμός.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 722/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 3360/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2020/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, στο παράρτημα ΙΙ περ. 3 του Π.Δ/τος 396/1994 " Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία" προβλέπεται ως προστατευτικό μέσο του προσώπου και της κεφαλής του εργαζομένου η χρήση διαφόρων τύπων γυλιών, στο δε άρθρο 12 του ίδιου Π.δ/τος ορίζεται ότι σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/1994. 2.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3360/2008 απόφασή του, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκα ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "... Ο κατηγορούµενος, ο οποίος στις 21-6-2001 ήταν Γενικός Διευθυντής της εταιρείας µε την επωνυµία "INFORM Π. ΛΥΚΟΣ ΑΕ." που εδρεύει στο ....., όντας υπόχρεος από το επάγγελµα του σε ιδιαίτερη επιµέλεια και προσοχή κατά την άσκησή του, από αµέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και µπορούσε να καταβάλει, προξένησε σε άλλον σωµατική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψει το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσµα. Ειδικότερα, µε την ως άνω ιδιότητα του Γενικού Δ/ντή της ως άνω εταιρείας, όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιµέλεια και προσοχή και έχοντας ιδιαίτερη νοµική υποχρέωση από το Π.Δ. 396/1994 να µεριµνά για την ασφάλεια των εργαζοµένων στην ως άνω εταιρεία και συγκεκριµένα να τους εφοδιάζει µε τον κατάλληλο ατοµικό εξοπλισµό εργασίας και κυρίως αυτούς που κινδύνευαν από εκσφενδονισµό θραυσµάτων µετάλλου µε προστατευτικά γυαλιά εργασίας και να φροντίζει ώστε αυτοί να χρησιµοποιούν τον κατάλληλο εξοπλισµό, παρέλειψε και δεν φρόντισε ώστε ο παθών Ψ, εργαζόµενος στην ως άνω εταιρεία ως υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας και συγκεκριµένα ως συντηρητής, να είναι εφοδιασµένος ατοµικά και να χρησιµοποιεί κατά την ώρα της εργασίας του ειδικά γυαλιά που απαιτούνται για την προστασία των οφθαλµών από εκτοξευόµενα θραύσµατα µετάλλου, µε αποτέλεσµα ενώ ο ως άνω εργαζόµενος Ψ επιχειρούσε να τοποθετήσει ένα ρουλεµάν σε κύλινδρο κτυπώντας το µε ένα ειδικό σφυρί (ζουµπά), να σπάσει το καινούργιο ρουλεµάν, να αποκολληθεί απ' αυτό ένα µεταλλικό θραύσµα, να εκτοξευθεί τούτο µε δύναµη, να σφηνωθεί στον αριστερό του οφθαλµό και να του προκαλέσει διαµπερές τραύµα κερατοειδούς αριστερoύ oφθαλμoύ και ενδοβόλβιο αλλότριο σώµα. Ο ισχυρισµός του κατηγορουµένου ότι δεν ήταν τότε που συνέβη το ως άνω ατύχηµα Γενικός Διευθυντής της ως άνω εταιρείας επειδή η θέση του Γενικού Δ/ντη συστήθηκε τυπικά και τοποθετήθηκε σ' αυτήν µε απόφαση του Δ.Σ. µετά το ατύχηµα και συγκεκριµένα στις 1-11-2001,κρίνεται αβάσιµος και απορριπτέος.Τούτο διότι από τις καταθέσεις των µαρτύρων προκύπτει ότι ο κατηγορούµενος ασκούσε εν τοις πράγµασι καθήκοντα Γενικού Δ/ντή της ως άνω εταιρείας πριν από το χρόνο του ατυχήµατος και ήταν Γενικός Διευθυντής της ως άνω εταιρείας και κατά το χρόνο του ατυχήµατος, έστω και αν τυπικά φέρεται µε απόφαση του Δ.Σ. να τοποθετείται στη θέση του Γενικού Διευθυντή την 1-11-2001. Άλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούµενος, κατά την απολογία του στο πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, οµολόγησε ότι ήταν Γενικός Διευθυντής της ως άνω εταιρίας κατά τον χρόνο του ατυχήµατος (βλ. τα αναγνωσθέντα πρακτικά του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου), γεγονός που επιµαρτυρεί ότι ενώ αυτός ασκούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή πριν από το ατύχηµα, το Δ.Σ. της εταιρείας, προκειµένου αυτός να αποφύγει την ευθύνη για το ατύχηµα που ήδη είχε συµβεί, αντί να συστήσει την θέση του Γενικού Διευθυντή και να τον τοποθετήσει σ' αυτή από τότε που πραγµατικά ασκούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή, δηλαδή πριν από το ατύχηµα, τη συνέστησε και τον τοποθέτησε όταν πήρε την απόφαση του στις 1-11-2001 για να φαίνεται ότι από τότε ασκούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή και όχι και κατά το χρόνο του ατυχήµατος. Εποµένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήµατος ο κατηγορούµενος ήταν Γενικός Διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας στην οποια εργαζόταν ως τεχνίτης ο ως άνω παθών και ότι είχε νόµιµη υποχρέωση να µεριµνήσει για να χρησιµοποιεί κατά την ώρα της εργασίας του ο παθών εργαζόµενος ατοµικό εξοπλισµό γυαλιών για να προστατεύονται τα µάτια του από εκτοξευόµενα θραύσµατα µετάλλου και παρά ταύτα ο κατηγορούµενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από. τις περιστάσεις και µπορούσε να καταβάλει, ενεργώντας αµελώς, παρέλειψε να µεριµνήσει για να χρησιµοποιεί ο ως άνω παθών κατά την ώρα της εργασίας του προστατευτικά γυαλιά, µε συνέπεια να επισυµβεί ο κατά τα ανωτέρω τραυµατισµός του παθόντος στο αριστερό µάτι, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της σωµατικής βλάβης από αµέλεια που κατηγορείται, σύµφωνα µε το διατακτικό ...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει στο σκεπτικό της την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τον καταλογισμό στον κατηγορούμενο της από αμέλεια παράλειψης να λάβει τα αναφερόμενα μέτρα ώστε να αποτραπεί το επελθόν εγκληματικό αποτέλεσμα, ουδόλως προσδιορίζει από ποιες διατάξεις του Π.Δ/τος 396/1994 απορρέει η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του ανωτέρω ως Γενικού Διευθυντή προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, δεδομένου ότι κατά τους σαφείς ορισμούς του άνω Π/Δ/τος, η υποχρέωση λήψης μέτρων βαρύνει τον εργοδότη και εν προκειμένω την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INFORM Π. ΛΥΚΟΣ ΑΕ.", δεν διαλαμβάνονται δε στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, πέραν της ιδιότητας του Γενικού Διευθυντή, είχε κατά το χρόνο του συμβάντος και τη νομική εκπροσώπηση της εταιρίας αυτής η οποία είχε προσλάβει τον εργαζόμενο παθόντα, ώστε να ανακύπτει ευθύνη του από τις άνω διατάξεις. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3360/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 723/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, 2. Χ2 κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκίκα και 3. Χ3 κατοίκου ..... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 2252/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Οκτωβρίου 2008, 14 Οκτωβρίου 2008 και 27 Νοεμβρίου 2008, αντιστοίχως, αιτήσεις τους αναιρέσεως, και στα από 20 Ιανουαρίου 2009 και 16 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφα προσθέτων λόγων του πρώτου και τρίτου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, β) να γίνει δεκτή εν μέρει εκείνη του δεύτερου των αναιρεσειόντων και γ) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του τρίτου των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αιτήσεις α)υπ' αριθμ.789/6.10.2008 του κατηγορουμένου Χ1 β) υπ' αριθμ.77/14.10.2008 του κατηγορουμένου Χ2 και γ) από 27.11.2008 του κατηγορουμένου Χ3 για αναίρεση της 2252/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας. Α) Ως προς την αίτηση αναίρεσης του Χ1 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α' ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης ή δήλωσης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί, διαφορετικά, η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρούνται και οι προβλεπόμενοι στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Α'και Δ' ΚΠΔ τέτοιοι, 1) της απόλυτης ακυρότητας, που συνέβη στο ακροατήριο, και 2) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ . Ενόψει τούτων, για το ορισμένο, του μεν πρώτου από τους λόγους αυτούς, πρέπει, α) να προσδιορίζεται από ποία αιτία εχώρησε η απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα αν αυτή αφορά την τήρηση των διατάξεων, που, καθορίζουν, εκτός των άλλων περιπτώσεων, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ), οπότε πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τί συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ποιά διάταξη παραβιάσθηκε, η οποία διέπει αυτά,και του δεύτερου, Α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και Β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επιπλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 19/2001) . 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, η από 6-10-2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, για αναίρεση της 2252/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αποδίδονται στην απόφαση αυτήν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω αίτηση, οι αιτιάσεις, το μεν, όπως εκτιμάται για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο δεν έδωσε το λόγο στον ίδιο και το συνήγορό του να απαντήσουν στις κατηγορίες που εξαπέλυσε εναντίον του κατά την αγόρευσή του ο συνήγορος υπεράσπισης του τρίτου εκ των συγκατηγορουμένων του, το δε για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης ελαφρυντικών χωρίς, έτσι, καθόλου να διαλαμβάνεται 1) ποιά συγκεκριμένη διάταξη δεν τηρήθηκε, που προβλέπει παραβίαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος όταν δεν του δίνεται ξανά ο λόγος να απαντήσει σε ισχυρισμούς συγκατηγορουμένου του και 2) σε τί αναφέρεται ειδικώς η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης ελαφρυντικών και από ποιές παραδοχές της προκύπτει τούτο, πρέπει, ως απαράδεκτη, ν' απορριφθεί, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερόμενων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Α'και Δ' ΚΠΔ αναιρετικών λόγων. 3.- Επειδή, μία από τις προϋποθέσεις για την εξέταση των προσθέτων λόγων αναίρεσης είναι, κατά την έννοια του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ, η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κύριου λόγου αναίρεσης, οπότε, αφού η ένδικη αναιρετική αίτηση κρίθηκε, ότι δεν περιέχει κανένα παραδεκτό κύριο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, απαράδεκτο είναι και το από 20-1-2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του ανωτέρω αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Β) Ως προς την αίτηση αναίρεσης του Χ2 Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 9 του Ν.3189/2003 (ήδη άρθρο 35 παρ. 2 του Κώδικος Νόμων για τα Ναρκωτικά), για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1 (για την απαγόρευση διαμονής σε ορισμένους τόπους). Για την εκτέλεση της απελάσεως εφαρμόζεται το άρθρο 74 του ΠΚ, με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της μ' εκείνη του άρθρου 74 του ΠΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή του σ' αυτήν. Ενόψει αυτών, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν.1729/1987, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αν δε προβληθεί απ' αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να εκτείνεται και στην εν λόγω απόρριψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2252/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε μ' αυτήν, σε δεύτερο βαθμό, για αγορά πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσε υπό την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως οκτώ ετών, καθώς και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Παραλλήλως διατάχθηκε η ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής, αφού απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του ότι συνέτρεχαν οικογενειακοί λόγοι που δικαιολογούσαν την παραμονή του στην Ελλάδα, τον οποίο είχε αυτός προβάλει επικαλεσθείς ότι διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα από την ηλικία των 13 ετών και ενώ βρίσκεται ήδη στο 31ο έτος της ηλικίας του ,ήλθε στη Ελλάδα ως ομογενής μαζί με το σύνολο της οικογενείας του ,ήτοι τον πατέρα του .... την μητέρα του ...... και την αδελφή του ...... ,άπαντες φεύγοντας από την Αλβανία δεν κατέλιπαν ουδένα κοντινό συγγενή και ουδένα περιουσιακό στοιχείο, αντίθετα στην Ελλάδα την οποία ο κατηγορούμενος γνώρισε ως πραγματική του πατρίδα, διαμένουν οι δύο γονείς του και μάλιστα σε ιδιόκτητη κατοικία που βρίσκεται επί της οδού ...... και είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσουν σταθερό στήριγμα στα πρώτα μετά την αποφυλάκιση του βήματα, είναι κάτοχος πτυχίου υδραυλικού θερμικών εγκαταστάσεων της εσπερινής σχολής ..... και η αδελφή του..... διαμένει στην Ελλάδα και δη στη ...... ως ομογενής και έχει ήδη ένα τέκνο υπήρξε δε θερμός και αμετακίνητος συμπαραστάτης του κατά την διάρκεια της φυλάκισής του. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, με την εξής αιτιολογία: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν συντρέχουν σπουδαίοι οικογενειακοί ή άλλοι λόγοι που να δικαιολογούν την παραμονή του στη χώρα ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη διαταχθείσα απέλαση διότι το Εφετείο δεν διαγιγνώσκει θετικώς ή αρνητικώς τα προβληθέντα ως άνω διακωλυτικά της απελάσεως του αναιρεσείοντος περιστατικά, με συνέπεια να πάσχει το συνταχθέν απορριπτικό του αυτοτελούς ισχυρισμού συμπέρασμα ως μη απορρέον εξ ορθής υπαγωγής. Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγου της αίτησης αναίρεσης ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ως άνω διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντος και παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που την εξέδωσαν. Γ) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ3 Στη διάταξη του άρθρου 321 παράγραφο 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι "το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που αθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδος και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα... 4) Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως". Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 170 ΚΠΔ η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο, κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 174 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων... καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Τέλος κατά τη διάταξη της παράγραφος 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά το νόμο απόρριψη της παραδεκτώς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για λόγο που στηρίζεται στο εδ.δ' της παρ. 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 321 ΚΠΔ, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως. Διαφορετικά αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε σε πρώτο βαθμό αφού απέρριψε την προβληθείσα με την έναρξη της διαδικασίας ένσταση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος εκ του άρθρου 321 παράγραφος 1 περίπτωση δ' και παράγραφος 4 του ΚΠΔ καταδίκασε στη συνέχεια τον αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως 12 (12) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για αγορά, κατοχή πώληση ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε παραδεκτώς την υπ' αριθμ. 445/2006 έφεση. Στην παραπάνω έκθεση που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, περιλαμβάνεται ως ειδικός λόγος εφέσεως εκτός των άλλων και το παρακάτω παράπονο του τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντος "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο και την Ευρωπαική σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 6 αυτής) απέρριψε την ένστασή του περί ακυρότητας του υπ' αριθμ.433/2006 κλητηρίου θεσπίσματος (που τον παράπεμψε στο ακροατήριο), το οποίο δεν διελάμβανε ακριβή καθορισμό των πράξεων, ούτε παρέθετε τα αναγκαία άρθρα του ποινικού νόμου...": Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο σκέλος της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1867/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον προαναφερθέντα ειδικό λόγο εφέσεως. Όμως το τελευταίο αυτό δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2252/2008 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αγορά κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών πράξεις που τέλεσε υπό την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή καθείρξεως έξι ετών, καθώς και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ, υπερέβη αρνητικώς τη δικαιοδοσία του γιατί παρέλειψε να αποφανθεί επί του εκκληθέντος κεφαλαίου και του αντίστοιχου ειδικού λόγου εφέσεως του κατηγορουμένου, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' του ΚΠΔ. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 789/6.10.2008 αίτηση αναιρέσεως και τους από 20.1.2009 πρόσθετους αυτής λόγους του Χ1 κατά της 2252/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθμ. 2252/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ3 και ως προς την περί απελάσεως του αναιρεσείοντος Χ2 διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας ως προς απέλαση αλλοδαπού. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο δεν απάντησε σε προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος που είχε επαναφερθεί με ειδικό λόγο εφέσεως.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Αλλοδαπού απέλαση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 724/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ρουμάνη, περί αναιρέσεως των: α) 11281/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) 33104/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αντίστοιχα, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1/10/2007 και 20/6/2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 1.10.2007 αίτηση αναιρέσεως και να γίνει δεκτή η από 20.6.2008 αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 112/1-10-2007 και 78/20-6-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. 11281/2002 και 33104/2008 αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εκδόθηκε, ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που όπως απαγγέλθηκαν, είναι εκκλητές, δηλαδή υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση ακόμη που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 11281/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 150 ευρώ, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν.86/67 σε συνδ. με άρθρ. 375 παρ. 1 Π.Κ) υπόκειται, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, σε έφεση. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως, που όπως απαγγέλθηκε, υπόκειται σε έφεση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 33104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 11281/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών η οποία μετετράπη προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 150 ευρώ για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (Άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν. 86/67 σε συνδ.με το άρθρ.375 παρ. 1 Π.Κ.). Με την έφεσή της οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δεν επικαλέσθηκε λόγο που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε παρούσης δια πληρεξουσίου της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επειδή από το προσκομιζόμενο από 10-8-2004 αποδεικτικό επίδοσης της ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσας 11281/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στην ..... ως τελευταία γνωστή διαμονή της εκκαλούσας και δεν προκύπτει ότι αυτή δήλωσε αλλαγή της διευθύνσεώς της κρίνει ότι η ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας έφεση (χρ. ασκησ. 25-9-2007) πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπροθέσμου και απαραδέκτου απόφασης του δικαστηρίου, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Και αναφέρεται μεν στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε το από "10/8/2004 αποδεικτικό επίδοσης αποφάσεως σε κατηγορούμενο της επιμελήτριας δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών", πλην όμως δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο της επιμελήτριας ούτε προσδιορίζεται περαιτέρω αν το αποδεικτικό αυτό αφορά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον κατηγορούμενο, ούτε αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτό το αποδεικτικό ή άλλο, δεδομένου ότι στο πιο πάνω σκεπτικό γίνεται αορίστως λόγος για "από 10-8-2004 αποδεικτικό επίδοσης" και όχι για αποδεικτικό που αναγνώσθηκε, ώστε η μνεία του απαραίτητου κατά τα προεκτεθέντα, αυτού στοιχείου (δηλαδή η αναφορά του επαρκώς προσδιορισμένου αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης) να αποτελέσει παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Το δικαστήριο αυτό, αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως, θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ.112/1-10-2007 αίτηση της ..... για αναίρεση της 11281/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί την 33104/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανεπάρκεια αιτιολογίας απόφασης που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 732/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κόκκαλη, περί αναιρέσεως της 1251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 230 του ΠΚ όποιος, χωρίς να καθιστά άλλον ύποπτο, παριστάνει εν γνώσει του ψευδώς στην αρχή ότι τελέσθηκε κάποιο κακούργημα η πλημμέλημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος στην περίπτωση μεν του άρθρου 230 ΠΚ περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταγγελία είναι ψευδής, στην περίπτωση δε της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. 2.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στις περιπτώσεις των άνω εγκλημάτων της παραβάσεως του άρθρου 230 ΠΚ και ψευδορκίας μάρτυρος, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1251/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Λάρισσας η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για ψευδή δήλωση προς την αρχή (άρθρο 230 ΠΚ) και για ψευδορκία μάρτυρα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα εξής: " ...Α) Στις 17-8-2002 η κατηγορουμένη, χωρίς να καταστήσει άλλον ύποπτο, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην αρχή ότι τελέσθηκε κάποιο πλημμέλημα. Συγκεκριμένα, υπέβαλε στους ανακριτικούς υπαλλήλους της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Λάρισσας έγκληση κατ' αγνώστων, με την οποία παρέστησε σ' αυτούς ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14 έως 17-8-2002, οι άγνωστοι αυτοί, αφού παραβίασαν την υπόγεια πόρτα του επί της οδού ... καταστήματός της (καφενείου-σνακ μπαρ), αφαίρεσαν από αυτό 45 έως 50 ηλεκρονικά παιγνιομηχανήματα, 200 φιάλες με διάφορα ποτά (ουίσκι-τζιν-βότκα κ.λ.π), αξίας 6.000 ευρώ καθώς και χρηματικό ποσό από την ταμειακή μηχανή του καταστήματος, δηλαδή, χωρίς να καταστήσει άλλον ύποπτο, παρέστησε σ' αυτούς ότι τελέσθηκε σε βάρος της το πλημμέλημα της κλοπής. Η καταγγελία αυτή ήταν ψευδής και η κατηγορουμένη το γνώριζε, καθόσον στην πραγματικότητα, όπως γνώριζε, ουδεμία διάρρηξη και κλοπή είχε λάβει χώρα στο πιο πάνω κατάστημά της. Β) Στον ίδιο παραπάνω χρόνο η κατηγορουμένη, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Λάρισσας κατά την υποβολή της προμνησθείσας έγκλησης κατ' αγνώστων, κατέθεσε τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Α' κατηγορία. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα έκθεση του πραγματογνώμονα κατά την οποία δεν έλαβε χώρα η ως άνω κλοπή...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισσας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 230 και 224 παρ.2 του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, με τις εκ του πράγματος παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη γνώριζε την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτή διέλαβε στην μηνυτήρια αναφορά της και βεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενη ως μάρτυρας, αφού το περιστατικό της κλοπής δέχεται η απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, ουδέποτε έλαβε χώρα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ο ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων. Δεν ισχύει, όμως, αυτό όταν η κατάθεση συνιστά περιεχόμενο εγκλήσεως ή μηνύσεως ενώπιον των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων με την οποία καταγγέλλεται η τέλεση αξιοποίνου πράξεως, η οποία έγκληση-μήνυση είναι ψευδής και εξ αιτίας του γεγονότος τούτου ασκείται κατά του εγκαλέσαντος ποινική δίωξη. Στην περίπτωση αυτή η μήνυση και η εν συνεχεία αυτής ένορκη κατάθεση του μηνυτή εφόσον είναι ψευδείς, θεμελιώνουν αυτοτελές και διακρικό έγκλημα, διάφορο εκείνου το οποίο ψευδώς καταγγέλθηκε και συνεπώς εάν ασκηθεί για το τελευταίο έγκλημα ποινική δίωξη, η αποδεικτική αξιοποίηση από το δικαστήριο της μήνυσης και συναφούς ψευδούς καταθέσεως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης που θεμελιώνουν οι άνω διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ των άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από 17-8-2002 ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης η οποία δόθηκε σε συνέχεια της υπό την ίδια χρονολογία μηνύσεως της κατ' αγνώστων για κλοπή. Όμως, η μήνυση και η ψευδής κατάθεση συνιστούν περιεχόμενο των αδίκων πράξεων (άρθρα 224. παρ.2 και 230 ΠΚ) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και στοιχείο του συντασσόμενου για αυτές κατηγορητηρίου, η δε από το δικαστήριο αποδεικτική αξιοποίηση αυτών δεν εμπίπτει στην θεσπιζόμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση. Συνεπώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 14/22-12-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισσας. Και Καταδικάζει την αναιρεείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή δήλωση στην Αρχή (άρθρο 230 ΠΚ) και ψευδορκία μάρτυρα (άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ). Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την αποδεικτική αξιοποίηση της ψευδούς καταθέσεως, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας για ψευδορκία.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 736/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 5953/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2019/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριo αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ` αυτόν πειστηρίου, που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το Δικαστήριο απορρίψει αναιτιολόγητα το αίτημα αυτό, ιδρύεται από το αυτό άρθρο περ. Α λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ.1δ του ΚΠΔ, με την προϋπόθεση ότι - και στις δύο περιπτώσεις - το αίτημα έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 180 παρ. 1, 183 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως, όταν απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, όταν δηλαδή απορρίπτει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη 5953/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε για το αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, Κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, "ζήτησε να προσκομισθεί στο Δικαστήριο το κράνος του κατηγορουμένου", στη συνέχεια δε, αφού ανάπτυξε προφορικά κατέθεσε και γραπτά αίτημα, με το οποίο, ισχυρίστηκε ότι "ένας από τους κυρίαρχους λόγους που οδήγησαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση περί ενοχής του κατηγορουμένου, ήταν ότι το κράνος (δίκυκλης μοτοσικλέτας), που βρέθηκε πλησίον του ισογείου καταστήματος πρατηρίου άρτου (κειμένου επί της οδού ...), "αποδείχθηκε" πως ανήκε στον κατηγορούμενο Χ1" και ότι το αντικείμενο αυτό και κατά την διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου "απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα και αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο για την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορούμενου", ενόψει δε αυτών πρόβαλε το εξής, κατά λέξη, αίτημα: "να διαταχθεί η διενέργεια εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, με τη μέθοδο ανάλυσης D.N.A., η οποία θα απoφανθεί με αιτιολογημένη έκθεση για την ύπαρξη ή μη αξιοποιήσιμου βιολογικού υλικού και τον προσδιορισμό γενετικού υλικού στο κράνος (που αποτελεί και πειστήριο της παρούσας υποθέσεως) και την σύγκριση αυτού με το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου Χ1". Επακολούθησε η απολογία του κατηγορουμένου, κατά την οποία, μεταξύ άλλων, αυτός αρνήθηκε ότι το επίμαχο κράνος ήταν δικό του. Ακολούθως το Δικαστήριο, με την περί ενοχής απόφασή του, απέρριψε το πιο πάνω αίτημα του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "...Το αίτημα του κατηγορουμένου να διαταχθεί εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη για να διερευνηθεί με τη μέθοδο ανάλυσης D.Ν.Α. η ύπαρξη ή μη βιολογικού υλικού αυτού σε κατασχεθέν κράνος, το οποίο βρέθηκε έξω από το επίδικο κατάστημα μετά τον εμπρησμό και το οποίο κατά τη μηνύτρια ανήκει στον κατηγορούμενο, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές, καθόσον ο εντοπισμός του κατόχου του εν λόγω κράνους δεν εκτιμάται σαν αποφασιστικό στοιχείο για την κρισιολόγηση της ενοχής η μη του κατηγορουμένου, τα δε προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία θεμελιώνουν πλήρως την ενοχή του τελευταίου για την εκδικαζόμενη αξιόποινη πράξη...". Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε σαφές και ορισμένο αίτημα μόνο για την διενέργεια εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, όχι όμως και αίτημα για την επίδειξη πειστηρίου. Το προφορικώς υποβληθέν αίτημα "να προσκομισθεί στο Δικαστήριο το κράνος του κατηγορουμένου", αυτοτελώς κρινόμενο, είναι αόριστο, αφού δεν καθορίζονται τα συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία του πειστηρίου του οποίου ζητείται η επίδειξη, ούτε και ο λόγος για τον οποίο προβάλλεται το αίτημα αυτό. Ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αναφέρει ότι "ζήτησε να προσκομιστεί το κράνος μοτοσικλέτας, που φέρεται ότι ανήκει στον κατηγορούμενο, το οποίο βρέθηκε εκτός του καταστήματος που έλαβε χώρα ο εμπρησμός και κατασχέθηκε ως πειστήριο, αυτό δε να επιδειχθεί στο μάρτυρα ..., ο οποίος κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την υποβολή του αιτήματος, προκειμένου ο τελευταίος να αναγνωρίσει αν το κράνος αυτό ανήκει στον κατηγορούμενο ή όχι". Ουδέν όμως από τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση προσδιοριστικά στοιχεία του πειστηρίου και του λόγου, για τον οποίο ζητήθηκε η προσκόμιση και επίδειξη αυτού, μνημονεύονται στο αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, πλην του ότι, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για "κράνος του κατηγορουμένου". Το αίτημα αυτό μόνο αν συσχετισθεί με το εγγράφως υποβληθέν αμέσως μετά αίτημα καθίσται ορισμένο και σαφές. Από το περιεχόμενο δε του εγγράφως υποβληθέντος αιτήματος, προκύπτει, ότι δεν ζητήθηκε - αυτοτελώς - η προσκόμιση του κράνους στο ακροατήριο, "προκειμένου ο τελευταίος να αναγνωρίσει αν το κράνος αυτό ανήκει στον κατηγορούμενο ή όχι", όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση (αφού ήδη ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε ότι ήταν δικό του), αλλά προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός του ότι αυτό δεν ανήκε σε αυτόν, η διαπίστωση δε αυτή, κατά τον κατηγορούμενο, μπορούσε να επιτευχθεί, με την προτεινόμενη απ' αυτόν διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επομένως ο προβαλλόμενος πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, με την αιτίαση, ότι, ενώ είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο, εκτός από το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και αίτημα για την προσκόμιση και επίδειξη πειστηρίου (του κράνους), το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν είχε υποβληθεί σαφές και ορισμένο σχετικό αίτημα. Ανεξαρτήτως τούτων, το Δικαστήριο με την πιο πάνω απορριπτική του αιτήματος για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, με την παραδοχή ότι "ο εντοπισμός του κατόχου του εν λόγω κράνους δεν εκτιμάται σαν αποφασιστικό στοιχείο για την κρισιολόγηση της ενοχής η μη του κατηγορουμένου", διέλαβε και τους λόγους για τους οποίους ήταν περιττή (αλυσιτελής) η προσκόμιση και η επίδειξη του εν λόγω κράνους στο Δικαστήριο. Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (364 παρ.1, 170 παρ.1 δ ΚΠΔ), με την αιτίαση ότι, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, λόγω της αρνήσεως του Δικαστηρίου να δεχθεί το αίτημα της προσκομιδής και της επίδειξης πειστηρίου, ήτοι του κράνους μοτοσικλέτας. ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 1, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζοντας, τοιουτοτρόπως, την άσκηση του από το άρθρο 358 ΚΠΔ πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές επί του αποδεικτικού τούτου μέσου, επέρχεται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητά της επ' ακροατηρίου διαδικασίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος. Η ακυρότητα, όμως, αυτή αποτρέπεται, όταν το μη αναγνωσθέν δημοσίως έγγραφο δεν ελήφθη, ευθέως ή αμέσως, υπόψη προς σχηματισμό της περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου κρίσης του από το δικαστήριο ή αν το περιεχόμενο του τοιούτου εγγράφου προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αν αυτό το έγγραφο διαλαμβάνεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση. Εν προκειμένω, με τον τρίτο (με στοιχείο Β2) από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, γιατί το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων, "την από 5/12/2005 προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου χωρίς αυτή να συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώστηκαν". Τούτο δε προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, διότι στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι "Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι έβαλε αυτός τη φωτιά και εξεταζόμενος κατά την προανάκριση επικαλέστηκε ως άλλοθι ότι τη νύχτα της πυρκαγιάς... Όμως το προβαλλόμενο άλλοθι δεν είναι ούτε ακλόνητο ούτε πειστικό". Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, πρέπει, ως αβάσιμος, ν' απορριφθεί, καθόσον, το μεν η παραπάνω προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου δεν ελήφθη ευθέως και αμέσως υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, προς σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος δικανικής πεποίθησης του ανωτέρω Δικαστηρίου και ιστορικώς απλά αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασής του, επιπλέον δε, τα όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αναφέρονται στην εν λόγω προανακριτική κατάθεση, επανέλαβε ο κατηγορούμενος, προς υπεράσπισή του και κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου απολογία του, κατά την οποία, αρνούμενος ότι αυτός έβαλε τη φωτιά, επικαλέστηκε ως άλλοθι, όπως κατά λέξη ανέφερε, ότι, "την ώρα του εμπρησμού είχα πάει στο μπαρ ... με τον Φ1, από τις 12.30 έως και 3.00. Όταν έφυγα από το μπαρ πήγα σπίτι μου περίπου 3,20-3.30π.μ". Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι το περιεχόμενο της προανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου προκύπτει και από την απολογία του ίδιου ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεστεί, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε υπερασπιστικό αυτού ισχυρισμό που προβλήθηκε σε μη αναγνωσθέν έγγραφο. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 του Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α)με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε ο θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται: α) πρόκληση πυρκαγιάς με οποιοδήποτε τρόπο η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί φωτιά οπωσδήποτε σημαντική και όχι συνηθισμένης έντασης με τάση εξάπλωσης και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο. Ο δόλος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών που την εξέδωσε, δέχτηκε ανελέγκτως ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-12-2005, ώρα 03.30', ο κατηγορούμενος, Χ1, ενεργώντας με πρόθεση, αφού έσπασε την τζαμαρία του ισογείου καταστήματος πρατηρίου άρτου και γαλακτοκομικών προϊόντων ιδιοκτησίας της μηνύτριας, ... , επί των οδών ...στο ..., εισήλθε σε αυτό και με χρήση γυμνής φλόγας έβαλε φωτιά, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί πυρκαγιά, από την οποία καταστράφηκαν αρτοσκευάσματα και μέρος του εξοπλισμού του καταστήματος (ψυγείο, τέντα κλπ.), ρυπάνθηκαν από καπνούς τα προϊόντα και οι χώροι αυτού και προκλήθηκε κοινός κίνδυνος για τις άλλες ιδιοκτησίες της ίδιας τριώροφης οικοδομής και για παρακείμενα κτίσματα. Οι ένοικοι της οικοδομής αντιλήφθηκαν την πυρκαγιά αμέσως μετά την εκδήλωσή της και ειδοποίησαν την Πυροσβεστική Υπηρεσία, με την επέμβαση της οποίας η πυρκαγιά κατασβέστηκε και αποτράπηκε η πρόκληση μεγαλυτέρων υλικών ζημιών και η επέκταση της σε άλλα ακίνητα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι έβαλε αυτός τη φωτιά και εξεταζόμενος κατά την προανάκριση επικαλέστηκε ως άλλοθι ότι τη νύχτα της πυρκαγιάς, ώρα 01.00'περίπου, πήγε με τον φίλο του, Φ1, για ποτό στο μπαρ "..." στα..., όπου παρέμεινε μέχρι ώρα 03.00', οπότε έφυγε μαζί με τον φίλο του και έφθασε στο σπίτι του ώρα 03.30', στο οποίο κοιμήθηκε μέχρι ώρα 07.30'. Όμως, το προβαλλόμενο άλλοθι δεν είναι ούτε ακλόνητο, ούτε πειστικό. Πρώτον επειδή μεταξύ του χρόνου αναχώρησης από το μπαρ και του χρόνου εκδήλωσης της πυρκαγιάς παρεμβάλλεται μισή ώρα, δηλαδή χρόνος υπεραρκετός για να διανύσει ο κατηγορούμενος τη σχετική απόσταση με μοτοποδήλατο και να προκαλέσει την πυρκαγιά. Δεύτερον επειδή όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, συσταθμιζόμενα και συναξιολογούμενα βάσει της αρχής της ηθικής απόδειξης κατά τα άρθρα 177 και 178 του ΚΠΔ, κατατείνουν και τεκμηριώνουν ότι αυτός προκάλεσε την πυρκαγιά, για να εκδικηθεί τη μηνύτρια, με την οποία διατηρούσε μακρόχρονη ερωτική σχέση και δεν ανεχόταν τη διακοπή της από μέρους της τελευταίας. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, όπως κατέθεσαν οι γονείς και ο αδελφός της μηνύτριας στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν δικαστήριο, συζούσε επί πεντέμισι χρόνια με τη μηνύτρια, η οποία τους τελευταίους 4-5 μήνες πριν τον εμπρησμό αποφάσισε να διακόψει τη μεταξύ τους σχέση, επειδή ο κατηγορούμενος την προσέβαλλε, την χτυπούσε και την απειλούσε. Μετά τη διακοπή της σχέσης τους και συγκεκριμένα στις 30-11-2005 ο κατηγορούμενος χτύπησε άσχημα τη μηνύτρια και αμέσως μετά κατευθύνθηκε στο αρτοποιείο της μηνύτριας, όπου απείλησε τη μητέρα της ότι θα τους κάψει, αν αυτή δεν μεσολαβούσε για την επανασύνδεση του με την κόρη της. Ο κατηγορούμενος μετά το συμβάν της 30-11-2005 κλιμάκωσε την τακτική των απειλών για το κατάστημα και για τη ζωή της μηνύτριας και των οικείων της, προχωρώντας αρχικά στον επίδικο εμπρησμό και ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 8-1-2006, στη θανάτωση της μηνύτριας με καραμπίνα ενώπιον του πατέρα της. Από τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό και προς το κατατεθειμένο και στους δύο βαθμούς της δίκης γεγονός ότι η μηνύτρια και οι οικείοι της είχαν κακές σχέσεις μόνο με τον κατηγορούμενο, προκύπτει με δικανική βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη του εμπρησμού από πρόθεση, για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης. Το αίτημα του κατηγορουμένου να διαταχθεί εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνης για να διερευνηθεί με τη μέθοδο ανάλυσης D.Ν.Α. η ύπαρξη ή μη βιολογικού υλικού αυτού σε κατασχεθέν κράνος, το οποίο βρέθηκε έξω από το επίδικο κατάστημα μετά τον εμπρησμό και το οποίο κατά τη μηνύτρια ανήκει στον κατηγορούμενο, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές, καθόσον ο εντοπισμός του κατόχου του εν λόγω κράνους δεν εκτιμάται σαν αποφασιστικό στοιχείο για την κρισιολόγηση της ενοχής η μη του κατηγορουμένου, τα δε προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία θεμελιώνουν πλήρως την ενοχή του τελευταίου για την εκδικαζόμενη αξιόποινη πράξη. Επίσης, ενόψει της προαναφερόμενης, βίαιης και απειλητικής σε εξακολουθητική και κλιμακούμενη βάση, συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς τη μηνύτρια και τους οικείους της, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις να αναγνωριστεί υπέρ αυτού η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, για την αναγνώριση της οποίας δεν αρκεί η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου... . Συνεπώς, πρέπει το σχετικό αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο". Κατόπιν των ανωτέρω το εν λόγω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) του εγκλήματος του άρθρου 264α Π.Κ. (εμπρησμός από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ξένα πράγματα), και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, και 264 περίπτ. α' Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. IV. Ο αναιρεσείων, προκειμένου να στηρίξει τους υπό στοιχεία Γ1, Γ2 και Γ3 λόγους αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδει σε αυτήν τις εξής πλημμέλειες : 1) Ότι, ενώ το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα και αναφερόμενο στην απόφαση άλλοθι ότι " τη νύχτα της πυρκαγιάς, ώρα 01:00 περίπου, πήγε με το φίλο του,Φ1, για ποτό στο μπαρ "Φ1" στα ..., όπου παρέμεινε μέχρι ώρα 03:00, οπότε έφυγε μαζί με το φίλο του και έφθασε στο σπίτι του ώρα 03:30, στο οποίο κοιμήθηκε μέχρι ώρα 07:30 ", αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στην αίτηση αποδεικτικά μέσα, "ωστόσο η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται παντελώς αντιφατικά ότι "μεταξύ του χρόνου αναχώρησης από το μπαρ και του χρόνου εκδήλωσης της πυρκαγιάς παρεμβάλλεται μισή ώρα, δηλαδή χρόνος υπεραρκετός για να διανύσει ο κατηγορούμενος της σχετική απόσταση με το μοτοποδήλατο και να προκαλέσει την πυρκαγιά ", χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει "ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο μάρτυρας Φ1 λένε ψέματα" και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η προσβαλλομένη απόφαση αποδέχεται "δύο πραγματικά περιστατικά τελείως αντιφατικά μεταξύ τους, ήτοι ουσιαστικά ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε δύο τελείως διαφορετικές περιοχές ταυτοχρόνως, από τα οποία μάλιστα, κατά κύριο λόγο, προκύπτει η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου...". 2) Οτι "ενώ από την αναγνωσθείσα έκθεση απλής αυτοψίας... η ώρα εκδήλωσης της πυρκαγιάς στο πρατήριο άρτου είναι η 03:20π.μ., η προσβαλλομένη απόφαση μεταθέτει ανεπιτρέπτως την ώρα εκδήλωσης αυτής στην ώρα 03:30π.μ., χωρίς να διατυπώσει το οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι η ώρα εκδήλωσης της πυρκαγιάς, ήτοι 03:20 π.μ. ...Ιδιαίτερη αξία έχει η ανωτέρω πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως όταν αυτή συνδυασθεί με την έλλειψη του οποιοδήποτε πραγματικού περιστατικού από το οποίο να προκύπτει ότι η απόσταση μεταξύ του μπαρ "..." που βρίσκεται στα ..., μέχρι το πρατήριο άρτου που βρίσκεται στο ..., μπορεί να διανυθεί στο χρονικό διάστημα των 20' της ώρας και όχι των 30' λεπτών της ώρας που δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση" και 3) Ότι, ενώ δέχεται η απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος αναχώρησε περί ώρα 03:00 π.μ. της 5/12/2005 από το μπαρ "...", το οποίο βρίσκεται στα ..., και το πρατήριο άρτου, στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, βρισκόταν στην περιοχή του ..., και η ώρα έναρξης της πυρκαγιάς ήταν η 03:30 π.μ., ωστόσο δέχεται αναιτιολόγητα ότι η απόσταση αυτή διανύθηκε από τον κατηγορούμενο στο χρονικό διάστημα των 30' λεπτών της ώρας, χωρίς να αναφέρει ποια είναι η χιλιομετρική απόσταση μεταξύ των δύο σημείων, και χωρίς να αναφέρει ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της μοτοσικλέτας που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος προκειμένου να διανύσει την εν λόγω απόσταση, ώστε να κριθεί αν είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει τέτοια ταχύτητα έτσι ώστε να καλύψει την εν λόγω απόσταση σε 30' λεπτά της ώρας. Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ουδεμία αντίφαση, που να θεμελιώνει αναιρετικό λόγο, προκαλείται από το ότι οι παραδοχές της απόφασης "αντιφάσκουν" με όσα υποστήριξε ο κατηγορούμενος στην απολογία του ή από όσα προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα που αυτός αναφέρει. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν απαιτείται το Δικαστήριο να προσδιορίσει γιατί πείστηκε από ένα αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, ούτε είναι ανάγκη να εκτίθενται τα επιπλέον πιο πάνω στοιχεία που αναφέρει ο αναιρεσείων. Η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι πιο πάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγοι με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι. V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/12/2008 (με αρ.πρωτ. 10564/15-12-2008) αίτηση, του Χ1, και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., για αναίρεση της 5953/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εμπρησμός από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αίτημα επιδείξεως πειστηρίου και πραγματογνωμοσύνης. Πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, διότι το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα (επίδειξης πειστηρίου). Έγγραφα. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αυτών, που δεν αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Η ακυρότητα, όμως, αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αν αυτό το έγγραφο προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αν αυτό το έγγραφο διαλαμβάνεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση. Λόγοι που αφορούν εκτίμηση αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εμπρησμός, Ακροάσεως έλλειψη.
2
Αριθμός 739/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.422/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 446/7.11.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 19 από 23.7.2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., για αναίρεση του υπ'αριθμόν 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίπτεται κατ'ουσίαν η υπ'αριθμόν 40/21.5.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμόν 398/19.4.2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για τις πράξεις της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση, αντικειμένου που η συνολική του αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση μετά χρήσεως και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1δ Κ.Π.Δ.) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι, συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, α) στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που ανέφερε στην έφεσή του και δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα της διαδικασίας και δη τις υπ'αριθμ. 98/2005 και 37/2006 διατάξεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, ούτε έλαβε υπόψη ότι ούτος δεν είχε εισπράξει από πελάτες της επιχείρησης τα χρηματικά ποσά για τα οποία κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε από τον ΟΠΑΠ, β) ότι οι οφειλές προς τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ ρυθμίστηκαν, ενώ ως προς το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν αναφέρει το βούλευμα τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη χρήση των πλαστών εγγράφων. Από τη διάταξη της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 375 Π.Κ, στην οποίαν ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" σαφώς προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου σ'αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς το ξένο, κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου, κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στη κατοχή του δράστη και ο τελευταίος να το ιδιοποιηθεί παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στη κατοχή του, δηλαδή να το ενσωματώσει στην περιουσία του και να το εξουσιάζει και διαθέτει ως κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστη (θέληση ή αποδοχή), ο οποίος εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εξωτερικεύει τη βούλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, κατά το εδάφ. β', η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 €. Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός αυτό το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού εγγράφου συνιστά επιβαρυντική περίσταση (Α.Π. 2328/2004 Π.Χ ΝΕ σελ. 811, Α.Π. 858/2004 ΠΧ ΝΕ σελ. 322). Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο έκρινε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις που έκανε το δικαστικό συμβούλιο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι από τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί κατά του κατηγορουμένου κατηγορία για ορισμένη αξιόποινη πράξη (Α.Π. 924/1999 ΠΧ Ν/2000 σελ. 429). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 474/2004 ΠΧ ΝΕ σελ. 152). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση και με την ορθή αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που νομότυπα συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε κατόπιν εγκλήσεως των Ψ1 και Ψ2 και αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση και εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 98/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 37/2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: Οι Ψ1 και Ψ2 που διατηρούσαν πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, συνέστησαν με τον αναιρεσείοντα Χ αφανή εταιρία για να αναπτύξουν τις εργασίες του άνω πρακτορείου. Με τον καιρό ο αναιρεσείων κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη των εταίρων του και διαχειρίζετο εν λευκώ τα οικονομικά της εταιρίας έως ότου το καλοκαίρι του 2002 οι εταίροι του ανακάλυψαν ότι ενώ είχε εισπράξει από πολλούς πελάτες-καταναλωτές χρήματα προς εξόφληση των λογαριασμών ΔΕΗ και ΟΤΕ δεν τα απέδωσε στους Οργανισμούς αυτούς αλλά τα ενθυλάκωσε, πετώντας τα αποκόμματα των λογαριασμών. Συνολικά υπεξαίρεσε το ποσό των 2.055 ευρώ από συνδρομητές του ΟΤΕ και 3.363 ευρώ από συνδρομητές της ΔΕΗ. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα και με παρακράτηση ποσών που έπρεπε να αποδοθούν στον Ο.Π.Α.Π. ΑΕ που ανέρχονταν σε 192.077, 67 ευρώ και περιλαμβάνεται στο από 25-9-06 έγγραφο του Ο.Π.Α.Π. Επί πλέον ο αναιρεσείων στις 17-7-2002, 17-8-2002 και 17-9-2002 έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ψ2 στις υπ'αριθμόν ....., ..... και ..... επιταγές ποσού 5.500, 5.500 και 5.000 ευρώ και τις χρησιμοποίησε θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία. Ακολούθως το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος 389/19-4-2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, όπου ορθώς γίνεται η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98, 375 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΠΚ και 216 παρ. 1 ΠΚ με τις οποίες ορθώς κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων, ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού και ούτω δεν υφίστατο έλλειψη αιτιολογίας και θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 19/23-7-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αιτούντα. Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εξωτερικεύει την πρόθεσή του αυτή. Κατά την παράγραφο δε 1 εδ. β' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 375 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν.2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση η κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβευπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απόαυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δενυποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με τηνέννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ηεσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ηεσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ηπαράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικούμέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισηςτων αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται ηαναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικούμε το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ)Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματικήαναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελικήπρόταση και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητατα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύριαανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από ταοποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν τηνπαραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και ηκρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 839/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο πιο πάνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγμα-τικά περιστατικά: ""Οι μηνυτές, Ψ1 και Ψ2, διατηρούσαν πρακτο-ρείο ΠΡΟ-ΠΟ, επί της οδού ....., καθώς είχε παραχωρηθεί από το έτος 1976 στην πρώτη εξ' αυτών σχετική άδεια εκμετάλλευσης. Περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2001 συνέστησαν αφανή εταιρία με τον κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να αναβαθμίσουν την επιχείρηση, να ανανεώσουν τα συστήματα συμμετοχής σε παιχνίδια του ΟΠΑΠ και υπό την οικονομική διεύθυνση του τελευταίου, την βοήθεια των γνωριμιών του στο χώρο του αθλητισμού, αλλά και τις οικονομικές διευκολύνσεις που χάριν αυτού θα μπορούσε να απολαμβάνει το πρακτορείο, λόγω των σχέσεων του με διευθυντικά στελέχη Τραπεζικών Ιδρυμάτων, να το μετατρέψουν από μία επιχείρηση με φθίνουσα πορεία σε ένα από τα καλύτερα πρακτορεία στην πόλη της ..... . Στην αρχή οι σχέσεις των μηνυτών και του κατηγορουμένου ήταν άριστες, πραγματοποιήθηκε δε ανακαίνιση του πρακτορείου, το οποίο λειτούργησε ικανοποιητικά για ένα έτος περίπου. Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε κερδίσει σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη των μηνυτών, ώστε να έχει πρόσβαση στο ταμείο και τους υπολογιστές και να διαχειρίζεται εν λευκώ τα οικονομικά της επιχείρησης. Σταδιακά. άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, καθώς οι μηνυτές ανακάλυψαν πως από το καλοκαίρι του έτους 2002 έως και την Άνοιξη του 2003, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε εισπράξει από πολλούς πελάτες - καταναλωτές χρήματα προς εξόφληση λογαριασμών της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε., δεν απέδιδε αυτά, όπως όφειλε, στους παραπάνω Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας, ενθυλακώνοντας διάφορα χρηματικά ποσά και πετώντας τα αποκόμματα των λογαριασμών. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται οι συνδρομητές ότι, αν και είχαν πληρώσει τους λογαριασμούς, διακόπηκαν οι συνδέσεις τους, αποκαλύφθηκε η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών. Χαρακτηριστικά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2003, εμφανίστηκαν στα γραφεία της Δ.Ε.Η της περιοχής της Ανατολικής Θεσ/νίκης, είκοσι οκτώ (28) πελάτες με αποδείξεις σφραγισμένες από το. Πρακτορείο, χωρίς όμως να έχουν κατατεθεί τα χρήματα στο Ταμείο της Δ.Ε.Η. Μάλιστα, όταν ζητήθηκαν εξηγήσεις από το πρακτορείο, ο Χ επικαλέστηκε κλοπή που υποτίθεται ότι διέπραξαν άγνωστοι δράστες τόσο σε δίκυκλο που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες της επιχείρησης, όσο και στο ίδιο το πρακτορείο, προσκομίζοντας σχετικές βεβαιώσεις του Αστυνομικού Τμήματος Τούμπας, που χορηγήθηκαν σε αυτόν κατόπιν αιτήσεων υπογεγραμμένων από τον ίδιο (βλ. δύο βεβαιώσεις καθώς και με αριθ. ..... επιστολή Δ.Ε.Η.). Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν η αφαίρεση της σφραγίδας είσπραξης λογαριασμών από το πρακτορείο και η ανάληψη της ευθύνης πληρωμής του χρέους από τον Ψ2, σύζυγο της πρώτης μηνύτριας και ιδιοκτήτριας του πρακτορείου. Το ίδιο συνέβη και με λογαριασμούς συνδρομητών O.T.E. (βλ. σχετικά έγγραφα και πίνακες οφειλών). Συνολικά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, υπεξαιρέθηκε το ποσό των δύο χιλιάδων και πενήντα πέντε (2.055) ευρώ από λογαριασμούς συνδρομητών του Ο.Τ.Ε. και τριών χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών (3.363) ευρώ από λογαριασμούς συνδρομητών της Δ.Ε.Η. (βλ. με αριθ. ..... έγγραφο ΟΤΕ με συνημμένο πίνακα δύο σελίδων και με αριθ. ..... επιστολή Δ.Ε.Η με συνημμένο πίνακα). Παράλληλα όμως, δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα και με παρακράτηση ποσών που θα έπρεπε να αποδοθούν στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε., καθώς οι καθαρές εισπράξεις των παιχνιδιών που θα έπρεπε να αποδοθούν κατά τις κρίσιμες λογιστικές περιόδους, αφαιρούμενης της προμήθειας του πράκτορα, ανέρχονται στο ποσό των εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδων εβδομήντα επτά ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (192.077,67), όπως, αναλύονται κατά παιχνίδι στους πίνακες που περιλαμβάνονται στο από 25.9.06 έγγραφο του Ο.Π.Α.Π. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος στις 17.7.2002, 17.8.2002 και 17.9.2002, χωρίς την συναίνεση ή την έγκριση του Ψ2, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου στη θέση του υπόχρεου εκδότη σε τρεις επιταγές της Τράπεζας Εγνατίας με αριθ. ....., ..... και ..... αντίστοιχα, ποσού πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (5.500) ευρώ των δύο πρώτων που εκδόθηκαν σε διαταγή Α, χωρίς οπισθογράφηση, και της τρίτης, πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, σε διαταγή "εμού του ίδιου" και χωρίς ευδιάκριτη υπογραφή στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης. Στις εν λόγω επιταγές, οι οποίες συνδεόνταν με τον αριθ. ..... λογαριασμό του Ψ2, ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία, εν αγνοία του φερόμενου ως εκδότη και τις χρησιμοποίησε θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία. Είναι προφανές, ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα του πρακτορείου, εξέδωσε εν αγνοία του Ψ2 άγνωστο αριθμό επιταγών και έκανε χρήση αυτών σε συναλλαγές που δεν είχαν σχέση με το πρακτορείο. Για κάποιες από αυτές δεν ενοχλήθηκε ο ανωτέρω μηνυτής, ενώ άλλες ακυρώθηκαν με πρωτοβουλία του τελευταίου (βλ. από 27.9.06 έγγραφο καταστήματος ..... της Εγνατίας Τράπεζας). Από τις καταθέσεις τόσο του μηνυτή, όσο των μαρτύρων κατηγορίας, προκύπτει ότι τις υποψίες του πρώτου για τις παράνομες ενέργειες και τη δράση του κατηγορουμένου, κίνησε το γεγονός ότι κάποια ημέρα αυτός ανακάλυψε τυχαία ένα βιβλιάριο επιταγών, του οποίου ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την ύπαρξη ή τουλάχιστον δεν θεωρούσε αυτό ενεργό, αφού δεν υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση του (βλ. ανωτέρω έγγραφο Εγνατίας Τράπεζας). Πάντως, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέγραψε, ούτε ενέκρινε με κανένα τρόπο την έκδοση κάποιων επιταγών από αυτό το βιβλιάριο. Τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο κατηγορίες της υπεξαίρεσης και της πλαστογραφίας, ενισχύουν οι καταθέσεις των μαρτύρων που υποστηρίζουν ότι τις παραπάνω πράξεις τέλεσε ο κατηγορούμενος, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν κάποιοι εξ αυτών, ο τελευταίος "έπαιζε" μεγάλα ποσά, τόσο σε νόμιμα παιχνίδια του Ο.Π.Α.Π, χωρίς όμως να καταβάλει το αντίτιμο, όσο και σε παράνομα στοιχήματα (βλ. εκτός από τις καταθέσεις των μηνυτών, αυτές του Β, Γ, Δ, Ε). Ας σημειωθεί πως η τέλεση των παραπάνω πράξεων τοποθετείται στο χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά στην οικονομική διαχείριση του πρακτορείου, επιχείρημα που ενισχύεται και από την βεβαίωση της Δ.Ε.Η. ότι κατά το χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου, δεν παρουσιάστηκε κανένα άλλο πρόβλημα και παραδόθηκε ξανά η σφραγίδα στην πράκτορα Ψ1. Πέραν τούτων, χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποχώρηση του Χ και ύστερα από πιέσεις των μηνυτών, ο τελευταίος αναγκάστηκε να αποδεχθεί ρητά εκείνη τη χρονική στιγμή, και ενώ δεν είχε εκκαθαριστεί η συνολική οικονομική ζημία που προκάλεσε σε αυτούς, ότι τους όφειλε το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) εύρω, το οποίο αναλάμβανε να εξοφλήσει τμηματικά και με τους όρους που αναγράφονται σε ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου συνεβλήθη και ο πατέρας του ΣΤ ως εγγυητής (βλ. από 21.4.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό). Εξάλλου, και από το περιεχόμενο των προαναφερθεισών διατάξεων με άρ. 98/2005, κατ' άρθρ. 47 ΚΠΔ, του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και με άρ. 37/2006, κατ' άρθρ. 48 ΚΠΔ, του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ.839/2007 βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμεvo Χ των αποδιδόμενων σ'αυτόν πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων α) της υπεξαιρέσεως, κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου, που η συνολική του αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση,, γι' αυτό δε το λόγο απέρριψε την απ' αυτόν ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 398/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του, ως προς την ειρημένη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του ΠΚ, όπως προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν.2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του, εντεύθεν δε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και : α) τις προαναφερθείσες υπ' αριθ. 98/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και υπ' αριθ. 37/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, β) την από 13.12.2004 μήνυση των άνω μηνυτών, γ) την από 9.3.2005 ένορκη κατάθεση του Ψ2, δ) την από 7.3.2005 ένορκη κατάθεση του Ζ, ε) την από 8.3.2005 ένορκη κατάθεση του Η, στ) την από 9.3.2005 ένορκη κατάθεση του Θ, ζ) την από 3.3.2005 ένορκη κατάθεση του Ι και η) την από 9.3.2005 ένορκη κατάθεση του Γ και κατά συνέπεια η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος με σαφήνεια και πληρότητα ότι οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 διατηρούσαν πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ επί της οδού ....., καθώς είχε παραχωρηθεί από το έτος 1976 στην πρώτη εξ αυτών σχετική άδεια εκμεταλλεύσεως. Ότι περί το μήνα Μάρτιο 2001 συνέστησαν αφανή εταιρία με τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να αναβαθμίσουν την επιχείρηση, να ανανεώσουν τα συστήματα συμμετοχής σε παιχνίδια του ΟΠΑΠ και υπό την οικονομική διεύθυνση του τελευταίου, ενόψει και των σχέσεών του με διευθυντικά στελέχη Τραπεζικών Ιδρυμάτων, να μετατρέψουν το εν λόγω Πρακτορείο από μία επιχείρηση με φθίνουσα πορεία σε ένα από τα καλύτερα πρακτορεία στην πόλη της ..... . Ότι στην αρχή οι σχέσεις των μηνυτών και του αναιρεσείοντος ήταν άριστες και είχε κερδίσει αυτός σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη των μηνυτών, ώστε να έχει πρόσβαση στο ταμείο και τους υπολογιστές και να διαχειρίζεται εν λευκώ τα οικονομικά της εν λόγω επιχειρήσεως, έως ότου οι μηνυτές ανακάλυψαν ότι από το καλοκαίρι του έτους 2002 έως και την Άνοιξη 2003 ο αναιρεσείων, ενώ είχε εισπράξει από πολλούς πελάτες - καταναλωτές χρήματα προς εξόφληση λογαριασμών της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, δεν απέδωσε αυτά, όπως όφειλε, στους εν λόγω Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας, αλλά τα ενθυλάκωσε, πετώντας τα αποκόμματα των άνω λογαριασμών. Έτσι υπεξαίρεσε αυτός κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα τα ποσά των 2.055 ευρώ και 3.363 ευρώ από λογαριασμούς συνδρομητών του ΟΤΕ και της ΔΕΗ, αντίστοιχα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα έγγραφα με συνημμένους πίνακες των εν λόγω Οργανισμών. Και ότι παράλληλα δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα και με παρακράτηση ποσών που θα έπρεπε να αποδοθούν στην "ΟΠΑΠ Α.Ε.", καθώς οι καθαρές εισπράξεις των παιχνιδιών που θα έπρεπε να αποδοθούν κατά τις κρίσιμες λογιστικές περιόδους, αφαιρουμένης της προμήθειας του πράκτορα, ανέρχονται στο ποσό των 192.077,67 ευρώ, όπως αναλύονται κατά παιχνίδι στους πίνακες που περιλαμβάνονται στο από 25.9.2006 έγγραφο του ΟΠΑΠ. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την παραπεμπτική διάταξή του ως προς την άνω πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποία ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β', 370 στοιχ. β' και 485 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως Συμβουλίου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει γα αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30-6-2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 του ίδίου Κώδικα, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003. Στην προκείμενη περίπτωση, παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με το προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός στη ..... στις 17.7.2002, 17.8.2002 και 17.9.2002. Το έγκλημα, όμως, αυτό, απειλούμενο από το νόμο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, είναι πλημμέλημα (άρθρα 18 εδ. β' και 216 παρ.1 του ΠΚ) και έχει υποπέσει ήδη σε παραγραφή, αφού από την τέλεσή του μέχρι σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς εν τω μεταξύ, να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού ληφθεί υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει έναν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ), πρέπει α) αυτεπαγγέλτως, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα, και δη, αναφορικά με την άνω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα για την πράξη αυτή ποινική δίωξη και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει το υπ' αριθ. 839/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και δη αναφορικά με την πλημμεληματική πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ στη ..... στις 17.7.2002, 17.8.2002 και 17.9.2002. ΠΑΥΕΙ οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω κατηγορουμένου για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 23 Ιουλίου 2007 αίτηση του πιο πάνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αναίρεση του ανωτέρω υπ' αριθ. 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να δικαστεί: α) για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση 375 παρ. 1 εδ. β΄, 98 ΠΚ και β) για πλημμεληματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση. Μοναδικός λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφού το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο άνω βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την άνω κακουργηματική πράξη και τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αναφορικά δε με το άνω πλημμέλημα, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων στις 17-7-02, 17-8-02 και 17-9-02 έχει υποπέσει ήδη αυτό σε παραγραφή, αφού από τότε μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Κατόπιν τούτων, α) αναιρεί εν μέρει για το άνω πλημμέλημα και παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και β) απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 721/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Σεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...και ήδη κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, περί αναιρέσεως της 190, 190α, 191, 204, 205, 206/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1503/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 308 § 1α ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το επόμενο άρθρο 309 αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 § 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακολούθως, το άρθρο 310 ορίζει στην παρ. 1, ότι αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, στην παρ. 2, ότι βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και στην παρ. 3, ότι, αν ο υπαίτιος επεδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρο 308 ΠΚ), αλλά και της επικίνδυνης (άρθρο 309 ΠΚ), και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει, είτε από αμέλεια (άρθρο 29 § 1 ΠΚ), είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 § 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικώς δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος σκοπός, ο οποίος, αφού συνυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 306 του ΠΚ, όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών (παρ. 1). Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά βλάβη στην υγεία του επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, β) το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι (6) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο (υπαλλακτικά μικτό), τελείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια) β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λ.π. του δράστη. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος του εγκλήματος της έκθεσης, σε στενή έννοια, υπάρχει όταν με μια θετική ενέργεια του δράστη, το θύμα μετατοπίζεται από ασφαλή θέση σε μια ανασφαλή και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο ζωής (ή σωματικής ακεραιότητας). Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, πρέπει να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του και να μην αναμένεται με ασφάλεια ή έστω μεγάλη πιθανότητα βοήθεια απ' έξω για την αποτροπή του κινδύνου. Ο δεύτερος δε τρόπος πραγμάτωσης του εγκλήματος "η άφεση αβοήθητου", ως έγκλημα γνήσιο παράλειψης, διαρκές και ουσιαστικό, (αφού το αποτέλεσμα είναι η διακινδύνευση του θύματος),συντελείται,όταν ο δράστης αφήνει αβοήθητο πρόσωπο, δηλαδή δεν παύει ή δεν εξουδετερώνει τον κίνδυνο που απειλεί το πρόσωπο που έχει στην προστασία του ή που του έχει την υποχρέωση διατροφής και περίθαλψης ή μεταφοράς κλπ. Σε αντίθεση με την έκθεση σε στενή έννοια, εδώ το θύμα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου, χωρίς και πάλι να είναι πιθανή από αλλού η βοήθειά του. Για την πραγμάτωση του δεύτερου αυτού τρόπου του εγκλήματος της έκθεσης δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλειφθεί, με την έννοια του τοπικού χωρισμού, το θύμα αβοήθητο, αλλά αρκεί να αφεθεί τούτο αβοήθητο. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο έστω και ενδεχόμενο, να αποδέχεται δηλαδή ο δράστης τον κίνδυνο για τη ζωή (ή τη σωματική ακεραιότητα) του θύματος και όχι το θάνατο (ή τη σωματική του βλάβη), διότι, αν συμβαίνει το δεύτερο, υπάρχει απόπειρα ανθρωποκτονίας (ή σωματικής βλάβης). Ο δράστης αποδέχεται τον κίνδυνο για τη ζωή (ή την σωματική ακεραιότητα), όταν ελπίζει ότι ο θάνατος (ή η σωματική βλάβη) δεν θα επέλθει. 2.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή την επιβολή μειωμένης ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας των κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων. Στην προκειµένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ... Ο κατηγορούµενος Χ1 υπηρετούσε ως ιατρός - νευροχειρούργος στη νευροχειρουργική κλινική του ... . Στην ίδια κλινική συνυπηρετούσαν επίσης ως νευροχειρούργοι και οι ιατροί Κ1, Ψ1, Ψ2 και Κ2, όλοι µαζί δε αποτελούσαν µία επιστηµονική µονάδα µε πολυετή συνεργασία και είχε αναπτυχθεί µεταξύ τους σχέση εµπιστοσύνης. Μάλιστα ο κατηγορούµενος και ο Ψ1 γνωρίζονταν από εικοσαετίας και συνυπηρετούσαν στην άνω κλινική του ... επί δεκατρία συναπτά έτη. Χρέη Διευθυντού στο νευροχειρουργικό τµήµα του παραπάνω Νοσοκοµείου εκτελούσε ο Κ1, ο οποίος ήταν και υπεύθυνος για την κατανοµή των υπηρεσιών µεταξύ των υπηρετούντων του τµήµατός του. Όµως, ο κατηγορούµενος είχε αρχίσει να νοιώθει µειονεκτικά σε σχέση µε τους υπόλοιπους συναδέλφους του, ενώ θεωρούσε ότι ανελάµβανε υποδεέστερες των ικανοτήτων του εργασίες, λιγότερες χειρουργικές επεµβάσεις και περισσότερες και δυσκολότερες εφηµερίες. Έτσι, πιστεύοντας ότι είναι παραγκωνισµένος από την υπόλοιπη οµάδα των ιατρών, άρχισε να αποµονώνεται και να καλλιεργεί αντιπάθεια για τα πρόσωπα των συναδέλφων του Ψ1 και Ψ2. Έχοντας υπόψη του όσα θεωρούσε ότι τον µείωναν και τον αδικούσαν, δεν προέβη σε υποβολή παραπόνων στον άνω Διευθυντή της κλινικής, ούτε στους άνω συναδέλφους του, ούτε όµως και προέβη σε οιαδήποτε άλλη νοµότυπη ενέργεια προκειµένου να δικαιωθεί, αλλά συνέλαβε στο µυαλό του και στη συνέχεια έθεσε σε εφαρµογή µε µεθοδικότητα και έξυπνο τρόπο το εξής σχέδιο εξασθένησης των ιατρών που αντιπαθούσε ιδιαιτέρως. Λόγω δε της παραπάνω ιδιότητάς του είχε εύκολη πρόσβαση σε φαρµακευτικά σκευάσµατα και γνώριζε άριστα τις συνέπειες χορήγησης των φαρµακευτικών ουσιών, µε τις οποίες θα µπορούσε να φθείρει σοβαρά, αργά και σταθερά, χωρίς µάλιστα να γίνεται αντιληπτός, την υγεία των ως άνω συναδέλφων του ιατρών. Έτσι, αυτός (κατηγορούµενος) κατά το χρονικό διάστηµα από Οκτώβριο του ... µέχρι την ...(οπότε συνελήφθη), έχοντας εύκολη πρόσβαση στα φλιτζάνια του καφέ που έπιναν οι συνάδελφοί του, αφού όλοι οι ιατροί είχαν κοινό γραφείο, έριχνε κατά τις πρωϊνές ώρες, χωρίς να γίνει αντιληπός και λαμβάνοντας ιδιαίτερες προφυλάξεις, με σύριγγα στα φλυτζάνια που περιείχαν καφέ, των Ψ1 και Ψ2, το φαρµακευτικό παρασκεύασµα Dormicum, το οποίο κυκλοφορεί σε αµπούλες ενέσιµου διαλύµατος και περιέχει ως δραστικό συστατικό τη Μιδαζολάµη, η οποία είναι ισχυρή ναρκωτική ουσία, που ανήκει στην κατηγορία των βενζοδιαζεπινών και χρησιµοποιείται στην αναισθησιολογία για προνάρκωση, εισαγωγή στην αναισθησία και καταστολή ασθενών που χειρουργούνται µε περιοχική αναλγησία. Ας σηµειωθεί δε ότι υπερβολική δοσολογία του παραπάνω παρασκευάσµατος µπορεί να οδηγήσει σε κώµα, κατάργηση των αντανακλαστικών, καρδιοαναπνευστική καταστολή και άπνοια. Ενώ, αν κάποιος λαµβάνει ταυτόχρονα µε το Dormicum και άλλα κατασταλτικά φάρµακα µπορεί να προκληθεί σοβαρή καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήµατος που µπορεί να οδηγήσει ακόµη και στο θάνατο. Την ως άνω πράξη του επανέλαβε τουλάχιστον είκοσι φορές όσον αφορά στον Ψ1 και τουλάχιστον επτά φορές όσον αφορά στον Ψ2. Αποτέλεσµα των παραπάνω επαναλαµβανόµενων συστηµατικών ενεργειών του κατηγορουµένου ήταν να οδηγούνται οι παθόντες, άλλοτε σε πλήρη απώλεια συνειδήσεως - κώµα - µε συµπτώµατα µύσης, απουσία αντιδράσεων στα ηχητικά και επώδυνα ερεθίσµατα, ρεγχάζουσα αναπνοή και απώλεια µνήµης (αµνησία), άλλοτε σε έκπτωση του επιπέδου συνειδήσεως µε συµπτώµατα τις µηχανικές και αυτοµατοποιηµένες κινήσεις, τις ονειρικές καταστάσεις και την υπνηλία. Τα συµπτώµατα αυτά δηµιουργούσαν άµεσο κίνδυνο για τη ζωή των παθόντων προκαλούσαν, κατά περίπτωση, βαριά σωµατική βλάβη και διαρκούσαν από λίγες ώρες µέχρι δύο ηµέρες τη λήψη του φαρμάκου. Ουδείς στο νοσοκομείο μπορούσε να βοηθήσει τους παθόντες διότι δεν µπορούσαν να διακριβωθούν τα αίτια των συµπτωµάτων που τους συνέβαιναν. Συγκεκριµένα, την..., περί ώρα 11.30 ο Ψ1, ενώ εργαζόταν στο νοσοκοµείο, περιέπεσε αιφνιδίως σε βαθύτατο κώµα, από το οποίο συνήλθε µετά την πάροδο 36 ωρών, χάρη στην άµεση επέµβαση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του νοσοκοµείου. Υπεβλήθη σε διαγνωστικές εξετάσεις προκειµένου να διερευνηθούν τα αίτια της ως άνω ασθενείας του. Οι διαγνωστικές εξετάσεις έγιναν στο διαγνωστικό κέντρο ... και στη νευρολογική κλινική... και ο Ψ1 αντιµετωπίστηκε ως πάσχων από επιληπτικές κρίσεις κροταφικού λοβού. Τα συµπτώµατα υπνηλίας και ονειρικών καταστάσεων συνεχίστηκαν µέχρι τις καλοκαιρινές διακοπές οπότε ο Ψ1 ανεχώρησε για τη Γαλλία. Όµως, από το µήνα ..., ο κατηγορούµενος συνέχισε την εγκληµατική του δράση µε αποτέλεσµα οι κρίσεις του Ψ1 να λάβουν περιοδικό χαρακτήρα και να συµβαίνουν κάθε Τρίτη µεσηµέρι και µάλιστα λίγες ώρες µετά την κατάποση του πρωινού καφέ. Τα παραπάνω συµπτώµατα οδήγησαν στην πρόκληση τροχαίου ατυχήµατος και δη στη σύγκρουση, τον ..., του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ψ1 µε άλλα αυτοκίνητα στο .... Και αυτό γιατί κατά την ώρα της οδήγησης ο παθών αισθάνθηκε ξαφνική υπνηλία. Επειδή δε η κατάσταση του ανωτέρω παθόντος δεν βελτιωνόταν αποφασίσθηκε το Φεβρουάριο του ..., η αποστολή δείγµατος των ούρων και του αίµατός του στο εργαστήριο Ιατροφαρµακευτικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστήµιου Αθηνών, όπου και ανιχvεύτηκε, µεταξύ άλλων, ποσότητα µιδαζολάµης σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η οποία όμως δε δικαιολογείτο να υπάρχει στον οργανισµό του παθόντος. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουµένου, οδήγησαν τον παθόντα σε βαθύτατο κώµα την ... µε αποτέλεσµα να ανακτήσει τις αισθήσεις του µετά από 12 ώρες. Από δε τις ... που ο παθών Ψ1 πήρε τα αποτελέσµατα του τοξικολογικού ελέγχου και µέχρι τις ... (που συνελήφθη ο κατηγορούµενος) ο κατηγορούµενος είχε ρίξει φάρµακο στους καφέδες του Ψ1 άλλες τρεις φορές περίπου. Παράλληλα, κατά το ίδιο χρονικό διάστηµα παρόµοια συµπτώµατα, αλλά ηπιότερα, εµφάνιζε και ο ιατρός Ψ2. Συγκεκριµένα, την .... απώλεσε τη συνείδησή του αρκετές ώρες, µεταφέρθηκε στον αξονικό τοµογράφο του νοσοκοµείου και του τοποθετήθηκε φλεβοκαθετήρας. Εντός του έτους ..., τον Ιανουάριο δύο φορές, το Φεβρουάριο δύο φορές και από µία φορά το Μαίο και τον Ιούνιο, ο ως άνω παθών κατά τις πρωινές ώρες, κατά την εργασία του στο νοσοκοµείο αισθάνθηκε συµπτώµατα υπνηλίας, που οδήγησαν στην ύπνωσή του για µερικές ώρες. Μάλιστα, σε ένα από αυτά τα επεισόδια αυτός (παθών) κινδύνευσε να πέσει στις σκάλες του νοσοκοµείου και να τραυµατισθεί θανάσιµα αλλά συγκρατήθηκε από το συνάδελφό του ιατρό Κ2. Και ο Ψ2 υπεβλήθη σε πλήθος ιατρικών εξετάσεων, χωρίς να ανευρεθεί η αιτία, αντιµετωπίστηκε δε ως πιθανόν πάσχων από λανθάνοντα διαβήτη µε υπογλυκαιµικές κρίσεις. Τελικώς, ο Ψ1 άρχισε να υποψιάζεται ότι ενδεχοµένως κάτι πρέπει να συµβαίνει µε τον καφέ του, γι' αυτό και την ... και την ... περισυνέλεξε τρία δείγµατα από διαδοχικά ροφήµατα του καφέ του και µία σύριγγα που βρέθηκε στον κάλαθο απορριµµάτων του γραφείου των ιατρών και τα απέστειλε στο εργαστήριο Ιατροφαρµακευτικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστηµίου Αθηνών για έλεγχο, το οποίο διαπίστωσε ανίχνευση περιεκτικότητας µιδαζολάµης. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε τον Ψ1 στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πειραιώς προκειµένου να εντοπιστεί ο δράστης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, στις ...στο χώρο του γραφείου των επιµελητών της κλινικής, όπου βρίσκονταν οι γιατροί Ψ1, Κ1, Κ2 και Ψ2, ο κατηγορούµενος, κατά τη στιγµή που έρριπτε εκ νέου µε σύριγγα Dormicum στο φλιτζάνι του καφέ του Ψ1 έγινε αντιληπτός από τον παθόντα, µε αποτέλεσµα να ειδοποιηθεί η αστυνοµία και να συλληφθεί, ενώ εξάλλου οµολόγησε την πράξη του. Κατά τη στιγµή της σύλληψής του, διαπιστώθηκε µετά από σωµατική έρευνα, ότι κατείχε µεταξύ άλλων, 6 σύριγγες 10 κυβικών εκατοστών περιέχουσες ίχνη µιδαζολάµης και λιδοκάίνης και 2 σύριγγες όγκου 5 κυβικών εκατοστών που περιείχαν ίχνη µιδαζολάµης και λιδοκαϊνης. Η συγκέντρωση µιδαζολάµης ανερχόταν σε 3,8 mg/ml. Σε έρευνα που έγινε στον ατοµικό του σάκο ανευρέθηκαν, µεταξύ άλλων, µία σύριγγα των 10 κ.εκ. που περιείχε µιδαζολάµη και 4 σύριγγες που περιείχαν Dormicum. Οι ενέργειες του κατηγορουµένου θα µπορούσαν να είχαν σαν στόχο όχι µόνο του ιατρούς Ψ1 και Ψ2, αλλά και τους ασθενείς του Νοσοκοµείου, εάν κάποια χειρουργική επέµβαση άρχιζε νωρίτερα από το χρόνο της επενέργειας του φαρµάκου (ύπνος) όπως π.χ. γίνεται κατά τη γενική εφηµερία, όταν οδηγούνται ασθενείς εκτάκτως και κατευθείαν στο χειρουργείο µετά τον αξονικό τοµογράφο. Από τις ανωτέρω επαναλαµβανόµενες επί µακρό χρόνο ενέργειες του κατηγορουµένου κατά των δύο συναδέλφων του και την άριστη γνώση εκ µέρους του, λόγω του ιατρικού του επαγγέλµατος, των συνεπειών της χορήγησης της ως άνω φαρµακευτικής ουσίας, σε συνδυασµό µάλιστα µε το ότι γνώριζε πως ο Ψ1 ελάµβανε ταυτόχρονα και αντιεπιληπτική φαρµακευτική αγωγή, από την οποία µπορούσε να προκληθεί σοβαρή καταστολή του κεντρικού συστήµατος ή και θάνατος, προκύπτει σαφώς η πρόθεση αλλά και ο σκοπός του να προκαλέσει στους παθόντες τις παραπάνω βαριές σωµατικές βλάβες, αφού δεν του αρκούσε να τους τιµωρήσει µία έστω φορά αλλά θέλησε και επιδίωξε να φθείρει σοβαρά, αργά και σταθερά την υγεία τους, χωρίς δε, και να µπορεί να γίνει αντιληπτή εύκολα και γρήγορα η αιτία της φθοράς της υγείας τους. Ο κατηγορούµενος, κατά την απολογία του αποδέχθηκε εν µέρει τις πιο πάνω πράξεις του µόνον όσον αφορά τον Ψ1, ενώ αρνήθηκε αυτήν όσον αφορά τον Ψ2. Όµως, τα προαναφερθέντα πραγµατικά περιστατικά και οι πρωτοφανείς για τα ιατρικά δεδοµένα ενέργειες του κατηγορούµενου σαφώς προέκυψαν ιδίως από τις καταθέσεις των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού του ως άνω νοσοκοµείου. Κανείς από τους ανωτέρω ιατρούς ή τους εξετασθέντες του νοσηλευτικού προσωπικού δεν συµµερίστηκε την άποψη του κατηγορουµένου, ο οποίος και δεν µπόρεσε να τη στοιχειοθετήσει επαρκώς, αναφέροντας δηλαδή συγκεκριµένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει όντως, ότι δηλαδή η συµπεριφορά του Ψ1 τον προσέβαλε και τον µείωνε ως άνθρωπο και ως καταξιωµένο επαγγελµατία. Οι παραπάνω δε καταθέσεις δεν µπορούν να αναιρεθούν από τις καταθέσεις των µαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι είναι φίλοι και γνωστοί του κατηγορουµένου από το οικογενειακό του περιβάλλον και η σύζυγός του, οι οποίοι αδυνατούν λόγω του συνδέσµου τους µε αυτόν ακόµη και να πιστέψουν αυτά που σύµφωνα µε τα αποδειχθέντα διέπραξε. Εξάλλου, αυτοί γνώρισαν τον κατηγορούµενο ως ευγενικό και ευαίσθητο άνθρωπο µέσα στο ήρεµο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, στο οποίο δεv αναπτύσσονται έριδες και ανταγωνισµοί και όχι κάτω από τις συνθήκες της απαιτητικής και ανταγωνιστικής εργασίας του. Το γεγονός ότι υπήρχε φόρτος εργασίας και ο κατηγορούµενος έκανε εφηµερίες σε τριήµερα κλπ που αναφέρει ο ίδιος και οι µάρτυρες υπερασπίσεώς του θεωρείται σύνηθες και αναµενόµενο για τις συνθήκες εργασίας των ιατρών και δη σε δηµόσιο νοσοκοµείο και µάλιστα στο ... που εξυπηρετεί µεγάλο αριθµό ασθενών. Περαιτέρω, αν ο κατηγορούµενος αδικείτο, αδικαιολόγητα, όπως αναφέρθηκε, µπορούσε να προβεί ευθέως σε υποβολή παραπόνων στον Διευθυντή της κλινικής ή και στον ίδιο τον Ψ1, τον οποίο γνώριζε επί τόσα πολλά χρόνια, όπως θα ανέµενε κανείς να πράξει, ως ώριµος άνθρωπος, ή ακόµη και στην έσχατη περίπτωση να παραιτηθεί από τη θέση του, δυνάµενος να ανεύρει εύκολα άλλη εργασία λόγω των πολλών επαγγελµατικών του προσόντων και όχι να συλλάβει µε άριστη µεθοδικότητα και υποµονή το σχέδιο εξασθένησης του συνεργάτη και συναδέλφου του Ψ1. Ο κατηγορούµενος ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειές του οφείλονταν στην ψυχική του υγεία που ήταν κλονισµένη, ζήτησε δε να εφαρµοστεί η διάταξη του άρθρου 36 Π.Κ. Αναφορικά µε τον ισχυρισµό αυτό του κατηγορουµένου και το συναφές αίτηµά του, πρέπει να σηµειωθεί ότι σύµφωνα µε τις από ... και από ... εκθέσεις των ψυχιάτρων ... και ..., οι οποίοι διενήργησαν ψυχιατρική πραγµατογνωµοσύνη, κατόπιν σχετικής διατάξεως της Ε' Ανακρίτριας Πειραιώς, ο κατηγορούµενος ούτε κατά το χρόνο διαπράξεως των ως άνω πράξεών του, ούτε κατά το χρόνο συντάξεως των εκθέσεων έπασχε από κάποια ψυχική νόσο που να επηρέαζε την ικανότητά του προς καταλογισµό. Με τις ως άνω εκθέσεις συµφωνεί και η από ... έκθεση του νευρολόγου ψυχιάτρου ..., τεχνικού συµβούλου της πολιτικής αγωγής. Σύµφωνα δε µε την από ..., έκθεση του ψυχιάτρου ..., τεχνικού συµβούλου του κατηγορουµένου, ο τελευταίος έπασχε από κατάθλιψη κατά το χρόνο διάπραξης των ως άνω πράξεών του που επηρέαζε την κρίση του, η οποία ήταν διαταραγµένη ώστε να µην είναι απολύτως σε θέση να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. Ο µάρτυρας δε υπερασπίσεως Υ1, ο οποίος, όπως κατέθεσε, εξέτασε τον κατηγορούµενο πριν τη φυλάκισή του, τοποθετεί ως έναρξη της κατάθλιψης το ..., στηριζόµενος όµως µόνο στα συµπτώµατα που του περιέγραψε ο κατηγορούµενος και όχι σε άλλες πηγές. Από την εκτίµηση των παραπάνω εκθέσεων και την κατάθεση του τελευταίου αυτού µάρτυρα υπεράσπισης (Υ1) σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι ο κατηγορούµενος: α) έδρασε µε µεθοδικότητα και επιτηδειότητα για µεγάλο χρονικό διάστηµα, χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν, β) χρησιµοποίησε για τις εγκληµατικές ενέργειές του τις εξειδικευµένες ιατρικές γνώσεις του όχι για το σκοπό που επιβάλλει η ιατρική επιστήµη του, δηλαδή για την προάσπιση της ανθρώπινης ζωής, αλλά για να εκδικηθεί τους συναδέλφους του και για λόγους επαγγελµατικής αντιζηλίας, κινούµενος από ταπεινά αίτια, γ) ενήργησε κατόπιν σχεδίου, το οποίο συνέλαβε και εφάρµοσε µακροχρόνια, αλάνθαστα, ψύχραιµα, συστηµατικά, µεθοδικά και υπό συνθήκες ψυχολογικής ηρεµίας και δ) ενήργησε γνωρίζοντας πολύ καλά τις συνέπειες των πράξεών του, αδιαφορώντας πλήρως για τη ζωή και την υγεία των παθόντων, αλλά και των ασθενών που εξαρτώντο από αυτούς, το Δικαστήριο τούτο οδηγείται στην κρίση ότι δεν προκύπτουν στοιχεία νοσηρής διατάραξης των πνευµατικών λειτουργιών του κατηγορουµένου εξ αιτίας της οποίας να προκαλείται ανικανότητα ή μείωση του καταλογισμού του κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεών του. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιµος ο σχετικός ισχυρισµός του. Με βάση όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο κατηγορούµενος τέλεσε τις πράξεις της βαριάς σωµατικής βλάβης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή τετελεσµένη και σε απόπειρα και της έκθεσης κατά συρροή, κατά τα αντικειµενικά και υποκειµενικά αυτών στοιχεία, αφού µε πρόθεση προξένησε κίνδυνο ζωής στους παθόντες και τους προκάλεσε βαριά σωµατική βλάβη, εµποδίζοντάς τους σηµαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιµοποιούν το σώµα και τη διάνοιά τους, επιδιώκοντας το ως άνω αποτέλεσµα, ενώ στη συνέχεια µε πρόθεση άφησε αυτούς αβοήθητους, µε κίνδυνο της ζωής και της υγείας τους, αφού παρέλειψε να εξουδετερώσει το σχετικό κίνδυνο µε την υπόδειξη των κατάλληλων µέτρων για την αντιµετώπισή τους. Συνεπώς, δεν συντρέχει νόµιµη περίπτωση µεταβολής της κατηγορίας ούτε σε απλή σωµατική βλάβη (άρθρ. 308 ΠΚ), αφού, όπως προεκτέθηκε οι σωµατικές βλάβες που προκλήθηκαν στους παθόντες ήσαν βαριές, εµποδίζοντας αυτούς σηµαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιµοποιούν το σώµα και τη διάνοιά τους, αλλά ούτε σε επικίνδυνη σωµατική βλάβη (άρθρ. 309 ΠΚ), αφού αποδείχθηκε ότι µε τις ως άνω ενέργειες του κατηγορουµένου όχι µόνο µπορούσε να προκύψει κίνδυνος ζωής ή βαριά σωµατική βλάβη, αλλά πράγµατι προέκυψαν και κίνδυνος ζωής και βαριά σωµατική βλάβη στους παθόντες. Εποµένως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιµοι οι σχετικοί ισχυρισµοί του κατηγορούµενου. Η βαρύτητα δε των πράξεών του, ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεώς τους, τα ταπεινά αίτια που τον ώθησαν και η προσωπικότητά του σε συνδυασµό µε το κοινωνικό λειτoύργηµα που έπρεπε να επιτελεί, µαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκληµάτων στο µέλλον. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούµενος των αποδιδοµένων σ' αυτόν πράξεων της βαριάς σκοπούµενης σωµατικής βλάβης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή τετελεσµένης και σε απόπειρα από ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη και της έκθεσης κατά συρροή, µε την ελαφρυντική όµως περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούµενος έζησε ως το χρόνο των ως άνω πράξεών του έντιµη ατοµική, οικογενειακή, επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή. Και να απορριφθούν οι σχετικοί ισχυρισµοί του κατηγορουµένου περί συνδροµής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. γ', δ' και ε' Π.Κ για τους εξής λόγους: α) δεν προέκυψε οιαδήποτε ανάρµοστη συµπεριφορά των παθόντων ούτε < αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούµενος παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη σε βάρος του πράξη, ώστε να οδηγηθεί στην τέλεση των πράξεών του β) δεν αποδείχθηκε ότι µεταµελήθηκε ειλικρινά επιδιώκοντας να άρει ή να µειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, αφού είχε µεγάλο χρονικό περιθώριο (είκοσι µήνες) να σταµατήσει τις εγκληµατικές του πράξεις ή τουλάχιστον να αποτρέψει τον παθόντα Ψ1 από τη λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής, ενώ ήταν υγιής και γ) δεν αποδείχθηκε ότι συµπεριφέρθηκε καλά για σχετικό µεγάλο διάστηµα µετά τις πράξεις του, αφού δεν προέκυψαν θετικά στοιχεία της συµπεριφοράς του, έναντι των παθόντων ή του κοινωνικού συνόλου, ενώ δεν αρκεί η παθητική συµπεριφορά του και µάλιστα ενόψει της διεξαγωγής της δίκης...." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα καθώς και για την πράξη της έκθεσης κατά συρροή και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και είκοσι (20) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε ένοχο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98, 306 παρ.1 και 310 παρ.1,2 και 3 του ΠΚ τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι η αιτιολογία της αποφάσεως αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων είναι ελλειπής δεδομένου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού και στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο δεν μνημονεύονται ειδικώς οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης οι οποίες περιέχονται στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν είναι αβάσιμη. Τούτο δε διότι ναι μεν στο προοίμιο του σκεπτικού δεν γίνεται σχετική μνεία, όμως στο κυρίως σκεπτικό και κατά την αντιμετώπιση του τεθέντος ζητήματος της ψυχικής υγείας του κατηγορουμένου, στο πλαίσιο της έρευνας του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, το δικαστήριο ειδικώς αναφέρεται στις εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων που διορίσθηκαν με παραγγελία του Ανακριτή, στις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων της πολιτικής αγωγής και του κατηγορουμένων τις οποίες αξιολογεί και παραθέτει σκέψεις επί τη βάσει των οποίων δέχεται το πόρισμα των πραγματογνωμόνων και απορρίπτει εκείνο του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου. Η υπ' αριθμ. ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης πειστηρίων της ..., δεν συνιστά, κατά την έννοια του άρθρου 178 ΚΠΔ ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε, ως αβασίμως επικαλείται ο αναιρεσείων, να μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά είναι έκθεση-έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 148 του ίδιου κώδικα και ως τέτοιο ελήφθη υπόψη και εκτιμήθηκε από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει, δηλαδή ως έγγραφο εκτιμήθηκε και η υπ' αριθμ. ... ψυχιατρική γνωμάτευση του ..., ψυχιάτρου ιατρού στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ... η οποία συντάχθηκε την ημέρα έναρξης της δίκης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι παρά τις αντιρρήσεις του ότι το δικαστήριο επέτρεψε την εξέταση της μάρτυρα ... είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Δεν εκτίθεται από πού απορρέει το δικαίωμα του να ζητήσει την μη εξέταση αυτής και ποία διάταξη παρεβίασε το δικαστήριο ώστε να θεμελιώνεται κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 πατ.1 αναιρετικούς λόγους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά δε το σκέλος με το οποίο αποδίδεται αιτίαση για την εξέταση της παραπάνω μάρτυρα είναι απαράδεκτος. Τέλος αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, πέραν εκείνης του προτέρου εντίμου βίου την οποία το δικαστήριο δέχθηκε. Επί του ζητήματος αυτού, το δικαστήριο με τις παραπάνω παραδοχές του, απήντησε ειδικώς επί του αιτήματος του κατηγορουμένου και διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις από τις οποίες κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι α) δεν προέκυψε ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων β) ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε ειλικρινά και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του και γ) συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. 3.- ¨Ελλειψη ακροάσεως, η οποία δημιουργεί σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και θεμελιώνει, εφόσον δεν καλυφθεί, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β'του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠΔ, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφανθεί σε υποβληθείσα αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου η οποία αναφέρεται στην άσκηση δικαιωμάτων παρεχόμενων σ' αυτόν από τον νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δικαστήριο δεν απάντησε σε υποβληθέν αίτημά του το οποίο από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι διατυπώθηκε ως εξής, κατά λέξη ".. ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να ερωτηθεί ο μάρτυρας Ψ1 πως λέγεται ο νευρολόγος του και να κληθεί αυτός για να εξετασθεί...". Επί του αιτήματος αυτού το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και από την παράλειψή του αυτή δεν δημιουργήθηκε ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακροάσεως διότι ότι το αίτημα αυτό αορίστως υποβλήθηκε αφού δεν προσδιορίζεται παντάπασι επί ποίων θεμάτων, κρισίμων για την έρευνα της υποθέσεως, θα κληθεί να καταθέσει ο ως άνω ιατρός, το όνομα του οποίου, να σημειωθεί, ο αναιρεσείων αγνοούσε κατά τον χρόνο υποβολής του σχετικού αιτήματος. Συνεπώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της σχετικής ακυρότητας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του εγγράφου, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα υπό τους αύξοντες αριθμούς 46, 47, 48, 50 και 52 και συγκεκριμένα α) φωτοτυπία έξι σελίδων βιβλίου με τον τίτλο ιατροδικαστική-τοξικολογία-Αντ.Κουτσελίνη β) φωτοτυπίες από το βιβλίο μαθήματα νευρολογίας των Σ. Σκαρπαλέζου-Σ.Μαλιάρα γ) αποσπάσματα από το βιβλίο με τον τίτλο Κλινική Νευρολογία δ) αποσπάσματα από το βιβλίο με τίτλο Ηθική παρενόχληση ε) δημοσίευμα του περιοδικού Βιολογική Ψυχιατρική και Νευρολογία με τίτλο Επιληψία και Ψυχικές διαταραχές, για τα οποία δεν αναφέρεται το περιεχόμενο τους ή των αποσπασμάτων αυτών και η ημερομηνία του τελευταίου δημοσιεύματος. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επισημαίνεται και προκύπτει από τα πρακτικά της συζητήσεως ότι μετά την ανάγνωση όλων των εγγράφων, δόθηκε ο λόγος σε όλους τους παράγοντες της δίκης να εκφέρουν σχόλια και παρατηρήσεις επί του περιεχομένου τους, ειδικώς δε οι συνήγοροι του κατηγορουμένου προέβησαν σε επιλεκτικό σχολιασμό ορισμένων μόνον εγγράφων και ουδεμία παρατήρηση υπέβαλαν για τα παραπάνω έγγραφα για τα οποία τώρα προβάλλουν ανεπαρκή προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για την την προεκτεθείσα αιτία. 5.- Τέλος από την παραδοχή της αποφάσεως με την οποία ο κατηγορούμενος χαρακτηρίζεται ως δράστης ιδιαίτερα επικίνδυνος, το δικαστήριο δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δηλαδή δεν απήτησε την επικινδυνότητα του δράστη ως επί πλέον στοιχείο για τη συγκρότηση των εγκλημάτων των άρθρων 306 και 310 του Π.Κ, αλλά την επικινδυνότητά του αυτή, μαζί με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιατρού, τα ταπεινά αίτια τα οποία δέχεται ότι τον ώθησαν αυτόν και την αντικοινωνικότητα της συμπεριφοράς του, τα εξετίμησε ως προσδιοριστικά στοιχεία της προσωπικότητάς του και ως μέτρον επιβολής της ποινής. Επομένως και ο τελευταίος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 190, 190α, 191, 204, 205, 206/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
α) Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. Β) Έκθεση. Έννοια σχετικών διατάξεων. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλήρης αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη αναιρετικών λόγων για σχετική και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά, Έκθεση.
0
Αριθμός 719/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (Σε συμβούλιο) ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Χριστοδούλου, για αναίρεση της με αριθμό 1.767/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την ..... Με πολιτικούς ενάγοντες τους: 1) .....και 2) ...... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.491/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 418/23.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 32, 138 § 2 και 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 28/6/2008 αίτηση αναίρεσης της ....κατοίκου ...... κατά της υπ'αριθμ. 1767/7-3-2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώα η αναιρεσείουσα της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (άρθρ. 1, 14-18, 26 § 1, 27 § 1, 46 § 1α, 224 § 2-1 Π.Κ.). Επειδή, κατά το άρθρο 506 α' Κ.Π.Δ. την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να ζητήσει ο κατηγορούμενος αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 370 και 486 § 1 Κ.Π.Δ. και άρθρ. 84 Π.Κ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά αθωωτικής αποφάσεως λόγω παραδοχής από το Δικαστήριο έμπρακτης μετάνοιας και όχι κατά οποιασδήποτε άλλης αθωωτικής απόφασης. Επομένως, στη προκειμένη περίπτωση η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που κηρύσσει αθώα την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα "........διότι όσα κατέθεσε η πρώτη (.....) τα κατέθεσε με ιδία πρωτοβουλία και γνώση χωρίς να παρακινηθεί ή να πειστεί από αυτήν" (βλ. σελ. 8 σκεπτικού προσβαλλομένης απόφασης), δεν υπόκειται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναίρεση και συνεπώς πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της ..... ως ασκηθείσα υπό μη δικαιουμένου προσώπου (ΑΠ 1818/89 Π Χρ Μ/865) να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσης (άρθρ. 476 § 1 -583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω: Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 28/6/2008 αίτηση αναίρεσης της .....κατοίκου ...... κατά της υπ'αριθμ. 1767/7-3-08 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώα της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα 15 Οκτωβρίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε, στο σημείο αυτό, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που δήλωσε ότι σύμφωνα με την από 18 Φεβρουαρίου 2009 εξουσιοδότηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης προς αυτόν, που προσκομίζει, παραιτείται από το ως άνω δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και στη συνέχεια, τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη Εξουσιοδότηση και πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, ....., με προφορική δήλωση, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου της, Σωτηρίου Χριστοδούλου, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή, όπως προκύπτει από την επισημείωση στο φάκελο της υποθέσεως από το γραμματέα, παραιτήθηκε από την από 28.6.2008 αίτηση αναιρέσεώς της, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 1.767/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). Για τους λόγους αυτούς Κηρύσσει απαράδεκτη την από 28 Ιουνίου 2008 αίτηση της ....... για αναίρεση της 1.767/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δήλωση Πληρεξουσίου δικηγόρου της, που είχε λάβει την προς τούτο εντολή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 718/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..... που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 57/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1322/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 460/8.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 3/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ..... κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ...., κατά του υπ'αριθ. 57/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδαφ. α' του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω στα άρθρα 54, 55, 56, 57 και 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999), ορίζονται οι άδειες που χορηγούνται στους κρατουμένους και οι προϋποθέσεις της χορήγησής τους. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 54 του πιο πάνω Σωφρονιστικού Κώδικα αναφέρεται, ότι σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης. Στην ίδια δε διάταξη δεν γίνεται λόγος και για δικαίωμα του προσφεύγοντος περί ασκήσεως εφέσεως ή άλλου ενδίκου μέσου κατά της τυχόν αρνητικής απόφασης του ως άνω Συμβουλίου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, καθ'όσον οι αποφάσεις του Συμβουλίου αυτού είναι αμετάκλητες σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 71 του ιδίου παραπάνω κώδικα. Η μη πρόβλεψη δε ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού αρκούντως κρίνεται το δικαίωμα του κρατουμένου να τύχει των υπό του πιο πάνω κώδικα προβλεπομένων αδειών, με την αναφορά του γι'αυτό αρχικά στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Φυλακής και στη συνέχεια στο δευτεροβάθμιο όργανο κρίσης, που αποτελεί το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών (άρθρα 70 § § 1 και 2 και 71 § 7 Ν.2776/1999). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 § 2 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την υπ'αριθμ. 13/2008 έφεσή του, κατά της υπ'αριθμ. 42/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών της Φυλακής Κερκύρας ως συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-12-2007 προσφυγή του περί χορηγήσεως σ'αυτόν εκπαιδευτικής άδειας, δηλαδή εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται άσκηση ενδίκου μέσου και δη εφέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 54 και 71 § 6 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν.2776/1999) και το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του κήρυξε απαράδεκτη την έφεση αυτή, διέταξε την εκτέλεση του εκκληθέντος βουλεύματος και την καταδίκη του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, στα δικαστικά έξοδα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η οποία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 38 του Ν.3160/2003, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά των βουλευμάτων. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 2 του "Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου" της ΕΣΔΑ και το άρθρο 16 του Συντάγματος που επικαλείται ο αναιρεσείων, προστατεύουν την ελευθερία της εκπαίδευσης του ατόμου, που περιέχεται στο γενικώτερο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 του Συντάγματος). Η ελευθερία όμως αυτή μπορεί να περιορίζεται με τις προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού νόμου (άρθρο 5 § 3 του Συντάγματος), όπως είναι εν προκειμένω οι ποινικές διατάξεις για την παράβαση των οποίων κρατείται ο αναιρεσείων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 3/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του ...., κατά του υπ'αριθμ. 57/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Αθήνα 23 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ.1 του ΚΠοινΔ, με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/2003, που ισχύει κατά άρθρο 61 αυτού, από 30-6-2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: " α) Τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) Παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 54 έως 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999), ορίζονται οι όροι και η διαδικασία χορηγήσεως αδειών στους κρατουμένους στα καταστήματα κράτησης. Στο άρθρο 54 παρ.6 του Σωφρονιστικού Κώδικα, αναφέρεται ότι, σε περίπτωση δεύτερης συνεχόμενης απόρριψης της αιτήσεως για χορήγηση αδείας, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, ως Συμβούλιο, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής αποφάσεως. Στην ίδια δε διάταξη δε γίνεται λόγος και για δικαίωμα του κρατουμένου προσφεύγοντος, σε άσκηση εφέσεως ή άλλου ενδίκου μέσου κατά της απορριπτικής αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ενώ ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 7 του Σωφρονιστικού Κώδικα, ότι οι αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών είναι αμετάκλητες. Εξάλλου, κατά ο άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, , όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται κλπ, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κρατούμενος στην κλειστή φυλακή Κέρκυρας, άσκησε τη με αριθ. 13/2008 έφεσή του κατά της με αριθ. 42/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών του άνω Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας, με την οποίαν απορρίφθηκε η από 24-12-2007 προσφυγή του περί χορηγήσεως εκπαιδευτικής άδειας απουσίας από τη φυλακή, δηλαδή εναντίον αποφάσεως Δικαστηρίου, κατά της οποίας δεν προβλέπεται από το νόμο, κατά τα προαναπτυχθέντα, άσκηση ενδίκου μέσου και δη εφέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το προσβαλλόμενο με αριθ. 57/2008 βούλευμά του, κήρυξε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση. Κατά του εν λόγω βουλεύματος, ο κρατούμενος, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσον ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλευμάτων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, αναφορικά με τους προβαλλόμενους ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ότι η μη έρευνα της αιτήσεώς του συνιστά αρνησιδικία και αντιβαίνει στις διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρθρα 2, 6,13) και στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 5, 15 και 16 του Συντάγματος, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η μη πρόβλεψη ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων του παραπάνω προβλεπόμενου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού αρκούντως κρίνεται το δικαίωμα των κρατουμένων να τύχουν των προβλεπόμενων στο νόμο πάσης φύσεως αδειών απουσίας από τη φυλακή, αρχικά σε πρώτο στάδιο ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου της φυλακής και στη συνέχεια, σε δεύτερο στάδιο, στο δευτεροβάθμιο όργανο κρίσεως, που αποτελεί, κατά τα άρθρα 70 και 71 του Ν. 2766/1999, το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά του προαναφερόμενου βουλεύματος του αρμόδιου Δικαστικού Συμβουλίου δεν αντίκειται στα άρθρα 5 , 15 και 16 του Συντάγματος και 2 του Α' Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και προστατεύει το δικαίωμα προς εκπαίδευση, γιατί ο κρατούμενος αναιρεσείων δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, αφού, πλην άλλων, διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου Εκτέλεσης των Ποινών, που λειτουργεί ως δευτεροβάθμιο όργανο. Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό τη ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Επίσης η συνταγματικά προστατευόμενη ελευθερία της εκπαίδευσης του ατόμου, που περιέχεται στο γενικότερο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, μπορεί, κατά το άρθρο 5 παρ.3 του Συντάγματος, να περιορίζεται με τις προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού νόμου, όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ποινικές διατάξεις, για παραβίαση των οποίων, σε εκτέλεση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης Δικαστηρίου, κρατείται ο αναιρεσείων στη φυλακή και οι διατάξεις του Σωφρονιστικού Κώδικα, που προβλέπουν τις συνθήκες κράτησης και τους όρους χορήγησης εκπαιδευτικών αδειών στους κρατουμένους. Συνεπώς, οι παραπάνω αντίθετοι ισχυρισμοί του μη παρασταθέντος αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με την έκθεση αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος( άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 3/11-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατά του με αριθ. 57/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη της αναιρέσεως, ως απαράδεκτης, γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος Συμβ. Εφετών, που απέρριψεν έφεση του προσφεύγοντος καταδίκου ως απαράδεκτη, γιατί στρεφόταν κατά απορριπτικής αποφάσεως του δια των άρθρων 54-58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν. 2776/1999) προβλεπόμενου Δικαστηρίου Εκτέλεσης ποινών, του οποίου όμως οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ουδέν ένδικο μέσο. Η μη πρόβλεψη ως άνω ενδίκων μέσων, στο Σωφρονιστικό Κώδικα, κατά αποφάσεων του Δικαστηρίου Εκτέλεσης ποινών, που κρίνει και τη χορήγηση αδειών στους κρατουμένους, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού αρκούντως κρίνεται το δικαίωμα των κρατουμένων να τύχουν των προβλεπομένων στον Σωφρονιστικό Κώδικα αδειών, αρχικά στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της φυλακής και στη συνέχεια με προσφυγή στο προβλεπόμενο Δικαστήριο εκτέλεσης των ποινών. Επίσης, με την άνω απαγόρευση, δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 2 του “Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου” της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 5 και 16 του Συντάγματος, καθόσον η χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών σε κρατούμενους, αναγόμενη στην ελευθερία εκπαίδευσης και ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, μπορεί να περιορίζεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του Συντάγματος, με τις προϋποθέσεις ενός ουσιαστικού νόμου, όπως είναι ο Ποινικός Κώδικας για παραβίαση του οποίου κρατείται ο αναιρεσείων στη φυλακή και ο Σωφρονιστικός Κώδικας, που ισχύει επί κρατουμένων στις φυλακές και ρυθμίζει τους όρους και τη διαδικασία χορήγησης εκπαιδευτικών αδειών στους κρατουμένους. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 715/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4 και 5. Χ5. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1733/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 542/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠΔ, την με αριθμό 154/2008 αίτηση αναίρεσης, της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., (ασκηθείσα διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Παπανδρουλάκη κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης), κατά του με αριθμό 1357/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκτός των άλλων εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτο γίνεται με βούλευμα. Στη προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κήρυξε απαράδεκτη, την με αριθμό 35/2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του με αριθμό 3738/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν προβλέπεται νόμω όπως εκτίθεται παραπάνω. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-2, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 154/2004 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., οδός ....., κατά του με αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σπ. Παντελής Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή το ν. 3160/2003, που ισχύει από τη δημοσίευσή του (κατά το άρθρο 61 αυτού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 30-6-2003, και με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του οποίου, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, αντίστοιχα, του ΚΠοινΔ, δικαίωμα αναιρέσεως κατά του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, ούτε και κατά του απαλλακτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, ασκήθηκε στις 15-9-2008, δηλαδή μετά την ισχύ του αναφερόμενου νόμου και στρέφεται κατά του με αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμ.35/2008 έφεσή της, κατά του με αριθμό 3738/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των σε αυτό πέντε κατηγορούμενων, για τις σε βαθμό πλημμελήματος διωχθείσες πράξεις, της ψευδούς βεβαιώσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση. Εν όψει όμως του ότι, κατά το χρόνο ασκήσεως της άνω αιτήσεως στις 15-9-2008, μετά δηλαδή την ισχύ του ν. 3160/2003, ο οποίος είναι κρίσιμος για το παραδεκτό της, η πολιτικώς ενάγουσα, δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά οιουδήποτε βουλεύματος, η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Οι ως άνω υπό του νόμου ρυθμίσεις, που ανάγονται στην προθεσμία, το παραδεκτό, στις διατυπώσεις και απαγορεύσεις για την άσκηση εφέσεως και αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου (7ου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 και κατά το οποίο κάθε πρόσωπο, που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη "σε ποινή", έχει το δικαίωμα της επανεξετάσεως της αποφάσεως από ανώτερο Δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι αυτού του δικαιώματος, διέπονται από το νόμο. Ούτε αντίκεινται στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 8, 20 παρ.1 και 93, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για ακώλυτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως υποστηρίζει η πολιτικώς ενάγουσα, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τις ως άνω δικονομικές διατάξεις, (άρθρα 463,476,482 ΚΠοινΔ), ο κοινός νομοθέτης, εκφράζοντας το γενικό και δημόσιο συμφέρον και στοχεύοντας στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, μπορεί να ρυθμίζει την προθεσμία, τον τρόπο, τις διατυπώσεις, τους λόγους και τους όρους ασκήσεως του ενδίκου μέσου, αρκεί να μην ακυρώνεται ή να μην συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος, ενόψει, μάλιστα, του ότι, ούτε το Σύνταγμα, ούτε και η ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, θεσπίζουν δικαίωμα, χωρίς διατυπώσεις και χρονικούς περιορισμούς, ασκήσεως οποιουδήποτε ένδικου μέσου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας, η οποία, μετά σχετική ειδοποίησή της, παραστάθηκε στο Συμβούλιο τούτο και εξέθεσε δια συνηγόρου, τους παραπάνω ισχυρισμούς της και τις απόψεις της στο ακροατήριο προφορικά, και δια εγγράφου υπομνήματος, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η πολιτικώς ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ.154/15-9-2008 αίτηση της Ψ για αναίρεση του με αριθ. αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος, που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση του πολιτικώς ενάγοντος από τον τελευταίο. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη, γιατί ο πολιτικώς ενάγων, μετά την ισχύ του ν. 3160/30-6-2003, κατά τα άρθρα 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, 483 ΚΠΔ, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει έφεσή του ή κατά απαλλακτικού για τον κατηγορούμενο βουλεύματος (ΑΠ 2408/2008, 1599/2008). Οι ως άνω ρυθμίσεις και μετά το Ν. 3160/2003, που ανάγονται στην προθεσμία, το παραδεκτό και στις διατυπώσεις και απαγορεύσεις για την άσκηση εφέσεως και αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου (7ου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 και κατά το οποίο κάθε πρόσωπο, που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη σε ποινή, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι αυτού του δικαιώματος διέπονται από τον νόμο, ούτε αντίκεινται στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8, 20 παρ. 1 και 93, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δίκαιη δίκη, όπως υποστηρίζει η πολιτικώς ενάγουσα, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τις δικονομικές ως άνω διατάξεις, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ρυθμίζει την προθεσμία, τον τρόπο, τις διατυπώσεις και τους λόγους και τους όρους ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εκφράζοντας το γενικό και δημόσιο συμφέρον και στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αρκεί να μην ακυρώνεται ή να μην συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου, ενόψει, μάλιστα, του ότι, ούτε το Σύνταγμα, ούτε και η ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, θεσπίζουν δικαίωμα, χωρίς διατυπώσεις και χρονικούς περιορισμούς, ασκήσεως οποιουδήποτε ένδικου μέσου (ΑΠ 1988/2005, 271/2002). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 714/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., κατοίκου ..... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 62/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 973/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 398/31-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 11/2008 έκθεση αναιρέσεως του ...., κατοίκου ...... και ήδη κρατουμένου στην Φυλακή ....., που ησκήθη δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Πατρών, κατά της υπ'αριθ. 62/28-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή κάθειρξης 18 ετών και 3 μηνών για α) κατοχή ναρκωτικών ουσιών υπό μη τοξικομανούς β) παράνομη κατοχή όπλων γ) παράνομη οπλοφορία δ) Αντίσταση κατά της αρχής και ε) παράνομη είσοδο εις την ελληνική επικράτεια και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει στην δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την δήλωση για αναίρεση (Α.Π. 450/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ' σελ. 977). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπ'αριθ. 11/2008 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ'αριθ. 62/28-2-2008 απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, δια της οποίας κατεδικάσθη εις συνολικήν ποινήν κάθειρξης 18 ετών και 3 μηνών. Η αναίρεση ησκήθη με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στον Διευθυντή της Φυλακής Πατρών, όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ'αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς, τα εξής: ".... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ. 62/28-2-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 18 ετών και 3 μηνών, για κατοχή ναρκωτικών, παράνομη κατοχή όπλων, οπλοφορία, αντίσταση κατά της αρχής κ.λ.π. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και τον νόμο, καθώς και για όσους άλλους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του......". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται ουδείς εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς εις το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ'αριθ. 11/2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατοίκου ....., κατά της υπ'αριθ. 62/28-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι τη 14η Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει, να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχεται νόμιμος λόγος αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς διαλαμβανομένων στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 474 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 509 προκύπτει ότι η έκθεση που δεν περιέχει συγκεκριμένο και σαφή λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναιρετικούς λόγους που περιέχονται σε άλλο, πλην της εκθέσεως, έγγραφο, δήλωση ή υπόμνημα. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (αρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμηση και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την δήλωση για αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη υπ' αριθ. 11/2008 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 62/28-2-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, δια της οποίας ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 18 ετών και 3 μηνών. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο Διευθυντή της Φυλακής ...... όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ' αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως επακριβώς, τα εξής: ".... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ. 62/28-2-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 18 ετών και 3 μηνών, για κατοχή ναρκωτικών, παράνομη κατοχή όπλων, οπλοφορία, αντίσταση κατά της αρχής κ.λ.π. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και τον νόμο, καθώς και για όσους άλλους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του....". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται κανένας από τους διαλαμβανόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προβάλλει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική στη σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας (ΚΠΔ 476 § 1 εδ. τελ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 11/2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατοίκου ..... κατά της υπ' αριθμ. 62/28-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως. Δεν περιέχει λόγο κατά σαφή και ορισμένο τρόπο. Απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 712/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..... κατοίκου ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2007 αίτησή του και την από 24.5.2007 συμπληρωματική, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 959/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 324/12.9.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ? I) Eισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ, την από 27-7-2007 αίτηση του ...., κατοίκου ...., περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 1381/25-10-1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς με την οποία κατεδικάσθη αυτός (και η σύζυγός του) σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση (αρ. 45, 216 § 1 Π.Κ.) και εκθέτω τ' ακόλουθα: ΙΙ) Κατά του αιτούντος και της συζύγου του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την προαναφερθείσα πράξη με βάση έγκληση που υπέβαλε σε βάρος τους ..... και παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς το οποίο με την υπ'αρ. ΑΤ 143/99 απόφαση τους απήλλαξε. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την υπ'αρ. 1381/99 απόφαση της κατεδίκασε στην προαναφερθείσα ποινή διότι: Στην ...... κατά το χρονικό διάστημα από 1η Νοεμβρίου έως 30 Νοεμβρίου 1995 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος νόθευσαν έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση η δεύτερη κατηγορουμένη ..... των εγγράφων αυτών στον Πειραιά την 1-12-1995. Ειδικότερα στις με ημερομηνίες 30-3-1990, 30-6-1990, 25-10-1990, 25-4-1991, 25-6-1991, και 30-8-1991 αποδείξεις πληρωμής ποσών 370.000 δρχ., 250.000 δρχ., 300.000 δρχ., 720.000 δρχ., 170.000 δρχ. και 260.000 δρχ. αντιστοίχως τις οποίες είχε χορηγήσει ο μηνυτής ...... στην δεύτερη κατ. ...... έναντι καταβολής μισθωμάτων για ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε μισθώσει αυτή και χρησιμοποιούσε ως μάνδρα οικοδομικών υλικών, νόθευσαν τα παραπάνω ποσά, διαμορφώνοντάς τα σε 4.370.000 δρχ. 1.250.000 δρχ. 3.300.000 δρχ, 1.720.000 δρχ, 3.170.000 δρχ. και 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως. Στην συνέχεια η δεύτερη κατηγορουμένη προσεκόμισε και επικαλέστηκε τις παραπάνω νοθευθείσες αποδείξεις πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) την 1-12-1995 κατά την συζήτηση της υπ'αρ. 15811/2-11-95 αιτήσεως κατά του μηνυτή, με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της σε βάρος του, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ. ΙΙΙ) Με την υπό κρίση αίτηση και την από 24-5-07 συμπληρωματική τοιαύτη ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη (ως ήδη ανεφέρθη) η υπ'αρ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς διότι: Την ημέρα της δικασίμου δεν προσήλθε προς υποστήριξή του ο δικηγόρος του Γεώργιος Τουρλούκης. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι δεν μπόρεσε να έχει στα χέρια του και να προσκομίσει στο δικαστήριο τα πρωτότυπα των από 30-3-90, 30-6-1990, 25-10-1990, 25-4-1991, 25-6-1991 και 30-8-1991 αποδείξεων πληρωμής ποσών 4.370.000 δρχ. 1.250.000 δρχ, 3.300.000 δρχ, 1.720.000 δρχ, 3.170.000 δρχ, 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως τις οποίες κρατούσε και φύλασσε στο γραφείο του ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρός του και που είχε χορηγήσει στην σύζυγό του ο μηνυτής ...... και αφορούσαν μέρος καταβολής τιμήματος της αγοράς, εκ μέρους του, τμήματος ακινήτου του μηνυτή, και συγκεκριμένα τμήματος αγροτεμαχίου 2.000 τ.μ., του όλου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 30 στρεμμάτων, του οποίου συνολικού αγροτεμαχίου συγκύριος κατά το 1/3 ήταν και ο μηνυτής. Ατύπως είχε διανείμει αυτό με τους λοιπούς συγκυρίους και το παραπάνω τμήμα του το είχε εκμισθώσει από ο 1988 και αυτός το χρησιμοποιούσε ως μάντρα πωλήσεως οικοδομικών υλικών. Τον Μάρτιο του 1990 συμφώνησε με τον μηνυτή να αγοράσει το παραπάνω μίσθιο αγροτεμάχιο στην τιμή των 22.000.000 δρχ. Επειδή δεν είχε το ποσόν αυτό σε μετρητά για να του καταβάλλει αλλά και ο μηνυτής είχε χρέη στην εφορία και δεν μπορούσε να προβεί σε σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας, συμφώνησαν να του καταβάλλει το τίμημα με δόσεις. 'Ετσι άτυπα λύθηκε η σύμβαση μισθώσεως και αυτός του κατέβαλε τις άνω ημερομηνίες τα αντίστοιχα ποσά εξοφλώντας έτσι τμηματικά και με δόσεις το παραπάνω τίμημα αγοραπωλησίας που είχαν συμφωνήσει. Αυτή (κατά τον αιτούντα) ήταν και η αιτία εκδόσεως των παραπάνω αποδείξεων. Μη προσκομίζοντας στο δικαστήριο τα πρωτότυπα των παραπάνω αποδείξεων θεώρησε αυτό ότι πλαστογραφήθηκαν οι παραπάνω αποδείξεις και τοποθέτησε με την σύζυγό του στις δήθεν αρχικές αποδείξεις μπροστά από τα ποσά 370.000 δρχ. 250.000 δρχ., 300.000 δρχ. 720.000 δρχ, 170.000 δρχ, 260.000 δρχ. τους αριθμούς 4,1,3,1,3,2 μετατρέποντας αυτές σε 4.370.000 δρχ, 1.250.000 δρχ, 3.300.000 δρχ., 1.720.000 δρχ. 3.170.000 δρχ, 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως. Θεώρησε το δικάσαν Εφετείο ότι οι αποδείξεις αυτές που ήταν κατά την εκτίμησή του 370.000 δρχ., 250.000 δρχ, 300.000 δρχ, 720.000 δρχ, 170.000 δρχ., και 260.000 δρχ. αντιπροσώπευαν μισθώματα του ακινήτου χωρίς να σκεφθεί ότι εφ'όσον το μηνιαίο μίσθωμα ήταν 12.000 δρχ. όπως κατέθεσε ο μηνυτής για τα δύο έτη 1990-1991 που καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά δεν θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν μισθώματα, αφού αυτά ανερχόντουσαν, αν αφορούσαν μισθώματα σε 720.000 δρχ. και όχι στα παραπάνω καταβληθέντα ποσά συνολικού ύψους 1.810.000 δρχ. Η προσαγωγή από πλευράς του των πρωτοτύπων αυτών αποδείξεων θα απεδείκνυε πλήρως τους παραπάνω ισχυρισμούς του αφού θα διαπιστωνόταν ότι ουδεμία συμπλήρωση επί των αποδείξεων αυτών διέπραξε εκείνος ή η σύζυγός του και θα ενίσχυε και τις από 4-12-95 και 6-2-96 εκθέσεις γραφολογικής εξέτασης της ..... στις οποίες αποφαίνεται η εν λόγω γραφολόγος ότι η υπογραφή επί των αποδείξεων αυτών είναι του μηνυτή και ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις αντικανονικής συμπληρώσεως των κειμένων τους. Τελικώς τα πρωτότυπα των αποδείξεων ανευρεύθησαν στο γραφείο του συνηγόρου του στις 20-3-2007. Στην από 24-5-07 αίτησή του επισυνάπτει υπόμνημα όπου αναφέρεται πάλι στην άνω διαφορά του ως και με έτερα άτομα για ένα οικόπεδο στην ...... ΙV) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ' εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμό με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). V) Τα στοιχεία που επικαλείται και προσκόμισε ο αιτών (ήτοι οι 6 αποδείξεις, οι εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως με ημερομηνίες .... και .....της Γραφολόγου ...... η υπ'αρ. 20/96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ήταν μέρος των εγγράφων που είχαν ληφθεί υπόψη ως αναγνωστέα (μεθ' ετέρων) από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελειοδικών Πειραιώς που με την υπ' αρ. 1381/99 απόφαση κατεδίκασε τον αιτούντα και τον σύζυγό του για πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση σε φυλάκιση 12 μηνών έκαστο. Καθίσταται δε σαφές ότι ο αιτών δεν υπέδειξε νέα γεγονότα ούτε προσεκόμισε νέες αποδείξεις, αλλά αυτά που επικαλείται ήταν στοιχεία που ερευνήθηκαν από το δικαστήριο. Εις τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων μνημονεύονται 6 αποδείξεις (χωρίς αναφορά ποσών) που ταυτίζονται κατά ημερομηνίες εκδόσεως με τις διαλαμβανόμενες στο διατακτικό της άνω αποφάσεως και επικαλείται ο ...... στην υπό κρίση αίτηση. Ο μηνυτής στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου κατέθεσε ότι είχαν κάνει ένα συμφωνητικό για 15.000 δρχ. τον μήνα ενοίκιο, όταν μαζεύτηκαν πολλές αποδείξεις και τις είχε στα χέρια του ζητούσε το κτήμα. Στις αποδείξεις οι υπογραφές ήταν δικές του αλλά το ποσό το έβαλε μετά ο ίδιος, και αριθμητικώς και ολογράφως (υπονοώντας τον κατηγορούμενο) και στις αποδείξεις όταν τις υπέγραφε υπήρχε ένα νούμερο, αλλά εκ των υστέρων είδε ότι είχαν μπεί άλλα ποσά μεγαλύτερα. Οι γραφολογικές γνωμοδοτήσεις που επικαλείται ο αιτών βεβαιώνουν ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί ανήκουν στον μηνυτή, που ο ίδιος (ως ανεφέρθη το παραδέχεται) δεν αναφέρουν όμως οι γνωμοδοτήσεις αυτές τίποτε για το περιεχόμενο των αποδείξεων, δηλαδή ποιός ήταν ο συντάκτης του λοιπού περιεχομένου τους, των αναγραφομένων ποσών (αριθμητικώς και ολογράφως) και την αιτία καταβολής. Επίσης από την υπ'αρ. 20/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι απερρίφθη αίτηση της συζύγου του αιτούντος κατά του μηνυτή για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με το δήθεν διεκδικούμενο ακίνητο και τις δήθεν καταβολές. Μάλιστα στην απόφαση ορθώς επισημαίνεται (φύλλο 3 σελ. β) ότι η ενάγουσα δεν φαίνεται να ζήτησε την υπογραφή συμβολαιογραφικού προσυμφώνου για την κατοχύρωση των χρημάτων, αλλ' ούτε καν εξώδικο δεν φρόντισε να στείλει διαμαρτυρόμενη για την κωλυσιεργία και αναβλητικότητα και ότι οι ισχυρισμοί του αιτούντος πως συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με τους λοιπούς συγκυρίους του όλου ακινήτου, φαίνεται να αντιφάσκουν με την συμπεριφορά των τελευταίων, αφού κατά την περίοδο δήθεν των διαπραγματεύσεων καταμήνυσαν στον σύζυγό της ότι κατά τον Οκτώβριο 1992 ως ενοικιαστής τμήματος του όλου ακινήτου τους επεξέτεινε αυθαίρετα τον ωφέλιμο χώρο της επιχειρήσεώς του σε έκταση 10 στρεμμάτων αντί 2,5 που είχε μισθώσει, για μάνδρα οικοδομών χωρίς την έγκριση των ιδιοκτητών, με αποτέλεσμα να δικασθεί αυτός ερήμην σε φυλάκιση 4 μηνών για αυτοδικία δυνάμει της υπ' αρ. 1515/1993 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σαλαμίνας. Επίσης στην 20/96 απόφαση, (φύλλο 3 σελ. α) γίνεται μνεία ότι παρά την επίμονη αίτηση του καθ' ου δεν προσκομίστηκαν από πλευράς αιτούσας οι πρωτότυπες αποδείξεις, αλλά απλές φωτοτυπίες και μάλιστα ανεπικύρωτες, με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε έλεγχος να αποβαίνει επισφαλής. Από όλα δε τα ανωτέρω είναι σαφές ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καθιστούν βάσιμη την αίτηση, αφού δεν υφίστανται ούτε νέα γεγονότα, ούτε νέες αποδείξεις. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η από 27-3-2007 αίτηση του ...., κατοίκου .....για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Ιουλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 27-3-2007 αίτηση, όπως και η από 24-5-2007 συμπληρωματική αίτηση, περί επαναλήψεως της αυτής ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1381/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αιτών εκθέτει ότι καταδικάσθηκε αμετάκλητα για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και με χρήση των πλαστών εγγράφων και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήριο που τον δίκασε, που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, και πρέπει εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία, του αιτούντος μη παραστάντος για να ακουστεί, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από ..... αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..... Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, καταδικάσθηκε ο αιτών μετά της συζύγου του, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές την ημέρα, για την ανωτέρω πράξη της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε και ο αιτών κρίθηκε ένοχος του ότι: Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 1 Νοεμβρίου έως 30 Νοεμβρίου 1995, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσαν έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση η δεύτερη κατηγορουμένη ...... των εγγράφων αυτών στον Πειραιά την 1 Δεκεμβρίου 1995. Ειδικότερα, στις με ημερομηνίες 30.3.1990, 30.6.1990, 25.10.1990, 25.4.1991, 25.6.1991 και 30.8.1991 αποδείξεις πληρωμής ποσών 370.000 δρχ., 250.000 δρχ., 300.000 δρχ., 720.000 δρχ., 170.000 δρχ. και 260.000 δρχ., αντιστοίχως, τις οποίες είχε χορηγήσει ο μηνυτής ...... στην δεύτερη κατηγορουμένη ...... έναντι καταβολής μισθωμάτων για ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε μισθώσει αυτή και χρησιμοποιούσε ως μάνδρα οικοδομικών υλικών, νόθευσαν τα παραπάνω ποσά, διαμορφώνοντάς τα σε 4.370.000 δρχ., 1.250.000 δρχ., 3.300.000 δρχ., 1.720.000 δρχ., 3.170.000 δρχ. και 2.260.000 δρχ., αντιστοίχως. Στη συνέχεια, η δεύτερη κατηγορουμένη προσεκόμισε και επικαλέστηκε τις παραπάνω νοθευθείσες αποδείξεις πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) την 1 Δεκεμβρίου 1995. Κατά τη συζήτηση της υπ' αριθ. κατάθεσης 15811/2.11.1995 αίτησης κατά του μηνυτή, με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση απαίτησής της σε βάρος του, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ.". Οι επικαλούμενοι νέοι λόγοι και τα νέα γεγονότα, κατά την κρινόμενη αίτηση, κύρια και συμπληρωματική, είναι ότι την ημέρα της δικασίμου δεν προσήλθε προς υποστήριξη του αιτούντος ο συνήγορός του Γ. Τουρλούκης και ο αιτών δεν κατείχε στα χέρια του και δεν προσκόμισε στο δικάσαν Δικαστήριο τα πρωτότυπα των από 30-3-90, 30-6-90, 25-10-90, 25-4-01, 25-6-91 και 30-8-91 αποδείξεων πληρωμής του εγκαλούντος ...... φερομένων ως πλαστογραφημένων, ποσών 4.370.000, 1.250.000, 3.300.000, 1.720.000, 3.170.000 και 2.260.000 δραχμών αντίστοιχα, που αφορούσαν μέρος καταβολής του συμφωνημένου τιμήματος της αγοράς εκ μέρους του αιτούντος ακινήτου του άνω εγκαλούντος, εκτάσεως 2.000 τ.μ., αποδείξεις που δεν ήταν πλαστές και δεν αφορούσαν μικρότερα ποσά και δη εξόφληση οφειλομένων μισθωμάτων, όπως δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, και που τις ανεύρε στο γραφείο του άνω συνηγόρου του στις 20-3-2007. Επίσης ο αιτών επικαλείται ως νέα στοιχεία τις από 4-12-95 και από 6-2-96 εκθέσεις γραφολογικής εξετάσεως της ...... και τη με αριθ. 20/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Όμως από τη με αριθμό 1381/1999 καταδικαστική απόφαση προκύπτει ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα στοιχεία ήταν μέρος των εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων που αναγνώσθηκαν, οι ίδιες αποδείξεις σε αντίγραφο, και που όλα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από το δικάσαν Δικαστήριο. Ειδικότερα, οι έξι αποδείξεις πληρωμής, που φέρονται ως πλαστογραφημένες ως προς τα ποσά, προστεθέντος έμπροσθεν των αναγραφομένων σε αυτές ποσών του πρώτου αριθμού (του εκατομμυρίου), είναι αυτές οι ίδιες έξι που αναγνώσθηκαν και οι άνω επίσης αναγνωσθείσες δύο γραφολογικές εκθέσεις, αποφαίνονται μεν ότι φέρουν την υπογραφή του άνω μηνυτή, δεν αναφέρουν όμως τίποτε για την πλαστογράφηση ή μη των αναγραφομένων ποσών και την αιτία καταβολής, από δε την επικαλούμενη και προσαγόμενη με αριθ. 20/1996 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, επίσης αναγνωσθείσα, προκύπτει ότι είχαν προσαχθεί και στο Δικαστήριο εκείνο οι ως άνω έξι αποδείξεις πληρωμής, πάλιν σε φωτοτυπία ανεπικύρωτη και απορρίφθηκε η αίτηση της συζύγου του αιτούντος κατά του εγκαλούντος για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσημείωσης υποθήκης, σχετικά με το δήθεν διεκδικούμενο ακίνητο και εξασφάλιση απαιτήσεως από τις δήθεν καταβολές των κατηγορουμένων για τίμημα ακινήτου. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, δεν προκύπτουν νέα στοιχεία, γεγονότα ή αποδείξεις, και μάλιστα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών και η σύζυγός του είναι αθώοι της άνω πράξεως της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκαν, αλλά απλώς ζητείται στην ουσία η επανεκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και στο δικάσαν Δικαστήριο, πράγμα ανεπίτρεπτο. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2007 και την από 24-5-2007 συμπληρωματική αίτηση του ..... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως ουσία αβάσιμη, διότι δεν υφίστανται νέα γεγονότα ούτε νέες αποδείξεις.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 711/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της 3735/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ....., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 6 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3735/2008 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη είναι Προϊσταμένη Δ/νσης του ..... Πνευματικού Κέντρου Θεσσαλονίκης κι η πολιτικώς ενάγουσα Γραμματέας της Εφορευτικής Επιτροπής αυτού. Κατά την διάρκεια επεισοδίου, που έλαβε χώρα την 6-10-2006 μεταξύ των διαδίκων, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, η κατηγορουμένη χαστούκισε την εγκαλούσα. Κατά την άποψη της τελευταίας, κατά την ανωτέρω ημερομηνία η ίδια ανέβηκε από το γραφείο της που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου στο γραφείο της κατηγορουμένης, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο του κτηρίου, με σκοπό την αποστολή ενός FAX. Την ώρα εκείνη η κατηγορουμένη διαπληκτιζόταν με άλλες δύο συναδέλφους της κι όταν η εγκαλούσα επιχείρησε να πάρει το ακουστικό, η κατηγορουμένη το άρπαξε από το χέρι της, την χαστούκισε και την εξύβρισε με την φράση "στο διάβολο να πας". Η κατηγορουμένη αρνείται ότι χειροδίκησε σε βάρος της εγκαλούσας κι ότι λόγω της έντασης που υπήρχε στο γραφείο της, παραφέρθηκε όταν αντιλήφθηκε την εγκαλούσα να τηλεφωνεί και να λέει: "άκου πώς μιλάει η Διευθύντρια σε υπάλληλο". Ακολούθως στο φύλλο της εφημερίδας ..... της 7-12-2006 δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "Στο ..... κατηγορείται ότι χαστούκισε υφισταμένη της" το οποίο αναφερόταν στο πιο πάνω περιστατικό της 6-10-2006 χωρίς να κατονομάζεται κανείς. Ειδικώτερα αναφέρονταν μεταξύ άλλων ότι "για πρόκληση σωματικών βλαβών κι εξύβριση υφισταμένης κατηγορείται κυρία στέλεχος του ..... Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω κυρία φέρεται ότι ράπισε γραμματέα χωρίς λόγο κι αιτία. Μετά το περιστατικό η υπάλληλος και το στέλεχος οδηγήθηκαν στο 1ο αστυνομικό τμήμα ... . Ακολούθως η κατηγορουμένη απέστειλε και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της ως άνω εφημερίδας της 22ας Δεκεμβρίου 2006, επώνυμη κι ενυπόγραφη επιστολή της διαμαρτυρίας με τίτλο: "Απάντηση σε ρεπορτάζ" στο κείμενο της οποίας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: Στις 6 Οκτωβρίου 2006 πράγματι έλαβε χώρα περιστατικό μεταξύ εμού και της υπαλλήλου του ..... Πνευματικού Κέντρου και υφισταμένης μου Ψ, του οποίου όμως γενεσιουργός αιτία ήταν η για πολλοστή φορά ανάρμοστη σε υπάλληλο από μέρους της συμπεριφορά ... "Η κατηγορουμένη με το ανωτέρω δημοσίευμα στην εφημερίδα ..... το περιεχόμενο της οποίας έλαβε γνώση το αναγνωστικό κοινό, όπου η ως άνω εφημερίδα διανέμεται, ισχυρίσθηκε εν γνώσει της για την εγκαλούσα ψευδές γεγονός ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα είχε κατ' εξακολούθηση (για πολλοστή φορά) ανάρμοστη σε υπάλληλο συμπεριφορά, τουναντίον μάλιστα στο φύλλο ποιότητας της δεν αναφέρονταν ανάρμοστη συμπεριφορά, όπως άλλωστε η ίδια η κατηγορουμένη κατά την απολογία της κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Εξάλλου, η παντελώς αόριστη αναφορά της κατηγορουμένης κατά την απολογία της, η οποία ισχυρίζεται ότι: "έχω ολόκληρο πάκο με έγγραφα που αφορούν τη συμπεριφορά της Ψ, ήταν ευέξαπτη, δύστροπη κι οξύθυμη, μιλούσε άσχημα και χτυπούσε τα γραφεία, είχαν γίνει έγγραφες επιπλήξεις πριν από το περιστατικό και ότι σε εκδήλωση που είχε γίνει στο Κρατικό Θέατρο κι ενώ όλοι είχαμε ντυθεί επίσημα εκείνη ήρθε αργοπορημένη και στις σκάλες με περιέλουσε με βρίσιμο κι έτσι διέγραψα το ρεπό της", δηλαδή σε γεγονότα, τα οποία δεν αποδείχθηκαν, αλλά κι αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά της εγκαλούσας, η οποία ουδέποτε μέχρι του χρονικού εκείνου σημείου (22-12-2006) είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά ή έστω είχε ασκηθεί σε βάρος της πειθαρχικής αγωγής για τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά της. Αντίθετα, από το αποδεικτικό υλικό κι ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α και Β, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει σαφώς ότι η εγκαλούσα είναι καλή υπάλληλος κι ότι η κατηγορουμένη ως προϊσταμένη της, ουδέποτε ζήτησε τον πειθαρχικό της έλεγχο για τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά της. Με τα δεδομένα αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταδεικνύεται το ψευδές των ανωτέρω στοιχείων του δημοσιεύματος κι η δημοσίευση των στοιχείων αυτών εν γνώσει της αναλήθειάς τους με σκοπό την βλάβη της τιμής και της υπόληψης της εγκαλούσας. Στοιχειοθετούνται επομένως τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου αυτοτελών ισχυρισμών της κι ως εκ τούτου πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η απόφαση, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, για το ότι η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, είχε γνώση της αναλήθειας όσων γεγονότων, αυτή διέλαβε, στην, κατά της πολιτικώς ενάγουσας, ενυπόγραφη επιστολή της, με τον τίτλο " Απάντηση σε ρεπορτάζ", που απέστειλε και δημοσιεύθηκε στο φύλλο, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, της εκδιδόμενης στη ..... ημερήσιας εφημερίδας ".....". Τούτο γιατί, ενόψει των όσων ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η γνώση της αυτή. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει απλώς στο σκεπτικό της, την περιεχομένη στο νόμο φράση "εν γνώσει", χωρίς όμως, να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή, η οποία να σημειωθεί, δεν προκύπτει ούτε από τις καθόλου παραδοχές και την κύρια αιτιολογία της, περί ενοχής, κρίσεώς του. Πράγματι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να αιτιολογήσει την γνώση της αναιρεσείουσας, δέχεται ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα), είχε ισχυρισθεί ότι μεταξύ αυτής και της εγκαλούσας, είχε επισυμβεί επεισόδιο κατά τη διάρκεια του οποίου η αναιρεσείουσα χειροδίκησε κατά της εγκαλούσας και ότι στο παρελθόν η τελευταία είχε επιδείξει για πολλοστή φορά ανάρμοστη συμπεριφορά, και ότι το γεγονός τούτο είναι ψευδές, εν τούτοις, η ίδια η απόφαση σύμφωνα με τις παραδοχές της, δέχεται ότι μεταξύ τους έλαβε χώρα το ως άνω επεισόδιο, γεγονός το οποίο κατά τις παραδοχές της, συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, ότι έλαβε τούτο χώρα. Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται με σαφήνεια η παραδοχή εκείνη, σύμφωνα με την οποία γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε, ότι η εγκαλούσα κατά το παρελθόν είχε επιδείξει επανειλημμένα ανάρμοστη συμπεριφορά, τόσο προς την ίδια την κατηγορουμένη, όσο και προς άλλους υπαλλήλους στον ίδιο εργασιακό χώρο όπου αυτή εργαζόταν. Εξάλλου, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με το επίμαχο δημοσίευμα, το οποίο θεωρείται ως ψευδές, γενεσιουργός αιτία του μεταξύ τους επεισοδίου, ήταν "η για πολλοστή φορά ανάρμοστη συμπεριφορά της εγκαλούσας", αντίθετα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται δεκτό ότι η συμπεριφορά της εγκαλούσας, δεν υπήρξε η γενεσιουργός αιτία του κατά την 6-10-2006 επισυμβάντος επεισοδίου. Έτσι, όμως, υφίσταται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τη γενεσιουργό αιτία του επεισοδίου, γεγονός το οποίο καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το στοιχείο του ψευδούς ή μη του γεγονότος αυτού και αντίστοιχα της γνώσεως ή μη του ψεύδους από μέρους της αναιρεσείουσας. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει μετά από αυτά, η έρευνα των ετέρων λόγων της αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 3735/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τη γνώση. Αναιρεί και παραπέμπει (σχ. ΑΠ 176/2008).
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 709/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τσαμπάζη, περί αναιρέσεως της 5583/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1877/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της, αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στο περιστατικό που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 5583/2004, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την παράβαση του άρθρου 217 του Π.Κ, με την παρακάτω αιτιολογία, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα "από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, και ειδικότερα από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις, οι οποίες του αποδίδονται και ειδικότερα την 14-9-2004 και ώρα μεσημβρινή επέδειξε ως στοιχείο της νόμιμης παραμονής του στη χώρα την υπ' αριθμό ..... προσωρινή άδεια παραμονής της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου με ισχύ έως 5-2-2002 και στη συνέχεια την με αριθμό ΔΥ από 12-11-2005 βεβαίωση του Δήμου Λάρισας από την οποία φαίνεται η ισχύς της από 14-8-2003 έως 13-8-2005, τα οποία μετά από έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες που εξεδόθησαν τα ανωτέρω έγγραφα διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστά και ότι ουδέποτε εκδόθηκαν από αυτές". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της χρήσεως πλαστών πιστοποιητικών κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε και διέταξε την άμεση απέλασή του. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι "στη ..... την 14-9-2004 και ώρα μεσημβρινή επέδειξε ως στοιχείο της νόμιμης παραμονής του στη χώρα την υπ' αριθμό ..... προσωρινή άδεια παραμονής της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου με ισχύ έως 5-2-2002 και στη συνέχεια την με αριθμό ΔΥ από 12-11-2005 βεβαίωση του Δήμου Λάρισας από την οποία φαίνεται η ισχύς της από 14-8-2003 έως 13-8-2005, τα οποία μετά από έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες που εξεδόθησαν τα ανωτέρω έγγραφα διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστά και ότι ουδέποτε εκδόθηκαν από αυτές". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 5583/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για χρήση πλαστών εγγράφων με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τυπική αιτιολογία, αφού το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού χωρίς αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Αναιρεί, για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο. Παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 708/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, περί αναιρέσεως της 2506/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Κατερίνης που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1640/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της, αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στο περιστατικό που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την παράβαση του άρθρου 242 παρ.2 του Π.Κ, με την παρακάτω αιτιολογία, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, (με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη κατηγορούμενο Χ2), στην ....., κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως "και 11-11-2001 και σε αδιευκρίνιστες επακριβώς ημερομηνίες, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση το ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 α'Π.Κ., καθόσον τους είχε νομίμως ανατεθεί η άσκηση δημοτικής υπηρεσίας, με πρόθεση νόθευσαν έγγραφα, που τους ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με την ιδιότητά τους ως δημοτικών υπαλλήλων στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών (Γ.Ε.Α.) του Δήμου Κατερίνης νόθευσαν το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας του ως άνω γραφείου έτους 2001, το οποίο τους ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας τους και ειδικότερα διέγραψαν άλλοτε με σβηστικό υγρό (μπλάνκο) και άλλοτε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς πρωτοκόλλου ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών, οι οποίοι είχαν καταθέσει τις αιτήσεις τους με τα απαραίτητα δικαιολογητικά εμπροθέσμως, δηλαδή εντός της αποκλειστικής δίμηνης προθεσμίας, που έληγε στις 2-8-2001, βάσει του άρθρου 66 παρ. 21 Ν. 2910/2001, και στη θέση τους ανέγραψαν τα στοιχεία ταυτότητας άλλων αλλοδαπών, δήθεν αιτούντων, για τους οποίους όμως είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι οι τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα. Επίσης, νόθευσαν το προσιτό σ' αυτούς, λόγω της υπηρεσίας τους, υπ' αριθμ. ..... διπλότυπο είσπραξης της Α' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, με την ένδειξη "για τον οφειλέτη", ποσού 50.000 δρχ., το οποίο είχε υποβάλει στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών ο αλλοδαπός Α, ως δικαιολογητικό έγγραφο της αίτησης του για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα, διαγράφοντας το όνομα του ως άνω αλλοδαπού καταθέτη και αναγράφοντας στη θέση του το ονοματεπώνυμο άλλου αλλοδαπού". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της νόθευσης εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι "στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως και 11-11-2001 και σε αδιευκρίνιστες επακριβώς ημερομηνίες, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α του Π.Κ, καθόσον τους είχε ανατεθεί η άσκηση δημοτικής υπηρεσίας, νόθευσαν έγγραφα, που τους ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με την ιδιότητα τους ως δημοτικών υπάλληλων στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών (Γ.Ε.Α.) του δήμου Κατερίνης νόθευσαν το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας του ως άνω γραφείου έτους 2001, το οποίο τους ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας τους και ειδικότερα διέγραψαν άλλοτε με σβηστικό υγρό (μπλάνκο) και άλλοτε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς πρωτοκόλλου ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών, οι οποίοι είχαν καταθέσει τις αιτήσεις τους με τα απαραίτητα δικαιολογητικά εμπροθέσμως, δηλαδή εντός της αποκλειστικής δίμηνης προθεσμίας, που έληγε στις 2-8-2001, βάσει του άρθρου 66 παρ. 21 Ν. 2910/2001, και στη θέση τους ανέγραψαν τα στοιχεία ταυτότητας άλλων αλλοδαπών, δήθεν αιτούντων, για τους οποίους όμως είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι οι τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα. Επίσης, νόθευσαν το προσιτό σ' αυτούς, λόγω της υπηρεσίας τους, υπ' αριθμ. ..... διπλότυπο είσπραξης της Α' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, με την ένδειξη "για τον οφειλέτη", ποσού 50.000 δρχ., το οποίο είχε υποβάλει στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών ο αλλοδαπός Α, ως δικαιολογητικό έγγραφο της αίτησης του για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα, διαγράφοντας το όνομα του ως άνω αλλοδαπού καταθέτη και αναγράφοντας στη θέση του το ονοματεπώνυμο άλλου αλλοδαπού. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο αναιρέσεως, και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2506/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για χρήση πλαστών εγγράφων με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τυπική αιτιολογία, αφού το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού χωρίς αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο. Παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 707/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, περί αναιρέσεως της 70170/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1489/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει, να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 του Ν. 2408/1996 (Ολ. Α.Π. 7/2005). Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 70.170/12-12-2006 του, κατ' έφεση, δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την υπ' αριθμό 130.349/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης (4) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 περί επιταγών, κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε στην Αθήνα, την 30-6-2002 και 31-7-2002. Κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, άσκησε έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας, στις 12-12-2006, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο ο ίδιος ο αναιρεσείων, αλλά ο Α, δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ.Α, ο οποίος, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και για λογαριασμό του, ανήγγειλε κώλυμα τούτου (εκκαλούντος), να εμφανιστεί στο δικαστήριο λόγω ασθενείας του, και προσκόμισε την από 12-12-2006 ιατρική βεβαίωση του θεράποντα ιατρού, Α, ειδικού Παθολόγου. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει την αλήθεια αυτών, προέβη σε εξέταση του μάρτυρα Α, ο οποίος ενόρκως εξεταζόμενος, βεβαίωσε ότι, όπως τον πληροφόρησε η σύζυγος του κατηγορουμένου, ο εκκαλών παρευρισκόταν στην αίθουσα του ακροατηρίου, πριν την έναρξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, όταν αιφνιδίως ασθένησε, οπότε αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την αίθουσα του Δικαστηρίου, προκειμένου να μεταβεί στον γιατρό. Παράλληλα, ο ως άνω μάρτυρας παρέδωσε προς το Δικαστήριο σχετική ιατρική βεβαίωση, με χρονολογία εκδόσεως, την 12-12-2006. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, περί αναβολής της δίκης με την παρακάτω αιτιολογία "Επειδή το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αναβολής, δηλ, για το ότι εξαιτίας του αορίστως διατυπωμένου προβλήματος υγείας ο κατηγορούμενο αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο. Γι' αυτό, πρέπει το κρινόμενο αίτημα να απορριφθεί και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η άνω, όμως, αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε το μη βάσιμο του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική κρίση του και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύεται η παραδοχή, γιατί το κώλυμα που αυτός επικαλέστηκε, και συγκεκριμένα, ότι, λόγω της αιφνίδιας ασθένειάς του, την ημέρα της εκδικάσεως, σε δεύτερο βαθμό, της εναντίον του κατηγορίας, δεν ήταν ανυπέρβλητο, ούτε, επίσης, αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη ή ότι αξιολογήθηκε το περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα Α, που εξετάστηκε στο ακροατήριο. Ακόμη, δεν αιτιολογείται η παραδοχή, από ποια περιστατικά προκύπτει, ότι ο εκκαλών, δεν επιθυμούσε να παραστεί στην εκδίκαση της εναντίον του κατηγορίας, όπως, επίσης, δεν αξιολογήθηκε και δεν εκτιμήθηκε η ιατρική βεβαίωση και συγκεκριμένα δεν αιτιολογείται η παραδοχή, από ποια συγκεκριμένα περιστατικά αναιρείται το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής βεβαιώσεως. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς τη διάταξή της με την οποία το Δικαστήριο εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως οδηγήθηκε στην καταδίκη του. Ακολούθως, η υπόθεση, πρέπει, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 Κ.Π.Δ), αφού η συγκρότησή του είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 70.170/12-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε αίτημα αναβολής κατ’ άρθρο 349 του ΚΠΔ και στη συνέχεια την έφεση ως ανυποστήρικτη. Ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
2
Αριθμός 706/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 160/7-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) Με την υπ'αριθμ. 11100/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο Α καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία για απλή σωματική βλάβη με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα -308 § 1 εδ. α ΠΚ- Η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος απεβίωσε προ της εκδικάσεως της ασκηθείσης υπ'αυτού εφέσεως και το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 203/2007 απόφασή του έπαυσε οριστικά την κατ'αυτού ποινική δίωξη. Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού Χ1, Χ2 και Χ3, υπέβαλαν δια πληρεξουσίου με βάση τις από 5-3-2008 εξουσιοδοτήσεις αυτών, στις οποίες βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους από την δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Καλλιγέρου- στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου στις 11-3-2008 την από 7-3-2008 αίτηση με την οποία ζητούν την επανάληψη της σε βάρος του συζύγου και πατέρα του ανωτέρω κατηγορούμενου ποινικής διαδικασίας αναφέροντας ότι μετά την άνω (πρωτόδικη) καταδίκη ανακαλύφθησαν νέες-άγνωστες στους καταδικάσαντες δικαστές- αποδείξεις οι οποίες, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες, καθιστούν φανερό ότι συνέτρεχε ο λόγος απαλλαγής του άρθρου 308 § 3 Π.Κ.: Συγκεκριμένα, οι νέες αποδείξεις είναι οι ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Β και Γ από τους οποίους η πρώτη το πρώτον κατέθεσε, ο δε δεύτερος διευκρινίζει και συμπληρώνει την ενώπιον του καταδικάσαντος δικαστηρίου δοθείσα κατάθεσή του άλλα νέα στοιχεία, ήτοι τα επικαλούμενα έγγραφα τα οποία -κατά την αίτηση- δεν ελήφθησαν υπόψη από τους καταδικάσαντες, τα οποία σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αποδείξεις καθιστούν φανερόν ότι συντρέχει ο προσωπικός λόγος απαλλαγής από της ποινής του άρθρου 308 § 3 Ποιν. Κ. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 1 Κ.Ποιν.Δ. η αίτηση επαναλήψεως υποβάλλεται από τα αναφερόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η σύζυγος και τα παιδιά του καταδικασθέντος και -μετά το θάνατο αυτού (βλ. ΑΠ 1336/2001, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία τομ. γ'(1977) σελ. 385 προς αποκατάσταση της μνήμης του αδίκως καταδικασθέντος, που μπορούν να την υποβάλλουν και δια πληρεξούσιου -465 § 1 Κ.Ποιν.Δ. και δη και με απλή έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιούχου από δικηγόρο (βλ. ΑΠ 598/94, ΑΠ 428/93, ΑΠ 645/2003 κ.ά.). ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ. 2. "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν νέα- άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό (αντιστοιχεί στο πρόδηλον του κειμένου της καθαρεύουσας) ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος (ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της άνω διατάξεως ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά πάγια νομολογία, θεωρούνται εκείνα τα πραγματικά στοιχεία που δεν υπεβλήθησαν στο καταδικάσαν δικαστήριο και μάλιστα ασχέτως αν αυτά δημιουργήθησαν μεταγενέστερα ή προϋπήρχαν της καταδίκης (βλ. Ζησιάδη ο.π. σελ. 378, Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 1059-1060, Δαλακούρα ο.π. σελ. 200 με παραπομπές στη σημ. 508). Είναι δε αδιάφορον αν ήσαν γνωστά στον καταδικασθέντα (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. β'σελ. 308, Ζησιάδη ο.π. σελ. 377 Δαλακούρα-Επανάληψη της διαδικασίας (2007), σελ. 201, ΑΠ 1583/2003, ΑΠ 1061/90, ΑΠ 1483/84, ΑΠ 196/61 κ.α.-'Ο,τι δεν αποτέλεσε αντικείμενο επεξεργασίας της διαδικασίας είναι πάντοτε νέο και είναι πάντοτε άγνωστο (βλ. Κιούπη ΠΧρ ΜΘ 206, Ανδρουλάκη ο.π. σελ. 530). Ως γεγονός νοείται εδώ κάθε τι που μπορεί να αναιρέσει/καταλύσει ευθέως ή συλλογιστικά δηλ. επαγωγικά, την ύπαρξη ενός υπό ευρεία έννοια του αξιοποίνου είτε στο καθαρά πραγματικό επίπεδο είτε σε συνδυασμό και με νομικές εκτιμήσεις (βλ. Ανδρουλάκη -Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης (2007) σελ. 529 Νο 843), οι οποίες μπορούν να αφορούν και την θεμελίωση προσωπικού λόγου που αποκλείει την ποινή (ΑΠ 1498/99 ΝοΒ 2000 σελ. 323=ΠΧρ Ν 709) αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αξιόποινος δράστης -πρβλ Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο (1978) σελ. 425, 427, Γάφο Ειδικό Ποινικό, τεύχος Δ σελ. 104, Μπέκα - Η προστασία της ζωής και υγείας στον ΠΚ (2004) σελ. 330 με παραπομπές, Σταμάτη, Γενικαί Αρχαί Συρροής ... σελ. 94, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ. Υπό 308 σελ. 508, ΑΠ 1372/2000, ΑΠ 2009/2001, ΑΠ 2293/2002, ΑΠ 1931/2002, ΑΠ 133/98 κ.α. - που αναφέρονται ειδικά για το άρθρο 308 § 3 Π.Κ. - και συνεπώς εκδίδεται αθωωτική απόφαση (ή βούλευμα να μη γίνει κατηγορία βλ. ΑΠ 271/57 πρβλ. ΑΠ 1372/2000). Τα γεγονότα προκύπτουν από τις αποδείξεις. 'Ετσι τέτοιες είναι και καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές καταθέσεις που συμπληρώνουν ή διευκρινίζουν εκείνα που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 1588/2005, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 355/2003, ΑΠ 7/2003, ΑΠ 727/2002 κ.α.). Επιτρέπεται σε προσαγωγή νέων και άγνωστων -κατά την ανωτέρω έννοια- αποδείξεων προς απόδειξη πραγματικού ή νομικού ισχυρισμού περί γεγονότος γνωστού μεν στο δικαστήριο πλην όμως απορριφθέντος ως αναπόδεικτου -βλ. ΑΠ 259/82 ΠΧρ ΛΒ 874. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι τυπικά δεκτή σε σχέση με τα φερόμενα νέα στοιχεία που στηρίζονται σε νέα κατάθεση, ήτοι της Β, και σε συμπληρωματική κατάθεση του Γ -όχι όμως και στα φερόμενα νέα στοιχεία που στηρίζονται στα αναφερόμενα έγγραφα, αφού όλα αυτά έχουν ήδη τεθεί υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου και ελήφθησαν υπ' αυτού, δηλ. εκτιμήθησαν, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν (βλ. σελίδα 18 των πρακτικών) και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της. ΙV) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Α με την 11100/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (-ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της ιδιότητας του καταδικασθέντος δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του πρωτοδίκη-) καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία για απλή σωματική βλάβη (308 § 1 εδ. α' Π.Κ) διότι "Στην ..... την 29-10-2003 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και ειδικότερα επιτέθηκε με γροθιές κατά του Δ ... με αποτέλεσμα να προξενήσει εις αυτόν θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα" -δέχεται δε περαιτέρω το δικαστήριο "ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη το από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα". Στο σκεπτικό της άνω απόφασης γίνεται δεκτόν ότι ο κατηγορούμενος, υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θηβών ως πρωτοδίκης, προέδρευε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών όπου επρόκειτο να εκδικαστούν και τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον άνω παθόντα, πριν από την έναρξη της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων ο άνω παθών παρέδωσε στον κατηγορούμενο αίτηση εξαίρεσης αυτού και της εισαγγελέως της έδρας, στην οποία αίτηση περιλάμβανε μειωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών. Η συνεδρίαση διακόπηκε προκειμένου να δικαστεί η αίτηση εξαιρέσεως και παράλληλα οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν μηνύσεις κατά του παθόντα για συκοφαντική δυσφήμηση και τις απογευματινές ώρες εισήχθη ο άνω παθών να δικαστεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία για την ανωτέρω πράξη. Ενώ ο εδώ παθών καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ο εδώ κατηγορούμενος καθόταν στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, έφυγε από τα έδρανα των δικηγόρων ο δικηγόρος Γ και πήγε στο σημείο που καθόταν ο εδώ κατηγορούμενος και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. 'Όταν ο εδώ παθών είδε τη σκηνή αυτή και επειδή ο Γ ήταν δικηγόρος των αντιδίκων του εδώ παθόντος την ημέρα εκείνη, υπέθεσε ότι κάτι θα είπε σε βάρος του και έκανε κατά του εδώ κατηγορούμενου μια κίνηση ενώνοντας και κινώντας χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υπονοώντας ότι οι ανωτέρω δικαστής και η δικηγόρος συνεννοούνται σε βάρος του. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο εδώ κατηγορούμενος, κινήθηκε κατά του εδώ παθόντος και τον κτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί του μάτι, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο ο εδώ κατηγορούμενος είχε προβάλει τον αυτοτελή (βλ. ΑΠ 338/61, ΑΠ 232/76, ΑΠ 1372/2000 κ.α) ισχυρισμό ότι τέλεσε την πράξη διότι "παρασύρθηκε σ'αυτή από δικαιολογημένη αγανάκτηση" (ήτοι ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 308 § 3 Ποιν.Κ.), τον οποίο άνω αυτοτελή ισχυρισμό προέβαλε με πλήρη πραγματικά περιστατικά και στηριζόταν στην αναφερθείσα πιο πάνω συμπεριφορά του εδώ παθόντος. Το δικαστήριο απέρριψε κατά πλειοψηφία τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογείται να παρασυρθεί από μία τέτοια πράξη και να την τελέσει μάλιστα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου εκτελεί τα καθήκοντά του, γιατί η αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του εγκαλούντος (=εδώ παθόντος) δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση, αλλά ήταν ανάλογη με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο εγκαλών στην πρωινή συνεδρίαση του δικαστηρίου και είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή μηνύσεως από μέρους του ήδη κατηγορουμένου. 'Αλλωστε η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως δικαστή επέβαλε σ'αυτόν να επιδείξει ψύχραιμη συμπεριφορά η οποία αποτελεί από τα πρώτιστα καθήκοντα του δικαστή και να σεβαστεί την αίθουσα στην οποία βρισκόταν να υπερασπίσει δε την τιμή και την υπόληψή του έναντι της προκλητικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος όχι με αυτοδικία αλλά με υποβολή μηνύσεως, όπως έκανε και στην πρωινή συνεδρίαση του δικαστηρίου σε ανάλογη πρόκληση του εγκαλούντος". Από την πρώτη ανάγνωση της αιτιολογίας- σκεπτικού αυτού καθίσταται σαφές ότι, εάν ετίθετο υπό την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή του αναιρετικού δικαστηρίου, είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αναιτιολόγητη και αντιφατική διότι παραβλέπει ότι το άρθρο 308 § 3 Π.Κ. ισχύει για όλους τους κατηγορουμένους, θέτει τον δικαστή ως κατηγορούμενο σε μειωνεκτική θέση έναντι των άλλων κατηγορουμένων χωρίς τούτο να μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε νομικά ούτε πραγματικά, συγχέει την ιδιότητα του κατηγορούμενου-παθόντα με αυτήν του δικαστή ως τέτοιου και δη απαιτεί από τον δικαστή να συμπεριφέρεται ως τέτοιος όχι μόνο στην έδρα (άρθρο 332 Κ.Ποιν.Δ.) αλλά και ως ιδιώτης -δηλ. εκτός των καθηκόντων του-, δεν εξηγεί γιατί η συμπεριφορά του εδώ παθόντος δεν ήταν "ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση", όταν μάλιστα δέχεται ότι προηγήθηκε αμέσως και φανερώνει ότι ο δικαστής με την ιδιότητά του αυτή και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του "συνεννοείται" σε βάρος του διαδίκου με τον αντίδικο του τελευταίου -συμπεριφορά που συνιστά και ποινικό αδίκημα (βλ. άρθρα 259, 235 επ. Π.Κ.) που μπορεί να οδηγήσει σε οριστική παύση από το δικαστικό σώμα (άρθρα 91, 93 οργ. Δικ.) και η οποία συνιστά και στην ουσία την πλέον βαρύτατη προσβολή για έναν δικαστικό λειτουργό, εξισώνει διάφορα πράγματα και δη τη συμπεριφορά του εδώ παθόντος που έλαβε χώραν την πρωινή συνεδρίαση σε βάρος του εδώ κατηγορουμένου και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου (όπου αυτός τήρησε το άρθρο 332 Κ.Ποιν.Δ.) με την συμπεριφορά που έλαβε χώραν την απογευματινή συνεδρίαση. Από τα νέα στοιχεία και δη την ένορκη κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρα αντεισαγγελέως πρωτοδικών Β, που έδωσε στην συμβολαιογράφο Αθηνών Αγλαΐα Κατσούλα στις 4-3-2008 (βλ. την ..... ένορκη βεβαίωση αυτής), προκύπτει ότι "προτού το δικαστήριο αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού (=Δ) ο Γ, συνήγορος της Ε (=αντίδικος του Δ), ο οποίος μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν στα έδρανα των δικηγόρων, κινήθηκε προς την έξοδο της αίθουσας περνώντας δε δίπλα από τον Α ψιθύρισε ότι θα ερχόταν να καταθέσει ως μάρτυρας. Τούτο έγινε αντιληπτό από τον Δ, ο οποίος προφανώς είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του τον Γ να εξέρχεται της αίθουσας. Στρέφοντας δε την πλάτη του προς το Δικαστήριο και γυρνώντας προς το μέρος όπου καθόμασταν, απευθυνόμενος στον Α, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, σαφώς υπονοώντας ότι συναλλασσόταν με τον δικηγόρο της αντιδίκου του Ε ... . Η στιγμιαία αυτή έξαψη του Α, πυροδοτήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την αμέσως προηγουμένη και ιδιαίτερα προκλητική χειρονομία του Δ με την οποία ετρώθη βάναυσα η τιμή και το κύρος του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού και ότι οιοσδήποτε άλλος να ήταν στη θέση του θα είχε ενεργήσει ανάλογα ..." - από την οποία σαφώς εξειδικεύεται η προηγηθείσα αμέσως συμπεριφορά του εδώ παθόντος και ότι αυτή έλαβε χώραν ενώπιον του εδώ κατηγορουμένου και ενώπιον τρίτων και, δη σε ακροατήριο δικαστηρίου το οποίο γνώριζε την ιδιότητα του εδώ κατηγορουμένου. Από την συμπληρωματική ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα δικηγόρου Γ, την οποία έδωσε στις 14-2-2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου (βλ. την ..... ένορκη κατάθεση αυτής), προκύπτει ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε -μεταξύ άλλων- "Αυτή τη στιγμή γυρίζει προκλητικότατα ο κατηγορούμενος προς εμένα και τον κ. Α και μας έκανε μια απρεπή χειρονομία ενώνοντας τους δύο δείκτες των χειρών του και τρίβοντας τους ... . Αυτό δείχνει σαν αν έλεγε ότι μεταξύ μας τα βρήκαμε ή ότι συνωμοτούμε εις βάρος του ή ότι ο Δικαστής συναλλάσσεται με τον δικηγόρο του αντιδίκου του. Θεωρώ ότι αυτό είναι η μεγαλύτερη ύβρις για ένα Δικαστή ... . Στο τέλος τον εξευτέλισε με την χειρονομία αυτή. Φρονώ ότι ήταν δικαιολογημένη η αγανάκτηση του κ. Δικαστή. Θέλω να τονίσω για να μην υπάρχει καμιά παρεξήγηση και αμφιβολία ότι ο ... Α ήταν διάδικος και όχι Δικαστής στην αίθουσα ...". 'Ετσι από την τελευταία αυτή περικοπή σαφώς προκύπτει ότι ο εδώ κατηγορούμενος δεν τέλεσε την πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αλλά (με αφορμή αυτή) εκτός αυτών. Τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι από την ρηθείσα καταδικαστική απόφαση δεν προκύπτει τούτο σαφώς. Από τα παραπάνω -και δη από τα δύο αυτά νεώτερα στοιχεία, -σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία- προκύπτει σαφώς ότι, αφού εξειδικεύεται πλέον σαφώς η προηγηθείσα αμέσως συμπεριφορά του εδώ παθόντος κατά του εδώ κατηγορουμένου, συνιστά συμπεριφορά όντως βάναυση και σκληρή για τον εδώ κατηγορούμενο, η οποία καθιστά σχεδόν βέβαιη την εφαρμογή του άρθρου 308 § 3 Π.Κ. (Πρ βλ ΑΠ 1604/97, ΑΠ 2009/2001, ΑΠ 620/2003) η δε προηγηθείσα κρίση δύο εφετών που δίκασαν σε πρώτο βαθμό δεν μπορεί να αποτέλεσε την τελειωτική κρίση επί της υπόθεσης. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο κατηγορούμενος απεβίωσε, πρέπει, αφού ακυρωθεί η καταδικαστική απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να γίνει δεκτή η από 7-3-2008 αίτηση της συζύγου και τέκνων του Α περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώραν σε βάρος του τελευταίου με την έκδοση της 11100/2005 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να ακυρωθεί η τελευταία και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του. Αθήνα 23-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στα νέα γεγονότα συγκαταλέγονται και οι άμεσα αναφερόμενες στην αξιόποινη πράξη περιστάσεις που θεμελιώνουν τους λόγους που αποκλείουν το άδικο της πράξεως ή και που εξαλείφουν το αξιόποινο αυτής. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, η ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, δίδεται κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως, για ανατροπή του ισχύοντος σε βάρος του καταδικασθέντος δεδικασμένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι η ποινική δίωξη τελειώνει α) με την αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση του κατηγορουμένου, β) με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, όταν ... ή όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει κλπ, συνάγεται ότι η αθωωτική απόφαση δεν ταυτίζεται με εκείνη που παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω της διαφοράς του εννόμου αποτελέσματος που συνεπάγεται η έκδοση καθεμιάς από αυτές, εφόσον, στις περιπτώσεις που επέρχεται οριστική παύση της ποινικής διώξεως, ο σχετικός λόγος (παραγραφή, θάνατος κλπ) αίρει το αξιόποινο της πράξεως και αποσβαίνει το ουσιαστικό δικαίωμα της πολιτείας να τιμωρήσει την αξιόποινη πράξη με την επιβολή της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής ή την εκτέλεση εκείνης που έχει καταγνωσθεί, χωρίς να αίρει την ύπαρξη αυτού του εγκλήματος, όπως, αντιθέτως, συμβαίνει στην περίπτωση εκδόσεως αθωωτικής αποφάσεως. Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ'άρθρο 502 ΚΠοινΔ, κρίνοντας την ασκηθείσα έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου τυπικά δεκτή, προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Όταν δε καταλήξει σε διαφορετική κρίση από εκείνη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το εφετείο, δεν εξαφανίζει ρητά την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, η οποία θεωρείται εξαφανισθείσα, αφότου έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, εφόσον όμως επακολούθησε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως. Το εφετείο , δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφασή του πανηγυρικά διάταξη, περί αποδοχής κατ'ουσίαν της εφέσεως και εξαφανίσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον, με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεώς του, παύει πλέον να υπάρχει η πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, όταν το Εφετείο, μετά το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, δεν εισέλθει στην κατ'ουσία έρευνα της υποθέσεως και παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω μεσολαβήσαντος θανάτου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, τότε , δεν αίρεται η ύπαρξη του εγκλήματος και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, δεν αποβάλλει την ισχύ της και μπορεί να προσβληθεί με αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, από τους ενεργητικά νομιμοποιούμενους προς τούτο οικείους του θανόντος, που έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, γιατί η υπόθεση δεν ερευνήθηκε στην ουσία στο εφετείο και, παρά την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, λόγω του θανάτου του καταδικασθέντος, το ηθικό στίγμα και η μομφή σε βάρος του οικείου τους και αυτών των αιτούντων, που ασκούν ίδιο δικαίωμα, παραμένει να υφίσταται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ "η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε", κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη ...". Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 7-3-2008 αίτηση περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη μετά τη δίκη αυτή αποθανών σύζυγος και πατέρας των αιτούντων, τότε Πρωτοδίκης, καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, αμετάκλητα, για τη πράξη της απλής σωματικής βλάβης με πρόθεση και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήριο που τον δίκασε, που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για την άνω πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, ο τότε Πρωτοδίκης Α, σύζυγος και πατέρας των αιτούντων, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης με πρόθεση, προξενήσας με γροθιές στον παθόντα Δ θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου, ενώ απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία επίσης ο προβληθείς υπό του ανωτέρω κατηγορουμένου προβληθείς νόμιμος εκ του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, αυτοτελής ισχυρισμός, ότι παρασύρθηκε στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξ αιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξεως που τέλεσε ο παθών. Στο αιτιολογικό της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως διαλαμβάνονται κατά λέξη τα παρακάτω: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θηβών ως Πρωτοδίκως, προέδρευε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, όπου επρόκειτο να εκδικαστούν και τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον ήδη εγκαλούντα. Πριν από την έναρξη της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων ο ήδη εγκαλών παρέδωσε στον ήδη κατηγορούμενο αίτηση εξαιρέσεως αυτού και της Εισαγγελέως της έδρας, στην οποία αίτηση περιλάμβανε μειωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών. Η συνεδρίαση διακόπηκε προκειμένου να δικαστεί η αίτηση εξαιρέσεως και παράλληλα οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν μηνύσεις κατά του ήδη εγκαλούντος για συκοφαντική δυσφήμηση και τις απογευματινές ώρες εισήχθη ο ήδη εγκαλών να δικαστεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία για την ανωτέρω πράξη. Ενώ ο ήδη εγκαλών καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ο ήδη κατηγορούμενος καθόταν στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, έφυγε από τα έδρα των δικηγόρων ο δικηγόρος Γ και πήγε στο σημείο όπου καθόταν ο ήδη κατηγορούμενος και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. 'Όταν ο ήδη εγκαλών είδε την κίνηση αυτή και επειδή ο Γ ήταν δικηγόρος των αντιδίκων του ήδη εγκαλούντος την ημέρα εκείνη, υπέθεσε ότι κάτι θα είπε σε βάρος του και έκανε κατά του ήδη κατηγορουμένου μία κίνηση ενώνοντας και κινώντας χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υπονοώντας ότι οι ανωτέρω δικαστές και δικηγόρος συνεννοούνται σε βάρος του. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο κατηγορούμενος, κινήθηκε κατά του εγκαλούντος και τον χτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί του μάτι, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα. Επομένως ο κατηγορούμενος ετέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος την πράξη της απλώς σωματικής βλάβης. Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι η ανωτέρω πράξη του δεν είναι άδικη και επικουρικώς ότι δεν πρέπει να του καταλογιστεί, επειδή την τέλεσε για να αποτρέψει τον παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο να συνεχίσει ο εγκαλών την εναντίον του προσβλητική συμπεριφορά και να πλήξει ακόμη περαιτέρω την προσωπικότητά του ως ανθρώπου και ως δικαστή. 'Όμως κατά τον χρόνο της εναντίον του εγκαλούντος επίθεσης του κατηγορουμένου δεν υπήρχε παρών κίνδυνος που να απειλεί το πρόσωπο του τελευταίου, αφού ο εγκαλών είχε ολοκληρώσει την προσβλητική ενέργειά του κατά του κατηγορουμένου και σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, ήταν δυνατό, αλλά και επιβεβλημένο για τον κατηγορούμενο δικαστή, να τον αποτρέψει με άλλα μέσα και συγκεκριμένα με την άμεση υποβολή εγκλήσεως και την εκδίκασή της στην ίδια αυτόφωρη διαδικασία. Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί που στηρίζονται στα άρθρα 25 και 32 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι για την προαναφερθείσα πράξη του πρέπει να απαλλαγεί από κάθε ποινή, γιατί παρασύρθηκε σ'αυτήν από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας της αμέσως προηγηθείσης προσβολής της τιμής και υπολήψεώς του από μέρους του εγκαλούντος, η οποία προσβολή έγινε παρουσία του και ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. 'Όμως κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογείται να παρασυρθεί σε μια τέτοια πράξη και να την τελέσει μάλιστα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου εκτελεί τα καθήκοντά του, γιατί η αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του εγκαλούντος δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση, αλλά ήταν ανάλογη με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο εγκαλών στην πρωϊνή συνεδρίαση του δικαστηρίου και είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή μηνύσεως από μέρους του ήδη κατηγορουμένου. 'Αλλωστε η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως δικαστή επέβαλε σ'αυτόν να επιδείξει ψύχραιμη συμπεριφορά η οποία αποτελεί από τα πρώτιστα καθήκοντα του δικαστή και να σεβαστεί την αίθουσα στην οποία βρισκόταν να προασπίσει δε την τιμή και την υπόληψή του έναντι της προκλητικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος όχι με αυτοδικία, αλλά με υποβολή μηνύσεως, όπως έκανε και την πρωϊνή συνεδρίαση του δικαστηρίου σε ανάλογη πρόκληση του εγκαλούντος. Επομένως κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας δεν συντρέχει δικαιολογημένη αγανάκτηση αυτού και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ και γιαυτό πρέπει κατά την ίδια γνώμη να απορριφθεί ο ως άνω ισχυρισμός του ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά από αυτό πρέπει κατά την ως άνω γνώμη, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της προαναφερθείσης πράξεως, ενόψει δε της κατά πλειοψηφίας κηρύξεως της ενοχής του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ομοφώνως ότι πρέπει να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 γ' του ΠΚ, αφού ωθήθηκε στην πράξη τον από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Επίσης ομοφώνως κρίνει το Δικαστήριο ότι πρέπει να παύσει υφ'όρον η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την αποδιδόμενη επίσης σ'αυτόν πράξη της εξύβρισης, η οποία εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 31 παρ.1 του Ν.3346/2005. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Πενιώς Φίλιππα συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, όπως αυτός επικαλείται. Κατά την μειοψηφούσα γνώμη ο κατηγορούμενος Α, ο οποίος στις 29-10-2003, κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών που εκδίκαζε αυτοφώρου διαδικασίας υπόθεση με κατηγορούμενο τον Δ, επέφερε με το δεξί του χέρι κτύπημα-γροθιά στο κρόταφο δίπλα στο δεξί μάτι του Δ με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματισθεί, ενήργησε από δεδικαιολογημένη αγανάκτηση, και κατ'άρθρο 308 παρ.3 του ΠΚ πρέπει ν'απαλλαγεί ο Α (κατηγορούμενος) από κάθε ποινή, διότι παρασύρθηκε στη πράξη του αυτή, ως άνω, από προηγούμενη πράξη που τέλεσε προηγουμένως ο παθών Δ εναντίον του, και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. Ειδικότερα, αμέσως, προηγουμένως ο παθών Δ την ώρα που ο δικηγόρος Θηβών Γ είχε πλησιάσει τον Α και άρχισε να του λέει κάτι στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο (στην κρινόμενη υπόθεση), ήνωσε τους δείκτες των χεριών του, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο ως άνω δικαστικός λειτουργός συναλλάσσεται με το δικηγόρο της αντιδίκου του, σε βάρος του με αποτέλεσμα να τον προκαλέσει με τον τρόπο αυτό που ήνωσε τους δείκτες των χεριών του, και λέγοντας συγχρόνως, "τέτοια θέλω να βλέπω ότι είστε μιλημένοι" και κάνοντας άλλη κίνηση προσβλητική. Εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του Δ, που τελέστηκε σε βάρος του Δικαστή Α, ο τελευταίος αγανάκτησε δεδικαιολογημένα και του επέφερε τον ως άνω τραυματισμό του παθόντος (Δ)". Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα στοιχεία και δη: α) από την με αριθ. ..... ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγλαϊας Κατσούλα, δοθείσα βεβαίωση της αυτόπτου μάρτυρος του διαδραματισθέντος στην αίθουσα του δικάζοντος Δικαστηρίου επίμαχου επεισοδίου Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Β, προκύπτει (κατά τη βεβαίωση) ότι "προτού το δικαστήριο αποφανθεί επί του αιτήματος του Δ, ο Γ, συνήγορος της Ε, που ήταν αντίδικος του ανωτέρω, ο οποίος μέχρι εκείνη την ώρα καθόταν στα έδρανα των δικηγόρων, κινήθηκε προς την έξοδο της αίθουσας, περνώντας δε δίπλα από τον Α, ψιθύρισε ότι θα ερχόταν να καταθέσει ως μάρτυρας. Τούτο έγινε αντιληπτό από τον Δ, ο οποίος προφανώς είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του τον Γ να εξέρχεται της αίθουσας. Στρέφοντας δε την πλάτη του προς το Δικαστήριο και γυρνώντας προς το μέρος όπου καθόμασταν, απευθυνόμενος στον Α, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, σαφώς υπονοοώντας ότι συναλλασσόταν με τον δικηγόρο της αντιδίκου του Ε. Η στιγμιαία αυτή έξαψη του Α (να γρονθοκοπήσει τον Δ), πυροδοτήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την αμέσως προηγηθείσα και ιδιαίτερα προκλητική χειρονομία του Δ, με την οποία τρώθηκε βάναυσα η τιμή και το κύρος του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού και ότι οιοσδήποτε άλλος να ήταν στη θέση του θα είχε ενεργήσει ανάλογα". β) από την με αριθ. ..... ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου, δοθείσα βεβαίωση μάρτυρος του επίσης αυτόπτη στο επεισόδιο μάρτυρα δικηγόρου Γ, καταθέτοντας συμπληρωματικά, πέραν εκείνων που είχε καταθέσει στο δικάσαν Δικαστήριο, προκύπτει, (κατά τη βεβαίωση) ότι: " ... Αυτή τη στιγμή γυρίζει προκλητικότατα ο κατηγορούμενος προς εμένα και τον κ. Α και μας έκανε μια απρεπή χειρονομία ενώνοντας τους δύο δείκτες των χειρών του και τρίβοντάς τους ... Αυτό δείχνει σαν να έλεγε ότι μεταξύ μας τα βρήκαμε ή ότι συνωμοτούσαμε σε βάρος του ή ότι ο Δικαστής συναλλάσσεται με τον δικηγόρο του αντιδίκου του. Θεωρώ ότι αυτό είναι η μεγαλύτερη ύβρις για ένα δικαστή ... Στο τέλος τον εξευτέλισε με τη χειρονομία αυτή. Φρονώ ότι ήταν δικαιολογημένη η αγανάκτηση του κ. δικαστή ... που ήταν υπόδειγμα δικαστή, αγαπητός σε όλο το δικαστικό και δικηγορικό κόσμο του Πρωτοδικείου Θηβών. Θέλω να τονίσω για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση και αμφιβολία ότι ο ... Α ήταν διάδικος και όχι δικαστής στην αίθουσα... η ταπεινή νομική μου άποψη, διακονώντας για 45 και πλέον χρόνια τη θέμιδα, είναι ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο αποτελεί ξεκάθαρη περίπτωση δικαιολογημένης αγανάκτησης που προήλθε από άμεση, σκληρή και βάναυση επίθεση του κ. Δ προς το μακαρίτη Α". Από τα δύο αυτά νεότερα αποδεικτικά στοιχεία, άγνωστα στους εκφράσαντες την πλειοψηφούσα καταδικαστική κρίση δικαστές, προκύπτει σαφώς ότι εξειδικεύονται πλέον σαφώς με νέα πραγματικά περιστατικά, οι συνθήκες που τελέστηκε η εν λόγω σωματική βλάβη, που καταθέτουν μια εισαγγελικός λειτουργός και ένας δικηγόρος, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του επισυμβάντος μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου επεισοδίου, σε μια αυτόφωρη διαδικασία υπό ένταση, αφού εκδικαζόταν κατηγορία σε βάρος του παθόντος Δ, κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, μετά από έγκληση του καταθέτοντος εκείνη τη στιγμή ως μάρτυρος Πρωτοδίκη Α και της παραπάνω Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, λόγω συκοφαντικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου - παθόντος, που είχε συμπεριλάβει σε υποβληθείσα υπ'αυτού, έγγραφη αίτηση εξαιρέσεως κατ'αυτών, δικαζόντων σε προηγηθείσα δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, στο οποίο και προήδρευεν ο ανωτέρω Πρωτοδίκης, με εισαγγελεύουσα την εν λόγω Αντεισαγγελέα και κατηγορούμενο τον παθόντα. Από την προσαγόμενη από 20-5-2004 έκθεση επιθεωρήσεως του επιθεωρητή της Α' Δικαστικής περιφέρεις, Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Σιμόπουλου, που διερεύνησε και το εν λόγω επεισόδιο, προκύπτει ότι πλην άλλων σημειώνονται σε αυτή και τα παρακάτω. "Είναι πάρα πολύ επιμελής, εργατικός, σεμνός, σοβαρός και αξιοπρεπής με εξαίρετη συμπεριφορά και κοινωνική παράσταση. Το επεισόδιο που δημιούργησε στο ακροατήριο του αυτοφώρου τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, στις 29-10-2003, κατά κατηγορουμένου, ενώ ήταν εγκαλών για συκοφαντική του δυσφήμηση, για το οποίο εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική δίωξη, λόγω απρεπούς εκτός υπηρεσίας συμπεριφοράς του, αποδίδεται σε δικαιολογημένη αγανάκτησή του, εξαιτίας αμέσως προηγούμενης πράξεως του παθόντος, ιδιαίτερα βάναυσης, αφού ο τελευταίος του είχε αποδώσει αβασίμως συναλλαγή του με το δικηγόρο της αντιδίκου σε βάρος του, και δε μπορεί να χαρακτηρίσει διαφορετικά την εν γένει εξαίρετη συμπεριφορά και κοινωνική παράσταση του εν λόγω δικαστικού λειτουργού". Ο εν λόγω Δ, για την άνω συκοφαντική δυσφήμηση των δύο δικαστικών λειτουργών καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, με τη με αριθ. 12079/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών με τριετή αναστολή της εκτελέσεως αυτής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη σύγκριση της καταδικαστικής αποφάσεως, του αιτιολογικού αυτής, τόσον της πλειοψηφίας, όσον και της μειοψηφίας που δέχθηκε τη συνδρομή των όρων του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, προς τα παραπάνω νεότερα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι η ως άνω προσβλητική, όσον και συκοφαντική συμπεριφορά του παθόντος Δ, που επαναλήφθηκε εντός της αίθουσας του αυτοφώρου Δικαστηρίου, απευθυνόμενου στον καταθέτοντα, ως εγκαλούντα- μάρτυρα, δικαστή, που ήταν γνωστή η ιδιότητά του σε όλους τους παρευρισκόμενους πολίτες και ιδία δικηγόρους και δικαστικούς γραμματείς του Πρωτοδικείου των Θηβών και με χειρονομία δηλωτική ύποπτης συναλλαγής αυτού με το δικηγόρο της αντιδίκου του, ήταν άκρως σκληρή και βάναυση, στρεφόμενη κατά της εντιμότητας του εν λόγω δικαστή. Ήτοι η μετά από έκρηξη του θυμικού επακολουθήσασα αμέσως, με γροθιές του δικαστή- μάρτυρα, στον πλησίον του ευρισκόμενο παθόντα, ελαφρά σωματική βλάβη, ήταν απόρροια της προηγηθείσας και όχι υποδεέστερης, από πλευράς θιγόμενου έννομου αγαθού, ενέργειας του παθόντος, που κρινόμενη αντικειμενικώς θεωρείται ως αιτία της μεταγενέστερης ενέργειας του προσβληθέντος δικαστή. Επομένως συντρέχουν οι όροι δικαιολογημένης αγανάκτησης του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ και καθίσταται φανερό, ότι αν τα ως παραπάνω νεότερα στοιχεία, ήταν γνωστά στους δικάσαντες δικαστές, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσαχθεί στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος Α θα είχε αθωωθεί της αποδιδόμενης σε αυτόν απλής σωματικής βλάβης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και με βάση τις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η εν λόγω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως, λόγω του ότι, από τη με αριθ. ..... Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών ....., προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δικαστής πέθανε στις 20-11-2006 και με την προαναφερθείσα με αριθ. 203/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ήδη παύσει οριστικά, κατ'άρθρο 370 περ. β του ΚΠοινΔ, η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του εγκαλούντος Δ, φερομένη ως τελεσθείσα στη ..... στις 29-10-2003, δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιόβαθμου Δικαστηρίου, ούτε και η διάταξη και από το παρόν Δικαστήριο, της ως άνω παύσεως της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 7 Μαρτίου 2008 αίτηση των: Χ1, Χ2 και Χ3 περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθ. 11100/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Ακυρώνει την παραπάνω με αριθμό 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση Επανάληψης Διαδικασίας καταδικαστικής αποφ. Τριμ. Εφετ. Αθηνών, υπό χήρας και τέκνων αποβιώσαντος - καταδικασθέντος, κατά 525, 527 ΚΠΔ. Παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της πρωτοβάθμιας δίκης, όταν το Εφετείο, μετά το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, δεν εισέλθει στην κατ΄ ουσία έρευνα της υποθέσεως και παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω μεσολαβήσαντος θανάτου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, διότι τότε, δεν αίρεται η ύπαρξη του εγκλήματος και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, δεν αποβάλλει την ισχύ της και μπορεί να προσβληθεί με αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, από τους ενεργητικά νομιμοποιούμενους προς τούτο οικείους του θανόντος, που έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, γιατί η υπόθεση δεν ερευνήθηκε στην ουσία στο εφετείο και παρά την παραγραφή, λόγω του θανάτου του καταδικασθέντος, το ηθικό στίγμα και η μομφή σε βάρος του οικείου τους και αυτών που ασκούν ίδιο δικαίωμα παραμένει να υφίσταται. Δεκτή, λόγω αποκάλυψης νέων αποδείξεων (δύο Ενόρκων Βεβαιώσεων δύο αυτοπτών μαρτύρων - της Αντεισαγγ. Πρωτοδικών Αλ. Μ. και του Δικηγόρου - αντιδίκου του εγκαλούντος, Ιω. Γκ. και της Εκθ. Επιθεώρησης του Αρεοπαγίτη Επιθεωρητή κ. Γ. Σ.), άγνωστων στους δικάσαντες δικαστές, για συνδρομή και εφαρμογή του προβληθέντος και απορριφθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου του άρθρου 308 παρ. 3 ΠΚ, που ήταν και θέση της μειοψηφίας. Ακυρώνει τη με αριθμό 11100/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΟΠΔ λόγω θανάτου του καταδικασθέντος κατηγορουμένου.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 705/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φιλακτόγλου, περί αναιρέσεως της 1381/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Γεωργόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1611/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1381/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Ο κατηγορούμενος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ -ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ", η οποία από το έτος 1995 διατηρεί στη βιομηχανική περιοχή, στον Άγιο Στέφανο Πατρών, εργοστάσιο πυρηνελαιουργίας. Η εταιρεία αυτή είχε εμπορική συνεργασία με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Δ1, πατέρας του εγκαλούντος. Ειδικότερα, η εταιρεία του κατηγορουμένου αγόραζε ελαιοπυρήνα από την εταιρεία του Δ1, η οποία διατηρούσε ελαιοτριβείο στην ίδια ως άνω περιοχή. Επίσης, ο Δ1 διαμεσολαβούσε ατύπως και χάριν εξυπηρέτησης και στην πώληση ελαιολάδου από διάφορους παραγωγούς στην εταιρεία του κατηγορουμένου, ο οποίος και απέστελλε το οφειλόμενο τίμημα σε εμβάσματα στον ως άνω Δ1, που στη συνέχεια το παρέδιδε στους πωλητές παραγωγούς. Στις 14.5.1998 πέθανε ο Δ1. Μετά το θάνατό του και συγκεκριμένα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον εγκαλούντα Ψ1 και του δήλωσε ότι η ανώνυμη εταιρεία την οποία αυτός τότε εκπροσωπούσε, είχε προκαταβάλει στον πατέρα του Δ1 στις 30.10.1997 το ποσό των 17.502.219 δρχ. έναντι συμφωνημένων μελλοντικών αγορών, ελαιοπυρήνα, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν και συνεπώς αξίωσε να του επιστραφεί το παραπάνω ποσό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Προς ενίσχυση της αξίωσής του αυτής, απέστειλε στον μηνυτή σε φωτοτυπία, την υπ' αριθ. ... απόδειξη, ποσού 17.902.219 δρχ. που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την ως άνω ανώνυμη εταιρεία του κατηγορουμένου και είχε υπογραφεί από τον πατέρα του εγκαλούντος Δ1, κάτω από την ένδειξη "ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ". Όμως, η υπογραφή αυτή, η φερόμενη ως του Δ1 στην παραπάνω απόδειξη είναι πλαστή και δεν συνδέεται με τις γνήσιες υπογραφές αυτού, όπως βεβαιώνεται με την από 17.10.2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ..., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 3349/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Η έκθεσή της αυτή εξ άλλου, ενισχύεται και από την από 27.10.1999 ιδιωτική έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ... . Την πλαστή αυτή υπογραφή έθεσε ο κατηγορούμενος, ως έχοντας συμφέρον να την χρησιμοποιήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, προς αντίκρουση της από 8.11.1999 αγωγής της εταιρείας "... ΟΕ" εναντίον της παραπάνω εταιρείας, που εκπροσωπούσε. Τα παραπάνω προκύπτουν ευκρινώς από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος αλλά και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., όπως δήλωσε αδελφού, προφανώς ετεροθαλούς του θανόντος Δ1, με τον οποίο και διατηρούσαν το ως άνω ελαιοτριβείο. Οι ως άνω μάρτυρες καταθέτουν ρητά, κατηγορηματικά και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι η υπογραφή στην επίδικη απόδειξη δεν είναι του Δ1 και ότι ο τελευταίος δεν είχε λόγο να εισπράξει τόσο μεγάλο ποσό προκαταβολής, δυσανάλογο για μελλοντικές παραδόσεις πυρήνα, των οποίων το τίμημα, ετησίως, αναμφισβήτητα δεν ξεπερνούσε τα 2.000.000 δρχ. Οι παραπάνω καταθέσεις δεν αναιρούνται ουσιωδώς από την κατάθεση του μάρτυρα του κατηγορουμένου, λογιστή του, ..., ο οποίος παρότι βεβαιώνει ότι στα βιβλία της εταιρείας του κατηγορουμένου που τηρούσε ο ίδιος, πέρασε το πρωτότυπο της απόδειξης, στη συνέχεια αδυνατεί να εξηγήσει γιατί προσκομίστηκε από την αρχή και σε όλα τα Δικαστήρια που επιλήφθηκαν της διαφοράς των διαδίκων, μόνο το φωτοαντίγραφο αυτής. Επίσης, ενώ βεβαιώνει ότι στις 30.10.1997 έγινε εκκαθάριση των λογαριασμών μεταξύ του κατηγορουμένου και του Δ1 για το τρέχον έτος και το προηγούμενο, δεν εξηγεί πώς προέκυψε αυτή η δυσανάλογη διαφορά των 17.902.219 δρχ. των δήθεν προκαταβολών για αγορά ελαιοπυρήνα, δύο μόνο ετών, τη στιγμή που, όπως προαναφέρθηκε, η αξία αυτού, ετησίως, δεν ξεπερνούσε τα 2.000.000 δρχ. Τέλος, ενώ καταθέτει ότι η εν λόγω απόδειξη του ως άνω ποσού των 17.902.219 δρχ. υπογράφηκε από τον ως άνω θανόντα Δ1, αυθημερόν, υπεκφεύγει να βεβαιώσει το γεγονός της υπογραφής, αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών, διότι βρισκόταν στο διπλανό γραφείο. Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος, στην από 5.11.2000 αγωγή της εταιρείας του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών σε βάρος της εταιρείας του Δ1, επικαλείται ότι, με συμφωνία που έγινε στις 30.10.1997 μεταξύ αυτού και του Δ1, ο τελευταίος του προκατέβαλε αυθημερόν το παραπάνω ποσό για αγορά ελαιοπυρήνα, ελαιοκομικής περιόδου 1997 - 1998, ενώ στην από 18.2.2002 νεότερη αγωγή της ίδιας ως άνω εταιρείας του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, αντιφάσκοντας αναφέρει ότι έναντι υποχρέωσης της εταιρείας Δ1 να πωλήσει και παραδώσει ελαιοπυρήνα και ελαιόλαδο στην ενάγουσα εταιρεία του, για τις ελαιοκομικές περιόδους 1995, 1996, 1997 και 1998, η τελευταία προκατέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία του Δ1, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, τα επί μέρους αναγραφόμενα σε αυτήν ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 18.317.907 δρχ. Τέλος, κατά τη σημερινή απολογία του, αναιρώντας όλα τα ως άνω, επικαλέστηκε, όλως αορίστως, ότι το παραπάνω ποσό, εκτός από προκαταβολές αγοράς ελαιοπυρήνα, αφορούσε και καταβολές χρηματικών δανείων, που ο ίδιος χορηγούσε στον Δ1, προς διευκόλυνσή του, χωρίς βέβαια να αναφέρει συγκεκριμένα χρόνους, τόπους και ποσά των επί μέρους καταβολών. Ο ισχυρισμός του ότι η ένδικη απόδειξη είναι γνήσια, διότι καταχωρήθηκε στα Γ' Κατηγορίας Βιβλία της εταιρείας του, της διαχειριστικής περιόδου 1997 και στη σελίδα 11 αυτών, δεν κρίνεται βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το επιδειχθέν στο Δικαστήριο με πρόχειρα συνδεμένες σελίδες, βιβλίο με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ", της εταιρείας του, στο οποίο πράγματι εμφαίνεται η καταχώρηση της επίδικης απόδειξης στην κατά σειρά αριθμημένη με αριθμό 11 σελίδα της διαχειριστικής περιόδου 1997, δεν παρέχει καμία πίστη στο δικαστήριο περί της ακριβείας του, αφού η σελίδα 11 φέρεται τοποθετημένη μεν, πριν τη θεώρηση του αρμόδιου υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. με ημερομηνία 2.2.1998, πλην όμως επί της σελίδας αυτής υπάρχει μόνον υπογραφή και σφραγίδα του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ., χωρίς ημερομηνία, πράγμα που δεν καθιστά βέβαιη, χωρίς τίποτε άλλο τη σύνταξη και τοποθέτηση, κατά χρονολογική σειρά της σελίδας αυτής, μεταξύ των σελίδων της διαχειριστικής περιόδου 1997, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω βιβλίο δεν είναι σταθερά συρραμμένο. Περί της ακριβείας άλλωστε της προθεσμίας λογιστικοποίησης των εγγραφών σε θεωρημένο ημερολόγιο, δεν δύναται να βεβαιώσει ούτε η αρμόδια Διεύθυνση 15η Βιβλίων και Στοιχείων της Γενικής Δ/νσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος προφανώς το γεγονός ότι είχε αποστείλει διάφορα χρηματικά εμβάσματα στο όνομα του Δ1, για τις προαναφερθείσες οφειλές του προς τους παραγωγούς, που αφορούσαν το τίμημα ελαιολάδου, για την αγορά και παράδοση του οποίου διαμεσολαβούσε ατύπως και χάριν εξυπηρέτησης ο τελευταίος, κατάρτισε τον Σεπτέμβριο 1999 και μετά ενάμισι έτος, περίπου, από το θάνατο του Δ1, την επίδικη πλαστή απόδειξη, την οποία χρησιμοποίησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, με σκοπό να αποσπάσει από τους κληρονόμους του το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό των 17.902.219 δρχ. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία κατηγορείται, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη (πλαστογραφία με χρήση) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσειων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν κατάρτιση πλαστών εγγράφων, με τη χρήση των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι είχε καταβάλει στον διαχειριστή της εταιρείας ".... ΟΕ", Δ1 το χρηματικό ποσό των 17.502.219 δραχμών, δυνάμενο να έχει ως συνέπεια τη θεμελίωση δικαιώματος απαιτήσεως του ποσού τούτου από την ανωτέρω εταιρεία. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς, αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση της πλαστότητας του καταρτισθέντος πλαστού εγγράφου και αφετέρου ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ως προς το προαναφερόμενο γεγονός. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) αγνόησε την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου του, ..., η οποία έλαβε υπόψη της σημαντικά επί πλέον έγγραφα και εξετασθείσα στο Δικαστήριο ως μάρτυς ανέλυσε με πλήθος στοιχεία το εσφαλμένο της κρίσεως των δύο πραγματογνωμοσυνών, ήτοι της δικαστικής της ... και της ιδιωτικής της .... και τους μάρτυρες που κατέθεσαν ότι η επίμαχη απόδειξη ήταν γνήσια, β) έκρινε εσφαλμένα ότι το βιβλίο Ημερολογίου Ταμείου της ανώνυμης εταιρείας, στο οποίο ήταν καταχωρισμένη η επίμαχη απόδειξη δεν παρέχει καμία πίστη, διότι δεν ήταν συρραμμένο και γ) αγνόησε τις αποδείξεις αποστολής εμβασμάτων στον Δ1 και το ιδιόχειρο της επίμαχης αποδείξεως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως αιτιολογίας βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1381/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Πλαστογραφία με χρήση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 713/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 214/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους : 1. Χ2 και 2. Χ3. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 757/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για να τεθεί η δικογραφία στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν.3346/2005 "παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παρ.δ: α) των πταισμάτων και β) υφ'όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή, αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ, συνεχίζεται κατ'αυτόν η παυθείσα ποινική δίωξη", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 348 παρ.1 του ΠΚ "όποιος κατ'επάγγελμα διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1 και 2 του ν.3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17-6-2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία αποτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από 17-6-2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ.1 του άρθρου 32 του ν.3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατήγορου κατά περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε κατ'έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 214/2008 απόφαση, κήρυξε, εκτός άλλων προσώπων, ένοχο του αναιρεσείοντα για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας από κοινού (άρθρα 45 και 348 παρ.1 ΠΚ), κατ'ορθότερο της πράξεως, για την οποία ασκήθηκε η ποινική διώξη, νομικό χαρακτηρισμό, ο οποίος δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας της σωματεμπορίας από κοινού κατ'εξακολούθηση, και στη συνέχεια επέβαλε σ'αυτόν φυλάκιση δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Συνεπώς, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, με το να μη παύσει την ποινική δίωξη υφ'όρον, για το προαναφερόμενο πλημμέλημα της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας, το οποίο είχε τελεσθεί από τον αναιρεσείοντα (από κοινού μετ'άλλων) κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουλίου έτους 2001 με αρχές Αυγούστου 2001 έως τον Οκτώβριο έτους 2002 και περαιτέρω έως το Φεβρουάριο έτους 2003, ήτοι πριν τη δημοσίευση του ν.3346/2005, και να προχωρήσει στην καταδίκη του αναιρεσείοντος στην προδιαληφθείσα ποινή, υπερέβη την εξουσία τους, και πρέπει, κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠοινΔ προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα, επειδή δε, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση σε ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, να παύσει ή κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για το πλημμέλημα αυτό, υπό τον όρο ότι αυτός δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του ν.3346/17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας, ανώτερη των δύο (2) μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 214/2008 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θράκης.Και Παύει ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για το αξιόποινο αδίκημα της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας που τελέσθηκε απ'αυτόν μαζί με άλλους στον οικισμό ..... του δήμου ....., κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουλίου του έτους 2001 με αρχές Αυγούστου του έτους 2001 έως τον Οκτώβριο του έτους 2002 και περαιτέρω έως το Φεβρουάριο του έτους 2003, υπό τον όρο, ότι δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του ν.3346/17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας, ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή, τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005 από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όταν μεταβάλει επιτρεπτώς την κατηγορία (από σωματεμπορία κατ’ εξακολούθηση σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας). Υπέρβαση εξουσίας από δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση προχώρησε σε καταδίκη αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να παύσει υφ’όρο την ποινική δίωξη. Αναίρεση απόφασης και παύση ποινικής δίωξης υφ’όρο από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορίας μεταβολή, Παραγραφή υφ' όρο, Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 702/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .....κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 1.823/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.574/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 577/18.12.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ'αριθμ. 604/25-6-2008 αίτηση αναίρεσης του ....,κατοίκου ....., κατά της υπ'αριθμ. 1823/25-6-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και 6 μηνών (συνολικά) για Ληστεία, Παράνομη οπλοφορία και παράβαση ΚΟΚ και εκθέτω τα εξής: Από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ ορίζεται ότι "στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Εξάλλου από το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι ουδείς λόγος αναίρεσης διαλαμβάνεται σ'αυτή και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 604/25-6-2008 αίτηση αναίρεσης του ....,κατοίκου ..... κατά της υπ'αριθμ. 1823/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών, για Ληστεία, Παράνομη οπλοφορία και παράβαση ΚΟΚ. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω ασκήσαντα την αναίρεση. Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 - 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρ. 513 Κ.Π.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 1.823/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και έξ (6) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, για ληστεία, παράνομη οπλοφορία και παράβαση του άρθρου 45 παρ. 1 Ν. 2.696/1999 ως ισχύει. Στην αναίρεση αυτή, η οποία ησκήθη με δήλωση στο διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί "αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου ... για τους παρακάτω λόγους", χωρίς όμως εν συνεχεία ουδένα λόγο να αναφέρει. Ούτως η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 604/25 Ιουνίου 2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.823/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστη η αίτηση αναιρέσεως όταν ουδένα λόγο περιέχει. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η δήλωση ότι «ασκεί αναίρεση για τους παρακάτω λόγους», χωρίς εν συνεχεία να αναφέρει κάποιον λόγο είναι αόριστη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 701/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κάτοικο ...... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1934/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 12/15.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 188/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, δικηγόρο Αθηνών, οδός ..... αρ. ..., κατά του αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3775/2007 βούλευμά του, μεταξύ άλλων παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 13γ, 45 και 216 § § 1 και 3 α Π.Κ., όπως το εδαφ. α' του άρθρου 216 § 3 προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν.2721/1999). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθμ. 49/24-1-2008 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ παρ.1 και 3, όπως η παρ.3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ.7α Ν. 2408/96 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2721/1999, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει με την; προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο (ΑΠ 807/2000 ΠΧρ. ΝΑ σελ. 131, ΣυμβΑΠ 725/2000, ΠΧρ. ΝΑ σελ.59, ΑΠ 1046/95, Συμβ., ΠΧρ.ΜΣΤ,74, ΑΠ 1068/95, ΠΧρ.ΜΣΤ,191, Ολομ. ΑΠ 179/90 Συμβ, Υπερ.1991,23,). Αντικείμενο του εγκλήματος αυτού είναι έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό και αυτό το αναγόμενο στην εσωτερική υπηρεσία. Έγγραφο δε κατά την διάταξη του άρθρου 13γ ΠΚ, είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (ΑΠ 389/92, Συμβ, ΠΧρ.ΜΒ,521, ΑΠ 1019/92, ΠΧρ.ΜΒ,795, ΑΠ 631/90, Συμβ., ΠΧρ.ΜΑ,71). Ο νόμος στο άρθρο 13 περ.γ του Π.Κ. δεν θέτει κριτήριο υπαγωγής στον ορισμό του εγγράφου τον τρόπο γραφής του εγγράφου και συνεπώς ο τρόπος παραγωγής της εγγράφου δηλώσεως είναι αδιάφορος και δύναται να γίνει είτε δια της γραφής είτε δια μηχανικού μέσου, αλλά αρκεί η ύπαρξη γραπτού που είναι πρόσφορο ή προορισμένο να αποδείξει διανοητικό περιεχόμενο και ένα πρόσωπο που θέλει να δεσμευτεί από αυτό. Συνεπώς η λέξη έγγραφα υποδηλώνει όχι μόνο τα δια χειρός γραμμένα κείμενα με οποιαδήποτε ύλη (μελάνι, μολύβι) αλλά και αυτά που είναι γραμμένα έντυπα ή δια λιθογραφίας ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο πάνω σε χαρτί ή σε οποιαδήποτε άλλη πρώτη ύλη (ΑΠΣυμβ. 769/2003 ΠΧρ. ΝΔ. 151, Συμβ.Πλημ.ΑΘ. 3648/2003 ΠΧρ. ΝΔ 64, Μπουρόπουλος β' 231). Η δυνατότητα απόδοσης του περιεχομένου ενός εγγράφου σε ορισμένο πρόσωπο (εκδότη) αποτελεί το βασικό προαπαιτούμενο του. Από την άποψη αυτή και στο μέτρο που η ενσωματωμένη σ' ένα αντικείμενο δήλωση (πρέπει να) παρουσιάζει διάρκεια ζωής, η προσωπική ιδιότητα του εγγράφου καθιδρύει την αποδεικτική του ταυτότητα και προσδιορίζει γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια. Δηλαδή ένα έγγραφο είναι γνήσιο όταν προέρχεται από το πρόσωπο από το οποίο πρέπει να προέρχεται. Εκδότης του εγγράφου είναι εκείνος από τον οποίο προέρχεται πνευματικά η δήλωση και όχι αυτός από τον οποίο παράγεται σωματικά. Συνεπώς εκδότες εγγράφων μπορούν να είναι όχι μόνο φυσικά πρόσωπα, αλλά και αρχές, υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ.2 του ίδιου άρθρου προκύπτει: α) ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, β) ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο, είτε από τον πλαστογράφο και γ) ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας εκλαμβάνεται ως επιβαρυντική περίπτωση υπό την έννοια ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο της ποινής του άρθρου 216 παρ.1 εδ.α ΠΚ υποχρεωτικά και στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και μεταφέροντας το πλαστό έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου, δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος (ΑΠ 578/95, ΠΧρ.ΜΕ,899). Περαιτέρω ορίζεται στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ως αυτή ισχύει σήμερα , ότι για να λάβει η πλαστογραφία κακουργηματική μορφή απαιτείται όπως : α) ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας άλλον ή σκόπευε να βλάψει άλλον , εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 Ευρώ) ή β) ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 (15.000 Ευρώ). Κατά τα ανωτέρω, η διακεκριμένη πλαστογραφία, με την πρώτη μορφή της , διαμορφώνεται προδήλως ως ένα έγκλημα στρεφόμενο αμιγώς κατά της περιουσίας, αφού το επιδιωκόμενο όφελος ή η σκοπούμενη βλάβη απαιτείται να είναι υλικής μορφής μόνο και μάλιστα περιουσιακής (ΑΠ 291/1998 ΠΧρ. ΜΗ 904, ΑΠ 160/1998 ΠΧρ. ΜΗ 786). Η εν λόγω επιβαρυντική περίπτωση θεμελιώνεται σ' ένα υποκειμενικό στοιχείο (σκοπός περιουσιακού οφέλους ή βλάβης), που όμως περιλαμβάνει μιαν αντικειμενικά κρινόμενη προϋπόθεση (υπέρβαση του ποσού των 73.000 Ευρώ) και ως εκ τούτου το ανωτέρω αδίκημα διαπλάθεται ως έγκλημα σκοπού για τη στοιχειοθέτηση του οποίου είναι αδιάφορο εάν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ΑΠ. 1298/06 Π.Χρ. ΝΖ/516, ΑΠ 924/2001 ΠοινΛογ 2001 1069, ΑΠ 725/2000 ΠΧρ. ΝΑ 59). Η πράξη της πλαστογραφίας θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να προκύπτει από αυτή περιουσιακή διάθεση, χωρίς ωστόσο να απαιτείται το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ενέργεια του δράστη ,με την έννοια ότι μετά την ενέργεια του δράστη δεν απαιτείται, κάποια περαιτέρω πράξη αυτού για να επέλθει το όφελος η βλάβη, καθώς σημασία δεν έχει τόσο η αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, όσο η αμεσότητα του κινδύνου που ενέχει αυτή η πράξη, έστω κι αν θα μπορούσε να ακολουθήσει και κάποια άλλη ενέργεια που στην ουσία πραγματώνει ή ενεργοποιεί τον κίνδυνο της πλαστογραφίας ή της χρήσης (Κονταξή "Ποινικός Κώδικας" Τόμος Α', σελ. 1844-1845). Εξ' αυτών έπεται ότι ζημιούμενος αμέσως από την πράξη της πλαστογραφίας είναι και αυτός ο οποίος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (ΣυμβΑΠ 725/2000 ΠΧρ ΝΑ.59, Συμβ ΑΠ 631/2000 ΠΧρ. ΝΑ27) , καθόσον αρκεί ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους ή της βλάβης να έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της μεταγενέστερης της πλαστογραφίας χρήσεως του εγγράφου αυτού, από τη μεριά του δράστη, καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο αυτού, οι δε μεταγενέστερες επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της χρήσεως του πλαστού να επιφέρουν το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί (ΑΠ 1034/2007 ΠΧρ. ΝΖ 694). Περαιτέρω , όπως προκύπτει από το γράμμα του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του ως άνω άρθρου για τη στοιχειοθέτηση της πρώτης μορφής της διακεκριμένης πλαστογραφίας, απαιτείται, όπως το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να επιδιώκεται να πραγματωθεί δια βλάβης τρίτου. Ωστόσο εγείρονται ερωτηματικά, εάν με την έκφραση αυτή, ο νομοθέτης εννοιολογικά φέρεται να επιθυμεί ώστε το περιουσιακό όφελος να πρέπει συνολικά να προέρχεται από αυτόν ο οποίος υφίσταται τη βλάβη, δηλαδή να υπάρχει ένα είδος υλικής αντιστοιχίας μεταξύ της προκληθείσας βλάβης και του επιδιωκόμενου οφέλους, (έτσι ΑΠ 1920/1997 ΠΧρ. ΜΗ 645, ΑΠ 1389/1997 ΠΧρ. ΜΗ 480 και Μυλωνόπουλος "Ειδικό Μέρος Ποινικού Δικαίου- Εγκλήματα σχετικά με τα Υπομνήματα" σελ. 100-101) ή αντίθετα δεν απαιτείται το επιδιωκόμενο περιουσιακό πλεονέκτημα να είναι αντίστοιχο της περιουσιακής ζημίας ή να συνδέεται με αυτή (έτσι ΑΠ 552/1989 ΠΧρ. Μ 48, ΑΠ 792/1986 ΠΧρ. ΛΣΤ 749, Κονταξή "Ποινικός Κώδικας", Τόμος Α' σελ. 1848 υπό άρθρο 216, με σχετική υποσημείωση, όπου παρατίθεται η αντίθετη άποψη, Μαργαρίτη "Ποινικός Κώδικας" σελ. 522 υπό άρθρο 216). Ως προς την ανωτέρω αμφισβήτηση φρονούμε, ότι ορθότερη είναι η δεύτερη άποψη, ήτοι πως το περιουσιακό όφελος δεν απαιτείται να προέρχεται από αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτου και τούτο διότι αφενός μεν ο σκοπός περιουσιακής βλάβης τρίτου άνω των 73.000 Ευρώ τυποποιείται ως αυτοτελής διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του ιδίου αδικήματος, χωρίς στην περίπτωση αυτή να γίνεται οιαδήποτε διασύνδεση με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, αφετέρου δε ,με την έκφραση " βλάπτοντας τρίτον" ο νομοθέτης θέλει να προσδώσει μία χρονική αλληλουχία ενεργειών του δράστη, ώστε να αποκλείσει από την υπαγωγή στη διακεκριμένη μορφή του αδικήματος περιπτώσεων , όπου ο δράστης βλάπτει ξένη περιουσία, μετά την επίτευξη του οφέλους και προς διασφάλιση του (εμμέσως και από την ΑΠ 361/1990 ΝοΒ 38,669). Περαιτέρω για τον υπολογισμό του ύψους του περιουσιακού οφέλους λαμβάνεται υπ' όψη η αξία αυτού κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ενώ εκ του γεγονότος ότι η περιουσία δεν είναι προσωποπαγές έννομο αγαθό συνάγεται, ότι σε περίπτωση συναυτουργίας δε λαμβάνεται υπόψη το όφελος που επεδίωξε ο κάθε ένας συναυτουργός αυτοτελώς, αλλά το σύνολο του επιδιωχθέντος (με τη μία πράξη) οφέλους (ΑΠ 632/2002 ΠοινΛογ 2002/729, Κονταξή ο.π. σελ. 1843, Μυλωνόπουλου ο.π. σελ. 100 παρ. 2.3). Περαιτέρω επί συναυτουργίας , η οποία είναι νοητή και επί πλαστογραφίας, απαραίτητος όρος είναι η ύπαρξη στο συναυτουργό της γνώσης της πρόθεσης του άλλου για τέλεση της ίδιας πράξης και η βούληση της σύμπραξης με αυτόν (κοινός δόλος) που μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων στην εκτέλεση του εγκλήματος , χωρίς να είναι απαραίτητο στο βούλευμα, που παραπέμπει τους πολλούς κατηγορούμενους να αναφέρονται οι ενέργειες ενός εκάστου των συναυτουργών, αλλά αρκεί να αναφέρεται η πράξη της πλαστογραφίας και ο κοινός δόλος και κατά τούτο είναι δυνατή η σύμπραξη στην κατάρτιση και νόθευση να συντελεσθεί με κάθε τρόπο χωρίς να είναι απαραίτητο η απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότου ενός εγγράφου να έγινε ιδιοχείρως και κατά τμήματα από όλους τους συναυτουργούς, στοιχειοθετείται δε η πλαστογραφία ακόμα και αν πλείονες συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο, ανέθεσαν δε το έργο αυτό σε έναν εξ' αυτών, καθόσον , ως ελέχθη, το κρίσιμο στοιχείο είναι άπαντες των συναυτουργών να τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση το αυτού εγκλήματος (ΑΠ 767/1999, ΑΠ 144/1992 ΠΧρ. MB 400, ΑΠ 1439/1989 ΠΧρ. Μ 716, ΑΠ 819/1989 ΠΧρ. Μ 181). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ.ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι: Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων , προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:Η Α, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε στην Αθήνα και δη στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" στις ..... . Οι εγκαλούντες μαζί με την εκκαλούσα Χ2 και την κατηγορούμενη Β ήσαν οι πλησιέστεροι συγγενείς της πιο πάνω θανούσας, η οποία δεν είχε αφήσει διαθήκη. Κατά συνέπεια η ανωτέρω έπρεπε να κληθούν σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσία της πιο πάνω θανούσας κατά τη δεύτερη τάξη κατ' ισομοιρία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1814 του ΑΚ, ειδικότερα κατά 1/3 εκάστη από τις ως άνω, εκκαλούσα και κατηγορούμενη και το 1/3 της μητέρας των εγκαλούντων που είχε προαποβιώσει της κληρονομουμένης θα το έπαιρναν εξ ημισείας οι εγκαλούντες, δηλαδή καθένας τους θα έπαιρνε το 1/6 αυτού. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα οι κατηγορούμενοι Γ και Β παρουσίασαν, λίγο μετά το θάνατο της κληρονομουμένης, έναν κλειστό φάκελλο που περιείχε δύο έγγραφα με χειρόγραφη γραφή, που αποτελούσαν ένα ενιαίο κείμενο και τα οποία έφεραν τον τίτλο "ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗ,, και "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ" και έτσι φαινόταν ότι η θανούσα είχε συντάξει τη διαθήκη της, με αναγραφόμενους χρόνους σύνταξης την 15-7-1997 και 25-7-1997, για την αρχική και συμπληρωματική διαθήκη της, κατά τα ανωτέρω και με υπάρχουσα υπογραφή επί των ως άνω διαθηκών, τάχα της διαθέτιδος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Η πιο πάνω "διαθήκη" μεταξύ των άλλων, κατέγραψε και τις ακόλουθες διατάξεις τελευταίας βουλήσεως : " Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-19S7 Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1997, η υπογεγραμμένη Α ... ... επειδή ο Θεός δε μου έδωσε παιδιά και όλα τα χρόνια μου συμπαραστάθηκαν τα ανίψια μου (από αδελφές) Γ, κάτοικος ..... και Χ1, καθόσον τα υπόλοιπα ανίψια και η αδελφή μου Δ διαμένουν μόνιμα στην ..... . Επιθυμώ όπως η ακίνητη περιουσία μου διατεθεί ως εξής: Στα ανίψια μου (από αδελφές) Γ και Χ1, περιέλθουν εξ αδιαιρέτου α) Ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο (άνω του υπέρ ημιυπόγειου ορόφου) με στοιχεία Ι2 και μικτής επιφάνειας 59 μ.τ. και επί της οδού ....., ....., β) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον 4° όροφο της εσοχής (ρετιρέ) υπέρ του ισογείου ορόφου και το οποίο μετά της βεράντας καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (πλην του χώρου του ανελκυστήρα και κλιμακοστασίου) και με στοιχεία ΔΙ μικτής επιφάνειας 71 μ.τ. και επί της οδού ....., γ) Αγροτεμάχιο στη θέση .....-....., περιοχή ....., εκτάσεως 584 μ.τ., όπως τούτο φαίνεται στο από 24-9-1947 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ε με στοιχεία 8 και 9, δ) ..... στη θέση ....., περιοχή Κοινότητας .....-....., εκτάσεως 535 μ.τ. και φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό ... και οικοδ. Τετράγωνο ... ... 2.Στα ανίψια μου από της αδελφής μου Δ, Ψ1 και Ψ2, αφήνω εξ' αδιαιρέτου τα κάτωθι: α) Μίας πεπαλαιωμένης και ήδη ετοιμόρροπου και εν μέρει κατεδαφισθείσας μονορόφου οικίας, μετά υπογείου και παραπλεύρως χαγιατιού επί οικοπέδου, εκτάσεως 262,50 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία ....., Δήμου ..... επί της οδού ..... με αριθμό ..., β) Το 1/4 ενός αγροτεμαχίου, το όλον εκτάσεως 5.000 περίπου μ.τ., που προήλθε από κληρονομιά της θετής μητέρας μου ΣΤ, που βρίσκεται στη θέση "....." κτηματικής περιοχής ....., συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με αγρό ....., νοτίως με αγρό ....., ανατολικώς με λίμνη ..... και δυτικώς με αγροτικό δρόμο. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα την 25 Ιουλίου 1997 η υπογεγραμμένη Α συμπληρώνοντας την από 15-7-1997 ιδιόχειρο διαθήκη για τα κινητά, ονομάζω κληρονόμους τις αδελφές μου Β, κάτοικο ..... και τη Χ2, κάτοικο ....., στις οποίες αφήνω εξ' ημισείας τα επ' ονόματι μου ομόλογα Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό ..... και ..... πράξη της 31-12-1996 συνολικού ποσού 7.100.000 δρχ. περίπου, καθόσον κατά τη διάρκεια της ασθένειας μου, μου συμπαραστέκονται και με βοηθούν. Κατά τα λοιπά ισχύει η από 15-7-1997 όμοια ...", ώστε να δημιουργηθεί η πεπλανημένη εντύπωση ότι η ως άνω διαθέτης φερόταν, ότι εγκατέστησε αυτούς ως κληρονόμους της, καταλείποντας στους μεν πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, Γ και Χ1 και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ'αυτών α) ένα διαμέρισμα 59 μ.τ., κείμενο επί του ισογείου πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ..... αριθ. ... στην Αθήνα, β) ένα διαμέρισμα 71 μ.τ., κείμενο στον τέταρτο υπέρ του ισογείου όροφο της αυτής ως ανωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, γ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 584 μ.τ. ιι πλέον κείμενο στη θέση "....." ..... το οποίο εμφαίνεται στο από 24-9-2007 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ε υπ' αριθ. ... και ... και δ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 535 μ.τ. κείμενο στη θέση ..... της περιοχής ....., το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθ. ... στο υπ' αριθ. ... οικοδομικό τετράγωνο, στις δε τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων Β και Χ2 και ομοίως σε ποσοστό 1/2 σε έκαστη εξ' αυτών, δύο ομόλογα και δη τα υπ' αριθ. ..... και ..... ομόλογα της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της 31-12-1996 και συνολικής αξίας 7.100.000 δραχμών, στο τέλος δε των ανωτέρω εγγράφων έθεσαν πλαστή και κατ' απομίμηση της πραγματικής την υπογραφή της ανωτέρω διαθέτιδος κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι όλο το κείμενο των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών είχε γραφεί από αυτήν, προέβησαν δε στην ενέργεια τους αυτή, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές περί της εγκυρότητος των διαθηκών αυτών, ώστε να επιτύχουν τη δημοσίευση τους και την μέσω αυτής εγκατάσταση τους ως κληρονόμων στα ως άνω αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα και τραπεζικούς τίτλους, σκόπευαν δε να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κτήση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς είχαν συνολική αξία περί τα 73.726,465 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι, εάν δεν υπήρχαν οι ως άνω πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες, θα είχαν κληθεί μαζί με την τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, ως τέκνα της προαποβιωσάσης αδερφής της διαθέτιδος, Δ, σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, στην κληρονομιά κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, δηλαδή κατά το 1/3 της κληρονομιάς, στη συνέχεια δε έκαναν οι κατηγορούμενοι και χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, καταθέτοντας αυτά ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτυγχάνοντας, δια αιτήσεως της Β, τη δημοσίευση των διαθηκών αυτών, με τα υπ' αριθ. 5106/5107/19-12-1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου των Αθηνών. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν με τις πιο πάνω εφέσεις τους, ως προεξετέθη, ότι καμμία ανάμειξη στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχαν. Όμως δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, για τη συναγωγή των απαιτουμένων επαρκών ενδείξεων για παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, πέραν του νομικού θέματος της κατάφασης συναυτουργικής δράσης με μόνη την ύπαρξη του κοινού δόλου για την τέλεση της πλαστογραφίας χωρίς να υπάρχει και ιδιόχειρη γραφή - σύνταξη του πλαστού, από τον συναυτουργό ( μετά την από 21-7-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ....., στην οποία αναφέρεται ότι οι από 15-7-2007 και 25-7-2007 ιδιόγραφες διαθήκες, δεν γράφηκαν από τη διαθέτιδα αλλά είναι πλαστές, είναι πλέον δεδομένη η πλαστότητα αυτών και άσχετα από το αν δεν εξακριβώθηκε το πρόσωπο που τις πλαστογράφησε, υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγ/νος Γ, αν ληφθεί υπ'όψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της ως άνω έκθεσης παρατηρούνται γραφικές ομοιότητες στον υπογραφικό τύπο αυτού με τη φερομένη ως υπογραφή της διαθέτιδος) και το γεγονός ότι ευνοούνταν και οι ίδιοι από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και τη δημοσίευση της, όπως ορθά, με αναφορά στην εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα και εξ αυτού λοιπόν του λόγου είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε .σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα των εκκαλούντων. Άλλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41 ). Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13 γ,14§1,18α, 26§1, 27§1, 45, 216§§1-3α, ΠΚ, όπως το εδ. α' του άρθρου 21δ§3 προστ. με το άρθρο 14§§2α Ν. 2721/1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 3775/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1 γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ως άνω πράξη, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφερόμεθα, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσία. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με επιδιωκόμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, και εντεύθεν για την κατ'ουσία απόρριψη ως αβασίμου της εφέσεως αυτού. Είναι συνεπώς αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης για τους προβαλλόμενους από το άρθρο 484 § ιβ' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθ. 188/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσότερων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Εξάλλου έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία αναπτύσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. συμπληρωματικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάστηκε, των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η Α, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε στην Αθήνα και δη στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" στις 16-8-1997.Οι εγκαλούντες μαζί με την εκκαλούσα Χ2 και την κατηγορούμενη Β ήσαν οι πλησιέστεροι συγγενείς της πιο πάνω θανούσας, η οποία δεν είχε αφήσει διαθήκη. Κατά συνέπεια η ανωτέρω έπρεπε να κληθούν σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσία της πιο πάνω θανούσας κατά τη δεύτερη τάξη κατ1 ισομοιρία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1814 του ΑΚ, ειδικότερα κατά 1/3 εκάστη από τις ως άνω, εκκαλούσα και κατηγορούμενη και το 1/3 της μητέρας των εγκαλούντων που είχε προαποβιώσει της κληρονομουμένης θα το έπαιρναν εξ ημισείας οι εγκαλούντες, δηλαδή καθένας τους θα έπαιρνε το 1/6 αυτού. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα οι κατηγορούμενοι Γ και Β παρουσίασαν, λίγο μετά το θάνατο της κληρονομουμένης, έναν κλειστό φάκελλο που περιείχε δύο έγγραφα με χειρόγραφη γραφή, που αποτελούσαν ένα ενιαίο κείμενο και τα οποία έφεραν τον τίτλο "ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗ" και "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ" και έτσι φαινόταν ότι η θανούσα είχε συντάξει τη διαθήκη της, με αναγραφόμενους χρόνους σύνταξης την 15-7-1997 και 25-7-1997, για την αρχική και συμπληρωματική διαθήκη της, κατά τα ανωτέρω και με υπάρχουσα υπογραφή επί των ως άνω διαθηκών, τάχα της διαθέτιδος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Η πιο πάνω "διαθήκη" μεταξύ των άλλων, κατέγραψε και τις ακόλουθες διατάξεις τελευταίας βουλήσεως: "Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1957 Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1997, η υπογεγραμμένη Α ... επειδή ο Θεός δε μου έδωσε παιδιά και όλα τα χρόνια μου συμπαραστάθηκαν τα ανίψια μου (από αδελφές) Γ, κάτοικος ..... και Χ1, καθόσον τα υπόλοιπα ανίψια και η αδελφή μου Δ διαμένουν μόνιμα στην ....., Επιθυμώ όπως η ακίνητη περιουσία μου διατεθεί ως εξής: Στα ανίψια μου (από αδελφές) Γ και Χ1, περιέλθουν εξ αδιαιρέτου α) Ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο (άνω του υπέρ ημιυπόγειου ορόφου) με στοιχεία 12 και μικτής επιφάνειας 59 μ.τ. και επί της οδού ....., ....., β) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον 4° όροφο της εσοχής (ρετιρέ) υπέρ του ισογείου ορόφου και το οποίο μετά της βεράντας καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (πλην του χώρου του ανελκυστήρα και κλιμακοστασίου) και με στοιχεία ΔΙ μικτής επιφάνειας 71 μ.τ. και επί της οδού ....., γ) Αγροτεμάχιο στη θέση .....-....., περιοχή ....., εκτάσεως 584 μ.τ., όπως τούτο φαίνεται στο από 24-9-1947 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ε με στοιχεία 8 και 9, δ) Αγροτεμάχιο στη θέση ....., περιοχή Κοινότητας .....-....., εκτάσεως 535 μ.τ. και φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό ... και οικοδ. Τετράγωνο ... ... :2. Στα ανίψια μου από της αδελφής μου Δ, Ψ1 και Ψ2, αφήνω εξ αδιαιρέτου τα κάτωθι: α) Μίας πεπαλαιωμένης και ήδη ετοιμόρροπου και εν μέρει κατεδαφισθείσας μονορόφου οικίας, μετά υπογείου και παραπλεύρως χαγιατιού επί οικοπέδου, εκτάσεως 262,50 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία ....., Δήμου ..... επί της οδού ..... με αριθμό ..., β) Το 1/4 ενός αγροτεμαχίου, το όλον εκτάσεως 5.000 περίπου μ.τ., που προήλθε από κληρονομιά της θετής μητέρας μου ΣΤ, που βρίσκεται στη θέση "....." κτηματικής περιοχής ....., συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με αγρό ....., νοτίως με αγρό ....., ανατολικώς με λίμνη ..... και δυτικώς με αγροτικό δρόμο. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα την 25 Ιουλίου 1997 η υπογεγραμμένη Α συμπληρώνοντας την από 15-7-1997 ιδιόχειρο διαθήκη για τα κινητά, ονομάζω κληρονόμους τις αδελφές μου Β, κάτοικο ..... και τη Χ2, κάτοικο ....., στις οποίες αφήνω εξ' ημισείας τα επ' ονόματι μου ομόλογα Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό ..... και ..... πράξη της 31-12-1996 συνολικού ποσού 7.100.000 δρχ. περίπου, καθόσον κατά τη διάρκεια της ασθένειας μου, μου συμπαραστέκονται και με βοηθούν. Κατά τα λοιπά ισχύει η από 15-7-1997 όμοια ...", ώστε να δημιουργηθεί η πεπλανημένη εντύπωση ότι η ως άνω διαθέτης φερόταν, ότι εγκατέστησε αυτούς ως κληρονόμους της, καταλείποντας στους μεν πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, Γ και Χ1 και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ'αυτών α) ένα διαμέρισμα 59 μ.τ., κείμενο επί του ισογείου πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ..... αριθ. ... στην Αθήνα, β) ένα διαμέρισμα 71 μ.τ., κείμενο στον τέταρτο υπέρ του ισογείου όροφο της αυτής ως ανωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, γ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 584 μ.τ. ιι πλέον κείμενο στη θέση "....." ..... το οποίο εμφαίνεται στο από 24-9-2007 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ε υπ' αριθ. ... και ... και δ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 535 μ.τ. κείμενο στη θέση ..... της περιοχής ....., το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθ. ... στο υπ' αριθ. ... οικοδομικό τετράγωνο, στις δε τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων Β και Χ2 και ομοίως σε ποσοστό 1/2 σε έκαστη εξ' αυτών, δύο ομόλογα και δη τα υπ' αριθ. ..... και ..... ομόλογα της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της 31-12-1996 και συνολικής αξίας 7.100.000 δραχμών, στο τέλος δε των ανωτέρω εγγράφων έθεσαν πλαστή και κατ' απομίμηση της πραγματικής την υπογραφή της ανωτέρω διαθέτιδος κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι όλο το κείμενο των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών είχε γραφεί από αυτήν, προέβησαν δε στην ενέργεια τους αυτή, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές περί της εγκυρότητας των διαθηκών αυτών, ώστε να επιτύχουν τη δημοσίευση τους και την μέσω αυτής εγκατάσταση τους ως κληρονόμων στα ως άνω αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα και τραπεζικούς τίτλους, σκόπευαν δε να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κτήση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς είχαν συνολική αξία περί τα 73.726,465 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι, εάν δεν υπήρχαν οι ως άνω πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες, θα είχαν κληθεί μαζί με την τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, ως τέκνα της προαποβιωσάσης αδερφής της διαθέτιδος, Δ, σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, στην κληρονομιά κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, δηλαδή κατά το 1/3 της κληρονομιάς, στη συνέχεια δε έκαναν οι κατηγορούμενοι και χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, καταθέτοντας αυτά ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτυγχάνοντας, δια αιτήσεως της Β, τη δημοσίευση των διαθηκών αυτών, με τα υπ' αριθ. 5106/5107/19-12-1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου των Αθηνών. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν με τις πιο πάνω εφέσεις τους, ως προεξετέθη, ότι καμμία ανάμειξη στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχαν. Όμως δεν μπορείνα παραβλέψει κανείς, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο,για τη συναγωγή των απαιτουμένων επαρκών ενδείξεωνγια παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, πέραν τουνομικού θέματος της κατάφασης συναυτουργικής δράσηςμε μόνη την ύπαρξη του κοινού δόλου για την τέλεση τηςπλαστογραφίας χωρίς να υπάρχει και ιδιόχειρη γραφή -σύνταξη του πλαστού, από τον συναυτουργό (μετά την από 21-7-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ....., στην οποία αναφέρεται ότι οι από 15-7-2007 και 25-7-2007 ιδιόγραφες διαθήκες, δεν γράφηκαν από τη διαθέτιδα αλλά είναι πλαστές, είναι πλέον δεδομένη η πλαστότητα αυτών και άσχετα από το αν δεν εξακριβώθηκε το πρόσωπο που τις πλαστογράφησε, υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγ/νος Γ, αν ληφθεί υπ'όψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της ως άνω έκθεσης παρατηρούνται γραφικές ομοιότητες στον υπογραφικό τύπο αυτού με τη φερομένη ως υπογραφή της διαθέτιδος) και το γεγονός ότι ευνοούνταν και οι ίδιοι από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και τη δημοσίευση της, όπως ορθά, με αναφορά στην εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα και εξ αυτού λοιπόν του λόγου είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα των εκκαλούντων. Άλλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41). Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 γ, 14§1, 18α, 26§1, 27§1, 45, 216§§1-3α, ΠΚ, όπως το εδ. α' του άρθρου 21δ§3 προστ. με το άρθρο 14§§2α Ν. 2721/1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 3775/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1 γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ως άνω πράξη, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφερόμεθα, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία.)" Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 216 παρ. 1, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφέρονται: α) η κατά συναυτουργία με άλλους κατάρτιση από τον αναιρεσείοντα των σ' αυτή λεπτομερώς αναφερομένων πλαστών εγγράφων, β) το ποσό στο οποίο ανήλθε το παράνομο οικονομικό όφελος αυτών, το οποίο προσδιορίζεται σε 73.726,465 ευρώ, και γ) η περαιτέρω χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 188/3-11-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία βουλεύματος για παραπομπή αναιρεσείοντος για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 698/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 424/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 106/30-5-2008 (ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατ. ....., κατά του υπ' αρ. 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 3488/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (αρ. 13 στ', 14, 98, 404 §§1,2,3 Π.Κ. ως η παρ. 3 αντικ. με άρθρο 14 §8β Ν.2721/99). Κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση και εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο αφ' ενός έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για μερικότερες πράξεις που είχαν τελεσθεί μέχρι την 3-6-1999, αφ' ετέρου απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσή του ως προς τις λοιπές πράξεις, και επανεδιετυπώθη η κατηγορία. ΙΙ) Το εν λόγω βούλευμα επεδόθη εις μεν τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου κ. Σίνο την 14-5-2008, εις δε τον κατηγορούμενο την 20-5-2008 και συνεπώς η έφεση ως ασκηθείσα την 30-5-2008 είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) είναι επίσης παραδεκτή διότι περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους το δε βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 474 §2, 482 §1α Κ.Π.Δ.). Λόγοι που επικαλείται είναι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, υπέρβαση εξουσίας (σελ. 4 επόμενα αιτήσεως αναιρέσεως), ως προς δε τον τελευταίο λόγο (υπερβάσεως εξουσίας) παρατηρούμε ότι στην κρινομένη γίνεται απλή αναφορά του χωρίς οιονδήποτε προσδιορισμό. III) α) Η απαιτούμενη από τα αρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005 Α.Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 893). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π. Δ/σύνη 2006/732). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν. Χρ. 1987/5, 07 Α.Καρρά Ποιν.Δικον.Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. ). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50). γ) Τέλος υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικά ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή, τέλος παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (Α. Καρρά Ποιν. Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 968-974). IV) Κατά την διάταξη του άρθρου 404 §1 Π.Κ.: Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσή της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. Για την τέλεση του εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Δικαιοπραξία παροχής πιστώσεως, ανανέωση ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής αυτής. Στην παρ. 1 ρυθμίζονται οι πιστωτικές δικαιοπραξίες (Μπουρόπουλος, Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 404 σελ. 149, Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. σελ. 1115 επομ.). Αν η δοθείσα στον οφειλέτη παροχή είναι χρήματα (λ.χ. δοθείσα ως δάνειο χρηματική ποσότητα) εφαρμόζεται η §2 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 978/81 Π.Χρ. 1β/257, Μ. Μαργαρίτη Ερμ. Π.Κ. σελ. 1219-1220 επομ.). β) Εκμετάλλευση της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας, η ανάγκη μπορεί να είναι υπαίτια ή ανυπαίτια λ.χ. απόλυτη ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων προς εξόφληση κατεπειγόντων χρεών (Α.Π. 992/86 ΝΟΒ 1987/1226). Εκμετάλλευση σημαίνει την συνειδητή και ιδιαίτερα ανάρμοστη αξιοποίηση προς όφελος του δράστη της προεκτεθείσας θέσεως άλλου προς κτήση υπέρμετρων περιουσιακών ωφελημάτων. γ) Συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων για τον δανειστή ή τον τρίτο που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου. δ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. Έκδοση Γ υπ' αρ. 404 σελ. 1119). Κατά την διάταξη του αρ. 404 §2α Π.Κ. (ως αντ. με αρ. 14 §8α Ν.2721/99) "με τις ίδιες ποινές (δηλ. της παραγρ. 1) τιμωρείται όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση σ' αυτόν συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτους περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου" κατά δε την παράγραφο 3: αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή. Το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων - όπως είναι και η λήψη από τον δράστη αξιογράφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους - ή με την επιδίωξη τέτοιων ωφελημάτων, που μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από τον δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάση αξιογράφου που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος (Α.Π. 858/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1243 Α.Π. 2024/2005 Π.Δ/σύνη 2006/532 Συμβ. Α.Π. 829/2006 Π.Δ/σύνη 2006/713). Οι ανωτέρω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας (στοιχ. α και β της παραγρ. 2) είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ των και τελούν εφ' όσον πραγματωθούν, εις αληθή πραγματικήν συρροήν (Α.Π. 957/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1351). Κατά την παράγραφο 3 του άνω άρθρου (ως αντ. με αρ. 14 Ν.1721/99) αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή. Κατά την διάταξη του αρ. 13 στ Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του αρ. 13 στοιχ. στ' εδαφ. α' Π.Κ., προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλ. τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορές υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη για το έγκλημα αυτό (Α.Π. 1064/2000 Π.Χρ. ΝΑ/318). Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρ. 98 Π.Κ.) το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Πάντως δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να παραπέμπεται για περισσότερες πράξεις τοκογλυφίας (Α.Π. 517/2000 ΝΟΒ 2000/1009) αλλά αρκεί η τέλεση μιας μόνον πράξεως όταν από αυτή ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που την συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 1647/99 Π.Χρ. Ν/734). Υφίσταται τοκογλυφία κατ' επάγγελμα όταν ο δράστης κατά την παροχή δανείου προς τον πολιτικώς ενάγοντα παρεκράτησε αθέμιτα ποσοστό τόκου (Α.Π. 1233/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1494). V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά (Ολ. Α.Π. 1227/79 Π.Χρ. 1/53 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134, 59/2005 Π.Χρ. ΝΕ/887) στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αφού προσδιορίζει κατά κατηγορία τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του ώστε να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και εξετιμήθησαν όλα τα στοιχεία από το δικαστικό συμβούλιο (Α.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, Α.Π. 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134, Α.Π. 1414/2006 Π.Δ/σύνη 2007/245) εδέχθη ότι: Ο εγκαλών, Ψ1, είναι εταίρος και συνδιαχειριστής με τον Α, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ψ1 - Α ΕΠΕ". Αντικείμενο εργασιών της εταιρείας αυτής είναι η τοποθέτηση βαρέων ψυκτικών και θερμαντικών σωμάτων και μηχανημάτων σε μεγάλους χώρους κυρίως εκθεσιακούς. Παράλληλα δε αρχές του έτους 1997 και ειδικότερα με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Φάνης Δημούλη, συστάθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ", με έδρα την ....., που είχε ως αντικείμενο εργασιών την επί κέρδει πώληση στο κοινό υγιεινής διατροφής. Αργότερα με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου τροποποιήθηκε το παραπάνω καταστατικό της εταιρείας και νέοι εταίροι αυτής ορίσθηκαν η Γ, αδελφή του εγκαλούντος και ο Δ, οι οποίοι αγόρασαν το σύνολο των μετοχών της εταιρείας αυτής, η οποία πλέον μετονομάσθη σε: "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ - ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ", η οποία νομίμως καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης. Διαχειρίστρια της ως άνω εταιρείας ορίσθηκε τυπικά η παραπάνω αναφερόμενη αδελφή του εγκαλούντος, Γ, όμως ουσιαστικός διαχειριστής αυτής υπήρξε ο εγκαλών. Ο τελευταίος κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, μέσω του φίλου του Β, γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος σύμφωνα με τις πληροφορίες που του έδωσε ο ανωτέρω (Β) προέβαινε στη χορήγηση δανείων με τόκο μεγαλύτερο του νομίμου. Έτσι το Νοέμβρη του έτους 1996 ο εγκαλών, όταν βρέθηκε στην ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων για να αντιμετωπίσει την ασθένεια της μητέρας του με τη μεσολάβηση του ανωτέρω φίλου του κατέφυγε στον κατηγορούμενο προκειμένου να του χορηγήσει σχετικό δάνειο. Έτσι έκτοτε ξεκίνησε ο δανεισμός του από τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνεχίσθηκε και μετέπειτα και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που έφθασε έως τέλος Ιουνίου του έτους 2005, καθόσον ο εγκαλών εξακολουθούσε να βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω των επιτακτικών οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν από χρέη των ως άνω εταιρειών έναντι τρίτων προσώπων και του ΙΚΑ. Η "συνεργασία" τους αυτή συνίστατο στο ότι ο εγκαλών παρέδιδε στον κατηγορούμενο μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές πελατείας του και εκείνος τις ρευστοποιούσε με επιτόκιο 5% το μήνα, δηλαδή 60% το χρόνο, δηλαδή με ποσοστό που υπερέβαινε κατά πολύ το νόμιμο ποσοστό τόκου. Τις επιταγές αυτές ο εγκαλών μετεβίβαζε αυθημερόν με τη λήψη του δανείου στον κατηγορούμενο με οπισθογράφηση και ο τελευταίος εμφάνιζε αυτές στις πληρώτριες τράπεζες κατά τις ημερομηνίες έκδοσής τους και ελάμβανε τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά, στα οποία συμπεριλαμβάνοντο τα ποσά δανείου που είχε ήδη χορηγήσει στον εγκαλούντα και το ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως, που παράνομα είχε συνομολογήσει με τον τελευταίο. Όμως εν προκειμένω δεν θα αναφερθούμε στο αρχικό στάδιο δανειοδότησης του εγκαλούντος, που αφορά τις μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας που φέρεται να έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος κατά το από 25/11/1996 έως 30/5/1999, χρονικό διάστημα, καθόσον αυτές φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, ως τελεσθείσες πριν την ισχύ του Ν.2721/99, που χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως κακούργημα και συνεπώς έχουν υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρελεύσεως της πενταετίας από το χρόνο τέλεσής τους, και ως εκ τούτου έχει επέλθει εξάλειψη του αξιοποίνου, όπως ορθώς έκρινε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ωστόσο όμως θέμα γεννάται εν προκειμένω, εάν και οι μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας, που αναφέρονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος με στοιχεία 1 έως και 10 και στις οποίες αναφέρεται ως χρόνος μεν παροχής δανείου, συνομολόγησης τοκογλυφικών τόκων και λήψης επιταγών, που περιείχαν το κεφάλαιο και τους τοκογλυφικούς τόκους, οι ημερομηνίες 28/9/99 (οι πέντε πρώτες από αυτές), 30/3/99 (οι με στοιχ. 6,7 και 8) και 30/5/99 (οι με στοιχ. 9 και 10), αλλά ως χρόνος είσπραξης των επιταγών οι ημερομηνίες 30/6/99, 16/6/99, 30/7/99, 30/8/99 και 30/10/99, ότε πλέον ίσχυε ο Ν.2721/99 και η πράξη της τοκογλυφίας χαρακτηρίστηκε το πρώτον ως κακούργημα, έχουν υποπέσει ή μη σε παραγραφή. Τούτο, διότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ. και 510, 511 και 370β Κ.Π.Δ. εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, έστω και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β Κ.Π.Δ. (Α.Π. 789/94 Π.Χ. ΜΔ 779 και Α.Π. 1508/95 Π.Χ. ΜΣΤ 861). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 94 §1 και 98 Π.Κ. προκύπτει ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα η καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις που το συγκροτούν διατηρεί την αυτοτέλειά της και ως εκ τούτου η παραγραφή της αρχίζει από την ημέρα της τελέσεώς της. Από τη διάταξη δε του άρθρου 404 §2 εδ. β Π.Κ., όπως εκθέσαμε και ανωτέρω, σαφώς συνάγεται ότι το υπ' αυτής προβλεπόμενο έγκλημα της τοκογλυφίας είναι τετελεσμένο από της συνομολογήσεως ή της λήψεως κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας για την πληρωμή του ή κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού των τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται κατά την παγίως ισχύουσα νομολογία και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού (Α.Π. 829/2006 Π.Χ. ΝΖ 229, Α.Π. 68/2000 Π.Χ. Ν 205, Α.Π. 372/99 Π.Χ. Ν 27, Α.Π. 21/97 Π.Χ. ΜΖ 1480, Α.Π. 1792/93 Π.Χ. ΜΔ 173, Α.Π. 652/99 Π.Χ. Ν 239, Α.Π. 789/94 Π.Χ. ΜΔ 779, Α.Π. 1508/95 Π.Χ. ΜΣΤ 861). Σύμφωνα δε με την παρατιθέμενη ως άνω νομολογία, δεν είναι αναγκαία και η είσπραξη του αναγραφομένου στα αξιόγραφα ποσού για να θεωρηθεί τετελεσμένο το αδίκημα της τοκογλυφίας καθόσον αυτό είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας και ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στο φερόμενο ως παθόντα, δηλαδή δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων (Α.Π. 68/2000 Π.Χ. Ν 205, Α.Π. 1792/93 Π.Χ. ΜΔ 173 και Α.Π. 652/99 Π.Χ. Ν 239, Α.Π. 372/99 Π.Χ. Ν 27). Συνεπώς βάσει των ανωτέρω που εκθέσαμε ως χρόνος τελέσεως των με στοιχ. 1 έως και 10 μερικότερων πράξεων της τοκογλυφίας θεωρείται όχι ο χρόνος που εξόφλησε ο κατηγορούμενος τις επιταγές, αλλά ο χρόνος που συνομολόγησε και παρέλαβε τα αξιόγραφα στα οποία ενσωματώνονται οι τοκογλυφικοί τόκοι, καθόσον εν προκειμένω είναι ο ίδιος χρόνος, τόσο αυτός της συνομολόγησης, όσο και αυτός της λήψης των επιταγών για καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην περίπτωση συνομολογήσεως και λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων η παραγραφή του ως άνω εγκλήματος αρχίζει από τις λήψεως των τοκογλυφικών ωφελημάτων (Α.Π. 1508/95 Π.Υ ΜΣΤ 861, Α.Π. 789/1994 Π.Χ. ΜΔ 781, Α.Π. 1792/93 Π.Χ. ΜΔ 173). Πλην όμως τέτοιο θέμα δεν δημιουργείται εν προκειμένω, καθόσον έχουμε ταυτόχρονη τέλεση της συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων και της παραλαβής - λήψης των αξιογράφων που ενσωματώνουν πέρα του ποσού δανείου και τους τοκογλυφικούς τόκους. Επομένως οι πράξεις αυτές της τοκογλυφίας που φέρονται να έχουν τελεσθεί κατά τις ημερομηνίες που προαναφέραμε και εντός του από 28/2/1999 έως 30/5/1999 χρονικού διαστήματος, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι έλαβαν χώρα πριν την ισχύ του Ν.2721/99 και από τότε έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας. Κατά συνέπεια έχει επέλθει εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής των ανωτέρω επιμέρους πράξεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας, που έχουν τελεσθεί κατ' εξακολούθηση για τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος με το εκκαλούμενο βούλευμα και αφορούν τις με στοιχ. 1 έως και 10 μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το από 28/2/99 έως 30/5/1999 χρονικό διάστημα. Κατόπιν τούτου το Συμβούλιό Σας δεν κρίνει επί της ουσίας τις μερικότερες αυτές πράξεις της τοκογλυφίας, αφού έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αλλά μόνο αυτές που έχουν λάβει χώρα μετά την 3/6/1999, ότε πλέον η πράξη αυτή φέρει σύμφωνα με το Ν.2721/99 το χαρακτήρα κακουργήματος. Έτσι λοιπόν ο εγκαλών συνεχίζων να ευρίσκεται σε οικονομική δυσπραγία συνήψε με τον κατηγορούμενο κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους συμφωνίας για παροχή δανείων και ο τελευταίος συνομολόγησε για τον εαυτό του ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως, δηλαδή 60% ετησίως, αντί του νομίμου συμβατικού τοιούτου και ο εγκαλών του μεταβίβαζε αυθημερόν με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές, στις οποίες ενσωματωνόταν το κεφάλαιο του ποσού του δανείου και ο τόκος που παράνομα συνομολογούσε και τις οποίες εξοφλούσε κατά την ημέρα εκδόσεώς τους. Ειδικότερα: 1) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.800.000 δρχ. (5.282,46 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 600.000 δρχ. (1.760,82 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 429,35 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντα, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα ποσού 2.400.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 30/11/99, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικά ωφελήματα το ποσό των 1.331,47 ευρώ. 2) Στις 30/6/99 κατά την παροχή δανείου του εγκαλούντα, ύψους 2.415.000 δρχ. (7.087,30 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 805.000 δρχ. (2.362,43 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 19% που αντιστοιχεί στο ποσό των 572,30 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του Ε, πελάτη του εγκαλούντα, με ημερομηνία εκδόσεως την 29/11/99, ποσού 3.220.000 δρχ., δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικά ωφελήματα το ποσό των 1.790,13 ευρώ. 3) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.170.000 δρχ. (6.368,30 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 630.000 δρχ. (1.848,86 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου, που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 467,19 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, Ε, ποσού 2.800.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 15/11/99, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.381,85 ευρώ. 4) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.061.740 δρχ. (6.050,59 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 570.260 δρχ. (1.763,54 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 523,71 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του Ε, ποσού 2.632.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 10/12/99, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.335,63 ευρώ. 5) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 2.240.000 δρχ. (6.573,73 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 560.000 δρχ. (1.643,43 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως, αντί του νομίμου διακαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 18% και αντιστοιχεί στο ποσό των 419,99 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του Ε, πελάτη του εγκαλούντος, ποσού 2.800.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 30/1/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.223,44 ευρώ. 6) Στις 30/9/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.767.125 δρχ. (5.185,98 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 511.875 δρχ. (1.502,20 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόπου που ανερχόταν κατά μέσο όρο εκείνο το χρονικό διάστημα σε 18% περίπου ετησίως και αντιστοιχεί το ποσό των 295,60 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του Ε, ποσού 2.279.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 15/1/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.206,60 ευρώ. 7) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 2.320.000 δρχ. (6.808,51 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 580.000 δρχ. (1.702,12 ευρώ), δηλαδή ποσοστό 5% μηνιαίως και ετησίως 60% αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 18% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχούσε στο ποσό των 434,99 ευρώ και έλαβε αυθημερόν επιταγή του ως άνω Ε, ποσού 2.900.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 30/1/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.260,13 ευρώ. 8) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.605.000 δρχ. (4.710,19 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 580.000 δρχ. (1.702,12 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 18% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 279,60 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, ποσού 2.185.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 20/1/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.423,52 ευρώ. 9) Στις 30/9/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.264.000 δρχ. (6.644,16 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 566.000 δρχ. (1.661,04 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το διάστημα σε 18% και αντιστοιχεί στο ποσό των 427,64 ευρώ και έλαβε με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, ποσού 2.830.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 31/1/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικά ωφελήματα το ποσό των 1.233,60 ευρώ. 10) Στις 20/9/99 κατά την παροχή δανείου του εγκαλούντα ύψους 1.962.000 δρχ. (5.757,88 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 654.000 δρχ. (1.919,29 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το διάστημα σε ποσοστό 18% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 471,03 ευρώ και έλαβε με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή, πελάτη του εγκαλούντος, ποσού 2.616.000 δρχ. πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, με ημερομηνία έκδοσης την 21/2/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.448,26 ευρώ. 11) Στις 30/10/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.293.750δρχ. (3.796,77 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 431.250 δρχ. (1.265,59 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60% αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε ποσοστό 16,5% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 304,59 ευρώ και έλαβε αυθημερόν επιταγή μεταχρονολογημένη με οπισθογράφηση, πελάτη του εγκαλούντος, ονόματι ΣΤ, ποσού 1.725.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 30/3/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους ύψους 961 ευρώ. 12) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.387.500 δρχ. (4.071,90 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 462.500 δρχ. (1.357,30 ευρώ) δηλ. ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε 16,5% κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 328,81 ευρώ, και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος ΣΤ, ποσού 1.850.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 30/4/00, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.028,49 ευρώ. 13) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.905.000 δρχ. (5.590,60 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 635.000 δρχ. (1.863,53 ευρώ). Δηλ. ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα κατά μέσο όρο σε ποσοστό 16,5% ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό των 451,44 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένη επιταγή, πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Τράπεζα Εργασίας, ποσού 2.540.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 30/4/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.412,09 ευρώ. 14) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.275.000 δρχ. (3.741,74 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 425.000 δρχ. (1.247,24 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού, που ανερχόταν εκείνο το διάστημα σε ποσοστό 16,5% κατά μέσο όρο ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό των 264,94 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος ΣΤ, ποσού 1.700.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης 30/4/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 982,30 ευρώ. 15) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.962.000 δρχ. συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 654.000 δρχ. (1.919,29 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το διάστημα σε ποσοστό 14,5% κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 461,91 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του, Ε, ύψους 2.616.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 28/8/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.457,38 ευρώ. 16) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.914.000 δρχ. (5.617,02 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 635.000 δρχ. (1.863,53 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το διάστημα σε ποσοστό 14,5% κατά μέσο όρο που αντιστοιχεί στο ποσό των 456,52 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, Ε, ποσού 2.549.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 30/8/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους 1.406,99 ευρώ. 17) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.863.750 δρχ. (5.469,18 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 621.250 δρχ. (1.823,18 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε ποσοστό 14,5% και αντιστοιχεί στο ποσό των 534,04 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση μια μεταχρονολογημένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα, ύψους 2.485.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης την 30/9/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.289,14 ευρώ. 18) Στις 30/3/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.000.000 δρχ. (5.869,40 ευρώ), συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, ενώ ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανερχόταν σε ποσοστό 18% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 377,92 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση τη με αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος Η, ποσού 2.500.000 δρχ., με ημερομηνία έκδοσης την 30/3/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.089,43 ευρώ. 19) Στις 15/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.217.600 δρχ. (3.571,53 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 304.400 δρχ. (893,32 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και 60% ετησίως αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού σε ποσοστό 14,5% κατά μέσο που ανερχόταν εκείνο το διάστημα και αντιστοιχεί στο ποσό των 231,85 ευρώ και έλαβε αυθημερόν τη με αριθ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος Ζ, ποσού 1.522.000 δρχ., πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα, με ημερομηνία έκδοσης την 15/7/00, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 661,47 ευρώ. 20) Στις 25/3/00 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 975.000 δρχ. (2.861,33 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 325.000 δρχ. (953,77 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού σε ποσοστό 14,5% ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό 232,56 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση τη με αριθ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, ΣΤ, ποσού 1.300.000 δρχ., πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα, με ημερομηνία έκδοσης την 25/8/2000, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 721,21 ευρώ. 21) Στις 20/8/01 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.818.000 δρχ. (8.269,99 ευρώ) συνομολόγησε ως τόκο το ποσό των 632.000 δρχ. (1.854,73 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νομίμου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστημα σε ποσοστό 10% περίπου κατά μέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 536,86 ευρώ και έλαβε αυθημερόν με οπισθογράφηση τη με αριθ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της πελάτισσας του εγκαλούντος, Θ, ποσού 3.450.000 δρχ., πληρωτέα στην ALPHA BANK, με ημερομηνία έκδοσης την 20/12/01, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.317,87 ευρώ. Όλες οι ανωτέρω επιταγές που αναφέρονται παραπάνω στις με στοιχ. 1 έως και 17 μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας εξοφλήθηκαν στον κατηγορούμενο κατά τον αναγραφόμενο σ' αυτές χρόνο έκδοσής τους από τις πληρώτριες Τράπεζες. Όμως οι τέσσερις τελευταίες (με στοιχ. 18 έως 21) δεν πληρώθηκαν από τους εκδότες τους κατά τους αντίστοιχους χρόνους. Έτσι ο εγκαλών δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψει στον κατηγορούμενο τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά δανείου που του είχε καταβάλει, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 7.010.600 δρχ. ή 20.574 ευρώ (2.000.000 + 1.217.600 + 975.000 + 2.818.000 δρχ.) και ο κατηγορούμενος στις 30/8/2001 παρέτεινε την προθεσμία πληρωμής για χρονικό διάστημα 11 μηνών και συγκεκριμένα μέχρι την 30/7/2002. Για το ανωτέρω δε χρονικό διάστημα συνομολόγησε επιτόκιο 5% μηνιαίως, που αντιστοιχεί σε τόκους 3.885.500 δρχ. (ή 11.402,79 ευρώ), δηλαδή συνομολόγησε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 7.656,61 ευρώ, ενώ οι νόμιμοι ανέρχονται στο ποσό των 3.746,18 ευρώ. Για την οφειλή του αυτή που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 10.865.500 δρχ. (κεφάλαιο 7.010.600 + 3.885.500 δρχ. τόκοι) και ήδη 31.887 ευρώ ο εγκαλών μεταβίβασε αυθημερόν ως εγγύηση στον κατηγορούμενο ισόποση επιταγή της αδελφής του, Γ, την οποία αντικατέστησε στη συνέχεια με την υπ' αριθ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα που εξέδωσε επίσης η αδελφή του, ποσού 31.634 ευρώ, δηλαδή μικρότερου του ποσού της ανωτέρω επιταγής δεδομένου ότι τη διαφορά των 245 ευρώ μεταξύ των δύο επιταγών ο εγκαλών συμψήφισε με ισόποση απαίτηση που είχε εναντίον του. Όμως στις 30/7/2002 ο εγκαλών και πάλι δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τον κατηγορούμενο το ποσό των 31.634 ευρώ και ο τελευταίος παρέτεινε την προθεσμία πληρωμής του ως άνω ποσού των 31.634 ευρώ μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2005 και συνομολόγησε επιτόκιο 3% μηνιαίως, δηλαδή 36% ετησίως, ενώ ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος κατά την περίοδο αυτή ανήρχετο σε 9% περίπου ετησίως και συνεπώς συνομολόγησε και απαίτησε τοκογλυφικούς τόκους ποσού 16.350 ευρώ έναντι των νομίμων δικαιοπρακτικών που ανέρχονται σε 7.814 ευρώ. Για την οφειλή του αυτή ο εγκαλών έδωσε ως εγγύηση αυθημερόν στον κατηγορούμενο με οπισθογράφηση τη με αριθ. ..... λευκή επιταγή της ανωτέρω αδελφής του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επειδή και πάλι ο εγκαλών δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα επιδίωξε την εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από τις παραπάνω απαιτήσεις του και με βάση την τελευταία ως άνω επιταγή (με αριθ. .....), την οποία συμπλήρωσε με το ποσό των 60.000 ευρώ και με ημερομηνία έκδοσης την 30/7/2004 εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς του η με αριθ. 6222/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας κοινοποίησε την 3/11/2004 προς τον εγκαλούντα σχετική επιταγή προς πληρωμή. Ο κατηγορούμενος αρνείται την εναντίον του κατηγορία, τόσο κατά τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την απολογία του στον Ανακριτή. Ειδικότερα κατά την προκαταρκτική εξέταση παραδέχεται ότι γνωρίσθηκε με το μηνυτή στα μέσα του έτους 1997 μέσω των αδελφών Β και ότι με διάφορες προφάσεις δανείσθηκε από αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά μέχρι τέλους του έτους 2001 και ότι δέχθηκε να τον βοηθήσει όχι προς πορισμό κέρδους, αλλά λαμβάνοντας μόνο το νόμιμο τόκο. Στη συνέχεια ενώπιον του Ανακριτή συνομολογεί ότι τέλος του 1997 δάνεισε για πρώτη φορά τον εγκαλούντα με 1.000.000 δρχ., μέχρι το τέλος του 2000 συνήθως με ποσά της τάξης των 1.500.000 δρχ., εντός του έτους 1998 τον δάνεισε πέντε φορές με ποσά από 500.000 δρχ. - 1.500.000 δρχ. και μάλιστα δηλώνει ότι δεν γνωρίζει το συνολικό ποσό που δάνεισε τον εγκαλούντα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 έως 2000, ενώ ακόμη δηλώνει ότι το ποσό που αναφέρεται στο από 13/12/01 ιδιωτικό συμφωνητικό, ύψους 21.281.000 δρχ. (62.453,41 ευρώ) καταβλήθηκε σ' αυτόν κατά τα 1999 και 2000 και ότι ο μηνυτής από την αρχή της καταβολής των δανείων μόνος του του έδινε επιταγές προς εξασφάλιση του χρέους του, τόσο δικές του, όσο και πελατών της εταιρείας του. Ήδη δε ο κατηγορούμενος με το υπόμνημα, που επισυνάπτεται στην έκθεση εφέσεως, αρνείται κατηγορηματικά την ανωτέρω κατηγορία, δηλώνοντας ότι ουδέποτε συνομολόγησε με το μηνυτή οποιοδήποτε ποσό τόκου, ότι ουδέποτε εμφάνισε προς προεξόφληση τέτοιες επιταγές στις πληρώτριες Τράπεζες και ότι απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν προσκομίζει οποιαδήποτε επιταγή προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Είναι δε γεγονός ότι πράγματι δεν επισυνάπτονται στη δικογραφία οι επίμαχες επιταγές που αφορούν τις με στοιχ. 1-17 μερικότερες ως άνω πράξεις της τοκογλυφίας. Όμως είναι προφανές ότι υφίσταται αδυναμία προσκόμισης αυτών, καθόσον έχει παρέλθει ήδη οκταετία από το χρόνο παράδοσής τους στον κατηγορούμενο και επιπλέον οι επιταγές αυτές δεν ήταν δικές του, αλλά πελατείας του μηνυτή, με συνέπεια να μην έχει σημειώσει τα στοιχεία τους. Όμως ουδόλως αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από το μηνυτή τις προαναφερόμενες επιταγές, αφού ο ίδιος, όπως προαναφέραμε, ομολόγησε ενώπιον του Ανακριτή κατά την απολογία του στις 30/3/2007 ότι ελάμβανε επιταγές από το μηνυτή για κάθε ποσό δανείου. Ειδικότερα δε αναφέρει τα εξής: "Από την αρχή της καταβολής των δανείων εκ μέρους μου, μόνος του ο Ψ1 μου έδινε επιταγές προς εξασφάλιση του χρέους του. Μου έδινε επιταγές και πελατών του που ήταν δικαιούχος η εταιρεία". Έπειτα τούτο επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε, του οποίου, κατά τα προαναφερθέντα πολλές επιταγές δόθηκαν από το μηνυτή στον κατηγορούμενο προς προεξόφληση. Ειδικότερα ο ανωτέρω αναφέρει μεταξύ των άλλων: "... Εγώ εξοφλούσα το Ψ1 με μεταχρονολογημένη επιταγή 1-6 μηνών. Ξέρω ότι οι επιταγές μου μεταβιβάσθηκαν από Ψ1 στον Χ και για ορισμένες από αυτές, επειδή ζήτησα παράταση της πληρωμής, ο Ψ1 μου ζήτησε για λογαριασμό του Χ τόκο 5% μηνιαίως. Αυτό έγινε 3-4 φορές ενώπιόν μου σε τηλεφωνική επικοινωνία Ψ1 - Χ. Δεν θυμάμαι αριθμούς επιταγών και ποσά... Σε όσες περιπτώσεις μου δόθηκε παράταση της προθεσμίας πληρωμής των επιταγών εξέδωσα σε διαταγή του Ψ1, νέες επιταγές πλέον του τόκου υπολογίζοντας 5% μηνιαίως...". Τα ανωτέρω επίσης επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας, Α, συνεταίρος του μηνυτή, στην από 27/1/2005 ένορκη κατάθεσή του στον πταισματοδίκη αναφέροντας ότι ο τελευταίος δανειζόταν από τον κατηγορούμενο με 5% τόκο μηνιαίως και ότι πάντα του έδινε επιταγές της εταιρείας τους, αφαιρώντας από τα ποσά αυτών τον ανωτέρω συνομολογηθέντα τόκο και αποδίδοντάς του το υπόλοιπο ποσό ως δάνειο. Τέλος τούτο αποδεικνύεται, τόσο από την 13/12/01 δήλωση του εγκαλούντος προς τον κατηγορούμενο, βάσει της οποίας ο πρώτος (καθώς και ο συνεταίρος του Α) δηλώνει ότι δανείσθηκε από αυτόν το ποσό των 21.281.000 δρχ. και έδωσε προς εξασφάλισή του τις αναγραφόμενες σ' αυτή τρεις επιταγές, ποσού 2.000.000 δρχ., 24.945 ευρώ και 31.639 ευρώ, όσο και από το 7/1/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ του κατηγορουμένου και του μηνυτή, όπου το χρέος του τελευταίου ανέρχεται σε 64.845 ευρώ και ο μηνυτής παραδίδει στον κατηγορούμενο τις με αριθ. ..... και ..... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας και ALPHA BANK ποσού 24.845 και 28.600 ευρώ αντίστοιχα, καθώς και μια συναλλαγματική ποσού 11.350 ευρώ. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό τόκου, γεγονός που κατά τη γνώμη του αποδεικνύεται από τα 13/12/2003 και 7/1/2003 ιδιωτικά συμφωνητικά στα οποία ρητά αναγράφεται ότι ο εγκαλών επιβαρύνεται μόνο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Τούτο διότι, το μεν οι τόκοι προεισπράττοντο, όπως προαναφέραμε, κατά την παροχή δανείου και την λήψη των επιταγών από τον κατηγορούμενο, το δε δεν είναι δυνατόν λόγω της εμπειρίας που διαθέτει ο τελευταίος σε τέτοιου είδους συναλλαγές να αποτυπώσει και εγγράφως το ύψος των παράνομων τόκων που συνομολογούσε και εισέπραττε και έτσι να ενοχοποιήσει από μόνος του τον εαυτό του. Άλλωστε η συμφωνία που ακολουθείται σ' αυτού του είδους τις παράνομες συναλλαγές, κατά πάγια τακτική, είναι άτυπη και προφορική, ώστε να μην είναι σε θέση ο δανειολήπτης να αποδείξει το ποσοστό τόκου που κατέβαλε στο δανειστή του. Έπειτα βάσει ποιάς λογικής ο κατηγορούμενος θα προέβαινε στο δανεισμό του εγκαλούντος για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αν η συναλλαγή αυτή δεν ήταν πράγματι τοκογλυφική εξ αιτίας της οποίας αποκόμιζε τεράστια οικονομικά οφέλη; Έπειτα, πώς είναι δυνατό να διαθέτει τόσα χρήματα σε δανεισμό, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στις αντιφατικές του απολογίες και τα υπομνήματά του χωρίς να λαμβάνει τόκο, σε πρόσωπο με το οποίο δεν τον συνέδεε οποιαδήποτε φιλική, συγγενική ή επαγγελματική σχέση, αν το κίνητρό του δεν ήταν ο παράνομος πλουτισμός του; Ακόμη δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δάνειζε και άλλα άτομα, μεταξύ των οποίων και τον Β, ο οποίος, όπως προαναφέραμε γνώρισε σ' αυτόν το μηνυτή. Από τις ένορκες δε καταθέσεις του ανωτέρω Β σαφώς συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος ακολουθούσε και σ' αυτόν την ίδια μέθοδο, δηλαδή προεξοφλούσε επιταγές πελατών του παρακρατώντας προκαταβολικά τόκο 4-5% μηνιαίως. Από τα ανωτέρω που εκθέσαμε θεμελιώνεται, κατά την άποψή, μας η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και μάλιστα με τη μορφή συνομολογήσεως ωφελημάτων, λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων που σαν τέτοια θεωρείται, όπως ..... προαναφέραμε και η παραλαβή αξιογράφων στην οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του ποσού που αναγράφεται σ' αυτά, καθώς και της επιδίωξης τοκογλυφικών ωφελημάτων που συνίσταται εν προκειμένω στην έκδοση της με αριθ. 6222/2004 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου σε βάρος του μηνυτή, βάσει της προαναφερομένης με αριθ. επιταγής, η οποία ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους. Κατά την πάγια δε ισχύουσα νομολογία οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας (στοιχ. α και β) της παραγρ. 2 του άρθρ. 404) είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους (Α.Π. 829/2006 ΠΧ ΝΖ 229, Α.Π. 480/98 ΠΧ ΜΗ 1091, Α.Π. 1792/93 ΠΧ ΜΔ 173) και συρρέουν αληθώς. Όμως οι ανωτέρω τρόποι τέλεσης του ως άνω εγκλήματος δύνανται να εμφανισθούν και με την μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98, όπως εν προκειμένω έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος με το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του κατηγορουμένου (Α.Π. 604/2000 ΠΧ ΝΑ 17, Α.Π. 1805/2002 Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 339). Την πράξη δε αυτή της τοκογλυφίας ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή της, τόσο σε σχέση με τον μηνυτή όσο και με τρίτα πρόσωπα, όπως τον Β, αλλά και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που δανειοδοτούσε τον εγκαλούντα και του υψηλού ποσοστού τόκου που συνομολογούσε και ελάμβανε προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (με τη μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων και επιδιώξεως αυτών) την οποία επιχειρεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το από 30/6/1999 έως Ιούνιο του 2005 χρονικό διάστημα και οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 §1α, 27 §1, 51, 53, 98, 404 §§2α-β-3 Π.Κ., όπως η παραγρ. 3 αντικατ. με άρθρ. 14 §8β του Ν.2721/99 και κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές, ως αβάσιμη κατ' ουσία, να επικυρωθεί κατά το μέρος αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα και να προσδιορισθεί σαφέστερα η κατηγορία, όπως θα εκτεθεί στο διατακτικό, ώστε ακριβέστερα να εξειδικευθούν οι μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της τοκογλυφίας από απόψεως χρόνου και πραγματικών περιστάσεων. Περαιτέρω το Συμβούλιο έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ως προς τις πράξεις που εφέροντο τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-1999 έως 30-5-1999. VI) Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά τα εκτιθέμενα σημεία, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (αρ. 13 στ', 98, 404 §§2 και 3 Π.Κ.) για το οποίο εκρίθη παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά στην πιο πάνω ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ούτε υπήρξε οιαδήποτε υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα: Το βούλευμα προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κ.λ.π.) και δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους, ενόψει και της διατάξεως του αρ. 177 Κ.Π.Δ. που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως (Συμβ. Α.Π. 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1087). Αναφέρει την επαγγελματική δραστηριότητα του εγκαλούντος την εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρείας του, ότι αυτός ήταν ο ουσιαστικός διαχειριστής της, τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε και τον ανάγκασαν να αναζητήσει δάνειο. Πως πληροφορήθηκε από τον μάρτυρα Β ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε στην χορήγηση δανείων με τόκο μεγαλύτερο του νομίμου και τον κατ' εξακολούθηση δανεισμό του από εκείνον. Περιγράφει τα επιτακτικά οικονομικά προβλήματα του εγκαλούντος, πως ελειτούργησε η σχέση του με τον κατηγορούμενο ότι δηλ. του παρέδιδε μεταχρονολογημένες Τραπεζικές επιταγές πελατείας του και εκείνος τις ρευστοποιούσε με επιτόκιο 5% μηνιαίως ήτοι 60% ετησίως, δηλ. ποσοστό που υπερέβαινε κατά πολύ το νόμιμο ποσοστό τόκου. Τις επιταγές αυτές τις μετεβίβαζε αυθημερόν με την λήψη του δανείου στον κατηγορούμενο με οπισθογράφηση και ο τελευταίος ενεφάνιζε αυτές στις πληρώτριες Τράπεζες και ανελάμβανε τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά στα οποία συμπεριελαμβάνοντο τα ποσά δανείου που είχε χορηγήσει στον εγκαλούντα και το ποσοστό τόκου 5% μηνιαίως που είχε συνομολογήσει παράνομα. Αναφέρει τις επιμέρους πράξεις, κατά χρόνους τελέσεως ποσά, επιτόκιο, ποιος ήταν ο αντίστοιχος δικαιοπρακτικός τόκος ώστε να προκύπτει σαφώς το παράνομο ποσό τόκου και προσδιορίζει την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ενώ προβαίνει (φύλλο 16 σελ.α) σε αιτιολογημένη ανάπτυξη του πως ο κατηγορούμενος επεδίωκε δικαστικώς την ικανοποίηση απαιτήσεών του υποβάλλοντας αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την υπ' αρ. 6222/2004 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας κοινοποίησε προς τον εγκαλούντα την 3-11-2004 επιταγή προς πληρωμή. Το εφετειακό βούλευμα δεν είναι ταυτόσημο με το πρωτόδικο και είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός που προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως διότι διαλαμβάνει ίδιες σκέψεις και ουδόλως εστέρησε τον κατηγορούμενο από το δικαίωμα επανακρίσεως σε β' βαθμό της υποθέσεώς του σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 20 §1 6 §1 ΕΣΔΑ και 2 §1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Συμβ. Α.Π. 1151/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1234). Επίσης διαλαμβάνει εκτενείς σκέψεις (φύλλο 16 α έως 19 α προσβαλλομένου) δια των οποίων αντικρούει αιτιολογημένα τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου προβαίνοντας σε αναφορά πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν μάρτυρες, όπως (φύλλο 19 σελ α) του Β απ' όπου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ακολούθησε και σ' αυτόν την ίδια τακτική δηλ. του προεξοφλούσε επιταγές πελατών του παρακρατώντας προκαταβολικά τόκο 4-5% μηνιαίως. Επίσης τον μάρτυρα Ε του οποίου πολλές επιταγές δόθηκαν από τον μηνυτή στον κατηγορούμενο προς προεξόφληση με παράθεση αποσπάσματος της καταθέσεώς του, ενώ γίνεται αναφορά και στους σχετικούς ισχυρισμούς του μάρτυρα Α συνεταίρου του εγκαλούντος που επιρρωνύει την κατηγορία. Επίσης εξηγεί για ποιο λόγο δεν ήταν εφικτή η προσκόμιση επίμαχων επιταγών και σημειώνει (φύλλο 17 σελ. β) ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε ενώπιον του Ανακριτή στην απολογία του ότι ελάμβανε επιταγές από τον μηνυτή για κάθε ποσό δανείου. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί με πληρότητα τους τρόπους τελέσεως, την συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων 2α και 3 του αρ. 404 Π.Κ., την κατ' εξακολούθηση τέλεση αναφέροντας αναλυτικά αυτές ως και την κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεση αυτών που προσδίδουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως (Α.Π. 517/2000 ΝΟΒ /2000 σελ. 1009, Α.Π. 1647/99 Π.Χρ. Ν/734, Α.Π. 1233/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1494, Α.Π. 2024/2005 Π.Δ/σύνη 2006/532). Περαιτέρω επί του προβληθέντος ισχυρισμού ότι το βούλευμα κάνει ρητώς λόγο μόνο για την πράξη της κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση τοκογλυφίας (σελ. 21 αιτήσεως αναιρέσεως) παρατηρούμε ότι ναι μεν γίνεται αναφορά (φύλλο 31 σελ. β και 32 σελ. α) για κατ' επάγγελμα τέλεση πλην όμως τόσο εις την ενσωματωθείσα και συνιστώσα ενιαίο όλο με το βούλευμα εισαγγελική πρόταση γίνεται λόγος και για τις δύο επιβαρυντικές περιπτώσεις (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) τόσο και στην επαναδιατυπωθείσα κατηγορία (φύλλο 32 β) και τελευταία σελίδα (φύλλο 38 β) γίνεται σαφής λόγος περί τελέσεως των πράξεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται ούτε εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, ούτε υπέρβαση εξουσίας αφού η κατηγορία είναι σε ακολουθία και με την ασκηθείσα δίωξη. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. VII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 106/2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατ. ..... κατά του υπ' αρ. 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 30-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, μετά δε την κατά τα άνω τροποποίηση της παρ.3 η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση τοκογλυφικών πράξεων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ίδιου Κώδικα, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και, ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού. Ακόμη, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 του ΠΚ, κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο, αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν, από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος, βάσει σχεδίου. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 2.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και με παραδεκτή παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "... Ο εγκαλών, Ψ1, είναι εταίρος και συνδιαχειριστής µε τον Α, της εταιρείας περιορισµένης ευθύνης µε την επωνυµία "Ψ1 - Α ΕΠΕ". Αντικείµενο εργασιών της εταιρείας αυτής είναι η τοποθέτηση βαρέων ψυκτικών και θερµαντικών σωµάτων και µηχανηµάτων σε µεγάλους χώρους κυρίως εκθεσιακούς. Παράλληλα δε, αρχές του έτους 1997 και ειδικότερα µε το υπ' αριθ. ..... συµβόλαιο της συµβολαιογράφου Αθηνών, Φάνης Δηµούλη, συστάθηκε η εταιρεία περιορισµένης ευθύνης µε την επωνυµία "Β ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ", µε έδρα την Καλλιθέα Αττικής, που είχε ως αντικείµενο εργασιών την επί κέρδει πώληση στο κοινό ειδών υγιεινής διατροφής. Αργότερα µε το υπ' αριθ. ..... συµβόλαιο της ίδιας ως άνω συµβολαιογράφου τροποποιήθηκε το παραπάνω καταστατικό της εταιρείας και νέοι εταίροι αυτής ορίσθηκαν η Γ, αδελφή του εγκαλούντος και ο Δ, οι οποίοι αγόρασαν το σύνολο των µετοχών της εταιρείας αυτής, η οποία πλέον µετονοµάσθη σε: "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΑ ΓΕΥΣΗ", η οποία νοµίµως καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύµων Εταιρειών και εταιρειών περιορισµένης ευθύνης. Διαχειρίστρια της ως άνω εταιρείας ορίσθηκε τυπικά η παραπάνω αναφερόµενη αδελφή του εγκαλούντος, Γ, όµως ουσιαστικός διαχειριστής αυτής υπήρξε ο εγκαλών. Ο τελευταίος κατά το µήνα Οκτώβριο του έτους 1996, µέσω του φίλου του Β, γνώρισε τον κατηγορούµενο, ο οποίος σύµφωνα µε τις πληροφορίες που του έδωσε ο ανωτέρω (Β) προέβαινε στη χορήγηση δανείων µε τόκο µεγαλύτερο του νοµίµου. Έτσι το Νοέµβρη του έτους 1996 ο εγκαλών, όταν βρέθηκε στην ανάγκη εξευρέσεως χρηµάτων για να αντιµετωπίσει την ασθένεια της µητέρας του µε τη µεσολάβηση του ανωτέρω φίλου του κατέφυγε στον κατηγορούµενο προκειµένου να του χορηγήσει σχετικό δάνειο. Έτσι έκτοτε ξεκίνησε ο δανεισµός του από τον κατηγορούµενο, ο οποίος συνεχίσθηκε και µετέπειτα και για πολύ µεγάλο χρονικό διάστηµα που έφθασε έως τέλος lουνίου του έτους 2005, καθόσον ο εγκαλών εξακολουθούσε να βρίσκεται σε δύσκολη οικονοµική κατάσταση λόγω των επιτακτικών οικονοµικών προβληµάτων που προέκυψαν από χρέη των ως άνω εταιρειών έναντι τρίτων προσώπων και του ΙΚΑ. Η "συνεργασία" τους αυτή συνίστατο στο ότι ο εγκαλών παρέδιδε στον κατηγορούµενο µεταχρονολογηµένες τραπεζικές επιταγές πελατείας του και εκείνος τις ρευστοποιούσε µε επιτόκιο 5% το µήνα, δηλαδή 60% το χρόνο, δηλαδή µε ποσοστό που υπερέβαινε κατά πολύ το νόµιµο ποσοστό τόκου. Τις επιταγές αυτές ο εγκαλών µετεβίβαζε αυθηµερόν µε τη λήψη του δανείου στον κατηγορούµενο µε οπισθογράφηση και ο τελευταίος εµφάνιζε αυτές στις πληρώτριες τράπεζες κατά τις ηµεροµηνίες έκδοσής τους και ελάµβανε τα αναγραφόµενα σ' αυτές ποσά, στα οποία συµπεριλαµβάνοντο τα ποσά δανείου που είχε ήδη χορηγήσει στον εγκαλούντα και το ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως, που παράνοµα είχε συνοµολογήσει µε τον τελευταίο.... ". Δέχεται περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα. " ... ο εγκαλών συνεχίζων να ευρίσκεται σε οικονοµική δυσπραγία συνήψε µε τον κατηγορούµενο κατά τους παρακάτω αναφερόµενους χρόνους συµφωνίες για παροχή δανείων και ο τελευταίος συνοµολόγησε για τον εαυτό του ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως, δηλαδή 60% ετησίως, αντί του νοµίµου συµβατικού τοιούτου και ο εγκαλών του µεταβίβαζε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση μεταχρονολογηµένες επιταγές, στις οποίες ενσωµατωνόταν το κεφάλαιο του ποσού του δανείου και ο τόκος που παράνοµα συνοµολογούσε και τις οποίες εξοφλούσε κατά την ηµέρα εκδόσεώς τους. Ειδικότερα: 1) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.800.000 δρχ. (5.282,46 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 600.000 δρχ. (1.760,82 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 429,35 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντα, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα ποσού 2.400.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/11/99, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικά ωφελήµατα το ποσό των 1.331,47 ευρώ. 2) Στις 30/6/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.415.000 δρχ. (7.087,30 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 805.000 δρχ. (2.362,43 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 19% που αντιστοιχεί στο ποσό των 572,30 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του Ε, πελάτη του εγκαλούντα, µε ηµεροµηνία εκδόσεως την 29/11/99, ποσού 3.220.000 δρχ., δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικά ωφελήµατα το ποσό των 1.790,13 ευρώ. 3) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.170.000 δρχ. (6.368,30 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 630.000 δρχ. (1.848,86 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου, που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 467,19 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, Ε, ποσού 2.800.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 15/11/99, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.381,85 ευρώ. 4) Στις 30/6/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.061.740 δρχ. (6.050,59 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 570.260 δρχ. (1.763,54 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 19% και αντιστοιχεί στο ποσό των 523,71 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του Ε, ποσού 2.632.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 10/12/99, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.335,63 ευρώ. 5) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 2.240.000 δρχ. (6.573,73 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 560.000 δρχ. (1.643,43 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 18% και αντιστοιχεί στο ποσό των 419,99 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του Ε, πελάτη του εγκαλούντος, ποσού 2.800.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/1/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.223,44 ευρώ. 6) Στις 30/9/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.767.125 δρχ. (5.185,98 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 511.875 δρχ. (1.502,20 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόπου που ανερχόταν κατά µέσο όρο εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 18% περίπου ετησίως και αντιστοιχεί το ποσό των 295,60 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του Ε, ποσού 2.279.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 15/1/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.206,60 ευρώ. 7) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 2.320.000 δρχ. (6.808,51 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 580.000 δρχ. (1.702,12 ευρώ), δηλαδή ποσοστό 5% µηνιαίως και ετησίως 60% αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 18% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχούσε στο ποσό των 434,99 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν επιταγή του ως άνω Ε, ποσού 2.900.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/1/2000 ,δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.260,13 ευρώ. 8) Στις 30/9/1999 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.605.000 δρχ. (4.710,19 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 580.000 δρχ. (1.702,12 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 18% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 279,60 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, ποσού 2.185.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 20/1/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.423,52 ευρώ. 9) Στις 30/9/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.264.000 δρχ. (6.644,16 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 566.000 δρχ. (1.661,04 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα σε 18% και αντιστοιχεί στο ποσό των 427,64 ευρώ και έλαβε µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, ποσού 2.830.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 31/1/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικά ωφελήµατα το ποσό των 1.233,60 ευρώ. 10) Στις 20/9/99 κατά την παροχή δανείου του εγκαλούντα ύψους 1.962.000 δρχ. (5.757,88 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 654.000 δρχ. (1.919,29 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα σε ποσοστό 18% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 471,03 ευρώ και έλαβε µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή, πελάτη του εγκαλούντος, ποσού 2.616.000 δρχ. πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, µε ηµεροµηνία έκδοσης την 21/2/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.448,26 ευρώ. 11) Στις 30/10/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.293.750δρχ. (3.796,77 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 431.250 δρχ. (1.265,59 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60% αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε ποσοστό 16,5% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 304,59 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν επιταγή µεταχρονολογηµένη µε οπισθογράφηση, πελάτη του εγκαλούντος, ονόµατι ΣΤ, ποσού 1.725.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/3/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους ύψους 961 ευρώ. 12) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.387.500 δρχ. (4.071,90 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 462.500 δρχ. (1.357,30 ευρώ) δηλ. ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού τόκου που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε 16,5% κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 328,81 ευρώ, και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος ΣΤ, ποσού 1.850.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/4/00, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.028,49 ευρώ. 13) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.905.000 δρχ. (5.590,60 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 635.000 δρχ. (1.863,53 ευρώ). Δηλ. ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα κατά µέσο όρο σε ποσοστό 16,5% ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό των 451,44 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µεταχρονολογηµένη επιταγή, πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Τράπεζα Εργασίας, ποσού 2.540.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/4/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.412,09 ευρώ. 14) Στις 30/11/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.275.000 δρχ. (3.741,74 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 425.000 δρχ. (1.247,24 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού, που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα σε ποσοστό 16,5% κατά µέσο όρο ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό των 264,94 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος ΣΤ, ποσού 1.700.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης 30/4/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 982,30 ευρώ. 15) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.962.000 δρχ. συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 654.000 δρχ. (1.919,29 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα σε ποσοστό 14,5% κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 461,91 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του, Ε, ύψους 2.616.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 28/8/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.457,38 ευρώ. 16) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.914.000 δρχ. (5.617,02 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 635.000 δρχ. (1.863,53 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα σε ποσοστό 14,5% κατά µέσο όρο που αντιστοιχεί στο ποσό των 456,52 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, Ε, ποσού 2.549.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/8/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε τοκογλυφικούς τόκους 1.406,99 ευρώ. 17) Στις 30/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 1.863.750 δρχ. (5.469,18 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 621.250 δρχ. (1.823,18 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε ποσοστό 14,5% και αντιστοιχεί στο ποσό των 534,04 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση µια µεταχρονολογηµένη επιταγή πελάτη του εγκαλούντος, πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα, ύψους 2.485.000 δρχ. µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/9/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.289,14 ευρώ. 18) Στις 30/3/99 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.000.000 δρχ. (5.869,40 ευρώ), συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, ενώ ο νόµιµος δικαιοπρακτικός τόκος κατά το χρονικό αυτό διάστηµα ανερχόταν σε ποσοστό 18% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 377,92 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση τη µε αριθµό ..... µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος Η, ποσού 2.500.000 δρχ., µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/3/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.089,43 ευρώ. 19) Στις 15/3/2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 1.217.600 δρχ. (3.571,53 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 304.400 δρχ. (893,32 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και 60% ετησίως αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού σε ποσοστό 14,5% κατά µέσο που ανερχόταν εκείνο το διάστηµα και αντιστοιχεί στο ποσό των 231,85 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν τη µε αριθ. ..... µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος Ζ, ποσού 1.522.000 δρχ., πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα, µε ηµεροµηνία έκδοσης την 15/7/00, δηλαδή συνομολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 661,47 ευρώ. 20) Στις 25-3-2000 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα ύψους 975.000 δρχ. (2.861,33 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 325.000 δρχ. (953,77 ευρώ) δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού σε ποσοστό 14,5% ετησίως και αντιστοιχεί στο ποσό 232,56 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση τη µε αριθ. ..... µεταχρονολογηµένη επιταγή του πελάτη του εγκαλούντος, ΣΤ, ποσού 1.300.000 δρχ.πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα, µε ηµεροµηνία έκδοσης την 25/8/2000, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 721,21 ευρώ. 21) Στις 20/8/01 κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 2.818.000 δρχ. (8.269,99 ευρώ) συνοµολόγησε ως τόκο το ποσό των 632.000 δρχ. (1.854,73 ευρώ), δηλαδή ποσοστό τόκου 5% µηνιαίως και ετησίως 60%, αντί του νοµίµου δικαιοπρακτικού που ανερχόταν εκείνο το χρονικό διάστηµα σε ποσοστό 10% περίπου κατά µέσο όρο και αντιστοιχεί στο ποσό των 536,86 ευρώ και έλαβε αυθηµερόν µε οπισθογράφηση τη µε αριθ. ..... µεταχρονολογηµένη επιταγή της πελάτισσας του εγκαλούντος, Θ, ποσού 3.450.000 δρχ., πληρωτέα στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, µε ηµεροµηνία έκδοσης την 20/12/01, δηλαδή συνοµολόγησε και έλαβε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 1.317,87 ευρώ. Όλες οι ανωτέρω επιταγές που αναφέρονται παραπάνω στις µε στοιχ. 1 έως και 17 µερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας εξοφλήθηκαν στον κατηγορούµενο κατά τον αναγραφόµενο σ' αυτές χρόνο έκδοσής τους από τις πληρώτριες Τράπεζες. Όµως οι τέσσερις τελευταίες (µε στοιχ. 18 έως 21) δεν πληρώθηκαν από τους εκδότες τους κατά τους αντίστοιχους χρόνους. Έτσι ο εγκαλών δεν είχε την οικονοµική δυνατότητα να επιστρέψει στον κατηγορούµενο τα αντίστοιχα χρηµατικά ποσά δανείου που του είχε καταβάλει, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 7.010.600 δρχ. ή 20.574 ευρώ (2.000.000 + 1.217.600 + 975.000 + 2.818.000 δρχ.) και ο κατηγορούµενος στις 30/8/2001 παρέτεινε την προθεσµία πληρωµής για χρονικό διάστηµα 11 µηνών και συγκεκριµένα µέχρι την 30/7/2002. Για το ανωτέρω δε χρονικό διάστηµα συνοµολόγησε επιτόκιο 5% µηνιαίως, που αντιστοιχεί σε τόκους 3.885.500 δρχ. (ή 11.402,79 ευρώ), δηλαδή συνοµολόγησε ως τοκογλυφικούς τόκους το ποσό των 7.656,61 ευρώ, ενώ οι νόµιµοι ανέρχονται στο ποσό των 3.746,18 ευρώ. Για την οφειλή του αυτή που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 10.865.500 δρχ. (κεφάλαιο 7.010.600 + 3.885.500 δρχ. τόκοι) και ήδη 31.887 ευρώ ο εγκαλών µεταβίβασε αυθηµερόν ως εγγύηση στον κατηγορούµενο ισόποση επιταγή της αδελφής του, Γ, την οποία αντικατέστησε στη συνέχεια µε την υπ' αριθ. ..... µεταχρονολογηµένη επιταγή πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα που εξέδωσε επίσης η αδελφή του, ποσού 31.634 ευρώ, δηλαδή µικρότερου του ποσού της ανωτέρω επιταγής δεδοµένου ότι τη διαφορά των 245 ευρώ µεταξύ των δύο επιταγών ο εγκαλών συµψήφισε µε ισόποση απαίτηση που είχε εναντίον του. Όµως στις 30/7/2002 ο εγκαλών και πάλι δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει στον κατηγορούµενο το ποσό των 31.634 ευρώ και ο τελευταίος παρέτεινε την προθεσµία πληρωµής του ως άνω ποσού των 31.634 ευρώ µέχρι και τον lούνιο του έτους 2005 και συνοµολόγησε επιτόκιο 3% µηνιαίως, δηλαδή 36% ετησίως, ενώ ο νόµιµος δικαιοπρακτικός τόκος κατά την περίοδο αυτή ανήρχετο σε 9% περίπου ετησίως και συνεπώς συνοµολόγησε και απαίτησε τοκογλυφικούς τόκους ποσού 16.350 ευρώ έναντι των νοµίµων δικαιοπρακτικών που ανέρχονται σε 7.814 ευρώ. Για την οφειλή του αυτή ο εγκαλών έδωσε ως εγγύηση αυθηµερόν στον κατηγορούµενο µε οπισθογράφηση τη µε αριθ. ..... λευκή επιταγή της ανωτέρω αδελφής του. Στη συνέχεια ο κατηγορούµενος επειδή και πάλι ο εγκαλών δεν τήρησε τα συµφωνηθέντα επιδίωξε την εκπλήρωση των τοκογλυφικών ωφεληµάτων που πηγάζουν από τις παραπάνω απαιτήσεις του και µε βάση την τελευταία ως άνω επιταγή (µε αριθ. .....), την οποία συµπλήρωσε µε το ποσό των 60.000 ευρώ και µε ηµεροµηνία έκδοσης την 30/7/2004 εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς του η µε αριθ. 6222/2004 διαταγή πληρωµής του Δικαστή του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάµει της οποίας κοινοποίησε την 3/11/2004 προς τον εγκαλούντα σχετική επιταγή προς πληρωµή. Ο κατηγορούµενος αρνείται την εναντίον του κατηγορία, τόσο κατά τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την απολογία του στον Ανακριτή. Ειδικότερα κατά την προκαταρκτική εξέταση παραδέχεται ότι γνωρίσθηκε µε το µηνυτή στα µέσα του έτους 1997 µέσω των αδελφών Β και ότι µε διάφορες προφάσεις δανείσθηκε από αυτόν διάφορα χρηµατικά ποσά µέχρι τέλους του έτους 2001 και ότι δέχθηκε να τον βοηθήσει όχι προς πορισµό κέρδους, αλλά λαµβάνοντας µόνο το νόµιµο τόκο. Στη συνέχεια ενώπιον του Ανακριτή συνοµολογεί ότι τέλος του 1997 δάνεισε για πρώτη φορά τον εγκαλούντα µε 1.000.000 δρχ., µέχρι το τέλος του 2000 συνήθως µε ποσά της τάξης των 1.500.000 δρχ., εντός του έτους 1998 τον δάνεισε πέντε φορές µε ποσά από 500.000 δρχ. - 1.500.000 δρχ. και µάλιστα δηλώνει ότι δεν γνωρίζει το συνολικό ποσό που δάνεισε τον εγκαλούντα κατά το χρονικό διάστηµα από το έτος 1997 έως 2000, ενώ ακόµη δηλώνει ότι το ποσό που αναφέρεται στο από 13/12/01 ιδιωτικό συµφωνητικό, ύψους 21.281.000 δρχ. (62.453,41 ευρώ) καταβλήθηκε σ' αυτόν κατά τα 1999 και 2000 και ότι ο µηνυτής από την αρχή της καταβολής των δανείων µόνος του, του έδινε επιταγές προς εξασφάλιση του χρέους του, τόσο δικές του, όσο και πελατών της εταιρείας του. Ήδη δε ο κατηγορούµενος µε το υπόµνηµα, που επισυνάπτεται στην έκθεση εφέσεως, αρνείται κατηγορηµατικά την ανωτέρω κατηγορία, δηλώνοντας ότι ουδέποτε συνοµολόγησε µε το µηνυτή οποιοδήποτε ποσό τόκου, ότι ουδέποτε εµφάνισε προς προεξόφληση τέτοιες επιταγές στις πληρώτριες Τράπεζες και ότι απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ο µηνυτής δεν προσκοµίζει οποιαδήποτε επιταγή προς απόδειξη του ισχυρισµού του. Είναι δε γεγονός ότι πράγµατι δεν επισυνάπτονται στη δικογραφία οι επίµαχες επιταγές που αφορούν τις µε στοιχ. 1-17 µερικότερες ως άνω πράξεις της τοκογλυφίας. Όµως είναι προφανές ότι υφίσταται αδυναµία προσκόµισης αυτών, καθόσον έχει παρέλθει ήδη οκταετία από το χρόνο παράδοσής τους στον κατηγορούµενο και επιπλέον οι επιταγές αυτές δεν ήταν δικές του, αλλά πελατείας του µηνυτή, µε συνέπεια να µην έχει σηµειώσει τα στοιχεία τους. Όµως ουδόλως αµφισβητείται ότι ο κατηγορούµενος έλαβε από το µηνυτή τις προαναφερόµενες επιταγές, αφού ο ίδιος, όπως προαναφέραµε, οµολόγησε ενώπιον του Ανακριτή κατά την απολογία του στις 30/3/2007 ότι ελάµβανε επιταγές από το µηνυτή για κάθε ποσό δανείου. Ειδικότερα δε αναφέρει τα εξής: "Από την αρχή της καταβολής των δανείων εκ µέρους µου, µόνος του ο Ψ1 µου έδινε επιταγές προς εξασφάλιση του χρέους του. Μου έδινε επιταγές και πελατών του που ήταν δικαιούχος η εταιρεία". Έπειτα τούτο επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του µάρτυρα Ε, του οποίου, κατά τα προαναφερθέντα, πολλές επιταγές δόθηκαν από το µηνυτή στον κατηγορούµενο προς προεξόφληση. Ειδικότερα ο ανωτέρω αναφέρει µεταξύ των άλλων: "... Εγώ εξοφλούσα το Ψ1 µε µεταχρονολογηµένη επιταγή 1-6 µηνών. Ξέρω ότι οι επιταγές µου µεταβιβάσθηκαν από Ψ1 στον Χ και για ορισµένες από αυτές, επειδή ζήτησα παράταση της πληρωµής, ο Ψ1 µου ζήτησε για λογαριασµό του Χ τόκο 5% µηνιαίως. Αυτό έγινε 3-4 φορές ενώπιόν µου σε τηλεφωνική επικοινωνία Ψ1 - Χ. Δεν θυµάµαι αριθµούς επιταγών και ποσά ... Σε όσες περιπτώσεις µου δόθηκε παράταση της προθεσµίας πληρωµής των επιταγών εξέδωσα σε διαταγή του Ψ1, νέες επιταγές πλέον του τόκου υπολογίζοντας 5% µηνιαίως ... ". Τα ανωτέρω επίσης επιβεβαιώνει και ο µάρτυρας, Α, συνεταίρος του µηνυτή, στην από 27/1/2005 ένορκη κατάθεσή του στον πταισµατοδίκη αναφέροντας ότι ο τελευταίος δανειζόταν από τον κατηγορούµενο µε 5% τόκο µηνιαίως και ότι πάντα του έδινε επιταγές της εταιρείας τους, αφαιρώντας από τα ποσά αυτών· τον ανωτέρω συνοµολογηθέντα τόκο και αποδίδοντάς του το υπόλοιπο ποσό ως δάνειο. Τέλος τούτο αποδεικνύεται, τόσο από την 13/12/01 δήλωση του εγκαλούντος προς τον κατηγορούµενο, βάσει της οποίας ο πρώτος (καθώς και ο συνεταίρος του Α) δηλώνει ότι δανείσθηκε από αυτόν το ποσό των 21.281.000 δρχ. και έδωσε προς εξασφάλισή του τις αναγραφόµενες σ'' αυτή τρεις επιταγές, ποσού 2.000.000 δρχ., 24.945 ευρώ και 31.639 ευρώ, όσο και από το 7/1/2003 ιδιωτικό συµφωνητικό που υπεγράφη µεταξύ του κατηγορουµένου και του µηνυτή, όπου το χρέος του τελευταίου ανέρχεται σε 64.845 ευρώ και ο µηνυτής παραδίδει στον κατηγορούµενο τις µε αριθ. ..... και ..... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας και ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ποσού 24.845 και 28.600 ευρώ αντίστοιχα, καθώς και µια συναλλαγµατική ποσού 11.350 ευρώ. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισµός του κατηγορουµένου ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό τόκου, γεγονός που κατά τη γνώµη του αποδεικνύεται από τα 13/12/2003 και 7/1/2003 ιδιωτικά συµφωνητικά στα οποία ρητά αναγράφεται ότι ο εγκαλών επιβαρύνεται µόνο µε το νόµιµο τόκο υπερηµερίας. Τούτο διότι, το µεν οι τόκοι προεισπτάτοντο όπως προαναφέραµε, κατά την παροχή δανείου και την λήψη των επιταγών από τον κατηγορούµενο, το δε δεν είναι δυνατόν λόγω της εµπειρίας που διαθέτει ο τελευταίος σε τέτοιου είδους συναλλαγές να αποτυπώσει και εγγράφως το ύψος των παράνοµων τόκων που συνοµολογούσε και εισέπραττε και έτσι να ενοχοποιήσει από µόνος του τον εαυτό του. Άλλωστε η συµφωνία που ακολουθείται σ' αυτού του είδους τις παράνοµες συναλλαγές, κατά πάγια τακτική, είναι άτυπη και προφορική, ώστε να µην είναι σε θέση ο δανειολήπτης να αποδείξει το ποσοστό τόκου που κατέβαλε στο δανειστή του. Έπειτα βάσει ποιάς λογικής ο κατηγορούµενος θα προέβαινε στο δανεισµό του εγκαλούντος για τόσο µεγάλο χρονικό διάστηµα, αν η συναλλαγή αυτή δεν ήταν πράγµατι τοκογλυφική εξ αιτίας της οποίας αποκόµιζε τεράστια οικονοµικά οφέλη; Έπειτα, πώς είναι δυνατό να διαθέτει τόσα χρήµατα σε δανεισµό, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στις αντιφατικές του απολογίες και τα υποµνήµατά του χωρίς να λαµβάνει τόκο, σε πρόσωπο µε το οποίο δεν τον συνέδεε οποιαδήποτε φιλική, συγγενική ή επαγγελµατική σχέση, αν το κίνητρό του δεν ήταν ο παράνοµος πλουτισµός του; Ακόµη δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούµενος δάνειζε και άλλα άτοµα, µεταξύ των οποίων και τον Β, ο οποίος, όπως προαναφέραµε γνώρισε σ' αυτόν το µηνυτή. Από τις ένορκες δε καταθέσεις του ανωτέρω Β σαφώς συνάγεται ότι ο κατηγορούµενος ακολουθούσε και σ' αυτόν την ίδια µέθοδο, δηλαδή προεξοφλούσε επιταγές πελατών του παρακρατώντας προκαταβολικά τόκο 4-5% µηνιαίως. Από τα ανωτέρω που εκθέσαµε θεµελιώνεται, κατά την άποψή µας η αντικειµενική και υποκειµενική υπόσταση του εγκλήµατος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθµό κακουργήµατος και µάλιστα µε τη µορφή συνοµολογήσεως ωφεληµάτων, λήψεως τοκογλυφικών ωφεληµάτων που σαν τέτοια θεωρείται, όπως προαναφέραµε και η παραλαβή αξιογράφων στην οποία ενσωµατώνονται τοκογλυφικοί τόκοι χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του ποσού που αναγράφεται σ' αυτά, καθώς και της επιδίωξης τοκογλυφικών ωφεληµάτων που συνίσταται εν προκειµένω στην έκδοση της µε αριθ. 6222/2004 Διαταγής πληρωµής του Δικαστή του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουµένου σε βάρος του µηνυτή, βάσει της προαναφεροµένης µε αριθ. ..... επιταγής, η οποία ενσωµάτωνε τοκογλυφικούς τόκους. Κατά την πάγια δε ισχύουσα νοµολογία οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήµατος της τοκογλυφίας (στοιχ. α και β) της παραγρ. 2 του άρθρο 404) είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι µεταξύ τους (Α.Π. 829/2006 ΠΧ ΝΖ 229, Α.Π. 480/98 ΠΧ ΜΗ 1091, Α.Π. 1792/93 ΠΧ ΜΔ 173) και συρρέουν αληθώς. Όµως οι ανωτέρω τρόποι τέλεσης του ως άνω εγκλήµατος δύνανται να εµφανισθούν και µε την µορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήµατος κατά την έννοια του άρθρου 98, όπως εν προκειµένω έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει παραπεµφθεί ο κατηγορούµενος µε το προσβαλλόµενο βούλευµα, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειµενικής και υποκειµενικής υπόστασης κάθε εγκληµατικής µορφής από τις προβλεπόµενες από το άρθρο 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς µεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του κατηγορουµένου (Α.Π. 604/2000 ΠΧ ΝΑ 17, Α.Π. 1805/2002 Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 339). Την πράξη δε αυτή της τοκογλυφίας ο κατηγορούµενος τέλεσε κατ' επάγγελµα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειληµµένη τέλεσή της, τόσο σε σχέση µε τον µηνυτή όσο και µε τρίτα πρόσωπα, όπως τον Β, αλλά και του µεγάλου χρονικού διαστήµατος που δανειοδοτούσε τον εγκαλούντα και του υψηλού ποσοστού τόκου που συνοµολογούσε και ελάµβανε προκύπτει σκοπός του για πορισµό εισοδήµατος καθώς και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του εν λόγω εγκλήµατος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαµε προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουµένου για τις µερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθµό κακουργήµατος (µε τη µορφή συνοµολογήσεως τοκογλυφικών ωφεληµάτων λήψεως τοκογλυφικών ωφεληµάτων και επιδιώξεως αυτών) την οποία επιχειρεί κατ' επάγγελµα και κατά συνήθεια και οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το από 30/6/1999 έως lούνιο του 2005 χρονικό διάστηµα και οι οποίες προβλέπονται και τιµωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,16,17, 18,26 §1α, 27 §1, 51, 53, 98,404 §§2α-β-3 Π.Κ., όπως η παραγρ. 3 αντικατ. µε άρθρο 14 §8β του Ν.2721/99 και κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές, ως αβάσιµη κατ' ουσία, να επικυρωθεί κατά το µέρος αυτό το προσβαλλόµενο βούλευµα και να προσδιορισθεί σαφέστερα η κατηγορία, όπως θα εκτεθεί στο διατακτικό, ώστε ακριβέστερα να εξειδικευθούν οι µερικότερες πράξεις του εγκλήµατος της τοκογλυφίας από απόψεως χρόνου και πραγµατικών περιστάσεων. ....". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και ακολούθως απέρριψε εν μέρει με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του αρ. 404 §§ 2 και 3 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου, παρατίθενται στο βούλευμα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο άγεται στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσε κατ' εξακολούθηση το έγκλημα της τοκογλυφίας και δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, ως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, υπολαμβάνων ότι στο σκεπτικό η παραπομπή γίνεται μόνο για κατ' επάγγελμα τέλεση και όχι και κατά συνήθεια , αφού σκεπτικό του βουλεύματος είναι εκείνο της εισαγγελικής προτάσεως στο οποίο παραδεκτώς στο σύνολό του και καθ' ολοκληρία παραπέμπει το βούλευμα, στην δε εισαγγελική πρόταση γίνεται αναφορά και ζητείται η παραπομπή του κατηγορουμένου τόσον για την κατ' επάγγελμα όσο και την κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών να δεχθεί την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων για την παραπομπή του κατηγορουμένου, έλαβε υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και περαιτέρω διαλαμβάνονται στο βούλευμα οι σκέψεις με τις οποίες οδηγείται το Συμβούλιο σε παραπεμπτική κρίση, οι σκέψεις δε αυτές δεν ταυτίζονται με εκείνες του πρωτοδίκου βουλεύματος, που παραδεκτώς κατά τούτο επισκοπείται, ώστε να θεωρηθεί ότι το βούλευμα έχει απλώς τυπική αιτιολογία. Εξάλλου, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, το συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία και τα σχετικά υπομνήματα του κατηγορουμένου και εξηγείται, σε απάντηση σχετικού αιτήματος αυτού, η αδυναμία προσκομιδής των επιταγών οι οποίες αναφέρονται στις ανωτέρω με στοιχεία 1 έως 17 μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας. Συνεπώς ο για έλλειψη αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει το βούλευμα για αντιφατική αιτιολογία και για την μη λήψη υπόψη των εγγράφων ως αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος. Κατά το σκέλος δε με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το βούλευμα ότι ουσιαστικώς δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξετίμησε τα ειδικώς στην αίτηση αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα (υπομνήματα με τα συνημμένα έγγραφα, ΦΕΚ, μήνυση εγκαλούντος, αποφάσεις Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ένορκη βεβαίωση, Διάταξη Εισαγγελέα Πλη/κών Αθηνών, πιστ/κό εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών, συμφωνητικά κ.λ.π.) από τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που δέχεται το βούλευμα, η αιτίαση είναι απαράδεκτη γιατί υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας ουσιαστικώς πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 106/30-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 650/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ΄ εξακολούθηση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 697/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γαλούνη, για αναίρεση της 6509/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1160/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση ως απαράδεκτη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ1 με την από 3-3-2009 δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου του Σπυρίδωνος Γαλούνη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή με το ..... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Ζαρομύτη-Βλάση παραιτήθηκε από την από 6-5-2008 αίτησή του, για αναίρεση της 6509/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 6 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6509/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από την αναίρεση. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 695/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .....κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυραγάνη, περί αναιρέσεως της 423/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Ν. 2287/1995 "Κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα" (ΣΠΚ), στρατιωτικός που εξυβρίζει ανωτέρους ή κατωτέρους, με λόγια, έργα ή απειλές ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, αν η πράξη τελέσθηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους, που έχουν σχέση με αυτή, διαφορετικά, με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αξιόποινη συμπεριφορά που περιγράφεται στο άρθρο αυτό αποτελεί πράξη που προσβάλλει την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου ή κατωτέρου στρατιωτικού και έχει βέβαια την κοινωνική σημασία της άμεσης ή έμμεσης αρνήσεως στο άτομο ενός status εξωτερικής τιμής. Δεν πρόκειται, δηλαδή για προσβολή της στρατιωτικής τάξεως και πειθαρχίας, αλλά για κατ' αρχήν προσβολή της τιμής άλλου προσώπου, το οποίο, όμως, συνδέεται με τον δράστη με την υπηρεσιακή ιεραρχική σχέση του στρατού. Από την άποψη αυτή, οι εξυβρίσεις που τυποποιούνται στο ΣΠΚ, έχουν ένα διπλό εγκληματικό χαρακτήρα, γιατί πέρα από την προσβολή της τιμής του προσώπου του ανωτέρου ή κατωτέρου, προσβάλλουν ταυτόχρονα και την στα πρόσωπα αυτά εκφραζόμενη στρατιωτική ιδιότητα του ανωτέρου ή κατωτέρου, ως όρο εξατομίκευσης της ιεραρχικά διαρθρωμένης στρατιωτικής υπηρεσίας. Συνεπώς αποτελούν μη γνήσια στρατιωτικά εγκλήματα, όπου η προσβολή ατομικών εννόμων αγαθών στο πλαίσιο της ιεραρχικά διαρθρωμένης υπηρεσιακής σχέσης προσδίδει στην εξύβριση τον χαρακτήρα μιας "εκ των έσω" διάψευσης της υπηρεσιακής εμπιστοσύνης. Η προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις πράξη της εξύβρισης ανωτέρου ή κατωτέρου, ως πράξη προσβολής ατομικών εννόμων αγαθών, προσλαμβάνει την πρόσθετη απαξία της, η οποία αποτυπώνεται και στο ύψος των προβλεπόμενων ποινών, σε σχέση με το αντίστοιχο έγκλημα του ΠΚ, λόγω του ότι προκαλεί παράλληλα μία μορφή ρήξης στην ιεραρχικά διαρθρωμένη υπηρεσιακή σχέση του στρατού. Εξάλλου το άρθ. 3 του ΣΠΚ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2287/1995, ορίζει ότι "οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα".Από τη διατύπωση της διάταξης αυτή σαφώς προκύπτει ότι η συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΚ αναφέρεται μόνο στη συμπλήρωση των διατάξεων του ΣΠΚ, που ανάγονται στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση της εξυβρίσεως και όχι στις διατάξεις που αναφέρονται στην άσκηση της ποινικής δίωξης, μεταξύ των οποίων και η υποβολή έγκλησης, προκειμένου να ασκηθεί αυτή και τούτο, γιατί το έγκλημα της εξύβρισης, που προβλέπεται από το άρθρο 60 του ΣΠΚ, αν και, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά γνήσιο στρατιωτικό έγκλημα, αφού προσβάλλει και την προσωπικότητα του παθόντος, όμως συγχρόνως προκαλεί και μία μορφή ρήξης στην ιεραρχικά διαρθρωμένη υπηρεσιακή σχέση του στρατού στη διαφύλαξη της οποίας η παραπάνω διάταξη, παράλληλα με την προστασία της προσωπικότητας του παθόντος ατόμου, αποσκοπεί. Εξάλλου, λόγω της ιδιαιτερότητας που προαναφέρθηκε, επιβάλλεται η από το Δικαστήριο συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 του ΣΠΚ, για το λόγο δε αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, αν και δεν γίνεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις του ΠΚ, που επιτρέπουν την άσκηση της ποινικής δίωξης για την πράξη της κοινής εξύβρισης μόνο μετά την υποβολή έγκλησης από τον παθόντα, όμως η θέληση του νομοθέτη ήταν να έχουν αυτές εφαρμογή και για την πράξη της εξύβρισης κατωτέρου στρατιωτικού από ανώτερο. Επομένως, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, δεν απαιτείται να υποβληθεί από τον παθόντα έγκληση, αλλά αυτή ασκείται αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 167 παρ. 3 και 211 β' του ΣΠΚ, οι μεν αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, η αίτηση δε αναιρέσεως κατ' αυτών επιτρέπεται, αλλά μόνο για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 423/2007 αποφάσεως του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, όπως όλα τα παραπάνω αναφέρονται στα πρακτικά, από την απολογία του κατηγορουμένου, αλλά και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος: "Ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Αντισυνταγματάρχης (ΠΖ), τον Ιούλιο του 2003 τοποθετήθηκε στο .... ΤΠ, ως Διοικητής. Μερικούς μήνες αργότερα μετατέθηκαν στην ίδια Μονάδα οι στρατιώτες Φ1 και Φ2. Ο κατηγορούμενος φέρεται ότι ήταν ιδιαίτερα ελαστικός με τους στρατιώτες, στους οποίους έδινε μεγάλες άδειες ή ακόμη και παρατάσεις των αδειών τους τηλεφωνικά, επιδιώκοντας να έχει φιλικές σχέσεις με αυτούς και να τον αγαπούν, δημιουργώντας όμως συχνά κάποια προβλήματα διοικητικής φύσεως στα λοιπά στελέχη της Μονάδας και ιδίως τους Διοικητές των Λόχων, τους οποίους συνεχώς παρέκαμπτε, ενώ οι στρατιώτες είχαν το θάρρος να απευθύνονται αμέσως σ'αυτόν, χωρίς να ενημερώνουν τους Διοικητές των Λόχων τους (βλ.καταθέσεις Μ1 ενώπιον του παρόντος και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και Μ2 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Ένα χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος μετατέθηκε από την παραπάνω Μονάδα, που εδρεύει στη ..., στην .... ΤΑΞΥΠ (φρουρά ....), μετάθεση δυσμενής για τον ίδιο, αφού η .... ήταν ο τόπος των συμφερόντων του, λόγω της καταγωγής της συζύγου του και ως εκ τούτου επιθυμούσε τη μεγαλύτερη δυνατή παραμονή του εκεί. Κατόπιν τούτου παρουσιάσθηκε διαδοχικά στον Διοικητή της ΑΣΔΕΝ, στον Α/ΓΕΣ και στον Διοικητή της .... ΣΔΙ, παραπονούμενος για την μετάθεση αυτή, ισχυρίσθηκε δε ότι αυτή έλαβε χώρα για μη υπηρεσιακούς λόγους, εξ αιτίας της κατασυκοφάντησης του από διάφορα πρόσωπα, τα οποία διέδωσαν γι'αυτόν διάφορες ανυπόστατες φήμες και κατηγορίες, χωρίς όμως να κατονομάσει τα πρόσωπα αυτά. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου είχε ως συνέπεια να διαταχθεί ΕΔΕ για τη διερεύνηση των ισχυρισμών του. Στα πλαίσια αυτής, εξεταζόμενος ενόρκως την 2-8-2004 ο στρατιώτης Φ1 ανέφερε ότι, περί τα μέσα Μαρτίου του 2004, ενώ μετέβησαν μαζί με τον κατηγορούμενο στο φυλάκιο "...." της Μονάδας, προκειμένου να του υποδείξει αυτός διάφορες υδραυλικές εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιήσει, ως υδραυλικός της Μονάδας, αφού εισήλθε μαζί του στο εσωτερικό του φυλακίου κι ενώ ο ίδιος μελετούσε τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν, ο κατηγορούμενος μετέβη για λίγο σε παρακείμενο χώρο και ακολούθως εμφανίστηκε μπροστά του σε απόσταση 3-4 μέτρων με κατεβασμένο το παντελόνι μέχρι τα γόνατα. Ο στρατιώτης αιφνιδιάστηκε και του είπε "τι κάνετε κ. Διοικητά, τι πράγματα είναι αυτά;",τότε αυτός του απάντησε "δεν είναι αυτό που νομίζεις, κατάλαβες λάθος, δεν συμβαίνει τίποτα", πλην όμως ο στρατιώτης πρόλαβε να φωτογραφήσει με την κάμερα του κινητού του τη σκηνή αυτή. Το περιστατικό αυτό ο στρατιώτης ανέφερε επιστρέφοντας στο στρατόπεδο της Μονάδας στον στρατιώτη Φ2 στον οποίο έδειξε και τη φωτογραφία που είχε τραβήξει, ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας το ανέφερε και στο Διοικητή του Λόχου του, Υπολοχαγό Μ1 . Εξάλλου ο στρατιώτης Φ2 εξεταζόμενος ενόρκως στα πλαίσια της ίδιας ΕΔΕ, την 3-8-2004 επιβεβαίωσε ότι είδε την παραπάνω φωτογραφία που του επέδειξε ο Φ1, ανέφερε δε επίσης ότι, πριν το περιστατικό αυτό, ένα πρωϊνό στο ίδιο χρονικό διάστημα, εντός δηλαδή του μηνός Μαρτίου 2004, ενώ μετέβαινε με τον κατηγορούμενο στο λεβητοστάσιο της Μονάδας για να δουν μια ζημιά που είχε προκληθεί στον καυστήρα, αυτός ξαφνικά τον ρώτησε αν έχει πάει ποτέ με άνδρες, όταν δε αυτός αντέδρασε αρνητικά, του είπε "εγώ σου λέω ότι έχεις πάει και βάζουμε στοίχημα ότι πάνω από τέσσερις φορές δεν αντέχεις να με πηδήξεις".Τα παραπάνω εξέθεσαν αναλυτικά στο ακροατήριο εξεταζόμενοι, οι Φ1 και Φ2. Ειδικότερα ο Φ1 ανέφερε ότι το φυλάκιο "...." δεν ήταν επανδρωμένο και ότι υπήρχαν στρατιώτες σε διπλανό κτίριο. Για χώρο όπου θα μπορούσαν εύκολα να απομονωθούν δύο άτομα, έκανε λόγο στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο στρατιώτης ...., αφού δεν υπήρχε οπτική επαφή με το εσωτερικό του φυλακίου από όσους βρίσκονταν έξω από αυτό. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι διευκόλυνε τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί μπροστά στο στρατιώτη Φ1, με κατεβασμένο το παντελόνι, αλλά και το εσώρουχο του, όπως αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο, προκαλώντας την αντίδραση του στρατιώτη, ο οποίος πήρε το κινητό του και πρόλαβε να τραβήξει τρεις φωτογραφίες την ώρα που ο κατηγορούμενος ήταν σκυφτός και προσπαθούσε να σηκώσει το παντελόνι του. Τις φωτογραφίες αυτές έδειξε στο Φ2, επιστρέφοντας στο στρατόπεδο, ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας πήρε τηλέφωνο το Διοικητή του Λόχου του για να του μιλήσει για κάτι επείγον και σοβαρό. Όταν αυτός πήγε στο στρατόπεδο του εξιστόρησε το περιστατικό και επιχείρησε να του δείξει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας του ότι τον πιστεύει και του ζήτησε να χειριστεί προσεκτικά το θέμα για να μην μαθευτεί. Ωστόσο ο Φ1 είχε ήδη ενημερώσει για το περιστατικό τον πατέρα του. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι φωτογραφίες που τράβηξε δεν υπάρχουν πια, γιατί σβήστηκαν κατά λάθος καθώς άδειαζε τη μνήμη του αρχείου του κινητού του τηλεφώνου, όπου ήταν αποθηκευμένες. Ο Φ2 εξεταζόμενος επίσης στο ακροατήριο, περιέγραψε το περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη μετάβαση του με τον κατηγορούμενο στο χώρο του λεβητοστασίου, λέγοντας ότι η συμπεριφορά του ήταν προσβλητική γι' αυτόν, γι'αυτό και ενημέρωσε σχετικά τον πατέρα του, ωστόσο δεν θέλησε να δοθεί συνέχεια στο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος από την πλευρά του αρνήθηκε παντελώς τις κατηγορίες ισχυριζόμενος ότι κανένα από τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν συνέβη, αλλά πρόκειται για μεθοδευμένη σκευωρία εις βάρος του, που αποσκοπούσε στην απομάκρυνση του από το νησί, επειδή προσπάθησε να βάλει τάξη σε μερικά πράγματα με συνέπεια τη δημιουργία αντιπαραθέσεων με ορισμένα άτομα, ισχυρισμούς τους οποίους υποστήριξε και η σύζυγος του εξεταζόμενη ως μάρτυρας. Αξιολογώντας όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς, με βάση τα λοιπά στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία διαπιστώνονται τα εξής: Το γεγονός της εμφάνισης του κατηγορουμένου ημίγυμνου, ενώπιον του στρατιώτη Φ1 επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του Φ2 ο οποίος αναφέρει ότι ο Φ1, εμφανώς σοκαρισμένος και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, του εξιστόρισε το περιστατικό και του έδειξε την επίμαχη φωτογραφία, για να τον πείσει για την αλήθεια των λεγομένων του. Βέβαια κάποια αντίφαση μεταξύ των δύο μαρτύρων παρατηρείται ως προς τον τρόπο εμφάνισης του κατηγορουμένου, αφού ο Φ2 αναφέρει ότι στη φωτογραφία απεικονιζόταν με κατεβασμένο παντελόνι, όχι όμως και το εσώρουχο του, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Φ1 ότι αυτός εμφανίστηκε μπροστά του με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχο. Επίσης ο Φ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καταθέτει ότι, όταν αιφνιδιασμένος από την πράξη του Διοικητή του, του είπε "τί κάνετε κ. Διοικητά, τι πράγματα είναι αυτά;" εκείνος του απάντησε "δεν είναι αυτό που νομίζεις. Ήταν ένα πάθος και τελείωσε", ωστόσο οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις είναι δικαιολογημένες, λόγω της παρέλευσης αρκετού χρόνου, αλλά και της έκπληξης που δημιούργησε το όλο περιστατικό στους στρατιώτες, κάνοντας τους ακόμα και να παρανοήσουν κάποιες λεπτομέρειες, χωρίς ωστόσο να θίγεται ο πυρήνας της καταγγελίας που είναι η βεβαιωμένη απρεπής και προσβλητική εμφάνιση του κατηγορουμένου, ενώπιον του στρατιώτη Φ1. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Μ1 , διοικητή του Λόχου στον οποίο ανήκε ο στρατιώτης Φ1, ο τελευταίος απευθύνθηκε την ίδια ημέρα σ'αυτόν και του εκμυστηρεύθηκε το περιστατικό, προτείνοντάς του να του δείξει τη φωτογραφία που είχε τραβήξει, αυτό όμως δεν έγινε, γιατί ο ίδιος δεν θέλησε να τη δει, διότι, όπως είπε χαρακτηριστικά στο Δικαστήριο, πίστεψε απόλυτα τους ισχυρισμούς του στρατιώτη, ο οποίος ήταν από τους καλύτερους στρατιώτες και 100% αξιόπιστος. Επίσης ο Φ1 απευθύνθηκε και στον ψυχολόγο της ... ΣΔΙ, στρατιώτη Μ3 ενημερώνοντας τον σχετικά με το περιστατικό (βλ. Ένορκη κατάθεση αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου), ενώ αυτός με τη σειρά του, πιστεύοντας στην αλήθεια των καταγγελλομένων, ενημέρωσε το στρατιωτικό ιερέα π. ..... τον Υποδιοικητή της Μονάδος, Μ2 και τον Υποδιοικητή του Τάγματος Υγειονομικού και προϊστάμενο της Ομάδας Ψυχολογικής Μέριμνας της ... ΣΔΙ Μ4 για την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος στη Μονάδα, λόγω σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Διοικητή κάποιου στρατιώτη, τον οποίο απέφυγε να κατονομάσει, θέλοντας έτσι να προστατεύσει τον στρατιώτη αυτόν, αλλά και τους λοιπούς στρατιώτες της Μονάδας, από κάποια νέα παρόμοια συμπεριφορά του Διοικητή. Ο μάρτυρας Μ4 ανέφερε στην κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο Μ3 τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του προβλήματος, χωρίς να του αναφέρει το όνομα του στρατιώτη, κάνοντας λόγο για "βόμβα έτοιμη να εκραγεί". Εξάλλου ο στρατιωτικός ιερέας.... στην κατάθεση του έκανε λόγο για "περίεργη" συμπεριφορά του κατηγορουμένου, καθώς αναζητούσε γύρω του εχθρούς και είχε μανία καταδιώξεως, ενώ εις βάρος του κυκλοφορούσαν διάφορες δυσμενείς φημολογίες. Όλα τα παραπάνω εξέθεσε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας Μ2 λέγοντας ότι για το θέμα ενημερώθηκε αρχικά από τον Μ3 ο οποίος ήταν πολύ ανήσυχος, λόγω του ψυχολογικού προβλήματος που είχε δημιουργηθεί στον παρενοχληθέντα στρατιώτη, τον οποίο δεν κατονόμασε, ζήτησε δε τη βοήθεια του, στην περίπτωση που αυτός θα είχε στο μέλλον παρόμοιο πρόβλημα. Επίσης ανέφερε ότι, λεπτομέρειες για τα δύο περιστατικά έμαθε αργότερα από το Διοικητή του Λόχου των δύο στρατιωτών, τον Μ1 , δήλωσε δε ότι θεωρεί τα γεγονότα αληθή, δεδομένου ότι και οι δύο στρατιώτες ήταν καλοί και αξιόπιστοι, είχαν δουλέψει για τη Μονάδα και ανταμείφθησαν από την εργασία τους με άδειες. Καταθέτει ότι ο Φ1 δεν είχε λόγο να πει ψέμματα ενώ ο Φ2 είναι ήδη οικογενειάρχης. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο στρατιώτης Φ1 μετά το περιστατικό με τον κατηγορούμενο έλαβε απ'αυτόν άγραφη άδεια περίπου είκοσι ημερών, κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του, ο οποίος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με αυτόν απαίτησε να του δοθεί η άδεια, εξ αιτίας του ψυχολογικού προβλήματος που είχε δημιουργηθεί στο γιο του, ενώ άδεια έλαβε και ο στρατιώτης Φ2 κατόπιν παρέμβασης και του δικού του πατέρα. Μάλιστα ο κατηγορούμενος θέλοντας να δικαιολογήσει την άδεια που έδωσε στο Φ1, ισχυρίσθηκε ότι του τη χορήγησε προκειμένου να μεταβεί στην Αθήνα και να αναζητήσει κάποιο ανταλλακτικό για τον καυστήρα, ισχυρισμό τον οποίο ουδείς μάρτυρας επιβεβαίωσε. Απ' όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει αναμφισβήτητα κατά την ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πράγματι τις προαναφερόμενες συμπεριφορές προς τους στρατιώτες Φ1 και Φ2 όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται από αυτούς καθόσον οι μαρτυρίες τους κρίνονται αξιόπιστες και αληθείς. Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγεί όχι μόνο η φωτογράφηση του ημίγυμνου Διοικητού με την κάμερα του στρατιώτη Φ1 (έστω και αν το αποδεικτικό αυτό στοιχείο δεν υφίσταται πλέον), αλλά κυρίως η διαπίστωση ότι οι δύο (ευνοημένοι μέχρι τότε από τη Διοίκηση της Μονάδος) στρατιώτες, κανένα λόγο δεν είχαν να καταγγείλουν ψευδώς τον κατηγορούμενο για τις σοβαρές αυτές πράξεις εις βάρος τους. Αντιθέτως μάλιστα φαίνεται ότι οι δύο στρατιώτες προσπάθησαν να αποσιωπήσουν τα περιστατικά αυτά, περιοριζόμενοι στο να τα εκμυστηρευτούν ο ένας στον άλλο, καθώς και στους γονείς τους, ενώ μόνο ο Φ1, σοκαρισμένος από το περιστατικό, απευθύνθηκε στο Διοικητή του Λόχου του και τον ψυχολόγο της Μονάδος, ζητώντας τη βοήθεια τους. Ωστόσο κανείς εκ των δύο στρατιωτών προχώρησε σε μηνυτήρια αναφορά εις βάρος του κατηγορουμένου, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι ουδόλως το κίνητρο τους ήταν να τον βλάψουν, οδηγήθηκαν δε στην καταγγελία των περιστατικών αυτών μόνο όταν διετάχθη η σχετική ΕΔΕ, την οποία άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τους ισχυρισμούς του περί σκευωρίας εις βάρος του, οπότε και αναγκάσθηκαν, εξεταζόμενοι ενόρκως, να αποκαλύψουν τα όσα αυτός είχε διαπράξει. Άλλωστε δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, όλοι όσοι έλαβαν αρχικά γνώση, άμεσα ή έμμεσα των καταγγελομένων περιστατικών, αν και πίστεψαν από την πρώτη στιγμή τους δύο στρατιώτες, παρά ταύτα αντιμετώπισαν το θέμα με την υπευθυνότητα που τους υπαγόρευε η θέση τους, προβαίνοντας σε προσεκτικούς και διακριτικούς χειρισμούς, ώστε να προστατευθούν οι στρατιώτες της Μονάδος από παρόμοιες συμπεριφορές, χωρίς όμως να εκθέσουν περισσότερο τον κατηγορούμενο. Έτσι όμως διαψεύδονται οι ισχυρισμοί αυτού περί μεθοδευμένης κατασυκοφάντησης του από στελέχη της Μονάδας και άλλα πρόσωπα, τα οποία άλλωστε δεν κατονομάζει, ούτε συγκεκριμενοποιεί τα περιστατικά που συνιστούν την υποτιθέμενη σκευωρία. Άλλωστε ουδείς μάρτυρας, πέραν της συζύγου του, επιβεβαιώνει το παραμικρό για τους ισχυρισμούς αυτούς. Συνεπώς καμμία αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω συμπεριφορές προς τους δύο στρατιώτες, εκφράζοντας έτσι, αντικειμενικά, περιφρόνηση και ανυποληψία στο πρόσωπο τους, αφού οι συμπεριφορές αυτές, εμπεριέχουσες και στις δύο περιπτώσεις προτάσεις ή υπονοούμενα σεξουαλικού περιεχομένου και μάλιστα ομοφυλοφυλικού χαρακτήρα, ήταν ικανές και πρόσφορες να πλήξουν την τιμή και την αξιοπρέπεια αυτών, θίγοντας μάλιστα βάναυσα και το περί ηθικής αίσθημα αυτών. Και βέβαια ο κατηγορούμενος ηθελημένα εξεδήλωσε προς αυτούς τις εξυβριστικές αυτές συμπεριφορές, γνωρίζοντας επιπλέον ότι επρόκειτο για κατώτερους του στρατιωτικούς. Άλλωστε οι πράξεις του κατηγορουμένου δεν τελέσθηκαν με αφορμή το ενεργό πλαίσιο άσκησης συγκεκριμένης στρατιωτικής υπηρεσίας, ούτε βέβαια μέσα σε τέτοιο υπηρεσιακό πλαίσιο, αφού ο κατηγορούμενος και οι εξυβρισθέντες στρατιώτες δεν είχαν επιφορτισθεί κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών με την εκτέλεση συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων, ώστε να συνδέονται με την λειτουργική άσκηση αυτών σε κάποια σχέση εξαρτήσεως. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για εξύβριση κατωτέρου, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση μ'αυτήν, κατά συρροή {πράξεις δύο(2)}, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, καθόσον αποδείχθηκε πλήρως ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο εξυβρίσεως κατωτέρου, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτήν, κατά συρροήν και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εξυβρίσεως κατωτέρου κατά συρροή, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτήν, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των παθόντων, τις οποίες με ειδική αναφορά συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα τελευταία στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 94, 361 ΠΚ και 60 παρ. 1β' ΣΠΚ που εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, ούτε με οποιοδήποτε άλλον τρόπο. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού και 2) δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του, είναι αβάσιμες γιατί α) η αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο αποφάσισε για την ενοχή του αναιρεσείοντος μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της απόφασης (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή), σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ.2 και 144 παρ.1 ΚΠΔ και β) δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για το δόλο του κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά και δεν αξιώνονται από τις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω αβάσιμος είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Θ' του ΚΠΔ (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του), πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, αφού τον καταδίκασε για τις παραπάνω πράξεις για τις οποίες δεν είχε υποβληθεί από τους παθόντες έγκληση. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο προκλήθηκε ακυρότητα από την παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και ειδικότερα από τη μη χορήγηση σ' αυτόν, αν και υπέβαλε σχετικό αίτημα, αντιγράφων των πρόχειρων πρακτικών της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, διότι τα πρόχειρα πρακτικά που τηρούνται από το γραμματέα αποτελούν interna corporis του Δικαστηρίου και δεν προβλέπεται από κάποια διάταξη η χορήγηση τους στον κατηγορούμενο. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-4-2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 423/11-12-2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εξύβριση κατωτέρου στρατιωτικού από ανώτερο. Δεν απαιτείται έγκληση για την άσκηση ποινικής δίωξης. Χορήγηση αντιγράφου πρόχειρων πρακτικών δεν είναι δυνατή. Ειδική αιτιολογία. Αντιγραφή σκεπτικού απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από δευτεροβάθμιο. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανυποταξία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
2
Αριθμός 694/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Θεοδώρου, περί αναιρέσεως της 320/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 περ. α' του ΣΠΚ (Ν. 2287/95) "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 1763/88 "Στρατολογία των Ελλήνων", σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3036/2002, "ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης, η δε ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας κατατάξεως και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του δράστη, με την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τη σύλληψη του ανυπότακτου, με την παρουσίασή του στην αρμόδια στρατιωτική ή αστυνομική αρχή, καθώς και με την κρίση του ανυπότακτου ως ακατάλληλου για στράτευση ή με την χορήγηση αναβολής κατατάξεως για λόγους υγείας από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ανυποταξία αποτελεί γνήσιο διαρκές έγκλημα, τελούμενο δια παραλείψεως και η αντικειμενική του υπόσταση, συνίσταται στην "αδράνεια" του στρατευσίμου να προσέλθει, προς κατάταξη, στις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, μέσα στις τασσόμενες προς τούτο προθεσμίες. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 320/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι την 22-5-2000 στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. .... με την οποία προσκλήθηκε, και έτσι κατέστη ανυπότακτος από 23.5.2000 έως 7.7.2005, οπότε και συνελήφθη για την πράξη του αυτή. Αρχικά ο κατηγορούμενος φέρεται ότι ύστερα από την υπ' αριθ. .....γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών 94 ΣΔΙ, κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι/5) ως πάσχων από σπονδυλολίσθηση μεγάλου βαθμού με έντονες λειτουργικές διαταραχές. Επειδή όμως υπήρχαν έντονες υπόνοιες ότι πολλοί στρατεύσιμοι έλαβαν οριστική απαλλαγή από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις για (δήθεν) λόγους υγείας και βάσει πλαστών γνωματεύσεων, διενεργήθηκε σχετική έρευνα από τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές. Έτσι, μετά από έλεγχο στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) και της Επιτροπής Απαλλαγών της 94 ΣΔΙ, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσήλθε σε κάποια από τις επιτροπές αυτές το έτος 2000. Μετά τα παραπάνω, η αρμόδια διεύθυνση στρατολογικού του ΓΕΕΘΑ παρήγγειλε προς το αρμόδιο Β' Στρατολογικό Γραφείο Αθηνών να ακυρώσει την μεταβολή απαλλαγής στράτευσης του κατηγορουμένου ως στηριζόμενη σε πλαστή γνωμάτευση και να τον μηνύσει για ανυποταξία, όπως και έγινε (βλ. σχετικά έγγραφα τα οποία και ανεγνώσθησαν). Σημειώνεται επίσης ότι, ενώ ο κατηγορούμενος πράγματι παραπέμφθηκε την 22-5-2000 προς κρίση της σωματικής του ικανότητας στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, στην οποία όμως ουδέποτε προσήλθε εντός του 2000, φέρεται ως κριθείς ακατάλληλος από Επιτροπή Απαλλαγών άλλης υπηρεσίας και συγκεκριμένα της 94 ΣΔΙ, εδρευούσης στην Τρίπολη Αρκαδίας, χωρίς να μπορεί να δώσει κάποια λογική εξήγηση επ' αυτού ούτε και ο πατέρας του που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και ο οποίος επιμένει ότι ο κατηγορούμενος γιος του εξετάσθηκε κατά τον επίδικο χρόνο από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών (βλ. κατάθεσή του). Κάτι βέβαια που διαψεύδεται από τα προκύψαντα έγγραφα στοιχεία. Με βάση, συνεπώς, τα προεκτεθέντα, σαφώς και αναμφιβόλως αποδείχθηκε, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, τόσο η γνώση του κατηγορουμένου περί της υποχρέωσης κατάταξής του στις τάξεις του Στρατού την 22-5-2000, όσο και η θέλησή του να μην εμφανιστεί την συγκεκριμένη ημερομηνία προς κατάταξη. Πρέπει, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 περ. α 193, 198, 213 παρ. 1 ΣΠΚ, 3 Ν. 663/77, 3 Ν. 3036/2002, 3, 4, 5 Ν. 2943/2001, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι την 22.5.2000, στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ..... πρόσκληση του ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, πληρούται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προπαρατέθηκε. Από την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι στις 22.5.2000 ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε προς κρίση της σωματικής του ικανότητας στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, δεν συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε την ως άνω ημέρα στο Στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, όπου και έπρεπε να παρουσιαστεί. Αντιθέτως, ρωτά στη συνέχεια αναφέρεται ότι, στην επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, ο κατηγορούμενος ουδέποτε εμφανίσθηκε. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ναι μεν ο κατηγορούμενος φέρεται ότι κρίθηκε ακατάλληλα από την Επιτροπή Απαλλαγών άλλης υπηρεσίας, εκτός Αθηνών και συγκεκριμένα της 94 ΣΔΙ που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας, η σχετική, όμως, απαλλαγή στηρίχθηκε σε πλαστή γνωμάτευση, αφού ουδέποτε προσήλθε σε κάποια από τις αρμόδιες επιτροπές το έτος 2000. Οι λοιπές αιτιάσεις όπως "δεν διαλαμβάνεται από ποιά έγγραφα ο αρμόδιος υπάλληλος προέβη στην εγγραφή - μεταβολή των Στρατολογικών Μητρώων του κατηγορουμένου" ..... "πώς είναι δυνατόν ο αυτός υπάλληλος προέβη και σε άλλη εγγραφή" ...... "η γνωμάτευση περί απαλλαγής του κατηγορουμένου αναιρεί το σκεπτικό της προσβαλλομένης" ..... "δεν βρέθηκε στα αρχεία της 94 ΣΔΙ έγκυρη γνωμάτευση στο όνομα του κατηγορουμένου"..... κλπ, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 219/2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 320/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για α) έλλειψη αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανυποταξία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
0
Αριθμός 693/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 και 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ..., Αλβανού υπηκόου και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 3/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/27-1-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Νικολάου Σιτζάνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 169/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 474 § 1 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στους λοιπούς αναφερόμενους κατά περίπτωση υπαλλήλους, οι οποίοι οφείλουν να συντάξουν για τη δήλωση αυτή, έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου 474 του ΚΠΔ ορίζει ότι "στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 498 και 476 § 1 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι αν στην έκθεση εφέσεως δεν περιέχονται λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση ή το βούλευμα ή αν περιλαμβάνονται αόριστοι λόγοι, τότε, χωρίς άλλο, απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη. Τέλος κατά το άρθρο 451 § 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο αρμόδιο (Ποινικό) Τμήμα του Αρείου Πάγου μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες από την δημοσίευση της απόφασης, για την άσκηση δε αυτή συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 3/2009 απόφασή του το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανικής Δημοκρατίας του εκκαλούντος Αλβανού υπηκόου ..., ο οποίος γεννήθηκε την 21-4-1984 στη ..., ο οποίος κρατείται στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού δυνάμει του υπ' αριθ. 1/22-1-2009 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Προέδρου Εφετών Πειραιώς, προκειμένου ο εκζητούμενος, ο οποίος διώκεται με το υπ' αριθ. 62/9-9-2008 ένταλμα της Εισαγγελίας Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα Αλβανίας, να εκτίσει ποινή φυλακίσεως δεκαεπτά (17) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 61/18-6-2008 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα Αλβανίας που κατέστη τελεσίδικη την 30-6-2008. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ο εκζητούμενος άσκησε ενώπιον του γραμματέα του Συμβουλίου αυτού την από 27-1-2009 έφεση με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να μην εκδοθεί γιατί όπως εκθέτει "έχω βεντέτα στην Αλβανία και φοβάμαι για τη ζωή μου". Με το περιεχόμενο αυτό η έφεση δεν περιέχει κάποιο λόγο που να προσβάλλει την εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως η έφεση αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί περαιτέρω δε να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 § 1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1/27-1-2009 έφεση του ..., κατά της υπ' αριθ. 3/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση αλλοδαπού. Δικαίωμα αυτού να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που γνωμοδοτεί υπέρ της εκδόσεως. Η έκθεση εφέσεως πρέπει να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους ασκείται η έφεση, οι οποίοι αν είναι αόριστοι ή δεν προσβάλλουν την εκκαλούμενη απόφαση, καθιστούν απαράδεκτη την έφεση. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η έφεση που δεν περιέχει τέτοιους λόγους.
Έκδοση αλλοδαπού
Έκδοση αλλοδαπού.
0
Αριθμός 687/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Πηνελόπη Παρπόγλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1200/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1178/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 476/10.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 19-6-2008 αίτηση του ....., κατοίκου ...... (ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή .....) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1200/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 12-10-2004 έφεση του ανωτέρω κατά της υπ'αριθμ. 7437/30-10-2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε για κλοπή σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της σχετικής υπόθεσης ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε κατά τα άρθρα 340 § 2 και 501 § 1 του Κ.Π.Δ. από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Ζαβαλιάνη, η δε προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 13-1-2006. Κατά της απόφασης αυτής η δικηγόρος Αθηνών Ελένη Καλλέργη άσκησε στις 19-6-2008 ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πειραιώς, στο όνομα και για λογαριασμό του ....., δυνάμει της από 19-6-2008 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 § § 1 και 3 του Κ.Π.Δ., όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εάν δε ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε με συνήγορο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα άρθρα 340 § 2 και 501 § 1 Κ.Π.Δ., όπως στην προκειμένη περίπτωση, τότε θεωρείται παρών και δεν χρειάζεται επίδοση της απόφασης (Συμ. ΑΠ 679/04, Συμ. ΑΠ 637/03, ΑΠ 291/03, ΑΠ 450/00). Ενόψει δε του ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, ενώ δεν συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα το γεγονός, όπως ισχυρίζεται, ότι όντας κρατούμενος στις φυλακές, δεν μπορούσε να μεριμνήσει άμεσα για την άσκηση ενδίκων μέσων, αφού η αίτηση αναίρεσης μπορούσε να ασκηθεί εμπρόθεσμα και ενώπιον του Διευθυντού Φυλακών, σύμφωνα με το άρθρο 474 § 1 Κ.Π.Δ., πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19-6-2008 αίτηση αναίρεσης του ...., κατά της υπ'αριθμ. 1200/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. 1α' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον τελεσιδίκου αποφάσεως αρχίζει από τότε, που αυτή θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από την καταχώρησή της, εφόσον ο δικαιούμενος, καίτοι απών, εκπροσωπήθηκε στην έκκλητη δίκη από το συνήγορό του (άρθρα 340 παρ. 2, 501 παρ. 3 ΚΠοινΔ), οπότε λογίζεται ως παρών, η εκπρόθεσμη δε άσκησή της συγχωρείται μόνον, όταν στην κατ' άρθρο 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα εν λόγω περιστατικά, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αφενός μεν το εκπροθέσμως ασκηθέν ένδικο μέσο είναι, ως απαράδεκτο, απορριπτέο και ο ασκήσας αυτό καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 1200/2005 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε με απόντα τον αναιρεσείοντα, αλλά εκπροσωπηθέντα νομίμως, δυνάμει εξουσιοδοτήσεως, με τον συνήγορό του Ιωάννη Ζαβαλιάνη, δικηγόρο Αθηνών, οπότε και ο εκκαλών κατηγορούμενος λογίζεται ως παρών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 7437/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Η ανωτέρω τελεσίδικη και πληττόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του Tριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με αριθμό 37, στις 13-1-2006, όπως προκύπτει από τη σχετική από 13-1-2006 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 19-6-2008, ήτοι, πολύ μετά την πάροδο της ανωτέρω δεκαημέρου και νόμιμης προθεσμίας. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, στην έκθεση αναιρέσεώς του, δεν δικαιολογεί, ούτε αποδεικνύει, ότι το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ενώ οι επικαλούμενοι στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι, οικονομική δυσχέρεια, εγκλεισμός στη φυλακή, προβλήματα υγείας και δη επιληψίας ενός εκ των τεσσάρων τέκνων του, χωρίς μάλιστα επίκληση (στην έκθεση) αποδεικτικών μέσων, δε συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητα κωλύματα. Κατ'ακολουθίαν αυτών, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η εκπροθέσμως ασκηθείσα κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-6-2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της με αριθ. 1200/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, διότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, εκπροσωπήθηκε ο εκκαλών - αναιρεσείων δια συνηγόρου και την κρινόμενη αίτηση άσκησε μετά την παρέλευση της κατ΄ άρθρον 473 β παρ. 1,3 ΚΠΔ οριζόμενης 10ημέρου προθεσμίας, από της καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου, ενώ στην κρινόμενη αίτηση δεν αναφέρεται οιοσδήποτε λόγος ανωτέρας βίας, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, η δε αναφερόμενη δυσχέρεια του αιτούντος, λόγω κρατήσεώς του στη φυλακή, λόγω οικονομικής δυσχέρειας και λόγω αορίστως αναφερομένων προβλημάτων του υγείας του υιού του, να μεριμνήσει για την εμπρόθεσμη άσκησή της, δε συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Εφέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 686/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, περί αναιρέσεως της 1543/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Μανιατόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, για το άρθρο 13γ του ΠΚ που δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιόν του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 1543/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο εκπροσωπηθείς δια συνηγόρου αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της από κοινού με άλλον υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων και τη συζήτηση γενικά, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών ....., ο οποίος είναι αρχιτέκτονας, συνεργαζόταν επί σειρά ετών με τον κατηγορούμενο...... και το αδελφό αυτού ....., οι οποίοι είχαν επιχείρηση γυμναστηρίων και του ανέθεταν την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών και την επίβλεψη της εκτέλεσης αυτών. Στις 14-2-2001 ο κατηγορούμενος με τον αδερφό του...... με την με αριθμό ...... πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρείας και καταστατικό αυτής του συμβολαιογράφου Βόλου Αθανασίου Δραγογιάννη συνέστησαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥ ΠΛΑΘΕΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΘΗΛΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ". Στο άρθρο 49 του ανωτέρω καταστατικού συμπεριέλαβαν στη σύνθεση του πρώτου Τριμελούς Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας τον εγκαλούντα εν αγνοία του και χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του. Το έπραξαν δε αυτό προκειμένου να εγκριθεί η σύσταση της ως άνω Α.Ε. με τα τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και κατόπιν προσκόμισαν την άνω συμβολαιογραφική πράξη ενώπιον των υπαλλήλων του Τήματος Εμπορίου της Ν.Α. Μαγνησίας. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να βεβαιωθεί στις ...... σε δημόσιο έγγραφο και δη στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών η σύσταση της εν λόγω εταιρείας με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τον κατηγορούμενο, τον ...... και τον ως άνω εγκαλούντα, γεγονός που ήταν αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες τη λειτουργία της Α.Ε. χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εγκαλούντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς δηλώσεως από κοινού". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 220 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι από κοινού ο κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του πέτυχαν, με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο και δη, όχι στη Συμβολαιογραφική πράξη ..... του συμβολαιογράφου Βόλου Αθανάσιου Δραγογιάννη περί συστάσεως της ανώνυμης εταιρείας, που σημειωτέον δεν εμφανίστηκε ο εγκαλών, αλλά στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών/ ΦΕΚ 2082/9-4-2001, η σύσταση της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας με μέλη του πρώτου ΔΣ αυτής τους ιδίους, αδελφούς ...... και τον αγνοούντα κάθε συμμετοχή στη σύσταση, τον εγκαλούντα ....., συμπεριλαβόντες αυτόν εν αγνοία του και στο καταστατικό, στη σύνθεση του τριμελούς ΔΣ, προσκομίσαντες στο Τμήμα Εμπορίου Νομαρχίας Μαγνησίας και δημοσιεύσαντες την άνω πράξη συστάσεως στο άνω ΦΕΚ/ Τεύχος ΑΕ, και ότι το βεβαιωθέν αυτό γεγονός ήταν αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες από την τυπική ως άνω δημοσίευση και τη λειτουργία της εταιρείας αυτής, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, σε βάρος του εγκαλούντος. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου, εξαπατήσαντος, κατά τις παραδοχές, μαζί με τον συνέταιρο αδελφό του τους αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους στη βεβαίωση στο άνω δημόσιο έγγραφο του ψευδούς ως άνω εν μέρει γεγονότος, ότι και οι τρεις συνέταιροι είναι σύμφωνοι και δήλωσαν τη βούλησή τους για σύσταση της εν λόγω με συμβολαιογραφική πράξη συσταθείσας δήθεν ανώνυμης εταιρείας. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως η κρινόμενη προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 38/2-12-2008 αίτηση του ......, για αναίρεση της με αριθμ. 1543/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού και μεμονωμένα. Άρθρ 220 παρ. 1 ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 887/2008, 1989, 2372/2007). Αβάσιμοι κατ΄ ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 699/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 569/15.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 4317/2008 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την αριθμ. 2249/11-3-2008 έφεση του ....,κατοίκου ....., κατά της αριθμ. 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ήταν παρών, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 15-9-2008, (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε εμπροθέσμως την από 6-10-2008 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Τεντολούρης, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου του κατά την συζήτηση της ως άνω υπόθεσης με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ίδιου άνω άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ, ΠΧ, Ν 687, ΑΠ 1505/2000 κ.ά.). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική (ΑΠ 295/2001, ΠΧ, ΝΑ, 975, ΑΠ 1279/2000 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΑ, 501), αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και κατά συνέπεια ο παραστάς συνήγορος Δημήτριος Τεντολούρης, κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε, ενόψει της παραγ. 2 του άρθρου 465 Κ.Π.Δ., να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση γιατί η απορρίψασα τότε, την έφεση ως απαράδεκτη, απόφαση δεν ήταν καταδικαστική. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής (Αρχής) που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, εφόσον όμως πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, αυτή μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ. 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Την κρινομένη αναίρεση το μεν άσκησε ο παραστάς συνήγορος κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, Δημήτριος Τεντολούρης, το δε ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η έτσι όμως ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Κατ'ακολουθίαν η από 6-10-2008 αναίρεση κατά της 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 6-10-2008 αναίρεση του ...., κατά της αριθμ. 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ίδιου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κλπ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εξαιρετική και αφορά μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατά απόφασης καταδικαστικής. Τέτοια απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι εκείνη που απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4317/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την 2249/11-3-2008 έφεση, κατά της 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση σε φυλάκιση 15 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως . Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου δικηγόρο Δημήτριο Τεντολούρη, με την ιδιότητα του παραστάντα συνηγόρου υπεράσπισης αυτού στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ανεπίτρεπτα ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γι'αυτό πρέπει μετά τη γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο, όπως βεβαιώνεται στην επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/10/208 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ.πρωτ.8211/6-10-2008) του .....,κατοίκου ...., για αναίρεση της 4317/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά απόφασής του, που απέρριψε ως απαράδεκτη, (εκπρόθεσμη) έφεση. Η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης από τον παράστανα στη συζήτηση συνήγορο και η άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 685/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 22502/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κάτοικο ....., που δεν παραστάθηκαν. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κατοίκο ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αρβανιτάκη και 2. Ψ2, κάτοικο ....., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/19-2-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ένεκα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νομοθετικών εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το Δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Απάτη συντελείται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία, κατά την οποία δεν τηρούνται οι αφορώσες τα μέσα αποδείξεων και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δε Δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, η οποία δυνατόν να επέλθει με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, όπως ισχύει επί διαφορών λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δια τα οποία ορίζουν τα άρθρα 682 επόμ. του ΚΠολΔ. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή, όταν το Δικαστήριο, που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων, εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, σε απόπειρα δε όταν το Δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Ως περιουσιακή δε βλάβη επί απάτης θεωρείται και οποιαδήποτε μείωση του συνόλου της αξίας της περιουσίας ή χειροτερεύσεώς της και δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο βλαπτόμενος έχει αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης την οποίαν έχει υποστεί, εφόσον η επιδίωξη ικανοποιήσεώς του απαιτεί δικαστικούς αγώνες, οι οποίοι ενέχουν μορφή περιουσιακής βλάβης. Στην έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφ' ενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα αφ' ετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) Ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. β) Το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του. Και γ) Δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως "γεγονός", κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Επομένως δεν αποτελεί "γεγονός" η έκφραση γνώμης ή συμπεράσματος ή αξιολογικής κρίσεως, δια των οποίων είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί εξύβριση, εφόσον συντρέξουν οι όροι του άρθρου 361 Π.Κ. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ., προκύπτει ότι αίρεται κατ'αρχήν ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος του δράστη ή για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικώς προς το σκοπό αυτό. Κατ'εξαίρεση όμως, δεν αίρεται, στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου. Τέλος, η αθωωτική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, και δη ορισμένος σκοπός, όπως επί απάτης στο Δικαστήριο ή η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση),η αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην έλλειψη του σκοπού αυτού, καθώς και στη μη γνώση των αναληθών αυτών γεγονότων, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία δικαιολογούν την από μέρους του κατηγορουμένου μη γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών του. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 22502/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε αθώους τους τρεις κατηγορουμένους για τις αποδοθείσες σε αυτούς πράξεις, α)απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο την Χ1 και την Χ2, β) ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση την Χ1, γ) ψευδορκίας μάρτυρος την Χ1 και τον Χ3 και δ) συκοφαντικής δυσφημήσεως την Χ1, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων, αποδείχτηκε ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, εφόσον η αρίθμηση του ακινήτου στο υπ' αρ. 05/12407/4-12-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής, το οποίο προσκόμισαν στο Δικαστήριο προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, ήταν ενδεικτική, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις τόσο της μάρτυρος κατηγορίας, υπαλλήλου της ανωτέρω υπηρεσίας, όσο και της μάρτυρος υπεράσπισης, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν τον ακριβή αριθμό του ακινήτου και επομένως δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, αναφορικά με τα αδικήματα το ψευδορκίας και της ψευδούς καταμήνυσης, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το δόλο των κατηγορουμένων. Πρέπει συνεπώς να κηρυχτούν αθώοι, διότι δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων που τους αποδίδονται". Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ούτε ειδική ούτε εμπεριστατωμένη, αφού πέραν των ανωτέρω, ουδεμία αιτιολογία εκθέτει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα, εκτός του ότι, για τα λοιπά αδικήματα, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραθέτει τι ακριβώς προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, σε κάθε περίπτωση, δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των αυτουργών των άνω πράξεων για τις οποίες διώχθηκαν, ενώ δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν. Επίσης το Δικαστήριο, αξιολογεί επιλεκτικά, για να καταλήξει στην ανυπαρξία δόλου για το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και για ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το δόλο των κατηγορουμένων για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμηνύσεως, την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας υπαλλήλου στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής και της μάρτυρος υπερασπίσεως, χωρίς να αναφέρει ή να προβαίνει σε συγκριτική στάθμιση και να αντικρούει και τις λοιπές αντίθετες καταθέσεις άλλων, έξι τον αριθμό, εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, τις καταθέσεις των οποίων εντελώς αγνοεί, με συνέπεια να καθίσταται αβεβαιότητα αν συνεκτιμήθηκαν και αυτές. Επίσης αβεβαιότητα συνάγεται, περί του αν συνεκτιμήθηκαν όλα τα 41 αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδιαίτερα τα με αριθμούς 221/2005 και 60/2007 αμετάκλητα συναφή απαλλακτικά βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τα οποία, στο αιτιολογικό της, ουδόλως αναφέρει ή αντικρούει, καίτοι περιέχουν παραδοχές σαφείς και κατηγορηματικές σε βάρος των νυν κατηγορουμένων και υπέρ των απαλλαγέντων για τις ένδικες ψευδείς καταμηνύσεις (τότε κατηγορουμένων) πολιτικώς εναγόντων, με αντίστοιχη αιτιολογία ότι " όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες Α και Β, στις προσκομισθείσες από τους δύο κατηγορουμένους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με αριθμούς ..... και ..... ένορκες βεβαιώσεις, και όσα κατατέθηκαν από τους δύο πρώτους εκεί κατηγορουμένους Γ και Δ, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν είναι ψευδή ". Περαιτέρω, ουδεμία απολύτως αιτιολογία διαλαμβάνει για την απαλλαγή της πρώτης κατηγορουμένης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Δ. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τη με αριθμό 11/19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αναιρεί τη με αριθμό 22502/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του εισαγγελέα του ΑΠ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής των τριών κατηγορουμένων προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμ. Πλημ. Θεσσαλονίκης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 684/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της 3693/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 79/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των αμέσως παραπάνω διατάξεως, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού, δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς τους. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη της ως άνω αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται, η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδή καταμήνυση, στη συκοφαντική δυσφήμηση και στην ψευδορκία μάρτυρα, ή υπερχειλής δόλος, όπως στην ψευδή καταμήνυση, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με τις ανωτέρω μορφές δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή, και επί πλέον, όταν απαιτείται υπερχειλής δόλος (εγκληματικός σκοπός), να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, για να αποκλειστεί και στις δύο περιπτώσεις, ότι ο δράστης ενήργησε από ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3693/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο εκπροσωπηθείς δια συνηγόρου αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα δύο μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται τα εξής: Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε με την θυγατέρα των εγκαλούντων Σ1 γάμο στις 28-5-1989. Από το γάμο του αυτό γεννήθηκαν στις 11-1-1996 δύο δίδυμα τέκνα ο .....και ο ...... Το 1998 ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο του, επειδή οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο. Έτσι υπέβαλαν την από 15-6-1998 κοινή αίτηση διαζυγίου προς το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, συνοδευόμενη από το από 12-6-1998 συμφωνητικό στο οποίο δήλωναν ότι συμφωνούν μεταξύ τους την επιμέλεια των ανηλίκων να την έχει η μητέρα, διότι έτσι, κατά την εκφραζόμενη στο συμφωνητικό άποψη τους, επέβαλε το συμφέρον των ανηλίκων. Διαζύγιο με βάση την αίτηση αυτή δεν εκδόθηκε και οι σύζυγοι συνέχισαν να συνοικούν, πιστεύοντας ότι θα βελτιωθούν οι σχέσεις τους και θα μπορέσουν να συμβιώσουν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη και ύστερα από αντίθετες αιτήσεις των συζύγων, εκδόθηκε η 9327/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μεταξύ άλλων χορήγησε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την άδεια στην Σ1 να μετοικήσει από τη συζυγική οικία και ανέθεσε προσωρινά την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων σ' αυτήν, ρύθμισε δε το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τα ανήλικα τέκνα του. Συγκεκριμένα με την εν λόγω απόφαση ορίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα του κάθε Τρίτη και κάθε Σαββατοκύριακο τις προσδιοριζόμενες ώρες, ορισμένες ημέρες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα και το καλοκαίρι. Ακολούθως εκδόθηκε η 31154/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που ανέθεσε οριστικά την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων στην μητέρα και ρύθμισε το δικαίωμα της επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τα ανήλικα τέκνα του ορίζοντας ότι αυτός θα επικοινωνεί με αυτά κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρες 10:00' του Σαββάτου μέχρις 20:00' της Κυριακής, τη δεύτερη και τέταρτη Δευτέρα κάθε μήνα από ώρα 17:00' έως 20:00', καθώς και ορισμένες ημέρες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα και το καλοκαίρι. Ύστερα από αντίθετες εφέσεις κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 3031/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε κατά τον ίδιο τρόπο την επικοινωνία του κατηγορουμένου με τα ανήλικα τέκνα του, με μόνη διαφοροποίηση από την πρωτόδικη απόφαση τη μη επικοινωνία του κατηγορουμένου με τα ανήλικα τα Σαββατοκύριακα του Αυγούστου, ώστε να μπορεί να κάνει απρόσκοπτα διακοπές η μητέρα αυτών (ανηλίκων). Ο κατηγορούμενος δεν θέλησε ποτέ να συμφωνήσει με το πόρισμα των ανωτέρω αποφάσεων και επιδίωκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων μέχρι της τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου και μεταγενέστερα να αφαιρέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων από τη μητέρα τους. Ειδικότερα μεταξύ άλλων προέβη και στις εξής προς εξυπηρέτηση του ανωτέρω σκοπού του ενέργειες: Κατέθεσε αίτηση ανάκλησης της ανωτέρω αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθησαν εκατέρωθεν με τη σύζυγο του και τους συγγενείς τους μηνύσεις για διάφορα αδικήματα, όπως σεξουαλικές κακοποιήσεις των ανηλίκων, συκοφαντικές δυσφημίσεις, εξυβρίσεις, σωματικές βλάβες κ.λ.π. Στις 21-4-2002 ο κατηγορούμενος μετέβη στο ΤΑ ... και υπό τη μορφή ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως κατέθεσε μήνυση κατά της συζύγου του Σ1 της αδελφής της ....., του αδελφού της ...... και των εγκαλούντων γονέων της συζύγου του ...... και Ψ1, καταμηνύοντας μεταξύ άλλων τους εγκαλούντες ότι κακοποίησαν σεξουαλικά τα δυο ανήλικα τέκνα του και ειδικότερα ότι έθεταν τα δάκτυλα τους στον πρωκτό των ανηλίκων και στις διαμαρτυρίες τους τα έδερναν, καταλογίζοντας τους και όσα άλλα λεπτομερώς ως περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως αναφέρονται στο διατακτικό. Πριν υποβάλει τη μήνυση αυτή αφού κατήγγειλε προφορικά το περιστατικό στο Α' ΤΑ ..... πήρε σχετική παραγγελία και προσήγαγε τα ανήλικα τέκνα του στην ιατροδικαστική υπηρεσία ..... προκειμένου να εξετασθούν αυτά από ιατροδικαστή, για τη διαπίστωση ή μη της σεξουαλικής κακοποιήσεως. Πράγματι στις 20.4.2002 τα ανήλικα εξετάσθηκαν από τον ιατροδικαστή ......, ο οποίος διαπίστωσε στην περιπρωκτική χώρα του ανηλίκου ...... ερυθρότητα και ήπια χάλαση του έξω σφυκτήρα και του ανελκτύρα του πρωκτού, ενώ δεν διαπίστωσε κάποια ευρήματα στον άλλο ανήλικο. Τα ανωτέρω καταγγελλόμενα και ένορκα επιβεβαιωθέντα από τον κατηγορούμενο σε βάρος των εγκαλούντων είναι αναληθή, τα εξέθεσε δε ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναλήθειάς τους με μόνο σκοπό να επιτύχει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλούντων και της συζύγου του για το αδίκημα της αποπλάνησης ανηλίκων ή της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αναλόγως με το χαρακτηρισμό της πράξεως από τον εισαγγελέα και συνακόλουθα να επιτύχει να λάβει αυτός την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων του, τα καταγγελθέντα δε αυτά περιστατικά, των οποίων έλαβαν γνώση οι προανακριτικοί υπάλληλοι ενώπιον των οποίων κατατέθηκε η μήνυση και ακολούθως ο εισαγγελέας στον οποίο αυτή διαβιβάσθηκε και οι υπάλληλοι της εισαγγελίας που διαχειρίσθηκαν διοικητικά τη μήνυση, είναι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Την αναλήθεια των καταγγελθέντων σε βάρος των εγκαλούντων γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού τα ανήλικα ουδέν του ανέφεραν περί σεξουαλικής κακοποιήσεώς τους από τους εγκαλούντες. Ο ίδιος βεβαίως και οι εξετασθέντες ως μάρτυρες γονείς του υποστηρίζουν ότι τα ανήλικα τους ανέφεραν όσα κατήγγειλε σε βάρος των εγκαλούντων, πλην όμως οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται πειστικές, διότι ο κατηγορούμενος, αλλά και οι γονείς τους έχουν θέσει ως πρωταρχικό σκοπό της ζωής τους την αφαίρεση των ανηλίκων από τη μητέρα τους, θεωρώντας αυτή ανίκανη για την ανατροφή τους και κατώτερη κοινωνικά του κατηγορουμένου, ώστε να μη τη θεωρούν κατάλληλη για την ανατροφή των τέκνων και εγγονών τους και προς εξυπηρέτηση του σκοπού τους αυτού μεταχειρίζονται οποιοδήποτε μέσον. Η κρίση του δικαστηρίου περί της αναλήθειας των καταγγελλομένων και περί της γνώσης της αναλήθειας αυτών από τον κατηγορούμενο πέραν της πειστικότητας της καταθέσεως της μητέρας των ανηλίκων και όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων στηρίζεται κυρίως στα εξής περιστατικά και αποδεικτικά μέσα: α) τις δύο αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της ψυχιάτρου ....., η οποία ήλθε σε επικοινωνία, με τα ανήλικα, τους γονείς τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες και των δύο γραμμών και τον αδελφό της συζύγου του κατηγορουμένου, ο οποίος επίσης κατηγορείται από τον τελευταίο για σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων. Η εν λόγω πραγματογνώμονας αναφέρει στις εκθέσεις της ότι τα ανήλικα αισθάνονται πολύ άνετα στο μητρικό και συγγενικό προς τη μητέρα περιβάλλον, συμπεριφορά που αποκλείει την κακοποίηση τους από αυτό. β) Την κατάθεση της μάρτυρος ....., βοηθού του ιατροδικαστή που εξέτασε τα ανήλικα, η οποία, καταθέτει ότι τα ανήλικα καίτοι ρωτήθηκαν από τον ιατροδικαστή, επί παρουσία, του κατηγορουμένου και των γονέων του δεν ανέφεραν περί κακοποιήσεώς τους από τους εγκαλούντες, γ) Τις αντίθετες εκδοχές που παρουσιάζουν ο κατηγορούμενος και οι γονείς του, οι οποίοι τον συνόδευαν όταν παρέλαβε τα ανήλικα από τη μητέρα τους, ως προς τον τόπο και χρόνο αποκάλυψης εκ μέρους των ανηλίκων της κακοποιήσεώς τους από τους εγκαλούντες. Συγκεκριμένα. Ο κατηγορούμενος στην μήνυση του εκθέτει ότι την 20-4-2002 και περί ώρα 10.00' παρέλαβε τα ανήλικα τέκνα του από την οικία της συζύγου του στην ..... και τα μετέφερε στη δική του οικία στη ....., όπου κατά τις μεσημβρινές ώρες ο ...... ζήτησε να πάει στην τουαλέτα και του παραπονέθηκε ότι " είχε αίμα στον πωπό του και πονούσε" και ότι σε ερώτηση του τι συνέβη του εξέθεσε όσα στη συνέχεια αυτός κατήγγειλε... Τα ίδια ακριβώς μου είπε και ο άλλος μου γιος ..." Ο πατέρας του κατηγορουμένου καταθέτει ότι είδαν τα ανήλικα στεναχωρημένα, "Τα ρωτήσαμε τι έχουν και μας απάντησαν ότι κακοποιήθηκαν από τον τάδε και τον τάδε", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του τόπου και του χρόνου αποκαλύψεως. Η μητέρα του κατηγορουμένου καταθέτει ότι "Τα παιδιά του είπαν αυτά τα πράγματα μέσα στο ταξί, όταν και πήγαμε να τα πάρουμε". Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από κάποιο άλλο πειστικότερο από τα ανωτέρω αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα κανένα εκ των αναγνωσθέντων εγγράφων και καμία κατάθεση άλλου μάρτυρα κατηγορίας ή υπεράσπισης, που όλα (τα έγγραφα) και όλες (οι καταθέσεις) συνεκτιμώνται δεν είναι ικανό και πειστικό να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 2, 94, 224 παρ. 2-1 και 229 παρ. 1, 363-362 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1).αναφέρεται στην αιτιολογία ρητά (σελ. 10), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις δύο αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου ....., εκθέτοντας και το πόρισμα αυτών, 2) οι με αριθ. 2377, 2378/31-8-2000 και 1131/20-4-2002 αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις, συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα κατά το άρθρο 178 περ. στ' ΚΠοινΔ και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δη πραγματογνωμοσύνη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και το Δικαστήριο σαφώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του γενικώς όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, (σελ. 8), επομένως και τα εν λόγω τρία έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να γίνει ειδική μνεία αυτών στο αιτιολογικό, από δε τη μη ειδική αναφορά τους δε συνάγεται επιλεκτική αξιολόγηση μόνο των άνω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και αυτές. 3). αναφέρεται ρητώς στο αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό (σελ.9,10, 11), ότι η ψευδής καταμήνυση των δύο εγκαλούντων έγινε στις 21-4-2002 ενώπιον αρχής και δη ενώπιον των αρμοδίων γενικών προανακριτικών υπαλλήλων Ανθυπαστυνόμων ..... και ...... του Τμήματος Ασφαλείας ....., που συνιστούν, κατά το άρθρο 33 παρ.1 γ ΚΠοινΔ, αρμόδια αρχή για τη διενέργεια προανακρίσεως και προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούν να λάβουν ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να ληφθούν υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από άλλη αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. (ΑΠ 758/2007). 4) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, αναφορικώς προς τα εγκλήματα: α) της ψευδορκίας μάρτυρα και β) της ψευδούς καταμηνύσεως, καθώς και ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος), ως προς το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης - εντελούς γνώσης), του εν λόγω αναιρεσείοντος περί του ψευδούς γεγονότος που αναφέρει αυτός στη μήνυσή του, ισχυρίστηκε δε και κατέθεσε ενόρκως με τη μήνυσή του και την ένορκη κατάθεσή του, προς επιβεβαίωση του περιεχομένου της, στις 21-4-2002, ενώπιον των παραπάνω προανακριτικών υπαλλήλων ότι η ως άνω ένορκη κατάθεσή του είναι αληθής, ενώ γνώριζε ότι τα όσα ανέφερε σ' αυτήν και προαναφέρθηκαν ανωτέρω ήταν ψέματα. Στη συνέχεια, στην ...., με την παραπάνω ένορκη κατάθεσή του σε βάρος των δύο εγκαλούντων, ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, των υπαλλήλων της Εισαγγελίας και των προαναφερομένων προανακριτικών υπαλλήλων, τα ως παραπάνω συκοφαντικά γεγονότα, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψέματα και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Επομένως, είναι απορριπτέοι οι συναφείς σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις αυτών, με τις οποίες πλήττεται με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα στις σελίδες 6 και 7 των πρακτικών, όπως τα παρακάτω με αύξοντα αριθμό και τίτλο: 1) η από 21-4-2002 έκθεση ένορκης εξετάσεως ως μάρτυρα του κατηγορουμένου, στην οποία υπέβαλε έγκληση κατά των εγκαλούντων, 2) η με αριθ. πρωτ. ..... ιατροδικαστική έκθεση, 3) η με αριθ. πρωτ. ..... ιατροδικαστική έκθεση, 4) η με αριθ. πρωτ. .... ιατροδικαστική έκθεση, 5).... έως 24) το υπ'αριθ. 82/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, των οποίων εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταυτότητα και επήλθε έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όμως, ενόψει του ότι, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος, πράγματι ως παραπάνω, προσδιορισμός της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, παρά την σε ορισμένες περιπτώσεις ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός από αυτά, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει και του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον εκπροσωπούντα τον απουσιάζοντα αναιρεσείοντα, συνήγορό του, οπότε ο τελευταίος είχε την πλήρη δυνατότητα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κατηγορούμενου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας Ψ1, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς η εν λόγω παθούσα στη δήλωση παραστάσεως, να προσδιορίζει το περιεχόμενο της βλάβης και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων και της βλάβης που υπέστη, ούτε και ποία από τις τρεις πράξεις αφορά. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ.4), προκύπτει ότι η άνω εγκαλούσα στο ακροατήριο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, "για χρηματική ικανοποίηση ποσού 10 ευρώ, που της επιδικάστηκε και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη". Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της με αριθ. 16462/2006 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ιδία εγκαλούσα και στον πρώτο βαθμό, (σελ.2), είχε δηλώσει ιδία παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσού 10 ευρώ, "για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα αδικήματα". Επομένως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η παράσταση δεν περιορίστηκε για το ένα από τα τρία αδικήματα που καταδικάστηκε και στους δύο βαθμούς ο κατηγορούμενος, από παραδρομή χρησιμοποιήθηκε ο ενικός αριθμός, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αδικημάτων και βλάβης, αφού είναι αυτονόητος. Επομένως η ως άνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, στο δεύτερο βαθμό, ήταν παραδεκτή, ορισμένη και σύννομη κατά τα πιο πάνω αναπτυχθέντα, η πολιτική αγωγή στο δεύτερο βαθμό κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε ως άνω και έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε σχέση με την καταδίκη της κατηγορουμένης και για τα τρία αδικήματα και οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Τέλος, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο απουσιάζων κατηγορούμενος, δια του εξετασθέντος μάρτυρος ....., πατέρα του και δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου Δημητρίου Ίνεγλη, ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, λόγω σημαντικού αιτίου, απουσίας του κατηγορουμένου Έφεδρου ταγματάρχη στον Έβρο για εκπαίδευση και λόγω κωλύματος του συνηγόρου του, Δικηγόρου Αθηνών, Αντωνίου Βγόντζα, που ήταν απασχολημένος σε δίκη άλλου πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα αναβολής της δίκης ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Επειδή από την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα και τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδείχθηκε ότι από της 4-9-2007 είχε με την 2793/2007 αναβλητική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ορισθεί νέα δικάσιμος για την παρούσα υπόθεση η σημερινή και ο κατηγορούμενος γνώριζε έκτοτε τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού αυτός με τον εξετασθέντα ως μάρτυρα πατέρα του είχε ζητήσει τότε την αναβολή και η νέα δικάσιμος είχε γνωστοποιηθεί στον ως άγγελο εμφανισθέντα στο δικαστήριο πατέρα του. Τη νέα αυτή δικάσιμο γνώριζε και ο τότε δικηγόρος του Αντώνιος Βγόντζας, που κωλυόταν κατά τη δικάσιμο εκείνη να εμφανιστεί στο δικαστήριο και είχε ζητηθεί από πλευράς κατηγορουμένου και λόγω του κωλύματος αυτού αναβολή, αίτημα, όμως που ενόψει του ότι έγινε δεκτό το αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας του κατηγορουμένου δεν εξετάσθηκε, ως άνευ αντικειμένου. Συνεπώς μπορούσε από τότε ο δικηγόρος του να μην αναλάβει νέα υπόθεση για να μπορεί να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και σε κάθε περίπτωση να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί τον παρόντα κατηγορούμενο, που δικάζεται μετ' αναβολή, να ζητήσει δε αναβολή ο πελάτης του δικηγόρου του ..... που δικάζεται στο Εφετείο Αθηνών σε πρώτη δικάσιμο και όχι μετ' αναβολή, όπως ο κατηγορούμενος, ο δε κατηγορούμενος να διορίσει ενωρίτερα το νέο δικηγόρο του ώστε αυτός να έχει το χρόνο να προετοιμαστεί. Άλλωστε η εντολή για την υπεράσπιση της υπόθεσης στο νέο δικηγόρο του Δημήτριο Ίνεγλη δόθηκε τουλάχιστον από της 5-11-2007, ημερομηνία που φέρει η σχετική εξουσιοδότηση και υπήρχε χρόνος ικανός για την προετοιμασία του, δεδομένου και του όγκου της δικογραφίας ο οποίος δεν είναι μεγάλος. Περαιτέρω από την αναγνωσθείσα πρόσκληση του διοικητή του 535 Μ/Κ ΤΠ, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω στρατιωτική μονάδα θα έχει εκπαιδευτικές δραστηριότητες κατά το χρονικό διάστημα από 7-11-2007 έως 21-11-2007 στις οποίες καλείται να συμμετάσχει ο κατηγορούμενος ως έφεδρος αξιωματικός, δεν αποδεικνύεται όμως ότι είναι υποχρεωτική η εμφάνιση του κατηγορουμένου για συμμετοχή στις εκπαιδευτικές αυτές δραστηριότητες και μάλιστα καθ' όλο το διάστημα διάρκειας αυτών από 7-11-2007 έως 21.11.2007. Πρέπει συνεπώς το υποβληθέν από το συνήγορο του κατηγορουμένου και τον ως άγγελο εμφανισθέντα πατέρα αυτού αίτημα αναβολής εν όψει μάλιστα του ότι τέτοιο αίτημα υποβάλλεται για δεύτερο φορά, πρέπει ν' απορριφθεί. Πρέπει όμως να μετατεθεί η σειρά συζητήσεως της προκειμένης υποθέσεως στο τέλος του εκθέματος για το σοβαρό λόγο που προέκυψε μετά την έναρξη της δικασίμου, τη περαιτέρω ενημερώσεως δηλαδή με τη μελέτη της δικογραφίας του εκπροσωπούντος τον κατηγορούμενο δικηγόρου, στον οποίο και πρέπει να παραδοθεί η σχετική δικογραφία για μελέτη". Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και οι λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα επικαλούμενα και αποδειχθέντα περιστατικά για τα οποία ζητείται η αναβολή της δίκης, δεν συνιστούν κατά νόμο σημαντικά αίτια αναβολής. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 71/14-12-2007 αίτηση του ....., για αναίρεση της με αριθμ. 3693/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση. 1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς η εν λόγω παθούσα στη δήλωση παραστάσεως, να προσδιορίζει το περιεχόμενο της βλάβης και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων και της βλάβης που υπέστη, ούτε και ποία από τις τρεις πράξεις αφορά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η άνω εγκαλούσα στο ακροατήριο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, “για χρηματική ικανοποίηση ποσού 10 ευρώ, που της επιδικάστηκε και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη”. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της με αριθμό 16462/2006 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ιδία εγκαλούσα και στον πρώτο βαθμό, είχε δηλώσει ίδια παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσού 10 ευρώ, “για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα αδικήματα”. Επομένως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η παράσταση δεν περιορίστηκε για το ένα από τα τρία αδικήματα που καταδικάστηκε και στους δύο βαθμούς ο κατηγορούμενος, από παραδρομή χρησιμοποιήθηκε ο ενικός αριθμός, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αδικημάτων και βλάβης, αφού είναι αυτονόητος. 2. Ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει του ότι, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι αναγκαίος, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώστηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος, πράγματι ως παραπάνω, προσδιορισμός της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, παρά την σε ορισμένες περιπτώσεις ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός από αυτά, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά (σελ. 6, 7) των εν λόγω εγγράφων: 1) η έκθεση ένορκης εξετάσεως ως μάρτυρα του κατηγορουμένου, στην οποία υπέβαλε έγκληση κατά των εγκαλούντων, 2) η με αριθ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση, 3) η με αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση, 4) η με αριθ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση, 5)... έως 24) το υπ΄αριθ. 82/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης), δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει και του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώστηκαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον εκπροσωπούντα τον απουσιάζοντα αναιρεσείοντα, συνήγορό του, οπότε ο τελευταίος είχε την πλήρη δυνατότητα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. 3. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης: α) λόγω απουσίας του, δια συνηγόρου τελικά εκπροσωπηθέντος, κατηγορουμένου εφ. Ταγματάρχη σε εκπαιδευτική δραστηριότητα και β) λόγω απουσίας του συνηγόρου του σε άλλη δίκη πελάτη του στο Τριμ. Εφ. Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι: Με βάση τις παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη παρεπίμπτουσα απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και οι λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα επικαλούμενα και αποδειχθέντα περιστατικά για τα οποία ζητείται η αναβολή της δίκης, δεν συνιστούν κατά νόμο σημαντικά αίτια αναβολής. 4. Είναι απορριπτέοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) αναφέρεται στην αιτιολογία ρητά (σελ. 10), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις δύο αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου …, εκθέτοντας και το πόρισμα αυτών, 2) οι με αριθμ. ..., ... και ... αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις, συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα κατά το άρθρο 178 περ. στ΄ ΚΠΔ και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δη πραγματογνωμοσύνη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και το Δικαστήριο σαφώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του γενικώς όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, (σελ. 8), επομένως και τα εν λόγω τρία έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να γίνει ειδική μνεία αυτών στο αιτιολογικό, από δε τη μη ειδική αναφορά τους δε συνάγεται επιλεκτική αξιολόγηση μόνο των άνω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και αυτές. 3) αναφέρεται ρητώς στο αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό (σελ. 9, 10, 11), ότι η ψευδής καταμήνυση των δύο εγκαλούντων έγινε στις 21-4-2002 ενώπιον αρχής και δη ενώπιον των αρμοδίων γενικών προανακριτικών υπαλλήλων Ανθυπαστυνόμων του Τμήματος Ασφαλείας Κατερίνης, που συνιστούν, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 γ ΚΠΔ, αρμόδια αρχή για τη διενέργεια προανακρίσεως και προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούν να λάβουν ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να ληφθούν υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από άλλη αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 758/2007). 4) Αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, αναφορικώς προς τα εγκλήματα: α) της ψευδορκίας μάρτυρα και β) της ψευδούς καταμηνύσεως, καθώς και ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος), ως προς το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης - εντελούς γνώσης), του εν λόγω αναιρεσείοντος περί του ψευδούς γεγονότος που αναφέρει αυτός στη μήνυσή του, ότι ισχυρίστηκε δε και κατέθεσε ενόρκως με τη μήνυσή του και την ένορκη κατάθεσή του, προς επιβεβαίωση του περιεχομένου της, στις 21-4-2002, ενώπιον των παραπάνω προανακριτικών υπαλλήλων ότι η ως άνω ένορκη κατάθεσή του είναι αληθής, ενώ γνώριζε ότι τα όσα ανέφερε σ’ αυτήν και προαναφέρθηκαν ανωτέρω ήταν ψέματα. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 683/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, περί αναιρέσεως της 4635/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1235/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, που ορίζει ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 Ευρώ, προκύπτει ότι α) το όριο των 2.000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσόν των κατά περίπτωση εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο των 2.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ, στις 17-6-2005 και δ) το συνολικό ποσόν της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής. (ΑΠ 549/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 4635/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπλη-ρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο νέος νόμος 3346/2005 για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/67 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2000) ευρώ". Από τη διάταξη αυτή με την οποία προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι α) το όριο των δύο χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, β) αν η οφειλή είναι μικρότερη δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, γ) είναι επιεικέστερη από την προηγουμένη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται και στις πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την 17-6-2005, όταν άρχισε η ισχύς του άνω άρθρου και δ) όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλομένων εισφορών κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ και όχι το ποσό της οφειλής κάθε μηνός (ΑΠ 957/2006 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η οφειλή και κατά συνέπεια το αξιόποινο αυτής καθορίζεται με βάση τις συνολικά οφειλόμενες για όλους τους εργαζόμενους εργατικές ή εργοδοτικές εισφορές, η κάθε μία από τις οποίες πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 2000 ευρώ και όχι με βάση το ποσό που οφείλεται για κάθε εργαζόμενο. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι πλέον αξιόποινη, επειδή το ποσό της οφειλόμενης για κάθε εργαζόμενο εισφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία της μάρτυρος κατηγορίας, που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος εργοδότης και δη ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος, κατά το καταστατικό της, εκπρόσωπος της εδρεύουσης στην ..... υπό την επωνυμία SIGMA ABEE ΑΓΡΟΕΦΟΔΙΩΝ Εμπόριο Σπόρων ανωνύμου εταιρείας και άμεσος και μόνος υπεύθυνος για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της, δεν προήλθε, για το προσωπικό που απασχολήθηκε, κατά το από του μηνός Φεβρουαρίου έως και του μηνός Μαρτίου τουέτους 2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ως άνω επιχείρησή του, στην καταβολή προς το ΙΚΑ, δηλονότι τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των ιδίων της εταιρείας του - εργοδοτικών, όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του και υπό την ως άνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους εργαζομένους - εργατικών ασφαλιστικών εισφορών για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας Δώρου Πάσχα 2003 και επιδόματος αδείας 2003 ολικού ύψους 5.626,04 και 2.813,02 ευρώ, αντιστοίχως, οι οποίες, ειδικότερα, ήταν καταβλητέες, κατά τα μερικότερα, αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερομένου χρονικού διαστήματος, κονδύλιά τους, μέσα σε ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, ήτοι στις 1-4-03 και 1-5-2003 και αφετέρου τον μεν αντιστοιχούν στο δώρο Πάσχα 2003 μερικότερο κονδύλιο την 1-5-2003, το δε αντιστοιχούν στο επίδομα αδείας 2003 την 1-7-2003, χρονικά σημεία στα οποία εντοπίζεται και η από μέρους του κατηγορουμένου τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων. Ο ισχυρισμός, όμως, του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης, ότι δηλ. δεν οφείλει, καθώς η οποιαδήποτε οφειλή του προς το ΙΚΑ θα μπορούσε όπως πίστευε να ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα, δεδομένης της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας, την οποία εκπροσωπούσε, δεν κρίνεται συγγνωστή ενόψει της δυνατότητας του κατηγορουμένου να απευθυνθεί στο νομικό σύμβουλο της εταιρίας του, ή σε οποιοδήποτε νομικό παραστάτη της επιλογής του και να πληροφορηθεί την έκταση της ποινικής του ευθύνης από την πράξη για την οποία κατηγορείται. Επιπλέον από τους ίδιους τους ισχυρισμούς του προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αφενός κανένας πλειστηριασμός δεν είχε γίνει με επίσπευση του ΙΚΑ και αφετέρου ότι το τελευταίο δεν είχε αναγγελθεί σε κανένα από αυτούς. Οσον αφορά τον ισχυρισμό του περί κατάστασης ανάγκης πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, αφού δεν προέκυψε καμία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρο 32 ΠΚ, όπως κίνδυνος βλάβης δικής του, ή συγγενικών του προσώπων προς αποτροπή του οποίου δαπάνησε τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλε στο ΙΚΑ. Μόνη η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δεν αρκεί για να αποκλείσει το δόλο του, ούτε να θεμελιώσει κατάσταση ανάγκης κατά το προαναφερθέν άρθρο. Περαιτέρω, όμως, ενόψει του γεγονότος ότι η αδυναμία για τακτοποίηση των ενδίκων οφειλών οφείλεται κυρίως σε ανυπαίτια για τον κατηγορούμενο και ατυχή για την επιχείρησή του γεγονότα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει ν' αναγνωρισθεί συντρέχουσα υπέρ αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27παρ.1,94 παρ.1, 98 παρ.2 του ΠΚ, 1 παρ.1,2 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδυασμό προς το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ, 26 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951, κυρωθέντος υπό Ν. 2113/1952, 16 παρ. 1,2 της με αριθ. 55575/1-4-1979 από 18/11-7/12-1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, 1 του Ν. 362/1976 και 33 του Ν. 3346/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Το αιτιολογικό είναι πλήρες, περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των διωκομένων εγκλημάτων, πραγματικά περιστατικά και δεν συνιστά πιστή αντιγραφή του διατακτικού, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους(μάρτυρας, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005 για ανέγκλητο των εν λόγω πράξεων, αφού, κατά τις παραδοχές η για εισφορές προς το ΙΚΑ οφειλή του αναιρεσείοντος, τόσο εργοδοτικές, όσον και εργατικές, 5.626,04 και 2.813,02 ευρώ αντίστοιχα, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ κατά προεκτεθέντα το αξιόποινο, μετά την εφαρμογή του άνω επιεικέστερου νόμου, καθορίζεται με βάση τις συνολικά οφειλόμενες για όλους ομού τους εργαζόμενους εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές, η καθεμία από τις οποίες πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ και όχι με βάση το ποσό που οφείλεται για κάθε εργαζόμενο χωριστά και β) επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η συνδρομή συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31 του ΠΚ. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη των εν λόγω αυτοτελών ισχυρισμών του και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή και όχι οι διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ, που εφαρμόζονται και για πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 12), οι διατάξεις για τις κύριες ποινές (άρθρα 51, 53, 57 ΠΚ) και τέλος οι διατάξεις που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών, τις ελαφρυντικές περιστάσεις και τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής (άρθρα 83, 84 και 85 ΠΚ) ή οι διατάξεις του άρθρου 45 περί συναυτουργίας. Περαιτέρω, κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 1 του ΑΝ. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ.2 της προδιαληφθείσης διατάξεως τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ.1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υποχρέου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικού για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ.1 και άρθρο 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού και της ταυτότητας των απασχοληθέντων μισθωτών, ο χρόνος απασχολήσεως και οι αποδοχές του καθένα από αυτούς στον υπόχρεο, ούτε το είδος της εργασιακής σχέσεως και η ειδικότερη θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των εν λόγω δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία, μετά την απόρριψή της με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, επειδή σε αυτό που επιδόθηκε στον ίδιο, αφενός μεν δεν υπήρχε ακριβής καθορισμός της πράξεως, αφού δεν αναφέροντο σε αυτό τα στοιχεία ταυτότητας των ατόμων που απασχολήθηκαν, ο χρόνος της απασχολήσεως και οι αμοιβές που κατεβάλλοντο σε αυτούς, τα στοιχεία της εργασιακής σχέσεως και η θέση του κατηγορουμένου στην εργοδότρια εταιρεία, αφετέρου δε ότι σε αυτό δεν αναφερόταν και το άρθρο 45 του ΠΚ, αφού φέρεται ο κατηγορούμενος να έχει διαπράξει τις αξιόποινες πράξεις ομού με τους άλλους δύο συγκατηγορουμένους του. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο και τον ακριβή καθορισμό των ως παραπάνω συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων του ΑΝ 86/1967, δεν είναι αναγκαία τα παραπάνω στοιχεία, αναφέρεται δε στο επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα σαφώς και επαρκώς η μόνη αναγκαία, η ιδιότητα του κατηγορουμένου, ως "υπεύθυνου εργοδότη και δη ως προέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου, κατά το καταστατικό της, εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, SIGMA ΑΒΕΕ Αγροεφοδίων Εμπόριο Σπόρων, αμέσου και μόνου υπευθύνου της εργοδότριας αυτής εταιρείας, για την πρόσληψη, απασχόληση, ασφάλιση και πληρωμή του προσωπικού της", ενώ το αναφερόμενο ως ελλείπον άρθρο 45 ΠΚ δεν είναι από εκείνα που τυποποιούν την πράξη ως έγκλημα και προβλέπουν την ποινή για αυτό, όπως εδώ για τις αξιόποινες παραβάσεις του ΑΝ 86/1967, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρεται σε διατάξεις που περιέχει γενικούς ορισμούς περί συναυτουργίας. Τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας ορθά και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (σελ. 7 και 8) ως αβάσιμη, την ως άνω προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' ΚΠοινΔ, για ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε και για έλλειψη ακροάσεως, λόγω απορρίψεως της ενστάσεώς του χωρίς αιτιολογία, είναι απορριπτέος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το Δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, με το εξής αιτιολογικό: " Συντρέχει νόμιμη περίπτωση μετατροπής σε χρηματική της μη υπερβαινούσης το έτος, ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, ο οποίος ενόψει του ότι δεν υπάρχει δελτίο ποινικού μητρώου στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατόν, λόγω μη αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο ακροατήριο, να διαπιστωθεί, κατόπιν σχετικής του δηλώσεως, αν έχει αμετακλήτως ή όχι καταδικασθεί για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να τύχει του ευεργετήματος αναστολής της εκτελέσεως της ποινής και πρέπει το ποσό της μετατροπής να καθορισθεί σε 5 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως". Το αιτιολογικό όμως αυτό είναι ελλιπές, καθόσον το Δικαστήριο, προχώρησε σε μετατροπή της επιβληθείσας από το ίδιο ποινής φυλακίσεως τριών μηνών, ανεξάρτητα του ότι δε διαπίστωσε με τα υπάρχοντα στοιχεία προηγούμενη καταδίκη του καταδικασθέντος σε ποινή ανώτερη των έξι μηνών, δεν ερεύνησε, όπως όφειλε να πράξει αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, δεν εκθέτει αν υπάρχουν στοιχεία και με βάση ποία τέτοια στοιχεία κρίνει ότι η εκτέλεση της άνω ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ., που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των τριών μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμ. 4635/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ συνολικής ποινής φυλακίσεως των τριών (3) μηνών. Και Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/67 - Καθυστέρηση Εργοδοτικών και Εργατικών Εισφορών. 1. Απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ 3ος και 5ος λόγοι αναιρέσεως, γιατί υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή και για την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, που ορίζει ότι, για την εφαρμογή των παραγραφών 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2.000 Ευρώ, προκύπτει ότι: α) το όριο των 2.000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσόν των κατά περίπτωση εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών είναι μικρότερο των 2.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ, στις 17-6-2005 και δ) το συνολικό ποσόν της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής (ΑΠ 549/2008). Στην προκείμενη δε περίπτωση οι εισφορές ανέρχονται αντίστοιχα στα ποσά των 5.626,04 και 2.813,02 ευρώ. 2. Δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού και της ταυτότητας των απασχοληθέντων μισθωτών, ο χρόνος απασχολήσεως και οι αποδοχές του καθένα από αυτούς στον υπόχρεο, ούτε το είδος της εργασιακής σχέσεως και η ειδικότερη θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των εν λόγω δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο και τον ακριβή καθορισμό των ως παραπάνω συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων του ΑΝ 86/1967, δεν είναι αναγκαία τα παραπάνω στοιχεία, αναφέρεται στο αιτιολογικό σαφώς και επαρκώς η μόνη αναγκαία, η ιδιότητα του κατηγορουμένου, ως “υπεύθυνου εργοδότη και δη ως προέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου, κατά το καταστατικό της, εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, SIGMA ABEE Αγροεφοδίων Εμπόριο Σπόρων, αμέσου και μόνου υπευθύνου της εργοδότριας αυτής εταιρείας, για την πρόσληψη, απασχόληση, ασφάλιση και πληρωμή του προσωπικού της”, ενώ το αναφερόμενο ως ελλείπον άρθρο 45 ΠΚ δεν είναι από εκείνα που τυποποιούν την πράξη ως έγκλημα και προβλέπουν την ποινή για αυτό, όπως εδώ τις αξιόποινες παραβάσεις του ΑΝ 86/1967, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρεται σε διατάξεις που περιέχει γενικούς ορισμούς περί συναυτουργίας. 3. Το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ (ΑΠ 957/2006). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Νόμος ειδικότερος.
0
Αριθμός 682/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, περί αναιρέσεως της 1284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Με κατηγορούμενο τον ...., κάτοικο ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλα. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...... κάτοικο ......, για λογαριασμό της παθούσας ...... που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/24.7.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Κέρκυρας Κασσιανής Βαρότση και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 737/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 170 παρ.1, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1,2, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο Δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ.1,2,3 ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων. Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 339,340, 343 και 349 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καλείται και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Όταν όμως αναβληθεί η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο Δικαστήριο, από το συνήγορο αυτού ή άλλο πρόσωπο (άγγελο), για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, η περί αναβολής απόφαση επέχει μεν θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου, αλλά η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 του ΚΠοινΔ, από την παρουσία και μόνον ως απλού αγγέλου, απεσταλμένου Δικηγόρου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, που αναγγέλλει απλώς την ασθένεια του κατηγορουμένου και υποβάλει αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια, η οποία αναβολή και δίδεται από το Δικαστήριο σε ρητή νέα δικάσιμο, διότι η δίκη αναβάλλεται χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και διότι η αντιπροσώπευση του απόντος κατηγορουμένου από άγγελο που ζητεί για λογαριασμό του αναβολή της δίκης, περιορίζεται κατά νόμο μόνο στην ενέργεια αυτή και δεν ισοδυναμεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του κατηγορουμένου. (ΑΠ 73/2004,1941/1999). Η ακυρότητα δε της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, που δεν καλύπτεται κατά τα παραπάνω, δεν επιφέρει την έναρξη της κύριας διαδικασίας, ώστε να αρχίσει η αναστολή της παραγραφής και μπορεί να προβληθεί στην μετ' αναβολή δίκη. Εξάλλου, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τον αναιρετικό έλεγχο, πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των προ αυτής με αριθ. 1572/2006 και 524/2007 αναβλητικών αποφάσεων του ιδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, προκύπτουν τα παρακάτω: Ο κατηγορούμενος ιατρός αναισθησιολόγος διώχθηκε ποινικά για σωματική βλάβη από αμέλεια χειρουργηθείσας ασθενούς, πράξη που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν δια παραλείψεως στην Κέρκυρα στις 22-9-2001. Με το από ...... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α.Τ. .... προκύπτει η επίδοση στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, του ...... κλητηρίου θεσπίσματος, για την εμφάνισή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-10-2006. Κατά την άνω δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, αλλά, ως άγγελος αυτού, ο Δικηγόρος Κέρκυρας Νικόλαος Μέσσας, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό του κατηγορουμένου, χωρίς να προτείνει οιαδήποτε ακυρότητα του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος και χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, παρέδωσε σχετική ιατρική γνωμάτευση και ζήτησε αναβολή της δίκης για λογαριασμό του, λόγω σημαντικού αιτίου, το οποίο και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και με την 1572/27-10-2006 απόφαση, αναβλήθηκε η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο για την 22-3-2007, της άνω αναβολής επέχουσας θέση κλητεύσεώς του. Κατά τη νέα ως άνω δικάσιμο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος, διόρισε ως συνήγορό του τον παραπάνω Δικηγόρο Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, την ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, και την παραγραφή της πράξεως, λόγω παρόδου πενταετίας και μη αναστολής της παραγραφής, ως μη καλυφθείσας της άνω ακυρότητας. Το Δικαστήριο, με την με αριθ. 524/2007 απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν νομιμοποιητικά της ασκηθείσας πολιτικής αγωγής έγγραφα, σε νέα ρητή δικάσιμο της 12-7-2007, χωρίς να απαντήσει στην άνω ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά τη νέα ως άνω δικάσιμο, που παρέστη και πάλιν ο κατηγορούμενος, διόρισε και πάλι συνήγορό του τον παρασταθέντα δικηγόρο Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος από τα πρακτικά προκύπτει ότι επανυπέβαλεν, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, την ιδία ως άνω ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος και την λόγω μη αναστολής πλέον της πενταετούς παραγραφής του διωκομένου πλημμελήματος, την παραγραφή λόγω συμπληρώσεως της πενταετίας, ένσταση που κατέθεσεν εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την άνω ένσταση ακυρότητας της κατά την 19-9-2006 γενόμενης προς τον κατηγορούμενο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, γιατί ήταν ο ενιστάμενος κατηγορούμενος γνωστής διαμονής, ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, ότε εμφανίστηκε, ως άγγελος μόνον του απουσιάζοντος κατηγορουμένου ο Δικηγόρος Νικόλαος Μέσσας και ζήτησε αναβολή για σημαντικά αίτια, αναβολή που δόθηκε σε ρητή δικάσιμο και στη συνέχεια (το Δικαστήριο), λόγω μη χωρησάσης πλέον αναστολής του χρόνου της παραγραφής από την ακολουθήσασα κύρια διαδικασία, έπαυσε κατ' άρθρο 370 εδ. β ΚΠοινΔ και 111 παρ.3, 112, 113 παρ. 2, 3 ΠΚ, την ασκηθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία συμπληρώσεως, από του χρόνου τελέσεως της πράξεως (22-9-2001) μέχρι την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, της πενταετούς παραγραφής, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Το άρθρο 273 ΚΠΔ ορίζει ότι: "1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητας του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριο του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας... γ) Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστή, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν την επίδοση... Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δηλώσει τα πιο πάνω στοιχεία, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Αν έχει διοριστεί αντίκλητος, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον Εισαγγελέα όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, είχε προβεί, κατά την προδικασία, στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα ή στον πταισματοδίκη ή σε άλλον γενικό ή ειδικό ανακριτικό υπάλληλο που ενεργεί την προανάκριση, σε δήλωση της διεύθυνσης της κατοικίας του ή της διαμονής του, η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνση του και ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στην διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, που δηλώθηκε αρχικά, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε νομίμως δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση, που πρέπει να γίνεται μόνον εγγράφως στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί κατά τον χρόνο της δηλώσεως η δικογραφία, με σύνταξη εκθέσεως παραδόσεως και με την τήρηση των άλλων διατυπώσεων που ορίζονται. Έτσι, αν αυτός απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, έστω και αν η διαμονή του πραγματικά είναι άγνωστη, λόγω της ως άνω πλασματικής γνωστής διεύθυνσης της κατοικίας του (αρθρ. 273 παρ. 1 ΚΠΔ) δεν μπορεί να γίνει επίδοση κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠΔ, που εφαρμόζονται σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής, αλλά θα τηρηθούν για την επίδοση αυτή οι διατυπώσεις του άρθρου 155 του ίδιου Κώδικα για επίδοση σε πρόσωπο με γνωστή διαμονή (ΑΠ 393/2004 ΠοινΧρον 2005.131, βλ. και ΑΠ 2002/2006 ΠοινΔικ 2007. 519 περιλ.). ΙΙ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ "Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της". Με την παραπάνω διάταξη εισάγεται ουσιαστικά τεκμήριο σιωπηρής αποδοχής των ακυροτήτων που αναφέρονται ειδικά σε αυτή. Από τη διάταξη αυτή συνάγονται τα ακόλουθα: α) Οποιαδήποτε από τις ακυρότητες αυτές καλύπτεται μόνο σε περίπτωση που εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. β) Μια τέτοια ακυρότητα δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 § 1 ΚΠΔ, εάν αυτός που κλητεύθηκε δεν εμφανίστηκε καθόλου στο ακροατήριο, γ) Επίσης δεν επέρχεται κάλυψη της ακυρότητας αυτής, όταν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της (βλ. Λ. Μαργαρίτης, "Κλητήριο θέσπισμα: Τρόπος προβολής της ακυρότητας του και απόδειξη αυτής (άρθρο 321 ΚΠΔ)", ΠοινΔικ 2007. 744). Οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να προβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (ΑΠ 282/2006 καταχ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 797/2001 ΠοινΔικ 2001. 983, ΑΠ 730/1999 ΠοινΔικ 2001. 975, ΑΠ 127/1998 ΠοινΔικ 1998.395, Α. Κονταξής, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τ. Β', 2006, σ. 2070, Π. Μπρακουμάτσος, "Η δικονομική ακυρότητα και τα στάδια ίασης αυτής", ΠοινΔικ 2005. 735, Α. Μαργαρίτης, ό.π. 744, Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 2002, σ. 214). Η παραπάνω άποψη προκρίνεται ως ορθότερη από την άποψη εκείνη που υποστηρίζει ότι το χρονικό σημείο προβολής των κατ' άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ αντιρρήσεων είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας (ή την ανάπτυξη της έφεσης), και όχι μέχρι την εξέταση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 487/2006 καταχ. σε ΝΟΜΟΣ [σημειωτέον ότι στην ελάσσονα σκέψη της γίνεται αναφορά σε κάλυψη της ακυρότητας διότι "δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τα ως άνω"], ΑΠ 972/2003 ΠοινΔικ2003. 1080, ΑΠ 103/2003 ΠραξΛογΠΔ 2003.8, ΑΠ 1402/1998 ΠοινΧρον 1999. 741, Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, σ. 338), διότι, σε περίπτωση που οι αντιρρήσεις έπρεπε να προβληθούν μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας, δεν θα διασφαλιζόταν η αντίκρουση τους από την πλευρά του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος. Καθώς, δηλαδή, η συνοπτική απαγγελία της κατηγορίας προτάσσεται της ανάγνωσης του καταλόγου των μαρτύρων και της συνήθως ταυτόχρονης με την ανάγνωση αυτή δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, αν οι παραπάνω αντιρρήσεις έπρεπε να προβληθούν πριν από την ανάγνωση του καταλόγου των μαρτύρων, τότε το συνήθως συμβαίνον θα ήταν ο πολιτικώς ενάγων να μην μπορεί να αντιλέξει σε μία ακυρότητα που θα προέβαλε ο κατηγορούμενος αμέσως με την εκφώνηση του ονόματος του, δεδομένου ότι θα ήταν δικονομικώς άτοπο το δικαστήριο να επιφυλαχθεί για την κρίση επί μίας ακυρότητας που προβλήθηκε σε αυτό το χρονικό σημείο, ενόψει του ενδεχόμενου μεταγενέστερης (έστω και ελάχιστα χρονικά) δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής με την εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων, αναμένοντας την τοποθέτηση του πολιτικώς ενάγοντος επί του ισχυρισμού του αντιδίκου του κατηγορουμένου. Προκειμένου, λοιπόν, να διασφαλιστεί η κατά νόμο ισηγορία των διαδίκων, προέχοντος κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος, στην ποινική δίκη, είναι δικονομικώς αναγκαίο να μπορούν να προβληθούν οι κατ' άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ αντιρρήσεις μέχρι την έναρξη εξέτασης του πρώτου αποδεικτικού μέσου. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να τηρηθεί η δικονομική τάξη που επιτάσσει να προτάσσεται η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, να εξετάζεται ο όποιος τυχόν ισχυρισμός για αποβολή της και έπειτα να προβάλλεται π.χ. μια αντίρρηση για την εγκυρότητα κλήτευσης του κατηγορουμένου, επί της οποίας είναι προφανές ότι ο πολιτικώς ενάγων έχει έννομο συμφέρον αντίκρουσης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 ΚΠΔ επιτρέπεται η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έτσι, εν τοις πράγμασι, συνήθως δεν τηρείται η διάταξη του άρθρου 343 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι προηγείται η νομιμοποίηση των διαδίκων και έπεται η συνοπτική απαγγελία της κατηγορίας. Σε περίπτωση δε που μία από τις ακυρότητες του άρθρου 174 § 2 ΚΠΔ προβάλλεται για πρώτη φορά σε μετ' αναβολή δίκη, γίνεται δεκτό ότι εάν η αναβολή είχε αποφασιστεί για κρείσσονες αποδείξεις (ΚΠΔ 352 § 3 ως ισχύει) η ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να προταθεί, αφού δεν προβλήθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ εάν η αναβολή είχε δοθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο (είτε δηλαδή λόγω ύπαρξης σημαντικών αιτίων, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, είτε λόγω απουσίας ουσιωδών μαρτύρων 352 § 1 ΚΠΔ), χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί και μπορεί να προταθεί στη μετ' αναβολή δίκη, προτού ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία (Λ. Μαργαρίτης, ό.π., 745). Μάλιστα, μια τέτοια ακυρότητα, ιδίως αναγόμενη στην κλήτευση του κατηγορουμένου, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 ΚΠΔ από την παρουσία απλού αγγέλου του κατηγορουμένου που υποβάλει αίτημα αναβολής, αφού από μόνο το γεγονός αυτό δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε νόμιμα για τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 73/2004 ΕλλΔνη 2004. 1558, ΑΠ 1941/1999 ΠοινΧρον 2000. 824 - πρβλ. ΑΠ 949/1997 ΝοΒ 1998. 395, που, κρίνοντας επί απορρίψεως εφέσεως ως ανυποστήρικτης, δέχτηκε ότι είχε καλυφθεί η ακυρότητα κλήσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την εμφάνιση του αντικλήτου του δικηγόρου και εξ αυτού υποβολή αιτήματος αναβολής συζήτησης της υπόθεσης χωρίς την προβολή ακυρότητας της κλήσης ή αντιρρήσεων για την πρόοδο της δίκης). ΙΙΙ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 § 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία (3) έτη. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 605/2005 ΠοινΛογ 2005. 544). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης, αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 201/2004 ΠοινΛογ 2004. 262, ΑΠ 73/2004 ό.π., ΑΠ 1900/2003 ΠοινΛογ 2003. 2104, ΑΠ 268/2003 ΠοινΛογ 2003. 256). Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος κατηγορούμενος διώκεται για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια (κατ' άρθρο 314 § 1 εδ. α' ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκε στις 22-9-2001. Από το από ...... αποδεικτικό επίδοσης του Αστ/κα ...... του αρμοδίου Α.Τ. ...... που υπάρχω, στη δικογραφία, προκύπτει ότι η επίδοση του με στοιχεία ...... κλητηρίου θεσπίσματος για την εμφάνιση του προαναφερόμενου κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-10-2006 έγινε προς αυτόν ως κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή, αφού προηγουμένως είχε αναζητηθεί στην .... στην περιοχή ...... (η αναφορά στο παραπάνω αποδεικτικό σε επίδοση στην "...." σε "οδό ....." αποδίδεται σε πρόδηλη μη αντικατάσταση του έντυπου όρου "οδό" από τον ορθό όρο "περιοχή"), και ενώ αυτός κατά την από 12-9-2006 εξέταση του ως κατηγορούμενος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας Έλενας Μόσχου, που ενεργούσε προανάκριση, είχε δηλώσει ότι κατοικεί στην ..... και έχει αριθμό τηλεφώνου ......, χωρίς να διορίσει κάποιον αντίκλητο και χωρίς να αναφέρεται ότι έχει παρασταθεί σε αυτήν κάποιος δικηγόρος ως συνήγορος του (στην προηγούμενη από 30-6-2002 ανωμοτί εξέταση του ως μηνυόμενος ενώπιον της Πταισματοδίκου Κέρκυρας Αγγελικής Μαζωνάκη ο ίδιος είχε δηλώσει ότι κατοικεί στην .....στην "οδό" (ορθότερα θέση) ".....", χωρίς και πάλι να δηλώνεται κάποιος αντίκλητος). Κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ο παραπάνω κατηγορούμενος (όπως δεν εμφανίστηκε και κανένας από τους μάρτυρες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο), αλλά ο Δικηγόρος Κέρκυρας Νικόλαος Μέσσας ο οποίος ενεργώντας ως άγγελος του δήλωσε ότι αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) είναι ασθενής, προσκομίζοντας σχετικά την από 25-10-2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού ...., και υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμού του, το οποίο έγινε δεκτό και ορίστηκε ρητά ως δικάσιμος η 22-3-2007 (βλ. το υπηρεσιακό φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 1572/27-10-2006 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού που υπάρχει στη δικογραφία). Κατά τη δικάσιμο της 22-3-2007 εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο δεύτερος κατηγορούμενος, διορίζοντας ως συνήγορο υπεράσπισης του όπως και στην παρούσα δικάσιμο το Δικηγόρο Κέρκυρας Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος Δικηγόρος, όταν έλαβε το λόγο επί του αιτήματος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομιστούν συμπληρωματικά έγγραφα για τη νομιμοποίηση της πολιτικής αγωγής, υπέβαλε τις αυτές ως άνω "ενστάσεις" του περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και περί παραγραφής του αξιοποίνου, οι οποίες δεν εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, καθώς κρίθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού ρόλου του πολιτικώς ενάγοντος, για την τήρηση της δικονομικής τάξης έπρεπε να προταχθεί η εξέταση της νομιμότητας παράστασης της πολιτικής αγωγής (στην οποία αποσκοπούσε η αναβολή που είχε ζητηθεί) και να ακολουθήσει η κρίση επί των παραπάνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ρητά για τη σημερινή δικάσιμο της 12-7-2007, προκειμένου να προσκομιστούν έγγραφα για τη νομιμοποίηση στην εκπροσώπηση της παθούσας από το σύζυγο της (βλ. το υπηρεσιακό φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 524/22-3-2007 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού που υπάρχει στη δικογραφία). Ήδη, κατά τη σημερινή δικάσιμο και πριν την εξέταση του οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, ο δεύτερος κατηγορούμενος επανέφερε τον παραπάνω ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και περί παραγραφής του αξιοποίνου της πλημμεληματικής πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν υπό στοιχεία Ι - ΙΙΙ ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον προτάθηκε εμπρόθεσμα πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, και, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, αυτός εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας στις 12-9-2006 δήλωσε κάτοικος ....., οπότε η γενόμενη στις 19-9-2006 επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και η κλήτευση του στο ακροατήριο ως κατηγορούμενου με άγνωστη διαμονή για την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 ήταν άκυρη, διότι έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 155 ΚΠΔ και να κλητευθεί ως κατηγορούμενος με γνωστή διαμονή (δεδομένου ότι είναι σύνηθες να μην υπάρχουν οδοί σε περιαστικές περιοχές επαρχιακών πόλεων, όπως η ......, οπότε ο κάτοικος αυτών αναζητείται με βάση τα στοιχεία ταυτότητας του, ακριβώς ενόψει της μικρής έκτασης της περιοχής κατοικίας του, και την επαγγελματική του ιδιότητα, ιδίως μάλιστα όταν αυτή είναι περίοπτη, όπως του ιατρού σε μία μικρή τοπική κοινωνία, αλλά και τον αριθμό τηλεφώνου του, προς διευκόλυνση εντοπισμού της οικίας του), ή σε κάθε περίπτωση, αν κατά τη διαδικασία της επίδοσης κρινόταν ότι τα στοιχεία προσδιορισμού της κατοικίας ήταν ανεπαρκή έπρεπε να τηρηθεί η σχετική διαδικασία του άρθρου 273 ΚΠΔ, με επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κέρκυρας. Μάλιστα, η ακυρότητα αυτή δεν έχει καλυφθεί, αφού κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 δεν είχε ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία όταν ζητήθηκε η αναβολή της υπόθεσης για λογαριασμό του παραπάνω κατηγορουμένου από πρόσωπο που ενεργούσε υπό την ιδιότητα του αγγέλου, όπως έγινε δεκτό από την υπ' αριθ. 1572/27-10-2006 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και όχι του αντικλήτου, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή η μη προκρινόμενη εκδοχή ότι η ακυρότητα αυτή καλύπτεται όταν αίτημα αναβολής υποβάλλεται από αντίκλητο του κατηγορουμένου (για τα αμέσως προαναφερόμενα βλ. ιδίως υπό στοιχείο ΙΙ ανωτέρω).Επομένως λόγω της ακυρότητας αυτής, η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και η δι' αυτού κλήσητου δευτέρου κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δεν επέφεραν την έναρξη της κύριας διαδικασίας, ώστε να αρχίσει η αναστολή της παραγραφής για την πιο πάνω πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, αφού από το φερόμενο χρόνο τέλεσης της στις 22-9-2001 συμπληρώθηκε πενταετία στις 22-9-2006, χωρίς να λάβει χώρα η έναρξη της κύριας διαδικασίας, και συνακόλουθα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 370 εδ. β' ΚΠΔ, το Δικαστήριο αυτό, πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του παραπάνω κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, λόγω παραγραφής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κρίση περί παραγραφής δεναναιρείται από το γεγονός ότι κατά τη δικάσιμο της 27-10-2006, μετά από αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε για λογαριασμό του συγκεκριμένου απόντος κατηγορουμένου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ρητά για τη δικάσιμο της 22-3-2007 και η απόφαση αυτή, κατ' άρθρο 349 § 2 ΚΠΔ, επέχει θέση νόμιμης κλήτευσης του εν λόγω κατηγορουμένου, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την ημέρα της δικασίμου εκείνης (27-10-2006) είχε ήδη συμπληρωθεί ο κατ' άρθρο 113 § 3 χρόνος της πενταετούς παραγραφής του αποδιδόμενου πλημμελήματος (η παραγραφή είχε επέλθει στις 22-9-2006)" Κατ'ακολουθίαν τούτων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη με αριθ. 1284/2007 απόφασή του, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι με την παρουσία του Δικηγόρου Νικολάου Μέσσα κατά τη δικάσιμο της 27-10-2006, ως απλού αγγέλου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, αιτήσαντος μόνον αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, αναβολή η οποία και δόθηκε για τη ρητή δικάσιμο της 22-3-2007, δεν καλύφθηκε η υπάρχουσα ακυρότητα της γενομένης την 19-9-2006 επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια ότι δεν επήλθε αναστολή ενάρξεως της κύριας διαδικασίας και αναστολή της παραγραφής, και λόγω αυτού, ότι συμπληρώθηκε από του χρόνου τελέσεως του εν λόγω πλημμελήματος (22-9-2001) μέχρι την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, χωρίς να λάβει χώρα η έναρξη της κύριας διαδικασίας, πενταετία και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ώστε να στερήσει την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του άνω Εισαγγελέα ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό εκθέσεως 6/24-7-2007 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας για αναίρεση της με αριθ. 1284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον κατηγορούμενο ..... Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. ΠΟΠΔ. Η Αναίρεση του Εισαγγελέα Εφετών, παραδεκτή κατά τα άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 εδ. δ, 507 παρ. 1, 509, 473, 474 ΚΠΔ. Η κατ΄ άρθρο 170 παρ. 1, 173 παρ. 1α, 174 παρ. 1, 2α ΚΠΔ, σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω ακύρου επιδόσεως στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής, δεν καλύφθηκε κατ΄ άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ, από την εμφάνιση του συνηγόρου του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, απλώς ως αγγέλου και αιτήσαντος, κατ΄ άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠΔ, χωρίς προβολή της ακυρότητας, την αναβολή της δίκης για σημαντικό αίτιο ασθενείας του απόντος κατηγορουμένου, η οποία και δόθηκε σε ρητή δικάσιμο, ότε και το Δικαστήριο κατ΄ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, θεωρήσανε την ακυρότητα, ως μη καλυφθείσα και δεχθέν την εκ νέου στη νέα δικάσιμο προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια, λόγω μη αναστολής της παραγραφής και συμπληρωθείσας πενταετίας, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, δεν κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, γιατί ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση του Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ (ΑΠ 73/2004, 1941/1999, Λ. Μαργαρίτη - Α. Ζαχαριάδη, Το Κλητ. Θέσπ., 1996 σελ. 201). Απορρίπτει αίτηση.
Σωματική βλάβη από αμέλεια
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 681/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 15065/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 334/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, ως λόγος, για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις, που καθορίζουν την σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), οι οποίες, εκτός των άλλων, ορίζουν, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν δεν υπάρχει ένας Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με Πάρεδρο Πρωτοδικείου, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Όμως, μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων Παρέδρων και Πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ. 8 του Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν.1968/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 α αριθ.9γ του ν. 2479/1997, οι οργανικές θέσεις των Πρωτοδικών και των Παρέδρων Πρωτοδικείου, ως και αυτές των Αντεισαγγελέων και Παρέδρων Εισαγγελίας, κατέστησαν ενιαίες και δεν απαιτείται πλέον για την αναπλήρωση αυτή πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ειδική πράξη του δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο, με την οποία ορίζεται αναπληρωτής δικαστή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, απαιτείται μόνον όταν πρόκειται για αναπληρωτή Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη που δεν ανήκει στις (ενιαίες) οργανικές θέσεις των δικαστών του Δικαστηρίου και όχι όταν πρόκειται για αναπληρωτή Πάρεδρο Πρωτοδικείου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι οργανικές θέσεις των Πρωτοδικών και Παρέδρων Πρωτοδικείου καθίστανται ενιαίες και ο Πάρεδρος ασκεί καθήκοντα Πρωτοδίκη- Πλημμελειοδίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, στη σύνθεση του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, μετέσχεν, εκτός από τον Πρόεδρο Πλημμελειοδικών και ένα Πλημμελειοδίκη και ο έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου Κωνσταντίνος Γκόφας (επειδή κωλύονται οι λοιποί αρχαιότεροι δικαστές). Η σύνθεση αυτή του δικαστηρίου είναι νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα, αφού για την αναπλήρωση του κωλυομένου Πρωτοδίκη από τον ανωτέρω Πάρεδρο Πρωτοδικείου, δεν απαιτείτο ειδική πράξη αναπλήρωσης του διευθύνοντος το Δικαστήριο δικαστή, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επομένως, ο αντίθετος συναφής για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου έκτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Επίσης από την ίδια διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο χωρίς εναντίωση, οποιουδήποτε εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, έστω και ακύρου, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, έλλειψη ακροάσεως, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ, την κηρύττουσα την πτώχευση της εταιρείας του και την παύση των πληρωμών δικαστική απόφαση, που επικαλέστηκε προς υποστήριξη αιτήματος αναβολής και της αθωότητάς του. Όμως, όπως από τα ίδια πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι προσκομίσθηκε ούτε ότι ζητήθηκε από τον εκπροσωπούντα τον απουσιάζοντα κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα συνήγορο, η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, ώστε να τα αναγνώσει και να τα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, η δε παράλειψη αυτή του Δικαστηρίου να ιδρύσει πλέον τον άνω λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 170 παρ.2 α και 510 παρ. 1 στοιχ. Β τρίτος λόγος αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.δ του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επίσης δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως όταν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσας ποινικής δίωξης για κάποιο έγκλημα, ή όταν το έγγραφο, που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκε, προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή μαρτυρικής καταθέσεως που δόθηκε στο ακροατήριο, αφού, ο κατηγορούμενος, προς αντίκρουση τούτου, μπορεί και τότε, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη του, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως, μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, και δη το Καταστατικό και τα Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της υπόχρεης έναντι του ΙΚΑ εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ Α.Ε.", βάσει των οποίων προέκυπτε ότι αυτός έφερε την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τα ανωτέρω έγγραφα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκαν, αναφέρεται το καταστατικό μόνο της εταιρείας διηγηματικώς στο αιτιολογικό, απλώς αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι εργοδότης, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, η οποία απασχολούσε το ασφαλισμένο στο ΙΚΑ προσωπικό και καθυστερεί την καταβολή των σε αυτό εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των μισθωτών υπαλλήλων που προσλάμβανε αυτός "σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας", ενώ η ιδιότητα αυτή του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου, προκύπτει δε από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από τη δοθείσα στο ακροατήριο κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος υπαλλήλου του ΙΚΑ ....., που κατέθεσε " ο κατηγορούμενος οφείλει... είχε εταιρεία φύλαξης", και από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την οποίαν κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως η σύζυγος του κατηγορουμένου....., πλην άλλων και ότι "στην αρχή η εταιρεία πήγαινε καλά, ύστερα την κάναμε Α.Ε., και άρχισε να μην πάει καλά, οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι τυπικά έβαλαν τα ονόματά τους για να συμπληρώσει το Δ.Σ." και, κατά συνέπεια αυτών, ο εκπροσωπών τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορός του, είχε την δυνατότητα, να αποκρούσει την κατηγορία σε σχέση με την άνω ιδιότητα του κατηγορουμένου στην Α.Ε. και την από αυτή ποινική του ευθύνη και να εκθέσει, κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 α του ΑΝ.86/1967, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ.", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, όπως ισχύει, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Ως εργοδότης δε νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του Α.Ν. 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, από νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας, και για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από την εργοδότρια εταιρεία με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, ή διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει στο ως άνω Ασφαλιστικό Ταμείο τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό ή τις παρακράτησε και τις ιδιοποιήθηκε παράνομα, τα περιστατικά δε αυτά να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Αντιθέτως, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αριθμός των απασχοληθέντων στην εργοδότρια εταιρεία μισθωτών και τα ποσά των αμοιβών που τους καταβλήθηκαν, ενώ ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των αντίστοιχων αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής.(ΑΠ 317/2007). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον σε αυτό εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(ΟλΑΠ 1/2005). Όταν δε η αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, τιμωρείται μόνον εκ δόλου τελουμένη. Ο δόλος, αντικείμενο του οποίου δεν είναι το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά η αντικειμενική υπόσταση σε στενή έννοια, δηλαδή το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, εξαιρουμένων των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου - ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτού, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 15065/2007 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται με το κατηγορητήριο. Ειδικώτερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ Α.Ε." η οποία παρείχε υπηρεσίες φύλαξης αντί αμοιβής σε τρίτους πελάτες της και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφεία στη Θεσ/νίκης στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου αρ. 147. Αυτός σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας προέβαινε σε προσλήψεις προσωπικού και με εντολή του καταβαλόταν οι συμφωνημένες αποδοχές αυτού για την εργασία που παρείχαν ως και οι ασφαλιστικές των εισφορές. Υπό την ιδιότητα αυτή ενεργώντας δεν προήλθε για το προσωπικό που προσέλαβε στην άνω επιχείρηση με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και απασχόλησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-11-2002 (15 άτομα συνολικά) στην καταβολή προς το Ι.Κ.Α. δηλονότι τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των εργοδοτικών όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του υπό την ως άνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους ανωτέρω εργαζομένους (μισθό αυτών) εργατικών ασφαλιστικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2002 έως 30-11-2002 ολικού ύψους 19.015,99 ευρώ και 9.507,99 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερομένου χρονικού διαστήματος κονδύλιά τους μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία ήτοι από 1-2-2002 και ανά πρώτη εργάσιμη ημέρα των εφεξής μηνών και μέχρι της 2-1-2003 χρονικά σημεία στα οποία εντοπίζεται και η από μέρους του κατηγορουμένου τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 β', 94 παρ.1 του ΠΚ, άρθρο 1 παρ.1,2 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδ. προς τα άρθρα 375 παρ.1 ΠΚ, 26 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951, κυρ. δια Ν. 2113/1952 και 16 παρ.1,2 της με αριθ. 55575/1-4-1979 από 18/11-7/12-1965 αποφάσεως του Υπουργείου Εργασίας και άρθρο 1 του Ν. 362/1976, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρας ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, η ανώνυμη εταιρεία που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου χρόνου απασχολήσεως προκύπτει σαφώς και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίον ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο των εν λόγω πλημμελημάτων, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, κατά τα προεκτεθέντα, ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, εξυπακούεται δε η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη του δόλου, πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επίσης από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε για δύο διακεκριμένες μεταξύ τους αξιόποινες πλημμεληματικές πράξεις, δηλαδή για μη καταβολή, αφενός εργοδοτικών και αφετέρου εργατικών εισφορών, κάθε μία από τις οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της, τελέστηκε άπαξ και όχι κατ'εξακολούθηση, του επιβλήθηκε δε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, για καθεμία από τις εν λόγω δύο πράξεις και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών. Το γεγονός δε ότι στο τέλος της ογδόης σελίδας της αποφάσεως αναφέρεται ότι καταδικάζεται ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, χωρίς να σημειώνεται η φράση " για καθεμία πράξη", όπως ορθότερα θάπρεπε, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αυτό δε συνάγεται από το ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάστηκε για κατ'εξακολούθηση έγκλημα και από το ότι στην επόμενη ενάτη σελίδα της αποφάσεως, το Δικαστήριο, προβαίνοντας στον καθορισμό της συνολικής ποινής αναφέρει: "καθορίζει μία συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, αποτελούμενη από την ισοβαρή ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών της α' πράξης ως ποινής βάσης, η οποία επαυξάνεται κατά δύο μήνες από την άλλη ποινή φυλακίσεως της β'πράξης". Επομένως όλες οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ. πέμπτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός περί πτωχεύσεως, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας . Εξάλλου η πτώχευση του οφειλέτη καταβολής ληξιπρόθεσμων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από το ληξιπρόθεσμο αυτού και πριν την τέλεση του εγκλήματος, ενόψει του ότι, το μεν κατ' άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού, επομένως και καταβολή χρέους, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε κατ' άρθρο 679 του Εμπ. Ν., καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών. (ΑΠ 1786/2007). Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης όμως, δεν προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της πτωχεύσεως, δηλαδή με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό και συγκεκριμένα με επίκληση συγκεκριμένης δικαστικής αποφάσεως που να κηρύσσεται η ανώνυμη εργοδότρια εταιρεία της οποίας ήταν υπεύθυνος, σαν νόμιμος εκπρόσωπος, ο κατηγορούμενος, σε κατάσταση πτωχεύσεως και το συγκεκριμένο χρόνο παύσεως των πληρωμών, για να κριθεί αν η πτώχευση αυτή επηρεάζει την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Απλώς πρόβαλε ο συνήγορος (σελίδα 3) " η επιχείρηση πτώχευσε το 2003, δεν οφείλει, πλην του ΙΚΑ και σε δύο εργαζόμενους, έχει 4 αυτοκίνητα, που δεν εκποιήθηκαν από τον σύνδικο, αν γίνει εκποίηση και πουληθούν μπορεί να καλύψει τις οφειλές", προβάλλοντας με αυτά τα αόριστα περιστατικά, αίτημα αναβολής της δίκης, χωρίς επίκληση άλλων περιστατικών ή επίκληση και κατάθεση εγγράφων της πτωχεύσεως και χωρίς επομένως υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού. Επομένως το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να συμπεριλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού του αόριστου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για πτώχευση της εν λόγω εταιρείας, μετά μάλιστα το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων, χωρίς να προσδιορίζεται η δικαστική απόφαση και ο χρόνος παύσεως των πληρωμών και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Όμως, το ουσιαστικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει την, κατά τα προεκτεθέντα, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόρριψη, εκτός άλλων, αιτήματος αναβολής, που προτείνεται στο ανωτέρω Δικαστήριο, αν αυτό δεν είναι σαφές και ορισμένο και μάλιστα με επίκληση των περιστατικών, που το θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, πρόβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, αναφέροντας (σελίδα 3) τα εξής: " Ζητώ αναβολή της δίκης για κρείσσονες, γιατί η επιχείρηση πτώχευσε. Δεν οφείλει, πλην του ΙΚΑ και σε δύο εργαζομένους. Έχει τέσσερα αυτοκίνητα, δεν εκποιήθηκαν όμως από τον σύνδικο. Αν γίνει η εκποίηση και πουληθούν μπορεί να καλύψει τις οφειλές.". Έτσι όμως που διατυπώθηκε το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δε συνδεόταν με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και ιδία συγκεκριμένης αποφάσεως που είχε κηρύξει τον κατηγορούμενο ή την εταιρεία σε πτώχευση, δεν ανέφερε ποίος ήταν ο διορισμένος σύνδικος και αποδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης αδιάθετης πτωχευτικής περιουσίας και των πιστωμάτων αυτής, για να συναχθεί αν υπάρχει διαθέσιμο προϊόν για το ΙΚΑ. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ένα τέτοια αόριστο αίτημα αναβολής της δίκης, αλλά παρά ταύτα απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, εκ περισσού, με το εξής επαρκώς αιτιολογημένο σκεπτικό: " Επειδή από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί της αθωότητας ή μη του κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη , για την οποία και κατηγορείται και κρίνει ότι δε χρειάζονται νέες αποδείξεις για την ανακάλυψη της αλήθειας". Άρα, ο σχετικός πέμπτος (β σκέλος) λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν με την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τα ευεργετήματα που του δόθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορούμενου με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, που επέρχεται κυρίως όταν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της πρωτόδικης αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου της εκδιδόμενης επί του ενδίκου μέσου αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 316/2007). Τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της εφέσεως κατηγορουμένου επέρχεται, και όταν μεταβάλλεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, κατά τρόπο όμως που ασκεί επιρροή στην ταυτότητα ή την παραγραφή της, μέχρι της αμετακλήτου εκδικάσεως της υποθέσεως ή όταν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας, η οποία υφίσταται όταν τα συνιστώντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικά περιστατικά, διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα τα οποία δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.(ΑΠ 1708/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης με αριθ. 28725/8-6-2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, οι οποίες πράξεις τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 και αφορούσαν χρόνο απασχολήσεως των μισθωτών κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουαρίου 2002 έως Νοέμβριο του 2002. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετά από έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν από 1-2-2002 έως 2-1-2003 και αφορούσαν επίσης χρόνο απασχολήσεως των μισθωτών, κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουαρίου 2002 έως Νοέμβριο του 2002. Από τη σύγκριση του διατακτικού των άνω δύο αποφάσεων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καταδικάστηκε για τις ίδιες ακριβώς αξιόποινες πράξεις, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, χωρίς να μεταβληθεί ο χρόνος της απασχολήσεως των μισθωτών και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών και μάλιστα με επιμήκυνση κατά δέκα μήνες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Η αναφορά μικρής διαφοράς, ως προς το χρόνο τελέσεως από 1-3-2002 έως Ιανουάριο 2003 στην πρωτόδικη απόφαση και από 1-2-2002 έως 3-1-2003 στην προσβαλλόμενη, συνιστά ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως, που δεν επηρεάζει την ταυτότητα των πράξεων, ούτε την παραγραφή και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας , ούτε χειροτέρευση της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του, για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-2-2008 αίτηση - δήλωση του ...., για αναίρεση της με αριθμό 15065/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Α.Ν. 86/1967. 1.) Αβάσιμος ο έκτος λόγος αναιρέσεως για κακή σύνθεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, λόγω συμμετοχής και Παρέδρου Πρωτοδικείου, χωρίς πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Δικαστή, διότι ήδη κατά άρθρο 77 παρ. 8 ν. 1756/1988, όπως αντικ. με άρθρο 16 ν. 2479/1997, οι θέσεις Πρωτοδικών και Παρέδρων είναι ενιαίες και ο Πάρεδρος δικάζει ως Πρωτοδίκης και δεν απαιτείται πράξη αναπλήρωσης (ΑΠ 150, 2044/ 2007). 2.) Αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως, από τη μη ανάγνωση των σε αυτόν δύο δικαστικών αποφάσεων πτωχεύσεως και παύσεως εργασιών, κατ΄ άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ, διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορος αυτού, προσκόμισε και υπέβαλεν αίτημα για την ανάγνωση αυτών, γιατί μόνον η παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί σε υποβληθέν τέτοιο αίτημα ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2044/2007). 3.) Αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν κα δη το καταστατικό και οι αποφάσεις της Γ.Σ. και του ΔΣ της Α.Ε., διότι από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι το καταστατικό της εταιρείας μόνο αναφέρεται απλώς διηγηματικά, η δε ιδιότητα του κατηγορουμένου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Α.Ε., που καθυστερεί την προς το ΙΚΑ καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, που του καθορίζει και την ποινική ευθύνη, αφενός αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και αφετέρου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από την κατάθεση στο δεύτερο βαθμό της μάρτυρος κατηγορίας - υπαλλήλου του ΙΚΑ και από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως - συζύγου του κατηγορουμένου, που εξετάστηκε στον πρώτο βαθμό, που προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και κατά συνέπεια, ο συνήγορος του κατηγορουμένου είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει την άνω ιδιότητα του κατηγορουμένου και να δώσει, κατ΄ άρθρο 358 ΚΠΔ, τις αναγκαίες εξηγήσεις προς το Δικαστήριο (ΑΠ 1844/2007). 4.) Αβάσιμος ο πρώτος, πέμπτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσον για την ενοχή (ΑΠ 493/2008). Απορριπτέες όλες οι αιτιάσεις, για δόλο, γιατί δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αιτιολόγηση, καθόσον πρόκειται για πλημμελήματα για την υποκειμενική υπόσταση των οποίων ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, ενυπάρχει δε στη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει κατά την πραγμάτωσή τους, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (ΑΠ 1873, 2235/2006) και η αιτίαση για επιβληθείσα μία ποινή - κατ΄ εξακολούθηση και όχι δύο ποινές και μία συνολική, όσον και για την απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού πτωχεύσεως της εταιρείας του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκαν και τα δύο κατά τρόπο αόριστο, αλλά εκ περισσού επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αιτήματος αναβολής (ΑΠ 1786/2007). 5.) Αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που μετέβαλε κατά 10 μήνες το χρόνο τελέσεως, διότι το Δικαστήριο προέβη σε ακριβέστερο προσδιορισμό του χρονικού διαστήματος τελέσεως και η κατά 3 ημέρες μόνον επιμήκυνση.(Από 1-3-2002 έως Ιανουαρίου 2003 η πρωτόδικη και από 1-2-2002 έως 2-1-2003 η δευτεροβάθμια απόφαση) δεν επηρεάζει την ταυτότητα των πράξεων, ούτε την παραγραφή μέχρι την ημέρα αμετάκλητης εκδικάσεώς τους (ΑΠ 316/2007, 1708/2003). Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 680/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή και 2. Χ2, κατοίκου ...... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της 40, 41, 42, 43/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1520/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη" και κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Επίσης το άρθρο 28 ΠΚ ορίζει ότι "από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή, της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου. Η διάταξη του άνω άρθρου 28 ΠΚ διακρίνει δύο είδη αμέλειας: α) τη μη συνειδητή αμέλεια, όπου ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, αν κατέβαλε την οριζόμενη από το νόμο προσοχή και β) την ενσυνείδητη αμέλεια, όπου ο δράστης προβλέπει, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Ειδικότερα όμως, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή αποτελεί κατά το άρθρο 28 του ΠΚ στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι η έννοια του δόλου συντίθεται από το γνωστικό και βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο αυτά στοιχεία είναι στενά συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος κατά τη κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν συμβιβάστηκε με αυτό ή και το επιδοκίμασε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από το περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή). Όταν όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, να τεκμαίρεται και η αποδοχή του ή να καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνόλο τους και όχι ορισμένο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον, ή να συσχετίζονται ειδικώς, ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 277 ΠΚ συνάγεται, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη τούτου κατά τρόπο που να μη μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή προσάραξή του πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου για άνθρωπο, υποκειμενικώς δε πρόθεση (και υπό τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου), που ενέχει γνώση ότι από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου και τη θέληση της βύθισης ή προσάραξης του πλοίου. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, δηλαδή και ο πλοιοκτήτης ή ο κυβερνήτης ή άλλο μέλος του πληρώματος ή και τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοίου ευρισκόμενο. Η βύθιση ή η προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξεως είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου, ενώ σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σχετικής παραλείψεως ή ενεργείας και του επελθόντος βλαπτικού για το πλοίο αποτελέσματος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 278 ΠΚ που ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια έγινε υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 277 τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της εξ αμελείας προκλήσεως ναυαγίου, προϋποτίθενται τα παραπάνω (δηλαδή βύθιση ή προσάραξη πλοίου από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ή θανάτωση ανθρώπου), οφειλόμενα, όμως, σε αμέλεια υπό την έννοια που έχει προεκτεθεί. Τα παραπάνω εγκλήματα μπορεί να τελεστούν και από περισσότερους από ένα δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ ΑΠ 50/1990, ΑΠ 1403/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το ΜΟΕ Αιγαίου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι είχαν και στο παρελθόν συνεργασθεί με κάποιον Σ1 ο οποίος ασχολείται με την παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα. Αυτοί διαθέτουν σημαντική ναυτική εμπειρία, ενόψει του ότι ο μεν 1ος κατ/νος ήταν επαγγελματίας ναυτικός και ειδικότερα πρακτικός υποπλοίαρχος με εικοσιπενταετή, περίπου, ναυτική υπηρεσία, ο δε 2ος κατ/νος ήταν επαγγελματίας ψαράς και διέθετε μάλιστα στο παρελθόν δικό του αλιευτικό σκάφος. Έτσι την 12-6-2001 οι κατ/νοι, ύστερα από συνεννόηση τους με τον ανωτέρω (Σ1) και με τις οδηγίες του τελευταίου παρέλαβαν από την μαρίνα του ....., το θαλαμηγό σκάφος ".....", ο μεν πρώτος ως κυβερνήτης, ο δε δεύτερος ως ναύτης και μηχανικός, με σκοπό να μεταβούν στα παράλια της Τουρκίας και συγκεκριμένα στη θέση "...." (νοτιοανατολικά της ....), να παραλάβουν από εκεί λαθρομετανάστες και να τους μεταφέρουν σε κάποιο σημείο της Αττικής, έναντι αμοιβής, που ανερχόταν σε 2.000.000 δραχμές για τον Χ1 και σε 1.400.000 δραχμές για τον Χ2. Το ανωτέρω σκάφος ήταν τύπου "LABRO" είχε μήκος δέκα (10) μέτρων και πλάτος δυόμιση (2,5) μέτρων και μπορούσε να μεταφέρει ασφαλώς, με καλοκαιρία, δηλαδή με ανέμους εντάσεως μικρότερης των πέντε (5) μποφόρ, 20-25 το πολύ άτομα, πράγμα που γνώριζαν πολύ καλά οι κατηγορούμενοι, όπως άλλωστε, συνομολόγησαν τόσο κατά την προανάκριση, όσο και ενώπιον των Δικαστηρίων (πρωτοβαθμίου και παρόντος). Στη συνέχεια οι άνω κατηγορούμενοι μετέβησαν, με το σκάφος αυτό, σε υποδειχθέν από τον Σ1 σημείο, όπου τις πρώτες πρωινές ώρες της 13.6.2001 επιβίβασαν σ' αυτό εξήντα οκτώ (68) λαθρομετανάστες και προσπάθησαν να τους μεταφέρουν στην Ελλάδα. Βεβαίως, τόσο ο απόπλους του σκάφους από τον ...., όσο και η προσέγγιση στο σημείο, όπου επιβιβάσθηκαν οι λαθρομετανάστες και η αναχώρηση από αυτό για την Ελλάδα, έγιναν χωρίς ενημέρωση και άδεια των αρμοδίων λιμενικών αρχών. Επιπλέον το ανωτέρω σκάφος ήταν αρκετά παλιό και προφανώς, ενόψει των κατωτέρω αναφερομένων βλαβών, η πρώτη των οποίων μάλιστα παρουσιάσθηκε πριν επιβιβασθούν οι λαθρομετανάστες σ' αυτό, δεν συντηρείτο κανονικά και δεν είχε τα απαιτούμενα σωστικά μέσα για τη συγκεκριμένη μεταφορά τόσων ατόμων, αφού υπήρχαν σ' αυτό μόνο δέκα (10) ατομικά σωσίβια, πράγμα το οποίο επίσης γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Τέλος, τουλάχιστον όταν έγινε η επιβίβαση σ' αυτό των λαθρομεταναστών, είχε αρχίσει ήδη να δυναμώνει η ένταση του ανέμου και προφανώς τα εκδιδόμενα εκάστοτε δελτία καιρού θα είχαν ήδη αναφέρει ότι στη διαδρομή, που επρόκειτο να ακολουθήσει το σκάφος, θα επικρατούσαν τις επόμενες ώρες άνεμοι εντάσεως 6-7 μποφόρ, πράγμα που επαληθεύθηκε. Έτσι, το μεσημέρι της 13.6.2001 και ενώ το σκάφος έπλεε κοντά στη βραχονησίδα ".....", εξαιτίας της παλαιότητας και της μη καλής συντηρήσεώς του, των δυσμενών καιρικών συνθηκών (άνεμοι 6-7 μποφόρ) και της προαναφερόμενης υπερφορτώσεώς του, υπέστη δύο νέες βλάβες (η προηγούμενη είχε συμβεί όταν αυτό κατευθυνόταν προς το σημείο παραλαβής των λαθρομεταναστών), μια στη μηχανή και άλλη στο τιμόνι, με αποτέλεσμα να μείνει ακυβέρνητο, να προσκρούσει στις υπάρχουσες εκεί "ξέρες" και να ημιβυθιστεί. Εξαιτίας δε της σφοδρής προσκρούσεως και του μεγάλου αριθμού των επιβαινόντων πολλοί απ' αυτούς έπεσαν στην θάλασσα και άρχισαν να παρασύρονται από τα κύματα, που ήταν μεγάλου ύψους. Τέλος επικράτησε πανικός και αρκετοί λαθρομετανάστες έπεσαν όπως - όπως στη θάλασσα. Ενώ δε συνέβαιναν όλα αυτά οι κατηγορούμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε βοήθεια στους λαθρομετανάστες, αλλά μόνη μέριμνα και φροντίδα τους ήταν πώς να σωθούν οι ίδιοι και να διαφύγουν τη σύλληψη από τις αρμόδιες αρχές. Από το ναυάγιο αυτό επήλθε ο θάνατος δέκα (10) λαθρομεταναστών (έξι ανδρών, μιας γυναίκας και τριών παιδιών), ανευρέθησαν, όμως, τα πτώματα, έξι (6) μόνον από αυτούς. Ενόψει όλων αυτών και ιδίως της αναμφισβήτητης γνώσεως εκ μέρους των κατηγορουμένων των ανωτέρω ιδιοτήτων του σκάφους (παλαιότης, έλλειψη συστηματικής συντηρήσεως και σωστικών μέσων, μεταφορική δυνατότητα σε άτομα και αξιοπλοϊα με ανέμους κάτω των πέντε (5) μποφόρ), είναι προφανές ότι όταν οι κατηγορούμενοι, με τις ανωτέρω συνθήκες, αποφάσισαν και επιβίβασαν στο σκάφος αυτό εξήντα οκτώ (68) άτομα, γνώριζαν πλήρως ότι ήταν δυνατό - ενδεχόμενο με τη μεταφορά αυτή να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των λαθρομεταναστών και παρά ταύτα επιχείρησαν αυτή (μεταφορά), με τις προαναφερόμενες συνθήκες, αποδεχθέντες απολύτως και το ενδεχόμενο αυτό, με τα πιο πάνω αποτελέσματα. Τούτο ενισχύεται και εκ του ότι οι κατηγορούμενοι, παρόλο που το σκάφος κατέστη, τελικά, ακυβέρνητο και κινδύνευε να βυθιστεί, παρασύροντας 68 άτομα, εν τούτοις δεν κάλεσαν σε βοήθεια ούτε την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ούτε τα παραπλέοντα σκάφη, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τα κινητά τους τηλέφωνα ή τις υπάρχουσες στο σκάφος φωτοβολίδες. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος Χ1 ισχυρίζεται ότι τα κινητά τους τηλέφωνα ήσαν εκτός λειτουργίας, διότι είχε αδειάσει η μπαταρία τους, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Αλλά και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους ότι αν αποδέχονταν το περιστατικό του θανάτου των λαθρομεταναστών, είναι σαν να αποδέχονταν και τον δικό τους θάνατο δεν είναι απροσμάχητος, δεδομένου ότι αυτοί, ως έμπειροι ναυτικοί, δεν κινδύνευαν το ίδιο με τους λαθρομετανάστες, πολλοί από τους οποίους δεν γνώριζαν και να κολυμβούν και επιπλέον πίστευαν προφανώς οι κατηγορούμενοι ότι θα μπορούσαν να διασωθούν οι ίδιοι και να διαφύγουν ακόμη και τη σύλληψη από τις αρμόδιες αρχές, σε περίπτωση ναυαγίου, είτε με την χρησιμοποίηση της μικρής φουσκωτής λέμβου, που υπήρχε στο σκάφος, πράγμα το οποίο μάλιστα και επιχείρησαν, ανεπιτυχώς όμως, διότι εμποδίστηκαν από τους λαθρομετανάστες, είτε με τη βοήθεια τρίτων, που κατηύθυναν την όλη επιχείρηση, όπως έγινε με την αναχώρηση και μεταφορά του 1ου κατ/νου στη Μύκονο. Επομένως, οι κατηγορούμενοι είχαν ενδεχόμενο δόλο σε σχέση με τις ανθρωποκτονίες των πιο πάνω δέκα (10) λαθρομεταναστών. Ακόμη από τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία (κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας), αποδείχθηκε ότι οι κατ/νοι με πρόθεση κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο προκάλεσαν από κοινού την προσάραξη του πλοίου συνεπεία της οποίας προέκυψε κίνδυνος για ανθρώπους και επήλθε θάνατος σε κάποιους απ' αυτούς. Ειδικότερα τυγχάνοντες κυβερνήτες του ....", το οποίο είχε αποπλεύσει από τα παράλια της Τουρκίας (.... με προορισμό κάποιο σημείο της Αττικής, μεταφέροντας 68 λαθρομετανάστες, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους αυτό (μεταφορά), αποδέχτηκαν το γεγονός ότι είναι δυνατή λόγω της παλαιότητας του σκάφους, της μειωμένης αντοχής του, των προβλημάτων που παρουσίαζε η αριστερή μηχανή του και των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή (άνεμοι έντασης 6-7 μποφόρ) που καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την πλεύση του, να προκληθεί η προσάραξη του πλοίου αυτού, αλλά παρόλα αυτά ενήργησαν τη μεταφορά αυτή, με αποτέλεσμα να προκληθεί η προσάραξη του σκάφους αυτού στη βραχονησίδα "....." της Μυκόνου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος σε δέκα (10) από τους επιβαίνοντες και προέκυψε ο κίνδυνος για τους λοιπούς επιζώντες. Με βάση όλα τα προεκτεθέντα πρέπει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, οι κατ/νοι να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας (10 ατόμων), τελεσθείσας από πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο) από κοινού και κατά συρροή και πρόκλησης ναυαγίου, τελεσθείσας από πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο) και από κοινού από την οποία επήλθε θάνατος. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του δικαστηρίου Νικολάου Μανωλιού, ενόρκου, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι προέβλεψαν ότι, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις μεταφοράς των πιο πάνω λαθρομεταναστών, ήταν δυνατόν να επέλθει η προσάραξη του σκάφους και ο θάνατος τούτων από πνιγμό, πλην πίστευαν ότι, τελικά, λόγω και των ικανοτήτων τους στον χειρισμό του σκάφους, δεν θα επερχόταν ούτε η προσάραξη ούτε βέβαια ο θάνατος των αλλοδαπών, πράγμα που επιβεβαιώνεται και εκ του ότι καθ' όλη την διάρκεια του πλου του σκάφους μέχρι που προσάραξε πάνω στα βράχια επέβαιναν σ' αυτό, και οι ίδιοι. Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, θα έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ανθρωποκτονίας και πρόκλησης ναυαγίου, από την οποία επήλθε ο θάνατος, αλλά εξ αμελείας (ενσυνείδητης), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Τέλος στους κατ/νους πρέπει, ομόφωνα, να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση, που τους αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως, δηλαδή ότι ωθήθηκαν στις πράξεις τους από μεγάλη ένδεια (άρθρο 84 παρ. 2 β ΠΚ)". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κατά πλειοψηφίαν, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων για συνδρομή ενσυνείδητης αμέλειας και όχι ενδεχόμενου δόλου, και δέχθηκε ομόφωνα τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β του ΠΚ, κήρυξε τους δύο κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, ως συγκυβερνήτες πλοίου, ενόχους από κοινού, με συνδρομή ενδεχόμενου δόλου, διαπράξεως κατά συρροή δέκα ανθρωποκτονιών και προκλήσεως ναυαγίου σε πλοίο (προσαράξεως με ημιβύθιση), που είχε ως συνέπεια τον από πνιγμό θάνατο δέκα ανθρώπων - αλλοδαπών επιβατών λαθρομεταναστών και τους επέβαλε ομόφωνα ποινή καθείρξεως 10 ετών για καθεμία από τις ανθρωποκτονίες και ποινή φυλακίσεως 4 ετών για την πράξη της προκλήσεως του ναυαγίου, σε καθένα και σε συνολική ποινή καθείρξεως 49 ετών και 5 μηνών, με συνολική εκτιτέα ποινή καθείρξεως 25 ετών για τον καθένα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α, 27 παρ.1, 45, 84 παρ.2 β, 94, 277 περ.β-γ, 299 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως . Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχεται τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ενδεχόμενου δόλου των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, αφού, κατά την παραπάνω γνώμη της πλειοψηφίας, γίνεται δεκτή αιτιολογημένως με πραγματικά περιστατικά η πρόβλεψη και η αποδοχή του αξιόποινου αποτελέσματος, αποκλείοντας, έτσι, την εκδοχή τελέσεως από αμέλεια. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο των συγκατηγορουμένων, συγκυβερνητών (κυβερνήτη του πρώτου και μηχανικού του δεύτερου) του προσαραχθέντος σε βράχια ξέρας και ημιβυθισθέντος πλωτού μέσου, χωρητικότητας για μεταφορά το πολύ 25 ατόμων, του ενδεχόμενου δόλου και όχι της ενσυνείδητης αμέλειας, τόσο κατά το γνωστικό, όσο και κατά το βουλητικό στοιχείο, αφού αναμφισβήτητα δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, λόγω και της ναυτικής εμπειρίας τους, 25 χρόνια υποπλοίαρχος ο πρώτος και επαγγελματίας ψαράς με σκάφος ο δεύτερος, γνώριζαν τις μικρές σε χωρητικότητα δυνατότητες του μικρού αυτού πλωτού μέσου που παρέλαβαν, μέχρι 25 το πολύ επιβατών, και την κακή κατάσταση αυτού, λόγω παλαιότητας και συνεχών βλαβών, ήτοι μικρής αντοχής σε δυσμενείς συνθήκες προαναγγελθείσας ήδη κακοκαιρίας και ανέμων ταχύτητας εντάσεως 6-7 μποφόρ, ως και τις μεγάλες ελλείψεις αυτού σε πυροσβεστικά και σωστικά μέσα, με διάθεση μόλις 10 ατομικών σωσιβίων, χωρίς να κατέχουν πτυχία ιστιοπλόου σκαφών ανοικτής θάλασσας και χωρίς να λάβουν υπόψη τους τα προβλήματα βλάβης που παρουσίασε η αριστερή μηχανή του σκάφους, λίγο πριν φθάσουν στα παράλια της Τουρκίας, στη θέση ".....", νοτιοανατολικά της νήσου ...., προχώρησαν στην επιχείρηση, παρέλαβαν και επιβίβασαν στο σκάφος τους από την Τουρκία τους εκεί αναμένοντάς τους, 68 αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, για να τους μεταφέρουν, αντί μεγάλης αμοιβής, στις ακτές περιοχής ...., αψηφήσαντες, συμβιβασθέντες και αποδεχόμενοι κάθε ενδεχόμενο και το διαφαινόμενο ορατό κίνδυνο ναυαγίου, αλλά και πνιγμού των άνω επιβατών τους. Τούτο και δη το βουλητικό στοιχείο, ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι, όταν τελικά το άνω σκάφος τους έμεινε ακυβέρνητο και μετά επέπεσε σε βραχονησίδα και άρχισε να βυθίζεται και λόγω κυμάτων και κακής καταστάσεως των αγνοούντων κολύμβηση αλλοδαπών επιβατών τους που ρίχθηκαν στη θάλασσα και κινδύνευαν να πνιγούν, ήδη πνίγηκαν δέκα, αυτοί, το αποτέλεσμα αυτό το αποδέχθηκαν, αφού δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια διασώσεώς τους, μάλιστα ούτε με τα ηλεκτρονικά όργανα του σκάφους τους (VHF) ή με ρίψη φωτοβολίδων ή και με τα κινητά τηλέφωνα, που διέθεταν, δεν κάλεσαν σε βοήθεια την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ούτε τα παραπλέοντα σκάφη, αλλά απλώς προσπάθησαν να σωθούν μόνοι τους με τη μόνη μικρή φουσκωτή σωστική λέμβο που διέθεταν, πράγμα που τελικά πέτυχε ο πρώτος Χ1 εξελθών στη Μύκονο και χωρίς να ενημερώσει το εκεί Λιμεναρχείο αναχώρησε για Αθήνα. Αιτιολογημένα απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων και του συνηγόρου τους, ότι "αν αποδέχονταν το περιστατικό του δια πνιγμού θανάτου των λαθρομεταναστών, είναι σαν να αποδέχονταν και τον δικό τους θάνατο", δεδομένου ότι αυτοί, ως έμπειροι ναυτικοί, δεν κινδύνευαν το ίδιο με τους λαθρομετανάστες, πολλοί από τους οποίους δεν γνώριζαν καν να κολυμβούν και επιπλέον πίστευαν προφανώς οι κατηγορούμενοι, ότι θα μπορούσαν να διασωθούν οι ίδιοι και να διαφύγουν ακόμα και τη σύλληψη από τις αρμόδιες αρχές, σε περίπτωση ναυαγίου, με την χρησιμοποίηση της μικρής φουσκωτής λέμβου, που υπήρχε στο σκάφος, πράγμα το οποίο μάλιστα και επιχείρησαν, ανεπιτυχώς όμως από παρεμπόδιση ορισμένων επιβατών ή πίστευαν ότι θα διασωθούν, σε περίπτωση ναυαγίου και με τη βοήθεια τρίτων συνεργατών τους, που κατηύθυναν την όλη παράνομη επιχείρηση μεταφοράς λαθρομεταναστών στην Ελλάδα. Έτσι, το Δικαστήριο, επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένα έκρινε ότι το ως άνω προκληθέν ναυάγιο και ο κατ' αυτό επισυμβάν θάνατος των ως άνω 10 λαθρομεταναστών επιβατών, οφειλόταν σε ενδεχόμενο δόλο των κατηγορουμένων και δεν τελέστηκε από αμέλεια, β) επαρκώς και ειδικώς αιτιολογείται η τέλεση ως άνω και της δεύτερης πράξεως της προκλήσεως ναυαγίου, με προσάραξη στα βράχια ξέρας- βραχονησίδας "...." της Μυκόνου και με ημιβύθιση, από την οποίαν προήλθε ο από πνιγμό θάνατος των 10 λαθρομεταναστών επιβατών του σκάφους αυτών και προέκυψε κίνδυνος για τους λοιπούς επιζήσαντες επιβάτες. γ) επαρκώς και ειδικώς αιτιολογείται ο κοινός δόλος των κατηγορουμένων, ως συγκυβερνητών του σκάφους, και ειδικότερα ο μεν πρώτος ως κυβερνήτης, ο δε δεύτερος ως μηχανικός και ναύτης, συναποφασίσαντες και από κοινού συμπράξαντες και εκτελέσαντες την όλη ως παραπάνω επισφαλή επιχείρηση πλοηγήσεως και μεταφοράς αλλοδαπών λαθρομεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα, αντί μεγάλης αμοιβής, επιδοκιμάσαντες και οι δύο το διαφαινόμενο ενδεχόμενο προκλήσεως ναυαγίου και πνιγμού των επιβατών του υπερφορτωμένου μικρού θαλαμηγού σκάφους, του οποίου ανέλαβαν από κοινού την πλοήγηση, πραγματώσαντες ο καθένας την όλη αντικειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, συντρέχουσας επομένως συναυτουργίας. Κατ'ακολουθίαν, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους, που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, που ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη κοινή αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-7-2007 Αίτηση -Δήλωση του Χ1 και του Χ2 για αναίρεση της με αριθμ. 40, 41, 42, 43/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α) Ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, κατά συναυτουργία και κατά συρροή. Άρθρα 26 & 1 α, 27 & 1, 45, 94, 299 & 1 ΠΚ. Έννοια ενδεχόμενου δόλου, δύο συγκυβερνητών, προσαράξαντος σε ξέρα και ημιβυθισθέντος πλοίου και πνιγμού 10 αλλοδαπών λαθρομεταναστών - επιβατών (ΑΠ 378/2008, 1537/2007, 1471/2006, 1555/2006, 1630/2002). Β) Πρόκληση ναυαγίου από κοινού, με ενδεχόμενο δόλο 277 ΠΚ (ΑΠ/Συμβ. 1661/2004, 500/2003 - Υπόθεση πλοίου ΣΑΜΙΝΑ). Γ) Έννοια συναυτουργίας - 45 ΠΚ (Ολ.ΑΠ 50/1990, ΑΠ 1403/2007). Δ) Απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Απορρίπτει αιτήσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ναυαγίου πρόκληση, Δόλος, Συρροή εγκλημάτων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 679/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 170/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1638/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 369 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους και κατά την παράγραφο 3 της ιδίας διατάξεως (138 ΚΠοινΔ), η παράβαση της παραγράφου 2 αυτού, συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι καμία απόφαση ποινικού Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο, δεν έχει κύρος αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και, ως εκ τούτου, δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. β ΚΠοινΔ, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠοινΔ. Προκειμένου όμως, περί αυτοτελών ισχυρισμών, που προτείνονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του κατά το στάδιο που ακολουθεί την αποδεικτική διαδικασία, δεν δίδεται και πάλι, μετά την πρότασή του επί της ενοχής, ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας, εκτός αν ζητήσει ο ίδιος το λόγο για να δευτερολογήσει, οπότε και μπορεί να προτείνει επί του υποβληθέντος ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. (ΑΠ 813, 992/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ενσωματούμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά την περί της ενοχής αυτού πρόταση του Εισαγγελέα, δόθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά την υπεράσπιση και κατά την αγόρευσή του, ζήτησε, εκτός άλλων, "όλως επικουρικώς την αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ο Μ1, για να εξετασθεί από το Δικαστήριο αυτό", στη συνέχεια δε εκδόθηκε απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται κάποιος βάσιμος λόγος για την προσέλευση και εξέταση του εν λόγω μάρτυρα και κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, χωρίς να δοθεί προηγουμένως και πάλιν ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της παραδοχής ή μη του άνω αιτήματος αναβολής. Όμως, σύμφωνα με αυτά που αναπτύχθηκαν παραπάνω, αφού το εν λόγω αίτημα αναβολής υποβλήθηκε μετά την επί της ενοχής αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας και ο τελευταίος δε ζήτησε το λόγο να δευτερολογήσει και να προτείνει και επί του αιτήματος αυτού, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από την έκδοση της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσας αποφάσεως, χωρίς να δοθεί και πάλι ο λόγος στον Εισαγγελέα και χωρίς να υποβληθεί σχετική πρόταση αυτού, ανεξάρτητα του ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δε δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από τη μη δόση του λόγου στην Εισαγγελέα, επί του παραπάνω αιτήματος αναβολής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α, β, γ και ζ του ν.1729/1987, όπως ίσχυε κατά το χρόνο πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές, όποιος, πλην άλλων, εισάγει στην επικράτεια, διαμετακομίζει, πωλεί, αγοράζει, αποθηκεύει ή μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: Εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική επικράτεια είναι η διακίνηση των ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελλάδα και θεωρείται τελειωμένο με την είσοδο αυτών στο Ελληνικό έδαφος, δια της τελωνειακής υπηρεσίας ή και από μη νόμιμη διασυνοριακή οριογραμμή. Αγορά και πώληση των ουσιών αυτών είναι η με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και η για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Για τη θεμελίωση της αγοράς και της πώλησης δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά στη συγκεκριμένη κατηγορία του συμφωνηθέντος τιμήματος, γιατί ο νομικός αυτός όρος αγορά και πώληση έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, υποδηλώνει δε οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τίμημα δε νοείται αγορά και πώληση. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για αγορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου του κατηγορουμένου δράστη, ούτε το ύψος του καταβληθέντος ή εισπραχθέντος αντίστοιχα τιμήματος. Με τον όρο μεταφορά ναρκωτικών νοείται η μετακίνηση αυτών από τόπο σε τόπο, πάντοτε όμως εντός της Ελληνικής επικράτειας, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με απλή ιδιόχειρη ή μέσου τρίτου μετακίνηση είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του αυτοτελούς εγκλήματος της μεταφοράς ναρκωτικών, απαιτείται η μετακόμιση αυτών να τελείται προς διευκόλυνση ή πραγματοποίηση της κυκλοφορίας αυτών, για οποιαδήποτε αιτία, από ατόμου σε άτομο. Διαμετακόμιση δε σημαίνει η διέλευση μέσω της Ελλάδος των ναρκωτικών, που εκκινούν από μία άλλη χώρα και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της Ελλάδος σε άλλη τρίτη χώρα, όντος αδιαφόρου, αν η κρίσιμη διέλευση γίνεται μέσω των ελληνικών χωρικών υδάτων, μέσω τελωνειακά ελεύθερων ζωνών ή σε συνθήκες transit. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του άνω ν. 1729/1987, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παρ.15 β του ν.2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές μέχρι διακόσια εκατομμύρια (200.000.000) δραχμές, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7, " αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή . . . ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ' ΠΚ, όπως προστέθηκαν με το άρθρο 1 του ν.2408/1996 που ισχύει από 4-6-1996, που είναι επιεικέστερος κατά τούτο για τον κατηγορούμενο και πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του ν.2479/1997 που ισχύει από 6-5-1997, κατά τις οποίες, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, έστω και αν τούτο δεν είναι ουσιώδες. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Επανειλημμένη δε τέλεση της πράξεως, συμβαίνει και στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), όπου πρόκειται περί μορφής, πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού του δράστη από την ύπαρξη υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τέλεσης. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ'επάγγελμα τελεσθείσα, εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση υποδομής για την επανειλημμένη τέλεσή της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στο δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού, όπως είναι ο κατ'άρθρον 13 παρ.1,3 του ν.1729/1987 ισχυρισμός τοξικομανίας ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε τις πράξεις της αγοράς, μεταφοράς, εισαγωγής στην Ελλάδα, αποθήκευσης και διαμετακόμισης, εξαγωγής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως πραγματικό περιστατικά. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1991 μέχρι 25-11-1991 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε, αγόρασε στο Καράκας της Βενεζουέλας, άγνωστη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, τουλάχιστον όμως 1000 κιλό κοκαΐνης, συσκευασμένη σε 36 'χελώνες' μολύβδου και αλουμινίου συνολικού βάρους 2500 κιλών η κάθε μία, από την οποία τα 27 κιλά ήταν κοκαΐνη και τα υπόλοιπα μέταλλο μολύβδου. Η αγορά της κοκαΐνης έγινε από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου, αλλά συμφωνημένου τιμήματος με σκοπό την εμπορία και δη: την πώληση της σε άλλα άτομα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και δη: στην Ολλανδία και στην Ελλάδα. Από το Καράκας το ανωτέρω φορτίο, με ενέργειες του κατηγορουμένου, μεταφέρθηκε με το πλοίο ..... στο λιμάνι ..... της Μ. Βρεττανίας και από το λιμάνι αυτό στο λιμάνι του Πειραιώς, όπου εκφορτώθηκαν και εκτελωνίστηκαν μαζί με άλλες 82 "χελώνες", που περιείχαν αλουμίνιο, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε οικόπεδο του κατηγορούμενου, που βρισκόταν στο .... και αποθηκεύτηκαν εκεί. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν οι 35 "χελώνες" με φορτηγά αυτοκίνητα στο λιμάνι του Πειραιά, και, αφού φορτώθηκαν στο πλοίο ....., μεταφέρθηκαν στο ..... της Ολλανδίας όπου αφίχθησαν στις 24-12-1991. Στο ..... ο κατηγορούμενος είχε μισθώσει μία αποθήκη στην περιοχή ...... της πόλης αυτής όπου εναποτέθηκαν οι 35 "χελώνες" και με τρυπάνια, που αυτός είχε αγοράσει, άρχισαν, αυτός και οι συνεργάτες του, την εργασία εξαγωγής της κοκαΐνης από αυτές δηλ. τις "χελώνες". Υπόψη ότι ο κατηγορούμενος την 1-1-1992 είχε μεταβεί από την Αθήνα στο .... με σκοπό να φροντίσει για την επιχείρηση εξαγωγής και διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Στην ως άνω αποθήκη, που βρισκόταν στην περιοχή ....., συνελήφθη ο κατηγορούμενος σης 18-1-1992 από τις αρμόδιες Ολλανδικές αρχές στο δε χώρο της αποθήκης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 819 κιλά κοκαΐνης ενώ τα υπόλοιπα 154 κιλά κοκαΐνης ο κατηγορούμενος τα πώλησε έναντι ανταλλάγματος σε άγνωστα άτομα στο .... της Ολλανδίας κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-1992 μέχρι 18-1-1992 και σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν. Εκτός από την ποσότητα αυτή των 154 κιλών ο κατηγορούμενος πώλησε στην Αθήνα 27 κιλά κοκαΐνης, έναντι ανταλλάγματος, σε άγνωστα άτομα, κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-1991 μέχρι 24-12-1991 και σε ημερομηνίες, που δεν διακριβώθηκαν. Η ποσότητα αυτή υπήρχε στη μία "χελώνα" του ως άνω φορτίου, που ο κατηγορούμενος άφησε στην Αθήνα και η οποία δεν μεταφέρθηκε στην Ολλανδία αφού για τη χώρα αυτή φορτώθηκαν τελικά οι 35 από τις 36 χελώνες του ως άνω φορτίου κατά τα ανωτέρω. Στην τελευταία του ενέργεια προέβη, προκειμένου να πωλήσει την ποσότητα των 27 κιλών κοκαΐνης κατά τα προαναφερόμενα, στην Αθήνα έναντι ανταλλάγματος, όπως και τελικά έπραξε, κατά τα ανωτέρω. Η διάπραξη των ανωτέρω πράξεων από τον κατηγορούμενο αποδείχθηκε από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας Κ1 και Κ2 καθώς και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ειδικά τα ανωτέρω βεβαιώνονται κατά τρόπο σαφή από τον πρώτο μάρτυρα Κ1 τελωνειακό υπάλληλο, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι στην έρευνα οδηγήθηκαν από ένα μικρό δημοσίευμα σε εφημερίδα και κατόπιν ειδικής εισαγγελικής παραγγελίας, ενώ κατέθεσε και για τον τρόπο και τα μέσα εισαγωγής της ναρκωτικής ουσίας στην Ελλάδα, της μεταφοράς της στον Πειραιά και στην αποθήκη του κατηγορουμένου στο ..... και την εξαγωγή της στην Ολλανδία, προσέθεσε δε ότι "παραλήπτης των σφαιρών αλουμινίου ήταν ο Χ1 όταν όμως έγινε η παραγγελία των εμπορευμάτων στη Βενεζουέλα έγινε στο όνομα του Σ1 ο οποίος έχει εταιρεία εμπορίας μετάλλων, όταν εστάλησαν τα φορτωτικά έγγραφα στον Σ1 στη ....., ο Σ1 είπε, ότι δεν είναι δικά του αυτά τα εμπορεύματα Χ1 είπε ότι έγινε λάθος και άλλαξε το όνομα του Σ1 με το όνομα του Χ1. Ο Σ1 είχε οπισθογραφήσει την διατακτική, εκ των υστέρων μπήκε η φράση "παραδώσατε εις εντολή Χ1". Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε επίσης άτι η ναρκωτική ουσία στη χελώνα δεν μπορούσε να διαπιστωθεί και ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο παραλήπτης του εμπορεύματος και αυτός τα εξήγαγε στη συνέχεια στην Ολλανδία, αφού αυτός είχε τα φορτωτικά έγγραφα και συνεπώς ήξερε τι περιείχε, προσθέτει δε ότι μόνος του ο Χ1 που δεν είχε σχέση με μέταλλα, δεν μπορούσε να κάνει την εισαγωγή των εμπορευμάτων, αν δεν έβαζε το όνομα του Σ1 ενώ καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε για την εισαγωγή του αλουμινίου. Ο δεύτερος μάρτυρας Κ2 χειριστής μηχανημάτων μεταφοράς κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, για την μεταφορά του ανωτέρω εμπορεύματος στο ...... σε ένα οικόπεδο στο οποίο υπήρχε ένα κτίσμα, όπου εκεί έγινε η εκφόρτωση του εμπορεύματος και ότι κατά τη διαδικασία της εκφόρτωσης ήταν εκεί ο αδελφός του κατηγορουμένου ..... Αλλά και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα πιστοποιούνται τα ανωτέρω. Ειδικά από την υπ'αριθμ. 1529/1993 απόφαση του Εφετείου του Άμστερνταμ, επισήμως μεταφρασμένη αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 ετών για τις πράξεις της εισαγωγής στην Ολλανδική Επικράτεια, αποθήκευσης κ.τ.λ. της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, η οποία βρέθηκε στην αποθήκη, που είχε μισθώσει στην Ολλανδία ο κατηγορούμενος. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος του κατηγορητηρίου Κ3, όσο και από όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώστηκαν. Ο τελευταίος με την απολογία του ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα εμπορεύματα μετάλλου και αλουμινίου εισήχθησαν απ "αυτόν από την Βενεζουέλα, αλλά δεν ήξερε ότι μέσα σ'αυτά ήταν τα ναρκωτικό, προσθέτοντας όμως, ότι τον συνέλαβαν στην ανωτέρω αποθήκη και καταδικάστηκε στην Ολλανδία ως τοξικομανής. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι τις ως άνω πράξεις ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ "επάγγελμα, καθόσον αποδείχτηκε ότι τις διέπραξε όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου και ειδικής και αξιόλογης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεση τέτοιων σοβαρών πράξεων με αντικείμενο υπερβολικά μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, κατά τρόπο που να του εξασφαλίζει σοβαρό και μόνιμο εισόδημα. Ειδικότερα για την επιτυχία του σχεδίου του φρόντισε και εξασφάλισε δίκτυο κατάλληλων προσώπων που τον διευκόλυναν, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό για την αγορά, μεταφορά, εξαγωγή, αποθήκευση κλπ, καθώς και την πώληση των ανωτέρω μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Επίσης φρόντισε και συνεργάστηκε με ιδιοκτήτες κατάλληλων οχημάτων για την μεταφορά του ως άνω φορτίου στους ανωτέρω χώρους, ενώ φρόντισε, με άκρως σοβαρά τεχνάσματα, για την απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών στους ανωτέρω χώρους προς αποφυγή της ανακάλυψης τους από τους αρμόδιους ημεδαπούς και αλλοδαπούς υπαλλήλους. Εκτός αυτών, είχε εξασφαλίσει ειδικούς μεγάλους χώρους-αποθήκες στην Ελλάδα και στην Ολλανδία για την αποθήκευση του ως άνω φορτίου έτσι ώστε να διευκολύνεται όχι μόνο η μεταφορά και η αποθήκευση του, αλλά και η διάθεση των ναρκωτικών στους ανθρώπους, που αυτός είχε επιλέξει ένανπ ανταλλάγματος, ενώ, τέλος τεχνηέντως είχε χρησιμοποιήσει για την εισαγωγή στην Ελλάδα του ανωτέρω εμπορεύματος, άλλο όνομα και όχι το δικό του και είχε προμηθευτεί και τα κατάλληλα εργαλεία για την εξαγωγή της κοκαΐνης από το υπόλοιπο φορτίο. Ωσαύτως από την τέλεση των ως άνω πράξεων, το σκοπό που επιδίωκε, τα μέσα και τους τρόπους που χρησιμοποίησε και προαναφέρθηκαν, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς επανειλημμένη διάπραξη των ως άνω συγκεκριμένων εγκλημάτων κακουργηματικού χαρακτήρος με αντικείμενο την εμπορία μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, και με μοναδικό σκοπό τον πλουτισμό του από την άσκηση της δραστηριότητας του αυτής στοιχεία τα οποία πιστοποιούν ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις και κατά συνήθεια. Εξάλλου από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη τριών (3) μελών του Δικαστηρίου αυτού, ότι ο κατηγορούμενος κατά τους ως άνω χρόνους τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων ήταν τοξικομανής, όπως ισχυρίζεται. Ο τελευταίος προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του περί τοξικομανίας επικαλείται την από 21-6-1999 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Μ1. Όμως απ' αυτήν, η οποία αναγνώστηκε, δεν αποδεικνύεται η εν λόγω ιδιότητα της τοξικομανίας, γιατί η έκθεση αυτή αναφέρεται σε πραγματογνωμοσύνη, που έγινε για τον κατηγορούμενο το έτος 1999, δηλαδή μετά από 7 περίπου έτη από την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και όχι στους κρινόμενους χρόνους, με αφορμή άλλη ποινική κατηγορία για ναρκωτικά σε βάρος του κατηγορουμένου και όχι για τις ένδικες πράξεις που τελέστηκαν το έτος 1991 και 1992. Δηλαδή η ανωτέρω έκθεση δεν αναφέρεται ειδικώς στους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους τελέσεως των προαναφερομένων πράξεων και γι' αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς την ιδιότητα της τοξικομανίας που επικαλείται ότι είχε αποκτήσει ο κατηγορούμενος. Επιπλέον δεν στηρίζεται η έκθεση αυτή σε αντικειμενικά κριτήρια, αλλά στα ιστορούμενα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και από τον τότε συνοδό του αστυνομικό. Ωσαύτως, για την έκθεση αυτή δεν έγινε εργαστηριακός έλεγχος των σωματικών υγρών του κατηγορουμένου (ούρα-αίμα) για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη ναρκωτικών ουσιών σ'αυτά. Επίσης δεν εισήχθη ο κατηγορούμενος σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα επί πενθήμερο τουλάχιστον για κλινικό έλεγχο, ενώ κατά την εξέταση του από τον ως άνω ιατρό δεν παρουσίασε κανένα αντικειμενικό εύρημα τοξικομανίας. Ενόψει αυτών ο πραγματογνώμονας εντελώς αβάσιμα χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο τοξικομανή. Ναι μεν επικαλείται προς στήριξη του συμπεράσματος του το πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου στο οποίο αναφέρεται ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση, κατηγορίας 15, ως πάσχων εκ τοξικομανίας, αντικοινωνικής συμπεριφοράς επί βαρείας ψυχοπαθητικής προσωπικότητας, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να πληρώσει τα κενά της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Αυτό γιατί το εν λόγω πιστοποιητικό είναι όλως αόριστο και ασαφές αφού δεν προσδιορίζει το βαθμό της τοξικομανίας και έχει συνταχθεί για να πληρώσει άλλους σκοπούς ενώ δεν παρέχει πληροφορίες για τα στοιχεία, που βασίστηκε η κρίση αυτή περί τοξικομανίας που περιέχεται στο ως άνω πιστοποιητικό το οποίο συντάχθηκε σε χρόνο απέχοντα από τον κρίσιμο χρόνο περί τα επτά (7) έτη και δη: την 1-11-1984. Επίσης, η από 14-2-2002 βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ ότι ο κατηγορούμενος παρακολούθησε πρόγραμμα προένταξης προκειμένου να εισαχθεί στη μονάδα κοινωνικής επανένταξης δεν αποδεικνύει την επικαλούμενη τοξικομανία του, η οποία επίσης δεν αποδεικνύεται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος του κατηγορητηρίου Κ3 συνταξιούχου ιατροδικαστή, αφού, όλως αβασίμως, κατέθεσε, ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, δεδομένου ότι στηρίχτηκε κυρίως στο πιστοποιητικό της στρατολογίας και τις δηλώσεις του ίδιου του κατηγορουμένου. Τέλος και από όλα τα ως άνω έγγραφα που αναγνώστηκαν, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής και συνεπώς ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί κατά πλειοψηφία, και να γίνει κατά τούτο δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, ήτοι: των 1) Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και 2) Στυλιανού Γωνιωτάκη ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου έπρεπε να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος, γιατί από τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής κατά τους κρίσιμους χρόνους. Περαιτέρω οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α, 84 παρ. 2δ' και 84 παρ. 2ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Αυτό γιατί δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντίθετα προέκυψε η εμπλοκή του στην τέλεση διαφόρων εγκληματικών πράξεων και δη: με αντικείμενο ναρκωτικές ουσίες και ακάλυπτες επιταγές, ενώ επίσης δεν προέκυψε ότι είχε απασχοληθεί σοβαρά και συστηματικά με κάποια εργασία. Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αλλ' ούτε επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των σοβαρών ως άνω πράξεων, με αντικείμενο την ως άνω ποσότητα των 1000 κιλών κοκαΐνης. Αντίθετα προέκυψε ότι με την συμπεριφορά του προσπαθεί να συσκοτίσει την αποκάλυψη των πράξεων του και να αποφύγει τις συνέπειες του σχετικού νόμου. Άλλωστε η επικαλούμενη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο ορισμένο. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων. Ναι μεν επικαλείται ότι συμπεριφέρθηκε καλά μέσα στην φυλακής που κρατήθηκε, πλην όμως αυτό δεν αρκεί για την χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, αφού απαιτείται κατά την ως άνω διάταξη για την χορήγηση του καλή συμπεριφορά μέσα στην κοινωνία. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, ήτοι των Εφετών: 1) Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτου και 2) Στυλιανού Γωνιωτάκη έπρεπε να γίνει κατ'ουσίαν δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α'Π.Κ., γιατί μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη εν γένει ζωή. Εξάλλου, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η τέλεση της πράξης της νόθευσης εγγράφου, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε τη συναίνεση του ανωτέρω εκδότη του προαναφερομένου εγγράφου για την ως άνω παρέμβαση του σ'αυτό. Τέλος το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί για να προσέλθει ο Μ1 πρέπει να απορριφθεί. Αυτό γιατί δεν υφίσταται βάσιμος κάποιος λόγος για την προσέλευση του εν λόγω μάρτυρα-ιατροδικαστή, αφού ο τελευταίος έχει συντάξει την ως άνω έκθεση του και περιλαμβάνει σ'αυτήν, τόσο το προαναφερόμενο συμπέρασμα του, όσο και όσα υπέπεσαν στην αντίληψη του κατά την εξέταση του κατηγορουμένου. Άλλωστε, ενόψει των ανωτέρω, δεν υφίσταται κάποιος λόγος προς επεξήγηση της έκθεσης ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσέλευση του εν λόγω προσώπου ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αφού κάτι τέτοιο ούτε και ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών, αφού απορριφθούν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί και κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της 8ης πράξεως (νόθευσης εγγράφου) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ανωτέρω πράξεων και δη: της αγοράς, μεταφοράς, εισαγωγής στην Ελλάδα, αποθήκευσης, διαμετακόμισης, εξαγωγής, και πώλησης ναρκωτικών κατ εξακολούθηση, που ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αλλά χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της επικινδυνότητας λόγω του ότι με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2° Ν.2408/1996 είχε καταργηθεί η σχετική επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 Ν.1729/87, και χωρίς την ιδιότητα του τοξικομανούς, κατά τα ανωτέρω και δη: κατά πλειοψηφία, ως προς τον τελευταίο σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμους κατ'ουσίαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, περί τοξικομανίας (κατά πλειοψηφία), για μη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 και τους ισχυρισμούς για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α, δ και ε του ΠΚ, (κατά πλειοψηφία ως προς την περίσταση του εδ.α και ομοφώνως ως προς τις λοιπές), κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, αγοράς, εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια, μεταφοράς, διαμετακόμισης, εξαγωγής, αποθηκεύσεως και πωλήσεως κατ'εξακολούθηση της ναρκωτικής ουσίας κοκαϊνης, (συνολικής ποσότητας τουλάχιστον 1.000 χλγ.) και του επέβαλε μία ποινή της ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1, 8 εδ. θ, 9, 10, 13 εδ. στ και ζ', όπως το τελευταίο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν.2408/1996, των άρθρων18,26 παρ.1 εδ. α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 και 98 ΠΚ και των άρθρων 4 παρ. 1,3- Πιν. Β αρ.3, 5 παρ. 1 εδ. α, β, γ, ζ, 5 παρ.2, 8 παρ.1 του ν.1729/1987, όπως το άρθρο 98 ΠΚ και τα άρθρα 4 παρ.1,3 Πιν. Β αρ.3, 5 παρ.1 περ. α , β, γ, ζ,παρ.2, και 8 του ν.1729/1987, ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως (1991-1992) των εν λόγω εγκλημάτων, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω εκτεταμένου αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των άνω εγκλημάτων, β) δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν ήταν απαραίτητο για την αγορά των ναρκωτικών ουσιών στο Καράκας της Βενεζουέλας (άγνωστη ποσότητα, αλλά τουλάχιστον 1.000 χιλιογρ. κοκαϊνης κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1-6-1991 μέχρι 25-11-1991) και τις πωλήσεις σε Ελλάδα (27 χιλιογρ.) και σε Ολλανδία (184 χιλιογρ.) να αναφέρεται συγκεκριμένη σύμβαση (συμφωνία) και συγκεκριμένο τίμημα και συγκεκριμένα πρόσωπα πωλητών και αγοραστών, ενώ αναφέρονται σαφώς οι χρόνοι και οι συγκεκριμένες ποσότητες κοκαϊνης που αγοράσθηκαν στο Καράκας και εισήχθηκαν στην Ελλάδα και μετά πωλήθηκαν εδώ στην Ελλάδα και την Ολλανδία, αντί τιμήματος όχι συγκεκριμένου, ως μη εξακριβωθέντος. Επίσης δεν υπάρχει στο αιτιολογικό ασάφεια ως προς την αποθήκευση των ναρκωτικών ουσιών, συσκευασμένων και κρυμμένων σε 36 σφαίρες-χελώνες από μόλυβδο, μαζί με άλλες 46 όμοιες χελώνες που εισήχθηκαν από τον κατηγορούμενο στο λιμάνι του Πειραιά με πλοίο, όπου εκτελωνίστηκαν και παραλήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος στη συνέχεια μετέφερε όλες τις άνω χελώνες μολύβδου στο ..., όπου και τις αποθήκευσε σε οικόπεδό της ιδιοκτησίας του, όπου υπήρχε και ένα κτίσμα, στο οποίο ασφαλώς μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση, απόδειξη ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος από το χώρο αυτό παρέλαβε και φόρτωσε σε φορτηγά αυτοκίνητα τις 35 από τις 36 χελώνες μολύβδου που περιείχαν εσωτερικά κρυμμένη την κοκαϊνη και μέσω του λιμανιού του Πειραιά, πάλι με πλοίο, μετέφερε στο λιμάνι του ..... της Ολλανδίας(24-12-1991), εκεί τις παρέλαβε, τις μετέφερε και τις αποθήκευσε σε από αυτόν μισθωμένη αποθήκη στην περιοχή ....., στην οποία αποθήκη του και συνελήφθη στις 18-1-1992 και βρέθηκαν μόνο 819 χιλιόγρ. κοκαϊνης, ενώ τα υπόλοιπα 154 χιλιόγρ, έλλειπαν, γιατί ήδη ο κατηγορούμενος είχε πωλήσει στην Ολλανδία κατ'εξακολούθηση, από 7-1-1992 μέχρι 18-1-1992. γ) επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως 1) της κατ' επάγγελμα τελέσεως των άνω κακουργηματικών πράξεων, αφού αναφέρεται η υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών κατά τέτοιο τρόπο και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, με οργάνωση, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, δικτύου κατάλληλων προσώπων που τον διευκόλυναν στην τέλεση των πράξεων αυτών, με κίνηση όχι ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου και με χρήση, στα φορτωτικά έγγραφα, ξένου ονόματος, κάποιου Σ1 εμπόρου μετάλλων από τη ...... (κατά την εισαγωγή) και χρήση σοβαρών τεχνασμάτων για την εισαγωγή, μεταφορά, διαμετακόμιση, αποθήκευση, απόκρυψη και πώληση των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα και στην Ολλανδία και 2) της κατά συνήθεια τελέσεως των άνω πράξεων, αφού αναφέρεται ότι από την τέλεση των άνω πράξεων, το σκοπό που επεδίωκε της κατ' εξακολούθηση πωλήσεως στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τα μέσα και τους τρόπους που χρησιμοποίησε, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς επανειλημμένη διάπραξη των ως άνω συγκεκριμένων εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος, με αντικείμενο την εμπορία μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και με μοναδικό σκοπό τον πλουτισμό του από την άσκηση της δραστηριότητάς του αυτής, στοιχεία τα οποία πιστοποιούν ροπή αυτού προς τέλεση των ανωτέρω πράξεων. δ) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί τοξικομανίας, αντικρουομένων πλήρως και με εκτεταμένη επιχειρηματολογία των περί του αντιθέτου βεβαιουμένων, που συνεκτιμήθηκαν, όπως καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και λοιπών επικληθέντων και προσαχθέντων υπό του κατηγορουμένου και αναγνωσθέντων εγγράφων και ιατρικών βεβαιώσεων, όπως του ..... πιστοποιητικού στρατολογίας, του προσωρινού απολυτηρίου Ι-5 του 1979, που αναφέρονται αόριστα σε τοξικομανία του κατηγορουμένου, της με αρ. 1529/1993 αποφάσεως του Εφετείου Άμστερνταμ Ολλανδίας, σε νόμιμη μετάφραση, που δέχθηκε την τοξικομανία του κατηγορουμένου, όσον και του πορίσματος της αναγνωσθείσας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του συνταξιούχου ιατροδικαστή - τεχνικού συμβούλου καθηγητή Κ3 που κατέθεσε και σαν μάρτυρας και της με αρ. 1.... διενεργηθείσας στην Ολλανδία Ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης και ..... ιατρικής βεβαιώσεως του σουηδού Ψυχιάτρου ... σε νόμιμη μετάφραση, και της πλήρως αντικρουόμενης αντίθετης από 21-6-1999 εκθέσεως ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Μ1, που σε κάθε περίπτωση δεν καταλήγει σε κατηγορηματικό συμπέρασμα, αλλά ότι " υπάρχουν ισχυραί ενδείξεις ότι είναι τοξικομανής", έκθεση που έγινε με αφορμή άλλης ποινικής κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου για ναρκωτικά το 1999 και αναφέρεται όμως σε εξέταση του κατηγορουμένου μετά 7 περίπου έτη από του χρόνου της τελέσεως των άνω εγκλημάτων, ως μη στηριζόμενη σε αντικειμενική κριτήρια και σε εργαστηριακό έλεγχο σωματικών υγρών, ούτε σε κλινικό έλεγχο σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα, ενώ αξιολογείται και η από .... βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ, που αναφέρει απλώς ότι "ο κατηγορούμενος παρακολούθησε πρόγραμμα προένταξης, προκειμένου να εισαχθεί σε μονάδα κοινωνικής επανένταξης", χωρίς να προκύπτει ή να βεβαιώνει ο ΟΚΑΝΑ περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου και δη κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ δεν υπάρχει δεσμευτικό δεδικασμένο για το ζήτημα της τοξικομανίας, κατ'άρθρο 57 ΚΠοινΔ, από την επικληθείσα ως άνω απόφαση του Ολλανδικού Δικαστηρίου, που δέχθηκε το 1993 τον ισχυρισμό αυτό. ε) επαρκώς αιτιολογείται η μη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα, που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις πράξεις αυτές, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή, από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. 'Ετσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής αποφάσεως, αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ιδίου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Δ.Σ. στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Δ.Σ. καθιερώνεται η αρχή "ne bis in idem", δηλαδή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η αρχή αυτή καθιερώνεται, ως προστασία ατομικού δικαιώματος και από το άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 54 - 57 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που κυρώθηκε με το ν.2514/1997. Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επιμέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ιδίου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους. Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Δ.Σ., διότι με αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκε, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού". Από τη σαφή διατύπωση και της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο μόνο στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους στο οποίο εκδόθηκαν.(ΑΠ 7/2002 σε Τακτική Ολομέλεια, ΑΠ 501/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που έχει συναφθεί μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και έχει κυρωθεί με το ν.2514/27.6.1997, ορίζεται ότι "όποιος δικάστηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Με αυτή τη διάταξη εφαρμόζεται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών η αρχή "ne bis in idem". Η Ελλάδα όμως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 55 της Συμφωνίας, διατύπωσε σαφή επιφύλαξη και δήλωσε, με το άρθρο 3 του κυρωτικού νόμου που ορίζει: "όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης, έλαβαν χώρα είτε εν όλω είτε εν μέρει στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, στοιχειοθετούν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται από την ελληνική ποινική νομοθεσία α) . . . . . η) παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων . .", ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 της Σύμβασης συνεπεία της αρχής του δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των Συμβαλλομένων Μερών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν όμως γινόταν δεκτό ότι με τη διάταξη της παρ.7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου, που κυρώθηκε στις 26.2.1997, οι αλλοδαπές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο, τότε η παραπάνω διατυπωθείσα επιφύλαξη (από 27.6.1997) στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen θα ήταν αντίθετη με τη διάταξη της παρ.7 του άρθρου 14 του ευρύτερης εφαρμογής Διεθνούς Συμφώνου και εντεύθεν κενή περιεχομένου. (ΑΠ 887/2001). Στην κρινόμενη υπόθεση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον Έλληνα κατηγορούμενο παραβάσεων ως άνω του ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών, με συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων και του επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ, ενώ με την ως άνω αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου να κηρυχθεί, κατ'άρθρο 57 και 370 περ.γ ΚΠοινΔ, απαράδεκτη, η κατ'αυτού ασκηθείσα στην Ελλάδα ποινική δίωξη, λόγω διεθνούς δεδικασμένου, προκύπτοντος από την με αρ. 1529/1993 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου του Άμστερνταμ Ολλανδίας που τον καταδίκασε για την ίδια πράξη ναρκωτικών, για παράβαση του Ολλανδικού νόμου περί οπίου, σε ποινή φυλακίσεως 10 ετών, για το ότι "κατά την περίοδο από 1-8-1991 έως και 18-1-1992, στο Δήμο του ..... μαζί και από κοινού με άλλους, με πρόθεση έφερε από το εξωτερικό στην Ολλανδική επικράτεια μία παρτίδα ουσίας περιέχουσας κοκαϊνη, κρυμμένη σε 35 μολύβδινες σφαίρες περίπου 955 χλγ εμπορεύσιμη ποσότητα ουσίας, κλπ.". Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, θεώρησε την ποινική δίωξη παραδεκτή και απέρριψε την περί απαραδέκτου αυτής ασκηθείσα ως άνω ένσταση του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, λόγω μη συνδρομής δεδικασμένου, με την παρακάτω αιτιολογία: Κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 του ίδιου κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη απαγόρευση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Ετσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του, εμποδίζεται νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής απόφασης, αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα, που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχ. θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως, προβλέπεται από το άρθρο 10 του ίδιου κώδικα η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία να είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη (βλεπ. Ολ. ΑΠ 7/2002 ΠΧ. ΝΒ 704). Περαιτέρω το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ επιβάλλει την υποχρέωση στα συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, κατάλληλων για την προστασία των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο ΔΣ, στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παρ. 7 του άρθρου 14 του ΔΣ καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει, αλλά και η πρόδηλη έννοια της διάταξης αυτής δεν μπορεί να είναι παρά, ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επιμέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη - Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους. Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ΔΣ, διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με την διάταξη του άρθρου 57 ΚΠΔ, που προαναφέρθηκε, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" (βλ. σχετ. Ολ. ΑΠ 7/2002 ΠΧ.ΝΒ (2002) 704). Ενόψει όλων αυτών ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου, που απορρέει: α) από την ως άνω απόφαση του Ολλανδικού Δικαστηρίου, β) από το Διεθνές Δίκαιο - Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και γ) από τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ωσαύτως, πρέπει να απορριφθεί και το επικουρικά προβαλλόμενο αίτημα περί παραπομπής του θέματος ως προς την εφαρμογή των άρθρων 54 - 58 της συνθήκης SENGEN και της κατά το άρθρο 55 νομιμότητας της επιφύλαξης της Ελλάδος προς το ΔΕΚ, δεδομένου ότι το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των ανωτέρω, ότι δεν συντρέχει προς τούτο κάποιος λόγος για την παραδοχή του εν λόγω αιτήματος". Με βάση όμως τις παραδοχές του αυτές και αυτά που αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57 ΚΠοινΔ και 8,9,10 του ΠΚ, και τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4,7 του ν.2462/2007 περί του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ(ΔΣΑΠΔ), 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 54,55 του ν. 2514/1997 περί κυρώσεως της Συνθήκης Schengen, οι οποίες ισχύουν στην Ελλάδα και ορθά αποφάνθηκε ότι οι άνω διατάξεις 8, 9, 10 του ΠΚ, δεν αντίκεινται στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο και δεν επηρεάσθηκαν από την ως άνω διάταξη άρθρου 14 παρ.7 του ΔΣΑΠΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τις διατάξεις της Συμβάσεως Εφαρμογής της Συνθήκης Schengen και ορθά και σύννομα, λόγω της μη καταργηθείσας επιφυλάξεως της Ελλάδος, του άρθρου 55 του ν. 2514/1997, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως παραβάσεων του ν.1729/1987 περί ναρκωτικών, τελεσθεισών εν μέρει και στην Ολλανδία, κατ'άρθρο 8 περ. θ ΠΚ και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις και ισχυρισμούς του κατηγορουμένου να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα στην Ελλάδα σε βάρος του ποινική δίωξη, λόγω συνδρομής διεθνούς (εξωευρωπαϊκού) δεδικασμένου και ευρωπαϊκού (ενδοευρωπαϊκού) δεδικασμένου. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠοινΔ κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση-δήλωση του Χ1 και τους προσθέτους από 24-11-2008 λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 170/ 2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορριπτέος ο 1ος Λόγος Αναιρέσεως, διότι δεν συντρέχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 32 παρ. 1, 171 παρ. 1β, 501 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ , αν το Δικαστήριο απορρίψει αίτημα αναβολής της δίκης που υποβλήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την αγόρευσή του επί της ενοχής και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, χωρίς ο διευθύνων τη συζήτηση να δώσει προηγουμένως το λόγο στον Εισαγγελέα για να προτείνει και επί του άνω αιτήματος, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο Εισαγγελέας ζήτησε το λόγο να δευτερολογήσει και να προτείνει επί του αιτήματος αναβολής, όπως εδικαιούτο και ο διευθύνων τη συζήτηση δεν του έδωσε το λόγο. (ΑΠ 813, 992/2008, 1433/2007). 2. Αβάσιμοι κατ΄ ουσία οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, τόσον για την ενοχή, (2ος + 5ος Λόγος), όσον και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών Τοξικομανίας (4ος Λόγος). 3. Αβάσιμος ο 3ος λόγος αναιρέσεως και 1ος, 2ος Πρόσθετος λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού απαραδέκτου διώξεως λόγω δεδικασμένου και για παραβίαση Δημοσίου Διεθνούς δεδικασμένου, από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση Ολλανδικού δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 14 παρ. 7, 2 ΔΣΑΠΔ/1966 του ΟΗΕ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1987 και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και για παραβίαση ενδοευρωπαϊκού δεδικασμένου, και δη της αρχής “ne bis in idem”, που καθιερώνεται με το άρθρο 54 του Ν. 2514/1997, που κύρωσε τη Συνθήκη του Schengen, λόγω ισχύος και εφαρμογής της αρχής αυτής για το δεδικασμένο, να μη δικάζεται κανείς πολίτης δύο φορές για την ίδια πράξη, όταν έχει αθωωθεί ή καταδικασθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όσον αφορά μόνο τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι του ιδίου κράτους, αρχή που ήδη προβλεπόταν από το άρθρο 57 του ΚΠΔ ( Ολ. ΑΠ 7/2002), ενώ για την καθιερούμενη ιδία αυτή αρχή, δια του άρθρου 54 της άνω Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, η Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 55 της άνω Συνθήκης, που επιτρέπει επιφυλάξεις στα συμβαλλόμενα κράτη, για προστασία ουσιώδους συμφέροντος του κράτους, δήλωσε ρητή επιφύλαξη με το άρθρο 3 του άνω κυρωτικού νόμου, ότι δε θα δεσμεύεται συνεπεία της αρχής του άνω δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των συμβαλλομένων κρατών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων (άρθρο 8 περ. θ ΠΚ) και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (ΑΠ 887/2001). Επομένως δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό κεκτημένο, δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου από την Ολλανδική καταδικαστική απόφαση και δεν εμποδίζεται η νέα δίωξη για ίδιο τέτοιο αδίκημα ναρκωτικών, εν μέρει, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 ΠΚ, η αφαίρεση της ποινής που έχει ήδη αποτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε στην ημεδαπή. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Δεδικασμένο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 678/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεωργουλόπουλο, περί αναιρέσεως της 2534/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 κάτοικο ...., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παναγιώτου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 802/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η απόφαση περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής ή διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, μετά την εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, των μαρτύρων κατηγορίας και μετά την ανάγνωση των αποδεικτικών εγγράφων, ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, "προκειμένου να προσκομισθεί από τη ΔΟΥ ..... η φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 1993 καθώς και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ιδίου οικονομικού έτους, της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 και επίσης να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των υπογραφών της τελευταίας" και προς στήριξη των άνω αιτημάτων του, προσκόμισε - στο Δικαστήριο τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν: 1) Το με αρ. πρωτ. ..... έγγραφο (από 26-10-07) του ΙΚΑ .... (τμήμα Εσόδων) προς τον Χ1. 2) Η από .... αρ. πρωτ. ... αίτηση του Χ1 προς το ΙΚΑ ..... 3) Φωτ/φο του εκκαθαριστικού σημειώματος της ΔΟΥ .... του φορ/νου ......, οικον. έτους 1993. 4) κατάσταση ασφαλίσεως προσωπικού της ..... ΟΕ από Οκτώβριο 1988 έως Ιούλιο 1989 στο ΙΚΑ .... (φωτ/φος). 5) Η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών γραφολόγων .... (από 16-5-07) και .... επί της υπόθεσης υπογραφών Ψ1 6) Το με αρ. πρωτ. .... έγγραφο του ΙΚΑ ..... 7) Το με αριθ. πρωτ. .... έγγραφο του ΟΑΕΔ .... 8) Το με αρ. πρωτ. ....έγγραφο του ΟΑΕΔ .... 9) Η με αρ. πρωτ. .... αίτηση του Χ1. 10) Πέντε (5) εντολές πληρωμής του ΟΑΕΔ, με αριθμούς ...., ..., ...., ...., .....8. 11) Η αίτηση της Ψ1 από 24-2-92 προς ΤΕΒΕ, με τη συνημμένη βεβαίωση του ΙΚΑ ...από 17-2-92. 12) Η υπεύθυνη δήλωση του Χ1 προς ΤΕΒΕ ..... 13) Το δελτίο εγγραφής ασφαλισμένου του ΤΕΒΕ .... από 24-2-92. 14) Η αίτηση του Χ1 προς τον προϊστάμενο της.... ΔΟΥ Αθηνών. 15) Το με αρ. πρωτ. .... έγγραφο της ΔΟΥ ...... Το Δικαστήριο, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να γίνει δεκτό το άνω αίτημα του κατηγορουμένου, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε αυτό ομόφωνα με το παρακάτω αιτιολογικό: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωστέα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως και δεν συντρέχει νόμιμος λόγος να αναβληθεί η δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα προκειμένου: α) να προσκομισθεί η φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 1993 και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ίδιου έτους της πολιτικώς ενάγουσας και β) να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των υπογραφών της. Αλλωστε η υποβολή του ανωτέρω αιτήματος από τον κατηγορούμενο αποσκοπεί στην παρέλκυση της δίκης, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε επιβάλει αίτημα αναβολής προκειμένου να προσκομισθούν άλλα αποδεικτικά στοιχεία (δίγραμμες επιταγές του Ο.Α.Ε.Δ.) και όχι τα ζητούμενα σήμερα. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Στη συνέχεια, μετά την εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως και την απολογία του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, κατά την αγόρευση αυτού επί της ενοχής, επανέφερε το ίδιο ως παραπάνω αίτημά του, εμμένοντας περί αναβολής της δίκης για κρείσσονας αποδείξεις, προκειμένου " να προσκομισθεί από τη ΔΟΥ ..... η φορολογική δήλωση και τα εκκαθαριστικά σημειώματα της πολιτικώς ενάγουσας οικονομικού έτους 1993 και να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των υπογραφών της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1". Το Δικαστήριο, με δεύτερη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε και το δεύτερο αυτό αίτημα, κατά πλειοψηφίαν, πριν απαγγείλει την ενοχή του κατηγορουμένου, με το παρακάτω αιτιολογικό : "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος να αναβληθεί η δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα προκειμένου: α) να προσκομισθεί η φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 1993 και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ίδιου έτους της πολιτικώς ενάγουσας και β) να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των υπογραφών της, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη (ταυτάριθμη) απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε όμοιο αίτημα του κατηγορουμένου. Συνεπώς πρέπει, κατά τη γνώμη αυτή, να απορριφθεί το ανωτέρω επαναφερόμενο αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δε διέλαβε στις προσβαλλόμενες ως παραπάνω παρεμπίπτουσες αποφάσεις του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και ιδιαίτερα από τα εκ μέρους του κατηγορουμένου, προς στήριξη των άνω αιτημάτων του, προσαχθέντα και αναγνωσθέντα δέκα τρία τον αριθμό έγγραφα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι δε συντρέχει νόμιμος λόγος να αναβληθεί η δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, αφού ο, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με χρήση πλαστών εγγράφων της εγκαλούσας, κατηγορούμενος, επικαλείτο επίμονα, σε απόδειξη της αθωότητάς του και της ελλείψεως δόλου αυτού, εκτός άλλων, α) το υπ' αυτού προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα ΔΟΥ ...., της εγκαλούσας, του κρισίμου οικονομικού έτους 1993, που διέψευδε τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας και β) δύο ιδιωτικές εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, των γραφολόγων .... και ...., που αποφαίνοντο ότι οι υπογραφές της εγκαλούσας σε κρίσιμα επί της κατηγορίας έγγραφα, που φέρονται ως πλαστογραφηθέντα και χρησιμοποιηθέντα υπό του κατηγορουμένου προς πραγματοποίηση της απάτης, ήταν γνήσιες, σε αντίθεση με το πόρισμα άλλης αναγνωσθείσας εκθέσεως της γραφολόγου ...., που αποφαίνεται ότι είναι πλαστές, ενώ η ίδια η εγκαλούσα στην ήδη δοθείσα στο ακροατήριο κατάθεσή της, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν ήταν κατηγορηματική και παραδέχθηκε ότι "κάποιες υπογραφές είναι δικές της, οι υπογραφές στις εντολές πληρωμής του ΟΑΕΔ δεν είναι σίγουρη αν είναι δικές της" χωρίς να διευκρινίζει ποίες από αυτές είναι γνήσιες και γιατί τις υπέγραψε η ιδία, αν αγνοούσε τα πάντα και δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή της στην ίδρυση της εταιρείας αυτής στην ίδια διεύθυνση με εκείνη της πτωχεύσασας εταιρείας του κατηγορουμένου, που εργαζόταν αυτή ως γαζώτρια και, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση στο Δικαστήριο η εγκαλούσα, η ιδία προσήγαγε τα εκκαθαριστικά σημειώματα προηγουμένων και επομένων του κρισίμου έτους 1993 οικονομικών ετών, και όχι και του 1993, καίτοι οχλήθηκε προς τούτο με το αναγνωσθέν από 19-10-2007 εξώδικο του κατηγορουμένου. Επίσης, δεν είναι πλήρης και επαρκής η προεκτεθείσα αιτιολογία απορρίψεως του άνω αιτήματος αναβολής, με την αναφορά και μόνο, " ότι τα υπάρχοντα (αορίστως) αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή προς μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως και ότι η υποβολή του αιτήματος αναβολής από τον κατηγορούμενο αποσκοπεί σε παρέλκυση της δίκης, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε υποβάλλει αίτημα αναβολής προκειμένου να προσκομισθούν άλλα έγγραφα στοιχεία και όχι τα ζητούμενα", αφού ήδη τις άνω πέντε δίγραμμες επιταγές- εντολές πληρωμής του ΟΑΕΔ .... προς την εγκαλούσα, προσκόμισε ήδη ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν. Τέλος, δεν αντικρούεται η αναγκαιότητα και η συνεισφορά των αιτουμένων και εκ μέρους του κατηγορουμένου, κρινομένων ως ουσιωδών και κρισίμων στην αποδεικτική διαδικασία στοιχείων, που ασφαλώς επηρεάζουν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ερευνωμένου εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως με το οποίον προβάλλονται οι άνω πλημμέλειες και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 2534/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απέρριψε δις, το υπό του κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναβολής αίτημα.
0