text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 677/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .....κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 3004Α, 3101/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 17 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του ΠΚ, προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, οριζόταν: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι: "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)" και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι: "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 386 του ΠΚ, προ της αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), ορίζεται: "1. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β') αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη της παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι: "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι: "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β') αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.)". Και το έγκλημα δηλαδή της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Και των διατάξεων αυτών η ρύθμιση, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης 15.000 Ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (αρκούσε η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως), ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ως άνω ρύθμιση. (ΑΠ 222/2008).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ. (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1. 1 του ν. 2721/1999) ορίζεται: "2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π.", ορίζεται: "Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (μεταξύ άλλων και 216 και 386 του ΠΚ), εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή (κατά το νόμο ή το καταστατικό τους) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα ή τράπεζες, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται, μεταξύ άλλων και κατά τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 Ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (αρθ. 52 παρ.3 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ. 3 και 386 παρ. 3 του ΠΚ, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσαρα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 Ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 Ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 Ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 Ευρώ αντί των 50.000.000 δραχμών ισόποσου των 146.735 Ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί, προ της ισχύος του νόμου 2943/2001, από την 12-9-2001. Το αναφερόμενο ποσό των 150.000 Ευρώ ή των 50.000.000 δραχμών, του οφέλους ή της ζημίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η βαρύτητα του εγκλήματος και ο χαρακτηρισμός αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, υπολογίζεται προκειμένου εγκλήματος που στρέφεται κατά του Δημοσίου, τραπεζών ημεδαπής κ.λ.π. και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, στο σύνολό του και για τις μερικότερες πράξεις ή τα εγκλήματα που φέρονται τελεσθέντα προ της ισχύος του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων", που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608/50 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων και κατά την οποία, "οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων", το δε άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/50, δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς, ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και 98 παρ. 3 του ΠΚ, αντίστοιχα, και ως ειδική διάταξη, κατισχύει της νεότερης ως άνω γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ. ( Ολ ΑΠ 5/2002, ΑΠ 298/2008). Περαιτέρω, το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Σε περίπτωση δε συνδρομής, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο αυτοτελή εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Το έγκλημα δε της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και τα δύο εγκλήματα, έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι επί πλαστογραφίας, η παραπλάνηση του άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε σχέση με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου ή βλάβης του άλλου και επί απάτης, η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 3004Α,3101/2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και απολογίας της κατηγορουμένης), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατ/νη ετύγχανε νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΚΟΤ ΕΙΔΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της οποίας λοιπά μέλη ετύγχαναν ο σύζυγος της και ο γιος, από άλλο γάμο, του συζύγου της και είχε ως αντικείμενο την εμπορία ειδών υγιεινής. Με την παραπάνω ιδιότητα της, συνήψε με την Τράπεζα Κρήτης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα "EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη εταιρεία", τη με αριθμό ... αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ποσού 6.000.000 δρχ. της οποίας το πιστοδοτικό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με τις με αριθμό ..., ...., ....., ...., .... και ..... αυξητικές συμβάσεις και ανήλθε στο ποσό των 60.000.000 δρχ. Το Δεκέμβριο του έτους 1995 η κατ/νη παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της παραπάνω τράπεζας, ότι δήθεν οι δανειοληπτικές της ανάγκες της πιστούχου εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, της επέβαλαν, την περαιτέρω αύξηση του πιστοδοτικού της ορίου, χωρίς κίνδυνο της παραπάνω τράπεζας, αφού η οικονομική κατάσταση της εταιρείας που εκπροσωπούσε ήταν ανθηρή και καμία οφειλή δεν είχε σε άλλη τράπεζα αλλά και ότι διέθετε εξασφαλιστικά στοιχεία που της προσέδιδαν πιστοληπτική ικανότητα για την έγκριση περαιτέρω χρηματοδότησης. Τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή και η κατ/νη τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους καθόσον, η εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε δεν είχε καμία επιχειρηματική προοπτική, λόγω χρεών, όφειλε σε άλλες τράπεζες και ειδικότερα στην τράπεζα Αττικής, στην εθνική Τράπεζα και στην Ιονική και Λαϊκή τράπεζα. Τέλος γνώριζε ότι η παραπάνω εταιρεία δεν παρείχε καμιά πιστοληπτική ικανότητα αφού τα στοιχεία που παρείχε στην Τράπεζα ως δήθεν εξασφάλιση, για τους ανειλημμένους κινδύνους, ήτοι η παράδοση των συν/κών που στη συνέχεια θα αναφερθούν, δεν την εξασφάλιζαν γιατί ήταν πλαστές, όπως επίσης παρακάτω θα αναφερθεί και συνεπώς η εμπράγματη ασφάλεια του ενεχύρου που η τράπεζα θα συνιστούσε επ' αυτών καμία εξασφάλιση δεν της παρείχε. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις της έπεισε τα αρμόδια όργανα της πιστοδότριας Τράπεζας να συμβληθούν και να υπογράψουν την από 29-12-1995 αυξητική σύμβαση πίστωσης, με την οποία το πιστοδοτικό όριο της πιστούχου εταιρείας αυξήθηκε κατά το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 110.000. 000 δρχ. και στη συνέχεια, κατά το διάστημα που αναφέρεται στο διατακτικό, να χορηγήσουν σε αυτήν τις εκάστοτε εγκρινόμενες χρηματοδοτήσεις, εντός του παραπάνω πιστωτικού ορίου, τα ποσά των οποίων χρεώθηκαν στους τηρούμενους για την εξυπηρέτηση της πιστώσεως με αριθμούς ..... και .... λογαριασμούς, που εμφάνιζαν την 30-9-96 συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 68.177.230 δρχ. Στην έγκριση και χορήγηση των ως άνω χρηματοδοτήσεων θα προέβαινε η πιστοδότρια Τράπεζα αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, όπως προαναφέρθηκε. Με τις παραπάνω ενέργειες της τις οποίες η κατ/νη επέλεξε προκειμένου να εξαπατήσει την Τράπεζα, είχε σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στα ποσά των χρηματοδοτήσεων που εκαρπούτο και δεν απέδιδε, βλάπτοντας την Τράπεζα Κρήτης, σε βάρος της οποίας η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη τουλάχιστον στο χρεωστικό υπόλοιπο των προαναφερθέντων λογαριασμών, κατά το οριστικό κλείσιμο τους (3-12-96) και δη στο ποσό των 71.442.550 δρχ. με τόκους και έξοδα. Τα παραπάνω προέκυψαν από τις καταθέσεις στο παρόν δικαστήριο, των μαρτύρων, ....., Μ1 και ......, διευθ/ντή στην τράπεζα Κρήτης του πρώτου και υπαλλήλων των λοιπών, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η κατ/νη τους δήλωσε εγγράφως, αλλά και με τους σχετικούς ισολογισμούς, οι οποίοι ήταν ανακριβείς κατά το σημείο τούτο, ότι δεν οφείλει σε άλλες Τράπεζες ενώ αποδείχθηκε ότι όφειλε στην τράπεζα Αττικής, στην εθνική και στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, και ότι αν γνώριζαν τις οφειλές των ως άνω δανείων δεν θα την χρηματοδοτούσαν. Άλλωστε και η ίδια η κατ/νη απολογούμενη στο παρόν δικαστήριο δέχεται ότι το έτος 1997 χρωστούσε στην Τράπεζα Αττικής ποσό 51.000.000 δρχ. Η κατ/νη αρνείται τα παραπάνω και ισχυρίζεται ότι η αύξηση του πιστοδοτικού ορίου έγινε μόνο στα χαρτιά ενώ η ίδια (εννοώντας προφανώς και η εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε), δεν πήρε χρήματα. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος καθόσον από σχετικά εντάλματα πληρωμής που προσκόμισε η Τράπεζα και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει ότι η κατ/νη εισέπραξε μέσω της εταιρείας της κατά το διάστημα από 22-5-96 μέχρι 19-9-96, ήτοι μετά την αύξηση του πιστοδοτικού ορίου, τα παρακάτω πλην άλλων ποσά: Στις 22-5-96 ποσό 4.700.000 δρχ., στις 28-6-96 ποσό 3.250.000 δρχ., στις 18-6-96 ποσό 8.500.000 δρχ., στις 3-7-96 ποσό 4.100.000 δρχ., στις 11-8-96 ποσό 3.000.000 δρχ στις 9-9-96 ποσό 1.500.000 δρχ. και στις 19-9-96 ποσό 5.000.000 δρχ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η κατ/νη διαπράττει κατ' επάγγελμα την πράξη της απάτης, αφού από την επανειλημμένη τέλεση και την βάσει σχεδίου δράση της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητα της με την πλαστογράφηση των συν/κών, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω την εν λόγω πράξη τέλεσε και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημένη τέλεση της προκύπτει σταθερή ροπή: της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας της. Να σημειωθεί ότι η ίδια η κατ/νη, δια των αυτοτελών ισχυρισμών που ο συνήγορος της παρέδωσε γραπτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποτέλεσαν τμήμα της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία αναγνώσθηκε, δέχεται ότι κατηγορείται και για άλλη απάτη, σε βάρος της Τράπεζας Αττικής ποσού 51.000.000 δρχ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατ/νη στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1996 μέχρι Αύγουστο 1996, κατ' εξακολούθηση, κατάρτισε και εμφάνισε στην ως άνω Τράπεζα Κρήτης τις παρακάτω πλαστές συν/κές, τις οποίες φέρεται να έχει εκδώσει η παραπάνω εταιρεία " ΑSCΟΤ ΕΠΕ", στις οποίες έθεσε, κατ απομίμηση, την υπογραφή, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση τους, κάτω από την ένδειξη "δεκτή", διαφόρων προσώπων πελατών της, τάχα οφειλετών της, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας περί της πιστοληπτικής ικανότητας της και της παροχής επαρκών καλυμμάτων (εξασφαλιστικών στοιχείων) και να τους πείσουν στη χορήγηση των ως άνω χρηματοδοτήσεων, έτσι ώστε να προσπορίσει σε αυτήν παράνομο περιουσιακό όφελος επί ζημία της Τράπεζας η οποία ανέρχεται κατά τα άνω στο ποσό των 71.442.550 δρχ. αφού οι εν λόγω συν/κές δεν πληρώθηκαν. Μάλιστα όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες συν/κές ως απλήρωτες οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας, αναζήτησαν την κατ/νη αλλά δεν την εύρισκαν πουθενά (βλ. κατάθεση μάρτυρα .....) ενώ ο σύζυγος της δήλωνε στο τηλέφωνο ότι βρίσκεται εκτός Αθηνών (βλ. κατάθεση μάρτυρα Μ1).
Να σημειωθεί ότι ή Τράπεζα απαίτησε, οι συν/κές που θα διδόταν σε αυτήν, προς εξασφάλιση της αύξησης του πιστοδοτικού ορίου, να ανέλθουν σε ποσό μεγαλύτερο της εκταμίευσης, όπως συνηθίζεται στις Τραπεζικές συναλλαγές, και για το λόγο αυτό οι συν/κές που παρέδωσε η κατ/νη προς εξασφάλιση της Τράπεζας ανερχόταν, στο ποσό που στη συνέχεια θα αναφερθεί, ήτοι των 74.650.000 δρχ.
Ειδικότερα κατάρτισε και παρέδωσε στην Τράπεζα, τις παρακάτω πλαστές συν/κές, ήτοι:......
1. ....(αναφέρονται οι α/α 1-45 με στοιχεία, ημερομηνίες και ποσά) Εις μεταφορά 17.300.000.
2. Εκ μεταφοράς 17.300.000....(αναφέρονται οι α/α 46-88 με στοιχεία, ημερομηνίες και ποσά) Εις μεταφοράν 32.700.000
3. Εκ μεταφοράς 32.700.000 ...(αναφέρονται οι α/α 89-133 με στοιχεία, ημερομηνίες και ποσά) Εις μεταφοράν 48.650.000
4. Εκ μεταφοράς 48.650.000 ..(αναφέρονται οι α/α 134-173 με στοιχεία, ημερομηνίες και ποσά) Εις μεταφοράν 63.550.000
5. Εκ μεταφοράς 63.550.000 ..(αναφέρονται οι α/α 174-201 με στοιχεία, ημερομηνίες και ποσά)
Σύνολο 74.650.000
Επομένως η κατ/νη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1'του Ν. 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου, όπως άλλωστε δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον το ποσό της ζημίας, δεν υπερβαίνει κατά κεφάλαιο το ποσό των 50.000.000 δρχ. κατά την προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της κατάρτισης και χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1'του Ν. 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη προαναφέρθηκαν.
Στην κατ/νη πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' Π.Κ, όπως άλλωστε δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον η κατ/νη μέχρι του χρόνου διάπραξης των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την κατηγορούμενη, ήδη αναιρεσείουσα, ένοχη α) απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προξενηθείσα, άλλως απειληθείσα ζημία σε βάρος τράπεζας της ημεδαπής, ιδιαίτερα μεγάλης, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ.1 α του ν. 1608/1950, περί καταχραστών του Δημοσίου και β) κατάρτισης και χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ'εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 α του ν. 1608/1950, όπως είχε κριθεί και στον πρώτο βαθμό, και στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω, σε βαθμό κακουργήματος, δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 13 περ. γ, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 α', 94 παρ.1, 98 ΠΚ, 216 παρ.1,3 ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α του ν. 1608/1950 και με άρθρα 263 Α ΠΚ και 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, 386 παρ. 1, 3 α του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3-6-1999, τις οποίες διατάξεις, όπως ίσχυσαν και ισχύουν κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, σε σχέση με τον παραπάνω χρόνο τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων δύο εγκλημάτων, α) της πράξεως της πλαστογραφίας, ήτοι της καταρτίσεως, με χρήση, των παραδοθέντων, με ενεχύραση στην δανείστρια τράπεζα Κρήτης, πλαστών ως προς την υπογραφή των ανυπάρκτων προσώπων - αποδεκτών των 201 συναλλαγματικών, εκδόσεώς της, κατ'εξακολούθηση, με σκοπό τη χρηματοδότησή της χωρίς εμπράγματη ασφάλεια και ήτοι με σκοπό παράνομου οφέλους, συνιστάμενου στα ποσά των διαδοχικών χρηματοδοτήσεων που εκαρπούτο και δεν απέδιδε, συνολικά υπολογιζόμενου κατά τα προαναπτυχθέντα, μεγαλύτερου του ποσού των 50.000.000 δραχμών, λόγω του ότι οι δοθείσες 201 συναλλαγματικές έμειναν απλήρωτες και δη με κλεισθέν και μη καλυφθέν χρεωστικό κατάλοιπο και αντίστοιχη ζημία ποσού 71.442.550 δραχμών, σε βάρος της Τράπεζας Κρήτης ΑΕ και ήδη, λόγω συμβατικής διαδοχής και απορροφήσεως, της τελικά παθούσας και νομιμοποιούμενης ενεργητικά πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας "EFG Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην ημεδαπή, με τη συνδρομή δηλαδή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου", όπως ίσχυε κατά τον άνω χρόνο τελέσεως (από Ιανουάριο 1996 έως Νοέμβριο 1996), και β) της πράξεως της απάτης, τελεσθείσας, κατά το διάστημα από μηνός Δεκεμβρίου 1995 έως του μηνός Αυγούστου 1996, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ.1 του άνω ν. 1608/1950, με συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 5.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.2721/1999, για τις οποίες δύο αυτές, κακουργηματικές πράξεις , συρρέουσες αληθώς, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη. Εφόσον επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.δ. 2576/1953, η οποία δεν έχει καταργηθεί, λόγω συνδρομής της ως άνω επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, για τον προσδιορισμό του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του δράστη ή της προσγενόμενης ή οπωσδήποτε απειληθείσας ζημίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η βαρύτητα του εγκλήματος και ο χαρακτηρισμός του, ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό των μερικότερων πράξεων του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας, που εδώ ανέρχεται σε 71.442.550 δραχμές, ήτοι υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δραχμών, έπεται ότι δεν πρόκειται για πλημμεληματική πλαστογραφία, και ο περί παραγραφής συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς, ο τρόπος με τον οποίο η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη έδρασε στην τέλεση της πράξεως της απάτης, α) κατ'επάγγελμα, δεχθέν ότι από την επανειλημμένη τέλεση και την βάσει σχεδίου δράση της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά της με την πλαστογράφηση των συναλλαγματικών, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια, δεχθέν ότι από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Εκ του γεγονότος δε ότι συρρέουν αληθώς η απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διπλή απαξιολόγηση του στοιχείου "σκοπός περιουσιακού οφέλους" τη μία φορά ως επιβαρυντικό στοιχείο της πλαστογραφίας και τη δεύτερη φορά ως στοιχείο της "υποδομής", που θεμελιώνει την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως της απάτης, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού για την στοιχειοθέτηση της κατ'επάγγελμα απάτης απαιτείται και πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει και όσον αφορά το δόλο, τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, συνιστάμενο στην έκδοση 201 συναλλαγματικών, τις οποίες πλαστογράφησε ως προς την υπογραφή των δήθεν αποδεκτών, τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, με την παράδοσή τους στην τράπεζα Κρήτης, ως ενέχυρου, και τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στην παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων της τράπεζας, σε σχέση με την ύπαρξη επαρκούς καλύψεως δήθεν οφειλετών της και υπάρχουσα δήθεν πιστοληπτική της ικανότητα, προκειμένου να πετύχει, όπως και έγινε, να χρηματοδοτηθεί η ίδια ως παραπάνω και με αυξητικές συμβάσεις από τη δανείστρια τράπεζα. Αιτιολογείται επαρκώς και ο τρόπος τελέσεως του κύριου εγκλήματος της απάτης, συνιστάμενος στην παραπλάνηση των υπαλλήλων και οργάνων της τράπεζας, με την παράδοση των συναλλαγματικών και την παράσταση των ως παραπάνω αναληθών γεγονότων. Οι τράπεζες δε της ημεδαπής απολαύουν της προστασίας του ν. 1608/50, έστω και αν δεν ανήκουν στο Δημόσιο αποκλειστικά ή κατά πλειοψηφία.
Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι το Δικαστήριο, για μεν την πλαστογραφία δέχεται τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 α του ν. 1608/1950 " περί καταχραστών του Δημοσίου", με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη συνολικά προξενηθείσα, άλλως απειληθείσα ζημία της τράπεζας, ύψους 71.442.550 δραχμών, ήτοι υπερβαίνουσα το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ενώ για την απάτη, κηρύσσει ένοχη την κατηγορούμενη, σε βαθμό κακουργήματος, λόγω τελέσεως αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς την άνω επιβαρυντική περίσταση του ν. 1608/1950, με την αιτιολογία ότι το ποσό της ζημίας της τράπεζας δεν υπερέβαινε, κατά κεφάλαιο, το ποσό των 50.000.000 δραχμών, διότι αυτή η παραδοχή είχε γίνει, όπως σημειώνεται και στη σελίδα 43 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αιτιολογείται και στη σελίδα 33 της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γιατί χωρίς τον συνυπολογισμό των τόκων και των προσαυξήσεων, η ζημία της τράπεζας δεν υπερέβαινε το ποσόν των 50.000.000 δραχμών και επομένως ορθά κρίθηκε όπως παραπάνω. Το δευτεροβάθμιο δε Δικαστήριο, δε μπορούσε άλλωστε κατά τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 470 του ΚΠοινΔ, να μεταβάλει την άνω παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άνω ποσό της ζημίας της τράπεζας και να χειροτερεύσει έτσι τη θέση της κατηγορουμένης. Επίσης, δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσης της κατηγορουμένης, εκ του ότι καταδικάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την πλαστογραφία, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1α του ν. 1608/1950, καθόσον από τα πρακτικά των δύο αποφάσεων προκύπτει, ότι και στον πρώτο βαθμό καταδικάστηκε με την άνω επιβαρυντική περίσταση, (βλ. σελ.33,35,40 πρωτοβάθμιας αποφάσεως), απλώς από παραδρομή παραλείφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η παράθεση στο αιτιολογικό του (σελ.41) και της παραπάνω διάταξης νόμου και δεν είχε κριθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η κατηγορουμένη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η διάταξη δε αυτή παρατίθεται στη σελίδα 52 της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και πρώτος, δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ και 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993 "αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη". Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες, ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αφορά τη πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποίαν δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αποδοθείσα στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατηγορία, όπως αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και από το δευτεροβάθμιο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για την οποία και κηρύχθηκε ένοχη, συνίσταται στο ότι αυτή διέπραξε σε βαθμό κακουργήματος απάτη και πλαστογραφία σε βάρος της τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης ΑΕ". Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συζήτηση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην υπ' αριθμ. 269/2004 απόφαση πρακτικά, παραστάθηκε κατά της κατηγορουμένης ως πολιτικώς ενάγουσα η διάδοχος τράπεζα με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" στην οποίαν συγχωνεύθηκε με απορρόφηση η άνω παθούσα Τράπεζα Κρήτης και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από την παραπάνω πράξη της κατηγορουμένης που επέφερε μείωση του κύρους και της φήμης της. Το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής και για την επικληθείσα από αυτήν αιτία, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση για την παράσταση αυτή και επιδίκασε στο σύνολό του το αιτηθέν ποσόν των 44 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, η πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα επανέλαβε τη ιδία δήλωσή της για παράσταση δια παρισταμένου νομίμου πληρεξουσίου αντιπροσώπου και αντικλήτου της, που δήλωσε ότι η τράπεζα αυτή έχει απορροφήσει την παθούσα πρώην "τράπεζα Κρήτης ΑΕ", αξιώνουσα ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί, το πρωτοδίκως επιδικασθέν σε αυτήν ποσό. Το Πενταμελές Εφετείο, απέρριψε με επαρκή αιτιολογία την προβληθείσα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της Τράπεζας "EFG Eurobank Ergasias A.E.", δεχθέν ότι η πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα έχει διαδεχθεί νομίμως με απορρόφηση την παθούσα τράπεζα Κρήτης και στο τέλος δέχθηκε και πάλιν ως βάσιμη τη δήλωση αυτή και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το και πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσόν. Ενόψει αυτών, η δήλωση της διαδεχθείσας, την παθούσα από τα εν λόγω εγκλήματα "Τράπεζα Κρήτης ΑΕ", πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας, που έγινε κατά τον προεκτεθέντα νόμιμο τρόπο, δια του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου της, ήταν σαφής και πλήρως ορισμένη και νόμιμη και δεν παρέστη αυτή παράνομα ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Συναφώς η Τράπεζα Κρήτης ΑΕ, στην οποία μεταβιβάστηκαν από την κατηγορουμένη οι συναλλαγματικές με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ, απέκτησε ως δανείστρια - κομίστρια των τίτλων αυτών, ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματωνόταν στους τίτλους, αλλά και στους ίδιους τους τίτλους, ασκώντας, με βάση το ενέχυρο αυτό, ανεξάρτητα του ότι η κυριότητα του τίτλου ανήκε στην ενεχυράσασα, το δικαίωμα εισπράξεως των τίτλων και μάλιστα στο όνομά της (ΑΠ 119/2008). Επομένως, η εν λόγω τράπεζα ήταν αμέσως ζημιωθείσα και εδικαιούτο να υποβάλει έγκληση- μήνυση, ανεξάρτητα του ότι τα κακουργήματα αυτά διώκονται αυτεπαγγέλτως, και περαιτέρω εδικαιούτο να παρασταθεί στο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα η νόμιμη με απορρόφηση εκδοχέας-διάδοχος αυτής τράπεζα " EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" και οι συναφείς από τα άρθρα 171 αρ. 1β, 2, 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η εδ.γ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων, για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας, λόγω μη νομότυπης, υποβολής εγκλήσεως και παρά το νόμο παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή περαιτέρω, δια του τετάρτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι στον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα συνήγορο υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, δόθηκε μόνον μία ώρα χρόνος, μη αρκετός, για να μελετήσει και να προετοιμάσει την υπεράσπισή της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι πράγματι κατά την πρώτη ημέρα συνεδριάσεως της 5-12-2007, διορίσθηκε αυτεπάγγελτα συνήγορος της κατηγορουμένης ο Δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Μπαλάσκας και η διευθύνουσα τη συζήτηση πρόεδρος διέκοψε τη συζήτηση και έθεσε στη διάθεσή του τη σχετική δικογραφία για μία ώρα, για να την μελετήσει και να προπαρασκευάσει την υπεράσπιση της κατηγορουμένης, αφού συνεννοηθεί μαζί της, ο δε παρασχεθείς χρόνος μιας ώρας κρίνεται επαρκής προς μελέτη και προετοιμασία, αφού ο εν λόγω διορισθείς δικηγόρος ούτε αρχικά, ούτε και αργότερα, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο χρόνος μιας ώρας που του δόθηκε, δεν είναι αρκετός, ούτε δε και μετά τη μελέτη και την παρέλευση της μιας ώρας, ζήτησε παράταση του δοθέντος χρόνου ή διακοπή της δίκης για άλλη ημέρα. Κατά την επανάληψη δε της συζητήσεως, ο ίδιος συνήγορος δεν υπέβαλε κάποιο σχετικό αίτημα παρατάσεως του χρόνου, η δε ιδία η κατηγορουμένη, ζήτησε την αντικατάσταση του συνηγόρου της, γιατί δεν τον αποδέχεται, με την αιτιολογία ότι ο δοθείς χρόνος ήταν λίγος και δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί της. Το Δικαστήριο δε, με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα αυτό της κατηγορουμένης για αντικατάσταση του συνηγόρου, σημειώνοντας ότι δε ζητήθηκε παράταση του δοθέντος χρόνου από τον ίδιο το συνήγορο και ακόμη ότι η συζήτηση της υποθέσεως διακόπηκε περί ώρα 15.00 για την επομένη ημέρα, κατά την οποίαν, εξετάστηκαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας, αναγνώσθηκαν τα έγγραφα και απολογήθηκε η κατηγορουμένη και συνεπώς ο διορισθείς δικηγόρος είχε την ευχέρεια κατά το μεσολαβήσαν με τη διακοπή διάστημα να μελετήσει έτι περαιτέρω τη δικογραφία, αν επιθυμούσε και έκρινε τούτο σκόπιμο. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2008 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 17-11-2008 πρόσθετους λόγους, της ....., για αναίρεση της με αριθμ. 3004 Α, 3101/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α. Απάτη κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς επιβαρυντικό περ. 1 παρ.1 ν. 1608/50, λόγω ποσού ζημίας, κατά κεφάλαιο μη υπερβαίνων τα 50.000.000 δρχ. Β. Πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου με επιβαρυντικό περιστατικού του 1 παρ. 1 του ν. 1608/50, λόγω οφέλους συνολικού, άνω των 50.000.000 δρχ. (ΑΠ 1403/ 2007, 1074/2006). 1. Επί κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας σε βάρος Τράπεζας ημεδαπής, τελεσθεισών 1995-1996, ήτοι προ του 1999, το άρθρο 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, ως ειδική διάταξη, αφορώσα τα περιοριστικώς προβλεπόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, μεταξύ των οποίων είναι και η απάτη και η πλαστογραφία, εξακολουθεί να ισχύει και μετά το ν. 2721/1999, οπότε για την εφαρμογή του ν. 1608/1950, επί κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος αρκεί το όφελος του δράστη ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή Τράπεζα ημεδαπής, να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 ευρώ και δεν απαιτείται το αντικείμενο καθεμίας μερικότερης πράξης να υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, κατισχύει δε της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2721/1999. (ΑΠ 298/2008, 64, 1431/2006, 1731/2005). Επίσης η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 α ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, κατά το πρώτο σκέλος της, που για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτεί τέλεση κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας να υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δραχμών είναι ηπιότερη της προηγούμενης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών και προ της κατά 3-6-1999 ισχύος του ν. 2721/1999 (ΑΠ 222/2008, 1074/2006). 2. Εκ του γεγονότος δε ότι συρρέουν αληθώς η απάτη κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διπλή απαξιολόγηση του στοιχείου “σκοπός περιουσιακού οφέλους” τη μία φορά ως επιβαρυντικό στοιχείο της πλαστογραφίας και τη δεύτερη φορά ως στοιχείο της “υποδομής”, που θεμελιώνει την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως της απάτης, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού για την στοιχειοθέτηση της κατ΄ επάγγελμα απάτης απαιτείται και πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι στον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα συνήγορο υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, δόθηκε μόνον μία ώρα χρόνος (μη αρκετός) για να μελετήσει και να προετοιμάσει την υπεράσπισή της, καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι πράγματι κατά την πρώτη ημέρα συνεδριάσεως της 5-12-2007, διορίσθηκε αυτεπάγγελτα συνήγορος της κατηγορουμένης ο Δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Μπαλάσκας και η διευθύνουσα τη συζήτηση πρόεδρος διέκοψε τη συζήτηση και έθεσε στη διάθεσή του τη σχετική δικογραφία για μία ώρα, για να την μελετήσει και να προπαρασκευάσει την υπεράσπιση της κατηγορουμένης, αφού συνεννοηθεί μαζί της, ο δε παρασχεθείς χρόνος μιας ώρας κρίνεται επαρκής προς μελέτη και προετοιμασία, αφού ο εν λόγω διορισθείς δικηγόρος ούτε αρχικά, ούτε και αργότερα, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο χρόνος μιας ώρας που του δόθηκε, δεν είναι αρκετός, ούτε δε και μετά τη μελέτη και την παρέλευση της μιας ώρας, ζήτησε παράταση του δοθέντος χρόνου ή διακοπή της δίκης για άλλη ημέρα. Κατά την επανάληψη δε της συζητήσεως, ο ίδιος συνήγορος δεν υπέβαλε κάποιο σχετικό αίτημα παρατάσεως του χρόνου, η δε ιδία η κατηγορουμένη, ζήτησε την αντικατάσταση του συνηγόρου της, γιατί δεν τον αποδέχεται, με την αιτιολογία ότι ο δοθείς χρόνος ήταν λίγος και δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Νόμος επιεικέστερος, Ε.Σ.Δ.Α., Καταχραστές Δημοσίου.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 676/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολιτάκο, περί αναιρέσεως της 2528/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Νοεμβρίου 2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1884/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 ΠΚ. υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται : α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους , β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης.
Εξάλλου, το "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης", συστήθηκε δια του άρθρου 4 του ΝΔ 102/1973 και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης", το οποίο εξυπηρετεί το κοινό στις συγκοινωνιακές ανάγκες αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών της περιφερείας του νομού Θεσσαλονίκης και της συνδέσεώς της με την Αθήνα και τις λοιπές πρωτεύουσες νομών και ήδη δια του άρθρου 3 του Ν. 2963/2001 και με το με αριθ. 28802/2003, νόμιμα εγκριθέν και καταχωρηθέν στα ΜΑΕ συμβόλαιο, μετετράπη, όπως όλα τα ΚΤΕΛ, σε ανώνυμη εταιρεία "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ", η οποία όμως, κατά τα άρθρα 14, 16, 17 του άνου νόμου, λειτουργεί με κανονισμό προσωπικού που εκδίδεται, ύστερα από Υπουργική Απόφαση με Προεδρικό Διάταγμα, εποπτεύεται από τον Νομάρχη, υπόκειται σε διοικητικές κυρώσεις,κλπ. Όμως, τα παραπάνω ΚΤΕΛ, καίτοι μετατράπηκαν σε ΑΕ, , παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ασκούν πράγματι δημόσια υπηρεσία, όπως συνάγεται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 106 παρ. 3), γιατί πρόκειται περί επιχειρήσεως που στην ουσία ασκεί έμμεση κρατική εξουσία, επιδιώκοντα σκοπό τη δημόσια συγκοινωνία που ανήκει στο κράτος, έστω και αν τυπικά - οργανικά διαφέρει από το Κράτος, έχουσα τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και ήδη ιδιόμορφης εποπτευόμενης ανώνυμης εταιρείας.
Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα όχι μόνο στις δημόσιες επιχειρήσεις που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ως υποκατάστατα του κράτους, της τοπικής αυτοδιοικήσεως ή των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., αλλά και στις επιχειρήσεις εκείνες που ανήκουν και σε νομικά πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, εφόσον αυτά εκμεταλλεύονται κατ' αποκλειστικότητα ή προνομιακά κάποιες από τις κοινωνικές παροχές και λειτουργίες που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 263α ΠΚ. Άρα, η υπαλληλική ιδιότητα επεκτείνεται και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν είναι "κρατικά" και σε τέτοιας μορφής ΑΕ, που το κεφάλαιό τους δεν προέρχεται δηλαδή από το Κράτος, αλλά ελέγχονται και εποπτεύονται απ' αυτό και διαχειρίζονται και εξυπηρετούν δημόσια αγαθά όπως είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες. Εντεύθεν, οι υπάλληλοι της επιχειρήσεως των KTEΛ ΑΕ, θεωρούνται υπάλληλοι, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ για στην εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ.
Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τις με αριθ. 57,58,59/20 - 11-2006 αιτήσεις των τριών αναιρεσειόντων, υπαλλήλων, ως μελών του ΔΣ της εταιρείας "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", πλήττεται η με αριθμό 2528/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία οι αναιρεσείοντες, ως υπάλληλοι της άνω ανώνυμης εταιρείας, καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών ο καθένας, με τριετή αναστολή, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και απολογιών των κατηγορουμένων), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι στη ..... την 16η Ιουνίου 2003, έχοντες την ιδιότητα του υπαλλήλου (άρθρο 263 Α Π.Κ., 20 του ΝΔ 107/73 και 50 του Ν. 2963/2001), ο πρώτος ως Πρόεδρος του ΚΤΕΛ Νομού ....., ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος του άνω ΚΤΕΛ και ο τρίτος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ρηθέντος Κοινού Ταμείου (ήδη λειτουργούντος υπό μορφή Ανωνύμου Εταιρείας, χωρίς όμως και να απωλέσει τον κοινωφελή χαρακτήρα, για τον οποίο ιδρύθηκε), κατήρτισαν εικονικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και, χωρίς τις κατά νόμο διατυπώσεις, προσέλαβαν 1) τη Α (αδελφή του κατηγορουμένου Χ3) ως δακτυλογράφο, 2) τη Β (θυγατέρα του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1), ως βοηθό γραμματέα, και 3) τη Γ (θυγατέρα του μετόχου του ΚΤΕΛ Δ), ως γραφέα, με απώτερο σκοπό όπως δημιουργήσουν τις τυπικές προϋποθέσεις προσλήψεως των άνω υπό του ΟΑΣΘ, ως πρώην εργαζομένων στο ΚΤΕΛ. Στις άνω εικονικώς προσληφθείσες το ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης φέρεται να κατέβαλε μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2003 (638 ευρώ μηνιαίο μισθό για κάθε μία και 336,20 ευρώ ασφαλιστικές εισφορές για κάθε μία επίσης). Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων κατηγορουμένων περί του ότι δεν κατέβαλαν στην πραγματικότητα μισθούς ελέγχεται αλυσιτελής και αβάσιμος, διότι: Αφενός μεν όσον αφορά τις εισφορές προς το ΙΚΑ και λοιπά ασφαλιστικά ταμεία, η επικαλούμενη εικονικότητα είναι ανίσχυρη και η υποχρέωση του ΚΤΕΛ υφίστατο και εξακολουθούσε να υφίσταται. Αφετέρου δε και οι αξιώσεις των προσληφθεισών, κατά τα άνω εικονικώς, δεν έπαυσαν να υφίστανται έναντι του ρηθέντος Νομικού προσώπου στην παράνομη αυτή πράξη της εικονικής προσλήψεως των άνω κατά παράβαση του υπηρεσιακούς τους καθήκοντος με μοναδικό σκοπό να τις ωφελήσουν παράνομα (το επιδιωκόμενο παράνομο όφελος τους συνιστάμενο στην είσπραξη ανάλογου μισθού [χωρίς την προσφορά αντίστοιχης πραγματικής εργασίας από μέρους τους], καθώς και στην καταβολή στο ΙΚΑ των ανάλογων εισφορών - ΑΠ 1061/92 ΠΧ ΜΒ'804, ΑΠ 91/90 ΠΧ Μ' 966), λαμβανομένου υπόψη περαιτέρω και ότι επίκειτο άμεσα η ένταξη του ΚΤΕΛ Ν. Θεσσαλονίκης στον ΟΑΣΘ και έτσι θα μπορούσαν οι τελευταίες να ζητήσουν τη μετάταξή τους στον Οργανισμό αυτό, αλλά και να βλάψουν υλικά αφενός μεν το ΚΤΕΛ Ν. Θεσσαλονίκης, το οποίο κατέβαλε χωρίς νόμιμη αιτία τα παραπάνω ποσά (ΑΠ 170/96 ΠΧ ΜΣΤ', 1599), αφετέρου δε άλλους πραγματικά εργαζόμενους του ΚΤΕΛ, οι οποίοι θα επιθυμούσαν τη μετάταξη τους στον ΟΑΣΘ, (βλ. καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι, μεταξύ άλλων, ρητά κατέθεσαν ότι παρότι οι τρεις προσληφθέντες υπάλληλοι είχαν καταγραφεί στις σχετικές μισθολογικές καταστάσεις του ΚΤΕΛ, για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και περαιτέρω ότι καταβλήθηκαν από το τελευταίο και οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ, αυτές ουδέποτε προσέφεραν οιαδήποτε εργασία. Σημειωτέον ότι ενώ, ο μεν κατηγορούμενος Χ2 απολογούμενος ανέφερε ότι "οι εργαζόμενες προσέφεραν εργασία", οι λοιποί κατηγορούμενοι (Χ1 και Μ. Κοτσαγερίδης) απολογούμενοι ανέφεραν αντίθετα ότι "λόγω των αντιδράσεων των λοιπών μετόχων της ΚΤΕΛ σταμάτησαν αυτές να δουλεύουν" (χωρίς να προσδιορίζουν επακριβώς το χρόνο της εργασίας τους ή της διακοπής αυτής). Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι, οι τελευταίοι παρά ταύτα και παρά τις ως άνω αντιδράσεις, δεν προέβησαν, ως όφειλαν, άμεσα σε καταγγελία των επίδικων συμβάσεων εργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η λύση αυτών - δεδομένου ότι οι προσληφθείσες ουδέποτε προσέφεραν οιαδήποτε πραγματική εργασία στο ΚΤΕΛ - αποκλειστικά και μόνο προκειμένου η εν λόγω υπηρεσιακή παράβαση τους να οδηγήσει στην επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια των παραπάνω, συγγενών και γνωστών τους (βλ. και το από 11.5.2004 κοινό σημείωμά τους ενώπιον της Πταισματοδίκη του Β' Τμήματος στο οποίο, κατά τρόπο αντιφατικό (σε σχέση με τα όσα ανέφερε ιδίως παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος στην απολογία του) εκθέτουν ότι: Μετά την 5.7.2003 αρνούμασταν να απασχολούμε τις παραπάνω για να μη δημιουργηθούν επεισόδια και διαπληκτισμοί ..." και περαιτέρω ότι "οι προσληφθείσες προσέρχονταν καθημερινά να εργαστούν σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας, που υπέγραψαν μαζί τους, με αποτέλεσμα το ΚΤΕΛ να έχει καταστεί υπερήμερο, το οποίο και ως εργοδότρια επιχείρηση είχε υποχρέωση να καταβάλει στο ΙΚΑ τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές". Υπό τα άνω περιστατικά οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, αναγνωριζομένου εις αυτούς του ελαφρυντικού ότι διήγαγον πρότερο έντιμο βίο (84 παρ. 2α ΠΚ)".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπάρχει σε αυτήν η αναγκαία, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ρητά αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι κατάρτισαν συμβάσεις εργασίας και προσέλαβαν τις σε αυτή αναφερόμενες τρεις υπαλλήλους, κατά παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας τους αόριστα, χωρίς να αναφέρεται στο σκεπτικό της, ούτε και στο διατακτικό της για να συμπληρωθεί, από ποία διάταξη νόμου ή από ποία διοικητική πράξη ορίζεται ότι στα καθήκοντα των κατηγορουμένων μελών του ΔΣ του "Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης", περιλαμβανόταν και εκείνο της προσλήψεως υπαλληλικού προσωπικού στην ανώνυμη εταιρεία " ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", το οποίο και παρέβησαν, ούτε αναφέρονται οι νόμιμες διαδικασίες που όφειλαν να ακολουθήσουν για τη σύναψη νομίμων συμβάσεων μισθώσεως εργασίας αορίστου χρόνου, για να κριθεί το παράνομο της διαδικασίας που ακολούθησαν και των γενομένων προσλήψεων των τριών υπαλλήλων του ΚΤΕΛ και εντεύθεν η παράβαση των καθηκόντων τους. Ούτε μπορεί να συναχθεί ότι η πράξη της καταρτίσεως συμβάσεων προσλήψεως υπαλληλικού προσωπικού στο ΚΤΕΛ, συμπεριλαμβάνεται στα καθήκοντά τους, "όπως ενυπάρχουν στη φύση της υπηρεσίας τους ως υπαλλήλων". Με τις ελλείψεις αυτές, μη καλυπτόμενες από την αόριστη αναφορά στο σκεπτικό ότι οι κατηγορούμενου ενήργησαν "κατά παράβαση των νομίμων διατυπώσεων", καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ, που έτσι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, δεκτού καθισταμένου ως βασίμου, του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2528/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος μελών ΔΣ ΚΤΕΛ. 1. Έννοια 259 ΠΚ. Έννοια καθήκοντος υπηρεσίας υπαλλήλου (ΑΠ 543/06, 1062/02). 2. Υπάλληλοι, κατά 13 α και 263 α ΠΚ και τα μέλη του ΔΣ των ΚΤΕΛ ΑΕ, γιατί τα ΚΤΕΛ παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ασκούν πράγματι δημόσια υπηρεσία, όπως συνάγεται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 106 παρ. 3) και πρόκειται περί επιχειρήσεων που ασκούν έμμεση κρατική εξουσία, επιδιώκοντας σκοπό τη δημόσια συγκοινωνία που ανήκει στο κράτος. 3. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 259 ΠΚ, διότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε και στο διατακτικό της για να συμπληρωθεί, από ποία διάταξη νόμου ή από ποία διοικητική πράξη ορίζεται ότι στα καθήκοντα των κατηγορουμένων μελών του ΔΣ του “Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης”, περιλαμβανόταν και εκείνο της προσλήψεως υπαλληλικού προσωπικού στην ανώνυμη εταιρεία “ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ”, το οποίο και παρέβησαν, ούτε αναφέρονται οι νόμιμες διαδικασίες που όφειλαν να ακολουθήσουν για τη σύναψη νομίμων συμβάσεων μισθώσεως εργασίας αορίστου χρόνου, για να κριθεί το παράνομο της διαδικασίας που ακολούθησαν και των γενομένων προσλήψεων των τριών υπαλλήλων του ΚΤΕΛ και εντεύθεν η παράβαση των καθηκόντων τους. Ούτε μπορεί να συναχθεί ότι η πράξη της καταρτίσεως συμβάσεων προσλήψεως υπαλληλικού προσωπικού στο ΚΤΕΛ, συμπεριλαμβάνεται στα καθήκοντά τους, “όπως ενυπάρχουν στη φύση της υπηρεσίας τους ως υπαλλήλων”, όπως αόριστα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 613/1983, 1817/1982). Αναιρεί και παραπέμπει .
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 670/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη- Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1889/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 381/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 465/26-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθ. 31/16-2-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ'αριθ. 1889/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδος με το υπ'αριθ. 161/2003 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκτός των άλλων, και την παραπάνω αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος, το οποίο συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), καθώς και για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση, με αντικείμενο ποσό ανώτερο των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) (άρθρ. 13, 26, 27, 94 §1, 98, 216 § § 1,3, 258 εδ' γ' Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος η αναιρεσείουσα ήσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ'αριθ. 2200/2003 βούλευμά του απέρριψε την έφεση της και επεκύρωσε ως προς αυτή το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ήσκησε η εν λόγω κατηγορουμένη την υπ'αριθ. 189/22-10-2003 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, με την υπ'αριθ. 2356/2004 απόφαση του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο), έγινε ουσιαστικά δεκτή, αναιρέθηκε το υπ'αριθ. 2200/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρεπέμφθη η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Στην συνέχεια εξεδόθη το υπ'αριθ. 807/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών το οποίο απέρριψε και πάλι κατ'ουσία την υπ'αριθμ. 19/2003 έφεση της κατηγορουμένης Χ, ενώ μετερρύθμισε το υπ'αριθμόν 161/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος. Κατά του ανωτέρω εφετειακού βουλεύματος η παραπάνω κατηγορουμένη ήσκησε εκ νέου την υπ'αριθμ. 59/6-5-2005 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 244/2006 απόφαση του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο) δια της οποίας ανηρέθη το προαναφερόμενο βούλευμα και παρεπέμφθη η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Στην συνέχεια εξεδόθη το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (1889/2006), το οποίο απέρριψε και πάλι κατ'ουσία την υπ'αριθ. 19/2003 έφεση της κατηγορουμένης Χ, ενώ παράλληλα μεταρρύθμισε το υπ'αριθ. 161/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος. Κατά του ανωτέρω εφετειακού βουλεύματος η προαναφερόμενη κατηγορουμένη ήσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ησκήθη νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο επεδόθη στην ίδια την 11-2-2007, ενώ η αναίρεση ησκήθη την 16-2-2007 με έκθεση ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως 1)'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) Απόλυτη ακυρότητα και 3) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484 § 1 περ. α', β', δ' Κ.Π.Δ.). Επομένως η ως άνω αίτηση αναιρέσεως της Χ είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εις αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Α.Π. 2253/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 795). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η διάταξη έχει παραβιασθεί εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτή υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία, είτε μεταξύ αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού του βουλεύματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο, εκ μέρους του Αρείου Πάγου, έλεγχος για την εφαρμογή ή όχι του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 1778/93 Ποιν. Χρ. ΜΔ'σελ. 167). Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 27,43,243 επ., 307, 317 επ. και 171 § 1 περ. β' Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφαίνεται μόνον περί της πράξεως για την οποία ησκήθη ποινική δίωξις από τον Εισαγγελέα και ότι κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του οφείλει να προσδίδει στην διωχθείσα πράξη του τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και να εξετάζει αυτήν υπό όλες τις μορφές της, με δυνατότητα μετατροπής της κατηγορίας, εφόσον δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή, υπό την έννοια της απολύτου διαφοροποιήσεως της αρχικής κατηγορίας και της μεταγενέστερης κατά σύγκριση της αντικειμενικής υποστάσεως των δύο αδικημάτων ή των δύο μορφών του αυτού εγκλήματος, εάν μεταξύ τους υπάρχει ουσιαστική διαφορά, με την οποίαν μεταβάλλεται το αντικειμενικό στοιχείο, εμφανιζόμενο ως ιδιαίτερο και μη ταυτιζόμενο προς την αντίστοιχη αντικειμενική υπόσταση. Εκ τούτων έπεται ότι το Συμβούλιο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί περί άλλης πράξεως, η οποία διαφέρει της διωχθείσης κατά τα αντικειμενικά συστατικά στοιχεία της, έστω και αν περιλαμβάνεται στην υποβληθείσα μήνυση, για την οποία απαιτείται η κίνηση ιδίας ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα (Α.Π. 759/1999 Ποιν. Χρ. Ν σελ. 324). Εξάλλου, μεταβολή της κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την ποινική δίωξη, κατ'άρθρ. 484 § 1 περ. α' σε συνδυασμό με το άρθρ. 171 § 1 περ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν η πράξη για την οποίαν παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία ησκήθη η ποινική δίωξις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διάφορο έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 371 § 3 Κ.Π.Δ., προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση ή από την αποδεικτική διαδικασία, τα στοιχεία που συγκροτούν το έγκλημα, για το οποίο ησκήθη η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλει ουσιωδώς τούτο. 'Ετσι, κατά τα εκτεθέντα, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας η παραδοχή, το πρώτο, από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως, όπως η προσθήκη του σκοπού οφέλους εις τον άμεσον συνεργόν της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως, ακόμη και όταν εισάγεται σ'αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί, κατά το άρθρ. 318 Κ.Π.Δ. το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, μπορεί να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από την διάταξη του άρθρ. 470 § 1 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, που έχει εφαρμογή επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο μόνο κατά καταδικαστικών γι'αυτόν αποφάσεων και όχι και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων (Α.Π. 479/2000 σελ. 931, Α.Π. 1297/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ'σελ. 499, Α.Π. 1521/82 Ποιν. Χρον. ΛΓ' σελ. 583, Α.Π. 82/97 Ποιν. Χρ. ΜΖ'σελ. 1257).
ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του άρθρ. 258, όπως η περ. γ' αντικ. από το άρθρ. 14 παρ. 5β ν.2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή κατέχει, λόγω αυτής της ιδιότητός του, τιμωρείται: α)........... β).......... γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν α)......β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρ. 375 § 1 Π.Κ. υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη με τον δράστη κυριότητα με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρ. 263 α' του ιδίου κώδικα, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος δι'αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία καθηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία είναι κινητά πράγματα ή χρήματα, τα οποία ιδιαιτέρως εξαίρονται στον νόμο για να δηλωθεί ότι αυτά παρόλο ότι είναι αντικαταστατά και αναλωτά πράγματα, εν τούτοις δεν περιέρχονται στον υπάλληλο κατά κυριότητα και συνεπώς αφού είναι ξένα δύνανται να καταστούν αντικείμενο υπεξαιρέσεως. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει τούτο υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και την θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (Α.Π. 53/1999 Ποιν. Χρ. ΜΘ' σελ. 229). Η πράξις δε αυτή, μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 258 περ. γ' Π.Κ. δια του άρθρ. 14 § 5 β.ν. 2721/99, που ισχύει από 3-6-1999, προσλαμβάνει τον κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο υπαίτιος μετεχειρίσθη ιδιαίτερα τεχνάσματα που ως τοιαύτα θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες αποβλέπουν στην εξαπάτηση της αρχής και είναι επιτήδειες για την συγκάλυψη του εγκλήματος και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ, ή το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), όπου η πράξις στοιχειοθετείται και αν δεν ετελέσθη με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου από την διάταξη του άρθρ. 216 § 1 Π.Κ., που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητος των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ'αρχής κατάρτισις εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο. 'Εγγραφο, κατά την έννοια του άρθρ. 13 στοιχ. γ'Π.Κ., είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (Α.Π. 814/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 130). Δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ ή ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως προσδιορίσθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 2α, β ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999, η δε βλάβη απαιτείται να είναι υλικής μορφής μόνο. Το ποσό των 73.000 ευρώ ή 15.000 ευρώ συνιστά περιεχόμενο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος σε βαθμό κακουργήματος, το δε μικρότερο ποσό στοιχειοθετεί έγκλημα πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος (Α.Π. 759/99 Ποιν.Χρ. Ν'σελ. 324). Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω της διαφορετικότητος του πληττομένου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού. Εν όψει τούτου αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρ. 94 παρ. 1 και 98 παρ. 2 Π.Κ., όπως το τελευταίο συνεπληρώθη δι'άρθρ. 14 παρ. 1 ν. 2721/1999, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους που προκύπτουν από το κατ'εξακολούθησιν έγκλημα, λαμβάνεται υπ'όψιν το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικωτέρων πράξεων και όχι το μεμονωμένο αντικείμενο κάθε μιάς από αυτές, υπό την πρόσθετη όμως υποκειμενική προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις σ'αυτό το συνολικό αποτέλεσμα, εν αντιθέσει προς την διάταξη του άρθρ. 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία είχε εισαγάγει για πρώτη φορά (μέχρι την ψήφιση του ν. 2721/99) σύστημα αθροιστικού υπολογισμού του οφέλους ή της ζημίας, που προκύπτουν από τις μερικώτερες πράξεις των κατ'εξακολούθησιν εγκλημάτων του άρθρ. 1 Ν. 1608/50, όπου όμως δεν απαιτείται η παραπάνω πρόσθετη υποκειμενική προϋπόθεση (Α.Π. 1518/99 Ποιν.Χρ. ΜΘ' σελ. 993, Α.Π. 1605/99 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 791). 'Ετσι, ορθώς επισημαίνεται ότι ο εν λόγω "συνολικός σχεδιασμός" διαφέρει από τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος "δόλο εξακολούθησης" κατά το ότι για την εφαρμογή του άρθρ. 98 παρ. 2 Π.Κ. δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι η απόφαση για την τέλεση κάθε μεταγενέστερης πράξης εμφανίζεται ως συνέχεια των προηγούμενων αποφάσεων, αλλά απαιτείται επί πλέον να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ήδη κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερον του ελαχίστου ορίου, που καθορίζεται κάθε φορά στον νόμο. Εκ τούτων σαφώς συνάγεται ότι με την νέα ρύθμιση του άρθρ. 98 παρ. 2 Π.Κ. διαμορφώνεται η μετάβαση από την βασική στην διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του αυτού εγκλήματος με ποσοτικά κριτήρια, και δεν περιορίζεται πλέον στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης εις τα οποία αρχικώς εισήχθη με τον ν. 2408/96, αλλά έχει γενικευθεί, μετά τον ν. 2721/99, σε όλα σχεδόν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας (απιστίας περί την υπηρεσία, άρθρ. 256 περ. β' Π.Κ., υπεξαίρεσις στην υπηρεσία 258 περ. γ', υπεξαίρεσις, 375 παρ. 1β'Π.Κ., απάτης 386 α' Π.Κ. κ.λ.π.). Περαιτέρω, όσον αφορά τον δόλο, δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγησή του, διότι αυτός ενυπάρχει στην γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, εκτός αν εκ του νόμου αξιώνεται ειδική μορφή δόλου, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεσις της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεδομένα που δεν απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία καθ'όσον εν τη εννοία της "παρανόμου ιδιοποιήσεως" εμπεριέχεται και το στοιχείον του δόλου όστις (δόλος), εν προκειμένω, εν όψει του ότι δεν πρόκειται περίπτωσις του άρθρ. 27 παρ. 2 Π.Κ., δεν χρήζει ειδικωτέρας αιτιολογίας (Α.Π. 1603/2005).
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, εδέχθη, μετά από την επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο 1999 έως και του τέλους του έτους 2000 η αναιρεσείουσα, υπάλληλος τυγχάνουσα του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), εν τη εννοία του άρθρ. 263 Α Π.Κ., και υπό την ιδιότητά της ως ταμίου του υποκαταστήματος του εν λόγω ιδρύματος εις το .... είχε την αρμοδιότητα, εις τα πλαίσια των καθηκόντων της, να καταβάλλει στους ανέργους, που είχαν ασφαλισθεί εις το παραπάνω ίδρυμα, τα επιδόματα ανεργίας του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). 'Ετσι, υπό την προδιαληφθείσαν ιδιότητά της, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη ελέγχου, την πλημμελή λειτουργία και αταξία του ως άνω υποκαταστήματος, εξέδωσε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα εις το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, που επεκυρώθη δια του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραστατικά ταμείου, εν συνόλω 287, εμφανίζοντας δι'αυτών ότι τα αναφερόμενα εις κάθε ένα από αυτά χρηματικά ποσά κατεβάλλοντο εις τους δικαιούχους αυτών ανέργους που ρητώς προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητός των, αφού προηγουμένως έθετε επ'αυτών κατ'απομίμησιν είτε την υπογραφήν των επιδοτουμένων ανέργων είτε δυσανάγνωστες υπογραφές, που αντιστοιχούσαν όμως εις δικαιούχους των χρηματικών αυτών ποσών, ενώ ουδέν από τα αναφερόμενα εις τα παραστατικά αυτά ποσά κατεβλήθη, εις τους δικαιούχους αυτών. Εν συνεχεία δε έκανε χρήση των πλαστών ως άνω παραστατικών και ακολούθως εισέπραξε, τμηματικώς, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 29.508.353 δρχ., το οποίον παρανόμως ιδιοποιήθη, που υπερβαίνει το τοιούτο των 25.000.000 και το αντίστοιχο των 73.000 ευρώ και αντιστοιχεί εις το συνολικό όφελος που απεκόμισε, εκ των περιγραφομένων ως άνω πράξεών της, η εν λόγω κατηγορουμένη και εις την αντίστοιχη συνολική ζημία που προξενήθη εις τα προαναφερόμενα ιδρύματα του Ι.Κ.Α. και Ο.Α.Ε.Δ. Παράλληλα προκύπτει ότι με τις μερικώτερες ως άνω κατ'εξακολούθησιν μερικώτερες πράξεις, που διατηρούν τον κακουργηματικόν τους χαρακτήρα, η κατηγορουμένη απέβλεπε, εξ αρχής, εις την αποκόμιση του συνολικού ως άνω περιουσιακού οφέλους, όπως προκύπτει από τον τρόπο και τις συνθήκες που διεπράχθησαν υπ'αυτής, επί μακρόν χρονικό διάστημα, χωρίς να περιλαμβάνεται εις τούτο το ποσό που αντιστοιχεί στις μερικώτερες πράξεις που εκρίθη ότι έχουν υποκύψει εις παραγραφή καθώς και το επί πλέον του ποσού τούτου που, κατ'εκτίμησιν των αρμοδίων υπαλλήλων, ανέρχεται εις το τοιούτο των 39.000.000 δρχ. Ειδικώς δε δια την στοιχειοθέτησιν του δόλου της κατηγορουμένης, από τα πραγματικά περιστατικά που λεπτομερώς εκτίθενται, σαφώς συνάγεται ο σκοπός αυτής (κατηγορουμένης), η οποία, εκμεταλλευόμενη την αταξία, υπό την έννοια της "μακράς ανωμαλίας" που επικρατούσε ως προς την λειτουργία του αρμοδίου τμήματος του Ι.Κ.Α., επέτυχε να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους με την κατάρτισιν υπ'αυτής των πλαστών ως άνω εγγράφων, και να ιδιοποιηθεί παρανόμως το προαναφερόμενο συνολικό ποσό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύωνται παραλλήλως τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την τοιαύτην "μακράν ανωμαλία" που ενδεχομένως θα επεβάλλετο αν η αναιρεσείουσα εκατηγορείτο ότι για τον παραπάνω σκοπό εχρησιμοποίησε ιδιαίτερα τεχνάσματα, γεγονός που, εν προκειμένω, δεν συντρέχει. Περαιτέρω, με αφορμή την από του μηνός Φεβρουαρίου 2002 μηνυτήριας αναφοράς του Διοικητού του Οργανισμού απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), αρχικώς ησκήθη ποινική δίωξις εις βάρος της αναιρεσείουσας για τις πράξεις α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, αντικειμένου άνω των 5.000.000 δρχ., κατ'εξακολούθησιν, β) υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ'εξακολούθησιν, γ) πλαστογραφία με χρήση, κατ'εξακολούθησιν και δ) πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, συνολικού οφέλους άνω των 5.000.000 δρχ. Στην συνέχεια δε, κατά την διάρκεια της διενεργουμένης κυρίας ανακρίσεως, ησκήθη συμπληρωματική ποινική δίωξις κατά της παραπάνω κατηγορουμένης για α) πλαστογραφία με χρήση, κατ'εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού προσωπικού οφέλους δια βλάβης τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. και β) υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ'εξακολούθησιν με αντικείμενο αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. (άρθρ. 1, 13α, στ, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 2 εδ. β', 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3, 258 περ. γ' Π.Κ.). Από το προσβαλλόμενο δε βούλευμα προκύπτει ότι αυτή παραπέμπεται να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις που διεπράχθησαν υπ'αυτής με άμεσο δόλο, κατ'εξακολούθησιν, με την αναφορά εις τούτο, κατά μεταρρύθμισιν του εκκαλουμένου υπ'αριθ. 161/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος. Ότι η κατηγορουμένη απέβλεπε εις το συνολικό ως άνω περιουσιακό όφελος εκ της κατ'εξακολούθησιν τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων για τις οποίες ησκήθη ποινική δίωξις, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται κατ'αυτήν το πρόσθετο ως άνω στοιχείο αφού παρατίθεται η διάταξις του άρθρ. 98 Π.Κ. που προβλέπει την κατ'εξακολούθησιν τέλεσιν των παραπάνω πράξεων. 'Ετσι η πράξις αυτή για την οποίαν παραπέμπεται η κατηγορουμένη δεν είναι διαφορετική, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις από εκείνην που ησκήθη η ποινική δίωξις, αλλά απλώς προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενικήν υπόστασιν των πράξεων αυτών και συγκροτούν το περιεχόμενον του δόλου της αναιρεσείουσας, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα των αποδιδομένων εις αυτήν πράξεων.
Κατ'ακολουθίαν των εκτεθέντων αφού δεν επήλθε απόλυτος ακυρότης κατά την άσκησιν της ποινικής δίωξης αλλ'ούτε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η αιτιολογία, ως προς τα προαναφερόμενα εγκλήματα, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την αντικειμενικήν και υποκειμενικήν των υπόστασιν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α, β', δ' εν συνδ. με άρθρ. 171 παρ. ιβ' Κ.Π.Δ. και εν τω συνόλω της η υπό κρίσιν αίτησις αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η με αριθ. 31/16-2-2007 αίτησις αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ'αριθ. 1889/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήναι τη 14 Αυγούστου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, υπάλληλος, ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι'αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) το αντικείμενο της πράξεως έχει αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α' και 263 Α του ΠΚ, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι'αυτό. Ιδιοποίηση δε του ξένου πράγματος αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριός του. Υποκειμενικά, εξάλλου, απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση αυτού να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Για τη στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία απαιτείται είτε ο δράστης να μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, είτε (μόνον) το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο έγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 216 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ.7 εδ. α' του ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2 του ν.2721/1999, "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ)". Εξάλλου, στο άρθρο 98 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν.2721/1999 δεύτερη παράγραφος στην οποία ορίζεται ότι "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε" Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, και δι'αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, μεταβολή της κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την ποινική δίωξη, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ α' σε συνδυασμό με το άρθρ. 171 παρ. 1 περ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποίαν παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διάφορο έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα στοιχεία που συγκροτούν το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλει ουσιωδώς τούτο. 'Ετσι, κατά τα εκτεθέντα, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας η παραδοχή, το πρώτον, από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως, ακόμη και όταν εισάγεται σ'αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί κατά το άρθρ. 318 Κ.Ποιν.Δ. το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, μπορεί να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, η οποία έχει εφαρμογή επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο μόνο κατά καταδικαστικών γι'αυτόν αποφάσεων και όχι και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1889/2006 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στις ενσωματωμένες σ'αυτό εισαγγελικές προτάσεις, και δι' αυτών συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το Υποκατάστημα ΙΚΑ .... λειτουργούσε κατά τα έτη 1999 και 2000 με τρόπο εντελώς απαράδεκτο, δηλαδή εκτός κάθε έννοιας διοικητικής και τεχνικής οργανώσεως, τα δε παραστατικά των διαφόρων πράξεων της υπηρεσίας αυτής βρίσκονταν σε πλήρη αταξία. Η κατάσταση αυτή ευνόησε τις εγκληματικές διαθέσεις της κατηγορουμένης (Χ), η οποία κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο, αλλά και προηγουμένως, υπηρετούσε ως υπάλληλος του ΙΚΑ στο ανωτέρω Υποκατάστημά του, μάλιστα δεν ήταν υπεύθυνη για την έκδοση των αποφάσεων ανεργίας και την καταβολή των επιδομάτων ανεργίας του ΟΑΕΔ σε δικαιούχους και εκτελούσε παράλληλα και καθήκοντα ταμία του Υποκαταστήματος. Με την εν λόγω ιδιότητά της, ενώ όφειλε η κατηγορουμένη κατά το υπηρεσιακό της καθήκον να διατηρεί τα υπηρεσιακά έγγραφα σε πλήρη τάξη και έτοιμα προς έλεγχο ανά πάσα στιγμή και σε περίπτωση που δεν μπορούσε αυτό να πράξει υποχρεούτο να επισημάνει στη Διοίκηση την εν λόγω ανωμαλία και να ζητήσει την αποκατάσταση της τάξεως, αυτή, όχι μόνο δεν επιδίωξε τη διόρθωση της καταστάσεως αυτής, αλλά διατήρησε την ειρημένη ανωμαλία προκειμένου να διευκολυνθεί στην τέλεση των υπό δίωξη εγκλημάτων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 14-1-2001 έκθεση ελέγχου των .... (επιθεωρητή) και ...., η κατηγορουμένη δεν συνέτασσε, καίτοι υπηρεσιακά υποχρεούτο, ημερήσιες καταστάσεις πληρωμών, δεν υπέγραφε όλες τις σχετικές αποφάσεις και ως εκ τούτου δεν προσαρτούσε σ'αυτές τα απαιτούμενα κάθε φορά δικαιολογητικά. 'Ετσι, δημιουργήθηκε η κατάλληλη υποδομή για την ανάπτυξη της εγκληματικής δραστηριότητας της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα, αυτή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του μήνα Σεπτεμβρίου του έτους 1999 και του τέλους του έτους 2000 εξέδωσε τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο παραπεμπτικό υπ'αριθ. 161/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας (που επικυρώθηκε από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα) 287 αποκόμματα -παραστατικά ταμείου, θέτοντας σ'αυτά, κατ'απομίμηση και χωρίς εντολή, υπογραφές, δήθεν προερχόμενες από δικαιούχους των επιδομάτων ανεργίας, με σκοπό να παραπλανήσει το ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ για το γεγονός ότι τα αναγραφόμενα στα εν λόγω παραστατικά ποσά καταβλήθηκαν από εκείνη και εισπράχθηκαν αντίστοιχα από τους ανέργους και να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με βλάβη των εν λόγω νομικών προσώπων, το οποίο τελικά ανήλθε στο συνολικό ποσό των δρχ. 29.508.353. Στη συνέχεια δε η κατηγορουμένη με τη χρήση των πιο πάνω πλαστών αποκομμάτων-παραστατικών ταμείου και προς τον παραπάνω πάντοτε σκοπό εισέπραττε κάθε φορά το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε κάθε πλαστό έγγραφο, που εμφάνιζε ότι δήθεν είχε καταβληθεί στους δικαιούχους και ειδικότερα στα πρόσωπα που αναφέρονταν σε καθένα απ'αυτά, ενώ ουδέποτε προέβη σε τέτοιες καταβολές. 'Ετσι κατόρθωσε αυτή μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα να ιδιοποιηθεί παράνομα εις βάρος των πιο πάνω ΝΠΔΔ το προαναφερθέν συνολικό ποσό των δραχμών 29.508.353, που υπερβαίνει έτσι συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη των 73.000 ευρώ) και αντιστοιχεί στο συνολικό όφελος που αποκόμισε από τις περιγραφόμενες πιο πάνω πράξεις της η κατηγορουμένη και στην αντίστοιχη συνολική ζημία που προξενήθηκε στο ΙΚΑ και στον ΟΑΕΔ. Τέλος, η κατηγορουμένη απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις των ειρημένων εγκλημάτων κατ'εξακολούθηση στο συνολικό πιο πάνω αποτέλεσμα, δηλαδή οι πράξεις της αυτές είχαν σαν στόχο να αποφέρουν σ'αυτήν τα άνω οικονομικά οφέλη, με αντίστοιχη ζημία του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ, και τα οποία θα μπορούσαν να έχουν ακόμη περισσότερο διογκωθεί, εάν συνέχιζε εκείνη την παράνομη δραστηριότητά της που ανεκόπη από την αποκάλυψή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1889/2006 βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ, των αποδιδομένων σ'αυτήν πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, με σκοπό τον προσπορισμό στον εαυτό της περιουσιακού οφέλους, με αντίστοιχη βλάβη τρίτων, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των δρχ. 25.000.000 (ήδη 73.000.000 ευρώ), και β) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας έχει αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ), γι'αυτό δε το λόγο απέρριψε την απ'αυτήν ασκηθείσα κατά του υπ'αριθμ. 161/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας έφεσή της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και, αφού μεταρρύθμισε το εν λόγω βούλευμα ως προς την πρώτη πρόταση του διατακτικού του, η οποία και αντικαταστάθηκε με την ακόλουθη: "
Παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τις κατηγορούμενες α)..., β)... και γ) Χ, για να δικασθούν σαν υπαίτιες του ότι στο ... στους ανωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τους τέλεσαν περισσότερα από ένα αδικήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές, καθώς επίσης με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση, του ιδίου εγκλήματος τέλεσαν εγκλήματα κατ'εξακολούθηση, ενώ με τις μερικότερες πράξεις τους απέβλεπαν στο συνολικό περιουσιακό όφελος που προέκυψε από την κατ'εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων. Συγκεκριμένα...", επικύρωσε κατά τα λοιπά το πιο πάνω πρωτόδικο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων (κακουργημάτων), τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.α' και γ', 26 παρ.1α, 27, 94 παρ.1, 98, 263 Α, 258 στοιχ.γ' περ.β' και 216 παρ.1 και 3 εδ.α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος με σαφήνεια και πληρότητα η ιδιότητα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ως υπαλλήλου του ΙΚΑ στο Υποκατάστημα ...., στα καθήκοντα της οποίας περιλαμβανόταν και η έκδοση των αποφάσεων ανεργίας, καθώς και η καταβολή των επιδομάτων ανεργίας του ΟΑΕΔ σε δικαιούχους ανέργους, ενώ παράλληλα εκτελούσε αυτή και καθήκοντα ταμία του εν λόγω Υποκαταστήματος. Στη συνέχεια εκτίθεται πως δημιουργήθηκε στην άνω υπηρεσία του ΙΚΑ η κατάλληλη υποδομή για την ανάπτυξη της αναφερόμενης εγκληματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας και ότι συγκεκριμένα αυτή κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα εξέδωσε τα επίσης αναφερόμενα 287 αποκόμματα-παραστατικά ταμείου, θέτοντας σ'αυτά, κατ'απομίμηση και χωρίς εντολή, υπογραφές προσώπων, δήθεν προερχόμενες από δικαιούχους των επιδομάτων ανεργίας, με σκοπό να παραπλανήσει το ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ για το γεγονός ότι τα αναγραφόμενα στα παραστατικά αυτά ποσά καταβλήθηκαν από εκείνη και εισπράχθηκαν αντίστοιχα από τους ανέργους και να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των άνω νομικών προσώπων, που τελικά ανήλθε στο συνολικό ποσό των δρχ. 29.508.353. Επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με τη χρήση των ειρημένων πλαστών αποκομμάτων-παραστατικών ταμείου και για τον παραπάνω πάντοτε σκοπό εισέπραττε κάθε φορά το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε καθένα από τα εν λόγω πλαστά έγγραφα, που εμφάνισε ότι δήθεν είχε καταβληθεί στα αναφερόμενα σ'αυτά πρόσωπα, ενώ ουδέποτε είχε προβεί αυτή σε τέτοιες καταβολές. 'Ετσι δε πέτυχε να ιδιοποιηθεί παράνομα εις βάρος του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ το ανωτέρω συνολικό ποσό των 29.508.353 δρχ., που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος, αιτιολογούνται ειδικώς και εμπεριστατωμένως στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα ο δόλος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και η συνδρομή των προαναφερθεισών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ με την ειδικότερη αναφορά στην αιτιολογία του, κατά μεταρρύθμιση του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, ότι απέβλεπε αυτή με τις μερικότερες πράξεις των ανωτέρω εγκλημάτων κατ'εξακολούθηση στο αναφερόμενο συνολικό αποτέλεσμα, χωρίς από αυτή τη μεταρρύθμιση του πρωτόδικου βουλεύματος να έχει δημιουργηθεί στην προκείμενη περίπτωση η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμπεται αυτή στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, δεν είναι διαφορετικές κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις από εκείνες για τις οποίες ασκήθηκε εναντίον της η ποινική δίωξη, αλλ'απλώς προσδιορίζονται ακριβέστερα τα περιστατικά που συγκροτούν το περιεχόμενο του δόλου της αναιρεσείουσας, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα των εν λόγω πράξεων. Κατ'ακολουθίαν τούτων, ορθώς οι αξιόποινες αυτές πράξεις χαρακτηρίσθηκαν ως κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και ως κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση, αντίστοιχα, εντεύθεν δε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και τις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Συμβούλιο αυτό κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α', β', δ' και στ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δ) της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι'αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1889/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) για να δικαστεί για τις κακουργηματικές πράξεις :α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση (ΠΚ 216 παρ. 1 και 3 εδ. α΄ και 98) και β) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία (υπάλληλος του ΙΚΑ) κατ’ εξακολούθηση (ΠΚ 258 στοιχ. γ΄ περ. β΄ και 98). Το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επίσης, αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως ο δόλος της αναιρεσείουσας, καθώς και η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ΠΚ 98 παρ. 2 με την ειδικότερη αναφορά στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, κατά μεταρρύθμιση του πρωτόδικου βουλεύματος, ότι απέβλεπε αυτή με τις μερικότερες πράξεις των άνω εγκλημάτων κατ’ εξακολούθηση στο αναφερόμενο συνολικό αποτέλεσμα, χωρίς από αυτή τη μεταρρύθμιση του πρωτόδικου βουλεύματος να έχει δημιουργηθεί η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα, αφού δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας. Είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄, β΄, δ΄ και στ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Εξακολουθούν έγκλημα, Δόλος.
| 2
|
Αριθμός 666/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί, για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, 2) Χ2, Δικηγόρο, 3) Χ3, Δικαστικό Επιμελητή, 4) Χ4, Συμβολαιογράφο, και 5) Χ5, Συνταξιούχο ΙΚΑ, και εγκαλούντες τους : 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους Πειραιώς.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1684/21-10-2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1717/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 545/25-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 1684/21-10-2008 έγγραφο, υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη συνημμένη από 4-4-2008 μήνυση των Ψ2 και Ψ1 κατά των 1) Χ2, δικηγόρου, 2) Χ3, δικαστικού επιμελητή, 3) Χ4, Συμβολαιογράφου, 4) Χ5, συνταξιούχου ΙΚΑ και 5) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ'εξακολούθηση, εξύβρισης, συκοφαντικής δυσφήμησης, απειλής, εκβίασης κατ'εξακολούθηση, ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, παράνομης βίας, ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρα 98, 94 § 1, 229 § 1, 361 § 1, 362, 363, 333, 385 § 1, 225 § ια, 330 και 242 § 1 Π.Κ.) και ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης κατά τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 § 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περιπτ. ε' Κ.Π.Δ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 112-125, δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο 'Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 156/2003 και ΑΠ 1902/2007). Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση η μηνυόμενη Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, η οποία είναι η μόνη Εισαγγελία Πρωτοδικών στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου η εισαγγελική αυτής αρχή και τα αντίστοιχα δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια να ασχοληθούν με την διερεύνηση της υπόθεσης.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να αποφασίσει το Δικαστήριό σας την παραπομπή της υπόθεσης που αφορά την από 4-4-2008 μήνυση των Ψ2 και Ψ1, κατά των 1) Χ2, δικηγόρου, 2) Χ3, δικαστικού επιμελητή, 3) Χ4, Συμβολαιογράφου, 4) Χ5, συνταξιούχου ΙΚΑ και 5) Χ1, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Αθήνα 24 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ'ιου ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1684/21.10.2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς επιδιώκεται η παραπομπή της υποθέσεως που περιγράφεται στη με αριθμό ABM - M08/771 από 4.4.2008 μηνυτήρια αναφορά των Ψ2 και Ψ1 κατά των 1) Χ2, δικηγόρου, 2) Χ3, δικ. επιμελητή, 3) Χ4, Συμβολαιογράφου, , 4) Χ5, συνταξιούχου Ι ΚΑ και 5) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, λόγω της ιδιότητας της τελευταίας από το κατά τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ. αρμόδιο Δικαστήριο, σε άλλου ισόβαθμο και ομοειδές. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, αφού στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο πρωτοδικείο, εκτός απ' αυτό στο οποίο υπηρετεί ήδη η πέμπτη μηνυομένη Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Χ1. Περαιτέρω από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα, από την παραπάνω μηνυτήρια αναφορά, η οποία εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προκύπτει ότι οι παραπάνω μηνυόμενοι μηνύονται για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, εξυβρίσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως, απειλής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, παράνομης βίας και ψευδούς βεβαιώσεως. Ενόψει του γεγονότος ότι στην κρινόμενη περίπτωση η μηνυόμενη Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία είναι η μόνη Εισαγγελία στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο τούτο και παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους μηνυομένους από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς σε εκείνες άλλου Εφετείου και ειδικότερα στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου οι ως άνω εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υποθέσεως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών για το χειρισμό της υποθέσεως που αφορά την από 4.4.2008 μήνυση των Ψ2 και Ψ1 κατά των 1) Χ2, δικηγόρου, 2) Χ3, δικ. επιμελητή, 3) Χ4, Συμβολαιογράφου, 4) Χ5, συνταξιούχου ΙΚΑ και 5) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Πειραιώς σε εκείνες του Πρωτοδικείου Αθηνών (κανονισμός αρμοδιότητας).
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 665/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 747/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7 και 8) Χ8.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.6.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1094/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 391/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 109/3-6-2008 αίτηση - αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντα Ψ κατά του με αριθμ. 747/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. 588/22-10-2007 έφεσή του κατά του με αριθμ. 2827/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7 για ψευδή βεβαίωση με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατά της πρώτης άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή κατά της δεύτερης, τρίτης και τέταρτου, και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή κατά των και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "'Ενδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ...", κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και, αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκησή της, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και η από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος, το οποίο απορρίπτει στην ουσία της ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα, για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από τον πολιτικώς ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων άσκησε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του την με αριθμό 109/3-6-2008 αναίρεση κατά του με αριθμό 747/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την με αριθμό 588/22-10-2007 έφεσή του κατά του με αριθμό 2827/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με την οποία αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, για ψευδή βεβαίωση με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ κατά της πρώτης, άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή κατά της δεύτερης, τρίτης και τέταρτου, και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή κατά των λοιπών. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ, στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων ως δικαιούμενος της άσκησης του ένδίκου αυτού μέσου και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Δια ταύτα
Προτείνω: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 109/2008 αίτηση αναίρεσης του αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντα Ψ κατά του με αριθμό 747/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σαν απαράδεκτη.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα την 30-6-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και στην υπ' αριθ. 173/23.10.2008 έκθεση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "'Ενδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ...", κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και, αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκησή της, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το ένδικο αυτό μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και η από μέρους του πολιτικώς ενάγοντος άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος, το οποίο απορρίπτει στην ουσία της ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ, δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την με αριθμό 109/3-6-2008 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, προσβάλλεται το υπ' αριθ. 747/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ' αριθ. 588/22-10-2007 έφεσή του κατά του υπ' αριθ. 2827/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, για ψευδή βεβαίωση με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, κατά της πρώτης, άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή κατά της δεύτερης, τρίτης και τέταρτου, και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή κατά των λοιπών. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν παρέχεται στον πολιτικώς ενάγοντα, από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ και, ως εκ τούτου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και, ως τοιαύτη, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 109/2008 αίτηση του Ψ για αναίρεση του υπ' αριθ. 747/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικατικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αναίρεση πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος. Δεν παρέχεται δικαίωμα άσκησης αναίρεσης, η δε παραίτηση από την ασκηθείσα αναίρεση είναι άνευ εννόμου σημασίας.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 660/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαρελά και 2)Χ2 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για αναίρεση της 684/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Απριλίου 2008 και 22 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 929/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Χ1, ο οποίος δήλωσε ότι ο παραπάνω αναιρεσείων, παραιτείται από την αίτησή του αναιρέσεως και ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την 101/19-12-2009 έκθεση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2 και πρότεινε να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 29/4/2008 και 22/4/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της 684/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 475 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, κάθε διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε και η παραίτηση του μπορεί να γίνει, αν το ένδικο μέσο προσβάλλει απόφαση, όχι μόνο σύμφωνα με αυτά που ισχύουν γενικά για την άσκηση του ενδίκου μέσου (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα) αλλά και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Τέλος κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) ή το Δικαστικό Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει το ζήτημα αυτό, μετά από την τήρηση ορισμένων όρων, κηρύσσεται απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Αυτό εφαρμόζεται και στην περίπτωση αιτήσεως αναίρεσης κατ' αποφάσεως, όπως απαιτείται το άρθρο 513 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, Α)όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα δυνάμει του 2050/13-2-2009 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ελένης Θεοφίλου του Περικλή, δήλωσε στο ακροατήριο παραίτηση από την από 29-4-2008 αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά της 684/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Β)όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 6/10/2008 και 7/10/2008 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., ο ως άνω αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. κατά συνέπεια αι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α)την από 29/4/2008 αίτηση του Χ1 και β)την από 22/4/2008 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της 684/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από ασκηθείσα αναίρεση με δήλωση στο ακροατήριο. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η ασκηθείσα αναίρεση από α' κατηγορούμεο. Απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του β' κατηγορουμένου.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 658/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 599/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, 658/2009 σελ. 2για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτηση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1223/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία... . Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. (Ολ. Α.Π. 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώστηκαν, κλπ.] τα οποία έλαβε υπόψη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στα ....., κατά τον γενόμενο έλεγχο, την 7-8-2002, διαπιστώθηκε ότι: Α) εργοδότης τυγχάνων, ως υπεύθυνος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ιδιοποιήθηκε ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του δηλαδή παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με το σκοπό να τις αποδώσει στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υποκατάστημα ....) που ανέρχονται στο ποσό των 9.901,50 ΕΥΡΩ, της χρονικής περιόδου από 1/02 μέχρι 6/02. Το ποσό αυτό δεν κατέβαλε στο παραπάνω ίδρυμα σε ένα μήνα από τότε που έγινε απαιτητό, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφ/κές εισφορές που τον βαρύνουν (εργοδοτικές άσχετα από ποσό, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς), δεν κατέβαλε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υποκατάστημα ...... που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας τις Ασφαλιστικές Εισφορές που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο που ανέρχονται στο ποσό των 19.803,01 ΕΥΡΩ της ανωτέρω χρονικής περιόδου, σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως των αρ. 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, και του επέβαλε για την πρώτη πράξη, ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ και για τη δεύτερη ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ, συνολική δε, 16 μηνών φυλάκιση και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, και έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ελλιπής επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων στην επιχείρηση μισθωτών, ποιες ακριβώς ήταν οι αποδοχές καθενός και ποιο ήταν το ακριβές ποσό της εργατικής και εργοδοτικής εισφοράς για κάθε εργαζόμενο, δεδομένου ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, αφού, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, κρίσιμα περιστατικά είναι μόνο η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός, και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) Αφού το δικαστήριο αφενός μεν δέχεται, ότι ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών ήταν η χρονική περίοδος 1-1-2002 έως 1-6-2002, ότι ο χρόνος καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ ήταν ένας μήνας από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία και ότι ο χρόνος τέλεσης των άνω πράξεων ήταν το χρονικό διάστημα 1.2.2002 έως 7-8-2002, δεν ήταν αναγκαία μεγαλύτερη εξειδίκευση του χρόνου που έπρεπε να καταβληθούν οι επί μέρους μηνιαίες εργοδοτικές ή παρακρατήθηκαν οι εργατικές εισφορές, διότι τούτο δεν ασκούσε στην προκείμενη περίπτωση επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, αφού, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν ανέκυπτε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου κάποιας από τις πράξεις αυτές, ενόψει του ότι από την πάροδο και των τριάντα ημερών από τη λήξη κάθε μήνα της άνω περιόδου εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων εισφορών, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία, γ) Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι, κατά ένα μέρος, ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, δ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων, ήταν Διευθύνων Σύμβουλος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας (ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ) και ως εργοδότης η τελευταία είχε απασχολήσει στην επιχείρηση της, στο συγκεκριμένο χρόνο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένο στο ΙΚΑ προσωπικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της άνω υπόθεσης του και συνεπώς δεν απολογήθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος όταν του δόθηκε ο λόγος, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία σχέση με την ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ότι ουσιαστικός ιδιοκτήτης αυτής ήταν ο ......, ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή του και τον εμφάνισε ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, εξ αιτίας δε αυτού δεν γνώριζε για τα χρέη της εταιρείας και δεν είχε την υποχρέωση, αλλά και τη δυνατότητα να καταβάλει αυτά. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ζήτησε να προσκομισθούν τα βιβλία της εταιρείας, δίχως όμως να υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα αναβολής, αφού όταν του δόθηκε και πάλι ο λόγος, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση του Εισαγγελέα για την ενοχή, ζήτησε μόνο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, δίχως να ζητήσει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αφού δέχεται ότι "όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι κατά την κρίση του δικαστηρίου ανάγονται σε απόλυτη άρνηση της κατηγορίας, αφού αρνείται την ουσιαστική συμμετοχή του στη διοίκηση της ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι καθόσον, όπως προέκυψε και από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας υπαλλήλου του ΙΚΑ ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος στην ΠΑΕ και ο, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδιοκτήτης της ΠΑΕ ονόματι ..... δεν εμφανίζονταν σε κάποιο έγγραφο ως πράγματι διευθύνων σύμβουλος αυτής". Τέλος, εκ του ότι στο διατακτικό αναγράφεται ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος της ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ και στο σκεπτικό διευθύνων σύμβουλος αυτής, δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, αφού από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, από παραδρομή όμως στο διατακτικό αναφέρεται εκείνη του υπεύθυνου της ΠΑΕ. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2008 αίτηση του ..... για αναίρεση της 599/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς ΙΚΑ. Απόρριψη λόγου για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 657/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 296-297/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1034/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 366/7.7.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 19 Μαΐου 2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, οδ. ..... αριθμ. ... και ήδη κρατουμένου στην Κ.Φ. ....., που ασκήθηκε με δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στο Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ..... ....., από τον ίδιο αυτοπροσώπως, κατά της αριθμ. 296-297/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατ'έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και εκθέτω τα εξής:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (ΑΠ 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981).
Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (ΑΠ 429/2005, Ποιν.Δικ. 2005 σελ. 922 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 30-7-2007 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), η δε αναίρεση κατ'αυτής ασκήθηκε την 19-5-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Τα αναφερόμενα δε στη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης ότι "ουδέποτε πληροφορήθηκε από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του περί του χρόνου δημοσιεύσεως και καταχωρίσεως της ως άνω αποφάσεως στα οικεία βιβλία του Εφετείου Πατρών, ώστε να ασκήσει εμπροθέσμως την παρούσα", εκτός του ότι δεν διαλαμβάνονται στη δήλωση και τα αποδεικτικά μέσα που να τα αποδεικνύουν, δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αφού ο αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε την ελληνική γλώσσα και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της απόφασης, μπορούσε επιμελώς ενεργών να πληροφορηθεί το χρόνο καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1016/2000 Π.Χ., ΝΑ, 248).
Κατ'ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη.
Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στην Κ.Φ. ....., κατά της αριθμ. 296-297/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 30-6-2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ.
Περαιτέρω, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς του, να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και ως τέτοιο απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αρ. 58/2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρ. 296-297/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών. Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 30-7-2007, σύμφωνα με την υφιστάμενη στο σώμα αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, η δε κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 19-5-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της τασσόμενης δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκησή της. Οσον αφορά τα αναφερόμενα στη δήλωση ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου από τον ασκήσαντα αυτό κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή του, ότι "ουδέποτε πληροφορήθηκε από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του περί του χρόνου δημοσιεύσεως και καταχωρίσεως της ως άνω αποφάσεως στα οικεία βιβλία του Εφετείου Πατρών, ώστε να ασκήσει εμπροθέσμως την παρούσα", εκτός του ότι δεν διαλαμβάνονται στη δήλωση και τα αποδεικτικά μέσα που να τα αποδεικνύουν αυτά δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αφού ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν γνώστης της ελληνικής γλώσσας, μπορούσε, επιμελώς ενεργώντας, να πληροφορηθεί το χρόνο καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και στη συνέχεια να ασκήσει εμπρόθεσμα την αναίρεση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, συνεπεία της εκπρόθεσμης άσκησής της και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 58/19.5.2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στην Κ.Φ. ....., για αναίρεση της υπ' αρ. 296-297/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 656/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις-προσθέτους λόγους αναίρεσης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 154/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 760/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 305/6.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 του Κ.Π.Δ. 1) την υπ'αριθμ. 1/10-4-2008 έκθεση αναίρεσης και 2) την υπ'αριθμ. 3813/10-4-2008 "ΑΙΤΗΣΗ-ΔΗΛΩΣΗ", "ΕΚΘΕΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ", του κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., κατά της υπ'αριθμ. 154/3-4-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η κατά το άρθρο 145 Κ.Π.Δ. εκδιδόμενη απόφαση ή διάταξη δια της οποίας διατάσσεται, είτε αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου είτε κατόπιν αιτήσεως του Εισαγγελέως ή κάποιου από τους διαδίκους η διόρθωση ή συμπλήρωση αποφάσεως ή πρακτικών αυτής ή δια της οποίας απορρίπτεται τέτοια αίτηση περί διορθώσεως ή συμπληρώσεως αποφάσεως ή πρακτικών, δεν υπόκειται αυτοτελώς στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι το μεν δεν ορίζεται ειδικώς στο νόμο ότι επιτρέπεται τούτο, το δε δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αποφάσεων που αναφέρει το άρθρο 504 Κ.Π.Δ., κατά των οποίων επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως, αλλά μόνο μαζί μετά της διορθωθείσης ή συμπληρωθείσης αποφάσεως και υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 524/96 ΝοΒ 45/191, ΑΠ 860/04 και ΑΠ 2083/02).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 11-1-2008 αίτηση του παραπάνω κρατουμένου κατηγορουμένου για διόρθωση της υπ'αριθμ. 162-163/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, σύμφωνα με το άρθρο 145 Κ.Π.Δ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προδιαληφθένα, εκτιμώμενες οι πιο πάνω αναιρέσεις ως ενιαίο κείμενο και συνολικά ερευνώμενες αφού καμία δεν κρίθηκε πρώτη (ΑΠ 196/2005 Π.Χρ. ΝΕ/922), είναι απαράδεκτες. Η δεύτερη δε τούτων και για τον πρόσθετο λόγο της μη νομότυπης άσκησής της και συγκεκριμένα διότι γι'αυτή δεν συνετάγη έκθεση ενώπιον του διευθυντού της φυλακής όπου κρατείται ο αναιρεσείων (άρθρο 474 § 1 Κ.Π.Δ.), αλλά κατατέθηκε απλώς στον τελευταίο το έγγραφο αυτής (αναίρεσης) με τους σ'αυτή αναφερόμενους λόγους αναίρεσης και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν οι πιο πάνω αναιρέσεις και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι α) υπ'αριθμ. 1/10-4-2008 και β) 3813/10-4-2008 αιτήσεις αναίρεσης του ..., κατά της υπ'αριθμ 154/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και 2) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 3 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την οποία διατάσσεται είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, είτε ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέως ή κάποιου από τους διαδίκους, η διόρθωση ή συμπλήρωση αποφάσεως ή των πρακτικών της ή με την οποία απορρίπτεται τέτοια αίτηση περί διορθώσεως ή συμπληρώσεως αποφάσεως ή πρακτικών αυτής, δεν υπόκειται αυτοτελώς στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, διότι το μεν δεν ορίζεται ειδικώς στον νόμο ότι επιτρέπεται τούτο, το δε δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αποφάσεων, που αναφέρει το άρθρο 504 ΚΠΔ, κατά των οποίων επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως, αλλά μόνο μαζί με την απόφαση που διορθώθηκε και υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 1/2000). Αν παρά ταύτα ασκηθεί η αναίρεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Επομένως, οι κρινόμενες υπ' αριθ. 1/10-4-2008 και 3813/10-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως του ... κατά της 154/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η από 11-1-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για διόρθωση της 162-163/2007 αποφάσεως του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, εκτιμώμενες ως ενιαίο κείμενο και συνολικά ερευνώμενες είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αυτές και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις 1/10.42008 και 3813/10.4.2008 αιτήσεις αναιρέσεως του ... κατά της 154/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ άρθρο 145 ΚΠΔ δεν είναι καταδικαστικές και δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Η άσκηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου με δήλωση, επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιτρέπεται μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτονται ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για διόρθωση αποφάσεως.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποφάσεως διόρθωση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 1
|
Αριθμός 655/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 4.284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες:1...... 2......
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.956/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 196/17.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 389/1-11-2007 έκθεση αναιρέσεως της ...... ασκηθείσαν, κατ' άρθρ. 465 §2 Κ.Π.Δ., υπό του παραστάντος κατά την συζήτησιν της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Τεντόμα για λογαριασμό της παραπάνω κατηγορουμένης, κατά της υπ' αριθ. 4284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλάκισης 24 μηνών, που μετετράπη προς 4, 40 ευρώ ημερησίως, κατ' επαύξησιν της ποινής φυλακίσεως 12 μηνών κατά έξι (6) μήνας εξ' εκάστης των λοιπών πράξεων και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του άρθρ. 501 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., αν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως, ή αν συντρέχει περίπτωση του άρθρ. 340 §2 του ίδιου κώδικα, σε πταίσματα και πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διάταξης αυτής με το άρθρ. 13 του ν.3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 §2 εδ. γ' Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 465 §2 εδ. α' Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, που παρέχεται σ' εκείνον, ο οποίος κατεδικάσθη, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ. 473 §§1, 3 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ότι εδημοσιεύθη με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, που ορίζεται εντός δέκα ημερών από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται σαν να είναι παρών. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 474 §2 Κ.Π.Δ., να διαλάβει στην σχετική έκθεση ή αίτηση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Ανωτέρα βία που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου είναι γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συναινέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. Α.Π. 15/1987 και 763/1987). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, αφού κληθεί ο αναιρεσείων για να προσέλθει στο Συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του (Α.Π. 1711/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 1084, Α.Π. 2034/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 737). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη, απόφαση επετράπη η εκπροσώπηση της μη εμφανισθείσης εκκαλούσης - κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τεντόμα ενώπιόν του, ως εφετείου δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης εφέσεως της κατά της υπ' αριθ. 39084/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως η κατηγορουμένη - εκκαλούσα εδικάσθη σαν να ήταν παρούσα. Όπως δε προκύπτει από την βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως, η προσβαλλομένη απόφαση κατεχωρήθη καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) την 18-9-2007, ενώ η έκθεση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών συνετάχθη την 1-11-2007, ήτοι μετά την πάροδον της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας. Η αναιρεσείουσα για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται με την ως άνω δήλωσή της ότι "... η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και παρά τον νόμο καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αναιρέσεων στις 18-9-07 αφού ενέπιπτε εντός της χρονικής περιόδου διακοπής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των βουλευτικών εκλογών της 16-9-2007, αλλά και ειδικότερα επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κ. Βασίλειος Τεντόμας ευρίσκετο απομεμακρυσμένος στην βορειοτάτη και πιο ακριτική περιοχή της Ελλάδος, δηλαδή στον Νομό Έβρου, ... για να επιτελέσει το λειτούργημα του Δικαστικού Αντιπροσώπου ... Αλλά τυγχάνει και απορίας άξιον πώς, κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που δια νόμου είχε απαγορευθεί η λειτουργία παντός Δικαστηρίου ... μέχρι και την 24-9-2007 άπαντα τα Δικαστήρια δεν λειτουργούσαν και δεν είχαν κανένα δικαίωμα οι αρμόδιοι γραμματείς να καταχωρήσουν μια απόφαση σε απαγορευμένη ημερομηνία ...". Ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, δεν συνεπάγεται και την αναστολή της λειτουργίας της γραμματείας των δικαστηρίων, που να καθιστά αδύνατη την δια δηλώσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως άσκηση της αναιρέσεως ούτε και επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι δεν ηδυνήθη να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, συνεπεία της υπ' αυτού επικαλουμένης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, αλλ' εσφαλμένως υποστηρίζει ότι παρανόμως η αρμοδία υπάλληλος της γραμματείας του ως άνω Δικαστηρίου κατεχώρησε την προσβαλλομένην ως άνω απόφαση εις το ειδικό βιβλίο. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, κατά τον εκτεθέντα χρόνον εξετέλεσε καθήκοντα Δικαστικού αντιπροσώπου, δεν αποτελεί λόγον ανωτέρας βίας, καθόσον είχε την δυνατότητα να αναθέσει την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως εις έτερον δικηγόρον. Άλλωστε το επικαλούμενο ανωτέρα βία γεγονός αυτό έληξε την 21-9-2007 και η αναιρεσείουσα είχε την δυνατότητα να ασκήσει την αναίρεσή της κατά τις υπολειπόμενες ημέρες μέχρι την 8-10-2007, οπότε έληξε η προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, κατ' άρθρ. 473 §2 Κ.Π.Δ. Επομένως η μη εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, αλλά σε αδράνεια της ιδίας της αναιρεσείουσας, για την οποία δεν προβάλλει κανένα λόγο, που να καθιστά αντικειμενικά ή υποκειμενικά αδύνατη την εντός εικοσαημέρου προθεσμίας άσκηση της αναιρέσεως (Α.Π. 470/1994 Ποιν.Χρ. ΜΔ' σελ. 624). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησις αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 583 §1, 476 §1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ' αριθ. 389/1-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της ...., κατά της υπ' αριθ. 4284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήναι 14/12/2007
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση με παρόντα τον δικαιούχο, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, που διόρισε νομίμως, τότε αυτός θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον συνήγορο τον οποίο διόρισε, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από την ως άνω καταχώρισή της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η επίδοση της προς τον εκκαλούντα, αφού αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών. Περαιτέρω, ενόψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, οφείλει, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να διαλάβει στη σχετική αίτηση ή έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Ανώτερη βία, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου είναι γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα εκείνου του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιτράπηκε η εκπροσώπηση της εκκαλούσας κατηγορουμένης, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκαζε σε δεύτερο βαθμό, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τεντόμα, κατά την εκδίκαση εφέσεως της κατά της 39.084/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως η εκκαλούσα κατηγορουμένη δικάσθηκε σαν να ήταν παρούσα. Όπως δε προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέως, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρο-γραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 18 Σεπτεμβρίου 2007, ενώ η έκθεση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών συντάχθηκε την 1η Νοεμβρίου 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας. Η αναιρεσείουσα για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεώς της ισχυρίσθηκε με την ως άνω δήλωσή της τα εξής: "...Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και παρά τον νόμο καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αναιρέσεων στις 18.9.07, αλλά και ειδικότερα επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κ. Βασίλειος Τεντόμας ευρίσκετο απομεμακρυσμένος στην βορειότατη και πιο ακριτική περιοχή της Ελλάδος, δηλαδή στον Νομό Έβρου, ...για να επιτελέσει το λειτούργημα του Δικαστικού Αντιπροσώπου...Αλλά τυγχάνει και απορίας άξιον πώς, κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που διά νόμου είχε απαγορευθεί η λειτουργία παντός Δικαστηρίου... μέχρι και την 24.9.2007 άπαντα τα Δικαστήρια δεν λειτουργούσαν και δεν είχαν κανένα δικαίωμα οι αρμόδιοι γραμματείς να καταχωρήσουν μια απόφαση σε απαγορευμένη ημερομηνία...". Ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, δεν συνεπάγεται και την αναστολή της λειτουργίας της γραμματείας των δικαστηρίων, που να καθιστά αδύνατη την καταχώριση καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ή την άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέως, ούτε άλλωστε επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, συνεπεία της ως άνω αναφερομένης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατά τον προεκτεθέντα χρόνο εκτελούσε καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, διότι είχε τη δυνατότητα να αναθέσει την άσκηση αναιρέσεως σε άλλο δικηγόρο, Άλλωστε το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ως ανώτερη βία ως άνω γεγονός, έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου 2007 και από τότε η αναιρεσείουσα είχε όλη τη δυνατότητα να ασκήσει την αναίρεσή της εντός είκοσι ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως, η μη εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως δεν οφείλεται σε ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 389/1.11.2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...... κατά της 4.284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 654/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 117/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 203/18.4.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 18-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθμ. 1843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Δια του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια του οποίου ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), δια να δικασθή δια πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση εις βαθμό κακουργήματος, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του και κατά μόνας και δι' απάτη εις βαθμό κακουργήματος από κοινού, μετερρυθμίσθη δε τούτο, κατά το παραπεμπτικό μέρος του, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων κατά παράβαση του Ν.1608/1950 και αναδιετυπώθη η σχετική κατηγορία.
Επειδή, κατά το άρθρ. 308 §1 εδ. γ' και δ' Κ.Π.Δ., στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρ.1 του Ν.1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για τον σκοπό αυτό, η δικογραφία διαβιβάζεται, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνη ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει, με πρότασή του, στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ως άνω ρύθμιση εισήχθη δια να επιτευχθή η συντόμευση της διαδικασίας παραπομπής στο ακροατήριο των κατηγορουμένων δια κατάχρηση του δημοσίου χρήματος, με τον περιορισμό της χρονοβόρας και εγκυμονούσης κινδύνους παραγραφής ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον των συμβουλίων, εκδιδομένου ενός μόνο παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, μη υποκειμένου στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, εφ' όσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής (βλ. Α.Π. 298/2004, εις Π.Χ./ΝΕ'/58).
Συνεπώς, και το επί εφέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών εκδιδόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφαίνεται ότι το κρινόμενο έγκλημα προβλέπεται από το άρθρ. 1 του Ν.1608/1950, επίσης δεν υπόκειται εις αίτηση αναιρέσεως, δια τον ίδιο ως άνω λόγο. Μεταξύ δε των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό είναι και τα υπό των άρθρ. 216 και 386 Π.Κ. προβλεπόμενα, εφ' όσον αυτά στρέφονται κατά του δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου, εκ των αναφερομένων στο άρθρο 263Α Π.Κ., όπως οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επί εφέσεως κατά του υπ' αριθμ. 349/2007 βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εδέχθη, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι οι αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως εις βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 216 Π.Κ.) και της απάτης εις βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 386 Π.Κ.), δια τις οποίες ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), ως και από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του τελέσας αυτές, στρέφονται κατά της Τραπέζης υπό την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", εδρευούσης στη Θεσσαλονίκη, κατά τον νόμο και το καταστατικό της και, επομένως, πρέπει να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν.1608/1950. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών μετερρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα, κατά το παραπεμπτικό μέρος του, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων κατά παράβαση του Ν.1608/1950 και αναδιετύπωσε την σχετική κατηγορία. Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή, ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Εις περίπτωση δε που θα κριθή η αίτηση αυτή παραδεκτή, πρέπει να απορριφθή ως αβάσιμη, διότι το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε σ' αυτό την υπό του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τις σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση του, συγχρόνως δε ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, ενώ δεν υπέπεσε και στην πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 §1 στοιχ. α', β', δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι.
Για τους λόγους αυτούς
- Προτείνω Να απορριφθή η από 18-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθ. 1843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 28 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του ν. 1738/1987, "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 ("για τους καταχραστές του δημοσίου") η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτικά πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ως άνω ρύθμιση εισήχθη για να επιτευχθεί η συντόμευση της διαδικασίας παραπομπής στο ακροατήριο των κατηγορουμένων για κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, με τον περιορισμό της χρονοβόρου ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον των συμβουλίων, η οποία εγκυμονεί κινδύνους παραγραφής και εκδίδεται μόνον ένα βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, εφ' όσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής.
Συνεπώς και το επί εφέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών εκδιδόμενο βούλευμα του συμβουλίου εφετών, το οποίο αποφαίνεται ότι το κρινόμενο έγκλημα προβλέπεται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950, επίσης δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, για τον ίδιο ως άνω λόγο. Μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό είναι και εκείνα που προβλέπονται από τα άρθρα 216 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφ' όσον αυτά στρέφονται κατά του δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α ΠΚ, όπως οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, σε συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε αυτό.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο το εξέδωσε επί εφέσεως κατά του 349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δέχθηκε με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι οι αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για τις οποίες ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), ως και από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του τελέσας αυτές, στρέφονται κατά της Τράπεζας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και επομένως πρέπει να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Νόμου 1608/1950. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα, κατά το παραπεμπτικό του μέρος, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων με τη συνδρομή των όρων του ν. 1608/1950 και αναδιατύπωσε τη σχετική κατηγορία. Αλλά με τα δεδομένα αυτά, και ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί παραπάνω, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΔΠ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Οκτωβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του 1843/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και με τη συνδρομή του Ν. 1608/1950. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών είναι αμετάκλητο. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Πλαστογραφία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 653/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις τρεις αιτήσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1. ..., 2..... και 3. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Ναυρίδη, περί αναιρέσεως της 41/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ΑΙγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Μαΐου 2008, 23 Μαΐου 2008 και 23 Μαΐου 2008 αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως και στους από 18 Νοεμβρίου 2008 (δύο) προσθέτους λόγους των ... και ..., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 23-5-2008, 23-5-2008 και 28-5-2008 αιτήσεις αναίρεσης κα τα από 18-11-2008 δικόγραφα των προσθέτων λόγων κατά της 41/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας.
Στο άρθρο 8 εδ.α' του 3189/2003, ορίζεται ότι με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 29.412 ευρώ μέχρι 588.235 ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενεργεί με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Το τελευταίο συντρέχει και ο δράστης χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνος όταν από τον τόπο, χρόνο, τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε για τη διάπραξη του εγκλήματος, τη βαρύτητά του, την ποιότητα, την ένταση και τη φύση των αιτίων που τον ώθησαν ή τον παρακίνησαν στην τέλεση του εγκλήματος και από την όλη προσωπικότητα του συνάγεται βάσιμη πιθανότητα ότι και στο μέλλον θα διαπράξει άλλα εγκλήματα. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Πρέπει να αναφέρονται, στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, (5 παρ.1 ζ) σε περίπτωση δε συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση για τη συνδρομή τους (κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση κλπ.). Περαιτέρω, η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84 του ΠΚ) ως και ότι αυτός είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 15 Ν.2161/1993, ότι δηλαδή απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη 41-2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα πρακτικά του, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη αποδεικτική διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά το προ της 18-5-2005 χρονικό διάστημα στην κατοχή των δύο πρώτων κατηγορουμένων ... και ... περιήλθαν, κατά μη εξακριβωθέντα τρόπο και χρόνο, 100.000 δισκία της ναρκωτικής ουσίας Ecstasy, αξίας περίπου 440.000 ευρώ (150.000.000 δρχ.), τα οποία οι ανωτέρω αποφάσισαν από κοινού να διαθέσουν στην ημεδαπή. Έτσι από κοινού οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, ιδιαίτερα ο δεύτερος, προέβησαν στην οργάνωση σχεδίου πώλησης των ναρκωτικών αυτών και άρχισαν ν' αναζητούν ενδιαφερόμενους αγοραστές. Στα πλαίσια του σχεδίου αυτού ο δεύτερος κατηγορούμενος που είχε και τον πρώτο λόγο, με προτροπές, παραινέσεις και πειθώ έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο να μεταφέρει και τον τρίτο κατηγορούμενο να βοηθήσει στη μεταφορά, ποσότητα 50.000 δισκίων Ecstasy, στη Μύκονο, η οποία θεωρείται τόπος συγκέντρωσης οικονομικά ισχυρών παραθεριστών και όπου η ανεύρεση αγοραστών θα ήταν γι' αυτούς πιο εύκολη. Έτσι με το ...ΙΧΕ αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει και οδηγούσε ο τρίτος κατηγορούμενος μετέφεραν (ο πρώτος και ο τρίτος κατηγορούμενοι) από τη... στη ... (οδικώς και με πλοίο) στις 15-5-2005 50.000 δισκία τύπου Ecstasy, χρώματος λευκού με λογότυπο το σήμα της Mitsubishi, τα οποία ήταν ναρκωτικές ουσίες, σε 10 συσκευασίες με νάϋλον σακούλες, τα οποία και κατείχαν εκεί (ο πρώτος ως αυτουργός, ο δε τρίτος ως απλούς συνεργός), έχοντας τη φυσική εξουσίασή τους, επίσης δε και την εξουσία και τη δυνατότητα πραγματικής κατά βούληση διάθεσης τους. Η (απλή) συνδρομή του τρίτου κατηγορομένου με βάση τα αποδειχθέντα γεγονότα συνίσταται αναφορικά μεν με τη μεταφορά των ναρκωτικών από τον πρώτο κατηγορούμενο στο ότι ο τρίτος κατηγορούμενος νοίκιασε και οδηγούσε το παραπάνω αυτοκίνητο (....) με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά, αναφορικά δε με την κατοχή των ναρκωτικών στο γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος με τη συνεχή φυσική παρουσία του και τη συμπαράσταση του ενίσχυσε την πεποίθηση του πρώτου κατηγορουμένου, συντελώντας μάλιστα και στην άρση των εμφανιζομένων δισταγμών του, στο να κατέχει αυτός στον... την ποσότητα των 5Ο.ΟΟΟ δισκίων Ecstasy. Σημειώνεται μάλιστα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε παράνομα μαζί του όπλο (πιστόλι 22mm με γεμιστήρα και 4 φυσίγγια ιδίου διαμετρήματος), το οποίο είχε τοποθετήσει στο κάθισμα του συνοδηγού στο παραπάνω αυτοκίνητο προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αν χρειαστεί για την αποτελεσματική προστασία τους. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι στη ... οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και συγκεκριμένα σε ισόγεια οικία επί της οδού ..., την οποία είχαν μισθώσει ενεργώντας από κοινού, την 17-5-2005 κατείχαν, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέτουν πραγματικά και κατά βούληση, κρυμμένα μέσα σε ψυγείο, 50.000 δισκία τύπου Ecstasy χρώματος λευκού με λογότυπο το σήμα της Mitsubishi σε 10 συσκευασίες μαζί με τα περιτυλίγματα (νάϋλον σακούλες). Επίσης κατά τον ίδιο χρόνο και στη θέση '..., ο δεύτερος κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά και ειδικότερα κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, ποσότητα κοκαΐνης σε στερεή μορφή, μέσα σε 1 νάϋλον σακουλάκι βάρους 7,5 γραμμαρίων και ποσότητα ηρωίνης μέσα σε 1 νάϋλον σακουλάκι βάρους 0,6 γραμμαρίων. Εξάλλου, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα παραπάνω αδικήματα κάτω από περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, καθόσον από τη βαρύτητα των εν λόγω πράξεων, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους, τα αίτια που τους ώθησαν σ' αυτές και την προσωπικότητά τους μαρτυρείται αντικοινωνικότητά τους και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα συνεκτιμώντας το Δικαστήριο όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα στοιχεία για την αξιολόγηση της προσωπικότητας των δύο πρώτων κατ/νων και ειδικότερα, ότι αυτοί κατέστρωσαν σχέδιο μεταφοράς μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στη Μύκονο, όπου, όπως προαναφέρθηκε, θα ήταν πιο εύκολη η πώληση τους, και όχι σε άλλο μέρος, ότι ο πρώτος ήταν εφοδιασμένος με όπλο για την αποτελεσματική προστασία τους, ότι κατείχαν πάρα πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών (100.000 δισκία Ecstasy) πολύ μεγάλης αξίας, περίπου 440.000 ευρώ (150.000.000 δρχ.), ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δεν έδειξαν καμία διάθεση να αποκαλύψουν τον πραγματικό προμηθευτή τους, ότι το κύριο αίτιο που τους ώθησε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων ήταν αποκλειστικά και μόνο η απόκτηση κέρδους, κρίνει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, με ροπή για διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής αποτελεί και το γεγονός ότι, όπως και οι ίδιοι δέχονται με τις απολογίες τους, έχουν καταδικαστεί και στο παρελθόν για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Με βάση όλα τα προεκτεθέντα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ο πρώτος κατηγορούμενος μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών (μία πράξη) και παράνομης οπλοφορίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος ηθικής αυτουργίας (του αυτουργού και του απλού συνεργού) σε μεταφορά και κατοχή και κατοχής ναρκωτικών, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο (και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι) και αθώοι των λοιπών πράξεων (αγοράς και εισαγωγής ναρκωτικών), όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό. Ακόμη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο τρίτος κατηγορούμενος απλής συνέργειας σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών (όχι όμως ως ιδιαίτερα επικίνδυνος) κατά τα στο διατακτικό. Τέλος αναφορικά με τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τύγχανε τοξικομανής, δηλαδή ότι κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Απ'όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία όμως κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε η Ιατροδικαστής Σύρου ..., ύστερα από διάταξη του Ανακριτή, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί εξαρτημένο άτομο. Τα υπόλοιπα επικαλούμενα απ' αυτόν έγγραφα (από ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, από ... ιατροδικαστική έκθεση ..., από 2-2-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ...) δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση, επειδή, εκτός των άλλων, αφορούν χρόνους, οι οποίοι απέχουν πολύ από το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω αδικημάτων (Μάιος 2005). Τέλος για να συντρέξει η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2 ε UK ελαφρυντική περίσταση πρέπει η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μετά την πράξη του να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και να μην είναι αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Έτσι το αίτημα των κατηγορουμένων ν' αναγνωρισθεί σ' αυτούς το παραπάνω ελαφρυντικό, ότι δηλαδή αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, πρέπει ν* απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, επειδή η καλή διαγωγή τους στη φυλακή δεν αρκεί για την παραδοχή του ελαφρυντικού αυτού, ενόψει του ότι η συμπεριφορά αυτή, σύμφωνα και με την πιο πάνω σκέψη, δεν αναφέρεται σε συμπεριφορά στην κοινωνία από την οποία θα κρινόταν μόνο η για μεγάλο χρονικό διάστημα καλή ή κακή διαγωγή των κατηγορουμένων. Επομένως οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει ν'απορριφθούν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους : α) τον πρώτο κατηγορούμενο μεταφοράς και κατοχής από κοινού ναρκωτικής ουσίας από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και παράνομης οπλοφορίας β) τον δεύτερο κατηγορούμενο ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά και σε κατοχή, και κατοχή από κοινού ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και γ) τον τρίτο κατηγορούμενο απλής συνδρομής πριν και κατά την τέλεση και μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, και επέβαλε σ'αυτούς στον μεν πρώτο ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, για την πράξη της μεταφοράς και κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, στον δεύτερο ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά και κατοχή και κατοχή από κοινού ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και στον τρίτο ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών για την πράξη της απλής συνέργειας σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την απαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 46, , 47, 13 ΠΚ και των άρθρων 5 παρ.1 περ.ζ' και παρ.2, 8 εδ. α' Ν. 1729/87, όπως ίσχυε μετά τον Ν. 3189/2003 και 1 περ. δ' 10 παρ.1 και 13 α του Ν.2168/1993, τις οποίες εφάρμοσε. Η κατοχή (συγκατοχή) των κατηγορουμένων επί της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας αναφέρεται με την κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987) έννοια της φυσικής εξουσίασής της από αυτούς, ώστε αυτοί να μπορούν σε κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή της και, κατά τη δική τους βούληση, να τη διαθέτουν πραγματικά, δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής, να αναφέρονται στην απόφαση αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ούτε τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν. Περαιτέρω, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και, επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Περαιτέρω αιτιολογείται επαρκώς α) η αξιούμενη από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του Ν.3189/2003 (ήδη άρθρο 23 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά (Κ.Ν.Ν.) για την στοιχειοθέτηση σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, που διέπραξαν από κοινού τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της επιβαρυντικής περίστασης, ότι οι περιστάσεις τέλεσης των πράξεων αυτών μαρτυρούν ότι οι τελευταίοι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, κατά την στην μείζονα σκέψη εκτεθείσα έννοια, με την αναφορά στο αιτιολογικό της κατάστρωσης από αυτούς σχεδίου μεταφοράς μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στη Μύκονο, όπου θα ήταν πιο εύκολη η πώλησή της, τον εφοδιασμόν του πρώτου από αυτούς με όπλο για την αποτελεσματική προστασία τους, αλλά και της παραδοχής ότι έχουν καταδικασθεί στο παρελθόν για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. β) η απόρριψη της συνδρομής στο πρόσωπο του πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' ότι αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, ενώ ως εκ περισσού αιτιολογείται η απόρριψη του αιτήματος του τρίτου αναιρεσείοντα για αναγνώριση του ίδιου ελαφρυντικού σ'αυτόν, αφού, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ο εν λόγω αναιρεσείων επικαλέσθηκε μόνο τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ε' χωρίς να επικαλεσθεί και πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την εφαρμογή της και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν'απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του. γ) η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του δεύτερου αναιρεσείοντος περί τοξικομανίας του αφού το μεν γίνεται ρητή μνεία στο περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η ιατροδικαστής Σύρου ..., σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί αυτός να χαρακτηρισθεί εξαρτημένο άτομο, το δε αξιολογούνται τα υπόλοιπα από τον ως άνω αναιρεσείοντα επικαλούμενα έγγραφα. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ειδική μνεία της σχετικής έκθεσης της Χημικής Υπηρεσίας, αφού από την στο προοίμιο του αιτιολογικού αναφορά μεταξύ των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και των εγγράφων, στην κατηγορία των οποίων εμπίπτει και η παραπάνω έκθεση προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη και αυτή υπόψη του Δικαστηρίου για την καταδικαστική του κρίση, εν όψει μάλιστα του ότι, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του κειμένου τόσο του σκεπτικού όσο και του διατακτικού "τα σ'αυτά περιγραφόμενα να κατέχονται από τους πρώτο αναιρεσείοντα ως αυτουργό και τον τρίτο ως απλό συνεργό και να μεταφέρονται από τον τελευταίο με όχημα που είχε μισθώσει δισκία σε δέκα συσκευασίες και από τον δεύτερο σε δύο σακουλάκια, ήταν ναρκωτικές ουσίες". Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' αντίθετοι συναφείς λόγοι αναίρεσης των κυρίων δικογράφων όλων των αιτήσεων αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων του πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι α) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, β)δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την έκθεση της Χημικής Υπηρεσίας, και γ) εσφαλμένα εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 23 Μαΐου 2008 αιτήσεις των ... και ..., κρατουμένων στη κλειστή φυλακή ... και τους από 18 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους και την από 27 Μαΐου 2008 αίτηση του ..., κρατουμένου στη κλειστή φυλακή ... για αναίρεση της 41/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μεταφορά και κατοχή από κοινού, ηθική αυτουργία σε μεταφορά και σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, παράνομη οπλοφορία. Απόρριψη λόγων αναίρεσης και πρόσθετων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την κατοχή και των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 και του περί τοξικομανίας ισχυρισμού, και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 13 στοιχ. στ΄ ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία, Οπλοφορία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 652/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 98/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατά την διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2408/1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικε'ς ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 98/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, πρακτικά, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήτοι "για να κληθεί ως μάρτυρας και να καταθέσει ο Διευθυντής του ξενοδοχείου....., στο οποίο ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 15.9.2006 βεβαίωση της εταιρείας, που το διαχειρίζεται, εργάζονταν την ημέρα του ατυχήματος". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: " Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μετά από ανάγνωση στο ακροατήριο της από 15-9-2006 βεβαίωσης της φερόμενης ως εργοδότριας του κατηγορουμένου ξενοδοχειακής ανώνυμης εταιρείας, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος την 16.7.2001 και ώρα 14:00' έως 22:00' εργαζόταν στο ξενοδοχείο της "...." στα ....., δεν κρίνεται αναγκαίο για την ανακάλυψη της αληθείας να αναβληθεί η παρούσα ποινική υπόθεση για να κληθεί για να εξετασθεί ως μάρτυρας ο διευθυντής της εν λόγω ξενοδοχειακής ανώνυμης εταιρείας, σχετικά με τα αναφερόμενα στην παραπάνω αναγνωσθείσα βεβαίωση, γι' αυτό το σχετικό αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ενόψει του ότι, πλήρως αξιολογείται το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει το ως άνω αίτημά του, ήτοι η από 15.9.2006 βεβαίωση της εταιρείας που διαχειρίζονταν το ξενοδοχείο ".....", στο οποίο φέρεται ότι εργάζονταν, την ημέρα του ατυχήματος, ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια αιτιολογείται, γιατί δεν κρίνεται αναγκαία η αιτούμενη αναβολή, αφού, τα όσα αναφέρονται στη βεβαίωση αυτή, δεν ήταν αναγκαίο να επιβεβαιωθούν και από τον Διευθυντή του ως άνω ξενοδοχείου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο "κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και vα στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 98/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για σωματική βλάβη από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος την 16-7-2001 και περί ώρα 16:50', ηλικίας 18 ετών ως γεννηθείς την 26-7-1983, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. .... δίκυκλο μοτοποδήλατο εργοστασίου κατασκευής HONDA, ιδιοκτησίας του ...., όπως αυτό προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτου, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και βρίσκεται στη δικογραφία, από τον οποίο το είχε αγοράσει περί τα μέσα του έτους 2000, χωρίς να έχει μεταβιβασθεί η άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, εκινείτο στην πόλη της ...., επί της οδού ..... με κατεύθυνση από ... προς ....., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης ασφαλτοστρωμένη. Όταν έφθασε έμπροσθεν από το σούπερ μάρκετ ".....", όπου βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο το υπ' αριθμ. ....λεωφορείο της Δημοτικής Επιχείρησης ....., προκειμένου να αποβιβάσει και να επιβιβάσει επιβάτες στη στάση που υπάρχει εκεί, όπου το πλάτος οδοστρώματος είναι 6,50 μ. και τα αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, ένα ανά κατεύθυνση, διαχωρίζονται με δύο διαχωριστικές συνεχείς γραμμές, με πλάτος ερείσματος 1 μ. ανά κατεύθυνση, η οδός είναι ευθεία, συνθήκες φωτισμού ημέρα, συνθήκες κυκλοφορίας κανονική, όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα, κατάσταση οδού ξηρά, όπως σημειώνεται και εικονίζεται στην από 16-7-2001 έκθεση αυτοψίας, και στο από 21-7-2001 σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκαν από το Αστυνομικό Τμήμα..... που αναγνώσθηκαν και βρίσκονται στη δικογραφία, με επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα) που εκτέλεσε, προσπέρασε το ανωτέρω προσωρινά σταθμευμένο λεωφορείο, όμως απώλεσε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, εισήλθε καθ' ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από .... προς .....στο μέσον, όπου εκινείτο κανονικά το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ....ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SEAT ΙΒΙΖΑ, οδηγούμενο από τον 24χρονο γεννηθέντα την 15-3-1977 ...., και βρέθηκε σε απόσταση 6-7 μέτρα μπροστά του, οπότε ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει τη μετά βεβαιότητας μετωπική σύγκρουση με το μοτοποδήλατο, αναγκάστηκε να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου εξετράπη του οδοστρώματος δεξιά, επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ, την οποία κατέστρεφε και ανετράπη το όχημά του, υποστάς κάκωση δεξιού μηρού, εκδορές προσθίου θωρακικού τοιχώματος και κατάγματα. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το παραπάνω ατύχημα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή οδήγηση του 18χρόνου οδηγού του μοτοποδηλάτου κατηγορουμένου. Η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες κατά την οδήγηση του προαναφερομένου μοτοποδηλάτου, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πιο πάνω πράξης του, αν και μπορούσε να το προβλέψει. Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις και επιδεξιότητα, για να οδηγεί μοτοποδήλατο, ενόψει του ότι δεν είχε την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, ήτοι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής στην πόλη της .... και μάλιστα πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς λεωφορείων που σταθμεύουν στην υπάρχουσα εκεί στάση για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών, αλλά με ταχύτητα ανωτέρα των 60 χιλιομέτρων, με επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα), προσπέρασε το προσωρινά σταθμευμένο υπ' αριθμ. .... λεωφορείο της Δημοτικής Επιχείρησης ...., όμως ένεκα της απειρίας και αδεξιότητάς του για να οδηγεί μοτοποδήλατο, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, εισήλθε καθ' ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο μέσον, όπου σε απόσταση 6-7 μέτρα απ' αυτόν εκινείτο ο 24χρονος ....., οδηγώντας το ανωτέρω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ο οποίος, για να αποφύγει τη μετά βεβαιότητος μετωπική σύγκρουση, αναγκάστηκε να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό και εξ αιτίας του οποίου αυτού ελιγμού εξετράπη του οδοστρώματος δεξιά, επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ, την οποία κατέστρεψε, ανετράπη το όχημά του και τραυματίσθηκε ο οδηγός του. Ενώ, αν είχε μειώσει την ταχύτητά του, ενόψει των προαναφερθέντων επικρατουσών συνθηκών, και αν δεν εκτελούσε επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα), δεν θα εισήρχετο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...., ο παραπάνω οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν θα αναγκαζόταν, για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου εξετράπη του οδοστρώματος το αυτοκίνητό του, και σίγουρα θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν αυτός που έκανε σούζα με το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... δίκυκλο μοτοποδήλατο και ότι δεν ήταν αυτός που ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα, κρίνεται απορριπτέος ως μη πειστικός, καθ' όσον, όπως κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ...., ο οποίος, οδηγώντας το δικό του μοτοποδήλατο με συνεπιβαίνοντα τον ....., ήταν σταματημένος στη διακλάδωση που έρχεται από ....., στην οποία υπάρχει πινακίδα STOP, και περίμενε να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς ...., στο οποίο εκινείτο ο παθών, και ήταν αυτόπτης μάρτυρας, δεδομένου ότι από το σημείο της εν λόγω διακλάδωσης, που ήταν σταματημένος, είχε ορατότητα στο σημείο του ατυχήματος, που ήταν δεξιά του λίγα μέτρα μετά τη διακλάδωση και η οδός ήταν ευθεία, και γνώριζε το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το οποίο το είχε αγοράσει από τον πατριό του, αλλά και τον κατηγορούμενο, τον οποίο εγνώριζε από πριν, αφού διαμένουν στην ίδια γειτονιά στους .... και τα σπίτια τους απέχουν μεταξύ τους 40 μ., εκείνη την ημέρα του ατυχήματος τον αναγνώρισε όταν έφθασε στη διασταύρωση που αυτός ήταν σταματημένος, και μάλιστα, όπως κατέθεσε, τον είδε και κατά πρόσωπο γιατί γύρισε πίσω αριστερά και κοίταξε πού ευρίσκετο το αυτοκίνητο του παθόντος, που του ελευθέρωσε το αντίθετο ρεύμα πορείας προς ..... Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου που κατηγορείται".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα το είδος της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα αμέλειας (άνευ συνειδήσεως), ήτοι λόγω μη καταβολής της απαιτούμενης προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβλεψε καθόλου το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του και στη συνέχεια προσδιορίζεται αυτή, με την παράθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δηλαδή η χωρίς σύνεση και προσοχή οδήγηση του υπ' αριθ. κυκλ. .....δίκυκλου μοτοποδηλάτου, και η επακόλουθη συνέπεια του τραυματισμού του παθόντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αναφερθείσα αμέλεια του αναιρεσείοντος. Είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει αντίφαση, ως προς την αιτία εκτροπής του αυτοκινήτου του παθόντος από την πορεία του, με συνέπεια αυτή να μην έχει νόμιμη βάση, αφού το Εφετείο δέχεται σαφώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο παθών, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, προκειμένου να αποφύγει τη μετά βεβαιότητος μετωπική σύγκρουση, λόγω της καθ' ολοκληρίαν εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στο μέσον αυτού, του δικύκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο αναιρεσείων, αναγκάσθηκε να εκτελέσει δεξιό αποτρεπτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου (ελιγμού) εξετράπη του οδοστρώματος και επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ και τραυματίσθηκε, πράγμα το οποίο, όπως ρητά επισημαίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, θα είχε αποφευχθεί, εάν δεν είχε προηγηθεί η αναφερθείσα ενέργεια του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, παρά υποχρέου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 651/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, περί αναιρέσεως της 1253/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγοντες 1. .... κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαμαρά και 2. ..., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 15 Ιουλίου 2008 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 691/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, χωρίς συνείδηση, απαιτούνται τα εξής στοιχεία α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, β) να μη μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε (θανάτου). Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Κρήτης με την προσβαλλόμενη 1253/2007 απόφασή του που εξέδωσε και με την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία δέχθηκε στο σκεπτικό αυτή ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στα ... και στο 2ο χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού ..., στις 15-9-2003 και ώρα 14.00 περίπου, ο κατηγορούμενος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του επιφέροντας το θάνατο άλλου προσώπου. Ειδικότερα αυτός οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, εκινείτο επί της παραπάνω οδού με κατεύθυνση από ... προς τη .... Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Το οδόστρωμα σημαίνεται οριζόντια με διακεκομμένη διαχωριστική των δύο λωρίδων κυκλοφορίας γραμμή και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς τη ..., το δε πλάτος του ρεύματος αυτού κυκλοφορίας είναι 8,10 μ. Πέραν δε του οδοστρώματος και δεξιά του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας υπάρχει έρεισμα, πλάτους 4,10 μ. Αυτός όταν έφθασε στο 2ο χλμ., προτιθέμενος να σταθμεύσει το όχημά του για να στη συνέχεια μεταβεί σε παρακείμενη του ερείσματος "καντίνα" για λόγους αναψυχής, κινήθηκε, ξαφνικά και χωρίς να καταστήσει την κίνησή του αυτή στους οδηγούς των λοιπών οχημάτων, προς τα δεξιά και στο εκεί υπάρχον έρεισμα, όπου τελικά σταμάτησε το όχημά του. Συνέπεια της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να αιφνιδιασθεί ο ..., ο οποίος οδηγώντας την υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα εκινείτο και αυτός, έχοντας μόλις εξέλθει από παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, επί του πιο πάνω ερείσματος για να στη συνέχεια εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια, προς τη ..., κατεύθυνση. Ο τελευταίος, μη δυνάμενος να προβεί σε επιτυχή, προς τα αριστερά, αποφευκτικό ελιγμό, καθόσον έβαιναν άλλα οχήματα, επέπεσε με το μπροστινό τμήμα του οχήματός του στο πίσω αριστερό μέρος του παραπάνω πρώτου οχήματος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, κατά το οποίο έπαθε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (μολονότι φορούσε προστατευτικό κράνος), εκ της οποίας, ως μόνης ενεργής αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνίσταται στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση, καθόσον κινήθηκε απότομα προς το έρεισμα της οδού για να σταθμεύσει το όχημά του, όπως προειπώθηκε, μολονότι αυτό απαγορεύετο βάσει σχετικής απαγορευτικής πινακίδας "Ρ-40", που υπήρχε στο ρεύμα αυτό κυκλοφορίας της οδού και επί πλέον λόγω του ότι πρόκειτο για οδό ταχείας κυκλοφορίας και δεν βεβαιώθηκε, έστω, προηγούμενα ότι μπορούσε να κάνει αυτό ακίνδυνα για τα λοιπά οχήματα, που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα, εν όψει και του όγκου του οχήματός του, "ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), που καταλάμβανε ολόκληρο σχεδόν το έρεισμα της οδού. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος είπε "Το φορτηγό ήταν σταματημένο στο έρεισμα του δρόμου, κατέβηκα, πήγα στην καντίνα για λόγους υγείας, γυρνώντας πίσω και φθάνοντας στην μούρη του φορτηγού άκουσα τον κτύπο" (βλ. απολογία του). 'Όμως ο ισχυρισμός του αυτός ότι δηλαδή κατά τον κρίσιμο της σύγκρουσης χρόνο είχε ήδη σταθμευμένο το όχημά του και δη για λόγους υγείας και ως εκ τούτου πρόκειται για περίπτωση κατάστασης ανάγκης, ανεξάρτητα του αν ότι θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου τα παραπάνω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος ... (ιδιοκτήτριας της "καντίνας"), η οποία επιβεβαίωσε τα όσα ο κατηγορούμενος είπε, καθόσον η κατάθεσή της κρίνεται μη πειστική. Γι'αυτό και πρέπει, απορριπτομένου του αιτήματος για κλήτευση της ..., ως μάρτυρα, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα δεν δημιουργείται ασάφεια από την αναφορά στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και (οι καταθέσεις) των μαρτύρων υπεράσπισης, καθόσον η αναφορά αυτή οφείλεται σε προφανή γραφική παραδρομή, αφού όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση μόνο μάρτυρες κατηγορίας εξετάσθηκαν, και αυτό ανεξάρτητα του ότι στα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, ρητά αναφέρεται ότι "μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας που είχαν κλητευθεί η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο του αν κλήτευσαν μάρτυρες υπεράσπισης και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Περαιτέρω δεν δημιουργείται καμμία ασάφεια ως προς το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος εκ της μη ρητής αναφοράς στο σκεπτικό του από το άρθρο 28 του ΠΚ διδόμενου νομικού ορισμού αυτού. Αντίθετα από τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντα, στα οποία είχε ως συνέπεια τον θάνατο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, είναι αυτό της ασυνείδητης αμέλειας, αφού σε κανένα σημείο αυτού δεν υπάρχει αναφορά και σε παραδοχές ότι ο αναιρεσείων προείδε το επελθόν αποτέλεσμα αλλά πίστεψε ότι θα το απέφευγε. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του παραπάνω είδους αμελείας δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται σε ποια χρονική στιγμή και σε ποια απόσταση από το φορτηγό σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη πορεία του κατέλαβε ο οδηγός της μοτοσικλέτας το προς τα δεξιά της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας έρεισμα, εξερχόμενος από το παρακείμενο κατάστημα υγρών καυσίμων, προκειμένου να εισέλθει στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας αφού ήταν επαρκή για την θεμελίωση της αμέλειας του αναιρεσείοντος η αναφορά ότι αυτός όντας οδηγός του ογκώδους φορτηγού κινήθηκε ξαφνικά προς τα δεξιά και στο εκεί υπάρχον έρεισμα καταλαμβάνοντας αυτό χωρίς να καταστήσει γνωστή τη πρόθεσή του αυτή στους οδηγούς των λοιπών οχημάτων. Και τούτο διότι με τις παραδοχές αυτές αιτιολογείται πλήρως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανάτου του οδηγού της μοτοσικλέτας, αφού η παραπάνω αιφνίδια κίνηση του αναιρεσείοντα ήταν δυνατό κατ'αντικειμενική κρίση λόγω του αιφνιδιασμού των οδηγών των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων και της εντεύθεν αδυναμίας τους να πραγματοποιήσουν κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό να προκαλέσει την επίπτωση των οχημάτων τους επί του φορτηγού, από την οποία να προξενηθεί θανατηφόρος τραυματισμός τους, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. Το αναφερόμενο στο διατακτικό ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας εκινείτο επί της δεξιάς λωρίδας, όπισθεν του επ'αυτής ομοίως κινουμένου φορτηγού, ο οδηγός του οποίου σταμάτησε και στάθμευσε αυτό χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεση του αυτή στα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, δεν αποτελεί παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας αλλά οφείλεται στην από προφανή παραδρομή πιστή αντιγραφή αυτού (διατακτικού) από το κατηγορητήριο και το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης δεν αναιρεί δε σε καμία περίπτωση την παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο θανατηφόρος τραυματισμός του παθόντος οφείλεται στη εκτεθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο οποίος κινήθηκε χωρίς προειδοποίηση προς τα δεξιά, αποκόπτοντας αιφνιδίως την πορεία του μοτοποδηλάτου. Τέλος το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφασή του με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί και η μάρτυρας ..., το οποίο (αίτημα) υποβλήθηκε μετά την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ... και για το οποίο επιφυλάχθηκε το Δικαστήριο να αποφανθεί, με την αναφορά στο σκεπτικό των αποδεικτικών μέσων και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι δεν ήταν αναγκαία η προσέλευσή και εξέταση της ως άνω μάρτυρος αφού από τα ήδη προκύψαντα από τη διαδικασία αποδεικτικά στοιχεία είχε σχηματίσει δικανική πεποίθηση σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, αιτιολογώντας μάλιστα ειδικά την αβασιμότητα σχετικού αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόρριψης του ως άνω αιτήματος να γίνει ειδική μνεία στις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο σχετικές εκ του ατυχήματος αγωγές του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως και η προσφυγή του κατά της Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών περί θέσεως της δικογραφίας στο αρχείο ως και αξιολόγηση αυτών, αφού με την στο προοίμιο του σκεπτικού αναφορά στα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται και τα έγγραφα, με βεβαιότητα προκύπτει ότι και τα παραπάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την παραπάνω δικανική του πεποίθηση, περί της ενοχής του κατηγορουμένου η οποία καθιστούσε περιττή την αναβολή της υπόθεσης για κλήτευση και εξέταση της παραπάνω μάρτυρας. Συνακόλουθα οι με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου και πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι των προσθέτων με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 28, 302 του ΠΚ και 28 του ΚΟΚ, με την αιτίαση της αντίφασης των πραγματικών περιστατικών, όπως εκτίθενται στο σκεπτικό και το αιτιολογικό της, ενώ για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ με την ειδικότερα αιτίαση ότι δεν προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης αν ο αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη από ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια. Τέλος απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι οι λοιποί λόγοι της αίτησης και των προσθέτων με τους οποίους υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών ... και ... και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2008 αίτηση του ... και τους από 15-7-2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1253/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγουσών, η οποία ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων: α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, β) εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων του άρθρου 28 ΠΚ, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, και γ) για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά το αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να κληθεί η προταθείσα από τον κατηγορούμενο μάρτυρας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 659/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κατοίκου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 597/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτηση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1224/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία... . Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. (Ολ. Α.Π. 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώστηκαν, κλπ.] τα οποία έλαβε υπόψη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στα ....., κατά τον γενόμενο έλεγχο, την 22-1-2002, διαπιστώθηκε ότι: Α) εργοδότης τυγχάνων, ως υπεύθυνος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ιδιοποιήθηκε ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του δηλαδή παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με το σκοπό να τις αποδώσει στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υποκατάστημα .....) που ανέρχονται στο ποσό των 4.856,64 ΕΥΡΩ, της χρονικής περιόδου από 9/01 μέχρι 11/01. Το ποσό αυτό δεν κατέβαλε στο παραπάνω ίδρυμα σε ένα μήνα από τότε που έγινε απαιτητό, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφ/κές εισφορές που τον βαρύνουν (εργοδοτικές άσχετα από ποσό, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς), δεν κατέβαλε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υποκατάστημα ...... που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας τις Ασφαλιστικές Εισφορές που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο που ανέρχονται στο ποσό των 9.713,28 ΕΥΡΩ της ανωτέρω χρονικής περιόδου, σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως των αρ. 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, και του επέβαλε για την πρώτη πράξη, ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ και για τη δεύτερη ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, συνολική δε, 8 μηνών φυλάκιση και χρηματική ποινή 400 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, και έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ελλιπής επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων στην επιχείρηση μισθωτών, ποιες ακριβώς ήταν οι αποδοχές καθενός και ποιο ήταν το ακριβές ποσό της εργατικής και εργοδοτικής εισφοράς για κάθε εργαζόμενο, δεδομένου ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, αφού, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, κρίσιμα περιστατικά είναι μόνο η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός, και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) Αφού το δικαστήριο αφενός μεν δέχεται, ότι ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών ήταν η χρονική περίοδος 1-9-2001 έως 31-10-2001, ότι ο χρόνος καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ ήταν ένας μήνας από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία και ότι ο χρόνος τέλεσης των άνω πράξεων ήταν το χρονικό διάστημα 30.10.2001 έως 22.1.2002, δεν ήταν αναγκαία μεγαλύτερη εξειδίκευση του χρόνου που έπρεπε να καταβληθούν οι επί μέρους μηνιαίες εργοδοτικές ή παρακρατήθηκαν οι εργατικές εισφορές, διότι τούτο δεν ασκούσε στην προκείμενη περίπτωση επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, αφού, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν ανέκυπτε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου κάποιας από τις πράξεις αυτές, ενόψει του ότι από την πάροδο και των τριάντα ημερών από τη λήξη κάθε μήνα της άνω περιόδου εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων εισφορών, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία, γ) Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι, κατά ένα μέρος, ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, δ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων, ήταν Διευθύνων Σύμβουλος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας (ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ) και ως εργοδότης η τελευταία είχε απασχολήσει στην επιχείρηση της, στο συγκεκριμένο χρόνο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένο στο ΙΚΑ προσωπικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της άνω υπόθεσης του και συνεπώς δεν απολογήθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος όταν του δόθηκε ο λόγος, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία σχέση με την ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ότι ουσιαστικός ιδιοκτήτης αυτής ήταν ο ....., ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή του και τον εμφάνισε ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, εξ αιτίας δε αυτού δεν γνώριζε για τα χρέη της εταιρείας και δεν είχε την υποχρέωση, αλλά και τη δυνατότητα να καταβάλει αυτά. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ζήτησε να προσκομισθούν τα βιβλία της εταιρείας, δίχως όμως να υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα αναβολής, αφού όταν του δόθηκε και πάλι ο λόγος, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση του Εισαγγελέα για την ενοχή, ζήτησε μόνο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, δίχως να ζητήσει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αφού δέχεται ότι "όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι κατά την κρίση του δικαστηρίου ανάγονται σε απόλυτη άρνηση της κατηγορίας, αφού αρνείται την ουσιαστική συμμετοχή του στη διοίκηση της ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι καθόσον, όπως προέκυψε και από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας υπαλλήλου του ΙΚΑ ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος στην ΠΑΕ και ο, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδιοκτήτης της ΠΑΕ ονόματι ...... δεν εμφανίζονταν σε κάποιο έγγραφο ως πράγματι διευθύνων σύμβουλος αυτής". Τέλος, εκ του ότι στο διατακτικό αναγράφεται ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος της ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ και στο σκεπτικό διευθύνων σύμβουλος αυτής, δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, αφού από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, από παραδρομή όμως στο διατακτικό αναφέρεται εκείνη του υπεύθυνου της ΠΑΕ. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2008 αίτηση του ..... για αναίρεση της 597/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικές και εργοδοτικές εισφορές. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 650/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 63148/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 986/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 426/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Α' μονομελές πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 15820/2006 απόφασή του καταδίκασε τον Χσε φυλάκιση 47 μηνών για παράβαση του αν ν.690/45. κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση, την οποία το τριμελές πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 63148/17-11-2006 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη. Η τελευταία αυτή απόφαση δεν φαίνεται να έχει επιδοθεί στον καταδικασθέντα. Κατ'αυτής άσκησε αυτός ενώπιον του γραμματέα πρωτοδικών Αθηνών στις 22-4-2008 δια του πληρεξούσιου του, με βάση την από 11-4-2008 εξουσιοδότησή του (-στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο) 'Ολγας Αμπαρτζάκη (=δικηγόρος) με τον αριθμό μητρώου της την υπ'αριθμ. 56 αίτηση αναίρεσης "για τους παρακάτω λόγους".
Στη συνέχεια η έκθεση αναίρεσης δεν αναφέρει κάποιον λόγο, υπογράφεται δε αυτή από τον γραμματέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Δημήτριο Γουλιέλμο, του οποίου έχει τεθεί και η σφραγίδα του.
Καθίσταται δηλαδή φανερόν ότι η έκθεση αναίρεσης δεν φέρει την υπογραφή του εμφανισθέντος και δηλώσαντος ότι ασκεί την αναίρεση πληρεξουσίου αλλά άλλου μη εμφανισθέντος και δηλώσαντος ότι ασκεί την αναίρεση.
Επομένως λείπει η σχετική υπογραφή -άρθρα 153 Κ.Π.Δ. και 474 § 1 Κ.Π.Δ.- που είναι απαραίτητη για το κύρος της σχετικής έκθεσης. Και είναι μεν αληθές ότι βεβαιώνεται, με σχετική σημείωση, από τον γραμματέα ότι προσκομίστηκε σ'αυτόν την αυτήν ημέρα (=22-4-2008) έγγραφο που φέρει τον τίτλο "προς τον 'Αρειο Πάγο (ποινικό τμήμα), Λόγος-δήλωση αίτησης αναίρεσης" και στο οποίο γίνεται μνεία ότι "δηλώνω ότι ζητώ την αναίρεση....για τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους....." και γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένους λόγους, πλην όμως και το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή (όχι του εμφανίσαντος και δηλώσαντος ότι ασκεί αναίρεση αλλά) του αυτού δικηγόρου, Δημητρίου Γουλιέλμου, ενεργεί με την ιδιότητα του πληρεξουσίου, χωρίς να γίνεται αναφορά που στηρίζει την ιδιότητα του αυτή.
Καθίσταται φανερόν ότι το έγγραφο αυτό δεν επέχει θέση δήλωσης ασκήσεως της αναίρεσης, αφού δεν βεβαιούται ότι ο υπογράφων αυτό εμφανίστηκε στον οικείο γραμματέα και δήλωση σ'αυτόν ότι ασκεί την αναίρεση, και με ποια και με ποια ιδιότητα και αφετέρου υπογράφει με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου χωρίς να αναφέρει που στηρίζει την ιδιότητά του αυτή.
Τέλος, ούτε στην έκθεση ασκήσεως της υπό κρίση αναίρεσης γίνεται αναφορά στο έγγραφο αυτό έτσι ώστε να θεωρηθεί αναφερόμενο και ενιαίο με αυτή και να μπορεί να καλυφθεί η έλλειψη στην οικεία έκθεση λόγων αναίρεσης -148 επ, 474 § 2, 476 § 1 Κ.Π.Δ..
ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι δεν φέρει την υπογραφή του εμφανισθέντος και δηλώσαντος ότι ασκεί αυτή, αφετέρου δεν φέρει κανέναν λόγον αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 56/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 63148/2006 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να καταδικαστεί στα έξοδα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται". Εξάλλου, έκθεση κατά τα άρθρα 148 και 151 του ίδιου κώδικα, είναι το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία για να βεβαιώσει με ακρίβεια πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων που απευθύνονται σ' αυτόν, κατά δε το άρθρο 153 αυτού, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων και η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν τηρηθούν οι ως άνω αναφερθείσες διατυπώσεις, για την άσκηση του ενδίκου μέσου, που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι, με την υπ' αρ. 15820/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο Χ σε φυλάκιση 47 μηνών, για παράβαση του Α.Ν. 690/1945. Κατά της απόφασης αυτής ο αναφερόμενος άσκησε έφεση, την οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την υπ' αρ. 63148/2006 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη. Εναντίον της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναφερόμενος άσκησε, ενώπιον του γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, στις 22-4-2008, δια της πληρεξουσίου του, με βάση την από 11-4-2008 εξουσιοδότησή του, την υπ' αριθ.56/22-4-2008 αίτηση αναιρέσεως, αναφέροντας ότι την ασκεί "για τους παρακάτω λόγους". Στη συνέχεια, η έκθεση αυτή δεν περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης και στο τέλος της υπογράφεται από τον Γραμματέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Δημήτριο Γουλιέλμο, ο οποίος είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Όμως, στην ως άνω έκθεση, βεβαιώνεται ότι εμφανίστηκε στο Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η Ολγα Αμπαρτζάκη, δικηγόρος Αθηνών, η οποία δηλώνει ότι ενεργεί για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ, με βάση την από 11-4-2008 εξουσιοδότηση του τελευταίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, σε αυτήν έχει επικολληθεί έγγραφο, το οποίο ο ως άνω Γραμματέας βεβαιώνει, με σχετική σημείωση, ότι προσκομίσθηκε σ' αυτόν την ίδια ημέρα (22-4-2008) και το οποίο φέρει τον τίτλο "προς τον Αρειο Πάγο (ποινικό τμήμα), λόγος - δήλωση αίτηση αναίρεσης", στη συνέχεια του οποίου παρατίθεται συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης εναντίον της υπ' αρ. 63148/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όμως, και το έγγραφο αυτό, φέρει την υπογραφή, όχι της κατά τα άνω εμφανισθείσας και δηλωσάσης ότι ασκεί την αναίρεση, αλλά του αυτού δικηγόρου Δημητρίου Γουλιέλμου, χωρίς να βεβαιώνεται από τον οικείο Γραμματέα, ότι ο Δημήτριος Γουλιέλμος εμφανίστηκε πράγματι σ' αυτόν και δήλωσε ότι ασκεί την αναίρεση.
Από τα πιο πάνω αναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι, η έκθεση αναίρεσης δεν φέρει την υπογραφή της εμφανισθείσας και δηλωσάσης ότι ασκεί αυτήν πληρεξουσίου, αλλά άλλου, μη εμφανισθέντος και δηλώσαντος ότι την ασκεί.
Συνεπώς, εφόσον λείπει η υπογραφή της εμφανισθείσας, που είναι απαραίτητη για το κύρος της σχετικής έκθεσης, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 153 και 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 56/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 63148/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αναίρεση. Στην συνταγείσα έκθεση αναίρεσης ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα, άλλο πρόσωπο εμφανίζεται να δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση και άλλο πρόσωπο υπογράφει την έκθεση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 648/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάνα Νάκκα, περί αναιρέσεως της 1451Α, 1473/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1791/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Π.Δ., ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης (ΟΛ. Α.Π. 7/2005). Η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, του νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντα εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, με τη μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1451Α -1473/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την 15 Οκτωβρίου 2008, μετά από προηγηθείσα διακοπή της δίκης, κατ' άρθρον 349 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ. κατά τη δικάσιμο της 13ης Οκτωβρίου 2008, κατόπιν σχετικού αιτήματος της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας και λόγω ασθενείας της τελευταίας, δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα κατηγορουμένη, αλλά ο δικηγόρος Παναγιώτης Τζαμτζής και δήλωσε στο Δικαστήριο ότι είναι συνεργάτης της Μαρίας Εξαρχουλάκου, δικηγόρου της κατηγορουμένης. Επίσης ανήγγειλε ότι η κατηγορουμένη παραμένει ασθενής, εισήχθη εκ νέου στο νοσοκομείο, δεν μπορεί να εμφανιστεί σήμερα σ'αυτό το Δικαστήριο και ζητεί την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του γεγονότος, προσκόμισε σχετικό από 5.10.2008 ιατρικό σημείωμα του ιατρού Α, του Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", το οποίο και αναγνώσθηκε, εξετάσθηκε δε περί του κωλύματος εμφανίσεως και η θυγατέρα της κατηγορουμένης Β, η οποία κατέθεσε "Η μητέρα μου μπήκε πάλι στο νοσοκομείο, βήχει έντονα, ο γιατρός της συνέστησε πλήρη αφωνία, δεν μπορεί να έρθει στο Δικαστήριο, δεν έκανε πληρεξούσιο, γιατί θέλει να έρθει η ίδια στο Δικαστήριο, ζητά την αναβολή της δίκης". Το Δικαστήριο απέρριψε ακολούθως το ως άνω αίτημα αναβολής, με την εξής αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από το πιο πάνω αναγνωσθέν ιατρικό σημείωμα του ιατρού Α, κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 15ης Οκτωβρίου 2008, δηλαδή λίγες ώρες πριν από τη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, η κατηγορούμενη προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του "ΤΖΑΝΕΙΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ - ΤΜΗΜΑ ΩΡΛ" πάσχουσα από "λοίμωξη ανωτέρου αναπνευστικού" (χωρίς να αναφέρεται στο ιατρικό αυτό σημείωμα ότι εμφανίζει και πυρετό) και ο προαναφερόμενος ιατρός πρότεινε σ' εκείνη "κατ' οίκον νοσηλεία για -4- ημέρες, άνευ φαρμακευτικής αγωγής". Όμως, στο ίδιο ιατρικό σημείωμα δεν αναγράφεται ότι η κατηγορούμενη αδυνατεί να εμφανιστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου για να υποστηρίξει την ένδικη έφεσή της. Με τα δεδομένα αυτά, η σημερινή κατάσταση της υγείας της κατηγορούμενης δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σημαντικό αίτιο, το οποίο να δικαιολογεί την αναβολή της προκειμένης δίκης. Επί πλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει του υφισταμένου κινδύνου παραγραφής για τα διωκόμενα και αποδιδόμενα στην κατηγορούμενη εγκλήματα (χρόνος τελέσεως εγκλημάτων κατά τις 26.1.2001 και 11.5.2001), αυτή μπορούσε να διορίσει με έγγραφη δήλωσή της συνήγορο - δικηγόρο, ο οποίος θα την εκπροσωπούσε κατά τη σημερινή δικάσιμο. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση (ΓΤ-372/2007) του Γ' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, η κατηγορούμενη δεν είχε εμφανιστεί στο ακροατήριο του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά είχε εκπροσωπηθεί από τον διορισθέντα εκ μέρους της πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο ΧΕΙΡΔΑΡΗ. Επομένως, ενόψει και των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι το υποβληθέν νόμιμο (άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ) αίτημα, "για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτιών στο πρόσωπο της κατηγορουμένης", πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, που υποβλήθηκε από την πλευρά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, προκειμένου να καταλήξει στη σχετική απορριπτική του κρίση. Και μπορεί μεν, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, να μη γίνεται αναφορά κατ' είδος, στα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε, πλην, όμως, στο όλο αιτιολογικό αυτής, που παρατίθεται εν συνεχεία, γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της. Ειδικότερα, αναφέρεται ρητά στο αιτιολογικό, το από 15 Οκτωβρίου 2008 ιατρικό σημείωμα του ιατρού Α, το οποίο προσκομίσθηκε και στη συνέχεια αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια αιτιολογείται γιατί το σημείωμα αυτό δεν παρέχει την επιβαλλόμενη βεβαιότητα, αναφορικά με την επικαλούμενη ασθένεια της αναιρεσείουσας. Όσον αφορά την κατάθεση της κόρης της αναιρεσείουσας Β, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και αρκούντως αξιολογήθηκε, αφού, η κατάθεση της αναφερόμενης δεν διαφέρει, αναφορικά με το είδος της επικαλούμενης ασθένειας της αναιρεσείουσας, από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος ιατρικού σημειώματος, περαιτέρω δε, εμμέσως πλην σαφώς, με το σκεπτικό της προσβαλλομένης, δίδεται απάντηση στον ισχυρισμό που, με την κατάθεσή της, προέβαλε η μάρτυρας αυτή, ότι δηλαδή η μητέρα της δεν θέλει να διορίσει δικηγόρο να την εκπροσωπήσει στη δίκη, αλλά θέλει να εμφανιστεί η ίδια, εκθέτοντας τις σκέψεις με τις οποίες ήταν επιβεβλημένος αυτός ο διορισμός, από την προτιμηθείσα αίτηση για αναβολή της δίκης.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ., καθόσον, με την προαναφερθείσα αιτιολογημένη απόρριψη του ως άνω αιτήματος της αναιρεσείουσας, ορθώς στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την έφεση της νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθείσας κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, και ως εκ τούτου, δεν υφίσταται η εκκαλούμενη υπέρβαση εξουσίας. Μετά από αυτά η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 106/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 1451Α - 1473/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης. Η εν συνεχεία απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης δεν συνιστά αρνητική υπέρβαση εξουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 647/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)... και 2)...,κρατούμενου στο κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Φλίνου, για αναίρεση της 87/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουνίου 2008 και 23 και 19 Ιουνίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1193/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε, εμπροθέσμως στις 20/6/2008, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), την με αρ. πρωτ. 5393/2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της 87/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και, ακολούθως, ο ίδιος άσκησε, εμπροθέσμως, στις 23-6-2008, κατά τον ίδιο τρόπο, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά της ίδιας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 2-6-2008, και πρέπει οι αιτήσεις αυτές, να συνεκδικασθούν. Συνεκδικαστέα με αυτές είναι και η με αριθμ. πρωτ. 5480/2008 με τον ίδιο τρόπο ασκηθείσα αναίρεση κατά της ιδίας απόφασης που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα .... Κατά το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 13 ν. 2161/1963, τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 παρ. 2 εδ. α' ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 εδ. β' ν. 2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου μέχρι εκατό εκατομμυρίων δραχμών τιμωρείται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και ο παραβάτης του άρθρου 5 αν είναι υπότροπος. Κατά δε το άρθρο 5 § 1 περ. γ' με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή ένα εκατομμύριο μέχρι διακόσια εκατομμύρια δραχμές τιμωρείται όποιος εισάγει ναρκωτικά ή διευκολύνει την εισαγωγή τους, και σε σωφρονιστικά καταστήματα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 1 του ν. 1729/1987, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 15 του ν. 2161/1993 και αυτό με το άρθρο 4 παρ. 2β του ν. 2408/1996 και αυτό με το άρθρο 2 παρ.15 εδ.α' του ν.2470/5-5-1997 είναι και ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος για παράβαση και άρθρου 8 του ως άνω νόμου, όπως ισχύει μετά τις παραπάνω τροποποιήσεις, απέκτησε την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει αυτοδυνάμως, ένεκα της επιεικέστερης μεταχείρησης αυτού ενόψει του ότι, αντί της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 8 ισόβιας κάθειρξης, τιμωρείται μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή 300.000 δραχμών έως πενήντα εκατομμυρίων δραχμών. Για το παραδεκτό όμως των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών. Η αόριστη προβολή αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές εφετείο Λαρίσης με την προσβαλλόμενη 87/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος κατηγορούμενος ... εξέτιε ποινή ισοβίου καθείρξεως στις Δικαστικές Φυλακές .... Ήταν μνηστευμένος με την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία τον επισκέπτονταν συχνά στις άνω φυλακές (έξι (6) φορές το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2002). Ο ως άνω κατηγορούμενος, ο οποίος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής με την έννοια του άρθρου 13 Ν. 1729/87 (30 § 1 Κ.Ν.Ν 3459/2006) που άλλωστε τούτο αποδέχεται, χωρίς να προβάλει στο παρόν Δικαστήριο ισχυρισμό περί τοξικομανίας του, αφού ήλθε σε συνεννόηση με φίλο του ονόματι ... ή ...(αγνώστων λοιπών στοιχείων στην ανάκριση) που κατοικεί στην ..., ζήτησε απ' αυτόν να του προμηθεύσει ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη). Ο άγνωστος φίλος του αφού ήλθε σε επικοινωνία με την πρώτη κατηγορουμένη που και αυτή είναι κάτοικος ..., παρέδωσε σ' αυτήν ένα δέμα που περιείχε τεμάχια ψημένου κρέατος, στο δε μεδούλι των οστών του κρέατος είχε διοχετεύσει ποσότητες ηρωίνης. Η άνω ευφυής μεθόδευση είχε λάβει χώρα, προκειμένου να εισαχθεί η ποσότητα της ηρωίνης μαζί με το κρέας στην άνω φυλακή που εκρατείτο ο κατηγορούμενος, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους διενεργούντες τον έλεγχο στην φυλακή. Η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία κατά το παρελθόν, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως και η ίδια ομολόγησε, τούτο δε αποδεικνύεται και από τη υπ' αριθ. 1054/24-5-99 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, αφού παρέλαβε το παραπάνω δέμα με το περιεχόμενό του, από το ως άνω άτομο, ήλθε στη ... στις 30-12-2002 και επισκέφθηκε στις φυλακές τον δεύτερο κατηγορούμενο μνηστήρα της. Κατά την πρώτη επίσκεψη (30-12-2002) δεν προσκόμισε σ' αυτόν το επίμαχο δέμα, αν και του παρέδωσε άλλα αντικείμενα, προφανώς για να διερευνήσει αν είναι δυνατή η εισαγωγή του κρέατος με την ηρωίνη στην άνω φυλακή. Την επόμενη, 31-12-2002 παραμονή πρωτοχρονιάς, ευελπιστώντας στη χαλάρωση των μέτρων ελέγχου και ασφάλειας, λόγω της ιδιαιτερότητας της ημέρας και του πολυάριθμου επισκεπτηρίου, μετέβη πάλι στις φυλακές με σκοπό να εισαγάγει το άνω ψημένο κρέας με την ηρωίνη, που κατά τα παραπάνω είχε διοχετευθεί τεχνηέντως στο μεδούλι των οστών, στην ως άνω φυλακή για την εξυπηρέτηση "των αναγκών" του μνηστήρα της. Όμως κατά τον έλεγχο ανιχνεύτηκε από το ειδικό μηχάνημα η ποσότητα ηρωίνης σε στερεά μορφή, η οποία ζυγισθείσα ανερχόταν σε τρία γραμμάρια και εκατόν εξήντα τέσσερα χιλιοστά του γραμμαρίου (3,164 γρ.). Η πρώτη κατηγορουμένη αρνείται ότι γνώριζε το περιεχόμενο του δέματος, όμως ο άνω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Απ' όλη την συμπεριφορά της, συνάντηση με το τρίτο άτομο που της παράδωσε το δέμα, γνωρίζοντας ότι ο μνηστήρας της έκανε χρήση ηρωίνης, η παράδοση του δέματος την δεύτερη ημέρα της επισκέψεώς της, τα μετρά προφύλαξης που της συνέστησε ο μνηστήρας της, και συγκεκριμένα να σχίσει το χαρτί στο οποίο είχε γράψει το τηλέφωνο του αγνώστου μετά την παραλαβή του δέματος, (βλ. απολογία κατηγορουμένου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε το περιεχόμενο του δέματος, το οποίο προσπάθησε να εισαγάγει στην φυλακή ανεπιτυχώς, διότι έγινε αντιληπτή από τα αρμόδια όργανα της φυλακής. Άλλωστε και η ίδια εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί στην απολογία της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τα αισθήματα αφοσίωσης και αγάπης που έτρεφε για αυτόν η συγκατηγορούμενή του, με προτροπές έπεισε αυτήν να τελέσει το έγκλημα της κατοχής και απόπειρας εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα. Επίσης αποδείχθηκε ότι έπεισε τον τρίτο (άγνωστο) φίλο του, όπως ο ίδιος (κατηγορούμενος) ομολογεί να του προμηθεύσει την άνω ποσότητα ηρωίνης και να τελέσει επίσης αυτός (άγνωστος) το έγκλημα της κατοχής της άνω ποσότητας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους την μεν αναιρεσείουσα κατοχής και απόπειρας εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα, ως υπότροπος αναγνωρίζοντας σ' αυτή το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 δ' του ΠΚ, του δε αναιρεσείοντα ένοχο ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, και επέβαλλε στην μεν πρώτη ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, στον δε δεύτερο ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και την ίδια χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 § 1 και 46 § 1 εδ. α' του ΠΚ, και 4 § 1, 3 πιν Α αριθ. 5, άρθρο 5 § 1 περ. β, γ, ζ, 8, 19 και 22 του ν. 1729/1987, όπως ισχύουν πριν από την εφαρμογή του νόμου 3459/2006, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα όσον αφορά Α)την αναιρεσείουσα αιτιολογείται πλήρως ο δόλος αυτής με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης α)στην όλη συμπεριφορά της β)στη συνάντηση της με τρίτο άτομο, το οποίο της παρέδωσε το δέμα γνωρίζοντας ότι ο μνηστήρας της έκανε χρήση ηρωΐνης γ)στην παράδοση του δέματος την δεύτερη ημέρα της επίσκεψής της, δ)στα μέτρα προφύλαξης που της συνέστησε ο μνηστήρας της, στοιχεία τα οποία είναι επαρκή για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδομένης σ' αυτήν ως άνω αξιόποινης πράξης, ενώ το αναφερόμενο στο σκεπτικό προς απόκρουση του προβληθέντος από αυτήν αρνητικού του δόλου της ισχυρισμού ότι δεν γνώριζε ότι το δέμα που αποπειράθηκε να παραδώσει στον συγκατηγορούμενό της περιείχε ναρκωτική ουσία, "άλλωστε και η ίδια εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί στην απολογία της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου" είναι ενισχυτικό της μη αποδοχής τούτου από το Δικαστήριο της ουσίας, και συνεπώς η βασιμότητα η μη αυτού δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης αναιρετικού λόγου. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της ως άνω αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά τον δόλο αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής κατά την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση σε δήθεν "ομολογία της" που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης.
Β) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα:
Από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας όταν δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν ζήτησε την αθώωση του πελάτου του, χωρίς να υποβάλει και αίτημα για αναγνώριση του από το άρθρο 13 του Ν. 1729, προβλεπομένου ελαφρυντικού. Από κανένα δε σημείο των πρακτικών αυτών δεν προκύπτει ότι είτε ο κατηγορούμενος είτε ο συνήγορος αυτού υπέβαλαν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο που τελέσθηκαν οι αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις είχε αυτός την ιδιότητα του τοξικομανούς. Συνακόλουθα το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού και επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης και των δύο αιτήσεων αναίρεσης του εν λόγω αναιρεσείοντα με τον οποίο ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία της απορριπτικής επί του ως άνω ισχυρισμού του κρίσεως του ως άνω Δικαστηρίου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 20/6/2008 και 23/6/2008 αιτήσεις του ..., κρατουμένου στη φυλακή ... και την από 23/6/2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 87/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Αναίρεση. Παραδεκτό εμπροθέσμως ασκηθείσας δεύτερης αιτήσεως αναίρεσης, εφόσον δεν εκδόθηκε απόφαση επί της πρώτης. 2. Ναρκωτικά. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος των δύο αιτήσεων αναιρέσεων, παραδεκτά συμπληρωμένων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι είχε προβληθεί τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μοναδικός λόγος της συνεκδικαζομένης αναίρεσης και συγκατηγορουμένης του, η οποία είχε εισάγει στο σωφρονιστικό κατάστημα του κρατουμένου συγκατηγορουμένου της, ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε δέμα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 646/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Μανώλη, περί αναιρέσεως της 7593/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.12.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 413/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας, απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: 1) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και 2) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ* αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικό μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7593/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση (άρθρα 46 παρ. 1 εδ. α', 13α, 242 ΠΚ), πράξη για την οποία κηρύχθηκαν αθώοι, ελλείψει δόλου, οι αυτουργοί και συγκατηγορούμενοι της αναιρεσείουσας, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την προκήρυξη υπ' αριθ. 2/2002, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 245/5.8.2002 (τεύχος Προκηρύξεων του ΑΣΕΠ). Ο Δήμος Λαυρεωτικής προκήρυξε την πλήρωση με σειρά προτεραιότητος, μεταξύ των άλλων, και μιας θέσης Κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) του Κλάδου ΠΕ3 - Γεωλόγων. Στον διαγωνισμό αυτόν υποβλήθηκαν 23 αιτήσεις υποψηφίων από τις οποίες οι 22 απορρίφθηκαν, λόγω έλλειψης των τυπικών προσόντων. Η μόνη αίτηση που έγινε δεκτή ήταν της υποψήφιας Χ(κατηγορουμένης), η οποία κατετάγη στον α' Επικουρικό Πίνακα με καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας. Η επιτυχούσα και καταταγείσα στον α' Επικουρικό Πίνακα Χ (κατηγορουμένη), είχε όλα τα τυπικά προσόντα που απαιτούντο για την κατάταξη υποψηφίου στον κύριο πίνακα εκτός αυτού που αφορούσε την πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γιατί προσκόμισε σε φωτοαντίγραφο πιστοποιητικό First Certificate of Cambridge, το οποίο προβλεπόταν στην προκήρυξη, αντιστοιχούσε όμως στην καλή γνώση της γλώσσας αυτής και κατετάγη στον α' επικουρικό πίνακα. Το προσκομισθέν φωτοαντίγραφο του ξενόγλωσσου τίτλου, όπως προκύπτει από τη μετάφραση αυτού στην Ελληνική γλώσσα, πιστοποιεί επί λέξει "....... Πιστοποιείται ότι στη Χ απονεμήθηκε πιστοποιητικό με τον βαθμό C. Απεδείχθη, όμως, ότι το παραπάνω αναφερόμενο και προσκομισθέν από την τότε υποψηφία - κατηγορουμένη ξενόγλωσσο πιστοποιητικό, προς τον Δήμο Λαυρεωτικής ήταν πλαστό ως προς το όνομα του πατρός της Α. Όπως και η ίδια παραδέχθηκε, ότι ο τίτλος αυτός ανήκε στην Β του Γ (εξαδέλφη της). Ειδικότερα, απεδείχθη ότι σε κάποιο χρονικό σημείο την εποχή της δημοσίευσης της παραπάνω προκήρυξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο τεύχος Προκηρύξεων του ΑΣΕΠ, η κατηγορουμένη παρέλαβε το πρωτότυπο του ξενόγλωσσου τίτλου που κατείχε η εξαδέλφη της για την παραγωγή φωτοαντιγράφων αυτού, προκειμένου να εξυπηρετήσει την τελευταία, ενόψει υποβολής αιτήσεως το έτος 2002 στο ΑΣΕΠ για την κατάληψη μίας θέσης κατηγορίας Διοικητικών Οικονομικών. Κατόπιν, επέστρεψε το πρωτότυπο του ξενόγλωσσου τίτλου στην εξαδέλφη της με τα παραχθέντα φωτοαντίγραφα αυτού, παρακράτησε όμως ένα φωτοαντίγραφο αυτού και αντικατέστησε σε αυτό το πατρώνυνο "Γ" με το πατρώνυμο "Α". Έτσι εμφάνισε στον ξενόγλωσσο αυτόν τίτλο, να πιστοποιείται ότι είναι η ίδια στην οποία απονεμήθηκε το πιστοποιητικό με τον βαθμό C, πράγμα το οποίο ο πρωτότυπος ξενόγλωσσος τίτλος δεν διελάμβανε ως προς το πατρώνυμό της, αφού αυτός ανήκε στην εξαδέλφη της με το πατρώνυμο "Γ" και η οποία το είχε αποκτήσει κατόπιν επιτυχούς εξετάσεως ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα. Περαιτέρω, απεδείχθη, ότι η κατηγορουμένη προσκόμισε στον πρώτο κατηγορούμενο, Δήμαρχο Λαυρεωτικής, τον φερόμενο ως πρωτότυπο ξενόγλωσσο τίτλο, πλαστό, κατά τα παραπάνω, ως προς το πατρώνυμο της τρίτης κατηγορουμένης και ένα φωτοαντίγραφο αυτού για επικύρωση και ο Δ (τότε δήμαρχος) βεβαιώνει ότι το προσκομισθέν από την Χ (κατηγορουμένη) φωτοαντίγραφο του ξενόγλωσσου τίτλου είναι ακριβές φωτοαντίγραφο του πρωτοτύπου αυτού και υπογράφει την βεβαίωση αυτή με ημερομηνία 26.8.2002. Περαιτέρω και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ε, δικηγόρος Αθηνών, ως έχων εκ του νόμου δικαίωμα σε μετάφραση, κατ' άρθρο 52 του Κώδικα περί δικηγόρων, μετέφρασε τον ξενόγλωσσο αυτόν τίτλο στην Ελληνική γλώσσα. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι το φωτοαντίγραφο είχε νοθευθεί σε σχέση με το πρωτότυπο ως προς το πατρώνυμο της πρώτης κατηγορουμένης, αφού η τελευταία προσκόμισε το πλαστό πιστοποιητικό (φερόμενο ως πρωτότυπο) και ένα φωτοαντίγραφο αυτού, ούτε η πλαστογραφία αυτού ήταν εμφανής. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι παραπάνω κατηγορούμενοι (1ος και 2ος) για έλλειψη δόλου ως προς την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο (ψευδής βεβαίωση), κηρυχθεί δε ένοχη η τρίτη κατηγορουμένη, Χ, της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση". Στο διατακτικό της η προσβαλλομένη απόφαση, με το οποίο συμπληρώνεται το σκεπτικό, κηρύσσει ένοχη την αναιρεσείουσα του ότι "Στο ..... στις 26.8.2002 και στις 30.8.2002, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη, στην οποία αυτοί προέβησαν. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και στις προαναφερθείσες ημερομηνίες, με συνεχείς παραινέσεις προς τους συγκατηγορουμένους αυτής Δ και Ε, η Χ τους έπεισε, παραπλανώντας τους ως προς τη γνησιότητα του υπό βεβαίωση φωτοαντιγράφου ξενόγλωσσου τίτλου της Αγγλικής γλώσσας, να διαπράξουν ψευδή βεβαίωση, πράξεις οι οποίες αναλυτικά παρατίθενται υπό στοιχεία α1 και α2 του παρόντος, ώστε να επιτύχει την κατάταξή της σε πίνακα διοριστέων στον Δήμο Λαυρεωτικής σε θέση Γεωλόγου (ΠΕ3)".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι η απόφαση αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, γίνεται δεκτόν, σε σχέση με τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, προσκομίζοντας φωτοαντίγραφο ξενόγλωσσου τίτλου της αγγλικής γλώσσας στους συγκατηγορουμένους της Δ, δήμαρχο Λαυρεωτικής και υπάλληλο κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263Α ΠΚ και Ε, δικηγόρο, έχοντα εκ του νόμου δικαίωμα σε μετάφραση, σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κώδικα περί Δικηγόρων, τους έπεισε, παραπλανώντας τους ως προς τη γνησιότητα του ανωτέρω εγγράφου, να διαπράξουν ψευδή βεβαίωση, ήτοι, ο μεν πρώτος, να βεβαιώσει ψευδώς επ' αυτού, ότι είναι ακριβές, εκ του πρωτοτύπου, φωτοαντίγραφο, ο δε δεύτερος να βεβαιώσει επίσης ψευδώς, μεταφράζοντας τον τίτλο αυτόν στην ελληνική γλώσσα, ότι είναι ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του επιδειχθέντος σ' αυτόν πρωτοτύπου στην αγγλική γλώσσα. Με την παραδοχή αυτή, πλήρως αιτιολογείται, ο τρόπος και τα μέσα, παραπλάνηση ως προς τη γνησιότητα του επιδειχθέντος σε φωτοτυπία ξενόγλωσσου τίτλου, με τα οποία η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την απόφαση στους αναφερόμενους αυτουργούς, με την ιδιότητα, ενός εκάστου, που σημειώθηκε, να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό συνέπειες, ήτοι να γίνει δεκτή μόνο η αίτηση της αναιρεσείουσας και να απορριφθούν οι υπόλοιπες 22 αιτήσεις των λοιπών ενδιαφερομένων, κάτι το οποίο επεδίωκε η αναιρεσείουσα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, με το να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η οποία δεν είναι εφέσιμη, αυτή στερήθηκε την, σε δεύτερο βαθμό, επανάκριση της υπόθεσης, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επιμέτρηση της ποινής απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη επιβολή εφέσιμης ποινής. Ας σημειωθεί, ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, η συνήγορος της αναιρεσείουσας δεν ζήτησε εφέσιμη ποινή, αλλά το ελάχιστο της ποινής.
Μετά από αυτά και μη υφισταμένου ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 7593/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και ακυρότητας από τη μη επιβολή εφέσιμης ποινής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 645/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της 599/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 1 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 775/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 § 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα. Η κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου εφόσον προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη της αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 559/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο, παράβαση του ΠΔ 305/1996 και παράβαση του ΠΔ 17/1996, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως (για τον αναιρεσείοντα και την αθωωθείσα συγκατηγορουμένη του .....) ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο ".....", με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την τοποθέτηση ικριωμάτων. Την ουσιαστική όμως διοίκηση της εταιρίας ασκούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ η δεύτερη κατηγορουμένη συμμετείχε τυπικά σ' αυτήν. Βάσει προφορικής συμφωνίας που είχε συνάψει, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επιχείρηση με την επωνυμία ......., ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει τη συναρμολόγηση και τοποθέτηση σταθερών ικριωμάτων, εδραιωμένων στο έδαφος, περιμετρικά ενός φούρνου ξήρανσης ξυλοτεμαχιδίων και του μεταλλικού απαγωγού καυσαερίων αυτού, ύψους εννέα περίπου μέτρων και μήκους δεκαπέντε περίπου μέτρων. Ως εργοδότης και υπεύθυνος του έργου όφειλε και μπορούσε να μεριμνήσει έτσι ώστε τα υλικά, από τα οποία συνίσταντο τα ικριώματα, να είναι άριστης ποιότητας, ανθεκτικά, προερχόμενα από υγιές ξύλο μακρών ινών, απαλλαγμένο εντελώς του φλοιού και κατά το δυνατόν ρωγμών ή αρμών και να προβεί προ της συναρμολόγησης τους σε ποιοτική επιθεώρηση αυτών, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 778/80 να αποκλείσει τη χρησιμοποίηση στοιχείων, τα οποία φέρουν οξειδώσεις, χτυπήματα στρεβλώσεις ή άλλες αλλοιώσεις σε βαθμό επικίνδυνο για την αντοχή της σκαλωσιάς, κατά το άρθρο 5 παρ.2 της ΚΥΑ 16440/Φ.10.4/445/1993, και τέλος να φροντίσει έτσι ώστε οι εργασίες σε ύψος να μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια μηχανισμών συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, σε περίπτωση δε που η χρήση αυτών των μέσων δεν ήταν δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφάλειας η άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας κατά το άρθρο 5 εδ.5.2 Τμήμα II Μέρος Β Παράρτημα IV του ΠΔ 305/96. Παρά τις εν λόγω υποχρεώσεις ο κατηγορούμενος προέβη - δια των οικοδόμων εργαζομένων στην ομόρρυθμη εταιρία - στη συναρμολόγηση και τοποθέτηση ικριώματος, οι οποίοι στο πρώτο δάπεδο τοποθέτησαν δύο μεταλλικά μαδέρια, μήκους τριών περίπου μέτρων, συνολικού πλάτους περίπου πενήντα εκατοστών, και εν συνεχεία στην τοποθέτηση ξύλινων μαδεριών στο δεύτερο δάπεδο, εκ των οποίων το ένα [μαδέρι] είχε ρόζο που καταλάμβανε μεγάλο τμήμα της επιφάνειάς του, με επίπτωση την μείωση της αντοχής του. Επίσης, ενώ οι εργασίες σε ύψος πρέπει να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού και με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, και σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφαλείας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας, ο κατηγορούμενος δεν έλαβε κανένα μέτρο ασφαλείας, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης εργαζομένου οικοδόμου από το ικρίωμα που βρίσκονταν περιμετρικά ενός φούρνου ξήρανσης ξυλοτεμαχιδίων και του μεταλλικού απαγωγού καυσαερίων αυτού, ύψους εννέα περίπου μέτρων και μήκους δεκαπέντε περίπου μέτρων. Αποτέλεσμα των πιο πάνω αμελειών ήταν, όταν ο οικοδόμος Ψ1 στις 3-5-2001 πάτησε σε ένα μαδέρι, κρατώντας ένα πλαίσιο [απαραίτητο στοιχείο για τη συναρμολόγηση του τρίτου επιπέδου], προκειμένου να το δώσει "χέρι με χέρι" στον ευρισκόμενο στο τρίτο επίπεδο συνάδελφο του Φ1 και το οποίο είχε πάρει από τον ευρισκόμενο στο έδαφος συνάδελφο του ...... , τούτο να σπάσει και αυτός [Ψ1], εξαιτίας της παντελούς έλλειψης οποιουδήποτε μέτρου ασφαλείας, να πέσει στο πρώτο επίπεδο του ικριώματος [με ύψος πτώσεως 2 περίπου μέτρα] και να τραυματισθεί σοβαρά, καθώς υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνήμης - αστραγάλου στο αριστερό του πόδι. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος την 4.5.2001 δεν ανήγγειλε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, αλλά ούτε στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού οργανισμού [ΙΚΑ], στον οποίο υπαγόταν ο εργαζόμενος Ψ1 εντός 24 ωρών, το εργατικό ατύχημα αυτού που συνέβη στις 3.5.2001. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις του εγκαλούντος Ψ1 και των μαρτύρων κατηγορίας Φ2 και Φ1 οι οποίοι ήταν παρόντες, εργάζονταν ο πρώτος σε διπλανό κτίριο και ο δεύτερος μαζί με τον εγκαλούντα, έχουν ιδία αντίληψη και με επίγνωση κατέθεσαν ότι ο εγκαλών ήταν εργαζόμενος στην επιχείρηση του κατηγορουμένου και δεν είχε αναλάβει την εργασία υπεργολαβικά και ότι έπεσε από τον δεύτερο όροφο στην προσπάθειά του να δώσει ένα καδρόνι στον συνάδελφο του Φ1 στον τρίτο όροφο. Ότι η πτώση οφείλεται στο σπάσιμο του καδρονιού που πατούσε ο εγκαλών λόγω του υπάρχοντος ρόζου και στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας [ζώνες, δίχτυ ασφαλείας, κράνη] εκ μέρους του κατηγορουμένου εργοδότη". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 315 παρ. 1 ΠΚ, και σ' αυτές του ΠΔ 305/1996 που μνημονεύει ρητώς. Ειδικότερα, ως προς τη σωματική βλάβη, εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων για τα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και επισημαίνεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της υπεύθυνης εργοδότιδος εταιρίας που εκτελούσε το έργο, από την οποία (ιδιότητα), με βάση τα μνημονευόμενα ΠΔ/τα 305/1996 και 778/1980, απέρρεε η υποχρέωσή του για τη χρησιμοποίηση στην κατασκευή ικριώματος ανθεκτικών υλικών και τη λήψη των προστατευτικών για τον απασχολούμενο στο έργο παθόντα μέτρων, που αναφέρονται στην ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως. Επίσης, αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος του επελθόντος αξιοποίνου αποτελέσματος προς την αμελή αυτή συμπεριφορά, με την παραδοχή, ειδικότερα, ότι αν είχε προβεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων σε ποιοτική επιθεώρηση των χρησιμοποιηθέντων υλικών και αποκλείσει το αναφερόμενο ξύλινο μαδέρι με το ρόζο και αν είχαν ληφθεί τα ως άνω προστατευτικά μέτρα δεν θα είχε σπάσει το μαδέρι και δεν θα είχε επέλθει η πτώση του παθόντος στο πρώτο επίπεδο του ικριώματος, θα είχε δε αυτός συγκρατηθεί από τα εν λόγω προστατευτικά μέτρα, όταν έσπασε το μαδέρι. Περαιτέρω, το δικάσαν Εφετείο, δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως του και της παραδεκτής συμπληρώσεως του σκεπτικού της από το διατακτικό, όπου ρητώς αναφέρεται ότι το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα "ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε" προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειας του αναιρεσείοντος ως μη συνειδητής, ενώ τα ΠΔ 305/1996 και 778/1980, που περιέχουν τους κανόνες, από τους οποίους πηγάζουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, όπου και προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες κρίσιμες διατάξεις τους, με την παράθεση του περιεχομένου τους. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον α)το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος προβαλλόμενα, ο οποίος, πάντως, δεν εκθέτει ποιές είναι, σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως, έστω και με την αντιγραφή του σκεπτικού της από το διατακτικό της, οι ελλείψεις της αιτιολογίας και σε τι συνίστανται, β)από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του αυτοτελής ισχυρισμός, με την έννοια που προαναφέρθηκε, δεν αποτελούν δε τέτοιο ισχυρισμό αυτά που με την απολογία του προέβαλε ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή τις εργασίες, κατά την εκτέλεση των οποίων συνέβη το ατύχημα, τις είχε αναλάβει και τις εκτελούσε υπεργολαβικά ο ίδιος ο παθών, τα οποία συνιστούν αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, στον οποίο, εντούτοις, απάντησε το Εφετείο αιτιολογημένα, και γ)ως προς τις παραβάσεις των ΠΔ/των 305/1996 και 17/1996, δεν υπάρχει ασάφεια και εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας από το ότι δεν αναφέρεται ρητώς στην απόφαση αν οι παραβάσεις αυτές, (τιμωρούμενες είτε εκ δόλου είτε εξ αμελείας τελούμενες), τελέσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από δόλο ή από αμέλεια, διότι, από το σύνολο των λοιπών παραδοχών της αποφάσεως, σε συνδυασμό προς το ότι, μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν τις πράξεις του αναιρεσείοντος, παρατίθεται μόνον το άρθρο 27 ΠΚ που δίνει τον ορισμό του δόλου και όχι το άρθρο 28 ΠΚ για την αμέλεια, καθώς και τα άρθρα 14 § 2 του ΠΔ 305/1996 και 16 § 2 του ΠΔ 17/1996, ρητώς συνδυαζόμενα με το άρθρο 25 § 1α του Ν. 2224/1994 που προβλέπει τις ποινικές κυρώσεις της εκ προθέσεως παραβάσεως της νομοθεσίας για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας (τις οποίες ορίζει σε φυλάκιση ή χρηματική ποινή ή και τα δύο), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σαφώς την εκ προθέσεως τέλεση των παραβάσεως αυτών από τον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθίαν οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως, μοναδικός της αιτήσεως και δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 1-2-2008) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 § 2 Κ.Ποιν.Δ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δέχθηκε τυπικώς την έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κατά της 2428/2006 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό 491/24-2-2006, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι οι κατηγορούμενοι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι γιατί από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα προέκυψε η ενοχή τους. Ειδικότερα από τις καταθέσεις του μάρτυρος Φ1 και του Φ2 αλλά και την αναγγελία τους προς το ΙΚΑ, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και συνεπώς έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι. Πιο συγκεκριμένα ο αυτόπτης μάρτυς Φ1 κατέθεσε ότι την ημέρα του ατυχήματος δούλευε με τον Ψ1 που ήταν σε μαδέρι με "ρόζους" και ως εκ τούτου ακατάλληλο που έσπασε, ότι οι κατηγορούμενοι δεν τους έδιναν ζώνες ασφαλείας ούτε κράνος και ότι πληρώνονταν από την επιχείρηση των κατηγορουμένων.
Συνεπώς έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως τόσον ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας όσον και ως προς τις παραβάσεις των Π.Δ/των 305/1996 και 17/1996 και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθεται στην έκθεση αυτή εφέσεως αν οι παραβάσεις των Π.Δ/των 305/1996 και 17/1996 έγιναν εκ δόλου ή εξ αμελείας, όπως αντιθέτως, υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα πρέπει η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2007 αίτηση του ...., όπως διαμορφώθηκε με τους από 1 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 599/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Στοιχεία. Αιτιολογημένη καταδίκη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας και επομένως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτόν ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Παραδεκτή έφεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως αφού αναφέρεται σ’ αυτήν με πληρότητα η πλημμέλεια που αποδίδεται στην πρωτόδικη απόφαση και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο υπέπεσε στις τελευταίες. Αβάσιμος ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως συνιστάμενος στο ότι το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση του Εισαγγελέως και εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, ενώ αυτή (έφεση) ήταν απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτειαίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 643/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 705/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1269/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 428/1-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 18/28-6-2007 (ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως Εφετείου Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως του Χ ασκηθείσα (κατόπιν της από 27-6-07 εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Παραστατίδη κατά του υπ' αρ. 705/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αρ. 82/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως δικασθεί για: α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση και έχουσα αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερη των 15.000 Ευρώ, β) απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το συνολικό όφελος της οποίας και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ και γ) παθητικής δωροδοκίας (αρ. 13α, γ, στ, 98, 235, 258 §1γ, περ. α, 386 §§1 και 3α Π.Κ.). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος εκδόθηκε το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεσή του, επεκυρώθη το εκκληθέν και διετάχθη η εκτέλεσή του. Το άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης επεδόθη στον κατηγορούμενο και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 18-6-2007 (βλ. αποδεικτικά).
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά μόνο τις ως στοιχ. α' και β' πράξεις (και όχι την δωροδοκία) είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 28-6-2007 και περιέχει (αρ. 474 §2 Κ.Π.Δ.) συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως καθ' όσον κακώς χαρακτηρίστηκε η συμπεριφορά του ως ιδιαίτερο τέχνασμα (κατά κακή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια του ιδ. τεχνάσματος) με συνέπεια να παραπεμφθεί για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αυτή του ορθού της πλημμεληματικής. Όχι ορθώς το Συμβούλιο δεν εδέχθη για την πράξη της απάτης την έμπρακτη μετάνοια και κατά κακή επαγωγή των πραγματικών γεγονότων τον παρέπεμψε για κακουργηματική απάτη αντί της πλημμεληματικής, υπονοώντας συγχρόνως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. II) Κατά το αρ. 484 §1β Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 1307/2004 Π.Χρ. ΝΕ/535, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368 Α. Καρρά Ποιν. Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 952-954, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του Ποινικού Νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50).
III) Α) Κατά την διάταξη του άρθρου 258 Π.Κ. όπως η περ. γ αντικαταστάθηκε με το αρ. 14 §5β του Ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν είναι αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (15.000 Ευρώ) ή αν το αντικείμενο της πράξεως έχει αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 Ευρώ). Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση του αδικήματος απαιτείται: α) Ιδιότητα υπαλλήλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρ. 13α και 263Α Π.Κ., ειδικά οι υπάλληλοι των Τραπεζών υπάγονται στην άνω κατηγορία σύμφωνα με ρητή διάταξη του αρθρ. 263Α, εδαφ. β (Α.Π. 810/2002 Π.Δ/σύνη 2002/1106). β) Παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, δηλαδή απαιτείται να συντρέχουν τα αντικειμενικά στοιχεία της υπεξαιρέσεως του αρ. 375. γ) Σημαντική προϋπόθεση για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως είναι ο υπάλληλος να έλαβε ή γενικά να κατέχει τα πράγματα (χρήματα ή άλλα κινητά) με την υπαλληλική του ιδιότητα, ως υπάλληλος δηλαδή, έστω και αν δεν είναι συγκεκριμένα αρμόδιος να το κάνει. Η σχέση ελέγχου και εξουσίας του υπαλλήλου προς το πράγμα είναι εδώ κανονιστική παρά φυσιοκρατική, προσδιορίζεται δηλαδή από τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου (Μπιτζιλέκη Εγκλήματα περί την υπηρεσία υπ' αρ. 258 σελ. 536-537). δ) Δόλος του δράστη που συνίσταται στην γνώση του ότι τα χρήματα ή κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω της υπαλληλικής ιδιότητάς του και είναι ξένα, ως μη ανήκοντα κατά κυριότητα σ' αυτόν και στην θέλησή του να τα ιδιοποιηθεί παρανόμως χωρίς την συγκατάθεση εκείνου στον οποίο ανήκουν αυτά (Α.Π. 53/99 Π.Χρ. ΜΘ/229, Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. Έκδοση δ' υπ' αρ. 258 σελ. 690). Για την θεμελίωση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία του εδαφίου γ' περίπτωση α θα πρέπει το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. (15.000 Ευρώ) και ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Το εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα αναφέρεται χρονικά στην πράξη της ιδιοποίησης των χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων. Θα πρέπει δηλαδή κάποιος να μεταχειρίζεται ιδιαίτερα τεχνάσματα για να ιδιοποιηθεί το πράγμα, δηλαδή το ιδιαίτερο τέχνασμα θα πρέπει να λειτουργεί προς διευκόλυνση της υπεξαιρέσεως. Δεν ανήκουν συνεπώς εδώ απλώς συγκαλυπτικές ή εξασφαλιστικές του αποτελέσματος της ιδιοποιήσεως ενέργειες, μετά την πράξη, όταν δηλαδή ο υπάλληλος φροντίζει να συγκαλύψει με ιδιαίτερα τεχνάσματα την ιδιοποίηση που έκανε (Μπιτλιλέκη Ενθ. Ανωτέρω σελ. 557).
Σύμφωνα με την νομολογία (Α.Π. 110/98 Π.Χρ. 1998/760) ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι ενέργειες ή παραλείψεις που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κ.λ.π. με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί στους λογαριασμούς και γενικά ότι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου.
Ένα πρώτο χαρακτηριστικό των ιδιαίτερων τεχνασμάτων είναι η πολυπλοκότητα των ενεργειών, η πολύπλοκη υφή των εγχειρημάτων του υπαλλήλου που υπάρχει με την χρησιμοποίηση μεθόδων, οι οποίες λόγω της φύσεώς τους προϋποθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις μη προσιτές ή δυνατές στον καθένα (λ.χ. οικονομικές ή λογιστικές), που δίνουν την δυνατότητα σε κάποιον να καλύψει με λεπτούς χειρισμούς μία ζημία στην δημόσια (ή τραπεζική) περιουσία και να ιδιοποιηθεί το ποσό στην συνέχεια. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο συνδυασμός περισσοτέρων μεθόδων, ένα τρίτο τέλος είναι η προσφορότητα των τεχνασμάτων να εξαπατήσουν τον μηχανισμό ελέγχου που περιβάλλει συνήθως τα δημόσια οικονομικά (ή οικονομικά της Τράπεζας κ.λ.π.) και εξαφανίζοντας έτσι την περιουσιακή απώλεια στον κυκεώνα της όλης διαδικασίας και υπηρεσιακής δραστηριότητας (Μπιτλιλέκη ενθ' ανωτέρω σελ. 560-562 Α.Π. 1321/2006).
Στο αδίκημα του αρ. 258 Π.Κ. δεν εφαρμόζεται η διάταξη του αρ. 379, κατά την οποία εξαλείφεται το αξιόποινο της κοινής υπεξαιρέσεως με την οικειοθελή απόδοση του υπεξαιρεθέντος πριν ο υπαίτιος εξετασθεί από την αρχή, δηλαδή δεν χωρεί έμπρακτη μετάνοια (Α.Π. 64/98 Π.Χρ. ΜΗ/728, Α.Π. 1990/2005 Π.Δ/σύνη 2006/528, Α.Π. 1321/2006 Τράπεζα Νομ. Πληροφοριών Νόμος).
Β) Από τις διατάξεις του αρ. 386 §§1 και 3α Π.Κ. (όπως η παράγρ. 3 αντ. δι' αρ.1 §11 Ν. 2408/96) προκύπτει ότι για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται κάποιος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του ίδιου του παραπλανηθέντος ή τρίτου προσώπου ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και (μετά την νέα αντικατάσταση της παρ. 3 από το αρ. 14 §4 Ν. 2721/99 απαιτείται επιπλέον) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 Ευρώ). Κατά το β' εδάφιο της παρ. 3 ιδίου άρθρου η απάτη τιμωρείται επίσης σε βαθμό κακουργήματος εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. - 73.000 Ευρώ (Γάφου Ειδ. Ποινικό Τεύχος Στ υπ' αρ. 386, σελ. 128 επ., Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. Έκδοση Γ' υπ' αρ. 386 σελ.1049 επομ. Συμβ. Α.Π. 108/2006 Π.Δ/σύνη 2006/808).
Σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 13 εδ. στ Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (Α.Π. 614/2000 Π.Χρ. ΝΑ/19, Συμβ. Α.Π. 631/2000 Π.Χρ. ΝΑ/28). Το κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια είναι έννοιες νομικές (Α.Π. 1612/86 Π.Χρ. ΛΖ/207). Πρέπει δε να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση (Α.Π. 1092/98 Π.Χρ. ΜΘ/556) δηλαδή η ποιότητα και ένταση των αιτίων και η προσωπικότητα του δράστη, από την οποία προκύπτει η αντικοινωνικότητα και η ροπή του προς διάπραξη των νέων εγκλημάτων στο μέλλον (Α.Π. 1167/89 Π.Χρ. Μ/451).
Γ) Κατά την διάταξη του αρ. 379 §1 Π.Κ. το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος.
Κατά την διάταξη του αρ. 393 §1 εδαφ. β Π.Κ., οι διατάξεις του αρ. 379 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις πράξεις των αρ. 386 κ.λ.π. Εις το εν λόγω άρθρο με το αρ. 14 §1.4 Ν. 2721/99 προσετέθη δευτέρα παράγραφος που όριζε (στην αρχική της διατύπωση) ότι: "Ο υπαίτιος των εγκληματικών πράξεων των άρθρων 386, 386Α εφ' όσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, 388 και 390 του Ποινικού Κώδικα απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με ελεύθερη θέλησή του ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του." Μεταγενέστερα η διάταξη της παραγράφου 2 αντικαταστάθηκε με το αρ. 56 Ν. 3160/30-6-2003 και η νέα ρύθμιση διηύρυνε τον αριθμό των εγκλημάτων, εφ' όσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, και καθιέρωσε λόγο απαλλαγής του δράστη από κάθε ποινή αν με την ελεύθερη θέλησή του ικανοποίησε πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή μετέθεσε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε ενωρίτερο χρονικά σημείο της διαδικασίας σε σχέση με την αρχική ρύθμιση. Η πιο πρόσφατη ρύθμιση της παραγράφου 2 του αρ. 393 (με αρ. 27 Ν. 3346/2005) είναι επιεικέστερη αφού για τα αναφερόμενα σ' αυτήν εγκλήματα μεταξύ των οποίων το της απάτης (αρ. 386) εφ' όσον δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, διότι έχει απαλειφθεί από την διάταξη η προϋπόθεση ο δράστης να έχει ικανοποιήσει τον ζημιωθέντα με ελεύθερη θέληση. Ωστόσο, η διάταξη του αρ. 379 §1 που εφαρμόζεται στην κακουργηματική απάτη (393 §1β) για την εξάλειψη του αξιοποίνου σε περίπτωση ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος σαφώς έχει ως μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος να έγινε με την θέληση του δράστη και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη από τις αρχές. Δηλαδή δεν υπάρχει έμπρακτη μετάνοια όταν έγινε με την πίεση του παθόντος και την απειλή αποκαλύψεως της πράξεως (Α.Π. 1053/88 Π.Χρ. ΛΗ/984) ή διώξεως (Α.Π. 1354/97 Π.Χρ. ΜΗ/476) ή υπό το βάρος της καταφοράς και του δημιουργηθέντος θορύβου, που συνεπάγεται την ηθική μείωση του δράστη (Α.Π. 489/95 Π.Χρ. ΜΕ/787) ή μετά την αποκάλυψη της πράξεως κατόπιν διαχειριστικού ελέγχου επικειμένης του καταμηνύσεως (Μ. Μαργαρίτη Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 379 παρ. 10 σελ. 1095).
IV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή αναφορά (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/698, Συμβ. Α.Π. 336/2002 Π.Χρ. ΝΒ/978) στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήταν υπάλληλος στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας (Α.Τ.Ε) στην οδό ...., μεταξύ δε των καθηκόντων του περιλαμβάνονταν και η ρύθμιση των κτηνοτροφικών χρεών των πελατών-κτηνοτρόφων της Τράπεζας, σύμφωνα με την Ε.Δ 100/2001 της Α.Τ.Ε. Λόγω της εξειδίκευσης του στον τομέα αυτό του ανατέθηκε και η ρύθμιση των κτηνοτροφικών χρεών και στα καταστήματα που διατηρεί η Α.Τ.Ε. στο ... και στη ...., όπου και αποσπάσθηκε για τον σκοπό αυτό από τον Ιανουάριο του 2002 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2003. Όμως ο εκκαλών, εκμεταλλευόμενος την παραπάνω ιδιότητα του και την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στα παραστατικά που ο ίδιος εξέδιδε και σε διάφορα υπηρεσιακά έγγραφα που τηρούσε, στα πλαίσια των καθηκόντων του, κατά το χρονικό διάστημα από 8-1-2003 έως 11-2-2003, εξακολουθητικώς, ιδιοποιήθηκε παρανόμως χρηματικά ποσά, ανήκοντα στην ανωτέρω τράπεζα, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας συνολικού ύψους 65.766,12 ευρώ, μετερχόμενος το εξής τέχνασμα: Χρέωνε κατά την λογιστική εμφάνιση των ρυθμίσεων των οφειλετών, τον αποτελεσματικό λογαριασμό της τράπεζας με αριθμό .... "Τόκοι Διαγραφόμενοι Ρυθμίσεων", με ποσά μεγαλύτερα αυτών που έπρεπε να χρεώσει, ήτοι με ποσά υπέρτερα αυτών που προέκυπταν από τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των γραμματίων εξόφλησης των υφισταμένων οφειλών και των χρεώσεων που αφορούσαν τη διαγραφή σε βάρος του Δημοσίου, τη διαγραφή σε βάρος της Α.Τ.Ε. και τα νέα δάνεια της ρύθμισης. Το επί πλέον ποσό κάθε χρέωσης το ιδιοποιήθη παράνομα, πιστώνοντας με αυτό, κατά κανόνα, τους λογαριασμούς καταθέσεων ή δανείων, είτε τους δικούς του, είτε συγγενικών ή φιλικών του προσώπων. Προκειμένου δε να μη γίνει αντιληπτή η διαφορά στο ποσό της χρέωσης του ανωτέρω υπ' αριθ. .... λογαριασμού εμφάνιζε στην κατάσταση αποτύπωσης των συνολικών οφειλών που τηρούσε, αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των πιστώσεων, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτή η πράξη του, παρά μόνο στην ασυνήθη περίπτωση πραγματοποίησης ελέγχου, με την άθροιση των γραμματίων με τα οποία εμφανίζονταν λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών. Ειδικώτερα με το ανωτέρω τέχνασμα ιδιοποιήθηκε παράνομα τα εξής ποσά: Α)Στο κατάστημα της Α.Τ.Ε. ....:1)την 16-1-2003 κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του υπ' αριθ. .... αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ...., 2)την 21-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών των οφειλετών .... και ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. τα ποσά των 402,14 ευρώ και 9.170,90 ευρώ, αντίστοιχα, με τα οποία στη συνέχεια πίστωσε τους υπ' αριθ. ..... και .... λογαριασμούς δανείων της συζύγου του ..... 3) την 24-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 3.170,24 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό δανείου της ..... 4)την 24-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε παράνομα με αντίστοιχη χρέωση του ιδίου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.800 ευρώ, από τα οποία, το ποσό των 1.000 ευρώ, πίστωσε στη συνέχεια τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό δανείου της συζύγου του ..., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 800 ευρώ το έλαβε σε μετρητά. 5)την 27-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.216,94 ευρώ, μ£ το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό δανείου της ...... 6)την 31-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ..... 7)την 5-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 3.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της συζύγου του ..... 8)την 6-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ..... 9)την 7-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ...... 10)την 7-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών των οφειλετών .... και ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., τα ποσά των 6.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα, με τα οποία στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της .... 11)την 11-2-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της συζύγου του ..... Β)Στο κατάστημα της Α.Τ.Ε. ....: 1)την 8-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των 3.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε συμψηφιστικά τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ...... Στην περίπτωση δε αυτή, για να μη γίνει αντιληπτή η πράξη του, εμφάνισε αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των οφειλών του πιστούχου (ήτοι εμφάνισε ως άθροισμα οφειλών αυτό των 41.929,13 ευρώ αντί του ορθού των 38.929,13 ευρώ και 2) την 8-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του Ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των έξι (6) ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε συμψηφιστικά τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ...... Σ τ ην περίπτωση δε αυτή, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η πράξη του, εμφάνισε επίσης αυξημένο το άθροισμα των οφειλών του πιστούχου κατά το ίδιο ως άνω ποσό των έξι (6) ευρώ. Όμως ο εκκαλών δεν αρκέσθηκε μόνο στην προαναφερθείσα εγκληματική του δραστηριότητα, αλλά επί πλέον, κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, και με την εκμετάλλευση πάντοτε της ιδιότητας του, αποφάσισε να αυξήσει το εισόδημα του σε βάρος των παρακάτω πελατών οφειλετών της Α.Τ.Ε. Χρησιμοποιώντας την εξής απατηλή συμπεριφορά και ειδικώτερα: α)στο .... τη 8-8-2002 παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ....., ότι για την εξόφληση της οφειλής του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού μεγαλύτερου του οφειλομένου κατά 8.400 ευρώ, ήτοι 70.435 ευρώ αντί του πραγματικού 62.035 ευρώ (που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των πιστώσεων των οφειλών του ύψους 437.648,31 ευρώ και του αθροίσματος ποσού 375.613,31 ευρώ, που αφορούσε τη χρέωση του ποσού της διαγραφής σε βάρος του Δημοσίου και τους συμβατικούς τόκους), ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό των 8.400 ευρώ, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση της οφειλής αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό του γνωστού του ...... Β)στη ...., την 10-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 5.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του ..... Γ)στη ....., την 27-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 2.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής αυτής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο ο εκκαλών παράνομα ωφελήθηκε με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του ..... Δ)στη ...., την 28-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 300 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής αυτής και του παρέδωσε το ποσό αυτό, το οποίο ο εκκαλών ωφελήθηκε με αντίστοιχη ζημία του Ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. επ' ονόματι της θυγατέρας του ..... ε)στη ...., την 28-1-2003 παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 7.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείτο η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο και παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών του τελευταίου, αλλά αντίθετα, απ' αυτό, 5.000 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του .... και 2.500 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε., του επίσης γνωστού του .... και στ)στη ...., την 12-2-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 10.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείτο η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ποσό αυτό, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών του τελευταίου, αλλά αντίθετα από το ίδιο ποσό, 1.500 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του γνωστού του ....., 3.500 ευρώ στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της γνωστής του .... 500 ευρώ στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του επίσης γνωστού του ...... Έτσι συνολικά ο εκκαλών παράνομα ωφελήθηκε το ποσό των 34.200 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία των παραπάνω παθόντων-οφειλετών της Α.Τ.Ε. (κατά τα επί μέρους ποσά που αντιστοιχούν στον καθένα απ' αυτούς). Η πράξη αυτή της απάτης τελέσθηκε εξακολουθητικώς για έξι (6) περίπου μήνες. Η επανειλημμένη δε τέλεση της επί τόσο σχετικώς μεγάλο χρονικό διάστημα με μεθοδευμένη εκμετάλλευση της προαναφερθείσης ιδιότητας του, φανερώνει πως είχε σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς το έγκλημα αυτό, η οποία έτσι την καθιστά στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι ο εκκαλών στο .... την 8-8-2002 με την προαναφερθείσα/ ιδιότητα του υπαλλήλου της Α.Τ.Ε. που του είχε μάλιστα ανατεθεί και η ¦ρύθμιση των χρεών από κτηνοτροφικά δάνεια των πελατών-οφειλετών της τράπεζας, ενεργώντας κατά παράβαση των καθηκόντων του αυτών, έλαβε από τον οφειλέτη του καταστήματος .... της ίδιας τράπεζας .... το ποσό των 2.935 ευρώ προκειμένου να επισπεύσει τη διαδικασία εξόφλησης του χρέους από κτηνοτροφικό δάνειο του ως άνω οφειλέτη, ενόψει του ότι ο τελευταίος επείγετο για την πώληση της χοιροτροφικής του μονάδος. Ο εκκαλών κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έκθεση εφέσεως του ισχυρίζεται: 1)αναφορικά με την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία: α)ότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της λόγω εμπράκτου μετανοίας κατ' αρθρ. 379 του Π.Κ., αφού πολύ πριν την απολογία του στον Ανακριτή κατέβαλε στην εγκαλούσα Αγροτική Τράπεζα ολόκληρο το ποσό που φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε καθώς και τους τόκους που προσδιορίσθηκαν. Όμως ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πράγματι ο εκκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσό, ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού η διάταξη του άρθρου 379 του Π.Κ. δεν εφαρμόζεται επί υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία (ΑΠ 1990/2005, Ποιν. Χρον. ΝΣΤ', 533). Β)ότι η προεκτεθεισα συμπεριφορά του δεν πληροί την έννοια των "ιδιαίτερων τεχνασμάτων" και ότι το ποσό που φέρεται ότι υπεξαίρεσε δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και επομένως κακώς παρεπέμφθη για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με την κακουργηματική της μορφή. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Πράγματι οι προαναφερθείσες ενέργειες του εκκαλούντα προφανώς και ασφαλώς αποσκοπούσαν στην συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης των χρημάτων της εγκαλούσας Αγροτικής Τράπεζας, πράγμα που πίστευε και αυτός, αφού γνώριζε λόγω της εμπειρίας του ότι, με την μη άθροιση κατά τον έλεγχο, των ποσών των γραμματίων τα οποία εξέδιδε και με τα οποία εμφανίζονταν λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών των πελατών της Α.Τ.Ε., δεν μπορούσε να γίνει ευκόλως αντιληπτή η ιδιοποίηση των χρημάτων. Περαιτέρω για την κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα δεν απαιτείται το αντικείμενο της πράξης να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ αλλά αρκεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 15.000 ευρώ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, γ)ότι η παρακράτηση των χρηματικών ποσών της εγκαλούσας τράπεζας, δεν γινόταν με πρόθεση υπεξαιρέσεως τους, αλλά απλής χρήσεως τους, για να καλύψει άμεσες και επιτακτικές οικονομικές του ανάγκες, συγκλίνοντας προφανώς υπέρ της άποψης ότι διέπραξε το αδίκημα της εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων Ι πλημμεληματικής μορφής (αρθρ. 257 ΠΚ). Όμως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει αναμφίβολα ότι πράγματι υπήρχε πρόθεση του εκκαλούντα να ιδιοποιηθεί τα χρηματικά ποσά της παραπάνω τράπεζας κατά τρόπο μάλιστα εξειδικευμένο και βάσει σχεδίου που κατέστρωσε, χρησιμοποιώντας μάλιστα ιδιαίτερα τεχνάσματα. Άλλωστε η σταδιακή εκ μέρους του απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών στην ίδια τράπεζα έγινε μετά τον εντοπισμό του καL την αποκάλυψη της πράξης του από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της τράπεζας, που ενήργησαν μετά από διαμαρτυρίες και καταγγελίες των πελατών-οφειλετών της, πράγμα που σημαίνει ότι είχε την πρόθεση να υπεξαιρέσει όχι μόνο το ανωτέρω ποσό αλλά ακόμη μεγαλύτερο εάν δεν ανακόπτονταν η εγκληματική του δράση. 2)όσον αφορά την πράξη της απάτης, ότι από το ποσό των 34.200 ευρώ που παρέλαβε από τους προαναφερθέντες έξι (6) παθόντες-πελάτες της Α.Τ.Ε. επέστρεψε τα 20.300 ευρώ και μάλιστα npLV απολογηθεί για την πράξη του αυτή. Έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της ίδιας πράξης κατά το ποσό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 379 του Π.Κ., λόγω εμπράκτου μετανοίας και επομένως αφού το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (13.900 ευρώ) δεν υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, η απάτη δεν φέρει χαρακτήρα κακουργήματος αλλά πλημμελήματος, ανεξάρτητα αν θεωρηθεί ότι τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Σχετίκά με τον ισχυρισμό αυτό του εκκαλούντα θα πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Το παραπάνω ποσό των 20.300 ευρώ που πράγματι επεστράφη αφορά τους τέσσερις παθόντες-πελάτες του κατστήματος .... της Α.Τ.Ε. ...., .... , ..... και .... Απ' αυτούς ο τελευταίος τον Φεβρουάριο του 2003 διεπιστωσε ότι στην αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού του στο παραπάνω κατάστημα της Α.Τ.Ε. δεν υπήρχε κατεγραμμένη η καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ για την ρύθμιση της οφειλής του. Έτσι διαμαρτυρήθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος καl επακολούθησε έλεγχος κατά την διενέργεια του οποίου ο εκκαλών έσπευσε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Όμως ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η καταβολή έγινε πριν την απολογία του εκκαλούντα στον Ανακριτή (ημερομηνία απολογίας του 15-5-2006) , αυτή (καταβολή του ποσού) δεν έγινε με την θέληση του αλλά αναμφίβολα ενόψει της βεβαίας από τον έλεγχο αποκάλυψης της πράξης του. Άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών μολονότι επισημαίνει ότι η απόδοση του ποσού έγινε πριν την ar/ολογία του, πουθενά δεν ομιλεί για εκούσια και αυθόρμητη απόδοση. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς και σύμφωνα με τα προκύψαντα το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου και απεφάσισε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 1 στοιχ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που του αποδόθηκαν. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του.
V) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (82/2007) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων (την αρ. 1362, 98, 258 §1 στοιχ. γ περίπτωση α, 263 β, 386 §§1 και 3α Π.Κ.) για τα οποία εκρίθη παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ενώ επίσης ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των αρ. 393 §1β - 379 §1 Π.Κ. τις οποίες δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. VI) Ειδικότερα:
Α) Εις την ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση γίνεται και αναφορά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος (σελ. 23), αυτή η παραπομπή είναι επιτρεπτή διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει ειδικές και εκτενείς σκέψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν (κατά την κρίση του) αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και δεν στερεί τον κατηγορούμενο από το δικαίωμα να επανακριθεί σε δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1151/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1467).
Β) Πιο συγκεκριμένα στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος σε υποκατάστημα της ..., τα καθήκοντά του και λόγω της ειδικεύσεως που είχε, του ανετέθη η ρύθμιση κτηνοτροφικών χρεών στα καταστήματα της ΑΤΕ στο .... και στην ..... όπου αποσπάστηκε για τον σκοπό αυτό από τον Ιανουάριο 2002 έως και τον Φεβρουάριο 2003. Στην συνέχεια εκθέτει πως ιδιοποιήθηκε παράνομα κατ' εξακολούθηση χρηματικά ποσά που ανήλθαν συνολικώς στα 65.766,12 Ευρώ, περιγράφει το τέχνασμα που μετήρχετο, πως χρέωνε κατά την λογιστική εμφάνιση των ρυθμίσεων των οφειλετών, τον αποτελεσματικό λογαριασμό της Τράπεζας "Τόκοι Διαγραφόμενοι ρυθμίσεων" με αρ. ...., με ποσά μεγαλύτερα αυτών που έπρεπε να χρεώσει, ήτοι με ποσά υπέρτερα αυτών που προέκυπταν από την διαφορά μεταξύ του συνόλου των γραμματίων εξοφλήσεως των υφισταμένων οφειλών και των χρεώσεων που αφορούσαν την διαγραφή σε βάρος του Δημοσίου, την διαγραφή σε βάρος της Α.Τ.Ε. και τα νέα δάνεια της ρυθμίσεως. Το επιπλέον ποσό κάθε χρεώσεως (τις οποίες αναφέρει αναλυτικώς) το ιδιοποιήθη παράνομα πιστώνοντας λογαριασμούς καταθέσεων ή δανείων δικούς του ή συγγενικών ή φιλικών του προσώπων. Στο βούλευμα επίσης (σελ. 10) επισημαίνεται ότι προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η διαφορά στο ποσό της χρεώσεως του υπ' αρ. 70.000.021 λογαριασμού εμφάνιζε στην κατάσταση αποτυπώσεως των συνολικών οφειλών που τηρούσε, αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των πιστώσεων, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτή η πράξη του, παρά μόνο στην ασυνήθη περίπτωση πραγματοποιήσεως ελέγχου κατά τον οποίο θα αθροίζοντο τα γραμμάτια με τα οποία ενεφανίζοντο λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών. Το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων σύμφωνα με το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αφού υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ και η περιγραφόμενη δράση του συνιστά ιδιαίτερο τέχνασμα και αναφέρεται χρονικά στην πράξη της ιδιοποιήσεως των χρημάτων, δηλαδή τούτο λειτούργησε προς διευκόλυνση της υπεξαιρέσεως, αφού έτεινε στην εξαπάτηση της αρχής με ψευδείς εγγραφές σε λογαριασμό της τράπεζας με τις οποίες επεδιώκετο να προκληθεί στον λογαριασμό ότι ήταν επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργειά του για να ιδιοποιηθεί παράνομα τα αναφερόμενα ποσά. Σε τούτο δε τον βοήθησαν οι εξειδικευμένες γνώσεις του με το αντικείμενο που του έδιδαν την δυνατότητα να καλύψει την ζημία στην περιουσία της Τράπεζας.
Συνεπώς ορθώς η πράξη χαρακτηρίστηκε ως κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία λόγω του ποσού και του ιδιαίτερου τεχνάσματος και είναι αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Εις τις σελ. 19, 20, 21 του προσβαλλομένου βουλεύματος κρισιολογούνται με επάλληλους συλλογισμούς οι απολογητικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι αντικρούνται αιτιολογημένως ως αβάσιμοι (μεταξύ των οποίων ότι η πράξη του δεν εμπίπτει στην έννοια του αρ. 257 Π.Κ.).
Γ) Ως προς την πράξη της απάτης το Συμβούλιο εκθέτει τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξεως, προσδιορίζει πως παρέστησε ψευδώς σε πελάτες της Τράπεζας κατά την ρύθμιση οφειλών τους προερχόμενες από προηγούμενα κτηνοτροφικά δάνεια, παριστάνοντας σ' αυτούς ψευδώς ότι δήθεν προϋπόθεση της ρυθμίσεως των οφειλών ήταν η καταβολή των ποσών που αναφέρονται για έκαστο των πελατών ενώ τέτοια προϋπόθεση δεν είχε τεθεί νομοθετικώς στους δανειολήπτες κτηνοτρόφους. Το συνολικό ποσό που απεκόμισε παράνομα από την πράξη αυτή ανήλθε στα 34.000 Ευρώ ενώ αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση. Δ) Επί των ισχυρισμών περί εμπράκτου μετανοίας:
α) Ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία: Ορθώς, έπειτα από κρισιολόγηση απερρίφθη ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινό της επειδή επέστρεψε τα χρήματα στην Τράπεζα, διότι η διάταξη του αρ. 379 Π.Κ. δεν εφαρμόζεται επί του ανωτέρω εγκλήματος (Α.Π. 1321/2006 Τραπ. Νομ. Πληροφ. Νόμος, Α.Π. 1990/2005 Π.Δ/σύνη 2006/528).
β) Ως προς την πράξη της απάτης:
Επί του ισχυρισμού ότι εκ του ποσού των 34.200 Ευρώ ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα 20.300 Ευρώ πριν απολογηθεί και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο κατά το ποσό αυτό και αφού το υπόλοιπο οφειλόμενο (13.500 Ευρώ) δεν υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ η απάτη δεν φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα αλλά πλημμεληματικό ανεξάρτητα αν θεωρηθεί ότι τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Το Συμβούλιο με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση (σελ. 22) εξηγεί ότι ο έλεγχος στην Τράπεζα από τους αρμόδιους έλαβε χώρα έπειτα από διαμαρτυρία συγκεκριμένου πελάτη, και κατά την διάρκεια του ελέγχου ο κατηγορούμενος έσπευσε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, και επισημαίνει ότι η καταβολή έγινε πριν από την απολογία του στον ανακριτή όμως δεν έγινε με την θέλησή του αλλά αναμφίβολα ενόψει της βεβαίας από τον έλεγχο αποκαλύψεως της πράξεώς του, και ότι ο ίδιος ο εκκαλών πουθενά δεν ομιλεί για εκούσια και αυθόρμητη απόδοση. Οι παραδοχές του Συμβουλίου ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού είναι αιτιολογημένες και με αυτές δεν έγινε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία των διατάξεων των αρ. 393 §1β - 379 §1 Π.Κ. αφού η πράξη συνιστά κακούργημα και δεν προέκυψε η με οικεία βούληση απόδοση του άνω ποσού.
Συνεπώς ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και επεκύρωσε το εκκληθέν βούλευμα. Κατ' ακολουθία δε τούτων θα πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 18/28-6-07 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αρ. 705/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα εκ 210 Ευρώ.
Αθήνα 12-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, υπάλληλος, ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι'αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) το αντικείμενο της πράξεως έχει αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α' και 263 Α του ΠΚ, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι'αυτό. Ιδιοποίηση δε του ξένου πράγματος αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριός του. Υποκειμενικά, εξάλλου, απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση αυτού να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Για τη στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία απαιτείται είτε ο δράστης να μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, είτε (μόνο) το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα δε τεχνάσματα νοούνται ενέργειες και παραλείψεις του υπαλλήλου για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποιήσεως, όπως επί διαχειρίσεως χρημάτων τρίτων, όπου τηρούνται έγγραφα παραστατικά και ασκείται έλεγχος της ορθότητας εκείνης, οι ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη επιτήδεια να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Ως υπάλληλος θεωρείται κατά το άρθρο 263 Α του ΠΚ και εκείνος που υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών' και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Προς τούτοις, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1
παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 379 παρ.1 του ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 393 παρ.1 εδ.β' ΠΚ, και για την πράξη της απάτης, πλημμεληματικού ή και κακουργηματικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως της απάτης, λόγω έμπρακτης μετάνοιας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε από την πράξη αυτή, προτού εξετασθεί ο υπαίτιος από τις αρχές, αλλά απαιτείται, επί πλέον, η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του ίδιου του δράστη, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεώς του αίτια, όπως είναι και ο φόβος αποκαλύψεως της πράξεώς του. Τούτο δε γιατί, σ'αυτή την περίπτωση, το αίτιο που κίνησε τη θέληση του δράστη, που δεν αποκάλυψε ο ίδιος την πράξη του, είναι η αποφυγή της βέβαιης διώξεώς του, η οποία θα επακολουθήσει, και όχι η μεταμέλειά του, που αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό της, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, απαιτούμενης έμπρακτης μετάνοιας. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 705/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήταν υπάλληλος στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας (Α.Τ.Ε) στην οδό ..., μεταξύ δε των καθηκόντων του περιλαμβάνονταν και η ρύθμιση των κτηνοτροφικών χρεών των πελατών-κτηνοτρόφων της Τράπεζας, σύμφωνα με την Ε.Δ 100/2001 της Α.Τ.Ε. Λόγω της εξειδίκευσής του στον τομέα αυτό του ανατέθηκε και η ρύθμιση των κτηνοτροφικών χρεών και στα καταστήματα που διατηρεί η Α.Τ.Ε. στο .... και στη ...., όπου και αποσπάσθηκε για τον σκοπό αυτό από τον Ιανουάριο του 2002 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2003. Όμως ο εκκαλών, εκμεταλλευόμενος την παραπάνω ιδιότητα του και την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στα παραστατικά που ο ίδιος εξέδιδε και σε διάφορα υπηρεσιακά έγγραφα που τηρούσε, στα πλαίσια των καθηκόντων του, κατά το χρονικό διάστημα από 8-1-2003 έως 11-2-2003, εξακολουθητικώς, ιδιοποιήθηκε παρανόμως χρηματικά ποσά, ανήκοντα στην ανωτέρω τράπεζα, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, συνολικού ύψους 65.766,12 ευρώ, μετερχόμενος το εξής τέχνασμα: Χρέωνε κατά την λογιστική εμφάνιση των ρυθμίσεων των οφειλετών, τον αποτελεσματικό λογαριασμό της τράπεζας με αριθμό .... "Τόκοι Διαγραφόμενοι Ρυθμίσεων", με ποσά μεγαλύτερα αυτών που έπρεπε να χρεώσει, ήτοι με ποσά υπέρτερα αυτών που προέκυπταν από τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των γραμματίων εξόφλησης των υφισταμένων οφειλών και των χρεώσεων που αφορούσαν τη διαγραφή σε βάρος του Δημοσίου, τη διαγραφή σε βάρος της Α.Τ.Ε. και τα νέα δάνεια της ρύθμισης. Το επί πλέον ποσό κάθε χρέωσης το ιδιοποιήθη παράνομα, πιστώνοντας με αυτό, κατά κανόνα, τους λογαριασμούς καταθέσεων ή δανείων, είτε τους δικούς του, είτε συγγενικών ή φιλικών του προσώπων. Προκειμένου δε να μη γίνει αντιληπτή η διαφορά στο ποσό της χρέωσης του ανωτέρω υπ' αριθ. 70.00.021 λογαριασμού εμφάνιζε στην κατάσταση αποτύπωσης των συνολικών οφειλών που τηρούσε, αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των πιστώσεων, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτή η πράξη του, παρά μόνο στην ασυνήθη περίπτωση πραγματοποίησης ελέγχου, με την άθροιση των γραμματίων με τα οποία εμφανίζονταν λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών. Ειδικότερα με το ανωτέρω τέχνασμα ιδιοποιήθηκε παράνομα τα εξής ποσά: Α) Στο κατάστημα της Α.Τ.Ε. ...: 1) την 16-1-2003 κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του υπ'αριθ. .... αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ...., 2) την 21-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών των οφειλετών ... και ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. τα ποσά των 402,14 ευρώ και 9.170,90 ευρώ, αντίστοιχα, με τα οποία στη συνέχεια πίστωσε τους υπ' αριθ. .... και .... λογαριασμούς δανείων της συζύγου του ...., 3) την 24-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 3.170,24 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό δανείου της ...., 4) την 24-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε παράνομα με αντίστοιχη χρέωση του ιδίου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.800 ευρώ, από τα οποία, το ποσό των 1.000 ευρώ, πίστωσε στη συνέχεια τον υπ' αριθ. ....λογαριασμό δανείου της συζύγου του ..., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 800 ευρώ το έλαβε σε μετρητά. 5) την 27-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 1.216,94 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό δανείου της ...... 6) την 31-1-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ..... 7)την 5-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 3.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της συζύγου του ..... 8)την 6-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ..... 9)την 7-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε. το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ...... 10)την 7-2-2003, κατά την ρύθμιση των χρεών των οφειλετών .... και ..., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., τα ποσά των 6.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα, με τα οποία στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της ..... 11)την 11-2-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των 9.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της συζύγου του ..... Β) Στο κατάστημα της Α.Τ.Ε. ....): 1)την 8-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ...., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των 3.000 ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε συμψηφιστικά τον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ..... Στην περίπτωση δε αυτή, για να μη γίνει αντιληπτή η πράξη του, εμφάνισε αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των οφειλών του πιστούχου (ήτοι εμφάνισε ως άθροισμα οφειλών αυτό των 41.929,13 ευρώ αντί του ορθού των 38.929,13 ευρώ) και 2) την 8-1-2003, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη ....., ιδιοποιήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του Ίδιου αποτελεσματικού λογαριασμού της Α.Τ.Ε., το ποσό των έξι (6) ευρώ, με το οποίο στη συνέχεια πίστωσε συμψηφιστικά τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του ...... Σ τ ην περίπτωση δε αυτή, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η πράξη του, εμφάνισε επίσης αυξημένο το άθροισμα των οφειλών του πιστούχου κατά το ίδιο ως άνω ποσό των έξι (6) ευρώ. Όμως ο εκκαλών δεν αρκέσθηκε μόνο στην προαναφερθείσα εγκληματική του δραστηριότητα, αλλά επί πλέον, κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, και με την εκμετάλλευση πάντοτε της ιδιότητάς του, αποφάσισε να αυξήσει το εισόδημα του σε βάρος των παρακάτω πελατών οφειλετών της Α.Τ.Ε. Χρησιμοποιώντας την εξής απατηλή συμπεριφορά και ειδικώτερα: Α) στο ... τη 8-8-2002 παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για την εξόφληση της οφειλής του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού μεγαλύτερου του οφειλομένου κατά 8.400 ευρώ, ήτοι 70.435 ευρώ αντί του πραγματικού 62.035 ευρώ (που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των πιστώσεων των οφειλών του ύψους 437.648,31 ευρώ και του αθροίσματος ποσού 375.613,31 ευρώ, που αφορούσε τη χρέωση του ποσού της διαγραφής σε βάρος του Δημοσίου και τους συμβατικούς τόκους), ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό των 8.400 ευρώ, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση της οφειλής αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του γνωστού του .... Β)στη ...., την 10-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 5.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του ..... Γ)στη ..., την 27-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ...., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο, ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 2.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής αυτής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο ο εκκαλών παράνομα ωφελήθηκε με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του .... Δ)στη ....., την 28-1-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ....., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 300 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείται η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής αυτής και του παρέδωσε το ποσό αυτό, το οποίο ο εκκαλών ωφελήθηκε με αντίστοιχη ζημία του Ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών, αλλά αντίθετα το κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. επ' ονόματι της θυγατέρας του ..... Ε)στη ....., την 28-1-2003 παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ....., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 7.500 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείτο η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ως άνω ποσό, το οποίο και παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού το ποσό αυτό δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών του τελευταίου, αλλά αντίθετα, απ' αυτό, 5.000 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε. του γνωστού του .... και 2.500 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Α.Τ.Ε., του επίσης γνωστού του ...... Και ΣΤ)στη ...., την 12-2-2003, παρέστησε ψευδώς στον πιστούχο-οφειλέτη της Α.Τ.Ε. ....., ότι για τη ρύθμιση των οφειλών του από κτηνοτροφικό δάνειο ήταν αναγκαία η καταβολή ποσού 10.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν, ότι δεν απαιτείτο η προϋπόθεση αυτή. Έτσι πείσθηκε ο παραπάνω για την αναγκαιότητα της καταβολής και του παρέδωσε το ποσό αυτό, το οποίο παράνομα ωφελήθηκε ο εκκαλών με αντίστοιχη ζημία του ίδιου οφειλέτη, αφού δεν το χρησιμοποίησε για την ρύθμιση των οφειλών του τελευταίου, αλλά αντίθετα από το ίδιο ποσό, 1.500 ευρώ κατέθεσε στον υπ' αριθ. .... λογαριασμό ταμιευτηρίου του γνωστού του ..., 3.500 ευρώ στον υπ' αριθ. .... ταμιευτηρίου της γνωστής του ...., 500 ευρώ στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου του επίσης γνωστού του ...... Έτσι συνολικά ο εκκαλών παράνομα ωφελήθηκε το ποσό των 34.200 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία των παραπάνω παθόντων-οφειλετών της Α.Τ.Ε. (κατά τα επί μέρους ποσά που αντιστοιχούν στον καθένα απ' αυτούς). Η πράξη αυτή της απάτης τελέσθηκε εξακολουθητικώς για έξι (6) περίπου μήνες. Η επανειλημμένη δε τέλεσή της επί τόσο σχετικώς μεγάλο χρονικό διάστημα με μεθοδευμένη εκμετάλλευση της προαναφερθείσης ιδιότητας του, φανερώνει πως είχε σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς το έγκλημα αυτό, η οποία έτσι την καθιστά στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι ο εκκαλών στο ..... την 8-8-2002 με την προαναφερθείσα ιδιότητα του υπαλλήλου της Α.Τ.Ε. που του είχε μάλιστα ανατεθεί και η ρύθμιση των χρεών από κτηνοτροφικά δάνεια των πελατών-οφειλετών της τράπεζας, ενεργώντας κατά παράβαση των καθηκόντων του αυτών, έλαβε από τον οφειλέτη του καταστήματος ....της ίδιας τράπεζας ... το ποσό των 2.935 ευρώ προκειμένου να επισπεύσει τη διαδικασία εξόφλησης του χρέους από κτηνοτροφικό δάνειο του ως άνω οφειλέτη, ενόψει του ότι ο τελευταίος επείγετο για την πώληση της χοιροτροφικής του μονάδος. Ο εκκαλών κατηγορούμενος στην απολογία του και στην έκθεση εφέσεώς του ισχυρίζεται: 1)αναφορικά με την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία: α)ότι εξαλείφθηκε το αξιόποινό της λόγω εμπράκτου μετανοίας κατ' αρθρο 379 του Π.Κ., αφού πολύ πριν την απολογία του στον Ανακριτή κατέβαλε στην εγκαλούσα Αγροτική Τράπεζα ολόκληρο το ποσό που φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε, καθώς και τους τόκους που προσδιορίσθηκαν. Όμως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πράγματι ο εκκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσό, ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού η διάταξη του άρθρου 379 του Π.Κ. δεν εφαρμόζεται επί υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία (ΑΠ 1990/2005, Ποιν. Χρον. ΝΣΤ', 533). β)ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά του δεν πληροί την έννοια των "ιδιαίτερων τεχνασμάτων" και ότι το ποσό που φέρεται ότι υπεξαίρεσε δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και επομένως κακώς παρεπέμφθη για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με την κακουργηματική της μορφή. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Πράγματι οι προαναφερθείσες ενέργειες του εκκαλούντος προφανώς και ασφαλώς αποσκοπούσαν στην συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης των χρημάτων της εγκαλούσας Αγροτικής Τράπεζας, πράγμα που πίστευε και αυτός, αφού γνώριζε λόγω της εμπειρίας του ότι, με την μη άθροιση κατά τον έλεγχο, των ποσών των γραμματίων, τα οποία εξέδιδε και με τα οποία εμφανίζονταν λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών των πελατών της Α.Τ.Ε., δεν μπορούσε να γίνει ευκόλως αντιληπτή η ιδιοποίηση των χρημάτων. Περαιτέρω για την κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα δεν απαιτείται το αντικείμενο της πράξης να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, αλλά αρκεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 15.000 ευρώ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, γ) ότι η παρακράτηση των χρηματικών ποσών της εγκαλούσας τράπεζας, δεν γινόταν με πρόθεση υπεξαιρέσεώς τους, αλλά απλής χρήσεώς τους, για να καλύψει άμεσες και επιτακτικές οικονομικές του ανάγκες, συγκλίνοντας προφανώς υπέρ της άποψης ότι διέπραξε το αδίκημα της εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων πλημμεληματικής μορφής (άρθρ. 257 ΠΚ). Όμως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει αναμφίβολα ότι πράγματι υπήρχε πρόθεση του εκκαλούντος να ιδιοποιηθεί τα χρηματικά ποσά της παραπάνω τράπεζας κατά τρόπο μάλιστα εξειδικευμένο και βάσει σχεδίου που κατέστρωσε, χρησιμοποιώντας μάλιστα ιδιαίτερα τεχνάσματα. Άλλωστε, η σταδιακή εκ μέρους του απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών στην ίδια τράπεζα έγινε μετά τον εντοπισμό του και την αποκάλυψη της πράξης του από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της τράπεζας, που ενήργησαν μετά από διαμαρτυρίες και καταγγελίες των πελατών-οφειλετών της, πράγμα που σημαίνει ότι είχε την πρόθεση να υπεξαιρέσει όχι μόνο το ανωτέρω ποσό αλλά ακόμη μεγαλύτερο εάν δεν ανακόπτονταν η εγκληματική του δράση. 2) όσον αφορά την πράξη της απάτης, ότι από το ποσό των 34.200 ευρώ που παρέλαβε από τους προαναφερθέντες έξι (6) παθόντες-πελάτες της Α.Τ.Ε. επέστρεψε τα 20.300 ευρώ και μάλιστα πριν απολογηθεί για την πράξη του αυτή. Έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της ίδιας πράξης κατά το ποσό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 379 του Π.Κ., λόγω εμπράκτου μετανοίας, και επομένως, αφού το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (13.900 ευρώ) δεν υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, η απάτη δεν φέρει χαρακτήρα κακουργήματος αλλά πλημμελήματος, ανεξάρτητα αν θεωρηθεί ότι τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό του εκκαλούντος θα πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Το παραπάνω ποσό των 20.300 ευρώ που πράγματι επεστράφη αφορά τους τέσσερις παθόντες-πελάτες του καταστήματος .... της Α.Τ.Ε. ....., ...., .... και ..... Απ' αυτούς ο τελευταίος τον Φεβρουάριο του 2003 διεπίστωσε ότι στην αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού του στο παραπάνω κατάστημα της Α.Τ.Ε. δεν υπήρχε κατεγραμμένη η καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ για την ρύθμιση της οφειλής του. Έτσι διαμαρτυρήθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος καl επακολούθησε έλεγχος κατά την διενέργεια του οποίου ο εκκαλών έσπευσε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Όμως, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η καταβολή έγινε πριν την απολογία του εκκαλούντος στον Ανακριτή (ημερομηνία απολογίας του 15-5-2006), αυτή (καταβολή του ποσού) δεν έγινε με την θέλησή του, αλλά αναμφίβολα ενόψει της βεβαίας από τον έλεγχο αποκάλυψης της πράξης του. Άλλωστε, και ο ίδιος ο εκκαλών, μολονότι επισημαίνει ότι η απόδοση του ποσού έγινε πριν την απολογία του, πουθενά δεν ομιλεί για εκούσια και αυθόρμητη απόδοση. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς και σύμφωνα με τα προκύψαντα το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου και αποφάσισε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 1 στοιχ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που του αποδόθηκαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 705/2007 βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ των αποδιδομένων σ'αυτόν πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων α) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση, της οποίας υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, β) της απάτης κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και γ) της παθητικής δωροδοκίας, γι'αυτό δε το λόγο απέρριψε την απ'αυτόν ασκηθείσα κατά του υπ'αριθ. 82/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεσή του ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω υπό στοιχ. α' και β' εγκλημάτων (κακουργημάτων), τα οποία και μόνο αποτελούν αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α' και στ', 26 παρ.1 α, 27, 94 παρ.1, 98, 263 Α, 258, στοιχ. γ' περ. α' και 386 παρ.1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, αναφέρονται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος με σαφήνεια και πληρότητα η ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως υπαλλήλου σε κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στη ....., στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβανόταν και η ρύθμιση των κτηνοτροφικών χρεών των πελατών-κτηνοτρόφων της ΑΤΕ και στα καταστήματα, που διατηρεί αυτή στο .... και στη ...., όπου και αποσπάσθηκε αυτός για το σκοπό αυτό από τον Ιανουάριο 2002 έως και το Φεβρουάριο 2003. Στη συνέχεια εκτίθεται πως ο αναιρεσείων, εκμεταλλευόμενος την άνω ιδιότητά του, ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατ' εξακολούθηση, χρηματικά ποσά που ανήκαν στην άνω Τράπεζα, συνολικού ύψους 65.766,12 ευρώ, και περιγράφεται λεπτομερώς το τέχνασμα που αυτός μετήρχετο και συγκεκριμένα πως χρέωνε κατά την λογιστική εμφάνιση των ρυθμίσεων των οφειλετών, τον αποτελεσματικό λογαριασμό της Τράπεζας "Τόκοι Διαγραφόμενοι ρυθμίσεων", με αριθμό ....., με ποσά μεγαλύτερα αυτών που έπρεπε να χρεώσει, ήτοι με ποσά υπέρτερα αυτών που προέκυπταν από τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των γραμματίων εξοφλήσεως των υφισταμένων οφειλών και των χρεώσεων που αφορούσαν τη διαγραφή εις βάρος του Δημοσίου, την διαγραφή εις βάρος της Α.Τ.Ε. και τα νέα δάνεια της ρυθμίσεως και ότι το επιπλέον ποσό κάθε χρεώσεως (οι οποίες μνημονεύονται αναλυτικά) το ιδιοποιήθηκε παράνομα πιστώνοντας με αυτό λογαριασμούς καταθέσεων ή δανείων δικούς του ή συγγενικών ή φιλικών του προσώπων. Επίσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα επισημαίνεται ότι προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η διαφορά στο ποσό της χρεώσεως του ανωτέρω υπ' αριθ. 70.000.021 λογαριασμού εμφάνιζε ο αναιρεσείων στην κατάσταση αποτυπώσεως των συνολικών οφειλών, που τηρούσε, αυξημένο ισόποσα το άθροισμα των πιστώσεων, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτή η πράξη του, παρά μόνο στην ασυνήθη περίπτωση πραγματοποιήσεως ελέγχου, κατά τον οποίο θα αθροίζοντο τα γραμμάτια με τα οποία εμφανίζονταν λογιστικά οι εξοφλήσεις των υφισταμένων οφειλών. Και ότι το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ και η περιγραφόμενη δράση του συνιστά ιδιαίτερο τέχνασμα και αναφέρεται χρονικά στην πράξη της ιδιοποιήσεως των χρημάτων, δηλαδή τούτο λειτούργησε προς διευκόλυνση της υπεξαιρέσεως, αφού έτεινε στην εξαπάτηση της αρχής με ψευδείς εγγραφές σε λογαριασμό της Τράπεζας, με τις οποίες επιδιώκετο να περιληφθεί στο λογαριασμό ότι ήταν επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργειά του για να ιδιοποιηθεί παράνομα τα αναφερόμενα ποσά. Σε τούτο δε τον βοήθησαν οι εξειδικευμένες γνώσεις του, σε σχέση με το άνω αντικείμενο, που του έδιναν τη δυνατότητα να καλύψει την ζημία στην περιουσία της Τράπεζας Κατ'ακολουθίαν τούτων, ορθώς η ανωτέρω πράξη χαρακτηρίσθηκε ως κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία λόγω του ειρημένου ποσού και του ανωτέρω ιδιαίτερου τεχνάσματος που μεταχειρίσθηκε ο αναιρεσείων, εντεύθεν δε είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών εκθέτει στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του με σαφήνεια και πληρότητα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ειρημένης κακουργηματικής πράξεως της απάτης και ειδικότερα προσδιορίζει πως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς σε πελάτες της Αγροτικής Τράπεζας, κατά τη ρύθμιση οφειλών τους προερχομένων από προηγούμενα κτηνοτροφικά δάνεια, ότι δήθεν προϋπόθεση της ρυθμίσεως των οφειλών αυτών ήταν η καταβολή των ποσών που αναφέρονται για καθένα από τους άνω πελάτες, ενώ τέτοια προϋπόθεση δεν είχε τεθεί από το νόμο για τους δανειολήπτες κτηνοτρόφους, και ότι το συνολικό ποσό που αποκόμισε αυτός παράνομα από την εν λόγω πράξη της απάτης ανήλθε σε 34.200 ευρώ, ενώ αιτιολογείται πλήρως η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως αυτής. Τέλος, αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την άνω πράξη της απάτης, ότι από το πιο πάνω ποσό των 34.200 ευρώ επέστρεψε αυτός στους παθόντες 20.300 ευρώ πριν απολογηθεί για την πράξη αυτή και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινό της κατά το ποσό αυτό, λόγω έμπρακτης μετάνοιας (ΠΚ 379 παρ.1), και κατά συνέπεια, αφού το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (13.900 ευρώ) δεν υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, η εν λόγω πράξη της απάτης δεν φέρει χαρακτήρα κακουργήματος αλλά πλημμελήματος, ανεξάρτητα αν θεωρηθεί ότι τελέσθηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 379 παρ.1 και 393 παρ.1 εδ.β' ΠΚ, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο έλεγχος στην Αγροτική Τράπεζα από τους αρμόδιους υπαλλήλους έλαβε χώρα έπειτα από διαμαρτυρία συγκεκριμένου πελάτη της και κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού έσπευσε ο κατηγορούμενος να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και ότι η καταβολή αυτή έγινε μεν πριν από την απολογία του στον Ανακριτή, πλην όμως δεν έγινε με τη θέλησή του, αλλά αναμφίβολα ενόψει της βέβαιης από τον έλεγχο αποκαλύψεως της πράξεώς του, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων πουθενά δεν ομιλεί για εκούσια και αυθόρμητη απόδοση. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και τις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Συμβούλιο αυτό κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι δε λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρον 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του 705/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για τις κακουργηματικές πράξεις: α) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, της οποίας ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και για την πλημμεληματική πράξη της παθητικής δωροδοκίας (που σημειωτέον, δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρέσεως). Το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις άνω κακουργηματικές πράξεις τόσο αναφορικά για την κατηγορία, όσο και σε σχέση με τον περί έμπρακτης μετάνοιας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι δεν στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση. Επομένως απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 642/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 7/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόος.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 694/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πολιτικώς ενάγοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Π.Δ., ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του θα αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΟΛ. Α.Π. 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 7/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η εκκαλούσα κατηγορουμένη ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι "ο συνήγορός της Κων/νος Πλεύρης, αδυνατεί να προσέλθει σήμερα στο Δικαστήριο για να την υπερασπιστεί, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεών του στο δικαστήριο του Α.Π.", κατέθεσε δε την από 7-1-2008 επιστολή του, καθώς και τις από 26-11-2007 και 12-12-2007 κλήσεις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο απέρριψε ακολούθως το αίτημα της αναβολής, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Πλεύρης αδυνατεί να παραστεί και να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, λόγω ανειλημμένης επαγγελματικής του υποχρεώσεως προς υποστήριξη δύο άλλων υποθέσεων πελατών του ενώπιον του Αρείου Πάγου. Προς απόδειξη δε του κωλύματος που επικαλείται προσκομίζει την από 7-1-2008 επιστολή προς αυτήν του προαναφερομένου δικηγόρου και αντίγραφα δύο κλήσεων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Από την αναγνωσθείσα ως άνω επιστολή και από τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι υφίσταται σοβαρό κώλυμα που να δικαιολογεί την αιτουμένη αναβολή, αλλ' ότι η κατηγορουμένη επικαλείται προσχηματικά την απουσία του προειρημένου δικηγόρου προκειμένου να επιτύχει την αναβολή της δίκης, η οποία έχει ήδη αναβληθεί με αίτησή της τρεις φορές, με κίνδυνο να υποκύψουν σε παραγραφή οι αξιόποινες πράξεις που έχουν χρόνο τελέσεως τους μήνες Μάρτιο και Ιούλιο του έτους 2001. Συγκεκριμένα η εκδίκαση της υποθέσεως είχε αρχικώς ορισθεί για τη δικάσιμο της 5-6-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 349 Κ.Π.Δ., με την υπ' αριθμ. 730/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης που επικαλέσθηκε λόγους υγείας ορίσθηκε δε με την ίδια απόφαση νέα ρητή δικάσιμος η 30-1-2007. Κατ' αυτήν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο η κατηγορουμένη και ζήτησε αναβολή για το λόγο ότι ο δικηγόρος της Σπύρος Χρυσανθακόπουλος δεν μπόρεσε να την εκπροσωπήσει, διότι υπερασπιζόταν άλλον πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Το αίτημα της έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 180/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15-10-2007, κατά την οποία η κατηγορουμένη υπέβαλε και πάλι αίτημα αναβολής για το λόγο ότι δεν είχε και ήθελε να διορίσει δικηγόρο και επί πλέον αισθανόταν ζάλη και υπνηλία και δεν μπορούσε να παραμείνει στο ακροατήριο και να συμμετάσχει στην εκδίκαση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε και πάλι το περί αναβολή αίτημα της και με την υπ' αριθμ. 1281/2007 απόφασή του ανέβαλε για τρίτη φορά την εκδίκαση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, ο οποίος θα μπορούσε να παραστεί στο Δικαστήριο κατά την παρούσα δικάσιμο και να την υπερασπισθεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Με τα δεδομένα αυτά το αίτημα της κατηγορουμένης για νέα αναβολή της δίκης και μάλιστα για τους ίδιους λόγους αποσκοπεί στην παρέλκυση και μόνο της δίκης και ως εκ τούτου τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, διότι αναφέρονται σ'αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και τις αποδείξεις που τις στηρίζουν. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη της η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση, την από 7-1-2008 επιστολή του κωλυομένου δικηγόρου, καθώς και τα αντίγραφα δύο κλήσεων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον, στο σκεπτικό αυτής, γίνεται ρητή αναφορά αυτών και αιτιολογείται στη συνέχεια, γιατί αυτά δεν επαρκούν για την ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλόμενου αιτήματος αναβολής. Αβασίμως, επίσης, υποστηρίζεται ότι δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε η ως άνω απόφαση, αφού, τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να στηρίξει το αίτημα της αναβολής, ήταν η ατομική επιστολή του κωλυομένου συνηγόρου της και τα δύο αντίγραφα των κλήσεων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, ρητά μνημονεύει, αξιολογεί και στη συνέχεια αιτιολογεί γιατί δεν μπορεί να στηρίξουν επαρκώς το ως άνω αίτημα, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν, αναφορικά με τα έγγραφα αυτά, και επιπρόσθετα στοιχεία για την αξιολόγησή τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου, που δεν είχε αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία, εφόσον αυτό γίνεται προς σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, ως προς την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου ή για την ποινή και όχι η λήψη υπόψη, χωρίς ανάγνωση, διαδικαστικού εγγράφου, όπως είναι η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης. Περαιτέρω, αν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης χωρίς να αναγνωσθούν, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης, λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να αναγνωσθούν, οι υπ' αρ. 730/2006, 180/2007 και 1281/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με τις οποίες έγιναν δεκτά αντίστοιχα προηγούμενα αιτήματα της κατηγορουμένης, για αναβολή της δίκης. Οι αποφάσεις αυτές, ορθώς λήφθηκαν υπόψη, ως παρεμπίπτουσες, διότι συνιστούσαν διαδικαστικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν επήλθε η επικαλούμενη ακυρότητα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του υπ' αρ. 787/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται σε αυτό η κατ' αντιπαράσταση εξέταση της Γραμματέως Α με την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη. Η κατάθεση αυτή δόθηκε στις 20.6.2002, κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Συνεπώς, με τη μνησθείσα ανάγνωση του υπ' αρ. 787/2003 βουλεύματος, η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ως άνω περικοπής αυτού, η οποία αναφέρεται στην κατ' αντιπαράσταση εξέτασή της με τη γραμματέα Α και μπορούσε, καθόσον παρέστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με την κατάθεσή της αυτή, μη παραβιασθέντος έτσι του εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματός της. Εντεύθεν, δεν προκύπτει η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα, εκ της λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, της πιο πάνω κατ' αντιπαράσταση εξέτασης της αναιρεσείουσας, χωρίς να έχει προηγηθεί η ανάγνωσή της στο ακροατήριο αφού η εξέταση αυτή προέκυπτε από το προαναφερόμενο βούλευμα. Πρέπει, λοιπόν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 203/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 7/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για: α) έλλειψη αιτιολογίας σε παρεμπίπτουσα απόφαση, η οποία απορρίπτει αίτημα αναβολής, β) απόλυτη ακυρότητα εκ της λήψεως υπόψη παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν αναγνώστηκαν και εκ της λήψεως υπόψη κατάθεσης, η οποία προκύπτει από έγγραφο που αναγνώσθηκε.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα.
| 2
|
Αριθμός 640/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, περί αναιρέσεως της 615/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ....., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Πατρών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/18.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών Αικατερίνης Νικοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1878/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ. η ποινή της αποδράσεως εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή πρόκειται να επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος αυτός που απέδρασε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ποινή του άρθρου 173 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. για απόδραση εκτίεται αθροιστικά, μη συγχωνευόμενη μόνο στην περίπτωση που συντρέχει με ποινές, κατά την έκτιση των οποίων έλαβε χώρα η απόδραση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που η ποινή της αποδράσεως συντρέχει με άλλες ποινές, ακόμη και ποινές για απόδραση, άσχετες όμως με εκείνες κατά την έκτιση των οποίων τελέσθηκε το νεότερο αδίκημα της αποδράσεως, τότε οι συντρέχουσες αυτές ποινές συγχωνεύονται υποχρεωτικά κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ. Περαιτέρω, συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατάδικος Χ ζήτησε από το Τριμελές για κακουργήματα Εφετείο Πατρών, κατά το άρθρο 551 του Κ.Π.Δ., καθορισμό συνολικής ποινής, με την προσμέτρηση των ποινών που είχαν επιβληθεί σ' αυτόν με τις αναφερόμενες σ' εκείνη καταδικαστικές αποφάσεις, ήτοι α) την υπ' αριθ. 471/16.9.1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, με την οποία του είχε επιβληθεί συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και δύο (2) μηνών για διακεκριμένη περίπτωση κλοπών από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια ως και για παράνομη είσοδο στην επικράτεια, β) Την υπ' αριθμόν 4031/24-5-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για απόδραση κρατουμένου και γ) Την υπ' αριθμόν 265/19-6-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επαυξήθηκε η ποινή καθείρξεως των έξι (6) ετών και δύο (2) μηνών που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμόν 471/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών κατά δύο (2) μήνες από την ποινή φυλακίσεως που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμόν 4031/24-5-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και κατά τέσσερις (4) μήνες από την ποινή φυλακίσεως που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 265/19.6.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και ορίσθηκε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και οκτώ (8) μηνών. Περαιτέρω, από το στη δικογραφία από 24.4.2008 πιστοποιητικό του Γραμματέα της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδας, προκύπτει ότι ο ως άνω κατάδικος κρατείται με την παραπάνω 471/16.9.1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξη έξι (6) ετών και δύο μηνών, με χρόνο έναρξης της ποινής του την 16.9.1998 και ότι αφαιρέθηκε εκτός από τον χρόνο της προφυλάκισής του και ο χρόνος από 5.1.2000 έως 21.10.2007, ήτοι 7 έτη, 9 μήνες και 16 ημέρες που διετέλεσε εκτός Φυλακών λόγω απόδρασης, ενώ από το με αριθμό 9/031 ακριβές απόσπασμα του δικαστή της ως άνω 4031/24.5.2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατάδικος κηρύχθηκε ένοχος αποδράσεως κρατουμένου που έγινε στην Αγροτική Φυλακή ..... την 5.1.2000 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Από τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατάδικος απέδρασε των Φυλακών ....., καθ' όν χρόνον έκτιε την επιβληθείσα με την 471/16.9.1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ποινή. Επομένως, το δίκασαν Δικαστήριο που έκρινε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 94 και 97 του ΠΚ, για τον καθορισμό συνολικής ποινής όλων των παραπάνω ποινών, ενώ έπρεπε να μη συγχωνεύσει την ανωτέρω ποινή που του επιβλήθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, αποκλείοντας, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 173§1 εδάφ. Β του ΠΚ, την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δεν ερμήνευσε ούτε εφήρμοσε ορθά την προδιαληφθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κατά συνέπεια η ως άνω υπ' αριθμόν 615/27-10-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών είναι αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η με αριθμό 41 από 18.11.2008 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 615/27.10.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 615/27.10.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση ποινών. Αναιρεί την συγχωνευτική ποινών απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94, 97 και 173 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ, διότι συγχώνευσε εσφαλμένα την συγχωνευόμενη ποινή, που εξέτισε ο αιτών την συγχώνευση και την ποινή για απόδραση που επιβλήθηκε σ’ αυτόν. Η απόδραση επισυνέβη κατά τον χρόνο που εξέτισε ο αιτών την επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή, ενώ έπρεπε να εκτιθεί η τελευταία αθροιστικά, μη συγχωνευόμενη με την παραπάνω ποινή που εξέτισε κατά τον χρόνο της απόδρασης.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 641/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Εμμανουήλ Καλούδη), Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θεοδώρου, περί αναιρέσεως της 347, 395/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 174/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 229 § 1 του ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι'αυτό τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση τoυ εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, του τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά και η συγκριτική αξιολόγησή τους. Πρέπει όμως να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική κρίση του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη 347, 395/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο κατηγορούμενος στις 06.12.2000 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου την από 04.12.2000 και με αριθμό ΑΟΟ/6530 έγκληση του ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" κατά των α] ..., Προέδρου Εφετών, β] ..., Εφέτη και γ] ..., Εφέτη, υπηρετούντων τότε στο Εφετείο Ναυπλίου, τους οποίους κατήγγειλε ότι διέπραξαν σε βάρος αυτού και της εταιρείας του τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας αξιόποινες πράξεις κατά την έκδοση από τους εγκαλούμενους ως μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου του Εφετείου Ναυπλίου της με αριθμό 115/1996 απόφασης, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η με αριθμό 5/1991 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου ως προς το ποσό των 9.539.597 δραχμών και επικυρώθηκε για τα ποσά των 46.919.250 δραχμών ως προς τους δύο πρώτους ανακόπτοντες (εταιρεία "..." και ...) και 40.426.250 δραχμών ως προς την τρίτη ανακόπτουσα (...), καταλογίζοντας τους συγκεκριμένα ότι συνέταξαν και βεβαίωσαν με πρόθεση παντελώς ψευδή περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες με σκοπό να προσπορίσουν στην τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" αθέμιτο όφελος και να βλάψουν παρανόμως την πρώτη εξ' αυτών, τους φερόμενους ως "εγγυητές" της και τους οχτώ ακόμα μικροεπενδυτές εταίρους της με το χρηματικό ποσό των 46.919,230 δραχμών νομιμοτόκως από 15.10.1990 ανοίγοντας την όρεξη στην εν λόγω τράπεζα για χρηματικά ποσά της τάξεως των 165.000.000 δραχμών ή 250.000.000 δραχμών ακόμα και 550.000.000 δραχμών που αφορούσαν δήθεν τόκους υπερημερίας. Όμως η από 04.12.2000 και με αριθμό ΑΟΟ/6530 έγκληση του κατηγορουμένου ατομικά και ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" εκτός από μη νόμιμη ως προς το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242ΠΚ) ήταν και ψευδής ως προς το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259ΠΚ) και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατ' ουσίαν αβάσιμη αντίστοιχα, κατ' άρθρο 47 παρ.2 του ΚΠΔ, με την υπ' αριθμ. ... Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου Παναγιώτας Ζαφειριάδου, η οποία επικυρώθηκε κατόπιν απορρίψεως της από 14/01.03.2001 ασκηθείσας κατ' αυτής προσφυγής, με την υπ' αριθμ. ... Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου Νικόλαου Παντελή. Ειδικότερα από την μελέτη της υπ' αριθμό 115/1996 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου που εξέδωσαν οι ως άνω εγκαλούμενοι Δικαστικοί Λειτουργοί ως μέλη αυτού και το σύνολο των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου δεν προέκυψε ούτε κατά σκιώδη υπόνοια ότι η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε μετά από παραπομπή προς επανεκδίκαση της υπ' αριθμ. 270/1993 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 409/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει αυτή (η υπ' αριθμό 270/1993), δεν ήταν προϊόν λογικής και νομικής εκτίμησης των αποδείξεων και της κατά συνείδησης δικαστικής τους κρίσης, καθότι εκτίθενται σε αυτή αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα στοιχεία που οι εγκαλούμενοι Δικαστικοί Λειτουργοί έλαβαν υπόψη τους προκειμένου να σχηματίσουν δικανική πεποίθηση και κρίση. Ο κατηγορούμενος στην έγκληση που υπέβαλε προκειμένου να αποδείξει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του περί τελέσεως του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος εκ μέρους των εγκαλούμενων τριών Δικαστικών Λειτουργών χρησιμοποιεί ως επιχείρημα ότι δεν έλαβαν Υπόψη τους το από 23.10.1995 πόρισμα ειδικού ελέγχου της Τράπεζας Ελλάδος - Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών σύμφωνα με το οποίο "τα δάνεια που συνάπτονται σύμφωνα με την 426/03.07.1989 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων για πάγιες εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό δεν μπορούν να χορηγούνται με τη μορφή αλληλόχρεου λογαριασμού" καθώς και πλήθος άλλων, κατά την κρίση του, ουσιωδών εγγράφων αποδεικτικών των ισχυρισμών του, παραβλέποντας όμως και Λησμονώντας προδήλως ότι ως προς το κεφάλαιο της απόφασης η οποία έκρινε την μεταξύ της πιστούχου (εταιρία "... ΕΠΕ") και της ΑΛΦΑ Τράπεζας Πίστεως σύμβαση, ως σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, είχε παραχθεί δεδικασμένο κατόπιν εκδόσεως των υπ' αριθμ. 270/1993 και 409/1995 αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, δοθέντος ότι με την τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανεκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου μόνο ως προς τα κεφάλαια της υπ' αριθμό 270/1993 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου που είχαν αναιρεθεί και αφορούσαν: α) το εάν η τρίτη αναιρεσείουσα ευθύνεται ή όχι ως εγγυήτρια για όλο το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθμό 5/1991 Διαταγή Πληρωμής και β) αν η ανωτέρω Διαταγή Πληρωμής έπρεπε να εκδοθεί για το ποσό των 56.458.847 δραχμές ή για το ποσό των 32.149.494 δραχμές και όχι για να επανεκδικάσει την επίδικη υπόθεση από την αρχή.
Συνεπώς αναντίρρητα και πέρα πάσης αμφιβολίας προκύπτει ότι οι εγκαλούμενοι Δικαστικοί Λειτουργοί έκριναν με βάση το σύστημα των νομικών αποδείξεων που ισχύει στις πολιτικές δίκες, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους και μέσα σία όρια που διέγραφε η υπ' αριθμό 409/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό αυτής εμπεριστατωμένη και πλήρης αιτιολογία, χωρίς σε καμία περίπτωση να διαστρέψουν δολίως την αλήθεια υπερβαίνοντας σκοπίμως κατά τη δικαιοδοτική τους κρίση τα ακραία όρια της λογικής και της εκτίμησης των αποδείξεων. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα με την από 04.12.2000 έγκληση του σε βάρος των ως άνω Δικαστικών Λειτουργών ήταν ψευδή, όπως και ο σκοπός του να προκαλέσει με την έγκληση τη δίωξη αυτών προκύπτει αναντίρρητα τόσο από το περιεχόμενο της εγκλήσεως που υπέβαλε στην οποία παρατίθενται ατεκμηρίωτοι υπαινιγμοί σε βάρος τους και μάλιστα για τα ανωτέρω ατιμωτικά αδικήματα, όσο και από την μελέτη της υπ' αριθμό 115/1996 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου που εξέδωσαν, στην οποία εκτίθενται αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους προκειμένου να οδηγηθούν στην έκδοση της απόφασης αυτής. Όμως ο κατηγορούμενος, χωρίς να διαθέτει έστω και κάποιο υποτυπώδες στοιχείο που να πείθει ότι η κρίση που εξέφρασαν με την προαναφερόμενη απόφαση οι εγκαλούμενοι Δικαστικοί Λειτουργοί δεν ήταν προϊόν της λογικής και της κατά συνείδησης εκτίμησης των αποδείξεων αλλά προϊόν σκόπιμης διαστροφής της αλήθειας, με περίσσεια ευκολία τους καταμήνυσε για ψευδή βεβαίωση και παράβαση καθήκοντος, επειδή προδήλως εξέδωσαν μη αρεστή σ' αυτόν δικαστική απόφαση με την οποία ακύρωσαν εν μέρει τη με αριθμό 5/1991 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και δη κατά το ποσό των 9.539.597 δραχμών και επικύρωσαν κατά τα λοιπά την ίδια Διαταγή Πληρωμής για τους δύο πρώτους ως άνω ανακόπτοντες ως προς το ποσό των 46.919.250 δραχμών και ως προς την πιο πάνω τρίτη ανακόπτουσα ως προς την πιο πάνω τρίτη ανακόπτουσα ως προς το ποσό των 40.469.250 δραχμών με σκοπό να εξυπηρετήσει τόσο τα ατομικά όσο και τα συμφέροντα της ανωτέρω εταιρείας εκπροσωπούσε εν όψει του μεγάλου όγκου πολιτικών και ποινικών δικών που εκκρεμούσαν στα Δικαστήρια της περιφέρεια του Ναυπλίου. Ο κατηγορούμενος μάλιστα στο πλαίσιο αυτό κατά καιρούς έχει υποβάλλει σωρεία εγκλήσεων σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών ομοίου περιεχόμενου με σαφείς και ατεκμηρίωτους χαρακτηρισμούς για αποφάσεις ή διατάξεις που εξέδωσαν και οι οποίες δεν ήταν αρεστές σε αυτόν. Χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, έχει υποβάλλει τις ακόλουθες εγκλήσεις: 1) Την από 10.08.2000 έγκλησή του σε βάρος του Προέδρου Πρωτοδικών Ναυπλίου ... και της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2542/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 2) Την από 18.06.1999 έγκληση του σε βάρος της Πρωτοδίκη Ναυπλίου ... και του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2534/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 3) Την από 03.03.1999 έγκληση του σε βάρος της Εισαγγελικής Παρέδρου Πρωτοδικών Ναυπλίου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2838/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδι-κείου Ναυπλίου με την οποία κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 4) Την από 30.12.1998 έγκληση του σε βάρος του Προέδρου Εφετών Ναυπλίου ... και του Αντεισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2840/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου με την οποία κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 5) Την από 27.05.1999 έγκληση του σε βάρος της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2683/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου με την οποία κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 6) Την από 24.08.1998 έγκλησή του σε βάρος του Πρωτοδίκη Ναυπλίου... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 945/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου (Τριμελές Πλημ/των) με την οποία κηρύχθηκε κατά πλειοψηφία αθώος ελλείψει δόλου για το έγκλημα της ψευδής καταμήνυσης. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος, επανέλαβε τους ατεκμηρίωτους υπαινιγμούς σε βάρος των ως άνω Δικαστικών Λειτουργών εμμένοντας στο περιεχόμενο της εγκλήσεως του, καταλογίζοντας δόλο στην κρίση αυτών αναφέροντας σε διάφορα σημεία της απολογίας του χαρακτηριστικά: "Οι Δικαστικοί Λειτουργοί δεν ξέρω αν είχαν πρόθεση για όλα αυτά, εγώ κοιτάω το αποτέλεσμα όλων αυτών. Αυτά που λέω στη μήνυση μου τα επαναλαμβάνω...", "...Η μήνυση ήταν αληθέστατη. Πίστευα και πιστεύω ότι η δικαιοσύνη έβγαλε λανθασμένη απόφαση...". "... Εγώ θεωρώ ότι ήθελαν να μας βλάψουν οι Δικαστές...". Η εμμονή του κατηγορουμένου στο περιεχόμενο της εγκλήσεως που υπέβαλε ενώ ο ίδιος κατά την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου) ρητά δήλωσε ότι "... Ο δόλος των συγκεκριμένων Δικαστικών Λειτουργών είναι ανύπαρκτος...", "...Δεν έχω αποδείξεις ότι το έκαναν με δόλο, έκαναν απλά λάθος και πλαστογραφία, δεν άσκησα ένδικο μέσο", σε συνδυασμό τόσο με το πλήθος των εγκλήσεων που υπέβαλε κατά καιρούς σε βάρος Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών οι οποίοι χειρίστηκαν υποθέσεις του και εξέδωσαν αποφάσεις και διατάξεις αντίστοιχα κατά παράβαση υποτίθετο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και ήταν δυσμενείς για τα συμφέροντα του ιδίου και της εταιρίας που εκπροσωπούσε, χωρίς να διαθέτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο θεμελιωτικό των εγκλήσεων αυτών όσο και το ότι οι εγκαλούμενοι Δικαστικοί λειτουργοί όφειλαν να ερευνήσουν την ανακοπή κατά της υπ' αριθμό 5/1991 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου μέσα στα όρια που διαγράφονταν με την υπ' αριθμό 409/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου σεβόμενοι το δεδικασμένο που είχε παραχθεί, διαλαμβάνοντας μάλιστα εκτενείς σκέψεις και ανάλυση στην υπ' αριθμό 115/1996 απόφαση που εξέδωσαν, αποτελούν στοιχεία που αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεως του και ότι ενήργησε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούμενων Δικαστικών Λειτουργών.
Κατά τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος υποβάλλοντας την αναφερομένη στο διατακτικό έγκληση του σε βάρος των ανωτέρω Δικαστικών Λειτουργών, καταγγέλλοντας ότι είχαν τελέσει σε βάρος αυτού και της εταιρείας που εκπροσωπεί τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος καίτοι γνώριζε ότι ουδεμία πράξη από αυτές είχε τελεσθεί κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία από τους Δικαστικούς Λειτουργούς, οι οποίοι εκτέλεσαν το καθήκον τους, προκύπτει ότι η από 04.12.2000 έγκληση του ήταν ψευδής, υποβλήθηκε δε με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξη των ως άνω Δικαστικών Λειτουργών. Κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και σύμφωνα και με τις προπαρατεθείσες σκέψεις πληρούνται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και για το λόγο αυτό πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα στο διατακτικό".
Με βάση τα παραπάνω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την σε βάρος των παραπάνω δικαστικών λειτουργών πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που τέλεσε στις 6-12-2000 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε επί 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα, αφού δέχθηκε ότι είχε καταδικασθεί προηγουμένως σε ποινή που υπερέβαινε τους έξι μήνες και συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση αναστολής της ποινής. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει και το στοιχείο του ειδικού σκοπού της υπερχειλούς υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, αφού ο σκοπός του κατηγορουμένου να προκληθεί δίωξη των δικαστικών λειτουργών εξειδικεύεται με την αναφορά της υποβολής της αναφερομένης σ'αυτήν μηνύσεως σε βάρος των τελευταίων, αιτιολογείται δε επαρκώς και η γνώση του, όσον αφορά την αναλήθεια των αναφερομένων στην μήνυση του. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' λόγοι της αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, παραβίαση του δεδικασμένου υφίσταται, αν κάποιος υποβληθεί εκ νέου σε δίκη για την ίδια αξιόποινη πράξη, για την οποία, όμως καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η εναντίον του ποινική δίωξη αμετάκλητα. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να είναι παραδεκτός ο περί παραβιάσεως του δεδικασμένου λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 ΣΤ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αναίρεση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η προηγούμενη απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η ποινική δίωξη, η πράξη στην οποία αναφέρεται η απόφαση αυτή και ότι η προηγούμενη, καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, που αφορά την ίδια αξιόποινη πράξη του αυτού προσώπου, κατέστη αμετάκλητη και πως έλαβε χώρα το γεγονός τούτο. Περαιτέρω για να είναι παραδεκτός ο αντίστοιχος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Η', και Γ', λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η παράθεση της οικείας διάταξης και η επίκληση του αντίστοιχου λόγου, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία να θεμελιώνουν αυτόν και να προσδιορίζεται με την αναίρεση, αντίστοιχα, 1) ποια είναι η απόλυτη ακυρότητα και ποιες οι παραβιασθείσες διατάξεις από την οποία προκλήθηκε 2) η συγκεκριμένη πλημμέλεια από την οποία προκύπτει ότι το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία την οποία δεν του δίνει ο νόμος και 3) τι αφορά η παραβίαση της δημοσιότητας και ειδικότερα αν αφορά τη συζήτηση στο ακροατήριο ή τη δημοσίευση της απόφασης. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Η' και Γ' ΚΠΔ λόγοι της αναιρέσεως, κατά τους οποίους παραβιάσθηκε το δεδικασμένο, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα, το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και παραβιάσθηκε η δημοσιότητα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού στην πολυσέλιδη, εκτεταμένη και λεπτομερή, κατά τα λοιπά στοιχεία, αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με τους παραπάνω λόγους και δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αλλά γίνεται, εντελώς αόριστα, επίκληση των λόγων που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα με την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, κατά το πλείστον, προβάλλονται, αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων, με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, βάλει κατά της ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ακόμη αιτιάσεις οι οποίες δεν σχετίζονται με συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, λόγω της ασάφειας και της αντιφατικότητας του περιεχομένου των διαλαμβανομένων αιτιάσεων στα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, το δικαστήριο αδυνατεί να εκτιμήσει αυτό και να υπαγάγει τις σχετικές αιτιάσεις σε κάποιο από τους παραπάνω λόγους. Μετά από αυτά, εφόσον απορρίπτονται όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση και τους από 4-2-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του ..., για αναίρεση της με αριθμό 347-395/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής Καταμήνυση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Παραβίαση δεδικασμένου, έλλειψη δημοσιότητας, υπέρβαση εξουσίας. Απόλυτη ακυρότητα. Αόριστοι οι λόγοι της αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δεδικασμένο.
| 0
|
Αριθμός 637/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 321/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ....., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 59/20-11-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1832/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανάκλησης, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά τον χρόνο της προσωρινής απόλυσης. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανάκλησης, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτέλεσής της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. ΑΠ 106/91). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για τον καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Π.Κ. για τη συρροή", συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο πράξεις, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και οι νέες συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή νέες ποινές, συγχωνευόμενες αυτές μεταξύ των αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και αμετάκλητη συγχωνευτική απόφαση, που έχει καθορίσει συνολική, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα με την συγχωνευτική απόφαση συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις (ΑΠ 1602/03). Εξάλλου κατά το άρθρο 551 § 2 του ΚΠΔ το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 ν. 1941/91 (ΦΕΚ 41Α) "αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή για τον καθορισμό νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμοδιότητας, λαμβάνεται υπόψη και η απόφαση που έχει καθορίσει τη συνολική ποινή". Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ανωτέρω: 1) κρατήθηκε από 24-3-2000 στη δικαστική φυλακή ....., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 887/17-5-2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και ένδεκα (11) μηνών για διακεκριμένες κλοπές κλπ και δυνάμει του υπ' αριθμ. 249/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας απολύθηκε την 29-6-2004 με υπόλοιπο ποινής ενός (1) έτους, ενός (1) μηνός και οκτώ (8) ημερών, υπό τον όρο της ανάκλησης και με την υποχρέωση της αμέσου εξόδου του από τη χώρα και της μη επανόδου στην Ελλάδα για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του. 2) Από 7-7-2004 κρατήθηκε στη δικαστική φυλακή ..... σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1538/14-9-2005 συγχωνευτικής (και ήδη αμετάκλητης) απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του καθορίστηκε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και δυο (2) μηνών, με έναρξη ποινής την 22-4-2005, κατόπιν συγχωνεύσεως των ποινών που του επιβλήθηκαν α) με την παραπάνω 887/17-5-2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών β) με την υπ' αριθ. 1340/22-4-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και δυο (2) μηνών για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση κλπ και γ) με την υπ' αριθμ. 2229/8-7-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση. Δυνάμει δε του υπ' αριθμ. 1181/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς απολύθηκε από τη δικαστική φυλακή ..... την 21-11-2005, με υπόλοιπο ποινής (εκ της ως άνω συγχωνευτικής απόφασης) τεσσάρων (4) ετών, πέντε (5) μηνών και είκοσι τεσσάρων (24) ημερών (βλ. αποφυλακιστήριο), υπό τον όρον της ανάκλησης και με την υποχρέωση να εγκαταλείψει τη χώρα και να παραμείνει εκτός αυτής μέχρι τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας του. 3) Ήδη από 14-7-2006 κρατείται στη δικαστική Φυλακή .....: α) με τις υπ' αριθμ. 16931/20-2-2004, 105128/7-12-2001 και 67827/25-11-2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, τριών (3) ετών και δύο (2) ετών για κλοπή, κλοπή ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και κλοπή από κοινού ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, αντιστοίχως, και β) με την υπ' αριθμ. 370/21-9-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Κρήτης, το οποίο του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών για διακεκριμένη κλοπή, που τέλεσε στις 14-7-2006 και με την 74/15-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Ναυπλίου, το οποίο του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών για ληστεία, που τέλεσε στις 28-4-2006, δηλαδή που τέλεσε τις δυο τελευταίες κατά το στάδιο της δοκιμασίας του. Στη συνέχεια ο εν λόγω κατάδικος υπέβαλε δια του συνηγόρου, του Ιωάννη Λάλια, δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Ναυπλίου, την από 11-7-2008 αίτηση του, με την οποία ζήτησε (αποσιωπώντας ότι είχε απολυθεί υπό όρο) τη συγχώνευση όλων των ποινών των επιβληθεισών σ' αυτόν με τις παραπάνω αποφάσεις, δηλαδή και αυτών που είχαν προσμετρηθεί στην ως άνω υπ'άριθμ. 1538/14-9-2005 συγχωνευτική απόφαση, η οποία καθόρισε ως ελέγχθη, συνολική ποινή καθείρξεως 13 ετών και 2 μηνών, και αυτών των ποινών που του επιβλήθησαν με τις υπ'άριθμ. 370/2007 και 74/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης και Ναυπλίου, αντιστοίχως, για εγκλήματα που τέλεσε κατά το στάδιο της δοκιμασίας του. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ έκανε δεκτή την ανωτέρω αίτηση και συγχώνευσε, με την προσβαλλομένη υπ' άριθμ. 321/4-9-2005 απόφαση του όλες τις ποινές που του επιβλήθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις καθορίζοντας συνολική ποινή καθείρξεως 26 ετών και 1 μηνός και ορίζοντας ως εκτιτέα ποινή εκείνη της καθείρξεως των 25 ετών, αφού διέσπασε κατ' ουσία, την παραπάνω συγχωνευτική απόφαση με την οποία του είχε καθοριστεί συνολική ποινή καθείρξεως 13 ετών και 2 μηνών και έλαβε ως ποινή βάσης την καταγνωσθείσα στον αιτούντα, με την υπ'άριθμ. 74/15-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, ποινή κάθειρξης 10 ετών. Όμως η ανωτέρω 1538/14-3-2005 αμετάκλητη συγχωνευτική απόφαση δεν επιτρεπόταν να διασπασθεί, αλλά έπρεπε η καθορισθείσα δι' αυτής συνολική ποινή να ληφθεί ως ποινή βάσης για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής αφού ήταν βαρύτερη από τις άλλες συγχωνευόμενες ποινές που επιβλήθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις, ενώ οι επιβληθείσες ποινές με τις υπ'άριθμ. 74/15-2-2005 και 370/21-9-2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου και Κρήτης, αντιστοίχως, δεν έπρεπε να προσμετρηθούν στην συνολική ποινή που είχε καθοριστεί με την εν λόγω υπ' αριθμ. 1538/14-9-2005 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ούτε φυσικά η πρώτη από αυτές έπρεπε να ληφθεί ως ποινή βάσης, αφού αυτές πρόκειται να εκτιθούν αθροιστικά (συγχωνευόμενες όμως μεταξύ τους) μετά την έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της ανασταλείσας με υπό όρο απόλυση ποινής (δυνάμει του υπ' αριθμ. 1181/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιά) δηλαδή των τεσσάρων ετών (4), πέντε (5) μηνών και είκοσι τεσσάρων (24) ημερών.
Έτσι κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 § 1, 97, 108 του ΠΚ και 551 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το δε αναρμοδίως καθ' ύλην δίκασε αφού κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα αρμόδια δικαστήρια είναι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1538/14-9-2005 συγχωνευτική απόφασή του καθόρισε την βαρύτερη συνολική ποινή, η οποία έχει και τη μεγαλύτερη διάρκεια, και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' και Ζ' του ΚΠΔ συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του με άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 321/4-9-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση ποινών. Αναιρεί την συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 105, 108, 109 του ΠΚ και 551 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ και λόγω αναρμοδιότητας καθ’ ύλη αυτού. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναρμοδιότητα καθ'ύλη.
| 2
|
Αριθμός 636/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1064/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με κατηγορούμενο τον ..., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 21/7.4.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 638/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π. Κ. προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Τέλος, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 3160/2003 μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1064/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, που δίκασε ύστερα από έφεση του κατηγορουμένου κατά της 149/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που τον είχε κηρύξει ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε λόγω αμφιβολιών αθώος της προαναφερομένης αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του είχε αποδοθεί. Για να στηρίξει την απαλλακτική του κρίση, το Εφετείο διέλαβε την παρακάτω αιτιολογία στο αιτιολογικό αυτής: Ο κατηγορούμενος τον ... εργαζόταν στην επιχείρηση με την επωνυμία "Ψυγεία Μπισακού ΑΕ", που βρίσκεται στην α' Βιομηχανική Περιοχή Βόλου. Στην επιχείρηση έκαμε όλες τις δουλειές που του ανέθεταν, για τον λόγο δε ότι είχε επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης, οδηγούσε ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ) που μετέφερε φρούτα και βαρέλια, χρησιμοποιώντας για την πρόσδεση των εμπορευμάτων κυρίως σχοινιά. Στις ... συμμετείχε και με άλλο προσωπικό της ως άνω επιχείρησης στις εργασίες τοποθέτησης ογκώδους μηχανήματος ελέγχου της ατμόσφαιρας των ψυγείων στον προθάλαμο αυτών. Για την μετακίνηση και την εγκατάσταση του εν λόγω ογκώδους μηχανήματος χρησιμοποιήθηκε το ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ), ενώ ο κατηγορούμενος μαζί με έτερο εργαζόμενο τον Μ1 ανέλαβαν την πρόσδεση του μηχανήματος με ιμάντα, τον οποίο κατόπιν εντολής αγόρασαν για τον σκοπό αυτόν. Ο κατηγορούμενος όμως, έχοντας αναλάβει το σφίξιμο του ιμάντα πρόσδεσης του εν λόγω μηχανήματος για μεγαλύτερη ασφάλεια κατά την επικείμενη μετακίνησή του, καίτοι τον προσέδεσε με προσοχή και με την εμπειρία που είχε (δεν είχε ειδικές γνώσεις) και κάτω από την εποπτεία του διευθυντή της επιχείρησης, όταν επιχειρήθηκε η μετακίνηση και η τοποθέτηση του βαρέως μηχανήματος, ο ιμάντας απασφαλίσθηκε, το μηχάνημα έγειρε προς τον τοίχο και πέφτοντας, κατά την πτώση του, προκάλεσε τον θάνατο του ... . Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, η απασφάλιση του ιμάντα δεν οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος έπραξε ό,τι θα έπραττε κάθε συνετός εργάτης με την δική του γνώση και εμπειρία. Ο μάρτυρας ... κρίνει ότι το μηχάνημα ήταν ογκώδες, χρειαζόταν μεγαλύτερο ανυψωτικό μηχάνημα και δεν αποδίδει αμέλεια στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν απλός εργάτης και έκανε προσδέσεις μικρών φορτίων με σχοινί. Επίσης, καταθέτει ότι η εν λόγω μεταφορά έπρεπε να ανατεθεί από τον θανόντα σε ειδική μεταφορική εταιρεία που διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό για μεταφορές ογκωδών μηχανημάτων και για την πρόσδεσή της (τον σαμπανταδόρο). Αλλά και ο έτερος αυτόπτης μάρτυς Μ1, που συμμετείχε στην πρόσδεση, διατείνεται ότι η πρόσδεση και η ανύψωση έγινε με τις υποδείξεις και τις εντολές του δένοντος Διευθυντού της, που ήταν παρών κατά την μεταφορά και προφανώς απασφαλίσθηκε λόγω του μεγάλου βάρους. Άλλωστε, ήταν μία "εξαιρετική μεταφορά" και δεν είχε σχέση με τις συνήθεις ανυψώσεις, μεταφορές και προσδέσεις με σχοινιά, που πραγματοποιούσε ο κατηγορούμενος στην επιχείρηση ως οδηγός κλάρκ (βλ. κατάθ.). Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έχει αμφιβολίες αν η πτώση του μηχανήματος οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου ή στο βάρος του, στον όγκο του και στην ακαταλληλότητα του κλάρκ που χρησιμοποιήθηκε, και πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη αθωωτική του απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις των παραδοχών τους, τα περιστατικά εκείνα από τα οποία αιτιολογείται γιατί το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους αδυνατούσε αυτό να καταλήξει στο συμπέρασμα τούτο, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 30 του ΠΚ. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το μεν εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία, το δε ο λόγος για τον οποίο το Εφετείο δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, ο οποίος συνάγεται από την παράθεση αποσπασμάτων των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, από τις οποίες προκύπτει διαφοροποίηση ως προς το αν η απασφάλιση του ιμάντα πρόσδεσης του μηχανήματος, η πτώση του οποίου κατά τη μετακίνηση του κλαρκ επέφερε την καταπλάκωση του παθόντα, οφείλετο σε αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, που συνίστατο στο κατά τρόπο μη ασφαλή και κανονικό σφίξιμο του εν λόγω ιμάντα, ή στο βάρος και τον όγκο του επιχειρουμένου να μεταφερθεί μηχανήματος και στην ακαταλληλότητα του κλαρκ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι: 1) δεν ελήφθη υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου, από την οποία προκύπτει σαφέστατα ότι ούτος είχε δια συμβάσεως αναλάβει την υποχρέωση να μεταφέρει το μηχάνημα 2) δεν αναφέρονται οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ εκ της οποίας προκύπτει η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου προς ενέργεια που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος. 3) Αντιφάσκει η άνω απόφαση καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος πρόσδεσε με προσοχή τον ιμάντα, δέχεται ακολούθως ότι ο ιμάντας απασφαλίστηκε, χωρίς να αναφέρει τους λόγους της απασφάλισης τους οποίους όμως έπρεπε να λάβει υπόψη του κατά τη πρόσδεση και ότι η απασφάλιση δεν οφείλεται σε αμέλειά του, ήτοι σε γεγονός που ουχί υπαιτίως δεν έλαβε υπόψη κατά τη πρόσδεση ή σε τυχαίο γεγονός που δεν μπορούσε να προβλέψει.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.4.2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 1064/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαλλακτική απόφαση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, απόρριψη αιτήσεως αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του λόγου αυτής για ελλιπή αιτιολογία της απαλλακτικής απόφασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 635/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουκάκη, περί αναιρέσεως της 23/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ... που δεν παρέστη, 2) ..., 3) ..., 4) ... και 5) ..., κατοίκους ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Κούγια.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.3.2008 αίτησή τους αναιρέσεως και στο από 25.11.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στην αίτηση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναιρέσεως, έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο τού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 και 191/2001 σε Ολομέλεια). Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 ΙΕ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στην καταδικαστική απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτήν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 23/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών, ο αναιρεσείων ..., κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης από αμέλεια. Κατά της απόφασης αυτής ο εν λόγω αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με το παρακάτω επί λέξει περιεχόμενο: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 αριθ. 1ε' λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και λόγω υπέρβασης εξουσίας κατ' άρθρο 510 αρ. 1η', αλλά και έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον Νόμο (άρθρο 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ και 510 παρ. 1 Δ ΠΚΔ). Ειδικότερα, δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προβλέπει και τιμωρεί τα άρθρα 1, 14, 16. 17, 28, 51, 53, 94 παρ.1, 84 παρ. 2α', 302 παρ. 1, 314 παρ. 1-α, 315 παρ. 1 ΠΚ άρθρο 292 παρ. 1 και 2 Π.Κ. Δεν αναφέρει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην παραπάνω ποινική διάταξη. Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αιτιολόγησε ειδικά την απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών μου ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ελλείψεις αυτές και οι παραβάσεις αυτές δεν επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο να ελέγξει αν εφαρμόστηκε ορθά ο νόμος.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. Ι, στοιχ. Δ' Κωδ. Ποιν. Δικονομίας, όπως ισχύει". Έτσι διατυπούμενη η αίτηση αναίρεσης, δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο από τους επικαλούμενους και προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα, όσον αφορά α) τον επικαλούμενο λόγο της υπέρβασης εξουσίας, αυτός είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή ποία ήταν η πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δημιούργησε τον ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, β) όσον αφορά την επίκληση της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' αποδιδόμενης πλημμέλειας για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας και σε ποιά από τις μνημονευόμενες διατάξεις, όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια εσφαλμένης εφαρμογής των αναφερομένων σ' αυτή ποινικών διατάξεων δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτές, γ) όσον αφορά την επίκληση της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' πλημμέλειας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παρατίθεται απλώς η από τη νομολογία για τον λόγο αυτόν διαμορφωμένη διατύπωση, χωρίς να εξειδικεύεται σε τι συνίστανται και ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή αντιφάσεις στην αιτιολογία της απόφασης ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, δεν αναφέρονται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε ο αναιρεσείων, των οποίων η απόρριψη δεν αιτιολογήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα στην μείζονα σκέψη εκτίθενται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, εντεύθεν δε πρέπει ομοίως ως απαράδεκτοι να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που προτάθηκαν με το από 26.11.2008 δικόγραφο, έστω και αν σ' αυτό διαλαμβάνονται λόγοι που εξετάζονται αυτεπάγγελτα, αφού η προβολή τους προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού λόγου αναίρεσης στο κυρίως δικόγραφο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.3.2008 αίτηση και τους από 25.11.2008 προσθέτους λόγους του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 23/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αναίρεσης λόγω έλλειψης ενός ορισμένου λόγου στο αναιρετήριο. Δεν αρκεί για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η επανάληψη της από την νομολογία διατύπωσης του ορισμένου του ως άνω λόγου.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 633/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη, περί αναιρέσεως της 52/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1371/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα άρθρα 308 και 309 Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντος κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ.1 σωματικής βλάβης, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρ. 310 παρ.2 ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της πληρουμένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 52/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και τρίων (3) μηνών, ανασταλείσαν επί πενταετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού (άρθρα 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 94, 121, 130 παρ.1, 309, 380 παρ.1 ΠΚ), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-9-2001 και περί ώραν 00.30' ο ανήλικος Α, με έναν φίλο του καθόταν σ' ένα παγκάκι του πάρκου που βρίσκεται επί της οδού ..... της περιοχής ..... . Ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Β, καθώς και δυο ανηλίκους τον Γ και Δ, αφού πλησίασαν τους ανηλίκους αφήρεσαν από τον φίλο του ως άνω εγκαλούντος μια χρυσή αλυσίδα που έφερε στο λαιμό του και ακολούθως επετέθησαν εναντίον του ίδιου του εγκαλούντος και χτυπώντας αυτόν με κλωτσιές και γροθιές, τον έρριψαν στο έδαφος και όταν πλέον έχασε τις αισθήσεις του, αφήρεσαν από την αριστερή τσέπη του παντελονιού του ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας MOTOROLA B 50, που ακολούθως ιδιοποιήθηκαν παρανόμως από κοινού. Με τα προαναφερόμενα κτυπήματα προκάλεσαν στον παθόντα θλαστική εκχύμωση χροιάς κυανερύθρου δεξιάς μετωπιαίας χώρας, εκδορά του δεξιού αγκώνος του και κρανιοεγκεφαλικη κάκωση με μικρή απώλεια συνειδήσεως, σε ευαίσθητο δηλαδή και ευπαθές σημείο του σώματός του, με τέτοιο τρόπο που θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή ή βαριά σωματική βλάβη του εν λόγω παθόντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ανήλικος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται και ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του αναγνώριση ελαφρυντικών στο πρόσωπο του ως παντελώς αόριστος". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην πληττομένη απόφασή του αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού, την από τα άρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ'αυτά προμνησθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι η υπ'αριθμ. 2676/2001 ιατροδικαστική εξέταση αποτελούσε το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης και ως τοιούτο έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένης. Αυτό δε διότι, η ιατροδικαστική αυτή εξέταση δεν συνετάγη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ΚΠΔ, πράγμα το οποίο, άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε, και ως εκ τούτου, ορθώς με την προσβαλλομένη απόφαση χαρακτηρίσθηκε ως έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 178 ΚΠΔ και ως τέτοιο, μετά την, μετά των άλλων εγγράφων, ανάγνωσή του, λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ο περαιτέρω ισχυρισμός (επικουρικός στην ουσία) ότι από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης δεν προκύπτει κατά τρόπον αναμφισβήτητο ότι και η ιατροδικαστική αυτή εξέταση λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμος, αφού, κάτι το αντίθετο, από τα όσα διαλαμβάνει η εξέταση αυτή, δεν υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλομένης. Αναφορικά, όμως, με το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, το Τριμελές Εφετείο, αφενός μεν δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν διευκρινίζεται ποιά από τις δύο περιπτώσεις διακινδυνεύσεως του παθόντος συνέτρεξε, δηλαδή ο κίνδυνος της ζωής του ή η βαριά σωματική βλάβη και επί πλέον παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, καθόσον, λόγω της ασάφειας αυτής, υπάρχει αδυναμία ακυρωτικού ελέγχου της σωστής εφαρμογής της εν λόγω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του αρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, να είναι ουσιαστικά βάσιμοι.
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 369 παρ.1 και 3 και 371 παρ.3 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, όταν κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αφενός κατόπιν συζήτηση για την εφαρμοστέα ποινή, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, δίνεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ'αυτούς εκ νέου ο λόγος σε τυχόν επιβολή συνολικής ποινής, αφού μια μόνον περί ποινής απόφαση εκδίδεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος έλαβαν τελευταίοι τον λόγο περί της ποινής και ζήτησαν το ελάχιστο αυτής, και ως εκ τούτου, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ τελευταίος αναιρετικός λόγος, είναι ως αβάσιμος, απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθώς και την επιμέτρηση της ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα συζήτηση, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ0 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ'αρ. 52/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθώς και την επιμέτρηση της καταγνωσθείσας συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση και κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ'αρ. 429/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Αναιρείται η προσβαλλομένη, διότι δεν διευκρινίζει ποία από τις δύο περιπτώσεις διακινδυνεύσεως του παθόντος συνέτρεξε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 1
|
Αριθμός 634/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μπριντάκη, για αναίρεση της με αριθμό 4.837/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.367/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Π.Δ., ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΟΛ. Α.Π. 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 4.837/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά ο Α, ο οποίος ανήγγειλε στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Εξεταζόμενος δε ενόρκως, προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, κατέθεσε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος με πήρε τηλέφωνο χθές είναι άρρωστος έχει πρόβλημα με τη μέση του και ζητά μια σύντομη αναβολή". Το Δικαστήριο απέρριψε ακολούθως το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, από μόνη την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του εκκαλούντος βάσιμος λόγος αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω ασθενείας αυτού (άρθρ. 349 Κ.Π.Δ.), πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στην πιο πάνω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του, διέλαβε την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το δικαστήριο στηρίχθηκε, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του, καθώς και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο στηρίχθηκε η προαναφερθείσα απόφαση, ήταν η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α, δεν υπήρξε δε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο παρέλειψε να αξιολογήσει η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση. Πέρα από αυτά, στα όσα κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας αυτός, απήντησε με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο για ποιό λόγο δεν πείσθηκε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν σημαντικά αίτια, και συγκεκριμένα η επικαλούμενη ασθένεια, προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα της αναβολής. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, μπορεί κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Π.Δ. να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, για οποιοδήποτε λόγο, που προβλέπεται από το άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα και αναφέρεται σε πλημμέλειες αυτής και όχι σε εκείνες της εκκληθείσης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προβάλλονται αιτιάσεις εναντίον της υπ' αρ. 30.176/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, σε πρώτο βαθμό, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 1 του Ν.690/45, όμως αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν.2336/95, και συγκεκριμένα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτό αναφερόμενα. Ο λόγος, όμως, αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και όχι αυτή με την οποία απορρίφθηκε η κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ως εκ τούτου είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υφισταμένου ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 84/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 4.837/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής. Η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυποστήρικτη απόφαση μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για οποιοδήποτε λόγο του άρθρου 510 ΚΠΔ, όχι όμως και η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 639/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα -Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούκο, περί αναιρέσεως της 46822/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 868/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος-ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6 & 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής, και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών που την εξέδωσε, απέρριψε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της την με αριθμ. 10428/2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 109257/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Για να στηρίξει την κρίση τους αυτή η πλειοψηφία του Τριμελούς Πλημ/κείου δέχθηκε τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα-κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι εκπροθέσμως άσκησε την κρινόμενη έφεσή της κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 109257/2000 καταδικαστικής αποφάσεως του Μον. Πλημ/κείου Αθηνών για παράβαση του αρθρ. 25 Ν. 1882/90 διότι δεν έλαβε γνώση αυτής που της κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ εκείνη είχε γνωστή διαμονή. Λεν αναφέρει όμως στην έφεση της αλλ'ούτε και στο ακροατήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο εάν τη φερόμενη αυτή ως γνωστή τελευταία διαμονή της, δηλ. την οδό ... είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, νομίμως αναζητήθηκε (& επιδόθηκε) την ... στην γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση της, δηλ. επί της οδού ... (βλ. το από ... αποδ. επίδοσης του Αρχ. Α.Τ. ...) ως τελευταία γνωστή κατοικία της.
Συνεπώς η κρινόμενη έφεση η οποία ασκήθηκε την 3-8-2007, ασκήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικ/ρίου". Περαιτέρω, από την ως άνω 10428/3-8-2004 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, είχε προβάλει ότι "γνώση της εκκαλουμένης έλαβε μόλις χθες από το Α/Τ ... όπου προσήλθε να παραλάβει την Αστυνομική της ταυτότητα οπότε και συνελήφθη, αφού η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στις ...στον Δήμαρχο ..., αφού στην ... θεωρήθηκε σαν αγνώστου διαμονής, αφού η επιχείρηση "..." είχε κλείσει προ επταετίας, ενώ η Δ.Ο.Υ. εγνώριζε την μόνιμη κατοικία της στη ... από το έτος 1999, όπως αποδεικνύεται από έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών από την ίδια Δ.Ο.Υ.". Συνακόλουθα, εφόσον η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κάτοικος όπως, ισχυρίζεται, από το έτος 1999 έως το έτος 2007, επί της οδού .., δεν προέβαλε με την έφεσή της ότι είχε καταστήσει αυτή γνωστή την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, το ως άνω Δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφαση του της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση για να αιτιολογήσει την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, α) ότι ούτε στην έφεσή της ούτε στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα επικαλείτο την κατά τα ως άνω γνωστοποίηση της μεταβολής της κατοικίας της, και β) ότι νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) επιδόθηκε στην διεύθυνση που αναφερόταν στην κατ' αυτής μήνυση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ...και δεν ήταν υποχρεωμένο τούτο (Δικαστήριο) να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία σε σχέση με το αν διέμενε ή όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτή στη ..., ως εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό ως μάρτυρας στο ακροατήριο η ... και αναγνώσθηκαν τα έγγραφα που επικαλέσθηκε η ίδια παραστάσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρυσάνθου Μποβολού.
Συνεπώς με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα αυτής, ήτοι ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής και ο χρόνος άσκησης της έφεσης κατ' αυτής και είναι απορριπτέος περί του αντιθέτου ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 46822/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση του Εφετείου με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη και απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της απορριπτικής απόφασης. Επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής. Άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Εισαγγελική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 638/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... που εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Τσοβόλα και Παναγιώτη Γραμματικάκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 74/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1317/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 489/20.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 17-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..... κατά του υπ'αριθμ. 74/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω τα εξής:
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 § 1 εδ. γ' και δ' ΚΠΔ, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρ. 1 του Ν.1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για τον σκοπό αυτό, η δικογραφία διαβιβάζεται, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνη ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει, με πρότασή του, στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η δυνατότητα αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος που εκδίδεται κατά την ως άνω διαδικασία, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθή εκ των πράξεων διά τις οποίες ησκήθη η ποινική δίωξη και όχι εκ των πράξεων διά τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Και εφ'όσον η ποινική δίωξη ησκήθη με την συνδρομή του Ν.1608/1950, το βούλευμα αυτό είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο εις αναίρεση (βλ. ΑΠ 2059/2006, ΑΠ 1040/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/129). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται, και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη μετά την άσκηση εις βάρος του αναιρεσείοντος και άλλων ποινικής διώξεως, δι'υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 50.000.000 δραχμών εις βάρος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου εξυπηρετούντος με αποκλειστική και προνομιακή εκμετάλλευση την παροχή στο κοινό μέσων μαζικής συγκοινωνίας, δηλαδή δι' αξιόποινη πράξη προβλεπομένη και τιμωρουμένη από τα άρθρ. 263 Α περ. α', 375 § § 2,1 Π.Κ., εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 1 § 1 Ν.1608/1950. Μετά δε την περαίωση της κυρίας ανακρίσεως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου στο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείού Ναυπλίου (κακουργημάτων) διά να δικασθή δι'υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άνω των 25.000.000 δραχμών συνολικώς), εμπιστευθέντος στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας και εθεώρησε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 1 Ν.1608/1950. Όμως, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, αφού η ποινική δίωξη ησκήθη με την συνδρομή του Ν.1608/1950, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη κατά του ως άνω αμετακλήτου βουλεύματος, είναι απαράδεκτη και, κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή αυτή και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή, ως απαράδεκτη, η από 17-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του .....κατοίκου ..... κατά του υπ'αριθμ. 74/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 2 Οκτωβρίου 2008Ο
Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του ν. 1738/1987, "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 ("για τους καταχραστές του δημοσίου") η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της αξιόποινης πράξεως, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την άσκηση της ποινικής διώξεως και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάσει τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμηση του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμα του δεν υπόκειται σε αναίρεση. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, σε συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε αυτό.
Εν προκειμένω, κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου αξίας άνω των 50.000.000 δραχμών σε βάρος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που εξυπηρετεί με αποκλειστική και προνομιακή εκμετάλλευση την παροχή στο κοινό μέσων μαζικής συγκοινωνίας, δηλαδή για αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 263 Α περ. α', 375 παρ. 2, 1 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950. Αφού περατώθηκε η κυρία ανάκριση, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου στο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, με το προσβαλλόμενο 74/2008 βούλευμα του, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Κακουργημάτων) για να δικασθεί ως υπαίτιος της τελέσεως της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άνω των 25.000.000 δραχμών συνολικώς), εμπιστευθέντος στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του Νόμου 1608/1950. Ενόψει όμως των όσων έχουν εκτεθεί παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού η ποινική δίωξη ασκήθηκε με τη συνδρομή του νόμου 1608/1950, και, ως εκ τούτου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 17 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του ..... κατά του 74/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ταοποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 50.000.000 δραχμών εις βάρος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που εξυπηρετεί με αποκλειστική και προνομιακή εκμετάλλευση την παροχή στο κοινό μέσων μαζικής συγκοινωνίας, δηλαδή για αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 263 Α περ. α΄, 375 παρ. 2, 1 ΠΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών είναι αμετάκλητο. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Υπεξαίρεση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 644/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 12669/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2007 (δύο χωριστές) αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 1 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1640/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 12669/2006), οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 10-9-2007, του Χ1 και της Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από αυτούς, με τα από 1-2-2008 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Α.- Επί της αιτήσεως του Χ1.
Κατά το άρθρο 501 § 1 Κ.Ποιν.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 § 1 του Ν. 3160/2003, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη αν κατά τη συζήτησή της δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δε που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αυτής μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 του ίδιου κώδικα. Προϋπόθεση, εξάλλου, της απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 500 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ.
Συνεπώς, αν αυτός δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του στην ορισθείσα δικάσιμο, τότε πρέπει το δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Διαφορετικά, δηλαδή αν πράξει το δεύτερο, υπερβαίνει την εξουσία του και υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 155 § 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ., όταν η επίδοση προς τον απόντα κατηγορούμενο γίνεται με θυροκόλληση, λόγω του ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδ. β' και γ' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου αρνήθηκαν να παραλάβουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, αντίγραφο του εγγράφου αυτού πρέπει να επιδίδεται και στον τυχόν διορισμένο αντίκλητό του, οπότε τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Αν τέτοιο αντίγραφο δεν επιδοθεί στον αντίκλητο η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 154 § 2 Κ.Ποιν.Δ. Το κύρος, όμως, της κατά τα ανωτέρω επιδόσεως στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι της επιδόσεως αυτής προηγήθηκε χρονικά η επίδοση του ίδιου εγγράφου στον αντίκλητό του, δηλαδή δεν επηρεάζεται από το ποιά προηγήθηκε της άλλης, η θυροκόλληση ή η επίδοση στον αντίκλητο. Η διάταξη του άρθρου 155 § 2 εδ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ, κατά την οποία τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο, αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, δηλαδή η επίδοση στον αντίκλητο να έπεται χρονικώς της επιδόσεως με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο, χωρίς να αποκλείει το αντίθετο. Έτσι, αν οι επιδόσεις αυτές γίνουν με αντίστροφη σειρά, δηλαδή πρώτα στον αντίκλητο και μετά στον κατηγορούμενο, αυτό δεν συνεπάγεται ακυρότητα της κλητεύσεως του κατηγορουμένου, λόγω της οποίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 12669/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής αναφέρονται τα αποδεικτικά επιδόσεως α)από .... του Αρχ/κα ..... και β)από ..... της δικαστικής επιμελήτριας ....., προς τον κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του αντιστοίχως, και ότι από αυτά προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος κλητεύθηκε νομίμως για να εμφανισθεί στο ανωτέρω Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 27-9-2006 και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της προμνημονευθείσης 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, με βάση, όπως αναφέρει στην απόφαση, το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ. Ήδη ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της ένδικης ως άνω αιτήσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, η οποία έγκειται στο ότι το Δικαστήριο, αντί, όπως έπρεπε, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεώς του, διότι δεν υπήρξε νόμιμη κλήτευσή του για το λόγο ότι η μνημονευόμενη στην απόφαση επίδοση προς τον αντίκλητό του δικηγόρο έγινε στις 16-6-2006, δηλαδή προηγήθηκε της επιδόσεως που έγινε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 20-6-2006, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού εκ μόνου του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα επίδοση προς τον αντίκλητο του αναιρεσείοντος προηγήθηκε χρονικώς της επιδόσεως που έγινε στον τελευταίο, δεν επηρεάζεται, κατά τα προεκτεθέντα, το κύρος της κλητεύσεως του αναιρεσείοντος.
Β.- Επί της αιτήσεως της Χ2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 501 § 1 και 4 και 502 § 1 Κ.Ποιν.Δ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανισθεί, αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσίαν. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολήν δικάσιμο αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (Ολ. ΑΠ 3/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 § 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, κατά δε το εδάφιο γ' της αυτής παραγράφου ή αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο εκτός αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση, δεν το επιτρέπουν. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε δι' αυτής ως ανυποστήρικτη και η έφεση της, επίσης μη εμφανισθείσης, εκκαλούσας - κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της αυτής, όπως ανωτέρω, 45846/2006 αποφάσεως, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Για την απορριπτική αυτή κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 7393/16-3-2006 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, με τα οποία η προκειμένη υπόθεση αναβλήθηκε από τη δικάσιμο της 16ης Μαρτίου 2006 για τη σημερινή δικάσιμο (εννοείται η 27-9-2006), λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο της 2ης κατηγορουμένης - εκκαλούσας (εννοείται η ήδη αναιρεσείουσα ως άνω), η σημερινή δε δικάσιμος ανακοινώθηκε στο πρόσωπο που ανήγγειλε στο δικαστήριο τα σημαντικά αυτά αίτια για λογαριασμό της. ...Επομένως.....η 2η κατηγορουμένη - εκκαλούσα..... κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο". Ακολούθως, αφού διαπίστωσε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 27-9-2006, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, με βάση, όπως αναφέρει σ' αυτήν, το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ. Ήδη η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της ένδικης αιτήσεώς της, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, η οποία έγκειται στο ότι το Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη αντί, όπως έπρεπε, να την δικάσει κατ' ουσίαν παρά την απουσία της, διότι, κατ' εκτίμηση, στη δικάσιμο της 16-3-2006, που είχε ορισθεί αρχικώς για την εκδίκαση της εφέσεως αυτής, η δίκη αναβλήθηκε, με την 3793/16-3-2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, για τις 27-9-2006, αφού προηγουμένως είχε αυτή εμφανισθεί δια του συνηγόρου της Άλκιμου Γεωργιάδη και είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, η οποία είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων, η αναβολή δε έγινε για σημαντικά αίτια στο πρόσωπό της, κατόπιν αιτήματός της που υποβλήθηκε από τον ανωτέρω συνήγορό της. Από το επίσημο απόσπασμα της ως άνω 3793/16-3-2006 αποφάσεως, που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτει ότι κατά την εν λόγω δικάσιμο της 16-3-2006 η δίκη αναβλήθηκε για τις 27-9-2006 με απούσα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη ως άνω αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε για να υποστηρίξει την έφεσή της, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, αλλά δι' αγγέλου, του Άλκιμου Γεωργιάδη, ανήγγειλε στο Δικαστήριο κώλυμα εμφανίσεώς της κατ' άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, με αίτημα αναβολής της δίκης που έγινε δεκτό, βεβαίωσε δε το Δικαστήριο στην περί της αναβολής απόφασή του αυτή την παρουσία, κατά την απαγγελία της, του Άλκιμου Γεωργιάδη που είχε αναγγείλει το σημαντικό αίτιο κατ' εντολήν της, ώστε η απόφαση να επέχει θέση κλητεύσεώς της. Ενόψει αυτών, με το να απορρίψει το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως ανυποστήρικτη την έφεση της αναιρεσείουσας στη νέα μετ' αναβολήν δικάσιμο της 27-9-2006, κατά την οποία αυτή δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν όφειλε να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι στη δικάσιμο της 16-3-2006 δεν είχε εμφανισθεί η αναιρεσείουσα για να υποστηρίξει την έφεση της, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, κατά τη δικάσιμο της 27-9-2006, ορισθείσα μετ' αναβολήν όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, (σύζυγοι), αλλά εμφανίσθηκε ως άγγελος αυτών η δικηγόρος Αικατερίνη Στερίδου, η οποία γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι εμποδίστηκαν να εμφανισθούν ενώπιόν του λόγω σημαντικών αιτίων, υπέβαλε δε αίτημα αναβολής της δίκης για λογαριασμό τους και στη συνέχεια, εξεταζόμενη ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι "ο 1ος κατηγορούμενος είναι στο εξωτερικό, έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, θα κάνει μία επέμβαση στο μάτι". Το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης απορρίφθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με παρεμπίπτουσα απόφασή του η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεως και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 § 4 Κ.Ποιν.Δ), ακολούθως δε απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων. Η αιτιολογία, που διέλαβε σχετικώς στην παρεμπίπτουσα απορριπτική αυτή απόφαση, έχει κατά λέξη ως εξής: "το αίτημα περί αναβολής της δίκης είναι μεν νόμιμο ..... πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο προβαλλόμενος από τον πρώτο κατηγορούμενο λόγος αδυναμίας προσέλευσής του δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα δεν προσκομίστηκε από τη μάρτυρα κάποια ιατρική βεβαίωση που να πιστοποιεί ασθένειά του, ούτε - πολύ περισσότερο - βεβαίωση κάποιου νοσοκομείου που να βεβαιώνει εισαγωγή του κατηγορουμένου σ' αυτό και διάρκεια νοσηλείας, κατά την οποία να είναι απαραίτητη και η παρουσία της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία είναι σύζυγός του. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να εκπροσωπηθούν από τη μάρτυρα, η οποία είναι δικηγόρος τους, κατόπιν εξουσιοδότησης κατ' άρθρο 340 § 2 ΚΠΔ". Η αιτιολογία αυτή είναι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, καθόσον εκτίθενται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αξιολογείται η κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρος, η οποία δεν κρίθηκε από μόνη της πειστική και παρατίθενται οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αναβολής, εκ των οποίων (σκέψεων), πάντως, εκ περισσού και άνευ ανάγκης διελήφθη η τελευταία, περί δυνατότητας εκπροσωπήσεως των εκκαλούντων από συνήγορο, η οποία δεν είναι λυσιτελής για την αιτιολόγηση της απορριπτικής του ανωτέρω αιτήματος κρίσεως, ενόψει του αναφαίρετου δικαιώματος του κατηγορουμένου να εμφανισθεί και υπερασπισθεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση και άλλα επιπλέον περιστατικά, αφού το κρίσιμο στοιχείο κατά την παρ. 1 του άρθρου 349 του Κ.Ποιν.Δ είναι αν το δικαστήριο πείσθηκε ή όχι για το αν συνέτρεχε ή δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο των εκκαλούντων το σημαντικό αίτιο που προβλήθηκε στη δίκη για την αναβολή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος των ανωτέρω δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά δε την απόρριψη του λόγου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ομοίως και ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος των αυτών δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει ως ανυποστήρικτες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημά τους αναβολής της δίκης υπερέβη (αρνητικώς) την εξουσία του. Κατά την παρ. 3 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ, (η οποία αριθμήθηκε ως παρ. 3 με το άρθρο 48 § 2 του Ν. 3160/2003), εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ. γ' δηλαδή περίπτωση κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου ή ελλείψεως της εγκλήσεως, αιτήσεως ή άδειας που απαιτείται για τη δίωξη, το δικαστήριο, παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραλείψει να πράξει τα ανωτέρω και προβεί στην απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του και η απόφασή του είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 § 2 και 46 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η έγκληση μπορεί να γίνει από τον ίδιο τον παθόντα ή από αντιπρόσωπό του που έχει ειδική πληρεξουσιότητα, το έγγραφο της οποίας μπορεί να δοθεί με συμβολαιογραφική πράξη ή με απλή δήλωση, που προσαρτάται στη συντασσόμενη σχετικώς έκθεση. Με την πληρεξουσιότητα αυτή πρέπει να παρέχεται ειδική εντολή στον πληρεξούσιο να υποβάλει μήνυση για ορισμένο έγκλημα, το οποίο πρέπει να εξατομικεύεται κατά τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία για την ταυτότητα της πράξεως και τη βούληση του εντολέα για τη δίωξή της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 περ. α' του Ν. 2408/1996 που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ασκείται μόνον κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής η Χ2 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή ο Χ1 τελεσθείσες στις 8-5-2001, ήτοι για πράξεις διωκόμενες κατ' έγκληση. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί αν έγινε από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενέργεια που έπρεπε να γίνει αυτεπαγγέλτως και εντεύθεν να ελεγχθεί η βασιμότητα του κατωτέρω αναιρετικού λόγου των δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων για τις ως άνω πράξεις ασκήθηκε κατόπιν της από 31-7-2001 εγκλήσεως που υπέβαλε κατ' αυτών, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η Φ1 Την έγκληση αυτή συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε αρμοδίως η δικηγόρος Μαρία Χατζηκωνσταντίνου, η οποία ενεργούσε δυνάμει της από 27-7-2001 έγγραφης "ειδικής εξουσιοδοτήσεως" της εγκαλούσας, που έχει προσαρτηθεί στην εν λόγω έγκληση και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος του: "Η ....υπογράφουσα Φ1 ......κάτοικος Θεσσαλονίκης .....εξουσιοδοτώ την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χατζηκωνσταντίνου Μαρία του Γεωργίου ....διορίζοντάς την πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητό μου για να συντάξει, να καταθέσει ....υπογράψει για λογαριασμό μου μήνυση κατά των Α) Χ1 κατοίκου .....Β)Χ2.....για τις ποινικές άδικες πράξεις που τέλεσαν σε βάρος μου, ήτοι την έκδοση ακάλυπτης επιταγής και απάτη, να την υπογράψει και να την εγχειρίσει ενώπιον ......". Από το περιεχόμενο αυτό της υπόψη ειδικής εξουσιοδοτήσεως προκύπτει ότι υπήρξε σαφής εντολή της Φ1 να υποβληθεί για λογαριασμό της, από τη δικηγόρο Μαρία Χατζηκωνσταντίνου, έγκληση κατά των αναιρεσειόντων για τη μόνη ακάλυπτη επιταγή που είχαν εκδώσει οι τελευταίοι και για την οποία δικαιούμενη να υποβάλει έγκληση ήταν εκείνη και συνεπώς η εν λόγω εντολή ήταν ειδική προς την ως άνω δικηγόρο για την υποβολή της εγκλήσεως που κατά τα ανωτέρω αυτή υπέβαλε, αφού δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της πράξεως για την οποία παρασχέθηκε η εντολή προς υποβολήν εγκλήσεως, ήτοι το πλημμέλημα της εκδόσεως από τους αναιρεσείοντες της μόνης ακάλυπτης επιταγής με εξ αυτής δικαιούχο την εγκαλούσα (αφού ελλείπει ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως και άλλης τέτοιας επιταγής εκδόσεως αυτών), καθώς και για τη βούληση της εντολέως αυτής να υποβληθεί έγκληση για τη συγκεκριμένη πράξη. Ενόψει αυτών δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση κηρύξεως απαράδεκτης της ασκηθείσης κατά των αναιρεσειόντων ποινικής διώξεως, για την ανωτέρω πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ήτοι περίπτωση του άρθρου 370 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ, όπως αντιθέτως υποστηρίζονται οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι η ανωτέρω εντολή προς τη Μαρία Χατζηκωνσταντίνου για την υποβολή της σχετικής εγκλήσεως δεν ήταν ειδική και συνακολούθως ότι δεν ήταν νομότυπη η υπ' αυτής υποβληθείσα ως άνω έγκληση. Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτες, αντί να προχωρήσει, παρά την απουσία αυτών, στην έκδοση αποφάσεως περί κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης ελλείψει νομότυπης εγκλήσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, είναι δε αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως, τέταρτος του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ1 και τρίτος του ομοίου δικογράφου της Χ2. Η περαιτέρω μερικότερη αιτίαση, που περιέχεται στους ίδιους αυτούς λόγους, ότι η υποβληθείσα έγκληση δεν ήταν νομότυπη, διότι στην ανωτέρω εξουσιοδότηση δεν αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας της εγκαλούσης κατά παράβαση των επιτασσομένων από τα άρθρα 42 § 2 και 340 § 2 Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμη, καθόσον η μόνη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 42 § 2 Κ.Ποιν.Δ δεν απαιτεί τέτοια αναγραφή στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη λόγω μη εμφανίσεως του εκκαλούντος στο ακροατήριο, πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. Η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να διαλαμβάνει, με σαφήνεια και πληρότητα, τα σχετικά με την προβλεπόμενη από το άρθρο 500 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, η οποία γίνεται είτε κατά τα άρθρα 155 επ. 166 Κ.Ποιν.Δ με επίδοση κλήσεως, είτε κατά τα άρθρα 349 § 2 και 352 § 2 Κ.Ποιν.Δ με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο. Έτσι, στην περίπτωση, ειδικότερα, που ο εκκαλών κλητεύθηκε με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, για την αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη αρκεί η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτήν αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως και ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα κατά την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη μνεία για το εάν ο εκκαλών ήταν παρών στην προηγούμενη συζήτηση ή εάν η αναβολή που προηγήθηκε έγινε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την κρίση του ως προς την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της εφέσεως της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας Χ2 παρέθεσε στο αιτιολογικό της αποφάσεως του, σχετικά με την εμπρόθεσμη κλήτευσή της, όσα ανωτέρω εκτέθηκαν αναφορικά με την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της, εκ των συνεκδικαζομένων, αιτήσεώς της, ήτοι παρέθεσε τον αριθμό της προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεώς του (3793/16-3-2006) και ότι με αυτήν είχε ορισθεί ρητή δικάσιμος για την 27-9-2006, ημέρα κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα αυτή και απορρίφθηκε η έφεσή της. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, ως προς την απόρριψη αυτή της συγκεκριμένης εφέσεως ως ανυποστήρικτης, την απαιτούμενη κατά νόμον ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι αντίθετες μερικότερες αιτιάσεις της εν λόγω αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, διότι α)η φράση στην ανωτέρω αιτιολογία, ότι η νόμιμη κλήτευση της εν λόγω αναιρεσείουσας προέκυπτε "από τα υπ' αριθ. 7393/16-3-2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού με τα οποία η προκειμένη υπόθεση αναβλήθηκε από τη διάσιμο της 16ης Μαρτίου 2006 για τη σημερινή δικάσιμο", έχει την πρόδηλη έννοια της στα πρακτικά αυτά περιεχόμενης ταυτάριθμης αποφάσεως, έτσι ώστε πληρούται η απαίτηση μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση της προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, περαιτέρω, από την ίδια φράση προκύπτει ότι με την αναβλητική αυτή απόφαση ορίσθηκε ρητή δικάσιμος για τις 27-9-2006 (που είναι η υποδηλούμενη με τη λέξη "σημερινή"), β)από όσα προεκτέθηκε ότι προκύπτουν από την επισκόπηση του, μόνου ευρισκόμενου στη δικογραφία, αποσπάσματος της 7393/16-3-2006 αναβλητικής αποφάσεως, προκύπτουν όλα όσα αφορούν τη νομιμότητα της κλητεύσεως της ανωτέρω αναιρεσείουσας για τη ρητή δικάσιμο της 27-9-2006 κατά τον από το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ οριζόμενο τρόπο, έτσι ώστε δεν ήταν απαραίτητο τα υπάρχει και συνακολούθως να μνημονευθεί στην απόφαση, για την πληρότητα της ως άνω αιτιολογίας της, πλήρες αντίγραφο της αναβλητικής αυτής αποφάσεως και γ)από το ότι στο απορριπτικό των εφέσεων σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιλαμβάνεται και η φράση ότι στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους "κοινοποιήθηκαν μαζί με την κλήση και τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξετάζονταν", ενώ, ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα έγινε δεκτή νόμιμη κλήτευσή της με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο κατ' άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, δεν δημιουργείται καμία αντίφαση και εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον η κλήση μετά του καταλόγου των μαρτύρων για την οποία ο λόγος στη συγκεκριμένη φράση είναι πρόδηλο ότι αφορά στην επίδοση κλήσεως για προγενέστερη δικάσιμο. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος προς τα ανωτέρω τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως του δικογράφου πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας Χ2, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 § 2, 161 § 1, 170 § 1 και 500 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο για τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να αναφέρει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τον ακριβή αριθμό της εκκαλούμενης αποφάσεως, ώστε ο καλούμενος εκκαλών να έχει πλήρη γνώση της αποφάσεως που πλήττεται με την έφεση. Η πλημμελής ή εσφαλμένη αναγραφή του αριθμού αυτού, οφειλόμενη σε γραφική παραδρομή, η οποία δύναται να συμπληρωθεί από άλλα παρεμφερή, από απόψεως περιεχομένου, έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, δεν επάγεται ακυρότητα της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκκαλούντος Χ1 αφού απέρριψε προηγουμένως αίτημα για αναβολή της δίκης, δέχθηκε ότι ο εκκαλών αυτός είχε κλητευθεί νομίμως για να εμφανισθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, όπως αυτό προέκυπτε "από τα από 20-6-2006 και 16-6-2006 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ/κα ..... του ΑΤ ..... και της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....". Από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των αποδεικτικών αυτών επιδόσεως, προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι συντάκτες τους ανέγραψαν σ' αυτά, στο μεν πρώτο ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-εκκαλούντα, με θυροκόλληση κλήση για να εμφανισθεί, στις 27-9-2006 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο δε δεύτερο ότι επιδόθηκε όμοια κλήση στον αντίκλητο του ανωτέρω αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στο δεύτερο από τα αποδεικτικά αυτά το έτος εκδόσεως της εκκαλούσης αποφάσεως αναφέρεται εσφαλμένα ως 2006, αντί του ορθού 2005. Η λανθασμένη αυτή αναφορά, όμως, οφειλόμενη αναμφισβήτητα σε γραφική παραδρομή, δεν επέφερε ακυρότητα της επιδόσεως, διότι από την ορθή αναφορά του έτους αυτού εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στο συνταχθέν για την προς τον ίδιο τον ως άνω αναιρεσείοντα επιδοθείσα κλήση, πρώτο ως άνω αποδεικτικό, προκύπτει σαφώς το προσδιοριστικό της εν λόγω αποφάσεως έτος εκδόσεώς της. Περαιτέρω, από το ίδιο πρώτο ως άνω αποδεικτικό, δεν προκύπτει ασάφεια ή αμφιβολία ως προς τον τόπο όπου έγινε η οικεία επίδοση, αφού ως τέτοιος τόπος αναφέρεται σ' αυτό η Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια η οδός ...... η οποία, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, δεν μνημονεύεται στο εν λόγω αποδεικτικό ως οδός του ..... Επομένως, το δικάσαν ως εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κλήτευση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Χ1 για να εμφανισθεί ενώπιόν του στη δικάσιμο της 27-9-2006 και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ήταν νόμιμη, ορθώς έκρινε περί ανυπαρξίας ακυρότητας της ως άνω επιδόσεως και, περαιτέρω, απορρίπτοντας ως ανυποστήρικτη την έφεσή του, δεν υπερέβη την εξουσία του. Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου πρόσθετων λόγων του ως άνω αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, άλλως σχετική ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα-εκκαλούντα επίδοση της κλήσεως και να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αντί να δεχθεί ότι ήταν άκυρη, ως εκ της ασάφειας του επιδοτηρίου ως προς τον τόπο που έγινε η επίδοση αυτή και της αναγραφής σ' αυτό εσφαλμένου χρόνου εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 και την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της Χ2 όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 12669/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή απόρριψη εφέσεως του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος ως ανυποστήρικτης, διότι μόνο από το γεγονός ότι η επίδοση στον αντίκλητο προηγήθηκε της επιδόσεως στον εκκαλούντα δεν δημιουργείται ακυρότητα της επιδόσεως. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως. Ορθή απόρριψη εφέσεως του μη εμφανισθέντος στη μετ’ αναβολήν δικάσιμο εκκαλούντος, διότι στη δικάσιμο κατά την οποία εχώρησε η αναβολή δεν είχε αυτός εμφανισθεί για να υποστηρίξει την έφεσή του και δεν είχε αρχίσει η δίκη, αλλά δι’ αγγέλου είχε γνωστοποιήσει κώλυμα εμφανίσεως και είχε ζητήσει αναβολή που έγινε δεκτή. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής του εκκαλούντος και απόρριψη εν συνεχεία της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας από την απόρριψη αυτή λόγος αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη απαιτείται να διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά με τη νομότυπη κλήτευση του εκκαλούντος. Στην περίπτωση που η κλήτευση αυτή έγινε με αναβολή σε ρητή δικάσιμο, αρκεί η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτήν ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα κατά την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Υποβολή εγκλήσεως από αντιπρόσωπο του παθόντος απαιτεί ειδική εντολή. Πότε η εντολή αυτή είναι ειδική. Υπαρχούσης τέτοιας εντολής και επομένως νομότυπης εγκλήσεως, δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής διώξεως για έλλειψη νομότυπης εγκλήσεως και εν απουσία του εκκαλούντος. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας για υποβολή εγκλήσεως δεν απαιτείται να αναγράφει την ακριβή διεύθυνση της εντολέως. Η πλημμελής αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως προς τον αντίκλητο του έτους εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που οφείλεται σε γραφική παραδρομή, δεν επάγεται ακυρότητα όταν μπορεί η πλημμέλεια αυτή να αρθεί από άλλα, παρεμφερή από απόψεως περιεχομένου, έγγραφα όπως το συνταχθέν για τον κατηγορούμενο αποδεικτικό εκ του οποίου σαφώς προκύπτει το έτος εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Έγκληση, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 627/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 157/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1280/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 508/27.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 26/1-7-2008 δήλωση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμ. 157/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 8.000 ευρώ για αγορά και κατοχή ναρκωτικών και εκθέτω τα παρακάτω. -Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη ''παρ.1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη , εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του , οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. ... παρ. 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. ... και παρ. 3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου ...'' κατά δε την δεύτερη ''Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας. -Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ κατέθεσε με δήλωσή του στον διευθυντή της φυλακής όπου κρατείται την με ημερομηνία 1-7-2008 Αίτηση αναίρεσης για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 26/1-7-2008, έκθεση αναίρεσης με την οποία ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 157/9-4-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Από δε την με αριθμ. 157/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή προκύπτει ότι ο καταθέσας την αίτηση αναίρεσης ήταν παρών μετά συνηγόρου τον οποίο του διόρισε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση την 9-4-2008, και από την συνημμένη από 14/7/2008 βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Λάρισας προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο στις 5-6-2008. Επομένως η 10ήμερη προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα δηλ. την 6-6-2008 και συμπληρώθηκε την 15-6-08 και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα που ασκήθηκε την 1-7-08 είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτησης του δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκησή της (ΑΠ 1026/04 Π.Χρ. ΝΕ/436, ΑΠ 477/05 Π.Χρ. ΝΕ/988). Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω όπως:
(Α). Να κηρυχθεί απαράδεκτη η αριθμ. 26/1-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κρατουμένου στις φυλακές ..... κατά της με αριθμ. 157/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
(Β). Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω.
Αθήνα την 26 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο των καθαρογραφημένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Αρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 157/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Κατά της ως άνω αποφάσεως που εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος την 9-4-2008 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 5-6-2008, ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση την 1η Ιουλίου 2008, ημέρα της εβδομάδας Τρίτη, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..... για την οποία συνετάγη η υπ' αρ. 26/2008 έκθεση αναιρέσεως ήτοι μετά την κατά την 15-6-2008 παρέλευση της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας για την εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην ως άνω έκθεση αναιρέσεως όμως ο αναιρεσείων ουδέν επικαλείται για την εκπρόθεσμη κατά δέκα πέντε (15) ημέρες, άσκησή της, πλην παραπονείται μόνο για μη εφαρμογή υπέρ αυτού του άρθρου 24 του ν. 1723/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 2161/1993, λόγω της επικαλουμένης απ' αυτόν άμεσης συμβολής στη σύλληψη κάθε υπεύθυνου σχετικά με διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο τούτο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς επίκληση περιστατικών ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ως απαράδεκτης.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 626/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέ Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1344/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1131/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 438/19.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 327/08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, που άσκησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Ιωάννη Αγγελόπουλου, κατά της 1344/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή της κατά της 1252/04 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Θεσσαλονίκης, που την καταδίκασε για κλοπή [άρθρο 372 παρ.1α ΠΚ] σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 Ε την ημέρα, και εκθέτω τα ακόλουθα:
2- Κατά μεν το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αυτός που καταδικάστηκε μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Από τη διάταξη αυτή σαφέστατα συνάγεται ότι αναφέρεται και αφορά μόνο όταν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική (βλ. ΑΠ 2062/2003, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 329/2000 κ.α.), ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως αξιόποινης τινός πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν σχετική ποινή (βλ. ΑΠ 5/2000 ολ, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 295/2001 κ.α.). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη (ΑΠ 134/2004, ΑΠ 491/2002) δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και επομένως η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση με επίδοση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη διότι δεν τηρήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. αφενός και η διάταξη του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. αφετέρου (βλ. ΑΠ 766/2001, ΑΠ 295/2001, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 669/2001, ΑΠ 155/2003, ΑΠ 817/2002 κ.ά.).
3- Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενώ αναφέρεται κατά της 1344/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή της κατά της 1252/04 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Θεσσαλονίκης, στρέφεται δηλ. κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως. 4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, το δε να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί η 327/08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, που άσκησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου του Ιωάννη Αγγελόπουλου, κατά της 1344/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και
Β- Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση απόφασης, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινικό αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, εκτός άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 26-5-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1344/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11-11-2007 έφεση της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1252/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη της κλοπής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση ανεπιτρέπτως ασκήθηκε με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και είναι απαράδεκτη, πρέπει δε να απορριφθεί μετά και την ειδοποίηση και μη εξαφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και να καταδικασθεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1344/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη ασκείται αναγκαίως στο γραμματέα του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, όχι και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Α.Π.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 625/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 429/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον ... και με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 924/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α-γ του ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για το λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ), αλλά σε στάδιο προγενέστερο εκάστης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης".
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της από 24-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως του ...κατά της υπ' αριθμ. 429/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προέκυψε ότι ο εκ των μελών της παρούσης συνθέσεως Πρόεδρος αυτής Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Γρηγόριος Μάμαλης μετέσχε ως Προεδρεύων Εφέτης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και δη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, με την υπ' αριθμ. 999/2003 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών για τα αδικήματα της ληστείας κατά συναυτουργία και δύο επικίνδυνων σωματικών βλαβών. Μετά απ' αυτά, ενόψει της εκφρασθείσας γνώμης του ως άνω μέλους (Προέδρου) του Δικαστηρίου τούτου και των προαναπτυχθέντων, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της παρούσας αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετάσχει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Γρηγόριος Μάμαλης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβάλλει προκειμένου να μην συμμετέχει στην σύνθεση ο κ. Μάμαλης.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 623/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1148/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 439/19-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 3 Ιουνίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου εις την Κλειστήν Φυλακήν ....., κατά της υπ'αριθμ. 2863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 2 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 495/2007 Ποιν Χρ ΝΗ σελ. 132 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 495/2007 ενθ'ανωτ. κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη με παρόντα τον κατηγορούμενον, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 16ην Μαΐου 2008. Η δε κατ'αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη την 6ην Ιουνίου 2008, ημέραν Παρασκευήν, δια δηλώσεως επιδοθείσης εις ημάς κατ'άρθρον 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης υπό της διατάξεως αυτής εικοσαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της.
Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος.
Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 3 Ιουνίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου εις την Κλειστήν Φυλακήν ....., κατά της υπ'αριθμ. 2863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 25 Αυγούστου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, αλλιώς από της νομίμου επιδόσεώς της στο δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ 473 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 474 του ίδιου κώδικα και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται όταν, στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτού για την έρευνα του παραδεκτού αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε αυτήν με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-6-2008 (βλ. την επ' αυτού σημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή .....). Με την ως άνω δήλωση - αίτηση ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, με την παρουσία του ως εκκαλούντος στις 21-11-2007, ενώ η εν λόγω απόφαση έχει καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 16-5-2008 (βλ. την από 11-6-2008 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Αθηνών .....). Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά την παρέλευση της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών και συγκεκριμένα άσκησε αυτήν την εικοστήν πρώτη ημέρα από την καταχώριση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο (από 17-5-2008 έως 5-6-2008 είναι ημέρες είκοσι και η εικοστή ημέρα ήταν ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος και εργάσιμη). Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη έκθεση αναιρέσεως δεν αναφέρεται κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο νομίμως διορισμένος αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, λόγω της κατά τα άνω απορρίψεως της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, ως απαράδεκτης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα, χωρίς επίκληση περιστατικών ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που θα δικαιολογούσαν το εκπρόθεσμο της άσκησης.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 621/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 363/7.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας την από 15-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ....., κατά της υπ'αριθμ. 4857/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μαζί με τη σχετική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ'ακολουθία και για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στην έκθεση για τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου να διατυπώνεται κατά τρόπο ορισμένο ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 2270/2003). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 148, 153, 469, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση που περιέχεται δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί μόνο η απλή παράθεση του κειμένου του νόμου που τον προβλέπει ή η επίκληση της κατά την νομολογία των δικαστηρίων ή την επιστημονική θεωρία έννοιας της σχετικής πλημμέλειας, αλλ' απαιτείται να γίνεται και ειδικότερος προσδιορισμός της προσβαλλόμενης με το λόγο αναίρεσης έλλειψης ή παράβασης. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης. Επί πλέον α) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. σε σχέση με τα περιστατικά, που στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου, με μόνη ως αιτίαση την αναφορά του κειμένου αυτού της διάταξης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. και την επίκληση της, κατά την πάγια θεωρία και τη νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, έννοιας της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, χωρίς ουδόλως να γίνεται μνεία στην έκθεση αναίρεσης για οποιαδήποτε έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση της αιτιολογίας της απόφασης ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 859/2003). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την 4857/27-3-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση σε φυλάκιση δέκα οκτώ (18) μηνών. Η απόφαση αυτή καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 7-5-2008 και η δε υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε στις 15-5-2008 με δήλωση του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Γεωργακάκη, ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η 36/15-5-2008 έκθεση αναίρεσης. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ασκεί αναίρεση κατά της απόφασης που τον καταδίκασε και "... προβάλλει ως λόγο αναίρεσης την ανεπαρκή αιτιολογία ..." (βλ. έκθεση). Είναι όμως προφανές ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης όπως διατυπώνεται δεν είναι ούτε σαφής, ούτε ορισμένος, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, για συγκεκριμένη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση. Με τα δεδομένα αυτά η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 474 Κ.Π.Δ.) και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα κατ'άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει σήμερα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 36/15-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ....., που ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Γεωργακάκη, κατά της 4857/27-3-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και
ΙΙ Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 26 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Ετσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτησε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ'αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ο αναιρεσείων με την ενώπιον της γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... συνταγείσα υπ' αριθμ. 36/15-5-2008 έκθεση ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που εκδόθηκε την 27-3-2008 με την παρουσία του συνηγόρου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Γεωργάκη και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 7-5-2008, προβάλλοντας ως λόγο "την ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως". Είναι σαφές ότι στην ως άνω, κατ' άρθρο 476 ΚΠΔ, συνταχθείσα εμπρόθεσμα έκθεση δεν διατυπώθηκα κανένας αναιρετικός λόγος, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ειδικώτερα στην προκειμένη περίπτωση δεν εξειδικεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4857/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω του ότι δεν περιέχει έστω ένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 620/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 437/19-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 § § 1+4, 138 § 2β, 476 § 1, 513 § ια Κ.Π.Δ. την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Το Β' Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την υπ'αρ. 81/2008 απόφαση που κατεχωρήθη καθαρογραμμένη (αρ. 473 § 3 Κ.Π.Δ.) στο ειδικό βιβλίο την 19-5-2008, κατεδίκασε τον κατηγορούμενο ... σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών για διακεκριμένη περίπτωση κλοπής. ΙΙ) Την 9-5-2008 ο ανωτέρω κατηγορούμενος ενεφανίσθη ενώπιον του Δ/ντή της Φυλακής ... και εδήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως συνταχθείσας της υπ'αριθ. 2/2008 εκθέσεως. Ο λόγος που επικαλείται είναι ότι: "δεν εξετιμήθησαν οι λόγοι της εφέσεως με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η παραπάνω αναγραφόμενη ποινή. Η αναίρεση είναι εμπρόθεσμη σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 473 § 1 Κ.Π.Δ. και ασκήθηκε αρμοδίως. ΙΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 2, 476 § 1, (όπως αντικατεστάθη με αρ. 2 § 1β Ν.2408/1996) και αρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, διότι, αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό της, ως απαράδεκτη. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το αρ. 484 § ιδ' προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της ελλείψεως από το βούλευμα της απαιτουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής, ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνει με την αίτηση αναιρέσεως την ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 1350/2004 Π.Δ/σύνη, 2004/1339, Α. Καρρά Ποινικό Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 884 παράγραφος 821, σελ. 886-889). Δεν ιδρύει όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1882/94 Π. Χρ. 1925/214, Α.Π. 2020/2005 Π. Δ/σύνη 2006/532).
ΙV) Στην υπό κρίση περίπτωση ο αναιρεσείων δεν προβάλλει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη. V) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. VI)
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αρ. 2/2008 (ασκηθείσα ενώπιον του Δ/ντή Φυλακής ...) αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ'αρ. 81/2008 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 27 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σύνολο με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκράτηση έτσι ενιαίου δικογράφου.
Στην υπό κρίση υπόθεση ο αναιρεσείων ..., με την ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ... συνταγείσα υπ' αριθμ. 2/2008 έκθεση ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/17-4-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε τη 17-4-2008 με την παρουσία του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τη 19-5-2008, προβάλλοντας ως λόγο "δεν εκτιμήθηκαν οι λόγοι της εφέσεως με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η παραπάνω αναγραφόμενη ποινή" (φυλάκιση τριών ετών). Είναι σαφές ότι στην ως άνω, κατ' άρθρο 476 ΚΠΔ, συνταχθείσα εμπρόθεσμα έκθεση δεν διατυπώθηκε κάποιος αναιρετικός λόγος, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, που δεν αποτελεί οπωσδήποτε ο προβαλλόμενος αορίστως περί εσφαλμένης εκτίμησης των λόγων της εφέσεως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο τούτο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα), και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω του ότι δεν περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 617/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 849/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1, 5 του ν. 2801/2000 "η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και η λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εφόσον αυτή απαιτείται, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή...". ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του ιδίου άρθρου 1 παρ.2 Α του άνω ν. 2801/2000 "Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών". Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 εδ.κ' του νεότερου ν.2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ορίζεται ότι "η ΕΕΤΤ χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 1-1-2001 πλέον, για την εγκατάσταση σταθμού εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, απαιτείται σχετική άδεια, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ης ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-6-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αριθμό 849/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών με τριετή αναστολή, για παράνομη εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, χωρίς να έχει προμηθευτεί την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και δη για παράβαση των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 1 παρ.1,2,5Α του ν.2801/2000. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, του αναιρεσείοντος εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρου), στο αιτιολογικό του δέχθηκε με την παραδεκτή συμπλήρωσή του από το διατακτικό ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο (4/18-8-2004 στο ...) ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και ειδικότερα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "VODAFONE PANAFON Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Τηλεπικοινωνιών εγκατέστησε σταθμό εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος με κεραίες χωρίς άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω, κατά τον Αύγουστο του 2004, που ίσχυε ο ν.2867/2000, γενόμενη από τον κατηγορούμενο εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας, έγινε παράνομα, χωρίς αυτός, ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ...", να έχει εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια, από το αρμόδιο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Όμως το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει και ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας της αρμόδιας κατά νόμο Αρχής, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της Αρχής, που είναι εκάστοτε αρμόδια κατά τον ισχύοντα νόμο, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά, αλλά ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχεν εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω άδεια της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ΕΕΤΤ και ότι επικαλέστηκε την ύπαρξη τέτοιας άδειας της ΕΕΤΤ, ώστε να ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να ερευνήσει την ύπαρξη αυτής.
Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια, λογικό κενό και αβεβαιότητα αν ελλείπει ή όχι η απαιτούμενη για την άνω εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας άδεια της αρμόδιας αρχής, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για τη σωστή ή όχι εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια είναι αβάσιμος, και, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 849/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση 1 παρ. 1, 2, 5 α του Ν. 2801/2000. Κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. Αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, λόγω ασάφειας, λογικού κενού και αβεβαιότητας στο αιτιολογικό, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το νόμο 2801/2000 σχετική άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εγκατάσταση και την κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, ενώ από τον ισχύοντα κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (2002) νεότερο ν. 1867/2000, απαιτείται πλέον άδεια από τη μόνη αρμόδια ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και το Δικαστήριο δεν ερεύνησε και προκύπτει αβεβαιότητα, περί του αν ο κατηγορούμενος στερείται ή όχι της απαιτούμενης άδειας της ΕΕΤΤ, διότι το Δικαστήριο ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της αρμόδιας Αρχής, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά, αλλά ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω άδεια της ΕΕΤΤ, ώστε να ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να ερευνήσει την ύπαρξη αυτής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κινητή τηλεφωνία.
| 0
|
Αριθμός 614/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1312/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "UNISYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής ΑΕΕ". Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.8.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1380/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 486/17.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1312/2008 βούλευμά του απέρριψε στην ουσία της ως αβάσιμη την υπ'αριθμ. 188/18-4-2008 έφεση της Χ κατά του υπ'αριθμ. 875/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το τελευταίο είχε παραπεμφθεί η ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως απάτης, κατά συναυτουργία με τον Ζ, που τέλεσε στην Αθήνα από τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30-3-2004 σε βάρος της ΑΕ με την επωνυμία "UNISYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής" - ήτοι σε βαθμό κακουργήματος - 386 § § 1, 3 περ. β ΠΚ, 45 ΠΚ-Συγκεκριμένα: το υπ'αριθμ. 875/2008 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε την άνω κατηγορουμένη "για να δικαστεί ως υπαίτια του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Ζ με σκοπό να αποκομίσει τρίτο νομικό πρόσωπο παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει της αναληθείας τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε όφελος που αποκόμισε το νομικό πρόσωπο από την πράξη αυτή με αντίστοιχη ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα από τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30.3.2004 ενεργώντας από κοινού με τον Ζ παρέστησε ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας και τους υπαλλήλους της ότι η εταιρεία "COMPULINK AE" που προτίθετο να αγοράσει εμπορεύματα από την εγκαλούσα εταιρεία είναι φερέγγυα και ότι σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής που σύρονταν οι επιταγές διαθέτει χρηματικά κεφάλαια ικανά να καλύψουν το τίμημα πωλήσεως και έτσι πείσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας να πωλήσει και παραδώσει στην άνω εταιρεία εντός του έτους 2001 εμπορεύματα συνολικής αξίας 264.386,78 ευρώ και να παραλάβει χάριν εξόφλησης του τιμήματος πωλήσεως αντί μετρητών την μεταχρονολογημένη .... επιταγή ποσού 264.386,78 ευρώ που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "COMPULINK AE" με ημερομηνία έκδοσης την 30.3.2004 σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας πληρωτέα επί της EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, η οποία δόθηκε μετά από διαδοχικές αντικαταστάσεις επιταγών σε αντικατάσταση της ισόποσης μεταχρονολογημένης με αριθμό ..... επιταγής που ο Ζ είχε εκδώσει υπό την παραπάνω ιδιότητα του με ημερομηνία έκδοσης την 2.9.2002 σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας πληρωτέα στην ίδια τράπεζα και είχε παραλάβει ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας πειθόμενος στις άνω ψευδείς παραστάσεις των άνω κατηγορουμένων. Όμως οι παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς, διότι η εταιρεία "COMPULINK AE" καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν ήταν φερέγγυα, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, αδυνατούσε να ασκήσει εμπορία και δεν διέθετε χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό που σύρθηκε η παραπάνω με αριθμό ... επιταγή, η οποία, μολονότι εμφανίσθηκε την 2.4.2004 νομότυπα και εμπρόθεσμα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν οι άνω κατηγορούμενοι τον σκοπό τους να αποκομίσει η εταιρεία COMPULINK AE παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 264.386,78 ευρώ που καλύπτει το τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία απώλεσε και τα πωληθέντα εμπορεύματα, αφού μετά την σφράγιση της επιταγής τα γραφεία της COMPULINK AE ήταν άδεια και έτσι η εγκαλούσα εταιρεία στερήθηκε την δυνατότητα να ανακτήσει τα εν λόγω εμπορεύματα". Το υπ'αριθμ. 1312/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών δέχθηκε με καθολική αναφορά στην πρόταση του εισαγγελέα Εφετών, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ'εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένης και της "τυπικής" εκθέσεως εφέσεως) και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο με αριθμό 3016/25-4-2002 Φ.Ε.Κ. (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) δημοσιεύθηκε ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών περί της καταχώρησης στο Μ.Α.Ε. του με αριθμό 108/20-3-2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COMΡULINK NTEWORK AE", με το οποίο το συμβούλιο αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα και απαρτίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την εκκαλούσα Χ ως Αντιπρόεδρο και τους ...., ...., ...., ... και .... ως απλά μέλη. Με το ανωτέρω πρακτικό η εκπροσώπηση της εταιρίας ανατέθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ορίσθηκε ότι δεσμεύει την εταιρία με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία. Οι κατηγορούμενοι Ζ και Χ, με τις προαναφερόμενες ιδιότητες (του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου ο πρώτο και της Αντ/δρου του Δ.Σ. της εταιρείας COMPULINK NETWORK AE η δεύτερη) περί τα μέσα του έτους 2001 ήλθαν σε επαφή με τους αρμοδίους επί των πωλήσεων υπαλλήλους και το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "UNISYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής Α.Ε." .... και τους γνωστοποίησαν ότι η εταιρεία "COMPULINK AE" προτίθεται να αγοράσει από την εγκαλούσα (εταιρία) μηχανολογικό εξοπλισμό για την δημιουργία κέντρου INTERNET. Από τον ως άνω χρόνο, δηλαδή τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30-3-2004 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας κατά τους αρμοδίους για τις πωλήσεις υπαλλήλους της ότι η εταιρία "COMPULINK AE" είναι φερέγγυα και ότι σε τραπεζικό λογαριασμό που σύρονταν οι επιταγές της διαθέτει χρηματικά κεφάλαια ικανά να καλύψουν το τίμημα πωλήσεως και έτσι πείσθηκε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας να πωλήσει και παραδώσει στην εταιρία τους, εντός του έτους 2001, εμπορεύματα (ηλεκτρονικούς υπολογιστές και σχετικά υπολογιστικά συστήματα) συνολικής αξίας 264.386,78 ευρώ και να δεχθεί να παραλάβει χάριν εξόφλησης του τιμήματος πωλήσεως αντί μετρητών την μεταχρονολογημένη .... επιταγή, ποσού 264.386,78 ευρώ, που εξέδωσε ο Α' κατηγορούμενος Ζ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρείας "COMPULINI AE.", με ημερομηνία έκδοσης την 30-3-2004 σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, πληρωτέα επί της EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, σε χρέωση του τηρούμενου στην παραπάνω τράπεζα λογαριασμού της προαναφερόμενης εκδότριας εταιρείας, με αριθμό ...., η οποία δόθηκε μετά από διαδοχικές αντικαταστάσεις επιταγών σε αντικατάσταση της ισόποσης μεταχρονολογημένης με αριθμό .... επιταγής, που ο Α' κατηγορούμενος είχε εκδώσει υπό την παραπάνω ιδιότητά του, με ημερομηνία έκδοσης την 2/9/2002, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας, πληρωτέας στην ίδια τράπεζα και είχε παραλάβει ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας στις 31/7/2002, πειθόμενος στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και παραπλανηθείς ως προς την φερεγγυότητα της εκδούσας την επιταγή εταιρίας και την δυνατότητά της για πληρωμή της επίδικης επιταγής. 'Όμως οι παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς διότι στην πραγματικότητα η εταιρία "COMPULINK AE" σε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν ήταν φερέγγυα, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυνατούσε να ασκήσει εμπορία και δεν διέθετε χρηματικό αντίκρισμα στον τραπεζικό λογαριασμό που σύρθηκε η παραπάνω με αριθμό .... επιταγή, η οποία μολονότι εμφανίστηκε την 2-4-2004 νομότυπα και εμπρόθεσμα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε η εκκαλούσα Χ και ο φυγόδικος συγκατηγορούμενός της Ζ τον σκοπό που επεδίωκαν, να αποκομίσει δηλαδή η εταιρεία "COMPULINK AE" παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 264.386,78 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας. Η εκκαλούσα Χ κατά την απολογία της ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε ότι διαβεβαίωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας ότι θα εισπράξει τα χρήματα που αντιπροσώπευαν την αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων, ισχυρίσθηκε δε περαιτέρω ότι όλη η Ελλάδα γνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην εταιρία "COMPULINK AE". Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει ανεπέρειστος και ελέγχεται ως αναληθής, -διότι είναι προφανές ότι εάν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας γνώριζε ότι η "COMPULINK AE" βρισκόταν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της προς τρίτους συναλλασσόμενους με αυτήν, τότε ασφαλώς και δεν θα προέβαινε στην πώληση των εμπορευμάτων που προαναφέρθηκαν, παραλαμβάνοντας χάριν εξόφλησης του τιμήματος της πώλησης μεταχρονολογημένες επιταγές αντί μετρητών.
Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για την αποδιδόμενη σ'αυτήν πράξη της απάτης με περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ δια βλάβης τρίτου, κατά συναυτουργία.....".
Το τελευταίο αυτό βούλευμα επιδόθηκε στην ανωτέρω στις 29-7-2008 (155 παρ. 2 στο τέλος ΚΠοινΔ) και κατ'αυτού άσκησε η ίδια στις 6-8-2008 δια δηλώσεως ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 144/2008 αναίρεση προβάλλουσα ως λόγους αναίρεσης α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (93 παρ. 3 Συντ. 139, 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ)? β) Εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία του άρθρου 386 ΠοινΚ, διότι αα) περιέχει πιστή αντιγραφή των παραδοχών του πρωτοδίκου βουλεύματος και συνεπώς δεν υπήρχε στην ουσία δευτεροβάθμια κρίση ββ) περιέχει αντιφάσεις σε αυτό σε σχέση με το πρωτόδικο και δη σε σχέση με την απάντηση στον ισχυρισμό αυτής "ότι όλη η Ελλάδα γνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην COMPULINK AE" και 2) με αυτά που αμφότερα δέχονται σε σχέση με τον χρόνο που αναφέρεται στην ιδιότητά της (και του συναυτουργού της) και με την οποία φέρεται ότι τέλεσε το έγκλημα (βλ. πιο κάτω). γγ) δεν υπάρχει "γεγονός" -αφού τα δεκτά γενόμενα σε σχέση με τις επιταγές ανάγονται στο μέλλον και έτσι δεν στοιχειοθετείται απάτη.
Επίσης διότι δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται ακριβώς η πράξη, ως μορφή περιουσιακής διαθέσεως, της μηνύτριας ως αποτέλεσμα της παραδόσεως των επιταγών προς αυτήν (μηνύτρια), αφού τέτοια (περιουσιακή διάθεση) δεν συνιστά η λήψη των επιδίκων επιταγών.
Ότι η αιτιολογία σε σχέση με τον άνω ισχυρισμό της ενέχει αντίφαση στους κανόνες της κοινής εμπειρίας και λογικής, ότι δεν έλαβε υπόψη στοιχεία-επιχειρήματα-έγγραφα-μάρτυρες που αποδεικνύουν την ανυπαρξία ενδείξεων ενοχής της.
Ότι δεν περιέχει καμία αιτιολογία σε σχέση με την συναυτουργία.
Ενόψει των ανωτέρω-και των άρθρων 462, 463, 465, 473, 474, 482 παρ. 1, 2, 484 παρ. 1 περ. β, δ ΚΠΔ, 386 παρ. 1, 3 περ. β, 18, 19 ΠΚ- η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία.
ΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις (ή λογικά κενά) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης... (βλ. ΑΠ 1561/2007 ΝοΒ 2008 σελ. 1295, ΑΠ 1/2005 ολ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007 κ.α.), πράγμα που όμως αρκεί και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών που περιέχει τ' άνω στοιχεία (βλ. ΑΠ 96/20004, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2168/2005 ΑΠ 1608/2001, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 2354/2003 κ.α.)'Ετσι και επί εσφαλμένης εφαρμογής της οικείας διάταξης του ποινικού νόμου εκ πλαγίου (βλ. 958/2004, ΑΠ 282/2002 κ.α, Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 199, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τομ. Γ (1977) 292.
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης (386 ΠΚ) απαιτείται εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, η οποία συνιστά περιουσιακή διάθεση και από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία άλλου (βλ. ΑΠ 517/2003, ΑΠ 1820/2003, ΑΠ 961/2007, ΑΠ 1394/2006, ΑΠ 982/2001 κ.α.) Από τα δεκτά γενόμενα άνω πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την απαιτουμένη πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία διότι ενώ δέχεται σαφώς και ρητώς ότι "Στο με αριθμό 3016/25-4-2002 ΦΕΚ... δημοσιεύτηκε ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών περί της καταχώρησης στο Μ. ΑΕ του με αριθμό 108/20-3-2002 Πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COMPULINK NET WORK AE", με το οποίο το συμβούλιο αυτό συγκροτήθηκε με σώμα και απαρτίστηκε από τον ............. την εκκαλούσα Χ ως Αντιπρόεδρο..." στη συνέχεια δέχεται ότι "οι κατηγορούμενοι...... και Χ με τις προαναφερόμενες ιδιότητες (..... και της Αντ/δρου του ΔΣ της εταιρίας........περί τα μέσα του έτους 2001 ήλθαν σε επαφή με τους αρμόδιους επί των πωλήσεων υπαλλήλους......... της εγκαλούσας....... και τους γνωστοποίησαν ότι η εταιρία COMPULINK AE προτίθεται να αγοράσει από την εγκαλούσα εταιρία μηχανολογικό εξοπλισμό....... Από τον ως άνω χρόνο, δηλαδή τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30-3-2004 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς......", ήτοι ενώ δέχεται ότι η κατηγορουμένη (και ο συναυτουργός) απέκτησε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου (και προέδρου....) το 2002, συγχρόνως δέχεται -αντιφατικά βέβαια- ότι ενήργησαν με την άνω ιδιότητα το 2001, δηλ. σε χρόνο που δεν είχαν την άνω ιδιότητα.. Να σημειωθεί μάλιστα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ρητά ότι η πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων έλαβε χώρα "εντός του έτους 2001".
'Ετσι ουσιώδης είναι ο άνω χρόνος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν γίνεται, δεκτόν ότι πρόκειται για κατεξακολούθηση τέλεση και ότι δεν καθίσταται σαφές -λόγω των μεταγενεστέρων του έτους 2001 (έως 30-3-2004) ψευδών παραστάσεων- σε τί συνίσταται η περιουσιακή διάθεση στην οποία προέβη η εγκαλούσα εταιρεία και στην οποία αποσκοπούσε η κατηγορουμένη (και ο συναυτουργός) όταν παρεδόθη η άνω επιταγή, ποιά δηλ. ήταν η πράξη ή παράλειψη στην οποία ήχθη η εγκαλούσα εταιρεία συνεπεία της πλάνης, (που οφείλεται στις άνω ψευδείς παραστάσεις) με την οποία συνδέεται αιτιωδώς η ζημία στην περιουσία της εγκαλούσα (πρ.βλ. ΑΠ 211/2008 Ποιν. Λ. σελ. 161, ΑΠ 73/2008 Ποιν. Λ. σελ. 89), την οποία δεν συνιστά η λήψη της άνω επιταγής. Είναι λοιπόν βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ββ2, γγ περίπτωση β). Οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και δη οι αα, ββ1, γγ (σε σχέση με την αιτιολογία και τη μη λήψη εγγράφων) είναι αβάσιμοι -όπως και τυχόν άλλος που τυχόν εμπεριέχεται αμέσως ή εμμέσως στην άνω έκθεση αναίρεσης διότι το γεγονός ότι αμφότερα τα συμβούλια δέχονται ότι προέκυψαν τα αυτά πραγματικά περιστατικά είναι λογικό αφού όντως αυτά προκύπτουν (πρβλ ΑΠ 719/2006, ΑΠ 380/2006 κ.α.), δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία επί επιχειρημάτων που προβάλλει ο κατηγορούμενος, τα οποία απορρίπτονται από τις αντίθετες παραδοχές του βουλεύματος (πρ βλ ΑΠ 1187/88, ΑΠ 1284/87 κ.α.), ουδέ υπάρχει η φερόμενη αντίθεση στους κανόνες της κοινής πείρας ή λογικής -αφού δεν γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά που είναι αντίθετα σ'αυτές (πρβλ ΑΠ 1164/81, ΑΠ 577/80 κ.α), η φερόμενη παράσταση όντως αναφέρονται σε παρόν γεγονός "είναι φερέγγυα....." (πρ βλ. ad hoc - περίπου- ΑΠ 1032/85 ΠΧρ ΛΣΤ 75, ΑΠ 1307/96 ΠΧΡ ΜΖ 994, ΑΠ 1883/83 Π Χρ ΛΔ 664 κ.α.), έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα- μάρτυρες, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται ονομαστικά και συγκεκριμένα αυτά και, τέλος, διότι δεν απαιτείται να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ενέργειες του κάθε συναυτουργού (βλ. ΑΠ 945/2006, ΑΠ 1944/2003, ΑΠ 1693/2001, ΑΠ 1609/99 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της η υπό κρίση αναίρεση, επειδή δε ο δεκτός γενόμενος λόγος αυτής δεν προσιδιάζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας να επεκταθεί και στον συναυτουργό Ζ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση -σε σχέση βέβαια μόνο με το έγκλημα της απάτης- στο αυτό συμβούλιο που θα απαρτιστεί από άλλους δικαστές από αυτούς που έκριναν το προσβαλλόμενο -αναιρούμενο βούλευμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 144/2008 αίτηση αναίρεσης της, Χ κατά του υπ'αριθμ. 1312/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί τούτο σε σχέση με την πράξη της απάτης για αμφότερους τους κατηγορουμένους και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο (Εφετών Αθηνών) που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που έκριναν το αναιρούμενο βούλευμα. Αθήνα 6 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παράγραφος 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παράγραφος 4 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) είτε χωρίς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικό το ποσό των 2.5000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Καθένας δε των συμμετόχων τιμωρείται ως αυτουργός της αξιόποινης πράξης που τέλεσαν.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1312/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθ. 188/18.4.2008 έφεση της αναιρεσείουσας Χ κατά του υπ' αριθ. 875/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία με τον Ζ, σε βαθμό κακουργήματος, ήτοι για πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτούς στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30.3.2004, σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNISYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής ΑΕΕ". Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες κατ' εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένης και της "τυπικής" εκθέσεως εφέσεως) και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο με αριθμό 3016/25.4.2002 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) δημοσιεύθηκε ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών περί της καταχώρησης στο ΜΑΕ του με αριθμό 108/20.3.2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COMPULINK NETWORK AE", με το οποίο το συμβούλιο αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα και απαρτίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την εκκαλούσα Χ ως Αντιπρόεδρο και τους ..., ....., ...., .... και .... ως απλά μέλη. Με το ανωτέρω πρακτικό η εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ορίσθηκε ότι δεσμεύει την εταιρεία με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία. Οι κατηγορούμενοι Ζ και Χ, με τις προαναφερόμενες ιδιότητες (του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου ο πρώτος και της Αντιπροέδρου του ΔΣ της εταιρεία "COMPULINK NETWORK AE" η δεύτερη) περί τα μέσα του έτους 2001 ήλθαν σε επαφή με τους αρμοδίους επί των πωλήσεων υπαλλήλους και το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "UNISYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής ΑΕΕ", .... και τους γνωστοποίησαν ότι η εταιρεία "COMPULINK NETWORK AE" προτίθεται να αγοράσει από την εγκαλούσα (εταιρεία) μηχανολογικό εξοπλισμό για την δημιουργία κέντρου INTERNET. Από τον ως άνω χρόνο, δηλαδή τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30.3.2004 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας και τους αρμοδίους για τις πωλήσεις υπαλλήλους της ότι η εταιρία "COMPULINK ΑΕ" είναι φερέγγυα και ότι σε τραπεζικό λογαριασμό που σύρονταν οι επιταγές της διαθέτει χρηματικά κεφάλαια ικανά να καλύψουν το τίμημα πωλήσεως και έτσι πείσθηκε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας να πωλήσει και παραδώσει στην εταιρεία τους, εντός του έτους 2001, εμπορεύματα (ηλεκτρονικούς υπολογιστές και σχετικά υπολογιστικά συστήματα) συνολικής αξίας 264.386,78 ευρώ και να δεχθεί να παραλάβει χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος πωλήσεως αντί μετρητών την μεταχρονολογημένη ..., ποσού 264.386,78 ευρώ, που εξέδωσε ο Α' κατηγορούμενος Ζ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρείας "COMPULINΚ ΑΕ.", με ημερομηνία έκδοσης την 30-3-2004 σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, πληρωτέα επί της EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, σε χρέωση του τηρούμενου στην παραπάνω τράπεζα λογαριασμού της προαναφερόμενης εκδότριας εταιρείας, με αριθμό ...., η οποία δόθηκε μετά από διαδοχικές αντικαταστάσεις επιταγών σε αντικατάσταση της ισόποσης μεταχρονολογημένης με αριθμό ....επιταγής, που ο Α' κατηγορούμενος είχε εκδώσει υπό την παραπάνω ιδιότητά του, με ημερομηνία έκδοσης την 2/9/2002, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας, πληρωτέας στην ίδια τράπεζα και είχε παραλάβει ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας στις 31/7/2002, πειθόμενος στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και παραπλανηθείς ως προς την φερεγγυότητα της εκδούσας την επιταγή εταιρίας και την δυνατότητά της για πληρωμή της επίδικης επιταγής. 'Όμως, οι παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς, διότι στην πραγματικότητα η εταιρία "COMPULINK AE" σε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν ήταν φερέγγυα, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυνατούσε να ασκήσει εμπορία και δεν διέθετε χρηματικό αντίκρισμα στον τραπεζικό λογαριασμό που σύρθηκε η παραπάνω με αριθμό .... επιταγή, η οποία μολονότι εμφανίστηκε την 2-4-2004 νομότυπα και εμπρόθεσμα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε η εκκαλούσα Χ και ο φυγόδικος συγκατηγορούμενός της Ζ τον σκοπό που επεδίωκαν, να αποκομίσει δηλαδή η εταιρεία "COMPULINK AE" παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 264.386,78 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας. Η εκκαλούσα Χ κατά την απολογία της ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε ότι διαβεβαίωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας ότι θα εισπράξει τα χρήματα που αντιπροσώπευαν την αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων, ισχυρίσθηκε δε περαιτέρω ότι όλη η Ελλάδα γνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην εταιρία "COMPULINK AE". Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει ανεπέρειστος και ελέγχεται ως αναληθής, διότι είναι προφανές ότι εάν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας γνώριζε ότι η "COMPULINK AE" βρισκόταν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της προς τρίτους συναλλασσομένους με αυτήν τότε ασφαλώς και δεν θα προέβαινε στην πώληση των εμπορευμάτων που προαναφέρθηκαν, παραλαμβάνοντας χάριν εξόφλησης του τιμήματος της πώλησης μεταχρονολογημένες επιταγές αντί μετρητών. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας - κατηγορουμένης για την αποδιδομένη σ' αυτήν πράξη της απάτης με περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ για βλάβης τρίτου, κατά συναυτουργία". Με τις ως άνω παραδοχές, όμως, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την απαιτουμένη πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, διότι, ενώ δέχεται σαφώς και ρητώς ότι "στο με αριθμό 3016/25.4.2002 ΦΕΚ δημοσιεύθηκε ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών περί της καταχώρησης στο ΜΑΕ του με αριθμό 108/20.3.2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COMPULINK NETWORK AE", με το οποίο το συμβούλιο αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα και απαρτίστηκε από τον ......... την εκκαλούσα Χ, ως Αντιπρόεδρο ......." στη συνέχεια δέχεται ότι "οι κατηγορούμενοι ........ και Χ με τις προαναφερόμενες ιδιότητες (....... Και της Αντιπροέδρου του ΔΣ της εταιρείας ........) περί τα μέσα του έτους 2001 ήλθαν σε επαφή με τους αρμόδιους επί των πωλήσεων υπαλλήλους ..... της εγκαλούσας ...... και τους γνωστοποίησαν ότι η εταιρεία "COMPULINK NETWORK AE" προτίθεται να αγοράσει από την εγκαλούσα εταιρεία μηχανολογικό εξοπλισμό ....... Από τον ως άνω χρόνο, δηλαδή από τα μέσα του έτους 2001 έως και την 30.3.2004 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς ......", δηλονότι, ενώ δέχεται ότι η κατηγορουμένη (και ο συναυτουργός) απέκτησαν την ιδιότητα της Αντιπροέδρου (και του Προέδρου αντίστοιχα) της προαναφερόμενης αγοράστριας εταιρείας το 2002, συγχρόνως δέχεται, κατ' αντιφατικό τρόπο, ότι ενήργησαν με την ως άνω ιδιότητα το 2001, δηλαδή σε χρόνο που δεν είχαν την ως άνω ιδιότητα, που θα δικαιολογείτο με την παραδοχή ότι είχαν ενεργό ανάμειξη και κατ' ουσίαν εκπροσωπούσαν από τα μέσα του έτους 2001 την ως άνω αγοράστρια των εμπορευμάτων της εγκαλούσας, πράγμα το οποίο, όμως, εν προκειμένω δεν αναφέρεται. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ρητά ότι η πώληση έλαβε χώρα "εντός του έτους 2001". Προς τούτοις, δεν προσδιορίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδόμενης στους δύο προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, δηλονότι στοιχεία του κοινού τους δόλου και της σύμπραξής τους στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως (αν καθένας αυτών πραγμάτωσε την όλη αντικειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος ή ότι το έγκλημα αυτό πραγματώθηκε με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές). Υπάρχει, συνεπώς, αντίφαση και ασάφεια ως προς την έκθεση των περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης για την οποία παραπέμπεται η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (και ο συναυτουργός της) και για τον λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόστηκαν ορθώς τα άρθρα 45, 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. β και δ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών - ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως - να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ. Το αποτέλεσμα δε τούτο πρέπει, ενόψει του ότι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως δεν προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, να επεκταθεί και στον συναυτουργό Ζ, που δεν άσκησε αναίρεση κατά του προσβαλλομένη βουλεύματος. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, αναφορικά μόνο με το έγκλημα της απάτης, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παράγραφος 1 και 519 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 1312/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα Χ.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Και Επεκτείνει το αποτέλεσμα τούτο και ως προς τον κατηγορούμενο συναυτουργό Ζ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση βουλεύματος για κακουργηματική απάτη, λόγω μη συμμετοχής κατηγορουμένης (τυπική και ουσιαστική) στο Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας υπέρ της οποίας τελέσθηκε η πράξη της απάτης σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που άρχισε η συμμετοχή της στο Δ.Σ. της εταιρίας. Παραπομπή υπόθεσης στο Συμβούλιο Εφετών. Επεκτατικό αποτέλεσμα για συναυτουργό, μη ασκήσαντα αναίρεση, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της ίδιας ανώνυμης εταιρίας κατά τον ίδιο χρόνο που απέκτησε την ίδια ιδιότητα και η αναιρεσείουσα - συγκατηγορούμενή του.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Κατηγορούμενος, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 613/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιολέττα Κριτσίλη, για αναίρεση της με αριθμό 50, 51, 52, 53/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 933/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 139 Κ.Π.Δ, και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα της αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 50, 51, 52, 53/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του εν λόγω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο εκδικαζόταν η έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 9 και 18/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κέρκυρας, εμφανίστηκε ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω του ότι ο συνήγορος υπεράσπισής του δικηγόρος Θεσπρωτίας 'Άλκης Φάτσιος ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να προσέλθει στο δικαστήριο για να τον υπερασπισθεί, προσκόμισε δε και παρέδωσε στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου την από 5.12.2007 επιστολή του ως άνω δικηγόρου ως και την από 4.12.2007 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Ηγουμενίτσας ..... που αφορούσε την εξέταση απ' αυτόν του προαναφερόμενου δικηγόρου. Το Δικαστήριο απέρριψε ακολούθως το αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, η παρούσα υπόθεση προσδιορίστηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 7ης Ιουνίου 2007. Κατ' εκείνη τη δικάσιμο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ελεύθερος (η πρωτόδικη απόφαση περιέλαβε διάταξη ανασταλτική της εκτίσεως της ποινής) δεν εμφανίστηκε. Εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλκιβιάδης Φάτσιος, ο οποίος έφερε βεβαίωση του Νοσοκομείου Φιλιατών και για λόγους υγείας (νοσηλείας του κατηγορουμένου) ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Ήδη παρότι τόσο ο ειρημένος συνήγορος του κατηγορουμένου, όσο και ο ίδιος γνωρίζουν από πολύ ενωρίς την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, εμφανίζεται ο κατηγορούμενος (που δεν κρατείται) και προσκομίζει ιατρική βεβαίωση και επιστολή του αυτού Δικηγόρου με ημερομηνία 5.12.2007, ήτοι την προτεραία της δίκης, ζητών την αναβολή και πάλι για κώλυμα του δικηγόρου όμως τώρα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συναγάγει από ουδένα αποδεικτικό μέσο ότι το προβαλλόμενο τώρα κώλυμα του δικηγόρου είναι ανυπέρβλητο και η υπεράσπιση του κατηγορουμένου είναι ανέφικτη παρ' άλλου δικηγόρου, εφόσον ο τελευταίος γνώριζε (όπως και ο δικηγόρος του) από πολύ πριν τη δικάσιμο και κυρίως ότι επρόκειτο για δεύτερη αναβολή που από το νόμο απαγορεύεται (349 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Άρα η αίτηση πρέπει να απορριφθεί". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, ούτε αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Δεν εξηγεί επίσης τί περιλάμβανε το σημείωμα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και η ως άνω ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο της ουσίας και αφορούσε το συνήγορό του Άλκη Φάτσιο και πως παρά ταύτα αιτιολογείται η κρίση του ότι ο λόγος αναβολής δεν συνιστά σημαντικό αίτιο για αδυναμία εμφάνισης του συνηγόρου αυτού στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να επιλέγει αυτός το συνήγορο της υπεράσπισής του (άρθρο 6 παρ. 3 της 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974). Εξάλλου το γεγονός ότι ο αιτών την αναβολή έλαβε και πρότερον αναβολή για την ίδια υπόθεση με βάση την ίδια διάταξη του άρθρου 349 Κ.Π.Δ. δεν συνιστά την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του νέου αιτήματος αναβολής. Εφόσον μετά ταύτα το παραπάνω Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, διορίζοντας αυτεπαγγέλτως ως συνήγορο υπεράσπισής του το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας Ιωάννη Κοντό, και καταδίκασε αυτόν για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη (αποπλάνηση παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη), υπερέβη σχετικώς την εξουσία του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος παραδεκτά λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος (άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα) από το ίδιο άρθρο παρ. 1 στοιχείο Η' Κ.Π.Δ. λόγος για υπέρβαση της εξουσίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 50, 51, 52, 53/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω κωλύματος δικηγόρου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο με ανεπαρκή αιτιολογία. Παραδοχή σχετικών λόγων αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ και Η΄ ΚΠΔ), αναίρεσης απόφασης που απέρριψε αίτημα αναβολής και προχώρησε το Δικαστήριο στην εκδίκαση της υπόθεσης ορίζοντας αυτεπαγγέλτως άλλο συνήγορο υπεράσπισης και παραπομπή υπόθεσης στο Δικαστήριο που την εξέδωσε. Παράβαση κατά άρθρον 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ν.δ. 53/1974).
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 612/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1).... και 2)...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της 289/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, ως και στο από 29 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγ. 1 του άρθρου 1 του αν.ν 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως, ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παράγ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του αν. νόμου 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του αν.ν. 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εν του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. νόμου 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 289/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκδίκαση των υπ' αριθμ. 801, 802 και 803/17-2-2005 τριών εφέσεων του ήδη αποβιώσαντος ... (ως προς τον οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του). και των δύο αναιρεσειόντων, κατεδίκασε καθένα των αναιρεσειόντων σε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για 3 έτη, και χρηματική ποινή 12.000 ευρώ, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 1 του αν.νόμου 86/1967. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικών και διατακτικού της, αναφέρεται για τους δύο αναιρεσείοντες ότι ήταν εργοδότες της επιχείρησης ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ (επιχείρησης-βιομηχανίας δομικών υλικών με διεύθυνση στο 25ο χιλιόμετρο της ΕΟ ....), ήτοι μέλη του ΔΣ αυτής, και με την ιδιότητα τους αυτή καθυστέρησαν την αγοράν των ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών που απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από 10/01 μέχρι 12/01, συνολικού ποσού, μαζί με τις ανάλογες εισφορές από του δώρου των Χριστουγέννων 2001, 154.603,13 ευρώ, στην επιχείρησή τους σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Υγείας-Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφάλιση του προσωπικού τις παρακάτω εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές, ποσού 103.068,76 και 51.534,13 ευρώ αντίστοιχα (μέσα σε 30 ημέρες επί το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία). Η αιτιολογία, όμως, αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες απόφασή του, κατά το μέρος που τους αφορά, δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμο (άρθρο 18 του ν. 2190/1920) εκπροσωπείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν οι αναιρεσείοντες κατά το καταστατικό της εταιρείας "ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ" ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκπροσωπούσαν την εν λόγω εταιρία κατά τον ενδιαφέροντα πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή τους να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ, μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας αυτής δεν παρείχε στους αναιρεσείοντες άνευ άλλου εξουσία εκπροσωπήσεως της. Επιπλέον η ασάφεια αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί με τις ανωτέρω πλημμέλειες λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου πρόσθετου λόγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ και πρέπει να γίνουν δεκτός και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις καταδικαστικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις της. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκράτησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 289/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης αναφορικά με τις καταδικαστικές για τους αναιρεσείοντες: 1)..... και 2).... διατάξεις της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο παραπάνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές του άρθρου 1 του αν. νόμου 86/1967 οφειλόμενες από ανώνυμη εταιρεία. Προσδιορισμός προσώπων που την εκπροσωπούν και υπέχουν τη σχετική ευθύνη, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναίρεση απόφασης που δεν προσδιορίζει την ιδιότητα των κατηγορουμένων στην ανώνυμη εταιρία και παραπομπή της στο Δικαστήριο που την εξέδωσε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 610/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά, περί αναιρέσεως της 351/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 232/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 εδ. α του ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993, "όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά της δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά δε τη διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου άρθρου "Βούλευμα ή απόφαση ότι ο υπαίτιος δεν πρέπει να τιμωρηθεί, μπορεί να εκδοθεί και ο δράστης της παραγράφου 1 του παρόντος να κριθεί ατιμώρητος χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως η επί μέρους του παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανόν να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του παρόντος νόμου". Κατά την αληθή έννοια των άνω διατάξεων (σημειώνεται ότι το ίδιο ορίζεται και από το άρθρο 29 παρ. 1 και 3 του ΚΝΝ 3459/2006) ως συμπτωματική προμήθεια για σκοπό χρήσεως και περιστασιακή θεωρείται η χρήση η οποία δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του υπαιτίου. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου φέρεται η υπόθεση δικαιούται να κρίνει το δράστη ατιμώρητο, εφόσον βεβαιωθεί ότι συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά μνημονευόμενες συνθήκες σε συνδυασμό με την προσωπικότητα, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες, τη δυνατότητα κρίσης και τις επί μέρους περιστάσεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 939 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 351/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων απολογούμενος ισχυρίσθηκε "πήγα στο σπίτι και ο δεύτερος κατηγορούμενος μου πρόσφερε να καπνίσω ένα τσιγάρο χασίς. Κάπνισα για πρώτη φορά. Γνωρίζω μόνο το δεύτερο κατηγορούμενο", στη συνέχεια δε, μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα που πρότεινε την ενοχή του αναιρεσείοντος για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και την αθώωσή του για την κατοχή ναρκωτικών ουσιών, ο συνήγορος υπερασπίσεώς του πρότεινε παραδεκτά και ορισμένα εκτός των άλλων, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συμπτωματικής χρήσης της ειδικής κάνναβης (βλ. 7η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Το Τριμελές Εφετείο όμως, καίτοι δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση μικροποσότητας ειδικής κάνναβης βάρους 5 γραμμαρίων, μαζί με άλλους δύο συγκατηγορούμενούς του, την οποία κατείχε άλλος συγκατηγορούμενός του (βλ. 15η σελίδα των άνω πρακτικών), ότι είχε συμπληρώσει το 18ο έτος όχι δε και το 21ο έτος της ηλικίας του και αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, κήρυξε αυτόν ένοχο της χρήσης ναρκωτικής ουσίας και του επέβαλε την ποινή των έξι (6) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεσή της για τρία έτη), χωρίς να απαντήσει στον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του περί συμπτωματικής χρήσης ναρκωτικής ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με τον ερειδόμενο στο άρθρο 12 παρ. 1 και 3 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 29 του ΚΝΝ 3459/2006) παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, αφού απέρριψε αυτόν, κατά τα ανωτέρω, σιωπηρά. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, και, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά και μόνο με την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξη. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ποιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 351/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισα, αναφορικά και μόνο με την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα ..... διάταξη. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Προμήθεια μικροποσότητας ναρκωτικής ουσίας (ινδικής κάνναβης) προς ιδία χρήση συμπτωματικά. Το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει στο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό (άρθρο 29 περ. 1 και 3 του Κανονισμού 3459/2006). Δεκτός ο σχετικός λόγος αιτήσεως αναίρεσης. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει υπόθεση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 2
|
Αριθμός 609/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, για αναίρεση της με αριθμό 638 -639/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11 και 12) Ψ12, κατοίκους ....., που δεν παρέστησαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.254/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ. ΙΑ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171). Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, για να δημιουργήσει, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και εντεύθεν να ιδρυθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' αναφέρεται περιορισμένα στην έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης αυτού ή στην μη τήρηση της από το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα επιβαλλόμενης προδικασίας και συνεπώς κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια περί την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επιφέρει την απόλυτη αυτή ακυρότητα. Περαιτέρω κατά την παρ. 2 του αρθρ. 64 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης του αρθρ. 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο κατά το άρθρο 63 νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν νομιμοποιείται παθητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ο παθών από αδίκημα που διέπραξε δημόσιος υπάλληλος με την ιδιότητα του αυτή και κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, εκτός αν στρέφεται κατά του δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. ως αστικώς υπευθύνου. Ο αμέσως όμως από την πράξη ζημιωθείς δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωση του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση, που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το παραπάνω κεφάλαιο, αποφαίνεται για τη βασιμότητα του, χωρίς να δικαιούται μόνον να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1091/2007 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 15.000 ευρώ. Όπως δέχθηκε το ίδιο Δικαστήριο την πράξη αυτή τέλεσε ενώ ήταν πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, υπηρετούσε δε στην Διεύθυνση Αστυνομίας Θεσσαλονίκης στο Τμήμα Διαχείρισης Υλικού-χρηματικού, υπεύθυνος για τη διενέργεια της μισθοδοσίας του αστυνομικού, πολιτικού, εργατοτεχνικού και λοιπού βοηθητικού προσωπικού της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης. Στο δικαστήριο εκείνο παρέστησαν, ως πολιτικώς ενάγουσες, μεταξύ των άλλων και η Ψ8, Ψ2, Ψ6, Ψ3, Ψ10, Ψ9, Ψ5, Ψ7, Ψ12, Ψ4 και Ψ1 και ζήτησαν να τους επιδικασθεί το ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσε η παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης, προέβησαν δε και στο διορισμό δικηγόρου. Κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση και το Δικαστήριο τη δέχθηκε και με την καταδικαστική του απόφαση επιδίκασε το ποσό των 44 ευρώ σε καθεμία από αυτές. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώπιόν του παρέστησαν οι παραπάνω πολιτικώς ενάγουσες και επανέλαβαν τη δήλωση τους για παράσταση πολιτικής αγωγής και ζήτησαν να τους επιδικασθεί το ποσό των 44 ευρώ, συγχρόνως δε δήλωσαν ότι δεν διορίζουν δικηγόρο. Κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε και πάλι αντίρρηση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη που του αποδιδόταν, προέβη και στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων επικαλείται την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την παράνομη παράσταση των πολιτικώς εναγουσών εκ του ότι 1) δεν διόρισαν δικηγόρο στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, 2) δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου συγχρόνως δε ζήτησαν και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, η οποία και τους επιδικάστηκε, δίχως να έχουν προβεί στην κλήτευση του αστικώς υπευθύνου και 3) η Ψ11, εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, την παράσταση της δε αυτή στη συνέχεια δέχθηκε το δικαστήριο. Κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αναφέρεται 1) στο μη διορισμό δικηγόρου και την παράσταση της πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη της κατηγορίας είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πολιτικώς ενάγουσες είχαν το δικαίωμα να παρασταθούν για την υποστήριξη της κατηγορίας η πλημμέλεια δε που αναφέρεται στο μη διορισμό δικηγόρου δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, καθόσον δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση των ή στη μη τήρηση της παραπάνω προδικασίας και 2) στην άσκηση πολιτικής αγωγής από την Ψ11 μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και τούτο γιατί από την επισκόπηση των πρακτικών και της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι αυτή άσκησε πολιτική αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, δοθέντος ότι δεν φέρεται να προέβη σε σχετική δήλωση άσκησης αυτής και συνεπώς δεν κατέστη πολιτικώς ενάγουσα, από την περικοπή δε των πρακτικών, που αναφέρεται στην κατάθεση της "... ιδιωτική υπάλληλος, γνωρίζει απλά τον κατηγορούμενο και δεν είναι συγγενής του, παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και επομένως χωρίς όρκο εξεταζόμενη κατέθεσε τα εξής ..." δεν προκύπτει ότι παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, αλλά αντίθετα η σχετική περικοπή οφείλεται σε παραδρομή, ενόψει και του ότι σε άλλο σημείο των πρακτικών και της απόφασης δεν αναφέρεται η ιδιότητα της αυτή ή ότι προέβαλλε αντίρρηση ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, δια του οποίου εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο. Η πλημμέλεια όμως που διατυπώνεται στον ίδιο λόγο της αναίρεσης και αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στις πολιτικώς ενάγουσες που παραστάθηκαν κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου (αναιρεσείοντος), επέφερε απόλυτη ακυρότητα, αφού, σύμφωνα προς το αρθρ. 64 παρ. 2 ΚΠΔ, είχαν τη δυνατότητα να παρασταθούν μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω λόγος και ν' αναιρεθεί κατά τη σχετική διάταξη η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν απαιτείται όμως η παραπομπή της υπόθεσης για νέα εκδίκαση, αφού το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου διατάσσει την απάλειψή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με ειδικότερη αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί ενοχής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη ως αναγνωσθέντα έγγραφα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν αναγνώσθηκαν. Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη, γιατί τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκαν, γεγονός που βεβαιώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, αναφέρεται σ' αυτό η φράση " ... την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ...", αρκεί δε η μνεία του γεγονότος τούτου σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως ακόμη και στην αιτιολογία της και δεν απαιτείται να αναφέρεται η ανάγνωση τούτων στο οικείο σημείο των πρακτικών που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β' του Ν.2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξίας μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 του ΠΚ, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και επιπροσθέτως, να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, που τείνουν στην εξαπάτηση της Αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, μη καταχώρηση εισπραττομένων στα βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κ.λ.π., με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση τους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Η ως άνω διάταξη (του πρώτου εδαφίου της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 ΠΚ, σε αντίθεση με αυτή του δευτέρου εδαφίου) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την αντίστοιχη προηγούμενη, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 5β' του Ν.2721/1999, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος αυτού απαιτείτο μόνο να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ με τη νέα διάταξη απαιτείται επιπροσθέτως και το στοιχείο της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της πράξης, που πρέπει να είναι "συνολικά" ανώτερη των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, η έλλειψη του οποίου καθιστά την πράξη αυτή πλημμέλημα. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την τροποποίηση της με τον άνω νόμο (2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3.6.1999) και δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί. Δεν τυγχάνει, όμως, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη στην ίδια δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν.2721/1999, ώστε να υπολογισθεί η αξία του αντικειμένου της πράξης με βάση το αντικείμενο καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, γιατί τότε δεν εφαρμόζεται αυτούσιος ο νέος νόμος (άρθρο 14 παρ. 5β' Ν. 2721/1999), που επέφερε την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ και αξιώνει "συνολική" αξία, αλλά διασπάται και εφαρμόζεται μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο με την ύπαρξη ορισμένης αξίας. Τέτοια όμως διάσπαση, είναι ανεπίτρεπτη, αφού ο ευμενέστερος νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει στο σύνολο του και δεν διασπάται σε ευμενέστερες και μη για τον κατηγορούμενο διατάξεις, από τις οποίες εφαρμόζονται μόνο οι πρώτες, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται από το δικαστήριο ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (αρθρ. 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών. Τα ίδια ακριβώς γίνονται δεκτά και στην όμοια περίπτωση της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση πριν την τροποποίηση του άρθρου 38 6 παρ. 3 με το Ν.2721/1999 (Ολ.Α.Π. 5/2008). Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμο, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 638-639/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, ο οποίος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, σε κάθειρξη πέντε (5) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλούμενης απόφασης των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν τα εξής; Ο κατηγορούμενος ενώ ήταν πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και υπηρετούσε στην Διεύθυνση Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα διαχείρισης Υλικού-Χρηματικού, και ήταν υπεύθυνος για τη διενέργεια της μισθοδοσίας του Αστυνομικού, πολιτικού, εργατοτεχνικού και λοιπούς βοηθητικού προσωπικού της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό των 6.006.676 δραχμών το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ως άνω ιδιότητας του, χρησιμοποιώντας προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα κατά τους εξής τρόπους: 1) Ο κατηγορούμενος ήταν επιφορτισμένος με την καταβολή της μισθοδοσίας των πολιτικών υπαλλήλων της Γ.Α.Δ.Θ. . Η μισθοδοσία αυτή μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 γινόταν κατά μήνα βάσει μηνιαίων μισθοδοτικών καταστάσεων που συνέτασσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Από τον Οκτώβριο του έτους 1997 και εφεξής, η εν λόγω μισθοδοσία έπρεπε να γίνεται βάσει μηχανογραφημένων μισθοδοτικών καταστάσεων που το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (Διαχείριση Χρηματικού) απέστελλε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όμως παράλληλα με τις καταστάσεις μισθοδοσίας που του απέστελλε το Υπουργείο Δημοσίας Τάξης, τηρούσε πρόχειρο βιβλίο μισθοδοσίας στο οποίο κατέγραφε κάθε μήνα τα στοιχεία που ανεγράφοντο στις εν λόγω μισθολογικές καταστάσεις και που αφορούσαν την μισθοδοσία των ωρομίσθιων καθαριστριών της Γ.Α.Δ.Θ. και στο οποίο υπέγραφαν αυτές σε ειδική προς τούτο στήλη δίπλα από τη στήλη στην οποία είχαν καταχωρηθεί τα χρηματικά ποσά που εκάστοτε κατέβαλε σ' αυτές. Στο πρόχειρο όμως αυτό βιβλίο και στη στήλη που εμφανίζονταν τα χρηματικά ποσά που κατεβάλοντο πράγματι στις ως άνω δικαιούχες, δεν μεταφέροντο τα ποσά των καθαρών αποδοχών που θα έπρεπε να καταβληθούν σ' αυτές βάσει των καταχωρημένων στις μηχανογραφημένες μισθοδοτικές καταστάσεις του Υ.Δ.Τ. χρηματικών ποσών, αλλά κατεχωρούντο εκ προθέσεως από τον κατηγορούμενο, μικρότερα τοιαύτα, και έτσι αυτός κατόρθωνε να ιδιοποιείται παρανόμως την προκύπτουσαν διαφοράν. (Ενώ δηλαδή αυτός βάσει των μηχανογραφημένων καταστάσεων θα έπρεπε να καταβάλει στην υπάλληλο Χ. ποσό 1000 δραχμών το μήνα αυτός κατ' αλήθειαν καταχωρούσε στο πρόχειρο βιβλίο ότι αυτή εδικαιούτο 800 δραχμές το μήνα και έτσι αυτός κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 800 δραχμών αντί εκείνου των 1000 δραχμών και έτσι ιδιοποιείτο την διαφοράν των 200 δραχμών). Για να επιτύχει τον ως άνω σκοπό του ο κατηγορούμενος απέκρυβε από τις δικαιούχους τις μηχανογραφημένες μισθοδοτικές καταστάσεις και έτσι αυτές δεν ελάμβαναν γνώση των αληθινών χρηματικών ποσών που εκάστοτε εδικαιούντο και ευλόγως δεν υπέγραφαν στην ειδική στήλη των καταστάσεων αυτών περί* των πράγματι καταβληθέντων σ' αυτές χρηματικών ποσών, και αντί αυτών υπέγραφαν στο πρόχειρο βιβλίο που τηρούσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος δηλαδή μετήρχετο το ως άνω τέχνασμα ούτως ώστε οι δικαιούχοι των μηχανογραφημένων ως άνω μισθοδοτικών καταστάσεων να μην μπορούν να ανακαλύψουν το αληθές ύψος των αποδοχών τους. Ειδικότερα τα χρηματικά ποσά που παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο κατηγορούμενος από τις εν λόγω καθαρίστριες κατά το από μηνός Ιανουαρίου 1999 έως και του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2000 έχουν ως εξής:
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠ 'ΑΡΙΘ. Ι Με ποσά που έχουν υπεξαιρεθεί από τους μισθούς των μηνών Ιανουαρίου 1999 έως Ιανουαρίου 2000, δώρου Πάσχα - Χριστουγέννων - επίδομα αδείας 1999 και αναδρομικών των εννέα ( 9 ) ωρομισθίων καθαριστριών της Γενικής Αστυν.Δ/νσης Θεσ/νίκης τα οποία προκύπτουν από τη σύγκριση των. στοιχείων των μηχανογραφημένων καταστάσεων και του τηρουμένου πρόχειρου βιβλίου.
ΕΤΟΣ 1999 ..... ..... ..... ..... ..... ..... ..... ..... ..... ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 6.708 3.80016.509 6.503 11.129 2.160010.91210.105ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 7.956 3.80016.509 5.720 11.129 2.964010.91210.105ΜΑΡΤΙΟΣ 7.956 3.80016.509 6.503 11.129 2.9640139.945-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 7.956 3.80016.509 6.503 11.129 2,9640--ΜΑΙΟΣ 6.257 4.07816.479 6.707 11.404 3.1840--ΙΟΥΝΙΟΣ 6.257 7.97819.059 9.359 11.404 5.7640--ΙΟΥΛΙΟΣ 16.257 5.18516.479 6.707 11.404 3.1840 Ί--ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 10.700 5.18516.479 6.707 11.404 3.1840--ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 16.257 5.18514.688 6.707 11.404 3.1840--ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 16.257 5.18516.479 9.869 11.404 3.1840--ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 10.700 5.18516.479 9.869 11.404 3.1840--ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 20.906 8.03119.56012.274 14.250 3.1840--ΔΩΡΟΠΑΣΧΑ 9.850 4.000 5.800 4.100 6.500 5.644012.03010.800ΔΩΡΟ21.69010.38421.258 8.580 16.343 7.6252.985--ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ 4.708 2.100 1.50016.847 2.100 1.729 532--ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ 9.009 3.500 4.843 3.011 5.498 4.4981.374--ΕΤΟΣ 2000 29.31214.88726.62018.727 21.10613.04714.192ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣΣΥΝΟΛΟ268.73496.083261.759144.693190.14168.41319.083173.79931.010ΑΘΡΟΙΣΜΑ ΣΥΝΟΛΟΥ 1.251.715 δρχ.
ΚΑΤΑΣΤΑΓΗ ΥΠ'ΑΡ1Θ. 2 Με ποσά που έχουν υπεξαιρεθεί από τους μισθού; των μηνών Ιανουαρίου - Μαρτίου 1999 - Δώρο Χριστουγέννων 1998 - Δώρο Πάσχα και-επίδομα αδείας 1999. των εκτάκτων Πολιτικών Υπαλλήλων ( Καθαριστριών ) Γ.Α.Δ.Θ. τα οποία προκύπτουν από τη σύγκριση των στοιχείων των μηχανογραφημένων καταστάσεων και του τηρουμένου πρόχειρου βιβλίου μισθοδοσία;.
ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΝ 1998ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1999 ΜΑΡΤΙΟΣ 1999ΛΩΡΟ ΠΑΣΧΛ 1999ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕ1ΑΣ 1999ONOM . ΕΠΩΝΥΜΟΜΗΧΑΝΟΓΡ. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΠΡΟΧΕΙΡΟ ΒΙΒΛΙΟΔΙΑΦΟΡΑΜΗΧΑΝΟΓΡ. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΠΡΟΧΕΙΡΟ ΔΙΑΦΟΡΑ BIBΛΙO ΜΗΧΑΝΟΓΡ. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΠΡΟΧΕΙΡΟ ΒΙΒΛΙΟΔΙΑΦΟΡΑΜΗΧΑΝΟΓΡ. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΠΡΟΧΕΙΡΟ ΒΙΒΛΙΟΔΙΑΦΟΡΑΜΗΧΑΝΟΓΡ. ΚΛΤΑΣΤΑΣΗΠΡΟΧΕΙΡΟ ΒΙΒΛΙΟΔΙΑΦΟΡΛΑΒΡΑΑΜ ..... 2.186 .
2.18671.49350.150 21.343 65.31550.09515.2205.021-5.021 1.073 1.073 ..... 6.0256.025100.68771.400 29.28731.03520.81510.220847- 847824- 824 ......
4.160-4.16092.73961.950 30.789 35.97023.45012.5201.532 1.532988- 988 ......
1.902-1.90242.22635.420 6.806 69.65052.27517.3755.098 - 5.098 1.150-1.150 .....
3.078-3.0783S.77032.496 6.27447.77435.49012.2843.517 3.5171.647-1.647 ..... 1.5831.58355.38643.116 12.270 141.176 88.82052.35610.03210.0322.135-2.135 .....
12.443-12.443171.877122.454 49.42355.386519903.3963.509 3.5091.647-1.647 ..... 4.545 - 4.545 74.80060.140 14.66068.329 54.13214.197 4.002- '· 4.0021.811-1.811 .....
71.13956.49014.6495.648 5.648 1.435-1.435 .....
230.122145.93084.19219.303- .
19.3035.481-5.481 .....
76.31661.47014.8466.044- 6.0441.567-1.567 ..... 87.74454.21033.5346.470- .
6.4701.204-1.204 ..... 159.155119.06540.09012.756-12.7563.804-3.804 ..... 32.79424.0608.7341.390- 1.390 792- 792 ..... 36.74228.4858.2572.335 2.3351.055-1.055!ΣΥΝΟΛΟ35.922 170.852 341.870 85.972 \26.613 ; ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ : 661.229 δρχ.
Κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1998 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, η υπηρετούσα με σύμβαση αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια στη Διεύθυνση Αστυνομίας Θεσσαλονίκης Α κωλύθηκε από την εργασία της για λόγους υγείας και ως εκ τούτου, ευρισκομένη καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε αναρρωτική άδεια, δεν εδικαιούτο μισθού, παρά μόνον του επιδόματος ασθενείας από το Ι ΚΑ. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος την περιελάμβανε στις μισθοδοτικές καταστάσεις και ο μισθός της ερχόταν κανονικά. Συγκεκριμένα, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το συνολικό καθαρό ποσό αποδοχών που στάλθηκε για λογαριασμό της ήταν τέσσερα εκατομμύρια ενενήντα τρεις χιλιάδες επτακόσιες τριάντα δύο (4.093.372) δραχμές. Το ποσό αυτό περιήλθε, ως εκ της προαναφερομένης ιδιότητος του κατηγορουμένου στην κατοχή του, πλην όμως αυτός, δεν μερίμνησε, ως μόνος αρμόδιος προς τούτο, να επιστραφεί στη Διεύθυνση Διαχείρισης Χρηματικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Επιπλέον, αποσκοπώντας στη συγκάλυψη των προαναφερομένων παρανόμων πράξεων του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατέστρεψε τις αποδείξεις του ΙΚΑ περί καταβολής στην Α του ειδικού μηνιαίου επιδόματος ασθενείας, τις οποίες παρέδιδαν κάθε φορά στον κατηγορούμενο η δικαιούχος ή ο υιός τη Β, ενώ ακόμη διέγραψε με διορθωτικό υγρό από τις μηχανογραφημένες καταστάσεις μισθοδοσίας του ΙΚΑ, που αφορούσαν το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα στοιχεία της δικαιούχου και τις μηνιαίες αποδοχές της, στοιχεία τα οποία ανέγραψε εκ νέου το δεύτερο 15νθήμερο του μηνός Μαρτίου 2000, μετά την έναρξη της εναντίον του Διοικητικής Εξέτασης, σε αυτές. Με τις προαναφερθείσες μεθόδους, που συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, πέτυχε να ιδιοποιηθεί παράνομα το συνολικό ποσό των έξι εκατομμυρίων έξι χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι (6.006.676) δραχμών, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητος του.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 4.093.732 δραχμών που αφορούσε τη μισθοδοσία της Α δεν ήσαν οι καθαρές αποδοχές αυτής αλλά οι μεικτές τοιαύτες και ότι αυτός κατ' αλήθειαν υπεξαίρεσε εξ αυτού ποσό μόνο 1.860.623 δραχμών, καθ' όσον το υπόλοιπο ποσό των 2.233.100 δραχμών το κατέθεσε αυτός στο ΙΚΑ με την μορφή των ασφαλιστικών εισφορών που δήθεν εβάρυναν τον εργοδότη - Ελληνικό Δημόσιο, δεν αναταποκρίνεται στην αλήθεια καθ' όσον προέκυψε ότι το ποσό των 4.093.732 δραχμών αφορούσε πράγματι τις καθαρές αποδοχές της Α. Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι είναι αληθινός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου δεν έπεται ότι αυτός αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του κατά το ποσό των 2.233.100 δραχμών, αφού αυτός προκειμένου να επιτύχει την υπ' αυτού υπεξαίρεση του ποσού των 1.860.623 δραχμών προέβη στην ανάλωση του ποσού των 2.233.100 δραχμών δια της καταβολής του στο ΙΚΑ, χωρίς να συντρέχει προς τούτο νόμιμη υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου αφού η Α είχε παύσει να εργάζεται, ιδιοποιηθείς έτσι αυτός παρανόμως και το ποσό αυτό. (Ουσιαστικά αυτός χρησιμοποίησε - ανάλωσε το ως άνω χρηματικό ποσό των 2.233.100 δραχμών προκειμένου να επιτύχει την υπ' αυτού ιδιοποίηση και του ποσού των 1.860.623 δραχμών).
Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδοθείσης σ' αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης εις την υπηρεσία κακουργηματικής μορφής αφού τις μερικότερες πράξεις που αυτός εκτέλεσε μέχρι της 2.6.1999 τις εκτέλεσε μεταχειριζόμενος τα ιδιαίτερα ως άνω τεχνάσματα, όσες δε ετέλεσε μετά την 3.6.1999 ετέλεσε επίσης μεταχειριζόμενος τα ίδια ως άνω ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών".
Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον ως άνω κατηγορούμενο κρίση για την προαναφερόμενη πράξη και του επέβαλε την παραπάνω ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α', 27, 98, 258 περ. γ', ΠΚ, όπως η περ. γ' του άρθρου 258 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β' του ν.2721/1999, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, διότι ως προς τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία των οποίων ο χρόνος τέλεσης ανάγεται στο πρό της ισχύος του ν. 2721/1999 διάστημα, δηλαδή αυτών που φέρονται ότι τελέστηκαν πριν την 3-6-1999, θα έπρεπε το δικαστήριο να εξετάσει για κάθε μία χωριστά αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' ΠΚ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. δ' περ. β' του ν.2721/1999 και αφού διαπιστώσει ότι για κάθε μια από τις εν λόγω πράξεις η ζημία δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών να δεχθεί ότι οι μερικότερες αυτές πράξεις φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, είναι αβάσιμη, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το ν.2721/1999, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο στο σύνολο της και συνεπώς εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 ΠΚ στο σύνολό της και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν.2721/1999, εφόσον δε το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξία του αντικειμένου και η περιουσιακή βλάβη στο σύνολο των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος υπό του άνω κατηγορουμένου εγκλήματος της υπεξαίρεσης, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το αντικείμενο κάθε μερικότερης πράξης, που τελέστηκε πριν την 3-6-1999, ήταν αξίας μεγαλύτερης των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του "την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο" και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του" συνάγεται ότι τούτο (δικαστήριο), για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, 1)έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη απολογία του κατηγορουμένου, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και 2) δεν έλαβε υπόψη του τις δίχως όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, είναι αβάσιμη και τούτο γιατί α) η αναφορά στο παραπάνω ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο δηλαδή στην απολογία του απόντος στο ακροατήριο κατηγορουμένου, η οποία δεν δόθηκε ποτέ και δεν περιλαμβάνεται στα πρακτικά, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού τέτοιο αποδεικτικό μέσο δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του και β) αφού το δικαστήριο στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσεως του έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο" παρέπεται, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν αναφέρονται στην αντίστοιχη περικοπή των πρακτικών ως μάρτυρες κατηγορίας, δίχως δηλαδή να γίνεται διάκριση αυτών σε ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντες. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται σ' αυτή τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, γι' αυτό η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Τέλος στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα ιδιαίτερα τεχνάσματα τα οποία χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων κατά την τέλεση της πράξεώς του, την οποία σαφώς δέχεται ότι τέλεσε κατ' εξακολούθηση, προσδιορίζει δε και το αντικείμενο της, στο οποίο και απέβλεψε, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, σε ποσό μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ και ειδικότερα στο ποσό των 6.006.676 δραχμών, συνολικά, και γι' αυτό η αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω καμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δεν έχει εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το συνολικό ύψος του παράνομα ιδιοποιηθέντος ποσού και το χρόνο παράνομης ιδιοποίησης των επί μέρους ποσών, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, τα στοιχεία αυτά επαρκώς προσδιορίζονται, δίχως να υπάρχει μεταξύ τους αντίφαση. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επειδή υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' (και τώρα στοιχ. Η') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου (αρθρ. 470 του ΚΠΔ). Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ένα από τα από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ προβλεπόμενα ελαφρυντικά, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί γι' αυτό δε του αναγνώρισε άλλο ελαφρυντικό, προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη, αφού η συνδρομή και της δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 85 του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως με τη με αριθ. 1091/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, με την ίδια δ' απόφαση αναγνωρίστηκε σ' αυτόν το από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας. Κατόπιν εφέσεώς του εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 638-639/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε πάλι η ίδια ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) ετών, δεν αναγνωρίστηκε δε σ' αυτόν το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ως άνω ελαφρυντικό του αρθρ. 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ, αλλά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ίδιου Κώδικα. 'Ετσι όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' (και ήδη στοιχ. Η') του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται, "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, μόνο αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε, κατέθεσε εγγράφως μεταξύ των άλλων και τον πιο κάτω ισχυρισμό, για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικής περίστασης, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς: Στον κατηγορούμενο "θα πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου κατ' άρθρο 84 παρ.2 περ.1, καθόσον μέχρι την τέλεση της πράξης διήγε έντιμο οικονομικό, οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό βίο, ζώντας με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη (σύζυγος και δύο θυγατέρες), εργαζόμενος, χωρίς ποτέ να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα στην υπηρεσία (αποδεικνυομένου του ισχυρισμού τούτου και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας) και έχοντας λευκό ποινικό μητρώο". Τον ισχυρισμό του αυτό, που ήταν σαφής και ορισμένος, το Δικαστήριο απέρριψε δίχως να διαλάβει στην απόφαση του αιτιολογία και να εκθέσει σ' αυτήν αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως.
Συνεπώς και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ' ΠΚ. Και ως προς την περί ποινής διάταξη (όχι όμως και ως προς την περί ενοχής), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 638-639/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' του ΠΚ., καθώς και ως προς τη διάταξη της για επιβολή της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απαλείφει τη διάταξη της απόφασης, με την οποία υποχρεώνεται ο κατηγορούμενος να καταβάλει στις πολιτικώς ενάγουσες το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή των
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με αντικείμενο συνολικής αξίας άνω των 15.000 ευρώ. Απόλυτη ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής, λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπέρβαση εξουσίας. Δέχεται αναίρεση μόνο για ελαφρυντικές περιστάσεις. Απαλείφει διάταξη απόφασης που επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Χρηματική ικανοποίηση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 607/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 365/7-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 22-5-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ....., που ασκήθηκε με δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ....., από τον ίδιο αυτοπροσώπως, κατά της αριθμ. 8118/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, που εκδόθηκε κατ'έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε για κλοπή σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 , 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρ. 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στη σχετική έκθεση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει, αν, κατ'αρχήν, υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001, ΑΠ 2255/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με την αριθμ. 176/22-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της αριθμ. 8118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη "... ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου ... για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το νόμο και το Σύνταγμα". Έτσι όμως, όπως είναι διατυπωμένος στην οικεία έκθεση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση της επικαλουμένης πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η αριθμ. 176/22-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της αριθμ. 8118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (αρθρ. 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει, αν, κατ' αρχήν, υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την αριθμ. 176/22-5-2008 αίτηση αναιρέσεώς του ζητεί ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 8118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη "... ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το νόμο και το Σύνταγμα". Έτσι όμως, όπως είναι διατυπωμένος στην οικεία έκθεση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση της επικαλούμενης πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2008, αίτηση του Χ, κατοίκου ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8118/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να αναφέρει τις ελλείψεις ή ασάφειες και δεν αρκεί η παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που δεν αναφέρει τα ανωτέρω στοιχεία.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 604/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ...., κατοίκου ..... και 2. ....., κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, περί αναιρέσεως της 3/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αρτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον "ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ ΧΟΡΤΟΝΟΜΗΣ ΠΗΓΩΝ ΑΡΤΑΣ (ΣΥΝ.ΠΕ.)", που εδρεύει στο Δ.Δ. Πηγών, δήμου Τετραφυλίας, Ν. Αρτας, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παράστασης πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα του, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο και ειδικότερα, επί κατηγορίας για υπόθαλψη εγκληματία (άρθρο 231 & 1 ΠΚ), κατά την οποία επιτρέπεται παράσταση πολιτικής αγωγής στο ζημιωθέντα από την πράξη του υποθαλπόμενου, αν και το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει, επί της πίστεως και του μέλλοντος του, το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης. Εξάλλου, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του ν. 2145/1993, προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου και συνεπώς δεν του επιδικάζονται. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαίτησης του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πλην η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς την διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτική αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 289/15-2-2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο "Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας" δήλωσε προφορικώς, δια του προέδρου του Π1 ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να του καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από το εις βάρος του αδίκημα αυτών, το ποσό των 30 ευρώ ο καθένας, με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων για την αποβολή της πολιτικής αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, στο οποίο ήχθη μετά από την άσκηση εφέσεων από τους κατηγορουμένους, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο πρώην Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ίδιου ως άνω "Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας" και δήλωσε ότι ο παραπάνω Συνεταιρισμός συνεχίζει την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά των κατηγορουμένων, όπως είχε παρασταθεί και στο πρωτόδικο δικαστήριο και ζήτησε να επιδικασθεί στο Συνεταιρισμό το ποσό των τριάντα (30) ευρώ από τον κάθε κατηγορούμενο, με επιφύλαξη κάθε άλλου νόμιμου δικαιώματος του, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη ο Συνεταιρισμός από την αδικοπραξία των κατηγορουμένων, για την οποία κατηγορούνται αυτοί". Κατά της παράστασης αυτής προέβαλε αντίρρηση ο συνήγορος των κατηγορουμένων, στη συνέχεια δε το Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι "ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας, σε βάρος της περιουσίας του οποίου φέρεται ότι υλοτομούσε παράνομα ο Φ1 του οποίου η δίωξη φέρεται ότι ματαιώθηκε από τις ενέργειες των κατηγορουμένων, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, νομιμοποιείται να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή για την στήριξη της κατηγορίας", επέτρεψε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά των κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Η παράσταση αυτή του παθόντος Συνεταιρισμού είναι νόμιμη, αφού δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της επικαλουμένης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αναφέρεται στον αντίκτυπο τον οποίο μπορούσε να έχει επί της πίστεως και του μέλλοντος του το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Ακόμη δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από μόνο το γεγονός ότι το νομικό πρόσωπο του Συνεταιρισμού δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής " για χρηματική ικανοποίηση του, λόγω ηθικής του βλάβης" ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέτρεψε την παράσταση του μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως ο κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' (και όχι Ε', όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα και παρά τις αντιρρήσεις των επέτρεψε την παράσταση στο ακροατήριο, ως πολιτικώς ενάγοντος του παραπάνω Συνεταιρισμού, προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται "...για χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την δήθεν παράνομη πράξη τους", ενώ έπρεπε να διατάξει την αποβολή του, γιατί τα νομικά πρόσωπα δεν υφίστανται ηθική βλάβη, παρά μόνον πλήττεται η φήμη και το κύρος τους, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 231 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε ή την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε ή του μέτρου ασφαλείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς, α) τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος από άλλον, στο οποίο δεν συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο (ως συναυτουργός, ηθικός αυτουργός ή συνεργός) ο υποθάλπων και β) πράξη, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη του υποθάλποντος, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν ο υποθάλπων έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να επιχειρήσει την ενέργεια που παραλείφθηκε (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία επιφέρει ματαίωση της δίωξης του άλλου. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα της υποθάλψεως και όταν, με την πράξη του υποθάλποντος, παρεμποδίστηκε για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα η διωκτική αρχή να θέσει τον υπαίτιο στη διάθεση της δικαιοσύνης ή να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του και δεν αίρει την ευθύνη του το γεγονός ότι η σύλληψη ή η ποινική δίωξη του υπαιτίου επιτεύχθηκαν αργότερα. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος (άμεσος), ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του υποθάλποντος με την έννοια της βεβαιότητας (της επίγνωσης) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου κακουργήματος ή πλημμελήματος που τέλεσε άλλος και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ματαιώσει τη δίωξη του υπαιτίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε καθένα από τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για υπόθαλψη εγκληματία. Με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και κατ' είδος προσδιορίζει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και απολογία των κατηγορουμένων) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Στις 16-9-2005,το μέλος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας Μ1 ευρισκόμενος στην περιοχή του συνεταιριστικό δάσους του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Πηγών Άρτας, στη θέση "....", διαπίστωσε ότι ο Φ2 που ο πατέρας του είναι μέλος του ανωτέρω Συνεταιρισμού και ο Φ1, έμπορος καυσόξυλων, υλοτομούσαν άτομα πρίνου με βενζινοκίνητο αλισοπρίονο, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού, Π1, ο οποίος αυθημερόν μετέβη στο σημείο που είχε λάβει χώρα η παράνομη υλοτομία και διαπίστωσε ότι είχαν αποκοπεί πενήντα δέντρα πρίνου. Αυτός ο τελευταίος στη συνέχεια ειδοποίησε για το συμβάν τη Διεύθυνση Δασών Άρτας, ενόψει δε τούτου, στις 20-9-2005, οι κατηγορούμενοι, υπάλληλοι της ανωτέρω Διεύθυνσης Δασών, μετέβησαν στην ανωτέρω θέση για αυτοψία, όπου διαπίστωσαν πράγματι ότι υπήρξε παράνομη υλοτόμηση, από τον Πρόεδρο δε του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Π1, από τον οποίο έλαβαν ένορκη κατάθεση την ίδια ημέρα, τους έγιναν γνωστά τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στην παράνομη υλοτομία, ήτοι από τον Φ1 και τον Φ2 γεγονός το οποίο τους επιβεβαίωσε στις 23-9-2005 ο αυτόπτης μάρτυρας Μ1 σε συνάντηση που είχε μαζί τους στο καφενείο του χωριού. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι στις 26-9-2005 οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν μήνυση κατά του Φ2 στην Εισαγγελία Άρτας, χωρίς να συμπεριλάβουν σε αυτή την με ημερομηνία 20-9-2005 ένορκη εξέταση του Π1. Όταν αυτός ο τελευταίος ενημερώθηκε από την Εισαγγελία Άρτας ότι υπεβλήθη από την πλευρά των κατηγορουμένων μήνυση μόνο κατά του Φ2 χωρίς να περιέχεται σ' αυτή η προαναφερόμενη κατάθεση του, μετέβη στις 4-10-2005 στη Διεύθυνση Δασών Άρτας, όπου υπέβαλε παράπονα κατά των κατηγορουμένων, υπαλλήλων της παραπάνω Διεύθυνσης, οι οποίοι στη συνέχεια την ίδια ημέρα, υπέβαλαν μήνυση στην Εισαγγελία Άρτας κατά του Φ1. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι, παρότι από την αρχή τους έγινε γνωστό το όνομα του Φ1 για τη φερόμενη από μέρους του πράξη της παράνομης υλοτομίας, δεν υπέβαλλαν μήνυση εναντίον του ματαιώνοντας καταρχήν τη δίωξη του, αλλά ούτε συμπεριέλαβαν την κατάθεση του Π1 στη μήνυση τους κατά του Φ2 την οποία υπέβαλαν στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεως του Προέδρου του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού και μετά την αυτοπρόσωπη παράσταση του και τη διατύπωση παραπόνων στον Εισαγγελέα Άρτας και στο Διευθυντή της Υπηρεσίας που ασκούν τα καθήκοντα τους. Ο ισχυρισμός τους ότι δεν ήταν γνωστά σ' αυτούς τα στοιχεία του Φ1 δεν δικαιολογεί τη χρονική απόκλιση στην υποβολή των δύο ανωτέρω μηνύσεων, πέραν του ότι δεν ευσταθεί στην ουσία, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, απολογούμενος ανέφερε ότι είχε ασκηθεί στο παρελθόν ποινική δίωξη σε βάρος του. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι.".Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματία, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 15, 45 και 231 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι διαπράχθηκε από τον έμπορο καυσοξύλων Φ1 το πλημμέλημα της παράνομης υλοτομίας και θέλησαν να ματαιώσουν τη δίωξη του γι' αυτήν, επιτυγχάνοντες με την παράλειψη της οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, την παρεμπόδιση της διωκτικής αρχής να ασκήσει κατ' αυτού τη σχετική ποινική δίωξη. Ακόμη από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται τόσον αυτή του πρώην Προέδρου του "Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Διαχείρισης Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας" Π1, όσο και εκείνη του μάρτυρα υπερασπίσεως .... καθώς και όλα, δίχως κάποια εξαίρεση, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και γι'αυτό είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Τέλος η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων κάποιων μαρτύρων και η εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου αναγνωσθέντων εγγράφων, την οποία οι ίδιοι επικαλούνται, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, ενώ ο πρώτος κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2008 κοινή αίτηση των 1) ...... και 2) του ....., για αναίρεση της με αριθμό 3/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπόθαλψη εγκληματία. Ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής νομικού προσώπου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπόθαλψη εγκληματία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 601/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, περί επανεξετάσεως λόγων αναίρεσης της 1252/2008 αποφάσεως του ΣΤ' τμήματος του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. ...., που δεν παραστάθηκε, 2. ...... και 3. ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου.
Το ΣΤ' τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί με την από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του, την επανεξέταση των λόγων αναίρεσης αυτής οι οποίοι περιέχονται στην από 28 Απριλίου 2005 αίτηση αναίρεσής του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1292/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση επανεξέτασης λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Όμως στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει αναιρετικό λόγο, που προβλήθηκε παραδεκτά, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικά διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να έρχεται σε αντίθεση με τις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του αναιρετικού λόγου που δεν εξετάστηκε δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος, εκ παραδρομής, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, που, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, ερευνάται αυτεπαγγέλτως, ο οποίος δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των λόγων που παραδεκτά προβλήθηκαν και ελλείψει εκκρεμότητας λόγου που προτάθηκε παραδεκτά, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους αναιρέσεως της αιτήσεως, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτά και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους αναιρέσεως που απορρίφθηκαν και ακόμη να μην αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξέτασης λόγου αναιρέσεως, κατά της 120-121/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, με χρήση και σκοπό το όφελος άνω των 25.000.000 δραχμών, ασκήθηκε η από 28-4-2005 αίτηση αναιρέσεως με την οποία ζητήθηκε η αναίρεση της ως άνω τελεσιδίκου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,1) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας 2) εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών και ποινικών διατάξεων του άρθρου 216 παρ.1 και 3 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση 3) για απόλυτη ακυρότητα και 4) για υπέρβαση εξουσίας. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 1252/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την απέρριψε. Με την κρίση του αυτή ο Άρειος Πάγος αντιμετώπισε και απέρριψε, κατ' ουσίαν, όλους τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγους της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Με την κρινόμενη αίτηση του, φερομένη ως αίτηση για επανεξέταση των λόγων που προβλήθηκαν, με την από 28-4-2005 αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, με την 1252/2008 απόφασή του, να κρίνει επί των ειδικότερων ισχυρισμών του, που περιλήφθηκαν στο δικόγραφο της αναιρέσεως και αναφέρονται στο ότι 1) το Πενταμελές Εφετείο Πατρών εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ 1 και 3 του ΠΚ, αφού η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε συνιστά εκείνη της απάτης στο δικαστήριο, πλημμεληματικού χαρακτήρα και 2) η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί α) δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το παραπάνω δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη τις, δίχως όρκο, καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και β) δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού ο Άρειος Πάγος με την εν λόγω απόφασή του δέχθηκε, ότι το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από εκείνες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ και συνεπώς ότι 1) ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν υπήχθησαν στις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1,3 του ΠΚ και 2 ) ότι η απόφαση, η οποία προσδιορίζει και ως χρόνο τέλεσης της πράξεως το χρονικό διάστημα από 25-12-1995 έως και 5-2-1996, δεν στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, για την οποία δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην 1252/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία, από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καθίσταται βέβαιο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, είναι αβάσιμη και για τον πρόσθετο λόγο, ότι από την επισκόπηση του αιτιολογικού της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου και των πρακτικών αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, αφού στο προοίμιο του σκεπτικού βεβαιώνεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του "από τις καταθέσεις όλων των παραπάνω μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού..." στους παραπάνω δε μάρτυρες, δίχως αμφιβολία, περιλαμβάνονται και οι πολιτικώς ενάγουσες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι το δικαστήριο, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και πραγματικά περιστατικά, για τα οποία, προφανώς, είχαν άμεση γνώση οι πολιτικώς ενάγουσες, όπως "όλοι γνώριζαν ότι ο θανών δεν είχε αφήσει διαθήκη ιδιόγραφη, καθόσον ήταν υπέργηρος και σχεδόν αγράμματος", "αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους οι θυγατέρες του ερεύνησαν την πατρική οικία και δεν βρήκαν κάποια διαθήκη", και "ότι ποτέ ο θανών δεν θα αποκλήρωνε ουσιαστικά τη σύζυγο του, την οποία υπεραγαπούσε". Επομένως η υπό κρίση αίτηση για την εξέταση λόγων αναίρεσης, που προβλήθηκαν παραδεκτά με την παραπάνω αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 1252/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ, 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2008 αίτηση του ...., για επανεξέταση λόγων αναιρέσεως, που περιέχονται στην από 28 Απριλίου 2005 αίτηση του Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανεξέτασης λόγων αναίρεσης μη ερευνηθέντων από πρόδηλη παραδρομή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 600/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Παπουτσή), Ανδρέα Τσόλια και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Διαμαντάτο, περί αναιρέσεως της 119/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 30 Ιουλίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (της αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2006.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 περ. α του ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόστασή της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται και εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του αρ. 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το αρ. 263 α' του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Κατά δε τη περίπτωση γ του ίδιου άρθρου αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται υλικές ενέργειες και μέθοδοι μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη, και οι οποίες αποσκοπούν στην μερική ή ολική άρση της δυνατότητας του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων και μάλιστα προσώπων που έχουν δικαίωμα ελέγχου και τα οποία φαινομενικώς θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχή νόμιμες. Εξ' άλλου το αξιόποινο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία δεν εξαλείφεται αν ο δράστης αποδώσει το πράγμα που υπεξαίρεσε ή ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωμένο, διότι το άρθρο 379 ΠΚ, που ορίζει ότι το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο (εδ. α') και ότι η μερική απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (εδ. β'), εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις των αρ. 372 επ. (κοινή κλοπή) και 375 επ. (κοινή υπεξαίρεση) ΠΚ, όχι δε και στην περίπτωση του αρ. 258 ΠΚ (υπεξαίρεση στην υπηρεσία). Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολο του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/ 1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ., θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ... και κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1991 έως 10-6-92 τέλεσε με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα. Πιο συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας τον Ιούλιο του έτους 1991 μετετέθη από το κατάστημα της οδού ..., όπου μέχρι τότε εργαζόταν, στο τμήμα εισαγωγών εξαγωγών (εξουσιοδοτημένος με β' υπογραφή) στο κατάστημα της οδού ... προκειμένου να οργανώσει και λειτουργήσει ανεξάρτητο τμήμα εργασιών εξωτερικού. Στις ...επειδή αποκαλύφθηκε διαχειριστική ατασθαλία στο λογαριασμό "Διακανονισμοί πελατών εισαγωγών" διενεργήθηκε έλεγχος από Επιθεωρητές της εν λόγω Τράπεζας. Έτσι, με βάση τα σχετικά με τον έλεγχον σημειώματα με ημερομηνίες 16-6-92, 30-6-92 και 5-8-92, που συντάχθηκαν από τους επιθεωρητές και τα οποία αναγνώσθηκαν, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ως προϊστάμενος του προαναφερθέντος τμήματος του καταστήματος επί της οδού ... της Εμπορικής Τράπεζας και εξουσιοδοτημένος με β' υπογραφή, προέβαινε σε διακανονισμούς αξιών και εξοφλήσεις συναλλαγματικών εξωτερικού. Ενεργώντας με τον ακόλουθο τρόπο: Κατά τους διακανονισμούς, για, μεν τις αξίες ή συναλλαγματικές άνω των USD 10.000 έπαιρνε τιμές από το "DEALINE ROOM", ενώ για τις μικρές αξίες χρησιμοποιούσε τις τιμές των δελτίων με τις οποίες και έκλεινε κανονικά την ROSITION συναλλάγματος. Κατά την κατάρτιση όμως του λογαριασμού, ενώ θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις ορθές λαμβανόμενες τιμές από το "DEALINE ROOM" ή τα δελτία τιμών έδινε στην επί συμβάσει υπάλληλο της Τράπεζας ..., χειρίστρια του P/C εισαγωγών, πρόχειρα σημειώματα με αυξημένες τιμές, με τις οποίες τροφοδοτούσε το P/C για την έκδοση των σχετικών ενταλμάτων του λογαριασμού, με αποτέλεσμα να εισπράττονται από τους πελάτες μεγαλύτερα ποσά των κανονικών και να παραμένουν πιστωτικά υπόλοιπα στο λογαριασμό "Διακανονισμοί πελατών εισαγωγών". Τα πιστωτικά αυτά υπόλοιπα που δημιουργούσε ο κατηγορούμενος με τον πιο πάνω τρόπο, αναλάμβανε ο ίδιος εκδίδοντας εντάλματα πληρωμής, στα οποία πλαστογραφούσε τις υπογραφές των πελατών. Τα παραπάνω εντάλματα, στα οποία δεν αναγράφονταν τα ονόματα των πελατών, αλλά μόνο ο αριθμός της αξίας, αφού τα θεωρούσε ο ίδιος με β' υπογραφή, τα παρουσίαζε για θεώρηση με α' υπογραφή είτε στον Τμηματάρχη καταθέσεων... είτε στον Υποδιευθυντή εργασιών και, ακολούθως, τα εμφάνιζε στον Ταμία ... και εισέπραττε τα διάφορα ποσά που αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό και αναγράφονται απέναντι από το όνομα των αναφερομένων πελατών της Τράπεζας, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Έτσι, από τον έλεγχο των ενταλμάτων πληρωμής και των αντιστοίχων επ' αυτών αναγραφομένων φακέλλων αξιών, το συνολικό ποσό της ως άνω διαχειριστικής ατασθάλειας ανέρχεται στο ποσό των 25.186.253 δρχ., που αποτελεί και το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που προεκτέθηκε και το οποίο η Εμπορική Τράπεζα κατέβαλε ως αποζημίωση στους αναφερομένους στο διατακτικό πελάτες της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα παρακράτησε και χρήματα τα οποία εισέπραττε από το ταμείο του καταστήματος, προκειμένου να εκδώσει διπλότυπα εισπράξεως τελών χαρτοσήμου. Έτσι, αυτός, ενώ εισέπραξε συνολικά από το ταμείο της ανωτέρω Τράπεζας το ποσό των 36.552.179 δραχμών με σκοπό να το καταβάλει στο Δημόσιο Ταμείο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. για την έκδοση των αντίστοιχων διπλοτύπων του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου για τη νόμιμη χαρτοσήμανση συναλλαγματικών και, συγκεκριμένα, αν και εισέπραξε για την παραπάνω αιτία από τους αναφερομένους στο διατακτικό πελάτες τα ποσά που αναγράφονται δίπλα από το όνομα του καθενός, τελικά δεν τα κατέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αλλά τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Για την επίτευξη του σκοπού του αυτού ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε ιδιαίτερα τεχνάσματα, συνιστάμενα σε ενέργειές του κατάλληλα για εξαπάτηση, δηλαδή ενώ τα σχετικά ποσά για την αγορά τελών χαρτοσήμου είχαν πληρωθεί κανονικά από τους πελάτες της Τράπεζας, ο κατηγορούμενος τα εισέπραττε με πλαστά εντάλματα πληρωμής, εξαπατώντας τον ταμία της Τράπεζας. Πιο συγκεκριμένα, όλα τα εντάλματα πληρωμής φέρουν στη θέση "έλαβε" την λέξη "ΥΠΗΡΕΣΙΑ" χωρίς όμως να έχουν συμψηφισθεί με ισόποση έκδοση επιταγής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τουλάχιστον για τα ποσά για τα οποία οι ΔΟΥ δεν δέχονται μετρητά. Επίσης, ο κατηγορούμενος στην προσπάθειά του να ωφεληθεί ακόμη περισσότερο, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του και την λειτουργικότητα των λογαριασμών καθολικού, παραποιούσε τα πρωτότυπα γραμμάτια είσπραξης προμηθειών υπέρ της Τράπεζας, μετέφερε μέρος, ή και ολόκληρο το ποσό των προμηθειών σε άλλους λογαριασμούς και ανελάμβανε στη συνέχεια τα σχετικά ποσά. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εισαγωγών του παραπάνω καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, ιδιοποιήθηκε εκκρεμεί πιστωτικά υπόλοιπα από τους διακανονισμούς, βάζοντας ο ίδιος την υπογραφή στα εντάλματα πληρωμής, αντί των πελατών, ενώ, στη συνέχεια, υφήρπαζε τις υπογραφές των Προϊσταμένων του, προσκομίζοντάς τους τα σχετικά παραστατικά μαζί με τους λογαριασμούς των διακανονισμών. Τα σχετικά ποσά τα εισέπραττε από το ταμείο είτε πηγαίνοντας ο ίδιος, είτε στέλνοντας υπαλλήλους εταιριών με το πρόσχημα της εξυπηρέτησης. Έτσι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από ...μέχρι ... οπότε ανακαλύφθηκε η εγκληματική δράστη του, εξακολουθητικά παραποίησε δεκάδες παραστατικά, πλαστογράφησε τις υπογραφές πολλών πελατών της ανωτέρω Τράπεζας και, στη συνέχεια, εξαπατώντας υπαλλήλους της Τράπεζας και αρκετούς πελάτες αυτής, κατόρθωσε να εισπράξει και να ιδιοποιηθεί παράνομα τα ποσά που προαναφέρθηκαν και περιγράφονται λεπτομερώς στο διατακτικό. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη και με τον πιο πάνω τρόπο διάπραξη του εγκλήματος αυτού προκύπτει ότι σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος, το οποίο ανήλθε στο ποσό των 25.186.523 δρχ. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ομολόγησε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτές φέρουν χαρακτήρα πλημμελημάτων και, ως εκ τούτου, το αξιόποινο αυτών έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος αφού αποδείχθηκε ότι τη μεν αξιόποινη πράξη της απάτης τέλεσε κατ' επάγγελμα και η προξενηθείσα ζημία είναι μεν κατώτερη των 50.000.000 δρχ., όμως υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. αλλά και τα 25.000.000 δρχ. την δε υπεξαίρεση στην υπηρεσία τέλεσε με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με τον τρόπο που αναλυτικά εκτέθηκε, καθόσον εισέπραξε το ποσό των 3.6552.179 δρχ. με πλαστά εντάλματα πληρωμής, υφαρπάζοντας τις υπογραφές των συναρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας και εξαπατώντας έτσι τον ταμία αυτής. Κατόπιν τούτων πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 § 2δ ΠΚ), αφού προσπάθησε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του, αποζημιώνοντας την Εμπορική Τράπεζα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, και κακουργηματικής υπεξαίρεσης, στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ'αυτόν, δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 δ ΠΚ, συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών, τα οποία μετέτρεψε προς 4.40 Ευρώ την ημέρα.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 258 περ. α' και 386 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα καμμία αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού και διατακτικού όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αφού με σαφήνεια αναφέρονται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα τα οποία μεταχειρίσθηκε ο αναιρεσείων, τα οποία προσδίδουν σ'αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα και τα οποία συνίστανται στις ενέργειες του αναιρεσείοντα που ήσαν δυσχερής η αποκάλυψή τους επί μακρόν χρονικό διάστημα και κατάλληλες για εξαπάτηση και συγκεκριμένα στο ότι "ενώ τα σχετικά ποσά τελών χαρτοσήμου είχαν πληρωθεί κανονικά από τους πελάτες της Τράπεζας, ο αναιρεσείων τα εισέπραττε με πλαστά εντάλματα πληρωμής" εξαπατώντας τον ταμία της Τράπεζας υφαρπάζοντας τις υπογραφές των συναρμοδίων υπαλλήλων". Περαιτέρω ως προς την ίδια αξιόποινη πράξη η έλλειψη αναφοράς στο διατακτικό ότι ο αναιρεσείων αποζημίωσε ολοσχερώς την εγκαλούσα Εμπορική Τράπεζα, δεν στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την καταδικαστική κρίση του Εφετείου επ' αυτής, αφού κατά τα στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντα δεν εξαλείφει το αξιόποινο του από το άρθρο 258 του Π.Κ. προβλεπομένου και τιμωρουμένου εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, η δε ιστορικά και μόνο σχετική αναφορά στο σκεπτικό δεν δημιουργεί παραδοχή του Εφετείου. Συνακόλουθα οι αντίθετοι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ δεύτερος, και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου και δεύτερος λόγος των προσθέτων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέος τέλος είναι και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 3 εδ. α' και 258 παρ. 1 εδ. με την ειδικότερη κατ' εκτίμηση αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο της εκδίκασης σ'αυτό της υποθέσεως για κάθε μία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις παρά το γεγονός ότι κανένα από τα ποσά των μερικοτέρων πράξεων δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Και τούτο διότι ως προς την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατά τα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, ευνοϊκότερη για τον αναιρεσείοντα ήταν η διάταξη της § 3 του άρθρου 386 του Π.Κ. ως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/99. Όσον δ'αφορά, την υπεξαίρεση στην υπηρεσία με την κακουργηματική της μορφής ευνοϊκότερη για τον αναιρεσείοντα ήταν η περίπτωση γ του άρθρου 258 του Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε με την ίδια παραπάνω διάταξη, αφού πριν από την αντικατάστασή της για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αρκούσε η τέλεση της αξιόποινης πράξης με ιδιαίτερα τεχνάσματα και δεν απαιτείτο επί πλέον το αντικείμενο της πράξης να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ.
Επί των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή επί των ισχυρισμών που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιόποινου ή τη μείωση της ποινής, το δικαστήριο υποχρεούται να διαλάβει στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μόνο όταν αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, δηλαδή με την επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, όχι δε και επί αόριστης προβολής τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ΠΚ δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος για να αποτρέψει παρόντα και αναπόφευκτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος αποτελεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προηγήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την απολογία του ισχυρίσθηκε τ' ακόλουθα: "Είχα τον θείο μου με καρκίνο που του κάναμε ακτινοβολίες και πέθανε το 1985. Αρρώστησε η θεία μου, αργότερα αρρώστησε και ο γαμπρός μου, που τον πήγα στο εξωτερικό. Έπρεπε να βοηθήσω τα 6 ανήλικα παιδιά τους το χειρότερο έγινε με τους γονείς μου που αρρώστησαν. Έβγαλαν 5 πλευρά από τον πατέρα μου και η μητέρα μου έπαθε αλτσχάϊμερ. Έμεινα ανύπανδρος για να τους προσέχω. Θυσιάστηκα γι'αυτούς. Μου έδωσε χρόνο η Τράπεζα να επιστρέψω τα χρήματα. Έκανα αγώνα για να τα επιστρέψω". Βάσει όμως των προαναφερθέντων ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνει λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα των άνω πράξεων στον αναιρεσείοντα, αφού από τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συνάγεται ούτε έμμεσα το αξιούμενο από την παραπάνω διάταξη στοιχείο του παρόντος και άλλως αναπόφευκτου κινδύνου. Επομένως δεν υπήρχε υποχρέωση του Εφετείου να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού, πολύ δε περισσότερο ν' απορρίψει αυτόν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β και Δ αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν απήντησε στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, άλλως ότι χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία απέρριψε αυτόν είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνο ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2207/1994, "Αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του". Εξάλλου, αν υποβληθεί αίτημα αναστολής της επιβληθείσας ποινής, που είναι μεγαλύτερη από δύο και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό και σε περίπτωση που το κρίνει απορριπτέο να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα τη σχετική απόφαση του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως στη μεν πρώτη περίπτωση από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ, Β' εδ. β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ, στη δε δεύτερη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που το προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστό στη νομική ορολογία. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι της κατηγορουμένης, μετά την περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου "ζήτησαν να επιβληθεί στην κατηγορουμένη το ελάχιστο της ποινής και την αναστολή αυτής". Το αίτημα αυτό έτσι που προβλήθηκε, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η εκτέλεση της ποινής (την οποία στη συνέχεια το Δικαστήριο καθόρισε σε φυλάκιση τριών ετών) δεν ήταν αναγκαίος για την αποτροπή της κατηγορουμένης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων είναι αόριστο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο που δεν απήντησε στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου και μετέτρεψε σε χρηματική την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια και δεν υπερέβη την εξουσία του και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου κύριος και πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/3/2006 αίτηση και τους από 9/8/2007 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 119/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση και για απάτη κατ’ εξακολούθηση και απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. 2) Κατάσταση ανάγκης. Απόρριψη αναίρεσης ως αβάσιμου λόγου, για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη αιτιολογίας αυτοτελούς ισχυρισμού στηριγμένου στη διάταξη του άρθρου 25. 3) Αναστολή εκτέλεσης της ποινής (άρθρο 100 ΠΚ). Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής του αιτήματος κρίσεως του Εφετείου.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινής αναστολή, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Ακροάσεως έλλειψη, Ανάγκης κατάσταση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 598/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη, περί αναιρέσεως της 1014/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1836/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 474 παρ. 1 του ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του, (άρθρο 465 παρ. 1) με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 μέχρι 153 του ΚΠΔ, Ειδικότερα, κατά μεν τα άρθρα 148 και 151 του ίδιου Κώδικα, έκθεση είναι το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία για να βεβαιώσει με ακρίβεια πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων που απευθύνονται σ' αυτόν, κατά δε το άρθρο 153 αυτού, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σ' αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων και η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάστηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση. Η σύνταξη της εκθέσεως αποτελεί συστατικό τύπο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ασκείται με δήλωση στο γραμματέα... ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματέας κάτω απ' αυτό συνέταξε έκθεση για την κατάθεση αυτού. Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως, απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ ( Ολ.ΑΠ. 2/2008).
ΙΙ.- Στην προκείμενη υπόθεση, με την ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου υπ' αριθμ. 12/13-8-2008 αίτησή του, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της υπ'αριθμ. 1014/2008 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά τα επακριβώς αναφερόμενα " ...για σαφείς και ορισμένους λόγους, κατ' άρθρο 510 ΚΠΔ, οι οποίοι εκτίθενται αναλυτικά και συνολικά σε σχετική αίτηση που είναι συνημμένη στην παρούσα... ". Είναι σαφές ότι στην άνω κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συνταχθείσα έκθεση δεν διατυπώνεται κάποιος αναιρετικός λόγος εκ των αναφερομένων στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ, ώστε η αίτηση να είναι παραδεκτή. Στην άνω αίτηση αναιρέσεως επισυνάπτεται έγγραφο με ημερομηνία 12-8-2008 το οποίο τιτλοφορείται "ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΛΩΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ (473 παρ.2 ΚΠΔ)". Το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να εκτιμηθεί και ερευνηθεί ως αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, ασκούμενη με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού επί του σώματος αυτού δεν προκύπτει η εντός της νόμιμης (20ήμερης) προθεσμίας επίδοση. Περαιτέρω δεν έχει, κατά τα αναφερόμενα στην αρχική νομική σκέψη, τα τυπικά στοιχεία της εκθέσεως ασκήσεως του ενδίκου μέσου ώστε να εκτιμηθεί ως δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και τέλος, εκ του ότι δεν φέρει ημερομηνία καταθέσεως και υπογραφή του αρμοδίου γραμματέα δεν μπορεί να εκληφθεί και εκτιμηθεί ως αίτηση ενσωματωμένη στο παραπάνω αναιρετήριο ώστε να αποτελεί ενιαίο με αυτό δικόγραφο και να συμπληρώνει το περιεχόμενό του. Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρ. 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476, 583 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-8-2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ.1014/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως για την οποία συντάχθηκε η κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ έκθεση, χωρίς να περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως. Επισύναψη στην έκθεση εγγράφου που περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, το οποίο υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα χωρίς επ’ αυτού να υπάρχει πράξη εγχειρίσεως και χωρίς να υπογράφεται και από το δικαστικό υπάλληλο ενώπιον του οποίου συντάχθηκε η έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Δεν μπορεί να εκληφθεί και εκτιμηθεί ότι αποτελεί δικόγραφο ενσωματωμένο στο αναιρετήριο. Απόρριψη της αιτήσεως που δεν περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 597/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 4345/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) .... και 2) ..... κατοίκους ....., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1559/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του Κ.Π.Δ., εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία ..... αποδεικτικό επίδοσης της ..... δικαστικής επιμελήτριας Ειρηνοδικείου Μεγάρων ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ 295/25.9.2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4345/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [ 220] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.
| null | null | 1
|
Αριθμός 606/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 413/29.08.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 848/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή διά πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την έλλειψη νομίμου βάσεως, την απόλυτη ακυρότητα και την υπέρβαση εξουσίας.
Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεκτίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Επίσης, η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξη περαιτέρω ανάκριση που ζητεί ο κατηγορούμενος δεν παρέχει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ., ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, ως προεξετέθη, η κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο (ΑΠ 2435/2003). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 171 § 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., ακυρότητα λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσση την εμφάνιση τους ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απόρριψη την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Μόνον δε όταν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αρνηθή αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, γεννάται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1399/2003, ΑΠ 576/2003), καθώς και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα τον κατά το ίδιο άρθρο, στοιχ. δ', αναιρετικό λόγο, εφ'όσον απορριφθή η ανωτέρω αίτηση χωρίς επαρκή αιτιολογία (βλ. ΑΠ 1567/2002). Τέλος, κατά μεν το άρθρο 216 § § 1,3 Π.Κ. ο καταρτίζων πλαστό ή νοθεύων έγγραφο με σκοπό να παραπλανήση με την χρήση του άλλον περί γεγονότος δυναμένου να έχη έννομες συνέπειες, εφ'όσον διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ. κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/408), ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ, κατά το έτος 1985, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Βαri της Ιταλίας, αλλά λόγω αδυναμίας του να τις περατώσει και να λάβει το αντίστοιχο πτυχίο, κατά το έτος 1995, επέστρεψε στην Ελλάδα και μετά το τέλος των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας του Α, στη ..... . Αναφέρει λοιπόν στην έγκλησή του, ότι κατά την άνοιξη του έτους 2000, ο φίλος του Β τον πληροφόρησε ότι υπάρχει δυνατότητα να αναγνωριστούν οι μέχρι τότε σπουδές του στην Ιταλία και να πάρει το πτυχίο του φαρμακοποιού, εάν απευθυνθεί στον εκκαλούντα Χ, ο οποίος διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο, με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΚΛΟΤΡΟ" στη Λ. ....., επί των οδών ..... και ....., αλλά και δύο παραρτήματα στη ..... και στην ..... . Σύμφωνα δε με το διαφημιστικό φυλλάδιο, ο εν λόγω εκπαιδευτικός όμιλος επιμελείται σπουδών στο εξωτερικό σε διάφορους κλάδους ( πχ θετική κατεύθυνση, ιατρικοί και βιολογικοί κλάδοι, θεωρητική κατεύθυνση κλπ). Πράγματι ο μηνυτής, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, κατά τον μήνα Απρίλιο του 2000 μετέβη στο ανωτέρω φροντιστήριο και συνάντησε τον εκκαλούντα στον οποίο εξέθεσε το πρόβλημά του και ειδικότερα την προοπτική να πάρει μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο του Bari της Ιταλίας, σε κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, ώστε να ολοκληρώσει εκεί τις σπουδές του και με την απόκτηση ενός νόμιμου πτυχίου της Φαρμακευτικής, να συνεχίσει να εργάζεται ως φαρμακοποιός στη γενέτειρά του τη ..... . Μετά από αυτό ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των γνωριμιών του και των ιδιαιτέρων σχέσεων του με στελέχη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, μπορούσε να τον βοηθήσει να ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα σπουδών του στη φαρμακευτική, με την αναγνώριση των μαθημάτων, των εργαστηρίων και του όλου προγράμματος φοίτησης, που είχε αυτός παρακολουθήσει στο Ιταλικό Πανεπιστήμιο, χωρίς να πάρει πτυχίο, από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας και στη συνέχεια ότι μπορούσε να του προμηθεύσει το αντίστοιχο νόμιμο πτυχίο φαρμακευτικής από την αντίστοιχη σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, χωρίς να φοιτήσει σε αυτό, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι εν λόγω ενέργειές του αποτιμώνται στο χρηματικό ποσό των 45.000 $. Δηλαδή, ότι με το χρηματικό αυτό ποσό θα του εξασφάλιζε πτυχίο, master's, σφραγίδα από το Υπουργείο Παιδείας της χώρας, από το Πανεπιστήμιο, από το Ελληνικό Προξενείο και σφραγίδα της Χάγης, παραδίδοντάς του μάλιστα και δύο χειρόγραφα χαρτιά, όπου στο ένα ανέφερε τους τίτλους που θα αποκτήσει αυτός, ενώ στο δεύτερο ανέλυε σε τι συνίστατο το παραπάνω συνολικό ποσό, που ζήτησε. Στη συνέχεια ο μηνυτής πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου- εκκαλούντος ότι έτσι έχουν τα πράγματα, παρέδωσε στον τελευταίο δύο επιταγές, και συγκεκριμένα μία της Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης την 5/6/2000, ποσού 3.651.000 δρχ., η οποία εξοφλήθηκε στις 7/6/2000 και μία άλλη της Τράπεζας Πίστεως, με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης την 4/8/2000, ποσού 12.925.000 δρχ, εξοφληθείσα την 7/8/2000.
Μετά την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα στις 7-8-2000, ο εκκαλών παρέδωσε στον μηνυτή τους ακόλουθους έγγραφους τίτλους: 1) ένα πτυχίο, με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: << Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Ιατρικό Πανεπιστήμιο Σόφιας, Πτυχίο Ανωτάτης Εκπαίδευσης, Φαρμακευτική Σχολή. Βαθμίδα Εκπαίδευσης-Εξειδίκευσης MASTER του Ψ. Σειρά MYC. Αριθμ...... (Φωτογραφία κατόχου. Σφραγίδα ΑΕΙ). Ο κάτοχος του παρόντος πτυχίου Ψ, γεννημένος την ..... στην Αθήνα Ελλάδος, Έλληνας υπήκοος, ολοκλήρωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών στη Φαρμακευτική Σχολή, με μέσο όρο βαθμολογίας κατά τη διάρκεια της φοίτησης " Λ. Καλώς" 4,60 και μέσο όρο βαθμολογίας πτυχιακών εξετάσεων "Λ. Καλώς" 5,00 (βαθμός υποστήριξης διπλωματικής εργασίας). Με το πρωτόκολλο αριθμ. ..... της Εξεταστικής Επιτροπής Πτυχιακών Εξετάσεων αποκτά την επαγγελματική εξειδίκευση και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του Φαρμακοποιού MASTER>>. Στο ανωτέρω έγγραφο υπήρχαν οι υπογραφές του Κοσμήτορος και του Πρύτανη του Πανεπιστημίου, καθώς και η σφραγίδα του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Σόφιας και 2) ένα έγγραφο-προσάρτημα στο πτυχίο με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε ότι ο Ψ, αριθμ. μητρώου σχολής ....., περάτωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών της φαρμακευτικής και έδωσε εξετάσεις, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα περιλαμβάνοντας τα μαθήματα με τις σχετικές βαθμολογίες, ως και ότι ο Ψ αποκτά τον εκπαιδευτικό τίτλο MASTER και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΥ. Ο μηνυτής, έχοντας στην κατοχή του τα ως άνω έγγραφα (τα οποία θεωρούσε ως απολύτως νόμιμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του κατηγ/νου), κατέθεσε στο Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ (Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής) τις υπ'αριθμ. ..... και ..... αιτήσεις του, με τις οποίες ζητούσε την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών του, δηλαδή του πτυχίου φαρμακευτικής από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας Βουλγαρίας, ως προς την Φαρμακευτική, καθώς και βεβαίωση αντιστοιχίας βαθμού του τίτλου σπουδών φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Σόφιας, ως προς την βαθμολογική κλίμακα των Ελληνικών A.E.I, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 του Ν. 2527/97 και του άρθρου 20 του Ν. 2738/99. Μαζί δε με τις εν λόγω αιτήσεις του, κατέθεσε το πτυχίο και το προσάρτημα με τις βαθμολογίες του, καθώς και την από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε την γνησιότητα των πιστοποιητικών και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας . Πλην όμως, η Προϊσταμένη του Τμήματος ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπίστωσε ότι το όνομα του μηνυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στο κατάλογο των πτυχιούχων, που είχε αποστείλει το ανωτέρω Πανεπιστήμιο της Σόφιας και έτσι με το υπ' υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ζητήθηκε να γίνει από αυτό η επιβεβαίωση των εν λόγω σπουδών. Το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... επιστολή του, ανταπάντησε ότι ο Ψ ουδέποτε υπήρξε φοιτητής στη Φαρμακευτική Σχολή και ότι δεν του έχουν απονείμει τίτλο. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται, ότι από το επισυναφθέν διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου που διατηρεί ο κατηγορούμενος, προκύπτει η άμεση διασύνδεση αυτού με τα Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, αποκλειστικά για τις ιατρικές και φαρμακευτικές σχολές, στοιχείο που αποδεικνύει τη γνώση του και την εμπειρία του για όλες τις παραμέτρους έκδοσης ενός πτυχίου φαρμακευτικής και της διασυνδέσεις του με τους κατάλληλους προς τούτο ανθρώπους, καθώς και τη δυνατότητα αυτού να γνωρίζει εκ προτέρων τα εξωτερικά στοιχεία που πρέπει να φέρουν οι τίτλοι αυτοί, ώστε να επιτευχθεί η παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων για την γνησιότητά τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ημερομηνία 16-11-1999 που φέρουν οι ένδικοι τίτλοι σπουδών. Ακολούθως δε, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε αβασίμους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ότι δεν έχει διαπράξει την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε τούτο, δεχόμενο ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθή επ'ακροατηρίω κατηγορία κατ'αυτού. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι δεν είναι αναγκαία η ενώπιόν του αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, διότι με το απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του ανακριτού και την έφεσή του ανέλυσε επαρκώς τις απόψεις του, ώστε να μη είναι αναγκαία οιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση, και έτσι απέρριψε το αίτημα αυτού, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο Εφετών και, επομένως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν συντρέχει ούτε περίπτωση απολύτου ακυρότητος, εκ της απορρίψεως του εν λόγω αιτήματος. Εξ άλλου, διά της ως άνω παραπομπής του αναιρεσείοντος εις δίκη, το Συμβούλιο Εφετών δεν υπέπεσε στην Πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Τις δε εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου και έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, το δε σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία επιτρεπτώς αναφέρεται το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Επίσης, η αιτίαση περί μη υπάρξεως ουσιαστικής δευτεροβαθμίου κρίσεως είναι αβάσιμη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό και δεν γίνεται απλή αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα ή στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο) πρόταση του Εισαγγελέως (βλ. ΑΠ 1608/2001). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α', β', δ', στ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ η αιτίαση περί απορρίψεως αιτήματος διενεργείας περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, χωρίς αιτιολογία, πρέπει να απορριφθή, κατά τα προεκτιθέμενα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 2735/2003). Αλλά και οι λοιπές αιτιάσεις, διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω
Να απορριφθή η από 24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ....., κατά του υπ'αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 10 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (αρ. 316 παρ. 2) "το Συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνηση ... Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατ' αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με δικές του σκέψεις απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου, για αυτοπρόσωπη ενώπιον εκείνου εμφάνιση, με την αιτιολογία, η οποία είναι ειδική και επαρκής, ότι με το από 15-6-2006 απολογητικό υπόμνημα ενώπιον του ανακριτή και την έφεση του έχει αρκούντως εκθέσει τις απόψεις του, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνηση.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' και στ' λόγοι της αιτήσεως, κατά τους οποίους το Συμβούλιο, με αιτιολογία γενική και αόριστη, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που είχε διατυπώσει στην έκθεση εφέσεώς του, για αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση, στη συνέχεια δε υπερέβη και την εξουσία του, αφού, δίχως προηγουμένως να διατάξει αυτήν, τον παρέπεμψε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι.
Κατά μεν το άρθρο 216 §§ 1, 3 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εφόσον διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται ακόμη και εξολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών, θα ήταν άσκοπη και περιττή. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο προσδιορισμός του είδους αυτών και δεν απαιτείται να γίνεται στο βούλευμα αναλυτική παράθεση τούτων και να αναφέρεται ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το καθένα. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα. Δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανάκρισης απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξει περαιτέρω ανάκριση που ζητεί ο κατηγορούμενος δεν παρέχει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο. Τέλος περίπτωση "εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης", που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο με αριθμό 292/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως διορθώθηκε με το 562/2008 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21-6-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του με αριθμό 848/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του βουλεύματος, το παραπάνω Συμβούλιο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα παρακάτω: Ο μηνυτής Ψ, κατά το έτος 1985, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Βαri της Ιταλίας, αλλά λόγω αδυναμίας του να τις περατώσει και να λάβει το αντίστοιχο πτυχίο, κατά το έτος 1995, επέστρεψε στην Ελλάδα και μετά το τέλος των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας του Α, στη ..... . Αναφέρει λοιπόν στην έγκλησή του, ότι κατά την άνοιξη του έτους 2000, ο φίλος του Β τον πληροφόρησε ότι υπάρχει δυνατότητα να αναγνωρισθούν οι μέχρι τότε σπουδές του στην Ιταλία και να πάρει το πτυχίο του φαρμακοποιού, εάν απευθυνθεί στον εκκαλούντα Χ, ο οποίος διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο, με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΚΛΟΤΡΟ" στη Λ. ....., επί των οδών ..... και ....., αλλά και δύο παραρτήματα στη ..... και στην ..... . Σύμφωνα δε με το διαφημιστικό φυλλάδιο, ο εν λόγω εκπαιδευτικός όμιλος επιμελείται σπουδών στο εξωτερικό σε διάφορους κλάδους (πχ θετική κατεύθυνση, ιατρικοί και βιολογικοί κλάδοι, θεωρητική κατεύθυνση κλπ). Πράγματι ο μηνυτής, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, κατά τον μήνα Απρίλιο του 2000 μετέβη στο ανωτέρω φροντιστήριο και συνάντησε τον εκκαλούντα στον οποίο εξέθεσε το πρόβλημά του και ειδικότερα την προοπτική να πάρει μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο του Bari της Ιταλίας, σε κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, ώστε να ολοκληρώσει εκεί τις σπουδές του και με την απόκτηση ενός νόμιμου πτυχίου της Φαρμακευτικής, να συνεχίσει να εργάζεται ως φαρμακοποιός στη γενέτειρά του τη ..... . Μετά από αυτό ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των γνωριμιών του και των ιδιαιτέρων σχέσεών του με στελέχη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, μπορούσε να τον βοηθήσει να ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα σπουδών του στη φαρμακευτική, με την αναγνώριση των μαθημάτων, των εργαστηρίων και του όλου προγράμματος φοίτησης, που είχε αυτός παρακολουθήσει στο Ιταλικό Πανεπιστήμιο, χωρίς να πάρει πτυχίο, από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας και στη συνέχεια ότι μπορούσε να του προμηθεύσει το αντίστοιχο νόμιμο πτυχίο φαρμακευτικής από την αντίστοιχη σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, χωρίς να φοιτήσει σε αυτό, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι εν λόγω ενέργειές του αποτιμώνται στο χρηματικό ποσό των 45.000 $. Δηλαδή, ότι με το χρηματικό αυτό ποσό θα του εξασφάλιζε πτυχίο, master's, σφραγίδα από το Υπουργείο Παιδείας της χώρας, από το Πανεπιστήμιο, από το Ελληνικό Προξενείο και σφραγίδα της Χάγης, παραδίδοντάς του μάλιστα και δύο χειρόγραφα χαρτιά, όπου στο ένα ανέφερε τους τίτλους που θα αποκτήσει αυτός, ενώ στο δεύτερο ανέλυε σε τι συνίστατο το παραπάνω συνολικό ποσό, που ζήτησε. Στη συνέχεια ο μηνυτής πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου- εκκαλούντος ότι έτσι έχουν τα πράγματα, παρέδωσε στον τελευταίο δύο επιταγές, και συγκεκριμένα μία της Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης την 5/6/2000, ποσού 3.651.000 δρχ., η οποία εξοφλήθηκε στις 7/6/2000 και μία άλλη της Τράπεζας Πίστεως, με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης την 4/8/2000, ποσού 12.925.000 δρχ., εξοφληθείσα την 7/8/2000. Μετά την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα στις 7-8-2000, ο εκκαλών παρέδωσε στον μηνυτή τους ακόλουθους έγγραφους τίτλους: 1) ένα πτυχίο, με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: "Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Ιατρικό Πανεπιστήμιο Σόφιας, Πτυχίο Ανωτάτης Εκπαίδευσης, Φαρμακευτική Σχολή. Βαθμίδα Εκπαίδευσης-Εξειδίκευσης MASTER του Ψ. Σειρά MYC. Αριθμ. ..... (Φωτογραφία κατόχου, Σφραγίδα ΑΕΙ). Ο κάτοχος του παρόντος πτυχίου Ψ, γεννημένος την 1-4-1966 στην Αθήνα Ελλάδος, Έλληνας υπήκοος, ολοκλήρωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών στη Φαρμακευτική Σχολή, με μέσο όρο βαθμολογίας κατά τη διάρκεια της φοίτησης "Λ. Καλώς" 4,60 και μέσο όρο βαθμολογίας πτυχιακών εξετάσεων "Λ. Καλώς" 5,00 (βαθμός υποστήριξης διπλωματικής εργασίας). Με το πρωτόκολλο αριθμ. ..... της Εξεταστικής Επιτροπής Πτυχιακών Εξετάσεων αποκτά την επαγγελματική εξειδίκευση και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του Φαρμακοποιού MASTER". Στο ανωτέρω έγγραφο υπήρχαν οι υπογραφές του Κοσμήτορος και του Πρύτανη του Πανεπιστημίου, καθώς και η σφραγίδα του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Σόφιας και 2) ένα έγγραφο-προσάρτημα στο πτυχίο με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC, αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: "Προσάρτημα στο πτυχίο σειρά ΜYC αριθμ. ....., ο Ψ, αριθμ. μητρώου σχολής ....., περάτωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών της φαρμακευτικής και έδωσε εξετάσεις, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα, στα ακόλουθα μαθήματα: ΜΑΘΗΜΑΤΑΩΡΕΣΠΑΡΑΔ.
ΑΣΚΗΣΕΙΣΒΑΘΜΟΣΑνώτερα Μαθηματικά3045Λ. Καλώς 5Βιολογία6045Άριστα 6Ανόργανη Χημεία60105Μετρίως 3 Φυσική και Βιοφυσική6090Λ. Καλώς 5Εφαρμοσμένα Μαθηματικά1530Λ. Καλώς 5Βουλγαρική Γλώσσα1200Άριστα 6Λατινική Γλώσσα-60Μετρίως 3Φυσική αγωγή0120Καλώς 4Φυσιολογία του ανθρώπου6060 Καλώς 4Ανατομία του ανθρώπου3015Λ. Καλώς 5Αναλυτική Χημεία60180Καλώς 4Οργανική Χημεία60180Καλώς 4Μικροβιολογία6060Λ. Καλώς 5Φυσικοχημεία60120Καλώς 4Φαρμακευτική βοτανική6090Μετρίως 3Φαρμακευτική Χημεία90135Καλώς 4Βιοχημεία και κλινική χημεία4590Λ. Καλώς 5Φαρμακογνωσία60150Καλώς 4Τεχνολογία φαρμάκων 1ο μέρος60150Άριστα 6Κλινική ιατρική και φαρμακοθεραπεία6060Καλώς 4Φαρμακολογία60120Καλώς 4Οργάνωση και οικονομικάφαρμακευτικής παραγωγής6090Άριστα 6Παθοανατομία και παθοφυσιολογία 3030Καλώς 4Υγιεινή και οικολογία3015Μετρίως 3Διεργασίες και μηχανήματα4545Άριστα 6Καλλυντικά3060Καλώς 4Βρωματολογία (διαιτολογία)6060Λ. Καλώς 5Τεχνολογία φαρμάκων Ι/μέρος60165Καλώς 4Φαρμακευτική ανάλυση60165Λ. Καλώς 5Τοξικολογία3060Καλώς 4Χημικοφαρμακευτική τεχνολογία45105Άριστα 6Οργάνωση και οικονομικά φαρμακείου6090Άριστα 6Τεχνολογία φαρμάκων
ΙΙ/μέρος3090Λ. Καλώς 5Βιοτεχνολογία3060Καλώς 4Σύγχρονες απαιτήσεις της παραγωγήςφαρμάκων3060Άριστα 6 Μέσος όρος βαθμολογίας Λ. Καλώς: 4,60ΔΙΕΝΕΡΓΗΘΕΙΣΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣΠΡΑΚΤΙΚΕΣΩΡΕΣ(σε ημέρες) ΒΑΘΜΟΣ1. Β' εξάμηνο24κατοχυρωμένη2. Δ' εξάμηνο24κατοχυρωμένη3. Στ' εξάμηνο24κατοχυρωμένη4. Η' εξάμηνο24κατοχυρωμένηΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΣΗΣ: Λ. Καλώς 4,60ΠΡΟΠΤΥΧΙΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΞΑΣΚΗΣΗΔΙΑΡΚΕΙΑ(σε ημέρες)ΒΑΘΜΟΣ ΠΤΥΧΙΑΚΩΝΕΞΕΤΑΣΕΩΝ1. Κλινική ιατρική39Λ. Καλώς 52. Φαρμακοθεραπεία20Λ. Καλώς 53. Ιατρική τεχνική39Λ. Καλώς 5ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ: Λ. ΚΑΛΩΣ 5.00
Ο Ψ αποκτά τον εκπαιδευτικό τίτλο MASTER και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΥ. Ο μηνυτής, έχοντας στην κατοχή του τα ως άνω έγγραφα τα οποία θεωρούσε ως απολύτως νόμιμα, (σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου), κατέθεσε στο Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ (Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής) τις υπ'αριθμ. ..... και ..... αιτήσεις του, με τις οποίες ζητούσε την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών του, δηλαδή του πτυχίου φαρμακευτικής από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας Βουλγαρίας, ως προς την Φαρμακευτική, καθώς και βεβαίωση αντιστοιχίας βαθμού του τίτλου σπουδών φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Σόφιας, ως προς την βαθμολογική κλίμακα των Ελληνικών A.E.I, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 του Ν. 2527/97 και του άρθρου 20 του Ν. 2738/99. Μαζί δε με τις εν λόγω αιτήσεις του, κατέθεσε το πτυχίο και το προσάρτημα με τις βαθμολογίες του, καθώς και την από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε την γνησιότητα πιστ/κών και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας. Πλην όμως, η Προϊσταμένη του Τμήματος ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπίστωσε ότι το όνομα του μηνυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στο κατάλογο των πτυχιούχων, που είχε αποστείλει το ανωτέρω Πανεπιστήμιο της Σόφιας και έτσι με το υπ' υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ζητήθηκε να γίνει από αυτό η επιβεβαίωση των εν λόγω σπουδών. Το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... επιστολή του, ανταπάντησε ότι ο Ψ ουδέποτε υπήρξε φοιτητής στη Φαρμακευτική Σχολή και ότι δεν του έχουν απονείμει τίτλο. Εξάλλου στη δικογραφία έχουν επισυναφθεί τα ακόλουθα έγγραφα: 1) οι υπό έρευνα τίτλοι (πτυχίο - προσάρτημα), 2) η από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του μηνυτή προς το ΔΙΚΑΤΣΑ στην οποία δηλώνει ότι τα υποβληθέντα πιστοποιητικά είναι γνήσια και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας, 3) οι από 4-9-2000 αιτήσεις του μηνυτή προς το ΔΙΚΑΤΣΑ, 4) το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς τη Σχολή Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Ιατρικής στη Σόφια (στην αγγλική γλώσσα και σε επίσημη ελληνική μετάφραση) και η υπ' αριθμ. ..... απαντητική επιστολή του εν λόγω Πανεπιστημίου (ομοίως, στην αγγλική γλώσσα και σε επίσημη ελληνική μετάφραση), 5) η από 11-12-2001 ένορκη κατάθεση της προϊσταμένης του Τμήματος Ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, 6) το υπ' αριθ. ..... πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ, κατά το οποίο ελήφθη η απόφαση να μηνυθεί ο νυν μηνυτής για πλαστογραφία με χρήση των επίδικων τίτλων, 7) η από 21-11-01 σχετική μήνυση του Προέδρου του Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ σε βάρος του τελευταίου, 8) τα υπ' αριθμ. 7242/7-3-2005 πρακτικά και απόφαση του Στ' Τριμελούς Πλημ/κών Αθηνών, που επέβαλε στον μηνυτή την συνολική ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και πιστοποιητικού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αλλά και αυτής της παράβασης των άρθρων 8 και 22 του Ν. 1599/86 και 9) ένα διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου ΚΥΚΛΟΤΡΟ, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, με το οποίο διαφημίζονται οι πανεπιστημιακές σπουδές κυρίως στην Αγγλία και σε κάποιο σημείο του φυλλαδίου αναφέρεται ότι ο όμιλος αυτός παρέχει τις απαραίτητες υπηρεσίες εγγραφής σε Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, για την φαρμακευτική επιστήμη, με εκπαίδευση στην εν λόγω επιστήμη. Παρά ταύτα ο εκκαλών διατείνεται, ότι τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα δεν πλαστογραφήθηκαν από αυτόν, αλλά από τον ίδιο τον μηνυτή ή από άλλο πρόσωπο, που ενήργησε κατ' εντολή του, πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο μηνυτής τον επισκέφθηκε πράγματι στο φροντιστήριό του, ζητώντας του να τον βοηθήσει να μετεγγραφεί σε κάποιο Πανεπιστήμιο Ανατολικής Χώρας επειδή είχε ακούσει ότι εκεί οι εξετάσεις ήταν ευκολότερες. Εξήγησε τότε στον μηνυτή τον νόμιμο τρόπο, που θα ακολουθήσει και συγκεκριμένα ότι θα έπρεπε να σταλούν από το φροντιστήριό του, στην Βουλγαρία, όλα τα έγγραφα που κατείχε μέχρι τότε από την Ιταλία, να μεταφραστούν αυτά στο μεταφραστικό κέντρο Λοζάνοβα στη Σόφια, να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο ως φοιτητής να καταβληθούν τα δίδακτρα και αφού ερευνηθούν οι τίτλοι από καθηγητές του Πανεπιστημίου της Σόφιας, θα του ορίζονταν τα μαθήματα, τα οποία θα έπρεπε να εξεταστεί, μετά την ισοτιμία και την αναγνώριση των μαθημάτων, που είχε ήδη περατώσει στην Ιταλία. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από την εξέταση στην οποία προέβη ο ίδιος, των αποδεικτικών σπουδών του μηνυτή στην Ιταλία, διαπίστωσε ότι στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι της Ιταλίας, χρωστούσε μαθήματα και εργαστήρια και επειδή τα εν λόγω μαθήματα, σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, ήταν κατανεμημένα σε όλα τα έτη σπουδών, θα έπρεπε, για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις των μαθημάτων, να πληρωθούν τα δίδακτρα και των πέντε (5) ετών, ενώ θα έμενε σε εκκρεμότητα μόνο η πτυχιακή εργασία. Για τα ανωτέρω οικονομικά θέματα του παρέδωσε ένα πρόχειρο σημείωμα ανάλυσης του καταβλητέου συνολικού ποσού, δηλαδή στο σημείωμα αυτό ο εκκαλών διατείνεται ότι κατέγραψε το ποσό θα του στοιχίσουν τα 5 έτη σπουδών (5 Χ 5.000 = 25.000 δρχ.), ποσό θα του στοιχίζει το Ινστιτούτο Γλώσσας (2.000 δρχ.) και ποσό θα του στοιχίσει καθένα από τα μαθήματα που επρόκειτο να εξετασθεί (μαθήματα 8 Χ 2.000 - 16.000 δρχ.). Ότι περί τα μέσα Αυγούστου του 2000 ο μηνυτής του ζήτησε να διακόψουν τη συνεργασία τους, γιατί είχε βρει φθηνότερη διαδικασία, ζητώντας του παράλληλα να του επιστρέψει τα καταβληθέντα χρήματα σε δολλάρια, πράγμα που έγινε στις 21-8-00 με την παρουσία του μάρτυρα υπεράσπισης ΣΤ, ότι δεν σκέφθηκε να πάρει απόδειξη από τον μηνυτή, που θα αποδεικνύει την επιστροφή των ως άνω χρημάτων, διότι το θεώρησε απολύτως φυσιολογικό να του επιστρέψει τα χρήματα, αφού δεν προχώρησε η συμφωνία που είχαν κάνει και ότι μετά από δύο μήνες περίπου τον επισκέφθηκε εκ νέου ο μηνυτής στο φροντιστήριό του και του ζήτησε πληροφορίες για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, που πρέπει να έχει το γνήσιο πτυχίο της Σόφιας. Έτσι παρά το γεγονός ότι δεν του είπε ο μηνυτής τους λόγους για τους οποίους τα θέλει του έδωσε γραπτώς όλα τα ζητούμενα χαρακτηριστικά. Τέλος υποστηρίζει ότι η εναντίον του μήνυση είναι προσπάθεια του μηνυτή να ελαφρύνει τη θέση του, μεταθέτοντας αλλού τις ευθύνες, κυρίως ενόψει της τότε ποινικής δίκης που είχε στο Τριμελές Πλημ/κείο για την ίδια υπόθεση. Παρά ταύτα από το επισυναφθέν διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου που διατηρεί ο κατηγορούμενος, προκύπτει η άμεση διασύνδεση αυτού με τα Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, αποκλειστικά για τις ιατρικές και φαρμακευτικές σχολές, στοιχείο που αποδεικνύει τη γνώση του και την εμπειρία του για όλες τις παραμέτρους έκδοσης ενός πτυχίου φαρμακευτικές και τις διασυνδέσεις του με τους κατάλληλους προς τούτο ανθρώπους, καθώς και τη δυνατότητα αυτού να γνωρίζει εκ προτέρων τα εξωτερικά στοιχεία που πρέπει να φέρουν οι τίτλοι αυτοί, ώστε να επιτευχθεί η παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων για την γνησιότητά τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ημερομηνία 16-11-1999 που φέρουν οι ένδικοι τίτλοι σπουδών, τους ιδίους ως άνω ισχυρισμούς εκθέτει ο εκκαλών και στην έκθεση εφέσεώς του ζητώντας ή την συμπλήρωση της διαταχθείσης κυρίας ανακρίσεως προκειμένου να εξετασθούν ενδεικτικώς οι φοιτητές Δ και Ε, σχετικά με το γεγονός εάν είχαν προηγουμένως υπογράψει με τον ίδιο κάποιο συμφωνητικό σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας κλπ ή την εξαφάνιση του εκκαλουμένου βουλεύματος. Τέλος ζητάει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατ' άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ προκειμένου ο ίδιος μεν να παράσχει διευκρινήσεις σχετικώς με την ουσία της υπόθεσης και τη βασιμότητα της εφέσεώς του ο δε συνήγορός του να προβεί στην προφορική ανάπτυξη αυτής. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι δεν έχει δηλαδή διαπράξει το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ, είναι κατά την άποψή μας αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον ο μηνυτής ήταν αδύνατο να γνωρίζει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα γνήσιο πτυχίο του Πανεπιστημίου της Σόφιας.
Συνεπώς η κρινόμενη έφεση πρέπει ν'απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν πλήρως, ως δέχθηκε ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, το Συμβούλιο κατέληξε σε παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού επιτρεπτά αναφερόμενο, εξ' ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής πρότασης, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδηγούν στην ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του διωκόμενου εγκλήματος και επομένως την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, καθώς και τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' και 216 §§ 1, 3 του ΠΚ και τις οποίες εφάρμοσε το Συμβούλιο και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, το δε σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία επιτρεπτώς αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το βούλευμα, δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Η αιτίαση περί μη υπάρξεως ουσιαστικής δευτεροβαθμίου κρίσεως είναι αβάσιμη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στην παραπάνω πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό και δεν γίνεται απλή αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα ή στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο) πρόταση του Εισαγγελέως. Εξάλλου η αιτίαση που αναφέρεται στην απόρριψη του αιτήματος διενέργειας περαιτέρω ανάκρισης, όπως και οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', και δ', λόγοι της αναίρεσης, που αναφέρονται σε πλημμέλειες του βουλεύματος, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, προς έρευνα, άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία κακουργηματική. Ειδική αιτιολογία. Απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 595/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Απέργη, περί αναιρέσεως της 72157/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1497/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 72157/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 124876/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικασθεί ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών η οποία μετετράπη προς 1500 δρχ την ημέρα και χρηματική ποινή 150.000 δρχ. για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (Άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν. 86/67 σε συνδ.με το άρθρ.375 παρ. 1 Π.Κ.). Με την έφεσή του η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε λόγο που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε παρόντος δια πληρεξουσίου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: " Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας ήτοι 1) την κατάθεση του μάρτυρος και τα έγγραφα ήτοι την υπ' αριθμ. Πρωτ. ..... αναφορά του υποκαταστήματος ΙΚΑ Αιγάλεω προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών προς άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος του νύν εκκαλούντος 2) το από 2-9-1999 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος στον τότε κατηγορούμενο Χ που έγινε στην οδό ..... αριθμ. ... όπου και ευρέθη άγνωστος και 3) το από 23-2-2001 αποδεικτικό επιδόσεως προς τον ίδιο, της καθής η έφεση αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών στην ίδια διεύθυνση που από το έτος 1997 ήδη είχε δηλώσει ο εκκαλών στο ΙΚΑ ως μόνιμη κατοικία του, ενώ στη συνέχεια ουδεμία αλλαγή αυτής εδήλωσε προκύπτει ότι ορθώς και νομοτύπως επεδόθη η καθής η έφεση απόφαση 124876/1999 του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών στον εκκαλούντα στις 23-2-2001 οπότε η κρινομένη έφεση ασκηθείσα στις 10-5-2007 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπροθέσμου και απαραδέκτου απόφασης του δικαστηρίου, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Και αναφέρεται μεν στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε το από 22/11/2000 αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως του αστυφύλακα ..... προς τον κατηγορούμενο, πλην όμως δεν προσδιορίζεται περαιτέρω αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτό το αποδεικτικό, δεδομένου ότι στο πιο πάνω σκεπτικό γίνεται λόγος για "το από 23-2-2001 αποδεικτικό επίδοσης" και όχι για αποδεικτικό που αναγνώσθηκε που είναι το από 22-11-2000, ώστε η μνεία του απαραίτητου κατά τα προεκτεθέντα, αυτού στοιχείου (δηλαδή η αναφορά του επαρκώς προσδιορισμένου αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης) να αποτελέσει παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό, αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως, θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72157/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανεπάρκεια αιτιολογίας που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 593/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, κατοίκου ..... και 2. Χ2, κατοίκου ..... και 3. Χ3, κατοίκου ..... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Χ4. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ..... και 2. Ψ2, το γένος Α, κάτοικο ..... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Σεπτεμβρίου 2008 τρεις αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1621/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμούς 556/3.12.2008, 566Α/17.12.2008 και 13/16.1.2009, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Α) Εισαγ. προτ. αριθ. 556/3.12.2008:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 156,157,158/25-9-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και της Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ ουσία οι με αριθμ. 355 και 356/2006 εφέσεις των δύο πρώτων και ως απαράδεκτη η με αριθμ. 446/2006 έφεση της τρίτης κατά του με αριθμ. 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και για τούς τρείς και επί πλέον για ληστεία εις βάρος της τρίτης αναιρεσείουσας και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης του πρώτου και του δεύτερου (Χ1 και Χ2) έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορούμενους με δήλωση τους προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκαν οι με αριθμ. 156 και 157/ 25-9-2008 εκθέσεις αναίρεσης και της τρίτης με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της προς τον ίδιο Γραμματέα δυνάμει του με αριθμ. ..... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Παρασκευής Πετυχάκη-Κερκουλά το οποίο και επισυνάπτεται στην με αριθμ. 158/25-9-2008 έκθεση αναίρεσης και το οποίο μπορεί ν'αναφέρει ότι η πληρεξουσιότητα παρέχεται μόνο για την άσκηση αναίρεσης του με αριθμ. 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και όχι του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος πλην όμως πρέπει να κριθεί ότι με αυτό παρέχεται η εντολή και για την άσκηση και της υπό κρίση αναίρεσης γιατί περιλαμβάνει και την εντολή να ενεργήσει πάν το δέον μέχρι πέρατος της αναιρετικής διαδικασίας και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης - εκ πλαγίου παράβασης (άρθρ. 484 & 1 εδ ε. και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβληθέντες λόγοι αναίρεσης συνίστανται στο ότι: α) Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γιατί δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος, όπως επίσης σ'αυτό δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος των αναιρεσειόντων, όπως δεν διαλαμβάνει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η φερόμενη σαν απαχθείσα στερήθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο της ελευθερία της και την προστασία της πολιτείας καθώς και ότι τελούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο των αναιρεσειόντων όπως επίσης δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι επί της απαχθείσας ασκήθηκε βία. β) Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 322 ΠΚ λόγω του ότι η φερόμενη σαν απαχθείσα μετά την απομάκρυνση της από τον τόπο που εγκαταβίωνε εισήχθη σε νοσηλευτικό ίδρυμα για νοσηλεία και δεν τελούσε υπό κατάσταση ''ομηρίας '' και περαιτέρω ότι σ'αυτό εκτίθεται αντιφατικά ότι σκοπός των αναιρεσειόντων ήταν να εξασφαλίσουν την διατήρηση της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσείοντα ως πληρεξουσίου της αρπαγείσας και για να επιτύχει την από μέρους της αναγνώριση ως δικαιολογημένης της δαπάνης του ποσού των 36.900 ευρώ για το οποίο είχε κατατεθεί από μέρους της αρπαγείσας σχετική μήνυση κατ'αυτού για υπεξαίρεση ενώ για το ποσό αυτό αυτός δεν είχε κατηγορηθεί.
Από το άρθρο 322 Π.Κ., όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το αρ. 10 του Ν. 410/76, προκύπτει ότι η βασική μορφή του, που τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη, στοιχειοθετείται, όταν ο δράστης απάγει ή συλλαμβάνει ή κατακρατεί κάποιον, υπό συνθήκες ώστε το απαγόμενο, συλλαμβανόμενο ή κατακρατούμενο πρόσωπο να στερείται της προστασίας της πολιτείας, ή περιάγει κάποιον σε ομηρία, ή σε κάθε άλλη παρόμοια (με την ομηρία) στέρηση της ελευθερίας του Στοιχεία του εγκλήματος της αρπαγής είναι η σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση άλλου, έτσι ώστε να τον αποστερεί από την προστασία της πολιτείας, β) η επίτευξη της σύλληψης κ.λ.π. να έγινε με απάτη ή βία ή απειλή βίας, ως βίας νοουμένης τόσο της σωματικής, όσο και της ψυχολογικής με τη άσκηση της οποίας κάμπτεται η ελεύθερη βούληση και η ικανότητα αντιστάσεως του θύματος και γ) δόλος που καταλαμβάνει τόσο τη σύλληψη, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της πολιτείας. Μία εκ των δύο διακεκριμένων μορφών του εν λόγω εγκλήματος στοιχειοθετείται με την προσθήκη του υπερχειλούς δόλου του εξαναγκασμού του παθόντος είτε τρίτου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποίαν δεν έχει υποχρέωση, οπότε απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που να τον αποκόπτει από τις ομαλές συνθήκες διαβίωσης και απομάκρυνσή του σε μέρος όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας και υπαγωγή του απαχθέντα στην διάθεση του δράστη προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. (ΑΠ 1722/2007, ΑΠ 386/2007, ΑΠ 1305/2005, ΑΠ 735/2000). Υπό την έννοια αυτή αρπαγή τελείται τόσο κατά την περίπτωση κατά την οποία ο αρπαγείς στερείται της δυνατότητας να έχει πρόσβαση και επικοινωνία , τόσο με τις αρχές, όσο και με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος που αυτός είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει όσο και κατά την περίπτωση κατά την οποία οι Δημόσιες Αρχές και τα όργανα της πολιτείας τα εντεταλμένα για την περιφρούρηση της ελευθερίας των ατόμων αλλά και τα πρόσωπα τα οποία ο υπό αρπαγή τελών είχε επιλέξει να διαμένει αποκλείονται καθ'οιονδήποτε τρόπο της επικοινωνίας και της ευχερούς πρόσβασης προς τον απαχθέντα, λόγω της νέας δημιουργηθείσας από τους απαγωγείς κατάστασης απομάκρυνσης, απόκρυψης και απομόνωσης του ατόμου αυτού από τις Δημόσιες αρχές και τα παραπάνω πρόσωπα μετά των οποίων με ελεύθερη βούληση και επιλογή ο απαχθείς μέχρι τη απαγωγή του διέμενε. Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε..,όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου αρκούντος του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και όχι πλήρης απόδειξης γεγονός το οποίο απαιτείται για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. Εκ πλαγίου δε παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν στις διατάξεις του νόμου Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι: H Ψ2 το γένος Α μετά τον θάνατο του συζύγου της εγκαταστάθηκε και διέμεινε στην Αθήνα στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1 με την οποία συνδεόταν με μακρόχρονη φιλία αρχικά μαζί της και στην συνέχεια και αφού για τις ανάγκες περιποίησης της η Ψ1 προσέλαβε ως οικιακή βοηθό την Βουλγαρικής καταγωγής Χ3 σε διαμέρισμα επί της οδού ..... ενώ η Ψ1 μετακόμισε στο άλλο διαμέρισμα της στην οδό ..... και μετά τον Ιούνιο του 2003 μετακόμισε στό επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1. Την διαχείριση της περιουσίας της η οποία ήταν σημαντική λόγω της κατάστασης της υγείας της και της αδυναμίας να την διαχειριστεί η παραπάνω την είχε αναθέσει στην Ψ1 την οποία και με διαθήκη της στην Ελβετία την είχε ορίσει και κληρονόμο της. Κατά τον Φεβρουάριο 2002 οι Β, Γ και Δ συγγενείς της Ψ2 κοινοποίησαν στην Ψ1 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία και την καλούσαν ν'αποφύγει κάθε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της Ψ2 όπως και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της. Προς αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων από την παραπάνω εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος διογκώνοντας τους σχετικούς κινδύνους τις έπεισε ότι αφ'ενός μπορούσε να τις προφυλάξει και αφ'ετέρου έπρεπε για τον σκοπό αυτό να του αναθέσουν την επιμέλεια και την διαχείριση της περιουσίας της Ψ2 η οποία εκτός των διαφόρων ακινήτων περιλάμβανε και καταθέσεις χρημάτων σε Τράπεζες, και για τον σκοπό αυτό υπογράφηκε σχετικό εργολαβικό δίκης για υπόθεση μη προσδιοριζόμενη,όπως επίσης του δόθηκε και το με αριθμ. ..... πληρεξούσιο. Με το πληρεξούσιο αυτό ο πρώτος αναιρεσείων προέβη σε συστηματική αφαίμαξη του λογαριασμού της Ψ2 που τηρούσε στην Citibank ..... αναλαμβάνοντας σε συντομότατο χρονικό διάστημα, από 5-3-2003 έως 24-6-2003 τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895 ευρώ το οποίο το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Μετά ταύτα και εν όψει αυτής της συμπεριφοράς η Ψ2 ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα και του απαγορεύθηκε να εισέρχεται στο διαμέρισμα της και στην συνέχεια η Ψ2 μετακόμισε στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1 και παράλληλα κατατέθηκε και σχετική μήνυση κατά των πρώτου κα δευτέρου αναιρεσειόντων για διάφορες πράξεις μεταξύ των οποίων και για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και αναφορά στον Δικηγορικό σύλλογο συνεπεία των οποίων με τις με αριθμ. 293/2003 και 90/2005 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών του επιβλήθηκε ποινή αργίας 6 μηνών για τις πράξεις που λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτές και αφορούν την συμπεριφορά του έναντι των της Ψ1 και της Ψ2.
Ο πρώτος αναιρεσείων όμως δεν αποδέχθηκε την απομάκρυνση του από τον χειρισμό και την διαχείριση της περιουσίας της Ψ2 και παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου και την σχετική απαγόρευση εισόδου στα διαμέρισμα της επιδίωξε τον οπωσδήποτε προσεταιρισμό της επιλέγοντας την τακτική της κοινοποίησης πλήθους εξωδίκων προσκλήσεων όπως και ότι μαζί με τον δεύτερο αναιρεσείοντα προσπάθησαν να τη θέσουν υπό την επιρροή τους ώστε να καταφέρουν να αποσύρει την σχετική εναντίον τους μήνυση. Για τον σκοπό αυτό παρακολουθούσαν το επί της οδού ..... διαμέρισμα στο οποίο διέμενε αν και προς τούτο δεν είχαν κανένα δικαίωμα και προσεταιρίστηκαν και την οικιακή βοηθό των Ψ1 και της Ψ2, τρίτη αναιρεσείουσα, που περιποιούνται τις δύο ηλικιωμένες καιροφυλακτώντας και σχεδιάζοντας τρόπο για την εξουδετέρωση της Ψ1. 'Ετσι περί την 23.00 της 12-10-2003. η τρίτη αναιρεσείουσα έριξε υπνωτικό στο καφέ της Ψ1 και αφού ειδοποίησε τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες τους άνοιξε και παρά την κάποια αντίσταση και την διαμαρτυρία της Ψ2 λόγω της κατάστασης της, όπως προκύπτει από την φράση '' που με πηγαίνετε που με πάτε '' την επιβίβασαν σε ασθενοφόρο και την μετέφεραν αρχικά στην '' Ευρωκλινικη Αθηνών'' και στην οποία τις έγιναν εξετάσεις χωρίς να διαπιστωθεί τίποτε το αξιόλογο, όπου παρέμεινε με δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντα επί 24ωρο και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο κλινική ''Τίμιος Σταυρός'' και όχι στο σπίτι της αφού δεν είχε τίποτε το αξιόλογο, όπου και ανευρέθη από αστυνομικά όργανα τα οποία είχαν κινητοποιηθεί μετά την σχετική μήνυση και την αναζητούσαν, μετά την σχετική μήνυση για αρπαγή που κατέθεσε η Ψ1 και για την ληστεία και την αφαίρεση χρημάτων που διαπίστωσε ότι είχε κάνει η τρίτη αναιρεσείουσα. Ο πρώτος αναιρεσείων το πρωί της 13-10-2003 προκειμένου να προλάβει την σχετική κατ'αυτού καταγγελία για τις παραπάνω πράξεις ανακοίνωσε τόσο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών όσο και στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής ότι σε περίπτωση αναζήτησης της Ψ2 οι αρχές αυτές έπρεπε να γνωρίζουν ότι η Ψ2 βρισκόταν μαζί του χωρίς όμως να προσδιορίζει το μέρος που βρισκόταν και η οποία ανευρέθηκε μετά από αναζητήσεις αστυνομικών οργάνων σε άλλη κλινική από την πρώτη από την οποία είχε λάβει εξιτήριο γιατί όπως προκύπτει από σχετικό πιστοποιητικό δεν είχε τίποτε το κλινικά αξιοποιήσιμο και στην οποία δεύτερη κλινική εισήχθη από τον πρώτο αναιρεσείοντα, μή δικαιούμενον στην ενέργεια αυτή αφού δεν είχε καμιά δικαιοδοσία πηγάζουσα από συγγενική ή άλλου είδους έννομη σχέση αλλά και χωρίς να προκύπτει αποχρών λόγος αφού με βάση την προηγούμενη γνωμάτευση δεν είχε τίποτε το αξιόλογου όπως αναφέρεται και παραπάνω.
Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται σκέψεις με το ότι οι αναιρεσείοντες πρώτος και δεύτερος ενήργησαν όπως ενήργησαν από κοινού δρώντας με την τρίτη αναιρεσείουσα η οποία βαρύνεται και με την πράξη της ληστείας για την οποία στην αναίρεση της δεν προβάλει κανένα ισχυρισμό, για να επιτύχουν να αποκτήσουν την επιρροή επί της Ψ2 ώστε να επιτύχουν να αποσυρθεί η εναντίον τους μήνυση, γεγονός το οποίο πέτυχαν αφού όπως προκύπτει ο πρώτος αναιρεσείων εμφάνισε στην ανακρίτρια που χειρίζεται την σχετική δικογραφία την με ημερομηνία 16-10-2003 δήλωση της Ψ2 από την οποία προκύπτει ότι αυτή εγκρίνει δαπάνες ύψους 39.911 ευρώ που αποτελούν μέρος του μεγαλυτέρου ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στην Τράπεζα και το οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων το είχε αναλάβει και για το οποίο εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία για κακουργηματική υπεξαίρεση και ότι τον ευχαριστεί που ήταν δικηγόρος της και τον παρακαλεί να συνεχίσει ναι είναι δικηγόρος της. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, όπως επίσης εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων. 'Οσον αφορά το αίτημα των αναιρεσειόντων για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τις απολογίες τους τα απολογητικά τους υπομνήματα στα διάφορα στάδια της υπό κρίση δικογραφίας η οποία κρίνεται από το Συμβούλιό σας μετ'αναίρεση του προηγουμένου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επαρκώς έχουν προβάλλει τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και επιχειρήματα και ως εκ τούτου το αίτημά τους πρέπει ν'απορριφθεί.
Δια ταύτα Προτείνω όπως:
Α Να απορριφθουν οι με την με αριθμ. 156,157,158/25-9-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και της Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών,
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα την 30-11-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Β) Εισαγ. προτ. Αριθμ. 556Α/17.12.2008:
Σε συνέχεια της με αριθμ. 556/3-12-2008 πρότασής μας επί της με αριθμ. 156/25-9-2008 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη, εισάγω το με ημερομηνία 11-12-2008 υπόμνημα - αίτηση του Χ1 με την οποία μεταξύ των άλλων ζητά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας.
Η αίτησή του έχουσα περιεχόμενο την εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας να παραστεί αυτοπροσώπως, πρέπει ν' απορριφθεί γιατί ο αιτών κατά τα διάφορα στάδια της προδικασίας, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων και των δευτεροβαθμίων Συμβουλίων αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου σας, αφού η κατ'αυτής υπόθεση εισάγεται στο Συμβούλιό σας μετ'αναίρεση επαρκώς με την απολογία του και τα υπομνήματα προέβαλλε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές του θέσεις.
Διά ταύτα προτείνω
Ν' απορριφθεί το αίτημα του Χ1για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό σας κατά την συζήτηση της με αριθμ. 556/3-12-2008 πρότασής μας επί της με αριθμ. 156/2008 αναίρεσής του κατά του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μαζί με τους Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη.
Αθήνα την 16-12-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Γ) Εισαγ. πρότ.αριθμ. 13/16.1.2009:
Σε συνέχεια της με αριθμ. 556/19-6-2008 πρότασης μας επί της με αριθμ. 156/25-9-2008 αίτησης αναίρεσης του Χ1 που παραπέμπεται μαζί με τους, Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και οι τρεις και για ληστεία η τρίτη και την με ημερομηνία 4-5-2008 αίτηση του Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο σας για την οποία προέτεινα την απόρριψή της για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτήν εισάγω την με ημερομηνία 5-1-2009 αίτησή του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και αναφέρω τα παρακάτω. Η αίτησή του αυτή είναι η τρίτη κατά σειρά, η μία ενσωματώνεται στην αναίρεση της οποία άσκησε και για την οποία έγινε πρόταση σχετική με την πρόταση μας επί της αναίρεσης την οποία άσκησε και η δεύτερη αυτοτελής για την οποία υποβλήθηκε σχετική πρόταση και για τις οποίες πρότεινα την απόρριψη τους για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτές. Με την υπό κρίση αίτηση του επαναλαμβάνοντας το αυτό αίτημα ζητά αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο σας προκειμένου να αναπτύξει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα του και η οποία αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί αφού ο αιτών κατά τα διάφορα στάδια της προδικασίας με την απολογία του και τα υπομνήματα του ενώπιον του Ανακριτή και των αρμοδίων Συμβουλίων, μεταξύ των οποίων και το Συμβούλιο σας αφού η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών το οποίο εκδόθηκε μετά από γενομένη δεκτή αναίρεση κατά προηγουμένου ομοίου βουλεύματος επαρκώς προέβαλλε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές του θέσεις.
Δια ταύτα προτείνω
Ν'απορριφθεί το αίτημα του Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο σας κατά την συζήτηση τής με αριθμ. 556/19-6-2008 πρότασης μας επί της με αριθμ. 156/2008 αναίρεσης του κατά του με αριθμ. 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών.
Αθήνα την 15-1-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 156/25-9-2008, 157/25-9-2008 και 158/25-9-2008 157/ αναιρέσεις (εκθέσεις) qναιρέσεις των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) της Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί, πλην της τρίτης, νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.2 και 42 παρ. 2β του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησής του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσαρτώμενο στην 158/25-9-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ3, ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη - Κέρχουλα η ανωτέρω αναιρεσείουσα παρέχει στην δικηγόρο Αθηνών Ελένη Κομπότη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα "να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμόν 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών εις το οποίο φέρομαι ως κατηγορουμένη". Επίσης με το αυτό πληρεξούσιο η αναιρεσείουσα παρέχει στην εν λόγω δικηγόρο την εντολή "να πράξει το δέον" μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου επί της υπό κρίση κατηγορίας και μέχρι πέρατος της όλης διαδικασίας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την πιο πάνω δικηγόρο ως πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, το οποίο επισυνάφθηκε στο έγγραφο της αναίρεσης. Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δίδεται η ειδική εντολή για την άσκηση αναίρεσης μόνο κατά του 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και όχι κατά του προσβαλλόμενου με αναίρεση 1233/2008 βουλεύματος του αυτού Συμβουλίου. Η παρεχόμενη δε με τον πιο πάνω πληρεξούσιο γενική πληρεξουσιότητα στην εν λόγω δικηγόρο "να πράξει το δέον μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα", δεν αρκεί, αφού δεν γίνεται ειδικά λόγος για την άσκηση άλλων ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν και τα εξής: Η 158/25-9-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ3, στρέφεται κατά του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την 446/18-10-2006 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 2117/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Eπιπλέον πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι προσβαλλόμενοι από την εν λόγω αναιρεσείουσα λόγοι αναίρεσης, δεν αφορούν την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της έφεσή της, όπως κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά την παραπομπή αυτής με το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα. Επομένως, ανεξαρτήτως τούτων, η κρινόμενη αίτηση που ασκήθηκε από αντιπρόσωπο, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο ειδική εντολή, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ να απορριφθεί, προεχόντως για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
III. Οι αναιρεσείοντες με τις εμπεριεχόμενες στα δικόγραφα των εκθέσεων αναιρέσεως αιτήσεις τους, ο πρώτος δε τούτων και με τις από 11/12/2008 και 5/1/2009 διαδοχικές αιτήσεις του, ζητούν την εμφάνισή τους στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου "προς παροχή διευκρινίσεων και εξηγήσεων και για την ορθότερη ανάπτυξη των λόγων της αναίρεσης". Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσία αβάσιμες, αφού με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ο πρώτος δε τούτων και με τα αλλεπάλληλα υπομνήματα που κατέθεσε, εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις τους και οι ισχυρισμοί τους αναπτύσσονται επαρκώς σε αυτά, ενώ, εξάλλου, με τις κρινόμενες αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη αυτών εμφάνιση δεν προσδιορίζουν και δεν εξειδικεύουν, πλέον εκείνων που εξαντλητικώς ήδη έχουν εκθέσει, για ποία θέματα ζητούν να παράσχουν επιπλέον διευκρινήσεις που να αφορούν μόνον στους προβαλλόμενους υπ' αυτών λόγους αναιρέσεως και όχι την ουσία της υποθέσεως.
ΙV. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2117/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και επί πλέον παρέπεμψε την τρίτη αναιρεσείουσα Χ3 για ληστεία (άρθρα 45, 322 εδ.β περ.β, 380 παρ.1 ΠΚ) . Μετά από έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 37/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προβαλλόμενο 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε, την μεν έφεση της τρίτης αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), τις δε άλλες δύο εφέσεις του πρώτου και δευτέρου των ήδη αναιρεσειόντων, τις απέρριψε κατ' ουσία και επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.
V. Κατά το άρθρο 322 του ΠΚ, "όποιος με απάτη ή βία, ή με απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1 ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της Πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος δε περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στην διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. Εξάλλου από το άρθρ 45 ΠΚ συνάγεται, ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας να θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και κάποιος άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου, η δε σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από καθένα πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
VΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με δικές του αποκλειστικά σκέψεις μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα (ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και το 348/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καθώς και όλες οι αιτήσεις των κατηγορουμένων περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως που υποβλήθηκαν πριν και μετά την έκδοση του αναιρετικού βουλεύματος) και τις απολογίας των κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η Ψ2 (παθούσα) ήταν οικογενειακή φίλη της Ψ1 (εγκαλούσα) από το έτος 1967. Το ζεύγος Ψ2 διέμενε στην Θεσσαλονίκη μέχρι το έτος 1985 και ακολούθως εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και ερχόταν περιστασιακά στην Ελλάδα, ενώ διατηρήθηκαν οι φιλικές σχέσεις που είχε το ζεύγος με την Ψ1 η οποία τους επισκεπτόταν στην Γενεύη. Το έτος 1997 απεβίωσε ο σύζυγος της Ψ2, η οποία παρέμεινε στην Ελβετία μέχρι το έτος 2001, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα. Η Ψ2, μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα, διέμενε αρχικά με την φίλη της Ψ1 στην Αθήνα στην οδό ..... για λίγους μήνες. Κατόπιν η Ψ1 προσέλαβε για τις ανάγκες τους οικιακή βοηθό και εγκατέστησε την Ψ2 μετά της οικιακής βοηθού σε άλλο διαμέρισμα, στην οδό ..... στην Αθήνα, ενώ η ίδια παρέμεινε αρχικά στο διαμέρισμα της οδού ..... και ακολούθως κατά τον Μάρτιο του 2002, μετακόμισε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ..... . Από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2002 η Ψ1 εγκατέστησε εκ νέου την Ψ2 στο διαμέρισμα επί της οδού ....., μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2003, που η τελευταία εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της οδού ....., όπου και διέμενε έκτοτε με την φίλη της Ψ1. Κατά τον Φεβρουάριο του 2002, συγγενείς της Ψ2 και δη ο Β, Γ και Δ, κοινοποίησαν στην Ψ1 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσαν να απέχει από πράξεις που περιέχουν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της Ψ2. Μετά την κοινοποίηση του εν λόγω εξωδίκου και προκειμένου να δοθεί η σχετική απάντηση στους ως άνω συγγενείς, οι δύο γυναίκες προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον κατηγορούμενο Χ1 ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την σχέση εμπιστοσύνης και εξαρτήσεως που έντεχνα καλλιέργησε στις ανωτέρω, διογκώνοντας τον "κίνδυνο" από τις δικαστικές ενέργειες των αντιδίκων και διαβεβαιώνοντας αυτές ότι μόνον αυτός μπορούσε να τις προφυλάξει, έπεισε την Ψ1, η οποία ως νεώτερη είχε την επιμέλεια της Ψ2, που τελούσε σε χηρεία, ότι για λόγους προστασίας και των δυο τους έπρεπε να του αναθέσει την "επιμέλεια και διαχείριση" της περιουσίας της Ψ2, που περιελάμβανε καταθέσεις χρημάτων στις Τράπεζες CITIBANK-.....και DISCOUNT BANK Γενεύης και προς το σκοπό αυτό συνέταξε και παρέπεισε την Ψ1 να υπογράψει το παρ' αυτού συνταγέν από 29.11.2002 "εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριον" με το οποίο αυτή του ανέθετε κατ' αποκλειστικότητα χειρισμό υποθέσεως (που δεν κατονομάζεται), την εξουσία και την ανέκκλητη πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες" για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της πρώτης συμβαλλόμενης και της Ψ2 ... ", προσδιορίζοντας ως αμοιβή του ποσοστό 17% επί της αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων της Ψ2 "εις είδος ή χρήματα" και καθιστώντας (δια του εργολαβικού) τον εαυτό του κατά το ποσοστό αυτό εξ αρχής συνδικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων διαλαμβάνοντας στο εργολαβικό ότι "η πρώτη των συμβαλλομένων εκχωρεί δια του παρόντος οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσόν εις το ποσοστό, της αμοιβής του 17% στο δεύτερον των συμβαλλομένων. Στα πλαίσια της εντολής αυτής ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος έπεισε τόσον την Ψ2 όσο και την Ψ1 με ψευδείς παραστάσεις ότι προέβη σε διάφορες διαδικαστικές πράξεις, που λεπτομερώς αναφέρονται στις υπ' αριθμ. 293/2003 και 90/2005 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δια της τελευταίας μάλιστα, εκδοθείσης κατ' έφεση της πρώτης, επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή της αργίας των έξη (6) μηνών, ότε, κατόπιν και του υπ' αριθμ. ..... πληρεξουσίου ο παραπάνω κατηγορούμενος προέβη σε συστηματική αφαίμαξη του με αριθμό .....Τραπεζιτικού λογαριασμού της Ψ2 στην CΙΤΙΒΑΝΚ ....., αναλαμβάνοντας κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2003 μέχρι και 24.6.2003, τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895,00 Ευρώ, το οποίο 15 αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ακολούθως, η Ψ2 με την υπ' αριθ. ..... Συμβολαιογραφική πράξη, ανακάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον ως άνω κατηγορούμενο Χ1 και στη συνέχεια απαγόρευσαν σ' αυτόν να εισέρχεται στο διαμέρισμα τους και ακολούθως μετακόμισε στο επί της οδού ..... διαμέρισμα της Ψ1, όπου έκτοτε διέμεναν. Παράλληλα, μετά από έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών της Ψ2 και την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατήγγειλαν αυτόν στο Δικηγορικό Σύλλογο, από το αρμόδιο Συμβούλιο του οποίου εκδόθηκαν οι προδιαληφθείσες αποφάσεις. Επίσης δε με την από 3. 7.2003 μήνυση των Ψ1 και Ψ2 προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών καταγγέλθηκαν μεταξύ των άλλων και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι (Χ1 - Χ2) καθώς και η Χ4 για σειρά αξιοποίνων πράξεων - μεταξύ των άλλων - της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και απόπειρα διατάραξης οικιακής ειρήνης, με αφορμή της οποία (μήνυση) ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος Χ2 γνώρισε τυχαία την εκ των κατηγορουμένων Χ3 κατά το έτος 2001, όπως ισχυρίζεται, που είχε προσληφθεί ως οικιακή βοηθός των παραπάνω δύο γυναικών (Ψ1 και Ψ2) και έκτοτε έδειχνε ενδιαφέρον για την ηλικιωμένη γυναίκα, στην συνέχεια δε ο κατηγορούμενος Χ1 προσέλαβε αυτόν έναντι αμοιβής 600 ευρώ, προκειμένου να μεταφέρει με το Δ.Χ.Φ αυτοκίνητό του την παθούσα Ψ2 στους περιπάτους της, ενώ η κατηγορούμενη Χ4 απασχολήθηκε ως συνοδός της επί τρίωρο ημερησίως και για τέσσερις ημέρες της εβδομάδας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως την 19.6.2003, έναντι αμοιβής 450 ευρω το μήνα. Όμως ο κατηγορούμενος Χ1, δεν απεδέχθηκε την απομάκρυνση του από την Ψ2 και μαζί με τους συγκατηγορούμενούς του Χ2 και Χ4, επεδίωκε να την θέσουν υπό την επιρροή τους ώστε να την καταστήσουν πειθήνιο όργανο και καταφέρουν ν' αποσύρει την από 3.7.2003 μήνυση, που κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ενόψει αυτού, καθημερινά σχεδόν παρακολουθούσαν το διαμέρισμα της οδού ....., όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο γυναίκες και η οικιακή βοηθός, ενώ ο Χ1 κοινοποιούσε στην Ψ2 και Ψ1 σωρεία εξώδικων. Η Χ4 έδινε γραπτές αναφορές στον Χ1 για όσα διαπίστωνε κατά την παρακολούθηση. Ειδικότερα, κατά την 11.10.2003, στην αναφορά της προς τον Χ1 η Χ4 αναφέρει μεταξύ των άλλων: "... Ο Χ1 θα είναι το βράδυ μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι, θα είναι σε τηλεφωνική επαφή ανά μισάωρο με την Χ3 (δηλ. την οικιακή βοηθό), δεν πρόκειται να κουνηθεί ούτε η Χ3 ούτε ο Χ1 να ξημερώσει και αύριο θα τη πάρουμε να την πάμε στην κλινική". Σύμφωνα με τις από από 13.10.2003, 17.10.2003, 27.10.2003, 14.11.2003 και 3.6.200 ένορκες καταθέσεις της Ψ1, κατά την 12.10.2003 το βράδυ η οικιακή βοηθός Χ3 έριξε υπνωτικό στον καφέ της με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτή σε κατάσταση υπνώσεως. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την παρουσία της οικιακής βοηθού μέσα στο δωμάτιο της και στη συνέχεια άκουσε τη φωνή της Ψ2 να λέει "που με πηγαίνετε, που πάμε". Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και είδε την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ανοιχτή και έξω την Ψ2 να μεταφέρεται υποβασταζόμενη από την οικιακή βοηθό, το Χ1 και το Χ2, πλην όμως δεν είχε δυνάμεις να αντιδράσει και έπεσε σε λήθαργο μέχρι το πρωί. Το επόμενο πρωί στις 8.00 η ώρα ξύπνησε και συνειδητοποίησε την απουσία της Ψ2 και της οικιακής βοηθού, διαπίστωσε ότι η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και ότι έλειπαν έξη χιλιάδες (6.000) ευρώ από την τσάντα της, που είχε στο δωμάτιο της, τηλεφώνησε δε άμεσα στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε το γεγονός. Από την από 21-10-2003 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως, στην οποία υποβλήθηκε κατά την 13.10.2003 η Ψ1 προκύπτει ότι στο δείγμα ούρων της ανιχνεύθηκε η ουσία διαζεπάμη, που αποτελεί ηρεμιστικό. Όπως προκύπτει από το από 21-10-2003 έγγραφο της ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, η Ψ2 προσήλθε στην άνω κλινική κατά την 13.10.2003 και ώρα 02:01 πμ και την υπεύθυνη δήλωση για ανάληψη της κάλυψης των εξόδων νοσηλείας της είχε υπογράψει ο Χ1. Η Ψ2 δηλώθηκε κατά την εισαγωγή της όχι με το όνομα Ψ2, αλλά με το πατρικό της επώνυμο Ψ2-Α και διεύθυνση κατοικίας ....., όπου στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του Χ1. Η Ψ2 εισήχθη στην παραπάνω κλινική χωρίς τη θέλησή της αργά το βράδυ χωρίς η ίδια να έχει εκδηλώσει επιθυμία εισαγωγής της και χωρίς να συντρέχει κάποιος άμεσος λόγος νοσηλείας της και πήρε εξιτήριο από την εν λόγω κλινική στις 16.00 η ώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπότε και μεταφέρθηκε στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Η αστυνομία εντόπισε την Ψ2, μετά από επίμονες έρευνες, στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατά την 17.10.2003. Εν τω μεταξύ, κατά την 16.10.2003 η Ψ2φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από- 14.3.2003 μέχρι 15.10.2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ. Εκτός αυτού, κατά την 14.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ό,τι έκανε γι' αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της. Στην από 3.11.2003 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της Ανακρίτριας Αθηνών, η Ψ2, αναφέρει ότι "Από το σπίτι με πήραν νύχτα ... Η Βέτα είναι φίλη μου και την αγαπάω πολύ. Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Χ1. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά ... Με πήραν με το ζόρι. Ούτε κατάλαβα πώς με πήραν από το σπίτι. Δεν μου είπαν πού με πάνε". Ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίστηκε ότι, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά τα μεσάνυχτα της 12.10.2003 από κάποιο συγγενικό πρόσωπο της οικιακής βοηθού, το οποίο δεν κατονομάζει, ότι η Ψ2 πονούσε και ότι θα μεταφερόταν στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ, ο ίδιος δε προσήλθε στην άνω κλινική στις 02:00 τα ξημερώματα της 13.10.2003, προσκομίζοντας την ταυτότητα της. Κατά την 06:20 η ώρα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Ψ2 βρίσκεται μαζί του και ότι έφυγε οικειοθελώς αττό το διαμέρισμα της οδού ....., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13.10. 2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με φαξ έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Ψ2 βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Σε καμία από τις παραπάνω αναφορές του ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αποκάλυπτε τον τόπο όπου βρισκόταν η Ψ2. Ο δεύτερος - κατηγορούμενος κατά την απολογία του, αρνήθηκε - ένορκη κατάθεση ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Αθηνών- οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίσθηκε ότι την νύκτα της 12/13.10.2003 βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του στο ..... . Η τρίτη κατηγορούμενη αρνείται επίσης τη συμμετοχή της στην αρπαγή της Ψ2 και ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε την εισαγωγή της τελευταίας στην κλινική το απόγευμα της 13.10.2003 από τον πρώτο κατηγορούμενο, οπότε και προσήλθε μετά από προτροπή του ιδίου στην κλινική. Η τέταρτη κατηγορουμένη Χ3 αρνούμενη επίσης την κατηγορία, εγκατέλειψε την Ελλάδα αμέσως μετά την εισαγωγή της Ψ2 στην κλινική, χωρίς βεβαίως να ενημερώσει τις αρχές για τον ακριβή τόπο της διαμονής ή της κατοικίας της. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, στις 12/13.10.2003 η οικιακή βοηθός Χ3 περιήγαγε την Ψ1 σε κατάσταση ύπνωσης και ανικανότητας για αντίσταση με τη χορήγηση σ' αυτήν ηρεμιστικού και αφαίρεσε από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, προκειμένου να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού με βία κάνοντας χρήση των σωματικών τους δυνάμεων και χωρίς τη θέληση της παθούσας Ψ2 την απομάκρυναν βίαια από την κατοικία της και την μετέφεραν αργά την νύχτα στην κλινική ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΟΝ χωρίς να υπάρχει λόγος και ακολούθως από εκεί την μετέφεραν στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ κάνοντας μάλιστα χρήση του επώνυμου "Α" και όχι του χρησιμοποιούμενου από αυτήν "Ψ2". Οι αρμόδιες κρατικές αρχές (αστυνομικές και δικαστικές αρχές) δεν γνώριζαν που βρίσκονταν η Ψ2 μέχρι την 17.10.2003, που την ανακάλυψαν οι αστυνομικοί μετά από επίμονες έρευνες. Ας σημειωθεί ότι η παθούσα κατά το χρονικό διάστημα της αρπαγής της φέρεται ότι υπέγραψε την από 16.10.2003 ημερομηνία δήλωση-βεβαίωση με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, την οποία (δήλωση) ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε, προσκομίζοντας την κατά την απολογία του ως κατηγορούμενος για κακουργηματική υπεξαίρεση. Κατά το χρονικό διάστημα από 13.10.2003 μέχρι 17.10-2003 αυτή απομακρύνθηκε χωρίς την θέληση από την κατοικία της, τέθηκε δε υπό την εξουσία των κατηγορουμένων, καταστάσα πειθήνιο όργανο τους χωρίς δυνατότητα αντιδράσεως και έτσι στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας. Οι κατηγορούμενοι είχαν απαγορεύσει στην παθούσα να έχει οποιαδήποτε επαφή με την Ψ1 με την οποία αυτή ζούσε και η οποία είχε την επιμέλεια της καθώς και με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και επίσης οι ίδιοι παρά το ότι είχαν απομακρύνει με τη βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ψ1, αλλά και ούτε τις παραπάνω Αρχές, μετακινώντας μάλιστα αυτή από την πρώτη κλινική στη δεύτερη ώστε να μην είναι ευχερής ο εντοπισμός της παθούσας. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα παραπάνω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής ότι στις 12/13.10.2003, οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ4 και Χ3, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, απήγαγαν με βία την Ψ2 στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ και στη συνέχεια στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατακρατώντας την παράνομα μέχρι την 17.10.2003, έτσι ώστε να την αποστερήσουν από την προστασία της πολιτείας με σκοπό να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3.7.2003 (Α.Β.Μ. Α2003/2513) μήνυση, η οποία κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί νόμιμα από τα δικαιούμενα πρόσωπα και δη από την Ψ1 και Ψ2 και στρεφόταν - μεταξύ των άλλων - και κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων (Χ1 και Χ2) και της Χ4. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι η παθούσα εισήχθη με την θέληση της στις άνω κλινικές αποκλειστικά για νοσηλεία και ότι αυτή νοσηλευόμενη δεν στερήθηκε της προστασίας της πολιτείας κατά το χρονικό διάστημα από 13.10.2003 μέχρι 17.10.2003 είναι αβάσιμοι. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κατά το χρόνο της απαγωγής στερούνταν οποιασδήποτε διαχειριστικής εξουσίας της περιουσίας της Ψ2 (βλ. την ως άνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. ..... πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, με την οποία ανακάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που επιδόθηκε σ' αυτόν κατά την 23.6.2003) έχει παραπεμφθεί με το υπ' αριθμ. 348/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ σε βάρος της Ψ1 και της Ψ2 και β) της υπεξαίρεσης κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και τα οποία ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν ως διαχειριστή ξένης περιουσίας (αφορά υπεξαίρεση χρημάτων ποσού 89.895 ευρώ από τον λογαριασμό ... της τράπεζας CΙΤΙΒΑΝΚ (υποκαταστήματος .....) σε βάρος της Ψ2 ... ". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για την πράξη της αρπαγής από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό της παθούσας σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση της, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 322 εδ. β' περ. β', του ΠΚ. Ακολούθως δε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία τις 355/7-9-2006 και 356/7-9-2006 εφέσεις των Χ1, και Χ2, αντίστοιχα, κατά του 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ απέρριψε, ως απαράδεκτη, την 446/18.10.2006 έφεση της Χ3 κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παθούσα Ψ2 στερήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, υπό την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας, καθώς και ότι αύτη ετέλει υπό τον απόλυτο έλεγχο των απαγωγέων της, χωρίς να εξειδικεύονται παράλληλα ο τρόπος και τα μέσα που θα υλοποιείτο ο σκοπός αυτός των κατηγορουμένων, μη αρκούντος του δηλωθέντος συζυγικού επωνύμου της παθούσης στα παραπάνω νοσηλευτικά ιδρύματα (ενόψει και της παραδοχής του βουλεύματος ότι ο πρώτος αναιρεσείων προσκόμισε στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ την ταυτότητα αυτής). Ειδικότερα δεν αιτιολογείται κατά ποίο τρόπο η παθούσα στερήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, με την εισαγωγή της στα αναφερόμενα στο βούλευμα νοσηλευτικά ιδρύματα, έστω και αν συνοδευόταν απλώς από τους κατηγορουμένους, δεδομένου ότι καθόλο τον κρίσιμο χρονικό διάστημα από 13/10/2003 έως 17/10/2003 η παθούσα παρέμεινε στα νοσηλευτικά αυτά ιδρύματα, νοσηλευόμενη και παρακολουθούμενη από το νοσηλευτικό προσωπικό, χωρίς να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι και κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι κατηγορούμενοι είχαν την παθούσα υπό την πλήρη επιρροή τους και την είχαν καταστήσει πειθήνιο οργανό τους. Επίσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι "Οι αρμόδιες κρατικές αρχές (αστυνομικές και δικαστικές αρχές) δεν γνώριζαν που βρίσκονταν η Ψ2 μέχρι την 17.10.2003, που την ανακάλυψαν οι αστυνομικοί μετά από επίμονες έρευνες", και ότι οι κατηγορούμενοι "παρά το ότι είχαν απομακρύνει με τη βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ψ1, αλλά και ούτε τις παραπάνω Αρχές", όλως αντιφατικά δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος " κατά την 06:20 η ώρα της ίδιας ημέρας (δηλ.στις 13/10/2003) επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Ψ2 βρίσκεται μαζί του και ότι έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ....., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13.10.2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με φαξ έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Ψ2 βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση", χωρίς να διευκρινίζεται, αν οι αστυνομικές αρχές κατά την αναζήτηση της Ψ2, είχαν απευθυνθεί και στον πρώτο κατηγορούμενο, και αυτός δεν τους απεκάλυψε τον τόπο όπου αυτή βρισκόταν βρισκόταν. Περαιτέρω από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία δεν αιτιολογείται ο υπερχειλής δόλος των κατηγορουμένων του εξαναγκασμού της παθούσης σε πράξη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιλαμβάνει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη για την οποίαν εσκοπείτο ο εξαναγκασμός της παθούσης. Ετσι το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ φέρεται να δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι "επεδίωκαν την προσέγγισή της παθούσας Ψ2" ώστε να την θέσουν υπό την επιρροή τους και να αποσύρει αυτή τις σε βάρος των κατηγορίες", και ειδικότερα "να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3/7/2003 (ΑΒΜ Α 2003/2513) μήνυση" ουδέν περιστατικό εκτίθεται από το οποίο να προκύπτει ότι επιχείρησαν να την εξαναγκάσουν -και κατά ποίο τρόπο- για να επιτύχουν τον σκοπό τους αυτό, δεδομένου ότι μόνο η παραμονή της παθούσας στα νοσοκομεία όπου εισήχθηκε δεν συνιστά από μόνη της τέτοια προσπάθεια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Και ναι μεν δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της επιβαρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 322 ΠΚ και η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πλην όμως πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η περιγραφόμενη στο βούλευμα "αρπαγή" της παθούσας έγινε για τον πιο πάνω σκοπό. Αντ' αυτών στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι "την 16.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Χ1κατά το χρονικό διάστημα από- 14.3.2003 μέχρι 15.10.2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ. που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ ..... κατά την 14.10.2003 η Ψ2 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ό,τι έκανε γι' αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία και τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της", χωρίς να καθίσταται σαφές, αν τα πιο πάνω εκτίθενται αφηγηματικώς ή, αν αυτά αποτελούν την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην αποδιδόμενη σε αυτούς πράξη (και όχι η ανάκλησης της από 3/7/2003 μήνυσης). Επίσης, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εκτίθεται αν η παθούσα εξαναγκάσθηκε - και κατά ποίο τρόπο - να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα. Ανεξαρτήτως δε τούτων, όπως έγινε δεκτό με την προηγούμενη 37/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της αυτής υποθέσεως, οι δαπάνες που φέρονται ότι επραγματοποιήθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2003 έως και 15-10-2003, δεν ήταν δυνατόν να διαλαμβάνονται στον προαναφερθέντα σκοπό των κατηγορουμένων αφού αυτές επακολούθησαν της πράξεως της αρπαγής. Αι πλημμέλειες αυτές του Συμβουλίου Εφετών προβάλλονται υπό των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με τους εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ Κ.Π.Δ., προβλεπόμενους λόγους, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές οι αναιρέσεις και των δύο πιο πάνω αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (ως προς όλους τους αναιρεσείοντες) και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως. Επίσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την εκ των κατηγορουμένων Χ3, που παραπέμφθηκε ως συναυτουργός των αναιρεσειόντων για την πιο πάνω αναφερόμενη και στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος πράξη της αρπαγής και της οποίας η αναίρεση κατά του βουλεύματος απορρίφθηκε ήδη ως απαράδεκτη, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων και να αναιρεθεί και ως προς αυτήν, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εν λόγω πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει την 158/25-9-2008 αίτηση της Χ3 για αναίρεση του 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει αυτήν στα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αναιρεί το 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα τούτο και ως προς την κατηγορουμένη Χ3 (μόνο ως προς την πράξη της αρπαγής).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση (322 β. β ΠΚ). Απόρριψη μίας εκ τούτων, ως απαράδεκτης, διότι ασκήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα και διότι η αίτησης αναίρεσης στρέφεται κατά βουλεύματος που απορρίπτει ασκηθέν ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως. Δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παθούσα στερήθηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας και ως προς τον σκοπό των κατηγορουμένων. Αναιρεί και παραπέμπει. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για την διάδικο της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Αρπαγή, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 592/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 542, 543, 544, 554/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορουμένη την ... .
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1445/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 523/13.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 71/1-8-2008 αίτηση του ..., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 542, 543, 544, 554/5-13/12/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε, κατ'έφεση, δύο φορές σε ισόβια κάθειρξη για ληστεία τελεσθείσα, με ιδιαίτερα σκληρότητα και ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 473 § § 1,3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως, εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου , είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της καταχωρήσεως της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1318/2005 κ.α.).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 423/2005 κ.ά.).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση, που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-2-2008 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση), η δε κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε από τον τελευταίο, με δήλωσή του στον Διευθύνοντα το Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., όπου εκρατείτο, την 1η Αυγούστου 2008, συνταχθείσης προς τούτο της υπ'αριθμ. 71/2008 εκθέσεως αναιρέσεως, ήτοι μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476 § 1, 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 71/1-8-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ'αριθμ. 542, 543, 544, 554/5-13/12/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 § 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου...". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον Κ.Π.Δ. μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον Κ.Π.Δ. είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 § 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (ολ. ΑΠ. 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω § 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με την της § 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων και δη αναιρέσεως που γίνεται από δικαιούμενο που κρατείται στη φυλακή, με δήλωση σ'εκείνον που την διευθύνει, (άρθρο 474 § 1 Κ.Π.Δ.) είναι δέκα ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Το ότι η άνω προθεσμία αρχίζει, από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου) περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της Συμβάσεως. Εξ άλλου κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος κατ' άρθρον 513 § 1 σε συνδ. με άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της 542, 543, 544, 554/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών εις ποινές ισοβίου καθείρξεως δις, δια τις πράξεις της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο. Η απόφαση αυτή, κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρα 504 § 1, 505 § 1 α Κ.Π.Δ.) κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. την 15/2/2008, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 3/9/2008 βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως, των Ποινικών ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών, κατά της αποφάσεως αυτής δε ο άνω καταδικασθείς ήσκησε την υπ'αριθμ. 71/1 Αυγούστου 2008 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου και κρατείται ούτος. Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών από της καταχωρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθενται στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και μετά την ειδοποίηση της αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 71/1 Αυγούστου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 542, 543, 544, 554/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως. Αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωριστεί καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο. Όχι αντίθεση στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται αίτηση ως (εκπρόθεσμη) απαράδεκτη, εφ’ όσον δεν περιλαμβάνει λόγον ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 590/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει: Α) την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 45α, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168, 168α/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, κάτοικο ....., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αλέξιο Κούγια και Νικόλαο Μαυρομάτη.
Β) Την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ2, κατοίκου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 34/22-5-2008 έκθεση αναιρέσεως η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2008. Την αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως ζητεί και ο δεύτερος των κατηγορουμένων με την από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες 1) 34/ 22-5-2008 και 2) από 4-6-2008 (με αρ. πρωτ. 4935/5-6-08) αιτήσεις αναιρέσεως 1) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου και 2) του Χ2, κατοίκου ....., μετά των από 26/9/2008 προσθέτων λόγων του δευτέρου, στρεφόμενες κατά της 45α, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168 168α/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Α. Ως προς την αναίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν, την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 505 παρ.2 εδ. α του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (483 παρ.3 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 τη ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 45°, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168, 168α/2008 απόφασή του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Χ1, μεταξύ άλλων και για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η κατηγορία συνίστατο στο ότι στον Δήμο ..... στις 19-5-2000 και περί ώρα 10:30, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επέτρεπε την πλήρη σκέψη, να θανατώσει τον αστυφύλακα Ψ, ευρισκόμενος στον προαύλιο χώρο της Γεωλογικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη ....., προκειμένου να παρακολουθήσει τις κινήσεις του καθηγητή της ανωτέρω Σχολής Β, για τη διαπίστωση τυχόν εξωσυζυγικής σχέσεως αυτού, κατόπιν εντολής που είχε λάβει από τον θείο του Χ2, που διατηρεί στην Αθήνα στο όνομα της γυναίκας του γραφείο ιδιωτικών ερευνών, κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου από τον παραπάνω αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Ζωγράφου Ψ, που ζήτησε το δελτίο αστυνομικής του ταυτότητας για την εξακρίβωση των στοιχείων του, προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο, αιφνιδίως πυροβόλησε εναντίον του με πιστόλι, που έφερε μαζί του, με ανθρωποκτόνο σκοπό, με αποτέλεσμα να υποστεί ο παραπάνω αστυφύλακας διαμπερές τραύμα στο κεφάλι. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του βούληση, αλλά από λόγους ανεξάρτητους προς αυτήν και συγκεκριμένα γιατί ο παθών διακομίσθηκε αμέσως με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο 404 Γ.Σ.Ν.Α. όπου το τραύμα του αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς και αποφεύχθηκε έτσι ο κατά της ζωής του άμεσος κίνδυνος. Την πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εξετέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επέτρεπε την πλήρη σκέψη και χωρίς να διατελεί σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, για να στηρίξει την αθωωτική, κατά πλειοψηφία, κρίση του, παρέθεσε την ακόλουθη αιτιολογία: "... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, από την απολογία των κατηγορουμένων, απεδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά την πλειοψηφούσα άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο (τέσσερις ένορκοι) πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος Χ1 της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ψ για τους εξής λόγους: 1. Η μαρτυρική κατάθεση του κ. Γ (νευροχειρούργου) περί της φράσης του κ. Ψ "Τι τον φέρατε αυτόν, πάρτε τον από μπροστά μου", "δεν είναι αυτός, τρέξτε να τον προλάβετε" σημαίνει μη αναγνώριση του κατηγορουμένου κ. Χ1. Το ενδεχόμενο αδυναμίας Ψ να αναγνωρίσει λόγω απώλειας μνήμης δεν αποδείχθηκε. 2. Ενώ ο κ. Β αναγνώριζε 100% τον κατηγορούμενο, ο κ. Δ και η κα. Ε δεν αναγνωρίζουν πλήρως. Μάλιστα η κα. Ε στην προανακριτική δήλωσε ότι δεν είναι βεβαία και στην έκθεση αναγνώρισης δήλωσε ότι νομίζει ότι είναι ο κατηγορούμενος κατά 80%. 3. Η έκθεση της ΕΛΑΣ όφειλε να στοιχειοθετήσει πυροβολισμό με περισσότερα στοιχεία και αφήνει ως εκ τούτου περιθώρια ύπαρξης άλλων λόγων για την αιτιολόγηση των στοιχείων που ανευρέθησαν. 4. Η κατάθεση του κ. Β αναιρείται από την μη αναγνώριση του κ. Ψ στην εντατική. 5. Το γεγονός ότι την συγκεκριμένη ημέρα του συμβάντος δεν υπήρξε παρακολούθηση του κ. Β από το σπίτι του μέχρι το Πανεπιστήμιο, αλλά, όπως ο ίδιος ο κ. Β κατέθεσε, ο ύποπτος υπήρχε ήδη στην είσοδο της Σχολής και μπαίνοντας ο ίδιος στη Σχολή "πέρασε από μπροστά του", όπως και το ότι δεν παρατηρήθηκε καμία περαιτέρω παρακολούθηση του κ. Β μέσα στη Σχολή, στον β' όροφο στο χώρο έξω από το γραφείο του, όπως ήταν η οδηγία της κυρίας Χ3 προς το γραφείο ερευνών του κ. Χ2, δείχνουν πως κάτι άλλο μάλλον συνέβη εκείνη την ημέρα, παρά επρόκειτο για την συγκεκριμένη παρακολούθηση. Επίσης το γεγονός ότι ο κ. Χ1 δεν έχει δίπλωμα οδήγησης, όπως και οι κλήσεις του κινητού του την ώρα του πυροβολισμού με το τηλέφωνο της μητέρας του - αφού μάλιστα δεν εθεάθη ο ύποπτος την ώρα του εγκλήματος να κρατάει κινητό στα χέρια του - συνηγορούν υπέρ της αθώωσης του κ. Χ1. 6. Αν ο κ. Χ1 ήθελε να αποκρύψει τυχόν ευρήματα του πυροβολισμού στα μαλλιά του, θα εκουρεύετο αμέσως μετά το έγκλημα και όχι μετά δύο (2) μέρες. 7. Γενικότερα, ο κ. Χ σαν οπτική εντύπωση και σαν συμπεριφορά μέσα στο δικαστήριο, δεν αρμόζει σε αδίστακτο εγκληματία που διαπράττει έναν φόνο εν ψυχρώ, επειδή του ζητήθηκε ταυτότητα και διέφυγε με τόσο έντεχνο τρόπο με αυτοκίνητο του συγκεκριμένου τύπου, εκπαιδευμένου προφανώς να χειρίζεται όπλα σαν το εν λόγω. 8. Τα ευρήματα μετάλλων στα χέρια του κ. Χ1 δεν καλύπτουν πλήρη απόδειξη για διάπραξη εγκλήματος με όπλο. 9. Ο πρότερος του συμβάντος έντιμος βίος του κ. Χ1, καθώς και η καλή του συμπεριφορά μέχρι την ημέρα της διεξαγωγής της σημερινής δίκης, δεν συνδράμουν με εγκληματία. Αντίθετα, δείχνει άτομο συγκροτημένο, εργατικό, με καλά στοιχεία στην προσωπικότητα του, ήσυχο χαρακτήρα και καθόλου εμπαθή. 10. Ο εύκολα αντιληπτός τρόπος δράσης του κ. Χ1 κατά την πρωταρχική παρακολούθηση του κ. Β από το σπίτι του με τη μηχανή, δεν ταιριάζει στην προσωπικότητα που βλέπουμε στον δράστη του εγκλήματος. 11. Η εμμονή του θύματος κ. Ψ για τον κ. Χ1 ως ένοχο πιθανόν να οφείλεται σε μετατραυματικό στρες ή κάποια άλλη αιτία, αφού λογικά θα έπρεπε να είχε διαβάσει το όνομα στην ταυτότητα και να το θυμάται. Μάλιστα, κατά τον προϊστάμενο του, δεν θα έπρεπε καν να προχωρήσει μόνος του με τον ύποπτο προς το αυτοκίνητο για περαιτέρω έρευνα αν ήταν ή όχι φοιτητής. 12. Από τη δίκη δεν φάνηκε να υπήρχε στα χέρια του κ. Χ1 υλικό παρακολούθησης που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκβιάσει τον κ. Β, π.χ. για να ζητήσει χρήματα ή να απειλήσει την ζωή του αν δεν του τα δώσει. Προφανώς οι φόβοι για την ασφάλεια της προσωπικής του ζωής δεν στηρίζονται σε κάτι βάσιμο και υπαρκτό. Με την κοινή λογική, κάποιος που στέκεται περίεργα με ένα χάρτη στα χέρια στην είσοδο της Πανεπιστημιακής Σχολής, μπορεί να αφορά οποιονδήποτε ή οτιδήποτε. 13. Κατά την ημέρα της παρακολούθησης του κ. Β από το σπίτι του με τη μηχανή ο κ. Χ1 φόραγε κράνος, πράγμα που καθιστά δύσκολη έως σχεδόν αδύνατη την αναγνώρισή του από τον κ. καθηγητή, όσον αφορά τη διαδρομή. Ουσιαστικά τον είδε μόνο όταν του μίλησε εκείνη την πρώτη ημέρα, έξω από το γραφείο του, που τον ρώτησε τι θέλει, κι εκείνος είπε ένα φίλο μου περιμένω και έφυγε γιατί κατάλαβε πως έγινε αντιληπτός. Άρα πιθανόν την ημέρα του εγκλήματος, που τον είδε από απόσταση 15 μέτρων περίπου μέσα από το γραφείο του στον β' όροφο, ενώ αυτός έστεκε με τον χάρτη μπροστά στο πρόσωπο, να έκανε λάθος. Άλλωστε και ο ίδιος ο κ. Β κατέθεσε 100 τοις 100 σίγουρος, αλλά "δεν είμαι και θεός", που δεν δείχνει 100 τοις 100 σιγουριά. Όπως είπαν και οι μάρτυρες την συγκεκριμένη μέρα κανείς δεν είδε το πρόσωπο αυτουνού που κράταγε τον χάρτη. Έμοιαζε μόνο ο σωματότυπός του με τον κ. Χ1. 14. Αν κάποιος ήθελε να σκοτώσει τον κ. Β, θα μπορούσε να το κάνει οπουδήποτε, δεν είχε λόγο να στέκει στην είσοδο της Σχολής. Λογικά, ένας ύποπτος στην είσοδο της Σχολής, αφορά ίσως την ασφάλεια ολοκλήρου του κτιρίου και όσων βρίσκονται μέσα. Δεν μπορεί να συνδεθεί μόνο με υπόθεση εξωσυζυγικής παρακολούθησης. Είναι υπερβολικό. Κάτι άλλο πιο πιθανόν είναι να συνέβη, ο ύποπτος μάλλον δεν ενδιαφερόταν για τον κ. Β. Κάπου στη δίκη ελέχθη ότι κυκλοφόρησε προκήρυξη που αναλάμβανε την ευθύνη της απόπειρας δολοφονίας του αστυνομικού από τρομοκρατική οργάνωση. Τόσο ο τύπος του όπλου, όσο και του αυτοκινήτου ελέχθη ότι ταιριάζουν για παρόμοια περίπτωση. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και χρήσεως πλαστού εγγράφου (ο πρώτος κατηγορούμενος)".
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την αθωωτική για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας απόφασή του (για την αθωωτική απόφασή του, ως προς τις λοιπές πλημμεληματικές πράξεις δεν προσβάλλεται η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου με λόγο αναίρεσης, όπως ρητώς, άλλωστε, αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις. Ετσι, δεν καθίσταται σαφές τι ακριβώς δέχθηκε το δικαστήριο ότι συνέβη, δηλαδή, κατά ποίον τρόπο, χρόνο και τόπο, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έλαβε χώρα το περιστατικό της απόπειρας ανθρωποκτονίας του Ψ, έτσι ώστε, ακολούθως, να αιτιολογήσει το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει. Μόνο η επιλεκτική απόκρουση των επιβαρυντικών για τον κατηγορούμενο στοιχείων, ή η προβολή, επίσης επιλεκτικώς, επιχειρημάτων ή στοιχείων που τον οφελούν, χωρίς αυτά να συνδέονται μεταξύ τους. (ορισμένα δε εξ αυτών, όπως τα αναφερόμενα στην παρ. 9, δεν σχετίζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά με την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων), δεν καθιστά σαφές σε τα ποια συγκεκριμένα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αυτά αναφέρονται και δεν συνιστούν την απαιτούμενη, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ούτε βεβαίως, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, δύνανται οι ελλείψεις αυτές να συμπληρωθούν από τα αναφερόμενα στο διατακτικό, αφού στο διατακτικό δεν αναφέρεται τι αποδείχθηκε, αλλά τι δεν αποδείχθηκε. Επίσης δεν δύνανται οι ελλείψεις αυτές να συμπληρωθούν από τις παραδοχές της μειοψηφίας, αφού τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, κατ' ανάγκη διαφέρουν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο Χ κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του " τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία των κατηγορουμένων". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλομένης απόφασης (σελίδες 143 επόμ.) προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν και "... 3) Η υπ' αριθ. ..... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..... ... 6) Η από 22-5-2000 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης του ....., Υπαστυνόμου Α', Χημικού, 8) Η από 19-5-2000 έκθεση αυτοψίας και κατάσχεσης του κάλυκα πυροβόλου όπλου 11,65" ... 10) η από 30-5-2000 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης κάλυκα του Αστυνόμου Α' ....., που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως, ύστερα από παραγγελία του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου". Για τις πιο πάνω με αριθμούς 3,6 και 10 εκθέσεις, που αποτελούν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 178 Κ.Π.Δ., ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα. Όμως, τις με αριθμούς 3 και 10 εκθέσεις το Δικαστήριο τις έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών,ότι δηλαδή ο παθών νοσηλεύθηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο,, όπως αναφέρεται στην 3398/22-5-2000 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ....., καθώς επίσης όσα διαπιστώνονται στην από 30-5-2000 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης κάλυκα του Αστυνόμου Α' ....., δεν βρίσκονται σε αντίθεση με τα πορίσματα της αθωωτικής απόφασης. Επίσης η "από 19-5-2000 έκθεση αυτοψίας και κατάσχεσης του κάλυκα πυροβόλου όπλου 11,65"", δεν αποτελεί καθ' εαυτή αποδεικτικό μέσο, αλλά ενέργεια του πιο πάνω προανακριτικού υπαλλήλου σκοπούσα στη συλλογή αποδεικτικού υλικού, η δε συνταχθείσα πιο πάνω έκθεση αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, που την ανάγνωσε, την έλαβε υπόψη του, αφού, όπως εξ αυτής προκύπτει, οι παραδοχές της δεν είναι αντίθετες με εκείνες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντιθέτως, περί της από 22-5-2000 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης του ....., Υπαστυνόμου Α', Χημικού, που συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως, ύστερα από παραγγελία του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου και αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, όχι μόνο δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται με βεβαιότητα ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα δε με τα διατυπούμενα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης, μετά από εξέταση έξι αυτοκόλλητων ταινιών, που χρησιμοποιούνται για την παραλαβή καταλοίπων πυροβολισμού από δέρμα ανθρώπου και αφορούσαν τα υπάρχοντα συστατικά από το εξωτερικό μέρος των χεριών του κατηγορουμένου Χ1, ανιχνεύθηκαν στοιχεία (κυρίως μόλυβδος, αλλά και χαλκός), που εφόσον - ως προς τον μόλυβδο- δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επαφή του κατηγορουμένου με το εν λόγω στοιχείο , "οφείλεται ή στο ότι πυροβολήσε ή στο ότι βρέθηκε σε περιβάλλον εναπόθεσης καταλοίπων πυροβολισμού". Στη με αριθμό 3 παράγραφο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία για "έκθεση της ΕΛΑΣ", η οποία, όπως αναφέρεται " όφειλε να στοιχειοθετήσει πυροβολισμό με περισσότερα στοιχεία και αφήνει ως εκ τούτου περιθώρια ύπαρξης άλλων λόγων για την αιτιολόγηση των στοιχείων που ανευρέθησαν", χωρίς όμως να προσδιορίζεται για ποια συγκεκριμένη έκθεση πρόκειται, δεδομένου μάλιστα ότι έγγραφο με τέτοιο προσδιορισμό ταυτότητας δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε. Ετσι, όχι μόνο δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι η εν λόγω έκθεση αφορά την πιο πάνω από 22-5-2000 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, αφού τα πορίσματα αυτής δεν αξιολογούνται ουτε εναρμονίζονται με τις παραδοχές της απόφασης, αλλά, επιπλέον, από την πιο πάνω αναφορά, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του στην αθωωτική για τον εν λόγω κατηγορούμενο κρίση του, έκθεση που δεν φέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκε. Το επιχείρημα του αναιρεσιβλήτου ότι το γεγονός ότι στην μειοψηφία γίνεται μνεία της πιο πάνω εκθέσεως σημαίνει ότι αυτές τέθηκαν υπόψη όλων των μελών του Δικαστηρίου κατά τη διάσκεψη που προηγήθηκε της δημοσιεύσεως (και επομένως ότι λήφθηκαν υπόψη και από τους δικαστές της πλειοψηφίας), αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, κρίσιμο δεν είναι αν τέθηκαν υπόψη κατά τη διάσκεψη (άλλωστε αυτή αναγνώστηκε και στο ακροατήριο), αλλά αν λήφθηκε πράγματι υπόψη στην περί αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση τους. Ενόψει των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη αθωωτική για τον κατηγορούμενο Χ1 απόφαση, ως προς την πράξη τη απόπειρας ανθρωποκτονίας, στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σ. Γκρόζου, με τους οποίους προβάλλονται οι πιο πάνω πλημμέλειες αυτές της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Β. Ως προς την αναίρεση και τους προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντα Χ2.
Ι. Στο άρθρο 370 Α του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 3090/2002, στην παράγραφο 1 εδ. α και β αυτού οριζόταν ότι, όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση. Η χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκε με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, οριζόταν ότι, αν ο δράστης, πλην άλλων και της παραγράφου 1 του πιο πάνω άρθρου, είναι ιδιωτικός αστυνομικός ή τελεί τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα ή απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Μετά την αντικατάστασή του 370 Α του ΠΚ με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 3090/2002, η παράβαση της παρ.1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου (μετά τη γενόμενη αναρίθμηση της παραγράφου 4 με την παράγραφο 5), αν ο δράστης, πλην άλλων και της παραγράφου 1 του πιο πάνω άρθρου, ενεργεί ιδιωτικές έρευνες ή τελεί τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η μεταγενέστερη διατύπωση του άρθρου 370Α του ΠΚ είναι δυσμενέστερη για τους δράστες των πιο πάνω πράξεων, αφού οι προβλεπόμενες γι' αυτές ποινές είναι μεγαλύτερες κατά τα ελάχιστα αυτών όρια, ενώ επιπλέον στην επιβαρυντική περίσταση της παρ. 5 εμπίπτει και ο δράστης των πράξεων αυτών που ενεργεί ιδιωτικές έρευνες, έστω και αν δεν ενεργεί κατ' επάγγελμα, ενώ κατά την προϊσχύσασα διατύπωση, έπρεπε ο ενεργών ιδιωτικές έρευνες να είναι ιδιωτικός αστυνομικός ή να τελεί τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα, προκειμένου να τύχει εφαρμογής η προβλέπουσα ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή διάταξη της παραγράφου 4 της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 45°, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168, 168α/2008 απόφασή του, μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτή, κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής : "... Περαιτέρω, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα ομόφωνα το δικαστήριο τούτο πρέπει να τον κηρύξει ένοχο, και αυτό γιατί από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι αυτός εξακολουθητικά κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2000 έως 20-5-2000 ύστερα από εντολή που είχε λάβει από την Χ3 να παρακολουθεί τον σύζυγό της Β για την διαπίστωση τυχόν εξωσυζυγικής σχέσης αυτού μετέβη στην οικία τούτου επί της οδού ..... (.....) και παγίδευσε την τηλεφωνική του συσκευή με αριθμό κλήσης ....., τοποθετώντας ειδικό μηχάνημα σε άμεση επαφή με την συσκευή (ένα μικρό δημοσιογραφικό κασετόφωνο μάρκας ΟLYMPUS), έναν δέκτη μάρκας Realistic με μαύρη κεραία, ένα μαύρο καλώδιο, μία ηλεκτρονική πλακέτα με 3 κόκκινα καλώδια και 3 ακροδέκτες), με σκοπό να καταγράψει εν αγνοία του καθηγητή Β το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ αυτού και τρίτων λαμβάνοντας ως αμοιβή για την τοποθέτηση των παραπάνω εξαρτημάτων το ποσό των 200.000 δρχ. Επομένως στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το αδίκημα αυτό, το οποίο τελέστηκε από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα την πράξη αυτή, αφού η ενασχόλησή του με το γραφείο ιδιωτικών ερευνών παράλληλα με το επάγγελμα του αστυνομικού, η οργάνωση του και ο εφοδιασμός του με τα κατάλληλα τεχνικά μέσα για την παγίδευση της τηλεφωνική συσκευής έναντι αμοιβής, υποδηλώνουν ότι έχει διαμορφώσει υποδομή (και δεν ενήργησε ευκαιριακά) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό σταθερού και μόνιμου εισοδήματος". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ2, κρίθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ. 2α του ΠΚ, της πράξεως παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων κατ' εξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ήτοι για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27, παρ.1 370Α παρ.1,5 του ΠΚ.
ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι προβαλλόμενες, ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το σκεπτικό της απόφασης "αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, που με τη σειρά του είναι αντιγραφή εκ του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο, κι αυτό με τη σειρά του, αποτελεί αντιγραφή της κατηγορίας... σκεπτικό και διατακτικό, στο μεγαλύτερο τμήμα τους, πλην τόπου και χρόνου, επαναλαμβάνουν απλώς τη φρασεολογία του νόμου", έτσι όπως έχουν διατυπωθεί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποία κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, είναι αόριστες και επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την επιβαρυντική περίσταση, ως ενεργών κατ' επάγγελμα, "αφού η ενασχόλησή του με το γραφείο ιδιωτικών ερευνών παράλληλα με το επάγγελμα του αστυνομικού, η οργάνωσή του και ο εφοδιασμός του με τα κατάλληλα τεχνικά μέσα για την παγίδευση της τηλεφωνική συσκευής έναντι αμοιβής, υποδηλώνουν ότι έχει διαμορφώσει υποδομή (και δεν ενήργησε ευκαιριακά) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό σταθερού και μόνιμου εισοδήματος". Οι παραδοχές αυτές δεν βρίσκονται σε αντίφαση με τις παραδοχές του διατακτικού, όπου στην αρχή αυτού αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πιο πάνω πράξη "κατ' επάγγελμα" και στο τέλος, ότι την ανωτέρω δε πράξη "τέλεσε ενεργώντας ιδιωτικές έρευνες". Οι παραδοχές αυτές αλληλοσυμπληρώνονται και ο αναιρεσείων δεν καταδικάστηκε με νόμο δυσμενέστερο από εκείνο που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως, όπου, στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 370 Α του ΠΚ, δεν υπήρχε η φράση "αν ο δράστης (...) ενεργεί ιδιωτικές έρευνες". Τόσο στο παλαιό κείμενο, όσο και το μεταγενέστερο κείμενο της εν λόγω διάταξης, τιμωρείται με την αυξημένη ως προς τα ελάχιστα όρια ποινή φυλάκισης, ο ενεργών ιδιωτικές έρευνες, εφόσον ενεργεί κατ' επάγγελμα ή επ' αμοιβή. Στην προκειμένη δε περίπτωση, εφόσον στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, δηλαδή ποινή μειωμένη σε σχέση και με την προβλεπόμενη ποινή τουλάχιστον ενός έτους κατά την επιεικέστερη προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 370 παρ.4 του ΠΚ, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλει ο αναιρεσείων τις αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την δυσμενέστερη, ως προς το ύψος της ποινής, διάταξη του ισχύοντος άρθρου 370 παρ. 5 του ΠΚ.
ΙΙΙ. Aπό τη διάταξη του άρθρου 326 παρ.1 εδ.α και παρ. 2 του ΚΠΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 500 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν. Την ίδια δε υποχρέωση έχει και ο πολιτικώς ενάγων για τους μάρτυρες που κλητεύει ο ίδιος. Η επίδοση δε αυτή του καταλόγου των εν λόγω μαρτύρων στον κατηγορούμενο, που σκοπό έχει να λάβει αυτός γνώση των μαρτύρων που θα εξεταστούν και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του, γίνεται μια φορά και δεν απαιτείται νέα γνωστοποίηση σε κάθε αναβολή της δίκης. Κατά δε το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του καταλόγου των μαρτύρων, καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Εξάλλου και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου για την πρόοδο της δίκης, λόγω μη νομότυπης επίδοσης καταλόγου των μαρτύρων που θα εξετασθούν, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως απαιτούν τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αλλιώς είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 66α/30- 1-2008 παρεμπίπτουσα απόφασή του (βλ σελ. 17 πρακτικών), απέρριψε αντιρρήσεις του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος κατά της εξετάσεως νέων μαρτύρων της πολιτικής αγωγής, τους οποίους αυτή είχε γνωστοποιήσει στις 27/11/2007, μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, με την εξής αιτιολογία: " ... Ο δικαιολογητικός λόγος της εμπροθέσμου επιδόσεως του καταλόγου των μαρτύρων πολιτικής αγωγής σκοπό έχει όπως ο κατηγορούμενος ετοιμάσει την υπεράσπιση του (ΑΠ 480/98 ΠΧ ΜΗ 1092). Εξάλλου, κατά το άρθρο 168 παρ. 1 β' ΚΠΔ, "όταν η προθεσμία ορίζεται σε ημέρες δεν υπολογίζεται η ημέρα με την οποία συμπίπτει το χρονικό σημείο ή το γεγονός από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρατείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα". Επί του προκειμένου η κρινόμενη υπόθεση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μετά από αναβολές, (και τελευταία, λόγω ματαιώσεως της συνεπεία των βουλευτικών εκλογών της 16.9.07) προσδιορίστηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 3.12.07, ημέρα Δευτέρα. Πριν τη δικάσιμο αυτή ο πολιτικώς ενάγων Α γνωστοποίησε στους κατηγορουμένους ότι θα εξετάσει ως μάρτυρες πολιτικής αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τους διαλαμβανόμενους στον από 27.11.07 κατάλογο μαρτύρων (πρόκειται για 12 συνολικά μάρτυρες). Η γνωστοποίηση αυτή έγινε στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο των κατηγορουμένων Νικ. Μαυρομάτη, στον οποίο επιδόθηκε ο κατάλογος των μαρτύρων την 27.11.07 ημέρα Τρίτη, όπως τούτο αποδεικνύεται από το υπάρχον στη δικογραφία και προσκομιζόμενο 747/27.11.07 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... . Κατά της επίδοσης αυτής ενίστανται οι κατηγορούμενοι διατεινόμενοι μη εμπρόθεσμη επίδοση σ' αυτούς και συγκεκριμένα διότι η τέταρτη και η πέμπτη ημέρα (από την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με την 1/12/07 και 2/12/07, ημέρες Σάββατο και Κυριακή, με συνέπεια η πενθήμερη προθεσμία να παρεκτείνεται να λήγει την επόμενη ημέρα της Κυριακής, ήτοι την 3.12.07, ημέρα Δευτέρα η οποία όμως ήταν η δικάσιμος της υποθέσεως και δεν υπολογίζεται. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, διότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 3.12.07 η υπόθεση δεν εκδικάστηκε, αλλά αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 21.1.08 (οπότε και άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία), για σημαντικά αίτια (349 Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία 525-526/3.12.07 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, όταν άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία την 21.1.08, είχε ήδη συμπληρωθεί η πενθήμερη προθεσμία που τάσσει η ως άνω διάταξη του άρθρου 326 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου η όποια πλημμέλεια περί την εμπρόθεσμη επίδοση θεραπεύτηκε, όπως δε προαναφέρθηκε, η υπό του εν λόγω άρθρου εμπρόθεσμη επίδοση σκοπό έχει όπως ο κατηγορούμενος ετοιμάσει την υπεράσπισή του, γνωρίζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας που θα εξετάσει ο πολιτικώς ενάγων εναντίον του, και ο σκοπός αυτός επί του προκειμένου εκπληρώθηκε πλήρως, χωρίς να παραβιάζονται ούτε το άρθρο 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α, ούτε το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα... . Επιπροσθέτως τα αβάσιμο της ενστάσεως προκύπτει και από την ορολογία του άρθρου 316 παρ. 1 ΚΠΔ το οποίο χρησιμοποιεί τον όρο "πριν τη δημόσια συνεδρίαση" (και όχι πριν την ορισθείσα δικάσιμο, όπως κάνει σε άλλες διατάξεις, π.χ. στο άρθρο 167 ΚΠΔ), δηλαδή "πριν την κατ' ουσία εκδίκαση της υπόθεσης", που σημαίνει ότι η γνωστοποίηση των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής νομίμως και εμπροθέσμως γίνεται 5 ημέρας πριν από την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ...". Ετσι έχουσα η πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση, αφενός μεν, έχει την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα παραπάνω περιστατικά, αφετέρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 326 παρ.1 και 2 και 174 παρ.2 του ΚΠΔ, με το να μη δεχθεί την προβληθείσα ένσταση απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, λόγω του ότι το Δικαστήριο δέχθηκε να εξετασθούν οι μάρτυρες της πολιτικής αγωγής, αν και δεν είχε κοινοποιηθεί εμπροθέσμως ο σχετικός κατάλογος αυτών. Επομένως, ο αντίθετος, τελευταίος από το άρθρο. 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ ΚΠΔ) λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, για έλλειψη αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, με τις πιο πάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ, "αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ.1 και 501 παρ.3 η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωση τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Αντίθετα, ουδεμία ακυρότητα επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου των καταθέσεων των μαρτύρων, αλλά και των απολογιών των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος, που καταδικάστηκαν, χωρίς να ασκήσουν έφεση. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηρίξει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση του συγκατηγορουμένου του (211Α ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 48), "ο συνήγορος της πολ. αγωγής Δ. Γκαβέλας ζήτησε να αναγνωστούν περικοπές της απολογίας της τότε κατηγορουμένης Χ3 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ... ". Ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Ν. Μαυρομάτης προέβαλε αντιρρήσεις στην ανάγνωση των περικοπών αυτών, υποστηρίζοντας "... ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταθέσει ως μάρτυρας και δεν επιτρέπεται η ανάγνωση των περικοπών αυτών... ". Ακολούθως το Δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα 133/2008 απόφασή του (σελ.155), έκρινε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η ανάγνωση περικοπών της απολογίας της κατηγορουμένης Χ3, ενώ η πλήρης ανάγνωση αυτής από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης "εμπίπτει στα αναγνωστέα έγγραφα, 364 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ", και απέρριψε τις αντιρρήσεις που προβλήθηκαν, όπως προκύπτει από τα ίδια τα πιο πάνω πρακτικά (σελ. 49). Επομένως, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Δικαστήριο την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την οποία η διαλαμβανόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης απολογία της απούσας και ήδη καταδικασμένης συγκατηγορουμένης του, δεν εμπίπτει στα αναγνωστέα έγγραφα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 364 και 502 παρ.1 Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμες. Οι ειδικότερες αιτιάσεις αυτού, κατά τις οποίες, με την ανάγνωση αυτή, παρεμποδίστηκε το δικαίωμά του να υποβάλει απ' ευθείας ερωτήσεις στην συγκατηγορουμένη του, κατ' αρθρ. 358 Κ.Π.Δ., άλλως, με την ανάγνωση και λήψη υπόψη από το δικαστήριο παραβιάστηκε η αρχή άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., αφού, όπως υποστηρίζει, ήταν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο επί του οποίου στηρίχτηκε η περί την ενοχή του κρίση του δικαστηρίου για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε, είναι απορριπτέες, η πρώτη, ως αόριστη, και η δεύτερη ως αβάσιμη. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε αίτημα να αναβληθεί η δίκη, προκειμένου να προσέλθει και να εξετασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πιο πάνω συγκατηγορούμενή του κατά την πρωτοβάθμια δίκη, και το Μικτό Εφετείο απέρριψε αναιτιολόγητα τα αίτημά του (αντίθετα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά - σελ.49 - ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, δεν υπέβαλε σαφές προς τούτο αίτημα, αλλά απλώς δήλωσε ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαία την κατάθεση της εν λόγω συγκατηγορουμένης του, μπορούσε να την καλέσει για να καταθέσει). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δεν στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, μόνο στην εν λόγω απολογία, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2, για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο (171 παρ.1δ του ΚΠΔ), με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων του αναιρεσείοντος Χ2, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτού μετά των προσθέτων αυτής λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ,).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις: 1) 34/ 22-5-2008 και 2) από 4-6-2008 (με αρ.πρωτ. 4935/5-6-08) αιτήσεις αναιρέσεως 1) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου και 2) του Χ2, κατοίκου ....., μετά των από 26/9/2008 προσθέτων λόγων του δευτέρου, στρεφόμενες κατά της 45α, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168 168α/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 45α, 66α, 92α, 114, 115, 126, 127, 133, 166, 167, 168 168α/2008 απόφαση ου Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την αθωωτική για τον κατηγορούμενο Χ1, διάταξή της, για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει την από 4-6-2008 (με αρ.πρωτ. 4935/5-6-08) αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ....., μετά των από 26/9/2008 προσθέτων λόγων, για αναίρεση της 45- 168α αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετεί ου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ2 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου. Αναίρεση κατηγορουμένου για παράβαση του αρ. 370Α ΠΚ. Απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων (370Α ΠΚ) κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα. Στοιχεία αδικημάτων. Αιτιολογία αθωωτικής απόφασης. Λόγοι αναίρεσης. Ανάγνωση εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και έκθεσης αυτοψίας και κατάσχεσης, χωρίς να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα. Δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη πραγματογνωμοσύνη που αναγνώσθηκε. Το άρθρο 370 Α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 3090/2002, είναι δυσμενέστερο, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές. Τόσο στο παλαιό κείμενο όσο και το μεταγενέστερο κείμενο της εν λόγω διάταξης τιμωρείται με την αυξημένη ως προς τα ελάχιστα όρια ποινή φυλάκισης, ο ενεργών ιδιωτικές έρευνες, εφόσον ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή επ’ αμοιβή. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού. Το άρθρο 326 παρ. 1 εδ. α και παρ. 2 του ΚΠΔ, εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη. Ο αρμόδιος εισαγγελέας και ο πολιτικώς ενάγων πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδουν στον κατηγορούμενο κατάλογο των μαρτύρων που θα εξετασθούν. Η επίδοση αυτή γίνεται μια φορά και δεν απαιτείται νέα γνωστοποίηση σε κάθε αναβολή της δίκης. Δεν επάγεται ακυρότητα η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου των καταθέσεων των μαρτύρων, αλλά και των απολογιών των συγκατηγορούμενων του εκκαλούντος, που καταδικάστηκαν, χωρίς να ασκήσουν έφεση. Η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ’ αυτά καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, είναι υποχρεωτική. Απόρριψη όλων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Δέχεται αίτηση Εισαγγελέα ΑΠ. Απορρίπτει αίτηση κατηγορούμενου.
|
Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών
|
Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική, Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών.
| 0
|
Αριθμός 589/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 27696/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 796/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αφού αναφέρθηκε στην από 16 Ιανουαρίου 2009 με αριθμό 3 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, πρότεινε δε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 465 § 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, όπως είναι και η αναίρεση είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 § 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτού προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 96 § 2 και 42 § 2 εδ. β' και γ' ιδίου Κώδικος, σαφώς προκύπτει ότι δια το παραδεκτόν της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως δι' αντιπροσώπου πρέπει στο πληρεξούσιο-εξουσιοδότηση να αναφέρεται ρητώς και ειδικώς η απόφαση κατά της οποίας πρόκειται να ασκηθεί η αίτηση αναιρέσεως, μη αρκούσης προς τούτο της γενικής και αορίστου εντολής, τοιαύτη δε είναι και όταν δίδεται προς άσκηση ενδίκου μέσου επί μη ατομικώς ορισμένης κολασίμου πράξεως. Τούτο καθ' όσον ο νομοθέτης ηθέλησε να καθορίζεται ειδικώς εις την διδομένην εντολή η δικαστική πράξη, η οποία πρέπει να προσβληθεί δια της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να μην απομένει αμφιβολία περί της βουλήσεως του εντολέως, λόγω των σοβαρών συνεπειών εκ της ενεργείας υπό του αντιπροσώπου τοιούτων πράξεων, οι οποίες δυνατόν να εκθέσουν τον εντολέα εις έξοδα. Περαιτέρω κατ' άρθρον μεν 474 § 1 ΚΠΔ με την επιφύλαξη της διατάξεως της § 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.........Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 § 1) και από εκείνον που την δέχεται ........κατ' άρθρο δε 475 § 1 ιδίου Κώδικος ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 § 1 ............. Εξ αυτών των διατάξεων παραπεμπουσών στο άνω άρθρο 465 § 1 προκύπτει ότι, όπως δια την άσκηση ενδίκου μέσου, επομένως και της αναιρέσεως, ούτω και δια την παραίτηση από αυτής, απαιτείται, όταν γίνεται δι' αντιπροσώπου, ο τελευταίος αυτός να έχει ειδική εντολή για να παραιτηθεί από την συγκεκριμένως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να αρκεί η γενική και αόριστος εντολή ότι παρέχεται αυτή για να παραιτηθεί ο αντιπρόσωπος από κάθε ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 27696/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος την έφεση του κατηγορουμένου ... και απορρίψαντος αυτήν ως ανυποστήρικτη, ησκήθη η υπ' αριθμ. 40/14 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του άνω δικαστηρίου δια του πληρεξουσίου του Γεωργίου Κούτση, δικηγόρου Αθηνών, (δυνάμει της εις την έκθεση αναιρέσεως, εξουσιοδοτήσεως). Νυν δια της υπ' αριθμ. 3/16 Ιανουαρίου 2009 εκθέσεως παραιτήσεως ο αυτός ως άνω δικηγόρος εδήλωσεν, ως "πληρεξούσιος" του ..., ότι παραιτείται της άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Όμως στη σχετική από 15 Ιανουαρίου 2009 εξουσιοδότηση του ..., προσαρτημένη στην έκθεση παραιτήσεως, ο αναιρεσείων δίδει εντολή στον πληρεξούσιο συν τοις άλλοις, "να παραιτηθεί από κάθε ένδικο μέσο", ήτοι γενικώς και ασαφώς και χωρίς να εξειδικεύει η προσδιορίζει το ένδικο μέσο κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως, για το οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα. Με τα δεδομένα αυτά, η άνω εξουσιοδότηση, στην οποίαν ούτε γενικώς μνημονεύεται η επίδικη ποινική υπόθεση, δεν πληροί τις υπό των άνω άρθρων 474, 475, 465, 96 ΚΠΔ αξιούμενες διατυπώσεις, εντεύθεν δε η παραίτηση από της ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είναι νόμιμη. Εφ' όσον δε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκλητεύθη νομίμως, όπως προκύπτει από το από 24 Οκτωβρίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητού της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... προς τον ίδιον (τον αναιρεσείοντα), προκειμένου να παραστεί κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη συνεδρίαση και δεν παρέστη μετά ή δια συνηγόρου, η υπ' αριθμ. 40/1 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 514 ΚΠΔ καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 40/14 Μαρτίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27696/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Παραίτηση από αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρου 474, 475 ΚΠΔ) Όπως επί ασκήσεως ούτω και επί παραιτήσεως υπό αντιπροσώπου, ούτος πρέπει να έχει ειδική εντολή για την συγκεκριμένη αίτηση. Εάν του δίδει εντολή με το πληρεξούσιο ή την εξουσιοδότηση «να παραιτηθεί από κάθε ένδικο μέσο», αυτό δεν πληροί τις διατυπώσεις του άρθρου 415 παρ. 1 ΚΠΔ και η παραίτηση δεν είναι νόμιμος. Οπότε εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος
|
Παραίτηση, Πληρεξούσιος Δικηγόρος.
| 2
|
Αριθμός 587/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνστνατίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, καΙ Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοντοζαμάνη, περί αναιρέσεως της 147/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών-σε Συμβούλιο. Με πολιτικώς ενάγουσα την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".....-..... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΑΡΤΗ", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χαράλαμπος Κομνηνάκης.
Το Τριμελές Δικαστήριο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1856/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. Το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως κηρύσσεται σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη όχι από το συμβούλιο (όπως επί βουλεύματος) αλλά από το δικαστήριο που συνεδριάζει ως συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή η εκδιδομένη κρίση είναι απόφαση και όχι βούλευμα και συνεπώς επιτρέπεται κατ' αυτής αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. .Περαιτέρω η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος (στην άσκηση ενδίκου μέσου), δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της απόφασης. Ως παρών, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται ο κατηγορούμενος και όταν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμφανίστηκε μεν αυτοπροσώπως, εκπροσωπήθηκε όμως πλήρως, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., από το συνήγορό του, και έτσι και στην περίπτωση αυτή για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως δεν απαιτείται επίδοσή της προς εκείνον. Προκειμένου όμως για εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου, οι παραπάνω προθεσμίες, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν.2243/1994 συντέμνονται στο ήμισυ. Ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα του κοινού δικαίου, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται δια καταχρήσεως του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Τέτοια όμως δεν είναι τα από το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας κλπ.", προβλεπόμενα και τιμωρούμενα δηλαδή όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας εγγράφει έργα ή αντίτυπα, αναπαράγει αυτά άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα, με οποιαδήποτε μορφή, εν όλω ή εν μέρει, μεταφράζει, διασκευάζει, προσαρμόζει ή μετατρέπει αυτά, προβαίνει σε διανομή αυτών στο κοινό με πώληση ή με άλλους τρόπους ή κατέχει με σκοπό διανομής, εκμισθώνει, εκτελεί δημόσια, μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά κατά οποιονδήποτε τρόπο, παρουσιάζει στο κοινό έργα ή αντίτυπα με οποιονδήποτε τρόπο, εισάγει αντίτυπα του έργου που παρήχθησαν παράνομα στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού και γενικά εκμεταλλεύεται έργα, αντίγραφα ή αντίτυπα που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή προσβάλλει το ηθικό δικαίωμα του πνευματικού δημιουργού να αποφασίζει για τη δημοσίευση του έργου στο κοινό, καθώς και να παρουσιάζει αυτό αναλλοίωτο χωρίς προσθήκες ή περικοπές, γιατί όλοι οι τρόποι τελέσεως του ειδικού αυτού αδικήματος αποτελούν στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω παραβάσεως της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και όχι μέσο εκτέλεσής της, η δε θέση σε κυκλοφορία τούτων είναι πράξη υλική και άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του τύπου ως οργάνου (Ολ.ΑΠ 1162/79). Επομένως, επί της παραβάσεως του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 ήτοι της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εφαρμόζεται για την άσκηση των ενδίκων μέσων η ειδική προθεσμία του άρθρου μόνου του Ν.2243/1994, αλλά η κοινή προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 49134/26-9-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Νικόλαο Κοντοζαμάνη κατ' άρθρο 501 παρ.3 ΚΠΔ κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 66 παρ.1 του ν. 2121/1993 " κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας" δια του τύπου ,και του επιβλήθηκε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Ενόψει του ότι η παράβαση του άρθρου 66 παρ.1 του ν. 2121/93 (κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας ) δεν τελείται δια του τύπου σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη έπεται ότι η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ των δέκα ημερών και αρχίζει από 27-9-2007 και λήγει την 8.10.2007 καθόσον οι δύο τελευταίες ημέρες είναι Σάββατο (μη εργάσιμη) και εξαιρετέα (Κυριακή). Το Τριμελές Δικαστήριο των Εφετών Αθηνών που συνεδρίασε ως Συμβούλιο με την 147/2008 απόφασή του απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 7-10-2007 (που από παραδρομή ανεγράφη ημερομηνία 7.10.2007 ημέρα Δευτέρα αντί της ορθής 8.10.2007 που είναι ημέρα Δευτέρα) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω με αριθμ. 49134/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεχθέν ότι η προθεσμία για την άσκηση αυτής είναι η ειδική του άρθρου μόνου του ν 2243/94 των πέντε ημερών η οποία και είχε παρέλθει αντί να δεχθεί ότι η προθεσμία αυτή είναι των δέκα ημερών η οποία και δεν είχε παρέλθει . Επομένως, το εφετείο που έκρινε ότι η έφεση είναι απαράδεκτη και με τον τρόπο αυτό αρνήθηκε να ερευνήσει την υπόθεση κατ` ουσίαν, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠΔ προβλεπομένη πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, κατά τον βάσιμο περί τούτου, πρώτο λόγο αναιρέσεως, γι` αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο δημοσία τούτου συνεδριάζοντος, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 147/2008 απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο τούτου συνεδριάζοντος δημοσία, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας δικαστηρίου που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη ενώ ήταν εμπρόθεσμη. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 586/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 1.225/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη τη .....
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.528/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 490/20.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία αριθμ. 12-9-2008 δήλωση αναίρεσης ...... κατά της με αριθμ 1225/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών για διακεκριμένες κλοπές και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 §1 και 476 §1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "&1 Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης......& 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1........... και &3 Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......" κατά δε την δεύτερη " Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ,η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....." προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε με δήλωση του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 12-9-2008 δήλωση αναίρεσης με την οποία ζητά την αναίρεση τις με αριθμ. 1225/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Από δε την με αριθμ 1225/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή προκύπτει ότι ο καταθέσας την αίτηση ήταν παρών μετά συνηγόρου όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση και από την βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών πού αναγράφεται στο τελευταίο φύλλο της απόφασης προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τις 17-6-2008 Επομένως στην προκειμένη περίπτωση η 20ήμερη προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα δηλ. την 18-6-2008 και συμπληρώθηκε μετά την πάροδο της 20 ήμερης προθεσμίας δηλ. πριν από την άσκηση αναίρεσης με την κατάθεση της υπό κρίση δήλωσης η οποία έγινε την 12-9-2008 και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτηση του δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύτα Προτείνω Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή αριθμ. 12-9-2008 αίτηση αναίρεσης του ..... κατοίκου ...... κατά της με αριθμ 1225/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω.
Αθήνα την 9 Οκτωβρίου 2008.
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν.969/1979 §3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δικ. ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον Κ.Π.Δ. μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον Κ.Π.Δ. είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ.Α.Π. 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παρ. 3 Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδ. με την της παρ.2 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι η προθεσμία για αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως, από εκείνον που καταδικάστηκε, με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι είκοσι ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως εις το ειδικό βιβλίο. Εξ άλλου κατά συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που τον στηρίζουν. Τέλος κατ' άρθρον 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 1.225/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένες κλοπές κατ' επάγγελμα, παραστάς δια πληρεξουσίου, η απόφαση δε αυτή κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρο 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α Κ.Π.Δ.) κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την 17.6.2008, όπως φαίνεται από την υπό ημερομηνία 16.9.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής της αποφάσεως ο ανωτέρω καταδικασθείς ήσκησε αναίρεση με δήλωση, επιδοθείσα εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 12.9.2008, ήτοι μετά την πάροδο της εικοσαημέρου νομίμου προθεσμίας και μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1ης έως 31ης Αυγούστου (άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ). Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθεται στην έκθεση αναιρέσεως λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και μετά την ειδοποίηση της αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή της, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 176 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ..... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.225/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο. Άρθρο 473 παρ. 2. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να γίνει από τον καταδικασθέντα με δήλωση στον Εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι ημέρες. Εάν ασκηθεί εκπρόθεσμα, πρέπει να περιλαμβάνεται στην αίτηση ανυπέρβλητο κώλυμα ο λόγος ανωτέρας βίας. Άλλως η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρ. 476, 513 ΚΠΔ).
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
Αριθμός 584/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 108/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον ......
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.627/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987, " με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... ζ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο.
2. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. 3. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλ-λόμενη υπ' αριθμ. 108/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για την από κοινού με άλλους α) κατοχή ποσότητας 35 κιλών και 323 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης β) για μεταφορά της ίδιας ποσότητας και γ) για παράβαση του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ) και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και τριών (3) μηνών. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, το δικαστήριο, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. " ... Την 31 Μαρτίου 2004 και περί ώρα 01.30 στην 52η χιλιοµετρική θέση της Ε.Ο. ...... οι κατηγορούµενοι από κοινού κατείχαν ποσότητα 35, 323 κιλών ηµικατεργασµένης ινδικής καννάβεως συσκευασµένης σε 53 δέµατα και τοποθετηµένης στο χώρο αποσκευών του υπ' αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου "Ρενώ" που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούµενος και την ποσότητα αυτή µετέφεραν µε το πιο πάνω αυτοκίνητο µε προορισµό τα ..... Την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών κατείχαν µε την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε ανά πάσα στιγµή να τη διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση και τη µετέφεραν µε το πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγρούµενος, συνεπικουρούµενος από τον δεύτερο, που οδηγούσε το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, επίσης τύπου "Ρενώ". Την ποσότητα αυτή ναρκωτικών ουσιών, που ήταν τοποθετηµένη σε δύο σάκκους ο πρώτος κατηγορούµενος κατά την καταδίωξη που έγινε από συνοριοφύλακες πρόλαβε και την απέρριψε από το αυτοκίνητό του στο δρόµο όπου και βρέθηκε, δεν υπάρχει δε αµφιβολία ότι η ως άνω ναρκωτική ουσία ήταν ίδια µε τα υπολείµµατα της ινδικής κάνναβης που βρέθηκαν στο πορτµπαγκάζ του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούµενος, ώστε να µη παρίσταται αναγκαία η διενέργεια πραγµατογνωµοσύνης προκειµένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει ταυτότητα της ποσότητας που βρέθηκε στο δρόµο µε εκείνη που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουµένου, απορριπτοµένου εντεύθεν του σχετικού αιτήµατος αυτού περί διενέργειας πραγµατογνωµοσύνης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού τις πράξεις της κατοχής και µεταφοράς ναρκωτικών ουσιών που αποτελούν περισσότερους τρόπους παράβασης του νόµου περί ναρκωτικών που αφορούν στην ίδια ποσότητα αυτής. [άρθρο 5 παρ.2 Ν. 1729/87 όπως αντικ.µε το άρθρο 10 παρ.2 Ν.2161/1993 και όπως ισχύει µε το ΚΝΝ 3459/2006]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούµενοι στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο κατά την οδήγηση των οχηµάτων τους δεν συµµορφώθηκαν σε σήµα στάσης αστυνοµικών οργάνων (συνοριοφυλάκων) εν στολή, αλλά τράπηκαν σε φυγή, µε αποτέλεσµα να ακολουθήσει καταδίωξη τους. Εποµένως, οι κατηγορούµενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων µε την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίµου βίου που αναγνώρισε το πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, όπως στο διατακτικό.... ".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων από δράστη μη τοξικομανή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ ζ' του ν. 1729/1987 και 45 του Ν.2696/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της κατοχής παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε την φυσική εξουσία επί της ναρκωτικής ουσίας, αφού δέχεται ότι την είχε στο αυτοκίνητό του, την μετέφερε και την απέρριψε κατά τη διάρκεια της καταδίωξής του. Κατά τα εκ των πρακτικών προκύπτονα, ο κατηγορούμενος ζήτησε από το δικαστήριο τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί εάν υπάρχει ταυτότητα ή όχι μεταξύ της ποσότητας της περιεχομένης στους σάκους που απέρριψε στο δρόμο και των υπολειμμάτων που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο. Αν και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν λυσιτελής για την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση, αφού η παραπομπή και καταδίκη του αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας η οποία ήταν συσκευασμένη σε 53 δέματα και τοποθετημένη σε δύο σάκους απορρίφθηκε από το αυτοκίνητο και ουδόλως σχετίζεται με τα υπολείμματα της ναρκωτικής ουσίας η οποία βρέθηκε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου, το αίτημα αυτό, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το απέρριψε. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίο να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων ούτε να αναφέρει το δικαστήριο στην απόφασή του τί ειδικότερα προέκυψε χωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο και κατά τούτο η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Αβάσιμη, επίσης, είναι η αιτίαση περί τυπικής αιτιολογίας της αποφάσεως, το σκεπτικό της οποίας ο αναιρεσίων διατείνεται ότι αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, αφού το αντίθετο προκύπτει από την επισκόπηση σκεπτικού σε αντιπαραβολή με το διατακτικό Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος. 4. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις του άρθρου 333 και εκείνης του άρθρου 366 παρ.1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ κατά την οποία "οι υπόλοιποι διάδικοι καθώς και οι συνήγοροί τους επιτρέπεται, να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση" δεν υφίσταται τέτοια ειδική υποχρέωση του δικαστή όπως επί πλειόνων κατηγορουμένων, μετά την απολογία ενός εξ αυτών, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, του λόγου σε αυτούς μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου προκειμένου να υποβάλλουν ερωτήσεις σ' αυτόν.
Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 108/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή - μεταφορά ινδικής κάνναβης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις. Η χωρίς αίτηση μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο να υποβάλλει ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενό του δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 583/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάκα, για αναίρεση της με αριθμό 6.956/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.001/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6956/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 22 Ιανουαρίου 2000 στην Αθήνα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της μηνύτριας ...., με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, λόγω δε του ότι αρνείτο να αποδεχθεί την απόφασή της για διακοπή της σχέσης τους αφού αυτός ήταν παντρεμένος άρχισε να την κτυπά με τις γροθιές του στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός της με αποτέλεσμα να τις προξενήσει εκχυμώσεις και αιματώματα αμφοτέρων των έξω οφθαλμικών χώρων, έσω επιφανείας άνω και κάτω χείλους, δεξιάς άκρας χειρός και δεξιάς μηριαίας χώρας. Λόγω της έντασης της πιο πάνω επίθεσης και των γρονθοκοπημάτων που κατέφερε στο κεφάλι της παθούσας ήταν δυνατόν να επέλθει βαρειά σωματική βλάβη σ' αυτήν". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ...... για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στην παθούσα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (γροθιές) και το σημείο στο οποίο επλήγη η παθούσα (κεφάλι) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος της παθούσης, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτήν, βαριά σωματική βλάβη. Σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω: 1] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει [και όχι στο σύνολό του] ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, 2] Περαιτέρω, ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι η ειρημένη πράξη του συνιστά όχι επικίνδυνη σωματική βλάβη, αλλά απλή σωματική βλάβη είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Άλλωστε αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη του ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη και στη συνέχεια την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι . Κατά τα λοιπά και καθ' όσον με τους ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτοι Από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 335 παρ. 2 του ΚΠΔ σαφώς προκύπτει, ότι αν ο Εισαγγελέας ή κάποιος από τους διαδίκους λάβει το λόγο δικαιούνται μεν να λάβουν τον λόγο και οι λοιποί διάδικοι, εφόσον όμως ζητήσουν αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ή από το δικαστήριο στο οποίο μετά από άρνηση του διευθύνοντος θα προσφύγουν δημιουργουμένης ακυρότητας της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. δ` του ΚΠΔ μόνον αν το δικαστήριο αποστερήσει από αυτούς το πιο πάνω δικαίωμα που ζήτησαν να ασκήσουν. Από το ότι συνεπώς στη προκείμενη υπόθεση απορρίφθηκε με πρόταση του Εισαγγελέα αίτημα της πολιτικώς ενάγουσας για αναβολή της δίκης, δεν έπεται ότι έπρεπε να δοθεί ο λόγος και στον αναιρεσείοντα ή στο συνήγορό του, οι οποίοι όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αντέλεξαν στην αναβολή αυτή, και δεν δημιουργείται από αυτό λόγος αναίρεσης της απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Α του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 171 παρ. δ του ίδιου Κώδικα, αφού δεν υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα και δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά, ότι ζητήθηκε από αυτούς ο λόγος και το δικαστήριο αρνήθηκε να δώσει τούτον, αλλά τουναντίον, όπως πιο πάνω λέχθηκε, αυτοί δεν αντέλεξαν. Πρέπει συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2008 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6956/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 580/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα για να δικάσει τις δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αγγελίδου, περί αναιρέσεως της 800/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Σεπτεμβρίου 2007 και 19 Σεπτεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1740/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως στις 10 Σεπτεμβρίου 2007 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λασιθίου, την από 7-9-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 800/26-7-2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου και ακολούθως, στις 19 Σεπτεμβρίου 2007, διά της πληρεξουσίου του δικηγόρου 'Αγγελίδου Βασιλικής, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την υπ' αριθμό πρωτ. 2525/21-9-2007 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 του Κ.Π.Δ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από τη Γραμματεία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 10-9-2007 και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο είναι σχετική και καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτήν αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Κατά λογική ακολουθία, το κατ' έφεση δικάζον δικαστήριο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατά καταδικαστικής απόφασης για πλημμέλημα, που έχει τελεστεί σε χρόνο ο οποίος απέχει από το χρόνο εκδικάσεως της έφεσης περισσότερο από πέντε έτη και λιγότερο από οκτώ, δεν υποχρεούται να ερευνήσει αν η πενταετής προθεσμία της παραγραφής έχει ανασταλεί κατ' άρθρο 113 ΠΚ, εκτός αν ο εκκαλών προβάλλει με την έφεσή του και όχι με άλλο τρόπο, όπως με υπόμνημα, ειδικό λόγο περί μη αναστολής της παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 800/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, που εκδόθηκε με τον ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, εκπροσωπηθέντα από τον πληρεξούσιο συνήγορό του, αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, και χρηματική ποινή 2.400 ευρώ, για την πλημμεληματική πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εισφορών (Α.Ν 86/1969), που τέλεσε στο ..... ....., στο χρονικό διάστημα από μήνα Ιούνιο του 2001 έως Οκτώβριο του 2004. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε στις 21 Μαϊου 2007 έφεση, στην οποία, μολονότι ήδη τότε είχαν παρέλθει πέντε έτη από την τέλεση των μερικότερων πράξεων, (Ιούνιος 2001 έως 21-5-2002), δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τη μη αναστολή της πενταετούς παραγραφής, λόγω ακυρότητας της προς αυτόν επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος, με βάση το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως και εντεύθεν (δεν προέβαλε) ισχυρισμό για εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, λόγω παραγραφής, αλλά, προβάλλοντας δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, ως μοναδικό λόγο της έφεσής του, ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα νομικά και πραγματικά περιστατικά και κήρυξε αυτόν ένοχο, ενώ έπρεπε να τον κηρύξει αθώο της κατηγορίας που του αποδίδεται", ζήτησε μόνο να θεωρηθεί η έφεσή του ως εμπρόθεσμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι και κατά την εκδίκαση της έφεσης αυτής, που έγινε στις 26-7-2007, ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, που επίσης ήταν απών, αλλά εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τους συνηγόρους του, προβλήθηκε από τους τελευταίους, η αδυναμία εμφάνισης του εντολέα τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 349Κ.Π.Δ, και ζήτησαν από το Δικαστήριο να επιτραπεί η εκπροσώπησή του και την παραδοχή της έφεσής του, χωρίς να προβάλουν ισχυρισμό για τη μη αναστολή της παραγραφής. Το Εφετείο δε πράγματι, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, έκρινε την έφεση εμπρόθεσμη και παραδεκτή. Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη, το Εφετείο, λόγω της πιο πάνω παραλείψεως του αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος, και της κάλυψης έτσι της τυχόν ακυρότητας της επίδοσης προς αυτόν του κλητήριου θεσπίσματος, με την προσβαλλόμενη 800/2007 απόφασή του, που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουλίου 2007, δηλαδή προτού συμπληρωθεί οκταετία από το χρόνο τελέσεως (Ιούνιο 2001 έως Οκτώβριο 2004) από τον αναιρεσείοντα της πράξης, για την οποία πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί, ορθώς δεν ερεύνησε αν, προτού παρέλθει η πενταετής προθεσμία παραγραφής από την τέλεση της πιο πάνω πράξης, είχε επισυμβεί λόγος αναστολής της, έρευνα, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, θα οδηγούσε στη διαπίστωση ότι ήταν άκυρη η επίδοση προς αυτόν του κλητήριου θεσπίσματος, με συνέπεια τη μη αναστολή της πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής και ορθώς περαιτέρω δεν απάγγειλε ακυρότητα και δεν έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τις μερικότερες πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπερέβη την εξουσία του με το να τον καταδικάσει για τις πράξεις αυτές. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και από το ίδιο άρθρο στοιχ. Η', του Κ.Π.Δ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει τις πλημμέλειες, αντιστοίχως, της σχετικής ακυρότητας που συνέβησαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και της υπέρβασης εξουσίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο όφειλε να απαγγείλει ακυρότητα της επίδοσης προς τον αναιρεσείοντα του κλητήριου θεσπίσματος, και στη συνέχεια, λόγω μη νόμιμης κλήτευσής του εντός πενταετίας από την τέλεση της πράξης και μη, έτσι, αναστολής της παραγραφής, να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατ' αυτού και συνακόλουθα, να μην τον καταδικάσει για την προαναφερόμενη πράξη, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, ''αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, και χρηματική ποινή 2400 ευρώ, ενώ μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί χωρίς αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 800/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Χ, ποινής φυλακίσεως των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. Και
Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του νόμου περί Ασφαλιστικών εισφορών, με την επίκληση του λόγου: α) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) της απολύτου ακυρότητας. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δέχεται αναίρεση κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των 24 μηνών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
| 1
|
Αριθμός 579/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 53, 54, 55/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 25/24.4.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 696/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, β) της παράνομης οπλοφορίας και γ) της παράνομης οπλοχρησίας, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, μεταξύ των οποίων η από 9-8-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή ....., η από 9-8-2005 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης και η από 27-10-2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το θύμα Α, ηλικίας 54 ετών, ήταν από το 17° έτος χρήστης ναρκωτικών ουσιών (χαπιών και ηρωίνης). Ζούσε λόγω της εξαρτήσεώς του αυτής εγκαταλελειμμένος από το συγγενικό του περιβάλλον στην πεπαλαιωμένη πατρική μονοκατοικία (χαμόσπιτο) επί της οδού ..... στην ..... . Στην ανωτέρω οικία, το θύμα φιλοξενούσε κατά διαστήματα και τον κατηγορούμενο, που ήταν και αυτός χρήστης ναρκωτικών ουσιών και με τον οποίον διατηρούσε φιλικές σχέσεις, αφού και οι δύο για να εξοικονομήσουν τη δόση τους, πουλούσαν σε τοξικομανείς της ..... χάπια που έγραφαν οι γιατροί στο θύμα. Τις πρωινές ώρες της 9-6-2005 βρέθηκε στην παραπάνω οικία του νεκρό το θύμα από τον γείτονα και φίλο του Β, αστυνομικό - συντηρητή επίπλων της Βουλής, ο οποίος διατηρούσε το εργαστήριό του σε όμορο κτίριο και ο οποίος τον συνέδραμε γενικώς, όπως και οι λοιποί γείτονές του. Κλήθηκε η αστυνομική αρχή και διενήργησε αυτοψία κατά την οποία βρέθηκε: α) το θύμα δολοφονημένο στο κρεβάτι του (σε δωμάτιο που παρουσίαζε εικόνα ρυπαρότητας και παραμέλησης) σε προχωρημένη σήψη, ενδεδυμένο, φέροντα πολλαπλά τραύματα κυρίως στην οπίσθια θωρακική χώρα από νύσσον και τέμνον όργανο, β) ένα αναδιπλούμενο μαχαίρι (σουγιά) με σπασμένη λαβή και ίχνη αίματος στη λαβή και στη λάμα του, πάνω σε θερμάστρα που υπήρχε ανάμεσα στο κρεβάτι και την πόρτα εισόδου, γ) διάσπαρτες κηλίδες αίματος στην πόρτα του ψυγείου, σε μία πλαστική σακκούλα, σε μία καρέκλα, στον τοίχο και σε χαλί δαπέδου (βλ. έκθεση αυτοψίας και φωτογραφίες). Από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής, που διενεργήθηκε την 10-6-2005, διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός του είχε επέλθει 10 ημέρες περίπου από της νεκροτομής, ήτοι περί την 1-6-2005, από πολλαπλά τραύματα του θώρακος δια νύσσοντος άμα και τέμνοντος οργάνου προκληθέντα. Συγκεκριμένα, το θύμα έφερε είκοσι βαθειά τραύματα στην οπίσθια θωρακική χώρα, δύο στη μέση στερνική χώρα, ένα στη δεξιά υποκλείδιο χώρα, τέσσερα στην έξω επιφάνεια αριστερού ημιθωρακίου και έξι τραύματα στην έξω επιφάνεια δεξιού ημιθωρακίου. Από τα ανωτέρω, όμως, αποδεικτικά στοιχεία κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε, και μάλιστα κατά τρόπον που να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ότι ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο του θύματος και δη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι εντός του εκτιμώμενου κατά την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας χρόνο θανάτου του θύματος και δη την 1-6-2005, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να φιλοξενείται στην οικία του θύματος, αφού σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρος Γ, ο κατηγορούμενος τις τελευταίες είκοσι ημέρες πριν από τη σύλληψή του (του μάρτυρος) που έγινε την 16-6-2005 δηλαδή από τις 26-5-2005 εφιλοξενείτο στη δική του οικία και όχι σε εκείνη του θύματος. Αλλά και από την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση της μάρτυρος Δ, αδελφής του θύματος, η οποία κατέθεσε "όταν πήγαμε σπίτι, την ίδια ημέρα που τον βρήκαν, μια γειτόνισσα μου είπε ότι είδε την προηγούμενη ημέρα δύο άτομα, ένα ψηλό και ένα κοντό, να πηδάνε και να φεύγουν" προκύπτει ότι, εκτός από τον κατηγορούμενο, επισκέπτονταν το θύμα και άλλα άτομα, των οποίων δεν έγινε γνωστή η ταυτότητα. Εξάλλου το θύμα, λόγω της εμπλοκής του με τα ναρκωτικά και της ενασχόλησής του με τη διακίνηση αυτών, ερχόταν σε επαφή με πολλά άτομα που ανήκαν στο χώρο των εξαρτημένων ατόμων, με τα οποία ενδεχομένως δημιουργήθηκαν διαφορές, τις οποίες ο άγνωστος δράστης έλυσε με τον προαναφερόμενο τρόπο. Ενόψει όλων αυτών, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την ενοχή του κατηγορουμένου και πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας". Η αιτιολογία, όμως, αυτή που παραθέτει το Δικαστήριο, βάσει της οποίας εξέδωσε την αθωωτική, κατά πλειοψηφία, για τον κατηγορούμενο απόφαση του, ούτε πλήρης είναι, ούτε σαφής. Δεν είναι πλήρης γιατί δεν εκθέτει τα ουσιώδη περιστατικά που αποδείχθηκαν, για να καταδειχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, προκειμένου, η επικρατήσασα στο Δικαστήριο της ουσίας γνώμη, να καταλήξει στην ως άνω κρίση του. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, προκειμένου να σχηματίσει την ως άνω κρίση, περιορίστηκε μόνο σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάποια άλλα. Έτσι, περιορίστηκε με ρητή αναφορά μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων, Γ και Δ, που εξετάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, να αξιολογήσει, παντελώς και με οποιοδήποτε τρόπο και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν, στο ίδιο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα των μαρτύρων Β, Ε και Δ, για το περιεχόμενο της καταθέσεως των οποίων δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αναφορά. Περαιτέρω, η γνώμη της πλειοψηφίας, δεν αξιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο, την υπ' αριθμό ..... Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, για την οποία, η γνώμη της πλειοψηφίας, περιορίσθηκε σε απλή μόνο αναφορά, ότι αυτή αναγνώσθηκε. Πράγματι, η ως άνω έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και αποτελεί, κατ' άρθρο 178 και 183 του Κ.Π.Δ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι δεν αξιολογήθηκε από τη γνώμη της πλειοψηφίας, παρόλο που στην έκθεση αυτή γίνεται ειδική αναφορά, που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, ότι το βιολογικό υλικό των αναφερομένων σ' αυτήν πειστηρίων, προέρχεται από τον κατηγορούμενο Χ. Τέλος, η γνώμη της πλειοψηφίας, δεν αξιολόγησε και την υπ' αριθμό ..... εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, που και αυτή αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να διαπιστωθεί η χρήση, από μέρους του παθόντος, φαρμακευτικών ουσιών ή δηλητηρίου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη συνέχεια για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 53, 54 και 55/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών (κατά πλειοψηφία), με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, λόγω αποκλεισμού και μη αξιολόγησης άλλων αποδεικτικών μέσων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 581/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου ...... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Πετράκη, για αναίρεση της με αριθμό 10 - 14/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 8 Αυγούστου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.350/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 10-14/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σωματεμπορίας από κοινού. Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της δίκης "για να κλητευθεί ως μάρτυρας η παθούσα Χ1". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι "Επειδή ο λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και προσέλθει η αλλοδαπή Χ1, κρίνεται αβάσιμος καθ' ότι η εν λόγω έφυγε από την Ελλάδα και είναι δύσκολη η ανεύρεσή της, η δε αναβολή εις ουδέν άλλο οδηγεί παρά μόνο στην αρνησιδικία. Τα στοιχεία τα οποία στηρίζουν τα περιστατικά υφίστανται στη δικογραφία και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος αναβολής.
Συνεπώς το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Επομένως, έχει η εν λόγω απόφαση την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ως άνω απορριπτική κρίση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η υπ' αριθ. 43-51/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κέρκυρας, γιατί το πρωτόδικο τούτο δικαστήριο, 1) καταδίκασε τον αναιρεσείοντα χωρίς να κλητευθεί και εξετασθεί η ως άνω παθούσα η οποία είχε απελαθεί διοικητικά παράνομα, 2) απέρριψε χωρίς αιτιολογία την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας, καθόσον, χωρίς να κλητευθεί νόμιμα ο συγκατηγορούμενός του Ζ1 ανέστειλε την επ' ακροατηρίω διαδικασία, 3) απέρριψε χωρίς αιτιολογία την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας εξαιτίας του χωρισμού της δίκης ως προς τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Ζ1, 4) κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου διεχώρισε τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αρχικά συγκατηγορουμένων του Ζ2, Ζ1 και Χ1 5) απέρριψε χωρίς αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί απλής συνέργειας στην σωματεμπορία, απόπειρας στη ως άνω πράξη, πραγματικής πλάνης, περί μη υπάρξεως καταγγελίας από την παθούσα και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2β' και 2ε' του Π.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Οι ανωτέρω υπ' αριθμ. 2, 3, και 4 ενστάσεις που επαναφέρθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας και οι οποίες αφορούν ενδεχομένως ακυρότητες της διαδικασίας των συγκατηγορουμένων του και όχι του ιδίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, και συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στις ως άνω ενστάσεις. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της παρά τον νόμο και αναιτιολόγητης απορρίψεως των ανωτέρω ενστάσεων ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μή εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:. "Στην .... την 24-11-2002, ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλο πρόσωπο μετέφερε εντός της επικράτειας και παρέδωσε με αντάλλαγμα σε άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί αυτό στη γενετήσια εκμετάλλευση του προσώπου αυτού συνισταμένη στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης, αποσπώντας τη συναίνεσή του με τη χρήση απατηλών μέσων εκμεταλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις και συγκεκριμένα μαζί με τον Ζ1, Βουλγαρικής υπηκοότητας μετέφερε από την Αθήνα στην ....και εκεί παρέδωσε σε αστυνομικό της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κερκύρας, ο οποίος προσεποιείτο τον "αγοραστή", ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε στα πλαίσια της υπηρεσίας του, την αλλοδαπή Χ1, ρωσικής υπηκοότητας, με αντάλλαγμα 4.500 ευρώ, αποσπώντας τη συναίνεσή της με την παραπλάνησή της ότι θα εργασθεί ως σερβιτόρα σε κέντρο διασκέδασης στην Κέρκυρα εκμεταλευόμενος την ευάλωτη θέση της και ειδικότερα το γεγονός ότι ήταν οικονομική μετανάστης, χωρίς εργασία και χρήματα, ευρισκόμενη σε νεαρή ηλικία μακριά από την πατρίδα της και την οικογένειά της με σκοπό να προβαίνει ο εργοδότης της στη γενετήσια εκμετάλευσή της, δηλαδή στη χρησιμοποίηση του σώματός της, για να συνευρίσκεται ερωτικώς έναντι αμοιβής 100 ευρώ κάθε φορά με αόριστο αριθμό ανδρών...Γνώριζε ο κατηγορούμενος τη δεινή οικονομική θέση της αλλοδαπής και σκέφθηκε να κερδίσει μ' αυτό τον τρόπο χρήματα. Ειδικότερα καθ' όλη τη διαδρομή από Αθήνα προς ... ενώ του δόθηκε η δυνατότητα να υπαναχωρήσει από την πράξη, αφού όπως διατείνεται στοδρόμο μετάνοιωσε, όμως δεν το έπραξε, απεναντίας σταθερά προσηλωμένος στο κέρδος έφθασε στην .... συνεννοούμενος με τον αστυνομικό ως δήθεν αγοραστή από τον οποίο μάλιστα, αφού δεν γνώριζε την πραγματική ιδιότητα του, ζήτησε να λαμβάνει και άλλα χρήματα από κάθε συνεύρεση της γυναίκας με άνδρες, γεγονός που σαφώς μαρτυρεί τη γνώση και τη θέληση του κατηγορουμένου να εμπορευθεί σεξουαλικά την αλλοδαπή και να κερδίσει μ' αυτό τον τρόπο χρήματα. Μετά από τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και να απορριφθούν όσα αντίθετα υποστηρίζονται για μη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας ως και για την αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων ελλείψει ειδικών πραγματικών περιστατικών. Ιδία πρέπει να αναφερθείότι ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο δεν μετεμελήθη, αλλά προ των ευθυνών του επεχείρησε να επιτύχει ευμενέστερη μεταχείριση". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματεμπορίας από κοινού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 351 παρ.2-1 και 6 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί απόπειρας τελέσεως εκ μέρους του της ανωτέρω πράξεως άλλως ότι τυγχάνει απλούς συνεργός, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα ως αυτουργός . Περαιτέρω η αιτίαση ότι είναι άκυρη η άσκηση της ποινικής διώξεως για το ανωτέρω έγκλημα καθόσον δεν υπάρχει καταγγελία, μήνυση ή έγκληση της παθούσης είναι απορριπτέα ως επί αναληθούς προυποθέσεως ερειδομένη δεδομένου ότι το έγκλημα του άρθρου 351 Π.Κ. διώκεται αυτεπαγγέλτως. Επιπροσθέτως η αιτίαση ότι επήλθε ακυρότης της διαδικασίας διότι κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του συνηγόρου του αναιρεσείοντος διεκόπη η συνεδρίαση του Δικαστηρίου είναι αβάσιμη δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα η διακοπή αυτή. Επομένως, οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 351 παρ. 2-1 και 6 ΠΚ (άρθρ. 510 παρ. Ι στοιχ. Α, Δ, και Ε ΚΠΔ) λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 30 ΠΚ περί πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στο δράστη. Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τί πράττει και είναι αδιάφορο ποία υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει, να αιτιολογείται ειδικώς υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τη πιο πάνω διάταξη είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τη θεμελίωση του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού του, πρόβαλε το ότι "δεν γνώριζε ότι συνοδεύοντας για παρέα τον Ζ1 ενδέχεται να υποκρύπτεται κάποιο έγκλημα ή αδίκημα ή επρόκειτο να διαπραχθεί κάτι τέτοιο". Ο ισχυρισμός όμως αυτός που πρόβαλε ο αναιρεσείων, χωρίς να επικαλεσθεί τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά άγνοιας ή εσφαλμένης αντιλήψεως κάποιου συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως σωματεμπορίας, είναι αόριστος και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία σ' αυτόν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "του ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια " (περ.β'), και β) " και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε'). Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια . Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2β και 2ε Π.Κ. καθόσον α) "Στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, αλλά από αφέλεια, απερισκεψία, μπήκε στο αυτοκίνητο του σκευωρού Ζ2 και πήγανε στην ....." και β) "Μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για όλο το διάστημα μέχρι σήμερα, χωρίς να ενοχλήσει οιονδήποτε ή να βλάψει οιονδήποτε, οπουδήποτε". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, ούτε εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά ότι από αφέλεια και απερισκεψία μπήκε στο αυτοκίνητο του σκευωρού Ζ2, δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον πρώτο ισχυρισμό του. Επίσης, δεν αρκεί η αναφορά ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για όλο το διάστημα μέχρι σήμερα, χωρίς να ενοχλήσει οιονδήποτε ή να βλάψει οιονδήποτε, οπουδήποτε" για να καταστήσουν ορισμένο τον δεύτερο ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, στους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που ασκούνται με το από 8-8-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων είναι απαράδεκτοι, γιατί η κατάθεση δεν έγινε στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ) αλλά στον γραμματέα του Εφετείου Κερκύρας. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.2/6-6-2008 αίτηση και τους από 8-8-2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του ..... για αναίρεση της 10-14/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για σωματεμπορία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματεμπορία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 585/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 484/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδεσσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1347/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, μεταξύ των άλλων λόγων, πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 484/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας με την οποία καταδικάσθηκε για την μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως είκοσι έξη (26) μηνών, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. "... Ο κατηγορούµενος στη ....., κατά τον κατωτέρω αναφερόµενο χρόνο, καθυστέρησε να καταβάλλει χρέη προς το Δηµόσιο που ήταν βεβαιωµένα στις δηµόσιες οικονοµικές υπηρεσίες( Δ.Ο.Υ) για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των τεσσάρων µηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συµπεριλαµβανοµένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων µέχρι την ηµεροµηνία σύνταξης του πίνακα χρεών χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, την 31-1-2002, είχε βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουµένου από την Δ.Ο.Υ ....., το χρηματικό ποσό των 1.742.549,53 ευρώ (αποτελούµενο από κύρια οφειλή ύψους οφειλή 985.047,78 ευρώ και προσαυξήσεις ύψους 757.501,75 ευρώ) το οποίο αποτελούσε χρέος προς το Δηµόσιο. Το ως άνω χρέος έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούµενο στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ µέχρι την 1-6-2002, δηλαδή εντός τεσσάρων µηνών από την ανωτέρω βεβαίωσή του, πλην όµως, η ως άνω προθεσµία παρήλθε χωρίς ο κατηγορούµενος να καταβάλει το εν λόγω χρέος το οποίο εξακολουθεί να οφείλει µέχρι σήµερα και το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, την 30-4-2002, είχε βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουµένου από τη Δ.Ο.Υ ....., το χρηµατικό ποσό των 2.627,06 ευρώ (αποτελούµενο από κύρια οφειλή ύψους 1.523,82 ευρώ και προσαυξήσεις ύψους 1.103,24 ευρώ) το οποίο αποτελούσε χρέος προς το Δηµόσιο. Το ως άνω χρέος έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούµενο στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ µέχρι την 31-8-2002, δηλαδή εντός τεσσάρων µηνών από την ανωτέρω βεβαίωση του, πλην όµως, η ως άνω προθεσµία παρήλθε χωρίς ο κατηγορούµενος να καταβάλει το εν λόγω χρέος. Τέλος, την 28-6-2002, είχε βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουµένου από τη Δ.Ο.Υ ....., το χρηµατικό ποσό των 292,73 ευρώ (αποτελούµενο από κύρια οφειλή ποσού 172,80 ευρώ και προσαυξήσεις ποσού 119,93 ευρώ) το οποίο αποτελούσε χρέος προς το Δηµόσιο και έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούµενο στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ µέχρι την 29-10-2002, δηλαδή εντός τεσσάρων µηνών από την ανωτέρω βεβαίωσή του, πλην όµως, η ως άνω προθεσµία παρήλθε χωρίς ο κατηγορούµενος να καταβάλει αυτό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούµενος, µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται αλλά για τις δεύτερη και τρίτη των µερικότερων πράξεων που συνιστούν το ανωτέρω κατ' εξακολούθηση έγκληµα (δηλαδή τη µη καταβολή του ποσού των 2.627,06 ευρώ και του ποσού των 292,73 ευρώ) ο κατηγορούµενος θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος επειδή οι ως άνω µερικότερες πράξεις δεν είναι αξιόποινες αφού το ποσό του χρέους της καθεµίας από αυτές δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000,00 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 παρ. α' του Ν.1882/1990 όπως ισχύει. Αντίθετα, ο κατηγορούµενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πρώτη από τις ως άνω µερικότερες πράξεις που συνίσταται στην εκ προθέσεως µη καταβολή του προαναφερθέντος ποσού των 1.742.549,53 ευρώ το οποίο δεν αµφισβητείται από τον κατηγορούµενο και αποτελεί χρέος προς το Δημόσιο προερχόµενο από χρηµατικές ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο με βάση την υπ' αριθµ. 225-226-227-228 & 235/2001 απόφαση του Πεvταµελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης µε την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι ετών και συνολική χρηµατική ποινή 174.794.286 δραχµών για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δηµοσίου και της λαθρεµπορίας ... ".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο 'Εδεσσας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως συμπληρούμενο από το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο δέχεται ότι η μη καταβολή προς το Δημόσιο του ποσού των 1.742.549,53 ευρώ (οφειλή 985.047,786 και προσαυξήσεις 757.501,75 ευρώ) αποτελεί χρέος από χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν με την προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια διαλαμβάνει ότι η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ανέρχεται στο ποσό των 174.794.286 δραχμών, ποσό όμως που είναι ισάξιο όχι προς το ποσό των 985.047,786 ευρώ αλλά προς εκείνο των 512.969,29 ευρώ. Εντεύθεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τις παραδοχές της αποφάσεως ότι το βασικό χρέος ανέρχεται στο ποσό των 985.047,786 ευρώ και όχι το μικρότερο εκείνο των 512.969,29 ευρώ επί του οποίου έπρεπε να υπολογισθούν και οι προσαυξήσεις, με συνέπεια να μη προκύπτει με σαφήνεια το πραγματικό ύψος του συνολικού ποσού το οποίο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος οφείλει στο Δημόσιο. Όμως, με τις παραδοχές, αυτές, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική και συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.484/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ασαφή και αντιφατική αιτιολογία .
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 591/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, για αναίρεση της 925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) .... και 2) ...... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1127/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, είχαν αναλάβει ως εργολάβοι την κατασκευή ενός υπογείου πάρκιγκ στο χώρο της πλατείας των Δικαστηρίων στην πόλη των ..... Για τις σχετικές εργασίες είχαν συµβληθεί µε διάφορους υπεργολάβους και σε ένα εκ των οποίων εργαζόταν ο θανών ως τεχνίτης πλακιδίων. Την 19-7-2003 και περί ώρα 09.30' στον άνω χώρο, επήλθε ο θάνατος του θανόντος από βεβαιωµένη ηλεκτροπληξία. Για τον άνω θάνατο δεν αποδείχθηκε αµέλεια και των δύο κατηγορουµένων, οι οποίοι είχαν αναθέσει το έργο στον τρίτο κατηγορούµενο, ως επιβλέποντα ηλεκτρολόγο µηχανικό, την µελέτη της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του έργου. Όπως αποδείχθηκε οι ανωτέρω εργολάβοι, δεν είχαν καµία συµµετοχή στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση και στις απαραίτητες ενέργειες που προέβη ο τρίτος κατηγορούµενος για την παροχή ρεύµατος στον χώρο του ατυχήµατος, αφού τις είχαν αναθέσει υπεργολαβικώς στον παραπάνω και συνεπώς έπρεπε να κηρυχθούν αθώοι .Ο τρίτος όµως των κατηγορουµένων, Χ1, κατά τη γνώµη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, αφού ως προαναφέρεται σ' αυτόν είχε ανατεθεί µε την άνω ιδιότητά του η µελέτη κατασκευής της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του έργου, η κατασκευή δε αυτής ανατεθεί στον µάρτυρα Μ1 ηλεκτρολόγο. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούµενος αυτός ήταν υπεύθυνος για την παροχή προσωρινά ηλεκτρικού ρεύµατος στον άνω χώρο στάθµευσης, δοθέντος ότι ήταν απαραίτητη η χρήση ηλεκτρικού ρεύµατος τόσο για την λειτουργία των µηχανηµάτων που χρησιµοποιούντο για την κατασκευή του, όσο και για τον ηλεκτροφωτισµό του, αφού δεν υπήρχε φυσικός φωτισµός. Για την προσωρινή ηλεκτροδότηση του έργου, δεν χορηγήθηκε παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος από την ΔΕΗ, αλλά µε τις οδηγίες και την επίβλεψη του κατηγορουµένου αυτού, τοποθετήθηκε στο χώρο του υπογείου, ηλεκτρικός υποπίνακας διανοµής και τροφοδοσίας. Στον υποπίνακα όµως αυτό, παρείχετο τάση από τον πίνακα της ΔΕΗ που είχε τοποθετηθεί στην πλατεία πάνω από το χώρο στάθµευσης, µε σκοπό την παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος στους φανοστάτες της πλατείας. Συγκεκριµένα ο ηλεκτρολόγος Μ1, συνέδεσε τον πίνακα της πλατείας µε καλώδιο µεταφοράς ρεύµατος µε τον υποπίνακα του υπογείου, τούτο δε έπραξε µε τις οδηγίες για τις υποδείξεις του τρίτου των κατηγορουµένων. Έτσι στο χώρο του υπογείου παρείχετο ηλεκτρικό ρεύµα από τον υποπίνακα αυτόν, ο οποίος τοποθετήθηκε αυθαίρετα και χωρίς την προηγούµενη εκπόνηση σχετικής µελέτης. Ο υπόγειος χώρος φωτιζόταν µε την παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος απευθείας από τον υποπίνακα µε την χρήση µπαλαντέζας η οποία κατέληγε σε προβολέα, στα µηχανήµατα δε παρείχετο ηλεκτρικό ρεύµα απευθείας από τον πίνακα µε τη χρήση µπαλαντέζας, το µήκος της οποίας έφθανε τα 80 µέτρα περίπου. Στις 19-7-2003 το έργο βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης και είχε ανατεθεί η επίστρωση του δαπέδου του µε πλακίδια, στον Π1 και τους συνεργάτες του ..., ...., ...., ....., και ...... Την ηµέρα αυτή και περί ώρα 09.30' περίπου ο άνω Π1 εργαζόταν στο έργο απασχολούµενος µε την κοπή πλακιδίων για την κοπή δε αυτών χρησιµοποιούσε ηλεκτρικό κόφτη. Η παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος στον κόφτη γινόταν απευθείας από τον υποπίνακα µε την χρήση µπαλαντέζας χρησιµοποιούσε δε συγχρόνως προβολέα στον οποίο η παροχή ρεύµατος γινόταν µε τον ίδιο τρόπο. Κατά την ώρα αυτή ο Π1 υπέστη ηλεκτροπληξία λόγω εισόδου ηλεκτρικού ρεύµατος από την παλαµιαία επιφάνεια της δεξιάς χειρός αυτού και εξόδου από το αριστερό πέλµα, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός του. Ο θάνατος αυτού οφείλεται σε διαρροή ηλεκτρικού ρεύµατος λόγω έλλειψης της προσοχής του άνω κατηγορουµένου την οποία όφειλε και µπορούσε αυτός κατά τις περιστάσεις να καταβάλλει και συγκεκριµένα στην πληµµελή και χωρίς προηγουµένη µελέτη εγκατάσταση του ηλεκτρικού υποπίνακα διανoµής και τροφοδοσίας, στον οποίο η παροχή ρεύµατος δεν έγινε µετά από έγκριση της ΔΕΗ, στην έλλειψη γείωσης, η οποία ήταν ικανή να αποτρέψει τη διέλευση ηλεκτρικού ρεύµατος από το άνω σηµείο εισόδου του δεξιού άκρου του παθόντος, όπως δε αναφέρεται στην σχετική έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητού του Τµήµατος Τεχνικής και Υγειονοµικής Επιθεώρησης ...... ο ηλεκτρολόγος Μ1, είχε αρχίσει τις εργασίες γείωσης καθώς και στη µη λειτουργία διακόπτη διαφυγής.Η άνω αµελής συµπεριφορά του τρίτου των κατηγορουµένων είχε ως αποτέλεσµα να επέλθει ο θάνατος του άνω Π1 γι' αυτό και ο κατηγορούµενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται..." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό, που συμπληρώνει το σκεπτικό και αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζει το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο της παράλειψης του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος. Εντοπίζεται δε η αμέλεια αυτού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο ότι ο κατηγορούμενος στον οποίο είχε ανατεθεί η κατασκευή της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του εκτελούμενου έργου, επέτρεψε την κατασκευή και εγκατάσταση ηλεκτρικού υποπίνακα διανομής και τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς να μεριμνήσει για τη λήψη σχετικής αδείας από την ΔΕΗ και χωρίς προηγούμενη μελέτη ως προς την κατασκευή και εγκατάσταση αυτού, στον οποίο επιπροσθέτως δεν είχε τοποθετηθεί γείωση. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στάθμιση και αξιολογική σύγκριση των αποδεικτικών μέσων, ούτε να αναφέρεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ξεχωριστά.
Συνεπώς η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων αναφέρεται στο περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Τέλος αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν προσδιορίζει στο σκεπτικό του την συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ και ιδιαίτερα τον κανόνα δικαίου από τον οποίο απορρέει η υποχρέωση αποτροπής του επελθόντος αποτελέσματος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση την κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου ευθέως στηρίζει σε θετική ενέργεια αυτού την οποία, εάν συνετά ενεργούσε, όφειλε και μπορούσε να παραλείψει. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 583 Κ.Π.Δ, 176,183 Κ.Πολ.δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 925/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Επαρκής αιτιολογία και απόρριψη του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 578/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2008 και 17 Ιουλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1274/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 452/6.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Eφετών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 1157/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ άλλων, τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατηγορούμενους για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικώτερα τους αποδίδεται ότι επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν έσοδα προερχόμενα από κακουργηματική απάτη, την οποία είχαν τελέσει οι συμπαραπεμπόμενοι με το ίδιο ως άνω βούλευμα Χ3, Χ4, Χ5, Χ6, κλπ, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει προς τούτο δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα (άρθρ. 187 Π.Κ.).
ΙΙ. Κατά του ως άνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι: 1) Χ1 και 2) Χ2, άσκησαν με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών τις υπ'αριθμ. α) 133/14-7-08 και β) 138/17-7-08, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως (βλ. σχετικές εκθέσεις).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν.2928/2001, η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης.
Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, που στρέφονται κατά του παραπάνω αμετακλήτου βουλεύματος είναι απαράδεκτες.
IV. Με βάση τα προαναφερθέντα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ. στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ Ι. Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ'αριθμ: α) 133/14-7-08 και β) 138/17-7-08, αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 1157/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειόντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως α) του Χ1 και β) της Χ2, με αριθμό 133/14-7-2008 και 138/17-7-2008, κατά του υπ' αριθμό 1157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο,(άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων α) Χ1, β) Χ2, ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ενώ, κατά άλλων 35 κατηγορουμένων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, ασκήθηκε ποινική δίωξη και για τις πράξεις: 1) συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, (άρθρο 187 παρ.1 του Π.Κ), 2) κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, 3) άμεση συνέργεια στην πράξη της κακουργηματικής απάτης, 4) κακουργηματική πλαστογραφία, 5) κακουργηματική υπεξαίρεση. Στη συνέχεια διεξήχθη και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τους αναιρεσείοντες και τους συγκατηγορούμενούς τους, 1) Χ3, 2) Χ4, 3) Χ5, 4) Χ6, 5) Χ7, 6) Χ8, 7) Χ9, 8) Χ10, 9) Χ11, 10) Χ12, 11) Χ13, 12) Χ14, 13) Χ15, 14) Χ16, 15) Χ17, και 16) Χ18, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι των αναφερόμενων στο προσβαλλόμενο βούλευμα αξιόποινων πράξεων. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν για να δικασθούν για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα, ως προερχόμενα από την κακουργηματική απάτη, την οποία κατά το ως άνω βούλευμα, τέλεσαν μεταξύ άλλων και οι συγκατηγορούμενοί τους ....., ....., ....., ..... (άρθρα 1,13 περ. στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 187 παρ.1, 386 παρ.1 και 3 περ. α και β, του Π.Κ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, και άρθρα 1 παρ.1, περ. Αη και 2 παρ. 1 εδ. α του ν. 2331/1995, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση και αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 3424/2005 του Π.Κ.). Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι αμετάκλητο. Άρα, και, μετά την ειδοποίηση των αντικλήτων των αναιρεσειόντων, κατά την επί του φακέλου επισημείωση του γραμματέως, οι κατ' αυτού ασκηθείσες αιτήσεις, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 14 Ιουλίου 2008 με αριθμό καταθέσεως 133 και από 17 Ιουλίου με αριθμό καταθέσεως 138/2008, αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετακλήτως, στην περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως για το αδίκημα του 187 ΠΚ και όταν ακόμη αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα (σχ. ΑΠ 138/ 2009 και 911/2008, 2194/2007, 2364/2007, 1966/2006).
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Οργάνωση εγκληματική.
| 0
|
Αριθμός 577/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 346/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 674/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 362/07.07.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 184/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τον Χ, κάτοικο ....., για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο Χ άσκησε έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 346/2008 βούλευμά του δέχθηκε μεν τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία και επικύρωσε την παραπεμπτική διάταξη του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού απέρριψε αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (βλ. το 346/2008 βούλευμα).
ΙΙΙ. Το τελευταίο αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του (βλ. από 1-4-2008 και το 20-3-2008 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως).
Στις 26-3-2008 εμφανίστηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών η δικηγόρος Αθηνών Ευανθία Τσιάνου και δήλωσε ότι ως εκπρόσωπος του κατηγορουμένου Χ ασκεί αναίρεση κατά του 346/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 55/26-3-2008 έκθεση αναίρεσης.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 484 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης κατά βουλεύματος η περιγραφική απλώς αναφορά αυτών δεν αρκεί. Ειδικότερα για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος πρέπει: α) Στην πρώτη περίπτωση αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία και προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία του βουλεύματος και αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος και β) στην δεύτερη περίπτωση να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος (βλ. ΑΠ 2494/2005).
Γίνεται εξάλλου δεκτό ότι όταν κατ'επίφαση προβάλλεται ο αναιρετικός λόγος για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ στην πραγματικότητα προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο αναιρετικός αυτός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 570/2006).
V. Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της 55/26-3-2008 έκθεσης αναίρεσης, προκύπτει ότι σ'αυτή δεν περιέχεται ούτε ένας σαφής, ορισμένος και νόμιμος λόγος αναίρεσης, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τους λόγους αναίρεσης. Συγκεκριμένα κάτω από τον τίτλο "ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ" αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Όχι ορθά και νόμιμα, αλλά απόλυτα εσφαλμένα και κατά προφανή και σαφέστατη νομική πλάνη και απόλυτα εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ένδικης ουσιαστικής ποινικής διάταξης, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, δέχεται ότι τέλεσα το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης και χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, απέρριψε την ένδικη έφεσή μου και απόλυτα εσφαλμένα επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ όφειλε να το εξαφανίσει και να το ακυρώσει στο σύνολό του, αποφαινόμενο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος μου...". Στην συνέχεια της έκθεσης και αφού ο αναιρεσείων δηλώνει ότι αρνείται "με αγανάκτηση την απόλυτα αβάσιμη και απόλυτα κατασκευασμένη από τον ψευδοκατήγορο Α κατηγορία, αναλύει λεπτομερώς τις αντιφάσεις, που κατ'αυτόν υπάρχουν στις από 24-10-2003 και 16-5-2006 καταθέσεις του Α, που δόθηκαν αντιστοίχως κατά την προανάκριση και κυρία ανάκριση, εκθέτει στην αναίρεση το πλήρες κείμενο των δύο καταθέσεων, αποδίδει την καταμήνυσή του σε "ρατσιστικά" κίνητρα και αποδίδει στο Συμβούλιο "μεροληπτική σε βάρος του αξιολόγηση των όσων ψευδέστατα καταθέτει ο απόλυτα αναξιόπιστος και αποδειδεγμένα δόλιος κατήγορος Α" και τελικά προβάλλεται η αιτίαση ότι "... απόλυτα εσφαλμένα απορρίφθηκε χωρίς να γίνει δεκτό, όπως επιβάλλετο, το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο Συμβούλιο Εφετών Αθήνας ..." (βλ. την 55/2008 έκθεση αναίρεσης).
VΙ. Από το παραπάνω περιεχόμενο προκύπτει ότι η κρινομένη αναίρεση είναι απαράδεκτη. Ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τους αναιρετικούς λόγους. Όμως από την παραπάνω αναφορά του μετά τον τίτλο "ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ", εκτιμώ ότι αυτός αποδίδει στο βούλευμα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τρόπο όμως εντελώς αόριστο. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την έλλειψη αιτιολογίας και δεδομένου ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει αιτιολογία, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με τα συγκεκριμένα ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Αντιθέτως εκείνο το οποίο στην προκειμένη περίπτωση γίνεται είναι να αμφισβητείται κατά τρόπο δικονομικώς απαράδεκτο, με την προσχηματική επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το Συμβούλιο, πράγμα που προκύπτει από την έκθεση των δύο παραπάνω καταθέσεων, την επισήμανση αντιφάσεων σ'αυτές και όχι στις παραδοχές του Συμβουλίου, τις οποίες και ούτε αναφέρει, την απόδοση "ρατσιστικών κινήτρων" στον μηνυτή και μάρτυρα και "μεροληπτική αξιολόγηση" των καταθέσεων από το Συμβούλιο. Περαιτέρω είναι απολύτως αόριστος ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παρεμπίπτουσας διάταξης με την οποία απορρίφθηκε η περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αίτηση, αφού δεν προσδιορίζεται ποιές ήταν οι παραδοχές του Συμβουλίου για το θέμα αυτό και σε τί συγκεκριμένα συνίσταται η "απολύτως εσφαλμένη" απόρριψη του αιτήματος. Τέλος και σε σχέση με τον περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται η ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη, ούτε ο τρόπος που παραβιάσθηκε με βάση τις παραδοχές του Συμβουλίου, που επίσης δεν προσδιορίζονται.
Πρέπει συνεπώς, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 σε συνδ. με 485 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
VII. Επικουρικώς και σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κριθεί τυπικά παραδεκτή η αναίρεση, τότε αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί το βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον για την παρεμπίπτουσα διάταξη περί απορρίψεως της αίτησης αυτοπρόσωπης εμφάνισης, όσον και ως προς την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της έφεσης κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, ενώ περαιτέρω δεν υπάρχει ζήτημα ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 45 κα 386 παρ. 1,3 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν.
VIIΙ. Χωρίς οποιαδήποτε σχετική αναφορά στο περιεχόμενο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων στο αιτητικό διατυπώνει το εξής αίτημα: "Να διαταχθεί να εμφανισθώ αυτοπροσώπως στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ώστε να δώσω και προφορικά τις απαραίτητες διευκρινήσεις ..." (βλ. σελ. 10 έκθεσης αναίρεσης). Αν το συμβούλιο σας δεχθεί την κυρία πρότασή μου περί απαραδέκτου της αναιρέσεως, η παραπάνω αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, αφού ο αναιρεσείων θα κληθεί να εκθέσει τις απόψεις του περί του παραδεκτού υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠΔ. Κι αν όμως γίνει τυπικά παραδεκτή η αναίρεση και το Συμβούλιο σας υπεισέλθει στην εξέταση του ουσιαστικά βασίμου της αναίρεσης, η παραπάνω αίτηση πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων στην δεκασέλιδη αναίρεσή του εκθέτει λεπτομερώς τις απόψεις και τα επιχειρήματά του σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, ώστε η εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας να μη συνεισφέρει οτιδήποτε σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης δεδομένου και των ζητημάτων που κρίνονται στην αναιρετική διαδικασία.
ΙX. Ο αναιρεσείων διατυπώνει το αίτημα να εφαρμοστεί στην κρινομένη περίπτωση το άρθρο 38 ΚΠΔ, ώστε το Συμβούλιό σας, να συντάξει έκθεση και να την διαβιβάσει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, γιατί από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο μηνυτής και παθών Α έχει τελέσει σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας (βλ. σελ. 8 αίτησης αναίρεσης). Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί, παρεκτός ότι ο ίδιος αναιρεσείων δηλώνει ότι έχει ήδη καταμηνύσει τον παραπάνω παθόντα για τις πράξεις αυτές στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αφού ήδη με βάση τις καταθέσεις και τους ισχυρισμούς του παραπάνω παθόντος, ο αναιρεσείων παραπέμπεται αιτιολογημένα να δικαστεί για κακουργηματική απάτη, ώστε να μην υπάρχει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ, αφού δεν έχουν ανακύψει γεγονότα, που να θεμελιώνουν τις πράξεις που αναφέρει ο αναιρεσείων.
Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως και επικουρικώς ως ουσιαστικά αβάσιμη, η με αριθμό 55/26-3-2008 αναίρεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ....., δια της πληρεξουσίου του Ευανθίας Τσιάνου, δικηγόρου Αθηνών κατά του 346/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να απορριφθεί η από 26-3-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
ΙΙΙ. Να απορριφθεί η αίτηση για εφαρμογή του άρθρου 38 ΚΠΔ. Και
IV. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει να έχει ασκηθεί αυτό με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ) με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 παρ. 1 περ. στ, 510 παρ. 1 περ. Η του Κ.Ποιν.Δ.). Μεταξύ δε των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση, είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο, αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι, στην έκθεση αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, έτσι, ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως από τον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αναίρεση είναι χωρίς άλλη έρευνα απαράδεκτη. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον έναν λόγο σαφή και ορισμένο και παραδεκτό κατά νόμο. Όπως δε είναι γνωστό οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (αλλά και κατά αποφάσεων) ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 55/26-3-2008, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 346/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 30-4-2007 έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 184/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 55/26-3-2008 αιτήσεώς του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΑΛΩ, νόμιμα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 2, 3 & 4, 482 παρ. 1 & 2 Κ.Π.Δ. και 484 παρ. 1 & 2 του ιδίου Κ.Π.Δ., το με αριθμό 346/7-3-2008 ΒΟΥΛΕΥΜΑ του Συμβουλίου Εφετών ΑΘΗΝΑΣ, το οποίο μου επιδόθηκε την 20-3-2008, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του σε μένα για την άσκηση της αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του προαναφερόμενου άρθρου 473 Κ.Π.Δ., το οποίο ενάντια στο νόμο και τα αληθινά πραγματικά περιστατικά της ένδικης υπόθεσης, απέρριψε την με ημερομηνία 30η Απριλίου 2007 και με αριθμό κατάθεσης 207/2007 ΕΦΕΣΗ ΜΟΥ κατά του εκκαλουμένου με αριθμό 184/2007 ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΟΣ του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ΑΘΗΝΑΣ, το οποίο απόλυτα εσφαλμένα με παραπέμπει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ΑΘΗΝΑΣ, προκειμένου να δικαστώ ως δήθεν υπαίτιος της μη τελεσθείσας από μένα με οποιοδήποτε τρόπο κακουργηματικής απάτης σε κάθε περίπτωση κατά προφανή νομική πλάνη, εξακολουθεί δυστυχώς να ποινικοποιεί κατά τρόπο ποινικά απαράδεκτο μια καταφανώς αστική υπόθεση, πέρα από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αξιολογούνται επιλεκτικά, μεροληπτικά και μονομερώς σε βάρος μου, χωρίς την Συνταγματικά και από το νόμο επιβαλλόμενη αμεροληψία και αντικειμενικότητα, όσα ψευδέστατα, αποδεδειγμένα κακόβουλα και απολύτως αναπόδεικτα ισχυρίζεται ο μοναδικός αποδεδειγμένος ψευδοκατήγορός μου Α σε βάρος μου. ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ. Όχι ορθά και νόμιμα αλλά απόλυτα εσφαλμένα και κατά προφανή και σαφέστατη νομική πλάνη και απόλυτα εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ένδικης ουσιαστικής ποινική διάταξης, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, δέχεται ότι δήθεν τέλεσα το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης και χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, απέρριψε την ένδικη έφεσή μου και απόλυτα εσφαλμένα επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ όφειλε να το εξαφανίσει και να το ακυρώσει στο σύνολο του, αποφαινόμενο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος μου. Αρνούμαι και πάλι με αγανάκτηση και διαμαρτύρομαι το ίδιο εντονότατα για την απολύτως αβάσιμη στο σύνολό της και απόλυτα κατασκευασμένη από το ψευδοκατήγορό μου, Α, κατηγορία που μου αποδίδεται για την ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο τελεσθείσα από μένα πράξη της δήθεν κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσα δήθεν από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, για την οποία σχηματίσθηκε αυτεπάγγελτα σε βάρος μου δικογραφία, παντελώς ενάντια στο νόμο, με τη με αριθμό Ζ 2004/7617 Εισαγγελική Παραγγελία και κλήθηκα σε απολογία με τη με Αριθ. πρωτ. 692/19-5-2006 Κλήση της αρμοδίας Κας Ανακριτού ΑΘΗΝΑΣ ως Κατηγορουμένου και ακολούθως υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ΑΘΗΝΑΣ, η αποδεδειγμένα απόλυτα εσφαλμένη, όσο με αφορά, Έγγραφη Εισαγγελική Πρόταση με αριθμό ΕΙ2-06/276/29, την οποία δυστυχώς το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα απόλυτα εσφαλμένα τη δέχθηκε και επίσης απόλυτα εσφαλμένα επικύρωσε το απόλυτα εσφαλμένο εκκαλούμενο βούλευμα, απορρίπτοντας κατά απόλυτα εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ένδικης ουσιαστικής ποινικής διάταξης την απόλυτα εσφαλμένα κριθείσα από αυτό έφεση μου. Μοναδικό δήθεν στοιχείο της προαναφερομένης ψευδέστατης κατηγορίας σε βάρος μου, στην οποία στηρίζεται το απόλυτα εσφαλμένο εκκαλούμενο βούλευμα και η προαναφερόμενη Έγγραφη Εισαγγελική Πρόταση, είναι οι απολύτως ψευδέστατοι και αποδεδειγμένα δόλιοι ισχυρισμοί του ψευδοκατηγόρου μου Α, οι οποίοι αποδεδειγμένα ψευδέστατοι ισχυρισμοί είναι απόλυτα αντιφατικοί και αλληλοαναιρούμενοι από τα διδάγματα της κοινής πείρας ισχυρισμοί και δεν τεκμηριώνονται ούτε αποδεικνύονται με οποιονδήποτε τρόπο και από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο του συνόλου της δικογραφίας, που απόλυτα εσφαλμένα σχηματίσθηκε σε βάρος μου. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμηρίωση της ψευδέστατης κατηγορίας, όσα ψευδέστατα και κατασκευασμένα αναφέρονται από τον ψευδοκατήγορό μου Α, τον οποίο γνωρίζω και με γνωρίζει, όπως ο ίδιος καταθέτει στην ΕΝΟΡΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΑ, τέσσερις (4) ολόκληρους μήνες μετά τα κατασκευασμένα από το ίδιο δήθεν γεγονότα, την 24η Οκτωβρίου 2003, στον ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟ Β της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ και το ακριβές περιεχόμενο της οποίας έχει επί λέξει όπως παρακάτω: "... ΕΚΘΕΣΗ ΕΝΟΡΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑ (Κ.Π.Δ.) Στο ..... σήμερα την 24 του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2003 ημέρα Παρασκευή και ώρα 11, 45 ενώπιον εμού του Ανθ/μου Β της Υποδ/νσης Ασφάλειας Δυτικής Αττικής παρουσία και του κάτωθι προσυπογεγραμμένου Ανθ/μου Γ της ιδίας υπηρεσίας που προσλήφθην ως Β' Ανακριτικού Υπαλλήλου κατοίκων .....- ..... εμφανίστηκε ο κατωτέρω μάρτυρας, ο οποίος αφού ρωτήθηκε για την ταυτότητα του κλπ απάντησε ότι ονομάζεται Α, γεννήθηκε την ..... στα ..... και κατοικεί ..... οδός ..... α/α επαγγέλματος έμπορος εγγράμματος, κάτοχος του υπ' αριθμ. ....., που εκδόθηκε την 30-10-1975 από Π.Α. Ελευσίνος ελληνικής υπηκοότητας και Χ.Ο. και ότι τον κατηγορούμενο...... Έπειτα ο εξεταζόμενος αφού έθεσε την δεξιά αυτού επί του Ιερού Ευαγγελίου ορκίστηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 παρ. 1 και 219 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. και εξετάζεται ως ακολούθως: ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι προσήλθες να καταθέσεις στην υπηρεσία μας; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είμαι επιχειρηματίας & διατηρώ οινοποιείο στην περιοχή ..... επί της οδού ..... . Κατά τα έτη 2000-2001, μου έφερνε σταφύλια από την περιοχή ..... που βρίσκεται στην περιοχή ....., ως μεταφορέας ο Χ, γεν. ..... στο ...... κάτοικος ..... (εκ παραδρομής γράφεται .....) - ..... . Αρχές Ιουνίου του έτους 2003 το προαναφερόμενο άτομο, μου έκανε μια συζήτηση εάν θέλω να αγοράσω χρυσές λίρες σε χαμηλή τιμή & μου άφησε δέκα (10) κομμάτια ως δείγμα, εγώ τις πήγα σε κάποιον χρυσοχόο να δω εάν είναι γνήσιες, ο οποίος μου είπε ότι πράγματι οι λίρες είναι γνήσιες. Μετά από δύο - τρεις μέρες (αρχές Ιουνίου) με πήρε τηλέφωνο ο Χ και μου είπε εάν ενδιαφέρομαι να αγοράσω τις λίρες. Εγώ του είπα ότι θέλω να αγοράσω τις λίρες. Αυτός τότε μου είπε ότι θα μου τις φέρει, περίπου τετρακόσια (400) κομμάτια, και να έχω τα λεφτά μετρητοίς. Την επόμενη μέρα ήρθε στο εργοστάσιο στην ..... μου είπε ότι τις λίρες δεν τις έχω μαζί μου και να πάμε σε ένα σπίτι στην περιοχή ..... να τις πάρουμε. Εγώ τον ακολούθησα με το αυτοκίνητο μου και ξαφνικά με σταμάτησε σ' ένα κεντρικό δρόμο του ..... . Κατέβηκε από το αυτοκίνητο του μάρκας BMW (Ι.Χ.Ε.) χρώματος μπλε, τον αριθμό κυκλοφορίας δεν τον θυμάμαι και μου είπε περίμενε εδώ και θα μας τις φέρουνε. Μετά από λίγο ήρθε ένα φορτηγό με τέντα στο οποίο επέβαιναν τέσσερα άτομα. Κατέβηκε ένας εξ αυτών και μου έδωσε μια νάιλον τσάντα χρώματος γκρι, η οποία περιείχε δύο κάλτσες και μέσα σε αυτές υπήρχαν, στην κάθε μια, νάιλον σακουλάκι με κέρματα ευρώ. Εγώ παρέδωσα το χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ (δέκα επτά χιλιάδων) στο Χ, ο οποίος επιβιβάστηκε γρήγορα στο αυτοκίνητο του και τράπηκε σε φυγή. Ταυτόχρονα διέφυγε και το φορτηγό με τα τέσσερα άτομα. Το άτομο που μου παρέδωσε την νάιλον τσάντα ήταν αθίγγανος ηλικίας 30 έως 35 ετών περίπου, ανάστημα 1,75 - 1,80 περίπου με καστανόμαυρα μαλλιά και με σωματική διάπλαση κανονική. Για τα άλλα τρία άτομα δεν μπορώ να συγκρατήσω χαρακτηριστικά και ούτε τον αριθμό κυκλοφορίας του φορτηγού. Εγώ προ ημερών άκουσα στην τηλεόραση ότι στην υπηρεσία σας έχουν συλληφθεί άτομα για απάτη με λίρες όπως στη δική μου περίπτωση. Σήμερα 24-10-2003 προσήλθα στην υπηρεσία σας όπου μου υποδείξατε από το αρχείο σας (κομπιούτερ) φωτογραφίες και προσομοίωσα κατά 60% τον Ε, γεννηθείς ..... στην Αθήνα, κάτοικος ....., οδός ..... αριθμός ..., ως το άτομο που μου παρέδωσε την νάιλον τσάντα με τα κέρματα ευρώ. Επίσης θέλω να προσθέσω μετά το συμβάν επικοινώνησα με τον Χ στο κινητό τηλέφωνο του με αριθμό ..... και ρώτησα γιατί μου το έκανε αυτό και εκείνος με απείλησε να μην κάνω καμιά συζήτηση και καμιά ενέργεια διότι θα έχω άσχημα αποτελέσματα. ΕΡΩΤΗΣΗ: Επιθυμείς την ποινική δίωξη των ανωτέρω δραστών; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι επιθυμώ την ποινική δίωξη των δραστών καθώς & την επιστροφή των χρημάτων. Επίσης σας παραδίδω την νάιλον τσάντα η οποία περιέχει τα δύο σακουλάκια με τα κέρματα ευρώ για την εξερεύνηση τους. Τίποτα άλλο δεν έχω να προσθέσω & υπογράφω ...". Την υποχρέωση απόδειξης των ψευδέστατων και κατασκευασμένων κατηγοριών σε βάρος μου φέρει ο ψευδοκατήγορός μου. Δεν αρκούν οι ψευδέστατοι και αποδεδειγμένα κατασκευασμένοι από τον ίδιο ισχυρισμοί του για να προκύψουν έστω και στοιχειώδης ενδείξεις ενοχής σε βάρος μου. Οι ίδιες οι σαφέστατες αντιθέσεις του ψευδοκατηγόρου μου που περιέχονται αρχικά στη κατάθεση του στον ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟ Β της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ και στη συνέχεια στην ένορκη κατάθεση του σε εσάς την 16η Μαΐου 2006, της οποίας το ακριβές περιεχόμενο έχει επί λέξει όπως παρακάτω: "... ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 8° ΤΑΚΤΙΚΟ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΕΚΘΕΣΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑ. Στην Αθήνα σήμερα στις 16-5-06 ημέρα Τρίτη και ώρα 9:10 π.μ., ενώπιον της Ανακρίτριας του 8 Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών ΠΕΤΣΑΛΗ Μαρία, Παρουσία και της Γραμματέως Δ, εμφανίσθηκε ο μάρτυρας ο οποίος απάντησε ότι ονομάζεται Α, με Α.Δ.Τ. ..... από Π.Α. ...../30-10-1975, γεννήθηκε στα ..... στις ....., επαγγ. έμπορος, κάτοικος ....., οδός ....., αρ. ..., είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και δεν συγγενεύει με τον κατηγορούμενο ή τον παθόντα. Ορκίστηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, κατά τα άρθρα 218 παρ. Ι και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και κατέθεσε τα ακόλουθα: Αναφέρομαι στην προανακριτική μου κατάθεση. Διατηρώ οινοποιείο στην ..... . Γνώριζα το Χ γιατί ερχόταν ως οδηγός και ιδιοκτήτης φορτηγού και μου μετέφερε σταφύλια από διάφορους παραγωγούς. Κάποια μέρα δε θυμάμαι πότε, ήρθε ο Χ και μου είπε αν θέλω να αγοράσω χρυσές λίρες τις οποίες αυτός έδινε σε καλή τιμή. Τις πουλούσε στην τιμή που τις έδινε η τράπεζα αλλά η τράπεζα μου έδινε λίγες και τελικά του είπα ότι θα τις πάρω. Μου έδωσε 10 λίρες να πάω να ελέγξω αν είναι αληθινές. Τις πήγα σε χρυσοχόο, ήταν πράγματι αληθινές και συμφωνήσαμε να τις αγοράσω. Ήρθε από το γραφείο και θα με πήγαινε σε κάποιον στο ..... . Εκεί με πήγε σε μία πλατεία, ήταν μεσημέρι και δεν είχε κίνηση. Εκεί ήταν σταματημένο ένα φορτηγό και κατέβηκαν 3-4 άτομα. Μου έδωσαν 2 κάλτσες που μου είπαν ότι μέσα ήταν οι χρυσές λίρες, που είχα συμφωνήσει να αγοράσω. Εγώ τους είπα να τις μετρήσω. Δε μου άφησαν περιθώριο καθόλου, μου πήραν τα λεφτά, 6 εκατ. δρχ. περίπου και έφυγαν. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αν έφερνα αντίρρηση, θα μου έκαναν κακό. Στη συνέχεια άνοιξα τις κάλτσες και είδα ότι μέσα ήταν φραγκοδίφραγκα. Στην αστυνομία μου έδειξαν φωτογραφίες και αναγνώρισα κάποια άτομα που αναφέρω στην κατάθεση μου. Έκτοτε δεν έχω ξαναδεί το Χ και τους υπόλοιπους. Άλλο τίποτα δεν έχω να προσθέσω. Αναγνώστηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφεται. Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ Η ΑΝΑΚΡΙΤΡΙΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ...", αποδεικνύουν τη δόλια κατασκευή από τον ίδιο όσων ψευδέστατα ισχυρίζεται σε βάρος μου. Ειδικότερα: Ενώ αρχικά στη κατάθεσή του στον ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟ Β της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ καταθέτει επί λέξει ότι δήθεν: "... Μετά από δύο - τρεις μέρες (αρχές Ιουνίου) με πήρε τηλέφωνο ο Χ και μου είπε εάν ενδιαφέρομαι να αγοράσω τις λίρες. Εγώ του είπα ότι θέλω να αγοράσω τις λίρες. Αυτός τότε μου είπε ότι θα μου τις φέρει, περίπου τετρακόσια (400) κομμάτια, και να έχω τα λεφτά μετρητοίς. Την επόμενη μέρα ήρθε στο εργοστάσιο στην ..... μου είπε ότι τις λίρες δεν τις έχω μαζί μου και να πάμε σε ένα σπίτι στην περιοχή ..... να τις πάρουμε. Εγώ τον ακολούθησα με το αυτοκίνητο μου και ξαφνικά με σταμάτησε σ' ένα κεντρικό δρόμο του ..... . Κατέβηκε από το αυτοκίνητο του μάρκας BMW (I.X.Ε.) χρώματος μπλε, τον αριθμό κυκλοφορίας δεν τον θυμάμαι και μου είπε περίμενε εδώ και θα μας τις φέρουνε. Μετά από λίγο ήρθε ένα φορτηγό με τέντα στο οποίο επέβαιναν τέσσερα άτομα. Κατέβηκε ένας εξ αυτών και μου έδωσε μια νάιλον τσάντα χρώματος γκρι, η οποία περιείχε δύο κάλτσες και μέσα σε αυτές υπήρχαν, στην κάθε μια, νάιλον σακουλάκι με κέρματα ευρώ. Εγώ παρέδωσα το χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ (δέκα επτά χιλιάδων) στο Χ, ο οποίος επιβιβάστηκε γρήγορα στο αυτοκίνητο του και τράπηκε σε φυγή. Ταυτόχρονα διέφυγε και το φορτηγό με τα τέσσερα άτομα. Το άτομο που μου παρέδωσε την νάιλον τσάντα ήταν αθίγγανος ηλικίας 30 έως 35 ετών περίπου, ανάστημα 1,75 - 1,80 περίπου με καστανόμαυρα μαλλιά και με σωματική διάπλαση κανονική. Για τα άλλα τρία άτομα δεν μπορώ να συγκρατήσω χαρακτηριστικά και ούτε τον αριθμό κυκλοφορίας του φορτηγού. Εγώ προ ημερών άκουσα στην τηλεόραση ότι στην υπηρεσία σας έχουν συλληφθεί άτομα για απάτη με λίρες όπως στη δική μου περίπτωση. Σήμερα 24-10-2003 προσήλθα στην υπηρεσία σας όπου μου υποδείξατε από το αρχείο σας (κομπιούτερ) φωτογραφίες και προσομοίωσα κατά 60% τον Ε, γεννηθείς ..... στην Αθήνα, κάτοικος ..... , οδός ..... αριθμός ..., ως το άτομο που μου παρέδωσε την νάιλον τσάντα με τα κέρματα ευρώ. Επίσης θέλω να προσθέσω μετά το συμβάν επικοινώνησα με τον Χ στο κινητό τηλέφωνο του με αριθμό ..... και ρώτησα γιατί μου το έκανε αυτό και εκείνος με απείλησε να μην κάνω καμιά συζήτηση και καμιά ενέργεια διότι θα έχω άσχημα αποτελέσματα ...", από τα οποία προκύπτει ότι με γνώριζε από την πρώτη στιγμή ως πρόσωπο όπως επίσης γνώριζε και το κινητό τηλέφωνο μου, στοιχεί τα οποία του επέτρεπαν με βεβαιότητα να απευθυνθεί άμεσα στο τμήμα ασφάλειας, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε κοινός θνητός και νοήμον άνθρωπος, εφόσον του είχαν συμβεί όλα όσα ψευδέστατα καταθέτει σε βάρος μου, χωρίς να περιμένει τέσσερις (4) ολόκληρους μήνες για να το πράξει, γεγονός που αποδεικνύει την δόλια κατασκευή από τον ίδιο όσα ψευδέστατα καταθέτει σε βάρος μου. Το ψευδέστατο των κατηγοριών σε βάρος μου επιβεβαιώνεται πλήρως και αναμφισβήτητα από την ένορκη κατάθεση του σε εσάς που έδωσε την 16-5-2006, στην οποία καταθέτει επί λέξει ότι: "... Ήρθε από το γραφείο και θα με πήγαινε σε κάποιον στο ..... . Εκεί με πήγε σε μία πλατεία, ήταν μεσημέρι και δεν είχε κίνηση. Εκεί ήταν σταματημένο ένα φορτηγό και κατέβηκαν 3-4 άτομα. Μου έδωσαν 2 κάλτσες που μου είπαν ότι μέσα ήταν οι χρυσές λίρες, που είχα συμφωνήσει να αγοράσω. Εγώ τους είπα να τις μετρήσω. Δε μου άφησαν περιθώριο καθόλου, μου πήραν τα λεφτά, 6 εκατ. δρχ. περίπου και έφυγαν. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αν έφερνα αντίρρηση, θα μου έκαναν κακό. Στη συνέχεια άνοιξα τις κάλτσες και είδα ότι μέσα ήταν φραγκοδίφραγκα. Στην αστυνομία μου έδειξαν φωτογραφίες και αναγνώρισα κάποια άτομα που αναφέρω στην κατάθεση μου. Έκτοτε δεν έχω ξαναδεί το Χ και τους υπόλοιπους...", στην οποία κατάθεση ουδεμία αναφορά κάνει στο ψευδέστατο γεγονός ότι δήθεν παρέδωσε σε εμένα το χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ (δέκα επτά χιλιάδων) και ότι δήθεν επιβιβάστηκα γρήγορα στο αυτοκίνητό μου και τράπηκα σε φυγή, περιγραφή που είναι ουσιώδης για την απόδειξη του ψευδέστατου των ισχυρισμών του, αλλά αναφέρεται αόριστα ότι δήθεν είπε να μετρήσει τις λίρες, δεν του άφησαν περιθώριο καθόλου και ότι δήθεν του πήραν τα λεφτά, έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δρχ. περίπου και έφυγαν, αναφερόμενος γενικά και αόριστα σε άγνωστα πρόσωπα σε χρηματικό ποσό έξι εκατομμυρίων (6.000.000) σε δραχμές και όχι στο ποσό των δέκα επτά χιλιάδων (17.000) ευρώ, που δήθεν έδωσε σε εμένα και δήθεν τράπηκα σε φυγή. Πέρα από τις παραπάνω αντιφάσεις, το ψευδέστατο της κατηγορίας, που κατασκεύασε ο ψευδοκατήγορός μου και η απόλυτη αναξιοπιστία του επιβεβαιώνονται απολύτως και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία διδάσκουν ότι εφόσον είχαν πράγματι συμβεί όλα όσα αναφέρει για το πρόσωπο μου ο ψευδοκατήγορός μου, θα είχε άμεσα απευθυνθεί στο αστυνομικό τμήμα για να τα καταγγείλει. Είναι προφανές η έλλειψη των ηθικών φραγμών τον οδήγησε στο να με εμφανίσει ως δήθεν εγκέφαλο της εμφανιζόμενης από αυτόν απάτης σε βάρος του γεγονός που αυτοδιαψεύδεται απ' όσα ο ίδιος αντιφατικά καταθέτει. Επιπλέον ο ψευδοκατήγορός μου ισχυρίζεται στην κατάθεση του της 24-10-2003 ότι δήθεν επικοινώνησε μαζί μου μετά το συμβάν στο κινητό τηλέφωνο μου με αριθμό ..... και δήθεν με ρώτησε γιατί δήθεν του το έκανα αυτό και ότι δήθεν τον απείλησα να μην κάνει καμιά συζήτηση και καμιά ενέργεια διότι θα έχει άσχημα αποτελέσματα, ενώ στην κατάθεση του σ' εσάς καταθέτει ότι από το συμβάν δεν με έχει ξαναδεί. Αποδεικνύεται έτσι ότι τα κίνητρα του ψευδοκατηγόρου μου είναι αποκλειστικώς ρατσιστικά και καμία σχέση δεν έχουν με την δήθεν απάτη σε βάρος του από εμένα, την οποία ουδέποτε και με οποιονδήποτε τρόπο τέλεσα. Επέλεξε την εύκολη λύση να με κατονομάσει ως δήθεν εγκέφαλο της ανύπαρκτης απάτης σε βάρος του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι είμαι τσιγγάνος. Η αναξιοπιστία του ψευδοκατηγόρου και το ψευδέστατο των κατασκευασμένων από τον ίδιο ισχυρισμών του αποδεικνύεται επίσης και από το γεγονός ότι αυτές δεν έπεισαν ούτε και την αρμόδια Ασφάλεια Δυτικής Αττικής η οποία στην περίπτωση που έκρινε βάσιμους τους ισχυρισμούς του ψευδοκατηγόρου μου θα προέβαινε σε αιφνίδια έρευνα στην κατοικία μου στην ....., προκειμένου να διερευνήσει για την ύπαρξη ή όχι χρυσών λιρών, για να τεκμηριωθεί έτσι η βασιμότητα των κατηγοριών που μου αποδίδει. Τίποτε από όλα αυτά δεν έγινε. Το δικαίωμα της ελευθερίας του κάθε πολίτη δεν μπορεί να υποκείμενο φυλετικής διάκρισης. Είναι βέβαιο ότι εάν δεν ήμουν τσιγγάνος ο ψευδοκατήγορός μου ουδέποτε θα αναφερόταν στο όνομα μου. σε κάθε περίπτωση όπως προανέφερα δεν αρκούν μόνο οι ψευδέστατοι ισχυρισμοί του ψευδοκατηγόρου μου χωρίς απολύτως κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών του ώστε στοιχειωδώς να υπάρξουν ενδείξεις ενοχής για τις ψευδέστατες και απολύτως αβάσιμες κατηγορίες που μου αποδίδονται. Τέλος ενώ ο αποδεδειγμένα δόλιος μοναδικός ψευδοκατήγορός μου Α, αρχικά στην παραπάνω αρχική ένορκη εξέταση του, την 24η Οκτωβρίου 2003 ημέρα Παρασκευή και ώρα 11,45 στον Ανθ/μο Β της Υποδ/νσης Ασφάλειας Δυτικής Αττικής παρουσία και του Ανθ/μου Γ της ιδίας υπηρεσίας, αναγνώρισε δήθεν κατά εξήντα τα εκατό (60%), από την φωτογραφία που του επεδείχθη, τον Ε, ως το πρόσωπο που δήθεν του παρέδωσε την επίδικη τσάντα με τις κάλτσες, για να διαπιστωθεί από τον ίδιο, ότι δεν τον αναγνωρίζει, όπως δέχεται το εκκαλούμενο βούλευμα και χωρίς ο ψευδοκατήγορός μου να καταθέσει οτιδήποτε σχετικό με μένα, το ίδιο το εκκαλούμενο βούλευμα δέχεται απόλυτα εσφαλμένα, ότι δήθεν εγώ του παρέδωσα την νάϋλον τσάντες με τα κέρματα και ότι δήθεν ο ψευδοκατήγορός μου παρέδωσε σε μένα το χρηματικό ποσό, απόλυτα αποδεδειγμένα εσφαλμένες και απόλυτα αντιφατικές παραδοχές, αφού αν πράγματι είχε συμβεί αυτό, ο ψευδοκατήγορός μου, θα είχε σπεύσει άμεσα στο αστυνομικό τμήμα να καταγγείλει την απάτη και φυσικά δεν περίμενε τέσσερις (4) ολόκληρους μήνες, να το πράξει, αφού γνώριζε τόσο εμένα όσο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας μας από τις μακροχρόνιες εμπορικές συναλλαγές μας. Το ότι ο ψευδονηνυτής μου διέκοψε τις επαφές μαζί μου, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι απόλυτα εσφαλμένα πίστευε ότι δήθεν γνώριζα και δεν του αποκάλυπτα τα ονόματα των φερόμενων ως δραστών και ουδεμία απολύτως σχέση έχουν με την πραγματικότητα και την αλήθεια, όσα απόλυτα εσφαλμένα δέχεται το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, ότι δήθεν ο ψευδονηνυτής μου διέκοψε τις επαφές μαζί μου, γιατί δήθεν τέλεσα όσα ψευδέστατα και αποδεδειγμένα δόλια και απολύτως αναπόδεικτα ισχυρίζεται αυτός σε βάρος μου, ΑΙΤΗΜΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΡΘΡΟΥ 38 Κ.Π.Δ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για τα αδικήματα που τέλεσε ο ψευδοκατήγορός μου με αποδεδειγμένο δόλο σε βάρος μου, πρέπει να συνταχθεί από εσάς η προβλεπόμενη από το άρθρο 38 Κ.Π.Δ. έκθεση και να διαβιβασθεί με τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας στον αρμόδιο Κο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας, προκειμένου να ασκήσει ποινική δίωξη σε βάρος του ψευδοκατήγορού μου, για τη σωρεία των αδικημάτων που αποδεδειγμένα και με δόλο τέλεσε σε βάρος μου. Σε κάθε περίπτωση υπέβαλα ήδη σε βάρος του ψευδοκατηγόρου μου για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος μου, αντίγραφο της οποίας σας εγχειρίζω. Είναι προφανές ότι η προσπάθεια του ψευδοκατηγόρου μου έμπειρου εμπόρου στο επάγγελμα να εμφανιστεί ως δήθεν αφελής πολίτης που εξαπατήθηκε από εμένα τον τσιγγάνο με τέτοιο χονδροειδή τρόπο, όπως ο ίδιος τον περιγράφει, δεν μπορεί να πείσει ούτε και τον πιο καλόπιστο και αφελή πολίτη, πόσο μάλλον τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές αρχές, όσα ο ψευδοκατήγορός μου ισχυρίζεται σε βάρος μου, περί δήθεν απάτης είναι αυτονόητα και αυταπόδεικτα ψευδή, όπως επίσης αυτονόητο είναι και το δόλιο κίνητρο του να εκμεταλλευτεί ρατσιστικά το γεγονός ότι είμαι τσιγγάνος και να πετύχει έτσι εκβιαστικά και δόλια, παραπλανώντας τις αστυνομικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές προκειμένου να επιτύχει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος μου, με το δόλιο σκεπτικό: "τσιγγάνος είναι ποια αρμόδια αρχή θα τον πιστέψει;", δυστυχώς όμως για τον ψευδοκατήγορό μου η αλήθεια είναι μόνο μία και δεν έχει ρατσιστικό χρώμα. Το εκκαλούμενο βούλευμα δυστυχώς δεν διακρίνεται για την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως η προαναφερόμενη παραπομπή μου με την εντελώς αβάσιμη κατηγορία είναι στο σύνολο της απολύτως εσφαλμένη και προσβάλλει βάναυσα τη τιμή και την υπόληψη μου η οποία αποκλειστικά και μόνο για λόγους ορθής, αμερόληπτης και αντικειμενικής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να αποκατασταθεί άμεσα" ΕΠΕΙΔΗ αποδεδειγμένα δεν τέλεσα με οποιονδήποτε τρόπο τα εγκλήματα για τα οποία απολύτως αβάσιμα κατηγορούμε. ΕΠΕΙΔΗ οι ισχυρισμοί του ψευδοκατηγόρου μου είναι ψευδέστατοι και δόλια κατασκευασμένη από τον ίδιο. ΕΠΕΙΔΗ δεν προκύπτουν στοιχειώδης ενδείξεις ενοχής για τις κατηγορίες οι οποίες εντελώς αβάσιμα μου αποδίδονται. ΕΠΕΙΔΗ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 38 του Κ.Π.Δ. ΕΠΕΙΔΗ έγινε μεροληπτική σε βάρος μου αξιολόγηση των όσων ψευδέστατα καταθέτει ο απόλυτα αναξιόπιστος και αποδεδειγμένα δόλιος κατήγορος μου Α, όπως αυτό αποδεικνύεται από το αποδεδειγμένο και αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν αναγνώρισε ούτε το δήθεν συνεργό μου Ε. ΕΠΕΙΔΗ ο ψευδοκατήγορός μου με συκοφαντεί αποδεδειγμένα και προσβάλει την τιμή και την υπόληψή μου. ΕΠΕΙΔΗ απόλυτα εσφαλμένα απορρίφθηκε χωρίς να γίνει δεκτό, όπως επιβάλλετο, το αίτημα μου αυτοπρόσωπης εμφάνισης μου στο Συμβούλιο ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΑΣ. ΕΠΕΙΔΗ συντρέχουν οι λόγοι να μου χορηγηθεί η εισαγγελική πρόταση σε αντίγραφο όταν εισαχθεί για συζήτηση στο δικαστικό συμβούλιο ώστε να μπορέσω να δώσω και προφορικές διευκρινίσεις μου στο Δικαστικό Συμβούλιο. ΕΠΕΙΔΗ η αναίρεσή μου είναι νόμιμη, βάσιμη, εμπρόθεσμη αφού το εκκαλούμενο βούλευμα μου επιδόθηκε την 20-3-2008 και ασκείται σήμερα 27-3-2008, εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ουσιαστικά βάσιμη στο σύνολο της και αληθινή σε όλα τα πραγματικά περιστατικά της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΑΩ: Να γίνει δεκτή η αναίρεσή μου. Να εξαφανισθεί και να ακυρωθεί στο σύνολό του αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα το οποίο επικυρώνει απόλυτα εσφαλμένα το εκκαλούμενο βούλευμα που απόλυτα εσφαλμένα και ενάντια στο νόμο με παραπέμπει να δικαστώ στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ΑΘΗΝΑΣ. Να αποφανθεί το ανώτατο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος μου για το παντελώς ανυπόστατο αδίκημα που μου αποδίδεται και να αποκατασταθεί η τιμή και η υπόληψή μου. Να μου χορηγηθεί αντίγραφο της εισαγγελικής πρότασης επί της αναίρεσής μου, προς το Δικαστικό Συμβούλιο. Να διαταχθεί να ΕΜΦΑΝΙΣΘΩ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ώστε να δώσω και προφορικά τις απαραίτητες διευκρινήσεις. ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΘΕΙ το άρθρο 38 Κ. Π.Δ., ώστε να σχηματισθεί σχετική έκθεση με τα αδικήματα που διεπράχθησαν από το ψευδομηνυτή μου Α".
Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και ειδικότερα σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών του, καθώς και τις πλημμέλειες ως προς τη μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αντίθετα, ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εκτός από την άρνηση της εναντίον του κατηγορίας, περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε ανάλυση των αντιφάσεων που περιέχονται στην από 24-10-2003, ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου, κατάθεση του Α, καθώς και στην από 16-5-2006, ενώπιον του τακτικού Ανακριτή του 8ου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάθεση του ιδίου (Α), παραθέτοντας στο δικόγραφο της αναιρέσεως και προς ενίσχυση των απόψεών του, το πλήρες περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας, αφενός των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφετέρου και του προβαλλόμενου, επίσης, κατά τρόπον αόριστο ισχυρισμού του, περί απορρίψεως του αιτήματός του, προκειμένου να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και εκθέσει τις απόψεις του, η υπό κρίση αναίρεση η οποία ναι μεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν ( άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ....., για αναίρεση του υπ' αριθμό 346/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως λόγω αοριστίας. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Ε.Σ.
ΑΡΙΘΜΟΣ 576/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ......, κατοίκου ...., που παρέστη στο συμβούλιο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικό Σάμου). Με συγκατηγορούμενο τον ........
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατικό Σάμου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1929/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 575/18-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως του ....., κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθμ. 6/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, δια της οποίας κατεδικάσθη δι'απόπειραν απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατά συναυτουργίαν και επεβλήθη εις αυτόν φυλάκισις 7 μηνών, μετατραπείσα εις χρηματικήν ποινήν προς 4,40 ευρώ ημερησίως και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της καταχωρίσεως της αποφάσεως καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον, που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1361/2007 ΠοινΔικ 2008 σελ. 264 κ.ά.). Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατηγορούμενος (Α.Π. 1711/2005 ΠοινΔικ 2006 σελ. 394 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π.1942/2008, ΝοΒ 56 σελ. 1917 κ.ά.). Εις την έννοιαν της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνεται η εξ αμελείας ή εξ αγνοίας των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκησις του ένδικου μέσου υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου (Α.Π. 130/1998 ΠοινΔικ 1998 σελ. 384 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις, που εξεδόθη εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου υπό του συνηγόρου του, κατεχωρίσθη νομίμως εις το ειδικόν βιβλίον, που τηρείται εις την μεταβατικήν έδραν του Εφετείου Αιγαίου εις την Σάμον, την 19 Ιουνίου 2007. Η δε κατ'αυτής αναίρεσις ησκήθη την 18 Νοεμβρίου 2008, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Το αναφερόμενον εις την σχετικήν έκθεσιν, ότι η εκπρόθεσμος άσκησις της οφείλεται είτε εις αμέλειαν του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, είτε εις την υπό τούτου άγνοιαν των σχετικών δικονομικών διατάξεων, δεν συνιστά ανωτέραν βίαν. Κατ'ακολουθίαν η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του ....., κατοίκου ......, κατά της υπ'αριθμ. 6/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 507 § 1 και 473 §§ 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο είναι δέκα (10) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της αποφάσεως αν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, από την καταχώρισή της δε αυτή, αν η επίδοσή της προηγήθηκε. Παρών εξάλλου θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΚΠΔ 340 § 2 εδ. γ'). Περαιτέρω, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη σύμφωνα με την ΚΠΔ 476 § 1. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος. Σε αυτή την περίπτωση όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει κατά την έννοια της ΚΠΔ 474 § 2, να παραθέσει στη σχετική έκθεση ή αίτηση τα πραγματικά περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά (Ολ. ΑΠ 15/1987). Όμως, στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνεται η από αμέλεια ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση του ένδικου μέσου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με αριθμό 6/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα αυτού στη Σάμο, εκδόθηκε με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο, ......, στον οποίο επετράπη η εκπροσώπηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ιωάννη Παπαδόπουλο. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 § 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο καθαρογραφής που τηρείται στο Πρωτοδικείο Σάμου, στις 6 Ιουνίου 2007, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα. Έτσι, η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της άνω καταχωρήσεώς της ημέρα, έληξε στις 17 Ιουνίου 2007. Όμως, η κατ' αυτής αναίρεση από τον κατηγορούμενο ασκήθηκε, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επιδόθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2008, δηλαδή με καθυστέρηση 18μήνου και πλέον. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Τα αναφερόμενα στην ίδια έκθεση ότι η μη εμπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται είτε σε αμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του είτε στην υπό τούτου άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων, δεν αποτελούν λόγο ανώτερης βίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 § 1) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2008 (αρ. πρ. 978/18-11-08) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του ........, για αναίρεση της 6/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλ/των) Αιγαίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική του έδρα στη Σάμο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αναίρεση. Δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας. Η αμέλεια πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 1
|
Αριθμός 575/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 1.033/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.398/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. Έτσι η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης της απάτης, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη. Μεταξύ όμως της απόκρυψης αληθινών γεγονότων από τη μια πλευρά και της αθέμιτης παρασιώπησης τέτοιων γεγονότων από την άλλη, όταν χρησιμοποιούνται σύγχρονα, ως τρόποι τέλεσης της απάτης, όχι μόνον ανακύπτει ασάφεια, αλλά δημιουργείται αντίφαση, αφού η μία περίπτωση (απόκρυψη) αποτελεί έγκλημα ενέργειας, ενώ η άλλη (παρασιώπηση) αποτελεί έγκλημα που γίνεται με παράλειψη που προϋποθέτει πάντοτε ιδιαίτερη υποχρέωση (άρθρ. 15 ΠΚ) για ανακοίνωση και που δεν μπορούν να συνυπάρχουν αλλά το ένα αποκλείει το άλλο από τη φύση του πράγματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Επειδή η καταδικαστική απόφαση στερείται τις από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το Δικαστήριο ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της απόφασής του έρχεται σε αντίφαση με εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο διατακτικό της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 1033/2008 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, δέχτηκε, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται ως άνω, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά το χρονικό διάστημα από την 5-6-2001 έως την 2-8-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρείχε απλή, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από άμεση συνέργεια σε απλή τέτοια, συνδρομή προς την Z1, (ήδη καταδικασθείσα), η οποία υπηρετούσε στο Δήμο Ηρακλείου (τμήμα εξυπηρέτησης πελατών) και η οποία, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος άλλων, έπειθε αλλοδαπούς, οι οποίοι επιθυμούσαν να αποκτήσουν την πράσινη κάρτα παραμονής τους στην Ελλάδα, να της καταβάλουν χρήματα προκειμένου αυτή να αγοράσει δήθεν είτε το παράβολο, αξίας 50.000 δραχμών, είτε ένσημα του ΟΓΑ αξίας 92.000 δραχμών, είτε και τα δύο, δικαιολογητικά απαραίτητα για την έκδοση της ως άνω κάρτας και οι οποίοι πράγματι της κατέβαλαν τα ποσά αυτά, παριστάνοντάς τους ψευδώς ότι αυτή θα αγόραζε τα δικαιολογητικά που απαιτούντο, αλλά και αποκρύπτοντας ότι η είσπραξη χρημάτων από υπάλληλο είχε απαγορευθεί ρητά από τον προϊστάμενο της ως άνω υπηρεσίας. Οι αλλοδαποί έδωσαν πράγματι και για τον προαναφερθέντα σκοπό, στην Z1 τα χρήματα που η τελευταία τους ζητούσε, χωρίς όμως, να προβεί ποτέ στην αγορά των σχετικών δικαιολογητικών, όπως αυτή ψευδώς τους είχε παραστήσει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην πράξη αυτή της απάτης συνέδραμε με πρόθεση, πριν και κατά την τέλεση αυτής(πράξης). Ειδικότερα αυτός, μολονότι ασκούσε το επάγγελμα του εξωτερικού φρουρού στις φυλακές Αλικαρνασσού, πήγαινε καθημερινά στο γραφείο της Z1, όπου παρέμεινε για αρκετές ώρες, γεγονός που είχε γίνει αντιληπτό και από τους συναδέλφους της τελευταίας, όπως, αυτοί κατέθεσαν στο ακροατήριο, συνδράμοντας κατ' αυτό τον τρόπο ψυχικά την ως άνω Z1, αλλά και υλικά, αφού αυτός ήταν εκείνος που κατηύθυνε τους αλλοδαπούς στο γραφείο της, καθώς, επίσης, μετρούσε τα χρήματα που οι αλλοδαποί της έδιναν. Επίσης, ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφενός μεν κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο προέβη στην απόκρυψη εγγράφων, που ανήκαν στο Δήμο Ηρακλείου, με σκοπό να βλάψει τους αλλοδαπούς, που αφορούσαν τα έγγραφα και δη άλλα από αυτά απέκρυψε, μαζί με την Z1, στο σπίτι της, άλλα δε στο δικό του, και αφετέρου την 2-8-2001, στο Ηράκλειο, έχοντας αποφασίσει να καταστρέψει 7 φακέλους που περιείχαν 50 αιτήσεις αλλοδαπών, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του της καταστροφής των ξένων εγγράφων, γιατί έγινε αντιληπτός από τρίτους. Όμως, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς, μετά την πράξη του. Γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα στο διατακτικό της παρούσας ειδικότερα διαλαμβανόμενα". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων: α) απλής συνέργιας κατ' εξακολούθηση στην απάτη που τέλεσε η μη διάδικος στην παρούσα δίκη κατηγορουμένη Z1, και β) της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Σύμφωνα λοιπόν, με τις παραπάνω παραδοχές, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απάτης τελέσθηκε, "με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση των αληθών". Αντίθετα, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνισταμένης στο ότι "Α) Στο Ηράκλειο κατά το χρονικό διάστημα από 5 Ιουνίου έως 2 Αυγούστου 2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στην Z1, πριν και κατά την εκτέλεση από αυτή της πράξης τη - απάτης, η οποία πράξη συνίσταται στο ότι η Z1 στο Ηράκλειο, κατά το χρονικό διάστημα από 5 Ιουλίου έως 2 Αυγούστου 2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών, σε πράξη από την οποία επήλθε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία και συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, ισχυρίσθηκε ψευδώς προς διάφορους αλλοδαπούς οι οποίοι προσέρχονταν στο "Γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών" του Δήμου Ηρακλείου, όπου εργάζονταν η άνω προκειμένου να υποβάλει τα δικαιολογητικά για την έκδοση κάρτας παραμονής στην Ελλάδα, ότι η ίδια ήταν πρόθυμη να τους εξυπηρετήσει και για να διευκολυνθούν καλύτερα θα φρόντιζε η ίδια για την αγορά είτε του παραβόλου εκ δραχμών (50.000), είτε 250 ενσήμων ΟΓΑ ώστε να εκδοθεί η βεβαίωση αναγνώρισης ασφαλιστικής προϋπηρεσίας, ποσού δρχ. (92.000), ή και τα δύο, δικαιολογητικά απαραίτητα για την έκδοση πράσινης κάρτας, διαβεβαιώνοντας τους παράλληλα ότι στην συνέχεια θα φρόντιζε η ίδια προσωπικά για την συμπλήρωση του φακέλου, ενώ αποσιώπησε παράλληλα ότι δεν είχε δικαίωμα να εισπράττει χρήματα, αφού τούτο είχε απαγορευθεί ρητά με απόφαση του Προϊσταμένου της υπηρεσίας, εν γνώσει τελώντας τόσο της αναλήθειας του πρώτου, όσο και της αλήθειας του δεύτερου εκ των άνω πραγματικών περιστατικών, τα οποία ήταν άγνωστα στους αλλοδαπούς και οι οποίοι καλόπιστα πίστευαν αυτήν και έτσι έπεισε αυτούς να καταβάλλουν σ' αυτήν διάφορα χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα: 1) Η ... θεία της ... κατέβαλε το ποσό των (91.500) δρχ. για έκδοση βεβαίωσης ασφαλιστικής προϋπηρεσίας στον ΟΓΑ, 2) Ο ..., κατέβαλε στις 27-7-2001 το ποσό των (150.000) δρχ. για παράβολα, 3) ο ... κατέβαλε στις 19-7-2001 το ποσό των (60.000) δρχ. για παράβολο, 4) ο ... στις 12-6-2001 κατέβαλε για λογαριασμό της ..., το ποσό των (145.000) δρχ. 5) Ο ... κατέβαλε στις 4-7-2001 το ποσό των (91.500) δρχ. για αγορά ενσήμων από την Αγροτική Τράπεζα, 6) Η ... Κατέβαλε στις 11-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 7) ο ..., κατέβαλε στις 9-7-2001 το ποσό των (91.000) δρχ. για έκδοση βεβαίωσης ασφαλιστικής προϋπηρεσίας, 8) ο ... κατέβαλε στις 4-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. 9) η ..., κατέβαλε στις 9-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 10) ο ... κατέβαλε 31-7-2001 το ποσό των (320.000) δρχ. με την διαβεβαίωση ότι η κατηγορούμενη θα τακτοποιούσε όλα τα δικαιολογητικά, 11) ο ..., κατέβαλε στις 7-6-2001 το ποσό των (150.000) δρχ. για οικογενειακή συνένωση, 12) η ... κατέβαλε το ποσό των (95.000) δρχ. για την έκδοση βεβαίωσης ασφαλιστικής προϋπηρεσίας, 13) ο ... κατέβαλε στις 18-7-2001 το ποσό των (141.500) δρχ. εκ των οποίων (50.000) δρχ. ήταν παράβολο (91.500) δρχ. για βεβαίωση ΟΓΑ, 14) Η ... κατέβαλε στις 10.7.2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 15) ο ... κατέβαλε στις 22-6-2001 το ποσό των (150.000) δρχ., 16) ο ..., κατέβαλε στις 12-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. 17) η ... κατέβαλε στις 7-6-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 18) Η ..., κατέβαλε στις 31-7-2001 το ποσό του (142.000) δρχ. εκ των οποίων το ποσό των (50.000) δρχ. για αγορά παραβόλου και το ποσό των (92.000) δρχ. για αγορά ενσήμων, 19) ο ..., κατέβαλε στις 20-6-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 20) ο ..., κατέβαλε το ποσό των (150.000) δρχ. τόσο για την αγορά παραβόλου, όσο και για την αγορά ενσήμων του ΟΓΑ, 21) η ... κατέβαλε στις 19-6-2001 το ποσό των (141.500) δρχ., 22) ο ..., κατέβαλε στις 16-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ., 23) η ... κατέβαλε στις 16-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο, 24) η ..., κατέβαλε στις 12-7-2001 το ποσό των (50.000) δρχ. για παράβολο και το ποσό των (91.500) δρχ. για αγορά ενσήμων, δηλαδή συνολικά το ποσό των (141.500) δρχ., 25) ο ..., κατέβαλε στο ποσό των (91.500) δρχ. για αγορά ενσήμων, 26) ο ..., κατέβαλε στις 27-7-2001 το ποσό των (91.500) δρχ. 27) η ... κατέβαλε στις 12-7-2001 το ποσό των (141.500) δρχ. για παράβολο και αγορά ενσήμων, 28) η ... κατέβαλε στις 19-7-2001 το ποσό των (141.500) δρχ. για αγορά ενσήμων, 29) ο ... κατέβαλε στις 27-7-2001 το ποσό των (100.000) δρχ για αγορά ενσήμων ΟΓΑ, 30) η ... κατέβαλε το συνολικό ποσό των (141.500) δρχ. 31) η ... κατέβαλε στις 23-7-2001 το ποσό των (91.500) δρχ, 32) Επίσης οχτώ αλλοδαποί υπάλληλοι συνεργαζόμενοι με το τουριστικό γραφείο ... και συγκεκριμένα οι ..., κατέβαλαν έκαστος το ποσό των (50.000) δρχ. δηλαδή συνολικά (400.000) δρχ. Τέλος, οι αλλοδαπές ... κατέβαλαν το ποσό των (100.000) δρχ, με συνέπεια να ζημιωθούν αυτοί κατά το ποσό που αναφέρεται παραπάνω έκαστος, καθόσον τα δικαιολογητικά για την έκδοση των οποίων καταβλήθηκαν τα χρήματα ουδέποτε εκδόθηκαν από την πρώτη κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα να παραμείνουν οι παραπάνω φάκελοι ατελείς, και να ωφεληθεί αντίστοιχα η ίδια το συνολικό ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων (4.292.500) δρχ. το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, που ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, πράγμα στο οποίο απαρχής αποσκοπούσε και ειδικότερα γνωρίζοντας ότι η Z1 διαπράττει την προαναφερόμενη πράξη και θέλοντας και αποδεχόμενος να συμβάλλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση αυτής (πράξη) τής παρείχε απλή συνδρομή, ψυχική και υλική, με το να μεταβαίνει καθημερινά στο γραφείο της, καθ' όλο το πιο πάνω διάστημα, όπου παρέμενε εκεί για αρκετές ώρες, κατευθύνοντας προς το γραφείο της τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς, παραλαμβάνοντας από την Z1 και μετρώντας για λογαριασμό της χρήματα που οι αλλοδαποί της έδιναν, πειθόμενοι σε όσα ψευδοί αυτή παριστούσε και σε όσα τους απέκρυπτε. Και Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος α) κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, από κοινού με την Z1, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα, των οποίων δεν είναι κύριος και τα οποία ανήκουν στο Δήμο Ηρακλείου (τμήμα εξυπηρέτησης αλλοδαπών) και συγκεκριμένα με σκοπό να βλάψει τα παρακάτω πρόσωπα απέκρυψε τα εξής έγγραφα: α) Την υπ' αριθμ. 2140/31-7-2001 αίτηση της αλλοδαπής ..., β) την άνευ αριθμού πρωτοκόλλου αίτηση της αλλοδαπής ..., γ) την άνευ αριθμού πρωτοκόλλου αίτηση αλλοδαπής ..., δ) την άνευ αριθμού πρωτοκόλλου αίτηση με επικολλημένη φωτογραφία άνδρα, μετά του υπ' αριθμ. 5204453/11-6-2001 διπλοτύπου είσπραξης Δήμου Ηρακλείου και πιστοποιητικού γέννησης ..., ε) την υπ' αριθμ. 1129/22-6-2001 αίτηση του αλλοδαπού ..., στ) την υπ' αριθμ. 215/20-6-2001 συμπλήρωση αίτηση με φωτογραφία γυναίκας, ζ) την υπ' αριθμ. 909/15-6-2001 αίτηση της αλλοδαπής ... με επισυναπτόμενα πέντε δικαιοληγητικά, η) την υπ' αριθμ. 2116/20-6-2001 ασυμπλήρωτη αίτηση με φωτογραφία άνδρα και φωτοαντίγραφο διαβατηρίου του υπηκόου ..., θ) την υπ' αριθμ. 2117/20-6-2001 ασυμπλήρωτη αίτηση, με φωτογραφία γυναίκας και συνημμένα φωτοαντίγραφο διαβατηρίου της υπηκόου ..., ι) μία βεβαίωση Δήμου Ηρακλείου επ' ονόματι του ..., ια) η από 14-6-2001 ασυμπλήρωτη αίτηση με φωτογραφία γυναίκας, ιβ) φωτοτυπία από διαβατήρια τεσσάρων αλλοδαπών, ιγ) εκατό (100) εκθέσεις βεβαιώσεις παράβασης τροχοφόρου του Δήμου Ηρακλείου β' απόκομμα, ιδ) ογδόντα έξι (86) βεβαιώσεις παράβασης αυτοκινήτου Τμήματος Τροχαίας Ηρακλείου, τα οποία απέκρυπτε στο σπίτι της Z1, ενώ στο σπίτι του (X1) απέκρυπτε έναν λευκό φάκελλο ο οποίος περιείχε δικαιολογητικά για την νομιμοποίηση των ... υπηκόων ... και β) Την 2-8-2001 στο Ηράκλειο έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει πλημμέλημα επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και συγκεκριμένα ενώ είχε αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της υπεξαγωγής εγγράφων, δηλαδή έχοντας αποφασίσει να καταστρέψει έγγραφα των οποίων δεν είναι κύριος με σκοπό να βλάψει άλλον εισήλθε στο γραφείο αλλοδαπών του Δήμου Ηρακλείου και προσπάθησε να καταστρέψει επτά (7) φακέλους που περιείχαν 50 αιτήσεις αλλοδαπών και άλλα έγγραφα της υπηρεσίας, δηλαδή έγγραφα των οποίων δεν είναι κύριος και να τους μεταφέρει στην τουαλέτα του κτιρίου προκειμένου να τους κάψει με σκοπό να βλάψει αφενός μεν τους αλλοδαπούς τα ονόματα των οποίων αναφέρονταν στις αιτήσεις, αφετέρου δε την παραπάνω υπηρεσία, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή καθόσον κατελήφθη από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας κ. ... και τον αρμόδιο αντιδήμαρχο Ηρακλείου κ. .... Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης του, διήγαγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι ο κατηγορούμενος επί σχετικά μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά".
Έτσι, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με το αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι την εις βάρος του μηνυτή απάτη τέλεσε ο κατηγορούμενος, τόσο με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, και παράλληλα με την απόκρυψη και παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, ενώ στο διατακτικό γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι την απάτη σε βάρος του μηνυτή τέλεσε ο κατηγορούμενος με την παράσταση ψευδών γεγονότων, αλλά και με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Περαιτέρω, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 222 του Π.Κ, η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτεί ο νόμος, διότι είναι τυπική και δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά και σκέψεις που θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη και στηρίζουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, όπως από αυτά προκύπτει, καθορίζεται ο σκοπός της βλάβης και το είδος αυτής (περιουσιακή ή ηθική) του μηνυτή, αλλά γίνεται αορίστως δεκτό ότι ο κατηγορούμενος, απέκρυψε τα αναφερόμενα έγγραφα με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθ. 1.033/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απάτη, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς τους τρόπους τέλεσης της απάτης, λόγω της παράλληλης παραδοχής της τέλεσης της πράξης, τόσο με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όσο και με την απόκρυψη και παρασιώπηση των γεγονότων. Δεν προσδιορίζεται το είδος της βλάβης και για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
Αριθμός 574/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή. Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 661/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 606/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη με αριθμό 661/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η με αριθμό 6568/12-9-2007 έφεσή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 38.427/7-6-2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", κατά πιστή μεταφορά, με την ακόλουθη αιτιολογία "Από το με ημερομηνία 3-5-2006 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ... αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη 38427/04 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε με θυροκόλληση στις 3-5-2006 στη νόμιμη διεύθυνση του εκκαλούντος την οποία είχε δηλώσει κατά την προανάκριση ενώπιον του Υπολιμενάρχου Λ.Σ ..., στο ..., οδός ..., και αυτός άσκησε την παρούσα έφεση στις 12-9-2007, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, από την επίδοση της απόφασης και έτσι η έφεσή του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης( 476 ΚΠΔ). Ο ισχυρισμός δε του εκκαλούντος ότι ουδέποτε κατοίκησε στην πιο πάνω διεύθυνση και ότι από δημόσια έγγραφα προκύπτει ότι κατά τα έτη 1996 έως 1999 διέμενε στον ... δεν οδηγούν στην κρίση ότι η έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, διότι αφενός μεν δεν αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 2006 ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε την κατοικία ή διαμονή του στην πιο πάνω διεύθυνση, αφετέρου κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, αφού είχε δηλώσει στην προανάκριση τη διεύθυνση στην οποία του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έπρεπε να δηλώσει εγγράφως στον αρμόδιο Εισαγγελέα και την τυχόν μεταβολή της διεύθυνσής του αυτής". Όμως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, περί του απαραδέκτου της εφέσεως, έλαβε υπόψη του αμέσως και ευθέως, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και την από 23-7-2001 ενώπιον του υποπλοιάρχου του Λ.Σ ..., έκθεση εξετάσεως ως κατηγορουμένου του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και από το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, δεν προκύπτει ότι το πιο πάνω έγγραφο προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ώστε να θεωρηθεί, ότι αυτά απλώς διαλαμβάνεται ιστορικά. Έτσι, όμως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 661/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για παράβαση του ν. 2344/1940 “Περί Αιγιαλού και Παραλίας” με την επίκληση των λόγων: α) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ), β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί του απαραδέκτου της εφέσεως, έλαβε υπόψη του έγγραφο το οποίο δεν είχε αναγνωσθεί. Αναιρεί. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αιγιαλού μεταβολή.
| 2
|
Αριθμός 573/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.629/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.803/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 292/30.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 217/ 19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Αρίστιππο Μαστρογιάννη του Ιωάννη, δυνάμει της από 3-9-2001 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθμ. 1629/2007 τελεσιδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα : 1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1629/2007 βούλευμά του απέρριψε στην ουσία ως αβάσιμη την υπ' αριθμ. 58/2007 έφεση του Χ κατά του υπ' αριθμ. 3400/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το τελευταίο ο ανωτέρω είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως : α) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, β) απάτης κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ - 13 στ, 94§1, 216§§1-3β, 386§§1-3α Π.Κ. Συγκεκριμένα διότι : "Ι) Α) 1) Στο ..... στις 3-5-2004 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, κατήρτισε εξ απαρχής πλαστά έγγραφα ως γνήσια με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, διαπράττει δε πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια έκανε δε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνους ανέγραψε σε έξι (6) συναλλαγματικές ήτοι : 6 συναλλαγματικές πληρωτέες στην ALPHA BANK, με ημερομηνία εκδόσεως όλων την 3-5-2004 και ημερομηνίες λήξεως εκάστης συναλλαγματικής την 30-7-2004, 30-8-2004, 30-9-2004, 30-10-2004, 30-11-04 και 30-12-2004 αντίστοιχα και με αναγραφόμενο ποσό επί εκάστης συναλλαγματικής το ποσό των 3.000 ευρώ αντίστοιχα κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του Α και χωρίς να έχει προς τούτο τη συναίνεση ή την εξουσιοδότησή του, έθεσε, στην θέση της υπογραφής του αποδέκτη αυτών (συναλλαγματικών) τα στοιχεία καθώς και την υπογραφή του μηνυτή. Όλα τα ανωτέρω αξιόγραφα, των οποίων δικαιούχος και κομιστής εφέρετο αυτός και των οποίων το συνολικό ποσό ανερχόταν, κατά τα αναγραφόμενα σε αυτά από αυτόν ποσά, σε 18.000 ευρώ μεταβίβασε με εκχώρηση στον ..... και στις ως άνω ημερομηνίες στην τράπεζα ALPHA BANK προκειμένου να χρηματοδοτηθεί με το ως άνω συνολικό ποσό των 18.000 ευρώ, ωφελούμενος έτσι αυτός κατά το ποσό αυτό, με ισόποση ζημία της ως άνω τράπεζας (λόγω της μη εξόφλησης των σχετικών προς αυτή, οφειλών από αυτόν) αλλά και του μηνυτή, ενώ από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει ότι είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ως άνω πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό του τον πορισμό εισοδήματος από την πράξη αυτή καθώς και σταθερή ροπή του για διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 2) Στον ..... στις 26-5-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος ..... της ALPHA BANK εν γνώσει του ψευδώς, ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα στο υπό στοιχ. Ι του παρόντος έγγραφα ήταν γνήσια, με αποτέλεσμα να πεισθούν οι πιο πάνω υπάλληλοι ως προς το αληθινό πρόσωπο του αποδέκτη των ανωτέρω συναλλαγματικών καθώς και το έγκυρο αυτών και να προεξοφλήσουν αυτές (συναλλαγματικές) κατά το ποσό τους των 18.000 ευρώ συνολικά. Με αποτέλεσμα να υποστεί η τράπεζα αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη ύψους 18.000 ευρώ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου ωφελούμενος κατά το ποσό αυτό και με ισόποση ζημία της τράπεζας (λόγω της μη εξόφλησης των σχετικών, προς αυτή, οφειλών από τον κατηγορούμενο) ενώ από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει ότι είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ως άνω πράξης της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την πράξη αυτή καθώς και σταθερή ροπή του για διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα [=1629/2007] του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Τμήμα Διακοπών, το οποίο, αφού έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα κατά του ρηθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, απέρριψε αυτή, όπως ελέχθη, ως αβάσιμη στην ουσία της. Ειδικώτερα το άνω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην [υιοθετηθείσα υπ' αυτού] εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι "από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθησαν κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης και της προηγηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία και απολογητικό υπόμνημα) του κατηγορουμένου προέκυψαν" τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία και παραπέμφθηκε και ειδικώτερα ότι : "προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο κατηγορούμενος Χ ήταν έως το έτος 2004 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MERGER A.E. - Εξοπλισμοί Καταστημάτων Ειδών Διατροφής και Μονάδων Μαζικής Εστίασης με έδρα το ..... οδός ....." με αντικείμενο την πώληση επαγγελματικών ψυγείων και θαλάμων τροφίμων. Αρχές του έτους 2004 λόγω της αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας ο κατηγορούμενος με προτροπή του πατέρα του Β απευθύνθηκε στον κουμπάρο του τελευταίου Γ προκειμένου αυτός να μεσολαβήσει για την ανεύρεση κάποιου χρηματοδότη. Ο Γ απευθύνθηκε στο γνωστό του Α (εγκαλούντα), ο οποίος δέχθηκε να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο χορηγώντας του επιταγές ευκολίας από μπλοκ επιταγών που είχε πάρει από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ. Τις επιταγές αυτές συμφωνήθηκε να τις πληρώσει κατά τη λήξη τους ο κατηγορούμενος πλην όμως, ενώ ο τελευταίος τις μεταβίβασε στην "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." όπου τις προεισέπραξε, δεν τις κάλυψε κατά την εμφάνισή τους με αποτέλεσμα, όταν η "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις ανωτέρω επιταγές για να πληρωθούν συμψηφιστικά από τον λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε.", να μην πληρωθούν αυτές ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και στη συνέχεια να εκδοθούν σε βάρος του εγκαλούντος διαταγές πληρωμής. Παράλληλα και μετά την παράδοση σε αυτόν των επιταγών του Α ο κατηγορούμενος ο οποίος λόγω της προηγούμενης εξυπηρέτησης γνώριζε την φερεγγυότητα του Α και ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με τη μέθοδο της προείσπραξης αξιογράφων, προέβη στις 3-5-2004 στο ..... στην εξ υπαρχής κατάρτιση έξι συναλλαγματικών συμπληρώνοντας με το χέρι του έξι έντυπα συναλλαγματικών με την αναγραφή σ' αυτές σαν ημερομηνία λήξης τις 30-7-2004, 30-8-2004, 30-9-2004, 30-10-2004, 30-11-2004 και 30-12-2004 αντίστοιχα σε καθεμία, ως πληρωτέο ποσό κάθε μίας συναλλαγματικής το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, θέτοντας δε στη θέση του εκδότη την υπογραφή του και σφραγίδα με την επωνυμία και τα πλήρη στοιχεία (δραστηριότητα, έδρα, ΑΦΜ, αρμόδια ΔΟΥ, ΑΡ.Μ.Α.Ε.) της εταιρίας "MERGER A.E.", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, στη θέση του πληρωτή και αποδέκτη τα στοιχεία : "Α - ΥΔΡΑΥΛ. - ΨΥΚΤ. ΕΓΚΑΤ. - ..... - ..... - Α.Φ.Μ. ....." και τέλος έθεσε χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα, εντολή ή σχετική συναίνεση του εγκαλούντος, υπογραφή δήθεν του Α, αναγράφοντας το κεφαλαίο γράμμα Δ και ολογράφως το όνομα Α1 ως τόπο πληρωμής το υποκατάστημα ..... της Τράπεζας "ALPHA BANK", σε διαταγή της "MERGER A.E.". Στην ενέργεια αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ως προς την εγκυρότητα και τη γνησιότητά τους και να προσδώσει στις συναλλαγματικές αυξημένη φερεγγυότητα και αξιοπιστία. Στη συνέχεια και ειδικότερα στις 26-5-2004 ο κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα της ALPHA BANK στον ..... και παρέδωσε τις συναλλαγματικές στην τράπεζα για να τις προεξοφλήσει, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του αποδέκτη αυτών, αποκρύπτοντας την πλαστότητα αυτών με αποτέλεσμα να δεχθούν να του προεξοφλήσουν αυτές (συναλλαγματικές) κατά το ποσό τους των 18.000 ευρώ συνολικά και έτσι να υποστεί η τράπεζα αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη ύψους 18.000 ευρώ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου. Κατά τη λήξη τους, οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν. Έτσι η τράπεζα με βάσει τις έξι επίδικες αυτές συναλλαγματικές προέβη σε έκδοση σε βάρος τους εγκαλούντος Α τεσσάρων διαταγών πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 98/2005, 99/2005, 106/2005, 115/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νικαίας δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του εγκαλούντος και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του στο ....., οδός ..... αρ. ..., και έτσι να υποστεί ο μηνυτής την πιο πάνω ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή βλάβη που είναι πάνω από 15.000 ευρώ ανερχομένη συγκεκριμένα σε ποσόν της τάξης άνω των 18.000 ευρώ, αλλά και της πιο πάνω Τράπεζας. Από την αξιολόγηση των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών σαφώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράση του κατηγορουμένου στη διάπραξη των πράξεων για τις οποίες με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει, εκμεταλλευόμενος μάλιστα και τη σχέση κουμπαριάς που είχε με τον Γ, στον οποίο απευθύνθηκε προκειμένου αυτός να του βρει επιταγές ευκολίας προς εξυπηρέτηση της εταιρίας αυτού και του πατρός του που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, για να πετύχει το σκοπό του, εκτιμάται ότι είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από αυτές, καταδεικνύεται δε, μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, και σταθερή ροπή του κατηγορουμένου για διάπραξη των πιο πάνω εγκλημάτων σαν στοιχείο της προσωπικότητάς του ...". Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι προέκυψαν αυτά που δέχεται και το πρωτόδικο βούλευμα αφενός και αφετέρου ότι τα αναφερόμενα σε σχέση με τις επιταγές αναφέρονται για τη στοιχειοθέτηση των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράσης του κατηγορουμένου. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 9-10-2007 [βλ. το από 9-10-2007 αποδεικτικό της επιμελήτριας .....] και κατ' αυτού άσκησε ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών στις 19-10-07 δια του δικηγόρου Αρίστιππου Μαστρογιάννη, ως πληρεξουσίου του, δυνάμει της από 19-10-2007 εξουσιοδοτήσεώς του, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο, την υπ' αριθμ. 217/2007 αίτηση αναίρεσης, προβάλλων ως λόγους : α) εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94-98, 216, 386 Π.Κ. υπό την έννοια ότι δέχθηκε αληθή συρροή των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης, ενώ κατ' αληθή έννοια αυτών η συρροή είναι φαινομενική, β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια τέλεσης και του ιδιαιτέρως επικινδύνου αυτού, αφενός και διότι δεν έλαβε υπόψη ορισμένα έγγραφα που μνημονεύει, από την αξιολόγηση των οποίων προκύπτει, κατ' αυτόν, η αθωότης αυτού, ήτοι το αντίθετο με ό,τι το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε. Εν όψει των ανωτέρω η αναίρεση αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της - 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 Κ.Π.Δ., 18, 19, 216, 386 Π.Κ.
ΙΙ) Επειδή κατά την αληθή έννοια των άρθρων 386§§1, 3 εδ. α', 216§§1-3 εδ. α' Π.Κ. - όπως ισχύουν με την αντικατάστασή τους με το άρθρο 14§§4, 2 [αντίστοιχα] του ν. 2721/99 - και 94 Π.Κ. οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη διότι κάθε μια είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. - βλ. Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) σελ.411, ΑΠ 1452/2006, ΑΠ 1855/2001, ΑΠ 238/2000, ΑΠ 1559/2002, ΑΠ 42/2004, ΑΠ 2257/2002 κ.ά. και μόνον όταν η απάτη έμεινε στο στάδιο της απόπειρας και υπάρχει ταυτότητα των ψευδών γεγονότων και των συγκροτούντων την χρήση των πλαστών εγγράφων μπορεί να γίνει λόγος για φαινόμενη συρροή. Έτσι και οι νομολογιακές παραπομπές του εδώ αναιρεσείοντος στην έκθεση αναίρεσης αναφέρονται στην τελευταία περίπτωση, που όμως δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π.Κ. - που προστέθηκε με το άρθρο 1§1 ν. 2408/96 - "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση απαιτείται να συντρέχει είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξης [=αντικειμενικό στοιχείο] από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε υποδομή [=αντικειμενικό στοιχείο] που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση [δεν απαιτείται δηλ. επανειλημμένη τέλεση] επανειλημμένης τέλεσης της πράξης [=υποκειμενικό στοιχείο που προκύπτει από το άνω αντικειμενικό στοιχείο] με σκοπό πορισμού εισοδήματος έστω και αν ο δράστης τελεί άπαξ την πράξη, η οποία έτσι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της υποδομής ΑΠ 382/2006, ΑΠ 1539/2002, ΑΠ 5/2001 πρβλ. ΑΠ 2014/2001, ΑΠ 1277/98, ΑΠ 1104/99, ΑΠ 1796/99, ΑΠ 680/2000, ΑΠ 372/2002, ΑΠ 692/2000 κ.ά. Δεν αρκεί, επομένως, τέλεση ενός εγκλήματος π.χ. απάτης μια φορά, έστω και αν είναι αριστοτεχνικά σχεδιασμένη. Απαιτείται υποδομή που έγινε με σκοπό κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης. Απαιτείται δηλαδή οργανωμένη ετοιμότητα, χωρίς να απαιτείται όπως αυτή έχει εκδηλωθεί με προγενέστερες καταδίκες. Η υποδομή να είναι το μέσο ή ο τρόπος τελέσεως του οικείου εγκλήματος. Αρκεί προφανώς προς τούτο, μεθοδευμένη δραστηριότητα που χρησιμοποιείται για την τέλεση της πράξης [πρβλ. ΑΠ 1651/2002]. Μπορεί να προκύπτει και από άλλα περιστατικά της ζωής του δράστη ή από την εν γένει προσωπικότητά του. Αρκεί, όπως ελέχθη, η σταθερή ροπή να είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση σημαίνει τέλεση του αυτού εγκλήματος τουλάχιστον δύο φορές - χωρίς όμως να απαιτείται όπως υπάρχουν και προηγούμενες καταδίκες [βλ. ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 372/2002, ΑΠ 1854/2001 κ.ά.]. Έτσι αρκεί η τέλεση κατ' εξακολούθηση, αφού το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί περίπτωση πραγματικής ομοειδούς συρροής - βλ. ΑΠ 1303/2003, ΑΠ 40/2003, ΑΠ 1307/2002, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 265/2001 κ.ά. Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης [=αντικειμενικό στοιχείο] προκύπτει ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη η σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος [σχετ. ΑΠ 151/2001 Δεν αρκεί επομένως μόνη η επανειλημμένη τέλεση αλλά επανειλημμένη τέλεση πρέπει να αποτελεί απόρροια της σταθερής ροπής του δράστη ως στοιχείου της προσωπικότητάς του [πρβλ. ΑΠ 789/99]. Και εδώ δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες για το αυτό έγκλημα - πρβλ. ΑΠ 889/98 κ.ά. - ο σκοπός πορισμού εισοδήματος και η ροπή του δράστη αποδεικνύονται κυρίως όταν υπάρχει και χρονική εγγύτητα και λειτουργική συνέχεια των πράξεων. Ο σκοπός αυτός είναι κάτι το διάφορο από την απαξία του οικείου εγκλήματος στο οποίο περιέχεται αντίστοιχος σκοπός, αφού χωρίς τον τελευταίο δεν υπάρχει έγκλημα. Απαιτείται να πρόκειται για όφελος προς βιοπορισμό - πρβλ. ΑΠ 447/96. Για την επιβαρυντική περίπτωση της §3 των άρθρων 386 και 216 ΠΚ αρκεί το κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά μπορεί να συντρέχουν αμφότερα - πρβλ. ΑΠ 184/2002. Εάν επομένως συντρέχει το ένα εξ αυτών που είναι και ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο, αλλά το συμβούλιο στήριζε την παραπομπή σε αμφότερα, τότε δεν έχει ο κατηγορούμενος έννομο συμφέρον, αφού υπάρχει ούτως ή άλλως η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος και η τυχόν [μη αιτιολογημένη] και άλλου έχει σημασία για την ποινή, δηλ. στο ακροατήριο βλ. ΑΠ 1244/84, πρβλ. ΑΠ 602/84, πρβλ. και ΑΠ 265/2001 και ΑΠ 1329/83 [που εφήρμοσαν τ' ανωτέρω και επί αποφάσεως].
Η αιτιολογία, η ειδική και εμπεριστατωμένη, απαιτείται και για τις επιβαρυντικές περιπτώσεις - που συνιστούν νομικές έννοιες. Προς τούτο δεν αρκεί η απλή αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα και η τυπική χρήση των οικείων όρων των επιβαρυντικών περιστάσεων αλλ' απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, συγκροτούν τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιπτώσεις ΑΠ 766/2000, ΑΠ 460/2007, ΑΠ 864/2000, ΑΠ 478/2000, ΑΠ 2120/2005, ΑΠ 301/2001, ΑΠ 188/2001 πρβλ. ΑΠ 1640/2001, ΑΠ 397/2001, ΑΠ 974/2006 κ.ά. Εν όψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο λόγος αναίρεσης ότι δεν περιέχεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης είναι αβάσιμος αφού σαφώς το προσβαλλόμενο βούλευμα στηρίζει την κρίση του στην υποδομή που είχε διαμορφώσει δηλ. στην έκδοση πλαστών συναλλαγματικών, σε συνδυασμό με την επικοινωνία του με τις τράπεζες, που συνιστά αντικειμενικά μεθοδευμένη δραστηριότητα τέλεσης του εγκλήματος της απάτης και από την κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής από τα οποία προκύπτει προσωπικότητα που ενεργεί με σκοπό πορισμού εισοδήματος και ότι το έγκλημα αποδεικνύει σταθερή ροπή αυτού προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του - πρβλ. ΑΠ 715/2004 Π.Χρ. ΝΕ 248, ΑΠ 1142/2003 Ποινικός Λόγος 2003 σελ. 1205 - σε βάρος οιουδήποτε. Το άλλο σκέλος του λόγου αυτού αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος αφού ο αναιρεσείων δεν παραπέμφθηκε ως ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης. IV) Επειδή η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως, αφού ο Άρειος Πάγος δεν προβαίνει σε ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης αλλά αποδέχεται και ερευνά τη νομική ορθότητα των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας - βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 1573/2007 κ.ά. Έτσι, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται μνεία του είδους αυτών, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα - βλ. ΑΠ 2464/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 540/2006 κ.ά. Εν όψει τούτων ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι με την επίκληση της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων [=εδώ εγγράφων] πλήττεται η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πράγμα που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Έτσι η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί . Να σημειωθεί εδώ ότι όντως τα θετικά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν τα εγκλήματα για τα οποία χώρησε η παραπομπή - πρβλ. ΑΠ 1580/2002 ΠΧρ. ΝΓ 548, ΑΠ 1142 /2003 Ποιν. Λόγος σελ. 1205.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 217/2007 αναίρεση του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1629/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του.
Αθήνα, 3-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του αρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου κατά την έννοια του αρ. 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, επάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτήν και επιπροσθέτως τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση και μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραί-τητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδές πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητας της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μια πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Περαιτέρω, φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχήν, για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις, περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος, έτσι, αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του ειδικού. Τέλος, για την στοιχειοθέτηση της "κατ' επάγγελμα" τελέσεως κάποιου εγκλήματος απαιτείται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ. ΠK επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, όπως συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 Π.Κ.) όπου πρόκειται περί μορφής, πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού από την ύπαρξη συγκεκριμένης αξιόλογης υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τελέσεως. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, αλλά εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση αξιόλογης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεσή της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στο δράστη. Επίσης, για την στοιχειοθέτηση της κατά συνήθεια τελέσεως κάποιου εγκλήματος απατείται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ' Π.K. επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και αιτιολογημένη διαπίστωση ότι από την πράξη αυτή προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικό, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι εκτός των άλλων, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι, μεταξύ της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης υπάρχει αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, δεδομένου ότι κάθε ένα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μια πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 1.629/2007 βούλευμά του, με την, παραδεκτώς, καθολική παραπομπή στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία (και απολογητικό υπόμνημα) του κατηγορουμένου, ότι προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του, έχουν ως εξής: "από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την διάρκεια της κύριας ανάκρισης και της προηγηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία (και απολογητικό υπόμνημα) του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ ήταν έως το έτος 2004 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MERGER A.E. - Εξοπλισμοί Καταστημάτων Ειδών Διατροφής και Μονάδων Μαζικής Εστίασης με έδρα το ..... οδός ....." με αντικείμενο την πώληση επαγγελματικών ψυγείων και θαλάμων τροφίμων. Αρχές του έτους 2004 λόγω της αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας ο κατηγορούμενος με προτροπή του πατέρα του Β απευθύνθηκε στον κουμπάρο του τελευταίου Γ προκειμένου αυτός να μεσολαβήσει για την ανεύρεση κάποιου χρηματοδότη. Ο Γ απευθύνθηκε στον γνωστό του Α (εγκαλούντα), ο οποίος δέχθηκε να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο χορηγώντας του επιταγές ευκολίας από μπλοκ επιταγών που είχε πάρει από τη ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ. Τις επιταγές αυτές συμφωνήθηκε να τις πληρώσει κατά τη λήξη τους ο κατηγορούμενος πλην όμως ενώ ο τελευταίος τις μεταβίβασε στην "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." όπου τις προεισέπραξε, δεν τις κάλυψε κατά την εμφάνιση τους με αποτέλεσμα, όταν η "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις ανωτέρω επιταγές για να πληρωθούν συμψηφιστικά από τον λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε.", να μην πληρωθούν αυτές ελλείψει επαρκούς υπολοίπου και στη συνέχεια να εκδοθούν σε βάρος του εγκαλούντος διαταγές πληρωμής Παράλληλα και μετά την παράδοση σε αυτόν των επιταγών του Α ο κατηγορούμενος ο οποίος λόγω της προηγούμενης εξυπηρέτησης γνώριζε την φερεγγυότητα του Α και ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με τη μέθοδο της προείσπραξης αξιόγραφων, προέβη στις 3.5.2004 στο ..... στην εξ υπαρχής κατάρτιση έξι συναλλαγματικών συμπληρώνοντας με το χέρι του έξι έντυπα συναλλαγματικών με την αναγραφή σ' αυτές σαν ημερομηνία λήξης τις 30.7.2004, 30 .8.2004, 30.9.2004, 30.10.2004, 30.11.2004 και 30.12.2004 αντίστοιχα σε καθεμία, ως πληρωτέο ποσό κάθε μίας συναλλαγματικής το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, θέτοντας δε στη θέση του εκδότη την υπογραφή του και σφραγίδα με την επωνυμία και τα πλήρη στοιχεία (δραστηριότητα, έδρα, ΑΦΜ, αρμόδια ΔΟΥ, ΑΡ.Μ.Α.Ε.) της εταιρίας "MERGER A.E.", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, στη θέση του πληρωτή και αποδέκτη τα στοιχεία : "Α - ΥΔΡΑΥΛ. - ΨΥΚΤ. ΕΓΚΑΤ. - ..... - ..... - Α.Φ.Μ. ....." και τέλος έθεσε χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα, εντολή ή σχετική συναίνεση του εγκαλούντος, υπογραφή δήθεν του Α, αναγράφοντας το κεφαλαίο γράμμα Δ και ολογράφως το όνομα Α1 ως τόπο πληρωμής το υποκατάστημα ..... της Τράπεζας "ALPHA BANK", σε διαταγή της "MERGER A.E." Στην ενέργεια αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ως προς την εγκυρότητα και τη γνησιότητα τους και να προσδώσει στις συναλλαγματικές αυξημένη φερεγγυότητα και αξιοπιστία. Στη συνέχεια και ειδικότερα στις 26.5.2004 ο κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα της ALPHA BANK στον ..... και παρέδωσε τις συναλλαγματικές στην τράπεζα για να τις προεξοφλήσει, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του αποδέκτη αυτών, αποκρύπτοντας την πλαστότητα αυτών με αποτέλεσμα να δεχθούν να του προεξοφλήσουν αυτές (συναλλαγματικές) κατά το ποσό τους των 18.000 € συνολικά και έτσι να υποστεί ή τράπεζα αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη ύψους 18.000 ευρώ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου. Κατά τη λήξη τους, οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν. Έτσι η τράπεζα με βάσει τις έξι επίδικες αυτές συναλλαγματικές προέβη σε έκδοση σε βάρος του εγκαλούντος Α τεσσάρων διαταγών πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις υπ' αριθ. 98/2005, 99/2005, 106/2005, 115/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νικαίας δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του εγκαλούντος και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του στο ....., οδός ..... αρ. ..., και έτσι να υποστεί ο μηνυτής την πιο πάνω ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή βλάβη που είναι πάνω από 15.000 ευρώ ανερχομένη συγκεκριμένα σε ποσόν της τάξης άνω των 18.000 ευρώ, αλλά και της πιο πάνω Τράπεζας. Από την αξιολόγηση των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών σαφώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράση του κατηγ/νου στη διάπραξη των πράξεων για τις οποίες με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμφθηκε ο κατηγ/νος, ο οποίος από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει, εκμεταλλευόμενος μάλιστα και τη σχέση κουμπαριάς που είχε με τον Γ, στον οποίο απευθύνθηκε προκειμένου αυτό: να του βρει επιταγές ευκολίας προς εξυπηρέτηση της εταιρείας αυτού και του πατρός του που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, για να πετύχει το σκοπό του, εκτιμάται ότι είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από αυτές, καταδεικνύεται δε, μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, και σταθερή ροπή του κατηγ/νου για διάπραξη των πιο πάνω εγκλημάτων σαν στοιχείο της προσωπικότητας του". Εν όψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ', 94 παρ, 1, 98, 216 παρ. 1-3β' και 386 παρ. 1-3α'Π.Κ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 14 παρ. 2, 3 του Ν.2721/1999. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν, αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες, ανωτέρω δε παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τόσο στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα, ότι: 1) έσφαλε το Εφετείο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων 94 - 98, 216 παρ. 1-3 και 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., υπό την έννοια ότι εφάρμοσε τη διάταξη της ΠΚ 94, σε περίπτωση που αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού δέχθηκε ότι συρρέουν αληθώς τα παραπάνω εγκλήματα, ενώ πραγματικά κατά νόμο δεν συρρέουν πραγματικά, υποπίπτοντας έτσι το Συμβούλιο Εφετών στην πλημμέλεια της ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. β', άλλως το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει την πλημμέλεια της ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. ε'. Αβάσιμα όμως, καθόσον οι αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και της απάτης, κατά τα άνω εκτεθέντα, συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμιά είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού η επίτευξη της παραπλανήσεως και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας, 2) Δεν υπάρχουν τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως από τον αναιρεσείοντα των άνω εγκλημάτων. Αβάσιμα όμως, διότι εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας συναλλαγματικών, καθώς και υποδομή που έχει διαμορφώσει ο αναιρεσείων, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έστω και αν ο δράστης τελεί μια φορά την πράξη (πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση), η οποία έτσι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της υποδομής. Αναφέρεται δε η σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του, προς διάπραξη των άνω εγκλημάτων, 3) Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα του αποδίδεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος η μομφή ότι είναι σφόδρα επικίνδυνος προς διάπραξη νέων αδικημάτων και για το λόγο αυτό το άνω βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί, καθιστά απαράδεκτο κατά το άνω σκέλος του το σχετικό λόγο αναιρέσεως, διότι δεν παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων ως ιδιαίτερα επικίνδυνος, 4) Τέλος η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων (εγγράφων), είναι αβάσιμη, διότι με το λόγο αυτό πλήττεται η ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επίσης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.629/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξεις: Πλαστογραφία εγγράφου μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και απάτη κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία πλέον των 15.000 ευρώ. Έννοιες άνω όρων. Πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξ’ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα αρκεί να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 572/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ, κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού. Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1890/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 576/18.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την υπ'αριθμ. πρωτ. 1920/2008 αίτησιν του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, διά της οποίας ζητείται, συμφώνως προς τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., η παραπομπή της διαλαμβανομένης εις αυτήν υποθέσεως εις άλλας δικαστικάς αρχάς και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμόν του παρέδρου εις πρωτοδικείον ή εισαγγελίαν και άνω και υπηρετεί εις το αρμόδιον δικαστήριον συμφώνως με τα άρθρα 122-125, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως εις άλλο ισοβάθμιον και ομοειδές δικαστήριον. Διά την παραπομπήν, που νοείται όχι μόνον κατά την κυρίαν διαδικασίαν αλλά και κατά την προδικασίαν (Α.Π. 238/2008 ΠΛογ 2008 σελ. 189 κ.ά.), αποφασίζει ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται εις συμβούλιον, εις οιανδήποτε άλλην, μη διαλαμβανομένην εις τα εδάφια α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 137 περίπτωσιν. Εξ άλλου ο 'Αρειος Πάγος εν συμβουλίω αποφασίζει περί της παραπομπής και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί εις το Πρωτοδικείον ή την Εισαγγελίαν Πρωτοδικών Πειραιώς, δεδομένου ότι εις την περιφέρειαν του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάρχει, πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, άλλο Πρωτοδικείον, ώστε να παραπεμφθή εις αυτό η υπόθεσις υπό του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς (Α.Π. 2079/2006, Ποιν Δικ 2007 σελ. 650 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο εγκαλών Ψ διά της από 28 Μαρτίου 2008 εγκλήσεώς του ενεκάλεσε τους 1) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και 2) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς. Εν όψει των προαναφερθέντων, εφ'όσον οι εγκαλούμενοι υπηρετούν εις την Εισαγγελίαν Πρωτοδικών Πειραιώς, πρέπει η υπόθεσις να παραπεμφθή εις άλλας εισαγγελικάς, ανακριτικάς και δικαστικάς αρχάς και συγκεκριμένως εις τας τοιαύτας του Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν: Ι. Να παραπεμφθή η υπόθεσις που αφορά τους 1) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και 2) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, εκ των εισαγγελικών, ανακριτικών και δικαστικών αρχών Πειραιώς εις τας αντιστοίχους αρχάς του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός επί το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά στάδιο της εκουσίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο Πολιτικώς Ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου ο Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο, και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην Προϊστάμενη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς υποβλήθηκε η από 29 Μαρτίου 2008 μηνυτήρια αναφορά του Ψ κατά των: 1) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και 2) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, με την οποία ζητεί την ποινική δίωξή τους για αξιόποινες πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 1920/14-11-2008 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί να ορισθεί από τον Αρειο Πάγο σε Συμβούλιο άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές για την εξέταση της προαναφερόμενης μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος των ως άνω δύο Εισαγγελικών λειτουργών, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Πειραιώς, στην Εισαγγελία του οποίου υπηρετούν αμφότεροι οι εγκαλούμενοι. Ενόψει αυτήν, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και παραπομπής της ανωτέρω μηνύσεως επί του κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για την περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της από 28 Μαρτίου 2008 μηνυτήριας αναφοράς του Ψ κατά των: 1) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και 2) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς με την ως άνω μηνύτρια αναφορά αξιόποινες πράξεις από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητος. Παραπομπή μηνυτήριας αναφοράς για Εισαγγελείς Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 570/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 150/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 37.291,03 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.283,33 € και β) το ποσό των 9.322,76 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.912,02 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 84.809,14 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A 5/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 37.291,03 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.283,33 € και β) το ποσό των 9.322,76 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.912,02 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 84.809,14 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 2 ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000 στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004 που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 84.809,14 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο κατά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 150/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 569/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 5/2007 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 917/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 314/09.3.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 204 παρ. 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 4/11-5-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 5/2007 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Δικαστικό Συμβούλιο του Ναυτοδικείου Πειραιά με το υπ' αριθ. 210/2006 βούλευμα του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά , για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον προσπορισμό στον εαυτό του περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) απάτης από την οποία η προξενηθείσα περιουσιακή ζημία του Ελλ. Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3 α' και 386 παρ. 1 και 3 β' ΠΚ). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθ. 47/27-11-2006 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 5/2007 βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του. Κατά του ως άνω βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκηση της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ.1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1 και 482 παρ Ια του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης γ) της απόλυτης ακυρότητας ( άρθρο 484παρ. Ιδ', β' και α' και 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Ποιν.Χρ.ΝΖ/39,ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 747/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ/69). Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με την μορφή καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 1505/2004, Ποιν.Χρ. ΝΕ/622, ΑΠ 858/2004, Ποιν.Χρ.ΝΕ/322, ΑΠ 1753/2003, Ποιν.Χρ. ΝΔ/635 ΑΠ 1303/2003, Ποιν.Χρ. ΝΔ/335). Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ, ή β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (παρ. 3 αρθ. 216 ΠΚ, ως αντικ. με αρθ. 14 παρ. 2 και 2β Ν.2721/1999), (δειτ. ΑΠ 858/2004, Ποιν.Χρ. ΝΕ/322). Ως περιουσιακό όφελος (επί των ως άνω α' και β' περιπτώσεων) νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ ή 15.000 ευρώ αντίστοιχα( ΑΠ 725/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ/59). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει (ΑΠ 911/2004, Ποιν.Χρ.ΝΕ/419 ΑΠ 858/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ/322). Η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (η παράγραφος 3 του άρθρου 386 όπως αντικ. με το άρθρο 14 του ν. 2721/1999 ). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή (ΑΠ 1506/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ7308). Μεταξύ δε των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης υπάρχει αληθής συρροή (ΑΠ 1265/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ7228, ΑΠ 1753/2003, Ποιν.Χρ. ΝΔ/635 ). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 98παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο14 παρ. 1 του νόμου 2721/1999,ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. Ι, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (ΑΠ 59/2004,Ποιν.Χρ.ΝΔ/512). Κατά δε την παρ. 2 του αρ. 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με αρ. 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, το συμβούλιο που το εξέδωσε με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την διενεργηθείσα συνολικά ανάκριση (τόσο την κυρία όσο και την προκαταρκτική εξέταση) και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νομίμως, τα λοιπά έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες του εφεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του προέκυψαν τα παρακάτω: Ο εκκαλών που ήταν Υποπλοίαρχος (ΠΤ) του Πολεμικού Ναυτικού, τοποθετήθηκε για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών σε ειρηνευτικές αποστολές στρατιωτικών παρατηρητών της πρώην ECMM (European Community Monitoring Mission) και της διαδόχου της EUMM (European Union Monitoring Mission) στη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, αρχικώς στην περιοχή ...... και ακολούθως στην περιοχή της ......, για το χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 16-7-2004. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 22 του Ν.2685/99 και τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους, (βλ. ιδίως την Φ.453.1/20/2004/Σ 2136/12-8-04/ ΓΕΝ/Β3 προς Δ/ΒΟΤ, οι συμμετέχοντες σε αποστολές παρατηρητών της EUMM 'Ελληνες στρατιωτικοί, λαμβάνουν έξοδα μετακινήσεως, ημερήσια αποζημίωση εξωτερικού και έξοδα διαμονής ξενοδοχείου, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσονται. Έτσι οι στρατιωτικοί με βαθμούς Ανθυποπλοιάρχου και Υποπλοιάρχου, όπως και ο εκκαλών εντάσσονται στις κατηγορίες ιιι και ιν του άρθρου 4 και δικαιολογείται γι' αυτούς διαμονή σε ξενοδοχεία τριών (3) αστέρων. Στη δεύτερη όμως παράγραφο του άρθρου 22 (Ν.2685/99), αναφέρεται ότι "προκειμένου περί μετακινήσεων σε χώρες στις οποίες επικρατούν ειδικές συνθήκες διαβίωσης, επιτρέπεται η διανυκτέρευση σε ξενοδοχεία κατηγορίας ανώτερης από εκείνη που δικαιούται ο μετακινούμενος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις". Τα έξοδα διαμονής σε ξενοδοχεία (δαπάνες διανυκτερεύσεως) καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας που μεταβαίνει ο μετακινούμενος, όταν αυτό εντάσσεται στην κατηγορία των σταθερών ισοτιμιών, αλλιώς σε ΕΥΡΩ, (βλ. ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, Αριθμ. Πρωτ. 2/54866/0022/20-7-99). Η δικαιολόγηση της δαπάνης ξενοδοχείου γίνεται βάσει αποδείξεων, (βλ. Φ. 843/2/288543/6-2-01 και Φ. 843/5/2899969/Σ. 1630/27-3-01 ΓΕΣ/ΔΝΣΗ Οικονομικού/ 3Β, ενώ όπου είναι διαθέσιμα καταλύματα (οικίες ή διαμερίσματα) στις εγκαταστάσεις της EUMM, πρέπει αυτά να χρησιμοποιούνται από τους στρατιωτικούς της αποστολής, οι οποίοι θα πρέπει να καταβάλλουν στην EUMM, για τη χρήση της κρεβατοκάμαρας και των συναφών εγκαταστάσεων, το ποσό των 8 ΕΥΡΩ ανά διανυκτέρευση (μέχρι 31-5-04, οπότε καθιερώθηκε σταθερή τιμή 250 ΕΥΡΩ το μήνα). Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο κατάλυμα στις λειτουργικές εγκαταστάσεις της EUMM, οι στρατιωτικοί είναι υπεύθυνοι για την ενοικίαση και πληρωμή του καταλύματός τους. Συνήθως παρέχεται κατάλυμα σε όλες τις τοποθεσίες των μονάδων και στα γραφεία της αποστολής/περιφερειακά γραφεία, εάν αυτό υπαγορεύεται από τις συνθήκες ασφαλείας, (βλ. το από 24-3-2006 έγγραφο του Προϊσσταμένου Προσωπικού του Στρατηγείου της EUMM). Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την πάγια τακτική εκκαθαρίσεως των δαπανών μετακινήσεως των στρατιωτικών και ειδικότερα των ανηκόντων στο Πολεμικό Ναυτικό, που μεταβαίνουν σε ειρηνευτικές αποστολές, οι τελευταίοι, προ της αναχωρήσεως τους, προσκομίζουν στην Γ' Χρηματική Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, τη διαταγή συμμετοχής τους στις ειρηνευτικές αποστολές και το φύλλο πορείας τους και λαμβάνουν σε μετρητά, ως προκαταβολή, χρηματικό ποσό δύο έως τριών μηνών, το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αποζημίωση που δικαιούνται για το χρονικό αυτό διάστημα και επιπλέον προκαταβολή για τις δαπάνες διαμονής του σε ξενοδοχείο. Στην συνέχεια κάνοντας χρήση της κανονικής τους αδείας, έρχονται στην Ελλάδα (ανά χρονικά διαστήματα διαρκείας δύο με τριών μηνών περίπου) και εμφανιζόμενοι στην αρμόδια Γ1 Χρηματική Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, προσκομίζουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά δηλ. τις αποδείξεις των ξενοδοχείων, στα οποία είχαν διαμείνει και υπεύθυνη δήλωση για την κατηγορία των ξενοδοχείων, προβαίνοντας κάθε φορά σε οικονομική εκκαθάριση του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει στη χώρα τοποθετήσεως τους και λαμβάνοντας νέα προκαταβολή αποζημίωσης και δαπάνης ξενοδοχείων για το επόμενο διάστημα κοκ. Η πιο πάνω διαδικασία ακολουθείται μέχρι τον οριστικό επαναπατρισμό τους, οπότε γίνεται η τελική εκκαθάριση, (βλ. την από 3-6-2004 μαρτυρική κατάθεση του Οικονομικού Αξκού Υποπλοιάρχου .....). Περί το μήνα Δεκέμβριο του 2002, περιήλθε στην Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών, ανώνυμη επιστολή, η οποία ανέφερε, ότι αξιωματικοί και των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι τοποθετούνταν ως παρατηρητές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αλβανία και στις πρώην Επαρχίες της Γιουγκοσλαβίας (Κροατία, Βοσνία, Σκόπια, Κοσσυφοπέδιο), ενώ διέμεναν σε οικίες ή άλλου είδους ενδιαιτήσεις που τους παραχωρούσε η EUMM, αντί συμβολικού τιμήματος (200-250 ΕΥΡΩ τον μήνα), επιστρέφοντας στην Ελλάδα εμφάνιζαν στις αρμόδιες οικονομικές διαχειρίσεις, πλαστές αποδείξεις διαμονής σε ανύπαρκτα πολυτελή ξενοδοχεία των ως άνω περιοχών, με κόστος ανά διανυκτέρευση που κυμαινόταν από 150 έως 200 ευρώ. Κατ' αυτόν δε τον τρόπο εξαπατούσαν τις οικονομικές διαχειρίσεις και εισέπρατταν υπερβολικά ποσά. Η πιο πάνω επιστολή απετέλεσε το έναυσμα για εισαγγελική έρευνα σχετικά με τις πιο πάνω συμπεριφορές και επεκτάθηκε και στους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος μολονότι, όπως προκύπτει από το από 24-3-06 έγγραφο του προϊσταμένου προσωπικού του Στρατηγείου της EUMM, διέμεινε σε κατάλυμα που του παραχωρήθηκε έναντι 8 ευρώ η διανυκτέρευση, για όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αποστολή (δηλαδή από 15-12-2002 έως 16-7-2004), αρχικά από 15-12-02 έως 19-12-02 στο Ελληνικό Γραφείο Προσωπικού που εδρεύει εντός του κτηρίου της EUMM (Greek Delegation Office) αλλά και στη συνέχεια ως ομάδες από 19-12-02 έως 15-3-04 στο .... και από 15-3-01 έως 16-7-04 στην ...., προσκόμισε στη Γ1 Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ αποδείξεις διαμονής του σε ξενοδοχεία των πόλεων ..... και .... και μάλιστα για χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 30-4-2004, για ίδιο διάστημα δηλαδή κατά το οποίο εφέρετο ότι διέμενε σε καταλύματα της EUMM. Οι πιο πάνω προσκομισθείσες αποδείξεις όμως ήταν πλαστές, γιατί δεν προέρχονταν από ξενοδοχεία είτε γιατί τα τελευταία ήταν ανύπαρκτα, είτε αν υπήρχαν, ο κατηγορούμενος δεν είχε διαμείνει σε αυτά, αλλά και στην περίπτωση που είχε τυχόν διαμείνει, η διανυκτέρευση κόστιζε το πολύ μέχρι 30 ευρώ, αντί των 170 και 150 ευρώ που εμφανίζονταν στις αποδείξεις. Επισημαίνεται ότι εκτός από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εφεσίβαλε το. βούλευμα επειδή οι πράξεις του διώκονται σε βαθμό κακουργήματος, συμπαραπέμπονται μαζί του και άλλοι 6 κατηγορούμενοι στρατιωτικοί του Πολεμικού Ναυτικού για τις ίδιες, σε βαθμό πλημμελήματος όμως, πράξεις και πιο συγκεκριμένα για υποβολή στις οικονομικές διαχειρίσεις του Πολεμικού Ναυτικού, πλαστών αποδείξεων διαμονής σε ξενοδοχεία, τις οποίες κατάρτισαν κατά τον ίδιο τρόπο με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή σε φύλλα χάρτου Α4 (ιδίου μεγέθους) και σχεδόν όλοι με την ίδια γραμματοσειρά. Η κατάρτιση των πιο πάνω πλαστών αποδείξεων δεν ήταν για τον κατηγορούμενο (αλλά και για τους υπόλοιπους συγκατηγορουμένους του που, ενήργησαν με πανομοιότυπο τρόπο), δύσκολη υπόθεση έστω και εάν δεν εγνώριζε την τοπική διάλεκτο, όπως ισχυρίζεται στην απολογία του, αφού αρκούσε η αντιγραφή όλων των εγγραφών μιας γνήσιας απόδειξης ενός υπαρκτού ξενοδοχείου της περιοχής, την οποία με οποιοδήποτε νόμιμο ή παράνομο τρόπο θα μπορούσε να αποκτήσει κάποιος εκ των εμπλεκομένων Ελλήνων στρατιωτικών. Η κατάρτιση δε τέτοιων (πλαστών) αποδείξεων τείνει να γίνει μάστιγα τα τελευταία χρόνια - από τότε που άρχισαν με πολύ μεγάλη συχνότητα να λαμβάνουν μέρος Έλληνες στρατιωτικοί σε αποστολές του εξωτερικού - αν κρίνει κανείς και από άλλες όμοιες υποθέσεις που απασχόλησαν τα στρατιωτικά δικαστήρια. Σ' αυτό βεβαίως συνέβαλε τα μέγιστα η ανάπτυξη της τεχνολογίας (Ηλεκτρονικών Υπολογιστών), σε σημείο που σχεδόν ο καθένας να μπορεί να κατασκευάσει από κάποια γνήσια (πρωτότυπη) απόδειξη ξενοδοχείου, μία πλαστή με σαφώς υψηλότερο αντίτιμο για την ημερήσια χρέωση (του ξενοδοχείου). Πράγματι καμμία από τις αποδείξεις (πλαστές) που συγκέντρωσε η ανάκριση, δεν αναγράφει χρηματικό ποσό ίσο με αυτό που τα ξενοδοχεία της περιοχής πράγματι κοστολογούσαν το δωμάτιο ανά διανυκτέρευση, αλλά κατά πολύ μεγαλύτερο από διπλάσιο έως και πενταπλάσιο. Κατόπιν των προαναφερθέντων, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου στην απολογία του, ότι επειδή οι πλαστές αποδείξεις είναι συντεταγμένες στη γιουγκοσλαβική γλώσσα, είναι αδύνατο να τις κατάρτισε αυτός, λόγω αγνοίας της συγκεκριμένης γλώσσας, όχι μόνο εμφανίζεται αβάσιμος, αφού ο μόνος που είχε συμφέρον στη σύνταξη τους ήταν ο ίδιος αλλά αναιρείται και από την απλή ανάγνωση αυτών, όπου κάτω ακριβώς από τα γιουγκοσλαβικά, αναγράφονται όλα τα στοιχεία των επίδικων αποδείξεων και στην αγγλική γλώσσα, η γνώση της οποίας, ήταν απαραίτητο στοιχείο για τη συμμετοχή τους στις αποστολές των παρατηρητών της EUMM. Με τη συμπεριφορά του αυτή ο κατηγορούμενος παραπλανώντας τα αρμόδια οικονομικά όργανα, επιτύγχανεν την καταβολή σ' αυτόν των αναγραφομένων στις αποδείξεις χρηματικών ποσών. Ο εκκαλών, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι, προέβη σε τμηματική εκκαθάριση των δαπανών ημερήσιας αποζημίωσης και εξόδων διαμονής του, οι δαπάνες δε αυτές υποβλήθηκαν μέσω ΓΕΝ/Ε4 με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής (ΧΕΠ) στο ελεγκτικό υπηρεσιακό όργανο του Πολεμικού Ναυτικού, δηλ. το ΓΕΝ/ΟΕΠΝ/ΑΕΔ για έλεγχο και στη συνέχεια προώθηση στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σημειώνεται ότι τα χρήματα που καταβάλλονται σταδιακά στον μετακινούμενο απορρέουν από κάποιο ΧΕΠ, το οποίο παραμένει ανοικτό μέχρι να συμπληρωθούν τα δικαιολογητικά που αντιστοιχούν στο χρηματικό ποσό ανοίγματος του και το οποίο όταν <<εξαντληθεί>>, υποβάλλεται στο ΓΕΝ/ΟΕΠΝ/ΔΕΔ και ανοίγει άλλο ΧΕΠ από το ΓΕΝ/Ε4. Στον πίνακα που επισυνάπτεται στο αυτό 15-5-2006 έγγραφο της Υπηρεσίας του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΣ) προς τον Ανακριτή του Ναυτοδικείου Πειραιώς, εμφαίνονται (ανά όνομα κατηγορουμένου) όλα τα ΧΕΠ που απεστάλησαν στο ΕΣ για έλεγχο, τα δικαιολογητικά των οποίων έχουν πολτοποιηθεί σύμφωνα με σχετική απόφαση της Ολομέλειας του ΕΣ, εκτός των υπ' αριθμ, 418/2002, 3566/2002 και 597/2002, τα οποία δεν έχουν ελεγχθεί ακόμη. Ειδικότερα ο εκκαλών (Χ), ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, τοποθετήθηκε ως παρατηρητής στις περιοχές .... και .... της ..., κατάρτισε και προσκόμισε στη Γ' Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, τις παρακάτω αποδείξεις διαμονής σε ξενοδοχεία, εισπράττοντας με την προαναφερθείσα διαδικασία τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά ως δαπάνες διαμονής. Κατά το από 15-12-2002 έως 16-7-2004 χρονικό διάστημα, φέρεται ότι διέμεινε από 15-12-02 έως και 31-12-03 σε ξενοδοχείο ονόματι "...." περιοχής ...., αρχικώς έναντι 170 ευρώ τη διανυκτέρευση (βλ. τις συνημμένες στη δικογραφία αποδείξεις), εν συνεχεία όμως το ποσό μειώθηκε στα 150 ευρώ ανά διανυκτέρευση (βλ. τις λοιπές αποδείξεις του ιδίου ξενοδοχείου από 1-7-03 έως 31-12-03, με διαφορετικό όμως χρώμα στο λογότυπο της επιχείρησης). Επίσης κατά το από 1-1-04 έως 30-4-04 χρονικό διάστημα, ότι διέμεινε στο ξενοδοχείο ....., της πόλεως ...., έναντι του ποσού των 150 ευρώ ανά διανυκτέρευση. Συνολικώς δε προσεκόμισε 17 πλαστά έγγραφα που έμοιαζαν με αποδείξεις-τιμολόγια των προαναφερθέντων ξενοδοχείων συνολικού ποσού 79.410 ευρώ. Όπως προέκυψε όμως από τα με ημερομηνίες 1-6-2006 και 6-6-2006 έγγραφα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Σαράγεβο προς τον Ανακριτή του Ναυτοδικείου που ενήργησε την κυρία ανάκριση, ξενοδοχείο με την ονομασία ... δεν εντοπίσθηκε στην περιοχή του ...... Τα τηλέφωνα επικοινωνίας που υπήρχαν επάνω στις αποδείξεις δεν αντιστοιχούν σε συνδρομητές, το ξενοδοχείο δεν είναι καταχωρημένο στον ισχύοντα τηλεφωνικό κατάλογο της περιοχής, αλλά ούτε και στην κατάσταση των ξενοδοχείων-εταιρειών που τηρεί το Επιμελητήριο. Αναφορικά με το ξενοδοχείο ...., προέκυψε ότι είναι μεν υπαρκτό αλλά λειτουργούσε σε άλλη διεύθυνση (.....) από αυτή που αναγράφεται στις αποδείξεις. Πρόσφατα δε λειτουργεί στη διεύθυνση που εμφανίζεται στις αποδείξεις (.....).
Συνεπώς οι αποδείξεις που αναφέρονται σε διανυκτερεύσεις του κατηγορουμένου για το από 1-1-2004 έως 30-4-2004 χρονικό διάστημα, η διεύθυνση του ξενοδοχείου ήταν ......). Επίσης ο λογότυπος που εμφανίζεται στις αποδείξεις που προσεκόμισε ο κατηγορούμενος στις οικονομικές υπηρεσίες του Ναυτικού είναι διαφορετικός από τον πραγματικό, ο αριθμός του τηλεφώνου αντιστοιχεί στο τμήμα μάρκετινγκ και όχι στον αριθμό του τηλεφωνικού κέντρου του ξενοδοχείου, η σφραγίδα επάνω στις αποδείξεις δεν είναι αυτή που χρησιμοποιεί το ξενοδοχείο και το κυριότερο η διανυκτέρευση χρεώνεται στον πελάτη 30 ευρώ και όχι 150 ευρώ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, τοποθετήθηκε ως προελέχθη ως παρατηρητής (μέλος της ελληνικής αποστολής) της EUMM στη ...., πάλαι ποτέ μιας από τις Δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας και ειδικότερα στις πόλεις .... και ...., για το χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 16-7-2004. Προ δε της αναχωρήσεώς του κατά την παγίως τηρούμενη πρακτική, προκαταβλήθηκε σ' αυτόν ποσό (προκαταβολή) δύο με τριών μηνών, που περιελάμβανε την ημερήσια αποζημίωση για το χρονικό αυτό διάστημα και προκαταβολή δαπάνης ξενοδοχείου που αντιστοιχούσε σε 150 ευρώ ημερησίως. Το πιο πάνω ποσό δεν καθοριζόταν με κάποια διαταγή αλλά με βάση τιμολόγια ξενοδοχείων από άλλες αποστολές και προκειμένου βέβαια οι Έλληνες παρατηρητές να μη βρεθούν με λίγα χρήματα σε ένα κατ' εξοχήν αφιλόξενο περιβάλλον. Στον κατηγορούμενο, όπως προαναφέρθηκε, παρασχέθηκε κατάλυμα από την EUMM για το χρονικό διάστημα από 15 Δεκ. 2002 έως 30 Απρ. 2004, στα οποία αυτός φαίνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι διέμενε καθ' όλοαυτό το χρονικό διάστημα καταβάλλοντος περίπου 8 ευρώ την διανυκτέρευση. Βεβαίως παρείχετο η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να διαμείνει, αναγνωριζομένων των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως και με γνώμονα την ασφάλεια του, και σε ξενοδοχείο τριών αστέρων αντί των καταλυμάτων της EUMM, αλλά σύμφωνα με το νόμο και σε ξενοδοχεία ανώτερης κατηγορίας (τεσσάρων αστέρων),. Άλλωστε η κατηγορία που βαρύνει τον κατηγορούμενο δεν είναι γιατί επέλεξε να μείνει σε ξενοδοχείο αντί του καταλύματος (πιο φθηνού) της EUMM, αλλά γιατί ενώ δεν διέμενε σε ξενοδοχεία εν τούτοις κατήρτισε πλαστές αποδείξεις διαμονής του σ' αυτά και μάλιστα με πανάκριβο για τα δεδομένα της χώρας αυτής, ημερήσιο κόστος (150-170 ευρώ). Ο κατηγορούμενος, όπως και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, δεν αρνήθηκε ότι του παραχωρήθηκε κατάλυμα αλλά το αξιολόγησε ως χώρο εργασίας στον οποίο ξεκουραζόταν μόνο τις μεσημβρινές ώρες χωρίς να διανυκτερεύει σ' αυτό. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος αναπαυόταν μόνο στα καταλύματα αυτά και στη συνέχεια διανυκτέρευε σε δωμάτια ξενοδοχείων. Με δεδομένο λοιπόν ότι όλα τα μέλη των αποστολών, μπορούσαν για λόγους ασφάλειας να κάνουν χρήση του δικαιώματος που τους παρείχε ο νόμος και να διαμένουν σε ξενοδοχεία, αφού μάλιστα οι δαπάνες διαμονής σ' αυτά καταβάλλονταν χωρίς την παραμικρή κράτηση με μόνη την προσκόμιση στην Γ' χρηματική διαχείριση της Δ/ΓΕΝ υπεύθυνης δήλωσης και τιμολογίου- αποδείξεως του ξενοδοχείου, χωρίς ουσιαστικά να τίθεται περιορισμός ως προς το ύψος του ποσού της διανυκτερεύσεως, ο κατηγορούμενος με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή όταν ερχόταν περιοδικά στην Ελλάδα, κατήρτισε έντυπα αποδείξεων στη σλαβική γλώσσα που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τα ξενοδοχεία ....., περιοχής .... και ....., περιοχής .... τα οποία έφεραν λογότυπα (διακριτικό γνώρισμα) και σφραγίδα ξενοδοχείου, ανέγραφαν επωνυμία, έδρα, τηλέφωνο και τηλεομοιότυπο (FAX) της επιχείρησης καθώς και ημερομηνία έκδοσης, αριθμό δωματίου και αριθμό αποδείξεως, χρονικό διάστημα παραμονής του πελάτη, ως τιμή διανυκτερεύσεως το ποσό των 150 ή 170 ευρώ, τελική τιμή οφειλομένου ποσού και υπογραφή επί της σφραγίδος. Σημειωτέον ότι η έλλειψη υπογραφής στις αποδείξεις του ξενοδοχείου ....., δεν αναιρεί την ιδιότητα τους ως εγγράφων, καθόσον η φερόμενη ως εκδότρια ξενοδοχειακή επιχείρηση "....", εξατομικεύεται πλήρως εφ' όσον στα έγγραφα έχουν τεθεί όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι εξεδόθησαν από το παραπάνω ξενοδοχείο και να παραπλανήσουν τα αρμόδια οικονομικά όργανα ως προς της γνησιότητα τους, δηλαδή λογότυπος, επωνυμία, διεύθυνση της έδρας και τηλέφωνο. Εξάλλου η θέση υπογραφής επί ενός εγγράφου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την υπαγωγή αυτού στην έννοια των άρθρων 13 περ. γ' και 216 ΠΚ εφόσον εξατομικεύεται επαρκώς και δίδεται η δυνατότητα απόδοσης του περιεχομένου του σε ορισμένο πρόσωπο που είναι ο εκδότης του. Μόνο όταν το πρόσωπο του εκδότη δεν μπορεί να προκύψει από άλλα στοιχεία η θέση της υπογραφής επί του γραπτού αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Στις αποδείξεις που φέρονται ως εκδοθείσες από ξενοδοχείο ονόματι ....., ο εκκαλών έθεσε υπογραφή, κατ' απομίμηση της υπογραφής του δήθεν αρμοδίου για την είσπραξη των χρηματικών ποσών και λογικό είναι να μη υπογράψει επ' αυτών με τη δική του υπογραφή, η οποία θα ήταν εύκολα αναγνωρίσιμη και θα τον καθιστούσε αυτόματα ύποπτο πλαστογραφίας. Γνωρίζοντας λοιπόν ο κατηγορούμενος ότι κατά την ακολουθούμενη μέχρι τώρα πρακτική, δεν θα περιεκόπτετο η δαπάνη διαμονής σε ξενοδοχεία από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εάν αυτή (δαπάνη) αποδεικνυόταν βάσει νομιμοφανών αποδείξεων που μπορούσαν να παραπλανήσουν κάθε καλόπιστο οικονομικό όργανο, που θα συναλλασσόταν μαζί του, δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό ανά διανυκτέρευση δεν υπερέβαινε τα 150 ή 170 ευρώ, που ισόποσο του εχορηγείτο ως προκαταβολή, υπέβαλε στη Γ' Διαχείριση επιμελητείας Δ/ΓΕΝ, τις εν λόγω πλαστές αποδείξεις, οι οποίες λόγω της αληθοφάνειας τους δημιούργησαν στα όργανα της επιμελητείας παραπλανητική εικόνα ως προς το ότι εν λόγω πλαστές αποδείξεις αφ' ενός μεν προέρχονταν από υπαρκτά ξενοδοχεία, αφετέρου δε ότι ο αναγραφόμενος στις παραπάνω πλαστές αποδείξεις κατηγορούμενος διέμεινε πράγματι στα ξενοδοχεία αυτά και κατέβαλε τα σημειούμενα χρηματικά ποσά , ενώ κάτι τέτοιο φυσικά δεν συνέβαινε. Ετσι λόγω της πλάνης που σκοπίμως δημιούργησε στα οικονομικά όργανα ο κατηγορούμενος, θεωρήθηκαν οι αποδείξεις ως γνήσιες (αληθινές), πείστηκαν αυτοί ότι πράγματι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εκταμίευσης των εκάστοτε ζητουμένων ή συμψηφισμού με τις προκαταβολές ποσών που είχε λάβει και έτσι τα ενέκριναν ως δαπάνη, κατέβαλαν στον κατηγορούμενο τα ποσά αυτά με βλάβη του ελληνικού δημοσίου και στη συνέχεια υπέβαλαν τα δικαιολογητικά της δαπάνης για περαιτέρω ενέργειες (τελικό έλεγχο και τακτοποίηση των ΧΕΠ) στην υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με τη μέθοδο αυτή ο εκκαλών ενσωμάτωσε παράνομα στην προσωπική του περιουσία ποσά, τα οποία ουδέποτε κατέβαλε ως έξοδα διαμονής. Ειδικότερα ο εκκαλών με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή) σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες κείμενες όμως εντός του από 1-1-03 μέχρι 20-7-04 χρονικού διαστήματος προέβη στην εξ υπαρχής κατάρτιση 17 εντύπων αποδείξεων ξενοδοχείων της αλλοδαπής και δη 1) την υπ' αριθμ. 1879 από 1 Ιαν. 2003, για χρονικό διάστημα παραμονής από 15-12-02 έως 31-12-02 και για ποσό 2890,00 πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... της πόλης ..... 2) την υπ' αριθ. 98 από 1 Φεβ. 2003 χρονικό διάστημα παραμονής από 1-1-03 έως 31-1-03 και για όσό 5270,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... πόλης ....., 3) την υπ' αρ. 183 από 1 Mαρ.. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-2-03 έως 28-2-03 και για ποσό 4760,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... πόλης ....., 4) την υπ' αρ. 321 από 1 Απρ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-3-03 έως 31-1-03 και για ποσό 5270,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ...., 5) την υπ' αρ. 405 από 1 Μαϊ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-4-03 έως 30-4-03 και για ποσό 5100,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... πόλης ....., 6) την υπ' αρ. 567 από 1 Ιούν. 2003 για το χρονικό διάστημα παραμονής από 1-5-03 έως 31^5-03 και για ποσό 5270,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ....., 7) την υπ' αρ. 7.24 από 1 Ιουλ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-6-03 έως 30-6-03 και για ποσό 5100,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... πόλης ...., 8) την υπ' αρ. 892 από 1 Αυγ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-7-03 έως 31-7-03 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ...., 9) την υπ' αρ. 1130 από 1 Σεπ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-8-03 έως 31-8-03 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ....., 10) την υπ' αρ. 1325 από 1 Οκτ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-9-03 έως 30-9-03 και για ποσό 4500,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ...., 11) την υπ' αρ. 1494 από 1 Νοε. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-10-03 έως 31-10-03 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... πόλης ...., 12) την υπ' αρ. 1663 από 1 Δεκ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-11-03 έως 30-11-03 και για ποσό 4500,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... πόλης ..., 13) την υπ' αρ. 1841 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-12-03 έως 31-12-03 από 1 Ιαν. 2004 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... πόλης ...., 14) την υπ' αρ. 75, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-1-04 έως 31-1-04 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... περιοχής ...., 15) την υπ' αρ. 89, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-2-04 έως 29-2-04 και για ποσό 4350,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... περιοχής ....., 16) την υπ' αριθ. 101, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-3-04 έως 31-3-04 και για ποσό 4650,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... περιοχής ...., 17) την υπ' αρ. 117, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-4-04 έως 30-4-04 και για ποσό 4500,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... περιοχής ..... Δηλαδή για συνολικό ποσό 79.410 ευρώ. Τις έτσι καταρτισθείσες (πλαστές) αποδείξεις υπέβαλε ο εφεσείων εξακολουθητικώς σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες κείμενες πάντως εντός του από 1-1-03 μέχρι 20-7-2004 χρονικού διαστήματος στην αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού (Γ' Διαχείριση Επιμελητείας της Δ/ΓΕΝ), για τμηματική εκκαθάριση των εξόδων διαμονής του σε ξενοδοχεία της αλλοδαπής, στα οποία είχε δήθεν διαμείνει ως παρατηρητής της EUMM, παραπλανώντας τις υπηρεσίες αυτές, αφού οι εν λόγω αποδείξεις ήταν πλαστές, καταρτισθείσες από τον ίδιο με τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και έτσι με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τους έπεισε να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά συνολικού ύψους 79.410 ευρώ, τα οποία εισέπραξε χωρίς να τα δικαιούται με ισόποση οικονομική βλάβη του ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις του αυτές, το παραπάνω Αναθεωρητικό Δικαστήριο, έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσία την υπ' αριθ. 47/2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 210/2006 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Ναυτοδικείου Πειραιά και επικύρωσε το βούλευμα τούτο. Με αυτά που δέχθηκε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα του πρόταση του παρ'αυτώ εισαγγελέα ,σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους οδηγήθηκε στην κρίση το Αναθεωρητικό Δικαστήριο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3α' και 386 παρ.1 και 3β' ΠΚ , όπως τα δύο τελευταία άρθρα αντικ. με το άρθρο 14 του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και απέρριψε έτσι κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος. Να αναφερθεί δε ότι τον πρώτο λόγο αναίρεσης, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, στηρίζει ο αναιρεσείων στην παράλειψη αναγραφής των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν τα αδικήματα για τα οποία παραπέμπεται να δικασθεί αυτός. Η παράλειψη όμως αυτή ως λόγος αναιρέσεως δεν προβλέπεται πλέον μετά την τροποποίηση του άρθρου 484 ΚΠΔ, με το άρθρο 42 του ν. 3160/2003. Είναι επομένως αβάσιμοι και απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης και πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω : Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ' αριθ. 4/11-5-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθ. 5/2007 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 -7-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων των αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν η το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση
του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε
από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 216 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν.2721/1999, "Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ)". Προς τούτοις, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 216 παρ. 1 και 3 και 386 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και της απάτης συρρέουν αληθώς και κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, γιατί κάθε μία από τις εν λόγω πράξεις είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως πλαστογραφίας. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή η μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 5/2007 βούλευμά του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια πιο πάνω πρόταση αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών, που ήταν Υποπλοίαρχος (ΠΤ) του Πολεμικού Ναυτικού, τοποθετήθηκε για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών σε ειρηνευτικές αποστολές στρατιωτικών παρατηρητών της πρώην ECMM (European Community Monitoring Mission) και της διαδόχου της EUMM (European Union Monitoring Mission) στη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, αρχικώς στην περιοχή .... και ακολούθως στην περιοχή της ...., για το χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 16-7-2004. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 22 του Ν.2685/99 και τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους, (βλ. ιδίως την Φ.453.1/20/2004/Σ 2136/12-8-04/ ΓΕΝ/Β3 προς Δ/ΒΟΤ), οι συμμετέχοντες σε αποστολές παρατηρητών της EUMM Έλληνες στρατιωτικοί, λαμβάνουν έξοδα μετακινήσεως, ημερήσια αποζημίωση εξωτερικού και έξοδα διαμονής ξενοδοχείου, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσονται. Έτσι οι στρατιωτικοί με βαθμούς Ανθυποπλοιάρχου και Υποπλοιάρχου, όπως και ο εκκαλών, εντάσσονται στις κατηγορίες ιιι και ιν του άρθρου 4 και δικαιολογείται γι' αυτούς διαμονή σε ξενοδοχεία τριών (3) αστέρων. Στη δεύτερη, όμως, παράγραφο του άρθρου 22 (Ν.2685/99), αναφέρεται ότι "προκειμένου περί μετακινήσεων σε χώρες στις οποίες επικρατούν ειδικές συνθήκες διαβίωσης, επιτρέπεται η διανυκτέρευση σε ξενοδοχεία κατηγορίας ανώτερης από εκείνη που δικαιούται ο μετακινούμενος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις". Τα έξοδα διαμονής σε ξενοδοχεία (δαπάνες διανυκτερεύσεως) καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας που μεταβαίνει ο μετακινούμενος, όταν αυτό εντάσσεται στην κατηγορία των σταθερών ισοτιμιών, αλλιώς σε ΕΥΡΩ, (βλ. ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, Αριθμ. Πρωτ. 2/54866/0022/20-7-99). Η δικαιολόγηση της δαπάνης ξενοδοχείου γίνεται βάσει αποδείξεων, (βλ. Φ. 843/2/288543/6-2-01 και Φ. 843/5/2899969/Σ. 1630/27-3-01 ΓΕΣ/ΔΝΣΗ Οικονομικού/ 3Β), ενώ όπου είναι διαθέσιμα καταλύματα (οικίες ή διαμερίσματα) στις εγκαταστάσεις της EUMM, πρέπει αυτά να χρησιμοποιούνται από τους στρατιωτικούς της αποστολής, οι οποίοι θα πρέπει να καταβάλλουν στην EUMM, για τη χρήση της κρεβατοκάμαρας και των συναφών εγκαταστάσεων, το ποσό των 8 ΕΥΡΩ ανά διανυκτέρευση (μέχρι 31-5-04, οπότε καθιερώθηκε σταθερή τιμή 250 ΕΥΡΩ το μήνα). Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο κατάλυμα στις λειτουργικές εγκαταστάσεις της EUMM, οι στρατιωτικοί είναι υπεύθυνοι για την ενοικίαση και πληρωμή του καταλύματός τους. Συνήθως παρέχεται κατάλυμα σε όλες τις τοποθεσίες των μονάδων και στα γραφεία της αποστολής/περιφερειακά γραφεία, εάν αυτό υπαγορεύεται από τις συνθήκες ασφαλείας, (βλ. το από 24-3-2006 έγγραφο του Προϊσταμένου Προσωπικού του Στρατηγείου της EUMM).
Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την πάγια τακτική εκκαθαρίσεως των δαπανών μετακινήσεως των στρατιωτικών και ειδικότερα των ανηκόντων στο Πολεμικό Ναυτικό, που μεταβαίνουν σε ειρηνευτικές αποστολές, οι τελευταίοι, προ της αναχωρήσεως τους, προσκομίζουν στην Γ' Χρηματική Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, τη διαταγή συμμετοχής τους στις ειρηνευτικές αποστολές και το φύλλο πορείας τους και λαμβάνουν σε μετρητά, ως προκαταβολή, χρηματικό ποσό δύο έως τριών μηνών, το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αποζημίωση που δικαιούνται για το χρονικό αυτό διάστημα και επιπλέον προκαταβολή για τις δαπάνες διαμονής τους σε ξενοδοχείο. Στη συνέχεια κάνοντας χρήση της κανονικής τους αδείας, έρχονται στην Ελλάδα (ανά χρονικά διαστήματα διαρκείας δύο με τριών μηνών περίπου) και εμφανιζόμενοι στην αρμόδια Γ' Χρηματική Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, προσκομίζουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, δηλ. τις αποδείξεις των ξενοδοχείων, στα οποία είχαν διαμείνει, και υπεύθυνη δήλωση για την κατηγορία των ξενοδοχείων, προβαίνοντας κάθε φορά σε οικονομική εκκαθάριση του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει στη χώρα τοποθετήσεως τους και λαμβάνοντας νέα προκαταβολή αποζημίωσης και δαπάνης ξενοδοχείων για το επόμενο διάστημα κοκ. Η πιο πάνω διαδικασία ακολουθείται μέχρι τον οριστικό επαναπατρισμό τους, οπότε γίνεται η τελική εκκαθάριση, (βλ. την από 3-6-2004 μαρτυρική κατάθεση του Οικονομικού Αξ/κού Υποπλοιάρχου.....).
Περί το μήνα Δεκέμβριο του 2002, περιήλθε στην Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών, ανώνυμη επιστολή, η οποία ανέφερε, ότι αξιωματικοί και των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι τοποθετούνταν ως παρατηρητές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Αλβανία και στις πρώην Επαρχίες της Γιουγκοσλαβίας (Κροατία, Βοσνία, Σκόπια, Κοσσυφοπέδιο), ενώ διέμεναν σε οικίες ή άλλου είδους ενδιαιτήσεις που τους παραχωρούσε η EUMM, αντί συμβολικού τιμήματος (200-250 ΕΥΡΩ το μήνα), επιστρέφοντας στην Ελλάδα εμφάνιζαν στις αρμόδιες οικονομικές διαχειρίσεις, πλαστές αποδείξεις διαμονής σε ανύπαρκτα πολυτελή ξενοδοχεία των ως άνω περιοχών, με κόστος ανά διανυκτέρευση που κυμαινόταν από 150 έως 200 ευρώ. Κατ' αυτόν δε τον τρόπο εξαπατούσαν τις οικονομικές διαχειρίσεις και εισέπρατταν υπερβολικά ποσά. Η πιο πάνω επιστολή απετέλεσε το έναυσμα για εισαγγελική έρευνα σχετικά με τις πιο πάνω συμπεριφορές και επεκτάθηκε και στους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος μολονότι, όπως προκύπτει από το από 24-3-06 έγγραφο του προϊσταμένου προσωπικού του Στρατηγείου της EUMM, διέμεινε σε κατάλυμα που του παραχωρήθηκε έναντι 8 ευρώ η διανυκτέρευση, για όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αποστολή (δηλαδή από 15-12-2002 έως 16-7-2004), αρχικά από 15-12-02 έως 19-12-02 στο Ελληνικό Γραφείο Προσωπικού που εδρεύει εντός του κτηρίου της EUMM (Greek Delegation Office) αλλά και στη συνέχεια ως ομάδες από 19-12-02 έως 15-3-04 στο .... και από 15-3-01 έως 16-7-04 στην ..., προσκόμισε στη Γ' Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ αποδείξεις διαμονής του σε ξενοδοχεία των πόλεων ... και .... και μάλιστα για χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 30-4-2004, για ίδιο διάστημα, δηλαδή, κατά το οποίο εφέρετο ότι διέμενε σε καταλύματα της EUMM. Οι πιο πάνω προσκομισθείσες αποδείξεις, όμως, ήταν πλαστές, γιατί δεν προέρχονταν από ξενοδοχεία είτε γιατί τα τελευταία ήταν ανύπαρκτα, είτε αν υπήρχαν, ο κατηγορούμενος δεν είχε διαμείνει σε αυτά, αλλά και στην περίπτωση που είχε τυχόν διαμείνει, η διανυκτέρευση κόστιζε το πολύ μέχρι 30 ευρώ, αντί των 170 και 150 ευρώ που εμφανίζονταν στις αποδείξεις.
Επισημαίνεται ότι εκτός από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εφεσίβαλε το βούλευμα, επειδή οι πράξεις του διώκονται σε βαθμό κακουργήματος, συμπαραπέμπονται μαζί του και άλλοι 6 κατηγορούμενοι στρατιωτικοί του Πολεμικού Ναυτικού για τις ίδιες, σε βαθμό πλημμελήματος, όμως, πράξεις και πιο συγκεκριμένα για υποβολή στις οικονομικές διαχειρίσεις του Πολεμικού Ναυτικού, πλαστών αποδείξεων διαμονής σε ξενοδοχεία, τις οποίες κατάρτισαν κατά τον ίδιο τρόπο με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή σε φύλλα χάρτου Α4 (ιδίου μεγέθους) και σχεδόν όλοι με την ίδια γραμματοσειρά. Η κατάρτιση των πιο πάνω πλαστών αποδείξεων δεν ήταν για τον κατηγορούμενο (αλλά και για τους υπόλοιπους συγκατηγορουμένους του, που, ενήργησαν με πανομοιότυπο τρόπο), δύσκολη υπόθεση, έστω και εάν δεν εγνώριζε την τοπική διάλεκτο, όπως ισχυρίζεται στην απολογία του, αφού αρκούσε η αντιγραφή όλων των εγγραφών μιας γνήσιας απόδειξης ενός υπαρκτού ξενοδοχείου της περιοχής, την οποία με οποιοδήποτε νόμιμο ή παράνομο τρόπο θα μπορούσε να αποκτήσει κάποιος εκ των εμπλεκομένων Ελλήνων στρατιωτικών. Η κατάρτιση δε τέτοιων (πλαστών) αποδείξεων τείνει να γίνει μάστιγα τα τελευταία χρόνια - από τότε που άρχισαν με πολύ μεγάλη συχνότητα να λαμβάνουν μέρος Έλληνες στρατιωτικοί σε αποστολές του εξωτερικού - αν κρίνει κανείς και από άλλες όμοιες υποθέσεις που απασχόλησαν τα στρατιωτικά δικαστήρια. Σ' αυτό βεβαίως συνέβαλε τα μέγιστα η ανάπτυξη της τεχνολογίας (Ηλεκτρονικών Υπολογιστών), σε σημείο που σχεδόν ο καθένας να μπορεί να κατασκευάσει από κάποια γνήσια (πρωτότυπη) απόδειξη ξενοδοχείου, μία πλαστή με σαφώς υψηλότερο αντίτιμο για την ημερήσια χρέωση (του ξενοδοχείου). Πράγματι καμμία από τις αποδείξεις (πλαστές), που συγκέντρωσε η ανάκριση, δεν αναγράφει χρηματικό ποσό ίσο με αυτό που τα ξενοδοχεία της περιοχής πράγματι κοστολογούσαν το δωμάτιο ανά διανυκτέρευση, αλλά κατά πολύ μεγαλύτερο από διπλάσιο έως και πενταπλάσιο. Κατόπιν των προαναφερθέντων, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου στην απολογία του, ότι επειδή οι πλαστές αποδείξεις είναι συντεταγμένες στη γιουγκοσλαβική γλώσσα, είναι αδύνατο να τις κατάρτισε αυτός, λόγω αγνοίας της συγκεκριμένης γλώσσας, όχι μόνο εμφανίζεται αβάσιμος, αφού ο μόνος που είχε συμφέρον στη σύνταξη τους ήταν ο ίδιος αλλά αναιρείται και από την απλή ανάγνωση αυτών, όπου κάτω ακριβώς από τα γιουγκοσλαβικά, αναγράφονται όλα τα στοιχεία των επίδικων αποδείξεων και στην αγγλική γλώσσα, η γνώση της οποίας, ήταν απαραίτητο στοιχείο για τη συμμετοχή τους στις αποστολές των παρατηρητών της EUMM. Με τη συμπεριφορά του αυτή ο κατηγορούμενος, παραπλανώντας τα αρμόδια οικονομικά όργανα, επιτύγχανεν την καταβολή σ' αυτόν των αναγραφομένων στις αποδείξεις χρηματικών ποσών. Ο εκκαλών, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι, προέβη σε τμηματική εκκαθάριση των δαπανών ημερήσιας αποζημίωσης και εξόδων διαμονής του, οι δαπάνες δε αυτές υποβλήθηκαν μέσω ΓΕΝ/Ε4 με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής (ΧΕΠ) στο ελεγκτικό υπηρεσιακό όργανο του Πολεμικού Ναυτικού, δηλ. το ΓΕΝ/ΟΕΠΝ/ΑΕΔ για έλεγχο και στη συνέχεια προώθηση στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σημειώνεται ότι τα χρήματα που καταβάλλονται σταδιακά στον μετακινούμενο απορρέουν από κάποιο ΧΕΠ, το οποίο παραμένει ανοικτό μέχρι να συμπληρωθούν τα δικαιολογητικά που αντιστοιχούν στο χρηματικό ποσό ανοίγματος του και το οποίο όταν "εξαντληθεί", υποβάλλεται στο ΓΕΝ/ΟΕΠΝ/ΔΕΔ και ανοίγει άλλο ΧΕΠ από το ΓΕΝ/Ε4. Στον πίνακα που επισυνάπτεται στο από 15-5-2006 έγγραφο της Υπηρεσίας του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΣ) προς τον Ανακριτή του Ναυτοδικείου Πειραιώς, εμφαίνονται (ανά όνομα κατηγορουμένου) όλα τα ΧΕΠ που απεστάλησαν στο ΕΣ για έλεγχο, τα δικαιολογητικά των οποίων έχουν πολτοποιηθεί σύμφωνα με σχετική απόφαση της Ολομέλειας του ΕΣ, εκτός των υπ' αριθμ, 418/2002, 3566/2002 και 597/2002, τα οποία δεν έχουν ελεγχθεί ακόμη. Ειδικότερα, ο εκκαλών (Χ), ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, τοποθετήθηκε ως παρατηρητής στις περιοχές .... και .... της ...., κατάρτισε και προσκόμισε στη Γ' Διαχείριση της Δ/ΓΕΝ, τις παρακάτω αποδείξεις διαμονής σε ξενοδοχεία, εισπράττοντας με την προαναφερθείσα διαδικασία τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά ως δαπάνες διαμονής. Κατά το από 15-12-2002 έως 16-7-2004 χρονικό διάστημα, φέρεται ότι διέμεινε από 15-12-02 έως και 31-12-03 σε ξενοδοχείο ονόματι "...." περιοχής ...., αρχικώς έναντι 170 ευρώ τη διανυκτέρευση (βλ. τις συνημμένες στη δικογραφία αποδείξεις), εν συνεχεία όμως το ποσό μειώθηκε στα 150 ευρώ ανά διανυκτέρευση (βλ. τις λοιπές αποδείξεις του ιδίου ξενοδοχείου από 1-7-03 έως 31-12-03, με διαφορετικό όμως χρώμα στο λογότυπο της επιχείρησης). Επίσης, κατά το από 1-1-04 έως 30-4-04 χρονικό διάστημα, φέρεται ότι διέμεινε στο ξενοδοχείο ...., της πόλεως ....., έναντι του ποσού των 150 ευρώ ανά διανυκτέρευση. Συνολικώς δε προσεκόμισε 17 πλαστά έγγραφα που έμοιαζαν με αποδείξεις-τιμολόγια των προαναφερθέντων ξενοδοχείων συνολικού ποσού 79.410 ευρώ.
Όπως προέκυψε, όμως, από τα με ημερομηνίες 1-6-2006 και 6-6-2006 έγγραφα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Σαράγεβο προς τον Ανακριτή του Ναυτοδικείου που ενήργησε την κυρία ανάκριση, ξενοδοχείο με την ονομασία .... δεν εντοπίσθηκε στην περιοχή του ..... Τα τηλέφωνα επικοινωνίας που υπήρχαν επάνω στις αποδείξεις δεν αντιστοιχούν σε συνδρομητές, το ξενοδοχείο δεν είναι καταχωρημένο στον ισχύοντα τηλεφωνικό κατάλογο της περιοχής, αλλά ούτε και στην κατάσταση των ξενοδοχείων-εταιρειών που τηρεί το Επιμελητήριο. Αναφορικά με το ξενοδοχείο ....., προέκυψε ότι είναι μεν υπαρκτό αλλά λειτουργούσε σε άλλη διεύθυνση (...) από αυτή που αναγράφεται στις αποδείξεις. Πρόσφατα δε λειτουργεί στη διεύθυνση που εμφανίζεται στις αποδείξεις (....).
Συνεπώς οι αποδείξεις που αναφέρονται σε διανυκτερεύσεις του κατηγορουμένου για το από 1-1-2004 έως 30-4-2004 χρονικό διάστημα, η διεύθυνση του ξενοδοχείου ήταν ....). Επίσης ο λογότυπος που εμφανίζεται στις αποδείξεις που προσεκόμισε ο κατηγορούμενος στις οικονομικές υπηρεσίες του Ναυτικού είναι διαφορετικός από τον πραγματικό, ο αριθμός του τηλεφώνου αντιστοιχεί στο τμήμα μάρκετινγκ και όχι στον αριθμό του τηλεφωνικού κέντρου του ξενοδοχείου, η σφραγίδα επάνω στις αποδείξεις δεν είναι αυτή που χρησιμοποιεί το ξενοδοχείο και το κυριότερο η διανυκτέρευση χρεώνεται στον πελάτη 30 ευρώ και όχι 150 ευρώ". Περαιτέρω, στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εισαγγελική πρόταση, στην οποία τούτο εξολοκλήρου, κατά τα ανωτέρω, αναφέρεται, εκτίθενται ότι προέκυψαν από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος, τοποθετήθηκε, ως προελέχθη, ως παρατηρητής (μέλος της ελληνικής αποστολής) της EUMM στη ...., πάλαι ποτέ μιας από τις Δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας και ειδικότερα στις πόλεις ... και ....., για το χρονικό διάστημα από 15-12-2002 έως 16-7-2004. Προ δε της αναχωρήσεώς του κατά την παγίως τηρούμενη πρακτική, προκαταβλήθηκε σ' αυτόν ποσό (προκαταβολή) δύο με τριών μηνών, που περιελάμβανε την ημερήσια αποζημίωση για το χρονικό αυτό διάστημα και προκαταβολή δαπάνης ξενοδοχείου που αντιστοιχούσε σε 150 ευρώ ημερησίως. Το πιο πάνω ποσό δεν καθοριζόταν με κάποια διαταγή αλλά με βάση τιμολόγια ξενοδοχείων από άλλες αποστολές και προκειμένου βέβαια οι Έλληνες παρατηρητές να μη βρεθούν με λίγα χρήματα σε ένα κατ' εξοχήν αφιλόξενο περιβάλλον. Στον κατηγορούμενο, όπως προαναφέρθηκε, παρασχέθηκε κατάλυμα από την EUMM για το χρονικό διάστημα από 15 Δεκ. 2002 έως 30 Απρ. 2004, στα οποία αυτός φαίνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι διέμενε καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα καταβάλλοντος περίπου 8 ευρώ την διανυκτέρευση. Βεβαίως παρείχετο η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να διαμείνει, αναγνωριζομένων των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως και με γνώμονα την ασφάλεια του, και σε ξενοδοχείο τριών αστέρων αντί των καταλυμάτων της EUMM, αλλά σύμφωνα με το νόμο και σε ξενοδοχεία ανώτερης κατηγορίας (τεσσάρων αστέρων). Άλλωστε. η κατηγορία που βαρύνει τον κατηγορούμενο δεν είναι γιατί επέλεξε να μείνει σε ξενοδοχείο αντί του καταλύματος (πιο φθηνού) της EUMM, αλλά γιατί, ενώ δεν διέμενε σε ξενοδοχεία, εν τούτοις κατήρτισε πλαστές αποδείξεις διαμονής του σ' αυτά και μάλιστα με πανάκριβο για τα δεδομένα της χώρας αυτής, ημερήσιο κόστος (150-170 ευρώ). Ο κατηγορούμενος, όπως και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, δεν αρνήθηκε ότι του παραχωρήθηκε κατάλυμα αλλά το αξιολόγησε ως χώρο εργασίας στον οποίο ξεκουραζόταν μόνο τις μεσημβρινές ώρες χωρίς να διανυκτερεύει σ' αυτό. Από κανένα, όμως, στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος αναπαυόταν μόνο στα καταλύματα αυτά και στη συνέχεια διανυκτέρευε σε δωμάτια ξενοδοχείων. Με δεδομένο λοιπόν ότι όλα τα μέλη των αποστολών, μπορούσαν για λόγους ασφάλειας να κάνουν χρήση του δικαιώματος που τους παρείχε ο νόμος και να διαμένουν σε ξενοδοχεία, αφού μάλιστα οι δαπάνες διαμονής σ' αυτά καταβάλλονταν χωρίς την παραμικρή κράτηση με μόνη την προσκόμιση στην Γ' χρηματική διαχείριση της Δ/ΓΕΝ υπεύθυνης δήλωσης και τιμολογίου - αποδείξεως του ξενοδοχείου, χωρίς ουσιαστικά να τίθεται περιορισμός ως προς το ύψος του ποσού της διανυκτερεύσεως, ο κατηγορούμενος με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή, όταν ερχόταν περιοδικά στην Ελλάδα, κατήρτισε έντυπα αποδείξεων στη σλαβική γλώσσα που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τα ξενοδοχεία ...., περιοχής .... και ...., περιοχής ... τα οποία έφεραν λογότυπα (διακριτικό γνώρισμα) και σφραγίδα ξενοδοχείου, ανέγραφαν επωνυμία, έδρα, τηλέφωνο και τηλεομοιότυπο (FAX) της επιχείρησης καθώς και ημερομηνία έκδοσης, αριθμό δωματίου και αριθμό αποδείξεως, χρονικό διάστημα παραμονής του πελάτη, ως τιμή διανυκτερεύσεως το ποσό των 150 ή 170 ευρώ, τελική τιμή οφειλομένου ποσού και υπογραφή επί της σφραγίδος. Σημειωτέον ότι η έλλειψη υπογραφής στις αποδείξεις του ξενοδοχείου ...., δεν αναιρεί την ιδιότητα τους ως εγγράφων, καθόσον η φερόμενη ως εκδότρια ξενοδοχειακή επιχείρηση "....", εξατομικεύεται πλήρως, εφ' όσον στα έγγραφα έχουν τεθεί όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι εξεδόθησαν από το παραπάνω ξενοδοχείο και να παραπλανήσουν τα αρμόδια οικονομικά όργανα ως προς της γνησιότητα τους, δηλαδή λογότυπος, επωνυμία, διεύθυνση της έδρας και τηλέφωνο.
Εξάλλου, η θέση υπογραφής επί ενός εγγράφου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την υπαγωγή αυτού στην έννοια των άρθρων 13 περ. γ' και 216 ΠΚ. εφόσον εξατομικεύεται επαρκώς και δίδεται η δυνατότητα απόδοσης του περιεχομένου του σε ορισμένο πρόσωπο, που είναι ο εκδότης του. Μόνο όταν το πρόσωπο του εκδότη δεν μπορεί να προκύψει από άλλα στοιχεία η θέση της υπογραφής επί του γραπτού αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Στις αποδείξεις που φέρονται ως εκδοθείσες από ξενοδοχείο ονόματι ....., ο εκκαλών έθεσε υπογραφή, κατ' απομίμηση της υπογραφής του δήθεν αρμοδίου για την είσπραξη των χρηματικών ποσών και λογικό είναι να μη υπογράψει επ' αυτών με τη δική του υπογραφή, η οποία θα ήταν εύκολα αναγνωρίσιμη και θα τον καθιστούσε αυτόματα ύποπτο πλαστογραφίας. Γνωρίζοντας λοιπόν ο κατηγορούμενος ότι κατά την ακολουθούμενη μέχρι τώρα πρακτική, δεν θα περιεκόπτετο η δαπάνη διαμονής σε ξενοδοχεία από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εάν αυτή (δαπάνη) αποδεικνυόταν βάσει νομιμοφανών αποδείξεων που μπορούσαν να παραπλανήσουν κάθε καλόπιστο οικονομικό όργανο, που θα συναλλασσόταν μαζί του, δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό ανά διανυκτέρευση δεν υπερέβαινε τα 150 ή 170 ευρώ, που ισόποσο του εχορηγείτο ως προκαταβολή, υπέβαλε στη Γ' Διαχείριση επιμελητείας Δ/ΓΕΝ, τις εν λόγω πλαστές αποδείξεις, οι οποίες λόγω της αληθοφάνειάς τους δημιούργησαν στα όργανα της επιμελητείας παραπλανητική εικόνα ως προς το ότι εν λόγω πλαστές αποδείξεις αφ' ενός μεν προέρχονταν από υπαρκτά ξενοδοχεία, αφετέρου δε ότι ο αναγραφόμενος στις παραπάνω πλαστές αποδείξεις κατηγορούμενος διέμεινε πράγματι στα ξενοδοχεία αυτά και κατέβαλε τα σημειούμενα χρηματικά ποσά, ενώ κάτι τέτοιο φυσικά δεν συνέβαινε. Έτσι λόγω της πλάνης που σκοπίμως δημιούργησε στα οικονομικά όργανα ο κατηγορούμενος, θεωρήθηκαν οι αποδείξεις ως γνήσιες (αληθινές), πείστηκαν αυτοί ότι πράγματι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εκταμίευσης των εκάστοτε ζητουμένων ή συμψηφισμού με τις προκαταβολές ποσών που είχε λάβει και έτσι τα ενέκριναν ως δαπάνη, κατέβαλαν στον κατηγορούμενο τα ποσά αυτά με βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια υπέβαλαν τα δικαιολογητικά της δαπάνης για περαιτέρω ενέργειες (τελικό έλεγχο και τακτοποίηση των ΧΕΠ) στην υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με τη μέθοδο αυτή ο εκκαλών ενσωμάτωσε παράνομα στην προσωπική του περιουσία ποσά, τα οποία ουδέποτε κατέβαλε ως έξοδα διαμονής. Ειδικότερα ο εκκαλών με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή) σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κείμενες, όμως, εντός του από 1-1-03 μέχρι 20-7-04 χρονικού διαστήματος προέβη στην εξ υπαρχής κατάρτιση 17 εντύπων αποδείξεων ξενοδοχείων της αλλοδαπής και δη 1) της υπ' αριθμ. 1879 από 1 Ιαν. 2003, για χρονικό διάστημα παραμονής από 15-12-02 έως 31-12-02 και για ποσό 2.890,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ...., 2) της υπ' αριθ. 98 από 1 Φεβ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-1-03 έως 31-1-03 και για ποσό 5.270,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... της πόλης ....., 3) της υπ' αρ. 183 από 1 Mαρ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-2-03 έως 28-2-03 και για ποσό 4.760,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... πόλης ...., 4) της υπ' αρ. 321 από 1 Απρ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-3-03 έως 31-1-03 και για ποσό 5.270,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ...., 5) της υπ' αρ. 405 από 1 Μαϊ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-4-03 έως 30-4-03 και για ποσό 5.100,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ...., 6) της υπ' αρ. 567 από 1 Ιούν. 2003 για το χρονικό διάστημα παραμονής από 1-5-03 έως 31-5-03 και για ποσό 5.270,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ...., 7) της υπ' αρ. 7.24 από 1 Ιουλ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-6-03 έως 30-6-03 και για ποσό 5.100,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... της πόλης ..., 8) της υπ' αρ. 892 από 1 Αυγ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-7-03 έως 31-7-03 και για ποσό 4.650,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ....., 9) της υπ' αρ. 1130 από 1 Σεπ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-8-03 έως 31-8-03 και για ποσό 4.650, 00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... της πόλης ...., 10) της υπ' αρ. 1325 από 1 Οκτ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-9-03 έως 30-9-03 και για ποσό 4.500,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... της πόλης ....., 11) της υπ' αρ. 1494 από 1 Νοε. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-10-03 έως 31-10-03 και για ποσό 4.650,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... της πόλης ...., 12) της υπ' αρ. 1663 από 1 Δεκ. 2003 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-11-03 έως 30-11-03 και για ποσό 4.500,00 ευρώ πλαστή απόδειξη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ...., 13) της υπ' αρ. 1841 για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-12-03 έως 31-12-03 από 1 Ιαν. 2004 και για ποσό 4.650,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... της πόλης ....., 14) της υπ' αρ. 75, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-1-04 έως 31-1-04 και για ποσό 4.650,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ..... περιοχής ....., 15) της υπ' αρ. 89, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-2-04 έως 29-2-04 και για ποσό 4.350,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... περιοχής ...., 16) της υπ' αριθ. 101, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-3-04 έως 31-3-04 και για ποσό 4650, 00 ευρώ πλαστής απόδειξςη ξενοδοχείου υπό την επωνυμία .... περιοχής ...., 17) της υπ' αρ. 117, για χρονικό διάστημα παραμονής από 1-4-04 έως 30-4-04 και για ποσό 4.500,00 ευρώ πλαστής απόδειξης ξενοδοχείου υπό την επωνυμία ... περιοχής ..... Δηλαδή για συνολικό ποσό 79.410,00 ευρώ. Τις έτσι καταρτισθείσες (πλαστές) αποδείξεις υπέβαλε ο εφεσείων εξακολουθητικώς σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κείμενες πάντως εντός του από 1-1-03 μέχρι 20-7-2004 χρονικού διαστήματος στην αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού (Γ' Διαχείριση Επιμελητείας της Δ/ΓΕΝ), για τμηματική εκκαθάριση των εξόδων διαμονής του σε ξενοδοχεία της αλλοδαπής, στα οποία είχε δήθεν διαμείνει ως παρατηρητής της EUMM, παραπλανώντας τις υπηρεσίες αυτές, αφού οι εν λόγω αποδείξεις ήταν πλαστές, καταρτισθείσες από τον ίδιο με τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή, και έτσι με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τους έπεισε να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, συνολικού ύψους 79.410,00 ευρώ, τα οποία εισέπραξε χωρίς να τα δικαιούται με ισόποση οικονομική βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Αναθεωρητικό Δικαστήριο έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 5/2007 βούλευμά του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ των αποδιδομένων σ'αυτόν πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον προσπορισμό στον εαυτό του περιουσιακού οφέλους, με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης, από την οποία η προξενηθείσα περιουσιακή ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ γι' αυτό δε το λόγο απέρριψε την απ' αυτόν ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 210/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Ναυτοδικείου Πειραιώς έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, που συρρέουν αληθώς, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος (με επιτρεπτή, όπως προαναφέρθηκε, αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), τα οποία το Αναθεωρητικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος με σαφήνεια και πληρότητα ότι ο αναιρεσείων, που ήταν Υποπλοίαρχος (ΠΤ) του Πολεμικού Ναυτικού, τοποθετήθηκε ως παρατηρητής (μέλος της ελληνικής αποστολής) της EUMM στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη και ειδικότερα στις πόλεις .... και .... για το χρονικό διάστημα από 15.12.2002 έως 16.7.2004. Ότι σύμφωνα με το προβλεπόμενα στις αναφερόμενες διατάξεις του ν.2685/1999 και τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους, οι συμμετέχοντες σε αποστολές παρατηρητών της EUMM Έλληνες στρατιωτικοί λαμβάνουν έξοδα μετακινήσεως, ημερήσια αποζημίωση εξωτερικού και έξοδα διαμονής ξενοδοχείου, ανάλογα με την κατηγορία, στην οποία εντάσσονται. Έτσι οι στρατιωτικοί με βαθμούς Ανθυποπλοιάρχου και Υποπλοιάρχου, όπως και ο αναιρεσείων, εντάσσονται στις αναφερόμενες κατηγορίες του άρθρου 4 και δικαιολογείται γι' αυτούς διαμονή σε ξενοδοχεία τριών (3) αστέρων, μάλιστα δε στο άρθρο 22 παρ. 2 του άνω ν.2685/1999 αναφέρεται ότι "προκειμένου περί μετακινήσεων σε χώρες, στις οποίες επικρατούν ειδικές συνθήκες διαβίωσης, επιτρέπεται η διανυκτέρευση σε ξενοδοχεία κατηγορίας ανώτερης από εκείνη που δικαιούται ο μετακινούμενος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις". Ότι η δικαιολόγηση της δαπάνης ξενοδοχείου γίνεται βάσει αποδείξεων, ενώ, όπου είναι διαθέσιμα καταλύματα (οικίες ή διαμερίσματα) στις εγκαταστάσεις της EUMM, πρέπει αυτά να χρησιμοποιούνται από τους στρατιωτικούς της αποστολής, οι οποίοι θα πρέπει να καταβάλλουν στην EUMM, για τη χρήση της κρεβατοκάμαρας και των συναφών εγκαταστάσεων, το ποσό των 8 ευρώ ανά διανυκτέρευση (μέχρι 31.5.2004), οπότε καθιερώθηκε σταθερή τιμή 250 ευρώ το μήνα). Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμα κατάλυμα στις λειτουργικές εγκαταστάσεις της EUMM, οι στρατιωτικοί είναι υπεύθυνοι για την ενοικίαση και πληρωμή του καταλύματός τους, στη συνέχεια δε περιγράφεται αναλυτικά η πάγια τακτική εκκαθαρίσεως των δαπανών μετακινήσεως των στρατιωτικών, και ειδικότερα εκείνων που ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό και μεταβαίνουν σε ειρηνευτικές αποστολές. Ότι ο αναιρεσείων, μολονότι διέμεινε σε κατάλυμα που του παραχωρήθηκε έναντι 8 ευρώ η διανυκτέρευση, για όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αποστολή (δηλαδή από 15.12.2002 έως 16.7.2004), προέβη, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κείμενες, όμως, εντός του από 1.1.2003 μέχρι 20.7.2004 χρονικού διαστήματος, στην εξ υπαρχής κατάρτιση των λεπτομερώς αναφερομένων 17 πλαστών εντύπων αποδείξεων διαμονής του σε ξενοδοχεία της αλλοδαπής, τις οποίες υπέβαλε αυτός στη συνέχεια, και δη μέσα στο άνω χρονικό διάστημα, στην αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού (Γ' Διαχείριση Επιμελητείας της Δ/ΓΕΝ) για τμηματική εκκαθάριση των εξόδων διαμονής του στα άνω ξενοδοχεία, στα οποία είχε δήθεν διαμείνει ως παρατηρητής της EUMM, ενώ κάτι τέτοιο φυσικά, κατά τα ανωτέρω, δεν συνέβη, παραπλανώντας με αυτόν τον τρόπο τις άνω υπηρεσίες, αφού οι εν λόγω αποδείξεις ήταν πλαστές, έτσι δε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών τις έπεισε να του καταβάλουν τα αναφερόμενα στις επίμαχες αποδείξεις ποσά, συνολικού ύψους 79.410 ευρώ, τα οποία εισέπραξε, χωρίς να τα δικαιούται, με ισόποση οικονομική βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ούτε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ούτε και στο παραπεμπτικό υπ' αριθ. 210/2006 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Ναυτοδικείου Πειραιώς αναφέρονται τα άρθρα του ΠΚ, που προβλέπουν τα εγκλήματα, για τα οποία παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί, ανεξαρτήτως του ότι η παράλειψη αναγραφής στο βούλευμα των σχετικών άρθρων του ΠΚ δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος αναιρέσεως μετά την τροποποίηση του άρθρου 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ από το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.3160/2003, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, αναφέρονται στο σκεπτικό του οι προμνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ.1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' ΠΚ. Τέλος, και η περί απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, αιτίαση του αναιρεσείοντος για το λόγο ότι τόσο το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, όσο και το επικυρωθέν απ' αυτό πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, έλαβον υπόψη τους τις φερόμενες ως πλαστές πιο πάνω 17 έντυπες αποδείξεις ξενοδοχείων της αλλοδαπής, στις οποίες στήριξαν τις σε βάρος του κατηγορίες, χωρίς, όμως, να λάβουν υπόψη τους ότι αυτές έχουν συνταχθεί στη γιουγκοσλαβική γλώσσα και δεν έχουν μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα, την οποία (πρώτη γλώσσα) δεν γνωρίζει αυτός, αλλά προφανώς δεν γνώριζαν ούτε οι εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές, ούτε και το Δικαστικό Συμβούλιο, που εξέδωσε το βούλευμα εις βάρος του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού το περιεχόμενο των επίμαχων πιο πάνω αποδείξεων συμπεριλαμβάνεται στα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω εγκλημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, που περιγράφονται στο κατηγορητήριο και στη συνέχεια στο διατακτικό του παραπεμπτικού (πρωτόδικου) βουλεύματος. 'Αλλωστε δε, σύμφωνα με τις παραδοχές του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος, το περιεχόμενο των ανωτέρω φερομένων ως πλαστών 17 έντυπων αποδείξεων ξενοδοχείων της αλλοδαπής προκύπτει από τα άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Αναθεωρητικό Δικαστήριο για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 5/2007 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου Υποπλοιάρχου του Πολεμικού Ναυτικού στο Πενταμελές Ναυτοδικείο Πειραιώς για να δικαστεί: α) για κακουργηματική πλαστογραφία (216 παρ. παρ. 1 και 3 εδ. α΄ ΠΚ) και β) για κακουργηματική απάτη (386 παρ. παρ. 1 και 3 εδ. β΄ ΠΚ). Το προσβαλλόμενο βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και έτσι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Απορριπτέα, επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί μη αναφοράς στο βούλευμα των σχετικών άρθρων του ΠΚ, αφού, ανεξαρτήτως του ότι η παράλειψη αυτή δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος αναιρέσεως μετά την τροποποίηση του άρθρου 484 παρ. 1 ΚΠΔ από το άρθρο 42 ν. 3160/03, εν προκειμένω στο σκεπτικό του επικυρωθέντος από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος μνημονεύονται τα άνω σχετικά άρθρα του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 568/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αποστολίδη, περί αναιρέσεως της 428/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2012/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αριθμό 428/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς που δίκασε ως εφετείο, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν ο καθένας σε ποινή φυλάκισης (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέων. Προς θεμελίωση του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι δυο πρώτοι από τους αναιρεσείοντες επικαλούνται: α) ότι ουδεμία σχέση συνδέει αυτούς με τον τραυματισμό του παθόντος ανηλίκου, προσέτι δε ότι "ουδείς εκ των μαρτύρων ούτε και ο ίδιος ο παθών ισχυρίσθηκε ότι εμείς δώσαμε την εντολή να εργασθεί στο μηχάνημα", β) ότι και ο Εισαγγελεύς της έδρας του Δικαστηρίου, πρότεινε την ενοχή μόνο ενός εκ των κατηγορουμένων (Χ3) και την απαλλαγή των δυο πρώτων, γ) όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρος ....., ο οποίος είναι ο Γενικός Προϊστάμενος της επιχειρήσεώς μας, "... σαφώς κατέθεσε ότι στον παθόντα δεν εδόθη εντολή από αυτόν ...". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (άρθρο. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμό 428/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα τους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη - απορρίπτει αίτηση(σχετ. η ΑΠ 2240/2007).
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 565/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φραγκίσκο Ραγκούση και Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 518/10-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 110/4-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ....., οδ. ..... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το παραπάνω βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1 και τον μη ασκήσαντα αναίρεση Χ2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ο πρώτος τούτων για προμήθεια και εμπορία όπλου με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτον για διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993) και ο δεύτερος για κακουργηματική εκβίαση κατ'επάγγελμα τελεσθείσα και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση και για παράνομη οπλοφορία, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών και άλλων για εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2928/2001 και το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 3064/2002). Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 28-5-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 4-6-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, Γεωργίας Αράπου, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 110/4-6-2008 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού αυτό ήταν απαλλακτικό για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ και περιέχει παραπεμπτικές διατάξεις για συναφή εγκλήματα και έτσι δεν κατέστη αμετάκλητο (ΑΠ 402/2004 Π.ΧΡ. ΝΕ, 134) και παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 "Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων" η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, διαβιβάζεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο Εισαγγελέας Εφετών στην περίπτωση αυτή μετά την τυπική περάτωση της κύριας ανάκριση, εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, οφείλει να εισαγάγει τη δικογραφία στο Συμβούλιο Εφετών με σχετική πρότασή του επί της ουσίας της υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών είναι στην περίπτωση αυτή το μόνο αρμόδιο να κηρύξει την ουσιαστική περάτωση της κυρίας ανάκρισης αποφαινόμενο με βούλευμά του για το σύνολο των κατηγοριών (και συναφών εγκλημάτων) όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, που αφορούν την κατηγορία για παράβαση του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠοινΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την πράξη του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ για την οποία έγινε η ανάκριση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 και του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου του Χ2 για την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ) και παρέπεμψε αυτούς για τα συναφή εγκλήματα της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993 (αναιρεσείοντα) της κακουργηματικής εκβίασης κατ'επάγγελμα τελεσθείσας και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση και της παράνομης οπλοφορίας (Χ2), για τα οποία προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. 'Ετσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, δεν υπερέβη την εξουσία του, δηλαδή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 2168/93, τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εκτός των άλλων περιπτώσεων, η εμπορία και η προμήθεια του όπλου για να θεωρηθεί διακεκριμένη και να τιμωρηθεί ως κακούργημα πρέπει να γίνεται με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα ενυπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, την από 31-1-2008 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχίατρου- Ψυχοθεραπευτή ....., σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 28-10-2007 και περί ώρα 05.30' ο μάρτυρας Α αντιλήφθηκε τον πρώτο εκ των κατηγορουμένων Χ2 έξω από το κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία ".....", που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της Λεωφόρου ....., αρ. ... και στο οποίο είναι συνιδιοκτήτης με τους Β και Γ, να κινείται αρχικά πεζός και στη συνέχεια οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SUZUKI VITARA, χρώματος λευκού. Κατά το παρελθόν, έχοντας δεχθεί απειλές από αγνώστους προς το πρόσωπο του, θεώρησε τον κατηγορούμενο ύποπτο και αποφάσισε να τον ακολουθήσει με το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW, ιδιοκτησίας της Γ, συνοδευόμενος από τον αδελφό του Δ. Αφού τον εντόπισε σε δρόμο πλησίον του ως άνω καταστήματος, κινήθηκε αντίθετα προς το ρεύμα πορείας αυτού, με αποτέλεσμα να τον σταματήσει, και στη συνέχεια σταθμεύοντας δίπλα του τον πλησίασε για να του μιλήσει. Τότε ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κάνει μία απότομη κίνηση μέσα από το μπουφάν του, πλην όμως ο ανωτέρω μάρτυρας αμέσως τον έπιασε και την στιγμή εκείνη του έπεσε ένα πιστόλι, μάρκας CRVENA ZASTAVA-Cal. 7,65 mm Mod 70, με αριθμό στελέχους ....., αριθμό κλείστρου ..... και ένα γεμιστήρα που περιείχε επτά φυσίγγια, διαμετρήματος 7,65 mm. Στην συνέχεια, παρουσία του ετέρου συνιδιοκτήτη του καταστήματος Β και των δύο αδερφών του Δ και Ε, τον ρώτησε τι ήρθε να κάνει εκεί και ποιος τον έστειλε. Ούτος (κατηγορούμενος) απήντησε ότι είχε μεταβεί στο σημείο εκείνο, έχοντας μαζί του το εν λόγω πιστόλι, με σκοπό να τον σκοτώσει και ότι εντολείς του για την δολοφονία αυτή ήσαν οι συγκατηγορούμενοί του ΣΤ και Ζ, που ο τελευταίος (Ζ) "δουλεύει" για τον ΣΤ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο συγκατηγορούμενός του Χρήστος Ρήγας του είχε υποδείξει και το σχέδιο διαφυγής μετά την τέλεση του εγκλήματος και σαν αμοιβή του είχε υποσχεθεί το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ, από τα οποία τα μισά είχε ήδη πάρει ο ίδιος (Ζ), ενώ τα άλλα μισά θα του τα έδινε μετά την δολοφονία. Κατόπιν τούτου ειδοποιήθηκε η αστυνομία, όπου στο πιο πάνω σημείο μετέβησαν αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Ν. Σμύρνης και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο Χ2, ενώ κατασχέθηκε το παραπάνω πιστόλι με οκτώ φυσίγγια. Σε έρευνα που επακολούθησε από την αστυνομία στο πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε, βρέθηκαν ένα γκλοπ, χρώματος κόκκινου, με μαύρη λαβή, ένας ελβετικός σουγιάς και ένα πτυσσόμενο γκλοπ, τα οποία, μαζί με το πιο πάνω αναφερόμενο πιστόλι, έφερε χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος απολογούμενος την 28-10-2007 στην Δ/νση Ασφαλείας Αττικής ισχυρίσθηκε εκτός των προαναφερομένων ότι καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου Ζ έκανε εισπράξεις επ' ονόματι του, "για παροχή προστασίας, από διάφορα καταστήματα και συγκεκριμένα από το "....." στην ....., το "....." στην οδό ....., το "....." στου .....,το "....." στη Λ. ....., και το ".....", στου ..... . Πριν από το Πάσχα του έτους 2007 μετέβη δύο φορές σε INTERNET CAFE στην πλατεία ..... και με την απειλή πιστολιού εξανάγκασε τον ιδιοκτήτη Η, γνωστό με το ψευδώνυμο ".....", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.500,00 ευρώ, τα οποία έδωσε στον κατηγορούμενο Ζ. Την ίδια περίοδο πήγε στο κατάστημα με την επωνυμία "....." στην ..... και απείλησε με όπλο τον τραγουδιστή Θ, προκειμένου να του καταβάλει χρήματα για παροχή προστασίας, πλην όμως ούτος δεν ενέδωσε στον εκβιασμό. Το ίδιο χρονικό διάστημα απειλούσε αρχικά τηλεφωνικώς και εν συνεχεία δια ζώσης με την απειλή όπλου την Ι, που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων "....." στην Λ. ....., ώστε να του δώσει το χρηματικό ποσό των 5.900,00 ευρώ, που χρωστούσε, από μία ακάλυπτη επιταγή που υποτίθεται ότι είχε κυκλοφορήσει απ'αυτή, πλην όμως δεν ενέδωσε στον εκβιασμό. Κατά το αυτό χρονικό διάστημα μετέβη στα καταστήματα με τις επωνυμίες "....." στους ....., "..... " στη ....., "....." στην πλατεία ..... και "....." στον ..... και με την απειλή βίας ζήτησε να καταβάλουν χρήματα για παροχή προστασίας, πλην όμως δεν ενέδωσαν στον εκβιασμό. Πριν από τα Χριστούγεννα του έτους 2006 εργάσθηκε, κατ' εντολή του συγκατηγορουμένου του Z, ως συνοδός σε έναν επιχειρηματία ονόματι K, αγνώστων λοιπόν στοιχείων, τον οποίο, ενώ συνόδευσε σε εργοστάσιο με δερμάτινα είδη στην περιοχή του ....., προκειμένου να εισπράξει με βία χρήματα, που όπως ισχυριζόταν του χρωστούσαν, πυροβόλησε άσκοπα τέσσερις φορές στον αέρα. Επίσης το καλοκαίρι του έτους 2007 στο ..... κατ' εντολή του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του (Z), αφού έριξε βενζίνη στο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του K, άναψε φωτιά και το έκαψε, επειδή ο πιο πάνω επιχειρηματίας σταμάτησε να τους χρησιμοποιεί για την προστασία του. Τέλος ο παραπάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το πιο πάνω πιστόλι που έφερε μαζί του, το είχε προμηθευτεί δύο ή τρεις ημέρες πριν τη σύλληψή του από τον συγκατηγορούμενό του- αστυνομικό Χ1, έναντι του χρηματικού ποσού των 1.700,00 ευρώ, ενώ τα οκτώ φυσίγγια που βρέθηκαν στην κατοχή του τα προμηθεύτηκε από τον έτερο συγκατηγορούμενο του Z. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας του 22ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών ανακάλεσε την προανακριτική του κατάθεση σχετικά με τις πράξεις της εκβίασης επιχειρηματιών-ιδιοκτητών κέντρων διασκέδασης, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, καθώς και ότι τις εν λόγω πράξεις τις τέλεσε κατόπιν εντολής των συγκατηγορουμένων του ΣΤ και Ζ, ισχυριζόμενος ότι η κατάθεση του αυτή αποτελούσε προϊόν απειλών και ξυλοδαρμού που υπέστη από τους "μπράβους" του Α, που κατόπιν υποδείξεως του ενέπλεξε τους προαναφερόμενους, και επιπλέον ήταν αποτέλεσμα της χρήσεως χαπιών "DEPAKIN", καθόσον πάσχει από επιληψία. Πράγματι, από την έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου-ψυχοθεραπευτή ..... προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική νόσο και συγκεκριμένα από επιληψία εξαιτίας της οποίας έχει επηρεαστεί σημαντικά α) το να αντιληφθεί το άδικο της πράξης και β) το να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Εξ αυτού συνάγεται ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων δεν είχε αρθεί ολοκληρωτικά η μία από τις δύο προαναφερθείσες ικανότητες, ώστε να είναι ανίκανος για καταλογισμό και να τύχει εφαρμογής το άρθρο 34 του ΠΚ.
Από την κατάθεση όμως του μάρτυρος Η ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας προέκυψε ότι την 3-3-2007 και περί ώρα 1.30 π.μ. ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα, ιδιοκτησίας του, με την επωνυμία "ΗΗΗΗΗ", που βρίσκεται Η, και με την απειλή ενός πιστολιού και ενός πτυσσόμενου ελβετικού σουγιά, του είπε: "ποιοί στα παίρνουν; Από σήμερα θα σου τα παίρνω εγώ, και αφού βρίσκομαι σήμερα εδώ δώσε μου για ξεκίνημα ό,τι έχεις επάνω σου". Ο ανωτέρω μάρτυρας φοβούμενος, έβγαλε αμέσως και του έδωσε το χρηματικό ποσό των 1.000,00 ευρώ. Την 12-3-2007 και περί ώρα 12.30 μ.μ. μετέβη και πάλι στο ως άνω κατάστημα, όπου τον περίμενε και αφού έβαλε το πιστόλι στην πλάτη αυτού, του είπε "μπες στο μαγαζί, που είσαι τόσες μέρες που σε ψάχνω, σε παίρνω τηλέφωνο και δεν σε βρίσκω" και στην συνέχεια, αφού τον οδήγησε στο γραφείο του καταστήματος του έβαλε το πιστόλι στο στόμα λέγοντας του : "το κατάλαβες; Αυτή είναι η τελευταία σου στιγμή", ενώ άνοιξε το σακάκι αυτού και πήρε μόνος του το χρηματικό ποσό των 1.500,00 ευρώ. Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2007 έως και την 1-9-2007 τηλεφωνικώς με την απειλή βίας, προς την μάρτυρα Ι, που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων "....." στη Λ. ....., και δη με τις φράσεις "μωρή καριόλα θα πεθάνεις, μωρή πουτάνα πέρασα χθες το βράδυ,. και βρήκα το μούλο τον Πακιστανό αν δεν πάρω τα λεφτά μου εκεί θα γίνει η κηδεία σου, μέσα στο Matrix θα σε γαμήσω καριόλα, εγώ έχω κάνει φυλακή, έχω σκοτώσει άνθρωπο, δε φοβάμαι τίποτα, θέλω μόνο τα λεφτά μου", αλλά και δια ζώσης προς τον βραδινό υπάλληλο του πρατηρίου, δείχνοντας του όπλο, και απειλώντας με τις φράσεις: "θα τη γαμήσουμε, θα τη σκοτώσουμε πείτε της αν δεν πληρώσει αυτά που χρωστάει θα βάλουμε φωτιά στο βενζινάδικο και θα σας σκοτώσουμε όλους μαζί", ζητούσε το χρηματικό ποσό των 5.900,00 ευρώ, σχετικά με κάποια ακάλυπτη επιταγή, η οποία υποτίθεται ότι είχε κυκλοφορήσει από αυτήν. Όμως η πράξη του αυτή της εκβίασης κατ' εξακολούθηση δεν ετελέσθη ουχί οικεία βουλήσει, αλλά εξ εμποδίων εξωτερικών και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν ενέδωσε και δεν του κατέβαλε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό. Η τέλεση των πιο πάνω -πράξεων από τον κατηγορούμενο δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, καθόσον τόσον η μάρτυρας Ι όσον και ο υπάλληλος του πρατηρίου της Λ στις από 7-11-2007 ένορκες καταθέσεις τους στην Ανακρίτρια Αθηνών αναφέρουν ότι ο δράστης, τον οποίο δεν γνωρίζουν, φορούσε πάντα "κασκέτο" στο κεφάλι και κυκλοφορούσε με ένα άσπρο τζιπ "VITARA", χωρίς αριθμούς κυκλοφορίας, πράγμα που ανταποκρίνεται σ'αυτόν (βλ. σχετικές καταθέσεις). Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα προκύψαντα περιστατικά στοιχειοθετούν κατ' ορθό της πράξεως χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας όχι το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κινήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία, αλλά το έγκλημα της απόπειρας (άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ) σε εκβίαση κατ'εξακολούθηση.
Ο κατηγορούμενος δε διαπράττει εκβιάσεις και απόπειρες εκβίασης κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος ως προαναφέρθηκε με τις από 1-11-2007 και 7-11-2007 απολογίες του στην Ανακρίτρια του 22ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών ανακάλεσε την προανακριτική του κατάθεση, όσον αφορά το όπλο που βρέθηκε στην κατοχή του επανέλαβε ότι το είχε αγοράσει από τον συγκατηγορούμενό του-αστυνομικό Χ1, όχι για να προβεί στην εκτέλεση του Α, αλλά για προσωπική του χρήση καθόσον ασκείται στην σκοποβολή από το έτος 1996, πλην όμως δεν μπορούσε να αποκτήσει νόμιμα όπλο. Ο κατηγορούμενος Χ1 αρνείται φυσικά την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία της παράβασης του άρθρου 15 παρ.1 του Ν. 2168/1993, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι οι σε βάρος του ενδείξεις στηρίζονται μόνο στις απολογίες του ανωτέρω κατηγορουμένου, που είναι πρόσωπο αναξιόπιστο, καθώς επίσης η προανακριτική απολογία αυτού συνιστά μεθόδευση των αξιωματικών της Ασφάλειας Αττικής, γιατί στο πρόσφατο παρελθόν είχε μηνύσει και είχε υποβάλει αναφορά σε βάρος του προϊσταμένου του Τμήματος Ανθρωποκτονιών Μ, ισχυρισμός, ο οποίος είναι αστήρικτος και αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν δίδει καμία πειστική απάντηση, αλλά αντιπαρέρχεται σιωπηρά, πως είναι δυνατόν ενώ ο ίδιος ούτε καν γνωρίζει κατ' όψη τον συγκατηγορούμενό του, ούτος (Χ2) να γνωρίζει προσωπικά του στοιχεία και συγκεκριμένα ότι υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίου Παντελεήμονα, ενώ παλιότερα υπηρετούσε στο Τμήμα Διαρρηκτών, οδηγούσε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας "VARADER0" και του είχε δείξει φωτογραφία από το κινητό του, το πιστόλι να είναι δίπλα στο μωρό του.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93 και στη συνέχεια, εν όψει των ενδείξεων αυτών παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ'αυτόν ως άνω πράξη του.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντος να διαθέσει το πιστόλι μάρκας CRVEΝA ZASTAVA-Cal 7, 65 mm, Mod 70, με αριθμό στελέχους ..... και αριθμό κλείστρου ..... στο συγκατηγορούμενό του Χ2 για να διαπράξει αυτός κακούργημα και ειδικότερα στο αιτιολογικό δεν περιλαμβάνει κανένα πραγματικό περιστατικό σχετικά με το σκοπό αυτό, ενώ στο διατακτικό περιορίζεται στην τυπική αναγραφή των στοιχείων του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως και κατ'ουσίαν βασίμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα μόνο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει δεκτή η αριθμ. 110/4-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ....., οδ. ..... κατά του αριθμ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί μόνο ως προς αυτόν το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς την πράξη της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93, για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Χ2, και άλλων 7 κατηγορουμένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις: 1) συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, (άρθρο 187 παρ.1 του Π.Κ), επί πλέον δε, κατά μεν του αναιρεσείοντος και για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2168/1993, και κατά του τελευταίου (Χ2), και για τις πράξεις: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας, β) του εμπρησμού από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, γ) της κακουργηματικής εκβίασης, δ) της παράνομης οπλοφορίας και ε) των άσκοπων πυροβολισμών. Στη συνέχεια διεξήχθη και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του, Χ2, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι των παρακάτω πράξεων και δη τον μεν αναιρεσείοντα για την πράξη της προμήθειας και εμπορίας όπλου με σκοπό τη διάθεσή του σε τρίτο για διάπραξη κακουργήματος, τον δε Χ2 για τις πράξεις της κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση τελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και για παράνομη οπλοφορία.(άρθρα 1,13 περ. στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94, 98, 385 παρ.1 περ. β του Π.Κ, και άρθρα 1 παρ.1, περ.α', δ', 2 περ. γ' και δ', 10 παρ.1, 13α και 15 του ν.2168/1993). Παράλληλα, το ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος όλων των κατηγορουμένων, για την πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης. Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι αμετάκλητο. Άρα, και, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, ο οποίος (αναιρεσείων) εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου συνηγόρου του, και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, η κατ' αυτού (βουλεύματος) ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 110 από 4 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 878/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετακλήτως, στην περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως για το αδίκημα του 187 ΠΚ και όταν ακόμη αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα (σχ. ΑΠ 911/2008, 2194/2007, 2364/2007 και 1966/2006).
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
| 1
|
Αριθμός 564/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 14285/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΓΩ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 671/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την από 14 Ιανουαρίου 2009 έκθεση παραιτήσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος και ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ... με την από 14-1-2009 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του Γεωργίου Ανδρεουλάκου, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί με την από 12-1-2009 εξουσιοδότησή του σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η από 2/2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 11-3-2008 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14285/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
Για τους λόγους αυτούς
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 19 Μαρτίου 2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14285/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης λόγω παραδεκτής παραίτησης απ’ αυτήν.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 2
|
Αριθμός 563/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 199/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 824/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 87.240,39 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 59.148,97 € και β) το ποσό των 21.810,10 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 30.206,98 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 198.406,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2000, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A 8/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 87.240,39€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 59.148,97 € και β) το ποσό των 21.810,10 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 30.206,98€, ήτοι συνολικά το ποσό των 198.406,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και υνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 199/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 561/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 192/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 822/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 95.928,50 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 65.039,52 € και β) το ποσό των 23.982,12 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.215,24 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 218.165,38 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 47/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 95.928,50€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 65.039,52 € και β) το ποσό των 23.982,12 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.215,24 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 218.165,38 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 192/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 562/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 195/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 823/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 82.239,10 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 55.758,10 € και β) το ποσό των 20.559,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 28.475,27 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 187.032,24 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 50/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 82.239,10 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 55.758,10 € και β) το ποσό των 20.559,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 28.475,27 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 187.032,24 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 195/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 560/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 191/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 821/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 122.290,59 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 82.913,02 € και β) το ποσό των 30.572,65 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 42.343,12 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 278.119,38 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 45/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 122.290,59 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 82.913,02 € και β) το ποσό των 30.572,65 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 42.343,12 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 278.119,38 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-11-2004 που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 278.119,38 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχο πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 191/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 558/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 819/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 20.258,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.735,52 € και β) το ποσό των 5.064,72 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.014,64 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 46.073,75 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 30/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 20.258,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.735,52 € και β) το ποσό των 5.064,72 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.014,64 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 46.073,75 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-11-2004 που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 46.073,75 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο κατά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 557/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 193/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 19.512,28 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.229,33 € και β) το ποσό των 4.878,07 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.894,81 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 44.375,81 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 48/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 19.512,28 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.229,33 € και β) το ποσό των 4.878,07 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.894,81 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 44.375,81 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 24 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται επίσης αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 193/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 556/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 817/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 26.112,56 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 17.704,31 € και β) το ποσό των 6.528,14 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.041,47 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 59.386,48 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 34/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 26.112,56 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 17.704,31 € και β) το ποσό των 6.528,14 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.041,47 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 59.386,48 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-11-2004 που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 59.386,48 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο κατά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 555/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 161/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 6.902,21 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 4.679,70 € και β) το ποσό των 1.725,55 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 2.389,89 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.697,35 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A 13/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 6.902,21 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 4.679,70 € και β) το ποσό των 1.725,55 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 2.389,89 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.697,35 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται επίσης αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 161/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
Αριθμός 554/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 159/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 815/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 110.242,28 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 74.744,27 € και β) το ποσό των 27.442,18 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 38.008,8 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 250.438,53 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 15/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 110.242,28 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 74.744,27 € και β) το ποσό των 27.442,18 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 38.008,8 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 250.438,53 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται επίσης αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 159/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
Αριθμός 553/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 160/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 814/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 60.557,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 41.058,24 € και β) το ποσό των 15.139,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20.968,17 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 137.723,75 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 14/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 60.557,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 41.058,24 € και β) το ποσό των 15.139,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20.968,17 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 137.723,75 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται επίσης αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 14-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 160/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 2
|
Αριθμός 552/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια και Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίστηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.333/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη .....
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2.078/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 209/18.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατά το άρθρ. 485 παρ.1 ΚΠΔ την υπ' αρ. 27/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Γ. Κουδρόγλου, δυνάμει της από 29/11/07 εξουσιοδοτήσεώς του, κατά του υπ' αρ. 1333/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: (Ι) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε (α) κατ' ουσία η υπ' αρ. 60/2007 έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 460/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για (1) απάτη κατ' επάγγελμα και με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν τα 15000 Ευρώ, (2) ψευδή ανώμοτη κατάθεση, (3) χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως, απλής και διακεκριμένης κατ' εξακολούθηση και (4) έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 1, 13, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 79, 94 παρ. 1, 98, 220 παρ. 1-2 σε συνδ. με αρ. 216 παρ. 3, 225 παρ. 2 και 386 παρ. 1-3 ΠΚ ως ισχύουν και αρθρ. 79 παρ. 1 και 5 Ν. 5960/1933 ως ισχύει) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα και (β) το αίτημα του ως άνω αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 3/12/2007 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Κουδρόγλου, δυνάμει της από 29/11/07 νόμιμης εξουσιοδότησης, στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 27/2007 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί νομίμως την 23/11/2007 και είναι συνεπώς τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. (
ΙΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α.). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.α.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.α.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.)· Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα- εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού - αρ.87 επ. Συντ. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) -όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις. (
ΙΙΙ) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αναφερομένου σ' αυτό αποδεικτικού υλικού που νομότυπα συγκεντρώθηκε και συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, Χ, γεννηθείς στην .... στις .... και κατοικών στην ..., ασχολούμενος επαγγελματικά, όπως εκθέτει, ως ιδιωτικός υπάλληλος, αλλά και με συμμετοχή σε διάφορες επιχειρήσεις, για το λόγο ότι, επειδή εξελίχθηκαν αρνητικά αυτές οι ενασχολήσεις του και εξαυτού δεν ανταποκρίθηκε στις αναληφθείσες υποχρεώσεις του έναντι των τραπεζών, καταχωρήθηκε στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" και δεν είχε πλέον την δυνατότητα δανειοληπτικών συναλλαγών με αυτές, αποφάσισε με πλήρη συνείδηση και δική του επιλογή να εξαπατήσει τις αρμόδιες αρχές για να συνεχίσει παρανόμως να ασκεί διάφορες δραστηριότητες με πρόσβαση στις τράπεζες. Έτσι χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με το Νομό ..., στις 18-5-2004 εμφανίσθηκε στο Α.Τ. Αμυνταίου και υπέβαλε αίτηση για την έκδοση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας. Προκειμένου δε να μη είναι δυνατή η διερεύνηση της υπάρξεως άλλου δελτίου, δήλωσε αντί των πραγματικών του ως άνω στοιχείων, διαφοροποιημένα ως προς το πατρώνυμο "του ....", ως προς το μητρώνυμο "της ...", ότι γεννήθηκε στη ... στις 17-3-1965 και ότι είναι δημότης του ..... Για την νομιμοφάνεια δε των ενεργειών του, προσεκόμισε και κατέθεσε στην εν λόγω αστυνομική αρχή το φερόμενο με αριθμό πρωτ. .... πιστοποιητικό γεννήσεως του Δημάρχου ...., το οποίο όμως εν γνώσει του ήταν πλαστό, αφού δεν εκδόθηκε από τον αναφερόμενο Δήμο και απεικόνιζε ανύπαρκτο πρόσωπο. Ειδικότερα (α) είχε καταρτισθεί σε έντυπο διαφορετικό των μηχανογραφημένων εγγράφων που χρησιμοποιούσε ο συγκεκριμένος Δήμος, (β) στην αναφερόμενη στο πιστοποιητικό οικογενειακή μερίδα ήταν εγγεγραμμένοι άλλοι δημότες, (γ) το μνημονευόμενο πρόσωπο για το οποίο είχε εκδοθεί δεν υπήρχε στα οικεία δημοτολόγια, (δ) το πιστοποιητικό έφερε υπογραφές ανύπαρκτων υπαλλήλων και (ε) ο τύπος σφραγίδας που χρησιμοποιήθηκε για την σήμανση του εγγράφου δεν ήταν ο χρησιμοποιούμενος από τις υπηρεσίες του Δήμου. Για τις σε βάρος της προδιαληφθείσης αστυνομικής αρχής έκνομες ενέργειες του κατηγορουμένου σχηματίσθηκε σχετική δικογραφία από την Εισαγγελία Φλώρινας. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατέχων την ρηθείσα πλαστή ταυτότητα και έχοντας προσχεδιάσει να διαπράξει παράνομες πράξεις, καλυπτόμενος υπό τα αναφερόμενα ψευδή στοιχεία, κατά μήνα Αύγουστο 2004, εμφανίσθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Α' Δ.Ο.Υ Κατερίνης όπου δηλώνοντας προφορικώς και εγγράφως αυτά, επικαλούμενος προς τούτο και κάνοντας χρήση για τον συγκεκριμένο σκοπό του προαναφερθέντος Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, έκανε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, με αντικείμενο την εμπορία λιπαντικών-ορυκτελαίων, λαμβάνοντας τον Α.Φ.Μ. .... και επαγγελματική διεύθυνση την οδό .... στην πόλη της ..... Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τους υπαλλήλους της ανωτέρω υπηρεσίας, ως προς την πραγματική του ταυτότητα και άρχισε έτσι να δραστηριοποιείται επαγγελματικά. Με τη χρήση αυτών των ψευδών στοιχείων άνοιξε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην Γενική Τράπεζα, από όπου έλαβε στελέχη επιταγών, ενώ με τα πραγματικά του στοιχεία δεν θα είχε αυτή τη δυνατότητα και έτσι συναλλασσόμενος με τρίτους αγόραζε διάφορα προϊόντα για τα οποία εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές, ενώ στη συνέχεια τα μεταπωλούσε αζημίως σε άλλους, προβάλλοντας ψευδή δεδομένα ως προς την ταυτότητα του και την οικονομική του επιφάνεια και εξασφαλίζοντας με αυτήν την μέθοδο, το μεν παράνομα κέρδη, το δε το ακαταδίωκτο σε κάθε περίπτωση, καθόσον δεν θα ήταν δυνατόν να στραφούν εναντίον του. Περί τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου 2005, ο κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων, εμφανίσθηκε στα γραφεία της εδρεύουσας στη .... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που έχει ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ορυκτελαίων και χημικών ειδών. Απευθυνόμενος προς τον υπεύθυνο πωλήσεων αυτής Ζ και προκειμένου να τον πείσει να συναλλαχθεί μαζί του, δήλωσε προς αυτόν τα προπεριγραφέντα ψευδή στοιχεία ταυτότητας, κάνοντας προς τούτο χρήση και επιδεικνύοντας το ως άνω πλαστό δελτίο. Επί πλέον ισχυρίσθηκε ότι είναι μεγαλέμπορος ορυκτελαίων, ότι είναι φερέγγυος και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια που δημιούργησε από την επιχειρηματική δράση του στη ..., ότι τα κέρδη αυτά τα επένδυσε σε διάφορες εταιρείες που κατονόμασε. Επικαλέσθηκε ακόμη και προέβαλε ότι στα πλαίσια αυτής της ενεργοποιήσεώς του, είχε αγοράσει πρόσφατα την αναφερθείσα επιχείρηση εμπορίας λιπαντικών στην ... και ότι επεδίωκε με τις συνεχείς αγορές μεγάλων ποσοτήτων ορυκτελαίων την πραγματοποίηση πολλαπλών συναλλαγών, το τίμημα των οποίων κάλυπτε με σειρά τραπεζικών επιταγών. Αυτές τις επιταγές τις επέδειξε στον ως άνω υπεύθύνο της εταιρίας, ώστε κατόπιν σχετικών ελέγχων μέσω του συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" και των αρχείων του ICAP να διαπιστωθεί η φερεγγυότητα του. Πάντα τα ανωτέρω όμως επικαλούμενα σχετικά με την ταυτότητα του, την οικονομική του επιφάνεια, την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του και τις σχέσεις του με τις τράπεζες, ήταν ψευδή, αφού το εμφανιζόμενο στην πλαστή ταυτότητα και συναλλασσόμενο πρόσωπο ήταν ανύπαρκτο και όλη η μετά την έκδοση αυτής επιχειρησιακή δραστηριότητα του και η απόκτηση των απαιτουμένων προϋποθέσεων, ήταν αποτέλεσμα εξαπατήσεως των αρμοδίων φορολογικών αρχών, των τραπεζών και των λοιπών προσώπων προς τους οποίους απευθύνθηκε. Με την μεθόδευση αυτή την οποία εν γνώσει του ο κατηγορούμενος δολίως εξύφανε, κατέστησε ανέφικτη τη διαπίστωση και την αποκάλυψη των πραγματικών δεδομένων που ίσχυαν για το πρόσωπο του. Ήταν γνωστό ότι ο ίδιος με τα πραγματικά του στοιχεία, ουδεμία αξιοπιστία και φερεγγυότητα διέθετε και είχε ήδη καταχωρηθεί στο ρηθέν σύστημα, την οποία κατάσταση του αν αποκάλυπτε προς τον ανωτέρω υπεύθυνο της εταιρίας, θα ήταν αποτρεπτική οποιασδήποτε συναλλαγής μαζί του. Με την παράσταση όμως των προπεριγραφέντων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ο κατηγορούμενος έπεισε τους εκπροσώπους της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν διαδοχικά σ' αυτόν τα περιγραφόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εμπορεύματα συνολικής αξίας 57.024, 70 ευρώ. Για την πληρωμή μέρους του τιμήματος αυτών των προϊόντων, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε προς την εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", τις αναφερόμενες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, οι οποίες, εν γνώσει του, ήταν ακάλυπτες, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους. Συγκεκριμένα εξέδωσε στην .... α) στις 4-3-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ' αριθ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2005 και ποσού 13.926, 92 ευρώ, β) στις 4-3-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ' αριθ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-6-2005 και ποσού 14.000, 00 ευρώ και γ) στις 15-4-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ' αριθ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-7-2005 και ποσού 12.279, 40 ευρώ. Τις ανωτέρω επιταγές η λήπτρια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου σε άλλες τράπεζες, οι οποίες στη συνέχεια τις εμφάνισαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν, καθόσον εν γνώσει του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αναγραφόμενο λογαριασμό. Έτσι επιστράφηκαν στην εγκαλούσα η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει προς τις εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχους τα ποσά των εν λόγω επιταγών που ανέρχονταν σε 45.440, 41 ευρώ και κατέστη εκ νέου εξ αναγωγής νόμιμη κομίστρια αυτών. Με την παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος έδρασε προσχεδιασμένα και μεθοδικά σε μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανιζόμενος ο ίδιος σε όλες τις διαδοχικές και επανειλημμένες πράξεις του ενώπιον αρχών και προσώπων, καταδεικνύεται ο σκοπός του (η πρόθεσή του) με την τέλεση κατ' αρχήν της πράξεως της κακουργηματικής απάτης, να πορισθεί παράνομα οικονομικά οφέλη. Έτσι οι ενέργειες αυτές συγκροτούν πλήρως το έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα και με συνολικό όφελος και ζημία αντίστοιχα που υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ, ενώ η χρήση και η επίδειξη του προαναφερθέντος πλαστού δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της Α' ΔΟΥ Κατερίνης για την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν συνέχεται άμεσα με την απ' αυτήν άντληση οικονομικού οφέλους, αλλά με την τέλεσή της επεδίωκε τη δημιουργία και διαμόρφωση των προϋποθέσεων για το παράνομο πορισμό περιουσιακής ωφέλειας με τη διάπραξη άλλων αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αποδέχεται την τέλεση των ανωτέρω πράξεων που του αποδίδονται, πλην αναποδείκτως επικαλείται δήθεν ανάμειξη τρίτων προσώπων, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί κατ' ουδέν την απαξία των τελεσθεισών πράξεων εκ μέρους του. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε (βλ. φυλ. 4-6 βουλεύματος) και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου λόγοι αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 1 β' και δ' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε αναιτιολόγητα τα αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ) και προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης από το συνήγορό του, είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εκθέτοντας ότι..."Ο ανωτέρω κατά το στάδιο της ανάκρισης με τη δοθείσα απολογία του και το κατατεθέν σχετικό σημείωμα, αναπτύσσει και αναλύει διεξοδικά τις απόψεις, τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω κατηγορία, τα οποία επίσης εκθέτει στην εξεταζόμενη έφεσή του. Εξάλλου ουδέν νεώτερο ή πρόσθετο στοιχείο αναφέρει ότι μπορεί να προσκομίσει. Κατά συνέπεια δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος... και πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση." αιτιολογημένα απάντησε στο σχετικό νόμιμο αίτημα του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν παραβίασε τα άρθρα 309 παρ. 2 - 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (ΑΠ 1104/95), πέραν του ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται μόνο όταν το αρμόδιο Συμβούλιο δεν απαντά καθόλου στο αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 310/96, ΑΠ 1441/97 κ.α.). Κατ' ακολουθία τούτων, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ' αρ. 27/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου .... κατά του υπ' αρ. 1333/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και (2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29/2/2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλα-νάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3α'του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ). Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Η εν λόγω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως, η οποία συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς της προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (άρθρο 13 στοιχ. στ' Π.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1.333/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης κατ' επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και ανέρχονται σε 45.440,41 ευρώ, καθώς και ως υπαίτιος των εκεί αναφερομένων πλημμελημάτων. Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, αφού απέρριψε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο και επικύρωσε το πρωτόδικο 460/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα εξής: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ, γεννηθείς στη .... στις 21.8.1959 και κατοικών στη ...., ασχολούμενος επαγγελματικά, όπως εκθέτει, ως ιδιωτικός υπάλληλος, αλλά και με συμμετοχή σε διάφορες επιχειρήσεις, για το λόγο ότι, επειδή εξελίχθηκαν αρνητικά αυτές οι ενασχολήσεις του και εξ αυτού δεν ανταποκρίθηκε στις αναληφθείσες υποχρεώσεις του έναντι των τραπεζών, καταχωρήθηκε στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν είχε πλέον την δυνατότητα δανειοληπτικών συναλλαγών με αυτές, αποφάσισε με πλήρη συνείδηση και δική του επιλογή να εξαπατήσει τις αρμόδιες αρχές για να συνεχίσει παρανόμως να ασκεί διάφορες δραστηριότητες με πρόσβαση στις τράπεζες. Έτσι χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με το Νομό ...., στις 18-5-2004 εμφανίσθηκε στο Α.Τ.Αμυνταίου και υπέβαλε αίτηση για την έκδοση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας. Προκειμένου δε να μη είναι δυνατή η διερεύνηση της υπάρξεως άλλου δελτίου, δήλωσε αντί των πραγματικών του ως άνω στοιχείων, διαφοροποιημένα ως προς το πατρώνυμο "του ....", ως προς το μητρώνυμο "της ...", ότι γεννήθηκε στη .... στις ... και ότι είναι δημότης του Δήμου .... Για την νομιμοφάνεια δε των ενεργειών του, προσεκόμισε και κατέθεσε στην εν λόγω αστυνομική αρχή το φερόμενο με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως του Δημάρχου ...., το οποίο όμως εν γνώσει του ήταν πλαστό, αφού δεν εκδόθηκε από τον αναφερόμενο Δήμο και απεικόνιζε ανύπαρκτο πρόσωπο. Ειδικότερα α) είχε καταρτισθεί σε έντυπο διαφορετικό των μηχανογραφημένων εγγράφων που χρησιμοποιούσε ο συγκεκριμένος Δήμος, β) στην αναφερόμενη στο πιστοποιητικό οικογενειακή μερίδα ήταν εγγεγραμμένοι άλλοι δημότες, γ) το μνημονευόμενο πρόσωπο για το οποίο είχε εκδοθεί δεν υπήρχε στα οικεία δημοτολόγια, δ) το πιστοποιητικό έφερε υπογραφές ανύπαρκτων υπαλλήλων και ε) ο τύπος σφραγίδας που χρησιμοποιήθηκε για την σήμανση του εγγράφου δεν ήταν ο χρησιμοποιούμενος από τις υπηρεσίες του Δήμου. Για τις σε βάρος της προδιαληφθείσης αστυνομικής αρχής έκνομες ενέργειες του κατηγορουμένου σχηματίσθηκε σχετική δικογραφία από την Εισαγγελία Φλώρινας. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος κατέχων την ρηθείσα πλαστή ταυτότητα και έχοντας προσχεδιάσει να διαπράξει παράνομες πράξεις, καλυπτόμενος υπό τα αναφερόμενα ψευδή στοιχεία, κατά μήνα Αύγουστο 2004, εμφανίσθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Α' Δ.Ο.Υ Κατερίνης όπου δηλώνοντας προφορικώς και εγγράφως αυτά, επικαλούμενος προς τούτο και κάνοντας χρήση για τον συγκεκριμένο σκοπό του προαναφερθέντος Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, έκανε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, με αντικείμενο την εμπορία λιπαντικών-ορυκτελαίων, λαμβάνοντας τον Α.Φ.Μ. .... και επαγγελματική διεύθυνση την οδό .... στην πόλη της ..... Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τους υπαλλήλους της ανωτέρω υπηρεσίας, ως προς την πραγματική του ταυτότητα και άρχισε έτσι να δραστηριοποιείται επαγγελματικά. Με τη χρήση αυτών των ψευδών στοιχείων άνοιξε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην Γενική Τράπεζα, από όπου έλαβε στελέχη επιταγών, ενώ με τα πραγματικά του στοιχεία δεν θα είχε αυτή τη δυνατότητα και έτσι συναλλασσόμενος με τρίτους αγόραζε διάφορα προϊόντα για τα οποία εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές, ενώ στη συνέχεια τα μεταπωλούσε αζημίως σε άλλους, προβάλλοντας ψευδή δεδομένα ως προς την ταυτότητα του και την οικονομική του επιφάνεια και εξασφαλίζοντας με αυτήν την μέθοδο, το μεν παράνομα κέρδη, το δε το ακαταδίωκτο σε κάθε περίπτωση, καθόσον δεν θα ήταν δυνατόν να στραφούν εναντίον του. Περί τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου 2005, ο κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων, εμφανίσθηκε στα γραφεία της εδρεύουσας στη ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που έχει ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ορυκτελαίων και χημικών ειδών. Απευθυνόμενος προς τον υπεύθυνο πωλήσεων αυτής Ζ και προκειμένου να τον πείσει να συναλλαχθεί μαζί του, δήλωσε προς αυτόν τα προπεριγραφέντα ψευδή στοιχεία ταυτότητας, κάνοντας προς τούτο χρήση και επιδεικνύοντας το ως άνω πλαστό δελτίο. Επί πλέον ισχυρίσθηκε ότι είναι μεγαλέμπορος ορυκτελαίων, ότι είναι φερέγγυος και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια που δημιούργησε από την επιχειρηματική δράση του στη ...., ότι τα κέρδη αυτά τα επένδυσε σε διάφορες εταιρίες που κατονόμασε. Επικαλέσθηκε ακόμη και προέβαλε ότι στα πλαίσια αυτής της ενεργοποιήσεώς του, είχε αγοράσει πρόσφατα την αναφερθείσα επιχείρηση εμπορίας λιπαντικών στην .... και ότι επεδίωκε με τις συνεχείς αγορές μεγάλων ποσοτήτων ορυκτελαίων την πραγματοποίηση πολλαπλών συναλλαγών, το τίμημα των οποίων κάλυπτε με σειρά τραπεζικών επιταγών. Αυτές τις επιταγές τις επέδειξε στον ως άνω υπεύθυνο της εταιρίας, ώστε κατόπιν σχετικών ελέγχων μέσω του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και των αρχείων του ICAP να διαπιστωθεί η φερεγγυότητα του. Πάντα τα ανωτέρω όμως επικαλούμενα σχετικά με την ταυτότητα του, την οικονομική του επιφάνεια, την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του και τις σχέσεις του με τις τράπεζες, ήταν ψευδή, αφού το εμφανιζόμενο στην πλαστή ταυτότητα και συναλλασσόμενο πρόσωπο ήταν ανύπαρκτο και όλη η μετά την έκδοση αυτής επιχειρησιακή δραστηριότητα του και η απόκτηση των απαιτουμένων προϋποθέσεων, ήταν αποτέλεσμα εξαπατήσεως των αρμοδίων φορολογικών αρχών, των τραπεζών και των λοιπών προσώπων προς τους οποίους απευθύνθηκε. Με την μεθόδευση αυτή την οποία εν γνώσει του ο κατηγορούμενος δολίως εξύφανε, κατέστησε ανέφικτη τη διαπίστωση και την αποκάλυψη των πραγματικών δεδομένων που ίσχυαν για το πρόσωπο του. Ήταν γνωστό ότι ο ίδιος με τα πραγματικά του στοιχεία ουδεμία αξιοπιστία και φερεγγυότητα διέθετε και είχε ήδη καταχωρηθεί στο ρηθέν σύστημα, την οποία κατάστασή του αν αποκάλυπτε προς τον ανωτέρω υπεύθυνο της εταιρίας, θα ήταν αποτρεπτική οποιασδήποτε συναλλαγής μαζί του. Με την παράσταση όμως των προπεριγραφέντων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ο κατηγορούμενος έπεισε τους εκπροσώπους της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν διαδοχικά σ' αυτόν τα περιγραφόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εμπορεύματα συνολικής αξίας 57.024,70 ευρώ. Για την πληρωμή μέρους του τιμήματος αυτών των προϊόντων, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε προς την εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", τις αναφερόμενες μεταχρο-νολογημένες τραπεζικές επιταγές, oι οποίες, εν γνώσει του, ήταν ακάλυπτες, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους. Συγκεκριμένα εξέδωσε στην ...... α)στις 4-3-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ' αριθ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2005 και ποσού 13.926, 92 ευρώ, β) στις 4-3-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ' αριθ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-6-2005 και ποσού 14.000, 00 ευρώ και γ) στις 15-4-2005, σε διαταγή της εγκαλούσης, την υπ1 αριθ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας Α.Ε., με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-7-2005 και ποσού 12.279, 40 ευρώ. Τις ανωτέρω επιταγές η λήπτρια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου σε άλλες τράπεζες, οι οποίες στη συνέχεια τις εμφάνισαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν, καθόσον εν γνώσει του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αναγραφόμενο λογαριασμό. Έτσι επιστράφηκαν στην εγκαλούσα η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει προς τις εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχους τα ποσά των εν λόγω επιταγών που ανέρχονταν σε 45.440,41 ευρώ και κατέστη εκ νέου εξ αναγωγής νόμιμη κομίστρια αυτών. Με την παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος έδρασε προσχεδιασμένα και μεθοδικά σε μεγάλο χρονικό διάστημα, εμφανιζόμενος ο ίδιος σε όλες τις διαδοχικές και επανειλημμένες πράξεις του ενώπιον αρχών και προσώπων, καταδεικνύεται ο σκοπός του, με την τέλεση κατ' αρχήν της πράξεως της απάτης, να πορισθεί παράνομα οικονομικά οφέλη. Έτσι οι ενέργειες αυτές στοιχειοθετούν το έγκλημα της απάτης τελεσθείσης κατ' επάγγελμα και με συνολικό όφελος και ζημία αντίστοιχα που υπερβαίνουν το ποσό των (15.000,00) ευρώ. Ενώ η χρήση και η επίδειξη του προαναφερθέντος πλαστού Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της Α' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης για την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν συνέχεται άμεσα με την απ' αυτήν άντληση οικονομικού οφέλους, αλλά με τηντέλεση της επεδίωκε τη δημιουργία καιδιαμόρφωση των προϋποθέσεων για τον πορισμόπεριουσιακής ωφέλειας με την διάπραξη άλλωνπράξεων. Εξάλλου ο κατηγορούμενος αποδέχεταιτην τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται, πλην αναποδείκτως και αστόχως επικαλείται δήθεν ανάμειξη τρίτων προσώπων, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί κατ' ουδέν από την απαξία των τελεσθέντων από μέρους του. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότιτο εκκαλούμενο βούλευμα, στις σκέψεις τουοποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε, ορθά έκρινε και παρέπεμψε τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις πράξεις που τουαποδίδονται. Επομένως πρέπει να γίνει μεντυπικά δεκτή, αλλά να απορριφθεί στην ουσία ηυπό κρίση έφεση του κατηγορουμένου Χ...........". Με τις παραδοχές του αυτές, ο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα ως προς την απάτη με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεώς της, ως προς την οποία και μόνον πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού περιέχονται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα εν λόγω περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 Π.Κ. που εφήρμοσε. Ειδικότερα, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος προβαλλόμενα, επαρκώς αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση της συγκεκριμένης πράξεως από τις παραδοχές του βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε στο Α.Τ. Αμυνταίου πιστοποιητικό γεννήσεώς του του Δημάρχου ....., το οποίο ήταν εν γνώσει του πλαστό και βάσει αυτού υφήρπασε αναληθές δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ότι με τη χρήση του τελευταίου δήλωσε στην Α' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας με έδρα την .... στην οδό .... και έλαβε Α.Φ.Μ., ότι με την περαιτέρω χρήση του αυτού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας άνοιξε λογαριασμούς στις μνημονευόμενες τράπεζες και έλαβε μπλόκ επιταγών, τις οποίες εκδίδοντας, ακάλυπτες, μεταβίβασε για την επί πιστώσει αγορά ορυκτελαίων και λιπαντικών από την εγκαλούσα, με ζημία της τελευταίας και παράνομο όφελος εκείνου, παραδοχές οι οποίες αιτιολογούν την ύπαρξη της υποδομής που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων και δη τέτοιας ώστε η τέλεση των πράξεών του να εκτείνεται επανειλημμένως σε βάθος χρόνου, ήτοι με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως αυτών για πορισμό εισοδήματος, κατά την απαίτηση του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., στην οποία (υποδομή) στηρίζει το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης την κρίση του για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης απάτης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την πράξη της απάτης και την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεώς της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ' και 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστικό συμβούλιο, που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας, παραλείψει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του για να δώσει διευκρινίσεις ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση αυτή. Αν, όμως, το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα, δεν επέρχεται η εν λόγω απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να εμφανισθεί ενώπιόν του για να παράσχει διευκρινίσεις επί της υποθέσεως, επειδή έκρινε, δι' αναφοράς στα συναφώς εκτιθέμενα στην εισαγγελική πρόταση, ότι η αυτοπρόσωπη αυτή εμφάνιση του αναιρεσείοντος δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτός "κατά το στάδιο της ανακρίσεως, με τη δοθείσα απολογία του και το κατατεθέν σημείωμα, αναπτύσσει και αναλύει διεξοδικά τις απόψεις, τους ισχυρισμούς και θέσεις του σε σχέση με την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία, τα οποία επίσης εκθέτει και στην έφεση. Εξάλλου, ουδέν νεώτερο ή πρόσθετο στοιχείο αναφέρει ότι μπορεί να προσκομίσει". Η απορριπτική του εν λόγω αιτήματος αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, με συνέπεια εκ τούτου ότι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφανίσεως. Επομένως και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του 1.333/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης. Πότε υπάρχει αιτιολογία στο παραπεμπτικό βούλευμα. Αιτιολογημένη παραπομπή για απάτη κατ’ επάγγελμα του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αφού πέτυχε με τη χρήση πλαστού πιστοποιητικού γεννήσεως, την έκδοση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με διαφορετικά των αληθών πατρώνυμο και μητρώνυμο και αφού με τη χρήση του τελευταίου δήλωσε έναρξη επαγγέλματος στη ΔΟΥ και άνοιξε λογαριασμούς σε Τράπεζες λαμβάνοντας μπλοκ επιταγών, έπεισε τον υπεύθυνο πωλήσεων την μηνύτριας εταιρίας με την ψευδή παράσταση ότι είναι φερέγγυος μεγαλέμπορος ορυκτελαίων με τα αναφερόμενα στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που υφήρπασε στοιχεία, να του πωλήσει ορυκτέλαια δεχόμενος, χάριν του τιμήματος τους επιταγές που εκείνος εξέδωσε, εν γνώσει του ακάλυπτες και να ζημιωθεί έτσι η πωλήτρια εταιρία κατά την αξία τους, υπερβαίνουσα τα 15.000 ευρώ. Απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας αν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας, παραλείψει να απαντήσει ή απορρίψει αναιτιολόγητα αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για να δώσει διευκρινίσεις. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως αφού το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του απορρίφθηκε αιτιολογημένα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 550/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 66876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 380/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 11-2-2008 δήλωση του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 66876/28-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, καθώς και σε χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και, αν η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του Ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του (Α.Π. 2022/2006). Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα είναι αδύνατη η εμπρόθεσμη από τον διάδικο άσκηση του ενδίκου μέσου που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά αυτά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 66876/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών εξεδόθη με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σταυρόπουλο, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει με έγγραφη από 26-11-2007 εξουσιοδότησή του. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 18-1-2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα της. Παρά ταύτα όμως ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 11-2-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 Κ.Π.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας. Επικαλείται βέβαια στη σχετική αίτηση αναιρέσεως ότι αυτή πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη διότι αρχικά του επιδόθηκε την 24-1-2008 απόσπασμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι αντίγραφό της, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, "να μην καθίσταται δυνατή η πρόσβασή της από εκείνον, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της". Όμως ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντα δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού αφετηρία ενάρξεως της προθεσμίας αναιρέσεως ήταν η ημερομηνία καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του ότι αρκούσε η επίδοση αποσπάσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 11-2-2008 αίτηση του αναιρεσείοντα Χ, κατοίκου ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 66876/28-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα Χ.
Αθήνα 27/6/2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος
Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 του νόμου 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο, η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της καταχωρισμένης στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικης αποφάσεως. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα αδυνατεί ο δικαιούμενος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει στην περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά, που συνιστούν τη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 66.876/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδόθηκε με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Σταυρόπουλο, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει με έγγραφη από 26 Νοεμβρίου 2007 εξουσιοδότησή του. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 18 Ιανουαρίου 2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα της. Όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 11 Φεβρουαρίου 2008, δηλαδή αφού παρήλθε η παραπάνω εικοσαήμερη προθεσμία. Για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, ο αναιρεσείων στη σχετική αίτηση αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, διότι αρχικά του επιδόθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2008 απόσπασμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι αντίγραφό της, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, "να μη καθίσταται δυνατή η πρόσβασή της από εκείνον, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω, διότι αφετηρία ενάρξεως της προθεσμίας για την άσκηση της αναιρέσεως ήταν η ημερομηνία που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο. Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ....., για αναίρεση της 66.876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 549/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2153/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.10.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1837/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ.2 ΚΠΔ, σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια. Αν και μετά το γεγονός αυτό δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, που εκτελείται, αν είναι δυνατό, ακόμη και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 369 του ίδιου κώδικα, μετά την αποδεικτική διαδικασία, που τελειώνει με την απολογία του κατηγορουμένου και την παροχή τυχόν συμπληρωματικών διευκρινίσεων, ακολουθεί το στάδιο των αγορεύσεων του εισαγγελέα και των συνηγόρων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 273 παρ.2β ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει, ακόμη δε και να απολογηθεί. Το δικαίωμα σιωπής του αναγνωρίζεται, κατά μείζονα λόγο, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διασφαλίζεται δε τούτο και από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, που εισάγει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν θα παρασταθεί στη δίκη, αλλά θα εκπροσωπηθεί από συνήγορο, τον οποίο έχει διορίσει νομότυπα, θεωρείται παρών, μπορεί όμως το Δικαστήριο να διατάξει την προσωπική του εμφάνιση, όταν την κρίνει αναγκαία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα του να εμφανιστεί και αυτός στο ακροατήριο, σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, έστω και αν δεν την παρακολούθησε από την αρχή, παρά το γεγονός ότι έχει διορίσει δικηγόρο, δίχως να έχει προηγηθεί διάταξη του Δικαστηρίου για την προσέλευση του. Ακόμη, έστω και αν με σχετική δήλωση του προς το Δικαστήριο παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να απολογηθεί, μπορεί να ανακαλέσει ελεύθερα αυτήν και να προσέλθει προς απολογία, με την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει ακόμη δικονομικό στάδιο για την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών που ενσωματώνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία παραδεκτά προβαίνει ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, κατά τη δικάσιμο της 10-9-2008, οπότε η δίκη αναβλήθηκε για τις 12-9-2008, απέστειλε με FAX, την από 8-9-2008 υπεύθυνη δήλωση της, με την οποία καθιστούσε γνωστό στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι δεν επιθυμούσε να παρασταθεί ενώπιον του κατά τη δικάσιμο της 10-9-2008, κατά την οποία εκδικαζόταν η έφεση της και ότι θα εκπροσωπηθεί από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και Αθανασία Σταυρή. Το Δικαστήριο επέτρεψε την εκπροσώπηση της και η διαδικασία άρχισε και συνεχίστηκε κατά την 12-9-2008, σαν να ήταν και η κατηγορουμένη παρούσα. Κατά την ημέρα αυτή (12-9-2008) απολογήθηκε ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της, αφού έλαβαν το λόγο από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, "δήλωσαν ότι η κατηγορουμένη δεν επιθυμεί να προσέλθει στο Δικαστήριο και να απολογηθεί". Μετά από αυτά, ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα, τους συνηγόρους των κατηγορουμένων και τον παρόντα κατηγορούμενο αν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και, όταν απάντησαν αρνητικά, κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, στη συνέχεια δε διέκοψε τη συνεδρίαση για την 15-9-2008 και ώρα 0900. Την ημέρα αυτή οι συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορουμένης Χ1 (αναιρεσείουσας),αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσαν "ότι η κατηγορουμένη επιθυμεί να μεταχθεί από τις Φυλακές όπου κρατείται, προκειμένου να απολογηθεί". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης, διαλλαμβάνοντας στην απόφαση του την παρακάτω αιτιολογία: Η κατηγορουμένη, κατά τη δικάσιμο της 10-9-2008, οπότε η δίκη διακόπηκε για τις 12-9-2008, απέστειλε με fax την από 8-9-2008 υπεύθυνη δήλωση της, ότι "δεν θα παρασταθεί ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 10-9 2008, όπου εκδικάζεται η έφεση της, αλλά θα εκπροσωπηθεί από τους δικηγόρους της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και Αθανασία Σταυρή". Επομένως κατόπιν της δηλώσεως της αυτής, η εν λόγω κατηγορουμένη θεωρείται παρούσα, αφού εκπροσωπείται από τους συνηγόρους της, ενώ το δικαστήριο δεν έκρινε ότι έπρεπε να διατάξει την προσωπική της εμφάνιση, ενόψει του ότι ανάπτυξε αυτή διεξοδικά τους ισχυρισμούς της κατά την απολογία της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπου προσκόμισε και έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν. Εκτιμάται δε ότι, με τη δήλωση αυτή, παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να απολογηθεί και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εφόσον μάλιστα δεν δήλωσε ότι θα επιθυμούσε να παραστεί σε κάποια φάση της δίκης, η οποία πιθανολογείτο ότι θα διαρκούσε πλέον της μίας ημέρας, τοσούτο μάλλον καθόσον κατά τη δικάσιμο της 12.9.08 δήλωσε, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ότι δεν επιθυμεί να προσέλθει στο Δικαστήριο και να απολογηθεί. Παρά ταύτα και ενώ, περί ώρα 15.00 της 12.9.08, περατώθηκε η αποδεικτική διαδικασία και διακόπηκε η δίκη για τις 15.9.08 για να επακολουθήσουν οι αγορεύσεις και να εκδοθεί η οριστική απόφαση, κατά την τελευταία αυτή ημέρα και πριν να αρχίσουν οι αγορεύσεις απέστειλε με FAX την από 15.9.08 υπεύθυνη δήλωση της, ότι "επιθυμεί να απολογηθεί ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 15.9.08, όπου εκδικάζεται η έφεση της και ως εκ τούτου επιθυμεί να μεταχθεί στο ανωτέρω Δικαστήριο". Όμως η κατηγορουμένη, ενόψει και της από 8.9.08 δηλώσεως της, που προηγήθηκε, αλλά και εκείνης που έγινε στις 12.9.08 δια των συνηγόρων της, δεν μπορούσε στο σημείο αυτό, ήτοι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, να ζητήσει να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο για να απολογηθεί και το αίτημα της να διαταχθεί η μεταγωγή της από τις Γυναικείες Φυλακές ......, όπου κρατείται, για το σκοπό αυτό, πρέπει να απορριφθεί. Με το να απορρίψει το Δικαστήριο το αίτημα της κατηγορουμένης, που αναφέρεται στην μεταγωγή της από τις φυλακές, προκειμένου αυτή να ασκήσει αποκλειστικά και μόνο το δικαίωμα της να απολογηθεί, δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο, από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση της και τούτο γιατί ακόμη και αν διατασσόταν η μεταγωγή της, εμφανιζόταν δε στο ακροατήριο, δεν υπήρχε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δυνατότητα να ασκήσει τούτο δηλαδή να απολογηθεί, δοθέντος ότι, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, προκύπτει δε και από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά το χρόνο που το αίτημα υποβλήθηκε, είχε ήδη περατωθεί η αποδεικτική διαδικασία. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α',171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 254 ΠΚ, υπάλληλος για τον οποίο υπάρχει νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση και που εν γνώσει του αποσιωπά το περιστατικό αυτό και ενεργεί σ' αυτήν την υπόθεση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η αποσιώπηση έγινε με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία διαμορφώνεται στο νόμο ένα έγκλημα γνήσιο παραλείψεως, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται απλώς και μόνο σε αποθετική συμπεριφορά, δηλαδή σε αποχή από ορισμένη ενέργεια, προκύπτει, αφενός μεν ότι δράστης του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου από τη διάταξη αυτή εγκλήματος της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως είναι υπάλληλος, με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, δηλαδή εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αφετέρου δε, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται α) διάταξη νόμου που να ιδρύει για τον υπάλληλο λόγο εξαίρεσης στην υπόθεση που ενεργεί, β)η από τον υπάλληλο με γνώση αποσιώπηση του περιστατικού αυτού και γ)η αποσιώπηση να έγινε με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του δράστη ή κάποιου άλλου ή προς βλάβη άλλου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΚΠΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου (δηλ. οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δικαστικοί υπάλληλοι), είναι εξαιρετέα, αν υπάρχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίες, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται οι ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους, δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση. Τέλος, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ο υπάλληλος, ο οποίος παραβαίνει από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή κάποιον άλλον παράνομο όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια, αν άλλη ποινική διάταξη δεν τιμωρεί την πράξη αυστηρότερα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι υποκείμενο της παραβάσεως καθήκοντος είναι ο υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ και ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται: α) παράβαση από τον υπαίτιο των καθηκόντων της υπηρεσίας του, δηλαδή των καθηκόντων, τα οποία επιβάλλονται στον υπάλληλο από το νόμο ή καθορίζονται με διοικητικές πράξεις ή απορρέουν από ιδιαίτερες διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή ενυπάρχουν σ' αυτήν την ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρονται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι σε τρίτους, β) η παράβαση αυτή να γίνει από πρόθεση, ήτοι ο υπαίτιος να γνωρίζει έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι ενεργώντας παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και να θέλει ή να αποδέχεται να παραβεί αυτά και γ) ο υπαίτιος να ενεργεί με σκοπό, είτε να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή άλλον, είτε να βλάψει το κράτος ή άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός, πρέπει, όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν τούτο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό, της προσβαλλομένης με αριθμό 2153/2008 απόφασης του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην 1η κατηγορουμένη Χ1, που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, είχαν ανατεθεί καθήκοντα Ανακρίτριας, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 1998 έως το Σεπτέμβριο 2002, και είχε τοποθετηθεί αυτή στο .....Ανακριτικό Τμήμα. Ως εκ τούτου, αυτή ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α σε συνδυασμό με 263α Π.Κ. Κατά το διάστημα αυτό από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών ασκήθηκε ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, και εναντίον των 1) Κ1 2) ....., 3) ...... 4) ..... και 5) Κ2 για α) απάτη από κοινού σε βαθμό κακουργήματος (Ι05, 20ς και 3) και άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή (4ος και 5ος), β) παράβαση του άρθρου 34 εδάφ. Α' του Ν.3632/1928 (χειραγώγηση μετοχών) και γ) παράβαση του Ν.2331/1995 (νομιμοποίηση παράνομων εσόδων). Η ποινική αυτή δίωξη ασκήθηκε μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως σε σχέση με την συντελεσθείσα από οργανωμένες ομάδες επιτήδειων κερδοσκόπων εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού, με διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών και παράνομες μεθοδεύσεις επί των συναλλαγών μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιριών κ.λπ. Η διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως της ανωτέρω υποθέσεως ανατέθηκε στην κατηγορουμένη πρωτοδίκη, η οποία χειρίστηκε συνολικά 29 υποθέσεις με το ίδιο αντικείμενο, δεδομένου ότι για κάθε μερικότερη υπόθεση σχηματίστηκε ξεχωριστή δικογραφία. Στις υποθέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ1, ιδιοκτήτης της ΕΛΔΕ ".....", ο οποίος, με την από 14-6-2001 χωρίς όρκο κατάθεσή του ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας, δήλωσε νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τα ανωτέρω αδικήματα των προαναφερομένων κατηγορουμένων. Κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως, η κατηγορουμένη, καίτοι ήταν έγγαμος με τον ..... και μητέρα μιας θυγατέρας 26 ετών περίπου από προηγούμενο γάμο της, και παρά το γεγονός ότι στο ανακριτικό γραφείο και στα χέρια της ήταν εκκρεμείς και ευρίσκοντο σε εξέλιξη υποθέσεις με κατηγορουμένους τους Κ1 Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της χρηματιστηριακής εταιρίας "...... Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", που ήταν από τις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρίες με ετήσιο τζίρο, κατά τους ισχυρισμούς του, τεσσάρων περίπου τρισεκατομμυρίων δραχμών ετησίως, συγχρόνως όμως ήταν και μία από τις εταιρίες που είχε ελεγχθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και της επιβλήθηκαν πρόστιμα υψηλά για παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας), ....., ....., ....., ..... και ...., δημιούργησε, μέσα στο έτος 2001 και σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ειδικότερα από την ανάκριση, ερωτικό και συναισθηματικό δεσμό με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ1 που ήταν ένας από τους δικηγόρους των αμέσως ανωτέρω κατηγορουμένων. Ο άλλος δικηγόρος των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν ο δικηγόρος Αθηνών Δ2 (2ος κατηγορούμενος), για τον οποίο θα γίνει αναφορά παρακάτω. Ο δικηγόρος Δ1 ήταν νομικός σύμβουλος του χρηματιστηριακού κέντρου Θεσσαλονίκης (ΧΚΘ) και της εταιρίας ΑΣΥΚ (Ανάπτυξη Συστημάτων Υπηρεσιών Κεφαλαιαγοράς), που είναι θυγατρικές εταιρίες της ΕΧΑΕ (Ελληνικά Χρηματιστήρια Α.Ε.). Το εν λόγω ερωτικό ζευγάρι, ενώ η ανάκριση για τις υποθέσεις του Χρηματιστηρίου βρισκόταν σε εξέλιξη, πραγματοποίησε κατ' επανάληψη κοινά ταξίδια στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα 1) την 9-9-2001 αναχώρησαν από την Αθήνα με την πτήση 131L της Ολυμπιακής για τη Ζυρίχη Ελβετίας και επέστρεψαν την 13-9-2001 με την πτήση 132L της ίδιας εταιρίας και 2) την 28-9-2001, ήτοι μετά από 15 ημέρες, αναχώρησαν με την πτήση 201Κ της Ολυμπιακής Αεροπορίας για Παρίσι και επέστρεψαν την 1-10-2001 με την πτήση 202Κ της ίδιας αεροπορικής εταιρίας. Η προαναφερόμενη σχέση τους, καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό, περιήλθαν σε γνώση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 ο οποίος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που βρήκε, προκειμένου, μέσω της ανακρίσεως και δη της ανωτέρω συμπεριφοράς της ανακρίτριας και του δικηγόρου των ως άνω κατηγορουμένων, να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι να εξαναγκάσει τους τελευταίους και κυρίως τον Κ2 να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Για την επίτευξη του σκοπού του απέστειλε στον δικηγόρο Δ1 και την εταιρία "...... ΑΧΕ" την από 14-1-2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε ότι γνώριζε την ανωτέρω σχέση του με την κατηγορουμένη Ανακρίτρια, καθώς και τα ως άνω ταξίδια τους, ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις και απείλησε ευθέως ότι προτίθετο να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για τον πειθαρχικό και ποινικό έλεγχο της Ανακρίτριας. Το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης περιήλθε αμέσως σε γνώση της Ανακρίτριας από τον δικηγόρο φίλο της Δ1. Για να αποφύγει η κατηγορουμένη τις δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες της άνω συμπεριφοράς της, υπέκυψε στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και διεξήγαγε την Ανάκριση επί των υποθέσεών του σύμφωνα με τις υποδείξεις του τελευταίου, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει αυτός από τους τότε κατηγορουμένους τα χρήματα που ζητούσε, τα οποία, όσον αφορά τον Κ2 , ανέρχονταν στο ποσό των 700.000.000 δραχμών. Μάλιστα, η κατηγορουμένη - Ανακρίτρια δέχθηκε σχετικά αιτήματα του Ψ1 και πραγματοποίησε έναν κύκλο κατ' αντιπαράσταση εξετάσεων μεταξύ αυτού και των τότε κατηγορουμένων, που διήρκεσαν επί μακρόν και προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων αυτών, η Ανακρίτρια, υπό το βάρος των πιέσεων και απειλών του Ψ1 εντελώς απαράδεκτα και παράνομα, ασκούσε την επιρροή της στους κατηγορουμένους και ιδίως στον Κ2 τον οποίο παρότρυνε με επιμονή να ικανοποιήσει τον πολιτικώς ενάγοντα, υποσχόμενη σ' αυτόν ενώπιον των δικηγόρων του και μάλιστα δια χειραψίας ότι, σε περίπτωση που "τα βρουν", θα έκλεινε την υπόθεση και θα ανακαλούσε τη διάταξή της, με την οποία είχε δεσμεύσει τους προσωπικούς λογαριασμούς του. Η ως άνω συμπεριφορά της 1ης κατηγορουμένης θεμελιώνει την υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, εφόσον, ενώ, όπως αναφέρθηκε, ήταν υπάλληλος, παρέβη τα υπηρεσιακά της καθήκοντα και συγκεκριμένα μεθόδευσε τις κατ' αναπαράσταση εξετάσεις και ανέχθηκε το κλίμα υπό το οποίο αυτές διεξήχθησαν, παροτρύνοντας με πρόθεση τον Κ2 να καταβάλει στον Ψ1 το ποσό των 700.000.000 δρχ. με σκοπό να προσπορίσει τόσο σ' αυτόν όσο και στον εαυτό της παράνομο όφελος, το οποίο συνίστατο όσον αφορά αυτόν στο εν λόγω ποσό που ο Κ2 αρνιόταν ότι οφείλει, ενώ όσον αφορά την ίδια στην αποτροπή της εκ μέρους του Ψ1 καταγγελίας για τη σχέση της με τον Δ1 και την αποφυγή του πειθαρχικού της ελέγχου. Και ναι μεν με την υπ' αριθ. 7/2004 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 40/2004 απόφαση του Επταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η 1η κατηγορουμένη τέλεσε και την ως άνω πράξη της παράβασης καθήκοντος που της αποδίδεται. Πλην, η απόφαση αυτή δεν μεταβάλλει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ότι η ανωτέρω τέλεσε την πράξη αυτή, γιατί έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις ιδίως του παθόντος Κ2, της .....(που εργαζόταν στην εταιρία του Κ2 και είχε επισκεφθεί μαζί του την Ανακρίτρια) και του ...... (που εξετάστηκε πρωτοδίκως και αναγνώστηκε η κατάθεση του από τα πρακτικά), για την αλήθεια των οποίων δεν αμφιβάλλει το Δικαστήριο, τοσούτω μάλλον καθόσον ο παθών δεν θα είχε λόγους να καταθέσει σε βάρος της κατηγορουμένης -Ανακρίτριας στοιχεία τόσο σοβαρά που θα επέσυραν τη δίωξή της για παράβαση καθήκοντος, αν τα ως άνω περιστατικά δεν είχαν λάβει χώραν. Περαιτέρω, νόμιμος λόγος για τον οποίο ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση αποτελεί και η συνδρομή σοβαρού λόγου ευπρεπείας. Ως τέτοιος μπορεί να θεωρηθεί και η, περισσότερο της απλής, γνωριμία του δικαστικού λειτουργού με τον διάδικο ή τον συνήγορό του. Στην προκειμένη περίπτωση, την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τον Δ1 καθώς και τα ταξίδια στο εξωτερικό μαζί του, όπως αναφέρονται παραπάνω, παραδέχεται και η ίδια η κατηγορουμένη στην πρωτόδικη απολογία της. Με δεδομένη την ύπαρξη της σχέσης αυτής, η οποία έγινε γνωστή σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στις συναφείς υποθέσεις που η κατηγορουμένη ερευνούσε στην ανάκριση, καθώς και στους δικηγόρους που συμμετείχαν στις ανακριτικές πράξεις ως συνήγοροι, φανερό είναι ότι συνέτρεχε λόγος στο πρόσωπο της κατηγορουμένης Χ1 να ζητήσει κατ' άρθρο 23 παρ. 1 ΚΠολΔ να εξαιρεθεί από τα καθήκοντά της ως Ανακρίτριας στην υπόθεση στην οποία παρίστατο ως συνήγορος του Κ1 ο ως άνω δικηγόρος Δ1, πλην αυτή, παρά την ως άνω υποχρέωσή της συνέχισε τις ανακριτικές πράξεις. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω κατηγορουμένη, από τον Ιανουάριο του 2001, διατηρούσε φιλικές σχέσεις και με τον κατηγορούμενο δικηγόρο Δ2, πράγμα που προκύπτει από το ότι η κόρη της ..... ναι μεν είχε απασχοληθεί, ως ασκούμενη δικηγόρος, κατά το χρονικό διάστημα από 10.12.01 μέχρι 12.5.03 στην Εμπορική Τράπεζα, πλην και με τον ως άνω δικηγόρο είχε παρακολουθήσει μερικές ποινικές δίκες, γεγονός που μπορούσε να δικαιολόγησει εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία της κατηγορουμένης - Ανακρίτριας. Η εν γνώσει της κατηγορουμένης Χ1 Ανακρίτριας του 19ου Ανακριτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών κατά το έτος 2001, αποσιώπηση των ανωτέρω λόγων εξαίρεσης αναμφιβόλως έγινε με σκοπό την άμεση παράνομη ωφέλεια του Κ1 εντολέα των δικηγόρων Δ1 και Δ2 αφού οι οποιεσδήποτε ενέργειες αυτής, όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της παράβασης καθήκοντος ήταν υπό την επίδραση των προαναφερομένων σχέσεων. Σημειωτέον, ότι, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 7/2004 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 40/2004 απόφαση του Επταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κρίθηκε αυτή πειθαρχικά ελεγκτέα, μεταξύ άλλων, και για την αποσιώπηση νόμιμου λόγου εξαίρεσης και της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι μηνών. Μετά από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η 1η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη παραβάσεως καθήκοντος και αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, καταδίκασε την κατηγορουμένη για τις παραπάνω πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα τεσσάρων (34) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων που προαναφέρθηκαν, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ.1α,27 παρ.1,94 παρ.1,259,254 ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και γι' αυτό είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αναιρέσεως. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, που αναφέρεται στην ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της απόφασης, ως προς το στοιχεία του σκοπού και της ωφέλειας, που είναι αναγκαία για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως είναι αβάσιμη και τούτο γιατί, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, με επαρκή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι η αποσιώπηση των λόγων εξαίρεσης έγινε με σκοπό την άμεση παράνομη ωφέλεια του Κ1, εντολέα των δικηγόρων Δ1 και Δ2 αφού οι οποιεσδήποτε ενέργειες αυτής ήταν υπό την επίδραση των σχέσεων της με τον Δ1, δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογηθεί, ειδικότερα, η γνώση της για την ωφέλεια αυτή, αφού ενυπάρχει στο πρόσωπο της, ούτε να παρατεθούν επιπλέον πραγματικά περιστατικά, με τα οποία να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίο επετεύχθη η παραπάνω ωφέλεια και σε τι συνίσταται αυτή, γιατί, όπως δέχεται το δικαστήριο, η ωφέλεια προκλήθηκε από την παράλειψη της να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες ανακριτικές ενέργειες και συνίσταται στη μη διαλεύκανση της υπόθεσης, όσον αφορά τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Αλλά και η αιτίαση της ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, όσον αφορά το σκοπό της ωφέλειας και ειδικότερα ότι ενώ δέχεται ότι η κατηγορουμένη διέπραξε την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος προς όφελος του Ψ1 ο οποίος ήταν αντίδικος του Κ1, παράλληλα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι την ίδια πράξη διέπραξε με σκοπό την άμεση παράνομη ωφέλεια του Κ1, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, το δικαστήριο δέχεται ότι η αναιρεσείουσα παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της με σκοπό να προσπορίσει τόσο στον Ψ1 όσο και στον εαυτό της παράνομο όφελος, το οποίο, όσον αφορά τον πρώτο συνίστατο στο χρηματικό ποσό των 700.000.000 δρχ., το οποίο ο Κ2 αρνιόταν ότι οφείλει, όσον αφορά δε την ίδια, στην αποτροπή της εκ μέρους του Ψ1 καταγγελίας της και με τον τρόπο αυτό την αποφυγή του πειθαρχικού ελέγχου της. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 2153/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης. Ακυρότητα από τη μεταγωγή κατηγορουμένης για να απολογηθεί. Απορρίπτεται ο λόγος γιατί το αίτημα υποβλήθηκε από τους δικηγόρους που την εκπροσώπησαν στη δίκη μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παράβαση καθήκοντος, Αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 548/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αιτούσας - πολιτικώς ενάγουσας Ψ, που δεν παρέστη, περί ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 2219/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί την ανάκληση της ως άνω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1820/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση της αιτούσας - πολιτικώς ενάγουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από το από 8 Δεκεμβρίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως της ....., Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η αιτούσα Ψ, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, αντίγραφο δε της κλήσης, κατ' επιταγή του άρθρου 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ., επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στον αντίκλητο αυτής δικηγόρο Αθανάσιο Θεοφανόπουλο, σύμφωνα με το από 9 Δεκεμβρίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., επιμελητού της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, πλην, όμως, η αιτούσα δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει, η συζήτηση της από 21.11.08 αίτησης της τελευταίας, να γίνει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 548 Κ.Π.Δ., η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προπαρασκευαστική, απόφαση είναι και η εκδιδόμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 Κ.Π.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απόφαση, με την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σε ρητή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της υπ' αρ. 260/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 από τις κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης (ο πρώτος) και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές (ο δεύτερος), άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την υπ' αρ. 13/2008 αίτηση αναίρεσης. Δικάσιμος, για συζήτηση αυτής, ορίσθηκε η 21 Οκτωβρίου 2008, ενώπιον του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την οποία και κλητεύθηκαν σύννομα, τόσον οι αναφερόμενοι κατηγορούμενοι, όσο και η πολιτικώς ενάγουσα, ήδη αιτούσα. Κατά την εν λόγω δικάσιμο εμφανίσθηκαν οι δικηγόροι Αικατερίνη Νταβία, για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας και Γεώργιος Ναθαναήλ, για λογαριασμό των κατηγορουμένων, οι οποίοι και υπέβαλαν αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, επικαλούμενοι την, κατά την ίδια ημεροχρονολογία, αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους. Το Δικαστήριο τούτο, με την υπ' αρ. 2219/2008 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 12.5.2009 (από παραδρομή αναγράφεται η 12.5.2008). Ήδη, η αιτούσα - πολιτικώς ενάγουσα, με την αίτησή της, διατείνεται ότι, αφού ο χρόνος τελέσεως των ως άνω πράξεων είναι η 1.10.2001 και ως εκ τούτου, ο χρόνος παραγραφής αυτών συμπληρώνεται την 1.10.2009, υφίσταται ο κίνδυνος, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η απόφαση που θα εκδοθεί να μην προλάβει να εκδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο θα αναπεμφθεί η υπόθεση, πριν από τη συμπλήρωση του ως άνω χρόνου παραγραφής και επομένως πρέπει να οριστεί συντομότερη δικάσιμος. Όμως, ο αναφερόμενος κίνδυνος, δεν εμφανίζεται βάσιμος, αφού μεσολαβεί αρκετό χρονικό διάστημα από την, ως άνω, μετ' αναβολή, ορισθείσα δικάσιμο, της 12.5.2009, μέχρι την 1.10.2009, πέρα από το γεγονός ότι, ο χρόνος παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων, που αποδόθηκαν στους κατηγορουμένους, σαφώς και λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, κατά τον άνω προσδιορισμό δικασίμου. Επομένως, η αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.11.2009 αίτηση της Ψ για ανάκληση της υπ' αρ. 2219/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Αίτηση ανάκλησης κατ΄ άρθρο 548 ΚΠΔ της αναβλητικής απόφασης του Αρείου Πάγου, λόγω προβαλλόμενου κινδύνου παραγραφής. Απορρίπτεται η αίτηση διότι ο επικαλούμενος κίνδυνος παραγραφής δεν εμφανίζεται βάσιμος.
|
Παραγραφή
|
Παραγραφή, Ανάκληση αναβλητικής απόφασης.
| 2
|
Αριθμός 545/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του με αριθμό 859/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.125/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 435/19.9.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 113/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 859/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2706/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) τους 1) Χ2, κάτοικο ....., 2) Α, κάτοικο ....., 3) Χ3, κάτοικο ..... και 4) Χ1, κάτοικο ....., για να δικασθούν για παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1, 4 παρ. 6 του Ν. 2331/1995 και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά τουΒ, κατοίκου εν ζωή ..... λόγω θανάτου αυτού, για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσας από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εκ της οποίας το όφελος υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 €) (άρθρα 1, 13 στοιχ. στ', 14, 26 παρ. ια, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. ως η παραγρ. 3 αντικ. με άρθρο 13 Ν. 2721/1999 και β) της παράβασης του άρθρου 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2331/1995. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε και ο αναιρεσείων την υπ'αριθ. 558/8-10-2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 45 του Π.Κ. και 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2331/1995. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάγεται με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162, ΑΠ 610/2002 ΠοινΔικ 2002.988). Ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικών μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΟλΑΠ 293/67 ΠοινΧρον. ΙΖ 4857 ΑΠ 691/97 ΠοινΧρον. ΜΗ 176). Το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το αρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο. "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με |0 άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 73.000 ευρώ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 "πρόσληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ...", προ της τροποποιήσεως του με το Ν. 3424/2005, για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια: α. "Εγκληματική δραστηριότητα": τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις εξής διατάξεις, όπως ισχύουν: αα) ... αβ)... αγ) ... αδ) ... αε) ... αστ) ... αζ) ... αη) Της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386 παράγραφος 1 εδάφιο β' του Ποινικού Κώδικα) ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ή αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος (άρθρο 386 παράγραφος 3 του Ποινικού Κώδικα), αθ) ... κλπ. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδαφ. α του ίδιου ως άνω Νόμου, με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, τα εγκλήματα του άρθρου αυτού τιμωρούνται ακόμα και στην περίπτωση που η εγκληματική δραστηριότητα έλαβε χώρα στην αλλοδαπή και δεν υπόκειται στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων. Κατά την παρ. 5 του αυτού άρθρου, τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο αυτό δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, ενώ κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου, περιουσία που αποτελεί προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας ή που αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεως της στον ιδιοκτήτη κατά τα άρθρα 310 παρ. 2 και 373 ΚΠΔ, δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε σε γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. Ακόμα κατά την παρ. 8 εδαφ. α και β του παραπάνω άρθρου, δήμευση διατάσσεται και όταν δεν ασκήθηκε δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που ασκήθηκε έπαυσε ή κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στις περιπτώσεις αυτές η δήμευση διατάσσεται με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου ή με απόφαση του δικαστηρίου που παύει ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και αν δεν ασκήθηκε δίωξη, με βούλευμα του κατά τόπον αρμοδίου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Εξάλλου, με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005 το στοιχ. α του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995 αντικαταστάθηκε ως εξής: α."Εγκληματικές δραστηριότητες": 1) Τα εξής εγκλήματα, καλούμενα βασικά εγκλήματα: αα)... ββ) ... κλπ Π) Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 του Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο ή το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (δείτε ΑΠ 50/1990 (σε ολομ.) Π.Χρ. Μ/949 και ΑΠ 810/2006 Π.Χρ. NZ/222). Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν με το βούλευμά του το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (δείτε και ΑΠ 431/2007 Π.Χρ. ΝΖ/502). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 859/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε για την υπό κρίση υπόθεση, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και τις απολογίες (2ου έως και πέμπτου των κατηγορουμένων) και τα υπομνήματα τους προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 27-1-2000 περιήλθε ένα τηλεομοιοτυπικό μήνυμα στην συσκευή FAX της υπηρεσίας εξωτερικού της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Unicrediro Italiano" στο υποκατάστημα στην ..... υπόψη Γ (ανωτάτου στελέχους αυτής). Το εν λόγω μήνυμα ήταν μια "εντολής πληρωμής στο εξωτερικό" που δήθεν εδίδετο από την εταιρία Fincantieri προς το υποκατάστημα της ..... της ως άνω Τράπεζας, προκειμένου να μεταφερθεί μέσω SWIFT, το ποσό των 2.000.000 € (3.872. 540.000 λιρέτες Ιταλίας), χρεώνοντας το λογαριασμό της ως άνω εταιρίας με αρ. 21409 που τηρούσε στο άνω υποκατάστημα, πιστώνοντας τον υπ' αρ. ...... λογαριασμό που ετηρείτο στην Τράπεζα EUROBANK (υποκατάστημα ..., .....), με δικαιούχο του ποσού αυτού τον Β (α' κατηγορούμενο). Η εντολή πληρωμής έκανε λόγο για προηγούμενη συμφωνία. Όταν ρωτήθηκε ο Γ σχετικώς επιβεβαίωσε στους ανωτέρω του ότι είχε λάβει πριν από κάποιες μέρες ένα τηλεφώνημα από κάποιο άγνωστο άτομο που του είχε συστήσει ως υπάλληλος της Fincantieri και του είχε ζητήσει τεχνικές πληροφορίες σχετικά με το "πάγιο νόμισμα του δικαιούχου" σε εμβάσματα εξωτερικού, εάν δηλαδή μπορούσε να εκτελέσει μία εντολή πληρωμής στο εξωτερικό με προκαθορισμένο νόμισμα. Στη συνέχεια το ανωτέρω FAX παραδόθηκε από τον Γ στη διεύθυνση της Τράπεζας και υποβλήθηκε για την έγκριση της εκτέλεσης της εντολής στον συνδιευθυντή και διαχειριστή Δ. Ο τελευταίος, αφού έλαβε προηγούμενα την διαβεβαίωση του Γ ότι η εντολή πληρωμής είχε συζητηθεί προηγουμένως με εκπροσώπους της εταιρίας, έκρινε, ότι η αυθεντικότητα του μηνύματος ήταν εγγυημένη, περιορίστηκε στην εκπλήρωση των τυπικών υποχρεώσεων και στη 28-1-2000 προέβη στην εκτέλεση της εντολής μέσω SWIFT ενώ δεν επακολούθησε καμιά γραπτή επιβεβαίωση - Ο Γ όμως όταν εξετάσθηκε από τις ιταλικές αρχές δεν θυμόταν αν ο εμφανισθείς ως υπάλληλος της Fincantieri του είχε αναφέρει το όνομα του, ούτε το διάλογο που είχε με τον συνάδελφο του. Η " Fincantieri Cantieri Νavali italiani Spa" όταν πήρε το χρεωστικό σημείωμα στις 28-1-2000 από την ως άνω τράπεζα που της γνωστοποιούσε και την εκτέλεση της ως άνω εντολής πληρωμής αντέδρασε άμεσα, αμφισβήτησε στις 18/2/2000 δια του οικονομικού της διευθυντή την νομιμότητα της σχετικής χρέωσης αρνούμενη ότι δόθηκε από αυτήν η προαναφερόμενη εντολή πληρωμής επισημαίνοντας διάφορα στοιχεία πλαστότητας στο έντυπο της εντολής που αποδεικνύουν των μη γνησιότητα αυτού ως εγγράφου προερχόμενου από την εταιρία τους και ισχυριζόμενη ότι η εταιρία αυτή για τέτοιες υψηλές συναλλαγές δεν αρκείται ποτέ σε FAX αλλά μόνο όταν συνοδεύεται με πρωτότυπη, επιστολή υπογραμμένη από πληρεξουσίους, τέλος υπέβαλε και σχετική μήνυση κατ' αγνώστων δραστών στο Τμήμα Ασφαλείας Τεργέστης. Μετά ταύτα η Fincantieri λαμβάνοντας το αντίγραφο της ως άνω καταγγελίας ακύρωσε την χρέωση και απέστειλε στην εταιρία λογιστική επιστολή της πίστωσης με την επιφύλαξη της επαναφοράς της καθ' ην περίπτωση ανέκυπταν ευθύνες της εταιρίας. Με τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι άγνωστα μέχρις στιγμής πρόσωπα απέστειλαν προς την τράπεζα "Unicredito Italiano πλαστή εντολή εμβάσματος δήθεν προερχόμενη από την ιταλική εταιρία Fincantieri ... και ούτω εξαπάτησαν τους υπαλλήλους της ώστε να εμβάσουν μέσω SWIFT το ποσό των 2.000.000 € στο λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα EUROBANK με δικαιούχο τον Β, ζημιούμενης ούτω κατά το ως άνω ποσό της ιταλικής τράπεζας επ' αντιστοίχω ωφέλεια των δραστών, ιδιαίτερα μεγάλου ύψους. Στις 28-1-2000 παραλήφθηκε ένα αντίγραφο του εμβάσματος ποσού 2.000.000 € στο υποκατάστημα της EUROBANK στην περιοχή "Ρέντη". Στις 31-1-2000 το χρηματικό ποσό των 2.000.000€ πιστώθηκε στον υπ' αρ. ..... κοινό λογαριασμό της EUROBANK στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν ο Β και η θυγατέρα του - κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ2. Ακολουθεί δραχμοποίηση του ποσού σε 661.352.153 δρχ. αφού παρακρατήθηκε το ποσό της προμήθειας και ο Β ανέλαβε άμεσα ολόκληρο το παραπάνω ποσό με τον εξής τρόπο: 1) ποσό 580.000.000 δρχ. με την έκδοση ίσης αξίας τραπεζικών επιταγών σε διαταγή του, ήτοι επτά (7) επιταγών με αριθμούς από ..... έως ..... και συγκεκριμένα της υπ' αριθ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ. της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 60.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... ποσού 60.000.000 δρχ. και της υπ' αρ. ..... ποσού 60.000.000 δρχ. Οι έξι πρώτες συνολικού ποσού 520.000.000 δρχ. οπισθογραφήθηκαν εν λευκώ από τον Β. Την έβδομη επιταγή αξίας 60.000.000 δρχ. την 1-2-2000 (δηλαδή την ίδια ημέρα που εμφανίσθηκαν οι λοιπές ως άνω επιταγές στο υποκατάστημα της ..... από τον Α την εμφάνισε προς πληρωμή στο υποκατάστημα της οδού ..... της ίδιας Τράπεζας (EUROBANK) ο ίδιος ο Β. Από το ποσό δε της επιταγής εισέπραξε 10.000.000 δρχ. σε μετρητά και για το υπόλοιπο των 50.000.000 δρχ. εξέδωσε ισόποση επιταγή με αρ. ....., 2) Την 31-1-2000 ο Β εισέπραξε ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 81.381.589 δρχ. σε μετρητά, στις 1-2-2000 κατέθεσε στον υπ' αρ. ..... ατομικό λογαριασμό που διατηρεί η Χ2 στο υποκ/μα ..... της Τράπεζας EUROBANK τα ποσά των 2.900.000 δρχ. και 2.000.000 δρχ. Περαιτέρω προέκυψε σαφώς ότι ο ως άνω κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους και νυν εκκαλούντες τελούσαν σε πλήρη γνώση της παράνομης προέλευσης των πιο πάνω χρημάτων και έθεσαν από κοινού σε εφαρμογή το σχέδιο της νομιμοποίησης αυτών μέσω του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα. Ο βασικός πυρήνας είναι ο Β, άτομο ανεπάγγελτο πλέον, αφού από ετών είχε διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα ως εμπόρου της κεντρικής λαχαναγοράς, λόγω των σοβαροτάτων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (λέμφωμα HODEN, χρόνια λοίμωξη από υπατίτιδα Β, ηπατική ανεπάρκεια, εφαρμογή χημειοθεραπείας, μεταμόσχευση ήπατος (1993), επαναλοίμωξη του μοσχεύματος, συνεχή παρακολούθηση στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ (Φεβρουάριο του 2000) οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (λίγες ημέρες μετά την διάπραξη της ως άνω απάτης), νοσηλεύθηκε αλλεπάλληλα λόγω καρδιακής και νεφρικής ανεπάρκειας, χειρουργήθηκε πολλάκις και τελικώς απεβίωσε συνεπεία των ως άνω παθήσεων του στις 21-7-2003. Χρησιμοποιήθηκε όμως και προφανώς λόγω της διεγνωσμένα επισφαλούς υγείας του, κοινός λογαριασμός με την θυγατέρα του (εκκαλούσα) για την έμβαση του ως άνω ποσού των 2.000.000 δρχ. Αυτό ενισχύει την πεποίθηση για την γνώση και συμμετοχή της Χ2 στο όλο σχέδιο καθόσον η ύπαρξη της ως συνδικαιούχου διασφάλιζε την περαιτέρω ρευστοποίηση και νομιμοποίηση μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος εσόδων από εγκληματική αναμφίβολα δραστηριότητα ως εξελικτικά διαμορφώθηκε στην υπό κρίση υπόθεση του, ποσού των 2.000.000 €, στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ήδη βεβαρημένης υγείας του συνδικαιούχου πατέρα της του οποίου σαφώς κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου εγνώριζε την παράνομη δραστηριότητα. Άλλωστε και η λογική των πραγμάτων μας κατευθύνει σ' αυτήν την πεποίθηση διότι οι δράστες της ως άνω αποχής και αποστολής του πλαστής εντολής πληρωμής (με FAX) ενόψει της επισφαλέστασης υγείας του Β δεν θα διακινδύνευαν την αποστολή ενός τεράστιου χρηματικού ποσού (2.000.000€) σε λογαριασμό ατόμου (έστω συνδικαιούχου) που σε περίπτωση αχρήστευσης του Β ως βασικού οργάνου διοχέτευσης αυτού του ποσού στην Ελλάδα θα έθετε εν κινδύνω το σχέδιο νομιμοποίησης του προϊόντος αυτού της εγκληματικής τους δραστηριότητας λόγω της άγνοιας ακριβώς περί την παράνομη δραστηριότητα του συνδικαιούχου (εν προκειμένω πατέρα της) και προφανώς έλλειψη βούλησης να συνεργήσει σ' αυτήν την παράνομη δραστηριότητα. Όσον αφορά τον έτερο εκκαλούντα Χ3, ο οποίος κατά την κατηγορία που τον βαρύνει συναντήθηκε με τον έτερο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ1 (στο γραφείο του τελευταίου) και τον έτερο συγκατηγορούμενό τους Α, ο οποίος έμελλε να οπισθογραφήσει και εισπράξει, τις προαναφερθείσες εν λευκώ οπισθογραφημένες από τον Β έξι επιταγές συνολικού ύψους 520.000.000 δρχ. στο υποκατάστημα της EUROBANK της οδού ....., ο ισχυρισμός του ότι απλώς παραβρέθηκε στην είσπραξη των επιταγών από τον Α για να διασφαλίσει τα χρήματα του φίλου του (α' κατηγορούμενου Β) ο οποίος του είχε ζητήσει κάποιο άτομο security για την ασφαλή είσπραξη αυτών ουδόλως πείθει το Συμβούλιο. Δεν έχει καμμία λογική να καταφεύγει στον Χ3 ο Β για να του διασφαλίσει την είσπραξη του ποσού 520.000.000 δρχ., που υποτίθεται ότι λόγω προβλημάτων υγείας δεν ηδύνατο να εισπράξει ο ίδιος και ο Χ3 να πείθεται για την νομιμότητα των χρημάτων αυτών και την ανάγκη του "ασθενούντος" δήθεν φίλου του Β να εισπραχθούν από τρίτο πρόσωπο κατά τρόπο ασφαλή, όταν την ίδια μέρα ο Β αυτοπροσώπως, ως προαναπτύχθηκε, συναλλάσσεται με την EUROBANK άλλης περιοχής και εν πάσει περιπτώσει να απευθυνθούν σε γραφείο security καταφεύγουν στον μεγαλοεπιχειρηματία (συγκατηγορούμενο)- εκκαλούντα Χ1, που τους προτείνει με την σειρά του αντί για άτομο ασφαλείας, τον Α ένα άτομο που ουδόλως έχει σχέση με γραφεία Security. Τα πρόσωπα του Χ3 και του Χ1 που σαφώς αποδείχθηκε ότι παρέδωσε στον Α τις επιταγές για είσπραξη χωρίς βάσιμη δικαιολογία αναμιγνύονται σε μία συναλλαγή, που ο Β ηδύνατο να πράξει μόνος του, αν τα χρήματα δεν είχαν ύποπτη βεβαίως προέλευση ώστε να χρειάζεται η μεθοδευμένη κατάτμηση του ποσού των 2.000.000 € σε επιταγές εισπραττόμενες σε διάφορα υποκαταστήματα της EUROBANK στους ίδιους σχεδόν χρόνους από διαφορετικά πρόσωπα, που εισπράττουν όπως ο Α ή διασφαλίζουν με την παρουσία και την μεθοδικότατη οργάνωση της είσπραξης (Χ1, Χ3) του ποσού που ως προαναφέρθηκε ήταν και το γνώριζαν καλώς και οι συνδράμοντες κατά την αποδιδόμενη σ' αυτούς κατηγορία προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας τρίτων ατόμων.
Συνεπώς και με βάση τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων-εκκαλούντων και παραπομπής τους κατά το εκκαλούμενο βούλευμα στο αρμόδιο δικαστήριο, ορθώς κρίνοντας του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου. Να απορριφθούν κατ' ουσία οι ένδικες εφέσεις. Να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους εκκαλούντες-και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των εκκαλούντων (αρ. 583§1 ΚΠοινΔ)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της από κοινού παράβασης του άρθρου 2 παρ. 1, 4 και 6 Ν. 2331/1995, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, στου οποίου τη συμμετοχή γίνεται εκτενής αναφορά στο βούλευμα, το οποίο ειδικότερα, εκτός των άλλων αναφέρει: "Τα πρόσωπα του Χ3 και του Χ1 που σαφώς αποδείχθηκε ότι παρέδωσε στον Α τις επιταγές για είσπραξη χωρίς βάσιμη δικαιολογία, αναμιγνύονται σε μία συναλλαγή που ο Β ηδύνατο να πράξει μόνος του, αν τα χρήματα δεν είχαν ύποπτη βεβαίως προέλευση ώστε να χρειάζεται η μεθοδευμένη κατάτμηση του ποσού των 2.000.000 € σε επιταγές εισπραττόμενες σε διάφορα υποκαταστήματα της EUROBANK στους ίδιους σχεδόν χρόνους από διαφορετικά πρόσωπα, που εισπράττουν όπως ο Α ή διασφαλίζουν με την παρουσία και την μεθοδικότατη οργάνωση της είσπραξης (Χ1, Χ3) του ποσού που ως προαναφέρθηκε ήταν και το γνώριζαν καλώς οι συνδραμόντες κατά την αποδιδόμενη σ'αυτούς κατηγορία προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας τρίτων ατόμων" (δείτε το τέλος της πρώτης και την αρχή της δεύτερης σελίδας του 17ου φύλλου του βουλεύματος. 'Ηταν περαιτέρω ο αναιρεσείων αυτός που επρότεινε τον συγκατηγορούμενό του Α ως "άτομο ασφαλείας" στην είσπραξη του μνημονευομένου ποσού, προϊόντος της απάτης που αναφέρεται του οποίου επιχειρήθηκε η νομιμοποίηση. Περαιτέρω το ίδιο Συμβούλιο με τις αναφορές και σκέψεις του που στο βούλευμά του εκτίθενται, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 45 του Π.Κ. και 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2331/1995 και συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών αυτών διατάξεων είναι αβάσιμοι, όπως και αυτοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 113/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του υπ'αριθ. 859/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 30 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει οι ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, στο οποίο προβλέπονται οι κακουργηματικές μορφές της απάτης είχε ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και έλαβε το εξής περιεχόμενο "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999 και έλαβε το περιεχόμενο, που τώρα ισχύει, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών(15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Περαιτέρω, ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. κατ' επάγγελμα τελείται η απάτη όταν από την επανειλημμένη τέλεση της ή από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας του. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί τελέσεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς ν' απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν.2331/1995 "πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ..." πριν την τροποποίηση του με το Ν. 3424/2005, για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια: α. "Εγκληματική δραστηριότητα" : τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις εξής διατάξεις όπως ισχύουν: αα) ... αβ) ... αγ) ... αδ) ... αε) ... αστ) ... αζ) ... αη) της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386παρ.1 εδ. β' ΠΚ) ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ή αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος (άρθρο 386 παρ.3 του Ποινικού Κώδικα) αθ) ... κλπ. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 εδαφ. α του ίδιου ως άνω Νόμου, με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, τα εγκλήματα του άρθρου αυτού τιμωρούνται ακόμα και στην περίπτωση που η εγκληματική δραστηριότητα έλαβε χώρα στην αλλοδαπή και δεν υπόκεινται στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων, κατά δε την παρ. 5 τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο αυτό δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Τέλος το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο με το βούλευμα του αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν τούτο δεν υπάγει σωστά σ' αυτήν τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 859/2008 βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε για την υπό κρίση υπόθεση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και τις απολογίες (2ου έως και πέμπτου των κατηγορουμένων) και τα υπομνήματα τους, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 27-1-2000 περιήλθε ένα τηλεομοιοτυπικό μήνυμα στην συσκευή FAX της υπηρεσίας εξωτερικού της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Unicrediro Italiano" στο υποκατάστημα στην ..... υπόψη Γ (ανωτάτου στελέχους αυτής). Το εν λόγω μήνυμα ήταν μία "εντολή πληρωμής στο εξωτερικό" που δήθεν εδίδετο από την εταιρία Fincantieri προς το υποκατάστημα της ..... της ως άνω Τράπεζας, προκειμένου να μετα-φερθεί μέσω SWIFT, το ποσό των 2.000.000 € (3.872.540.000 λιρέτες Ιταλίας), χρεώνοντας το λογαριασμό της ως άνω εταιρίας με αρ. 21409 που τηρούσε στο άνω υποκατάστημα, πιστώνοντας τον υπ' αρ. ...... λογαριασμό που ετηρείτο στην Τράπεζα EUROBANK (υποκατάστημα ..., .....), με δικαιούχο του ποσού αυτού τον Β (α' κατηγορούμενο). Η εντολή πληρωμής έκανε λόγο για προηγούμενη συμφωνία. Όταν ρωτήθηκε ο Γ σχετικώς επιβεβαίωσε στους ανωτέρω του ότι είχε λάβει πριν από κάποιες μέρες ένα τηλεφώνημα από κάποιο άγνωστο άτομο που του είχε συστηθεί ως υπάλληλος της Fincantieri και του είχε ζητήσει τεχνικές πληροφορίες σχετικά με το "πάγιο νόμισμα του δικαιούχου" σε εμβάσματα εξωτερικού, εάν δηλαδή μπορούσε να εκτελέσει μία εντολήπληρωμής στο εξωτερικό με προκαθορισμένο νόμισμα. Στη συνέχεια το ανωτέρω FAX παραδόθηκε από τον Γ στη διεύθυνση της Τράπεζας και υποβλήθηκε για την έγκριση της εκτέλεσης της εντολής στον συνδιευθυντή και διαχειριστή Δ. Ο τελευταίος, αφού έλαβε προηγούμενα την διαβεβαίωση του Γ ότι η εντολή πληρωμής είχε συζητηθεί προηγουμένως με εκπροσώπους της εταιρίας, έκρινε, ότι η αυθεντικότητα του μηνύματος ήταν εγγυημένη, περιορίστηκε στην εκπλήρωση των τυπικών υποχρεώσεων και στη 28-1-2000 προέβη στην εκτέλεση της εντολής μέσω SWIFT ενώ δεν επακολούθησε καμιά γραπτή επιβεβαίωση. Ο Γ όμως όταν εξετάσθηκε από τις ιταλικές αρχές δεν θυμόταν αν ο εμφανισθείς ως υπάλληλος της Fincantieri του είχε αναφέρει το όνομά του, ούτε το διάλογο που είχε με τον συνάδελφο του. Η "Fincantieri Cantieri Νavali italiani Spa" όταν πήρε το χρεωστικό σημείωμα στις 28-1-2000 από την ως άνω τράπεζα που της γνωστοποιούσε και την εκτέλεση της ως άνω εντολής πληρωμής αντέδρασε άμεσα, αμφισβήτησε στις 18/2/2000 δια του οικονομικού της διευθυντή την νομιμότητα της σχετικής χρέωσης αρνούμενη ότι δόθηκε από αυτήν η προαναφερόμενη εντολή πληρωμής επισημαίνοντας διαφορά στοιχεία πλαστότητας στο έντυπο της εντολής που αποδεικνύουν των μη γνησιότητα αυτού ως εγγράφου προερχόμενου από την εταιρία τους και ισχυριζόμενη ότι η εταιρία αυτή για τέτοιες υψηλές συναλλαγές δεν αρκείται ποτέ σε FAX αλλά μόνο όταν συνοδεύεται με πρωτότυπη επιστολή υπογραμμένη από πληρεξουσίους, τέλος υπέβαλε και σχετική μήνυση κατ' αγνώστων δραστών στο Τμήμα Ασφαλείας Τεργέστης. Μετά ταύτα η Fincantieri λαμβάνοντας το αντίγραφο της ως άνω καταγγελίας ακύρωσε την χρέωση και απέστειλε στην εταιρία λογιστική επιστολή της πίστωσης με την επιφύλαξη της επαναφοράς της καθ' ην περίπτωση ανέκυπταν ευθύνες της εταιρίας. Με τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι άγνωστα μέχρις στιγμής πρόσωπα απέστειλαν προς την τράπεζα "Unicredito Italiano πλαστή εντολή εμβάσματος δήθεν προερχόμενη από την ιταλική εταιρία Fincantieri ... και ούτω εξαπάτησαν τους υπαλλήλους της ώστε να εμβάσουν μέσω SWIFT το ποσό των 2.000.000 € στο λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα EUROBANK με δικαιούχο τον Β, ζημιούμενης ούτω κατά το ως άνω ποσό της ιταλικής τράπεζας επ' αντιστοίχω ωφέλεια των δραστών, ιδιαίτερα μεγάλου ύψους. Στις 28-1-2000 παραλήφθηκε ένα αντίγραφο του εμβάσματος ποσού 2.000.000 € στο υποκατάστημα της EUROBANK στην περιοχή ".....". Στις 31-1-2000 το χρηματικό ποσό των 2.000.000€ πιστώθηκε στον υπ' αρ. ..... κοινό λογαριασμό της EUROBANK στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν ο Β και η θυγατέρα του - κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ2. Ακολουθεί δραχμοποίηση του ποσού σε 661.352.153 δρχ. αφού παρακρατήθηκε το ποσό της προμήθειας και ο Β ανέλαβε άμεσα ολόκληρο το παραπάνω ποσό με τον εξής τρόπο: 1) ποσό 580.000.000 δρχ. με την έκδοση ίσης αξίας τραπεζικών επιταγών σε διαταγή του, ήτοι επτά (7) επιταγών με αριθμούς από ..... έως ..... και συγκεκριμένα της υπ' αριθ. -..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ1 αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ. της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 100.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... επιταγής ποσού 60.000.000 δρχ., της υπ' αρ. ..... ποσού 60.000.000 δρχ. και της υπ' αρ. ..... ποσού 60.000.000 δρχ. Οι έξι πρώτες συνολικού ποσού 520.000.000 δρχ. οπισθογραφήθηκαν εν λευκώ από τον Β. Την έβδομη επιταγή αξίας 60.000.000 δρχ. την 1-2-2000 (δηλαδή την ίδια ημέρα που εμφανίσθηκαν οι λοιπές ως άνω επιταγές στο υποκατάστημα της ..... από τον Α την εμφάνισε προς πληρωμή στο υποκατάστημα της οδού ..... της ίδιας Τράπεζας (EUROBANK) ο ίδιος ο Β. Από το ποσό δε της επιταγής εισέπραξε 10.000.000 δρχ. σε μετρητά και για το υπόλοιπο των 50.000.000 δρχ. εξέδωσε ισόποση επιταγή με αρ. ....., 2) Την 31-1-2000 ο Β εισέπραξε ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό των 81.381.589 δρχ. σε μετρητά, στις 1-2-2000 κατέθεσε στον υπ' αρ. ..... ατομικό λογαριασμό που διατηρεί η Χ2 στο υποκ/μα ..... της Τράπεζας EUROBANK τα ποσά των 2.900.000 δρχ. και 2.000.000 δρχ. Περαιτέρω προέκυψε σαφώς ότι ο ως άνω κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους και νυν εκκαλούντες τελούσαν σε πλήρη γνώση της παράνομης προέλευσης των πιο πάνω χρημάτων και έθεσαν από κοινού σε εφαρμογή το σχέδιο της νομιμοποίησης αυτών μέσω του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα. Ο βασικός πυρήνας είναι ο Β, άτομο ανεπάγγελτο πλέον, αφού από ετών είχε διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα ως εμπόρου της κεντρικής λαχαναγοράς, λόγω των σοβαροτάτων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (λέμφωμα HODEN, χρόνια λοίμωξη από υπατίτιδα Β, ηπατική ανεπάρκεια, εφαρμογή χημειοθεραπείας, μεταμόσχευση ήπατος (1993), επαναλοίμωξη του μοσχεύματος, συνεχή παρακολούθηση στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ (Φεβρουάριο του 2000) οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (λίγες ημέρες μετά την διάπραξη της ως άνω απάτης), νοσηλεύθηκε αλλεπάλληλα λόγω καρδιακής και νεφρικής ανεπάρκειας, χειρουργήθηκε πολλάκις και τελικώς απεβίωσε συνεπεία των ως άνω παθήσεων του στις 21-7-2003. Χρησιμοποιήθηκε όμως και προφανώς λόγω της διεγνωσμένα επισφαλούς υγείας του, κοινός λογαριασμός με την θυγατέρα του (εκκαλούσα) για την έμβαση του ως άνω ποσού των 2.000.000 δρχ. Αυτό ενισχύει την πεποίθηση για την γνώση και συμμετοχή της Χ2 στο όλο σχέδιο καθόσον η ύπαρξη της ως συνδικαιούχου διασφάλιζε την περαιτέρω ρευστοποίηση και νομιμοποίηση μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος εσόδων από εγκληματική αναμφίβολα δραστηριότητα ως εξελικτικά διαμορφώθηκε στην υπό κρίση υπόθεση του, ποσού των 2.000.000 €, στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ήδη βεβαρημένης υγείας του συνδικαιούχου πατέρα της του οποίου σαφώς κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου εγνώριζε την παράνομη δραστηριότητα. Άλλωστε και η λογική των πραγμάτων μας κατευθύνει σ' αυτήν την πεποίθηση διότι οι δράστες της ως άνω αποχής και αποστολής του πλαστής εντολής πληρωμής (με FAX) ενόψει της επισφαλέστασης υγείας του Β δεν θα διακινδύνευαν την αποστολή ενός τεράστιου χρηματικού ποσού (2.000.000€) σε λογαριασμό ατόμου (έστω συνδικαιούχου) που σε περίπτωση αχρήστευσης του Β ως βασικού οργάνου διοχέτευσης αυτού του ποσού στην Ελλάδα θα έθετε εν κινδύνω το σχέδιο νομιμοποίησης του προϊόντος αυτού της εγκληματικής τους δραστηριότητας λόγω της άγνοιας ακριβώς περί την παράνομη δραστηριότητα του συνδικαιούχου (εν προκειμένω πατέρα της) και προφανώς έλλειψη βούλησης να συνεργήσει σ' αυτήν την παράνομη δραστηριότητα. Όσον αφορά τον έτερο εκκαλούντα Χ3, ο οποίος κατά την κατηγορία που τον βαρύνει συναντήθηκε με τον έτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ1 (στο γραφείο του τελευταίου) και τον έτερο συγκατηγορούμενό τους Α, ο οποίος έμελλε να οπισθογραφήσει και εισπράξει, τις προαναφερθείσες εν λευκώ οπισθογραφημένες από τον Β έξι επιταγές συνολικού ύψους 520.000.000 δρχ. στο υποκατάστημα της EUROBANK της οδού ....., ο ισχυρισμός του ότι απλώς παραβρέθηκε στην είσπραξη των επιταγών από τον Α για να διασφαλίσει τα χρήματα του φίλου του (α' κατηγορούμενου Β) ο οποίος του είχε ζητήσει κάποιο άτομο security για την ασφαλή είσπραξη αυτών ουδόλως πείθει το Συμβούλιο. Δεν έχει καμμία λογική να καταφεύγει στον Χ3 ο Β για να του διασφαλίσει την είσπραξη του ποσού 520.000.000 δρχ., που υποτίθεται ότι λόγω προβλημάτων υγείας δεν ηδύνατο να εισπράξει ο ίδιος και ο Χ3 να πείθεται για την νομιμότητα των χρημάτων αυτών και την ανάγκη του "ασθενούντος" δήθεν φίλου του Β να εισπραχθούν από τρίτο πρόσωπο κατά τρόπο ασφαλή, όταν την ίδια μέρα ο Β αυτοπροσώπως, ως προαναπτύχθηκε, συναλλάσσεται με την EUROBANK άλλης περιοχής και εν πάσει περιπτώσει να απευθυνθούν σε γραφείο security καταφεύγουν στον μεγαλοεπιχειρηματία (συγκατηγορούμενο) - εκκαλούντα Χ1 που τους προτείνει με την σειρά του αντί για άτομο ασφαλείας τον Α ένα άτομο που ουδόλως έχει σχέση με γραφεία Security. Τα πρόσωπα του Χ3 και του Χ1 που σαφώς αποδείχθηκε ότι παρέδωσε στον Α τις επιταγές για είσπραξη χωρίς βάσιμη δικαιολογία αναμιγνύονται σε μία συναλλαγή, που ο Β ηδύνατο να πράξει μόνος του, αν τα χρήματα δεν είχαν ύποπτη βεβαίως προέλευση ώστε να χρειάζεται η μεθοδευμένη κατάτμηση του ποσού των 2.000.000 € σε επιταγές εισπραττόμενες σε διάφορα υποκαταστήματα της EUROBANK στους ίδιους σχεδόν χρόνους από διαφορετικά πρόσωπα, που εισπράττουν όπως ο Α ή διασφαλίζουν με την παρουσία και την μεθοδικότατη οργάνωση της είσπραξης (Χ1, Χ3) του ποσού που ως προαναφέρθηκε ήταν και το γνώριζαν καλώς και οι συνδράμοντες κατά την αποδιδόμενη σ' αυτούς κατηγορία προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας τρίτων ατόμων.
Συνεπώς και με βάση τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο κρίνε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων εκκαλούντων και παραπομπής τους κατά το εκκαλούμενο βούλευμα στο αρμόδιο δικαστήριο, ορθώς κρίνοντας του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου. Να απορριφθούν κατ1 ουσία ο ένδικες εφέσεις. Να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους εκκαλούντες και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των εκκαλούντων (αρ. 583§1 ΚΠοινΔ".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της από κοινού παράβασης του άρθρου 2 παρ. 1, 4 και 6 Ν. 2331/1995, διέλαβε στο βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή και του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, στου οποίου τη συμμετοχή γίνεται εκτενής αναφορά στο βούλευμα, το οποίο ειδικότερα, εκτός των άλλων αναφέρει: "Τα πρόσωπα του Χ3και του Χ1 που σαφώς αποδείχθηκε ότι παρέδωσε στον Α τις επιταγές για είσπραξη χωρίς βάσιμη δικαιολογία, αναμιγνύονται σε μία συναλλαγή που ο Β ηδύνατο να πράξει μόνος του, αν τα χρήματα δεν είχαν ύποπτη βεβαίως προέλευση ώστε να χρειάζεται η μεθοδευμένη κατάτμηση του ποσού των 2.000.000 € σε επιταγές εισπραττόμενες σε διάφορα υποκαταστήματα της EUROBANK στους ίδιους σχεδόν χρόνους από διαφορετικά πρόσωπα, που εισπράττουν όπως ο Α ή διασφαλίζουν με την παρουσία και την μεθοδικότατη οργάνωση της είσπραξης (Χ1, Χ3) του ποσού που ως προαναφέρθηκε ήταν και το γνώριζαν καλώς οι συνδραμόντες κατά την αποδιδόμενη σ'αυτούς κατηγορία προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας τρίτων ατόμων". Ήταν περαιτέρω ο κατηγορούμενος αυτός που πρότεινε τον συγκατηγορούμενο του Α ως "άτομο ασφαλείας" στην είσπραξη του μνημονευομένου ποσού, προϊόντος της απάτης που αναφέρεται, του οποίου επιχειρήθηκε η νομιμοποίηση. Περαιτέρω το Συμβούλιο με τις αναφορές και τις σκέψεις του, που στο βούλευμα του εκτίθενται, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 του ΠΚ και 2 παρ.1, 4 και 6 του Ν. 2331/1995, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και γιαυτό είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' και β' λόγοι της αναιρέσεως. Ειδικότερα με το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογούνται επαρκώς, με την παράθεση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, η γνώση του αναιρεσείοντος για την παράνομη προέλευση των χρημάτων, ο τρόπος της συνδρομής του στο πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και ειδικότερα στην πράξη της απάτης και η συναυτουργική δράση του κατηγορουμένου, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, ο κατηγορούμενος δέχθηκε στην κατοχή του τις επιταγές που προαναφέρθηκαν, "παρέδωσε στον Α τις επιταγές για είσπραξη χωρίς βάσιμη δικαιολογία" αναμίχθηκε σε μία συναλλαγή "που ο Β ηδύνατο να πράξει μόνος του, αν τα χρήματα δεν είχαν ύποπτη βεβαίως προέλευση, ώστε να χρειάζεται η μεθοδευμένη κατάτμηση του ποσού των 2.000.000 € σε επιταγές εισπραττόμενες σε διάφορα υποκαταστήματα της EUROBANK στους ίδιους σχεδόν χρόνους από διαφορετικά πρόσωπα, που εισπράττουν, όπως ο Α ή διασφαλίζουν με την παρουσία και την μεθοδικότατη οργάνωση της είσπραξης", πρότεινε δε ως "άτομο ασφαλείας" για την είσπραξη του ποσού (προϊόντος της απάτης), τον συγκατηγορούμενο του Α, που δεν έχει σχέση με γραφεία Securiti. Για την αιτιολογία της απόφασης δεν ήταν αναγκαίο το Συμβούλιο να αιτιολογήσει ειδικότερα τον τρόπο γνωριμίας του αναιρεσείοντος και του Β και τη συμμετοχή του ίδιου στην τέλεση της πράξης της απάτης, δεν ενέχει δε ανακολουθία η αιτιολογία του βουλεύματος με την οποία δέχεται ότι ο Β έδωσε στον κατηγορούμενο τις επιταγές, τις οποίες ο ίδιος είχε λάβει από την Τράπεζα, στη συνέχεια δε αυτός τις παρέδωσε στον Α για να τις εισπράξει, δοθέντος ότι το Συμβούλιο με το βούλευμα εντάσσει τις ενέργειες αυτές των κατηγορουμένων στο όλο σχέδιο, με το οποίο θα διασφαλιζόταν η περαιτέρω ρευστοποίηση και νομιμοποίηση, μέσω του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος, των εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμό 859/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική. Παράβαση άρθρου 2 παρ. 1, 4, 6 Ν. 2331/1995. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νομιμοποίηση εσόδων.
| 0
|
Αριθμός 546/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) X1 και 2) X2 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1303/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιουλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1352/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 492/20-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ 485 &1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 141 και 142/30-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεων των X2 και X1, αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 1303/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 62155 και 56/2008 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ο πρώτος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση και με σκοπό περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 και για απάτη στο Δικαστήριο, με συνολικό περιουσιακό όφελος ή ζημία άνω των 73.000 ευρώ και η δεύτερη για άμεση συνεργεία στην απάτη στο Δικαστήριο με συνολικό όφελος ή ζημία άνω των 73.000 και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορούμενους δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου τους η οποία είχε προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στις εκθέσεις αναιρέσεων και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχουν συγκεκριμένο λόγο, της, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ( αρθρ. 484 & 1 δ, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος όπως και να συνεκδικαστούν σαν συναφείς. Ο προβαλλόμενος λόγος συνίσταται όπως αναφέρεται στις αιτήσεις αναίρεσης ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθέτησε πλήρως την εισαγγελική σκέψη χωρίς να παραθέσει δικές του σκέψεις και αιτιολογία δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά , δεν εκτίθεται σ'αυτό και δεν αιτιολογείται το ποσό της ζημίας ή αντιστοίχως του οφέλους το οποίο επιδίωξαν οι αναιρεσείοντες, δεν αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αξία του ακινήτου και στοιχεία για το αν κατά τον χρόνο των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ε και πώς προέκυψε η αξία αυτή την στιγμή που το ακίνητο αποτελείται από δύο τμήματα το ένα 56 τμ μη άρτιο και το άλλο 103 τμ άρτιο μεν άλλα μη αυτοτελώς αξιοποιήσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του Π.Κ., που ορίζει ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται α) πρόκληση και παραγωγή από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, στον οποίο, δεν είναι αναγκαίο, αλλά και δεν αποκλείεται, να περιλαμβάνεται και η προς τον παρακινούμενο υπόδειξη του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή θελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση και τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν.2408/1996 και αντικ. με το άρθρο 14&2α του ν. 2721/99 "παρ. 1 Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση ... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.370 ευρώ .Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ1 επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Προκύπτει για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, όπως και δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. ( ΑΠ 467/2002, ΑΠ 2170/2002, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1142/2003)και Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρο 46 παρ.1 περ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας, απαιτείται, αφενός μεν ο δράστης να παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και η συνδρομή αυτή να συνδέεται προς την τελευταία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε, χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί και αφετέρου απαιτείται δολία προαίρεση του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή της συνδρομής αυτής και γνώση ότι την παρέχει για την εκτέλεση από τον αυτουργό της κύριας πράξεως και λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν στο πρόσωπο του συνεργού συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις (ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1235/2005). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό του βουλεύματος, ή και σε συνδυασμό με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη. ( ΑΠ Ολ. 2/2002, ΑΠ 814/2000, ΑΠ 1167/2000, ΑΠ 854/2004, ΑΠ 1504/2004, ΑΠ 1984/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Σε εκτέλεση πρώτου απογράφου της με αριθμ. 104/2000 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών επιβλήθηκε εις βάρος του Α κατάσχεση επί ενός διαμερίσματος εκ δύο δωματίων και κουζίνας μετά οικοπέδου έκτασης 56 τμ. το οποίο βρισκόταν σε οικία στην θέση "....." επί της πλατείας ..... αριθμ. ... πρώην ..., το οποίο είχε περιέλθει στον καθ'ου ο πλειστηριασμός δυνάμει της με αριθμ. ..... δημόσιας διαθήκης της μάμμης του Β το οποίο και εκπλειστηριάστηκε και περιήλθε στον εγκαλούντα. Ολόκληρη η οικία μέρος της οποίας το ως άνω διαμέρισμα αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα όσα και τα αδέλφια της δικαιοπαρόχου τα οποία και προχώρησαν στην διανομή και από τα οποία ένα τμήμα (1/4) περιήλθε στην κυριότητα του δευτέρου αναιρεσείοντα δυνάμει του ..... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενώ τα υπόλοιπα ανήκοντα στην μητέρα του περιήλθαν σ'αυτόν της με την ημερομηνία 5-2-1994 ιδιόγραφη διαθήκης της η οποία δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με τήν με αριθμ. 1163/12-1996 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών μετά από την αναγνώριση της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδας και την ένορκη βεβαίωση επί τούτου από την πρώτη αναιρεσείουσα. Με την διαθήκη αυτή καταλείπονταν στον αναιρεσείοντα η ακίνητη ιδιοκτησία της μεταξύ της οποίας και το επίδικο μετά του αναλογούντος ποσοστού επί του οικοπέδου Μετά την περιαγωγή του παραπάνω ανίκητου στον εγκαλούντα δυνάμει του αναγκαστικού πλειστηριασμού που επιβλήθηκε, ο εγκαλών εκμίσθωσε την 27-1-2001 το εν λόγω ακίνητο στον αναιρεσείοντα για επαγγελματική χρήση. Ο αναιρεσείων όμως την 6-12-2002 με αίτηση του προς το Μον. Πρωτ. Αθηνών κατέθεσε αίτηση και ζήτησε να δημοσιευτεί και να κηρυχθεί κυρία η με ημερομηνία 8-4-1994 δεύτερη ιδιόγραφη διαθήκη της Γ η οποία μετά την ένορκη βεβαίωση περί της γνησιότητας της και πάλι από την πρώτη αναιρεσείουσα δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε και αυτή κυρία. Μετά την διαδικασία αποδοχής και μεταγραφής ο δεύτερος αμφισβήτησε την κυριότητα του εγκαλούντα επί του ακινήτου που περιήλθε σ'αυτόν από τον πλειστηριασμό και ξεκίνησε μεταξύ τους αντιδικία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται περιστατικά σχετικά με την δραστηριότητα του καθ ενός των αναιρεσειόντων ρητής αναφοράς γενομένης για το ότι ο μόνος που είχε συμφέρον για την κατάρτιση, χωρίς να τον κατονομάζει σαν πλαστογράφο , εμφάνιση και δημοσίευση ήταν ο πρώτος αναιρεσείων και ότι στην πράξη του αυτή του περείχε άμεση συνδρομή η δεύτερη, η δραστηριότητα της οποίας περιγράφεται ως συνιστώσα απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της πράξης του άλλου αναιρεσείοντα και για την οποία αναφέρεται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο που βεβαίωσε για την γνησιότητα και των δύο ιδιογράφων διαθηκών της διαθέτιδας τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης (πλαστής) διαθήκης εν γνώσει τελώντας της πλαστότητας της γενομένης μάλιστα και σχετικής πιθανολόγησης από ένα των πραγματογνωμόνων ότι είναι το πρόσωπο που κατάρτισε την επίδικη διαθήκη. Περί της πλαστότητας της διαθήκης αυτής υπάρχει ομοφωνία των πραγματογνωμόνων Δ1, Δ2, Δ3 και Δ4 από τις πραγματογνωμοσύνες των οποίων προέκυψε ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή χωρίς όμως με βεβαιότητα να αποφαίνονται οι πραγματογνώμονες αυτοί για τον δράστη της πλαστογραφίας αν και ο ένας από αυτούς , η Δ3, πιθανολογεί ότι αυτή που κατάρτισε την επίδικη διαθήκη είναι η αναιρεσείουσα η οποία και βεβαίωσε στο δικαστήριο ένορκα την γνησιότητα της. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 216 &1-3 και 386 &1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται μεταξύ στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος όπως δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας με την εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέα γιατί η πρόταση του εισαγγελέα ενσωματώνεται στο βούλευμα και αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο και περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία οπότε επιτρεπτά γίνεται η εξ ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου στην ενσωματούμενη πρόταση προς αποφυγή επαναλήψεων (ΑΠ Ολ. 1227/79, ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 59/2005, ΑΠ 1527/2000), απορριπτόμενων των αιτιάσεων για το ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται στην αξία των ακινήτων άλλως δεν προκύπτει ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ε. γιατί στην εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στο βούλευμα αναφέρονται στοιχεία περί της αξίας των ακινήτων και γίνονται σκέψεις σχετικά με την αξία τους και εκτίθεται σαν πραγματικό περιστατικό και υποστηρίζεται με σχετικές σκέψεις περί του ότι η αξία των ακινήτων υπερβαίνει τις 73.000 ε. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθούν οι με αριθμ. 141 και 142/30-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεων των X2 και X1, αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 1303/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 62155 και 56/2008 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων .
Αθήνα την 25-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Επομένως, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης απαιτείται να υπάρχει αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος, αφ' ενός μεν μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείστηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση που επάγεται περιουσιακή βλάβη στον ίδιο ή άλλο, η βλάβη δε αυτή να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής. Δεδομένου δε ότι δεν απαιτείται ταύτιση του παραπλανηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη, η απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστή σε πολιτική δίκη, οσάκις υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός υποστηριζόμενος με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων αλλά με αναληθές περιεχόμενο ή με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά την παρ.3 εδ. β' του άρθρου 386 ΠΚ., όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται πλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β' του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών 73.000 Ευρώ. Τέλος, κατά το άρθρο 46 & 1 ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς, α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρθρο 48 του ΠΚ, απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος. Η συμμετοχή σε απάτη και πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν η επιβαρυντική περίσταση συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμέτοχου. Περαιτέρω, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τα οποία αρκεί να προσδιορίζονται κατ' είδος, καθώς και oι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα εν λόγω περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος ιδρύει και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει σωστά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1303/2008 βούλευμά του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αναφερόμενων κατ' είδος και κατηγορία αποδεικτικών μέσων, που συγκεντρώθηκαν από την ανάκριση, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
"Σε εκτέλεση πρώτου απογράφου της υπ' αριθμόν 104/2000 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών για συνολική οφειλή 1.074.000 δραχμών του Α προς τον επισπεύδοντα και ήδη εγκαλούντα Ψ, με την 145/2000 έκθεση του δικαστικού επιμελητή ....., κατασχέθηκε ακίνητο του οφειλέτη, το οποίο εκπλειστηριάσθηκε, με την υπ' αριθμ. ..... έκθεση της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου και κατακυρώθηκε στον εγκαλούντα. Εκτός αυτής του εγκαλούντος, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό βαρών του υποθηκοφύλακα Κηφισιάς υπήρχαν εγγραφές αναγκαστικών κατασχέσεων υπέρ του Β' ταμείου ΙΚΑ Αθηνών και της Δ.Ο.Υ Κηφισιάς συνολικού ύψους 50.065.296 δραχμών. Στην υπ' αριθμ. ..... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης το εκπλειστηριασθέν ακίνητο περιγράφεται, ως ένα διαμέρισμα πεπαλαιωμένο, κείμενο αριστερά αυτού που εισέρχεται στην οικία, αποτελούμενο από δύο δωμάτια και κουζίνα μετά του οικοπέδου του εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών πενήντα και έξι (56) εξ αδιαιρέτου περίπου (του όλου οικοπέδου αποτελούμενου από περισσότερα εξ' αδιαιρέτου μερίδια) κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ....., στην θέση ".....", επί της πλατείας ..... αριθμός ... πρώην ... . Το ως άνω διαμέρισμα συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων ....., νότια με ιδιοκτησία ..... και με την πλατεία ....., ανατολικά με ιδιοκτησία ..... και δυτικά με ιδιοκτησία Ε και νυν Γ. Στην ίδια έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει ότι ο οφειλέτης Α περιέγραψε το ακίνητο διαφορετικά, δηλαδή ως ένα οικόπεδο με το επ' αυτού ισόγειο πεπαλαιωμένο, κεραμοσκεπές κτίσμα, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..... και εντός του ..... Ο.Τ. Δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 56 τετραγωνικά μέτρα, είναι περίκλειστο και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ....., Ανατολικά με ιδιοκτησία ....., πρώην ....., νότια με ιδιοκτησία Ψ πρώην ..... και δυτικά με ιδιοκτησία Ψ, πρώην Ε. Η ιδιοκτησία αυτή του οφειλέτη είχε περιέλθει σε αυτόν κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου με την υπ' αριθμ. ..... δημόσια διαθήκη της μάμμης του Β την οποία απεδέχθη με την υπ' αριθμ. ..... πράξη της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα και το υπόλοιπο 1/2 με δωρεά της αδελφής του ΣΤ, δια του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε και αυτό νόμιμα. Στην δικαιοπάροχό τους Β είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της Ζ3 και σε αυτόν, βάσει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτου Πέρδικα, με το οποίο οι τέσσερις γιοι του Ζ, Ζ1, Ζ2, Ζ3 και Ζ4 διένειμαν την ακίνητη περιουσία του πατέρα τους μαζί και μία οικία συνολικής επιφάνειας 816 τεκτονικών τετραγωνικών πήχεων την οποία είχε αγοράσει ο Ζ με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Σούτσου, από την ....., λαμβάνοντας ο καθένας ένα μέρος της οικίας με κοινή την είσοδο και κοινή χρήση της αυλής. Ολόκληρη η οικία, μέρος της οποίας αποτελούσε και το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, αποτελούνταν από 4 τμήματα, όσα και τα αδέλφια που προχώρησαν στην διανομή της περιουσίας και από αυτά το ένα τμήμα περιήλθε στην κυριότητα του πρώτου κατηγορουμένου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου, με αγορά από τους ....., ....., ....., τα άλλα δύο φέρονται να έχουν περιέλθει στην κυριότητα του από 8/4/1994 διαθήκης της Γ. Η φερόμενη ως δικαιοπάροχος του πρώτου κατηγορουμένου Γ είχε στην κυριότητα της δύο τμήματα της ως άνω ενιαίας οικίας. Ένα διαμέρισμα που περιγράφεται ως πεπαλαιωμένο ισόγειο διαμέρισμα, συνολικής εκτάσεως περίπου 70 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους κείμενο δεξιά του εισερχομένου στην οικία, που συνορεύει ανατολικά με διαμέρισμα της ιδίας οικίας, ιδιοκτησίας κληρονόμων ....., δυτικά με οικία Λογοθέτη, βόρεια με ..... και νότια με οικία ....., πρώην ....., το οποίο αγόρασε από τον Ε δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ. Τσαντίλα. Στον Ε είχε περιέλθει από κληρονομιά της Β δυνάμει της υπ' αριθμ. ..... διαθήκης. Στην Β είχε περιέλθει από αγορά από τον Ζ3 δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου και στον Ζ3 από αγορά, με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο, από τον ..... . Στον ..... είχε περιέλθει από αγορά από τον ..... και σε αυτόν με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο διανομής. Ένα δεύτερο διαμέρισμα που περιγράφεται ως αποτελούμενο από ένα δωμάτιο και κουζίνα ερειπωμένο, έκτασης περίπου 100 τεκτονικών τετραγωνικών πήχεων που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ....., δυτικά με εμβασιά, βόρεια με ιδιοκτησία Ζ3 και νότια με εμβασιά οικίας και ενός στάβλου ερειπωμένου, περιήλθε στην κατοχή της δυνάμει του ..... συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παυσανία Μπονάτσου, με αγορά από τους ....., ....., ....., ..... και ..... . Στους προαναφερθέντες περιήλθε κατά ποσοστό 1/5 εξ' αδιαιρέτου από κληρρνομιά του προαποβιώσαντος πατέρα τους ..... και σε αυτόν με το υπ' αριθμ. ..... διανεμητήριο συμβόλαιο. Την 15-7-1994 απεβίωσε η ανωτέρω Γ και ακολούθως, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου Χ2 και του πατέρα του Α, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1163/12-9-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 5-2-1994 ιδιόγραφη διαθήκη της. Ενώπιον του Δικαστηρίου εξετάσθηκε ενόρκως η δευτέρα των κατηγορουμένων η οποία βεβαίωσε τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της μητέρας της. Στη διαθήκη αυτή μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής: "... Στον γιό μου Α ... αφήνω το παλιό δωμάτιο με την κουζίνα και τον παλιό στάβλο που έκανα αποθήκη μαζί με το οικόπεδο αυτών και της αυλής οιασδήποτε εκτάσεως και αν είναι που αγόρασα από τους ..... . Επίσης αφήνω στον ίδιο τα δύο παλιά δωμάτια με τους βοηθητικούς χώρους και με το οικόπεδο αυτών και την αυλή κήπο με δένδρα που βρίσκεται ανάμεσα από τα δωμάτια αυτά και ..... όπισθεν του ..... μαζί με το ποσοστό οικοπέδου που αναφέρεται στο συμβόλαιο μου, επίσης αφήνω στον γιο μου τούτον Α το ποσοστό μου που έχω από κληρονομιά του συζύγου μου Η επί επιφανείας και παλιού οικήματος μπροστά, δηλαδή ανατολικά της ιδιοκτησίας ..... και μέχρι της διόδου ....., οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία μου βρεθεί μετά το θάνατο μου αφήνω στον γιο μου αυτόν ...". Ο εγκαλών, μετά τον πλειστηριασμό, στις 27/1/2001, εκμίσθωσε το ακίνητο στον πρώην οφειλέτη του Α για δύο έτη προκειμένου να λειτουργήσει ως ταβέρνα. Λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων και λήξης της μίσθωσης, ανέκυψε αντιδικία κατά την οποία ο Α ισχυρίσθηκε ότι το μίσθιο ακίνητο ανήκε στον γιο του Χ2 σύμφωνα με διαθήκη της γιαγιάς του Γ. Τότε ο εγκαλών Ψ, διαπίστωσε ότι την 6-12-2002 ο πρώτος των εκκαλούντων κατηγορουμένων, Χ2 με αίτησή του ζήτησε να δημοσιευτεί δεύτερη ιδιόγραφη διαθήκη, με χρονολογία 8-4-1994, της Γ με την οποία κληρονόμος των ακινήτων αυτών ορίζεται ο ίδιος. Πέτυχε δε να δημοσιευτεί και να κηρυχθεί κυρία και η δεύτερη αυτή διαθήκη με την υπ' αριθμ. 1981/6-12-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη σχετική διαδικασία κατέθεσε ως μάρτυρας και πάλι η δεύτερη κατηγορουμένη X1, η οποία βεβαίωσε τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της διαθέτιδος. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος αποδέχθηκε την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ..... πράξη της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου, η οποία μετεγράφη την 12/11/2003. Έκτοτε εμφανιζόμενος ως κύριος των ακινήτων αυτών αμφισβήτησε την ταυτότητα του ακινήτου που απέκτησε με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό ο εγκαλών ισχυριζόμενος ότι δεν είναι το διαμέρισμα αριστερά ως προς αυτόν που εισέρχεται στην οικία αλλά αυτό που βρίσκεται δεύτερο δεξιά. Έτσι ξεκίνησε αντιδικία μεταξύ τους ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων. Για τη διερεύνηση της γνησιότητας η μη της από 8-4-1994 διαθήκης διατάχθηκε κατά την κυρία ανάκριση και διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από την γραφολόγο Δ3, η οποία κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα η διαθήκη αυτή είναι πλαστή. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι γραφολόγοι Δ1, Δ2 οι οποίοι ενήργησαν κατ' εντολή του εγκαλούντος, αλλά και ο Δ4, ο οποίος ενήργησε κατ' εντολή των κατηγορουμένων. Είναι προφανές ότι ο μόνος που είχε ισχυρότατο κίνητρο και μεγάλο οικονομικό όφελος από την πράξη αυτή είναι ο κατηγορούμενος Χ2. Επειδή όμως δεν διακριβώθηκε ποιος κατάρτισε την πλαστή διαθήκη, με το εκκαλούμενο βούλευμα ο κατηγορούμενος αυτός παραπέμφθηκε για ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας. Είναι επίσης προφανές ότι η κατηγορουμένη X1 γνώριζε την γνήσια γραφή και υπογραφή της μητέρας της και επομένως, γνώριζε ότι η από 8-4-1994 διαθήκη είναι πλαστή. Ας σημειωθεί εδώ ότι η διορισθείσα κατά την ανάκριση γραφολόγος Δ3 πιθανολογεί ότι η πλαστή αυτή διαθήκη έχει χαραχθεί από την κατηγορουμένη X1. Παρά ταύτα όμως, εν γνώσει της ψευδώς βεβαίωσε ενόρκως την γνησιότητά της ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να συνδράμει τον συγκατηγορούμενό της στην παραπλάνηση του Δικαστή, ώστε να την δημοσιεύσει και να την κηρύξει κυρία. Το συνολικό όφελος δε το οποίο επιδίωξαν οι κατηγορούμενοι, ισούται με την αξία των ακινήτων για τα οποία καταρτίσθηκε η πλαστή διαθήκη. Η αγοραία αξία κάθε ενός από αυτά ακινήτου - επομένως και του περιελθόντος στον εγκαλούντα- υπολογιζόμενη ως ανάλογο προς την έκταση τους ποσοστό επί της αξίας του όλου ακινήτου, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και ευρίσκεται σε κεντρικό σημείο της ....., υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν εις βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις ενοχής, οι οποίες δικαιολογούν και επιβάλλουν την παραπομπή τους στο ακροατήριο για να δικαστούν για τις ανωτέρω πράξεις, ο πρώτος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση και με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου που υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ, απάτη στο Δικαστήριο με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 ευρώ και η δεύτερη για άμεση συνεργεία σε απάτη στο Δικαστήριο με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 ευρώ. Επομένως, ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ορθά παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Κατ' ακολουθία των εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία οι υπό κρίση εφέσεις, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεσή του. Με το από 11-3-2008 ϋπομνημά τους οι κατηγορούμενοι ζητούν να διενεργηθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση προκειμένου να εξετασθεί γραφολογικά με πραγματογνωμοσύνη αν και η πρώτη από τις ανωτέρω διαθήκες είναι γνήσια ή όχι. Η γνησιότητα όμως ή μη της διαθήκης αυτής δεν ασκεί επίδραση στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και επομένως το αίτημα των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, επειδή τα έγγραφα που προσκόμισαν, ο εγκαλών με το από 5-3-2008 και οι κατηγορούμενοι με τα από 11-3-2008 και 2-6-2008 υπομνήματά τους, δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιώδη επιρροή στην κρίση για την παρούσα υπόθεση, παρέλκει η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στη διάταξη του αρθ. 309§2 εδ. β' ΚΠΔ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν τις με αριθμό 55 και 56/2008 εφέσεις των αναίρεσειόντων Χ2 και X1, κατά του 157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε και με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν 1) ο πρώτος για α) ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση και με σκοπό το περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) απάτη στο Δικαστήριο με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 ευρώ και 2) η δεύτερη για άμεση συνεργεία σε απάτη στο δικαστήριο με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση προς τον σκοπό πορισμού οφέλους, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ β) της απάτης και άμεσης συνέργειας σε απάτη στο Δικαστήριο προς το σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τις σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 1, 3, 216 παρ.1 και 3, όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ.2β' του ν. 2721/1999, 13 στοιχ γ', 46 παρ. 1α', β', 49 παρ. 2, 94 ΠΚ, καθώς και εκείνες με βάση τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τα παραπάνω εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις ως άνω ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του λόγου ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση, γιατί αυτή είναι ενσωματωμένη στο βούλευμα, αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο, περιέχει δε πλήρη και σαφή αιτιολογία και η σχετική αναφορά γίνεται προς αποφυγήν άσκοπων επαναλήψεων. Εξάλλου η αιτίαση των αναιρεσειόντων, συνισταμένη στο ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του Συμβουλίου, ως προς το ύψος του οφέλους που επιδιώχθηκε και της αντίστοιχης ζημίας που προκλήθηκε από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις είναι αβάσιμη, αφού στην πρόταση του Εισαγγελέα, την οποία αποδέχεται το βούλευμα, αιτιολογείται επαρκώς το ύψος αυτών, το οποίο, συνεκτιμωμένων όλων των αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται σε ποσό μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ και το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ταυτίζεται με την αξία των επιδίκων ακινήτων. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 & 1 στοιχ. δ' (μοναδικός) λόγος των αναιρέσεων. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολο τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 30 Ιουλίου 2008 αιτήσεις των 1) Χ2 και 2) X1 για αναίρεση του με αριθμό 1303/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία βουλεύματος για κακουργηματική απάτη στο Δικαστήριο, ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία και άμεση συνέργεια στην απάτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 547/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ...... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της με αριθμό 1.251 - 1.252/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον .....
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 574/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' του ν.1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το μήνα .... του έτους ..... "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή (1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ.), τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης α) κατοχή είναι φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών ουσιών και η δυνατότητα διαθέσεώς τους σε οποιαδήποτε στιγμή. Συγκατοχή δε (άρθρο 45 Π.Κ.) υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και υφίσταται η δυνατότητα για όλους τους συναυτουργούς (δράστες) άσκησης φυσικής εξουσίασης αυτής με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξης αυτής, β) μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από τόπο σε τόπο εκτός της ελληνικής επικράτειας με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν.1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο "με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του, τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος...". Κατά το εδ. ζ' του ίδιου άρθρου του Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2479/1997, "ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του, προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον". Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, ναπροκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 1.251-1.252/2007 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι Αστυνομικές αρχές της ...... είχαν την πληροφορία, ότι συγκεκριμένα αλβανικά φορτηγά αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... εισήγον από το εξωτερικό και μετέφεραν κατ' επανάληψη ανά την Ελλάδα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Την 29ην Ιανουαρίου 2003 αστυνομικοί, μεταξύ των οποίων οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες ..... και ...... αντελήφθησαν το ανωτέρω αυτοκίνητο να κινήται στην οδό ...... και να επιβαίνουν σε αυτό 4 άτομα, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι 2 κατηγορούμενοι, ..... και ...... Το φορτηγό εστάθηκε σε υπαίθριο χώρο, πίσω από πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων, το οποίο ευρίσκεται επί των οδών ...... και οι επιβαίνοντες σε αυτό απεβιβάσθησαν και κατευθύνθηκαν στο παρακείμενο εστιατόριο "....." . Μετά πάροδον ολίγης ώρας ο πρώτος κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το φορτηγό αυτοκίνητο, τον ακολούθησε δε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος εν τω μεταξύ συνήντησε και άλλο, πέμπτο, άγνωστο άτομο, μαζί με το οποίο μετέβη στο φορτηγό. Στο φορτηγό αυτοκίνητο επεβιβάσθησαν οι 2 κατηγορούμενοι και μετ' ολίγον κατήλθε από αυτό ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχων ανά χείρας μίαν βαλίτσα, η οποία, όπως απεδείχθη ακολούθως, περιείχε 12 δέματα ηρωΐνης, συνολικού βάρους 6 κιλών και 215 γραμμαρίων. Τότε επενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι συνέλαβαν αμέσως τον δεύτερο κατηγορούμενο και κατέσχεσαν τα ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ιδών τους αστυνομικούς, ετράπη σε φυγήν, προκειμένου να αποφύγει την σύλληψη, πηδώντας επάνω από φράχτες και συρματοπλέγματα. Στην προσπάθειά του όμως αυτήν τραυματίσθηκε και έτσι συνελήφθη, ενώ τα άλλα 2 άτομα, τα οποία είχαν παραμείνει στο εστιατόριο, ως και ο πέμπτος άγνωστος ο οποίος επλησίασε στο φορτηγό αυτοκίνητο για να παραλάβει την βαλίτσα με τα ναρκωτικά, ετράπησαν σε φυγή και διέφυγαν της συλλήψεως. Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει έντονη αντικοινωνικότητα και επομένως η ιδιαίτερη επικινδυνότητα των δραστών, οι οποίοι, καίτοι ήσαν αλλοδαποί, κατείχαν και διακινούσαν με άνεση στην Ελλάδα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (6 κιλά και 225 γραμμάρια ηρωΐνης συσκευασμένα σε 12 δέματα μέσα σε βαλίτσα), χρησιμοποιούντες προς τούτο και φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες - αστυνομικοί, είχε επανειλημμένως χρησιμοποιηθεί για την μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να σταθμίσουν την τεράστια από την χρήση των ναρκωτικών ζημία, την οποία θα προκαλούσαν κυρίως σε νέους ανθρώπους. Περαιτέρω το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε ότι, όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση κατασχέσεως, τα κατασχεθέντα 12 δέματα είχαν ηρωΐνη βάρους έκαστον 520 γρ., 520 γρ., 520 γρ., 518 γρ., 517 γρ., 517 γρ., 517 γρ., 517 γρ., 517 γρ., 517 γρ., 517 γρ., από έκαστο δε εξ αυτών εστάλησαν δείγματα βάρους 1,26 γρ., 1,51 γρ., 1,60 γρ.,1,41 γρ., 1,79 γρ., 1,24 γρ.,1,12 γρ., 1, 47 γρ., 1,38 γρ., 1,19 γρ., 1,20 γρ. και 1,09 γραμμαρίων και το Γενικό Χημείο του Κράτους, με την αποτελούμενη από 2 σελίδες έκθεση εξετάσεως, υπ' αριθ.πρωτ. 766/039/28.2.2003, απεφάνθη, ότι τα εξετασθέντα εν λόγω δείγματα περιέχουν ηρωΐνη σε ποσοστό αντιστοίχως 2,35%, 1,90%, 2%, 1,80, 2%, 2,20%, 2,70%, 1,65%, 1,90%, 2,10%, 2,10% και 1,50%,, δεν εξήτασε δε ολόκληρη την κατασχεθείσα ποσότητα για να αποφανθεί για την περιεκτικότητα ολόκληρης της ποσότητας αυτής σε ηρωΐνη, χωρίς να έχει εν προκειμένω καμμίαν αξίαν το προσκομισθέν από το δεύτερο κατηγορούμενο "έγγραφο", το οποίο επιγράφεται ως "ΠΟΣΟΣΤΟΣΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΚΑΘΑΡΟ-ΤΗΤΟΣ" και καταλήγει "ΣΥΝΟΛΟ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΟΣ: 125,30 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ", το οποίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά εγγράφου, αφού δεν προκύπτει ο συντάξας αυτό και δεν φέρει ημερομηνίαν και υπογραφήν. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, ότι δηλαδή η κατασχεθείσα ποσότητα περιείχε ηρωΐνην συνολικού βάρους μόνον 125,30 γραμμαρίων είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον αναιρεσείοντα κατοχής και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικής ουσίας, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο στην τέλεση των πράξεων αυτών και δεχόμενο το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 παρ. 2δ' ΠΚ) επέβαλε σ'αυτόν ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη διάπραξη εκ μέρους του κατηγορουμένου των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορείται τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων από την αναφορά στο σκεπτικό ότι η ποσότητα των 12 δειγμάτων, από αυτή, που εστάλησαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους περιείχε, κατά την έκθεση εξέτασης που συντάχθηκε, ποσοστό ηρωΐνης, κυμαινόμενο από 1,50% έως 2,70%, και της παραδοχής ότι η ποσότητα ηρωΐνης που κατείχε και μετέφερε από κοινού ο αναιρεσείων στα 12 δέματα ανέρχεται σε 6 κιλά και 225 γραμμάρια, αφού, α) για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις παραπάνω διατάξεις και το ύψος της επιβλητέας ποινής, είναι αδιάφορη η ποσότητα (βάρος) της ναρκωτικής ουσίας, β) στο Γενικό Χημείο του Κράτους ή στα Εργαστήρια της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Α.Ε.Ι. της χώρας αποστέλλονται δείγματα μόνο της κατασχεθείσας ουσίας. Περαιτέρω, αιτιολογείται η συγκατοχή της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας από τον αναιρεσείοντα υπό την έννοια που αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της βούλησης και δυνατότητας διαθέσεώς της ανά πάσα στιγμή, με την παραδοχή ότι ο ανωτέρω εξήλθε προηγουμένως από το φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο είχε επισημανθεί από τα αστυνομικά όργανα ότι μετέφερε ναρκωτικές ουσίες και στο οποίο υπήρχαν τέσσερα άτομα, εκ των οποίων δύο τράπηκαν σε φυγή, αντιληφθέντα την σύλληψή του, εισήλθε εκ νέου σ' αυτό και παρέλαβε την βαλίτσα που περιείχε την παραπάνω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, την οποία ανέμενε να παραλάβει αυτός που επίσης διέφυγε τη σύλληψη. Επίσης αιτιολογείται η μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας με την αναφορά ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ...... φορτηγό αυτοκίνητο, από το οποίο ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων παρέλαβε τη βαλίτσα με τη ναρκωτική ουσία κινείτο στην οδό ...... και ότι στάθμευσε τούτο σε υπαίθριο χώρο που βρίσκεται επί των οδών ...... Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι υπάρχει αντίφαση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, την οποία δέχθηκε ότι κατείχε και μετέφερε από κοινού ο αναιρεσείων, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς η δυνατότητα εξουσιάσεως αυτής απ' αυτόν, γ) δεν προσδιορίζεται ο τόπος από τον οποίον παραλήφθηκε η ναρκωτική ουσία και ο τόπος στον οποίον έφθασε, δ) το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο (κατάσταση - ποσόστοση σε πραγματογνωμοσύνη καθαρότητας), το οποίο αναγνώσθηκε, ε) δεν αιτιολογείται επαρκώς η επικινδυνότητα του αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή εις την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί μεταξύ άλλων ελαφρυντικών και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, προβάλλοντας στο υπόμνημα που ενεχείρησε γραπτά για τα πρακτικά και που ανέπτυξε προφορικά ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν έχει καταδικασθεί στο παρελθόν, ούτε υπάρχουν εκκρεμείς υποθέσεις σε βάρος του, ότι δραστηριοποιήθηκε από νεαρή ηλικία στο κόμμα "ΟΜΟΝΟΙΑ", υπήρξε Γενικός Γραμματέας στην Τοπική Επιτροπή στην πόλη της καταγωγής του ..... του Νομού ..... και είχα επανειλημμένα διωχθεί από το αλβανικό καθεστώς, ότι πριν από τη σύλληψή του διατηρούσε εμπορική επιχείρηση πώλησης ηλεκτρικών συσκευών και ότι συντηρούσε την οικογένειά του με τα χρήματα που αποκέρδιζε από την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα, από τα οποία και εκπλήρωνε όλες του τις υποχρεώσεις (ασφαλιστικές εισφορές, φόροι). Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο με την ακόλουθη αιτιολογία: Από τα στο προοίμιο αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως τον χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικώς κοινωνική ζωή, εν όψει του ότι παρόλον που ήταν αλλοδαπός είχεν κατά το παρελθόν και προ της συλλήψεώς του χρησιμοποιήσει επανειλημμένα το φορτηγό αυτοκίνητο για τη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να σταθμίσει την τεράστια από τη χρήση των ναρκωτικών ζημία που θα προκαλούσαν κυρίως σε νέους ανθρώπους, μη αρκούντος μόνο του λευκού ποινικού μητρώου του, που αφορά το χρόνο διαβιώσεώς του στην Ελλάδα. Η παραπάνω αιτιολογία είναι επαρκής για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού με τις παραδοχές ότι πριν από τη σύλληψή του ο αναιρεσείων μετέφερε, κατ' επανάληψη στο παρελθόν, με φορτηγό αυτοκίνητο ναρκωτικές ουσίες, χωρίς να σταθμίσει την τεράστια ζημία, που προξενούν σε νέους ανθρώπους, σηματοδοτείται η ανεντιμότητα τόσο στον ατομικό, όσο και στον κοινωνικό πρότερον βίο του, οι προϋποθέσεις δε αυτές αρκούσαν για την πληρότητα της αιτιολογίας για την απόρριψη του αιτήματος της αναγνώρισης του εν λόγω ελαφρυντικού, εν όψει μάλιστα ότι, όσον αφορά την εντιμότητα της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής δεν γινόταν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου συναφής λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2008 αίτηση του ..... κρατουμένου ήδη στην Κλειστή Φυλακή ..... για αναίρεση της 1.251 - 1.252/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικής ουσίας, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Απόρριψη ως αβασίμων των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις: α) ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών ως προς την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, την οποία δέχθηκε ότι κατείχε και μετέφερε από κοινού ο αναιρεσείων, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς η δυνατότητα εξουσιάσεως αυτής απ’ αυτόν, γ) δεν προσδιορίζεται ο τόπος από τον οποίον παραλήφθηκε η ναρκωτική ουσία και ο τόπος στον οποίο έφθασε, δ) το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο (κατάσταση - ποσόστωση σε πραγματογνωμοσύνη καθαρότητας), το οποίο αναγνώσθηκε, ε) δεν αιτιολογείται επαρκώς η επικινδυνότητα του αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στ) ότι δεν αιτιολογείται ο αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ .
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 559/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 167/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 820/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 22.655,80 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 15.360,63 € και β) το ποσό των 5.663,95 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.844,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 51.521,95 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 30.11.2000, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 25/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 22.655,80 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 15.360,63 € και β) το ποσό των 5.663,95 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.844,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 51.521,95 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004 που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 51.521,95 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο κατά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 167/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. Με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος και 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε κα προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθμό 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής και τα άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος Πρόσθετοι Λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 544/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2744/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 984/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 403/6-8-08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 28-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2744/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών για αρπαγή από κοινού, ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και παροχή καταλύματος σε λαθρομετανάστες και εκθέτω τα εξής: Η εν λόγω καταδικαστική απόφαση, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 8-2-2008, ενώ η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου από τον παραστάντα στη συζήτηση της υπόθεσης, συνήγορό του Νικόλαο Αγγελάκο, δικηγόρο Αθηνών, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3-3-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 § § 1,2 και 3 του Κ.Π.Δ. Δεδομένου δε, ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ' αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 2744/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 27 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 18 του νόμου 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο, η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της καταχωρισμένης στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικης αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα αδυνατεί ο δικαιούμενος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει στην περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά που συνιστούν τη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 2744/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και τον συνήγορό του, Νικόλαο Αγγελάκο. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίου στις 8 Φεβρουαρίου 2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών στο σώμα της. Όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 3 Μαρτίου 2008, δηλαδή αφού παρήλθε η παραπάνω εικοσαήμερη προθεσμία και χωρίς ο αναιρεσείων να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο στη σχετική αίτηση αναιρέσεως. Ενόψει των παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 για αναίρεση της 2744/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 543/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κότσιφα, περί αναιρέσεως της 293/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2000, που ισχύει από 3-3-2000), "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπόμενου εγκλήματος της (παθητικής) δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263Α' του ΠΚ, α) τα δώρα ή ανταλλάγματα που δεν αρμόζουν σ' αυτόν, να δίδονται ή και να υπάρχει υπόσχεση τούτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ή μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και β) η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας (Ολ ΑΠ 6/1998, Ολ ΑΠ 1778/1993). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 1397/1983 "περί Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ)", οι εντεταγμένοι στο σύστημα αυτό ιατροί είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί και απαγορεύεται να ασκούν την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτά που έχουν σχέση με συγγραφική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιανουάριο του 2006,λόγω του ότι η σύζυγος του εκ των μηνυτών Ψ2, Ψ3 αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων και χολολιθίαση, όπως διαπιστώθηκε μετά από σχετικές εξετάσεις στο Νοσοκομείο ..., η ετέρα των μηνυτών κόρη της Ψ1 τη συνόδευσε στο Γενικό Νοσοκομείο ....., .... όπου ο ήδη εκκαλών κατ/νος ιατρός ....., Επιμελητής Α' των Α' και Β' Χειρουργικών Κλινικών, αφού είδε τις εξετάσεις της, είπε στην Ψ1 την οποία γνώριζε, διότι την είχε χειρουργήσει προ μερικών ετών, ότι η μητέρα της έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στη χολή και ότι η εισαγωγή της στο Νοσοκομείο θα γινόταν στις 23-1-2006, ώστε την επόμενη να πραγματοποιηθεί η επέμβαση, αλλά την επόμενη (24-1-2006) ειδοποίησε την Ψ1 ότι δεν θα γινόταν η επέμβαση της μητέρας της, διότι είχε μεγάλο φόρτο εργασίας και δεν προλάβαινε να συμπεριλάβει και αυτήν στο πρόγραμμα του. Στις 25 και στις 26-1-2006 δεν πραγματοποιήθηκε η επέμβαση και πάλι, για τον ίδιο λόγο που προέβαλε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα η ασθενής Ψ3 να εξέλθει του Νοσοκομείου και να επανεισαχθεί το πρωΐ της επόμενης, 27-1-2006, οπότε η επέμβαση ματαιώθηκε για ακόμη μια φορά για τον ίδιο λόγο. Την ίδια ημέρα (27-1-2006) ο κατ/νος ιατρός ζήτησε από τον σύζυγο και την κόρη της ασθενούς να τους μιλήσει ιδιαιτέρως στο γραφείο του, όπου τους είπε ότι θα χειρουργούσε την ασθενή την επόμενη, 28-1-2006, ημέρα Σάββατο, και ότι έπρεπε να του καταβάλουν ως αμοιβή για την επέμβαση ποσό 1000 ΕΥΡΩ ενώ θα έδιναν και 150 ΕΥΡΩ για τον αναισθησιολόγο. Ο Ψ2 και η κόρη του Ψ1 προσποιήθηκαν ότι συμφωνούσαν να καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά και, αφού αναχώρησαν από το Νοσοκομείο, μετέβησαν στο τμήμα Ασφαλείας ..... όπου, από κοινού, κατήγγειλαν το γεγονός. Μετά την καταγγελία, ανατέθηκε αρμοδίως στην αστυφύλακα Μ1 να συνοδεύσει την επόμενη ημέρα (28-1-2006) την Ψ1 στο Νοσοκομείο ...., όπου η τελευταία επρόκειτο να συναντηθεί με τον κατ/νο ιατρό για να του προκαταβάλει ποσό 500 ΕΥΡΩ ώστε να πραγματοποιήσει την επέμβαση στη μητέρα της - το υπόλοιπο του ποσού, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχε ζητήσει ο κατ/νος ιατρός θα του καταβαλλόταν αμέσως μετά την επέμβαση- και να προσποιηθεί τη συγγενή της, ώστε να είναι αυτόπτης μάρτυρας της συναλλαγής. Πράγματι η Ψ1 και η ανωτέρω αστυφύλακας, στις 8.30 το πρωϊ της 28-1-2006, μετέβησαν μαζί στο γραφείο του κατ/νου ιατρού στη Β' Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου ...., αφού προηγουμένως είχαν προσημειωθεί τα χαρτονομίσματα που η Ψ1 θα έδινε στο γιατρό ...... και, επειδή ο τελευταίος έδειχνε επιφυλακτικός έναντι της Μ1 την οποία η Ψ1 είχε συστήσει ως ξαδέλφη της, η Μ1, με δική της πρωτοβουλία, βγήκε από το γραφείο, από το οποίο, μετά από λίγο, βγήκε και η Ψ1 και είπε στην Μ1 ότι είχε δώσει τα χρήματα (500 ΕΥΡΩ) στο γιατρό. Αμέσως η τελευταία μπήκε στο γραφείο, όπου ανακοίνωσε στον ήδη κατ/νο γιατρό ..... αφού του επέδειξε προηγουμένως την υπηρεσιακή της ταυτότητα, ότι είχε υποβληθεί κατ' αυτού από την Ψ1 στο Τμήμα Ασφαλείας .... μήνυση( για παθητική δωροδοκία) και ότι τα δέκα (10) χαρτονομίσματα των 50 ΕΥΡΩ το καθένα, που αμέσως πριν του είχε εγχειρίσει η Ψ1 είχαν προσημειωθεί από την Υπηρεσία της, προέβη δε ακολούθως στη σύλληψη του, αφού, προηγουμένως, εκείνος της παρέδωσε τα χαρτονομίσματα που του είχε δώσει η Ψ1 Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε πλήρως η διάπραξη από μέρους του ήδη εκκαλούντος γιατρού του αδικήματος της δωροδοκίας για νόμιμες πράξεις (άρθρο 235 ΠΚ),αφού πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική του υπόσταση-δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ο αποτελών άρνηση της κατηγορίας ισχυρισμός του κατ/νου περί πλεκτάνης- και συνεπώς πρέπει ο εκκαλών κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο, αναγνωριζομένης σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, ήτοι ότι, μέχρι την τέλεση της πράξης του, έζησε βίο καθ' όλα έντιμο ". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της (παθητικής) δωροδοκίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 235 ΠΚ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2802/2000) και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 263Α και 235 ΠΚ (όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2802/2000), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια προσδιορίζει ότι ο αναιρεσείων ιατρός υπηρετούσε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο ....ως χειρουργός, επιμελητής Α', των Α' και Β' Χειρουργικών Κλινικών και άρα υπάλληλος, ότι στα καθήκοντά του αναγόταν η προαναφερόμενη χειρουργική επέμβαση στη χολή της ασθενούς, καθώς και ότι για να προβεί στην εν λόγω χειρουργική επέμβαση ζήτησε παράνομα από τους μηνυτές να του καταβάλουν το ποσό των 1150 ΕΥΡΩ, το οποίο, κατά ένα μέρος (500 ΕΥΡΩ) και έλαβε, πριν την επέμβαση. Περαιτέρω αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξεως, αφού, από το συνδυασμό αυτών, προκύπτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος την 27-1-2006 απαίτησε το ποσό που προαναφέρθηκε και την 28-1-2006, πριν την επέμβαση, έλαβε μέρος από αυτό. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο "περί πλεκτάνης" ισχυρισμός του κατηγορουμένου, δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει στην απόφαση του, ως προς την απόρριψη του, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και του περιεχομένου των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς σε κάθε μία από αυτά και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. Αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως στην προκείμενη περίπτωση σαφώς βεβαιώνεται με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι. Τέλος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος πριν την έκδοση της απόφασης για την ενοχή του, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά την περί ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, " οι συνήγοροι του κατηγορουμένου πήραν με τη σειρά το λόγο από τον προεδρεύοντα, ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου". Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της με αριθ. 293/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική δωροδοκία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόφασης με την οποία καταδικάστηκε ιατρός. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δωροδοκία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 542/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32015/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1046/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 423/15-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 58/30-4-2008 (συνταχθείσα ενώπιον του Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ, ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Θάνου, κατά της υπ'αρ. 32015/17-5-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απερρίφθη έφεσή του κατά της υπ'αρ. 9772/06 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η προσβαλλομένη υπ'αρ. 32015/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ'αρ. 9772/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεχωρήθη εις το ειδικό βιβλίο καθαρογραφής (αρ. 473 παρ. 3α ΚΠΔ) και επεδόθη εις μεν τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου, Αθανάσιο Θάνο (που είχε ορισθεί με την έκθεση εφέσεως) την 14-1-2008 εις δε τον κατηγορούμενο την 1-4-2008 με επίδοση εις την σύνοικο ενήλικο και υγιή Α. Κατά συνέπεια η 10ήμερος προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως (αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) έληξε την 11-4-2008, ο δε κατηγορούμενος άσκησε την σχετική αίτηση την 30-4-2008 ήτοι εκπροθέσμως χωρίς να αναφέρει εις την σχετική αίτηση λόγους εκπροθέσμου ασκήσεως. Επειδή κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αρ. 58/30-4-2008 αίτηση αναιρέσεως (συνταχθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) του Χ, (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Θάνου), κατά της υπ'αρ. 32015/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 27 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με άρθ. 6 παρ. 6 του Ν. 1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθ. 9 του Ν. 968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δέκα ημέρες, και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει), από τότε που θα επιδοθεί σ' αυτόν η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης, με χρονολογία 18-7-2007, σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη με την ειδική αίτηση αναίρεσης υπ' αρ. 32015/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ' αρ. 1109/1-2-2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της υπ' αρ. 9772/1-2-2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του Κ.Π.Δ, στις 18-7-2007. Στη συνέχεια, η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 1-4-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 14-1-2008, η δε κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 30-4-2008. Έτσι, όμως, αυτή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών από της, κατά τα άνω, κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης, μετά την προηγηθείσα καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη. Ενόψει αυτών και με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 58/30-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 32015/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αναίρεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
Αριθμός 541/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων Δημοτικού Διαμερίσματος ..... του Δήμου ..... Νομού ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 37/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Απριλίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσό εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 477/13.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το αρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις με αριθ. 4/2-4-2008 και 5/2-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ2, κατοίκου ..... Δήμου ..... και β) Χ1, κατοίκου ομοίως, κατά του υπ' αριθ. 37/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος και επάγομαι τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδος με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 37/2008 βούλευμα του παρέπεμψε τους παραπάνω κατηγορουμένους εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθούν: α) Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθησιν, με σκοπό να προσπορίσουν εις τον εαυτό τους, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακόν όφελος, που υπερβαίνει του συνολικού ποσού των 15.000 ευρώ, τελεσθείσαν υπ' αυτών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, β) Απάτη κατ' εξακολούθησιν, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και επί πλέον η δευτέρα εξ' αυτών για γ) υπεξαίρεση - υφαίρεση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπεπιστευμένου εις ταύτη ν με την ιδιότητα της ως εντολοδόχου (αρθρ. 98 §§ 1, 3 εδ. β', 386 §§ 1 εδ. α' και 3 εδ. α', 375 §§ 1 εδ. α' περ. β' και 2 εδ. α', 378 περ. α', 45 Π.Κ.). Κατά το αρθρ. 473 § 1 Κ.Π.Δ., ως προς τα βουλεύματα, όπου ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση εκείνων, ειδικά δε η προθεσμία για την αίτηση αναιρέσεως δεν αρχίζει πριν από την λήξη της προθεσμίας για το ένδικο μέσο της εφέσεως, ο υπολογισμός εξάλλου της προθεσμίας γίνεται σύμφωνα με το αρθρ. 158 § 1 του ίδιου κώδικα, δηλαδή δεν υπολογίζεται η ημέρα της επιδόσεως και αν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρατείνεται έως την επομένη μη εξαιρετέα ημέρα. Εκ τούτου παρέπεται ότι αναίρεση κατά βουλεύματος, το οποίο υπόκειται σε έφεση, αν ασκηθεί πριν λήξει η προθεσμία της εφέσεως είναι απαράδεκτη, γιατί η άσκηση της είναι πρόωρη αφού στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου εις αυτήν κατά τον χρόνον ασκήσεως της (Α.Π. 1140/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' σελ. 517). Στην προκειμένη περίπτωση κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών οι παραπάνω κατηγορούμενοι ήσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, δεδομένου ότι αυτές ησκήθησαν μετά την εκπνοή της, προς άσκησιν εφέσεως, προθεσμίας αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη εις τούτους την 13-3-2008 και 20-3-2008 αντιστοίχως, ενώ οι αναιρέσεις ησκήθησαν την 2-4-2008 με έκθεση ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκίδος. Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Επομένως αι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. II) Από την διάταξη του αρθρ. 216 § 1 Π.Κ., που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητος των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ' αρχής κατάρτισης εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από τον νόμο. Έτσι το έγκλημα της πλαστογραφίας διαπλάσσεται εις τυπικόν μεν έγκλημα πλην όμως συγχρόνως και σκοπουμένου αποτελέσματος.
Συνεπώς αυτή είναι τετελεσμένη με την κατάρτιση, εφόσον όμως η πλαστογράφησις γίνεται επί σκοπώ όπως δια της χρήσεως τούτου επιτευχθεί η παραπλάνησις ετέρου, απαιτείται, πλην του βασικού δόλου, επί πλέον ο δράστης να επιδιώξει και την επέλευσιν και περαιτέρω αποτελέσματος, ήτοι την παραπλάνηση ετέρου περί γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες. Το πρόσθετο αυτό υποκειμενικό στοιχείο είναι αναγκαίο δια την υποκειμενική υπόσταση τούτου και πρέπει και εις το διατακτικό του βουλεύματος να περιλαμβάνεται αλλά και εις το αιτιολογικό αυτού να περιέχονται τα στοιχεία και τα επιστηρίζοντα τούτο πραγματικά περιστατικά. Η παράλειψις του βουλεύματος να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά εις το αιτιολογικό, εκ των οποίων συνήγαγε την ύπαρξιν του σκοπού παραπλανήσεως ετέρου περί γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες, ως εκ της υπαγωγής των ως είρηται πραγματικών περιστατικών υπό το ως είρηται πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, στερείται, κατά τας προαναφερομένας διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έγγραφα, κατά την έννοια του αρθρ. 13 στοιχ. γ' Π.Κ., είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (Α.Π. 814/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ' σελ. 130). Εξάλλου το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσοτέρους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το αρθρ. 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι το τέλεσαν από κοινού, οπότε καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως είναι η γνώση του συναυτουργου για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), το δε βούλευμα, που δέχεται την συνδρομή του όρου αυτού αρκεί να αναφέρει, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, την πράξη που ετελέσθη και τον κοινό δόλο των συναυτουργών, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από αυτούς (Α.Π. 184/2002 Ποιν. Χρ. ΝΒ' σελ. 899, ολ. Α.Π. 50/1990). Εξάλλου, κατά την έννοιαν της διατάξεως του αρθρ. 216 § 1 Π.Κ. η υπό του φερομένου ως εκδότου του εγγράφου εντολή προς τον καταρτίσαντα τούτο όπως θέσει εις αυτό την υπογραφή του, αποκλείει την αντικειμενικήν υπόστασιν της πλαστογραφίας (Α.Π. 825/76 Ποιν. Χρ. ΚΖ' σελ. 246, Α.Π. 1164/74 Ποιν. Χρον. ΚΕ' σελ. 387, Α.Π. 1438/83 Ποιν. Χρ. ΛΔ' σελ. 411, Α.Π. 1139/73 Ποιν. Χρ. ΚΔ' σελ. 260, δια της οποίας απεκατεστάθη η εκ παραδρομής παραδοχή ότι η συναίνεσις του παθόντος επί πλαστογραφίας αποκλείει τον δόλον, όπως εδέχθη η Α.Π. 158/1972 Ποιν. Χρ. KB' σελ. 450, ένθ. και υποσ. Α.Ψ. Μπενάκη). Περαιτέρω εκ της περί πλαστογραφίας ως άνω διατάξεως, σαφώς προκύπτει, ότι αμέσως ζημιούμενος εκ του εγκλήματος τούτου δεν είναι μόνον εκείνος του οποίου επλαστογραφήθη η υπογραφή του εγγράφου του οποίου είναι εκδότης αλλά και καθένας ο οποίος ζημιούται αμέσως εκ της χρήσεως αυτού (Α.Π. 773/1993 Ποιν. Χρ. ΜΓ' σελ. 539, Α.Π. 88/92 Ποιν. Χρ. MB' σελ. 393). Τέλος δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και επί πλέον να συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης αυτής από τον δράστη. Έτσι, κατ' αρθρ. 13 στοιχ. στ' Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη (Α.Π. 470/2004 ΠΛόγ. 2004 σελ. 603, Α.Π. 17/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' σελ. 594). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αρθρ. 386 § 3 Π.Κ., ως αντικ. δι' αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικως με την εν γνώσει παράστασιν ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλάνη θέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν επραγματοποιήθη ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι δε απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξηπατήθη με εκείνου που εζημιώθη. Είναι δυνατόν από μία πράξη απάτης να είναι παθόντες πλείονες. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης, μετά την αντικατάσταση του αρθρ. 386 § 3 Π.Κ. με το αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, δεν αρκεί πλέον ότι ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, κατά την προδιαληφθείσαν έννοια των όρων αυτού, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεστεί επίσης και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής απόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Συναυτουργία όμως δεν είναι δυνατή, ούτε άλλωστε και οποιαδήποτε άλλη μορφή συμμετοχής, μετά την τέλεση της πράξης, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται εις τον νόμο, και συνεπώς, προκειμένου περί απάτης, που είναι τετελεσμένη όταν επέλθει η βλάβη της περιουσίας του παθόντος, δεν νοείται συμμετοχή μετά την επέλευσιν της βλάβης. Μετά ταύτα η συνδρομή προς τον φυσικό αυτουργό, δεν αποτελεί πια συμμετοχή εις το έγκλημα, αλλά, είτε ξεχωριστό έγκλημα (π.χ. περίπτωση αρθρ. 231 και 394 Κ.Π.), είτε αδιάφορη ποινικά πράξη (Α.Π. 945/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' σελ. 607). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των αρθρ. 94 § 1 και 98 § 2 Π.Κ., όπως το τελευταίο συνεπληρώθη δι' αρθρ. 14 § 1 ν. 2721/99, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους που προκύπτουν από το κατ' εξακολούθησιν έγκλημα, λαμβάνεται υπ' όψιν το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικωτέρων πράξεων και όχι το μεμονωμένο αντικείμενο κάθε μιας από αυτές, υπό την πρόσθετη όμως υποκειμενική προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις σ' αυτό το συνολικό αποτέλεσμα, εν αντιθέσει προς την διάταξη του αρθρ. 16 § 2 ν. 2576/53, η οποία είχε εισαγάγει για πρώτη φορά (μέχρι την ψήφιση του ν. 2721/99), σύστημα αθροιστικού υπολογισμού του οφέλους ή της ζημίας, που προκύπτουν από τις μερικώτερες πράξεις των κατ' εξακολούθησιν εγκλημάτων του αρθρ. 1 ν. 1608/50, όπου όμως δεν απαιτείται η παραπάνω πρόσθετη υποκειμενική προϋπόθεση (Α.Π. 1518/99 Ποιν. Χρ. ΜΘ' σελ. 993, Α.Π. 1605/99 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 791). Έτσι, ορθώς επισημαίνεται ότι ο εν λόγω "συνολικώς σχεδιασμός" διαφέρει από τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση του κατ' εξακολούθησιν εγκλήματος "δόλο εξακολούθησης" κατά το ότι για την εφαρμογή του αρθρ. 98 § 2 Π.Κ., δεν αρκεί να διατυπώνεται ότι η απόφαση για την τέλεση κάθε μεταγενέστερης πράξης εμφανίζεται ως συνέχεια των προηγούμενων αποφάσεων, αλλά απαιτείται επί πλέον να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ήδη κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερον του ελαχίστου ορίου, που καθορίζεται κάθε φορά στον νόμο. Εκ τούτων σαφώς συνάγεται ότι με την νέα ρύθμιση του αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. διαμορφώνεται η μετάβαση από την βασική στην διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του αυτού εγκλήματος με ποσοτικά κριτήρια, και δεν περιορίζεται πλέον εις τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης εις τα οποία αρχικώς εισήχθη με τον ν. 2408/96, αλλά έχει γενικευθεί, μετά τον ν. 2721/99, σε όλα σχεδόν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας (υπεξαίρεσης, απάτης κ.λπ.). Έτσι σε περίπτωση απάτης, κατά την οποίαν ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και επομένως πρόκειται για απάτη κατ' εξακολούθησιν. Περαιτέρω, όσον αφορά τον δόλο, δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του, διότι αυτός ενυπάρχει στην γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, εκτός αν εκ του νόμου αξιώνεται ειδική μορφή δόλου, όπως η "εν γνώσει" (ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου κατά το αρθρ. 375 §§1,2 Π.Κ., όπως ισχύει μετά το αρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και τούτο δι' αρθρ. 14 § 3α και 3β ν. 2721/99, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον εντός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ., ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται : α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο εις άλλον και όχι εις τον δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνον τέλεσης της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικός στην δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα εις τον δράστη, λόγω της ιδιότητος του, ως εντολοδόχου, ή διαχειριστή, όπως όταν ο δράστης ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αρύεται είτε από τον νόμο είτε από την σύμβαση, και ε) το πράγμα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, το πράγμα στην δική του περιουσία. Εξάλλου, από την διάταξη του αρθρ. 719 Α.Κ., προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά είτε με επιταγές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. (Α.Π. 2309/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 815, Α.Π. 1280/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 233). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 378 περ. α' και 393 § 1 Π.Κ., η υπεξαίρεσης, που χαρακτηρίζεται στις περιπτώσεις αυτές υφαίρεση και η απάτη και στις κακουργηματικές τους ακόμη μορφές, διώκονται κατ' έγκληση, εφόσον έγινε εναντίον προσώπου μετά του οποίου ο υπαίτιος τυγχάνει σύζυγος. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των αρθρ. 117 § 1, 49 § 2 και 98 § 1 Π.Κ., προκύπτει ότι, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση εντός τριών μηνών από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που ετελέσθη και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Ειδικώς δε επί του κατ' εξακολούθησιν εγκλήματος η προθεσμία υποβολής της εγκλήσεως αρχίζει για το όλο έγκλημα, αφότου ο δικαιούμενος έλαβε γνώσιν της τελευταίας μερικώτερης πράξης και του προσώπου που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της, εκτός αν επροηγήθη η γνώση άλλης μερικώτερης πράξεως, οπότε, ως προς αυτήν, η προθεσμία εγκλήσεως αρχίζει από τον προγενέστερο χρόνο, εν' όψει και του ότι, κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της (Α.Π. 1139/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 407, Α.Π. 1283/1977 Ποιν. Χρ. ΚΗ' σελ. 349, Α.Π. 1206/1983 Ποιν. Χρ. ΛΔ' σελ. 160). Πάντα ταύτα δεν ασκούν οιανδήποτε επιρροή επί της διώξεως και ευθύνης του συναυτουργού, εφόσον δεν υπάρχει εις αυτόν η αποκλείουσα την ποινή ως άνω ιδιαιτέρα σχέσις, δοθέντος ότι αυτή λαμβάνεται υπ' όψιν, κατά ρητήν του νόμου επιταγή, μόνον υπέρ εκείνου των συμμετοχών εις τον οποίον υπάρχει και ουχί υπέρ των λοιπών εις τους οποίους ελλείπει, εν όψει του ότι η διατύπωσις της λέξεως "των συμμετοχών" εις την διάταξιν του αρθρ. 49 § 2 Π.Κ., περιλαμβάνει όλους τους εν άρθροις 45-47, διότι η παρ. 2 δεν διαστέλλει ως η παρ. 1 τους εν αρθρ. 46, 47 Π.Κ. Ως εκ της καθιερουμένης δε εκ παραλλήλου εις το άρθρο 48 Π.Κ. αρχής του ανεξαρτήτου χαρακτήρος της ποινικής ευθύνης των συμμετοχών, ο συναυτουργός της συζύγου του εγκαλούντος ευθύνεται εις την υπό κρίσιν περίπτωσιν για την πράξιν της απάτης εις βαθμόν κακουργήματος, διωκομένην αυτεπαγγέλτως, κατ' αρθρ. 36 Κ.Π.Δ., εξ' ου και στερείται σημασίας από πλευράς του αν υπεβλήθη έγκλησις ή αν εξηλείφθη το αξιόποινον ως προς την συναυτουργον και σύζυγον του εγκαλούντος, εκ της μη υποβολής της εγκλήσεως εντός της τριμήνου προθεσμίας (Α.Π. 507/1973 Ποιν. Χρ. ΚΓ' σελ. 631, Μπουρόπουλος τόμ. Α' σελ. 151 σημ. 4). III) Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται εις αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα εθεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και Κ.Π.Δ. αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εις αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά. Έτσι για την ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως, που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελείς, με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό και το αρμόδιο Συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του (Α.Π. 1242/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤΓ σελ. 220). Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος κατ' αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η διάταξη έχει παραβιασθεί εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται εις το βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου, από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, ή, κατά την έκθεση αυτή, υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία, είτε μεταξύ αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού του βουλεύματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο εκ μέρους του Αρείου Πάγου έλεγχος για την εφαρμογή ή όχι του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (ολ. Α.Π. 1778/93 Ποιν. Χρ. ΜΔ' σελ. 167). IV) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρόταση του Εισαγγελέως, εδέχθη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Οι κατηγορούμενοι α) Χ2, δημόσιος υπάλληλος, γεν. ....., κάτοικος ....., 2) Χ1, άνεργη, γεν. ....., κάτοικος ....., από κοινού έχοντες στην κατοχή τους, ως υποδομή, φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής ταυτότητος και του τελευταίου εκκαθαριστικού της Δ.Ο.Υ. ..... φόρου εισοδήματος του Α, εκμεταλλευόμενοι ότι ο τελευταίος, ως σύζυγος της δεύτερης και ναυτικός (πλοίαρχος) έλλειπε επί μακρό χρονικό διάστημα από την συζυγική κατοικία του, εργαζόμενος στο εξωτερικό, συναποφάσισαν και έθεσαν σε εφαρμογή, ως δήθεν σύζυγοι, σχέδιο παραγωγής πλαστών εγγράφων σε βάρος του Α, με σκοπό με την παραγωγή πλαστών εγγράφων από κοινού να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τον και, ως δήθεν σύζυγοι και στο όνομα του πραγματικού συζύγου Α να διαπράττουν απάτης προκαλώντας κατ' εξακολούθηση ζημία στην περιουσία σου προς όφελος τους. Και ακολούθως : Στις 25-01-2002 στην ....., ενεργώντας κατόπιν τους ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίστηκαν μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στην .....και αφού από κοινού ζήτησαν την κατάρτιση σύμβασης λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ στο όνομα του Α, εν γνώσει τους από κοινού, κατόπιν συναπόφασής τους, κατάρτισαν την με αριθμόν ..... πλαστή έγγραφη αίτηση προς την ΕΤΕ λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ (ΕΘΝΟΔΑΝΕΙΟ) στο όνομα του Α, και στην θέση του αιτούντα έθεσαν, κατ' ελεύθερη απομίμηση, την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση της πλαστής αίτησης τους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά, ως δανειολήπτης, υπέγραψε την αίτηση και εζήτησε το ως άνω δάνειο. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση της πλαστής αίτησης και την υπέβαλαν στην τράπεζα. Στην συνέχεια στο ίδιο υποκατάστημα στις 07-02-2002, από κοινού, κατόπιν συναπόφασής, κατάρτισαν πλαστή έγγραφη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου άμεσης καταναλωτικής πίστης, ύψους 3.000 ευρώ με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), με επιτόκιο 10,80% κυμαινόμενο, η οποία έλαβε τον αριθμό ....., θέτοντας στην θέση υπογραφής του συμβαλλόμενου δανειολήπτη, κατ' ελεύθερη απομίμηση, την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση της πλαστής σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας, σχετικά με το ότι ο Απροσωπικά, ως δανειολήπτης, εξέφρασε την βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε το δάνειο ύψους 3.000 ευρώ καθώς και τους όρους λήψης του καταναλωτικού δανείου με την ανωτέρω τράπεζα και υπέγραψε την σύμβαση αυτοπροσώπως, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου καταθέτοντας αυτό στην ως άνω Τράπεζα για την λήψη υπ' αυτών του κεφαλαίου του δανείου. Στις 28-3-2002 στην ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στην εταιρία πώλησης αυτοκινήτων με την επωνυμία "Αφοί Β" ως σύζυγοι και εζήτησαν να αγοράσουν αυτοκίνητο με δάνειο, χρηματοδοτούμενο από την Τράπεζα Εγνατία, και κατόπιν συναπόφασής κατάρτισαν πλαστή σύμβαση αγοράς με την ως άνω εταιρία ενός αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO (που έλαβε αργότερα με την ταξινόμηση τον αριθμό κυκλοφορίας .....), αξίας καταναλωτικού δανείου, ύψους 12.002,93 ευρώ και της εκδοθείσης πιστωτικής κάρτας με την ανωτέρω Τράπεζα και υπέγραψε την σύμβαση αυτοπροσώπως, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση των πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρία και την ως άνω Τράπεζα για την εκταμίευση του κεφαλαίου του δανείου και την απόκτηση του ως άνω αυτοκινήτου αντιστοίχου περιουσιακής αξίας. Στις 28-3-2002 στην ....., από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου τους, κατάρτισαν πλαστή υπεύθυνη δήλωση στο όνομα του Α, στην οποία δήλωναν υπεύθυνα ότι ο εκδότης του εγγράφου και δηλών εξουσιοδοτούσε την Δ, όπως ταξινομήσει και παραλάβει τις κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας του προαναφερομένου αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO της πωλήτριας εταιρίας "Αφοί Β Ο.Ε." αντί του ιδίου, θέτοντας στην θέση του δηλούντα το όνομα και κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση της πλαστής υπεύθυνης δήλωσης, την Δ και τους υπαλλήλους της Δ/νσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Ευβοίας, σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά εξέφρασε την βούληση του, υπέγραψε την ως άνω υπεύθυνη δήλωση και εξουσιοδότησε την Δ για την ταξινόμηση και παραλαβή των κρατικών πινακίδων αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO που δήθεν αγόρασε από την πωλήτρια εταιρία "Αφοί Β Ο.Ε.", ως ανωτέρω, γεγονός που θα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες με την έκδοση κρατικών πινακίδων στο όνομα του για το ως άνω όχημα, και υποχρέωσης αυτού για ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος για αστική αποζημίωση έναντι τρίτων. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου, παραδίδοντας αυτό στην πωλήτρια εταιρία "Αφοί Β Ο.Ε.". Στις 10.04.2002 στη ....., από κοινού κατόπιν συναπόφασης και σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου τους, εμφανισθέντες και πάλι μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ..... ως σύζυγοι και κατήρτισαν πλαστή αίτηση προς την τράπεζα στο όνομα του Α με αίτημα την έκδοση και χορήγηση πιστωτικής κάρτας με όριο το ποσόν των 4.694,85 ευρώ και στη θέση του αιτούντα έθεσαν κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση και έγκριση αυτού, με σκοπό με την χρήση της πλαστής αίτησης να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω τράπεζας σχετικά με το ότι ο αιτών προσωπικά εξέφρασε τη βούληση του, ζήτησε την έκδοση πιστωτικής κάρτας στο όνομα του, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες, την έκδοση και χορήγηση της πιστωτικής κάρτας και την δέσμευση του αιτούντα ως οφειλέτη από τους όρους της αίτησης. Περαιτέρω έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου παραδίδοντας την πλαστή αίτηση σε υπάλληλο της ως άνω τράπεζας για την έγκριση και την έκδοση της πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω δε αυθημερόν παραλαβόντες την εκδοθείσα πιστωτική κάρτα έθεσαν επ' αυτής κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α χωρίς την συναίνεση και έγκριση αυτού, με σκοπό με την χρήση της πλαστής υπογραφής ως αποδεικτικού σημείου να παραπλανούν τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω τράπεζας ότι κατέχουν νόμιμα την πιστωτική κάρτα στο όνομα Α, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες για τον αναφερόμενο, ως οφειλέτη από τη χρήση και τους όρους χορήγησης αυτής. Στις 21.08.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανισθέντες μαζί στο κατάστημα της COSMOTE στην ..... (οδός .....), ως σύζυγοι ζήτησαν τη σύναψη σύμβασης παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και εν γνώσει από κοινού κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με το αριθμ. ..... με αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Στις 28.08.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν και πάλι μαζί στο κατάστημα της COSMOTE στην ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και κατάρτισαν πλαστή αίτηση με αριθμ. ..... και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Απροσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούλησή του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας και χρήση τηλεφωνικών υπηρεσιών μέχρι στις 07.06.2003 χρεώνοντας τον λογαριασμό στον εμφανιζόμενο ως οφειλέτη Α με το ποσό των 892,38 ευρώ. Στις 22.11.2002 στην Αθήνα, ενεργώντας ομοίως κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στο κατάστημα της TELESTET του Γ στους ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και ζήτησαν τη σύναψη σύμβασης παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών, και εν γνώσει τους από κοινού κατόπιν συναπόφασής κατάρτισαν την με ημερομηνία 22/11/2002 πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET με το αριθμ. συμβόλαιο ..... κινητού τηλεφώνου για χρονικό διάστημα από 22.11.2002 ως 22.11.2003, με συσκευή SONY-ERICSSON CMD Z7, γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και, θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμόδιους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση των πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία Στις 26.11.2002 στην Αθήνα, ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στο κατάστημα της TELESTET του Γ στους ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και κατάρτισαν πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET με το αριθμ. συμβόλαιο ..... κινητού τηλεφώνου για χρονικό διάστημα από 26.11.2002 ως 26.11.2003, γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία. Εκ των ως άνω περιστατικών διαφαίνεται ότι ενεργούσαν την πράξη της πλαστογραφίας κατ' επανάληψη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας και την υποδομή που διαμόρφωσαν βάσει του ως άνω σχεδίου, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς την διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Από τις πράξεις αυτές καταφαίνεται ο σκοπός τους να προσπορίσουν στους εαυτούς τους συνολικό όφελος βλάπτοντας τον Α καθώς και να προξενήσουν αντίστοιχη συνολική ζημία σ' αυτόν, που υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, και τουλάχιστον 20.590,16 ευρώ (3.000 + 12.002,93 + 4.694,85 + 892,38 ευρώ) ως ανωτέρω. Αντιστοίχως δε με τις ως άνω πράξεις τους στη ..... στις 25.01.2002, 28.03.2002, 10.04.2002, 21.08.2002, 28.08.2002 και στην Αθήνα στις 22.11.2002, 26.11.2002 καθώς και στα ..... τέλη του μηνός Ιουνίου 2003, προχώρησαν στην πράξη της απατής κάμνοντας χρήση φωτοαντίγραφων της Αστυνομικής ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του Α, παριστάνοντας σε τρίτους ότι δήθεν είναι σύζυγοι, και συναλλασσόμενοι με αυτούς ως σύζυγοι αλλά στο όνομα του Α, πραγματικού συζύγου της Χ1 ο οποίος εργαζόμενος ως πλοίαρχος ταξίδευε στο εξωτερικό, με σκοπό να αποκομίζουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος. Και: Στις 25.01.2002 στη ....., στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει του ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο κατηγορούμενο, και με πλαστή αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου που συνέταξαν στο όνομα του Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους το υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση και καταβολή σ' αυτούς χρημάτων εκ της περιουσίας της τράπεζας, ποσού 3.000 ευρώ, ως καταναλωτικού δανείου με οφειλέτη τον Α, βλάπτοντας την περιουσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο εκ ποσού 3.000 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και την περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 3.502 ευρώ μετά τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του. Στις 28.03.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, στο κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων της εταιρείας "Αφοί Β Ο.Ε." στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας αυτής εν γνώσει τους ψευδώς τα ίδια περιστατικά, και επιπροσθέτως παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς ο πρώτος ως Α (σύζυγος και πλοίαρχος) θέλει να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μάρκας RENAULT CLIO με δάνειο χρηματοδοτούμενο από την Τράπεζα Εγνατία, αξίας 12.002,93 ευρώ, παρέπεισαν α) τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην παράδοση σ' αυτούς του ως άνω αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..... αξίας 12.002,93 με κεφάλαιο καταβληθέν από την Τράπεζα Εγνατία, καθώς και β) τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εγνατίας Τράπεζας οι οποίοι πεισθέντες κατά σειρά εκ των ανωτέρω ψευδών γεγονότων και την προσκομισθείσα με αριθμό ..... πλαστή αίτηση και σύμβαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης ύψους 12.002,93 ευρώ με την τράπεζα, προέβησαν στην έγκριση του δανείου και καταβολή του ως άνω κεφαλαίου στην πωλήτρια εταιρεία ως τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου. Με την πράξη τους αυτή προκάλεσαν ζημία: α) στην περιουσία της Εγνατίας Τράπεζας, η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο χρηματοδότησης της αγοράς αυτοκινήτου εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και β) στις περιουσίες: 1) του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του και 2) της πωλήτριας εταιρείας "Αφοί Β Ο.Ε." θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας-χρηματοδοτούσας τράπεζας. Στις 10.04.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή, ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο και κάνοντας χρήση της πλαστής αίτησης προς την ως άνω τράπεζα περί χορήγησης πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο τα 4.694,85 ευρώ, που συνέταξαν στο όνομα του Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση, έκδοση και χορήγηση σ' αυτούς πιστωτικής κάρτας (ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ-MASTERCARD) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στο όνομα του Α, και με χρήση αυτής τους παρέδωσαν το ποσόν των 4.694,85 ευρώ ως δάνειο. Προκάλεσαν έτσι ζημία: α) στην περιουσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο εκ ποσού 4.694,85 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και β) στην περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 4.920 ευρώ μετά τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του. Στις 21.08.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως στο κατάστημα της COSMOTE στη ....., (οδός .....), παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο κατηγορούμενο, και με πλαστή αίτηση προς την COSMOTE με αριθ. ..... και με πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α. Έτσι παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της COSMOTE στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας NOKIA 5210, με αριθμό κλήσης κινητού ....., και προξένησαν ζημία α) στην περιουσία της εταιρείας COSMOTE A.E., η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν και β) στην περιουσία του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας εταιρείας. Στις 28.08.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως στο κατάστημα της COSMOTE στη ....., (οδός .....), παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους ψευδώς τα ίδια ως άνω περιστατικά και έκαναν χρήση και της πλαστής αίτησης προς την COSMOTE με αριθ. ..... και πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α. Έτσι παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της COSMOTE στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας NOKIA 5210, με αριθμό κλήσης κινητού ..... στο όνομα του Α, ζημιώνοντας α) την περιουσία της εταιρείας COSMOTE A.E., η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν μέχρι 07.06.2003 κατά το ποσό των 892,38 ευρώ και β) την περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας εταιρείας κατά το ποσό των 892,38 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας. Στις 22.11.2002 στην Αθήνα ενεργώντας ομοίως και πάλι στο κατάστημα TELESTET του Γ (.....) παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους τα ίδια γεγονότα ως αληθή. Στη συνέχεια με την με ημερομηνία 22/11/2002 πλαστή αίτηση τους με αριθμ ..... προς την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET και με το αριθμ. που τους παρασχέθηκαν μέχρι 26/11/2003, και β) στην περιουσία του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της εταιρείας TELESTET και του Γ. Στα ..... τέλη του μηνός Ιουνίου 2003, ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανισθέντες διαδοχικά στο κατάστημα βιοτεχνία ανδρικών ενδυμάτων με την επωνυμία LIANOS στα ..... (οδός .....), παρέστησαν διαδοχικά στην Ζ, υπάλληλο του καταστήματος, εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με υψηλό εισόδημα ναυτικού του εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας εκκαθαριστικό σημείωμα δήθεν του πρώτου ως συζύγου της και ότι δήθεν η ίδια είναι φερέγγυα υπάλληλος του ΣΔΟΕ, και δήθεν ως φερέγγυα άτομα θέλουν να αγοράσουν ενδύματα για το σύζυγο και πρώτο κατηγορούμενο. Έτσι όμως παρέπεισαν την ως άνω υπάλληλο της επιχείρησης LIANOS η οποία πεισθείσα από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβη στην παράδοση σ' αυτούς έτοιμων ανδρικών ενδυμάτων αξίας 1.700 ευρώ, χωρίς να την εξοφλήσουν και έβλαψαν: α) την περιουσία της επιχείρησης LIANOS στα ....., η οποία μειώθηκε κατά την αξία των 1.700 ευρώ εκ των παραδοθέντων σ' αυτούς ετοίμων ανδρικών ενδυμάτων, χωρίς την καταβολή του ισοτίμου τιμήματος και β) την περιουσία του εγκαλούντα Α, η οποία κινδύνεψε να μειωθεί τουλάχιστον ισοπόσως από νόμιμη διεκδίκηση εκ της επιχείρησης LIANOS του ποσού του τιμήματος των ενδυμάτων κατ' αυτού ως υπερήμερου αγοραστή-οφειλέτη. Από τις ως άνω πράξεις τους προκύπτει ότι και οι δύο κατηγορούμενοι μαζί προέβησαν στις πράξεις εξαπάτησης των συναλλαχθέντων με αυτούς, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι από κοινού παρανόμως περιουσιακά οφέλη, ενεργώντας στις συναλλαγές τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς από την επανειλημμένη τέλεσης της πράξης της απάτης και την υποδομή που διαμόρφωσαν βάσει του ως άνω σχεδίου, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς την διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Το δε σκοπούμενο συνολικό όφελος τους με αντίστοιχη συνολική βλάβη των συναλλασσομένων με αυτούς, υπερβαίνει το ποσόν τουλάχιστον των 22.290,16 ευρώ (3.000 + 12.002,93 + 4.694,85 + 892,38 + 1.700 ευρώ) ως ανωτέρω πλέον της αξίας των κινητών τηλεφώνων και των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Επιπροσθέτως η Χ1 (2η κατηγορουμένη) στη ..... στις 09.09.2003 εμφανίσθηκε μόνη της στο υποκατάστημα της τράπεζας EUROBANK στη ..... και αφού παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει της ψευδώς ότι δήθεν είναι συνδικαιούχος και δήθεν έχει εντολή εκ του συζύγου της Α που ευρίσκεται στο εξωτερικό να αναλάβει 3.500 ευρώ από χρήματα που διατηρούσε αυτός, ως παρακαταθήκη, στην τράπεζα και στον με αριθμ ...... προσωπικό και κλειστό έντοκο λογαριασμό καταθέσεων του, παρέπεισε τον εντεταλμένο υπάλληλο αυτής, ο οποίος πεισθείς από το ως άνω ψευδές γεγονός, προέβη στην πράξη της ανάληψης και παράδοσης σε αυτήν του χρηματικού ποσού των 3.500 ευρώ και έτσι ζημίωσε την περιουσία της ως άνω τράπεζας η οποία μειώθηκε κατά το με παραπλάνηση παραδοθέν σ' αυτήν ποσόν των 3.500 ευρώ, αλλά και την περιουσία του συζύγου της του οποίου οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ. Στη ..... στις 11.09.2003 εμφανίσθηκε και πάλι στο υποκατάστημα της τράπεζας EUROBANK στη ..... και αφού παρέστησε στους αρμοδίους-υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθή, ότι δήθεν είναι συνδικαιούχος και δήθεν έχει εντολή εκ του συζύγου της Α που ευρίσκεται στο εξωτερικό να αναλάβει 2.000 ευρώ από χρήματα που διατηρούσε αυτός, ως παρακαταθήκη, στην τράπεζα και στον με αριθμ. ...... προσωπικό και κλειστό έντοκο λογαριασμό καταθέσεων του, παρέπεισε τον εντεταλμένο υπάλληλο αυτής, ο οποίος πεισθείς από το ως άνω ψευδές γεγονός, προέβη στην πράξη της ανάληψης και παράδοσης σε αυτήν του χρηματικού ποσού των 2.000 ευρώ και έτσι ζημίωσε την περιουσία της ως άνω τράπεζας η οποία μειώθηκε κατά το με παραπλάνηση παραδοθέν σ' αυτή ποσόν των 2.000 ευρώ, αλλά και την περιουσία του συζύγου της, του οποίου οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ πλέον τόκων κατάθεσης. Στα ..... κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2003 σε τηλεφωνική επικοινωνία παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στον σύζυγο της Α, πλοίαρχο του εμπορικού ναυτικού που ταξίδευε στο εξωτερικό, ότι δήθεν είναι έγκυος με δικό του σπέρμα που διατηρείτο από 5-3-2003 στο εργαστήριο σπερματολογίας του Ε (στην ....., Οδός .....) και απαιτείται πληρωμή των εξόδων, εκ ποσού 8.400 ευρώ τους ως άνω ιατρού και του ιατρού ΣΤ στην ....., (.....), και τον παρέπεισε και της απέστειλε από το εξωτερικό το ποσόν των 8.400 ευρώ, μειώνοντας και ζημιώνοντας την περιουσία του συζύγου της, η οποία μειώθηκε κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 8.400 ευρώ. Εκ των ως άνω περιστατικών διαφαίνεται ότι η κατηγορουμένη τελούσε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η συνολική ζημία που επέφερε στην περιουσία του συζύγου της υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, καθόσον ήδη και με απάτες από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 στις παραπάνω περιπτώσεις είχαν προκαλέσει ήδη ζημία τουλάχιστον των 22.290,16 ευρώ (3.000 + 12.002,93 + 4.694,85 + 892,38 + 1.700 ευρώ) και με τις ως ανωτέρω, επιπροσθέτως ζημία 13.900 ευρώ (3.500 + 2.000 + 8.400 ευρώ), ήτοι συνολική ζημία 36.190,16 ευρώ. Επίσης η ίδια κατηγορουμένη υφαίρεσε από τον σύζυγο της χρήματα. Στα ....., κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 έως και τον Ιούλιο του έτους 2003, ενώ ο σύζυγος της Α τις απέστελλε κάθε μήνα, επί 7 μήνες το ποσόν των 1200 ευρώ, ήτοι σύνολον 8.400 ευρώ, και περιήλθαν στην κατοχή της με την εντολή την οποία είχε αποδεχθεί η ίδια να καταβάλει τα χρήματα αυτά, που ανήκαν στο συζυγό της, για την πληρωμή ενοικίων και των κοινοχρήστων δαπανών της οικίας που μίσθωσε στα ..... στην οδό ....., αυτή τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως τον Ιούλιο του 2003, παρά το ότι ο σύζυγος της τα είχε εμπιστευθεί ως εντολοδόχο για τις ως άνω πληρωμές και δεν εξόφλησε τις οφειλές του. Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα, από 16.6.2002 έως 16.12.2003, ενώ είχαν περιέλθει στην κατοχή της τα χρηματικά ποσά: α) 608,46 ευρώ και β) 7.650 ευρώ, χρήματα που ανήκαν στον σύζυγο της Α, ο οποίος τα απέστειλε με την εντολή που είχε αποδεχθεί η ίδια ως εντολοδόχος να τα καταβάλει για την πληρωμή των ασφαλίστρων συμβολαίων ασφάλειας ζωής αυτού στις εταιρείες αντίστοιχα INTERAMERICAN και ALPHA, αυτή τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Στη ..... κατά το έτος 2002 μέχρι τον Νοέμβριο του 2003, ενώ είχαν περιέλθει στην κατοχή της ξένα χρήματα και ειδικά το χρηματικό ποσό των 6.045,16 ευρώ που της είχε αποστείλει ο σύζυγος της Α και ανήκαν σ' αυτόν με την εντολή την οποία απεδέχθη η ίδια ως εντολοδόχος να πληρώσει τις δόσεις που όφειλε ο σύζυγος της για την αγορά του υπ' αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας PUNTO SX 5Ρ, στην εταιρεία "FIAT CREDIT HELLAS A.E.", αυτή κατακράτησε για τον εαυτό της τα ξένα χρήματα και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξία, ανερχόμενο στο ποσόν των 6.045,16 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις παραπάνω πράξεις και ειδικά η δεύτερη κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ενεργούσε κατ' εντολή του συζύγου της και αυτή υπέγραφε τα έγγραφα στις συναλλαγές. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και την όλη παρουσία των κατηγορουμένων και την εμφάνιση της δεύτερης ότι δήθεν είναι και υπάλληλος της ΣΔΟΕ, καταρρίπτονται οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτών ως παντελώς αναξιόπιστοι". Με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες σε καθένα των αναιρεσειόντων, ως άνω, αξιόποινες πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των παραπάνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγατε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 13 στοιχ. στ', 45, 94 § 1, 98 §§ 1,2, 216 §§ 1,3 εδ. β', 386 §§ 1,3 στοιχ. α', 117 § 1 Π.Κ., 375 §§ 1,2 εδ. α, 378 στοιχ. α', 393 § 1 Π.Κ., όπως το αρθρ. 98 § 2 αντικ. δι' αρθρ. 14 § 11 ν. 2721/99, η παρ. 2 αρθρ. 375 από το αρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και προς το τελευταίο εδάφ. με το αρθρ. 14 § 3β ν. 2721/99 και το αρθρ. 386 δι' αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικώτερον α) ως προς την κατά συναυτουργίαν τέλεσιν της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθησιν, υπό των αναιρεσειόντων, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το Συμβούλιο εδέχθη δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι αύτη διεπράχθη από κοινού με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από αυτούς, β) Η εκ των αναιρεσειόντων Χ1 για του απολογητικού υπομνήματος της, ενώπιον του Ανακριτού Χαλκίδος, ισχυρίσθη ότι "... ό,τι έπραττον, το έπραττον δια λογαριασμόν και κατ' εντολήν του ...", εννοώντας την εντολήν του εγκαλούντος συζύγου της, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός, ως διατυπούται, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, αορίστως προβαλλόμενος και συνεπώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αν και δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του, εν τούτοις με σαφή αιτιολογίαν απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της. γ) Εν όψει του ότι από μία πράξη απάτης ή πλαστογραφίας είναι δυνατόν να είναι πλείονες οι παθόντες, δεν είναι ελλιπής και αντιφατική η παραδοχή, δια της αλληλοσυμπλήρωσης του αιτιολογικού με το διατακτικό, του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως προς τους φερομένους ως παθόντας εκ των υπό των αναιρεσειόντων τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων, αφού παθόντες εκ των πράξεων αυτών τυγχάνουν τόσον τα νομικά πρόσωπα δια της παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων των όσον και ο εγκαλών. δ) Από την επισκόπηση δε της από 28-11-2003 εγκλήσεως του παθόντος Α προκύπτει ότι ούτος επληροφορήθη την έκνομη δραστηριότητα της συζύγου του και ήδη αναιρεσείουσας, ως και τις συνθήκες τελέσεως υπ' αυτής των περιγραφομένων ως άνω και κατ' εξακολούθησιν τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων εις βάρος του, το πρώτον εις χρόνον μεταγενέστερον της 7-10-2003, όταν επέστρεψε από το επαγγελματικό του ταξίδι εις το εξωτερικό. Έτσι η σχετική έγκληση υπεβλήθη εμπροθέσμως και δεν χρειαζόταν να διαλάβει το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία για το περιστατικό αυτό, αφού γίνεται δεκτό ότι αι πράξεις αυτές ετελέσθησαν καθ' ον χρόνον ο εγκαλών ευρίσκετο εις το εξωτερικό, ως εκ του επαγγέλματος του, και έλαβε γνώσιν τόσον της τελευταίας μερικωτέρας πράξεως όσον και του συνόλου αυτών κατά τον παραπάνω χρόνον. Έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία διότι δεν αναφέρει "πότε ο εγκαλών έλαβε γνώση για τον χρόνο τέλεσης κάθε μιας από αυτές. Επιπροσθέτως δε εάν η γνώση της τελευταίας μερικωτέρας πράξεως, αποτελούσε ταυτόχρονα και γνώση όλων των προηγούμενων μερικωτέρων ...", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν ισχυρίζεται ευθέως η αναιρεσείουσα ότι η οικεία έγκληση του παθόντος, υπεβλήθη εκπροθέσμως. Επομένως οι από το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και ως τοιούτοι πρέπει να απορριφθούν και συνακόλουθα αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να απορριφθούν αι αιτήσεις αναιρέσεως με αριθ. 4/2-4-2008 και 5/2-4-2008 των α) Χ2, κατοίκου .....-Δήμου ..... και β) Χ1, κατοίκου ομοίως, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 37/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος. Και
ΙΙ) Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος των Αναιρεσειόντων.
Αθήναι 10 Οκτωβρίου 2008.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ, ως προς τα βουλεύματα όπου ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση των, ειδικά δε η προθεσμία για την αίτηση αναιρέσεως δεν αρχίζει πριν από τη λήξη της προθεσμίας για το ένδικο μέσο της εφέσεως. 0 υπολογισμός εξάλλου της προθεσμίας γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ.1 του ίδιου Κώδικα δηλαδή δεν υπολογίζεται η ημέρα της επιδόσεως και αν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα η προθεσμία παρατείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα. Εκ τούτου συνάγεται ότι αναίρεση κατά βουλεύματος το οποίο υπόκειται σε έφεση, αν ασκηθεί πριν λήξει η προθεσμία της εφέσεως, είναι απαράδεκτη γιατί η άσκηση της είναι πρόωρη, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αυτήν κατά τον χρόνο της ασκήσεως της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτός επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως, με το υπ' αριθμ. 37/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει, συνολικά, το ποσό των 15.000 ευρώ και β) απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τις οποίες τέλεσαν από κοινού, επιπλέον δε η δεύτερη και για την πράξη της υπεξαίρεσης-υφαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπεπιστευμένου σ' αυτήν με την ιδιότητα της ως εντολοδόχου. Το βούλευμα επιδόθηκε στους κατηγορουμένους την 13-3-2008 και 20-3-2008, αντίστοιχα, οι αιτήσεις δε αναιρέσεως κατά του πιο πάνω βουλεύματος ασκήθηκαν την 2-4-2008 δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της δεκαήμερης προθεσμίας της εφέσεως. Επομένως είναι παραδεκτές και γι' αυτό πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι των.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπό του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα αυτό δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του εγγράφου του οποίου είναι εκδότης, αλλά και καθένας ο οποίος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στ. γ' του ΠΚ είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Περαιτέρω για τη θεμελίωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται το συνολικό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και επί πλέον να συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης αυτής από το δράστη (216 παρ.3 ΠΚ) . Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης", συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη ταυτόχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που διαπράττεται με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση άλλου, είναι δε δυνατή η συναυτουργία πολλών ατόμων στην από κοινού κατάρτιση πλαστού ή στη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των επί μέρους ενεργειών. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 38 6 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε, είναι δε δυνατόν από μία πράξη απάτης να είναι περισσότεροι παθόντες. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 στοιχείο στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Ειδικότερα σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και επομένως πρόκειται για απάτη κατ' εξακολούθηση. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, προκύπτει ακόμη, ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου κατά το άρ. 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικ. με το άρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 ως εξής "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Κατά την παρ. 2 του άρθ. 98 ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το αρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα, υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση ότι οι μερικότερες πράξεις έλαβαν χώρα μετά την 3.6.1999, όταν δηλαδή άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999 (Ολ. Α.Π. 5/2002). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 378 στοιχ. α' περ. γ' και 393 παρ. 1 του ΠΚ η υπεξαίρεση, που χαρακτηρίζεται στην περίπτωση αυτή υφαίρεση, και η απάτη και στις κακουργηματικές τους ακόμη μορφές, διώκονται μόνο ύστερα από έγκληση, εφόσον έγιναν μεταξύ συζύγων. Κατά δε το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξεως, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Τέλος, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Ειδικότερα, επί παραπεμπτικού βουλεύματος για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλαμβάνεται στο βούλευμα και να προσδιορίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Διαφορετικά, αν, δηλαδή, δεν εκτίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και oι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, και αιτιολογία του βουλεύματος δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ στ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει και όταν το Δικαστικό Συμβούλιο παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση. Προς τούτοις κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ1 αριθ. 37/2008 βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέως, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι: Ι) Χ2, δημόσιος υπάλληλος, γεν ....., κάτοικος ....., 2) Χ1, άνεργη, γεν. ....., κάτοικος ....., από κοινού, έχοντας στην κατοχή τους, ως υποδομή, φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... φόρου εισοδήματος του Α, εκμεταλλευόμενοι ότι ο τελευταίος ως σύζυγος της δεύτερης και ναυτικός (πλοίαρχος) έλλειπε επί μακρό χρονικό διάστημα από την συζυγική κατοικία του εργαζόμενος στο εξωτερικό, συναποφάσισαν και έθεσαν σε εφαρμογή, ως δήθεν σύζυγοι, σχέδιο παραγωγής πλαστών εγγράφων σε βάρος του Α, με σκοπό με την παραγωγή πλαστών εγγράφων από κοινού να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τον και ως δήθεν σύζυγοι και στο όνομα του πραγματικού συζύγου Α να διαπράττουν απάτες προκαλώντας κατ' εξακολούθηση ζημία στην περιουσίας του προς όφελός τους. Και ακολούθως : Στις 25.01.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ..... και αφού από κοινού ζήτησαν την κατάρτιση σύμβασης λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ στο όνομα του Α, εν γνώσει τους από κοινού κατόπιν συναπόφασής τους κατάρτισαν την με αριθμ ..... πλαστή έγγραφη αίτηση προς την ΕΤΕ λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 3.000 ευρώ (ΕΘΝΟΔΑΝΕΙΟ) στο όνομα του Α, και στην θέση του αιτούντα έθεσαν κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης τους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως δανειολήπτης υπέγραψε την αίτηση και ζήτησε το ως άνω δάνειο. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση της πλαστής αίτησης και την υπέβαλαν στην τράπεζα. Στη συνέχεια στο ίδιο υποκατάστημα στις 07.02.2002, από κοινού κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν πλαστή έγγραφη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου άμεσης καταναλωτικής πίστης, ύψους 3.000 ευρώ με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), με επιτόκιο 10,80 % κυμαινόμενο, η οποία έλαβε τον αριθμό ....., θέτοντας στην θέση υπογραφής του συμβαλλόμενου δανειολήπτη κατ'ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως δανειολήπτης εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε το δάνειο ύψους 3.000 ευρώ καθώς και τους όρους λήψης του καταναλωτικού δανείου με την ανωτέρω τράπεζα και υπέγραψε τη σύμβαση αυτοπροσώπως, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου καταθέτοντας αυτό στην ως άνω τράπεζα για την λήψη υπ' αυτών του κεφαλαίου του δανείου. Στις 28.03.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στην εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων με την επωνυμία "Αφοι Β Ο.Ε." ως σύζυγοι και ζήτησαν να αγοράσουν αυτοκίνητο με δάνειο χρηματοδοτούμενο από την Τράπεζα Εγνατία, και κατόπιν συναπόφασής τους κατάρτισαν πλαστή σύμβαση αγοράς με την ως άνω εταιρεία ενός αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO (που έλαβε αργότερα με την ταξινόμηση τον αριθμό κυκλοφορίας .....), αξίας 12.002,93 ευρώ, θέτοντας στη θέση υπογραφής του συμβαλλομενου αγοραστή - δανειολήπτη κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας και της δανειοδοτούσας τράπεζας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως δανειολήπτης εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την αγορά του αυτοκινήτου και το δάνειο και τους όρους λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 12.002,93 ευρώ με την ανωτέρω τράπεζα και υπέγραψε τη σύμβαση αυτοπροσώπως, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου. Περαιτέρω, δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου καταθέτοντας αυτό στην πωλήτρια εταιρεία και την ως άνω τράπεζα για την λήψη του κεφαλαίου του δανείου και την απόκτηση του ως άνω αυτοκινήτου αντιστοίχου περιουσιακής αξίας. Περαιτέρω την ίδια ημέρα, σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου τους, από κοινού κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν την υπ' αριθ. .....πλαστή αίτηση και σύμ βαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης ύψους 12.002,93 ευρώ στην τράπεζα ΕΓΝΑΤΙΑ για την αγορά του ανωτέρω αυτοκινήτου και έκδοσης πιστωτικής κάρτας Top car Visa, καθώς και τα με ίδια ημερομηνία πλαστά παραστατικά έγγραφα για την εκτέλεση της ως άνω σύμβασης και εκταμίευσης του δανείου, θέτοντας στη θέση του συμβαλλομένου αγοραστή-δανειολήπτη και ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής σύμβασής τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας και της δανειοδοτούσας τράπεζας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως δανειολήπτης εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την αγορά του αυτοκινήτου με πληρωμή με δάνειο και τους όρους λήψης καταναλωτικού δανείου ύψους 12.002,93 ευρώ και της εκδοθείσας πιστωτικής κάρτας με την ανωτέρω τράπεζα και υπέγραψε τη σύμβαση αυτοπροσώπως, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση των πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία και την ως άνω τράπεζα για την εκταμίευση του κεφαλαίου του δανείου και την απόκτηση του ως άνω αυτοκινήτου αντιστοίχου περιουσιακής αξίας. Στις 28.03.2002 στη ....., από κοινού κατόπιν συναπόφασης και σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου τους, κατάρτισαν πλαστή υπεύθυνη δήλωση στο όνομα του Α, στην οποία δήλωναν υπεύθυνα ότι ο εκδότης του εγγράφου και δηλών εξουσιοδοτούσε την Δ όπως ταξινομήσει και παραλάβει τις κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας του προαναφερομένου αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO της πωλήτριας εταιρείας "Αφοι Β Ο.Ε." αντί του ιδίου, θέτοντας στη θέση του δηλούντα το όνομα και κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής υπεύθυνης δήλωσης, την Δκαι τους υπαλλήλους της Δ/νσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Ευβοίας, σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά εξέφρασε τη βούληση του, υπέγραψε την ως άνω υπεύθυνη δήλωση και εξουσιοδότησε την Δ για την ταξινόμηση και παραλαβή των κρατικών πινακίδων αυτοκινήτου μάρκας RENAULT CLIO που δήθεν αγόρασε από την πωλήτρια εταιρεία "Αφοι Β Ο.Ε." ως ανωτέρω, γεγονός που θα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες με την έκδοση κρατικών πινακίδων στο όνομά του για το ως άνω όχημα, και υποχρέωσης αυτού για ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος για αστική αποζημίωση έναντι τρίτων. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου παραδίδοντας αυτό στην πωλήτρια εταιρεία "Αφοι Β Ο.Ε.". Στις 10.04.2002 στη ....., από κοινού κατόπιν συναπόφασης και σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου τους, εμφανισθέντες και πάλι μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ..... ως σύζυγοι και κατήρτισαν πλαστή αίτηση προς την τράπεζα στο όνομα του Α με αίτημα την έκδοση και χορήγηση πιστωτικής κάρτας με όριο το ποσόν των 4.694,85 ευρώ και στη θέση του αιτούντα έθεσαν κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση και έγκριση αυτού, με σκοπό με την χρήση της πλαστής αίτησης να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω τράπεζας σχετικά με το ότι ο αιτών προσωπικά εξέφρασε τη βούληση του, ζήτησε την έκδοση πιστωτικής κάρτας στο όνομα του, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες, την έκδοση και χορήγηση της πιστωτικής κάρτας και την δέσμευση του αιτούντα ως οφειλέτη από τους όρους της αίτησης. Περαιτέρω έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου παραδίδοντας την πλαστή αίτηση σε υπάλληλο της ως άνω τράπεζας για την έγκριση και την έκδοση της πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω δε αυθημερόν παραλαβόντες την εκδοθείσα πιστωτική κάρτα έθεσαν επ' αυτής κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α χωρίς την συναίνεση και έγκριση αυτού, με σκοπό με την χρήση της πλαστής υπογραφής ως αποδεικτικού σημείου να παραπλανούν τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω τράπεζας ότι κατέχουν νόμιμα την πιστωτική κάρτα στο όνομα Α, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες για τον αναφερόμενο, ως οφειλέτη από τη χρήση και τους όρους χορήγησης αυτής. Στις 21.08.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανισθέντες μαζί στο κατάστημα της COSMOTE στην ..... (οδός .....), ως σύζυγοι ζήτησαν τη σύναψη σύμβασης παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και εν γνώσει από κοινού κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με το αριθμ. ..... με αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση των πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Στις 28.08.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν και πάλι μαζί στο κατάστημα της COSMOTE στην ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και κατάρτισαν πλαστή αίτηση με αριθμ. ..... και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας και χρήση τηλεφωνικών υπηρεσιών μέχρι στις 07.06.2003 χρεώνοντας τον λογαριασμό στον εμφανιζόμενο ως οφειλέτη Α με το ποσό των 892,38 ευρώ. Στις 22.11.2002 στην Αθήνα, ενεργώντας ομοίως κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στο κατάστημα της TELESTET του Γ στους ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και ζήτησαν τη σύναψη σύμβασης παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και εν γνώσει τους από κοινού κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν την με ημερομηνία 22/11/2002 πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET με το αριθμ. συμβόλαιο ..... κινητού τηλεφώνου για χρονικό διάστημα από 22.11.2002 ως 22.11.2003, με συσκευή SONY-ERICSSON CMD Z7, γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούλησή του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία Στις 26.11.2002 στην Αθήνα, ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανίσθηκαν μαζί στο κατάστημα της TELESTET του Γ στους ..... (οδός .....), ως σύζυγοι και κατάρτισαν πλαστή αίτηση και σύμβαση με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET με το αριθμ. συμβόλαιο ..... κινητού τηλεφώνου για χρονικό διάστημα από 26.11.2002 ως 26.11.2003, γράφοντας αυθαιρέτως στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου το όνομα και τα στοιχεία του Α, και θέτοντας στη θέση του αιτούντα και συμβαλλομένου κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Α, χωρίς την συναίνεση ή έγκριση αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της πλαστής αίτησης και σύμβασης τους αρμοδίους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας σχετικά με το ότι ο Α προσωπικά ως αιτών-συμβαλλόμενος εξέφρασε τη βούληση του, συμφώνησε και αποδέχθηκε την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του ως συμβαλλομένου οφειλέτη-συνδρομητή. Περαιτέρω δε έκαναν χρήση του πλαστών εγγράφων καταθέτοντας αυτά στην πωλήτρια εταιρεία. Εκ των ως άνω περιστατικών διαφαίνεται ότι ενεργούσαν την πράξη της πλαστογραφίας κατ' επανάληψη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας και την υποδομή που διαμόρφωσαν, βάσει του ως άνω σχεδίου, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς την διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς των. Από τις πράξεις αυτές καταφαίνεται ο σκοπός τους να προσπορίσουν στους εαυτούς τους συνολικό όφελος βλάπτοντας τον Α καθώς και να προξενήσουν αντίστοιχη συνολική ζημία σ' αυτόν, που υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, και τουλάχιστον 20.590,16 ευρώ (3.000 + 12.002,93 +4.694,85 +892,38 ευρώ) ως ανωτέρω. Αντιστοίχως δε με τις ως άνω πράξεις τους στη ..... στις 25.01.2002, 28.03.2002, 10.04.2002, 21.08.2002, 28.08.2002 και στην Αθήνα στις 22.11.2002, 26.11.2002 καθώς και στα ..... τέλη του μηνός Ιουνίου 2003, προχώρησαν στην πράξη της απάτης κάμνοντας χρήση φωτοαντιγράφων της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του Α, παριστάνοντας σε τρίτους ότι δήθεν είναι σύζυγοι, και συναλλασσόμενοι με αυτούς ως σύζυγοι αλλά στο όνομα του Α, πραγματικού συζύγου της Χ1 ο οποίος εργαζόμενος ως πλοίαρχος ταξίδευε στο εξωτερικό, με σκοπό να αποκομίζουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος. Και: Στις 25.01.2002 στη ....., στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο κατηγορούμενο, και με πλαστή αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου που συνέταξαν στο όνομα του Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση και καταβολή σ' αυτούς χρημάτων εκ της περιουσίας της τράπεζας, ποσού 3.000 ευρώ, ως καταναλωτικού δανείου με οφειλέτη τον Α, βλάπτοντας την περιουσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο εκ ποσού 3.000 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και την περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 3.502 ευρώ μετά τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του. Στις 28.03.2002 στη ....., ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, στο κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων της εταιρείας "Αφοι Β Ο.Ε." στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας αυτής εν γνώσει τους ψευδώς τα ίδια περιστατικά, και επιπροσθέτως παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ο πρώτος ως Α (σύζυγος και πλοίαρχος) θέλει να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μάρκας RENAULT CLIΟ, με δάνειο χρηματοδοτούμενο από την Τράπεζα Εγνατία, αξίας 12.002,93 ευρώ, παρέπεισαν: α) τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην παράδοση σ' αυτούς του ως άνω αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..... αξίας 12.002,93 με κεφάλαιο καταβληθέν από την Τράπεζα Εγνατία, καθώς και β) τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εγνατίας Τράπεζας οι οποίοι πεισθέντες κατά σειρά εκ των ανωτέρω ψευδών γεγονότων και την προσκομισθείσα με αριθμό ..... πλαστή αίτηση και σύμβαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης ύψους 12.002, 93 ευρώ με την τράπεζα, προέβησαν στην έγκριση του δανείου και καταβολή του ως άνω κεφαλαίου στην πωλήτρια εταιρεία ως τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου. Με την πράξη τους αυτή προκάλεσαν ζημία : α) την περιουσία της Εγνατίας Τράπεζας, η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο χρηματοδότησης της αγοράς αυτοκινήτου εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και β) τις περιουσίες: 1) του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του και 2) της πωλήτριας εταιρείας "Αφοι Β Ο.Ε." θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 12.002,93 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας-χρηματοδοτούσας τράπεζας. Στις 10.04.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., αφού παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή, ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτο-αντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο και κάνοντας χρήση της πλαστής αίτησης προς την ως άνω τράπεζα περί χορήγησης πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο τα 4.694,85 ευρώ, που συνέταξαν στο όνομα του Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση, έκδοση και χορήγηση σ' αυτούς πιστωτικής κάρτας (ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ-MASTERCARD) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στο όνομα του Α, και με χρήση αυτής τους παρέδωσαν το ποσόν των 4.694,85 ευρώ ως δάνειο. Προκάλεσαν έτσι ζημία: α) στην περιουσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) η οποία μειώθηκε κατά το καταβληθέν κεφάλαιο εκ ποσού 4.694,85 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και β) στην περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη προς την ως άνω τράπεζα, θέτοντας αυτήν σε κίνδυνο μείωσης τουλάχιστον εκ ποσού 4.920 ευρώ μετά τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας τράπεζας σε βάρος του. Στις 21.08.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως στο κατάστημα της COSMOTE στη ....., (οδός .....), παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με εισόδημα πλοιάρχου εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας από κοινού φωτοαντίγραφα της Αστυνομικής Ταυτότητας και του τελευταίου εκκαθαριστικού της ΔΟΥ ..... του πλοιάρχου Α, ως δήθεν ανήκοντα στον πρώτο κατηγορούμενο, και με πλαστή αίτηση προς την COSMOTE με αριθ. ..... και με πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α. Έτσι παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της COSMOTE στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας NOKIA 5210, με αριθμό κλήσης κινητού ....., και προξένησαν ζημία α) στην περιουσία της εταιρείας COSMOTE A.E., η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν και β) στην περιουσία του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας εταιρείας. Στις 28.08.2002 στη ....., ενεργώντας ομοίως στο κατάστημα της COSMOTE στη ....., (οδός .....), παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους ψευδώς τα ίδια ως άνω περιστατικά και έκανα χρήση και της πλαστής αίτησης προς την COSMOTE με αριθ. ..... και πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α. Έτσι παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της COSMOTE στη ....., οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας NOKIA 5210, με αριθμό κλήσης κινητού ..... στο όνομα του Α, ζημιώνοντας α) την περιουσία της εταιρείας COSMOTE A.E., η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν μέχρι 07.06.2003 κατά το ποσό των 892, 38 ευρώ. και β) την περιουσία Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της ως άνω δανείστριας εταιρείας κατά το ποσό των 892, 38 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας. Στις 22.11.2002 στην Αθήνα ενεργώντας ομοίως και πάλι στο κατάστημα TELESTET του Γ (.....) παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους τα ίδια γεγονότα ως αληθή. Στη συνέχεια με την με ημερομηνία 22/11/2002 πλαστή αίτηση τους με αριθμ ..... προς την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET και με το αριθμ. ..... πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος TELESTET του Γ, οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση σ' αυτούς συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας SONY-ERICSSON CMD 27, ζημιώνοντας α) την περιουσία του καταστήματος TELESTET του Γ, η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν μέχρι 22/11/2003, και β) την περιουσία του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της εταιρείας TELESTET και του Γ. Στις 26.11.2002 ενεργώντας ομοίως και πάλι μαζί στο ίδιο κατάστημα TELESTET του Γ παρέστησαν στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος εν γνώσει τους τα ίδια ψευδή γεγονότα. Στη συνέχεια με την με ημερομηνία 26/11/2002 πλαστή αίτηση τους με αριθμ ..... προς την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας TELESTET και με το αριθμ. ..... πλαστό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, ως προς την υπογραφή του πλοιάρχου Α, παρέπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους του ως άνω καταστήματος, οι οποίοι πεισθέντες από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβησαν στην έγκριση της αίτησης και παροχής σ' αυτούς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και την παράδοση σ' αυτούς συσκευής κινητού τηλεφώνου, μάρκας SONY-ERICSSON CMD Z7, προκαλώντας ζημία α) στην περιουσία του καταστήματος TELESTET του Γ, η οποία μειώθηκε κατά την αξία του παραδοθέντος κινητού τηλεφώνου και των τηλεφωνικών υπηρεσιών που τους παρασχέθηκαν μέχρι 26/11/2003, και β) στην περιουσία του Α ως φερόμενου υπερήμερου και αφερέγγυου οφειλέτη-συνδρομητή προς την ως άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, θέτοντας αυτήν (την περιουσία του) σε κίνδυνο μείωσης από δικαστικές διεκδικήσεις της εταιρείας TELESTET και του Γ. Στα ..... τέλη του μηνός Ιουνίου 2003, ενεργώντας κατόπιν του ως άνω σχεδίου και συναπόφασής τους, εμφανισθέντες διαδοχικά στο κατάστημα βιοτεχνία ανδρικών ενδυμάτων με την επωνυμία LIANOS στα ..... (οδός .....), παρέστησαν διαδοχικά στην Ζ, υπάλληλο του καταστήματος, εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν είναι σύζυγοι και φερέγγυοι με υψηλό εισόδημα ναυτικού του εμπορικού ναυτικού, ειδικά ότι ο Χ2 (1ος κατηγορούμενος), είναι πλοίαρχος και ονομάζεται Α, επιβεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς το γεγονός της παράστασης αυτής και η Χ1 (2α κατηγορουμένη), επιδεικνύοντας εκκαθαριστικό σημείωμα δήθεν του πρώτου ως συζύγου της και ότι δήθεν η ίδια είναι φερέγγυα υπάλληλος του ΣΔΟΕ, και δήθεν ως φερέγγυα άτομα θέλουν να αγοράσουν ενδύματα για το σύζυγο και πρώτο κατηγορούμενο. Έτσι όμως παρέπεισαν την ως άνω υπάλληλο της επιχείρησης LIANOS η οποία πεισθείσα από τα ως άνω ψευδή γεγονότα προέβη στην παράδοση σ' αυτούς έτοιμων ανδρικών ενδυμάτων αξίας 1.700 ευρώ, χωρίς να την εξοφλήσουν και έβλαψαν:α) την περιουσία της επιχείρησης LΙANOS στα ....., η οποία μειώθηκε κατά την αξία 1.700 ευρώ εκ των παραδοθέντων σ' αυτούς ετοίμων ανδρικών ενδυμάτων, χωρίς την καταβολή του ισοτίμου τιμήματος και β) την περιουσία του εγκαλούντα Α, η οποία κινδύνεψε να μειωθεί τουλάχιστον ισοπόσως από νόμιμη διεκδίκηση εκ της επιχείρησης LΙANOS του ποσού του τιμήματος των ενδυμάτων κατ' αυτού ως υπερήμερου αγοραστή-οφειλέτη. Από τις ως άνω πράξεις τους προκύπτει ότι και οι δύο κατηγορούμενοι μαζί προέβησαν στις πράξεις εξαπάτησης των συναλλαχθέντων με αυτούς, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι από κοινού παρανόμως περιουσιακά οφέλη, ενεργώντας στις συναλλαγές τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς από την επανειλημμένη τέλεσης της πράξης της απάτης και την υποδομή που διαμόρφωσαν βάσει του ως άνω σχεδίου, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς την διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Το δε σκοπούμενο συνολικό όφελος τους με αντίστοιχη συνολική βλάβη των συναλλασσομένων με αυτούς, υπερβαίνει το ποσόν τουλάχιστον των 22.290,16 ευρώ (3.000 + 12.002, 93 +4.694,85 +892,38 + 1.700 ευρώ) ως ανωτέρω πλέον της αξίας των κινητών τηλεφώνων και των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Επιπροσθέτως η Χ1 (2η κατηγορουμένη) στη ..... στις 09.09.2003 εμφανίσθηκε μόνη της στο υποκατάστημα της τράπεζας EUROBANK στη ..... και αφού παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει της ψευδώς ότι δήθεν είναι συνδικαιούχος και δήθεν έχει εντολή εκ του συζύγου της Α, που ευρίσκεται στο εξωτερικό, να αναλάβει 3.500 ευρώ από χρήματα που διατηρούσε αυτός, ως παρακαταθήκη, στην τράπεζα και στον με αριθμ ...... προσωπικό και κλειστό έντοκο λογαριασμό καταθέσεων του, παρέπεισε τον εντεταλμένο υπάλληλο αυτής, ο οποίος πεισθείς από το ως άνω ψευδές γεγονός, προέβει στην πράξη της ανάληψης και παράδοσης σε αυτήν του χρηματικού ποσού των 3.500 ευρώ και έτσι ζημίωσε την περιουσία της ως άνω τράπεζας η οποία μειώθηκε κατά το με παραπλάνηση παραδοθέν σ' αυτήν ποσόν των 3.500 ευρώ, αλλά και την περιουσία του συζύγου της του οποίου οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ. Στη ..... στις 11.09.2003 εμφανίσθηκε και πάλι στο υποκατάστημα της τράπεζας EUROBANK στη ..... και αφού παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθή, ότι δήθεν είναι συνδικαιούχος και δήθεν έχει εντολή εκ του συζύγου σου Α, που ευρίσκεται στο εξωτερικό, να αναλάβει 2.000 ευρώ από χρήματα που διατηρούσε αυτός, ως παρακαταθήκη, στην τράπεζα και στον με αριθμ ...... προσωπικό και κλειστό έντοκο λογαριασμό καταθέσεων του, παρέπεισε τον εντεταλμένο υπάλληλο αυτής, ο οποίος πεισθείς από το ως άνω ψευδές γεγονός, προέβει στην πράξη της ανάληψης και παράδοσης σε αυτήν του χρηματικού ποσού των 2.000 ευρώ και έτσι ζημίωσε την περιουσία της ως άνω τράπεζας η οποία μειώθηκε κατά το με παραπλάνηση παραδοθέν σ' αυτή ποσόν των 2.000 ευρώ, αλλά και την περιουσία του συζύγου της, του οποίου οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ πλέον τόκων κατάθεσης. Στα ..... κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2003 σε τηλεφωνική επικοινωνία παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στον σύζυγο της Α, πλοίαρχο του εμπορικού ναυτικού που ταξίδευε στο εξωτερικό, ότι δήθεν είναι έγκυος με δικό του σπέρμα που διατηρείτο από 5-3-2003 στο εργαστήριο σπερματολογίας του Ε(στην ....., Οδός .....) και απαιτείται πληρωμή των εξόδων, εκ ποσού 8.400 ευρώ του ως άνω ιατρού και του ιατρού ΣΤ στην ....., (.....), και τον παρέπεισε και της απέστειλε από το εξωτερικό το ποσόν των 8.400 ευρώ, μειώνοντας και ζημιώνοντας την περιουσία του συζύγου της, η οποία μειώθηκε κατά το αντίστοιχο παραληφθέν από αυτήν χρηματικό ποσό των 8.400 ευρώ. Εκ των ως άνω περιστατικών διαφαίνεται ότι η κατηγορουμένη τελούσε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η συνολική ζημία που επέφερε στην περιουσία του συζύγου της υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, καθόσον ήδη και με απάτες από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 στις παραπάνω περιπτώσεις είχαν προκαλέσει ήδη ζημία τουλάχιστον των 22.290,16 ευρώ (3.000 + 12.002, 93 +4.694,85 +892,38 + 1.700 ευρώ) και με τις ως ανωτέρω, επιπροσθέτως ζημία 13.900 ευρώ (3.500 + 2.000+ 8.400 ευρώ), ήτοι συνολική ζημία 36.190,16 ευρώ. Επίσης η ίδια κατηγορουμένη υφαίρεσε από τον σύζυγο της χρήματα. Στα ....., κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 έως και τον Ιούλιο του έτους 2003, ενώ ο σύζυγος της Α τις απέστελλε κάθε μήνα, επί 7 μήνες το ποσόν των 1.200 ευρώ, ήτοι σύνολον 8.400 ευρώ, και περιήλθαν στην κατοχή της με την εντολή την οποία είχε αποδεχθεί η ίδια να καταβάλει τα χρήματα αυτά, που ανήκαν στο σύζυγό της για την πληρωμή ενοικίων και των κοινοχρήστων δαπανών της οικίας που μίσθωσε στα ..... στην οδό ....., αυτή τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως τον Ιούλιο του 2003, παρά το ότι ο σύζυγος της τα είχε εμπιστευθεί ως εντολοδόχο για τις ως άνω πληρωμές και δεν εξόφλησε τις οφειλές του. Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 16.6.2002 έως 16.12.2003, ενώ είχαν περιέλθει στην κατοχή της τα χρηματικά ποσά: α) 608,46 ευρώ και β) 7.650 ευρώ, χρήματα που ανήκαν στον σύζυγο της Α, ο οποίος τα απέστειλε με την εντολή που είχε αποδεχθεί η ίδια ως εντολοδόχος να τα καταβάλει για την πληρωμή των ασφαλίστρων συμβολαίων ασφάλειας ζωής αυτού στις εταιρείες αντίστοιχα INTERAMERICAN και ALPHA, αυτή τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Στη ..... κατά το έτος 2002 μέχρι τον Νοέμβριο του 2003, ενώ είχαν περιέλθει στην κατοχή της ξένα χρήματα και ειδικά το χρηματικό ποσό των 6.045,16 ευρώ που της είχε αποστείλει ο σύζυγος της Α και ανήκαν σ' αυτόν με την εντολή την οποία απεδέχθη η ίδια ως εντολοδόχος να πληρώσει τις δόσεις που όφειλε ο σύζυγος της για την αγορά του υπ' αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας PUNTO SX 5Ρ, στην εταιρεία "FIAT CREDIT HELLAS AE", αυτή κατακράτησε για τον εαυτό της τα ξένα χρήματα και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξία, ανερχόμενο στο ποσόν των 6.045,16 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις παραπάνω πράξεις και ειδικά η δεύτερη κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ενεργούσε κατ' εντολή του συζύγου της και αυτή υπέγραφε τα έγγραφα στις συναλλαγές. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και την όλη παρουσία των κατηγορουμένων και την εμφάνιση της δεύτερης ότι δήθεν είναι και υπάλληλος της ΣΔΟΕ, καταρρίπτονται οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτών ως παντελώς αναξιόπιστοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το προσβαλλόμενο βούλευμα του δέχθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της, από κοινού, τελέσεως από τους κατηγορούμενους των πιο πάνω κακουργηματικών πράξεων 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και 2) της απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, επί πλέον δε από τη δεύτερη κατηγορουμένη και της υπεξαιρέσεως (υφαιρέσεως) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπεπιστευμένου σ' αυτήν με την ιδιότητα της ως εντολοδόχου, για το λόγο αυτό τους παρέπεμψε, προκειμένου να δικασθούν για τις πράξεις αυτές, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλίο Πλημμελειοδικών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα του, την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', στ', 26 §1, 27§1, 45, 94 §1, 98 §§1, 2, 216 §§ 1, 3 εδ. β', 375 παρ. 1, 2 εδ. α', 378 στοίχ. α', 393 § 1, 386 §§ 1, 3 στοιχ. α', 117 § 1 του ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την παραπάνω κρίση του, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεως του. Περαιτέρω, όσον αφορά την κατά συναυτουργία τέλεση της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, εκτίθεται στο βούλευμα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ότι αυτή διαπράχθηκε από κοινού με κoινό δόλο και συναπόφαση, από τους αναιρεσείοντες, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζονται στο βούλευμα και οι επί μέρους ενέργειες του καθενός. Ακόμη επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη ως αβάσιμου τού ισχυρισμού της δεύτερης κατηγορουμένης, ότι υπέγραφε τα έγγραφα κατ' εντολή και για λογαριασμό του εγκαλούντος συζύγου της, δεχθέντος του Συμβουλίου ότι, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων, οι καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν και οι απολογίες των κατηγορουμένων, δεν αποδείχθηκε ότι είχε δοθεί σ' αυτήν τέτοια εντολή. Εξάλλου, ενόψει του ότι από μία πράξη απάτης ή πλαστογραφίας είναι δυνατόν να είναι πλείονες παθόντες, δεν είναι ελλιπής και αντιφατική η παραδοχή, δια της αλληλοσυμπλήρωσης του αιτιολογικού με το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως προς τους φερομένους ως παθόντες, αφού παθόντες από τις πράξεις αυτές είναι τόσο τα νομικά πρόσωπα, διά της παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων των όσο και ο εγκαλών. Περαιτέρω από την επισκόπηση της από 28-11-2003 εγκλήσεως του παθόντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε με αυτήν ότι για την παράνομη δραστηριότητα της συζύγου του και ήδη αναιρεσείουσας και τις συνθήκες τελέσεως απ' αυτήν των ως άνω κατ' εξακολούθηση τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων σε βάρος του έλαβε γνώση για πρώτη φορά σε χρόνο μεταγενέστερο της 7-10-2003, όταν επέστρεψε από το επαγγελματικό του ταξίδι στο εξωτερικό. Έτσι η σχετική έγκληση υποβλήθηκε εμπροθέσμως και δεν χρειαζόταν να διαλάβει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδικότερη αιτιολογία για το περιστατικό αυτό, αφού με το βούλευμα γίνεται δεκτό ότι οι πράξεις αυτές τελέσθηκαν κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο εγκαλών βρισκόταν στο εξωτερικό, ως εκ του επαγγέλματος του και συνεπώς έλαβε γνώση τόσο της τελευταίας μερικότερης πράξεως όσο και του συνόλου αυτών κατά τον παραπάνω χρόνο. Επομένως είναι αβάσιμη η αιτίαση της δεύτερης αναιρεσείουσας, για την έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος κατά το μέρος αυτό.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και στ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως και γ) της υπερβάσεως εξουσίας, αναφορικά με τις άνω αξιόποινες πράξεις, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει, να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολο τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 2 Απριλίου 2008 αιτήσεις του Χ2 και της Χ1 για αναίρεση του με αριθμό 37/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, πλαστογραφία, από κοινού, κακουργηματική. Υπεξαίρεση (υφαίρεση) κακουργηματική. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ορθή εφαρμογή νόμου, υπέρβαση εξουσίας. Αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Υφαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 538/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας Ψ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τους 1) Χ1 , 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1091/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 404/6-8-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 11/30-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της Ψ, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Από την παράγραφο δε 2 του ιδίου άρθρου (όπως αντικ. με αρ. 38 ν.3160/30-6-2003) προκύπτει ότι μόνο κατά της απόφασης και όχι του βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 389/2008 βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 6/26-2-2008 έφεση της αναιρεσείουσας, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 48/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε η αναιρεσείουσα ως πολιτικώς ενάγουσα, αυτοπροσώπως, την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, κατά τη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού κατά του βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο δεν επιτρέπεται αναίρεση, ούτε εκ μέρους του κατηγορουμένου και φυσικά ούτε εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 11/2008 αίτηση αναίρεσης της Ψ, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του Νόμου 3160/2003, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 30 Ιουνίου 2003 (ΦΕΚ 165/306/2003, τεύχος Α') αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως τα άρθρα 476 παρ. 2 και 481 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Μετά δε την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση και του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εξέλιπε πλέον το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη ή την παύει οριστικώς ή προσωρινώς. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται η άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, καθώς και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το 48/2008 βούλευμα του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και Χ5για παράβαση καθήκοντος και αυτοδικία κατ' εξακολούθηση κατά του πρώτου και για άμεση συνεργεία σε αυτοδικία κατ' εξακολούθηση κατά των λοιπών. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα, πολιτικώς ενάγουσα, Ψ έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με το 389/2008 βούλευμα του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε κατά του παραπάνω 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης την 11/30.5.2008 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, αφού η αναίρεση αυτή ασκήθηκε στις 30 Μαΐου 2008, δηλαδή μετά τις 30 Ιουνίου 2003, που άρχισε η ισχύς του Ν. 3160/2003, ήτοι ημερομηνία από την οποία μετά την κατά τα ανωτέρω επελθούσα νομοθετική μεταβολή, εξέλιπε πλέον το με το προηγούμενο νομικό καθεστώς δικαίωμα της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας να ζητήσει την αναίρεση του προσβαλλόμενου 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν έχει πλέον το δικαίωμα για την άσκησή της και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση της από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επομένως και ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίσην αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 11/2008 αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ εξέλιπε το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, το οποίο απορρίπτει ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση της αναιρεσείουσας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.