text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 537/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 13373/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 310/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν, 1882/1990, όπως ίσχυε πριν να αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψός του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφ' άπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η πράξη της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με τις παρ. 2α-δ του άρθρου 19 του Ν. 2948/2001 και, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) τουλάχιστον προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα εννέα χιλιάδες (9.000) για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τις δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις· διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ1 του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 13373/2007 απόφασή του, ύστερα εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη στην ...., την 1-3-2002, καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένου στο Δημόσιο χρέους, καταβλητέου εφάπαξ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ανερχόμενο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (293.929,48). Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη, ενώ είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια, το έτος 1990, σε σύμβαση δανείου, που συνήψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ ΑΕ Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων", που εδρεύει στην ...., κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (1.3.2002) καθυστέρησε την καταβολή του άνω ποσού των 293.929,48 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος της υπέρ του Δημοσίου, προερχόμενο από δάνεια ΚΕΧΚΕΕΔ με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας με αριθμ. 78/10-5-2006 πίνακα χρεών. Περαιτέρω προέκυψε πως ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην άνω πράξη του από μη ταπεινά αίτια και δη λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εξ αιτίας των οποίων κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία του (βλ. υπ' αρ. 976/15-3-1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .....), κι επομένως πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ, 2β ΠΚ". Με βάση το αιτιολογικό αυτό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ. γ 1, 6, 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.3220/04) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, την οποία και ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αυτής ο ακριβής χρόνος καταβολής του ως άνω χρέους, ο οποίος (χρόνος), κατά τα στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα, είναι στοιχείο που πρέπει να προσδιορίζεται για την πληρότητα της καταδικαστικής απόφασης, θεμελιούμενης στις παραπάνω μνημονευόμενες διατάξεις. Η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τον συνημμένο στο διατακτικό με αριθμό 77/2008 πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, στο οποίο και γίνεται απ' αυτό παραπομπή, δεδομένου ότι ο ως άνω πίνακας δεν αφορά την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα αλλά τρίτο πρόσωπο, τον ..... Η έλλειψη δε του ως άνω στοιχείου του χρόνου καταβολής του χρέους δεν αναπληρούται από την παραπομπή του διατακτικού εκτός από τον συνημμένο σ' αυτό πίνακα χρεών και στο συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών, ο οποίος και φέρει ως οφειλέτρια του χρέους την αναιρεσείουσα, αφού, εκτός του ότι από την σωρευτική παραπομπή αυτή δεν καθίσταται σαφές σε ποιον από τους δύο διαφορετικούς πίνακες παραπέμπει το διατακτικό, ο συναπτόμενος στο κατηγορητήριο πίνακας δεν μπορεί να θέσει εκποδών τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, ο οποίος και μόνο αποτελεί τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα, εφόσον δεν προσδιορίζεται κρίσιμο για την κατάσταση του χρέους στοιχείο, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης ως αλυσιτελούς, να γίνει δεκτή αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του με άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 13373/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση για χρέη προς το δημόσιο. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου καταβολής του χρέους. Η στο διατακτικό παραπομπή στο συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών για προσδιορισμό του χρόνου δεν αναπληρώνει τη μη αναφορά της στο σκεπτικό ή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η παραπομπή γίνεται σε πίνακα χρεών που δεν αφορά την αναιρεσείουσα, αλλά τρίτο. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
2
Αριθμός 536/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 6.553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 519/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 261/19.5.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 21 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..... με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές την ημέρα, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση (άρθρα 229 παρ. 1, 98, 224 παρ. 2-1, 363-362 Π.Κ), εκθέτω δε τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές η διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ, ΝΑ 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ, ΝΒ, 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 218/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ1 καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση, που συνίστανται στο ότι στις 7 Φεβρουαρίου 1994 με την υπό την ίδια ημερομηνία κατάθεσης μήνυσή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών καταμήνυσε τον Ψ1 και την σύζυγο του τελευταίου Ψ2 με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για ηθική αυτουργία σε πράξη ψευδούς βεβαιώσεως που φέρεται ότι είχε διαπράξει ο δικαστικός επιμελητής Ε1 με το να βεβαιώσει ο τελευταίος στην ..... έκθεση επιδόσεως προς τον αιτούντα ότι, μεταβάς στην επί της οδού ..... οικίαν του (αιτούντος) προς επίδοση της 1162/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών βρήκε τον αιτούντα ο οποίος αρνήθηκε να την παραλάβει και προέβη σε θυροκόλληση, ενώ, κατά τον αιτούντα, αυτός δεν ευρίσκετο τότε στην οικία του. Ο αιτών, που γνώριζε ότι το καταγγελλόμενο αυτό γεγονός, δηλαδή της απουσίας του, κατά το χρόνο της ως άνω επίδοσης, από την οικία του και ως εκ τούτου της μη αρνήσεώς του να παραλάβει την επιδιδόμενη απόφαση, ήταν ψευδές, πέτυχε, όπως επεδίωκε, με τη μήνυση του αυτή να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των ως άνω εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2 οι οποίοι τελικά απαλλάχθηκαν της σχετικής κατηγορίας με το 119/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο, μετά την άσκηση έφεσης και στη συνέχεια αναίρεσης από τον ήδη αιτούντα ως πολιτικώς ενάγοντα τότε, που απορρίφθηκαν με τα 3096/1995 και 888/1996 βουλεύματα των Συμβουλίων Εφετών Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντιστοίχως, κατέστη αμετάκλητο. Το ψευδές ως άνω περιστατικό ο αιτών, γνωρίζοντας ότι δεν είναι αληθές, κατέθεσε ενόρκως, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως του κατά την κατάθεση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στις 7 Φεβρουαρίου 1994. Το ίδιο δε έπραξε ο αιτών στις 18-2-1994 κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου του 30ου Τμήματος Αθηνών που ενεργούσε προανάκριση κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας επί της ως άνω μηνύσεως του, επιβεβαιώνοντας και πάλι εν γνώσει της αναληθείας το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του. Τέλος ο αιτών κατά τις 7 και 18 Φεβρουαρίου 1994 με πρόθεση ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας του το ως άνω ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και δη με την κατάθεση της ανωτέρω μήνυσης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Γραμματέα και άλλων αρμοδίων υπαλλήλων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής, ως επίσης και με την κατάθεσή του ενώπιον της ως άνω Πταισματοδίκου, το περιεχόμενο της οποίας έγινε γνωστό στους αρμόδιους υπαλλήλους. Το δικαστήριο στην καταδικαστική κατά πλειοψηφία για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος-εγκαλούντος Ψ1 των μαρτύρων Ψ2 (εγκαλούσας), ....., ....., ...., ...... και ...., στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά, μεταξύ των οποίων και δύο ένορκες καταθέσεις του δικαστικού επιμελητή Ε1 ο οποίος συνέταξε την αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως καθώς και ένορκη κατάθεση του παραστάντος, κατά την επίδοση της αριθμ. 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μάρτυρα Μ1 και στην απολογία του τότε κατηγορουμένου-αιτούντος. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως του επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών 1) το υπ'αριθμ. 210/14-8-2001 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως - Τεύχος τρίτο, στο οποίο δημοσιεύθηκε η αριθμ. 116259/30-7-2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία απελύθη από την υπηρεσία του ο δικαστικός επιμελητής Ε1 μετά την έκδοση της αριθμ. 5/1-6-2001 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την αριθμ. 1/2001 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας (3) τριών μηνών για την αναφερόμενη, στην αριθμ. 7/2000 πειθαρχική αγωγή, πράξη, μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βάρος του παθόντος Π1 3) την αριθμ. 2/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας (5) πέντε μηνών για την αναφερόμενη στην αριθμ. 19/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθήνας δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του Δικαστικού Επιμελητή και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο των αναφερομένων στον Ν.2318/95 για τους δικαστικούς επιμελητές, 4) την αριθμ. 3/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής Ε1 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου των 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην αριθμ. 23/1999 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε προς έλεγχο τα τηρούμενα από αυτόν βιβλία καθώς και το αρχείο του για το έτος 1997 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, 5) την αριθμ. 4/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίού Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην αριθμ. 21/99 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθήνας δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του Δικαστικού Επιμελητή και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο των αναφερομένων στον Ν.2318/95 για τους δικαστικούς επιμελητές, 6) την υπ'αριθμ. 11949/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, ύστερα από μήνυση της εταιρίας με την επωνυμία "..... ΕΕ", 7) την υπ'αριθμ. 11924/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών για τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και υπεξαγωγής εγγράφων, ύστερα από μήνυση της ....., 8) την υπ' αριθμ. 8519/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για ψευδορκία μάρτυρα και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από μήνυση του Π1, 9) την υπ'αριθμ. 2219-2236/2003, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ο ως άνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για απάτη κατά συναυτουργία και μή κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, ύστερα από μηνύσεις των ....,...., ...., ..... και ..... 10) την υπ'αριθμ. 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής, καταδικάσθηκε, ύστερα από έφεσή του κατά της 2236/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, 11) την υπ'αριθμ. 109/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν προσκομίσθηκε, με την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, απερρίφθη η ασκηθείσα αναίρεση από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή, κατά της αριθμ. 1518/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 12) την υπ'αριθ.22038/20-12-2005 αίτησή του, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητούσε πληροφορίες περί της τύχης του αρχείου του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, 13) το υπ'αριθμ. 115828/16-11-2005 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, 14) το υπ'αριθμ. 58336/20-12-2005 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, με το οποίο τον γνωρίζει ότι σύμφωνα με την από 8-12-2005 δήλωση του δικαστικού επιμελητή Ε2 ο δικαστικός επιμελητής Ε1 αρνείται να παραδώσει το αρχείο του στον ορισθέντα προς τούτο από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικαστικό Επιμελητή Ε2. Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 6553/2001 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα πράγματι με την αριθμ. 116259/30-7-2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ο δικαστικός επιμελητής Ε1 απελύθη από την υπηρεσία του και με τις αριθμ 1/2001, 2/2001, 3/2001 και 4/2001 αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών τιμωρήθηκε με τις αναφερόμενες σ'αυτές πειθαρχικές ποινές, πλην όμως αυτές αναφέρονται σε περιστατικά τα οποία δεν έχουν σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και σε κάθε περίπτωση αφορούν τον δικαστικό επιμελητή Ε1 και όχι τους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 τους οποίους ο αιτών είχε καταμηνύσει ως δήθεν ηθικούς αυτουργούς της φερόμενης και καταγγελλόμενης με τη μήνυσή του πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με αυτουργό τον ως άνω δικαστικό επιμελητή. Περαιτέρω με τις αριθμ. 11949/1999, 11924/1996, 8519/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και με τις αριθμ. 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών (πρωτόδικη) και την αριθμ. 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (σε δεύτερο βαθμό) καταδικάστηκε ο δικαστικός επιμελητής Ε1 στις αναφερόμενες σ'αυτές ποινές, πλην όμως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των υποθέσεων, επί των οποίων εξεδόθησαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καμμία σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης, υπ'αριθμ. 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η ακύρωση και πάντως αφορούν αποκλειστικά τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή. Τέλος και τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα στοιχεία και συγκεκριμένα η υπ'αριθμ. 22038/20-12-2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα αριθμ. 115828/16-11-2005 και 58336/20-12-2005 έγγραφα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς αυτόν, αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία δεν έχουν σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και πάντως δεν μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την αριθμ. 6553/2001 απόφαση σε διαφορετική κρίση.Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεως του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και 'Ψ2 για τις οποίες και καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών.Με τα δεδομένα αυτά ο επικαλούμενος ως άνω μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 21-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ....., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ1. Αθήνα 8 Μαΐου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 6553/2001 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές ημερησίως, για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ1 καταδικάστηκε με την 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού με την 218/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε εναντίον της ο αιτών, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για τα αναφερόμενα παραπάνω πλημμελήματα. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι ο αιτών στις 7 Φεβρουαρίου 1994 με την υπό την ίδια ημερομηνία καταθέσεως μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών καταμήνυσε τον Ψ1 και τη σύζυγο του τελευταίου, Ψ2 με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για ηθική αυτουργία σε πράξη ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρεται ότι είχε διαπράξει ο δικαστικός επιμελητής Ε1 με το να βεβαιώσει ο τελευταίος στην ..... έκθεση επιδόσεως προς τον αιτούντα, ότι μεταβάς στην επί της οδού .... οικίαν του (αιτούντος) προς επίδοση της 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βρήκε τον αιτούντα, ο οποίος αρνήθηκε να την παραλάβει και προέβη σε θυροκόλληση, ενώ, κατά τον αιτούντα, αυτός δεν ευρίσκετο τότε στην οικία του. Ο αιτών, που γνώριζε ότι το καταγγελλόμενο αυτό γεγονός, δηλαδή της απουσίας του, κατά τον χρόνο της ως άνω επιδόσεως, από την οικία του και ως εκ τούτου της μη αρνήσεως του να παραλάβει την επιδιδόμενη απόφαση ήταν ψευδές, πέτυχε, όπως επεδίωκε, με τη μήνυση του αυτή να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των ως άνω εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2 οι οποίοι τελικά απαλλάχθηκαν της σχετικής κατηγορίας με το 119/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο ύστερα από την άσκηση εφέσεως και στη συνέχεια αναιρέσεως από τον ήδη αιτούντα, ως πολιτικώς ενάγοντα τότε, που απορρίφθηκαν με τα 3096/1995 και 888/1996 βουλεύματα των Συμβουλίων Αθηνών και Αρείου Πάγου αντιστοίχως, κατέστη αμετάκλητο. Το ψευδές ως άνω περιστατικό ο αιτών, γνωρίζοντας ότι δεν είναι αληθές, κατέθεσε ενόρκως, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως του κατά την κατάθεση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στις 7 Φεβρουαρίου 1994. Το ίδιο δε έπραξε ο αιτών στις 18.2.1994 κατά την ένορκη εξέταση του, ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου του 30ού Τμήματος Αθηνών, που ενεργούσε προανάκριση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας επί της ως άνω μηνύσεως του, επιβεβαιώνοντας και πάλι εν γνώσει της αναληθείας το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του. Τέλος, ο αιτών, κατά τις 7 και 18 Φεβρουαρίου 1994, με πρόθεση, ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναλήθειάς του το ως άνω ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και δε με την κατάθεση της ανωτέρω μηνύσεως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Γραμματέως και άλλων αρμοδίων υπαλλήλων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής, ως επίσης και με την κατάθεση του ενώπιον του ως άνω Πταισματοδίκου, το περιεχόμενο της οποίας έγινε γνωστό στους αρμόδιους υπαλλήλους. Το Δικαστήριο, στην καταδικαστική (κατά πλειοψηφία) για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος - εγκαλούντος Ψ1 των μαρτύρων Ψ2 (εγκαλούσας) ...., ...., ...., ..... και ..... στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά, μεταξύ των οποίων και δύο ένορκες καταθέσεις του δικαστικού επιμελητή Ε1 ο οποίος συνέταξε την αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως καθώς και ένορκη κατάθεση του παραστάντος, κατά την επίδοση της αριθμ. 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μάρτυρα Μ1 και στην απολογία του τότε κατηγορουμένου. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει 1) το 210/14.8.2001 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Γ'), στο οποίο δημοσιεύτηκε η 116259/30.7.2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία απολύθηκε από την υπηρεσία του ο δικαστικός επιμελητής Ε1 μετά την έκδοση της 5/1.6.2001 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, 2) την 1/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας τριών μηνών για την αναφερόμενη στην 7/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, μετά την άσκηση σε βάρος του πειθαρχικής διώξεως για ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του παθόντος Π1 3) τη 2/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως, διάρκειας πέντε μηνών για την αναφερόμενη στην 19/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή και διατηρούσε για τον σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο απ' αυτά που αναφέρονται στον Ν. 2318/1995 για τους δικαστικούς επιμελητές, 4) την 3/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής Ε1 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου των 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην 23/1999 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε προς έλεγχοι τα τηρούμενα από αυτόν βιβλία, καθώς και το αρχείο του για το έτος 1997 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, 5) την 4/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην 21/99 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή και διατηρούσε για τον σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο από αυτά, που αναφέρονται στον Νόμο 2318/1995 για τους δικαστικούς επιμελητές, 6) την 11949/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής, Ε1 καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, ύστερα από μήνυση της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΕΕ", 7) την 11924/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων μηνών για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και υπεξαγωγής εγγράφων, ύστερα από μήνυση της ....., 8) την 8519/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών για ψευδορκία μάρτυρα και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από μήνυση του Π1, 9) την 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ο ως άνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως έξι ετών για απάτη κατά συναυτουργία και μη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά συναυτουργία, ύστερα από μηνύσεις των ...., ...., ...., ..... και ..... 10) την 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε, ύστερα από έφεση του κατά της 2236/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, 11) την 109/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν προσκομίστηκε, με την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, απορρίφθηκε η αναίρεση την οποία άσκησε ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής κατά της 1518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 12) την 22038/20.12.2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για την τύχη του αρχείου του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, 13) το 115828/16.11.2005 έγγραφο του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, 14) το 58336/20.12.2005 έγγραφο του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, με το οποίο του γνωρίζει ότι σύμφωνα με την από 8.12.2005 δήλωση του δικαστικού επιμελητή Ε2 ο δικαστικός επιμελητής Ε1 αρνείται να παραδώσει το αρχείο του σ' αυτόν (Ε2) που ορίσθηκε προς τούτο από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Όμως, τα παραπάνω που επικαλείται ο αιτών ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω 6553/2001 απόφαση, της οποίας ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η ακύρωση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, που να μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, πράγματι με την 116259/2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ο δικαστικός επιμελητής Ε1 απολύθηκε από την υπηρεσία του και με τις αναφερόμενες παραπάνω αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών ο ως άνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε με τις αναφερόμενες στις ως άνω αποφάσεις πειθαρχικές ποινές, πλην όμως, αυτές αναφέρονται σε περιστατικά, τα οποία δεν σχετίζονται με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και σε κάθε περίπτωση αφορούν στον δικαστικό επιμελητή Ε1 και όχι στους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 τους οποίους ο αιτών είχε καταμηνύσει ως δήθεν ηθικούς αυτουργούς της φερόμενης και καταγγελλόμενης με τη μήνυση του πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως με αυτουργό τον ως άνω δικαστικό επιμελητή. Περαιτέρω, με τις 11949/1999, 11924/1996, 8519/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και με τις 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πρωτόδικη) και 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (σε δεύτερο βαθμό), καταδικάστηκε ο δικαστικός επιμελητής Ε1 στις αναφερόμενες ποινές, πλην όμως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των υποθέσεων, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές είναι άσχετα με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η ακύρωση και πάντως, αφορούν αποκλειστικά στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή. Αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών και συγκεκριμένα η 22038/2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα 115828/2005 και 58336/2005 έγγραφα του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα αναφέρονται σε γεγονότα που δεν έχουν σχέση με εκείνα, που αποτέλεσαν αντικείμενο της κρινόμενης υποθέσεως και πάντως δεν μπορούν να οδηγήσουν του Δικαστήριο που εξέδωσε την 6553/2001 απόφαση σε διαφορετική κρίση. Ενόψει όλων αυτών, συνάγεται ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για την ευδοκίμηση της υπό κρίση αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ'εξακολούθηση σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 για τις οποίες και καταδικάστηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.3.2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ΄ εξακολούθηση. Απορρίπτει αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 535/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, περί αναιρέσεως της 5470/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μανέα. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1715/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και της διάταξης του άρθρου 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 78 του Π.Δ. 1073 της 12/16 Σεπτεμβρίου 1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", η οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα V: Ηλεκτροδότηση Εργοταξιών", και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α αυτού "Δια την πρόλειψιν ατυχημάτων, από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυο ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον... β) αι μεταφοραί, χειρωνακτικαί ή μη, σιδηροπλισμού σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.α. και οι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών, αναβατορίων, πυραύλων κ.α. ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος, να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως". Κατά δε το άρθρο 111 του ίδιου Π.Δ. "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.Δ/τος 778/80 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ. 31/1990 "Επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων", κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επ' αυτοκινήτου με κινητήρα θερμικό... αν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού - χειριστού που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας, ώστε να μην είναι εφικτή από τον Άρειο Πάγο, ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5470/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων, Χ1 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρίας με την επωνυμία "...", και ο Χ2, επιβλέπων μηχανικός, δεν φρόντισαν, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το άρθρο 78 παρ. β' του Π.Δ. 1073/1981 να φροντίσουν ώστε οι μεταφορές χειρωνακτικές και μη σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.α. και εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχών, αναβατόριων, πυραύλων κ.α. οι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος να πραγματοποιούνται από ηλεκτροφόρους αγωγούς τάσεως, ο δε χειριστής γερανού Γ1, τον οποίον απασχολούσαν να έχει την απαραίτητη άδεια μηχανοδηγού χειριστή, όπως προβλέπεται από το Π.Δ. 31/90, και αν και ήταν υπόχρεοι να έχουν ορίσει κουμανταδόρο ο οποίος θα είχε σαφή αντίληψη της απόστασης μεταξύ των εναέριων ηλεκτροφόρων καλωδίων και γερανού έτσι ώστε να είναι αδύνατη η προσέγγιση μεταξύ τους και για τη συγκεκριμένη εργασία ο σιδηροπλισμός θα έπρεπε να μεταφέρεται με τη βοήθεια γερανού σε ασφαλή απόσταση από το τοιχείο και μετά να μεταφέρεται με τα χέρια έως το σημείο τοποθέτησής του, επειδή το συγκεκριμένο στοιχείο που θα ετοποθετείτο ο οπλισμός βρισκόταν στο κατακόρυφο επίπεδο που οριζόταν από το εναέριο δίκτυο και ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας ήταν δεδομένος, ανέθεσαν κατά τον χρόνο εκείνο το χειρισμό του γερανού σε άλλον, τον Γ1, χωρίς να κατέχει την απαραίτητη άδεια μηχανοδηγού χειριστή, όπως προβλέπεται από το Π.Δ. 31/90 και χωρίς τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία. Έτσι ο τελευταίος δεν εφρόντισε για το σωστό χειρισμό του μηχανήματος προκειμένου να έχει ικανή απόσταση από το ηλεκτροφόρα καλώδια της Δ.Ε.Η. με αποτέλεσμα το θάνατο του Θ1, ο οποίος υπέστη ηλεκτροπληξία και τη σωματική βλάβη του Θ2 που υπέστη ηλεκτρικό έγκαυμα flash burn προσώπου, τραχήλου, ράχεως δεξιού ώμου μερικού εν τω βαθύ και θλάση κοιλίας, που εργαζόταν στην ως άνω οικοδομή και τοποθετούσαν με τα χέρια το σιδηροπλισμό μέσα στο ξυλότυπο του τοιχείου. Ειδικότερα ο σιδηροπλισμός έφθανε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο με τη βοήθεια οικοδομικού γερανού ο οποίος ήταν τοποθετημένος σε απόσταση περίπου 30 m και τον οποίο χειριζόταν ο Γ1, ο οποίος κατηύθυνε τον αναρτημένο σιδηροπλισμό με τη βοήθεια τηλεχειριστηρίου και δεν πρόσεξε ώστε να υπάρχει ικανή απόσταση από τα ηλεκτροφόρα καλώδια με συνέπεια ο βραχίονας του γερανού να περάσει πάνω από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια, ενώ οι ως άνω εργαζόμενοι προσπαθούσαν, να του τοποθετήσουν το σιδηροπλισμό μέσα στο ξυλότυπό του τοιχείου και τα κάθετα συρματόσχοινα ακούμπησαν στα καλώδια και δημιουργήθηκε βραχυκύκλωμα. Το ηλεκτρικό ρεύμα πέρασε από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια στα κάθετα συρματόσχοινα ανάρτησης, από εκεί στο αναρτημένο φορτίο (σιδηροπλισμό) και τέλος στους εργαζόμενους οι οποίοι κρατούσαν και προσπαθούσαν να τοποθετήσουν το σιδηροπλισμό μέσα στο τοιχείο. Το γεγονός ότι οι παθόντες ήταν εργαζόμενοι στο συνεργείο του Υ1 δεν σημαίνει ότι οι κατ/νοι δεν είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση, βάσει του νόμου, να προβούν στις ανωτέρω πράξεις για την ασφάλεια των εργαζομένων της οικοδομής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανεξάρτητα τυχόν ευθυνών του ως άνω εργολάβου. Αν ήταν εκεί οι κατ/νοι με τις ιδιότητες, που είχαν και την εμπειρία, που διέθεταν, θα είχαν προλάβει να μην συμβεί το εν λόγω ατύχημα. Οι κατ/νοι ισχυρίζονται ότι ο θανών είχε αναλάβει να είναι κουμανταδόρος και ότι από δική του υπαιτιότητα, επειδή δεν φορούσε γάντια, έπιασε τα σίδερα, που είχαν ακουμπήσει στα καλώδια της ΔΕΗ και υπέστη ηλεκτροπληξία. Όμως, η υποχρέωση να βάλει κουμανταδόρο ήταν. του ιδιοκτήτη του γερανού, για να βοηθήσει το χειριστή αυτού στη μεταφορά του σιδηροπλισμού. Ως κουμανταδόρος δεν πρέπει να μπαίνει οποιοσδήποτε βρίσκεται στην οικοδομή, αλλά να είναι ένα μόνιμο πρόσωπο, το οποίο πρέπει να συνεργάζεται με το χειριστή του γερανού, ως βοηθός αυτού και να έχει εμπειρία σ'αυτή την εργασία. Αν πράγματι ο θανών είχε οριστεί κουμανταδόρος, θα έπρεπε να μην έκανε και την εργασία του σιδερά στο ύψος των ξυλότυπων στα θεμέλια της οικοδομής σε ύψος 2,5 μέτρων από τα πέδιλα, αλλά να βρίσκεται σε τέτοιο σημείο της οικοδομής στο ίδιο ύψος με το γερανό μεταξύ της απόστασης των 30 μέτρων, που απείχε αυτός από τα θεμέλια της οικοδομής, έτσι ώστε να έχει οπτικό πεδίο του γερανού, του βραχίονα αυτού, των εναέριων ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ και των θεμελίων της οικοδομής, όπου θα μεταφερόταν ο σιδηροπλισμός. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε εμπειρία να κάνει τον κουμανταδόρο του γερανού, δεδομένου ότι άλλη φορά δεν είχε συνεργασθεί με το χειριστή του εν λόγω γερανού ούτε μπορούσε από απόσταση 30 μέτρων φωνάζοντας να κατευθύνει το χειριστή του γερανού. Το ανωτέρω δε αποτέλεσμα, ήτοι ο θάνατος του Θ1 και η σωματική βλάβη του Θ2, επήλθε ως μόνης ενεργού αιτίας της συγκλίνουσας αμέλειας των προαναφερθέντων κατηγορουμένων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι εξ (26) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα ανέφεροντας τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου οι οποίοι υποχρέωναν τον αναιρεσείοντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εργολήπτριας εταιρείας με την επωνυμία "...", αφ' ενός να φροντίσει ώστε οι μεταφορές με τον γερανό σιδηροπλισμού να γίνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει ικανή απόσταση από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια (άρθρο 78 παρ. β' του Π.Δ. 1073/1981), αναθέτοντας σε "κουμανταδόρο", ο οποίος θα είχε σαφή αντίληψη της απόστασης μεταξύ των ηλεκτροφόρων καλωδίων και του γερανού έτσι ώστε να είναι αδύνατη η προσέγγιση μεταξύ τους, αφετέρου την ανάθεση του χειρισμού του γερανού, μόνο σε χειριστή που κατέχει άδεια μηχανοδηγού χειριστού όπως προβλέπεται από το Π.Δ. 31/90. Η παραπάνω δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντα έχοντα τη παραπάνω ιδιότητα πηγάζει από τις παραπάνω επιτακτικού κανόνα διατάξεις του άρθρου 78 του Π.Δ. 1073/1981 και των διατάξεων του Π.Δ. 31/1990, και είναι ανεξάρτητη από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που πηγάζει από την διάταξη του άρθρου 111 του ιδίου Π.Δ., η οποία συνίσταται στην συνεχή και καθ' όλη τη διάρκεια της ημερησίας εργασίας παρουσία των νόμω υπόχρεων εργοδοτών ή των εκπροσώπων αυτών. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 15 του Π.Κ. με την ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντα να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, δεδομένου ότι στο μεν αιτιολογικό αυτής στηρίζεται στις διατάξεις του Π.Δ. 31/1990, στο δε διατακτικό στις διατάξεις του Π.Δ. 1073/1982 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος επίσης ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος είναι και ο από το άρθρο 510 § 1 Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 του Π.Κ. και 78 και 113 του π.δ. 1073/1981 με την ειδικότερη αιτίαση ότι οι υποχρεώσεις για τη λήψη μέτρων ασφαλείας βαρύνουν τον υπεργολάβον του έργου, Υ1, ο οποίος ήταν εργοδότης των παθόντων και υπεύθυνος για τη μεταφορά και τοποθέτηση του σιδηροπλισμού, και υπεύθυνος για την παρακολούθηση της εργασίας και της ασφαλείας (ατυχήματα, όροι εργασίας) του προσωπικού του με βάση το αναγνωστέο από 23/2/2001 "Ιδιωτικό Συμφωνητικό" εκτέλεσης εργασιών. Και τούτο καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο στήριξε την καταδικαστική του κρίση επί της παράλειψης του αναιρεσείοντα να παρεμποδίσει την επέλευση του ως άνω αποτελέσματος, δεχόμενο ότι αυτός είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας στην οποία ανήκε ο γερανός, ιδιότητα η οποία του επέβαλε την αποτροπή του αποτελέσματος λόγω της ιδιαίτερης υποχρέωσής του που πήγαζε από τους παραπάνω επιτακτικούς κανόνες και όχι την ιδιότητα του υπεργολάβου του έργου, ο οποίος κατά τη διάταξη του άρθρου 111 του ως άνω Π.Δ. 1073/1981 έχει την επιβαλλόμενη απ' αυτή ιδιαίτερη υποχρέωση να παρίσταται ανελλιπώς καθόλη τη διάρκεια της ημερησίας εργασίας, όπως τούτο με σαφήνεια διατυπώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης με την ιδιαίτερη σκέψη ότι η ευθύνη του αναιρεσείοντα και του συγκατηγορουμένου του πολιτικού μηχανικού ήταν ανεξάρτητες από αυτή του ως άνω εργολάβου του έργου, στον οποίο εργαζόταν οι παθόντες. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικής ενάγουσας ... και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/10/2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 5470/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και απόρριψη λόγων αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 15 ΠΚ και άρθρων 78 παρ. Β’ και 113 του ΠΔ 1073/1981 και ΠΔ 31/1990. Απορρίπτει αίτηση.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 534/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 251/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με κατηγορούμενους τους 1) Χ και 2) Χ2, κάτοικο ..... . Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Σεπτεμβρίου 2008, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.579/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 559/8.12.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με το άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ'αριθμ. 50/2008, 51/2008 και 52/2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναίρεσης των πολιτικώς εναγόντων 1) Ψ3, 2) Ψ2 και 3) Ψ1, κατά του υπ'αριθμ. 251/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 14/2008 έφεση της πρώτης των αναιρεσειόντων και β) απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. 15 και 16/2008 εφέσεις των δεύτερης και τρίτου αναιρεσειόντων κατά του υπ'αριθμ. 1141/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο αποφαινόταν την προσωρινή παύση της ποινικής δίωξης κατά των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα.....", κατά δε τη δεύτερη "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα...... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.......". Από τις διατάξεις των άρθρων 482, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, 483 ΚΠΔ, για τον πολιτικώς ενάγοντα ή τρίτο που άσκησε έφεση κατά το άρθρ. 310 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν προβλέπεται πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλευμάτων. (ΑΠ 1263, 1760/2006 Ποιν. Δ. 2007, 118, 397). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) Να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 50, 51 και 52/2008 αιτήσεις αναίρεσης των 1) Ψ3, 2) Ψ2 και 3) Ψ1, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 251/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις τους κατά του υπ'αριθμ. 1141/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Αθήνα 18 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Ένδικο μέσο μπορεί γα ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα....", κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ...... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το ένδικο αυτό μέσο. Τέτοια περίπτωση είναι και η από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος, (το οποίο απορρίπτει στην ουσία της ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις υπ' αρ. 50/2008, 51/2008 και 52/2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναίρεσης των πολιτικώς εναγόντων 1) Ψ3, 2) Ψ2 και 3) Ψ1, κατοίκων ....., προσβάλλεται το υπ' αρ. 251/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 14/2008 έφεση της πρώτης των αναιρεσειόντων και β) απορρίφθηκαν στην ουσία οι υπ' αρ. 15 και 16/2008 εφέσεις των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων κατά του υπ' αρ. 1.141/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παύθηκε προσωρινά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, το ένδικο αυτό μέσο της αναίρεσης, δεν προβλέπεται για τον πολιτικώς ενάγοντα, που άσκησε έφεση κατ' άρθρο 480 Κ.Π.Δ. και απορρίφθηκε αυτή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού αυτός (πολιτικώς ενάγων) δεν περιλαμβάνεται στους κατ' άρθρα 482 και 483 Κ.Π.Δ. δικαιούμενους να ασκήσουν το ένδικο αυτό μέσο. Πρέπει, συνεπώς, οι αναφερόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αρ. 50, 51 και 52/2008 αιτήσεις των 1) Ψ3, 2) Ψ2 και 3) Ψ1, αντίστοιχα, κατοίκων Αγ. Ιωάννη Ρέντη Αττικής, για αναίρεση του με αριθμό 251/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει ένα έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αναίρεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Απορρίπτει αίτηση.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 539/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της 598/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1222/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε ό,σα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία... . Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. (Ολ. Α.Π. 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώστηκαν, κλπ.] τα οποία έλαβε υπόψη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στα ..., κατά τον γενόμενο έλεγχο, την 2-7-2002, διαπιστώθηκε ότι: Α) εργοδότης τυγχάνων, ως υπεύθυνος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ιδιοποιήθηκε ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του δηλαδή παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με το σκοπό να τις αποδώσει στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υποκατάστημα ...) που ανέρχονται στο ποσό των 2.713,72 ΕΥΡΩ, της χρονικής περιόδου 12/01 μέχρι ΔΧ/01. Το ποσό αυτό δεν κατέβαλε στο παραπάνω ίδρυμα σε ένα μήνα από τότε που έγινε απαιτητό, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφ/κές εισφορές που τον βαρύνουν (εργοδοτικές άσχετα από ποσό, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς), δεν κατέβαλε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υποκατάστημα ... που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας τις Ασφαλιστικές Εισφορές που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο που ανέρχονται στο ποσό των 5.427,44 ΕΥΡΩ της ανωτέρω χρονικής περιόδου, σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως των αρ. 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, και του επέβαλε για την πρώτη πράξη, ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ και για τη δεύτερη ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, συνολική δε, 8 μηνών φυλάκιση και χρηματική ποινή 400 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, και έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ελλιπής επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων στην επιχείρηση μισθωτών, ποιες ακριβώς ήταν οι αποδοχές καθενός και ποιο ήταν το ακριβές ποσό της εργατικής και εργοδοτικής εισφοράς για κάθε εργαζόμενο, δεδομένου ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, αφού, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, κρίσιμα περιστατικά είναι μόνο η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός, και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. β) Αφού το δικαστήριο αφενός μεν δέχεται, ότι ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών ήταν η χρονική περίοδος 1-12-2001 έως 31-12-2001, ότι ο χρόνος καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ ήταν ένας μήνας από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία και ότι ο χρόνος τέλεσης των άνω πράξεων ήταν το χρονικό διάστημα 1.2.2002 έως 2.7.2002, δεν ήταν αναγκαία μεγαλύτερη εξειδίκευση του χρόνου που έπρεπε να καταβληθούν οι επί μέρους μηνιαίες εργοδοτικές ή παρακρατήθηκαν οι εργατικές εισφορές, διότι τούτο δεν ασκούσε στην προκείμενη περίπτωση επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, αφού, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν ανέκυπτε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου κάποιας από τις πράξεις αυτές, ενόψει του ότι από την πάροδο και των τριάντα ημερών από τη λήξη κάθε μήνα της άνω περιόδου εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων εισφορών, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία. γ) Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι, κατά ένα μέρος, ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. δ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων, ήταν Διευθύνων Σύμβουλος Ποδοσφαιρικής Εταιρείας (ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ) και ως εργοδότης η τελευταία είχε απασχολήσει στην επιχείρησή της, στο συγκεκριμένο χρόνο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένο στο ΙΚΑ προσωπικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της άνω υπόθεσής του και συνεπώς δεν απολογήθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος όταν του δόθηκε ο λόγος, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία σχέση με την ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ, ότι ουσιαστικός ιδιοκτήτης αυτής ήταν ο ..., ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή του και τον εμφάνισε ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, εξ αιτίας δε αυτού δεν γνώριζε για τα χρέη της εταιρείας και δεν είχε την υποχρέωση, αλλά και τη δυνατότητα να καταβάλει αυτά. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ζήτησε να προσκομισθούν τα βιβλία της εταιρείας, δίχως όμως να υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα αναβολής, αφού όταν του δόθηκε και πάλι ο λόγος, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση του Εισαγγελέα για την ενοχή, ζήτησε μόνο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, δίχως να ζητήσει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αφού δέχεται ότι "όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι κατά την κρίση του δικαστηρίου ανάγονται σε απόλυτη άρνηση της κατηγορίας, αφού αρνείται την ουσιαστική συμμετοχή του στη διοίκηση της ΠΑΕ ΤΡΙΚΑΛΑ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι καθόσον, όπως προέκυψε και από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας υπαλλήλου του ΙΚΑ ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος στην ΠΑΕ και ο, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδιοκτήτης της ΠΑΕ ονόματι ... δεν εμφανίζονταν σε κάποιο έγγραφο ως πράγματι διευθύνων σύμβουλος αυτής". Τέλος, εκ του ότι στο διατακτικό αναγράφεται ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος της ΠΑΕ ΑΟ ΤΡΙΚΑΛΑ και στο σκεπτικό διευθύνων σύμβουλος αυτής, δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, αφού από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, από παραδρομή όμως στο διατακτικό αναφέρεται εκείνη του υπεύθυνου της ΠΑΕ. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.6.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 598/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Τρικάλων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές και εργοδοτικές εισφορές. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
2
Αριθμός 525/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της 67367/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Επίσης, κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση (άρθ. 375 Π.Κ.), με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 33 του νέου Ν. 3346/2005, προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών (2.000 Ευρώ) στα ασφαλιστικά ταμεία ή στο Δημόσιο με τη μη καταβολή εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι, α) το όριο των δύο χιλιάδων ευρώ, αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, β) αν η οφειλή είναι μικρότερη, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και γ) είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθ. 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την 17.6.2005, που άρχισε η ισχύ του άνω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 67.367/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 Ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή διακοσίων (200) Ευρώ, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Το Δικαστήριο πείσθηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στην ....., όπως διαπιστώθηκε στις 23-12-2002, ως εργοδότης της επιχείρησης "....." (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ) αν και απασχόλησε 4 εργαζομένους σ'αυτήν, κατά τη χρονική περίοδο από 6/2001 μέχρι 12/2001, δεν κατέβαλε ως ώφειλε, για την ασφάλισή τους στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) εργοδοτικές εισφορές ύψους 3.626,31 € και εργατικές εισφορές ύψους 1.813,15 €, αν και αυτές είχαν καταστεί απαιτητές". Με τις πιο πάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, η απόφαση αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται τα ονόματα των απασχοληθέντων, ο αριθμός αυτών και τα ποσά των αμοιβών τους, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία, όλα τα στοιχεία αυτά, πέρα από το γεγονός ότι αποδείχθηκαν από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν αμφισβητήθηκαν από τον υπόχρεο, ενώπιον των κατά νόμον αρμοδίων επιτροπών, μετά την έκδοση της σχετικής ΠΕΕ που αναγράφεται στην προσβαλλομένη. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., αυτός είναι βάσιμος, αναφορικά με την πράξη της παρακράτησης εργατικών εισφορών, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (1.12.2006) ίσχυε ο επιεικέστερος Ν. 3346/2005, η δε πράξη της παρακράτησης (υπεξαίρεσης) των εργατικών εισφορών αφορούσε οφειλές 1.813,15 ευρώ, δηλαδή ποσού που δεν υπερέβαινε συνολικά το από το άρθρο 33 του άνω νόμου προβλεπόμενο όριο, και συνεπώς δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον άνω επιεικέστερο νόμο. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί, κατά το μέρος αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της πράξης αυτής. Περαιτέρω, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τις διατάξεις της 1) επιβολής ποινής φυλάκισης 12 μηνών και χρηματικής ποινής 150 Ευρώ για την πράξη αυτή και 2) συνολικής ποινής, αφού, για τον καθορισμό αυτής, συνυπολογίστηκαν, φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 150 Ευρώ, που αντιστοιχούσε στην ως άνω πράξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, αναφορικά με την επιβληθείσα, τόσο για την πράξη αυτή ποινή, όσο και με την επιβληθείσα συνολική ποινή, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αρ. 67367/1.12.2006 απόφαση του Α' Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο ....., του ότι στην .... στις 23.12.2002, τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ....., παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές, των εργασθέντων στην ως άνω επιχείρησή του, ποσού 1.813,15 Ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στο Ι.Κ.Α. και δεν τις κατέβαλε σ'αυτό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές αυτές. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που με την ως άνω απόφαση επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 150 ευρώ, για την πράξη της μη καταβολής προς το ΙΚΑ εργοδοτικών εισφορών ποσού 3.626,31 Ευρώ, καθώς και κατά το μέρος που δι' αυτής επιβληθηκε συνολική ποινή στον αναιρεσείοντα, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 1 παρ. 1 ΑΝ. 86/67. Εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου 3346/2005 (άρθρου 33 αυτού) που θέτει ως όριο των εισφορών το ποσό των 2.000 Ευρώ και κάτω από αυτό η πράξη είναι ανέγκλητη. Αναιρεί. Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ποινή, Νόμος επιεικέστερος, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 524/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο και Αντώνιο Αθηναίο (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 87/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη - Πασσίδη, για αναίρεση της με αριθμό 3.071/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.021/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 (μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου) του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ.136/1946), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων", που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ". Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του ίδιου Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον Κώδικα αυτό αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 30 παρ. 15, απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, εκτός άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχε μια από τις τρείς προαναφερθείσες ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές, περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν, δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3.071/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση της κατά το ν.δ.136/1946 εκδοθείσης υπ' αριθ. 14/1989 αγορανομικής διατάξεως σε συνδυασμό προς το άρθρο 30 παρ. 15 του ν.δ. 136/1946 και συγκεκριμένα για το ότι στη ....., στις 8.6.2003, ως υπεύθυνος της εταιρίας "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", κατείχε και διέθεσε προς πώληση και κατανάλωση αγαθά τα οποία ήταν ακατάλληλα για βρώση και μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία των ανθρώπων και ειδικότερα μία ζαμπονοτυρόπιτα βάρους 50 γραμ. (κατεψυγμένη), την οποία αγόρασε η Α από το Σούπερ - Μάρκετ ..... στο ....., ..... και η οποία περιείχε ξένο σώμα, χρώματος καφέ, μήκους 2 έως 3 εκατοστά, άγνωστης προελεύσεως, μη προσδιορίσιμο, που, σύμφωνα με την εξέτασή της από τον ΕΦΕΤ που ακολούθησε, χαρακτηρίσθηκε ρυπαρό τρόφιμο και κατατάχθηκε στα επιβλαβή για την υγεία των ανθρώπων τρόφιμα και ακατάλληλα για βρώση. Όμως, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτά την αιτιολογία της, αναφέρεται αν ο αναιρεσείων, κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχε μία από τις τρείς προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφερόμενη ιδιότητά του στο μεν σκεπτικό ως νομίμου εκπροσώπου και υπευθύνου της εταιρίας "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", στο δε διατακτικό ως υπευθύνου της εν λόγω εταιρίας δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για την ως άνω αγορανομική παράβαση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, συνακολούθως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ συναφής λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός (αν και προβαλλόμενος με την επίκληση άλλων αιτιάσεων και όχι της ανωτέρω), της πλημμέλειας αυτής εξεταζομένης και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως. Περαιτέρω, παρά το ότι το ανωτέρω αγορανομικό αδίκημα τιμωρείται και από αμέλεια, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αν ο αναιρεσείων τέλεσε την ως άνω πράξη από δόλο ή από αμέλεια, με συνέπεια να μην έχει και εξ αυτού του λόγου η απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερούμενη συγχρόνως κατά τούτο και νόμιμης βάσεως, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, δεν είναι εφικτός. Συνεπώς είναι βάσιμοι και οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως. Πρέπει, μετά ταύτα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3.071/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως η προσβαλλόμενη, καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 12 του Αγορανομικού Κώδικα απόφαση, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν αν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η ιδιότητα του κυρίου, του διευθυντή ή του επόπτη της επιχειρήσεως, αφού μόνη η αναφερόμενη ιδιότητά του ως υπευθύνου και νομίμου εκπροσώπου δεν αρκεί και περαιτέρω, διότι αν και πρόκειται για παράβαση που διώκεται από δόλο ή από αμέλεια τελούμενη, δεν εκτίθεται το είδος της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος που έγινε δεκτό. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
1
Αριθμός 523/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 75/2008 πράξη), Βιολέτα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ιωάννου, περί αναιρέσεως της 5680/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1337/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 1, 2 και 509 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει, εκτός των άλλων να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 § 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιές είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002). Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επειδή αυτή που υπάρχει αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να διαλαμβάνει ότι η επανάληψη αυτή δεν αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι στο διατακτικό της αποφάσεως, που αντιγράφεται στο σκεπτικό, δεν περιέχονται και πραγματικά περιστατικά, όσα είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού και, επιπλέον, θα πρέπει να αναφέρονται τα συγκεκριμένα περιστατικά που δεν περιέχονται στο διατακτικό. Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ'αυτά, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, από δε τη διάταξη του άρθρου 145 § 3 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ή η συμπλήρωση ελλείψεων αυτών, που είναι δυνατόν να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον Εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή εντός είκοσι ημερών από την καταχώρηση των πρακτικών, καθαρογραμμένων στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο, διατάσσεται από το δικαστή που διηύθυνε τη συζήτηση και, αν αυτός αρνηθεί, πάντοτε από το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση, δηλαδή και στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 5680/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση πέντε μηνών για σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Η αίτηση αναιρέσεως αυτή ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε σχετικώς η 304/2007 Έκθεση, στην οποία διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: 1) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι όσα βεβαιώνονται στο παρατιθέμενο απόσπασμα των πρακτικών, ότι δηλαδή "ο Πρόεδρος... διέταξε να αποχωρήσουν οι λοιποί μάρτυρες στο δωμάτιο που είναι προορισμένο για τους μάρτυρες αφού προηγουμένως απαγόρευσε τη μεταξύ τους επικοινωνία", ουδέποτε συνέβησαν, καθόσον δεν υπάρχει δωμάτιο προορισμένο για τους μάρτυρες, ούτε απαγορεύθηκε η μεταξύ των μαρτύρων επικοινωνία. Ο λόγος αυτός, ο οποίος μάλιστα προβάλλεται υπό τύπον παρατηρήσεως, δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία περίπτωση λόγου αναιρέσεως από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 ΚΠοινΔ και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Λεκτέον δε, ενόψει της επικλήσεως (σε άλλο σημείο του αναιρετηρίου) ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ότι η μη τήρηση της διατάξεως του άρθρου 350 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην απαγόρευση επικοινωνίας των μαρτύρων, δεν είναι ταγμένη επί ποινή ακυρότητας, 2) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά τα υπό α', β', δ' και ε' σκέλη του, υπό την προσχηματική επίκληση των πλημμελειών εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α', Β' και Δ' ΚΠοινΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτή την έννοια έχουν οι αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο α) αγνόησε τις παραδοχές που περιέχονται στο παρατιθέμενο απόσπασμα της καταθέσεως του μάρτυρος - παθόντος, οι οποίες προσδιορίζουν το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας αυτού (παθόντος), β) αγνόησε το αποδεικτικό υλικό και ιδίως τις παρατιθέμενες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως οι οποίοι είχαν προσωπική αντίληψη, σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας, και κατέθεσαν περιστατικά που αποδείκνυαν την αθωότητά του και γ) μεταξύ των αντιφατικών καταθέσεων του μάρτυρα ..., ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η πρώτη και ενώπιόν του η δεύτερη, υιοθέτησε την τελευταία "χωρίς να ερευνήσει και να άρει την αντίφαση". Η περί των πραγμάτων αυτών εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, όπως προεκτέθηκε, και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως με το ανωτέρω περιεχόμενο, 3) Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι, κατά λέξη "το διατακτικό της αποφάσεως επαναλαμβάνει το κατηγορητήριο, χωρίς θεμελίωση και ειδική αιτιολόγηση, κείμενο μακράν της αλήθειας και του αποδεικτικού υλικού". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι δεν εκτίθεται ποιές είναι, σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως, έστω και με την αντιγραφή τους σκεπτικού της από το διατακτικό της, οι ελλείψεις της αιτιολογίας, οι οποίες είναι επιπλέον απαραίτητες για τη διαπίστωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της ανωτέρω πράξεως και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις αυτές. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, 4) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά το υπό γ' σκέλος του πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση, διότι στα πρακτικά της διατυπώθηκε εσφαλμένα η κατάθεση του μάρτυρα ... ως προς τη φράση "είδα την κομμένη κορδέλα, την είχε βγάλει ο εργολάβος", αντί του πράγματι κατατεθέντος "είδα την κομμένη κορδέλα, την είχε βάλει ο εργολάβος", ζητείται δε, κατ' εκτίμηση, η διόρθωση των πρακτικών κατά τούτο, "άλλως προσβάλλονται ως ανακριβή εκ παραδρομής". Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι στα πρακτικά της διατυπώθηκε εσφαλμένα το τι ζήτησε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όταν έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπιση του τελευταίου, ως προς τη φράση "ζήτησε την ελαχίστη των ποινών" αντί του αληθούς "ζήτησε την αθώωση" του αναιρεσείοντος, ζητείται δε, κατ' εκτίμηση, η διόρθωση των πρακτικών και κατά τούτο, "άλλως προσβάλλονται ως ανακριβή εκ παραδρομής". Οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, κατά το μέρος που αποδίδουν εσφαλμένη καταχώρηση στα πρακτικά εκείνων που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο, δεν μπορούν ούτε στις επικαλούμενες σχετικώς ακυρότητα στο ακροατήριο και έλλειψη αιτιολογίας να θεμελιωθούν, ούτε σε κάποια άλλη περίπτωση λόγου αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 ΚΠοινΔ μπορούν να υπαχθούν. Είναι, επομένως, απορριπτέοι κατά τούτο ως απαράδεκτοι. Κατά το μέρος, εξάλλου, που δι' αυτών εισάγεται αίτηση διορθώσεως από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου των υπόψη πρακτικών, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσης. Η φράση, τέλος, "άλλως προσβάλλονται ως ανακριβή εκ παραδρομής" ούτε ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να αξιολογηθεί, ούτε και δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου για οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω ενέργειά του, καθόσον δεν συνιστά ισχυρισμό προσβολής των πρακτικών για πλαστότητα, αφού η ισχυριζόμενη ανακρίβεια των πρακτικών αποδίδεται ρητώς σε παραδρομή και 5) Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 94 ΠΚ, εγκείμενη στο ότι, ενώ ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για μια πράξη, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται επί λέξει "επειδή συντρέχει περίπτωση να εφαρμοστεί το άρθρο 94 ΠΚ". Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε στην πραγματικότητα τη συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη, αφού καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για μία πράξη, η δε παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της ανωτέρω φράσεως οφείλεται σε παραδρομή. Μετά ταύτα πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2007 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της 5680/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι επί ποινή απαραδέκτου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι αόριστοι λόγοι αναιρέσεως και λόγοι με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Αποδεικτική δύναμη πρακτικών. Η διόρθωση λαθών ή η συμπλήρωση ελλείψεων των πρακτικών των αποφάσεως ποινικών δικαστηρίων διατάσσεται από το δικαστή που διεύθυνε τη συζήτηση και εν αρνήσει του από το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση και στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο. Απορρίπτει αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 520/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Νικόλαο Λεοντή (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλοντέλλη, για αναίρεση της με αριθμό 38,39, 40, 41, 42, 43/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αλεξανδρή. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.038/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιές είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 38, 39, 40, 41, 42, 43/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και καταδικάσθηκε δύο φορές σε ισόβια κάθειρξη, διότι, ειδικότερα "στη ..... ... την 2.8.2002 ... με πρόθεση σκότωσε άλλους ... τις πράξεις του δε αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και συγκεκριμένα, εντός του κάτω δωματίου μεζονέτας ... κτύπησε με δύναμη το λαιμό καθεμιάς, με το σιδερένιο γρύλο του αυτοκινήτου του, τις λόγω διακοπών διαμένουσες μαζί τους αλλοδαπές πόρνες Α και Β και με τα σφοδρά αυτά κτυπήματα επέφερε το θάνατό τους. Κατόπιν τοποθέτησε τα πτώματά τους στο ... αυτοκίνητό του και τα μετέφερε στην ερημική παραλία ..... και αφού τα έδεσε με πέτρες ώστε να αυξήσει το βάρος τους τα έριξε στη θάλασσα ...". Η αναίρεση ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ..... και συντάχθηκε σχετικώς η 8/2006 Έκθεση, στην οποία προβάλλει ο αναιρεσείων, ως πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επικαλούμενος την, κατά την πάγια νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, έννοια της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει σε τί ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της, σε ποιά κεφάλαιά της ανάγονται και ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλων μόνον αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα και δή "... η προσβαλλόμενη απόφαση αυθαιρετεί, δεχόμενη φανταστικά πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν απετέλεσαν στοιχεία της δικογραφίας ... αναφέρει, χωρίς να αιτιολογεί από πού αυτό προκύπτει, ότι χτύπησα με δύναμη στο λαιμό με το σιδερένιο γρύλο του αυτοκινήτου μου και σκότωσα δύο ανθρώπους ... τοποθέτησα δε τα πτώματά τους στο αυτοκίνητο και τα μετέφερα οκτώ χιλιόμετρα μακριά, ότι το όργανο του φόνου το πήρα από το αυτοκίνητο αφού βγήκα από τη μεζονέτα και ξαναγύρισα σ'αυτήν, ότι η Β όρμησε κατ' επάνω μου να αποτρέψει το φονικό αλλά εγώ δεν δίστασα να την χτυπήσω δυνατά με το γρύλο στο κεφάλι και να την ξαπλώσω νεκρή στο πάτωμα ... όλα αυτά ... ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων τα κατέθεσε, ούτε υπήρξε κάποιος κατονομαζόμενος μάρτυρας που να τα επιβεβαιώνει, ούτε προκύπτουν εκ των αναγνωσθέντων εγγράφων που μνημονεύει η απόφαση, αποτελούν φαντασιώσεις και φημολογία ... αντιθέτως οι μάρτυρες κατέθεσαν τα αντίθετα, η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε ... ο λιμενικός αναφέρει ότι ... και ο μάρτυρας Γ ότι ... υιοθέτησε αυθαιρέτως η απόφαση σενάριο που δεν προκύπτει ούτε από ομολογία, ούτε από μαρτυρική κατάθεση, ούτε από πειστήριο, ούτε από έγγραφο, περιελήφθη στην απόφαση έρπουσα φημολογία και η γενική αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν οι ένορκες καταθέσεις και τα έγγραφα έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη στάθμιση του περιεχομένου του σκεπτικού, απ' το οποίο προκύπτει ότι τα υιοθετηθέντα περιστατικά είναι τα αντίθετα των καταθέσεων και των εγγράφων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, επομένως, είναι εντελώς αόριστος και, κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε εκ του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αφενός έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και αφετέρου τις συνημμένες στην από 30.11.2002 έκθεση αυτοψίας φωτογραφίες, παρά το ότι τις τελευταίες τις είχε ρητώς εξαιρέσει από τα έγγραφα της δικογραφίας, δεχθέν σχετική ένστασή του. Ο λόγος αυτός ελέγχεται κατά μεν το πρώτο σκέλος του απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει τα έγγραφα για τα οποία πρόκειται, κατά δε το δεύτερο σκέλος του απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην από 30.11.2002 Έκθεση αυτοψίας - αναπαραστάσεως, η οποία με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου εξαιρέθηκε από τα έγγραφα της δικογραφίας και δεν λήφθηκε υπόψη, δεν έχουν επισυναφθεί φωτογραφίες, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή, για την έρευνα του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, επισκόπησή της, ούτε μνημονεύονται στο κείμενό της, ως συνημμένες σ'αυτήν, φωτογραφίες. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2006 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 38, 39, 40, 41, 42, 43/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι επί ποινή απαραδέκτου. Απαράδεκτος ως αόριστος ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζεται ούτε σε ποια κεφάλαια της αιτιολογίας της αποφάσεως αναφέρεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφων (φωτογραφιών) που είχαν εξαιρεθεί από τα έγγραφα της δικογραφίας με παρεμπίπτουσα απόφαση δεν επήλθε διότι η εξαίρεση δεν αφορούσε φωτογραφίες. Απορρίπτει αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
2
Αριθμός 518/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκαλίμη, περί αναιρέσεως της 1014/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 του ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό. στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Στην απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 2 δεν εμπίπτει η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καταστήματα που λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου. Η διενέργεια, όμως, παιγνίου με τους υπολογιστές αυτούς, ανεξάρτητα από τον τρόπο διενέργειάς του, απαγορεύεται. Επίσης, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια, και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού, συνάγεται ότι η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Επίσης, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής ή διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 20-11-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αριθμό 1014/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία ο αναιρεσείων, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών με τριετή αναστολή, για παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2, 3, 4 του ν. 3037/2002 και 7 παρ. 1 του β.δ. 29/1971. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, του αναιρεσείοντος εκπροσωπηθέντος δια συνηγόρου), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ) ως εν τοις πράγμασι υπεύθυνος-εκμεταλλευτής καταστήματος "ΙΝΤΕΡΝΕΤ - ΚΑΦΕ" με τον τίτλο "...." που βρίσκεται στην οδό .... εγκατέστησε στους οχτώ (8) ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχείρησης αυτής παίγνιο για την εκτέλεση του οποίου ήταν απαραίτητη η ύπαρξη λογισμικού (προγράμματος). Αυτό το ηλεκτρονικό διεξαγόμενο παίγνιο εμφαίνονταν στις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τεσσάρων τηλεοράσεων, διενεργούνταν δε περί ώρα 00:30 από τον πελάτη του καταστήματος Ζ αλλά και από άλλους θαμώνες, άγνωστους τον αριθμό το αποτέλεσμα του παιχνιδιού αυτού δεν εξαρτώνταν από την ικανότητα των παικτών και ο σκοπός του ήταν η κερδοσκοπία. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι κερδισμένοι "πόντοι" κάθε παίκτη στο τέλος εξαργυρώνονταν με χρήματα του καταστήματος. Συγκεκριμένα η λειτουργία του παιχνιδιού αυτού ήταν η εξής: Στις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών με το πάτημα του συγκεκριμένου πλήκτρου είτε στο πληκτρολόγιο είτε σε ειδικό τηλεχειριστήριο που δίνει ο υπεύθυνος του καταστήματος, οι διάφορες παραστάσεις-αντικείμενα, δηλαδή αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, πυραμίδες, δολάρια κλπ που εμφανίζονται και οι οποίες είναι τοποθετημένες σε εννέα (9) τετράγωνες θέσεις που σχηματίζουν τρεις οριζόντιες και τρεις κάθετες γραμμές αρχίζουν να αλλάζουν αυτόματα και μετά παρέλευση ελάχιστων δευτερολέπτων ακινητοποιούνται και εάν η διάταξη των παραστάσεων αυτών που εμφανίζεται στην οθόνη είναι κερδοφόρα, δηλαδή εάν οι παραστάσεις αυτές σχηματίζουν τρίλιζα οριζόντια ή κάθετα ή διαγώνια, ο παίκτης κερδίζει πόντους που αναγράφονται πάνω στην οθόνη και οι οποίοι πόντοι αποπληρώνονται σε χρήμα μετά το πέρας του, παιχνιδιού από τον υπεύθυνο του καταστήματος. Στη λειτουργία του παιχνιδιού αυτού με το πάτημα του πλήκτρου μια φορά χάνονται ογδόντα μονάδες, το ποντάρισμα όμως στην εξέλιξη του παιχνιδιού μπορεί να αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι μονάδες αυτές των οποίων η χρηματική αξία είναι σε αντιστοιχία 200 μονάδες ίσον δύο (2) Ευρώ, αφού εξαγοραστούν, στη συνέχεια στους μεν υπολογιστές τοποθετούνται με την επαφή ενός μικρού ηλεκτρονικού εξαρτήματος που φέρει ο υπεύθυνος του καταστήματος σε κεντρική μονάδα του Η.Υ., στις δε τηλεοράσεις αυτές οι μονάδες τοποθετούνται εξ αποστάσεως μέσω ενός άλλου τηλεχειριστηρίου που επίσης φέρει ο υπεύθυνος του καταστήματος. Β) Στον παραπάνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα του πρώτου τριμήνου του έτους 2006 μέχρι και 1-4-2004 παρέσχε άσυλο σε παίκτες τέτοιων παιγνίων, προέβη δε σε αυτή την ενέργεια επανειλημμένα έχοντας αναπτύξει υποδομή με πρόθεση πορισμού εισοδήματος από αυτά δε τα στοιχεία προκύπτει ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ειδικότερα με την παραπάνω ιδιότητα του προσέφερε επανειλημμένα άσυλο σε παίκτες των με στοιχείο Α' περιγραφομένων ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ζ, από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του ανωτέρω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διέπραξε τα ανωτέρω αδικήματα προέκυψε με σαφήνεια από την ένορκη κατάθεση στο δικαστήριο αυτό του μάρτυρα Ζ σε συνδυασμό με την όμοια κατάθεση του αστυνομικού ..... Ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς κατέθεσε μεταξύ των άλλων: "είχε μηχανήματα με φρουτάκια... μπορεί να είχε πρόσβαση στο INTEΡNET αλλά όσο καιρό πήγαινα εκεί κανένας δεν έμπαινε στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ... έκανα συναλλαγή με την κοπέλα, της έδινα χρήματα και έβαζε μονάδες στο παιχνίδι... το μηχάνημα αυτό το ρύθμιζε η διεύθυνση του καταστήματος δεν το δούλευε ο παίκτης από μόνος του... Δύο χρόνια έπαιζα συνέχεια και έχασα χρήματα...". Ο δεύτερος εξάλλου από αυτούς τους μάρτυρες καταθέτει μεταξύ των άλλων: "Είχαμε καταγγελίες ότι στο συγκεκριμένο κατάστημα έπαιζαν τυχηρά παίγνια και διακινούνταν μεγάλα ποσά, το μαγαζί αυτό έχει φιμέ τζάμια και ηλεκτρονικό κουδούνι που ειδοποιεί όταν κάποιος μπαίνει σαυτό. ...όταν κάποιος έμπαινε με τηλεκοντρόλ σταματούσαν τα παιχνίδια και οι θαμώνες έβλεπαν μπροστά τους στους υπολογιστές λευκές οθόνες... Υπήρχε ασύρματη επικοινωνία... από ένα server εκτός καταστήματος με τηλεχειρισμό βάζουν ένα πρόγραμμα και όταν πηγαίνει η Αστυνομία το σταματούν, οι οθόνες ασπρίζουν και οι θαμώνες απορούν τι συμβαίνει...". Για όλους τους παραπάνω λόγους ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων απορριπτόμενου του αιτήματος αυτού περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ως αβασίμου αφού το αντικείμενο της, δηλαδή η διεξαγωγή τυχηρών παιγνίων με τη μέθοδο που περιγράφηκε αποδείχθηκε πλήρως από τις παραπάνω αποδείξεις. Η δεύτερη όμως κατηγορουμένη (.....) πρέπει να κηρυχθεί αθώα των ανωτέρω αποδιδόμενων σαυτήν πράξεων καθόσον όπως αποδείχθηκε αυτή ούτε εκμεταλλεύονταν αλλά ούτε και ήταν διευθύντρια του καταστήματος στο οποίο διεξάγονταν το προαναφερόμενο απαγορευμένο παίγνιο, καθόσον την εκμετάλλευση και διεύθυνση αυτού είχε ο πρώτος κατηγορούμενος. Σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου (Χ) περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν. 3037/2002 πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 4 του νόμου 3037/2002 ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1: Κατηγορίες παιγνίων, κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη, β. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών, γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη, δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α'). Άρθρο 2: Απαγόρευση διενέργειας ή εγκατάστασης παιγνίων. 1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β', γ' και δ' του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες, άρθρων 4 και 5. Άρθρο 3: Επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου: Δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 2 η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καταστήματα που λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου. Η διενέργεια, όμως παιγνίου με τους υπολογιστές αυτούς ανεξάρτητα από τον τρόπο διενεργείας του, απαγορεύεται. Για τη λειτουργία επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου απαιτείται ειδική άδεια του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κατάστημα και αν λειτουργεί σε πλοίο της Λιμενικής Αρχής του αφετηρίου λιμένα. Κατά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου η επιχείρηση πρέπει να εφοδιαστεί με την άδεια αυτή εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Άρθρο 4: Ποινικές κυρώσεις. 1. Όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγράφου 1 του άρθρου 2 στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων. 2. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Νόμου, στο άρθρο 1 παρ. 1 επιχειρείται η διάκριση των παιγνίων σε κατηγορίες με κριτήρια διαφορετικής υφής και βαρύτητας, αφού στις τέσσερις πρώτες κατηγορίες (α' β' γ' δ') η διάκριση γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο διεξαγωγής το παιγνίου, ενώ στην πέμπτη περίπτωση (ε) η διάκριση αναφέρεται στην ίδια τη φύση αυτού, δηλαδή στις δεξιότητες και τις πνευματικές δυνάμεις που χρησιμοποιεί ο παίκτης και όχι στο μέσο που χρησιμοποιεί για τη διεξαγωγή του. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι: 1) εντάσσει στα ψυχαγωγικά παίγνια που διενεργούνται με παιγνιόχαρτα και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 και 2) επιτρέπει τη διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια. Στη συνέχεια επιτρέπει τη διενέργεια των παιγνίων της κατηγορίας ε' με τις ανωτέρω διευκρινίσεις (1 και 2) και απαγορεύει τη διενέργεια των λοιπών. Σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες παροχής διαδικτύου, η απαγόρευση διενέργειας παιγνίων στα σχετικά καταστήματα επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3 κατά τρόπο απόλυτο, καταλαμβάνοντας κάθε είδος παιχνιδιού, ψυχαγωγικού ή μη. Ειδικότερα με βάση τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών συνάγεται άμεσα ότι τα υπό στοιχεία (ε) ψυχαγωγικό τεχνικά παίγνια, εκείνα δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια τους έχει, αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό, δεν απαγορεύονται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κλπ) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι, δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά, με τέτοιο τρόπο και με σκοπό απόδοσης οιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή των παραπάνω διατάξεων, είναι σύμφωνα και με τον σκοπό του Νομοθέτη που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των νεαρής ιδίως ηλικίας παικτών, πράγμα που προκύπτει από μια απλή και μόνο ανάγνωση της σχετικής αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3037/2002. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του Ν. 3037/2002 κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχηρών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας αφού στο απολύτως αναγκαίο μέτρο εξακολουθούν να πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχηρών παιγνίων, όπως αποδείχθηκε στην προκειμένη κατά του Χ κατηγορία, πράξη η οποία πλήττει την δημόσια οικονομική ζωή και την ιδιωτική οικονομική ζωή των παικτών, αποφέροντας σοβαρά οικονομικά ανταλλάγματα στους διευθυντές των αντίστοιχων επιχειρήσεων. Παρά δε την από 26/10/2006 (υπόθεση C- 65/05) απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), η διενέργεια δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών τυχηρών παιγνίων εξακολουθεί να είναι παράνομη και ποινικώς κολάσιμη, αφού η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71 (βλ. Εγκ ΕισΑΠ 1/2007 Ποιν.Δικ/νη 2007/566, πρβλ. Τριμ. Πλημ. Γιαννιτσών 340/2004 Αρμεν. 2005/94, βλ. και την ΑΠ 2218/2005 Ποιν. Δ/νη 2006/645 σύμφωνα με την οποία εισάγεται απαγόρευση όλων των παιγνίων, ανεξάρτητα από την ονομασία τους ή τον τρόπο διεξαγωγής τους και οι σχετικές διατάξεις δεν κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Οι Τριμ. Εφ. Θεσ. 1116/2003 Ποιν.Δικ. 2003/1074, Τριμ. Εφ. Θεσ. 1114/2003 Αρμεν. 2004/133 περί αντισυνταγματικότητας). Επομένως για όλους τους παραπάνω λόγους ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ελλιπής και ασαφής, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα η απόφαση περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις ως προς ουσιώδη στοιχεία του προαναφερόμενου εγκλήματος και ειδικότερα ως προς το εάν ο αναιρεσείων, στους οκτώ ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχειρήσεώς του, που κατά το αιτιολογικό "εγκατέστησε παίγνιο για την εκτέλεση του οποίου ήταν απαραίτητη η ύπαρξη λογισμικού προγράμματος", είχε εγκαταστήσει ο ίδιος, και το λογισμικό για την διενέργεια των παιγνίων αυτών, ελέγχοντας συγχρόνως ο ίδιος και τη διενέργεια των διεξαγομένων παιγνίων μέσω κεντρικής μονάδας Η/Υ, πράγμα που αμφισβήτησε, δια του συνηγόρου του. Δεν αναφέρεται, ποίο το είδος των παιγνίων, εάν τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά παίγνια ήταν τυχερά και όχι ψυχαγωγικά ή γνώσεων, ή εάν διενεργούντο, όπως στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται, μέσω διαδικτύου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή και γνώση του αναιρεσείοντος. Δεν προσδιορίζεται πώς προέκυπταν στην οθόνη οι αόριστα αναφερόμενες μονάδες(πόντοι), ως και εάν το ποσό των 2 ευρώ που αντιστοιχούσε σε 200 μονάδες, που φέρεται να εξαγοράζονται πριν αρχίσει το παίγνιο, αποτελούσε κέρδος των παικτών ή το τίμημα για την συμμετοχή των παικτών σε παράνομα τυχερά παίγνια ή απλώς το αντίτιμο ανά ώρα για τη χρήση γενικώς από τους παίκτες των υπηρεσιών των Η/Υ και του διαδικτύου, για τη διασκέδασή τους μέσω ψυχαγωγικού τεχνικού παιγνίου, πράγμα που δεν είναι παράνομο. Επίσης, στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρει αν τα διενεργούμενα, δια μέσου του διαδικτύου και των 8 Η/Υ του καταστήματος του κατηγορουμένου, παίγνια, μέσω προγράμματος λογισμικού, ήταν και τυχερά, και πώς προέκυπτε το κέρδος ή η ζημία των παικτών, ώστε να κριθεί, αν η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, τιμωρείται και από τις μνημονευόμενες στην απόφαση και εφαρμοσθείσες διατάξεις του ισχύοντος β.δ. 29/1971, άρθρο 7 παρ. 1, μη καταργηθέντος δια του άρθρου 10 του ν. 3037/2002. Επίσης, ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης, για να διαταχθεί η διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν στα συστήματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών υπήρχε εγκατεστημένο, το υπό του κατηγορουμένου αμφισβητούμενο, λογισμικό, που επέτρεπε τη διεξαγωγή και τυχερών δήθεν παιγνίων, ζήτημα ουσιώδες για την κατηγορία, το Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα ως αβάσιμο, με την ελλιπή αιτιολογία(σελ. 10), ότι " η διεξαγωγή τυχερών παιγνίων με τη μέθοδο που περιγράφηκε αποδείχθηκε πλήρως από τις παραπάνω αποδείξεις". Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωκε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 1014/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του ν. 3037/2002 και 7 ν.δ 29/1971 - Ηλεκτρονικά Παίγνια. Βάσιμος ουσία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄και Ε΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων του αιτιολογικού και λόγω ελλιπούς αιτιολογίας στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναβολής της δίκης για διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης επί των Η/Υ του καταστήματος του κατηγορούμενου. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Παίγνια ηλεκτρονικά.
0
Αριθμός 516/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 180/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 910/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 48.626,64 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 32.968,45 € και β) το ποσό των 12.156,66 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.836,97 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 110.588,72 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A41/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 48.626,64 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 32.968,45 € και β) το ποσό των 12.156,66 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.836,97 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 110.588,72 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσο στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 41/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000, (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ.11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000) βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 110.588,72 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-11-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-11-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5). Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7298/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 180/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7298/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 515/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 183/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 909/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 28.769,01 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 19.523,61 € και β) το ποσό των 7.199 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.970,61 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 65.489,23 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000 €, όπως προκύπτει από τον από 4-6-2004 (A/A3/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 28.769,01 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 19.523,61 € και β) το ποσό των 7.199 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.970,61 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 65.489,23 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 4-6-2004 (Α/Α3/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-11-2004, (εννοείται 30-11-2000), που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000) βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 4-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος.6). Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 65.489,23 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-11-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 183/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
2
Αριθμός 514/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 182/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 908/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 36.179,86 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 24.529,95 € και β) το ποσό των 9.044,97 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.527,29 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 82.282,07 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A33/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 36.179,86 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 24.529,95 € και β) το ποσό των 9.044,97 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.527,29 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 82.282,07 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 33/04) Πίνακα Χρεών, που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό , γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-11-2004, (εννοείται 30-11-2000), που λογικά δε μπορεί να έπεται του χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000(εννοείται 30-11-2000) βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο,(κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι:" Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-11-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 82.282,07 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 182/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 513/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 170/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 907/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 24.151,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.374,41 € και β) το ποσό των 6.037,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 8.362,29 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 54.925,53 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000 €, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A39/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 24.151,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.374,41 € και β) το ποσό των 6.037,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 8.362,29 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 54.925,53 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 39/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 54.925,53 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 170 /2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
2
Αριθμός 512/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 163/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 906/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 80.821,89 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 54.797,24 € και β) το ποσό των 20.205,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 27.984,58 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 183.809,18 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A21/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 80.821,89 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 54.797,24 € και β) το ποσό των 20.205,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 27.984,58 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 183.809,18 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 21/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 183.809,18 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψεν ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 163/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7336/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 511/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 166/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 905/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 77.936,13 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 52.840,07 € και β) το ποσό των 19.484,03 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.985,37 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 177.246,23 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 30.11.2000, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A26/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 77.936,13 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 52.840,07 € και β) το ποσό των 19.484,03 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.985,37 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 177.246,23 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 26/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 30-11-2000 στο αιτιολογικό και την 1-4-2001 στο διατακτικό, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται στο αιτιολογικό η 30-11-2000 και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξ0εις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 177.246,23 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, κατά μεν το αιτιολογικό στις 30-11-2000, ενώ, κατά το διατακτικό την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ' αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7331/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 166/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 72/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
1
Αριθμός 508/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 186/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 26.957,74 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 18.277,35 € και β) το ποσό των 6.739,44 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.334,12 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 61.308,65 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 3-6-2004 (A/A2/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 26.957,74€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 18.277,35 € και β) το ποσό των 6.739,44€ που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 9.334,12€, ήτοι συνολικά το ποσό των 61.308,65 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1,2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 3-6-2004 (Α/Α 2/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000, (εννοείται 30-11-2000) από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000) βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 3-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 61.308,65 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-11-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-11-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 186/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος , λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
1
Αριθμός 510/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 165/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 39.768,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.962,74 € και β) το ποσό των 9.942,02 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.769,70 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 90.442,52 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000 €, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A27/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 39.768,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.962,74 € και β) το ποσό των 9.942,02 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.769,70 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 90.442,52 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 27/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 90.442,52 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7330/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 165/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7330/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
2
Αριθμός 517/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 911/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά τα ην ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 17.745,90 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.031,70 € και β) το ποσό των 4.436,48 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.144,51 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 40.358,59 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A40/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 17.745,90 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.031,70 € και β) το ποσό των 4.436,48 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.144,51 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 40.358,59 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 40/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3).Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ημερομηνία 31-11-2000, (εννοείται 30-11-2000) από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε o άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ.11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000) βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 40.358,59 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-11-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-11-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 519/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της με αριθμό 8.415/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.543/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν.690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές κάθε εργοδότης η διευθυντής η επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολού-μενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή πιο πάνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές η άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 για να έχει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 8.415/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τρίτος κατηγορούμενος, Χ1, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΡΟΙΑ ΡΑΔΙΟ Τ.Β.-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη ..... (.....) και διατηρεί υποκατάστημα στην οδό .....-....., κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2004 έως 11-6-1005 τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος κατά συρροή. Συγκεκριμένα, δεv κατέβαλε εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν απ' αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός, του άρθρου 5 παρ.7 Ν.539/45 περί αδείας, του άρθρ.3§16 Ν.4504/66 περί επιδόματος αδείας, της υπ' αριθμ. 19040/81 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και . Εργασίας "περί χορηγήσεως επιδόματος, εορτών, Χριστουγέννων, Πάσχα" και του αρθρ. 10 Ν.3198/55 περί αποδοχών διαθεσιμότητας, αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε σε δεκαέξι (16) εργαζόμενους της πιο πάνω εταιρίας που απασχολήθηκαν σ' αυτή ως υπάλληλοι γραφείου τα παρακάτω αναλυτικώς αναφερόμενα -οφειλόμενα στον καθένα ποσά: 1) Στη Α για δεδουλευμένους μισθούς υπόλοιπο Νοεμβρίου 2004, το ποσό των 457,12 ευρώ, για μισθό Δεκεμβρίου 2004, το ποσό των 712,32 ευρώ, υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004, το ποσό των 4,00 ευρώ, άδεια έτους 2005 το ποσό των 712,32 ευρώ, για επίδομα άδειας 2005 το ποσό των 356,14 ευρώ και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 2.247,10 ευρώ, 2) Στην Β, η οποία απασχολήθηκε ως υπάλληλος, για μισθούς και συγκεκριμένα υπόλοιπο Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 410,98 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 647,17 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων το ποσό των 4,08 ευρώ, για άδεια έτους 2005 το ποσό των 647,77 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 356,14 ευρώ και συνολικά τo ποσό των 2.033,88 ευρώ, 3) Στηv Γ, η οποία απασχολήθηκε ως υπάλληλος γραφείου, δεν κατέβαλε για αποδοχές διαθεσιμότητας, από το χρονικό διάστημα από 11-1-2005 έως 11-4-2005 τo ποσό των (17/25 +25 +25 +9 =76/25 χ 776,80 =2.361,47/2 = 1.180,74) 1.180,74 ευρώ, από 12-4-2005 έως 30-4-2005 για την ίδια αιτία το ποσό των (16/25x776, 80) 497,15 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1/5- 11-6-2005 το ποσό των 820,79 ευρώ για το χρονικό διάστημα Μαΐου 2005 καθώς και το ποσό των 3.610.14 (820,79:1/25x11) ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2005 έως 11-6-2005 ήτοι συνολικά το ποσό των (2.859,82) ευρώ για την παραπάνω αιτία, πλην όμως στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται το ποσό μόνο των 2.377,06 για την αιτία αυτή. Για άδεια και επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των (97,61+151,60 ευρώ) 249,82 ευρώ, για άδεια και επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 458,07 ευρώ, για αποδοχές Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 712,32 ευρώ, για αποδοχές Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 712,32 ευρώ, για υπόλοιπο δώρο Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 7,02 ευρώ, για άδεια έτους 2005 το ποσό των 712,32 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 356,14 ευρώ. Έτσι συνολικά δεν κατέβαλε για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των (2.377,06 +249,82 + 458,07+ 712,32 + 712,32 + 712, 32+ 7,02) 5.228,93 ευρώ, 4) Στο Δ, ο οποίος εργάστηκε ως τεχνικός μοντάζ, δεν κατέβαλε για μισθό Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 712,32 ευρώ, για μισθό Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 712,32 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 24,78 ευρώ, για άδεια και επίδομα αδείας έτους 2005 το ποσό των 712,32 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Απριλίου και Μαΐου του έτους 2005 το ποσό των 2.410 ευρώ και για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 482 ευρώ" Συνολικά δε για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των (712,32 +712,32 +24,78 +712,32 ευρώ +2.410 + 482) 5.053,74 ευρώ, 5) Στην Ε για υπόλοιπο Νοεμβρίου 2004 δεν κατέβαλε τo ποσό των 457,32 ευρώ, για δεδουλευμένα Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 712,32 ευρώ, για άδεια έτους 2005 το ποσό των 653,31 ευρώ και επίδομα αδείας το ποσό των 326,65 ευρώ, ήτοι συνολικά δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα το ποσό των 2.026,32 ευρώ, 6) Στην ΣΤ δεν κατέβαλε: α) για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 464,24 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Δεκεμβρίου 2004 δεν κατέβαλε το ποσό των 653,31 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 9,42 ευρώ, για άδεια (αποδοχές αδείας) το ποσό των 653,31 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2005 το ποσό των 326,65 ευρώ, ήτοι συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 2.106,83 ευρώ. Β) Επίσης δεν κατέβαλε στην ίδια εργαζόμενη για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2004 το ποσό των 460,92 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 5-1-2005 το ποσό των 117,51 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 6-1-2005 έως 28-2-2005 το ποσό των 675,69 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 1-3-2005 έως 6-4-2005 το ποσό των 460, 38 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των 198,44 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2005 το ποσό των 84,3 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των (2.106,83 + 460,92 + 117,51 + 657,69 + 460,38 + 198,44 + 84,3) 4.104,07 ευρώ, 7) Στην Ζ για υπόλοιπο δεδουλευμένων Σεπτεμβρίου 2004 το ποσό των 5,95 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Οκτωβρίου 2004 το ποσό των 10,53 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 706,08 ευρώ, για δεδουλευμένα μηνός Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 706,08, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων έτους 2004 το ποσό των 5,88 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 5-1-2005 το ποσό των 161,66 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 6-1-2005 έως 19-3-2005 το ποσό των 1.273,06 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 20-3-2005 έως 11-6-2005 το ποσό των (1.010,37 βασικός μισθός χ 2 + 21 ημέρες χ 1/25 των 1.010,37) 2.869, 35 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 252,59 ευρώ. Συνολικά το ποσό των 5.991,48 ευρώ, 8) Στην Η δεν κατέβαλε για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 706,08 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 706,08 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Ιανουαρίου 2005 το ποσό των 706,08 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 78,51 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.196,75 ευρώ, 9) Στην Η δεν κατέβαλε για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 432,50 ευρώ, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 653,31 ευρώ, για άδεια (αποδοχές αδείας 2005) το ποσό των 653,31 και για το επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 326,65 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.065,77 ευρώ, 10) Στην Θ για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 έως και 31-12-2004 το ποσό των 1.265,70 ευρώ. Για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 5-1-2005 το ποσό των (971,03 χ 4/25) 155,36 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 6-1-2005 έως 19-3-2005 (21/25 + 25/25 + 17/25 = 63/25 χ 971,03 = 2.446,99/2 = 1.223,50 ευρώ, για αποδοχές διαθεσιμότητας χρονικού διαστήματος από 20-3-2005 έως 11-6-2005 (8/25 (Μάρτιος) + 25/25 (Μάιος) + Π/25 (Ιούνιος) = 69/25 χ 971,05 - 2.680 ευρώ. Έναντι αυτού του ποσού κατέβαλε πριν την αποβολή σχετικής μήνυσης το ποσό των 2.500 ευρώ. Έτσι δεν κατέβαλε για την αιτία αυτή (5.324,50-2.500)= 2.824,58. Επίσης δεν κατέβαλε για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 242,75 ευρώ, για άδεια 2005 το ποσό των 647,77, για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 323,88 ευρώ και συνολικά το ποσό των (2.824,58 + 242,75 +647,77 + 323,88)= 4.038,98 ευρώ, 11) Στη Ι δεν κατέβαλε για υπόλοιπο Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 457,60 ευρώ, για υπόλοιπο Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 653,31 ευρώ, για υπόλοιπο αδείας 2004 το ποσό των 385,96 ευρώ και για υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2004 το ποσό των 391,75 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.888,62 ευρώ, 12) Στην Κ δεν κατέβαλε για υπόλοιπο Νοεμβρίου 2004 το ποσό των 637,46 ευρώ, για υπόλοιπο Δεκεμβρίου 2004 το ποσό των 706,08 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 12,03 ευρώ, για υπόλοιπο αδείας 2004 το ποσό των 706,08 ευρώ, για υπόλοιπο αποδοχών αδείας έτους 2004 το ποσό των 353,04 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.403,69 ευρώ, 13) Στην Λ δεν κατέβαλε το ποσό των 6,22 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων Σεπτεμβρίου 2004, για υπόλοιπο δεδουλευμένων Οκτωβρίου 2004 δεν κατέβαλε το ποσό των 188,22 ευρώ, ενώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων Νοεμβρίου 2004 δεν κατέβαλε το ποσό των 647,77 ευρώ, για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2004 δεν κατέβαλε το ποσό των 63,75 ευρώ, για υπόλοιπο αποδοχών αδείας 2004 το ποσό των 647,77 ευρώ και για υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2004 το ποσό των 323,88 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.877,61 ευρώ, 14) Στον Μ, ο οποίος απασχολήθηκε ως τεχνικός τηλεόρασης, εικονολήπτης δεν κατέβαλε για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-6-2005 έως 11-6-2005 το ποσό των (1.509, 65 χ (1/25 x 11) 664,24 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 754,82 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.419,06 ευρώ, 15) Στον Ν για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-10-2004 έως 31-12-2004 το ποσό των 3 χ 841 = 2.523 -1.500 (καταβλήθηκε έναντι) = 1.023 ευρώ. Για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 11-6-2005 το ποσό των (890 χ 5 = 4.450 (890 χ 1/25 χ 11 = 391,6)= 4.450 + 391,6 - 2.950 (έναντι) = 1891,6 ευρώ. Για επίδομα Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 841 ευρώ, για επίδομα Πάσχα το ποσό των 445 ευρώ, για επίδομα άδειας 2005 το ποσό των 445 ευρώ. 16) Στον Ξ δεν κατέβαλε για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-10- 2004 έως 31-12-2004 το ποσό των (1.300 χ 3 = 3.900 - 2.100 (έναντι) το ποσό των 1.800 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 11-6-2005 δεν κατέβαλε (1953,44 χ 5 = 9.767,2 + (1.953,44 χ 1/25 χ 11 = 859,51) 859,51 = 10.626,7 - 4.350 (έναντι) = 6.276,95 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 2004 δεν κατέβαλε το ποσό των 1.300 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των 976,72 ευρώ, για επίδομα αδείας 2005 δε το ποσό των 976,72 ευρώ και συνολικά το ποσό των (1.800 + 6.276,95 + 1.300 + 976,72 + 976,72) 11.330,39 ευρώ. Ο ισχυρισμός του 3ου των κατηγορουμένων, Γεωργίου Χρηστίδη, ότι κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο δεν είχε την ιδιότητα του Προέδρου της εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον όλοι οι εργαζόμενοι κατέθεσαν ότι εκείνον γνώριζαν ως εργοδότη και με εκείνον συναλλάσσονταν, οι δε μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα της επιχείρησης των κατηγορουμένων, και δη από το από 1.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ρύθμιζε την εργασιακή σχέση της εταιρίας με τον εργαζόμενο Ξ, στο όποιο συμβάλλεται ο 3ος κατηγορούμενος για λογαριασμό της εταιρίας του, και από τα από 23 και 30-11-2004 έγγραφα χορήγησης άδειας σε εργαζόμενους της εταιρίας των κατηγορουμένων, τα οποία έχουν εκδοθεί και υπογράφονται (βλ. προσκομιζόμενα). Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά συρροή ο 3ος κατηγορούμενος". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 5.00 ευρώ ημερησίως, και συνολική χρηματική ποινή 9.500 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 94, 98 του ΠΚ, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως εργοδότη των εργαζομένων, ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η κατά τα ανωτέρω μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι κατά τα άνω αποδοχές που είναι καθορισμένες από τις ειρημένες συμβάσεις εργασίας και με βάση αυτές οι οφειλόμενες στους εργαζομένους από τον αναρεσείοντα κατηγορούμενο εργοδότη τους πιο πάνω αποδοχές, αποδοχές από τα άνω δώρα Πάσχα και Χριστουγένων, από τα παραπάνω επιδόματα αδείας και πιο πάνω αποδοχές αδείας και διαθεσιμότητας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική γι'αυτόν κρίση του, χωρίς να λάβει υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων Ο, Γ, Ξ, Π και Α, είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων, και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω μάρτυρες. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στους ίδιους λόγους διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 περ. δ', 329, 331 παρ. 1, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα παρεχομένου δικαιώματος στον κατηγορούμενο να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο, και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα, όμως, αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το παραπάνω έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το εκδόσαν την πιο πάνω απόφαση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την παραπάνω αξιόποινη πράξη του, έλαβε υπόψη του, αμέσως και ευθέως, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεώς του, α) το από 1.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που ρύθμιζε την εργασιακή σχέση της εταιρίας με τον εργαζόμενο Ξ και β) τα από 23 και 30.11.2004 έγγραφα χορήγησης άδειας σε εργαζομένους της εταιρίας, τα οποία έχουν εκδοθεί και υπογραφεί από τον αναιρεσείοντα. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνεται ότι τα έγγραφα αυτά δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από το αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως δεν προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη και εκτίμησε το Δικαστήριο, ώστε να θεωρηθεί ότι απλώς διαλαμβάνονται ιστορικά. Έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπόψη από το Δικαστήριο, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Το αποτέλεσμα δε αυτό δεν πρέπει να επεκταθεί και στους άλλους δύο συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, γιατί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, που γίνεται δεκτός, αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 8.415/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου για παράβαση του α.ν. 690/1945. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (αναφέρονται στην απόφαση: η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη των επίσης αναφερόμενων εργαζομένων, ο χρόνος διάρκειας των μεταξύ τους καταρτισθεισών συμβάσεων εργασίας, οι απ’ αυτές καθορισμένες αποδοχές, οι οφειλόμενες αποδοχές κ.λ.π.). Απορριπτέοι οι σχετικοί από το 510 παρ. 1 Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Επήλθε, όμως, απόλυτη ακυρότητά της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, γιατί λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν. Έτσι, κατά παραδοχή της αυτεπαγγέλτως λαμβανομένης υπόψη από το άρθρο 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
Αριθμός 506/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 164/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 899/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 102.305,93 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 69.363,41 € και β) το ποσό των 25.576,48 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 35.423,42 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 232.669,24 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 102.305,93 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 69.363,41 € και β) το ποσό των 25.576,48 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 35.423,42 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 232.669,24 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 232.669,24 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνους βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στη προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου του χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7337/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 164/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7337/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 505/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 184/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 898/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 48.801,23 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.087,21 € και β) το ποσό των 12.200,31 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.897,43 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 110.986,20 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 48.801,23 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.087,21 € και β) το ποσό των 12.200,31 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 16.897,43 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 110.986,20 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000), στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 (εννοείται 30-11-2000) και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7326/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 184/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7326/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 504/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 155/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 834/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 177.425,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 79.614,74 € και β) το ποσό των 29.356,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.658,71 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 267.055,79 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 177.425,87 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 79.614,74 € και β) το ποσό των 29.356,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.658,71 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 267.055,79 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης στις 30-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7317/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 155/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7317/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχεν υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 503/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 194/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 833/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 74.968,21 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 50.828,44 € και β) το ποσό των 18.742,05 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.957,21 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 170.496,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 74.968,21€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 50.828,44 € και β) το ποσό των 18.742,05 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.957,21 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 170.496,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης στις 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7306/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 194/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΄και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7306/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α και β του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 502/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 169/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 59.974,56 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.662,75 € και β) το ποσό των 14.993,64 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20.766,18 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 136.397,13 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 59.974,56€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.662,75 € και β) το ποσό των 14.993,64 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20.766,18 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 136.397,13 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης στις 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 136.397,13 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνους βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στη προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου του χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7293/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 169/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7293/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
1
Αριθμός 500/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 198/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 830/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 225.110,00 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 152.624,58 € και β) το ποσό των 56.277,50 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 77.944,34 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 511.956,42 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 225.110,00 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 152.624,58 € και β) το ποσό των 56.277,50 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 77.944,34 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 511.956,42 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7310/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 198/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7310/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 499/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 171/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 829/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 67.769,20 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 45.947,52 € και β) το ποσό των 16.942,30 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 23.456,09 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 154.124,11 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 67.769,20€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 45.947,52 € και β) το ποσό των 16.942,30 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 23.456,09 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 154.124,11 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 30-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7334/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 171/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7334/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη. (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 498/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 197/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε το οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 11.100,43 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.526,09 € και β) το ποσό των 2.775,11 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.708,13 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.109,76 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 39/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 11.100,43 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.526,09 € και β) το ποσό των 2.775,11 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.708,13 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.109,76 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 39/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 197/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
0
Αριθμός 495/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε το οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 22.079,68 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 14.970,02 € και β) το ποσό των 5.519,92 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.645,09 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 50.214,71 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 39/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 22.079,68 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 14.970,02 € και β) το ποσό των 5.519,92 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.645,09 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 50.214,71 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 39/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών(2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Oκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
2
Αριθμός 494/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 158/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 813/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 72.606,19 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 49.227,01 € και β) το ποσό των 18.151,55 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.139,90 €. Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 16/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 72.606,19€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 49.227,01 € και β) το ποσό των 18.151,55 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 25.139,90 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 165.124,65 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 165.124,65 ευρώ, που βεβαιώθηκε την 31-11-2000, κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που στην πρώτη περίπτωση το επίμαχο χρέος δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί, αφού όπως προαναφέρθηκε φέρεται να έχει βεβαιωθεί στις 31-10-2004. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000 και γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι την 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Σημειώνεται, επίσης, ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και " η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 158/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 493/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 174/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 812/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 29.165,71 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 19.774,35 € και β) το ποσό των 7.291,43 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 10.098,62 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 66.330,11 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A 9/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 29.165,71 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 19.774,35 € και β) το ποσό των 7.291,43 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 10.098,62 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 66.330,11 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 5) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ.1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: " από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 174/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών στο Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/ 1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/07), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμε-να πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας απόφασης, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/08).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 491/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 86.778,26 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 58.835,65 € και β) το ποσό των 21.694,56 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 30.046,96 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 197.355,43 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 38/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 86.778,26€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 58.835,65 € και β) το ποσό των 21.694,56 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 30.046,96 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 197.355,43 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (4) ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ.11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 197.355,43 ευρώ, που βεβαιώθηκε την 31-11-2000, κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το επίμαχο χρέος δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε φέρεται να έχει βεβαιωθεί στις 31-10-2004. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, και γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι την 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 490/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 177/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 809/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 96.821,95 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 65.645,13 € και β) το ποσό των 24.205,49 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.524,60 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 220.197,17 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 44/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 96.821,95€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 65.645,13 € και β) το ποσό των 24.205,49 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.524,60 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 220.197,17 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής) , η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 5) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ ( ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 177/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 492/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 190/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 811/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 36.097,70 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 24.474,25 € και β) το ποσό των 9.024,43 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.498,83 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 82.095,21 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001 και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 17/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 36.097,70 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 24.474,25 € και β) το ποσό των 9.024,43 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 12.498,83 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 82.095,21 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (20) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 82.059,21 ευρώ, που βεβαιώθηκε την 31-11-2000, κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που στην πρώτη περίπτωση το επίμαχο χρέος δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί, αφού όπως προαναφέρθηκε φέρεται να έχει βεβαιωθεί στις 31-10-2004. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, και γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι την 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 190/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
2
Αριθμός 496/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 168/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 78.190,81 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 53.013,36 € και β) το ποσό των 19.547,70 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 27.073,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 177.825,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 78.190,81 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 53.013,36 € και β) το ποσό των 19.547,70 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 27.073,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 177.825,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31.10.2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δύο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 177.825,44 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο κατά μεν το αιτιολογικό την 30-10-2000, ενώ κατά το διατακτικό την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνους βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 31-11-2000, στο διατακτικό αντίθετα γίνεται δεκτό ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα, όμως, το διατακτικό, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στη προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου του χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7333/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 168/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7333/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 501/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 196/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε το οικείο πινάκιο με τον αριθμό 831/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 11.039,85 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.485,01 € και β) το ποσό των 2.759,96 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.822,54 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.107,36 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 39/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 11.039,85 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 7.485,01 € και β) το ποσό των 2.759,96 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3.822,54 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.107,36 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 15-6-2004 (Α/Α 39/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 15-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 196/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
1
Αριθμός 489/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 808/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 39.268,97 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.624,35 € και β) το ποσό των 9.817,24 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.596,88 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 89.307,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 42/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 39.268,97 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.624,35 € και β) το ποσό των 9.817,24 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.596,88 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 89.307,44 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 89.307,44 ευρώ, που βεβαιώθηκε την 31-11-2000, κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το επίμαχο χρέος δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί, αφού όπως προαναφέρθηκε φέρεται να έχει βεβαιωθεί στις 31-10-2004. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, και γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι την 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
1
Αριθμός 488/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 157/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 807/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 117.997,89 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 80.002,56 € και β) το ποσό των 29.499,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.856,77 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 268.356,69 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 32/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 117.997,89 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 80.002,56 € και β) το ποσό των 29.499,47 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.856,77 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 268.356,69 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 30-11-2000, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3). Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό , γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: " Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, δέχεται στο μεν αιτιολογικό της, ότι το αναφερόμενο σε αυτήν χρέος ύψους 268.356,69 ευρώ, βεβαιώθηκε την 31-10-2004, ενώ στο διατακτικό της, αντιφατικά δέχεται ότι το ίδιο χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 30-11-2000. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, αφού στην πρώτη περίπτωση που το χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2004, δεν μπορούσε να είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο την 30-11-2000 και σε καμία περίπτωση να έχει τελέσει την πράξη την 1-4-2001. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως χρόνου βεβαιώσεως αυτού της 31-10-2004, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ.1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψεν ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 157/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 487/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μάρθα Ματσούκα για παραίτηση από την αναίρεση της 74167/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα με την από 18 Νοεμβρίου 2008 εξουσιοδότησή της, παραιτείται από την από 12 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεώς της και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, Χ, με προφορική δήλωση - που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου - διά της πληρεξουσίας της, Μάρθας Μαρτσούκα, δικηγόρου Αθηνών, στην οποία έχει δοθεί σχετική εντολή, όπως προκύπτει από την επισημείωση στο φάκελο της υποθέσεως από το γραμματέα παραιτήθηκε από την από 12-6-08 αίτηση αναιρέσεώς της, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 74.167/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 12 Ιουνίου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 74.167/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δήλωση Πληρεξουσίου δικηγόρου της, που είχε λάβει την προς τούτο εντολή. Απορρίπτει αίτηση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
Αριθμός 486/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 153/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 43.039,96 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 29.181,09 € και β) το ποσό των 10.759,99 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 14.902,59 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 97.883,63 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ήτοι συνολικά το ποσό των 97.883,63 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A 11/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 43.039,96 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 29.181,09 € και β) το ποσό των 10.759,99 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 14.902,59 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 97.883,63 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: " Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια, ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του και γ) στο αιτιολογικό, ενώ, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είναι η 1-4-2001, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι ο υπολογισμός του χρέους έγινε την 11-6-2004. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψεν ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 153/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
2
Αριθμός 484/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 151/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 770/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 33.983,19 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 23.040,59 € και β) το ποσό των 8.495,80 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 11.766,68 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 77.286,26 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001 τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 4-6-2004 (A/A 4/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 33.983,19 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 23.040,59 € και β) το ποσό των 8.495,80 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 11.766,68 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 77.286,26 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαϊρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 77.286,26 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 151/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος κατά πλειοψηφία του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 481/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1324/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1729/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 554/2.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθμ. 1324/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη η από 19-6-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά των υπ'αριθμ. 57351/1999, 9433/2000 και 17992/1999 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερομένους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν αντιφάσεις ή ασάφειες στην αιτιολογία ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθή υπ'όψη ή δεν εκτιμήθηκαν (βλ. Ολ. ΑΠ 2/2002, ΑΠ 417/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/909). Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υφίσταται όταν ο δικαστής προσδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε ορθώς τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδομένης σε σχέση με την διάταξη αυτή πλημμελείας, δηλαδή σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος διά τους εξής λόγους: "1ον. Διότι λόγος αναιρέσεως του Βουλεύματος είναι κατ'άρθρον 484 παρ. 1 περίπτωση (δ) Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η έλλειψις της επιβαλλομένης κατ'άρθρον 139 του ειρημένου Κώδικα και υπό του Συντάγματος αξιουμένη αιτιολογία, συνεπώς οι αποφάσεις και τα Βουλεύματα των Δικαστηρίων πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένες. Εν προκειμένω το προσβαλλόμενο Βούλευμα δεν απεφήνατο ητιολογημένα δια την απόρριψη της αιτήσεως μου δια την επανάληψη των δι'αμετακλήτου αποφάσεων περατωθείσα ποινική διαδικασία προς το συμφέρον του επί πλημμελήματι καταδικασθέντος πατρός μου Χ, δυνάμει των αμετακλήτων με αριθμούς 57331/12.5.1999, 2571/17.6.2008, 17992/10.2.99 και 19433/2008 Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960/33. 2ον Διότι αυτεπαγγέλτως προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "βαρύτερο έγκλημα" που περιέρχεται στην διάταξη του άρθρου 52 Κ.Ποιν.Δικ/μίας πρέπει να κριθεί βάσιμος και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα καθ'όσον η ερμηνευομένη εκδοχή του Συμβουλίου Εφετών που διατυπώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα σχετικώς με το νόημα του όρου "βαρύτερο έγκλημα" δεν είναι ορθή κατά το άρθρον 515 § 1 Κ.Ποινικής Δικονομίας αφού ο συγκριτικός βαθμός "βαρύτερο" δεν χαρακτηρίζει μόνο το έγκλημα διαφορετικών αντικειμένων, χαρακτηρίζει και διαφορετικές μορφές εμφανίσεως του ιδίου εγκλήματος "τελεσμόν, απόπειρα, αυτουργία, συνεργεία" και ενώ έγινε δεκτή η Εισαγγελική πρόταση χωρίς όμως εν αυτή να γίνεται μνεία και να εκείνεται σαφώς, πλήρως και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά εξών ήχθη εις τον σχηματισμόν της κρίσεως του, και εξών να συναχθεί καθισταμένου εφικτού υπό του Αρείου Πάγου ελέγχου της ορθής εφαρμογής του αριθμ. 525 Κ.Ποινικής Δικονομίας. Συνεπώς το πληττόμενο Βούλευμα περί του αντιθέτου απεφήνατο δεξάμενο την Εισαγγελική πρόταση, έχουσα όμως ανεπαρκείς αιτιολογίες επί αιτημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην εφαρμογή του αρθρ. 525 Ποινικής Δικονομίας". 'Ετσι, όμως, δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένως και με σαφήνεια οι επικαλούμενες πλημμέλειες. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και σε ποιές παραδοχές εμφανίζεται (βλ. και ΑΠ 1177/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/156). Επίσης, δεν αναφέρεται ποιές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις παρεβιάσθησαν και σε τί συγκεκριμένως συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των. Επομένως, με το ως άνω περιεχόμενο, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή η από 22-10-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθμ. 1324/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 21 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου των Εφετών που επιλαμβάνεται, κατά το άρθρο αυτό, της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, στον εισαγγελέα και εκείνον που ζήτησε την επανάληψη, κατά τα άρθρα 484 και 485. Από τα τελευταία αυτά άρθρα προκύπτει ότι αρμόδιο να κρίνει την αναίρεση αυτή είναι το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο και ότι ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται εκείνοι που δίδονται κατά βουλεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία εφαρμόζεται σε όλα τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων και βουλευμάτων, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, πρέπει, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτό ασκείται. Διαφορετικά, αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται για βούλευμα, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ και απορρίπτεται χωρίς άλλη έρευνα. Από την ανωτέρω αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο ανωτέρω άρθρο 484 παρ 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως δεν αρκεί, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο η συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Οι ανύπαρκτοι δε λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δε μπορούν να ερευνηθούν αυτεπάγγελτα από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 του ΚΠοιν.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. (ΟλΑΠ 2/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του με αριθ. 1324/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, μετά από ουσιαστική έρευνα, η από 18-6-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος, για, κατ'άρθρο 525 ΚΠοινΔ, επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις αμετάκλητες με αριθμούς 57331/1999, 17992/1999, 2571/2008 και 19433/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες τον καταδίκασαν για τα σε αυτές πλημμελήματα, για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933.. Στην αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά με δήλωση του αναιρεσείοντος, δια της εξουσιοδοτημένης θυγατέρας του Α, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, (έκθεση 174/22-10-2008), ζητείται η αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος για τους εξής λόγους, κατά λέξη: "1ον. Διότι λόγος αναιρέσεως του Βουλεύματος είναι κατ' άρθρον 484 παρ. 1 περίπτωση (β) Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η έλλειψις της επιβαλλομένης κατ' άρθρον 139 του ειρημένου Κώδικα και υπό του Συντάγματος αξιουμένη αιτιολογία, συνεπώς οι αποφάσεις και τα Βουλεύματα των Δικαστηρίων πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένες. Εν προκειμένω το προσβαλλόμενο Βούλευμα δεν απεφήνατο ητιολογημένα δια την απόρριψη της αιτήσεώς μου δια την επανάληψη των δι' αμετακλήτου αποφάσεων περατωθείσα ποινική διαδικασία προς το συμφέρον του επί πλημμελήματι καταδικασθέντος πατρός μου Χ, δυνάμει των αμετακλήτων με αριθμούς 57331/12.5.1999, 1571/17.6.2008, 17992/10.2.99 και 19433/2008 Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960/33. 2ον. Διότι αυτεπαγγέλτως προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "βαρύτερο έγκλημα" που περιέρχεται στην διάταξη του άρθρου 52 ΚΠοινΔικ/μίας πρέπει να κριθεί βάσιμος και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα καθ' όσον η ερμηνευομένη εκδοχή του Συμβουλίου Εφετών που διατυπώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα σχετικώς με το νόημα του όρου "βαρύτερο έγκλημα" δεν είναι ορθή κατά το άρθρον 515 παρ. 1 ΚΠοινικής Δικονομίας αφού ο συγκριτικός βαθμός "βαρύτερο" δεν χαρακτηρίζει μόνο το έγκλημα διαφορετικών αντικειμένων, χαρακτηρίζει και διαφορετικές μορφές εμφανίσεως του ιδίου εγκλήματος "τελεσμόν, απόπειρα, αυτουργία, συνέργεια" και ενώ έγινε δεκτή η Εισαγγελική πρόταση χωρίς όμως εν αυτή να γίνεται μνεία και να εκείνεται σαφώς, πλήρως και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά εξών ήχθη εις τον σχηματισμόν της κρίσεώς του, και εξών να συναχθεί καθισταμένου εφικτού υπό του Αρείου Πάγου ελέγχου της ορθής εφαρμογής του αριθμ. 525 Κ.Ποινικής Δικονομίας. Συνεπώς το πληττόμενο Βούλευμα περί του αντιθέτου απεφήνατο δεξάμενο την Εισαγγελική πρόταση, έχουσα όμως ανεπαρκείς αιτιολογίες επί αιτημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην εφαρμογή του άρθρ. 525 Ποινικής Δικονομίας". Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστοι, διότι ο αιτών δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος και από ποίες παραδοχές του βουλεύματος αυτού συνάγεται η έλλειψη αυτή, ενώ δεν προσδιορίζονται στην αίτηση οι παραδοχές της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελικής προτάσεως, με νόμιμη αναφορά στην οποία, εκδόθηκε το βούλευμα αυτό, ώστε να κριθεί αν οι παραδοχές αυτές, στοιχειοθετούν την προσήκουσα κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ αιτιολογία. Επίσης, δεν αναφέρει ποίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών. Επομένως, η ένδικη αίτηση, πρέπει, μετά και την, κατ'άρθρον 476 παρ.1 εδ.β ΚΠοινΔ, νόμιμη κλήτευση και μη εμφάνιση του διορισθέντος αντικλήτου του αναιρεσείοντος, για να εκθέσει τις απόψεις του, (βλ. προσαγόμενο από 15-1-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .....), να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 171/22-10-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του με αριθ. 1324/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση λόγω αοριστίας των προβαλλομένων με αναίρεση λόγων ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας - εφαρμογής, του απορριπτικού αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αίτηση που είχε ασκήσει ο αιτών, καταδικασθείς αμετακλήτως με 4 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για παράβαση Ν. 5960/33 (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 406, 417/2006).
Επανάληψη διαδικασίας
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 480/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 225, 226, 227, 228/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 394/29.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Α' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 228/2008 απόφασή του, που εκδόθηκε κατ'έφεση, καταδίκασε για απόπειρα ανθρωποκτονίας τον Χ σε ποινή κάθειρξης 10 ετών. Η άνω απόφαση εκδόθηκε "ωσεί παρόντος" του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο στις 5-5-2008. Κατ'αυτής (και των παρεπιμπτουσών 225, 226, 227 αποφάσεων του αυτού δικαστηρίου της αυτής δικασίμου) άσκησε με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, στις 23-5-2008 την από 22-5-2008 αναίρεση δια της δικηγόρου Αδαμαντίας Θεοχ. Καφούτη, η οποία υπογράφει αυτή (αναίρεση) με την ιδιότητα της συνηγόρου αυτού. Στη συνέχεια και δη στις 10-6-2008 προσκομίστηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου από τον Νικόλαο Ματαράγκα το υπ'αριθμ. ..... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Δέσποινας Αραμπού με το οποίο ο άνω καταδικασθείς παρέχει στην δικηγόρο Αθηνών Αδαμαντία Καφούτη (και Νικόλαο Ματαράγκα) την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως. Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι το πληρεξούσιο αυτό δεν υφίστατο κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αναίρεσης: χρόνος ασκήσεως αυτής 23-5-2008, χρόνος συντάξεως του πληρεξουσίου 4-6-2008. ΙΙ) 'Ετσι η αναίρεση αυτή έχει ασκηθεί από πρόσωπο που δεν δικαιούται ασκήσεώς της. Και ναι μεν κατά το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ "κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του", πλην όμως προϋποτίθεται ότι η σχετική εντολή υπάρχει ήδη κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου -"που έχει εντολή"- λέγει το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 748/2000, ΑΠ 1060/90, ΑΠ 500/89, ΑΠ 1457/2003, ΑΠ 2197/2004, ΑΠ 1141/2003, ΑΠ 1530/2002 κ.ά.). Εξ άλλου η ασκήσασα την αναίρεση δεν ήταν παραστάσα συνήγορος (βλ. πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η από 22-5-2008 αίτηση αναίρεσης της Αδαμαντίας Καφούτη που έχει ασκήσει για λογαριασμό του Χ και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτής. Αθήνα 30 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Η διάταξη του ιδίου άρθρου 465 παρ. 1, κατά την οποία "στις περιπτώσεις άσκησης ένδικου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του", δεν καθιερώνει ύστερη έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να προσκομισθεί στο γραμματέα το πληρεξούσιο που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22-5-2008 αίτηση αναιρέσεως, που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-5-2008, προσβάλλεται η με αριθ. 225,226,227,228/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων Χ, απών μεν, αλλά δικασθείς ωσάν να ήταν παρών, καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για απόπειρα ανθρωποκτονίας, σε κάθειρξη 10 ετών. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 7-4-2008 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5-5-2008. Τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως, άσκησε επομένως στις 23-5-2008 εμπρόθεσμα, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, η δικηγόρος Αθηνών Αδαμαντία Καφούτη, με την ιδιότητα της παραστάσας συνηγόρου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου, χωρίς όμως να έχει την ιδιότητα αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία δικηγόρος του αναιρεσείοντος διορίσθηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και παραστάθηκε ως συνήγορος του κατηγορουμένου, όχι η εν λόγω δικηγόρος, αλλά ο δικηγόρος Αθηνών Αντώνιος Παπαντωνίου. Επομένως και δεδομένου ότι για την ασκηθείσα αναίρεση η παραπάνω δικηγόρος Αδαμαντία Καφούτη, δεν επικαλείται ούτε προσαρτάται στην συνταχθείσα αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος με την οποία παρέχεται εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου σε αυτήν, τούτο ασκήθηκε απαραδέκτως. Το με αριθμό ..... και ημερομηνία ..... μεταγενέστερο πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σαλαμίνος Δέσποινας Αραμπού, με το οποίο ο αναιρεσείων παρέχει εκ των υστέρων στην άνω υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο του, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει την αναίρεση, που προσκομίστηκε το πρώτον στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 10-6-2008, δεν καλύπτει το άνω απαράδεκτο, αφού ο καταδικασθείς έπρεπε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να είχε προσαρτηθεί πληρεξούσιο στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, αμέσως με την άσκηση αυτού, μη συντρεχούσης περιπτώσεως νομίμου προσαγωγής αυτού στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως εντός της 20ημέρου προθεσμίας που προβλέπεται από την άνω διάταξη, αφού ο αναιρεσείων δικάστηκε ωσεί παρών με άλλον διορισθέντα συνήγορο, που ήταν παρών κατά την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση- δήλωση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο η αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος(άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22- 5- 2008 αίτηση - δήλωση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 225,226,227,228/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως καταδικασθέντος, ασκηθείσα εμπροθέσμως από δικηγόρο που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τα άρθρα 465 παρ. 1, 476 του ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος, δικάστηκε ωσεί παρών και διορίστηκε αυτεπάγγελτα άλλος συνήγορος υπερασπίσεως, επειδή δεν προσαρτάται στην αίτηση ή στην έκθεση ασκήσεως σχετικό πληρεξούσιο του κατηγορουμένου. Το απαράδεκτο αυτό δεν καλύπτεται από πληρεξούσιο, που δεν επισυνάπτεται στην αίτηση - δήλωση, αλλά προσκομίστηκε αργότερα, εντός 20 ημερών, αλλά φέρει μεταγενέστερη της ασκήσεως ημερομηνία (ΑΠ 444/2008).
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 478/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3848/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 612/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με την υπ'αριθμό 351/30-6-2008 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22/29-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 3848/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 465 § 1 Κ.Π.Δ., ο διάδικος μπορεί να ασκήση το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 Κ.Π.Δ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθή στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθη άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, αφ'ενός μεν ότι το πληρεξούσιο δύναται να προσκομισθή εντός αποκλειστικής προθεσμίας 20 ημερών, αφ'ετέρου δε ότι τούτο πρέπει να υπάρχη κατά τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου (ΑΠ 2357/2003, ΑΠ 500/1989, εις ΠΧ/ΛΘ'/978). Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήση τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο), για να προσέλθη στο συμβούλιο και εκθέση τις απόψεις του, και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα προς έλεγχο του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη από τον Θεόδωρο Καλμούκη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Χ1, με δήλωση επιδοθείσα, κατ'άρθρ. 473 § 2 Κ.Π.Δ., στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 29-2-2008, χωρίς να έχη προσαρτηθή σ'αυτή σχετικό πληρεξούσιο ή αντίγραφό του και χωρίς να έχη προσκομισθή τούτο εντός είκοσι ημερών από της ασκήσεώς της, δηλαδή μέχρι 20-3-2008. Σημειωτέον, ότι εκ των πρακτικών της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι ο ασκήσας, ως άνω, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, είχε παραστή κατά την συζήτηση, ως συνήγορος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 465 § 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς -Προτείνω Να απορριφθή η από 22/29-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 3848/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 19 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22-2-2008 αίτηση αναιρέσεως, που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-2-2008, προσβάλλεται η με αριθ. 3848/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων Χ1, απών μεν, αλλά εκπροσωπηθείς νόμιμα, κατ'άρθρον 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίας Δεληγιάννη, καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για ψευδή καταμήνυση και για συκοφαντική δυσφήμηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-11-2007 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-2-2008. Τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως, άσκησε επομένως στις 29-2-2008 εμπρόθεσμα, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Αθηνών Θεόδωρος Καλμούκης, χωρίς όμως να έχει την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, αφού για την ασκηθείσα αναίρεση ο παραπάνω δικηγόρος Θεόδωρος Καλμούκης, δεν επικαλείται ούτε προσαρτάται στην συνταχθείσα αίτηση αναιρέσεως, πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποίαν να παρέχεται εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου σε αυτόν, ενώ δεν προσήχθη έστω μεταγενέστερα πληρεξούσιο, εντός 20 ημερών, το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22- 2 - 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 3848/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως καταδικασθέντος, ασκηθείσα εμπροθέσμως από δικηγόρο που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τα άρθρα 465 παρ. 1, 476 του ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ήταν μεν απών, αλλά εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο συνήγορο υπερασπίσεως, επειδή δεν προσαρτάται στην αίτηση ή στην έκθεση ασκήσεως σχετικό πληρεξούσιο του κατηγορουμένου, ούτε το απαράδεκτο αυτό καλύφθηκε, αφού δεν προσκομίστηκε αργότερα, το τυχόν υπάρχον πληρεξούσιο, εντός 20 ημερών (ΑΠ 444/2008).
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 473/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 156/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 806/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 19.912,79 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.500,87 € και β) το ποσό των 4.978,20 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.894,81 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 45.286,67 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 31/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 19.912,79 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.500,87 € και β) το ποσό των 4.978,20 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 6.894,81 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 45.286,67 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 5) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψεν ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 156/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι κατά πλειοψηφία ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
1
Αριθμός 472/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 189/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 805/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση : 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους (ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 101.966,00 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 69.132,95 € και β) το ποσό των 25.491,50 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 35.305,72 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 231.896,17 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 28/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 101.966,00 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 69.132,95 € και β) το ποσό των 25.491,50 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 35.305,72 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 231.896,17 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (4) ετών, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του Π.Κ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ' αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό το χρέος από 231.896,17 ευρώ, που βεβαιώθηκε την 31-11-2000, κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το επίμαχο χρέος δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί, αφού όπως προαναφέρθηκε φέρεται να έχει βεβαιωθεί στις 31-10-2004. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, και γ) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι την 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς, όμως, να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα:1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ.1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω : "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 189/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι κατά πλειοψηφία ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 485/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 154/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 771/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 30.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 63.155,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 42.819,12 € και β) το ποσό των 15.788,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 21.867,45 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 143.630,40 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 14-6-2004 (A/A 22/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 63.155,06 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 42.819,12 € και β) το ποσό των 15.788,77 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 21.867,45 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 143.630,40 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου τις 30-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1-4-2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 εδ. α, β, ε, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 14-6-2004 (Α/Α 22/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, και τελέσεως του εγκλήματος γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, στις 30-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε επίσης στις 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001, ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους η ορθή ημερομηνία 30-11-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 30-11-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 14-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 498/2008, 1772/2007), πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 30-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7316/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 154/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ, 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν 3220/2004. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7316/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 470/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 176/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 803/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.11.2000 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 38.461,77 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.077,07 € και β) το ποσό των 9.615,44 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.317,38 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 87.471,66 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία την προθεσμία αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 46/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 38.461,77 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 26.077,07 € και β) το ποσό των 9.615,44 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 13.317,38 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 87.471,66 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (2) ετών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 5) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι' αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ' αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βόλου, ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε την 31-11-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο ελάσσονα των τεσσάρων (4) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον από 15-6-2004 πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην αίτηση της Τελωνειακής αρχής Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης(2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 176/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρ. 23 Ν. 2523/1997 και άρθρ. 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004). 1. Απορριπτέοι κατά πλειοψηφία ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος, 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/ 2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
0
Αριθμός 471/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 178/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.(ΑΠ 1463,1394,1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO AE", που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 97.774,97 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 66.291,42 € και β) το ποσό των 24.443,74 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.854,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 222.364,70 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ 2 του Ν. 2523/97 ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξής του προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει αφενός μεν της εκ του ανωτέρω νόμου ρητής μη εφαρμογής του στην προκειμένη περίπτωση της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο [ΑΠ 381/07 Νόμος] και της εν πράγμασι μη εφαρμογής του στην προκειμένη ποινική δίωξη. Τέλος κρίνεται ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον α] ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης [2005] έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε Τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης [2001] είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β] ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. - που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη -, λόγω της μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Πρωτοδίκης, είχε την γνώμη ότι όσον αφορά την πράξη της μη καταβολής των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής μετά την 31-10-2000 (ημερομηνία βεβαίωσης), ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, όπως αποδείχθηκε από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και την ένορκη εξέταση της μάρτυρα στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 15-6-2004 (A/A 43/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 97.774,97 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 66.291,42 € και β) το ποσό των 24.443,74 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 33.854,57 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 222.364,70 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-11-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσο στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως το διατακτικό περιλαμβάνει αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενους δασμούς, φόρους, τόκους, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επαναλήψεως αναλυτικά του εν λόγω πίνακα, αφού εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως, 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό , γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000, και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε εσφαλμένα και ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως, που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος(1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, δε μπορεί ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους να έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου, 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11- 6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι' αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ , πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ' αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη, Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-11-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 222.364,70 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-11-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος που φέρεται να έχει βεβαιωθεί, την 31-10-2004, δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους αυτού, κατά την 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ως άνω χρόνου τελέσεως, ήτοι την 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ίδια ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, αφού μέχρι και την 1-8-2001, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται αορίστως αναφορά στον πίνακα χρεών, χωρίς, όμως, να γίνεται και αντίστοιχη μνεία και αναφορά στο ότι ο πίνακας αυτός, επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την ίδια γνώμη και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ' αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ' αριθμ. 7314/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθία, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού. και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, θα πρέπει κατά την πλειοψηφία να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 20-2-2008 αίτηση του ... και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 178/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας υφίσταται αντίφαση ως προς το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους και ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και χωρίς να έχει παρέλθει το τετράμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί προς νέα κρίση. Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1. Απορριπτέοι κατά πλειοψηφία ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως, του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2. Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους, (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/θμιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ’ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3. Απορριπτέοι οι 4ος, 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/2008).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πρόσθετοι λόγοι, Μειοψηφική γνώμη.
1
Αριθμός 464/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Γεώργιο Κούκο, περί αναιρέσεως της 230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2007 αίτησή του καθώς και στα από 18 Φεβρουαρίου 2008 και 17 Νοεμβρίου 2008 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εγκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βία, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 230/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, εκπροσωπηθεντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό ΒΤ 1195/1996 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για τις πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, σε συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 1500 δραχμές την ημέρα. Από τη σχετική υπ' αριθμό 2/04-1-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ....., οδός ....., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης. Έλαβε δε γνώση για πρώτη φορά στις 30-12-2006 από την αστυνομία διότι του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής αν και ήταν γνωστής ανέκαθεν". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως, εφόσον ο δικαιούμενος είναι άγνωστης διαμονής, είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 του ίδιου κώδικα όταν η έφεση ασκηθεί εκπροθέσμως το δικαστήριο ύστερα από απόφαση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται αν γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας ή η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του ή αν δεν υπάρχει σύζυγος σε ένα από τους γονείς του ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπον της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται προς το Δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό τον σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Στην προκείμενη περίπτωση από το από 25-11-1997 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..... με την επ' αυτής βεβαίωση για τοιχοκόλληση, η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον έχοντα άγνωστη διαμονή κατηγορούμενο στις 25-11-1997, αφού στην τελευταία γνωστή διαμονή του στην οδό ..... αριθμός ... στην ....., δεν ανευρέθηκε ούτε ο ίδιος (κατηγορούμενος), ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο από τα οριζόμενα στο άρθρο 156 ΚΠΔ, για να γίνει προς αυτό η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Έχουν δε τηρηθεί στη συνέχεια από τον ορισμένο προς τούτο από τον δήμαρχο Αθηναίων δημοτικό υπάλληλο ....., που παρέλαβε την επιδοθείσα απόφαση για τον άγνωστης διαμονής κατηγορούμενο, τα οριζόμενα στο άρθρο 156 ΚΠΔ, η τοιχοκόλληση δηλαδή του επιδοθέντος εγγράφου, στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του Δήμου της ..... . Επομένως, εφόσον η έφεση ασκήθηκε στις 4-1-2007, ήτοι μετά παρέλευση δεκαετίας από την ως άνω επίδοση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν έπρεπε η απόφαση να του επιδοθεί, ως έχοντα άγνωστη διαμονή, αλλά με θυροκόλληση στην ως άνω δηλωθείσα από αυτόν προανακριτικώς διεύθυνση (.....), είναι απορριπτέος, αφού τουλάχιστον από το έτος 1995 όταν του επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα (27-12-1995), όπως προκύπτει από 27-12-1995 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ....., που τον αναζήτησε στην διεύθυνση αυτή και βεβαιώνει το άγνωστο της διαμονής του, ήταν από τότε αγνώστου διαμονής αφού δεν κατοικούσε ούτε αυτός, ούτε άλλο πρόσωπο από τα οριζόμενα από το άρθρο 156 ΚΠΔ, στην ως άνω διεύθυνση και ο ίδιος δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε γνωστοποίηση αρμοδίως για την αλλαγή της τελευταίας γνωστής ως άνω διαμονής του. Επομένως πρέπει η κρινόμενη έφεση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (..... στην .....) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ....., και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-5-2007 αίτηση του Χ και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ήταν γνωστής διαμονής. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 463/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη, για αναίρεση της με αριθμό 19.232/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.227/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 19.232/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι: "Με την 6.746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε την 16-7-2002, επικυρώθηκε η από 13-5-2002 συμφωνία μεταξύ της ανώνυμης "ATΤlC AE" και των πιστωτών αυτής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 1 του ν. 1892/1990, και κατά τη συμφωνία το χρέος της εταιρίας προς το δημόσιο περιορίστηκε σε 53.293,73 ευρώ. Η συμφωνία δεν τηρήθηκε και η απόφαση ανακλήθηκε δυνάμει της 1639/2l-3-2007 απόφασης τoυ Eφετείου Αθηνών. Επειδή η συμφωνία αφορά τους πιστωτές και τα χρέη που γεννήθηκαν μέχρι την επικύρωσή της και δεν δεσμεύει τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τους γεννήθηκαν μετά την επικύρωση της συμφωνίας (βλ. 8η σελ. της 6.746/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνώνμε τις εκεί παραπομπές) ως προς τα χρέη του πίνακα, όπως πιο κάτω περιγράφονται λεπτομερώς, εκτός των υπό στοιχείο 1, 2, 3, 4 και 6, τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα προ της ημερομηνίας επικύρωσης τηςσυμφωνίας, τα λοιπά έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα μετά την επικύρωση της συμφωνίας και επομένως δεν συμπεριλαμβάνονται στη ρυθμιστική συμφωνία και αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχουνπεριοριστεί. Από αυτά που γεννήθηκαν προ της επικυρωμένης συμφωνίας, τα υπό στοιχείο 4 και 6 ως περιορισμένα κατά τη ρυθμιστική συμφωνία χρέη, δεν έπαυσαν να υφίστανται αφού είχαν ήδη καταστείληξιπρόθεσμα, όπως αναλυτικά αναφέρονται πιο κάτω, και με την επικυρωμένη προθεσμία δεν παύουν να είναι ληξιπρόθεσμα, και μόνο όταν τηρηθεί η συμφωνία και πληρωθεί το συμφωνημένο ποσό θεωρείται ότι δεν υφίστανται πλέον, ώστε ο σχετικός ισχυρισμός (1, 2 και 4 λόγοι) πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω κατά το χρόνο ισχύος της ως άνω συμφωνίας των πιστωχών ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να είναι διευθύνων και εντεταλμένος σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας. Με τηνως άνω συμφωνία μεταξύ της τελευταίας και των πιστωτών ορίστηκε ότι η εξυπηρέτηση της αποπληρωμής θα παρακολουθείται από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (άρθρο 3 παρ. 1) και οι συμβαλλόμενες Τράπεζες ορίζουν και εξουσιοδοτούν ανέκκλητα ως εκπρόσωπο τους τηνΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ (ΑΤΕ), που θα ελέγχει την υλοποίηση της σύμβασης αυτής ανά εξάμηνο (άρθρο 3 παρ. 5 ΣΤ). Έτσι η ΑΤΕ είχε αναλάβει την παρακολούθηση της διαδικασίας αποπληρωμής κατά τη συμφωνία και ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να έχει την εκπροσώπησηκαι πραγματική διαχείριση της εταιρίας. Επομένως ο αντίθετος ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί. Η ως άνω συμφωνία μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών, που επικυρώθηκε δεν αποτελούσε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής και δεν επιφέρει αναστολή της ποινικής δίωξης που προβλέπεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.5 του ν. 1882/1990 παρ. 5 ώστε ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Τέλος οι ισχυρισμός ότι "η μήνυση έπρεπε να συνοδεύεται από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 2523/1997 γιο τα χρέη που δεν είχε ασκηθεί προσφυγή και τελεσίδικης απόφασης για το χρέη που είχε ασκηθεί προσφυγή, εκτός της αοριστίας, δεν είναι νόμιμος αφού δεν απαιτείται η τήρηση των παραπάνω προϋποθέσεων (βλ. ΑΠ 151/2007, ΑΠ 873/2004). Ο τελευταίος ισχυρισμός για χρέη μη αξιόποινα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος κα εντεταλμένος της ανώνυμης εταιρίας "ATIC ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 1-1-2005 παραβίασε τη, σύμφωνο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών της (εταιρίας προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή ηθελημένα καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής, και δεν κατέβαλε στο δημόσιο το συνολικό ποσό των 2.472.450,83 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων και τα οποία χρέη της ανώνυμης εταιρίας είναι βεβαιωμένα στη ΦΑΒΕ Αθηνών, και συγκεκριμένα : 1) ποσού 1.656, 13 ευρώ (κεφάλαιο 930,41 + προσαύξηση 725,72 ευρώ), με ημερομηνία καταβολής την 29-12-2000, 2) ποσό 261,20 ευρώ (κεφάλαιο 146,74 + προσαύξηση 114,46), με ημερομηνία καταβολής 29-12-2000, 3) ποσού 1.522, 22 ευρώ (κεφάλαιο 880,41 + προσαύξηση 641,81), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 29-6-2001, 4) ποσού 14.768,88 ευρώ (κεφάλαιο 9.684, 51 + προσαύξηση 5.084,37), με ημερομηνία καταβολής την 31-5-2002, 5) ποσού 34.380,05 ευρώ (κεφάλαιο 24.211,30 + προσαύξηση 10.168,75), με ημερομηνία καταβολής την 31-12-2002, 6) ποσού 66.740,23 ευρώ (κεφάλαιο 35.938,36 + προσαύξηση 30.801,87), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 29-12-2000, 7) ποσού 9.430,75 ευρώ (κεφάλαιο 7.131,00 + προσαύξηση 2.299,75), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 8) ποσού 13.814,85 ευρώ (κεφάλαιο 10.446,00 + προσαύξηση 3.368,85), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 9) ποσού 229.064,94 ευρώ (κεφάλαιο 173.206,00 + προσαύξηση 55.858, 94), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-9-2003, 10) ποσού 2.161,30 ευρώ (κεφάλαιο 1.598,03 + προσαύξηση 553,30), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-5-2003, 11) ποσού 34.908,03 ευρώ (κεφάλαιο 25.810,00 + προσαύξηση 9.098,03), με ημερομηνία τελευταίας καταβολής την 30-5-2003, 12) ποσού 251 ευρώ (κεφάλαιο 200 + προσαύξηση 51), με ημερομηνία καταβολής την 28-11-2003, 13) ποσού 251 ευρώ (κεφάλαιο 200 + προσαύξηση 51), με ημερομηνία καταβολής την 28-11-2003, 14) ποσού 251,68 ευρώ (κεφάλαιο 220 + προσαύξηση 31,68), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 15) ποσού 755,04 ευρώ (κεφάλαιο 660 + προσαύξηση 95,04), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 16) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 17) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 18) ποσού 2.014,58 ευρώ (κεφάλαιο 1.761 + προσαύξηση 253,58), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 19) ποσού 128.722,72 ευρώ (κεφάλαιο 114.931 + προσαύξηση 1.791,72), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 20) ποσού 145.455,52 ευρώ (κεφάλαιο 129.871 + προσαύξηση 15.584,52), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 21) ποσού 32.231,36 ευρώ (κεφάλαιο 28.778 + προσαύξηση 3.453,36), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 22) ποσού 103.524,96 ευρώ (κεφάλαιο 92.433 + προσαύξηση 11.091,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2.004, 23) ποσού 181.286,56 ευρώ (κεφάλαιο 161.863 + προσαύξηση 19.423,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 24) ποσού 71.044,96 ευρώ (κεφάλαιο 63.433 + προσαύξηση 7.611,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 25) ποσού 73.748,64 ευρώ (κεφάλαιο 65.847,00 + προσαύξηση 7.901,64), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 26) ποσού 30.408 ευρώ (κεφάλαιο 27.150 + προσαύξηση 3.258), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 27) ποσού 4.796,96 ευρώ (κεφάλαιο 4.283 + προσαύξηση 513,96), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 28) ποσού 98,56 ευρώ (κεφάλαιο 88 + προσαύξηση 10,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 29) ποσού 98,56 ευρώ (κεφάλαιο 88 + προσαύξηση 10,56), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 30) ποσού 124.448, 80 ευρώ (κεφάλαιο 111.115 + προσαύξηση 13.333,80), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 31) ποσού 50.067, 36 ευρώ (κεφάλαιο 44.703 + προσαύξηση 5.364,36), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 32) ποσού 12.651, 52 ευρώ (κεφάλαιο 11.296 + προσαύξηση 1.355,52), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 33) ποσού 3.300,64 ευρώ (κεφάλαιο 2.947 + προσαύξηση 353,64), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 34) ποσού 11.562, 88 ευρώ (κεφάλαιο 10.324 + προσαύξηση 1.238,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 35) ποσού 573,44 ευρώ (κεφάλαιο 512 + προσαύξηση 61,44), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 36) ποσού 2.316,16 ευρώ (κεφάλαιο 2.068 + προσαύξηση 248,16), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 37) ποσού 332.866,24 ευρώ (κεφάλαιο 297.202 + προσαύξηση 35.664,24), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 38) ποσού 325.242, 40 ευρώ (κεφάλαιο 290.395 + προσαύξηση 34.847,40), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 39) ποσού 171.015, 04 ευρώ (κεφάλαιο 152.692 + προσαύξηση 18.323,04), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 40) ποσού 107.737, 28 ευρώ (κεφάλαιο 96.194 + προσαύξηση 11.543,28), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 41) ποσού 9.104,48 ευρώ (κεφάλαιο 8.129 + προσαύξηση 975,48), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 42) ποσού 94.578, 40 ευρώ (κεφάλαιο 84.445 + προσαύξηση 10.133,40), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 43) ποσού 1.024,80 ευρώ (κεφάλαιο 915 + προσαύξηση 109,80), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 44) ποσού 63.605,92 ευρώ (κεφάλαιο 56.791 + προσαύξηση 6.814,92), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 45) ποσού 147,84 ευρώ (κεφάλαιο 132 + προσαύξηση 15,84), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 46) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 47) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 48) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 49) ποσού 1.314,88 ευρώ (κεφάλαιο 1.174 + προσαύξηση 140,88), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004, 50) ποσού 2.053,43 ευρώ (κεφάλαιο 1.833,42 + προσαύξηση 220,01), με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2004. Δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 περ. α του ν. 2527/1997 η μη καταβολή των επιμέρους χρεών υπό στοιχείο 1, 2, 3, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 27, 28, 29, 33, 35, 36, 43, 45, 46, 47, 48, 49 και 50 ποσών, δεν είναι αξιόποινη διότι τα οφειλόμενα ποσά είναι μικρότερα του προβλεπόμενου ποσού 3.000 και 6.000 ευρώ αντίστοιχα, που συνιστούσε όρο θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τα παραπάνω οφειλόμενα ποσά, ενώ εξακολουθεί να ευθύνεται για τα λοιπά χρέη, συνολικού ποσού 2.472.450,83 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1β' του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1γ' του ν. 3220/2004, κατά την οποία για την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κλπ βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερβαίνει το ποσό των 120.000". Σύμφωνα δε με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κηρύχθηκε ένοχος του ότι " στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 1-11-2005, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ως Διευθύνοντος και Εντεταλμένου της εταιρείας ΑΤΙC Α.Ε στη ΦΑΒΕ Αθηνών, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμός βιβλίου .....) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την από 10-5-2005 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 2.472.450,83 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, προκύπτει ότι δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πράγματι, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 6746/12-7-2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επικυρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν.1892/1990, η από 13-5-2002 συμφωνία που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΙC-ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και της οποίας διευθύνων και εντεταλμένος σύμβουλος, ήταν ο κατηγορούμενος, και των πιστωτών της αφετέρου, για τη ρύθμιση των χρεών της εταιρείας, που αυτός εκπροσωπούσε, μεταξύ των οποίων και της οφειλής της προς το Ελληνικό Δημόσιο, που ανερχόταν στο ποσό των 53.293,78 ευρώ. Η ως άνω με αριθμό 6746/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ίσχυσε μέχρι την 21-3-2007, ότε ανακλήθηκε με την υπ' αριθμό 1639/21-3-2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Συνεπώς, η ευθύνη του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 13-7-2002, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτός είχε την διττή ιδιότητα του Διευθύνοντος και εντεταλμένου Συμβούλου της ως άνω εταιρείας, αφού από τις 14-7-2002, έπαυσε να έχει οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες στην εταιρεία που αυτός εκπροσωπούσε και σε καμία περίπτωση η ευθύνη του δεν μπορούσε να υφίσταται μετά την 14-7-2002, ότε και επικυρώθηκε η από 13-5-2002 συμφωνία για τη ρύθμιση των χρεών της εταιρείας. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε ένοχος και για το μετά την 14-7-2002 έως 1-11-2005 χρονικό διάστημα και μάλιστα για οφειλή της εταιρείας ύψους 2.472.450,83 ευρώ, τη στιγμή που το χρέος προς το Ελληνικό Δημόσιο, είχε περιορισθεί στο ποσό των 53.293,78 ευρώ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 19.232/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου και της ευθύνης του οφειλέτη. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 462/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 15801/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 17.9.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 15801/2007 απόφασή του, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ' έφεση για έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..... κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε προς διαφόρους τρίτους εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα φερόμενος ως ιδιοκτήτης επιχείρησης, που φέρεται ότι βρίσκεται επί της οδού ..... - ....., με αντικείμενο εργασιών εμπορία αυτοκινήτων - μηχανημάτων ανταλλακτικά -εξαρτήματα -σίδερα - λαμαρίνες -χωματουργικές εργασίες, εξέδωσε τα αναφερόμενα λεπτομερώς στο διατακτικό τιμολόγια κατ' έτος, αριθμό και ποσό, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό. Οι συναλλαγές, όμως, για τις οποίες ο κατηγορούμενος εξέδωσε τα τιμολόγια, ήταν εικονικές, αφού ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Ειδικότερα, κατ' αρχάς προέκυψε ότι η δηλωθείσα επαγγελματική του εγκατάσταση στην οδό .....- ..... δεν υφίσταται, διότι η οδός ..... δεν έχει αριθμό ... και κανένας από τους εγκαταστημένους στην οδό ..... δεν τον γνώριζε κατά την αναζήτηση του από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ κατά το έτος 2003. Εξάλλου, ο μάρτυρας υπεράσπισης Α και εκμισθωτής του ακινήτου, που δήλωσε ως έδρα της επιχείρησής του ο κατηγορούμενος, αναφέρει ότι κατά το έτος εκμίσθωσης το ακίνητο έφερε τον αριθμό ..... της ως άνω οδού και σήμερα φέρει τον αριθμό ... . Ο ίδιος βέβαια στο τέλος της κατάθεσής του, ερχόμενος σε αντίφαση με τα προηγούμενα, καταθέτει ότι μπορεί και να είχε αριθμό ... . Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος του κατέβαλε μερικά μισθώματα κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης η οποία συνήφθη το έτος 1997 και ότι πρόσφατα του κατέβαλε τα μισθώματα, που του όφειλε για όλο το διάστημα της μίσθωσης που διήρκησε τουλάχιστον μέχρι το έτος 2001. Επίσης, η δηλωθείσα κατοικία του κατηγορουμένου στην ..... αριθμός ... είναι ανύπαρκτη, αφού στην οδό ..... υπάρχουν μόνο επιχειρήσεις και όχι κατοικίες και οι εγκατεστημένοι στην οδό αυτή δεν γνωρίζουν τον κατηγορούμενο. Επίσης, ενώ στα εκδοθέντα τιμολόγια εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να κάνει πωλήσεις μηχανημάτων ανταλλακτικών, να κάνει χωματουργικές εργασίες, από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε στην κατοχή του φορτηγά αυτοκίνητα απαραίτητα για την εκτέλεση αυτών των εργασιών. Επιπλέον, δεν έχουν εκδοθεί φορτωτικά έγγραφα, που να δηλώνουν τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων. Ακόμη τα προαναφερόμενα επίδικα τιμολόγια φέρουν κωδικούς διάτρησης "....." και ".....", δηλαδή φαίνεται ότι έχουν θεωρηθεί - διατρηθεί στη ΔΟΥ Ιωνίας το 2001, ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα στοιχεία που έχει θεωρήσει - διατρήσει ο κατηγορούμενος φέρουν κωδικό διάτρησης έτους 1997. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ενώ φέρεται να έχει πραγματοποιήσει μεγάλο όγκο συναλλαγών, δεν υπέβαλε συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων προμηθευτών, από τον έλεγχο των οποίων θα μπορούσε να εξακριβωθεί εάν ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε την αγορά των εμπορευμάτων, τα οποία μεταπωλούσε. Προέκυψε δε ότι, παρά το ότι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ άφησαν σχετική ειδοποίηση και στην οδό ....., στην οποία υπήρχαν πληροφορίες ότι κατοικούσε, καθώς και σε ταχυδρομική θυρίδα, ο κατηγορούμενος ουδέποτε επισκέφθηκε την εν λόγω υπηρεσία για να ενημερωθεί για τον λόγο για τον οποίο τον αναζητούσαν. Επιπλέον, κατείχε τρία ΑΦΜ στο όνομά του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε εν γνώσει του τα αναφερόμενα στο διατακτικό εικονικά τιμολόγια και για τον λόγο αυτόν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξης". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης (4) ετών. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 και 98 του Π.Κ, 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ.10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1998 έως 2002, στη ..... ....., με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία αυτοκινήτων - ανταλλακτικών - εξαρτημάτων - σιδηρικών -λαμαρινών και χωματουργικών εργασιών, με μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε σειρά εικονικών τιμολογίων, τα οποία δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές, που να είχαν πραγματοποιηθεί. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε ο ίδιος, ότι η οδός ....., δεν αριθμείται μέχρι τον αριθμό ..., εν τούτοις, αυτός δήλωσε ως έδρα της επιχείρησής του, την οδό ....., όπως, επίσης, ψευδώς δήλωσε ότι η κατοικία του βρίσκεται στην οδό ..... στη ..... . Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο αναιρεσείων εικονικά εμφανίζεται στα οικεία τιμολόγια που αυτός εξέδωσε, να πραγματοποιεί πωλήσεις μηχανημάτων, ανταλλακτικών και να επιχειρεί χωματουργικές εργασίες, χωρίς να δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η κατοχή απ' αυτόν των αναγκαίων φορτηγών αυτοκινήτων, όπως επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων για να επιτύχει τον σκοπό που αυτός επιδίωκε, χρησιμοποίησε τα επίδικα τιμολόγια, που έφεραν κωδικούς αριθμούς με χρονολογία διάτρησης, το έτος 2001, ενώ, οι αριθμοί αυτοί στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν για την περίοδο του έτους 1997. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία ο αναιρεσείων με τις παραπάνω ενέργειές του, επιδίωκε να αποφύγει τον έλεγχο των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, αφού, αν και φέρεται να έχει πραγματοποιήσει μεγάλο όγκο συναλλαγών, εν τούτοις, δεν υπέβαλε τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων των προμηθευτών του, παράλληλα δε ο ίδιος διατηρούσε (3) αριθμούς φορολογικού μητρώου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, το δε δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 15801/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 13-12-2007, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται να τελέσθηκαν πριν την 2-11-2001, και συγκεκριμένα για όσες πράξεις τελέσθηκαν από 29-10-1998 έως 8-10-2001, λόγω παρόδου πενταετίας, από του χρόνου τελέσεώς τους και μέχρι της επιδόσεως σ' αυτόν την 6-3-2007 του κλητήριου θεσπίσματος. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της παραγραφής, δέχθηκε τα επόμενα: ""Κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινή δίωξη ασκούνταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδάφιο 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδάφιο 1 ν. 2523/1997). Με την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Η ρύθμιση, όμως, αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ. Και με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και την διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους προ της ισχύος του νόμου (βλ. ΑΠ 1767/2007, 764/2006). Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος φέρεται να εξέδωσε τα αναλυτικά αναφερόμενα στο κατηγορητήριο εικονικά τιμολόγια πώλησης κατά τις χρήσεις των ετών 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002. Η υπ' αριθμ. 2112/2003 έκθεση ελέγχου, που έχει συνταχθεί για την κρινόμενη υπόθεση από την Περιφερειακή Διεύθυνση Κεντρικής Μακεδονίας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής στις 17/3/2004 και συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έκτοτε αρχίζει η παραγραφή του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραγραφής αυτού, ενόψει και του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος προέκυψε ότι είναι στις 6-03-2007. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής του αδικήματος που του αποδίδεται πρέπει ν' απορριφθεί". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για όσες μερικότερες πράξεις αναφέρονται στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 17-9-2008 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ, και 583 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, και τους επ' αυτής από 17-9-2008 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 15.801/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από διακόσια ενενήντα(290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, περί αναιρέσεως της 9945/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία Λουϊζα Μπακαλάκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία ..." το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και για τις αξιώσεις του που απορρέουν από τα αδικήματα του παρόντος νόμου. Η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ' οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, προβάλλον ταύτας το πρώτον επ' ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ' εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν από την αποφυγή απόδοσης των αναλογούντων στο Δημόσιο φόρων, συνεπεία διαπράξεως του αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής κ.λ.π. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, που έχει εφαρμογή και επί των αδικημάτων του ν. 2523/1997, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ, προδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 9.945/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε (κατ' έφεση της υπ' αριθμό 2370/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα, λόγω της παρά το νόμο παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, της φοροδιαφυγής με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, και για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, κατά τη δικάσιμο της 24ης Ιανουαρίου 2007, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τη δήλωση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο με τον δικαστικό αντιπρόσωπό του, επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη, το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, σε βάρος της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, αιτούμενο την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία του παρέχονται και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως. Τέτοια παραβίαση αποτελεί και η περίπτωση κατά την οποία, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου και την συζήτηση που επακολούθησε περί της επιβλητέας ποινής, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του περί αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 3 και 371 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, ναι μεν έδωσε το λόγο και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε πρωταρχικά την απαλλαγή της, επικουρικά δε την αναγνώριση στο πρόσωπό της, των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ, 2α και 2β του Π.Κ), και ενώ ο Εισαγγελέας πρότεινε επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναγνώρισης ή μη των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν δόθηκε στη συνέχεια ο λόγος και στο συνήγορό της αναιρεσείουσας, προκειμένου να τοποθετηθεί στην εισαγγελική πρόταση, εξαιτίας δε αυτής της παραλείψεως, υφίσταται έλλειψη της ακροάσεως, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ, λόγο της απόλυτης ακυρότητας. Σύμφωνα, όμως, με τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα και ο παραστάς συνήγορός της, δεν είχαν ζητήσει να λάβουν εκ νέου το λόγο, πριν από την απαγγελία της απόφασης για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της και ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β του Κ.Π.Δ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με στοιχείο 2α λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α και β' της ΕΣΔΑ (ν. δ 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: όπως πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτει τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προτοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.1 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει κατά το άρθρο 173 παρ.1 του Κ.Π.Δ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ' αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας, που καταδικάστηκε για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, για ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε τη με αριθμό 313/31-1-2007, έφεση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προσέτι δε αναφέρθηκε στην εσφαλμένη απόρριψη της ως άνω ενστάσεώς της. Από την παραδεκτή επισκόπηση του κλητήριου θεσπίσματος, προκύπτει ότι τούτο περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και ειδικότερα: α) το ονοματεπώνυμο της κατηγορουμένης, β) προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτή να εμφανιστεί και συγκεκριμένα το Δ' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, γ) τη χρονολογία, την ημέρα και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί και συγκεκριμένα την 28-11-2006 και ώρα 9 το πρωϊ, δ) ακριβή προσδιορισμό της πράξης για την οποία αυτή κατηγορείται και σχετική μνεία του άρθρου του ποινικού κώδικα που την προβλέπει και συγκεκριμένα περιέχονται τα σχετικά άρθρα 1,12, 14, 16, 17, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 53, 79, 98 παρ.1 του Π.Κ και άρθρα 19 παρ.1α, 4, 20, 21 ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, και ε) τον αριθμό, επίσημη σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα. Σημειώνεται, ότι η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, κατηγορήθηκε ότι εξέδωσε εξήντα (60) εικονικά τιμολόγια, επίσης δε ότι αποδέχθηκε εξήντα ένα (61) εικονικά τιμολόγια, τα οποία με σαφήνεια και πληρότητα περιγράφονται. Η εκ περισσού αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα, ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, διότι η προμηθεύτρια της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, Α, είχε αποκτήσει το σύνολο του ακατέργαστου χρυσού, που της προμήθευσε, λαμβάνοντας πλαστά και εικονικά τιμολόγια-δελτία αποστολής, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αοριστία ή αντίφαση, σχετική με την πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός με στοιχείο 2β λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος με στοιχεία 2α του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Καθόσον αφορά την ποινική δίωξη, το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (εδ. 1 και 2), ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχισοτν τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παράγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα, με την προσβαλλομένη απόφασή του, για την πράξη που προβλέπεται από τα άρθρα 19 παρ. 1α, 4, 20, 21 παρ. 10 και 24 παρ. 5 του ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του ν. 2954/2001, για κατ' εξακολούθηση έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (59 τιμολογίων και δελτίων αποστολής και ενός εικονικού τιμολογίου πώλησης), προσέτι δε αποδέχθηκε και έλαβε στην κατοχή της 61 εικονικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία της ατομικής επιχείρησης, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο ακατέργαστου χρυσού, πράξη που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, και φέρεται να έχει τελεστεί κατά το από 8-6-1999 μέχρι 29-10-1999 χρονικό διάστημα. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, την 30-7-2007, ο συνήγορος της κατηγορουμένης πρόβαλε: α) τον από του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά της κατηγορουμένης, για το αδίκημα για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, και β) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του αδικήματος, και τους οποίους είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Προς τούτο παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπερέβη την εξουσία του, αφενός μεν γιατί η δίωξη ασκήθηκε προτού τελεσιδικήσει η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, επί της προσφυγής που αυτή είχε ασκήσει, αφετέρου δε γιατί η σχετική έκθεση φορολογικού ελέγχου και η αντίστοιχη μηνυτήρια αναφορά, εκδόθηκαν από αναρμόδια στην επίδικη περίπτωση αρχή και συγκεκριμένα, ότι τόσο η έκθεση φορολογικού ελέγχου, όσο και η μηνυτήρια αναφορά, έπρεπε να είχαν υποβληθεί, όχι από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, αλλά από τον αντίστοιχο της ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής Αττικής, στην περιφέρεια του οποίου η κατηγορουμένη είχε την έδρα της επιχείρησής της. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, μετά την παράθεση του νομικού μέρους, αναφορικά με το παραδεκτό ή μη της ασκηθείσας σε βάρος της κατηγορουμένης ποινικής δίωξης, για το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, δέχθηκε τα εξής: "Εν προκειμένω η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Χ, ησκήθη με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου (υπ' αριθμ. πρωτ. .....έκθεση ελέγχου ελεγκτών της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης) και την υπ' αριθμό πρωτ. ..... μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης Β. Συνεπώς ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, (που αποτελεί και λόγο αναιρέσεως), ότι είναι απαράδεκτη η ποινική δίωξη, διότι η μηνυτήρια αναφορά συνετάγη και υπεβλήθη προ της απράκτου παρόδου της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Περαιτέρω, σε σχέση με την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ότι η σχετική έκθεση φορολογικού ελέγχου εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, αντί του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αγίας Παρασκευής Αττικής, από τα πρακτικά της δίκης που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι "η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, ήταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1999) κάτοικος ....., στην οδό ..... αρ. ...". Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, ότι δηλαδή αναρμοδίως επελήφθη η Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, που συνέταξε την από 27-12-2005 έκθεση ελέγχου καθώς και την από 18-12-2005 μηνυτήρια αναφορά και ότι εξ' αυτού του λόγου, είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη". Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, περί παραγραφής του αδικήματος, η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη, δεν έχει παραγραφεί, καθόσον δεν παρήλθε πενταετία από της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος την 14-9-2006 και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση περί παραγραφής που πρότεινε η κατηγορούμενη. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της κατηγορουμένης σε έκδοση και αποδοχή εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (23-12-2005) και με την παραδοχή ότι μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, και ο με στοιχεία 2β του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους, κατά τη δέουσα εκτίμησή του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, για παράβαση του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος πριν από την τελεσίδικη κρίση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της από 22-2-2006 προσφυγής της που άσκησε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι "Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι και την 29-10-1999 ετέλεσε εκ προθέσεως περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξομολόγηση ενός και του αυτού εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων με την έννοια των ανύπαρκτων συναλλαγών στο σύνολο αυτών. Ειδικώτερα η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, κάτοικος ..... (οδός ..... αριθμ. ..., διατηρούσε επιχείρηση επί της οδού ..... αριθμ. ... ..... Αθηνών, με αντικείμενον εργασιών χονδρικό εμπόριο ακατεργάστου χρυσού, εξέδωκε και κατεχώρισε στα βιβλία της τα κάτωθι εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές ήτοι 1) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, αξίας 18.102.000 2) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.414.000 δρχ. 3) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 8.151.000 δρχ. 4) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.956.000 δρχ. 5) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 4,500 κιλών χρυσού, αξίας 12.014.000 δρχ. 6) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3,20 κιλών χρυσού, αξίας 8.537.400 δρχ. 7) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.107.000 δρχ. 8) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.002.000 δρχ. 9) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. αξίας 5.171.000 δρχ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού 10) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 5,500 κιλών χρυσού, αξίας 14.356.000 δρχ. 11) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,350 κιλών, αξίας 933.450 δρχ. 12) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.209.500 δρχ. 13) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6,900 κιλών χρυσού, αξίας 18.471.300 δρχ. 14) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,700 κιλών χρυσού, αξίας 9.682.900 δρχ. 15) η υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 2.400 κιλών χρυσού, αξίας 6.292.800 δρχ. 16) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,300 κιλών χρυσού, αξίας 11.265.500 δρχ. 17) το υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 3,800 κιλών χρυσού, αξίας 9.878.600 δρχ. 18) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4.100 κιλών χρυσού, αξίας 10.431.700 δρχ. 19) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 4,770 κιλών χρυσού, αξίας 12.146.730 δρχ. 20) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.581.000 δρχ. 21) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.521.000 δρχ. 22) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.024.000 δρχ. 23) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, τιμολ. 4.970.000 δρχ. 24) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., με ποσότητα 2.600 κιλών, αξίας 5.285.700 δρχ. 25) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.900 κιλών χρυσού, αξίας 4.819.800 δρχ. 26) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.800 κιλών χρυσού, αξίας 4.593.000 δρχ., 27) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,300 κιλών χρυσού, αξίας 3.343.600 δρχ. 28) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 2.900 κιλών χρυσού, αξίας 7.545.800 δρχ. 29) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.084.000 δρχ., 30) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.532.000 δρχ. 31) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1.800 κιλού χρυσού, αξίας 3.828.000 δρχ. 32) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.200 κιλών χρυσού, αξίας 3.056.400 δρχ. 33) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4 κιλών χρυσού, αξίας 10.148.000 δρχ. 34) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.542.000 δρχ. 35) το υπ' αριθμ. .....τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.545.000 δρχ. 36) το υπ' αριθμ. .....τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού αξίας 1.268.500 δρχ. 37) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 6.245.000 δρχ. 38) το υπ' αριθμ. .....τιμολ. για ποσότητα 6,600 κιλών χρυσού, αξίας 16.527.200 δρχ. 39) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2.500 κιλών χρυσού, αξίας 6.335.000 δρχ. 40) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.094.000 δρχ. 41) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.542.000 δρχ. 42) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.214.000 δρχ. 43) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. με ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.306.000 δρχ. 44) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,560 κιλού χρυσού, αξίας 1.451.520 δρχ. 45) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.154.000 δρχ. 46) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.281.000 δρχ. 47) το υπ' αριθμ. ....., για ποσότητα 1.500 κιλού χρυσού, αξίας 3.873.000 δρχ. 48) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 1.423.500 δρχ. 50) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.500 κιλού χρυσού, αξίας 4.410.500 δρχ. 51) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.167.000 δρχ. 52) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.162.000 δρχ. 53) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,830 κιλού χρυσού, αξίας 2.581.300 δρχ. 54) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, αξίας 19.170.000 δρχ. 55) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,317 κιλών χρυσού, αξίας 13.598.500 δρχ. 56) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1.700 κιλών χρυσού, αξίας 5.266.600 δρχ. 57) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,600 κιλών χρυσού, αξίας 10.764.000 δρχ. 58) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 7,900 κιλών χρυσού, αξίας 23.305.000 δρχ. 59) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 7,650 κιλών χρυσού, αξίας 22.491.000 δρχ. και το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλών χρυσού, αξίας 4.599.600 δρχ. Ούτω η εκκαλούσα - κατηγορουμένη μόνον σε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών φέρεται να εκδίδει εξήντα (60) τιμολόγια για παράδοση χρυσού αξίας 437.400.150 δραχμών προς τον Γ, σύζυγον αυτής, και προς την εταιρεία υπό την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ". Όμως από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται η εικονικότητα των τιμολογίων αυτών. Συγκεκριμένα ενώ φέρεται μία επιχείρηση να διακινεί χρυσό αξίας 437.400.150 δραχμών, η επιχείρηση αυτή - κατάστημα επί της οδού ..... αριθμ. ... δεν είχε σύνδεση με ηλεκτρικό ρεύμα (βλ. το από ..... έγγραφα της Δ.Ε.Η.). Περαιτέρω η επιχείρηση αυτή δεν είχε προσωπικό ενώ βάσει των διακινηθεισών ποσοτήτων θα ανεμένετο κατά την κοινή λογική να διαθέτει αρκετούς υπαλλήλους. Επίσης η επιχείρηση όχι μόνον δεν διέθετε προσωπικό αλλά και η ίδια η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα των τεραστίας αξίας συναλλαγών εργαζόταν ως απλός βοηθός λογιστού, με πλήρες ωράριο, στην εταιρεία υπό την επωνυμίαν "COWA HELLAS LTD", με έδρα την ..... . Η τεράστια ως άνω ποσότητα ακατεργάστου χρυσού παρεδίδετο, κατά τους προανακριτικούς ισχυρισμούς της εκκαλούσης - κατηγορουμένης, σε απλούς υπαλλήλους του Ο.Σ.Ε. οι οποίοι ενεργούσαν ως εντολοδόχοι του Γ και επλήρωσαν της μετρητοίς, ισχυρισμός ο οποίος αντίκειται σε κάθε έννοια λογικής, δοθέντος ότι παρουσιάζονται άσχετα πρόσωπα (υπάλληλοι ΟΣΕ) να διακινούν τεράστια ποσότητα χρυσού και να καταβάλλουν εκατομμύρια τοις μετρητοίς στην κατηγορουμένη Χ. Εξ' άλλου ενώ ανέμενε ο μέσος συνετός άνθρωπος να αποκερδαίνει η εκκαλούσα - κατηγορουμένη ένα σεβαστό ποσόν από τις συναλλαγές αυτές, στην δήλωση φόρου εισοδήματος για το έτος 1999 (οικ. έτος 2000) φέρεται να δηλώνει εισόδημα - καθαρό κέρδος 382.702 δραχμές. Για την νομιμοποίηση της τεράστιας αυτής ποσότητας ακατεργάστου χρυσού η εκκαλούσα - κατηγορουμένη απεδέχθη αντιστοίχως και κατεχώρησε στα βιβλία της εικονικά τιμολόγια. Ειδικώτερα κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι 29-10-1999 εκ προθέσεως ετέλεσε περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της αποδοχής και καταχωρήσεως εικονικών τιμολογίων με την έννοια ανυπάρκτων συναλλαγών με εκδότρια την Α και πλέον συγκεκριμένα 1) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6 κιλών χρυσού, καθαρής αξίας 16.072.000 δρχ. 2) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.404.000 δρχ. 3) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 8.136.000 δρχ. 4) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., αξίας 7.941.000 δρχ. 5) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,500 κιλών χρυσού, αξίας 11.991.500 δχ. 6) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,20 κιλών χρυσού, αξίας 1.533,852 δρχ. 7) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.089.500 δρχ. 8) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 8.984.500 δρχ. 9) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.161.000 δρχ. 10) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 5,500 κιλών χρυσού, αξίας 14.328.500 δρχ. 11) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. με ποσότητα 0,350 κιλών χρυσού, αξίας 931.700 δρ. 12) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,500 κιλών χρυσού, αξίας 9.192.000 δρχ. 13) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6,900 κιλών χρυσού, αξίας 18.367.800 δρχ. 14) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,700 κιλών χρυσού, αξίας 9.664.400 δρχ. 15) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,400 κιλών χρυσού, αξίας 6.280.800 δρχ. 16) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,300 κιλών χρυσού, αξίας 11.244.100 δρχ. 17) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,800 κιλών χρυσού, αξίας 9.859.600 δρχ. 18) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,100 κιλών αξίας 10.411.200 δρχ. 19) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4,770 κιλών χρυσού, αξίας 12.122.880 δρχ. 20) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.566.000 δρχ. 21) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3 κιλών χρυσού, αξίας 7.506.000 δρχ. 22) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.014.000 δρχ. 23) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 4.960.000 δρχ. 24) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2.100 κιλών χρυσού, αξίας 5.275.200 δρχ. 25) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 1,900 κιλών χρυσού, αξίας 4.810.300 δρχ. 26) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλών χρυσού, αξίας 4.584.600 δρχ. 27) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,400 κιλών χρυσού, αξίας 7.531.300 δρχ. 29) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.074.000 δρχ. 30) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.527.000 δρχ. 31) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,800 κιλού χρυσού, αξίας 3.820.500 δρχ. 32) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 1,200 κιλού χρυσού, αξίας 3.050.400 δρχ. 33) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4 κιλών χρυσού, αξίας 10.128.000 δρχ. 34) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.537.000 δρχ. 35) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.540.000 δρχ. 36) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.266.000 δρχ. 37) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 6.282.800 δρχ. 38) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 6,600 κιλών χρυσού, αξίας 16.494.200 δρχ. 39) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,500 κιλών χρυσού, αξίας 1.138.050 δρχ. 40) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 915.120 δρχ. 41) το υπ' αριθμ. ...... τιμολ. για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.537.000 δρχ. 42) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.204.000 δρχ. 43) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.303.500 δρχ. 44) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,560 κιλού χρυσού, αξίας 1.448.720 δρχ. 45) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2 κιλών χρυσού, αξίας 5.144.000 δρχ. 46) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.278.500 δρχ. 47) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,500 κιλού χρυσού, αξίας 3.865.500 δρχ. 48) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 2.572.000 δρχ. 49) το υπ' αριθμ. ..... Σειρά Α τιμολ., για ποσότητα 0,500 κιλού χρυσού, αξίας 1.421.000 δρχ. 50) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (σειρά Α), για ποσότητα 1,500 κιλού χρυσού, αξίας 4.403.000 δρχ. 51) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.162.000 δρχ. 52) το υπ' αριθμ. ..... (σειρά Α) τιμολ., για ποσότητα 1 κιλού χρυσού, αξίας 3.157.000 δρχ. 53) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (Σειρά Α), για ποσότητα 0,830 κιλού χρυσού, αξίας 2.577.150 δρχ. 54) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ. (Σειρά Α), για ποσότητα 3,570 κιλού χρυσού, αξίας 11.388.300 δρχ. 55) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 2,430 κιλών χρυσού, αξίας 7.751.700 δρχ. 56) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 4.397 κιλών χρυσού, αξίας 13.576.965 δρχ. 57) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 1,700 κιλού χρυσού αξίας 5.258.100 δρχ. 58) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 3,600 κιλών χρυσού, αξίας 10.746.000 δχ. 59) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ., για ποσότητα 7.900 κιλών χρυσού, αξίας 23.265.500 δρχ. και 60) το υπ' αριθμ. ..... τιμολ, για ποσότητα 7,650 κιλών χρυσού, αξίας 22.452.750 δρχ. Η εικονικότητα της τιμολογίων αυτών είναι πρόδηλος. Η επιχείρηση επί της οδού ..... αριθμ. ... ουδέποτε ελειτουργούσε και, όπως προελέχθη, η εκκαλούσα - κατηγορούμενη εργαζόταν ως απλός βοηθός λογιστού στην εταιρεία από την επωνυμίαν "COWA HELLAS L.T.D." με έδρα του ....., μάλιστα η εκκαλούσα - κατηγορουμένη ούτε την πρόνοια, είχε να προβεί σε ηλεκτροδότηση του καταστήματος αν και φέρεται να διακινείται σε καθημερινή βάση μεγάλη ποσότητα ακατεργάστου χρυσού. Περιττόν δε να τονισθεί ότι η φερόμενη ως ανθηρή επιχείρηση της εκκαλούσης - κατηγορουμένης διέκοψε τις εργασίες της την 30-11-1999 (βλ. υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση διακοπής εργασιών). Κατά συνέπειαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρ. 84 παρ. 2 του ΠΚ), δοθέντος ότι δεν απεδείχθη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματικη και εν γένει κοινωνική ζωή στο παρελθόν της εκκαλούσης - κατηγορουμένης με την έννοιαν της θετικής υποστάσεως (ενεργητική έντιμη συμπεριφορά). Αντιθέτως δε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη εκινήθη από αίτια ταπεινά και κερδοσκοπία, αποσκοπούσε να νομιμοποιήσει ακατέργαστον χρυσόν προδήλως παρανόμου πηγής". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη της πράξεως του άρθρου 19 παρ.1α, 4, 20, 21 του ν. 2523/1997, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντικ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 27 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε (19 παρ.1, 4, 20, 21 Ν. 2523/97, όπως η παρ. 10 του άρθρου 21 αντ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, και 98 του ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει, όμως, σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα... Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό ή στο διοικητικό δικαστήριο δίκη για ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία οφείλει να αιτιολογήσει του Δικαστήριο. Εν προκειμένω η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως επιβολής προσήμου του προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ Θεσ/νίκης ήσκησε την από 20-2-2006 προσφυγή - αίτημα διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς, με αποτέλεσμα δυνάμει της υπ' αριθμ. 889/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως επιβολής προστίμου μέχρι την δημοσίευση οριστικής αποφάσεως επί της από 22-2-2006 προσφυγής της αιτούσης (κατηγορουμένης), διώκει δε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη την αναβολή (αναστολή) της δίκης μέχρι πέρατος της διοικητικής δίκης. Το αίτημα αυτό της εκκαλούσης κρίνεται παντελώς παρελκυστικόν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι από την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων παρήλθαν ήδη οκτώ (8) έτη, για το πέρας δε της διοικητικής δίκης απαιτούνται τουλάχιστον άλλα πέντε (5) έτη. Αλλωστε το νόημα του άρθρ. 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997 ότι δηλαδή η ποινική δίωξη επί των περιπτώσεων των εικονικών τιμολογίων ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και την μηνύτρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ, όπως ήδη ανεφέρθη, είναι η αποτροπή τις παρελκούσης της ποινικής δίκης δια των γνωστών "διοικητικών μεθόδων" κατά συνέπειαν το σχετικόν αίτημα της εκκαλούσης - κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμον". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' περ. 2γ του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, για αναβολή κατ' άρθρο 61 του Κ.Π.Δ, της ποινικής δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται το δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 του Ν. 2408/1996 (Ολ. Α.Π. 7/2005), διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως. Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσείουσα, επιπρόσθετα επικαλείται, ως λόγο αναιρέσεως, την ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξαιτίας της απορρίψεως του αιτήματός της, που υπέβαλε, από άγγελο, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για αναβολή της υποθέσεως, λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, να παραστεί στη δίκη και να την εκπροσωπήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 9945/30-7-2007 του, κατ' έφεση, δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με την υπ' αριθμό 2370/24-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών, για την παράβαση της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση, με την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, που τελέστηκε στην Αθήνα, στο χρονικό διάστημα από 8-6-1999 μέχρι και 29-10-1999. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης, η κατηγορουμένης-αναιρεσείουσα, άσκησε την με αριθμό 313/24-1-2007 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας, στις 30-7-2007, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο η ίδια η αναιρεσείουσα, αλλά η Δ, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, η οποία εμφανίστηκε ως άγγελος στο ακροατήριο και ανήγγειλε κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου της, Ευαγγέλου Κώστα, μέλους του Δ.Σ Θεσσαλονίκης, να εμφανιστεί στο δικαστήριο λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας αυτού (Ευαγγέλου Κώστα). Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα αναβολής της δίκης, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "επειδή η ασθένεια του πατέρα του συνηγόρου υπερασπίσεως Ευαγγέλου Κώστα, δεν συνιστά σημαντικόν αίτιον για την αναβολή της δίκης(άρθρο 349 παρ.1 του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναβολής". Όμως, ο λόγος αυτός που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ, για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από άγγελο όχι της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, αλλά του δικηγόρου που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση της απολιπομένης κατηγορουμένης, σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ.2 και 501 παρ.1 του Κ.Π.Δ, ο οποίος, (δικηγόρος) πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να προβάλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με στοιχείο 2δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αναβολή της ποινικής δίκης, κατ' άρθρο 349, του ίδιου Κώδικα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2007 αίτηση και τους επ' αυτής από 15-9-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 9945/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας (παραδεκτώς παρίσταται το Ελληνικό Δημόσιο, ως πολιτικώς ενάγον, κατά το άρθρο 21 του ν. 2523/1997), β) της σχετικής ακυρότητας (έλλειψη ακροάσεως και ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος), γ) της υπέρβασης εξουσίας (απαράδεκτο της ποινικής δίωξης - παραδεκτώς ασκείται η δίωξη, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά (σχετ. και η ΑΠ 616/2006), δ) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις 61 και 349 ΚΠΔ) και ε) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ακυρότητα σχετική, Πρόσθετοι λόγοι.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 459/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1344/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1734/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 562/9-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1344/2008 βούλευμά του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την υπ'αριθμ. 653/2007 έφεση του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 3186/2007 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών. Το τελευταίο είχε παραπέμψει αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφων κατεξακολούθηση με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. 216 παρ. 3β-1 ΠΚ, 14 παρ. 2 β ν. 2721/99 -Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 20-10-2008 (βλ. άρθρο 155 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠοινΔ) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 27-10-2008 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 175/2008 αίτηση αναίρεσης, στην οποία προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αυτά που δέχθηκε έχουν ανατραπεί από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε και επικαλέστηκε, η κρίση του συμβουλίου και οι διάφορες αποδοχές του είναι αναιτιολόγητες και εσφαλμένες και δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας, αντικρούονται δε από τους ισχυρισμούς του και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτούς που είναι βάσιμοι. Συγκεκριμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις του μηνυτή (πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του κατηγορουμένου μετά των υπομνημάτων του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ, από το έτος 1998, υπήρξε οικονομικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", της οποίας αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο μηνυτής Ψ. Στις 18-1-2002, το Διοικητικό Συμβούλιο της πιο πάνω εταιρείας αποφάσισε ομόφωνα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό ..... πρακτικό του, να δίνονται λευκές υπογεγραμμένες επιταγές της εταιρείας στον κατηγορούμενο προς συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων (ημερομηνία, λήπτη, ποσό κλπ) μέχρι, όμως, το ποσό των 15.000 ευρώ και να διαχειρίζεται αυτές αποκλειστικά για την εκπλήρωση υποχρεώσεων της εταιρείας, που προκύπτουν από τα επίσημα βιβλία και στοιχεία της και συγχρόνως να δοθεί σ' αυτόν γραπτή εξουσιοδότηση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του διευθύνοντος συμβούλου, Ψ, που να επιβεβαιώνει τα ανωτέρω. Σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης του Δ. Σ. της άνω εταιρείας, ο μηνυτής, με την ανωτέρω ιδιότητα του, χορήγησε στον κατηγορούμενο την από 24-1-2002 εξουσιοδότηση, με θεωρημένο το γνήσιο το γνήσιο της υπογραφής του, αυθημερόν από τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να συμπληρώνει, για λογαριασμό της εταιρείας μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, υπογεγραμμένες απ' αυτόν επιταγές, συρόμενες από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της άνω εταιρείας και να τις διαχειρίζεται για την κάλυψη των υποχρεώσεων της. Όμως, ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, συμπλήρωσε τις υπ' αριθμό ....., ..... και ..... λευκές επιταγές, που του είχε παραδώσει ο μηνυτής και οι οποίες έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν άνω εταιρείας, με ποσά μεγαλύτερα των 15.000 ευρώ, και με σκοπό, όχι να καλύψει υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους δανειστές της, αλλά για να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της εταιρείας αυτής. Πιο συγκεκριμένα, το χρονικό διάστημα από 23-12-2003 έως 27-4-2004, κατά κατάχρηση της εν λευκώ υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, συμπλήρωσε τις προαναφερόμενες επιταγές κατά τα υπόλοιπα στοιχεία τους, με περιεχόμενο διάφορο του συμφωνηθέντος, και ειδικότερα α) στην υπ' αριθμό ..... λευκή επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ανέγραψε ως τόπο έκδοσης την Αθήνα, ως χρόνο έκδοσης την 23-12-2003, και το ποσό των 282.000 ευρώ, ενώ στη θέση "σε διαταγή" ανέγραψε το ονοματεπώνυμο του, και β) στις υπ' αριθμό ..... και ..... λευκές επιταγές της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. -στις οποίες ο μηνυτής είχε θέσει την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου- ανέγραψε τόπο έκδοσης την Αθήνα, ημερομηνία έκδοσης την 26-4-2004 και ποσό 71.900 ευρώ, στην καθεμία εξ αυτών, έθεσε δε την υπογραφή του στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, ώστε να φαίνεται ως νόμιμος κομιστής των επιταγών. Στη συνέχεια, εμφάνισε τις επιταγές αυτές στις πληρώτριες τράπεζες και δη την πρώτη στις 29-12-2003, τη δε δεύτερη και τρίτη στις 27-4-2004, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των τραπεζών αυτών περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος πως το περιεχόμενο των επίμαχων επιταγών ταυτίζεται με τη βούληση του εκδότη και μηνυτή, ώστε να πετύχει την πληρωμή τους. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 425.000 ευρώ, συνιστάμενο στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας κατά το ίδιο ποσό την περιουσία της άνω εταιρείας. Τελικά, οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, επειδή η πρώτη είχε ανακληθεί με την από 25-7-2002 έγγραφη εντολή του εκδότη, χωρίς υπόλοιπο, και οι λοιπές λόγω κλειστού λογαριασμού. Την πράξη αυτή, ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, γεγονός που προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο κατηγορούμενος αρνείται την αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία και ισχυρίζεται ότι το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές παρουσία του μηνυτή, ο οποίος, έχοντας γνώση του περιεχομένου τους, τις υπέγραψε προκείμενου η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν άνω εταιρεία με τις υπ' αριθμό ..... και ..... επιταγές να εξοφλήσει τις οφειλόμενες προς αυτόν (κατηγορούμενο) αποδοχές, και με την υπ' αριθμό ..... επιταγή να εξοφληθούν οι δανειστές της εταιρείας, οι οποίοι, κατόπιν δικής του μεσολάβησης, είχαν δανείσει, δι' αυτού, την εταιρεία με διάφορα ποσά για την ταμειακή διευκόλυνση της. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από κανένα στοιχείο της δικογραφίας -και δη από τα βιβλία της εταιρείας, για την τήρηση των οποίων εκείνος ήταν αρμόδιος- δεν προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, πως αυτός είχε τοιαύτη απαίτηση, και μάλιστα του πιο πάνω ύψους, κατά της εταιρείας. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται η αντίφαση του ισχυρισμού τούτου - που περιέχεται και στην από 31-8-2006 αγωγή του κατά του μηνυτή Ψ (όσον αφορά τις ..... και ..... επιταγές), με την οποία ζητεί να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση- 50.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη μη πληρωμή των δύο αυτών επιταγών - με εκείνον στις από 22-3-2004 και 7-7-2004 μηνύσεις, που υπέβαλε κατά του μηνυτή για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, όπου αναφέρει ότι και οι τρεις επίδικες επιταγές (δηλαδή και οι άνω δύο) του εδόθησαν ως εγγύηση πληρωμής της ισόποσης πίστωσης, που είχε χορηγήσει στην άνω εταιρεία. Το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από τον κατηγορούμενο βεβαίωσης, με ημερομηνία 23-7-2003, σύμφωνα με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να βεβαιώνει πως οφείλονται (στον κατηγορούμενο) 100.280 ευρώ, από μισθούς, δώρα και επιδόματα της χρονικής περιόδου 1-2-2002 έως 23-7-2003, εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνεται από τα βιβλία της εταιρείας, δεν συνάδει και με το είδος της εργασίας ανεξάρτητων υπηρεσιών, που παρείχε ο κατηγορούμενος στην άνω εταιρεία, δοθέντος του ότι ο ίδιος δέχεται πως για τις αμοιβές, που ελάμβανε από την εταιρεία, εξέδιδε τιμολόγιο-απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος και οι γνωστοί του, Α, Β, Γ και Δ, δάνεισαν στην ανωτέρω εταιρεία τα ποσά των 42.500, 29.347, 44.493, 136.041 και 29.673 ευρώ, αντίστοιχα και πως αυτά διατέθηκαν για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών της εταιρείας. Στις φερόμενες ως συμβάσεις δανείου έχει συμβληθεί ατομικά ο ίδιος ο κατηγορούμενος, και οι άνω φερόμενοι δανειστές ουδεμία εγγύηση έχουν λάβει από την εταιρεία και τους εκπροσώπους της για την απόδοση των χρημάτων τους, αλλά και ούτε προέβησαν αυτοί σε δικαστική ή εξώδικη διεκδίκηση τούτων, παρότι ο χρόνος απόδοσης των δανείων, κατά τις εν λόγω συμβάσεις (2001 και 2002), έχει παρέλθει προ πολλού. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες από τον φερόμενο ως δανειστή της εταιρείας, Γ, επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς με αριθμούς ..... και ....., ποσού 50.000 και 18.000 ευρώ, και έκδοσης 25-6-2002 και 21-5-2002, αντίστοιχα, που, κατά όπως ισχυρίζεται, έλαβε ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στην άνω εταιρεία, ουδόλως προκύπτει ότι πράγματι αυτός χορήγησε τέτοιο δάνειο στην προκειμένη εταιρεία, αφού οι επιταγές αυτές φέρονται να έχουν εκδοθεί από τις εταιρείες "ECO-FOAM Α.Ε." και "ISOLINK A.E.", αντίστοιχα, σε διαταγή των ιδίων και όχι του Γ, ο οποίος, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί κομιστής εξ οπισθογραφήσεως, ουδέποτε τις εμφάνισε για πληρωμή. Άλλωστε, αν ο μηνυτής είχε λάβει γνώση του περιεχομένου των επιδίκων επιταγών και συμφωνούσε με αυτό, θα είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο άλλα έντυπα επιταγών, με διαφορετική αρίθμηση, αφού, ένα χρόνο περίπου πριν από την έκδοση και συμπλήρωση επιταγών-που, κατά τον κατηγορούμενο, έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2003- είχε αλλάξει ο λογαριασμός εκ του οποίου σύρονταν οι άνω δύο επίμαχες επιταγές με αριθμούς ..... και ....., στις δε 24-7-2002 ο μηνυτής είχε ζητήσει με επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς να ακυρωθεί η επίδικη επιταγή μ' αριθμό ....., λόγω καταστροφής της, καθόσον (όπως ισχυρίζεται ο μηνυτής) ο κατηγορούμενος τον είχε ενημερώσει ότι η επιταγή αυτή, που φέρεται να είχε δώσει στην εταιρεία "Ελληνική Επιστημονική Α.Ε." για την εξόφληση απαίτηση της, ύψους 7.250 ευρώ, δεν θα πληρωνόταν, διότι είχε καταστραφεί το σώμα της. Εξάλλου, η μη γνώση του περιεχομένου των επιταγών από το μηνυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις δύο επιταγές ..... και ..... είχε θέσει ιδιοχείρως το νέο αριθμό του λογαριασμού χρέωσης και είχε ζητήσει να δοθεί ειδική αρίθμηση σ' αυτές, ήτοι οι αριθμοί ..... και ....., οι οποίοι, επίσης, τέθηκαν ιδιοχείρως, ενώ, αν πραγματικά ο μηνυτής γνώριζε το περιεχόμενο τους και συμφωνούσε μ' αυτό, μπορούσε κάλλιστα να τις ανταλλάξει με άλλες επιταγές, οι οποίες θα έφεραν τυπωμένο το νέο λογαριασμό χρέωσης. Προσέτι, η άνευ δικαιώματος συμπλήρωση των επιταγών επιβεβαιώνεται και από την τηλεομοιοτυπία-FAX (και όχι ηλεκτρονική επιστολή για την οποία αντιλέγει ο κατηγορούμενος), που απέστειλε ο τελευταίος στο μέλος του Δ. Σ. της εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", Ε, στις 8-3-2002, όπου αναφέρει πως οι επίδικες επιταγές ..... και ....., με διαφορετική ημερομηνία έκδοσης "6-3-2002" και διαφορετικό ποσό "500" και "1.580" ευρώ, αντίστοιχα, χρησιμοποιήθηκαν, δήθεν, για το "ταμείο" της εταιρείας η πρώτη και για "κατάθεση στην Τράπεζα Πειραιώς" η δεύτερη, ενώ, παράλληλα, με την ίδια επιστολή ζητούσε από τον ανωτέρω αποδέκτη της να υπενθυμίσει στο μηνυτή ότι χρειαζόταν να του υπογράψει, πριν φύγει για τη ....., και τις άλλες κενές επιταγές, που του είχε αφήσει. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αμφισβητεί τη γνησιότητα του αναφερομένου στην αρχή υπ' αριθμό ..... πρακτικού συνεδρίασης του Δ. Σ. της προκειμένης εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.". Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει στον παρόντα βαθμό την από 22-2-2008 δήλωση του ΣΤ, ο οποίος, σε αντίθεση με όσα κατέθεσε προανακριτικώς στις 19-1-2005, δηλώνει τώρα πως στο πρακτικό τούτο έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του στη θέση όπου βεβαιώνεται απ' αυτόν ως Πρόεδρο του Δ. Σ. στις 20-1-2002 το "ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου". Όμως, σύμφωνα με την από 15-5-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ζ, που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του μηνυτή (και έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος κατ'άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ), οι υπογραφές του ανωτέρω ΣΤεπί δύο -και όχι μόνο ενός- φωτοαντιγράφων του επίμαχου πρακτικού ..... είναι γνήσιες, τεθείσες με το χέρι του φερομένου ως επικυρούντος τα αντίγραφα αυτά ΣΤ. Για το γεγονός της σύνταξης και υπογραφής του ιδίου πρακτικού καταθέτουν -εκτός του μηνυτή ως αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου- οι, από τα τρία μέλη του Δ.Σ., Ε και Η (βλ. και την από 22-5-2008 υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου, για την οποία επίσης εφαρμόστηκε το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν προέκυψε κατά τα προεκτεθέντα, πως η πιο πάνω συμπλήρωση των επιδίκων επιταγών έγινε ενώπιον του μηνυτή. Και ούτε αναιρούνται αυτά από το γεγονός ότι ο μηνυτής, ως διευθύνων σύμβουλος της άνω εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", συμφερόντων του ομίλου ....., αναγγέλθηκε στηv πτώχευση του Θ και επαλήθευσε τις απαιτήσεις του στη σχετική διαδικασία και για τις απορρέουσες από τις επίδικες επιταγές υποχρεώσεις του, αφού τότε (Μάρτιος 2005), αλλά και ακόμη, φέρεται να βαρύνεται από αυτές. Με βάση, λοιπόν, όλα τα ανωτέρω, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για να στηρίξουν κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για την άνω κακουργηματική πράξη, και συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα, που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την αξιόποινη αυτή πράξη, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην έφεση του ο κατηγορούμενος. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η υπό κρίση έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ στον εκκαλούντα (ΚΠΔ 583 παρ.1)." ΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την αξιόποινη πράξη που κατηγορείται - βλ. ΑΠ 18/2008, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007 κ.α. Δεν συνιστά όμως λόγον αναιρέσεως η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - βλ. ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 540/2006 κ.ά. και δη εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων, αφού πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Δεν ελέγχεται δηλ. αναιρετικά η περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου, ο δε 'Αρειος Πάγος δέχεται ότι τα δεκτά γενόμενα από το προσβαλλόμενο βούλευμα όντως προκύπτουν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. 'Ετσι η διαφορετική εκτίμηση από τον αναιρεσείοντα των αποδεικτικών μέσων - πρβλ ΑΠ 735/2007, ΑΠ 1615/2005 ή ότι η κρίση του συμβουλίου δεν ερείδεται στο αποδεικτικό υλικό - πρβλ ΑΠ 1542/2006, ΑΠ 380/2006 η τυχόν αντίθεση αυτής (κρίσης) σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο - πρβλ. ΑΠ 101/2007, η επισήμανση των αντίθετων παραδοχών από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα - πρβλ. ΑΠ 942/2005, ότι από τα αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα ακριβώς αντίθετα - πρβλ ΑΠ 2148/2005 κ.ά. - και γενικά η υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας έρευνα της ουσίας της υποθέσεως - πρβλ ΑΠ 2203/2006 κ.ά. Ενόψει των ανωτέρω ναι μεν η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί τυπικά, νομότυπα, πλην όμως ο φερόμενος λόγος της είναι απαράδεκτος αφού αναφέρεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και μόνο, με άλλες λέξεις αναφέρεται σε έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του συμβουλίου. 'Αλλωστε και πράγματι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 175/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 1344/2008 βουλεύματος του συμβουλίου εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του ν.2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας 1) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, 2) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι. "από τις καταθέσεις του μηνυτή (πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του κατηγορουμένου μετά των υπομνημάτων του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ, από το έτος 1998, υπήρξε οικονομικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", της οποίας αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο μηνυτής Ψ. Στις 18-1-2002, το Διοικητικό Συμβούλιο της πιο πάνω εταιρείας αποφάσισε ομόφωνα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό ..... πρακτικό του, να δίνονται λευκές υπογεγραμμένες επιταγές της εταιρείας στον κατηγορούμενο προς συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων (ημερομηνία, λήπτη, ποσό κλπ) μέχρι, όμως, το ποσό των 15.000 ευρώ και να διαχειρίζεται αυτές αποκλειστικά για την εκπλήρωση υποχρεώσεων της εταιρείας, που προκύπτουν από τα επίσημα βιβλία και στοιχεία της και συγχρόνως να δοθεί σ' αυτόν γραπτή εξουσιοδότηση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του διευθύνοντος συμβούλου, Ψ, που να επιβεβαιώνει τα ανωτέρω. Σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης του Δ. Σ. της άνω εταιρείας, ο μηνυτής, με την ανωτέρω ιδιότητα του, χορήγησε στον κατηγορούμενο την από 24-1-2002 εξουσιοδότηση, με θεωρημένο το γνήσιο το γνήσιο της υπογραφής του, αυθημερόν από τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να συμπληρώνει, για λογαριασμό της εταιρείας μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, υπογεγραμμένες απ' αυτόν επιταγές, συρόμενες από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της άνω εταιρείας και να τις διαχειρίζεται για την κάλυψη των υποχρεώσεων της. Όμως, ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, συμπλήρωσε τις υπ' αριθμό ....., ..... και ..... λευκές επιταγές, που του είχε παραδώσει ο μηνυτής και οι οποίες έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν άνω εταιρείας, με ποσά μεγαλύτερα των 15.000 ευρώ, και με σκοπό, όχι να καλύψει υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους δανειστές της, αλλά για να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της εταιρείας αυτής. Πιο συγκεκριμένα, το χρονικό διάστημα από 23-12-2003 έως 27-4-2004, κατά κατάχρηση της εν λευκώ υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, συμπλήρωσε τις προαναφερόμενες επιταγές κατά τα υπόλοιπα στοιχεία τους, με περιεχόμενο διάφορο του συμφωνηθέντος, και ειδικότερα α) στην υπ' αριθμό ..... λευκή επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ανέγραψε ως τόπο έκδοσης την Αθήνα, ως χρόνο έκδοσης την 23-12-2003, και το ποσό των 282.000 ευρώ, ενώ στη θέση "σε διαταγή" ανέγραψε το ονοματεπώνυμο του, και β) στις υπ'αριθμό ..... και ..... λευκές επιταγές της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias A.Ε. -στις οποίες ο μηνυτής είχε θέσει την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου- ανέγραψε τόπο έκδοσης την Αθήνα, ημερομηνία έκδοσης την 26-4-2004 και ποσό 71.900 ευρώ, στην καθεμία εξ αυτών, έθεσε δε την υπογραφή του στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης, ώστε να φαίνεται ως νόμιμος κομιστής των επιταγών. Στη συνέχεια, εμφάνισε τις επιταγές αυτές στις πληρώτριες τράπεζες και δη την πρώτη στις 29-12-2003, τη δε δεύτερη και τρίτη στις 27-4-2004, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των τραπεζών αυτών περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος πως το περιεχόμενο των επίμαχων επιταγών ταυτίζεται με τη βούληση του εκδότη και μηνυτή, ώστε να πετύχει την πληρωμή τους. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 425.000 ευρώ, συνιστάμενο στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας κατά το ίδιο ποσό την περιουσία της άνω εταιρείας. Τελικά, οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, επειδή η πρώτη είχε ανακληθεί με την από 25-7-2002 έγγραφη εντολή του εκδότη, χωρίς υπόλοιπο, και οι λοιπές λόγω κλειστού λογαριασμού. Την πράξη αυτή, ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, γεγονός που προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο κατηγορούμενος αρνείται την αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία και ισχυρίζεται ότι το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές παρουσία του μηνυτή, ο οποίος, έχοντας γνώση του περιεχομένου τους, τις υπέγραψε προκειμένου η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν άνω εταιρεία με τις υπ' αριθμό ..... και ..... επιταγές να εξοφλήσει τις οφειλόμενες προς αυτόν (κατηγορούμενο) αποδοχές, και με την υπ' αριθμό ..... επιταγή να εξοφληθούν οι δανειστές της εταιρείας, οι οποίοι, κατόπιν δικής του μεσολάβησης, είχαν δανείσει, δι' αυτού, την εταιρεία με διάφορα ποσά για την ταμειακή διευκόλυνση της. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από κανένα στοιχείο της δικογραφίας -και δη από τα βιβλία της εταιρείας, για την τήρηση των οποίων εκείνος ήταν αρμόδιος- δεν προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, πως αυτός είχε τοιαύτη απαίτηση, και μάλιστα του πιο πάνω ύψους, κατά της εταιρείας. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται η αντίφαση του ισχυρισμού τούτου - που περιέχεται και στην από 31-8-2006 αγωγή του κατά του μηνυτή Ψ (όσον αφορά τις ..... και ..... επιταγές), με την οποία ζητεί να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση- 50:000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη μη πληρωμή των δύο αυτών επιταγών - με εκείνον στις από 22-3-2004 και 7-7-2004 μηνύσεις, που υπέβαλε κατά του μηνυτή για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, όπου αναφέρει ότι και οι τρεις επίδικες επιταγές (δηλαδή και οι άνω δύο) του εδόθησαν ως εγγύηση πληρωμής της ισόποσης πίστωσης, που είχε χορηγήσει στην άνω εταιρεία. Το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από τον κατηγορούμενο βεβαίωσης, με ημερομηνία 23-7-2003, σύμφωνα με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να βεβαιώνει πως οφείλονται (στον κατηγορούμενο) 100.280 ευρώ, από μισθούς, δώρα και επιδόματα της χρονικής περιόδου 1-2-2002 έως 23-7-2003, εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνεται από τα βιβλία της εταιρείας, δεν συνάδει και με το είδος της εργασίας ανεξάρτητων υπηρεσιών, που παρείχε ο κατηγορούμενος στην άνω εταιρεία, δοθέντος του ότι ο ίδιος δέχεται πως για τις αμοιβές, που ελάμβανε από την εταιρεία, εξέδιδε τιμολόγιο-απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος και οι γνωστοί του, Α, Β, Γ και Δ, δάνεισαν στην ανωτέρω εταιρεία τα ποσά των 42.500, 29.347, 44.493, 136.041 και 29.673 ευρώ, αντίστοιχα και πως αυτά διατέθηκαν για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών της εταιρείας. Στις φερόμενες ως συμβάσεις δανείου έχει συμβληθεί ατομικά ο ίδιος ο κατηγορούμενος, και οι άνω φερόμενοι δανειστές ουδεμία εγγύηση έχουν λάβει από την εταιρεία και τους εκπροσώπους της για την απόδοση των χρημάτων τους, αλλά και ούτε προέβησαν αυτοί σε δικαστική ή εξώδικη διεκδίκηση τούτων, παρότι ο χρόνος απόδοσης των δανείων, κατά τις εν λόγω συμβάσεις (2001 και 2002), έχει παρέλθει προ πολλού. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες από τον φερόμενο ως δανειστή της εταιρείας, Γ, επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς με αριθμούς ..... και ....., ποσού 50.000 και 18.000 ευρώ, και έκδοσης 25-6-2002 και 21-5-2002, αντίστοιχα, που, κατά όπως ισχυρίζεται, έλαβε ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στην άνω εταιρεία, ουδόλως προκύπτει ότι πράγματι αυτός χορήγησε τέτοιο δάνειο στην προκειμένη εταιρεία, αφού οι επιταγές αυτές φέρονται να έχουν εκδοθεί από τις εταιρείες "ECO -FOAM Α.Ε." και "ISOLINK Α.Ε.", αντίστοιχα, σε διαταγή των ιδίων και όχι του Γ, ο οποίος, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί κομιστής εξ οπισθογραφήσεως, ουδέποτε τις εμφάνισε για πληρωμή. Άλλωστε, αν ο μηνυτής είχε λάβει γνώση του περιεχομένου των επιδίκων επιταγών και συμφωνούσε με αυτό, θα είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο άλλα έντυπα επιταγών, με διαφορετική αρίθμηση, αφού, ένα χρόνο περίπου πριν από την έκδοση και συμπλήρωση επιταγών -που, κατά τον κατηγορούμενο, έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2003- είχε αλλάξει ο λογαριασμός εκ του οποίου σύρονταν οι άνω δύο επίμαχες επιταγές με αριθμούς ..... και ....., στις δε 24-7-2002 ο μηνυτής είχε ζητήσει με επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς να ακυρωθεί η επίδικη επιταγή μ' αριθμό ....., λόγω καταστροφής της, καθόσον (όπως ισχυρίζεται ο μηνυτής) ο κατηγορούμενος τον είχε ενημερώσει ότι η επιταγή αυτή, που φέρεται να είχε δώσει στην εταιρεία "Ελληνική Επιστημονική Α.Ε." για την εξόφληση απαίτηση της, ύψους 7.250 ευρώ, δεν θα πληρωνόταν, διότι είχε καταστραφεί το σώμα της. Εξάλλου, η μη γνώση του περιεχομένου των επιταγών από το μηνυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις δύο επιταγές ..... και ..... είχε θέσει ιδιοχείρως το νέο αριθμό του λογαριασμού χρέωσης και είχε ζητήσει να δοθεί ειδική αρίθμηση σ' αυτές, ήτοι οι αριθμοί ..... και ....., οι οποίοι, επίσης, τέθηκαν ιδιοχείρως, ενώ, αν πραγματικά ο μηνυτής γνώριζε το περιεχόμενο τους και συμφωνούσε μ' αυτό, μπορούσε κάλλιστα να τις ανταλλάξει με άλλες επιταγές, οι οποίες θα έφεραν τυπωμένο το νέο λογαριασμό χρέωσης. Προσέτι, η άνευ δικαιώματος συμπλήρωση των επιταγών επιβεβαιώνεται και από την τηλεομοιοτυπία-FΑΧ (και όχι ηλεκτρονική επιστολή για την οποία αντιλέγει ο κατηγορούμενος), που απέστειλε ο τελευταίος στο μέλος του Δ. Σ. της εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", Ε, στις 8-3-2002, όπου αναφέρει πως οι επίδικες επιταγές ..... και ....., με διαφορετική ημερομηνία έκδοσης "6-3-2002" και διαφορετικό ποσό "500" και "1.580" ευρώ, αντίστοιχα, χρησιμοποιήθηκαν, δήθεν, για το "ταμείο" της εταιρείας η πρώτη και για "κατάθεση στην Τράπεζα Πειραιώς" η δεύτερη, ενώ, παράλληλα, με την ίδια επιστολή ζητούσε από τον ανωτέρω αποδέκτη της να υπενθυμίσει στο μηνυτή ότι χρειαζόταν να του υπογράψει, πριν φύγει για τη ....., και τις άλλες κενές επιταγές, που του είχε αφήσει. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αμφισβητεί τη γνησιότητα του αναφερομένου στην αρχή υπ' αριθμό ..... πρακτικού συνεδρίασης του Δ. Σ. της προκειμένης εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.". Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει στον παρόντα βαθμό την από 22- 2-2008 δήλωση του ΣΤ, ο οποίος, σε αντίθεση με όσα κατέθεσε προανακριτικώς στις 19-1-2005, δηλώνει τώρα πως στο πρακτικό τούτο έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του στη θέση όπου βεβαιώνεται απ' αυτόν ως Πρόεδρο του Δ. Σ. στις 20-1- 2002 το "ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου". Όμως, σύμφωνα με την από 15-5-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ζ, που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του μηνυτή (και έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος κατ'άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ), οι υπογραφές του ανωτέρω ΣΤ επί δύο -και όχι μόνο ενός- φωτοαντιγράφων του επίμαχου πρακτικού ..... είναι γνήσιες, τεθείσες με το χέρι του φερομένου ως επικυρούντος τα αντίγραφα αυτά ΣΤ. Για το γεγονός της σύνταξης και υπογραφής του ιδίου πρακτικού καταθέτουν - εκτός του μηνυτή ως αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου- οι, από τα τρία μέλη του Δ.Σ., Ε και Η (βλ. και την από 22-5-2008 υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου, για την οποία επίσης εφαρμόστηκε το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν προέκυψε κατά τα προεκτεθέντα, πως η πιο πάνω συμπλήρωση των επιδίκων επιταγών έγινε ενώπιον του μηνυτή. Και ούτε αναιρούνται αυτά από το γεγονός ότι ο μηνυτής, ως διευθύνων σύμβουλος της άνω εταιρείας "Ι-ΤΕΧ Α.Ε.", συμφερόντων του ομίλου ....., αναγγέλθηκε στην πτώχευση του Θ και επαλήθευσε τις απαιτήσεις του στη σχετική διαδικασία και για τις απορρέουσες από τις επίδικες επιταγές υποχρεώσεις του, αφού τότε (Μάρτιος 2005), αλλά και ακόμη, φέρεται να βαρύνεται από αυτές. Με βάση, λοιπόν, όλα τα ανωτέρω, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για να στηρίξουν κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για την άνω κακουργηματική πράξη, και συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα, που παρέπεμψε τον κατηγορουμενο-εκκαλουντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την αξιόποινη αυτή πράξη, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην έφεση του ο κατηγορούμενος. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η υπό κρίση έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ στον εκκαλούντα (ΚΠΔ 583 παρ.1)". .Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα ως άνω αξιόποινη πράξη, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ,26 παρ. 1α,27 παρ.1, 98 παρ.2, 216 παρ.1,3 εδαφ.β' Π.Κ.,. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των ως άνω διατάξεων πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 175/27.10 .2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1344/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία βουλεύματος για παραπομπή αναιρεσείοντος για κακουργηματική. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό.
1
Αριθμός 456/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 6142/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1985/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 340 § 1, 349 και 139 Κ.Π.Δ., όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων μπορεί να είναι η από ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμία εμφανίσεως του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και η μη δυνατότης εγκαίρου και επαρκούς αναπληρώσεώς του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος απόκειται μεν εις την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και, εις περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Άλλως, εάν απορρίψει το αίτημα, χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη, δια της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απόφαση, ο κατηγορούμενος, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, έλαβε τον λόγον από την Πρόεδρο και δήλωσε στο δικαστήριο "ότι ο δικηγόρος Ζήσης Κωνσταντίνου που διόρισε ως συνήγορό του και ο οποίος έχει αναλάβει την υπεράσπισή του και έχει μελετήσει τη δικογραφία, έχει δε στα χέρια του και σχετικά έγγραφα, δεν προσήλθε σήμερα στο δικαστήριο για να τον υπερασπισθεί, επειδή είναι ασθενής και δεν μπορεί να παραστεί σήμερα σε αυτό το δικαστήριο και ως εκ τούτου ζητά την αναβολή της δίκης, κατέθεσε δε και την από 22/9/2008 ιατρική γνωμάτευση, η οποία και αναγνώσθηκε". Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία και το διατακτικό: Η υπόθεση έχει ήδη αναβληθεί στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως δύο φορές και μία στο πρόσωπο του κατ/νου. Για τον λόγο αυτό κρίνει το δικαστήριο ότι ο κατ/νος καταχρηστικώς αιτείται για τέταρτη φορά αναβολή της υπόθεσης στο πρόσωπο του συνηγόρου του, η οποία σημειωτέον παραγράφεται τον Μάρτιο του 2009 και θα έπρεπε να είχε φροντίσει ενόψει των παραπάνω να εξεύρει άλλο συνήγορο εγκαίρως, εφόσον εγνώριζε ότι ο συνήγορός του είχε κώλυμα και δεν μπορούσε να τον υπερασπίσει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου ..... Με αυτά τα οποία εδέχθη το Εφετείο δεν διέλαβε στην άνω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το δικαστήριο εθεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί, με τους οποίους κατέληξε στην (απορριπτική του) κρίση αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που την στηρίζουν. Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις, τις οποίες έλαβεν υπ' όψη το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του ότι το κώλυμα του δικηγόρου του, ότι δεν μπορεί να τον υπερασπίσει, το εγνώριζε και από πότε, ώστε να δυνηθεί να αναθέσει την υπεράσπισή του σε άλλο δικηγόρο, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η βεβαίωση του ιατρού εδόθη δύο ημέρες προ της δικασίμου του Εφετείου (που έλαβε χώρα την 24 Σεπτεμβρίου 2008). Αυτά, ενώ ουδεμία γίνεται μνεία, στο σκεπτικό της αποφάσεως περί της ιατρικής αυτής γνωματεύσεως, από 22/9/2008, ώστε ουδόλως καθίσταται σαφές, εάν το δικαστήριο εδέχθη ή όχι ότι το προβληθέν κώλυμα του συνηγόρου υπερασπίσεως ήτο πραγματικόν (υπαρκτό) και παρεμπόδιζε την εμφάνισή του στο δικαστήριο προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά την συγκεκριμένη συνεδρίαση, δεδομένου ότι η επιλογή του προσώπου του συνηγόρου του κατηγορουμένου αποτελεί δικαίωμα του τελευταίου αυτού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 § 3 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 στοιχ. δ' του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Τα γεγονότα δε το μεν ότι είχαν προηγηθεί και άλλες τρεις αναβολές για την ίδια υπόθεση, το δε ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος, δεν συνιστούν την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του νέου αιτήματος αναβολής. Συνεπώς η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν έχει την κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη αιτιολογία και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί, εφ' όσον όμως αναιρείται ή απόφαση αυτή για έλλειψη αιτιολογίας, πρέπει στην συνέχεια να αναιρεθεί και η καταδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, καθ' όσον το τελευταίο προχώρησε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής χωρίς να έχει αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και ούτως υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε, εντεύθεν, στην πλημμέλεια (εκ) του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., κατά τον επίσης βάσιμο περί τούτου λόγον αναιρέσεως. Μετά ταύτα η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 6142/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 340 παρ. 1, 349 ΚΠΔ. Το αίτημα για αναβολή υπόκειται μεν στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όμως τούτο οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόρριψη του (άρθρου 93 παρ. 3 Συντάγματος, 139 ΚΠΔ). Εάν δεν υπάρχει αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ και εφ’ όσον το δικαστήριο προχώρησε σε καταδικαστική απόφαση υπερέβη την εξουσία του ιδρυομένου, εντεύθεν λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η΄ ΚΠΔ. Αναιρεί. Παραπέμπει δι’ αμφοτέρους τους λόγους αυτούς.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
2
Αριθμός 454/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Αγροτική Φυλακή ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη και 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ροζάκη, περί αναιρέσεως της 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7.10.2008 και 3.10.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1656/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι από 7/10/2008 και 3/10/2008 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 8302/7-10-08 και 8213/6-10-08, αντίστοιχα) των 1) Χ1, κατοίκου ..... και νυν κρατουμένου Αγροτικών Φυλακών .... και 2) του Χ2 κατοίκου ...., αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Ν. 3386/2005: "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ` επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. δ. Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ` επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως και εκείνης του άρθρου 88 παρ.1 του Ν. 3386/2005, προκύπτει ότι απλός συνεργός της πράξεως της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατ' επάγγελμα και με τρόπο που θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση της πιο πάνω άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ` αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις, επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ` αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, η αιτιολογία δε της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, η οποία έχει προστεθεί με το άρθρο 2 παρ.8 του ν 2408/96, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η διάταξη αυτή εισάγει ήπιο αποδεικτικό περιορισμό, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση των καταθέσεων και των απολογιών των κατηγορουμένων, όχι όμως και να αποτελούν αυτές μοναδικό αποδεικτικό μέσο . Η παραβίαση της διάταξης αυτής έχει ως συνέπεια τη κατάγνωση απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και τον 'Αρειο Πάγο ακόμη, κατά το άρθρο 171 παρ.1δ ΚΠΔ, για μη τήρηση διάταξης που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " Ο Α' κατηγορούμενος που γεννήθηκε το έτος 1960, ζήτησε από τον β' κατηγορούμενο που γεννήθηκε το έτος 1973 και ήταν εργοδότης του, το αριθμ. κυκλοφορίας ..... φορτηγό ΔΧ αυτοκίνητο και το επικαθήμενο "κοντέϊνερ" προκειμένου στις 6-2-2006 να μεταφέρει από το ..... στην Αθήνα λαθρομετανάστες αντί αμοιβής 1200 ευρώ. Ο β' κατηγορούμενος παρόλο που γνώριζε το γεγονός αυτό παρέδωσε το φορτηγό. Έτσι, στις 16-2-2006 περί ώρα 04.00' ο Α' κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο αυτό έφθασε στο ..... και το οδήγησε σε παρακείμενο οδό κάτω από γέφυρα της εθνικής οδού ...... όπου τον ανέμενον 89 αλλοδαποί χωρίς δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα από παρέβρια περιοχή. Τότε ο κατηγορούμενος με τη βοήθεια δύο άλλων ατόμων επιβίβασε τους 89 αλλοδαπούς (47 υπηκόους Σομαλίας, 21 Παλαιστίνης, 11 Μαυριτανίας, 4 Ιράκ, 3 Ιράν, 2 Αφγανιστάν και 1 Μπαγκλαντές) και αμέσως ξεκίνησε με προορισμό την Αθήνα όπου όμως μετά από διαδρομή 7 χιλιομέτρων περίπου συνελήφθη (ο Α' κατηγορούμενος). Αυτός τη μεταφορά αυτή ενήργησε κατ' επάγγελμα έχοντας κατάλληλη υποδομή με σκοπό πορισμό εισοδήματος. Την δε μεταφορά αυτή ενήργησε κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερομένους αφού τους επιβίβασε στο χώρο του κοντέϊνερ που δεν επαρκούσε για 89 ανθρώπους και δεν αεριζόταν, αφού είχε δύο μόνο οπές διαστάσεων 20X10 εκατοστών που δεν επέτρεπαν την είσοδο οξυγόνου που να αρκεί για 89 ανθρώπους. Πρέπει να τονιστεί ότι οι άνθρωποι μέσα στο χώρο αυτό είχαν κυριολεκτικά στοιβαχθεί κατά την χαρακτηριστική έκφραση του α' μάρτυρος "σαν σαρδέλες". Ο β' κατηγορούμενος γνώριζε όλα τα παραπάνω και παρόλα αυτά διέθεσε το φορτηγό του για τη μεταφορά τόσων ανθρώπων. Η συμμετοχή του β' κατηγορουμένου προσέτι βεβαιώνεται εκτός από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου και από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος την επομένη ημέρα της τέλεσης της πράξης σκηνοθέτησε την απώλεια της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του αφού με υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/84 δήλωσε στη Νομαρχία Πειραιώς ότι απώλεσε την άδεια κυκλοφορίας του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου του και ότι αυτή δεν παρακρατήθηκε από καμία δημόσια αρχή, ενώ αυτή είχε κατασχεθεί μαζί με το αυτοκίνητο από τις προανακριτικές αρχές, την απώλεια δε του αυτοκινήτου ουδόλως δήλωσε τότε και μόνον μετά την καταδίκη του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπέβαλε σχετική έγκληση σε βάρος του συγκατηγορουμένου του. Περίπτωση αναγνωρίσεως στους κατηγορουμένους των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 α, δ ΚΠΔ, αντίστοιχα, δεν συντρέχει αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που τέλεσε την πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον πρώτο μεν αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, (Χ1) για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, με τρόπο που θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, τον δεύτερο δε τούτων (Χ2), για απλή συνεργεία στο πιο πάνω αδίκημα, που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός του Χ1. . Ειδικότερα κήρυξε αυτούς ενόχους του ότι : "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας. Συγκεκριμένα, στο ..... την 16-2-2006 κατελήφθη από όργανα του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..... να διευκολύνει τη μεταφορά αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και συγκεκριμένα ως οδηγός του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ..... Δ.Χ. ελκυστήρα, μάρκας VOLVO, με υπ' αριθμό ..... επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του συγκατηγορουμένου του Χ2, κατοίκου ...., επιβίβασε σε αυτό ογδόντα εννέα (89) αλλοδαπούς υπηκόους, δηλαδή τους 1..............,.......(αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα, η εθνικότητα και το γένος των 89 οκτώ λαθρομεταναστών)". Τους παραπάνω μετέφερε με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Οι ανωτέρω αναφερόμενοι αλλοδαποί εισήλθαν λάθρα στην ελληνική επικράτεια την 16-2-2006 από αδιευκρίνιστο σημείο της παρέβριας περιοχής ....., βοηθούμενοι από δύο Τούρκους υπηκόους, των οποίων τα στοιχεία δεν κατέστησαν γνωστά κατά την ανάκριση, κατέβαλε δε έκαστος το χρηματικό ποσό των χιλίων (1000) ευρώ σε Τούρκο υπήκοο, του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας δεν κατέστησαν γνωστά κατά την ανάκριση, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην ελληνική επικράτεια, καθώς στερούνται νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που γνώριζε. Τις παραπάνω πράξεις ενήργησε κατ' επάγγελμα, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, μετά από συστηματική οργάνωση, άμεση συνεργασία και σχεδιασμό κοινής επιχείρησης μεταφοράς και προώθησης των ως άνω λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας, που μεθόδευσε με τα λοιπά μέλη κυκλώματος που δρα στην ελληνική επικράτεια και το εξωτερικό και στο οποίο ανήκει, και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, καθώς για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας θα λάμβανε συνολική αμοιβή το ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ από Πακιστανό υπήκοο, του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας δεν κατέστησαν γνωστά κατά την ανάκριση, με τον οποίο είχε προσυνεννοηθεί στην Αθήνα και ο οποίος τον καθοδηγούσε τηλεφωνικά προς το σημείο παραλαβής των λαθρομεταναστών. Ενήργησε δε την ανωτέρω πράξη με τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και ειδικότερα επιβίβασε τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς στο εσωτερικό του κοντέϊνερ που βρισκόταν επί του επικαθήμενου, στο οποίο δεν υπήρχαν αεραγωγοί που να επιτρέπουν την είσοδο οξυγόνου στο χώρο. Από την έλλειψη οξυγόνου και την αδυναμία αερισμού του χώρου, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χωρητικότητα του βυτιοφόρου για έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, που συνίσταται στην πιθανότητα ασφυξίας των μεταφερομένων, δεδομένου ότι η απόσταση που επρόκειτο να διανύσουν από την ..... στην Αθήνα ήταν μεγάλη. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο παρέσχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση από αυτόν με περισσότερες πράξεις περισσότερων εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας. Συγκεκριμένα, στον ..... την 16-2-2006 με πρόθεση παρείχε συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ1, κάτοικο ...., και του παραχώρησε τη χρήση του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ..... Δ.Χ. Ελκυστήρα, μάρκας VOLVO, με το υπ' αριθμό ..... επικαθήμενο, ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για να διευκολύνει τη μεταφορά αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και συγκεκριμένα στο ..... την ίδια ως άνω ημέρα, ως οδηγός του ως άνω οχήματος, επιβίβασε σε αυτό ογδόντα εννέα (89) αλλοδαπούς υπηκόους, δηλαδή τους ανωτέρω αναφερομένους. Τους παραπάνω μετέφερε ο ως άνω συγκατηγορούμενός του με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Οι ανωτέρω αναφερόμενοι αλλοδαποί εισήλθαν λάθρα στην ελληνική επικράτεια την 16-2-2006...........(ακολουθεί η αυτή πιο πάνω περιγραφή της πράξεως του πρώτου κατηγορουμένου)". Για τις πράξεις τους δε αυτές, που προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, από τα άρθρα 13στ', 26§1α', 27§1, 47 παρ.1 83, 94§1 Π.Κ. και τα άρθρα 88§1' εδ. β', γ του Ν.3386/2005,επέβαλε στον πρώτο ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, καθώς και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί διετία, και στον δεύτερο ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 88 παρ.1 β και γ του Ν. 3386/2005, για την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, απλός συνεργός του οποίου στην τέλεση της πράξης αυτής υπήρξε ο δεύτερος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο, κατέληξε στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή και χωρίς να απαιτείται η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά. Επίσης στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, διαλαμβάνεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων καταλήφθηκε να προωθεί τους ειδικά μνημονευόμενους στο διατακτικό αλλοδαπούς, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αν και γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν διαβατηρίου και ταξιδιωτικών εγγράφων, όπως η γνώση αυτή σαφώς συνάγεται από τα εκτιθεμένα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά. Επιπλέον, το Δικαστήριο της ουσίας, με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του στο σκεπτικό και διατακτικό ότι ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε κατ' επάγγελμα, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, μετά από συστηματική οργάνωση, άμεση συνεργασία και σχεδιασμό κοινής επιχείρησης μεταφοράς και προώθησης των ως άνω λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας, ότι την προώθηση αυτών μεθόδευσε με τα λοιπά μέλη κυκλώματος που δρα στην ελληνική επικράτεια και το εξωτερικό και στο οποίο ανήκει, ότι έπραξε αυτό με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, καθώς για να προωθήσει τους 89 λαθρομετανάστες στο εσωτερικό της χώρας θα λάμβανε συνολική αμοιβή το ποσό των 1200 ευρώ από Πακιστανό υπήκοο, με τον οποίο είχε προσυνεννοηθεί στην Αθήνα και ο οποίος τον καθοδηγούσε τηλεφωνικά προς το σημείο παραλαβής των λαθρομεταναστών και ότι τους λαθρομετανάστες θα μετέφερε, έχοντας στη διάθεσή του το πιο πάνω όχημα και θα τους προωθούσε από τη ..... στην Αθήνα, περιγράφει με πληρότητα την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει, από την οποία προέκυπτε ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Συνεπώς, κατ' τον τρόπο αυτόν, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στήριξε την κρίση του ότι ο πρώτος αναιρεσείων τέλεσε την πιο πάνω πράξη κατ' επάγγελμα. Περαιτέρω, με τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές του, όπως αυτές επιτρεπτώς συμπληρώνονται με εκείνες του διατακτικού, κατά τις οποίες ο πρώτος αναιρεσείων επιβίβασε τους λαθρομετανάστες στο χώρο του κοντέϊνερ που δεν επαρκούσε για 89 ανθρώπους, τους οποίους στοίβαξε "σαν σαρδέλες", ενώ ο χώρος αυτός δεν αεριζόταν, αφού είχε δύο μόνο οπές διαστάσεων 20X10 εκατοστών που δεν επέτρεπαν την είσοδο οξυγόνου που να αρκεί για 89 ανθρώπους και από την έλλειψη οξυγόνου και την αδυναμία αερισμού του χώρου, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χωρητικότητα του βυτιοφόρου για έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, που συνίσταται στην πιθανότητα ασφυξίας των μεταφερομένων, δεδομένου ότι η απόσταση που επρόκειτο να διανύσουν από την ...... στην Αθήνα ήταν μεγάλη, με πληρότητα αιτιολόγησε την κρίση του ότι από την πιο πάνω πράξη του μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερομένους ανθρώπους Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και επιπλέον στοιχείων, οι δε περί του αντιθέτου, αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πιο πάνω πράξεως, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, είναι αβάσιμες. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία ουδέποτε ειπώθησαν και συγκεκριμένα ότι κατατέθηκε από τον πρώτο μάρτυρα (.......) ότι οι 89 λαθρομετανάστες είχαν στοιβαχθεί "σαν σαρδέλες", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Και τούτο ανεξαρτήτως της αβασιμότητας της εν λόγω αιτιάσεως, αφού από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιους δίκης, που αναγνώστηκαν, προκύπτει ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε το προαναφερόμενο περιστατικό. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙV. Περαιτέρω, με τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές επιτρεπτώς συμπληρώνονται με εκείνες του διατακτικού, κατά τις οποίες ο δεύτερος κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ2 με πρόθεση παρείχε συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ1 παραχωρώντας σε αυτόν τη χρήση του πιο πάνω οχήματος, ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για να διευκολύνει τη μεταφορά των προαναφερόμενων αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας, κατ' επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, με πληρότητα αιτιολόγησε την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο αυτόν κρίση του ως απλού συνεργού στη πράξη του συγκατηγορουμένου του. Η γνώση του δεύτερου κατηγορουμένου, για την πράξη που επρόκειτο να τελέσει ο πρώτος, στην οποία ο δεύτερος από πρόθεση συνέδραμε κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, αιτιολογείται πλήρως με την παραδοχές ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από τον δεύτερο το πιο πάνω όχημα "προκειμένου στις 16-2-2006 να μεταφέρει από το ..... στην Αθήνα λαθρομετανάστες αντί αμοιβής 1200 ευρώ.... Η συμμετοχή του β' κατηγορουμένου προσέτι βεβαιώνεται εκτός από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου και από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος την επομένη ημέρα της τέλεσης της πράξης σκηνοθέτησε την απώλεια της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του αφού με υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/84 δήλωσε στη Νομαρχία Πειραιώς ότι απώλεσε την άδεια κυκλοφορίας του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου του και ότι αυτή δεν παρακρατήθηκε από καμία δημόσια αρχή, ενώ αυτή είχε κατασχεθεί μαζί με το αυτοκίνητο από τις προανακριτικές αρχές, την απώλεια δε του αυτοκινήτου ουδόλως δήλωσε τότε και μόνον μετά την καταδίκη του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπέβαλε σχετική έγκληση σε βάρος του συγκατηγορουμένου του" και ότι ο β' κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι γνώριζε όλα τα παραπάνω που θα διέπραττε ο πρώτος κατηγορούμενος "παρόλα αυτά διέθεσε το φορτηγό του για τη μεταφορά τόσων ανθρώπων". Από την τελευταία δε αυτή παραδοχή αιτιολογείται επιπλέον και η γνώση του δευτέρου αναιρεσείοντος για το ότι από την πιο πάνω μεταφορά, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερόμενους λαθρομετανάστες, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κίνδυνος αυτός προερχόταν από το στοίβαγμα μεγάλου αριθμού ανθρώπων στον περιορισμένο και μη αεριζόμενο χώρο του οχήματος για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιστατικά τα οποία ο εν λόγω αναιρεσείων γνώριζε, δεδομένου ότι γνώριζε τις συνθήκες μεταφοράς, αφού δικό του ήταν το όχημα. Επομένως οι αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, διότι δεν αιτιολογεί ότι αυτός γνώριζε ή αποδέχθηκε, ότι ο συγκατηγορούμενός του θα προέβαινε στην πιο πάνω πράξη και συνεπώς τον συνέδραμε με τον προαναφερόμενο τρόπο, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι η καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε, ανεπιτρέπτως, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως ρητώς σε αυτή αναφέρεται, το Δικαστήριο κατέληξε στην προαναφερόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του, όχι μόνο την εν λόγω απολογία, αλλά και όλα τα κατ'είδος μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, (μεταξύ των οποίων και εκείνα που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του) . Ειδική, άλλωστε, γίνεται μνεία στο σκεπτικό της απόφασης ότι η γνώση του εν λόγω αναιρεσείοντος δεν προκύπτει μόνο από την απολογία του συγκατηγορουμένου του. Κατ' ακολουθίαν τούτων , οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ Α και .Δ του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε, λόγω της παραβίασης της διάταξη του άρ. 211Α του ΠΚ, και λόγω ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες το Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη του την ψευδή, κατ' αυτόν, κατάθεση του συγκατηγορουμένου του, αφού από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η αθωότητα αυτού, ενώ όσα το Δικαστήριο δέχθηκε σχετικά με την γνώση του για τις πράξεις του συγκατηγορουμένου του, είναι αναπόδεικτα , απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΙV. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής , κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, " το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), και "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του"(περ. δ). Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ, ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ, η μετάνοια του υπαιτίου πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι καταδικάστηκαν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, ζήτησαν (ο 2ος και με έγγραφο αυτού σημείωμα) να τους αναγνωρισθούν, ο μεν πρώτος "η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, πλην της κατά την απολογία αυτού γενόμενη αναφοράς ότι "έχει μετανοιώσει", ο δε δεύτερος ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ ως εξής " .... Ειδικότερα ο Χ2 έζησε έως το χρόνο που τελέστηκε το αδίκημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, έχει λευκό ποινικό μητρώο κατά την έννοια του νόμου και ουδέποτε έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές για άλλες ή παρόμοιες πράξεις με αυτή που του αποδίδεται σήμερα". Με το πιο πάνω περιεχόμενο ισχυρισμοί αυτοί, είναι αόριστοι, αφού ο μεν πρώτος αναιρεσείων δεν εκθέτει καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός μετανόησε ειλικρινώς και ότι επιζήτησε - και κατά ποίον τρόπο - να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Εξάλλου, ως προς τον ισχυρισμό του δεύτερου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ.2 περ.α του ΠΚ, η επίκληση μόνο του ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν έχει απασχολήσει τις αρχές, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την αναφορά και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το Δικαστήριο της ουσίας, συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών. Εντούτοις, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτούς , με την προαναφερόμενη απόφασή του Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' (με στοιχείο Γ) λόγος αναιρέσεως, του πρώτου αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "αφού τελείωσε η απολογία των κατηγορουμένων ο Πρόεδρος τους υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις. Έδωσε έπειτα διαδοχικά το λόγο στον Εισαγγελέα, στους δικαστές να απευθύνουν ερωτήσεις. Οι κατηγορούμενοι απάντησαν όσα περιέχονται στην παραπάνω απολογία τους. Ο Πρόεδρος ρώτησε κατόπιν τον Εισαγγελέα και τους κατηγορουμένους αν έχουν να προτείνουν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση. Αυτοί απάντησαν αρνητικά και ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτική διαδικασίας. Ο Εισαγγελέας αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να απορριφθούν οι υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί και να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδίδονται. Οι συνήγορος των κατηγορουμένων έλαβαν διαδοχικά το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν : α)να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Χ1 και να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ, β) να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος Χ2 να εφαρμοσθεί το άρθρο 211Α Κ.Ποιν.Δ., διαφορετικά να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ. Το ίδιο ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι. Ο Πρόεδρος ρώτησε τους κατηγορουμένους αν έχουν να προσθέσουν κάτι για την υπεράσπιση τους και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Μετά το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη με παρόντα και τον Γραμματέα κατάρτισε και ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την με αριθμό 168/20-6-2008 απόφαση...". Επομένως, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση όχι μόνο έδωσε και στον πρώτο κατηγορούμενο αναιρεσείοντα τον λόγο στο τέλος, πριν από την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, αλλά αυτός δια του συνηγόρου του ανέπτυξε την υπεράσπισή του και πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, επιπλέον δε ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο, χωρίς να δοθεί ο λόγος μετά ταύτα σε άλλο διάδικο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 πρ. Α, τελευταίος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο, διότι όπως αναφέρει ο αναιρεσείων , δεν του "δόθηκε ουσιαστικά τελευταία ο λόγος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας", σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 369 Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VΙ. Ο δεύτερος αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "απέρριψε άνευ αιτιολογίας, με μόνη την φράση "απορρίπτει τους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς", τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτάθηκαν και που αυτολεξεί αναφέρονται στα πρακτικά αυτής" . Ο λόγος αυτός αναίρεσης για απόρριψη ισχυρισμών του δευτέρου αναιρεσείοντος, χωρίς ειδική αιτιολογία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρει σε ποίους ισχυρισμούς αυτός αναφέρεται . Ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο αναιρεσείων, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τρείς ισχυρισμούς. Κατά τον πρώτο τούτων, δεν αποδείχθηκε (προφανώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι αυτός γνώριζε ότι ο Χ1 θα προέβαινε στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, κατά το δεύτερο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, κατά το άρθρο 211Α, η απολογία του συγκατηγορουμένου του κατά την πρωτόδικη δίκη, και με τον τρίτον ζήτησε να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ. Ο πρώτος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά άρνηση της κατηγορίας, στον οποίον, εντούτοις το Δικαστήριο απάντησε με την περί ενοχής απόφασή του, όπως επίσης απάντησε και στον δεύτερο, δεχόμενο ότι η ενοχή του εν λόγω κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του. Στον τρίτο δε ισχυρισμό, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει λόγω της αοριστίας του. VIΙ. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 7/10/2008 και 3/10/2008 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως (με αριθ. πρωτ. 8302/7-10-08 και 8213/6-10-08, αντίστοιχα) των 1) Χ1, κατοίκου .... και νυν κρατουμένου Αγροτικών Φυλακών .... και 2) του Χ2 κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. - Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Διευκόλυνση μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή και κατ’ επάγγελμα με τρόπο που θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Παράβαση άρθρου 88 παρ. 1β΄, γ΄ Ν. 3386/2005. Άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη γνώση του συνεργού και ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της πράξεως και ως προς τη δυνατότητα να προκληθεί κίνδυνος στους λαθρομετανάστες. Λόγος αναίρεσης για παραβίαση του άρθρου 211Α του ΚΠΔ (απολογία συγκατηγορούμενου ως αποδεικτικό μέσο για την ενοχή). Ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. α΄ και δ΄ ΠΚ. Αοριστία αιτήματος. Κατά το άρθρο 369 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο τέλος της συζήτησης. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συνέργεια, Κατηγορούμενος, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
0
Αριθμός 467/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της με αριθμό 3.915/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μίντζα. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.697/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και, κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ.2 ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 3.915/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συρροή και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος είχε δανεισθεί από τον Α, που είναι συγχωριανός του (κατοικούν και οι δυο στο χωριό ..... της .....) την με αριθμό κυκλοφορίας ..... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας, χρώματος λευκού και κατέβαινε στην Αθήνα. Κατά την επιστροφή του στο χωριό στις 24-4-2001 και περί ώρα 20.30 όταν ευρίσκετο στη ..... οδηγώντας την μοτοσικλέτα, διαπληκτίσθηκε με τον οδηγό του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ..... ΔΧΕ (ΤΑΧΙ), που οδηγούσε ο εγκαλών Ψ1 με επιβάτη το γιό του Ψ2. Ο κατηγορούμενος οργισμένος ζήτησε από τον εγκαλούντα οδηγό του ΤΑΧΙ να σταματήσει. Όταν αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου, ο κατηγορούμενος εύσωμος ων επετέθη κατά του εγκαλούντος οδηγού του ΤΑΧΙ και με υπερβολική βία τον χτύπησε με γροθιές προκαλώντας σε αυτόν μώλωπες τριχωτού κεφαλής, εκχυμώσεις και εκδορές της ράχεως της ρινός, κάταγμα ρινικών οστών, εκχύμωση των έσω κανθών, και των κάτω βλεφάρων των οφθαλμών, εκχύμωση της μεσοφρύου χώρας και της κεφαλής της αριστεράς οφρύος, οίδημα και θλάση της αριστεράς παρειάς και του κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση με ελαφρά θλάση της έξω επιφανείας του αριστερού αγκώνος, εκδορά της έξω επιφανείας της μεσότητος περίπου του αριστερού αντιβραχίου. Όταν ο υιός του εγκαλούντος Ψ2 είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά με υπερβολική βία τον πατέρα του, κατέβηκε και αυτός από το ΤΑΧΙ και προσπάθησε να τους χωρίσει. Αλλά ο κατηγορούμενος με την ίδια υπερβολική βία επετέθη κατ' αυτού και με γροθιές προκάλεσε σε αυτόν κογχικό κάταγμα δεξιά, κάταγμα δεξιού ιγμορίου οστού και διπλωπία καθώς και θλαστικά τραύματα του προσώπου. Οι κακώσεις αυτές είναι βαρειές σωματικές βλάβες και από τον τρόπο που προκλήθηκαν, δηλαδή από τη χρήση υπερβολικής βίας και τα ζωτικά σημεία του σώματος των παθόντων που επλήγησαν (κεφαλή, πρόσωπο, οφθαλμοί), μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή των παθόντων. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είναι αυτός που προκάλεσε τις σωματικές βλάβες στους ανωτέρω, είναι ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ενόψει του ότι οι παθόντες αβιάστως και χωρίς το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας, αλλά μετά μεγίστης βεβαιότητας αναγνώρισαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον δράστη των σε βάρος τους εγκληματικών πράξεων. Η δε σχετική κατάθεση αυτών γίνεται πειστική από το δικαστήριο, ενόψει του ότι ενισχύεται από το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα βρίσκεται στο χώρο στάθμευσης της οικίας του ιδιοκτήτη της Α στο χωριό ....., στο οποίο κατοικεί και ο κατηγορούμενος. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων που κατηγορείται, απορριπτομένων πάντων των αντίθετων ισχυρισμών αυτού, αναγομένων στην ουσία της υπόθεσης και ειδικότερα στην άρνηση αυτού ότι είναι ο δράστης των πράξεων που κατηγορείται". Περαιτέρω, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι "ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 24-4-2001 με πρόθεση προξένησε σε άλλους σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας τους με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους ή βαριά σωματική τους βλάβη. Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο και ειδικότερα επί της Λ. Αθηνών, με πρόθεση επιτέθηκε κατά των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 και με υπερβολική βία τους χτύπησε με γροθιές προξενώντας τους: α) στο Ψ1 μώλωπες τριχωτού κεφαλής, εκχυμώσεις και εκδορές της ράχεως της ρινός, κάταγμα ρινικών οστών, εκχύμωση των έσω κανθών, και των κάτω βλεφάρων των οφθαλμών, εκχύμωση της μεσοφρύου χώρας και της κεφαλής της αριστεράς οφρύος, οίδημα και θλάση της αριστεράς παρειάς και του κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση με ελαφρά θλάση της έξω επιφανείας του αριστερού αγκώνος, εκδορά της έξω επιφανείας της μεσότητος περίπου του αριστερού αντιβραχίου και β) στο Ψ2 ζυγωματικό κογχικό κάταγμα δεξιά, κάταγμα δεξιού ιγμορίου οστού, και διπλωπία καθώς και θλαστικά τραύματα του προσώπου, κακώσεις που χαρακτηρίζονται ως βαρειές σωματικές βλάβες και από τον τρόπο που προκλήθηκαν, δηλαδή την υπερβολική βία , αλλά και τα ζωτικά σημεία του σώματος των παθόντων που επλήγησαν δηλαδή κεφαλή, πρόσωπο, οφθαλμοί, μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή των παθόντων". Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών των παθόντων, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, δημιουργήθηκε ασάφεια, ως προς το είδος της διακινδύνευσης, που δέχθηκε, δηλαδή παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ και η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Σημειώνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρατίθενται οι οικείες διατάξεις του Π.Κ, με βάση τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και ποιάς συγκεκριμένης πράξεως, αυτής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 309 ή εκείνης του άρθρου 310 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 3.915/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί δεν προσδιορίζεται η μορφή διακινδύνευσης (για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη). Αναιρεί και παραπέμπει.
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
0
Αριθμός 468/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη, περί αναιρέσεως της 152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 773/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSKO ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε προς το Δημόσιο χρέη εφάπαξ βεβαιωμένα στο Βόλο στις 31.10.2004 από το Τελωνείο Βόλου α) το ποσό των 81.951,00 €, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 55.563,15 €, και β) το ποσό των 20.487,39 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 28.375,03 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 186.376,57 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποία όφειλε να καταβάλλει μετά την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη βεβαίωση του χρέους, ήτοι την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής αυτών και μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Ενόψει δε του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι κατά τα προαναφερόμενα η 1.4.2001 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, η ανωτέρω πράξη που εκδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2008 δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή [άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ] και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 21.3.96 όταν εκδόθηκε η με αριθμό 188/96 μερική καταλογιστική πράξη κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στο Βόλο στις 1-4-2001, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο εφάπαξ καταβαλλόμενων χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000€, όπως προκύπτει από τον από 11-6-2004 (A/A10/04) πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, όντας Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας εμπορίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SOSCO A.E." που εδρεύει στον Πειραιά, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο α) το ποσό των 81.951,00€, που αφορά πρόστιμα και πολλαπλά τέλη, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 55.563,15 € και β) το ποσό των 20.487,39 € που αφορά επιρριπτόμενους δασμούς και φόρους, στο οποίο, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών, αντιστοιχούν προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 28.375,03 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 186.376,57 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο του Βόλου στις 31-10-2000 σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα την 1.4.2001, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και ε του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ. γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δύο δικηγόρων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν απλή επανάληψη του διατακτικού, όμως στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, επιρριπτόμενοι δασμοί, φόροι, τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-3-2001 ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως. 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως, από 11-6-2004 (Α/Α 10/04) Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τελωνείου Βόλου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να εμπεριέχεται ή να ενσωματώνεται ο ίδιος ο εν λόγω πίνακας, αφού στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εξειδικεύονται πλήρως και αναλυτικά ως παραπάνω όλα τα βεβαιωθέντα επί μέρους χρέη και προσαυξήσεις, που σαφώς κατά το αιτιολογικό εξήχθηκαν από τον εν λόγω Πίνακα Χρεών και την αίτηση ασκήσεως ποινικής διώξεως. 3) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος βεβαιώθηκε την 31-10-2000 και ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, διότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό είναι ο ίδιος, η 1-4-2001 και ενόψει του ότι αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και η ορθή ημερομηνία 31-10-2000, από την οποία έχει παρέλθει το αναγκαίο τετράμηνο για την καταβολή και την ως άνω τέλεση του εγκλήματος, σαφώς συνάγεται ότι από παραδρομή αναγράφηκε ο άνω δεύτερος χρόνος βεβαιώσεως, η 31-10-2004, που λογικά δε μπορεί να έπεται του άνω χρόνου τελέσεως που είναι η 1-4-2001. 4) Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο ληξιπροθέσμου του χρέους, που αναγράφεται τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό η 1-4-2001, ημερομηνία που αναγράφεται και ως χρόνος τελέσεως, διότι από το ίδιο το αιτιολογικό (σελ. 11), που αναφέρει ως μοναδικό χρόνο τελέσεως του εγκλήματος (1-4-2001), την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του τετραμήνου από τη γενόμενη στις 31-10-2000 βεβαίωση του χρέους, συνάγεται ότι πρόκειται για παραδρομή, αφού μάλιστα κατά το νόμο, (κατά τους εν λόγω ειδικούς νόμους και το άρθρο 5 του ΚΕΔΕ), ο χρόνος ληξιπροθέσμου του χρέους έπεται του χρόνου βεβαιώσεως αυτού από το αρμόδιο Τελωνείο Βόλου. 5) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως παραπάνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 11-6-2004 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 1-4-2001, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. 6) Είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, με την οποίαν ορίζεται ότι: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής", είναι ευμενέστερη γι'αυτόν ως προς το θέμα της προβληθείσας παραγραφής της πράξεως, από εκείνη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε προηγουμένως, και τυγχάνει επομένως ενταύθα αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, πλην όμως, δεν συνάγεται από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι είναι παραγεγραμμένη η διωχθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ένδικη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε, αφού τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την 1-4-2001, χωρίς να παρέλθει έκτοτε οκταετία, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της. Επίσης, όταν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, κατά μήνα Οκτώβριο του 2005 κατ'αυτόν, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από της κατά την 1-4-2001 τελέσεως και όχι το 1996, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ανασταλείσας της παραγραφής επί τριετία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112, 113 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, του κυρίου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς περί παραγραφής ισχυρισμού, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι και εξ' αυτού του λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της αποφάσεως, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Συγκεκριμένα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή του κατηγορουμένου, β) υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, ως προς τον ακριβή χρόνο βεβαιώσεως του χρέους, γιατί στο μεν αιτιολογικό, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρέος βεβαιώθηκε σε δυο διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα, τόσο στις 31-10-2004, όσο και στις 31-10-2000, στο δε διατακτικό της γίνεται αναφορά ότι το συνολικό χρέος από 186.376,57 ευρώ, βεβαιώθηκε μόνο κατά την 31-10-2000, και ότι το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ήτοι σε χρόνο που το συγκεκριμένο χρέος, που φέρεται να έχει βεβαιωθεί την 31-10-2004, ακόμη, δεν είχε γεννηθεί. Η παραδοχή δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου βεβαιώσεως του επίδικου χρέους, αυτού της 31-10-2004, πέραν της 31-10-2000, δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι το ίδιο χρέος φέρεται να έχει βεβαιωθεί μόνο κατά την 31-10-2000, γ) ενώ στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά, ότι το επίδικο χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-4-2001, ταυτόχρονα το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η 1-4-2001, ημέρα κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της, αυτός παραβίασε την υποχρέωση για την καταβολή του χρέους του. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια και ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, αφού στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της ως άνω παραδοχής, ως προς το χρόνο τελέσεως, ήτοι αυτόν της 1-4-2001, η ποινική του ευθύνη αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση του τετραμήνου, αφότου το χρέος αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 1-8-2001 και όχι από την ημέρα που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο, και πολύ περισσότερο σε προγενέστερο της 1-4-2001 χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών, που επισυνάπτεται στην από 04-6-2004 αίτηση της Τελωνειακής αρχής του Τελωνείου Βόλου, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εν τούτοις, ο πίνακας αυτός στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, θάπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επειδή περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα πρακτικά αλλά μόνο την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και δεν ανέγνωσε κανένα από τα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στον πρώτο βαθμό και δη τα παρακάτω έγγραφα: 1) Αίτηση ποινικής δίωξης. 2) Πίνακας χρεών. 3) Η υπ'αριθ. 188/93/1996 μερική καταλογιστική πράξη. 4) Οι υπ'αριθ. 496/2000, 20/2002, 592/2003 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και 5) Η από 1-11-2001 ειδική πρόσκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σε αυτά ότι αναγνώσθηκαν αναφέρεται και "η υπ'αριθμ. 7314/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου", χωρίς να σημειώνεται ειδικά ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής ή τα λοιπά ως πιο πάνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη. Ο ανωτέρω τρίτος λόγος των προσθέτων, είναι απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή τους, προκύπτει περαιτέρω από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ' ακολουθίαν, μέσω αυτών, αναγνώσθηκαν και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω: "από το 1996 (χρόνος τελέσεως) μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 χρόνια ανεπιλήπτου βίου". Στον παραπάνω όμως αυτοτελή ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς παράθεση περιστατικών δηλωτικών της ανεπίληπτης και αρμονικής συμβίωσης αυτού μετά την πράξη, ενόψει και του ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Απρίλιος του 2001 και όχι το 1996, δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το νόμο, ως παραπάνω εκτέθηκαν, προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ορισμένος και να χρήζει απαντήσεως. Τους λοιπούς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α και β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, το Δικαστήριο, τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την εξής αιτιολογία: "α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό ναι μεν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης (2005) έγινε δωρητής οργάνων σώματος και είχε εθελοντική προσφορά σε τράπεζα αίματος πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της προκείμενης πράξης (2001) είχε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, μόνο δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για τη θεμελίωση του περί εντίμου βίου ισχυρισμού και β) ως προς το δεύτερο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια με μόνη την έκδοση της με αριθμό 465/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας με την οποία το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπόρισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών, που συνδέεται αιτιωδώς με την εκδικαζόμενη πράξη, λόγω μεταβολής της ως άνω κακουργηματικής πράξης σε πλημμεληματική και της παραγραφής αυτής". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έκτος των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 20-2-2008 αίτηση του ...και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο. Άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με αρθρ. 23 Ν. 2523/ 1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ 1ος , 2ος του κυρίου δικογράφου και 1ος και 2ος των Προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ορθά συνυπολογίζονται, κατά τις άνω διατάξεις νόμου και οι προσαυξήσεις, μεταγενέστερα του χρόνου της βεβαιώσεως του χρέους και τελέσεως του αδικήματος (2000-2001) και μέχρι του χρόνου συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών (2004) και δεν ανακύπτει εκ τούτου ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως, ούτε ανακύπτει ζήτημα ως προς την παραγραφή της πράξεως, η οποία, από του δεκτού γενόμενου χρόνου τελέσεως (1 Απρ. 2001) μέχρι και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (Οκτ. 2005) και δεν έχει επέλθει. 2) Απορριπτέος ο 3ος λόγος αναιρέσεως, των Προσθέτων, για μη ανάγνωση και μη λήψη υπόψη 5 συγκεκριμένων εγγράφων, εκ του ότι στο Β/θμιο Δικαστήριο αναγνώσθηκε μόνο η Α/θμια απόφαση όχι δε και τα πρακτικά αυτής, διότι, ανεξάρτητα του ότι η μη ανάγνωση των πρακτικών της Α/θμιας δίκης στο Β/θμιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επάγεται καμία ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε την ανάγνωση αυτών και το Δικαστήριο, παρά το νόμο, αρνήθηκε ή παρέλειψε την ανάγνωσή τους (ΑΠ 867/2007), προκύπτει περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης Β/μιας αποφάσεως, ότι αναγνώσθηκε η με αριθ. 7314/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και επομένως, αφού η απόφαση είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μαζί με την αναγνωσθείσα απόφαση ασφαλώς αναγνώστηκαν και τα πρακτικά αυτής και κατ΄ ακολουθία αναγνώστηκαν, μέσω αυτής, και τα ως άνω 5 έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει και τα οποία δεν μνημονεύονται ότι αναγνώστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 429/2008). 3) Απορριπτέοι οι 4ος , 5ος και 6ος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, β΄ και ε΄ του ΠΚ, διότι α) υπάρχει ειδική και επαρκής αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτηθέντων ελαφρυντικών των εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και β) το αίτημα αναγνώρισης του ετέρου ελαφρυντικού του εδαφ. ε΄ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, είχε υποβληθεί αορίστως και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 921/08).
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πρόσθετοι λόγοι.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 453/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα, περί αναιρέσεως της 41469/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1532/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε χωρίς να είναι αυτός παρών, απαιτείται να διαλαμβάνονται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα, β) ο χρόνος της άσκησης του ένδικου μέσου και γ) το αποδεικτικό επίδοσης της πιο πάνω απόφασης. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 5/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 41.469/2008 απόφαση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, την υπ' αριθμ.14.501/14-11-2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 123.829/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ακόλουθη αιτιολογία "... Με την προσβαλλόμενη 123.829/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων (14) μηνών και χρηματική ποινή 1.200 ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ κατά το χρονικό διάστημα από 1/1997 έως 2/2001. Η εν λόγω απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην της κατηγορουμένης, επιδόθηκε σ' αυτήν στις 2-6-2005 ως αγνώστου διαμονής, μετά από αναζήτησή της στην τελευταία γνωστή διαμονή της επί της οδού ..... απ' όπου είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση, όπως αυτά προκύπτουν από το από 2-6-2005 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του ΑΤ ..... και την με ιδία ημεροχρονολογία βεβαίωση αυτού. Η έφεση έπρεπε να ασκηθεί μέχρι 12-6-2005, όμως ασκήθηκε στις 14-11-2007. Ο πληρεξούσιος δικηγόρους της κατηγορουμένης εκκαλούσας ισχυρίζεται ότι αυτή δεν έλαβε έγκαιρα της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι όταν της επιδόθηκε αυτή ως αγνώστου διαμονής στις 2-6-2005, δεν κατοικούσε στην ως άνω τελευταία γνωστή διεύθυνση, αλλά στο χωριό της στον ...., όπου είχε μετοικήσει από το έτος 2003, δηλαδή είχε γνωστή διαμονή στην οποία δεν αναζητήθηκε και μόλις τελευταία έμαθε για την απόφαση και άσκησε την έφεση. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του πληρεξουσίου της δικηγόρου, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο προς απόδειξη αυτού και δη κάποιο λογαριασμό ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λ.π. από το οποίο να προκύπτει ότι αυτή διαμένει από το έτος 2003 στον ...., το αίτημά του δε για αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να καλέσει μάρτυρα προς απόδειξη αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον είχε τη δυνατότητα να το πράξει και η υπόθεση βαίνει σε παραγραφή. Κατ' ακολουθία αυτών, δεν συντρέχει κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος ανυπερβλήτου κωλύματος της εκκαλούσας κατηγορουμένης που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως της και πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της...". Η αιτιολογία αυτή είναι η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις, δοθέντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται ο χρόνος της νόμιμης επίδοσης στην εκκαλούσα της εκκαλούμενης απόφασης (2-6-2005), το ταυτόχρονο αποδεικτικό του διενεργήσαντος την επίδοση οργάνου και ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (14-11-2007). Περαιτέρω, ενόψει του ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως δεν προκύπτει ότι η εκκαλούσα είχε επικαλεσθεί ότι είχε γνωστή διαμονή κατά τον χρόνο επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ως επίσης δεν είχε επικαλεσθεί την ύπαρξη ανυπερβλήτου κωλύματος για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, ως εκ περισσού το δικάσαν δικαστήριο και με πληρότητα αιτιολογίας απήντησε στους ισχυρισμούς του πληρεξουσίου της εκκαλούσας οι οποίοι το πρώτον προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως με τον οποίο (ως εκτιμάται) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41.469/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Πληρότητα αιτιολογίας απορριπτικής αποφάσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 452/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ροζάκη, για αναίρεση της με αριθμό 9.038/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Λεπίδα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.310/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. ΙΙ. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην περίπτωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά: "Επί της από 6.4.1998 αγωγής της εγκαλούσας Ψ και της Α (αδελφών) κατά της αδελφής τους Β ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί των αναφερομένων σ' αυτή (αγωγή) ακινήτων, επιδόθηκε η υπ' αριθμ. 86/1999 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 417/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, υποχρεώθηκαν οι ενάγουσες να αποδείξουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, ότι νεμόταν ξεχωριστά η καθεμιά τα επίδικα ακίνητα (δύο οικόπεδα εκτάσεως 150 μ2 το καθένα, ευρισκόμενα στη θέση "....." της Κοινότητας .....) με διάνοια κυρίου, ενεργώντας όλες τις αρμόζουσες σ' αυτά πράξεις νομής από το έτος 1976 μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως (23.4.2001) και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα τοπογράφο - μηχανικό, προκειμένου να γνωμοδοτούσε με τη σύνταξη σχετικού σχεδιαγράμματος για την ακριβή επιφάνεια των ακινήτων. Κατόπιν αυτού διεξήχθησαν αποδείξεις και ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας της συζύγου του - εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, ως εντεταλμένου δικαστού, κατέθεσε, εκτός άλλων και τα εξής: "Στο επίδικο ακίνητο δεν είχαν νομή οι εφεσίβλητες (ήδη μηνύτριες), νομή είχε μόνο η Β. Η μητέρα της, μετά από εντολή της Β, μάζευε τον ελαιόκαρπο. Εγώ πήγαινα αρκετά συχνά εκεί, μαζεύαμε σύκα, χόρτα, λεμόνια, λουλούδια, πορτοκάλια κλπ". Τα ανωτέρω όμως κατατεθέντα ήταν ψευδή, καθόσον αποδείχτηκε ότι τη νομή των επιδίκων ακινήτων δεν την είχε μόνο η σύζυγός του Β, αλλά και η μητέρα της Γ και οι άλλες αδελφές της Ψ και Α. Τούτο, εκτός από τις καταθέσεις των πρωτοδίκως αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εξετασθέντων μαρτύρων, προκύπτει και από την αναγνωσθείσα αριθμ. 816/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, στην οποία αναφέρεται ότι με την υπ' αριθμ. ..... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αιγίου Γεωργίου Γεωργοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τόσο οι ενάγουσες, όσο και η εναγομένη (σύζυγος του κατηγορουμένου), προς διόρθωση της υπ' αριθμ. ..... δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, δήλωσαν ότι τα ακίνητα αυτά της κληρονομίας δεν περιλαμβάνονται στην εγκατάστασή τους με τη διαθήκη του συζύγου και πατέρα τους, αλλά περιήλθαν σ' αυτές, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Επίσης στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι δεν αποδείχτηκε ότι από το έτος 1976 είχε λάβει χώρα άτυπη διανομή και ότι καθεμία από τις αδελφές νεμόταν ξεχωριστό κομμάτι και έγινε κυρία με έκτακτη χρησικτησία. Το ότι, από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους οι ανωτέρω νεμόταν από κοινού τα ως άνω ακίνητα και όχι ξεχωριστό τμήμα η καθεμιά δέχτηκε και η επίσης αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 175/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε επί ασκηθείσας εφέσεως του κατηγορουμένου, της συζύγου του Β και του Δ κατά των : Γ, Ψ και Α και της υπ' αριθμ. 32/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε επί αγωγή των εφεσιβλήτων περί διαταράξεως της συννομής τους επί των επιδίκων εκ μέρους των εναγομένων. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα προαναφερόμενα εν γνώσει του ψευδή, αφού γνώριζε, λόγω της σχέσεώς του με τη Β ποιά ακίνητα νεμόταν αυτή ξεχωριστά και ότι δεν νεμόταν αποκλειστικά η ίδια τα πιο πάνω επίδικα, αλλά ως συννομέας με τη μητέρα και τις αδελφές της. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι το ακίνητο εμβαδού 300 μ2, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί οι τρείς αδελφές σε έκταση 100 μ2 η καθεμία (βλ. την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 1/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου) είναι διαφορετικό των επιδίκων και δεν εδημιουργείτο σύγχυση. Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ως και πρωτοδίκως". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2,1 του Π.Κ την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και ειδικότερα ιδιαιτέρως αιτιολογείται στην απόφαση το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί των ψευδώς κατατεθέντων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να γίνεται αξιολογική σύγκριση των αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ούτε να διαλαμβάνεται στην απόφαση τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι είναι αληθή όσα κατέθεσε και το αντίθετο δεν προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα και περαιτέρω η αιτίαση με αναφορά στις καταθέσεις μαρτύρων και στη μήνυση των εγκαλουσών το περιεχόμενο των οποίων κατά διαφορετικό τρόπο αξιολογεί, είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς, οι περί ελλείψεως αιτιολογίας 4ος, 6ος και 7ος λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο 2ος δεύτερος λόγος για μη παράθεση του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε, αφού η έλλειψη αυτή δεν θεμελιώνει πλέον λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η διάταξη δε την οποία εφήρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εκείνη που παρατίθεται στην παρούσα. ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Τέλος, οι φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, ύστερα από επίδειξή τους για τον σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο υπό τους αύξοντες αριθμούς 7, 8, 9, 10, 11, 18, 19 έγγραφα ήτοι α) την υπ' αριθμ. 8843 σύσταση πραγματικής δουλείας, β) έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γ) σχεδιάγραμμα, δ) νομολογίες του Αρείου Πάγου, ε) φωτογραφία, στ) Προτάσεις, ζ) έφεση Β των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα. Η αιτίαση αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα , τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν. Περαιτέρω δε, όταν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγράφεται υπό τον αριθμό 9, ότι αναγνώσθηκε σχεδιάγραμμα και υπό τον αριθμό 11 φωτογραφία, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης αυτών, από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή τους. Κατ' ακολουθίαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, συναφείς τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. V. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζεται το από το άρθρο 369 παρ.3 Κ.Π.Δ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ομιλεί τελευταίος, όταν το δικαστήριο, μετά την κήρυξή του ως ενόχου, κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής παραλείψει να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του για να εκφρασθεί σχετικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει επί της επιβλητέας ποινής και εκείνος πρότεινε την επιβολή ποινής τεσσάρων μηνών, το δικαστήριο δε, χωρίς να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο επέβαλε σ' αυτόν την άνω ποινή των τεσσάρων μηνών. Κατά τούτο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως προς την διάταξη προσβαλλόμενης αποφάσεως για την επιβολή ποινής επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να δίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την παραπάνω διάταξή της, κατά τούτο δε και μόνο πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 9.038/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά την περί ποινής διάταξη αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα. Μερική αναίρεση και παραπομπή για απόλυτη ακυρότητα διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο πριν από την επιβολή της ποινής.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Ποινή, Αναίρεση μερική, Ψευδορκία μάρτυρα.
1
Αριθμός 451/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιγνάτιο Παππά, για αναίρεση της 761/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1803/2008 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του αν. ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 761/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), ο αναιρεσείων αθωώθηκε για παράβαση του πιο πάνω α. ν. 690/1945 για πράξεις που αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 2001-2004 και καταδικάστηκε για παράβαση του ίδιου Α.Ν, για πράξεις που αφορούσαν το έτος 2005, σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Το Δικαστήριο, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: "...... ο κατηγορούμενος ως εργοδότης-νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕΒΕ" , δεν κατέβαλε στην ...., την οποία απασχολούσε στην παραπάνω επιχείρηση του παραγωγής και εμπορίας μελισσοκομικών προϊόντων ως εργάτρια δυνάμει σχέσης εξαρτημένης εργασίας από τον Ιανουάριο έως και το Δεκέμβριο του 2005, το σύνολο των οφειλόμενων σε αυτή αποδοχών και συγκεκριμένα τις οφειλές :α) από διαφορές δεδουλευμένων μισθών 2.092 ευρώ, β) από διαφορές αδείας και επιδομάτων αδείας 546 ευρώ και γ) από διαφορές δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα 190,25 και 248,15 ευρώ αντίστοιχα.....". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και κήρυξε στη συνέχεια ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση του πιο πάνω ν. 690/1945, δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται σ' αυτή, ποιες ήταν οι τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές του πιο πάνω εργαζομένου και αν αυτές οφείλονται βάσει νόμου, σύμβασης, διοικητικής πράξης, συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής αποφάσεως ή εθίμου. Ακόμη, δεν καθορίζεται ενόψει της αναφερόμενης στην απόφαση συνολικής διάρκειας απασχόλησης του εργαζομένου, ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και αν ο χρόνος καταβολής τους καθορίζεται από τη σύμβαση, νόμο, συλλογική σύμβαση κ.λ.π. Εξαιτίας των προαναφερομένων ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 761/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχές εργαζομένων (παράβαση της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995). Στοιχεία αδικήματος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 450/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Γεωργάτο, περί αναιρέσεως της 4185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1679/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται, κατά τα προαναφερθέντα, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι κατά την ενώπιον του εφετείου συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει η μάρτυρας ..... η οποία είχε εξετασθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο και το δικαστήριο ουδόλως απήντησε επί του άνω αιτήματος του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από την επιτρεπτή για τη βασιμότητα αυτού επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι καθ'οποιοδήποτε τρόπο υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα αναβολής ώστε από την μη απάντηση του δικαστηρίου να θεμελιώνεται ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Π.Δ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας. Ειδικότερα,ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι ενώ μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιέχονται α) φωτοτυπία κατηγορητηρίου κατά ..... και β) η από 8-1-2007 ένορκη βεβαίωση του ....., τα τελευταία δύο έγγραφα το δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη του. Όμως από το προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να αχθεί στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, για δε την πληρότητα της αιτιολογίας του, κατά τούτο, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύει ειδικώς και να αναφέρεται ξεχωριστά σε καθένα από τα έγγραφα και να διαλαμβάνει τι προέκυψε από αυτά. Συνεπώς, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4185/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως με λόγο την έλλειψη ακροάσεως και την έλλειψη αιτιολογίας.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 449/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Βαξεβανίδη, περί αναιρέσεως της 970, 1259, 1747/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τσόλια. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1682/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. " ... Η παθούσα, επέλεξε τον κατηγορούμενο ως ιατρό γυναικολόγο - μαιευτήρα, για τη γέννηση του παιδιού της, ο οποίος την παρακολουθούσε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, χωρίς να διαγνώσει κατ' αυτήν κανένα πρόβλημα. Την 19-6-2001 εισήχθη στο Μαιευτήριο ".....", με το οποίο ο κατηγορούμενος συνεργάζεται, για τον τοκετό. Την ίδια ημέρα γέννησε με φυσιολογικό τοκετό ένα υγιές κοριτσάκι. Κατά τη διάρκεια του τοκετού, κατά τη γέννηση του παιδιού, ο εν λόγω ιατρός προέβη σε πλάγια αριστερή περινεοτομία για τη διευκόλυνση της εξόδου του εμβρύου και στη συνέχεια σε συρραφή της τομής, για τα οποία ενημέρωσε την παθούσα την επομένη ημέρα. Παρέμεινε στο μαιευτήριο χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα μέχρι την 24-6-2001, οπότε εξήλθε με τη διαβεβαίωση του άνω ιατρού της ότι όλα πήγαν καλά και καμμία επιπλοκή δεν υπήρξε. Μετά την έξοδο και επιστροφή της στην οικία της άρχισε να νιώθει πόνους στην κοιλιακή χώρα και ακόμη χαμηλότερα στο σημείο της περινεοτομίας. Κατά τις προσπάθειες κενώσεων ένιωθε πόνους και τσουξίματα στην περιοχή της συρραφής και τις επόμενες ημέρες διαπίστωσε ότι εμφανίζονταν στο εσώρουχό της μικρές ανοιχτόχρωμες κηλίδες που εδημιουργούντο από απειροελάχιστες ποσότητες κοπράνων. Τηλεφώνησε αμέσως στον κατηγορούμενο, ο οποίος την καθησύχασε, λέγοντά της ότι οι πόνοι είναι φυσιολογικοί και δεν πρέπει να ανησυχεί και ότι οι πόνοι προήρχοντο από τον τοκετό, γεγονός που θεώρησε φυσιολογικό και η παθούσα. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα και επειδή οι ανωτέρω πόνοι συνεχίζοντο επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο ιατρό της, στο άνω νοσοκομείο, διότι κατά τους ισχυρισμούς της παθούσας υπήρχε ορατή "μία πολύ μικρή τρυπίτσα" στο περίνεο, από την οποία προερχόταν η άνω απειροελάχιστη ποσότητα κοπράνων και ο οποίος αφού την εξέτασε, έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας και ότι δεν βλέπει τίποτε στην περιοχή όπου αισθανόταν πόνο, της συνέστησε δε να λαμβάνει Depon κάθε φορά που πονάει και με την πάροδο του χρόνου θα περάσει. Παρά τις διαβεβαιώσεις όμως του άνω ιατρού της, η κατάσταση της παθούσας δεν βελτιώθηκε, όπως η ίδια πειστικά κατέθεσε και συνέχιζε να έχει τους ίδιους πόνους και την ίδια απειροελάχιστη απώλεια κοπράνων. Ενημέρωσε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο για τη συνεχιζόμενη ανωτέρω και μη βελτιούμενη κατάσταση της υγείας της και τον επισκέφθηκε εκ νέου για δεύτερη φορά, οπότε την ενημέρωσε ότι η πιο πάνω απώλεια κοπράνων οφείλεται σε δημιουργία συριγγίου, το οποίο προκλήθηκε κατά την περινεοτομία. Ειδικότερα της εξήγησε ότι κατά την τομή του περινέου είναι δυνατόν να δημιουργηθεί από επιπλοκή, ανώμαλη επικοινωνία μεταξύ του ορθού με τον κόλπο και ότι μόνο χειρουργικά μπορεί να αποκατασταθεί η βλάβη αυτή, πλην εφόσον η απώλεια κοπράνων είναι σε απειροελάχιστη ποσότητα, δεν συντρέχει λόγος για άμεση χειρουργική επέμβαση και προκειμένου να την πείσει να μην ανησυχεί της είπε χαριτολογώντας ότι θα το διορθώσει το πρόβλημα όταν αυτή γεννήσει το δεύτερο παιδί της. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι άνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου την έπεισαν να μην ανησυχήσει περαιτέρω για το ανωτέρω πρόβλημά της και να μην επισκεφθεί άλλον ιατρό, αποδεχόμενη ότι θα ζει με το πρόβλημα αυτό μέχρις ότου γεννήσει δεύτερο παιδί, χρησιμοποιώντας σερβιέτα στο εσώρουχό της για την απειροελάχιστη απώλεια των κοπράνων της. Μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος 21 μηνών η παθούσα προσβλήθηκε από ουρολοίμωξη, επισκέφθηκε την 18-3-2003 τον κατηγορούμενο στο ανωτέρω μαιευτήριο, ο οποίος της συνέστησε να προβεί την επόμενη ημέρα σε χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του ορθοκολπικού συρριγγίου που διέγνωσε ότι υπήρχε. Όμως, ο κατηγορούμενος, παρά τις προαναφερόμενες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις, που συνιστούσαν εμφανή συμπτώματα υπάρξεως ορθοκολπικού συριγγίου, όπως και ο ίδιος σε μεταγενέστερο χρόνο γνωμάτευσε, με το από 21-4-2003 σημείωμά του, το οποίο φέρει την μη αμφισβητούμενη από αυτόν υπογραφή του, που αναγνώσθηκε, χωρίς να προβεί στις απαιτούμενες προεγχειριντικές εξετάσεις δηλαδή σε συριγγογραφία, μανομετρία πρωκτού, ορθοσκόπηση, ενδοκολπικό και ενδοορθοσκοπικό υπερηχογράφημα, προέβη πράγματι την 19-3-2003, στην ανωτέρω ιδιωτική κλινική ".....", σύμφωνα με το από 19-3-2003 πρακτικό εγχειρίσεως του Σηπτικού χειρουργείου της άνω κλινικής, που αναγνώσθηκε, σε Διάνοιξη Περιεδρικού Αποστήματος, με γενική αναισθησία, ο οποίος διαπίστωσε ότι "Μετά από επιμελή καθαρισμό της περιοχής αποκαλύπτεται ορθοπερινεϊκό συρίγγιο, εγένετο νεαροποποίηση και συρραφή υπό ελαφρά νάρκωση της ασθενούς". Εδώ δε πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με την με αριθ. πρωτ. ...... Έκθεση Ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας που αναγνώσθηκε αναφέρεται ότι πέραν της καταγραφής στο Βιβλίο Σηπτικού χειρουργείου δεν υπάρχει ιατρικό αρχείο ή φάκελος για τις ιατρικές εξετάσεις που υποβλήθηκε η μηνύτρια. Μετά την επέμβαση διαβεβαίωσε την παθούσα ότι αυτή ήταν επιτυχής και το άνω συρρίγγιο διεκόπη εξήλθε δε αυτή από την κλινική αυθημερόν. Αμέσως αφότου η παθούσα επέστρεψε στην οικία της ένιωθε αφόρητους πόνους στη χειρουργηθείσα περιοχή, οι οποίοι με την πάροδο της ώρας επιδεινώθηκαν, η θερμοκρασία του σώματός της ανέβηκε απότομα και ένιωθε έντονο τσούξιμο στο τραύμα. Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι οι πόνοι είναι μετεγχειριντικοί και όλα θα πάνε καλά, πλην όμως τα πιο πάνω προβλήματά της συνεχίστηκαν και κατά τη διάρκεια της νύχτας της 19-3-2003. Το πρωϊ της επομένης ημέρας της 20-3-2003, η κατάστασή της χειροτέρευσε διότι είχε δημιουργηθεί πύον στη χειρουργηθείσα περιοχή και είχε μεγάλη απώλεια κοπράνων, συνεπεία των οποίων οι πόνοι είχαν γίνει εντονότεροι και αφόρητοι και αφού ενημέρωσε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο μετέβη στην άνω κλινική, ο οποίος αφού την εξέτασε της είπε ότι δημιουργήθηκε κάποια επιπλοκή από την ανωτέρω χειρουργική επέμβαση, ότι μάλλον άνοιξαν τα ράμματα, ότι επεκτάθηκε το συρίγγιο και ότι έπρεπε να το διορθώσει αμέσως. Την ίδια ημέρα (20-3-2003) ο κατηγορούμενος προέβη αμέσως σε νέα χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε "Καθαρισμό του ραγέντος Αποστήματος", όπως αναφέρεται στο από 20-3-2003 πρακτικό εγχειρήσεως του Σηπτικού χειρουργείου της ίδιας κλινικής, που αναγνώσθηκε, και μετά την ολοκλήρωσή της επέστρεψε στην οικία της. 'Ομως, παρά τις ανωτέρω επεμβάσεις η κατάστασή της δεν βελτιώθηκε και συνέχισε να έχει τους ίδιους πόνους και την ίδια πλέον ακούσια απώλεια κοπράνων, η ποσότητα των οποίων αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί πάνες για ηλικιωμένους. Μετά από αυτή τη συνεχιζόμενη κατάσταση και αφού πλέον η παθούσα έπαυσε να εμπιστεύεται τον κατηγορούμενο, επισκέφθηκε στις 7-4-2003 άλλον ιατρό τον Ζ1 ο οποίος διέγνωσε όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο και αναφέρεται στα από 7-4-2003 και 22-9-2003 ιατρικά σημείωματά του που αναγνώσθηκαν, αποστηματώδη φλεγμονή περινέου, ακράτεια αερίων και κοπράνων επί εδάφους προηγηθείσας χειρουργικής επέμβασης για καθαρισμό ορθοκολπικού συριγγίου τον Μάρτιο του 2003, που δημιουργήθηκε κατόπιν φυσιολογικού τοκετού και περινεοτομή. Από τον απεικονιστικό έλεγχο που έγινε (ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα και Μανομετρία Πρωκτού), στο Γαστρεντερολογικό Τμήμα του Διαγνωστικού Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών ....., διεπιστώθη έλλειμα του σφικτήρα από την 1η -5η ώρα, μεγάλη λέπτυνση του έσω σφιγκτήρα, χαμηλή πίεση ηρεμίας και πλήρης απουσία πίεσης σύσφιξης. Συνεστήθησαν από τον άνω θεράποντα ιατρό της Ζ1 συχνές χειρουργικές αλλαγές και αντιβιοτική αγωγή για ένα μήνα καθώς και δημιουργία κολοστομίας (παρα φύσην έδρας) για την αποφυγή μόλυνσης του τραύματος από τα κόπρανα. Ακολούθως εισήχθη στο νοσοκομείο "...." στις 5-5-2003, ύστερα από μηνιαία λήψη αντιβιοτικής αγωγής και συχνών χειρουργικών αλλαγών, με σκοπό την υποχώρηση της φλεγμονής, η οποία μετά από αυτά παρουσίασε ύφεση και υποβλήθηκε σε ανακουφιστική κολοστομία (εγκαρσιοστομία δίκην δικάνου), την οποία διετήρησε επί τρία περίπου έτη. Η μετεγχειρητική της πορεία ήταν ομαλή, η φλεγμονή παρουσίασε σημαντική ύφεση και σε νέο απεικονιστικό έλεγχο που υπεβλήθη η ασθενής (ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα και Μανομετρία Πρωκτού) διεπιστώθη έλλειμα του σφικτήρα από την 9η-3η ώρα και απουσία πιέσεων στον πρωκτικό σωλήνα. Υποβλήθηκε στη συνέχεια σε πέντε (5) χειρουργικές επεμβάσεις απόπειρας αποκατάστασης του σφιγκτήρα (πρωκτοπλαστικές) οπότε αποκαταστάθηκε πλήρως η υγεία της, όπως κατέθεσε ο ιατρός της Ζ1. . Με βάση τα αποδειχθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι: Ο κατηγορούμενος ...., την 19-3-2003, με την ιδιότητά του ως ιατρός μαιευτήρας-χειρούργος γυναικολόγος της μαιευτικής και χειρουργικής κλινικής ".....", από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της μηνύτριας ..... χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, ενώ αυτός γνώριζε ότι κατά τη διάρκεια τοκετού της ανωτέρω παθούσας στην κλινική "....", διενήργησε περινεοτομία για τη διευκόλυνση της εξόδου του εμβρύου, παρά τις προαναφερόμενες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις, για χρονικό διάστημα είκοσι ένα (21) μηνών, που συνιστούσαν εμφανή συμπτώματα υπάρξεως ορθοκολπικού συριγγίου ήτοι απώλεια ελάχιστης ποσότητας κοπράνων, "μία πολύ μικρή τρυπίτσα" στο περίνεο (η οποία όπως εκτιμά ο ιατροδικαστής που εξετάστηκε ως μάρτυρας Ζ1" μπορεί να είναι το έξω στόμιο του συριγγίου), ανεβασμένη θερμοκρασία, ουρολοίμωξη και μόλυνση στην περιοχή του περινέου και του πρωκτού, και βάσει των στατιστικών δεδομένων της ιατρικής επιστήμης και των εξειδικευμένων γνώσεών του ως ιατρού μαιευτήραχειρούργου γυναικολόγου και της εμπειρίας του σε ανάλογες περιπτώσεις, αφενός, δεν έδωσε εντολή για τη διενέργεια προεγχειρητικών εξετάσεων, δηλαδή συριγγογραφίας, μανομετρίας πρωκτού, ορθοσκόπησης, ενδοκολπικού και ενδοορθοπικού υπερηχογραφήματος, δεδομένου ότι από κανένα έγγραφο της άνω κλινικής ή άλλου νοσηλευτικού ιδρύματος προκύπτει ότι προέβη σε αυτές η παθούσα πριν την 19-3-2003 αλλά ούτε και από το άνω Βιβλίο Σηπτικού Χειρουργείου της κλινικής "...." προκύπτει ότι έγινε ο ανωτέρω προεγχειρηντικός έλεγχος, ο οποίος ήταν απαραίτητος ώστε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα το είδος, η πορεία και κυρίως τα στόμια του συριγγίου, με αποτέλεσμα, πριν να προβεί σε χειρουργική επέμβαση για τον καθαρισμό, ως άνω, να αγνοεί την ακριβή διάγνωση της αιτίας που προκάλεσε το συρίγγιο, καθώς και την πορεία και τη σχέση του συριγγώδους πόρου με τον σφιγκτηριακό μηχανισμό του πρωκτού και αφετέρου, κατά τη διάρκεια της πιο πάνω χειρουργικής επέμβασης δεν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή και από αδέξιο χειρισμό του χειρουργικού εργαλείου έτρωσε τον σφιγκτήρα του πρωκτού, αποκόπτοντας τμήμα αυτού, από την 1 η έως την 5η ώρα και από την 9η έως την 3η ώρα. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ομολογεί ότι προέβη σε αποκοπή τμήματος του σφιγκτήρα του πρωκτού, δικαιολογούμενος αβασίμως ότι προέβη στην πράξη του αυτή προκειμένου να προβεί σε καθαρισμό διότι το συρίγγιο ήταν ορθοπερινεϊκό και η πύλη εισόδου και εξόδου αυτού ήταν ορατή και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίος ο άνω προεγχειριντικός έλεγχος, διαψευδόμενος εκ του άνω αποτελέσματος αλλά και από την άνω από 21-4-2003, μεταγενέστερη γνωμάτευση του ιδίου που το χαρακτήρισε ορθοκολπικό. Ακόμη δε και αν το συρίγγιο ήταν σύμφωνα με τον αντιφατικό και αβάσιμο απολογητικό του ισχυρισμό ρηχό επιφανειακό "εν πολλοίς" περινεϊκό δεν έπρεπε να γίνει αποκοπή του σφιγκτήρα του πρωκτού σε καμμία περίπτωση όπως κατέθεσε κατηγορηματικά ο μάρτυρας Μ1. Εδώ αξίζουν να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με την Ιατρική βιβλιογραφία (Βλ. Αρχές Γενικής Χειρουργικής, τομ. Β, σελ. 568-571, των Καθηγητών Χειρουργικής Γιάννη Παπαδημητρίου και Γιώργου Ανδρουλάκη, που αναγνώσθηκε), τα συρίγγια του πρωκτού και ορθού αποτελούν ανώμαλη επικοινωνία του πρωκτού και του ορθού με τα παρακείμενα (κόλπος, ουρήθρα, ουροδόχος κύστη, δέρμα). Ως εκ τούτου διακρίνονται αντιστοίχως σε ορθοκολπικά, ορθοουρηθρικά, ορθοκυστικά και περιεδρικά (= επικοινωνία με το δέρμα). Σε κάθε τέλειο συρίγγιο διακρίνουμε εξωτερικό και εσωτερικό στόμιο ως και ένα συριγγώδη πόρο (=σωληνοειδή κοιλότητα της οποίας ο αυλός επαλείφεται υπό κοκκιώδους ιστού). Ο πόρος του συριγγίου δυνατόν να έχει δύο ή και τρία εξωτερικά στόμια. Η θεραπεία των συριγγίων είναι μόνον χειρουργική και κατά την εγχείρηση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πορεία και η σχέση του συριγγώδους πόρου με το σφικτηριακό μηχανισμό του πρωκτού και να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή για τη διατήρηση της ακεραιότητας των σφιγκτήρων λόγω του κινδύνου της ακράτειας. Συνεπώs, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διενέργεια των ανωτέρω προεγχειρητικών εξετάσεων ήταν απολύτως αναγκαία, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού του κατηγορουμένου, στις οποίες όμως όπως αποδείχθηκε δεν προέβη ο, κατηγορούμενος. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν η σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της παθούσας και μάλιστα η πρόκληση μεγάλης λέπτυνσης του έσω σφιγκτήρα, χαμηλής πίεσης ηρεμίας και πλήρους απουσίας πίεσης σύσφιξης, η οποία της προκάλεσε, αρχικά μεν, ακούσια απώλεια κοπράνων μεγάλου βαθμού, αερίων και πύου, στη συνέχεια δε, εκτεταμένη φλεγμονή, αδυναμία σύγκλεισης του σφιγκτήρα του πρωκτού καθώς και κίνδυνο μόλυνσης του τραύματος από τα κόπρανα. Ετσι η σωματική βλάβη της παθούσας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις προαναφερθείσες αμελείς παραλείψεις του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της δεύτερης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που του αποδίδει το κατηγορητήριο και περιγράφεται ειδικότερα ως προς τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση στοιχεία στο διατακτικό... Τέλος, πρέπει να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος της δεύτερης πράξης, οι ελαφρυντικές περιστάσεις τoυ άρθρου 84 παρ.2α,β του ΠΚ., διότι αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε έως το χρόνο που τελέστηκε η ανωτέρω παράνομη πράξη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και στην πράξη του αυτή δεν οδηγήθηκε από ταπεινά αίτια... ". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, με πληρότητα αιτιολογίας προσδιορίζεται η προκληθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη και οι ενέργειες και παραλείψεις του κατηγορουμένου ιατρού οι οποίες αιτιωδώς συνδέονται με το αποτέλεσμα. Η αιτίαση ότι η απόφαση αναφέρεται μόνο στην κατάθεση του μάρτυρα Μ1 καθώς και στην προσκομισθείσα από την πολιτικώς ενάγουσα ιατρική βιβλιογραφία και δεν αξιολογείται η κατάθεση των λοιπών μαρτύρων είναι αβάσιμη. Από το γεγονός ότι εξαίρεται η κατάθεση του ανωτέρω, δεν συνάγεται ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των άλλων μαρτύρων και δεν αξιολογήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα από αυτόν προσκομισθέντα έγγραφα. Περαιτέρω δε, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της, αιτιολογεί για ποιόν λόγο θεωρεί περισσότερο αξιόπιστο τον μάρτυρα αυτό και τέλος με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, την αμέλεια του αναιρεσείοντος χαρακτηρίζει ως μη συνειδητή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583, 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 970, 1259, 1747/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 448/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παππά, περί αναιρέσεως της 62/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Arlindo Ysaj του Refit. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Ιουνίου 2008 και 7 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις τους, αντίστοιχα, αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1545/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντα αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 6 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να γίνει δεκτή εκείνη του δευτέρου εξ αυτών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του Κ.Π.Δ., εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 20-10-2008 αποδεικτικό επίδοσης του ..... γραμματέως καταστήματος κράτησης ..... ο αναιρεσείων Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.10 ν. 2408/96, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β',δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.- IV.Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) Χ2 καταδικάστηκε για Εισαγωγή στη χώρα, κατοχή, μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και παράνομη είσοδο στη χώρα, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως, και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, "Ο Πρόεδρος, διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του δεν γνωρίζουν καλά την ελληνική γλώσσα αλλά ομιλούν την Αλβανική, γι αυτό και διόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠΔ, διερμηνέα την ευρισκόμενη στο ακροατήριο .....,κάτοικο ....., η οποία ορκίστηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 236 παρ. 1 ΚΠΔ, ότι θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση". Η διάταξη όμως αυτή του προέδρου, για τον διορισμό διερμηνέως εκτός του οικείου πίνακα, εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρουν τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις τους, οι κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον παρόντα αναιρεσείοντα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το αναιρετικό αποτέλεσμα πρέπει να επεκταθεί και στον απόντα αναιρεσείοντα, εφόσον πρόκειται για παράβαση της επ' ακροατηρίου διαδικασίας που αφορά και αυτόν (άρθρo 469 ΚΠΔ). - ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.- Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 43/6.6.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 62/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. ΚΑΙ Καταδικάζει τον πιο πάνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. ΙΙ.- Αναιρεί την 62/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον παρόντα αναιρεσείοντα Χ2. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον απόντα αναιρεσείοντα. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διορισμός διερμηνέως εκτός οικείου καταλόγου: απόλυτη ακυρότητα. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Διερμηνέα διορισμός.
1
Αριθμός 447/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 7/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 39/15.7.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1225/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Με την υπ' αριθμ. 39/15-7-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2008 αποφάσεως του Μικτού Εφετείου Κρήτης με την οποία το δικαστήριο αυτό κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Χ για τις πράξεις της από πρόθεση ανθρωποκτονίας, απόπειρας ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοκατοχής, οπλοφορίας και οπλοχρησίας.H αίτηση αναιρέσεως, με λόγο την ελλιπή αιτιολογία της ανωτέρω αποφάσεως, έχει νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθεί. Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί και κατ' ουσίαν. ΙΙ.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου.. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο εκείνου των εγγράφων, να διαλαμβάνει στο σκεπτικό του ότι ελήφθη υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Εφετείο Κρήτης, προκειμένου να καταλήξει στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα επόμενα: "... Επειδή από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που. εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος ο οποίος στην πυλωτή της οικίας που βρίσκεται στα ... και επί της οδού ..., πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα την .... και αποπειράθηκε να φονεύσει τραυματίζοντας σοβαρά τον Ψ, αφού όπως κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες ...., .... και ....., αυτός βρισκόταν την επίμαχη ώρα (23.50' της 18-7-2003) στην οικία του στην ...., ενώ εξάλλου, από την ώρα που συνέβη το περιστατικό αυτό έως τις 01.15'.30" της 19-7-2003 που επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά στην ... ο θείος του Ψ, ο κατηγορούμενος δεν προλάβαινε να διανύσει την απόσταση από την οδό .... στα .... έως την ...., ώστε να βρίσκεται τη συγκεκριμένη ώρα στην οικία του και τέλος, ο παθών δεν είχε πρόσφατη την εικόνα του κατηγορουμένου διότι είχε να τον δεί 4-5 χρόνια...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ από τα πρακτικά της αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων αναγνώσθηκε η με στοιχεία αριθμ. πρωτ.3022/13/13141α/13-10-2003 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, από την επιτρεπτή επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι στις ταινίες λήψης συστατικών από το δεξί χέρι του κατηγορουμένου ανιχνεύθηκε μόλυβδος, την πραγματογνωμοσύνη αυτή, καίτοι είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το δικαστήριο ούτε ρηματικά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως την μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του αλλά ούτε από τις εν γένει παραδοχές της αποφάσεώς του προκύπτει ότι την εξετίμησε προκειμένου να καταλήξει στο απαλλακτικό για τον κατηγορούμενο πόρισμα. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι το συμβάν έλαβε χώρα στην πόλη των .... την 23.50 ώρα της 18-7-2003 και ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο σπίτι του στην ... την 01.15 ώρα, αγόμενο έτσι στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν προλάβαινε σε χρονικό διάστημα μίας ώρας και είκοσι πέντε λεπτών να διανύσει την μεταξύ ... και .... απόσταση, δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ των άνω τόπων για να κριθεί εάν ο κατηγορούμενος είχε ή δεν είχε πράγματι την δυνατότητα εντός του χρονικού διαστήματος της 1 ώρας και 25 λεπτών να καλύψει την άνω απόσταση. Με τα δεδομένα αυτά, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, όσο και ως προς τις εν γένει παραδοχές της δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία, απόπειρα ανθρωποκτονίας, κ.λ.π. για ελλιπή αιτιολογία γενικώς αλλά και γιατί το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης αποφάσεως και παραπομπή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πραγματογνωμοσύνη, Απόφαση αθωωτική.
1
Αριθμός 445/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούρα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 833/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1754/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 536/20-11-2008 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, ενώπιον του δικαστηρίου Σας, την από 5/11/2008 αίτηση του X, με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 833/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού κατά συρροή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι, οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 476/2005 ΠΧ ΝΕ σελ. 987, ΑΠ 1717/2002 ΠΧ ΝΓ-642, ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ-896). Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 833/13-6-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 2469/19-10-2007 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατ'αυτής ασκηθείσα με αριθμό 995/11-7-2006 έφεση του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, δεν ασκήθηκε κατ'αυτής αναίρεση εντός της νομίμου προθεσμίας (βλ. και το με αριθμό 3857/6-10-2008 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου). Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: Στην Αθήνα στις 10/11/2002 από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, ήτοι μετά από συναπόφαση και με κοινή δράστη, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο από κοινού με πρόθεση προκάλεσαν στους παθόντες Ψ και Ζ, με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα και με τη χρήση ενός ξύλου, σωματικές κακώσεις και δη στον πρώτο τούτων μεγάλο θλαστικό τραύμα κατά το τριχωτό της κεφαλής (βρεγματική χώρα) και οίδημα προσώπου και στον δεύτερο τούτων θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής-αριστερά κροταφικά. Από τον τρόπο δε που προκλήθηκαν οι σωματικές αυτές βλάβες, θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή των παθόντων. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας κρίση του, κατέληξε, βασισθέν στην ανάγνωση των ενόρκων καταθέσεων των παθόντων, οι οποίοι απουσίαζαν καθώς και στην ανάγνωση των ιατροδικαστικών εκθέσεων που περιέγραφαν τον τραυματισμό τους. Ο X, διατείνεται ότι δεν έχει καμμία σχέση με τον τραυματισμό των ανωτέρω, ότι για τις σωματικές βλάβες σε βάρος τους καταγγέλθηκε άλλος ομοεθνής τους, του οποίου το επίθετο έμοιαζε με το δικό του και ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησής του προσκομίζει την από 14/11/2006 υπεύθυνη δήλωση του φερομένου ως τραυματισθέντος Ζ (με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του), ο οποίος βεβαιώνει ότι για τη σωματική βλάβη κατήγγειλε τον X και όχι τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας, ότι τον τελευταίο είδε για πρώτη φορά στο δικαστήριο και ότι δεν τον αναγνωρίζει ως δράστη της σε βάρος του τελεσθείσας ληστείας και σωματικής βλάβης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την με αριθμό 2461/2007 απόφασή του, με την προσκόμιση της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης, κήρυξε αθώο τον αιτούντα της ληστείας που του αποδίδοταν και φέροταν ότι τέλεσε σε βάρος του Ψ στις 10-11-2002 με σωματική βία συνιστάμενη στις σωματικές βλάβες που προκάλεσε σ'αυτόν και στον Ζ και καταδικάσθηκε με την με αριθμό 833/13-6-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η επανάληψη της συζήτησης ζητείται με την κρινόμενη αίτηση (βλ. σχετική απόφαση). Από τ'ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι το περιεχόμενο της προσκομισθείσης από τον αιτούντα υπεύθυνης δήλωσης, ως νέο γεγονός, είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο δικαιολογούντα την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν διέπραξε τις σωματικές βλάβες για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι αν η δήλωση αυτή του ενός εκ των παθόντων ήταν γνωστή στους δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική γι'αυτόν απόφαση, η κρίση τους θα ήταν απαλλακτική. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 833/13-3-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και να κηρυχθεί ο αιτών από τούδε αθώος της αποδιδομένης σ'αυτόν αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατά συρροή, μη χρηζούσης παραπομπής της υπόθεσης στο δικάσαν δικαστήριο. Για τους λόγους αυτούς------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι) Να γίνει δεκτή, η από 5/11/2008 αίτηση του X, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 833/13-3-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. ΙΙ) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή. ΙΙΙ) Να κηρυχθεί αθώος ο X για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού κατά συρροή, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 10/11/2002 σε βάρος των Ψ και Ζ. Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι . Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, η από 24-10-2008 αίτηση του X, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ.833/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Με την άνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών καταδικάσθηκε ερήμην για επικίνδυνη σωματική βλάβη και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Ειδικότερα καταδικάσθηκε για το ότι στην Αθήνα στις 10/11/2002 από κοινού µε τους συγκατηγορουµένους του, με συναπόφαση και µε κοινή δράστη, µε πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον σωµατική κάκωση ή βλάβη της υγείας του κατά τρόπο που θα µπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του. Συγκεκριµένα στον προαναφερόµενο τόπο και χρόνο από κοινού µε πρόθεση προκάλεσαν στους παθόντες Ψ και Ζ, µε γρονθοκοπήµατα και λακτίσµατα και µε τη χρήση ενός ξύλου, σωµατικές κακώσεις και δη στον πρώτο τούτων µεγάλο θλαστικό τραύµα κατά το τριχωτό της κεφαλής (βρεγµατική χώρα) και οίδηµα προσώπου και στον δεύτερο τούτων θλαστικό τραύµα τριχωτού κεφαλής-αριστερά κροταφικά. Από τον τρόπο δε που προκλήθηκαν οι σωµατικές αυτές βλάβες, θα µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή των παθόντων. Το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του για τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας, βασισθέν στην ανάγνωση των ενόρκων καταθέσεων των παθόντων, οι οποίοι απουσίαζαν καθώς και στην ανάγνωση των ιατροδικαστικών εκθέσεων που περιέγραφαν τον τραυµατισµό τους. Η παραπάνω υπ' αριθμ. αριθµό 833/13-6-2006 απόφαση του Τριµελούς Εφετείου (Κακουργηµάτων) Αθηνών είναι αµετάκλητη, αφού µε την µε αριθµό 2469/19-10-2007 απόφαση του Γ' Πενταµελούς Εφετείου Αθηνών, η κατ' αυτής ασκηθείσα µε αριθµό 995/11-7-2006 έφεση του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, δεν ασκήθηκε δε κατ'αυτής αναίρεση εντός της νοµίµου προθεσµίας (βλ. και το µε αριθµό 3857/6-10-2008 πιστοποιητικό του Γραµµατέα του Αρείου Πάγου). Ο αιτών X, διατείνεται ότι δεν έχει καµµία σχέση µε τον τραυµατισµό των ανωτέρω, ότι για τις σωµατικές βλάβες σε βάρος τους καταγγέλθηκε άλλος οµοεθνής τους, του οποίου το επίθετο έµοιαζε µε το δικό του και ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίµηση της κρινόµενης αίτησής του, επικαλείται και προσκοµίζει την από 14/11/2006 υπεύθυνη δήλωση του φεροµένου ως τραυµατισθέντος κατά τον άνω τόπο και χρόνο Ζ (µε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του), ο οποίος βεβαιώνει ότι για τη σωµατική βλάβη κατήγγειλε τον X και όχι τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας, ότι τον τελευταίο είδε για πρώτη φορά στο δικαστήριο και ότι δεν τον αναγνωρίζει ως δράστη της σε βάρος του τελεσθείσας ληστείας και σωµατικής βλάβης. Πρέπει δε να σηµειωθεί ότι το Τριµελές Εφετείο Κακουργηµάτων Αθηνών, στο οποίο στη συνέχεια εισήχθη να δικασθεί ο αιτών για την πράξη της ληστείας, µε την υπ' αριθμ.2461/2007 απόφασή του, µε την προσκόµιση της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης, λόγω αμφιβολιών, κήρυξε αθώο τον αιτούντα για την πράξη της ληστείας που του αποδίδονταν και φέρονταν ότι τέλεσε σε βάρος του Ψ στις 10-11-2002 µε σωµατική βία συνιστάµενη στις σωµατικές βλάβες που προκάλεσε σ' αυτόν και στον Ζ. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι το περιεχόµενο της προσκοµισθείσης από τον αιτούντα υπεύθυνης δήλωσης, ως νέο γεγονός, είναι ικανό να θεµελιώσει λόγο δικαιολογούντα την αιτούµενη επανάληψη της διαδικασίας. Κατά την κρίση όμως του συμβουλίου, εκ μόνου του στοιχείου αυτού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ο αιτών δεν διέπραξε και τις σωµατικές κακώσεις εις βάρος και του Ψ για τις οποίες επίσης καταδικάσθηκε, ούτε σε κάθε περίπτωση οι δικαστές που τον καταδίκασαν θα κατέληγαν σε απαλλακτική απόφαση γενικώς και για τις δύο σωματικές βλάβες. Συνεπώς, ακυρουμένης της άνω αποφάσεως, είναι αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως προς διευκρίνιση της υποθέσεως ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου (άθρο 528 παρ.1 εδ.β' Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α.- Δέχεται την από 24-10-2008 αίτηση του X. Β.- Ακυρώνει την υπ' αριθμ.833/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Γ. Παραπέμπει στο ίδιο ως άνω δικαστήριο την υπόθεση, για νέα συζήτηση της αναφερόμενης στο σκεπτικό κατηγορίας κατά του άνω κατηγορουμένου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεκτή αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Ακύρωση αμετάκλητης αποφάσεως και παραπομπή της υποθέσεως.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 444/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1485/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 507/27-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων την από 28-8/1-9-2008 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 1563/26-4-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και τεσσάρων μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, διά παράνομη κατάληψη και παράνομη εκχέρσωση δημοσίας δασικής εκτάσεως, παρήλθε δε άπρακτη η προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως προθεσμία, ως τούτο προκύπτει εκ των σχετικών πιστοποιητικών των αρμοδίων δικαστικών γραμματέων. 'Ηδη αυτός ζητεί, διά της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος "νέα στοιχεία". Επειδή, κατά το άρθρο 525§1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.). Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι διά να είναι παραδεκτή η περί επαναλήψεως της διαδικασίας αίτηση του καταδικασθέντος αμετακλήτως διά κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλουμένου νέα γεγονότα ή αποδείξεις, άνγωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, πρέπει αυτός να εκθέτη στην αίτησή του με πληρότητα και σαφήνεια τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη διά την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως (βλ. ΑΠ 1219/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών κατεδικάσθη αμετακλήτως, διά της ανωτέρω αποφάσεως, διότι την άνοιξη του έτους 2000, στην δασική θέση "....." της Κοινότητος ....., α) αυτογνωμόνως κατέλαβε δημοσία δασική έκταση 491,37 τ.μ. και β) εξεχέρσωσε αυτή χωρίς άδεια του αρμοδίου δασαρχείου ..... και η προξενηθείσα ζημία ανέρχεται στο ποσό των 440,20 ευρώ. Διά της υπό κρίση αιτήσεως αυτός επικαλείται, ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωώτητός του, αφ'ενός μεν την υπ'αριθμ. 390/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, διά της οποίας ο γείτονάς του Α εκηρύχθη αθώος, δι'άνευ αδείας εκχέρσωση δημοσίας δασικής εκτάσεως και πράξεις διακατοχής επ'αυτής, κειμένης στην ως άνω θέση, αφ'ετέρου δε την από Απριλίου 2007 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο καθηγητής Β, με την οποία ο τελευταίος συμπεραίνει, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτών ουδέποτε εξεχέρσωσε δασική βλάστηση στην επίδικη έκταση. Επίσης, ο αιτών επικαλείται δύο φωτογραφίες από 18-2-2007. Όμως, ουδόλως διευκρινίζει, ότι τα ανωτέρω στοιχεία ήσαν άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, αν και το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση ανωτέρω δικαστήριο, ως προκύπτει εκ των πρακτικών αυτής, έλαβε υπ'όψη του πέντε φωτογραφίες της ιδίας ως άνω, ημερομηνίας (18-2-2007), ως και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο ίδιος, ως άνω, καθηγητής, οι δε δύο προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις τούτου δεν φέρουν ημερομηνία συντάξεώς των (αλλά μόνο το έτος: 2007) και είναι ταυτόσημες. Εξ άλλου, ο αιτών δεν διευκρινίζει αν και τα λοιπά επικαλούμενα έγγραφα, δηλαδή το υπ'αριθμ. ..... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Αργυροπούλου-Παπαευθυμίου και το υπ'αριθμ. ..... έγγραφο του Δασαρχείου ....., ήσαν άγνωστα στους καταδικάσαντες αυτόν δικαστές. Αλλ'εφ'όσον αυτός δεν εκθέτει στην κρινομένη αίτησή του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι τα επικαλούμενα ανωτέρω στοιχεία είναι νέα, υπό την προαναφερομένη έννοια, ώστε να καταστή δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως, αυτή είναι απορριπτέα, κατά τα προεκτιθέμενα, ως απαράδεκτη. Εις περίπτωση δε που κριθή παραδεκτή, πρέπει να απορριφθή ως αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα ως άνω στοιχεία, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω πλημμελημάτων, διά τα οποία κατεδικάσθη, ούτε ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 583 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω - Να απορριφθή η από 28-8/1-9-2008 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 1563/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 9 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, η από 28-8-2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1563/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών έχει καταδικασθεί για παράνομη κατάληψη δημόσιας δασικής εκτάσεως και παράνομη εκχέρσωση αυτής και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Οι άνω πράξεις συνίστανται στο ότι την άνοιξη του έτους 2000, στη δασική θέση ..... της περιφέρειας της Κοινότητας ..... α) αυτογνωμόνως επιλήφθηκε δημοσίου κτήματος ευρισκόμενου αναμφισβήτητα στην κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα κατέλαβε αυθαίρετα δημόσια δασική έκταση 491,37 τ.μ η οποία ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ευρίσκεται αναμφισβήτητα υπό τη διαχείριση της δασικής υπηρεσίας του δασαρχείου ..... και β) χωρίς την άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, δηλαδή του Δασαρχείου ..... εκχέρσωσε την ανωτέρω έκταση η οποία καλυπτόταν από πρίνους, σχίνους και ρείκια, χρησιμοποιώντας προς τούτο εκσκαπτικό μηχάνημα, η δε ζημία που προξένησε ανέρχεται στο ποσό των 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ.. Για την παραδοχή της αιτήσεώς του, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει 1) την από του μηνός Απριλίου 2007 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία συνέταξε ο Β, καθηγητής της σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π. Θεσσαλονίκης 2) δύο φωτογραφίες υπό ημερομηνία 18-2-2007 και 3) την υπ' αριθμ. 390/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλη/κείου Χαλκιδικής με την οποία ο εις την αυτήν θέση γείτονάς του Α αθωώθηκε της κατηγορίας για κατάληψη δημόσιας δασικής εκτάσεως. Τα ανωτέρω επικαλούμενα υπό τους αριθμούς 1 και 2 γεγονότα-αποδείξεις δεν είναι νέα στοιχεία, αφού, από την επισκόπιση των πρακτικών της άνω υπ' αριθμ. 1563/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά περιελαμβάνοντο στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, το δικαστήριο τα ανέγνωσε και τα εξετίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στην περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Τέλος, το ότι με την προαναφερθείσα απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο Α για όμοια κατηγορία, το γεγονός αυτό τόσο από μόνο του όσο και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο έκρινε ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αιτών τέλεσε τις άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες δικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Αυγούστου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ.1563/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Τα επικαλούμενα ως νέα στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του εφετείου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 443/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Νάκη - Αποστόλου, περί αναιρέσεως της 226/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4.3.2008 και 6.8.2008 έξι αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως και στα από 21.9.2008 τρία αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1331/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠΔ δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεκδικάζεται με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 226/2008 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η αναιρεσείουσα Χ1 άσκησε εμπροθέσμως την από 4-3-2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, την κοινοποιηθείσα στις 18-8-2008 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από 6-8-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως. Καθ' όμοιο τρόπο, με δήλωση στο γραμματέα και με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της αυτής αποφάσεως και με τις ίδιες ημερομηνίες άσκησαν από δύο αιτήσεις αναιρέσεως, καθένας χωριστά, και οι αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3. Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης των άνω αιτήσεων αναιρέσεως καθενός αναιρεσείοντος, η δεύτερη αίτηση αυτών, στρεφομένη κατά της αυτής αποφάσεως είναι παραδεκτή και γι' αυτό πρέπει όλες οι προαναφερθείσες αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσία. Με τις αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν και οι από 21-9-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως καθενός αναιρεσείοντος, που παραδεκτά ασκήθηκαν με εμπροθέσμως την 26-9-2008 κατατεθέν δικόγραφο προσθέτων λόγων. ' 2.-Για τη στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο. 224 παρ. 2 ΠΚ εγκλήματος, της ψευδορκίας απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και αφετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Συνεπώς στην καταδικαστική απόφαση είναι αναγκαίο, εκτός των άλλων, να εκτίθενται τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους πείσθηκε το δικαστήριο, τόσο για το ότι είναι ψευδή τα κατατεθέντα γεγονότα, όσο και για το ότι ο δράστης εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα. Η παράλειψη της εκθέσεως με πληρότητα και σαφήνεια των παραπάνω στοιχείων, στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη κατά τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρ. 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τον Χ3: "...Ο εκκαλών κατηγορούµενος Χ3 ενώ εξετάζονταν ενόρκως, ως µάρτυρας ενώπιον αρµόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς τα παρακάτω περιστατικά και συγκεκριµένα εξεταζόμενος στις 20-9-2000 ενώπιον του πταισµατοδίκη Χαλανδρίου κατέθεσε εν γνώση του τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούµενοι σκοπίµως υπεξαίρεσαν πλήθος έγγραφων που µέχρι στιγµής έχουν διαπιστώσει ότι είναι κλήσεις (κλητήρια θεσπίσµατα) από το Μονοµελές Πληµµελειοδικείο Πειραιά για επιταγές δήθεν ακάλυπτες που πλαστογράφησαν οι κατηγορούµενοι και η απόκρυψη των εγγράφων σκοπό είχε να καταδικαστεί σε πολυετείς φυλακίσεις ώστε να µπορέσουν να αρπάξουν την περιούσια της κάτι που κατόρθωσαν ήδη. Επίσης αφορούσε την κοινοποίηση από τις καπνοβιοµηχανίες διαταγών πληρωµής εις βάρος της κόρης µου που η απόκρυψη σκοπό είχε να µην µπορέσει να ασκήσει ανακοπές κατά των διαταγών πληρωµής, ώστε να τελεσιδικήσουν και στην συνεχεία να µπορέσουν να στραφούν κατά της εγγυήτριας ανωνύµου εταιρείας PLAISANCE ώστε να ικανοποιηθούν οι δανεισταl κάτι που έπραξαν ήδη. Πλην των ανωτέρω εγγράφων οι κατηγορούµενοι έχουν υπεξαιρέσει έγγραφα φορολογικά, το βιβλιάριο µου του Ταµείου Εµπόρων και αλλά έγγραφα που µέχρι στιγµής αγνοούµε ". Όλα αυτά ήταν ψευδή και ο κατηγορούµενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Όμως, με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, παρά το ότι στο σκεπτικό και το διατακτικό μνημονεύει, επαναλαμβάνοντας απλώς το γενικό και αόριστο νομικό ορισμό ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς, στη συνέχεια κατά την εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και έχουν πιο πάνω παρατεθεί, δεν εκθέτει από ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε και βάσει ποίων σκέψεων και συλλογισμών πείσθηκε ότι τα περιστατικά που κατέθεσε ήσαν ψευδή και αφετέρου ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε αυτά τελούντας εν γνώσει της αναληθείας. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική ποινική δίωξη ως στη συνέχεα θα εκτεθεί. 3.-Μεταβολή κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και από την οποία δηµιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, σύµφωνα µε το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ.Α σε συνδυασµό µε το 171 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και στη περίπτωση, που ο διάφορος χρονικός προσδιορισµός τέλεσης του εγκλήµατος, ασκεί επιρροή στην εξάλειψη του αξιόποινου µε την παραγραφή. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες, με το υπ' αριθμ. 1202/2003 κλητήριο θέσπισμα παραπέμφθησαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου για να δικασθούν α) η μεν Χ1 για ψευδορκία μάρτυρα φερόμενη ως τελεσθείσα την 8-2-2000 και για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία της Χ2 και Χ3 με χρόνους τελέσεως την 20-2-2000 και 20-9-2000 β) η δε Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα, φερόμενη ως τελεσθείσα την 20-2-2002. Ως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ...., το άνω κλητήριο θέσπισμα, επιδόθηκε σε αυτούς την 3-3-2005, για τις πράξεις δε αυτές εισήχθηκαν εις δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 6η Ιουνίου 2007 και κατεδικάσθηκαν. Το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του που δίκασε την υπόθεση στις 5-2-2008, δηλαδή πριν συμπληρωθεί οκταετία από την τέλεση των άνω πράξεων, δέχθηκε ότι από τις παραπάνω πράξεις εκείνη της ψευδορκίας της Χ1 τελέσθηκε την 8-2-2001, της Χ2 την 20-2-2001 και της ηθικής αυτουργίας της πρώτης επίσης την 20-2-2001 ενώ δεν μετέβαλε τον χρόνο τελέσεως της πράξεως της ψευδορκίας του Χ3 και με τους άνω χρόνους κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Έτσι όμως μετέβαλε ανεπίτρεπτα την κατηγορία για την οποία κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, αφού επιμήκυνε τον χρόνο της παραγραφής ως προς τις δύο πρώτες, δεδομένου ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και με τον αναφερόμενο εις αυτόν χρόνο τελέσεως των πράξεων είχε συμπληρωθεί πενταετία, με αποτέλεσμα από την μετάθεση του χρόνου αυτού να μην εφαρμόσει τις περί παραγραφής διατάξεις και να χειροτερεύσει τη θέση των κατηγορουμένων σύµφωνα µε τα άρθρα 470 ΚΠΔ και 111 παρ 1 και 113 ΠΚ, από τη µη εφαρµογή των οποίων δηµιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς, κατά παραδοχή του συναφούς περί απολύτου ακυρότητας λόγου αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, πρέπει να αναιρεθεί και ως προς αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να εξετασθεί το ζήτηµα της παραγραφής και των πράξεων αυτών.. 4.- Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β', 370εδ.β'και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ3 και η πράξη της ηθικής αυτουργίας της αναιρεσείουσας Χ1 σε ψευδορκία του ανωτέρω Χ3 τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος ( άρθρα 18, 46 παρ.1, 224 παρ.2 Π.Κ ), φέρεται δε ότι τελέσθηκαν η μεν πρώτη στο .... στις 20-9-2000, η δε δεύτερη στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο. Έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (12-12-2008) παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Ομοίως, η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία καταδικάσθηκε η Χ1 και η Χ2 και η πράξη της ηθικής αυτουργίας της πρώτης σε ψευδορκία της δεύτερης φέρεται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα την 8-2-2000, την 20-2-2000 και την 20-2-2000, αντίστοιχα, έκτοτε δε και μέχρι την 3-3-2005 κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα παρήλθε πενταετία και εξαλείφθηκε το αξιόποινο των πράξεων αυτών με παραγραφή. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις και των τριών αναιρεσειόντων περιέχουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις άνω πράξεις, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 226/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των α) Χ3 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται ότι τελέσθηκε στο .... την 20 Σεπτεμβρίου 2000 β) Χ1 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 8-2-2000 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων που φέρεται ότι τελέσθηκε την 20-2-200 και την 20-9-2000 και γ) Χ2 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 20-2-2000. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα λόγο μεταβολής χρόνου τελέσεως των πράξεων που επηρεάζει την παραγραφή. Παραγραφή των πράξεων. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 442/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 275/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...... που δεν παρέστη στο ακροατήριο και συγκατηγορουμένη την ..... Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορόν του και τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής ..... ήταν πλοιοκτήτης και ασχολείτο με υπερπόντια αλιεία και εμπορία ψαριών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ...... εκτός των άλλων, ανέπτυσσε την ίδια δραστηριότητα με εκείνη του μηνυτή από πολλών ετών. Οι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής είχαν δημιουργήσει και στενές φιλικές σχέσεις. Τον Απρίλιο του έτους 1995, ο μηνυτής αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και γι' αυτό ζήτησε δανειακή διευκόλυνση από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι αρχικά του χορήγησαν δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών. Όμως ο μηνυτής δεν μπόρεσε να επιστρέψει το δάνειο και τους τόκους αυτού, κατά τη λήξη του, αλλά ούτε και κατά τις λήξεις των πολλών παρατάσεων που επακολούθησαν. Μέχρι τις 15-7-1997 ο μηνυτής είχε καταβάλει με τραπεζιτικές επιταγές στους κατηγορούμενους για τόκους του δανείου το ποσό των 20.000.000 δραχμών, στο οποίο περιλαμβανόταν αθέμιτος τόκος 11.431.810 δραχμών. Από τον Αύγουστο του 1997 ο μηνυτής δεν διέθετε πλέον επιταγές για την καταβολή των τόκων, οπότε συμφώνησε με τους κατηγορούμενους την κεφαλαιοποίηση των τόκων από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 1997 με επιτόκιο 3,30% μηνιαίως και προς εξασφάλιση του ποσού αυτού, τους παρέδωσε στις 9-9-1997 μία (1) συναλλαγματική αποδοχής του μηνυτή σε διαταγή του δεύτερου κατηγορουμένου ποσού 33.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο και στους τόκους του μηνός Αυγούστου 1997. Στη συνέχεια και δη: στις 30-10-1997 συμφωνήθηκε η αντικατάσταση της ανωτέρω συναλλαγματικής και στις 23-11-1997, παραδόθηκαν από το μηνυτή στους κατηγορουμένους 4 συναλλαγματικές, εκδόσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, σε διαταγή του και αποδοχής του μηνυτή, ποσού 12.500.000 δρχ. η κάθε μία και συνολικά 50.000.000 δραχμών, λήξεως την 28-2-1998 οι δύο και την 10-3-1999 οι υπόλοιπες δύο. Αυτές δόθηκαν προκειμένου να προεξοφληθούν από τους κατηγορουμένους, να κρατήσουν αυτοί 34.000.000 δραχμές, που αντιστοιχούσαν σε 30.000.000 δραχμές για κεφάλαιο και 4.000.000 δραχμές για τόκους των μηνών Αυγούστου - Νοεμβρίου 1997 και να αποδώσουν στον μηνυτή το υπόλοιπο ποσό των 16.000.000 δραχμών. Στις εν λόγω συναλλαγματικές δεν είχαν συμπληρωθεί ο τόπος έκδοσης και αποδοχής καθώς και η ημερομηνία έκδοσης τους. Τα ελλείποντα αυτά στοιχεία τους συμφώνησαν να συμπληρωθούν στην τράπεζα που θα υποδείκνυε ο δεύτερος κατηγορούμενος και η οποία θα εξοφλούσε τις 4 συν/κές, παρουσία και του μηνυτή και οπωσδήποτε με την έγκριση του, οπότε ο τελευταίος θα έπαιρνε το ανωτέρω ποσό των 16.000.000 δραχμών και ο κατηγορούμενος το υπόλοιπο ποσό των συν/κών. Τη συμφωνία αυτή εκτός από τα ανωτέρω πρόσωπα, γνώριζε και η πρώτη κατηγορουμένη σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου. Όμως ο 2ος κατ/νος στις:7-1 2001, παρά την σχετική συμφωνία του με το μηνυτή, να μην συμπληρωθούν τα ως άνω στοιχεία των συναλλαγματικών, αυτός από πρόθεση ανέγραψε ιδιοχείρως, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής την Αθήνα και ως ημερομηνία έκδοσης την 23-11-1997, χωρίς ο μηνυτής, ...., να γνωρίζει ή να έχει συναινέσει για τη συμπλήρωση αυτή. Στην ενέργεια του αυτή ο εν λόγω κατ/νος, προέβη για να παραπλανήσει το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον του οποίου προσκομίστηκαν οι 4 συναλλαγματικές, σχετικά με το ότι ήταν νόμιμα συμπληρωμένες και ως προς τα ανωτέρω ελλείποντα στοιχεία. Πράγματι ο σκοπός του επιτεύχθηκε, γιατί η πρώτη κατηγορουμένη, τις προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο και έτσι παραπλάνησε το Δικαστή αυτού. Αυτό έγινε γιατί παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι οι συν/κές ήταν νόμιμες ως προς όλα τα στοιχεία τους και ότι το δικαστήριο της Αθήνας ήταν κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση αυτή, αποκρύπτοντας συγχρόνως σχετική συμφωνία μεταξύ αυτής και του μηνυτή σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο δεν ήταν 50.000.000 δρχ. αλλά 43.000.000 δρχ. και δεν οφείλονταν τόκοι υπερημερίας. Με τις νοθευμένες αυτές 4 συν/κές, η πρώτη κατ/νη πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 146/2002 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε ο μηνυτής να καταβάλει σ' αυτήν 50.000.000 δραχμές και ήδη 146.735, 14 ευρώ συνολικά, πλέον τόκων από τη λήξη κάθε συν/κής και εξόδων. Με την πράξη της αυτή έβλαψε την περιουσία του μηνυτή κατά το ανωτέρω ποσό, με αποτέλεσμα να το αποκομίσει αυτή, καθώς και ο δεύτερος κατ/νος-σύζυγός της αντίστοιχο παράνομο όφελος, σύμφωνα με τον αρχικό τους σκοπό. Εν τω μεταξύ με την ως άνω νόθευση των ως άνω συναλλαγματικών, ο δεύτερος κατ/νος παρέσχε από πρόθεση συνδρομή στη σύζυγο του στην τέλεση της ως άνω πράξεως της, αφού τις παρέδωσε σ' αυτήν, πριν από τη διάπραξη απ' αυτήν της απάτης στο δικαστήριο και στη συνέχεια αυτή πέτυχε με εξαπάτηση του Δικαστηρίου την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη με την υποβολή ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 7-1-2001 αίτησης της για έκδοση διαταγής πληρωμής, επεδίωξε και πέτυχε με τον ανωτέρω τρόπο, εκτός των άλλων και επιδίκαση τοκογλυφικών τόκων ποσού 6.991.200 δραχμών κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Κατ' ακολουθία όλων αυτών και όσων αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας απόφασης αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ανωτέρω πράξεις. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Ενώ δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, τις απολογίες των κατηγορουμένων και έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν από τους κατ/νους και αναγνώστηκαν. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, του ότι η μεν πρώτη κατ/νη έζησε ως τον χρόνο των ως άνω πράξεων της έντιμη εν γένει ζωή, ο δε δεύτερος κατ/νος του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, οι οποίες και τους είχαν αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Τέλος ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί παραγραφής των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφού η τέλεση των εν λόγω πράξεων έλαβε χώρα στις 7-1-2001, με αποτέλεσμα να μην έχουν υποπέσει στην επικαλούμενη παραγραφή όλες οι ανωτέρω πράξεις, αφού δεν έχει παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή τους". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία ενόψει του ότι δέχεται ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος αναφέρει μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπό τον αριθμ. 14 ότι ο χρόνος που τελέσθηκε η παραπάνω πράξη είναι η 7-1-2001 και ότι από του χρόνου αυτού μέχρι της εκδικάσεώς της δεν παρήλθε συμπεριλαμβανομένης και της αναστολής ο απαιτούμενος χρόνος (20 έτη) για την παραγραφή της. Η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν τα υπό τον αριθμ. 14 αναγνωστέα έγγραφα είναι αβάσιμη δεδομένου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη της τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ανωτέρω. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από δύο (2) Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της με αριθ. 275/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού παραγραφής. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Παραγραφή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 440/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Χ1 και 2 Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Απριλίου 2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 689/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις υπ'αριθμ. Α) 405/6-8-2008, Β) 405 Α/23-9-2008 και Γ) 405/27-11-2008 εισαγγελικές προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α) Εισαγγελική πρόταση με αριθμό 405/6-8-2008. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας μετά της σχετικής δικογραφίας, κατ'άρθρ. 485§1 Κ.Π.Δ., 1) την υπ'αριθ. 63/9-4-2008 αίτησιν αναιρέσεως του Χ1 και 2) 64/9-4-2008 αίτησιν αναιρέσεως της Χ2 κατά του υπ'αριθ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου εις αναίρεσιν, σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482§1 στοιχ.α' Κ.Π.Δ., με τις δηλώσεις των αναιρεσειόντων εις τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για τις οποίες συνετάχθησαν αι προδιαληφθείσαι εκθέσεις, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη εις τούτους την 31-3-2008 και επομένως είναι τυπικά δεκτές. Με τα υπό κρίσιν ένδικα μέσα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης τους εκ του αρθρ. 484§1 στοιχ.β' και δ', της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. II) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 2276/2007 βούλευμα του, (όπως συνεπληρώθη με το υπ'αριθ. 2680/2007 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου), παρέπεμψε τους αναιρεσείονας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθούν ο μεν πρώτος για τις πράξεις: α)της απάτης κατ'εξακολούθησιν από την οποία η προκληθείσα συνολική ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσης κατ'επάγγελμα και β)της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και το είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, η δε δευτέρα επίσης για την πράξιν της απάτης κατ'εξακολούθησιν από την οποίαν η προκληθείσα συνολική ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσης κατ'επάγγελμα (αρθρ. 45, 98, 386§§1, 3 στοιχ.α' 375§§1 εδ.β' Π.Κ., ως αντικ. δι'αρθρ. 14§4 και 14§3α ν. 2721/1999, αντιστοίχως. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ησκήθη έφεσις υπό των κατηγορουμένων επί των οποίων εξεδόθη το προσβαλλόμενον ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθ. 348/2008 δια του οποίου απερρίφθησαν κατ'ουσίαν οι ως άνω εφέσεις και μετά από βελτίωση της κατηγορίας, ως προς τον πρώτον μεν κατηγορούμενον γι την πράξιν της υπεξαίρεσης, ως κατ'εξακολούθησιν τελεσθείσης υπ'αυτού, ως προς την δευτέραν δε για τηνπράξιν της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθησιν, τελεσθείσης υπ'αυτής κατ'επάγγελμα, εις την υπό του πρώτου τελεσθείσαν ως άνω πράξιν της απάτης εις βαθμόν κακουργήματος, παρέπεμψε τούτους εις το ακροατήριον του ως άνω δικαστηρίου για να δικασθούν επί ταύταις. Ill) Από τις διατάξεις του αρθρ. 386§§1, 3 Π.Κ., όπως η παρ.3 αντικατεστάθη με το αρθρ. 1 §11 του ν. 2408/96, προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανώμενου ή τρίτου, ασχέτως αν επετεύχθη ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους και περαιτέρω, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά δε την αντικατάσταση της παρ.3 από το αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, απαιτείται επιπροσθέτως, το συνολικό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή η συνολική ζημία που επροξενήθη στον παθόντα, να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ). Το πρόσωπο που παρεπλανήθη, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στην βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Περαιτέρω, κατά την έννοιαν της διατάξεως του άρθρ. 47 παρ. 1 ΠΚ, εκείνος ο οποίος, εκτός της περιπτώσεως της αμέσου συνεργείας, σύμφωνα με το άρθρ. 46 παρ. 1β' Π.Κ., παρέσχε εκ προθέσεως εις τον πράξαντα οιανδήποτε συνδρομή, προ της τελέσεως ή κατά την τέλεσιν της υπό τούτου διαπραχθείσης αξιοποίνου πράξεως, θεωρείται απλούς συνεργός. 'Ετσι επί απλής συνεργείας εις απάτην ο δόλος του συνεργού συνίσταται εις την γνώσιν της παροχής ηθελημένης συνδρομής εις την εκτελουμένην υπό του υπαιτίου άδικον ταύτην πράξιν και δεν απαιτείται να επιδιώκεται υπό του συμμετόχου τούτου ίδιον περιουσιακό όφελος (Α.Π. 1281/85 Ποιν.Χρ. ΛΣΤ' σελ. 272, Α.Π. 2/1984 Ποιν.Χρ. ΛΔ' σελ. 682). Εξάλλου η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τέλεσης της πράξης, προσδιορίζεται ήδη σαφώς από την διάταξη του άρθρ. 13 εδ. στ' Π.Κ., όπως προσετ. δι'άρθρ. 1§1 ν. 2408/96. 'Ετσι από την εν λόγω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η κατ'επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει και όταν μία μόνο φορά ετελέσθη η πράξη όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου που καταδεικνύει ότι ο δράστης έχει διαμορφώσει υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, παράλληλα δε προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθησιν, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς να προσαπαιτείται να υπάρχουν και προηγούμενες καταδίκες του δράστη. Περαιτέρω από το άρθρ. 98 Π.Κ. προκύπτει ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Ειδικότερα σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ'εξακολούθηση. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρι ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μία μοναδική πράξη απάτης (Α.Π. 1506/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 309, Α.Π. 17/2004 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 594, Α.Π. 692/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ' σελ. 47, Α.Π. 822/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ" σελ. 135). Περαιτέρω από τις διατάξεις των αρθρ. 94§1 και 98§2 Π.Κ., όπως το τελευταίο συνεπληρώθη δι'αρθρ. 14§1 ν. 2721/1999, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους που προκύπτουν από το κατ'εξακολούθησιν έγκλημα λαμβάνεται υπ'όψιν το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικότερων πράξεων και όχι το μεμονωμένο αντικείμενο κάθε μιας από αυτές, υπό την πρόσθετη όμως υποκειμενική προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις σ'αυτό το συνολικό αποτέλεσμα, εν αντιθέσει προς την διάταξη του αρθρ. 16§2 ν.δ. 2576/1953, η οποία είχε εισαγάγει για πρώτη φορά (μέχρι την ψήφιση του ν. 2721/99) σύστημα αθροιστικού υπολογισμού του οφέλους ή της ζημίας, που προκύπτουν από τις μερικότερες πράξεις των κατ'εξακολούθησιν εγκλημάτων του αρθρ. 1 ν. 1608/50, όπου όμως δεν απαιτείται η παραπάνω πρόσθετη υποκειμενική προϋπόθεση (Α.Π. 1518/99 Ποιν.Χρ. ΜΘ' σελ. 933, ΑΠ. 1605/99 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 791). Έτσι ορθώς επισημαίνεται ότι ο εν λόγω "συνολικός σχεδιασμός" διαφέρει από τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση του κατ'εξακο-λούθηση εγκλήματος "δόλο εξακολούθησης" κατά το ότι για την εφαρμογή του αρθρ. 98 §2 Π.Κ., δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι η απόφαση για την τέλεση κάθε μεταγενέστερης πράξης εμφανίζεται ως συνέχεια των προηγούμενων αποφάσεων, αλλά απαιτείται επί πλέον να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ήδη κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερον του ελαχίστου ορίου, που καθορίζεται κάθε φορά στο νόμο. Εκ τούτων σαφώς συνάγεται ότι με την νέα ρύθμιση του αρθρ. 98 §2 Π.Κ. διαμορφώνεται η μετάβαση από την βασική στην διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του αυτού εγκλήματος με ποσοτικά κριτήρια, και δεν περιορίζεται πλέον εις τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαιώσεως εις τα οποία αρχικώς εισήχθη με τον ν. 2408/96, αλλά έχει γενικευθεί μετά τον ν. 2721/99, σε όλα σχεδόν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας (απιστίας περί την υπηρεσία, αρθρ. 256 περ.β' Π.Κ., υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αρθρ. 256 περ.β' Π.Κ., υπεξαίρεσης αρθρ. 375§1β Π.Κ., απάτης, αρθρ. 386 στοιχ. α' Π.Κ. κ.λ.π.). Περαιτέρω από την διάταξη του αρθρ. 375§1 Π.Κ. στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά τον χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, ως αντικατεστάθη δι'αρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96, "αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαιρέσεως) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά τον ν. 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητος του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ'αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής (Α.Π. 1600/2004 Ποιν.Χρον. ΝΕ' σελ. 645, Α.Π. 2328/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ" σελ. 811). Εξάλλου από τις διατάξεις των αρθρ. 375§1 και 386§1 Π.Κ. συνάγεται ότι εκάστη των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως και απάτης, οι οποίες περιγράφονται σ'αυτές, απαρτίζεται από διάφορα συστατικά στοιχεία. Γι'αυτό, αν δράστης και των δύο αυτών εγκλημάτων είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική, κατ'άρθρ. 94 §1 Π.Κ., συρροή τους, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε ένα τούτων στρέφεται κατά διαφόρου υλικού αντικειμένου (Α.Π. 1485/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 425). Αν όμως και τα δύο αυτά εγκλήματα στρέφεται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τούτων φαινόμενη πραγματική συρροή. Τούτο μπορεί να συμβεί: α)όταν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και εν συνεχεία επιχειρεί απατηλές πράξεις, προκειμένου να συγκαλύψει την υπεξαίρεση του ή να διατηρήσει την κατοχή του και β)όταν ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο ξένο κινητό πράγμα. Στην πρώτη περίπτωση, η περιουσιακή βλάβη του άλλου, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της απάτης, έχει ήδη επέλθει με την υπεξαίρεση του πράγματος και, επομένως, βρισκόμαστε προ φαινόμενης πραγματικής συρροής υπεξαιρέσεως, η οποία και μόνο πραγματώνεται και μη τιμωρητής υστέρας πράξεως απάτης, η οποία απορροφάται από την υπεξαίρεση. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για υπεξαίρεση και όχι και για απάτη. Στην δεύτερη περίπτωση, η υπεξαίρεση αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα πράξη, η οποία απορροφάται από την απάτη και επομένως ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για απάτη και όχι και για υπεξαίρεση (Α.Π. 1840/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ' σελ. 814, Α.Π. 512/1990 Ποιν.Χρον. Μ' σελ. 1158, Α.Π. 773/1989 Ποιν. Χρον. Μ' σελ. 159, Α.Π. 892/1985 ΝοΒ 33, σελ. 1246). Διάφορη αρμόζει λύση: α)όταν ο αποκτήσας με απατηλή συμπεριφορά την κατοχή του ξένου κινητού πράγματος, δεν το αποδίδει, εν συνεχεία εις εκείνον στον οποίον υποχρεούται να το αποδώσει, βάσει υφισταμένης εννόμου σχέσεως μ'αυτόν, ο οποίος είναι πρόσωπο διάφορο του απατηθέντος, αλλά το ιδιοποιείται, κατά παράβαση της ανωτέρω εννόμου σχέσεως και, συνεπώς, παρανόμως (περίπτωση στην οποία αναφέρεται η Ολ.Α.Π. 1093/1991 ΝοΒ 40, σελ. 132, Ελ.Δικ. 32/1169, Ποιν.Χρον. MB' σελ. 39), όπως, όταν ο αντιπρόσωπος, κατά παράβαση, και επομένως παρανόμως, της υφισταμένης εννόμου σχέσεως, από την οποία απορρέει η εξουσία του προς αντιπροσώπευση, δεν αποδίδει στον αντιπροσωπευόμενο, αλλά παρακρατεί για τον εαυτό του το ξένο κινητό πράγμα, το οποίο, με απατηλή, έναντι τρίτου, διαφόρου του αντιπροσωπευομένου, συμπεριφορά, έλαβε στην κατοχή του, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου και β)όταν ο δράστης, αποσκοπών αποκλειστικώς στην χρήση του ξένου κινητού πράγματος, αποκτά στην κατοχή του με απατηλή συμπεριφορά, στην συνέχεια όμως, βάσει μεταγενέστερος αποφάσεως του, μη αρκούμενος πλέον στην χρήση του, το ιδιοποιείται, καθόσον στην περίπτωση αυτή (στην οποίαν αναφέρονται οι Α.Π. 955/1998 ΝοΒ 47, σελ. 98, Ποιν.Χρον. Μθ' σελ. 542, Α.Π. 465/95 Ποιν.Χρον. ΜΕ' σελ. 1233), η υπεξαίρεση διευρύνη την αρχική βλάβη, προσβάλλοντας το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας κατά τρόπο διάφορο της απάτης, εφόσον, εκτός από την απλή αποστέρηση της κατοχής, ως συνέπεια της απάτης ο ιδιοκτήτης, με την νέα πράξη, αποστερείται πλέον οποιασδήποτε εξουσίας επί του πράγματος, με συνέπεια η υπεξαίρεση να είναι αυτοτελής, έναντι της προηγουμένης πράξεως της απάτης. Εξάλλου από τις διατάξεις των αρθρ. 308§6 και 171 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το αρθρ. 484§1 στοιχ. α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, δημιουργείται όταν ο Ανακριτής πριν να διαβιβάσει την δικογραφία στον Εισαγγελέα δεν γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο την περάτωση της ανακρίσεως για να ασκήσει ο τελευταίος τα από τα αρθρ. 101 Κ.Π.Δ. δικαιώματα του όχι δε και όταν η παράλειψη αυτής αναφέρεται στον πολιτικώς ενάγοντα. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον επήλθε απόλυτος ακυρότης εκ του λόγου ότι ο Ανακριτής πριν να διαβιβάσει την δικογραφία στον Εισαγγελέα δεν γνωστοποίησε το πέρας της ανάκρισης στον πολιτικώς ενάγοντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. (Α.Π. 76/99 Ποιν.Χρ. Μθ' σελ. 409). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από το αρθρ. 139 Κ.Π.Δ. και 93§3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγων αναιρέσεως από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία παρεπέμφθη. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 484§1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., συνιστά λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, γιατί εις το πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 43/2000 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 127). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 348/2008 βούλευμά του, όπως αυτό προκύπτει, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, τις σκέψεις της οποίας συνολικά υιοθέτησε και ενσωμάτωσε στις αιτιολογίες του, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι εγκαλούσες Θ και Ζ, διατηρώντας πολυετή φιλική σχέση, διέμεναν μαζί σε διαμέρισμα επί της οδού ...., ιδιοκτησίας της πρώτης, στην οποία επιδόθηκε την 19-2-2002 η από 18-2-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία των συγγενών εξ αίματος της δεύτερης ... (πρώτου εξαδέλφου της), .... (ανιψιού της) και .... (ανιψιά της), με την οποία της εδήλωσαν ότι είχαν την πρόθεση να υποβάλουν αίτηση για την δικαστική συμπαράσταση της συγγενούς τους δεύτερης εγκαλούσας, λόγω προφανούς έλλειψης πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητός της, καλούσαν δε την ίδια (πρώτη εγκαλούσα) να απέχει από πράξεις που ενείχαν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της και να τους χορηγήσει διάφορα έγγραφα, σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία και την υγεία της συγγενούς τους, καθώς και αντίγραφα των πληρεξουσίων με βάση τα οποία ασκούσε αυτή τη διαχείριση της περιουσίας της. Μετά από αυτά, οι εγκαλούσες ζήτησαν την νομική συνδρομή του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο απευθύνθηκαν μετά από σύσταση του φίλου τους ...., για να απαντήσει στην ανωτέρω Εξώδικη Δήλωση - Πρόσκληση -Διαμαρτυρία. Για το σκοπό δε αυτό η πρώτη εγκαλούσα Θ με την από 21-2-2002 εξουσιοδότηση της τον διόρισε πληρεξούσιο της, προκειμένου να αναλάβει την διευθέτηση της διένεξης, η οποία είχε προκύψει από την ανωτέρω εξώδικη δήωλση-πρόσκληση-διαμαρτυρία. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα την 15-3-2002, αφού είχαν ήδη και οι δύο εκκαλούντες πραγματοποιήσει επισκέψεις στην οικία των εγκαλουσών, τις οποίες επανειλημμένως καθησύχαζαν, σχετικά με την ανωτέρω διένεξη, η πρώτη εγκαλούσα κατέβαλε στον πρώτο εκκαλούντα το ποσό των 1000 ευρώ, ως προκαταβολή για την απάντηση που ψευδώς δήλωσε σ'αυτήν και στην δεύτερη εγκαλούσα, ότι απέστειλε, διαβεβαιώνοντας τις επί πλέον ότι φρόντισε να μην τις ενοχλούν οι αντίδικοι τους και κάθε έγγραφο που θα τους κοινοποιούσαν, θα το παραλάμβανε ο ίδιος. Περαιτέρω, περί τα τέλη Απριλίου 2002 ανακοίνωσε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι έλαβε απάντηση από τους αντιδίκους τους, γεγονός που επιβεβαίωσε η δεύτερη εκκαλούσα Χ2, πείθοντας έτσι την πρώτη εγκαλούσα να του καταβάλλει την 2-5-2002 το ποσό των 5.000 ευρώ, ως αμοιβή του για την ανταπάντηση που δήθεν θα έστελνε. Ακολούθως, την 20-5-2002 παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι πρέπει να μεταβεί στην .... για διαπραγματεύσεις με τους αντιδίκους τους, εφόσον ήταν συμφερότερος ένας φιλικός διακανονισμός, έλαβε δε από την πρώτη εγκαλούσα, ("και δια λογαριασμόν της Ζ", όπως σημειώθηκε στην χορηγηθείσα προς αυτόν απόδειξη), το ποσό των 5.000 ευρώ, ως προκαταβολή για δικηγορική αμοιβή και έξοδα. Περί τα τέλη δε Μαΐου 2002 επισκέφθηκε τις εγκαλούσες έχοντας επιστρέψει δήθεν από την .... και τους ανεκοίνωσε ότι οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και οι αντίδικοι τους απευθύνθηκαν σε δικαστήρια στην ...., γεγονός που επιβεβαίωσε η παριστάμενη δεύτερη εκκαλούσα-κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα την 17-6-2002 να λάβει από την πρώτη εγκαλούσα ("κα δια λογαριασμό της κ. Ζ", όπως και πάλι σημειώθηκε στην χορηγηθείσα από αυτόν απόδειξη), το ποσό των 10.000 ευρώ, ως προκαταβολή για δικηγορική αμοιβή και έξοδα, προς υποστήριξη της υπόθεσης που δήθεν εκκρεμούσε πλέον σε Δικαστήριο της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, ο πρώτος εκκαλών ανεκοίνωσε ψευδώς στις εγκαλούσες, η δε δεύτερη εκκαλούσα επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του, ότι η εκδικασθείσα δήθεν υπόθεση δεν είχε δήθεν ευμενή γι'αυτές εξέλιξη. Περαιτέρω, με το από 22-11-2002 συνυποσχετικό μεταξύ της πρώτης εγκαλούσης και του πρώτου εκκαλούντος συμφωνήθηκε να της παραδώσει τον διαχειριστικό φάκελλο σχετικά με την παρακολούθηση, επιμέλεια και καταβολή μισθών, εξόδων κ.λ.π. των τελευταίων μηνών, που είχε αναλάβει σχετικά με την δεύτερη εγκαλούσα, να αναλάβει η πρώτη εγκαλούσα, όπως και στο παρελθόν, την εκπλήρωση των οποιασδήποτε φύσεως υποχρεώσεων προς την δεύτερη εγκαλούσα και να αναλάβει να προτείνει πρόσωπο ή πρόσωπα για την αντικατάσταση της οικιακής βοηθού ...., με σκοπό την ασφαλή και ευπρεπή διαβίωση της δεύτερης εγκαλούσας, ο δε πρώτος εκκαλών να συνεχίσει την νομική υποστήριξη της υπόθεσης έναντι των κληρονόμων ή τρίτων προσώπων, όπως και κατά το παρελθόν, που θα προέβαλλαν τυχόν διεκδικήσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης εγκαλούσας ή άλλως (κατά της πρώτης εγκαλούσας). Στην συνέχεια, μετά την δήθεν δυσμενή για τις εγκαλούσες εξέλιξη της δήθεν δίκης και αφού ο πρώτος εκκαλών τους είχε ανακοινώσει ότι για την θέση τους, έναντι των αντιδίκων τους, ήταν σκόπιμο να αναλάβει ο ίδιος ως πληρεξούσιος δικηγόρος την διαχείριση και την φροντίδα της δεύτερης, να απεμπλακεί δε από αυτές η πρώτη, με το από 29-11-2002 εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο μεταξύ της πρώτης εγκαλούσας και του ιδίου, αφού δηλώθηκε με το έγγραφο αυτό ότι η πρώτη εγκαλούσα έχει στην διάθεση και εξουσία της ορισμένα κινητά περιουσιακά στοιχεία της δεύτερης εγκαλούσας και ιδίως χρηματικά ποσά σε κοινούς ή ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, όπως ο υπ'αριθ. ..... σε τράπεζα DISCOUNT BANK AND TRUST COMPANY ΣΤΗΝ .... της ... και ο υπ'αριθ. ... στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ανέθεσε η πρώτη εγκαλούσα στον πρώτο εγκαλούμενο την ανάληψη εξ ολοκλήρου της εν λόγω υπόθεσης, την κατάθεση κάθε δικογράφου, την άσκηση κάθε ενδίκου μέσου, αίτησης, μηνυτήριας αναφοράς ή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας, την οποία έκρινε αυτός αναγκαία για την επιτυχή διεκπεραίωση της υπόθεσης και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της πρώτης εγκαλούσας, καθώς και της δεύτερης, την οποία εκπροσωπούσε, ιδίως έναντι παντός συγγενούς ή άλλου τρίτου προσώπου (φυσικού ή νομικού) διεκδικούντος περιουσιακά δικαιώματα ή δικαιώματα επιμέλειας ή εγείροντος άλλες αξιώσεις κατά της πρώτης εγκαλούσας και αμέσως ή εμμέσως κατά της δεύτερης εγκαλούσας, γενικά δε, ανατέθηκε στον πρώτο εκκαλούντα η διεξαγωγή δικών οποιασδήποτε φύσης σχετικά με την υπόθεση κατά της "ως άνω" (προφανώς της πρώτης εγκαλούσας), καθώς και την εν γένει λήψη οποιουδήποτε πρόσφορου ή ενδίκου μέτρου ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης Αρχής στην Ελλάδα, την Ελβετία ή αλλού ή και έναντι οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου. Για τις ανωτέρω νομικές υπηρεσίες συμφωνήθηκε να του καταβάλει η πρώτη εγκαλούσα, ως αμοιβή, ποσοστό 17% επί της αξίας των προαναφερομένων κινητών περιουσιακών στοιχείων ή επί του τελικώς εισπραχθησομένου ποσού (σε είδος ή χρήματα), ιδίως μετά από δικαστικές διεκδικήσεις ή και χωρίς αυτές. Ειδικότερα δε, η πρώτη εγκαλούσα του εκχώρησε οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσό στο ανωτέρω ποσοστό της αμοιβής του (17%), δυναμένου να εισπράξει το αναλογούν σ'αυτόν ποσό απ'ευθείας από αυτήν και από κάθε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώ συμφωνήθηκε ότι η ανωτέρω αμοιβή ήταν συνολικώς καταβλητέα με την περαίωση δικαστικώς, συμβατικώς ή συμβιβαστικώς της υπόθεσης, οπότε και θα μπορούσε ο ίδιος να υπογράψει τις σχετικές συμφωνίες και αποδείξεις, διαφορετικά και σε κάθε περίπτωση, με την εκ των πραγμάτων λήξιν του αντικειμένου της ανωτέρω εντολής και την εκ των πραγμάτων άρση της δυνατότητος άσκησης δικαιωμάτων και διεκδικήσεων από τυχόν τρίτους διεκδικητές, συγγενείς ή άλλους και, τέλος, συμφωνήθηκε ότι αυτός δεν θα εδικαιούτο αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, δηλαδή σε περίπτωση που δεν θα παρέμενε ή δεν θα περιερχόταν στην πρώτη εγκαλούσα ή τους τυχόν διαδόχους της κανένα ποσό ή περιουσιακό στοιχείο. Κατά τις αρχές Μαρτίου 2003 ο πρώτος εκκαλών παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες, με την επιβεβαίωση της δεύτερης εκκαλούσας, ότι εκδόθηκε από το Δικαστήριο η απόφαση και ήταν σε βάρος τους, αφού απαγόρευε στην πρώτη να διαχειρίζεται την περιουσία της δεύτερης και να την επιμελείται, μάλιστα δε, η δήθεν εκδοθείσα απόφαση αναγνώστηκε από την δεύτερη εκκαλούσα. Έτσι, παραπείσθηκε η πρώτη εγκαλούσα και, σε συνέχεια της από 21-2-2002 προαναφερόμενης εντολής της και του από 29-11-2002 ανωτέρω εργολαβικού δίκης και εκχωρητηρίου, υπέγραψε με τον πρώτο εκκαλούντα το από 12-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησε να αναλάβει αυτός ποσοστό 17% επί του ανωτέρω υπ'αριθ. .... λογαριασμού, που διατηρούσαν από κοινού οι εγκαλούσες στην Τράπεζα Discount Bank and Trust Company στην .... της ....., ενώ, περαιτέρω, με το επίσης από 12-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη εγκαλούσα του κατέβαλε τοις μετρητοίς το ποσό των 15.000 ευρώ, προς κάλυψη μέρους της αμοιβής του, κατά την από 21-2-2002 εντολή, το από 29-11-2002 εργολαβικό δίκης και "λοιπά συναφή έγγραφα", το ποσό δε αυτό ελήφθη από τον ανωτέρω υπ'αριθ. .... λογαριασμό της πρώτης εγκαλούσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τα χρήματα του οποίου προέρχονταν από κεφάλαια της δεύτερης εγκαλούσας και επί του οποίου δηλώθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών εδικαιούτο έναντι αμοιβής ποσοστό 17%, κατά τα ήδη συμφωνηθέντα. Ακολούθως, με το υπ'αριθ. 6604/28-3-2003 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Χριστοδουλίδου - Σπυριδάκη, η δεύτερη εγκαλούσα Ζ διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, προκειμένου να παρίσταται και να την εκπροσωπεί σε όλα τα Δικαστήρια της Ελλάδας και ης αλλοδαπής και ειδικότερα της ......, να διαχειρίζεται την κινητή και ακίνητη περιουσία της και να την εκπροσωπεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή με οποιαδήποτε τράπεζα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, ειδικότερα δε να διαχειρίζεται τον υπ'αριθ. ..... λογαριασμό της τράπεζας CITIBANK (του καταστήματος της στο Κολωνάκι της Αθήνας) και τον υπ'αριθ. .... λογαριασμό της Τράπεζας Discount Bank and Trust Company στην ..... της ..... Μετά την σύναψη του ανωτέρω ειδικού πληρεξουσίου, εν όψει των εντολών και πληρεξουσιοτήτων τις οποίες είχε παράσχει η δεύτερη εγκαλούσα στην πρώτη με τα υπ'αριθ. 6061/1998, 8122/1998 και 8154/1998 πληρεξούσια, που είχαν συνταχθεί στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Γενεύη της Ελβετίας, συντάχθηκε το υπ'αριθ. 6607/29-3-2003 Ειδικό Πληρεξούσιο της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, με το οποίο η δεύτερη εγκαλούσα διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, ώστε, ενεργώντας για λογαριασμό της, να ζητήσει από την πρώτη εγκαλούσα απόδοση λογαριασμού και πλήρη ενημέρωση σχετικά με όλες τις ενέργειες και συναλλαγές, στις οποίες είχε προβεί ως εντολοδόχος της δεύτερης εγκαλούσας, καθώς και πλήρη κατάλογο των κοσμημάτων, όλων των τιμαλφών, επίπλων και αντικειμένων αξίας της οικογένειας ..... Επί πλέον, με την υπ'αριθ. 6608/29-3-2003 ανάκληση πληρεξουσίου της ίδιας ανωτέρω Συμβολαιογράφου, η δεύτερη εγκαλούσα ανεκάλεσε κάθε εντολή και πληρεξουσιότητα, που είχε χορηγήσει στην πρώτη εγκαλούσα με το από 24-8-2001 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Γενεύης Thierry Bagnoud. Μετά από αυτά, ο πρώτος εκκαλών προέβη τμηματικά κατά το διάστημα από 2-5-2003 έως 20-6-2003 σε αναλήψεις συνολικού χρηματικού ποσού 86.895 ευρώ από τον ανωτέρω λογαριασμό που διατηρούσε δεύτερη εγκαλούσα στην Τράπεζα CITIBANK (5.000 την 2-5-2003, 10.000 την 5-5-2003, 9.900 την 9-5-2003, 750 την 16-5-2003, 25.000 την 22-5-2003, 2.100 την 30-5-2003, 25.000 την 9-6-2003 και 9.145 την 20-6-2003), το οποίο δεν χρησιμοποίησε στα πλαίσια των εντολών που είχε λάβει, αλλά ιδιοποιήθηκε παρανόμως, εφόσον, όπως προκύπτει από τις 31-10-2002, 6-12-2002 και 15-12-2002 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, είχε λάβει κατά τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες τα ποσά των 15.000, 20.000 και 2.500 ευρώ, αντιστοίχως" για παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών (νομικών, διαχειριστικών κ.λ.π.) προς και δια λογαριασμόν της κ. Ζ", "για υπηρεσίες και δαπανάς διαχειρίσεως -επιμελείας υπέρ της κ. Ζ" και "για παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών (νομικών - διαχειριστικών κ.λ.π.) προς και δια λογαριασμόν της κ. Ζ", όπως αναφέρεται, αντιστοίχως, στις ανωτέρω αποδείξεις, ενώ, περαιτέρω, στην από 4-3-2003 απόδειξη αναφέρεται ότι έλαβε από την πρώτη εγκαλούσα την υπ'αριθ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 10.000 ευρώ, σε εξόφληση δαπανών και εξόδων περιόδου από 6-12-2002 έως 15-3-2003 για λογαριασμό της δεύτερης εγκαλούσας και σχετικά με την επιμέλεια της, αναφέρεται δε επί πλέον στην απόδειξη αυτή ότι καλύπτονταν με το ανωτέρω ποσό των 10.000 ευρώ όλες οι εκκρεμείς οφειλές για το μέχρι 15-3-2003 χρονικό διάστημα. Στην συνέχεια, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 οι εγκαλούσες δέχθηκαν τηλεφώνημα από υπάλληλο της Τράπεζας Discount Bank and Trust Company της Γενεύης της Ελβετίας ο οποίος τις πληροφόρησε ότι ο πρώτος εκκαλών ζητούσε επανειλημμένως από την τράπεζα να κλείσει τον ανωτέρω υπ'αριθ. .... κοινό λογαριασμό τους και να σταλεί το υπόλοιπο των χρημάτων στην Ελλάδα, επειδή δήθεν αυτές ήσαν ασθενείς και βρίσκονταν στο νοσοκομείο. Με αφορμή αυτό το γεγονός οι εγκαλούσες άρχισαν, με την συνδρομή άλλου δικηγόρου, τον οποίον προσέλαβαν, να ερευνούν τι είχε συμβεί και διαπίστωσαν την προαναφερόμενη απατηλή συμπεριφορά των εκκαλούντων και την υπεξαίρεση από τον πρώτο του ανωτέρω χρηματικού ποσού. Κατόπιν αυτών, η δεύτερη εγκαλούσα με την υπ'αριθ. 3.057/23-6-2003 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, ανακάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον πρώτο εκκαλούντα με το ανωτέρω υπ'αριθ. 6.604/2003 ειδικό πληρεξούσιο, η οποία επιδόθηκε προς αυτόν αυθημερόν, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 267β/23-6-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...., ενώ με την από 24-6-2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία της, η οποία του επιδόθηκε επίσης αυθημερόν, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 275β/24-6-2003 έκθεση επίδοσης του ιδίου ανωτέρω δικαστικού επιμελητή, ζήτησε από αυτόν να της παραδώσει κάθε σχετικό έγγραφο, καθώς και αναλυτική κατάσταση της διαχείρισης των χρημάτων της. Παρά ταύτα, ο πρώτος εκκαλών την ίδια μέρα (24-6-2003), προέβη, με βάση την ανακληθείσα ανωτέρω πληρεξουσιότητα, σε ανάληψη επί πλέον ποσού 3.000 ευρώ από τον προαναφερόμενο υπ'αριθ. .... λογαριασμό της Τράπεζας CITIBANK, στην συνέχεια δε η δεύτερη εγκαλούσα με την από 8-9-2003 προς αυτόν εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - απάντηση και διαμαρτυρία της, η οποία του επιδόθηκε αυθημερόν, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 584-β/8-9-2003 έκθεση επίδοσης του προαναφερομένου δικαστικού επιμελητή, ζήτησε να της επιστρέψει το υπεξαιρεθέν ποσό των 90.000 ευρώ. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών εις το προσβαλλόμενο βούλευμα του, διέλαβε εις τούτο την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Π.Δ. και του Συντάγματος, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ανάκρισιν, που συγκροτούν πράγματι την αντικειμενικήν και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της απάτης κατ'εξακολούθησιν σε βαθμό κακουργήματος και υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν, ομοίως εις βαθμόν κακουργήματος, σε πραγματική συρροή καθώς και της απλής συνέργειας εις την πρώτην πράξιν υπό της δευτέρας των αναιρεσειόντων, για τα οποία απεφάνθη ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων εις το ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 386 §§1^ στοιχ. α' και 375§1 εδ. β' Π.Κ. Ο ισχυρισμός (αιτίαση) των αναιρεσειοντων ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και εκ του ότι το βούλευμα αναφέρεται καθ'ολοκληρίαν στην πρόταση του Εισαγγελέως, χωρίς να παραθέτει δικές του σκέψεις και επί πλέον ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψιν σχετικά υπομνήματα των αναιρεσειόντων, μετά την εισαγωγήν της υποθέσεως εις το Συμβούλιο και ιδίως το από 8-6-2007 εμπεριστατωμένον υπόμνημα του μετά των συνημμένων δώδεκα (12) εγγράφων, είναι αβάσιμος, καθόσον το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, έλαβε υπ'όψιν μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, και την απολογία των κατηγορουμένων εις την οποίαν συμπεριλαμβάνονται και τα μετ'αυτήν συμπληρωματικά υπομνήματα των, χωρίς να επιβάλλεται χωριστή αναφορά εις αυτά. Παρά ταύτα όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του εκκα-λουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, γίνεται ειδική αναφορά εις το από 8-6-2007 υπόμνημα μετά των συνημμένων εις τούτο 12 εγγράφων, τα οποία εκρίθησαν "ως μη ουσιώδη". Ειδικότερον: α) ως προς το έγκλημα της απάτης κατ'εξακολούθησιν από τις προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αυτού, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογήν του αρθρ. 98 Π.Κ., έκρινε τόσον ότι εκάστη των μερικότερων πράξεων της απάτης ήτο αυτοτελής, αφού κάθε επιζήμια για τις παθούσες πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης των εξαπατηθεισών, που προηγήθη, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, και παράλληλα προσδιορίζει με σαφήνεια και χωρίς καμιά αντίφαση την αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και αναφέρει τον τρόπο με τον οποίον εξαπατήθηκαν οι εγκαλούσες όσον και για την άθροιση των ποσών των μερικότερων πράξεων που όλες έχουν τελεσθεί μετά την ισχύ του ν. 2121/99 καθώς και για την κατ'επάγγελμα τέλεση του παραπάνω εγκλήματος που προκύπτει το μεν εκ της επανειλημμένης τελέσεως του το δε από το σχέδιο το οποίον ούτοι εφήρμοσαν με την καλλιέργεια ιδιαιτέρων φιλικών σχέσεων με τις εγκαλούσες και κλίματος εμπιστοσύνης μετ'αυτών, περιστατικά που μαρτυρούν τον σκοπό των για πορισμό εισοδήματος. Έτσι, σύμφωνα με τις παραδοχές ως προς την επιβαρυντικήν περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως, το συμβούλιο εδέχθη και τις δύο μορφές με επαρκή αιτιολογία, δηλαδή τόσο της "επανειλημμένης τέλεσης", εκ της κατ'εξακολούθησιν τελέσεως της ως άνω πράξεως, όσον και της "υποδομής" που διεμόρφωσαν οι αναιρεσείοντες. Δεδομένου δε ότι το συνολικό ποσό του επίδικου οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας ανέρχεται σε 36.000 ευρώ, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως θεμελιώνεται εις την παρ. 3 του αρθρ. 386 (σε συνδ. με την παρ.1). Από την τέλεση δε της πρώτης εκ των μερικότερων πράξεων της κατ'εξακολούθησιν απάτης οι αναιρεσείοντες απέβλεπον εις το συνολικό ως άνω περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται το πρόσθετο ως άνω στοιχείο αφού παρατίθεται η διάταξη του άρθρου 98§2 Π.Κ. που προβλέπει την κατ'εξακολούθηση τέλεση των παραπάνω πράξεων. Β)Σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το όφελος που επεδίωξαν να προσπορίσουν οι αναιρεσείοντες (ο πρώτος ως αυτουργός της απάτης και η δεύτερη ως απλούς συνεργός του), προήρχετο από την περιουσία αμφοτέρων των εγκαλουσών και συγκεκριμένα από χρηματικά ποσά που διέθεταν κυρίως εις κοινούς λογαριασμούς στις προαναφερόμενες τράπεζες, αν και ορισμένα από αυτά, χωρίς να προκύπτει ότι εκταμιεύθησαν από τους παραπάνω λογαριασμούς, φέρεται ότι εδόθησαν εξ ιδίων της Θ. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του ότι οι ιδιότητες του εξαπατηθέντος και ζημιωθέντος, δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και επίσης δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, οι ιδιότητες του εξαπατήσαντος και του ωφεληθέντος, η πράξη αυτή συνιστά το έγκλημα της απάτης σε βάρος των παραπάνω εγκαλουσών αφού, μεταξύ των άλλων, συντρέχει ο υπερχειλής δόλος (σκοπός περιποιήσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προερχομένου από την περιουσία του βλαπτομένου), ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση της υποκειμενικής θεμελιώσεως του εν λόγω εγκλήματος, γ) Περαιτέρω, με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των αρθρ. 98 και 375§1 εδ.β' Π.Κ., ως αντικατεστάθη δια του ν. 2721/99, χωρίς να παραβιάσει αυτάς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερον, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η προκειμένη υπεξαίρεση αφορά χρηματικό ποσό 86.895 ευρώ, το οποίον ο αναιρεσείων ανέλαβε μεν τμηματικώς από λογαριασμό που διατηρούσε στην CITIBANK η εγκαλούσα Ζ και κατείχε ως εντολοδόχος της, η οποία του το είχε εμπιστευθεί με την εν λόγω ιδιότητα του, αλλά το συνολικό ως άνω ποσό, που υπερβαίνει το τοιούτο των 73.000 ευρώ, ιδιοποιήθη ούτος παρανόμως, που έλαβε χώραν εντός του αναφερομένου εις το βούλευμα χρονικού διαστήματος και εις το οποίον απέβλεπε ο αναιρεσείων με την τέλεσιν της πρώτης μερικότερης πράξης. Σύμφωνα δε με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά για την στοιχειοθέτηση κάθε μιας από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα της απάτης κατ' εξακολούθησιν και της υπεξαίρεσης είναι εν πολλοίς ιδιαίτερα αφού αναφέρονται σε διαφορετικό υλικό αντικείμενο και συνεπώς οι πράξεις αυτές συρρέουν πραγματικά και δεν συντρέχει περίπτωσις απορρόφησης της υπεξαίρεσης από την απάτη. Επομένως οι από το αρθρ. 484§1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των υπό κρίσιν αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που υπό την επίκληση των άνω λόγων, πλήττουν την ανεξέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στην διάταξη του αρθρ. 484 Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επίσης το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη, εμφάνισιν ενώπιον του Συμβουλίου είναι μεν νόμιμο, κατ'άρθρ. 309 § 2 Κ.Π.Δ., πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δοθέντος ότι εις τις αιτήσεις αναιρέσεως αυτών που είναι πολυσέλιδες, εκθέτουν διεξοδικώς τις απόψεις των για την υπό κρίσιν υπόθεσιν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ----------------------Προτείνω: Ι) Να απορριφθούν αι υπ'αριθ. 63/9-4-2008 και 64/9-4-2008 αιτήσεως αναιρέσεως των: α)Χ1και β)Χ2, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. II) Να απορριφθεί το αίτημα των παραπάνω αναιρεσειόντων περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως των ενώπιον του Συμβουλίου σαςIII) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι τη 17η Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Β) Εισαγγελική πρόταση με αριθμό 405 Α/23-9-2008. Εν συνεχεία της υπ'αριθ. 405/6-8-2008 προτάσεώς μου προς το δικαστήριο σας επί των υπ'αριθ. 63/9-4-2008 και 64/9-4-2008 αιτήσεων αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εισάγω, συμπληρωματικώς, το από 5-9-2008 υπόμνημα του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων, επάγομαι τα ακόλουθα: Από το περιεχόμενον του ανωτέρω υπομνήματος προκύπτει ότι δι'αυτού πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίσις του Συμβουλίου Εφετών και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλονται. Παρά ταύτα πρέπει να σημειωθεί ότι επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί του ότι κατεβλήθη εκ του συνολικώς παρ'αυτού εισπραχθέντος ποσού, μέρος αυτού δια την κάλυψιν νοσηλείων της παθούσης, δεν αναιρεί ούτος (ισχυρισμός) την βασιμότητα της κατ'αυτού κατηγορίας, αλλ'ούτε καθιστά ελλιπή την αιτιολογίαν του βουλεύματος, τοσούτω μάλλον καθόσον αφ'ενός μεν η περιουσιακή ζημία που προεκλήθη εις βάρος της παθούσης, εκ της απατηλής συμπεριφοράς του, δεν έχει σχέσιν με τις φερόμενες ως υπ'αυτού παρασχεθείσες υπηρεσίες ιατρικής περιθάλψεως προς την παθούσα ενώ αβασίμως ισχυρίζεται, ούτος ότι το συνολικό ποσό που φέρεται ότι παρανόμως ιδιοποιήθη, και που ανελήφθη υπ'αυτού από τον λογαριασμό της παθούσης, καθ'όν τρόπον λεπτομερώς περιγράφεται εις το προσβαλλόμενο βούλευμα, διετέθη δια την προαναφερομένην αιτίαν αφού, όπως προκύπτει και εκ των συνημμένων εγγράφων, ουδέν ποσόν, πλην ελαχίστου, κατεβλήθη εις το ίδρυμα όπου ενοσηλεύετο η παθούσα. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι δια του προαναφερομένου υπομνήματος σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος καθώς και το περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του αίτημα, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται εις την προδιαληθφείσαν πρότασίν μας εις το περιεχόμενον της οποίας καθολοκληρίαν αναφερόμεθα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Τα εις την ως άνω υπ'αριθμ. 405/6-8-2008 πρότασίν μου εις το περιεχόμενον της οποίας αναφέρομαι. Αθήναι τη 22 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Γ) Εισαγγελική πρόταση με αριθμό 405 Β/27-11-2008. Εν συνεχεία της υπ'αριθμ. 405/2008 προτάσεώς μου, επί της με αριθμ. 63/9-4-2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εισάγω την από 26-11-2008 αίτησιν του ως άνω αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου σας και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Επειδή από την διάταξη του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, υποχρεούται να διατάσσει την εμφάνιση αυτών ενώπιον του, παρόντος και του εισαγγελέως, προκειμένου να παράσχουν οιανδήποτε διασάφησιν. Δύναται δε να επιτρέψει εις τους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξιν της υποθέσεως, τότε μόνον μπορεί να απορρίψει την περί εμφανίσεως αίτησιν όταν συντρέχουν ωρισμένοι λόγοι ειδικώς αναφερόμενοι εις το βούλευμα και ακούσει ταυτοχρόνως και τους λοιπούς, εν συνδυασμώ με την διάταξιν του άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., αναφερομένη στην συζήτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος και ορίζουσα την, κατ'αυτήν δυναμένη να εφαρμοσθεί ως άνω διάταξιν του άρθρ. 309 § 2 Κ.Π.Δ., προϋποθέτει αναγκαίως περίπτωση συνδρομής των όρων της τελευταίας ως άνω διατάξεως. ' Ετσι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία αφορά σε αίτημα συγκεκριμένου διαδίκου να δώσει διευκρινίσεις επί των δικονομικών και ουσιαστικών ισχυρισμών του, είτε στο στάδιο της ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών διαδικασίας, είτε, με την ιδιότητα του εκκαλούντος στο στάδιο της ενώπιον του συμβουλίου εφετών διαδικασίας, κατά την ενώπιον δε του Αρείου Πάγου συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, το τοιούτο περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης διαδίκου αίτημα υποβάλλεται μόνον εκ μέρους του αιτουμένου την αναίρεση βουλεύματος διαδίκου, αφού οι δυνάμενες να δοθούν, εν προκειμένω διευκρινίσεις, αφορούν ασφαλώς μόνον στους προβαλλόμενους υπό τούτου λόγους αναιρέσεως. Μόνο δε στην περίπτωση παραδοχής του αιτήματος τούτου θα κληθούν και θα ακουσθούν οι λοιποί στην αυτή υπόθεση διάδικοι. Αίτημα ετέρου, πλην του αιτουμένου την αναίρεση κατά βουλεύματος διαδίκου, είναι απαράδεκτο στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία, κατά την οποία είναι και λογικώς αδιανόητη η "διευκρίνιση" των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως υπό ετέρου, πλην του αιτουμένου την αναίρεση βουλεύματος, διαδίκου. 'Ασχετη δε με την προκειμένη ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου διαδικασία, είναι η επίκληση στην αυτή αίτηση του κατηγορουμένου, της ανάγκης "υπερασπίσεως του" όπως απαιτεί το Σύνταγμα, η ποινική δικονομία και η "ΕΣΔΑ", αφού αντικείμενο αυτής είναι μόνον η συζήτηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως του (κατηγορουμένου). Εξάλλου η προδιαληφθείσα διάταξις του άρθρ. 309 § 2 Κ.Π.Δ. έχει ως προϋπόθεσιν εφαρμογής της, ότι η περί εμφανίσεως αίτησις του διαδίκου υπεβλήθη εις το Συμβούλιο, μέχρι το πολύ της ενώπιον του συζητήσεως της υποθέσεως, τουτέστι μέχρι της κατ'άρθρ. 306 και 138 Κ.Π.Δ., υπό του παρ'αυτώ εισαγγελέως προφορικής αναπτύξεως της προτάσεώς του, οπότε και μόνον υφίσταται, κατά τα εκτεθέντα, υποχρέωσις του συμβουλίου, όπως διατάξη την αιτηθείσαν εμφάνισιν (ΑΠ 307/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' σελ. 60, ΑΠ 257/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 930, ΑΠ 1813/1983 Ποιν. Χρ. ΛΔ' σελ. 603, Α.Π. 805/1976 Ποιν. Χρ. ΚΖ' σελ. 234). Περαιτέρω κατά το άρθ. 308 § 2 Κ.Π.Δ., οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας οφείλει εις αυτήν την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που ήσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο για να προσέλθει να λάβει γνώση της πρότασής του εντός είκοσι τεσσάρων ωρών. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται εις το συμβούλιο, αλλά παραμένει στην γραμματεία της εισαγγελίας. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρ. 309 έως 313 και 316 έως 319 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρ. 308 § 2 Κ.Π.Δ., η οποία θεσπίζει την υποχρέωση του Εισαγγελέα προς ειδοποίηση του κατηγορουμένου που ζήτησε να λάβει γνώση του περιεχομένου της πρότασής του και παραμονής της οικείας δικογραφίας στην γραμματεία της εισαγγελίας επί δέκα ημέρες από την ειδοποίηση αυτού, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανάκρισης ή προανάκρισης πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή πρόταση για να παύσει προσωρινώς ή οριστικώς η ποινική δίωξις ή για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο ή για να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του ή για την κατ'ουσίαν παραδοχή ή την απόρριψη της ασκηθείσης εφέσεως ή αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, όχι δε και στις περιπτώσεις επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου (ΑΠ 2011/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ'σελ. 740). ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, ασκηθείσης αναιρέσεως υπό του αιτούντος, κατά του υπ'αριθ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εξεδόθη η υπ'αριθμ. πιν. 689/2008 πρότασίς μας, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώσιν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την οποίαν προτείνεται η απόρριψις, ως αβασίμων, των λόγων αναιρέσεως κατά του προαναφερομένου βουλεύματος και παράλληλα του αιτήματος αυτού περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του, καθόσον δεν υφίστατο σχετικός λόγος. Στην συνέχεια αφού η δικογραφία παρέμεινε επί δεκαήμερον εις το αρμόδιον γραφείον, εισήχθη προς συζήτησιν κατά την δικάσιμον της 5-12-2008. 'Ηδη, δια της υπό κρίσιν αιτήσεως του, αιτείται την αυτοπρόσωπον εμφάνισίν του ενώπιον σας, για την παροχή διευκρινίσεων μόνον επί των λόγων αναιρέσεως του και ουχί επί της αποδοθείσης και εις αυτόν κατηγορίας, καθόσον η ανάπτυξη ουσιαστικών επιχειρημάτων επί της υποθέσεως, τούτο δεν αφορά την προκειμένη αναιρετική διαδικασία. Κατόπιν τούτου, εν'όψει των επικαλουμένων λόγων δια της υπό κρίσιν αιτήσεως του, φρονούμεν ότι συντρέχει λόγος όπως, δεκτού καθισταμένου του αιτήματός του, διαταχθεί η αυτοπρόσωπος εμφάνισίς του ενώπιον σας με ταυτόχρονο εμφάνιση και των λοιπών διαδίκων, χωρίς να υφίσταται περιορισμός από τις εκ του άρθρ. 166 Κ.Π.Δ. προθεσμίες (ΑΠ 145/59), ανακαλουμένης της υπ'αριθμ. 405Α/23-9-2008 προτάσεώς μας ως προς το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντος, όσον αφορά δε το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί της απαλλαγής του εκ της αποδιδομένης εις τούτον κατηγορίας, πρέπει να απορριφθεί, κατά τα εκτεθέντα, ως απαράδεκτο, ως και το τοιούτο να λάβει γνώσιν της προτάσεως μας καθόσον αυτή αφορά, ουχί την ουσίαν της υποθέσεως αλλά παρεμπίπτον ζήτημα περί της αυτοπρόσωπης εμφάνισίς του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 26-11-2008 αίτησις του αναιρεσείοντος Χ1 περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του ενώπιον σας, για την προφορική ανάπτυξη και μόνον των λόγων αναιρέσεως του. ΙΙ) Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος η αίτησις του ως προς το σκέλος της απαλλαγής του της αποδιδομένης εις τούτον κατηγορίας και να λάβει γνώσιν της προτάσεως μας. Αθήναι τη 27 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι κρινόμενες με στοιχεία 63/9-4-2008 και 64/9-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά του υπ' αριθμ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, κατά μεταρρύθμιση του πρωτόδικου υπ' αριθμ. 2276/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμπονται ο μεν πρώτος για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη και υπεξαίρεση, η δε δεύτερη για κατ' εξακολούθηση απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση. Συνεπώς, πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν κατ' ουσίαν. ΙΙ.α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος ή άλλος παράνοµο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιοuσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή µε την εν γνώσει παράσταση ψεuδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών και αν η ζηµιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα µεγάλη, µε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνοµο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγµάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήµια για τον ίδιο ή άλλον ενέργεια και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσµο µε τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζηµιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση µειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη µέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε τέλεση όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. ΙΙ.β.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω ν. 1721/1999 "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου. Απαιτείται η κατακράτηση του ξένου πράγματος και η άρνηση της αποδόσεως αυτού παρά τη γενόμενη προς τούτο όχληση του κυρίου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ υπάρχει όταν οι πλείονες πράξεις οι οποίες διώκονται δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμοι, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής είτε τέλος διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης από την οποία και απορροφάται. Ειδικώς, μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως και της απάτης υφίσταται φαινομένη συρροή υπό την εκτεθείσα έννοια α) όταν ο δράστης υπεξαιρεί ξένο κινητό πράγμα και στη συνέχεια επιχειρεί απατηλές πράξεις για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως ή τη διατήρηση του υπεξαιρεθέντος. Στην περίπτωση αυτή η περιουσιακή βλάβη η οποία αποτελεί στοιχείο της απάτης έχει συντελεσθεί ήδη με την υπεξαίρεση και επομένως η απάτη συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη και β) όταν ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο ξένο πράγμα οπότε η υπεξαίρεση είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Αντίθετα, επί των άνω αξιοποίνων πράξεων, κάθε μία των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, εάν δράστης αυτών είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, που διέπραξε ο τελευταίος, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, και που δεν είναι άμεση, εν γνώσει αυτού, που την παρέχει, για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένου εγκλήματος. Η απλή συνέργεια δύναται να τελεσθεί και κατ' εξακολούθηση, επί της συνέργειας δε αυτής σε πράξη κακουργηματικής απάτης, ο σκοπός του πορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους από τον φυσικό αυτουργό πρέπει υποκειμενικά να συντρέχει και στο πρόσωπο του απλού συνεργού. ΙΙΙ- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε το συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η κατά τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το 'συμβούλιο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. IV.-Στην προκειµένη περίπτωση, το Συµβούλιο Εφετών Αθηνών, µε το προσβαλλόµενο υπ'αριθ. 348/2008 βούλευµά του, με ίδιες νομικές σκέψεις και με µε επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, τις σκέψεις της οποίας αναφορικά με την ουσία της υποθέσεως συνολικά υιοθέτησε και ενσωµάτωσε στις αιτιολογίες του, αναφέροντας και τα αποδεικτικά µέσα τα οποία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει σε παραπεμπτική κρίση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά: " ... οι εγκαλούσες Θ και Ζ, διατηρώντας πολυετή φιλική σχέση, διέµεναν µαζί σε διαµέρισµα επί της οδού ...., ιδιοκτησίας της πρώτης, στην οποία επιδόθηκε την 19-2-2002 η από 18-2-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαµαρτυρία των συγγενών εξ αίµατος της δεύτερης .... (πρώτου εξαδέλφου της), .... (ανιψιού της) και ..... (ανιψιά της), µε την οποία της εδήλωσαν ότι είχαν την πρόθεση να υποβάλουν αίτηση για την δικαστική συµπαράσταση της συγγενούς τους δεύτερης εγκαλούσας,λόγω προφανούς έλλειψης πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητός της, καλούσαν δε την ίδια (πρώτη εγκαλούσα) να απέχει από πράξεις που ενείχαν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της και να τους χορηγήσει διάφορα έγγραφα, σχετικά µε τα περιουσιακά στοιχεία και την υγεία της συγγενούς τους, καθώς και αντίγραφα των πληρεξουσίων µε βάση τα οποία ασκούσε αυτή τη διαχείριση της περιουσίας της. Μετά από αυτά, οι εγκαλούσες ζήτησαν την νοµική συνδροµή του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουµένου Χ1, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο απευθύνθηκαν µετά από σύσταση του φίλου τους ...., για να απαντήσει στην ανωτέρω εξώδικη Δήλωση - Πρόσκληση -Διαµαρτυρία. Για το σκοπό δε αυτό η πρώτη εγκαλούσα Θ µε την από 21-2-2002 εξουσιοδότηση της τον διόρισε πληρεξούσιο της, προκειµένου να αναλάβει την διευθέτηση της διένεξης, η οποία είχε προκύψει από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση-πρόσκλησηδιαµαρτυρία. Στην συνέχεια και συγκεκριµένα την 15-3-2002, αφού είχαν ήδη και οι δύο εκκαλούντες πραγµατοποιήσει επισκέψεις στην οικία των εγκαλουσών, τις οποίες επανειληµµένως καθησύχαζαν, σχετικά µε την ανωτέρω διένεξη, η πρώτη εγκαλούσα κατέβαλε στον πρώτο εκκαλούντα το ποσό των 1.000 ευρώ, ως προκαταβολή για την απάντηση που ψευδώς δήλωσε σ'αυτήν και στην δεύτερη εγκαλούσα, ότι απέστειλε, διαβεβαιώνοντας τις επί πλέον ότι φρόντισε να µη τις ενοχλούν οι αντίδικοι τους και κάθε έγγραφο που θα τους κοινοποιούσαν, θα το παραλάµβανε ο ίδιος. Περαιτέρω, περί τα τέλη Απριλίου 2002 ανακοίνωσε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι έλαβε απάντηση από τους αντιδίκους τους, γεγονός που επιβεβαίωσε η δεύτερη εκκαλούσα Χ2, πείθοντας έτσι την πρώτη εγκαλούσα να του καταβάλλει την 2-5-2002 το ποσό των 5.000 ευρώ, ως αµοιβή του για την ανταπάντηση που δήθεν θα έστελνε. Ακολούθως, την 20-5-2002 παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι πρέπει να µεταβεί στην ..... για διαπραγµατεύσεις µε τους αντιδίκους τους, εφόσον ήταν συµφερότερος ένας φιλικός διακανονισµός, έλαβε δε από την πρώτη εγκαλούσα, (και δια λογαριασµόν της Ζ, όπως σηµειώθηκε στην χορηγηθείσα προς αυτόν απόδειξη), το ποσό των 5.000 ευρώ, ως προκαταβολή για δικηγορική αµοιβή και έξοδα. Περί τα τέλη δε Μαίου 2002 επισκέφθηκε τις εγκαλούσες έχοντας επιστρέψει δήθεν από την ..... και τους ανεκοίνωσε ότι οι διαπραγµατεύσεις απέτυχαν και οι αντίδικοι τους απευθύνθηκαν σε δικαστήρια στην ...., γεγονός που επιβεβαίωσε η παριστάµενη δεύτερη εκκαλούσα-κατηγορουµένη, µε αποτέλεσµα την 17-6-2002 να λάβει από την πρώτη εγκαλούσα (και δια λογαριασµό της κ. Ζ, όπως και πάλι σηµειώθηκε στην χορηγηθείσα από αυτόν απόδειξη), το ποσό των 10.000 ευρώ, ως προκαταβολή για δικηγορική αµοιβή και έξοδα, προς υποστήριξη της υπόθεσης που δήθεν εκκρεµούσε πλέον σε Δικαστήριο της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, ο πρώτος εκκαλών ανεκοίνωσε ψευδώς στις εγκαλούσες, η δε δεύτερη εκκαλούσα επιβεβαίωσε τους ισχυρισµούς του, ότι η εκδικασθείσα δήθεν υπόθεση δεν είχε δήθεν ευµενή γι 'αυτές εξέλιξη. Περαιτέρω, µε το από 22-11-2002 συνυποσχετικό µεταξύ της πρώτης εγκαλούσης και του πρώτου εκκαλούντος συµφωνήθηκε να της παραδώσει τον διαχειριστικό φάκελλο σχετικά µε την παρακολούθηση, επιµέλεια και καταβολή µισθών, εξόδων κ.λ.π των τελευταίων µηνών, που είχε αναλάβει σχετικά µε την δεύτερη εγκαλούσα, να αναλάβει η πρώτη εγκαλούσα, όπως και στο παρελθόν, την εκπλήρωση των οποιασδήποτε φύσεως υποχρεώσεων προς την δεύτερη εγκαλούσα και να αναλάβει να προτείνει πρόσωπο ή πρόσωπα για την αντικατάσταση της οικιακής βοηθού ...., µε σκοπό την ασφαλή και ευπρεπή διαβίωση της δεύτερης εγκαλούσας, ο δε πρώτος εκκαλών να συνεχίσει την νοµική υποστήριξη της υπόθεσης έναντι των κληρονόµων ή τρίτων προσώπων, όπως και κατά το παρελθόν, που θα προέβαλλαν τυχόν διεκδικήσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης εγκαλούσας ή άλλως (κατά της πρώτης εγκαλούσας). Στην συνέχεια, µετά την δήθεν δυσµενή για τις εγκαλούσες εξέλιξη της δήθεν δίκης και αφού ο πρώτος εκκαλών τους είχε ανακοινώσει ότι για την θέση τους, έναντι των αντιδίκων τους, ήταν σκόπιµο να αναλάβει ο ίδιος ως πληρεξούσιος δικηγόρος την διαχείριση και την φροντίδα της δεύτερης, να απεµπλακεί δε από αυτές η πρώτη, µε το από 29-11-2002 εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο µεταξύ της πρώτης εγκαλούσας και του ιδίου, αφού δηλώθηκε µε το έγγραφο αυτό ότι η πρώτη εγκαλούσα έχει στην διάθεση και εξουσία της ορισµένα κινητά περιουσιακά στοιχεία της δεύτερης εγκαλούσας και ιδίως χρηµατικά ποσά σε κοινούς ή ατοµικούς τραπεζικούς λογαριασµούς, όπως ο υπ'αριθ. ... σε τράπεζα DISCOUNT ΒΑΝΚ ΑΝD TRUST COMPANY στη ... της ... και ο υπ'αριθ. .... στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ανέθεσε η πρώτη εγκαλούσα στον πρώτο εκκαλούντα την ανάληψη εξ ολοκλήρου της εν λόγω υπόθεσης, την κατάθεση κάθε δικογράφου, την άσκηση κάθε ενδίκου µέσου, αίτησης, µηνυτήριας αναφοράς ή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας, την οποία έκρινε αυτός αναγκαία για την επιτυχή διεκπεραίωση της υπόθεσης και την εξασφάλιση των δικαιωµάτων της πρώτης εγκαλούσας, καθώς και της δεύτερης, την οποία εκπροσωπούσε, ιδίως έναντι παντός συγγενούς ή άλλου τρίτου προσώπου (φυσικού ή νοµικού) διεκδικούντος περιουσιακά δικαιώµατα ή δικαιώµατα επιµέλειας ή εγείροντος άλλες αξιώσεις κατά της πρώτης εγκαλούσας και αµέσως ή εµµέσως κατά της δεύτερης εγκαλούσας, γενικά δε, ανατέθηκε στον πρώτο εκκαλούντα η διεξαγωγή δικών οποιασδήποτε φύσης σχετικά µε την υπόθεση κατά της "ως άνω" (προφανώς της πρώτης εγκαλούσας), καθώς και την εν γένει λήψη οποιουδήποτε πρόσφορου ή ενδίκου µέτρου ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης Αρχής στην Ελλάδα, την Ελβετία ή αλλού ή και έναντι οποιουδήποτε φυσικού ή νοµικού προσώπου. Για τις ανωτέρω νοµικές υπηρεσίες συµφωνήθηκε να του καταβάλει η πρώτη εγκαλούσα, ως αµοιβή, ποσοστό 17% επί της αξίας των προαναφεροµένων κινητών περιουσιακών στοιχείων ή επί του τελικώς εισπραχθησοµένου ποσού (σε είδος ή χρήµατα), ιδίως µετά από δικαστικές διεκδικήσεις ή και χωρίς αυτές. Ειδικότερα δε, η πρώτη εγκαλούσα του εκχώρησε οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσό στο ανωτέρω ποσοστό της αµοιβής του (17%), δυναµένου να εισπράξει το αναλογούν σ'αυτόν ποσό απ'ευθείας από αυτήν και από κάθε τρίτο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, ενώ συµφωνήθηκε ότι η ανωτέρω αµοιβή ήταν συνολικώς καταβλητέα µε την περαίωση δικαστικώς, συµβατικώς ή συµβιβαστικώς της υπόθεσης, οπότε και θα µπορούσε ο ίδιος να υπογράψει τις σχετικές συµφωνίες και αποδείξεις, διαφορετικά και σε κάθε περίπτωση, µε την εκ των πραγµάτων λήξιν του αντικειµένου της ανωτέρω εντολής και την εκ των πραγµάτων άρση της δυνατότητος άσκησης δικαιωµάτων και διεκδικήσεων από τυχόν τρίτους διεκδικητές, συγγενείς ή άλλους και, τέλος, συµφωνήθηκε ότι αυτός δεν θα εδικαιούτο αµοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, δηλαδή σε περίπτωση που δεν θα παρέµενε ή δεν θα περιερχόταν στην πρώτη εγκαλούσα ή τους τυχόν διαδόχους της κανένα ποσό ή περιουσιακό στοιχείο. Κατά τις αρχές Μαρτίου 2003 ο πρώτος εκκαλών παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες, µε την επιβεβαίωση της δεύτερης εκκαλούσας, ότι εκδόθηκε από το Δικαστήριο η απόφαση και ήταν σε βάρος τους, αφού απαγόρευε στην πρώτη να διαχειρίζεται την περιουσία της δεύτερης και να την επιµελείται, µάλιστα δε, η δήθεν εκδοθείσα απόφαση αναγνώστηκε από την δεύτερη εκκαλούσα. Έτσι, παραπείσθηκε η πρώτη εγκαλούσα και, σε συνέχεια της από 21-2-2002 προαναφερόµενης εντολής της και του από 29-11-2002 ανωτέρω εργολαβικού δίκης και εκχωρητηρίου, υπέγραψε µε τον πρώτο εκκαλούντα το από 12-3-2003 ιδιωτικό συµφωνητικό, µε το οποίο συµφώνησε να αναλάβει αυτός ποσοστό 17% επί του ανωτέρω υπ' αριθ. .... λογαριασµού, που διατηρούσαν από κοινού οι εγκαλούσες στην Τράπεζα Discount Bank and Trust Company στην Γενεύη της Ελβετίας, ενώ, περαιτέρω, µε το επίσης από12-3-2003 ιδιωτικό συµφωνητικό η πρώτη εγκαλούσα του κατέβαλε τοις µετρητοίς το ποσό των 15.000 ευρώ, προς κάλυψη µέρους της αµοιβής του, κατά την από 21-2-2002 εντολή, το από 29-112002 εργολαβικό δίκης και "λοιπά συναφή έγγραφα", το ποσό δε αυτό ελήφθη από τον ανωτέρω υπ' αριθ. .... λογαριασµό της πρώτης εγκαλούσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τα χρήµατα του οποίου προέρχονταν από κεφάλαια της δεύτερης εγκαλούσας και επί του οποίου δηλώθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών εδικαιούτο έναντι αµοιβής ποσοστό 17%, κατά τα ήδη συµφωνηθέντα. Ακολούθως, µε το υπ'αριθ. 6604/28-3-2003 ειδικό πληρεξούσιο της συµβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Χριστοδουλίδου - Σπυριδάκη, η δεύτερη εγκαλούσα Ζ διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, προκειµένου να παρίσταται και να την εκπροσωπεί σε όλα τα Δικαστήρια της Ελλάδας και της αλλοδαπής και ειδικότερα της Ελβετίας, να διαχειρίζεται την κινητή και ακίνητη περιουσία της και να την εκπροσωπεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή µε οποιαδήποτε τράπεζα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, ειδικότερα δε να διαχειρίζεται τον υπ'αριθ. .... λογαριασµό της τράπεζας CITIBANK (του καταστήµατος της στο Κολωνάκι της Αθήνας) και τον υπ'αριθ. .... λογαριασµό της Τράπεζας Discount Bank and Trust Company στην Γενεύη της Ελβετίας. Μετά την σύναψη του ανωτέρω ειδικού πληρεξουσίου, εν όψει των εντολών και πληρεξουσιοτήτων τις οποίες είχε παράσχει η δεύτερη εγκαλούσα στην πρώτη µε τα υπ'αριθ. 6061/1998, 8122/1998 και 8154/1998 πληρεξούσια, που είχαν συνταχθεί στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Γενεύη της Ελβετίας, συντάχθηκε το υπ'αριθ. 6607/29-3-2003 Ειδικό Πληρεξούσιο της ανωτέρω Συµβολαιογράφου, µε το οποίο η δεύτερη εγκαλούσα διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, ώστε, ενεργώντας για λογαριασµό της, να ζητήσει από την πρώτη εγκαλούσα απόδοση λογαριασµού και πλήρη ενηµέρωση σχετικά µε όλες τις ενέργειες και συναλλαγές, στις οποίες είχε προβεί ως εντολοδόχος της δεύτερης εγκαλούσας, καθώς και πλήρη κατάλογο των κοσµηµάτων, όλων των τιµαλφών, επίπλων και αντικειµένων αξίας της οικογένειας ..... Επί πλέον, µε την υπ'αριθ. 6608/29-3-2003 ανάκληση πληρεξουσίου της ίδιας ανωτέρω Συµβολαιογράφου, η δεύτερη εγκαλούσα ανεκάλεσε κάθε εντολή και πληρεξουσιότητα, που είχε χορηγήσει στην πρώτη εγκαλούσα µε το από 24-8-2001 πληρεξούσιο του συµβολαιογράφου Γενεύης Thierry Bagnoud. Μετά από αυτά, ο πρώτος εκκαλών προέβη τµηµατικά κατά το διάστηµα από 2-5-2003 έως 20-6-2003 σε αναλήψεις συνολικού χρηµατικού ποσού 86.895 ευρώ από τον ανωτέρω λογαριασµό που διατηρούσε δεύτερη εγκαλούσα στην Τράπεζα CITIBANK (5.000 την 2-5-2003, 10.000 την 5-5-2003, 9.900 την 9-5-2003, 750 την 16-52003, 25.000 την 22-5-2003, 2.100 την 30-5-2003, 25.000 την 96-2003 και 9.145 την 20-6-2003), το οποίο δεν χρησιµοποίησε στα πλαίσια των εντολών που είχε λάβει, αλλά ιδιοποιήθηκε παρανόµως, εφόσον, όπως προκύπτει από τις 31-10-2002,6-122002 και 15-12-2002 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, είχε λάβει κατά τις ανωτέρω ηµεροχρονολογίες τα ποσά των 15.000, 20.000 και 2.500 ευρώ, αντιστοίχως" για παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών (νοµικών, διαχειριστικών κ.λ.π.) προς και δια λογαριασµόν της κ. Ζ", "για υπηρεσίες και δαπανάς διαχειρίσεως -επιµελείας υπέρ της κ. Ζ" προς και "για παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών (νοµικών διαχειριστικών Κ.λ.Π.) προς και δια λογαριασµόν της κ. Ζ", όπως αναφέρεται, αντιστοίχως, στις ανωτέρω αποδείξεις, ενώ ,περαιτέρω, στην από 4-3-2003 απόδειξη αναφέρεται ότι έλαβε από την πρώτη εγκαλούσα την υπ' αριθ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 10.000 ευρώ, σε εξόφληση δαπανών και εξόδων περιόδου από 6-12-2002 έως 15-3-2003 για λογαριασµό της δεύτερης εγκαλούσας και σχετικά µε την επιµέλεια της, αναφέρεται δε επί πλέον στην απόδειξη αυτή ότι καλύπτονταν µε το ανωτέρω ποσό των 10.000 ευρώ όλες οι εκκρεµείς οφειλές για το µέχρι 15-3-2003 χρονικό διάστηµα. Στην συνέχεια, κατά το πρώτο δεκαήµερο του lουνίου 2003 οι εγκαλούσες δέχθηκαν τηλεφώνηµα από υπάλληλο της Τράπεζας Discount Bank and Trust Company της Γενεύης της Ελβετίας ο οποίος τις πληροφόρησε ότι ο πρώτος εκκαλών ζητούσε επανειληµµένως από την Τράπεζα να κλείσει τον ανωτέρω υπ'αριθ. 163919 κοινό λογαριασµό τους και να σταλεί το υπόλοιπο των χρηµάτων στην Ελλάδα, επειδή δήθεν αυτές ήσαν ασθενείς και βρίσκονταν στο νοσοκοµείο. Με αφορµή αυτό το γεγονός οι εγκαλούσες άρχισαν, µε την συνδροµή άλλου δικηγόρου, τον οποίον προσέλαβαν, να ερευνούν τι είχε συµβεί και διαπίστωσαν την προαναφερόµενη απατηλή συµπεριφορά των εκκαλούντων και την υπεξαίρεση από τον πρώτο του ανωτέρω χρηµατικού ποσού. Κατόπιν αυτών, η δεύτερη εγκαλούσα µε την υπ' αριθ. 3.057/23-6-2003 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της Συµβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, ανακάλεσε κάθε δικαίωµα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον πρώτο εκκαλούντα µε το ανωτέρω υπ' αριθ. 6.604/2003 ειδικό πληρεξούσιο, η οποία επιδόθηκε προς αυτόν αυθηµερόν, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 267β/23-6-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιµελητή ...., ενώ µε την από 24-6-2003 εξώδικη δήλωση πρόσκληση και διαµαρτυρία της, η οποία του επιδόθηκε επίσης αυθηµερόν, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 275β/24-β-2003 έκθεση επίδοσης του ιδίου ανωτέρω δικαστικού επιµελητή, ζήτησε από αυτόν να της παραδώσει κάθε σχετικό έγγραφο, καθώς και αναλυτική κατάσταση της διαχείρισης των χρηµάτων της. Παρά ταύτα, ο πρώτος εκκαλών την ίδια ηµέρα (24-6-2003), προέβη, µε βάση την ανακληθείσα ανωτέρω πληρεξουσιότητα, σε ανάληψη επί πλέον ποσού 3.000 ευρώ από τον προαναφερόµενο υπ'αριθ. .... λογαριασµό της Τράπεζας CITIBANK, στην συνέχεια δε η δεύτερη εγκαλούσα µε την από 8-9-2003 προς αυτόν εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - απάντηση και διαµαρτυρία της, η οποία του επιδόθηκε αυθηµερόν, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 584-β/8-9-2003 έκθεση επίδοσης του προαναφεροµένου δικαστικού επιµελητή, ζήτησε να της επιστρέψει το υπεξαιρεθέν ποσό των 90.000 ευρώ....". Συνεχίζοντας, δέχεται περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "... Από τα προεκτεθέντα όμως πραγματικά περιστατικά, σχετικά . με το διορισμό του πρώτου εκκαλούντος ως πληρεξoυσίoυ δικηγόρου των εγκαλουσών και την τμηματική λήψη από αυτόν με τη χρήση απατηλών μεθόδων συνολικού ποσού 36.000 ευρώ (1.000 ευρώ την 15-3-2002, 5.000 ευρώ την 2-5-2002, 5.000 ευρώ την 20-5-2-002, 10.000 ευρώ την 17-6-2002 και 15.000 ευρώ την 12-3-2003), συνάγεται σαφώς ότι δεν είναι δυνατή η συγκρότηση σε βάρος της δεύτερης εκκαλούσας της ανωτέρω αξιόποινης πpάξης, ως συναυτουργού τέλεσής της. Και τούτο διότι εν όψει της δικηγορικής ιδιότητας μόνο του εκκαλούντος συζύγου της, όχι δε και της ίδιας, ο ρόλος της ήταν εκ των πραγμάτων βοηθητικός των απατηλών μεθοδεύσεών του, περιοριζόμενος στην επιβεβαίωση των όσων εκείνος παριστούσε εν γνώσει του· ψευδώς στις εγκαλούσες, οι οποίες, κατά την κοινή πείρα και λογική βασίμως πρέπει να θεωρηθεί, ότι θα του ανέθεταν το χειρισμό της ανωτέρω υπόθεσης και θα τoυ κατέβαλλαν, πειθόμενες στις ψευδείς παραστάσεις του, τα χρηματικά ποσά που τελικά του κατέβαλαν, ακόμη και χωρίς την κατά τα ανωτέρω ανάμειξη της δεύτερης εκκαλούσας. Κρίνεται δηλαδή, ότι ο πρώτος εκκαλών θα διέπραττε την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του και διαμορφώνοντας το αναγκαίο "κλίμα", έστω και αν δεν εμπλεκόταν η δεύτερη εκκαλούσα, της οποίας, κατά συνέπεια, η προεκτεθείσα συμπεριφορά και δράση πρέπει να κριθεί, κατά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που τη συγκροτούν, ως απλή συνέργεια (άρθρ. 47 § 1 Π.Κ) στην τελεσθείσα από τον πρώτο εκκαλούντα κακουργηματική απάτη (στην οποία πρέπει να μεταβληθεί επιτρεπτώς η αποδοθείσα σε βάρος της, πράξη της από κοινού τέλεσης της ανωτέρω κακουργηματικής απάτης), παρέχοντας σ' αυτόν συνδρομή υλική και ψυχική, όχι όμως θεμελιώδη και αναγκαία για την από αυτόν τέλεσή της. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι και η τελεσθείσα από τη δεύτερη εκκαλούσα απλή συνέργεια στην κακουργηματική απάτη του πρώτου έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον προκύπτει ότι η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης συντρέχει και στο πρόσωπο της ίδιας, η οποία με την εκτεθείσα εξακολουθητική συμπεριφορά της συνετέλεσε στην τέλεση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης από τον πρώτο εκκαλούντα....". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά μεταρρύθμιση του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τον μεν Χ1 για τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης και υπεξαιρέσεως την δε Χ2 για κακουργηματική απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην πράξη της απάτης του πρώτου. Με αυτά που δέχθηκε το Συµβούλιο Εφετών στο προσβαλλόµενο βούλευµά του, διέλαβε την, από τις προαναφερόµενες διατάξεις του Κ.Π.Δ. και του Συντάγµατος, απαιτούµενη ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία, αφού εκθέτει µε σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγµατικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν και συγκροτούν πράγµατι την αντικειµενική και υποκειµενική υπόσταση των ως άνω εγκληµάτων της απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθµό κακουργήµατος και υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, οµοίως σε βαθµό κακουργήµατος, καθώς και της απλής συνέργειας στην πρώτη πράξη υπό της δευτέρας των αναιρεσειόντων, για τα οποία απεφάνθηκε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραποµπή τους στο ακροατήριο του αρµοδίου Δικαστηρίου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους νοµικούς συλλογισµούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ.1, 94, 98,. 386 §§1,3α και 375§1 εδ. β' Π.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου ώστε να στερείται το βούλευμα νομίμου βάσεως. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια αιτιολογίας, εκ του ότι το βούλευµα αναφέρεται καθ' ολοκληρία στην πρόταση του Εισαγγελέως, χωρίς να παραθέτει δικές του σκέψεις και επί πλέον ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη σχετικά υποµνήµατα αυτών, τα οποία υποβλήθηκαν μετά τη σύνταξη της εισαγγελικής προτάσεως και µετά την εισαγωγή της υποθέσεως εις το Συµβούλιο και ιδίως το από 8-6-2007 υπόµνηµα του πρώτου εξ αυτών µετά των συνηµµένων δώδεκα (12) εγγράφων, είναι αβάσιµος. Το Συμβούλιο ναι μεν υιοθετεί καθ' ολοκληρία την εισαγγελική πρόταση ως προς την ουσία της υποθέσεως, προκειµένου όμως να καταλήξει στην παραπεµπτική του κρίση, πέραν των δικών του νομικών σκέψεων, στο προοίμιο του σκεπτικού του διαλαμβάνει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, συνεπώς συνεκτιμήθηκαν οι περιεχόμενοι στα υπομνήματα ισχυρισμοί τους και τα μετά την εισαγγελική πρόταση υποβληθέντα έγγραφα. Ειδικότερα: α) ως προς το έγκληµα της απάτης κατ' εξακολούθηση. Από τις προαναφερόµενες παραδοχές προκύπτει ότι το Συµβούλιο Εφετών Αθηνών περιέλαβε στο προσβαλλόµενο βούλευµα του όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται, για την ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία αυτού, αφού, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, με την απλή συνέργεια της συζύγου του, την οποία (απλή συνέργεια) και εξειδικεύει, προκειμένου να αποσπάσει χρήματα από τις εγκαλούσες, με περισσότερες και αυτοτελείς πράξεις, παραπλάνησε αυτές να του καταβάλλουν και εκείνες τμηματικά και στους αναφερόμενους χρόνους πράγματι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 36.000 ευρώ για δήθεν παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες (εξώδικα, απαντήσεις σε εξώδικα, μετάβαση σε .... και παράσταση στα εκεί δικαστήρια) ενέργειες τις οποίες εκείνος ουδέποτε είχε πραγματοποιήσει, ως αναληθώς περί τούτου βεβαίωνε. Περαιτέρω κατά τις παραδοχές του προσβαλλόµενου βουλεύµατος, το όφελος που απεκόμισαν οι αναιρεσείοντες (ο πρώτος ως αυτουργός της απάτης και η δεύτερη ως απλούς συνεργός του), προήρχετο από την περιουσία αµφοτέρων των εγκαλουσών και συγκεκριµένα από χρηµατικά ποσά που διέθεταν κυρίως εις κοινούς λογαριασµούς στις προαναφερόµενες τράπεζες, αν και ορισµένα από αυτά, χωρίς να προκύπτει ότι εκταµιεύθησαν από τους παραπάνω λογαριασµούς, φέρεται ότι εδόθησαν εξ ιδίων της Θ. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του ότι οι ιδιότητες του εξαπατηθέντος και ζηµιωθέντος, δεν είναι αναγκαίο να συµπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και επίσης δεν είναι αναγκαίο να συµπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, οι ιδιότητες του εξαπατήσαντος και του ωφεληθέντος, η πράξη αυτή συνιστά το έγκληµα της απάτης σε βάρος των παραπάνω εγκαλουσών αφού, µεταξύ των άλλων, συντρέχει ο υπερχειλής δόλος (σκοπός περιποιήσεως παρανόµου περιουσιακού οφέλους, προερχοµένου από την περιουσία του βλαπτοµένου), ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση της υποκειµενικής θεµελιώσεως του εν λόγω εγκλήµατος, Ενόψει των άνω πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολόυθηση, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο βούλευμα, ως αβασίμως υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες, εις τι συνίστανται οι περιεχόμενες στο από 29-11-2002 εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο δικαστικές διεκδικήσεις, η δε αναφορά στο άνω έγγραφο και το περιεχόμενό του κρίνεται πλεοναστική. Περαιτέρω, κατ' ορθή ερµηνεία και εφαρµογήν του αρθρ. 98 Π.Κ., έκρινε ότι οι χρηματικές καταβολές από τις παθούσες έγιναν όχι ως αποτέλεσμα μίας εφάπαξ παραπλανητικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων αλλά ότι εκάστη των µερικότερων πράξεων της απάτης ήταν αυτοτελής, αφού κάθε επιζήµια για τις παθούσες πράξη είναι αποτέλεσµα χωριστής συμπεριφοράς και πλάνης των εξαπατηθεισών, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συµπεριφορά των κατηγορουµένων την οποία και προσδιορίζει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, διαλαμβάνοντας, κατά τα προαναφερθέντα, τον τρόπο µε τον οποίον εξαπατήθηκαν οι εγκαλούσες και κατέβαλαν σ' αυτόν το άνω συνολικό ποσό των 36.000 ευρώ. Ακόμη, πέραν του ύψους του οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας των εγκαλουσών, για τη θεμελίωση του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, δέχεται το Συμβούλιο την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής και από τους δύο κατηγορουμένους που προκύπτει αφενός μεν από την επανειληµµένη τέλεση και αφετέρου από το σχέδιο το οποίον αυτοί εφήρµοσαν µε την καλλιέργεια ιδιαιτέρων φιλικών σχέσεων µε τις εγκαλούσες και τη δημιουργία κλίµατος εµπιστοσύνης με αυτές, περιστατικά που µαρτυρούν τον σκοπό τους για πορισµό εισοδήµατος. Από την παραδοχή της σύγχρονης συνδρομής και των δύο στοιχείων για τη θεμελίωση της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης, δεν δημιουργείται αντίφαση αφού μπορούν να συντρέχουν παράλληλα και τα δύο. Έτσι, σύµφωνα με τις εν γένει εκ του πράγματος παραδοχές, ως προς την επιβαρυντικήν περίσταση της κατ'επάγγελµα τελέσης, το συµβούλιο δέχεται και τις δύο µορφές µε επαρκή αιτιολογία, δηλαδή τόσο της επανειληµµένης τέλεσης, εκ της κατ' εξακολούθηση τέλεσης της ως άνω πράξεως, όσον και της υποδοµής που διεµόρφωσαν οι αναιρεσείοντες. Β) Ως προς το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση,µε αυτά που δέχθηκε το Συµβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόµενο βούλευµα του την απαιτουµένη ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία και ορθώς εφήρµοσε και ερµήνευσε τις διατάξεις των αρθρ. 98 και 375§1 εδ.β' Π.Κ., χωρίς να παραβιάσει αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος, με βάση παρασχεθείσα προς αυτόν πληρεξουσιότητα, ανέλαβε µεν τµηµατικώς (από 2-5-2003 έως20-6-2003) χρηµατικό ποσό 86.895 ευρώ, από λογαριασµό που διατηρούσε στην CITIBANK η εγκαλούσα Ζ και κατείχε ως εντολοδόχος της, η οποία του το είχε εµπιστευθεί µε την εν λόγω ιδιότητα του, αλλά το συνολικό ως άνω ποσό, που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, δεν το διέθεσε στα πλαίσια των εντολών που είχε λάβει προς απόκρουση των δικαστικών ενεργειών των συγγενών της, αφού για την αιτία αυτή σε προγενέστερο χρόνο είχε λάβει ήδη το ποσό των 36.000 ευρώ, αλλά το ιδιοποιήθηκε παρανόµως, ως επίσης παρανόμως ιδιοποιήθηκε την 24-6-2003 και το ποσό των 3.000 ευρώ το οποίο ανέλαβε από την παραπάνω Τράπεζα, καίτοι την προηγούμενη ημέρα (23-6-2003) είχε ανακληθεί η προς αυτόν πληρεξουσιότητα. Σύµφωνα, τέλος, µε τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά για την στοιχειοθέτηση κάθε µιας από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και συγκεκριµένα της απάτης κατ' εξακολούθηση και της υπεξαίρεσης είναι τελείως διαφορετικά ιδιαίτερα αφού αναφέρονται σε διαφορετικό υλικό αντικείµενο και συνεπώς οι πράξεις αυτές συρρέουν πραγµατικά και δεν συντρέχει περίπτωσις απορρόφησης της υπεξαίρεσης από την απάτη. Εποµένως, οι από το αρθρ. 484§1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων µε τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόµενο βούλευµα οι πληµµέλειες της ελλείψεως ειδικής και εµπεριστατωµένης αιτιολογίας, της εσφαλµένης ερµηνείας και εφαρµογής του νόµου και της ελλείψεως νοµίµου βάσεως είναι αβάσιµοι και απορριπτέοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις αυτών, που υπό την επίκληση των άνω λόγων, πλήττουν την ανεξέλεγκτη περί πραγµάτων κρίση του Συµβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες. V.- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες υποβάλλουν αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. να επιτραπεί η αυτοπρόσωπος εμφάνισίς μου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου δια να υποβάλω τις τυχόν διασαφήσει και διευκρινήσεις μου....". Το ίδιο αίτημα ο αναιρεσείων Χ1 υποβάλλει και στα μέχρι την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατεθέντα από 5-8-2008, 5-9-2008, 23-9-2008, 30-9-2008, 7-11-2008, 26-11-2008 υπομνήματά του στα οποία επισυνάπτει πλήθος εγγράφων. Το αίτημα αυτό των αναιρεσειόντων, παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να δοθούν εξηγήσεις επί των λόγων αναιρέσεως, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διεξοδικά προβάλλουν και αναλύουν τους λόγους αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Περαιτέρω και αναφορικά με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στα υπομνήματα, από την άνω διάταξη του άρθρου 309 παρ.2 κ.Π.Δ προκύπτει ότι παρέχεται στους διαδίκους το δικαίωμα διευκρινίσεως των ισχυρισμών τους εν σχέσει με τους αναιρετικούς λόγους και όχι της προσκομιδής νέων αποδεικτικών στοιχείων, σημειουμένου ότι η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 63/2008 και 64/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 348/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου. Και. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη και υπεξαίρεση. Έννοια και στοιχεία των πράξεων. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή και επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 439/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Προκοπίδη, περί αναιρέσεως της 345-349/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 τέως συζύγου Ψ1 κατοίκους ...., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Τ1 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούβελα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, πριν αυτή τροποποιηθεί με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3160/2003, "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.......". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι συγκροτεί το έγκλημα αυτό όχι μόνο η συνουσία ή η ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η προστριβή του πέους του δράστη στα γεννητικά όργανα ή στον πρωκτό του ανηλίκου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο στόμα του ανηλίκου, εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την αποκτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 345-349/2007 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Τ2 γεννήθηκε την 10-2-1991 και ήταν παιδί της ..... και από άγνωστο πατέρα. Το παιδί αυτό παρουσίαζε διανοητικό πρόβλημα και η μητέρα του το είχε εμπιστευθεί στις φροντίδες των γονέων της, που ζούσαν μόνιμα στην ..... Ο κατηγορούμενος ήταν γείτονας του Τ2 και στο χρονικό διάστημα της 1-3-2000 της 2-8-2000 παρέσυρε το ανήλικο παιδί, δωρίζοντας σ' αυτό γλυκά και καραμέλες και το οδήγησε σε ερημικά μέρη του Συνοικισμού ...... με σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες ορμές του και εκεί του αφαιρούσε τα ρούχα, το φιλούσε στο στόμα και στα γεννητικά του όργανα προβαίνοντας σε πεοθηλασμό, υποχρεώνοντας συγχρόνως το παιδί να χαΐδεύει το γεννητικό του μόριο, το οποίο στη συνέχεια πίεζε στα οπίσθια του παιδιού συγχρόνως τον εξωθούσε να προβαίνει σε εναγκαλισμούς, φιλιά και χάδια με τον ανήλικο Τ1. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου δημιούργησε ψυχολογικό πρόβλημα στον ανήλικο ο οποίος εκμυστηρεύτηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στην φίλη της οικογένειας Φ1 η οποία κατήγγειλε το γεγονός στο αστυνομικό τμήμα ....., αφού ειδοποίησε και την γιαγιά του παιδιού. Ο κατηγορούμενος στο ίδιο χρονικό διάστημα είχε παρασύρει και το Τ1 επίσης ανήλικο ο οποίος είχε γεννηθεί την 5-9-93 σε διάφορα μέρη του ως άνω οικισμού και εκεί έχοντας σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες ορμές χάιδευε το στήθος του παιδιού, του επεδείκνυε το γεννητικό του μόριο και μία φορά επιχείρησε να προβεί σε πεοθηλασμό, πράγμα το οποίο δεν πέτυχε λόγω της άρνησης του ανηλίκου και συγχρόνως τον εξωθούσε να προβαίνει σε εναγκαλισμούς με τον προηγούμενο ανήλικο Τ2 Μετά την καταγγελία της Φ1 στο αστυνομικό τμήμα, η γιαγιά των ανηλίκων, τα οποία ήταν πρώτα εξαδέλφια ενημέρωσε την κόρη της Ψ2 που ήταν μητέρα του Τ1 ο οποίος σε σχετικές ερωτήσεις της μητέρας του εξιστόρησε σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν. Στο αστυνομικό τμήμα .... που οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος ο ανήλικος Τ2 υπέδειξε τον κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που ενήργησε σε βάρος του τις ασελγείς πράξεις που αναφέρθηκαν. Οι μάρτυρες ...., Ψ1, Ψ2, παππούς των ανηλίκων ο πρώτος, και γονείς του Τ1 οι δεύτερος και τρίτη αναφέρονται με σαφήνεια στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους και από την Φ1. Εφόσον λοιπόν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στους τόπους και χρόνους που αναφέρθηκαν ενήργησε τις ασελγείς πράξεις που επίσης αναφέρθηκαν με τους ανηλίκους Τ2 και Τ1 οι οποίοι δεν είχαν συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας τους και επί πλέον παραπλάνησε τα παιδιά αυτά να υποστούν τις πράξεις αυτές πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών. Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για αποπλάνηση παιδιών νεοτέρων των 15 ετών που δεν είχαν όμως συμπληρώσει το 10ο έτος, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98, 339 παρ. 1 στοιχ. α' και 344 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα εφόσον αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική του κρίση "τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης τα οποία αναγνώσθηκαν" προκύπτει συνακόλουθα με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις ιατροδικαστικές βεβαιώσεις που αναγνώσθηκαν που στην προκειμένη περίπτωση είναι έγγραφα και όχι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι αυτές διατάχθηκαν από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστήριο. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου ποινικής διατάξεως του άρθρου 339 παρ. 1 στοιχ α' ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει για τη βασιμότητα κάθε ποινικής κατηγορίας εναντίον του. Από τη διάταξη αυτή που καθιερώνει την αρχή της δίκαιας δίκης, δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως των ποινικών αποφάσεων, πέρα από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 464/1992). Μπορεί όμως να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως από την παραβίαση των αρχών της δίκαιας δίκης σε συνδυασμό με άλλη πλημμέλεια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση με σχετικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, "παραβιάσθηκε η αρχή της δίκαιης δίκης διότι το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως χωρίς την εξέταση της απολιπομένης μάρτυρος κ.Φ1 για την εξέταση της οποίας προηγουμένως είχε αναβληθεί η δίκη". Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός μόνο με την επίκληση της αρχής της δίκαιης δίκης χωρίς να τη συνδυάζει με πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως από την εξέταση της απολιπομένης μάρτυρος είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, που παρέστησαν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/15.4.2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της με αριθ. 345-349/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για αποπλάνηση παιδιών που δεν είχαν συμπληρωμένο το 10ο έτος. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποπλάνηση ανηλίκου.
1
Αριθμός 438/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ2 και 2) Χ1 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια, περί αναιρέσεως της 1173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Λιάνα Μουμουτζή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουλίου 2008 και 11 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1286/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 1173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 νομοτύπως και εμπροθέσμως άσκησαν τις από 9-7-2008 και 11-7-2008, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες δε λόγω συναφείας, να ερευνηθούν και κατ' ουσίαν. ΙΙ.- Κατά το άρθρ. 375 §1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ'όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε το άρθρ. 375 § 2 Π.Κ. αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνον υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα. Την εξουσία αυτή μπορεί να έχει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 379 παρ. 2 του Π.Κ. ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης, εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαρισθεί και δηλώσει τούτο ο παθών και οι κληρονόμοι του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται μόνο επί πλημμεληματικής υπεξαίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι η από της ποινής απαλλαγή του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση προϋποθέτει α) την πλήρη κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα ικανοποίηση του ζημιωθέντος εφόσον αυτή χρονικά πραγματοποιείται μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και β) εκούσια καταβολή του υπεξαιρεθέντος χρηματικού ποσού η οποία όμως δεν υπάρχει, όταν κατά το στάδιο της προδικασίας και κατά τη διενέργεια ερευνών, ανευρίσκεται, έστω και καθ' υπόδειξη του δράστη, το ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε αυτός, κατάσχεται και ακολούθως αποδίδεται τούτο στον ζημιωθέντα. ΙΙΙ.- Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν σ' αυτήν δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους οδηγήθηκε στην περί της ενοχής κρίση του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την κρίση του, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. "...Ο πρώτος κατηγορούµενος (Χ2) ήταν υπάλληλος σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας. Με την ιδιότητα αυτή είχε ορισθεί υπεύθυνος µεταφοράς χρηµάτων, τα οποία ανήκαν στη ΔΕΗ (υποκατάστηµα ...) και έπρεπε να κατατεθούν σε ιδιωτική τράπεζα, στη ...... Ο κατηγορούµενος αυτός, στο χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, παρέλαβε τα χρήµατα, που ήταν τοποθετηµένα σε σακούλες και µε ιδιωτικό αυτοκίνητο ξεκίνησε για να τα µεταφέρει στην εν λόγω τράπεζα. Καθ' οδόν φάνηκε ότι ένα αγροτικό φορτηγό αυτοκίνητο του έκλεισε το δρόµο και τον ανάγκασε να διακόψει την πορεία τoυ αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε. Τότε, εµφανίσθηκε κάποιο, κατ' αρχήν άγνωστο, πρόσωπο, το οποίο, από το ανοικτό παράθυρο της πλευράς του οδηγού του αυτοκινήτου της µεταφοράς, κτύπησε τον πρώτο κατηγορούµενο στο πρόσωπο και κατόπιν, αφού χώθηκε µέχρι τη µέση µέσα στο αυτοκίνητο από το ίδιο παράθυρο, παρόντος του οδηγού, αφαίρεσε κάποιες από τις σακούλες, που ήσαν ακουµπισµένες στη θέση του συνοδηγού και περιείχαν (οι αφαιρεθείσες) το χρηµατικό ποσό των 16.000.000 δραχµών και έσπευσε να εξαφανισθεί. Αµέσως µετά το συµβάν, ο πρώτος κατηγορούµενος επέστρεψε πεζή στο υποκατάστηµα της ΔΕΗ, όπου το εξιστόρησε µε τον τρόπο που αναφέρθηκε. Κατόπιν, ενηµέρωσε τον εργοδότη του και κατήγγειλε στην αστυνοµική αρχή την, κατά τα φαινόµενα, ληστεία σε βάρος του. Κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση που ακολούθησε, εντοπίσθηκε σχεδόν αµέσως ο δεύτερος κατηγορούµενος (Χ1), ως το πρόσωπο που κτύπησε τον πρώτο και αφαίρεσε τις σακούλες µε τα χρήµατα, διότι, από τις γενόµενες περιγραφές, συνδέθηκε ως κάτοχος του αγροτικού αυτοκινήτου, που είχε διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου της µεταφοράς. Ο κατηγορούµενος αυτός οµολόγησε αµέσως την πράξη και αποκάλυψε ότι ουσιαστικά δεν επρόκειτο για ληστεία, αλλά για µια σκηνοθεσία, στην οποία συµµετείχε και ο ίδιος και η οποία είχε στηθεί από τον πρώτο κατηγορούµενο σε συνεργασία µε κάποιον Φ1 πρώην συνάδελφο του κατηγορουµένου Χ2 και εραστή της αδελφής του κατηγορουµένου Χ1 µε σκοπό να ιδιοποιηθούν από κοινού τα ξένα χρήµατα, τα οποία βρίσκονταν ήδη στην κατοχή του πρώτου κατηγορουµένου, ως επιφορτισµένου µε τη µεταφορά αυτών. Σε επίρρωση της οµολογίας αυτής, ο δεύτερος κατηγορούµενος υπέδειξε τον τόπο, στον οποίο µαζί µε το Φ1 είχαν κρύψει τα χρήµατα, τα οποία και βρέθηκαν, πλην ενός µέρους (1.500.000 δραχµές), το οποίο είχε λάβει ήδη ο Φ1, που είχε σπεύσει να εξαφανισθεί και έκτοτε φυγοδικεί. Τα ανευρεθέντα χρήµατα επιστράφηκαν στη ΔΕΗ, στην οποία αργότερα ο δεύτερος κατηγορούµενος επέστρεψε εξ ιδίων και το ποσό των 1.500.000 δραχµών (που δεν βρέθηκε). Ο πρώτος κατηγορούµενος, στην προδικασία και στον πρώτο βαθµό δικαιοδοσίας, αρνήθηκε την κατηγορία και επέµεινε στην εκδοχή της ληστείας σε βάρος του, την οποία είχε καταγγείλει εξ αρχής. Η πλήρης αδράνειά του, όµως, κατά τη διάρκεια των ενεργειών του φεροµένου ως ληστή, τον οποίο µπορούσε να εµποδίσει όταν άοπλος χώθηκε µπροστά του προκειµένου να αρπάξει τις σακούλες από ανοικτό παράθυρο της πόρτας του οδηγού, η επιστροφή του στα γραφεία τα ΔΕΗ και η µη άµεση αναφορά του στην αστυνοµική αρχή, για να ζητήσει τη συνδροµή της, αποτελούν περιστατικά που ενισχύουν την αξιοπιστία της οµολογίας του δευτέρου κατηγορουµένου και την αναδεικνύουν σε πλήρη απόδειξη σε βάρος του Χ2. Άλλωστε, αυτός, κατά την ενώπιον του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου υπεράσπισή του, εγκατέλειψε την τακτική της πλήρους άρνησης και ήδη ζητεί, απλώς, την υποβάθµιση της κατηγορίας και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Σύµφωνα µε τα περιστατικά αυτά, οι κατηγορούµενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και ειδικότερα α) ο πρώτος για την πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 16.000.000 δραχµών, που κατά το χρόνο τέλεσης αυτής ήταν ιδιαίτερα µεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εµπιστευµένο σ' αυτόν ως εντολοδόχο και για την πράξη της ψευδούς καταµήνυσης ως προς το ότι είχε πέσει θύµα ληστείας, τελεσθείσας από αγνώστους, υπό τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προηγούµενου έντιµου βίου (ως και πρωτοδίκως) και του ότι συµπεριφέρθηκε καλά µετά την πράξη του και β) ο δεύτερος για την πράξη της άµεσης συνέργειας στην πράξη του πρώτου, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του εντολοδόχου που δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του (ως και πρωτοδίκως), υπό τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προηγούµενου έντιµου βίου και του ότι επιδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξης του, αφού υπέδειξε τον τόπο απόκρυψης των χρηµάτων και απέδωσε εξ ιδίων το ποσό πού είχε πάρει ό φυγόδικος Φ1. Η εν λόγω, τελευταία ενέργεια, δεν µπορεί να υπαχθεί στην έµπρακτη µετάνοια του άρθρου 379 παρ. 2 ΠΚ, όπως προστέθηκε µε το άρθρο 14 παρ. 1 περ. 3 του ν. 2721/1999, διότι λόγω µη παραστάσεως της ΔΕΗ στον παρόντα βαθµό δικαιοδοσίας δεν µπορεί να συναχθεί µε βεβαιότητα αν οι αστικές αξιώσεις αυτής έχουν εκκαθαρισθεί και ικανοποιηθεί πλήρως...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τον μεν κατηγορούμενο Χ2 των πράξεων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ψευδούς καταμήνυσης, τον δε Χ1 άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση και μετ' αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων επέβαλλε στον πρώτο συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και δέκα (10) μηνών και στον δεύτερο ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, τις οποίες ανέστειλε και για τους δύο. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του που συμπληρώνεται και αποτελεί ενιαίο σύνολο με το διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α 229 παρ. 1 και 375 παρ 1 και 2 του ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι η απόφαση χωρίς αιτιολογία σιωπηρά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι δεν είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου ώστε να θεμελιώνεται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης, είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο με της εκ του πράγματος παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεώς του που συμπληρώνεται από το διατακτικό, δέχεται ότι αυτός είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου, αφού ως υπάλληλος της εταιρίας φύλαξης ...., η οποία με σύμβαση με την ΔΕΗ (κατάστημα .....) είχε αναλάβει με τα προεστημένα όργανά της την εκτέλεση χρηματαποστολών, την συγκεκριμένη ημέρα του συμβάντος είχε λάβει την εντολή να προβεί σε τραπεζική κατάθεση των χρημάτων τα οποία αυτός και ο συνεργός του υπεξήρεσαν. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται από τον αναιρεσείοντα αυτόν η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Χ1 με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και με ελλειπή αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής των όρων εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 2 του Π.Κ. Τούτο δε διότι από τις εν γένει παραδοχές του, το δικαστήριο δέχεται ότι το ποσό των 14.500.000 δραχμών εκ του συνόλου του υπεξαιρεθέντος (16.000.00) δεν αποδόθηκε εκουσίως από τον αναιρεσείοντα, αλλά υποδείχθηκε από αυτόν στα αρμόδια αστυνομικά όργανα ο τόπος στον οποίο είχε αποκρυβεί (αρδευτικό κανάλι), περαιτέρω δε και προεχόντως η επικαλούμενη από αυτόν καταβολή του υπολοίπου των 1.500.000 δραχμών, ως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεως και των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν έγινε, ως ο νόμος αξιώνει, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως αυτής. Κατ' ακολουθίαν του ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΗ (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 9-7-2008 και 11-7-2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση από εντολοδόχο. Άμεση συνέργεια στην άνω πράξη. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 2 του ΠΚ. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 437/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπου Σύψα, για αναίρεση της με αριθμό 161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον ... Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.276/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί η κατ'είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται με τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρ. 141 παρ. 2 και 331 Κ.Π.Δ.), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκώτερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Εφ' όσον δε δεν αιτιολογείται η απόρριψη ενός παραδεκτώς υποβληθέντος τοιούτου, σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως. Ούτως αυτοτελής ισχυρισμός είναι ο περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2δ' Κ.Π., ήτοι ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωσή του, η έλλειψη δε της άνω αιτιολογίας για ένα τοιούτο ισχυρισμόν, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος, τότε δευτέρου κατηγορουμένου, κατά την ανάπτυξη της υπερασπίσεως αυτού εζήτησε "την αθώωση του πελάτη του, άλλως να του χορηγηθεί κάποιο ελαφρυντικό". Ούτως όμως διατυπωθείς ο ισχυρισμός αυτός προεβλήθη όλως ασαφώς και αορίστως, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών προς θεμελίωση ελαφρυντικού τινός εκ των του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ ενδεικτικώς αναφερομένων ή άλλου τινός προβλεπομένου υπό του νόμου. Εντεύθεν και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίον ούτος χαρακτηρίζει ως ισχυρισμόν ειλικρινούς μεταμελείας και ο οποίος, εις ουδεμία περίπτωση, στοιχειοθετείται δια της ομολογίας του αναιρεσείοντος και της αναλήψεως υπ' αυτού εξ ολοκλήρου της ευθύνης των πράξεων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και προωθήσεως αλλοδαπών εις το εσωτερικό της χώρας, δια τις οποίες απηλλάγη ο συγκατηγορούμενός του, κατ' έφεση. Κατ' ακολουθίαν ο μόνος λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων ότι, κατ' εκτίμηση, αναιτιολογήτως δεν του ανεγνωρίσθη η ελαφρυντική περίσταση "της ειλικρινούς μεταμελείας, η οποία απεδείχθη δια της απαλλαγής του άλλου", όπως κατά λέξη προβάλλει ο αναιρεσείων, και ούτως το Πενταμελές Εφετείον υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εφ’ όσον είναι ορισμένοι και σαφείς και έχουν αναπτυχθεί προφορικώς. Δεν στοιχειοθετείται ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας, εκ του ότι λόγω της ομολογίας του αναιρεσείοντος, απηλλάγη ο συγκατηγορούμενος. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Προφορική ανάπτυξη.
0
Αριθμός 446/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.432/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 515/2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τ' ακόλουθα:Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 1301/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), μεταξύ άλλων, τον Χ, κατηγορούμενο για εγκληματική οργάνωση (άρθρ. 187 Π.Κ.), έκρηξη, ανθρωποκτονία από πρόθεση, απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας κ.λ.π. ΙΙ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος Χ άσκησε, με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 147/2008 αίτηση αναίρεσης. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν.2928/01, η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρ. 187 του Ποινικού Κώδικα, κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό, η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημ/κών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο απ'αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά του παραπάνω αμετακλήτου βουλεύματος, τόσο όσο αφορά την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης, όσο και τη συναφή προς αυτήν πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, (σύμφωνα με το άρθρο 129 εδ. α' Κ.Π.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 147/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ.1301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 20 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προναναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 7 Ν.2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού ετροποποιήθη με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν.3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικος κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση - εκκαθάριση των προβλεπομένων στο άνω άρθρο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν προκληθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα του άρθρου 187 Π.Κ., αυτή περατώνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών αμετάκλητα, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο προς τούτο όχι μόνον όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο κατά το άρθρο 313 Κ.Π.Δ., αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την άνω πράξη κατά τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Π.Δ. ή περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 309 παρ.1 εδ. β' Κ.Π.Δ. ή το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή τον καταλογισμό, κατ' άρθρο 310 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Π.Δ. Εντεύθεν και κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για την πράξη του άρθρου 187 Π.Κ. και για συναφή εγκλήματα, συνεπώς και πλημμελήματα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίον, εάν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Περαιτέρω κατ' άρθρο μεν 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ. "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ...". Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.301/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, επερατώθη η κυρία ανάκριση, και κατά του αναιρεσείοντος Χ, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, και παρεπέμφθη ούτος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων και δη εκρήξεως και παραβάσεων σχετι κών με τις εκρηκτικές ύλες, για ανθρωποκτονία από πρόθεση, για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Το βούλευμα αυτό είναι, κατά τ' άνω εκτεθέντα, αμετάκλητο και συνεπώς, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ασκουμένη κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1.301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 7 Ν. 2928/2001 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004. Η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους. Απαράδεκτος η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Απορρίπτει ως απαράδεκτη σχετική αίτηση αναίρεσης (άρθρο 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ).
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
0
Αριθμός 435/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Νικολέττα Μπασδέκα, περί αναιρέσεως της 4239/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου μόνου παράγρ. 1 εδ. α' Α.Ν. 690/1945, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 8 ν. 2336/1995, "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σ' αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξ (6) μήνες και με χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25%, ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση γίνεται .......". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτήν ως άνω πλημμέλημα της μη εμπροθέσμου καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών είναι γνήσιο έγκλημα παραλείψεως που συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει εμπροθέσμως στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για τον λόγον ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της άνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικοτέρων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4239/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άνω Α.Ν. 690/1945 σε φυλάκιση (5) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, η οποία ανεστάλη. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, εδέχθη, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2002 έως 25.7.2005, ενώ ήταν εργοδότης - υπεύθυνος της ατομικής επιχείρησης εκδόσεως βιβλίων και εντύπων, με τον διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται επί της οδού ... της ..., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στη ..., κάτοικο ..., την οποία απασχόλησε στην παραπάνω επιχείρηση ως γραφίστρια - σελιδοποιό, ειδικευμένη στην ηλεκτρονική σύνθεση με τη χρήση Η/Υ από 1-10-2002 έως 25-7-2005, με ημερομίσθιο, τις οφειλόμενες αποδοχές και χορηγίες, που είναι καθορισμένες από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, διοικητικής πράξης και τον Α.Ν. 690/1945, και ειδικότερα δεν κατέβαλε σ' αυτή, συνολικά το ποσό #23.198,46# ευρώ κατά τα παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενα: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2002 έως 31-12-2002, ήτοι για τρεις (3) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή μηνιαίως το ποσό των 925,60 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.776,80 ευρώ, αυτός κατέβαλε το ποσό των 1.320 ευρώ και οφείλει ποσό #1.456,80# ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2003, ήτοι για έξι (6) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή μηνιαίως, ποσό 948,74 ευρώ και συνολικά ποσό 5.692,44 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 2.820 ευρώ και οφείλει ποσό #2.872,44# ευρώ και β) για δώρο Πάσχα έτους 2003, ενώ όφειλε ποσό 474,37 ευρώ, αυτός κατέβαλε στην ανωτέρω ποσό 235 ευρώ και οφείλει ποσό #239,37# ευρώ. 3) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 31-12-2003, ήτοι για έξι (6) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 969,54 ευρώ και συνολικά 5.817,24 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 2820 ευρώ και οφείλει ποσό #2.997, 24# ευρώ, β) Για επίδομα άδειας έτους 2003, ενώ όφειλε ποσό 484,77 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 235 ευρώ και οφείλει ποσό #249,77# ευρώ και γ) για δώρο Χριστουγέννων έτους 2003, ενώ όφειλε ποσό 969,54 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 470 ευρώ και οφείλει ποσό #499,54# ευρώ. 4) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-1-2004, ήτοι για ένα (1) μήνα, ενώ έπρεπε να καταβάλει στην ανωτέρω μηνιαίως ποσό 1.008,28 ευρώ και συνολικά 1.008,28 ευρώ, αυτός κατέβαλε 470 ευρώ και οφείλει #538,28# ευρώ. 5) Για το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 31-5-2004, ήτοι για τέσσερις (4) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.008, 28 ευρώ και συνολικά ποσό 4.033,12 ευρώ, αυτός κατέβαλε 2.000 ευρώ και οφείλει ποσό #2.033,12# ευρώ. Β) Για δώρο Πάσχα 2004, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 504,14 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 250 ευρώ και οφείλει #254,14# ευρώ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως 31-8-2004, ήτοι για τρεις (3) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως, ποσό 1.008,28 ευρώ και συνολικά ποσό 3.024,84 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 1.560 ευρώ και οφείλει #1.464,84# ευρώ. β) Για επίδομα άδειας έτους 2004, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 504,14 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #244,14# ευρώ. 7) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, ήτοι για τέσσερις (4) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.028,56 ευρώ και συνολικά ποσό 4.114,24 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 2.080 ευρώ και οφείλει #2.034,24# ευρώ. β) Για δώρο Χριστουγέννων έτους 2004, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.028,56 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 520 ευρώ και οφείλει #508,56# ευρώ. 8) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2005, ήτοι για έξι (6) μήνες, ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.059,50 ευρώ και συνολικά 6.357 ευρώ, αυτός κατέβαλε α) για τον μήνα Ιανουάριο 2005 ποσό 520 ευρώ και οφείλει ποσό #539,50# ευρώ, β) για τον μήνα Φεβρουάριο 2005, κατέβαλε ποσό 399,36 και οφείλει ποσό #660,14# ευρώ και γ) για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο έτους 2005, δεν κατέβαλε κανένα ποσό και οφείλει ποσό #4.238# ευρώ δ) για δώρο Πάσχα έτους 2005, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 529,75 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #269,75# ευρώ και 9) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 25-7-2005, ήτοι για είκοσι μία εργάσιμες ημέρες, α) ενώ έπρεπε να πληρώσει ποσό 1.059,50 ευρώ μηνιαίως και συνολικά ποσό 889,98 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 120,64 ευρώ και οφείλει #769,34# ευρώ και β) Για αποδοχές άδειας ενώ όφειλε ποσό 1.059,50 ευρώ, δεν το κατέβαλε και επομένως οφείλει το ποσό των #1.059,50# ευρώ και επιδόματος άδειας έτους 2005, ενώ όφειλε ποσό 529,75 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #269,75# ευρώ. Συνολικά δε, οφείλει στην ανωτέρω εργαζομένη ποσό #23.198,46# ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, άρθρον μόνον Α.Ν. 690/1945, όπως η παρ. 1 αυτού αντικατεστάθη από το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2336/1995, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν η ιδιότης του κατηγορουμένου ως εργοδότου - υπευθύνου ατομικής επιχειρήσεως, τα χρονικά διαστήματα εργασίας της ανωτέρω υπαλλήλου, το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της, σύμφωνα με την συλλογική σύμβαση εργασίας ως και (το ύψος) των οφειλομένων για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, των καταβληθέντων καθ' έκαστον των άνω διαστημάτων ποσών και των μετά ταύτα οφειλομένων και εν τέλει των συνολικώς μη καταβληθέντων. Μετά ταύτα, οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου μόνου Α.Ν. 690/1945, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε, ούτοι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 548 ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τοιαύτη απόφαση είναι και η εκδιδομένη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 61 ΚΠΔ διατάσσουσα την αναβολή της δίκης, όταν, δηλαδή, υπάρχει εκκρεμές ζήτημα αστικής φύσεως σε πολιτική δίκη που έχει σχέση με την ποινική δίκη. Συνεπώς, και αυτή μπορεί να ανακληθεί κατά την νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός των άλλων, και τα πρακτικά της ιδίας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά τα άνω εκτεθέντα, για παράβαση του Ν. 690/1945 και του επέβαλε την ανωτέρω ανασταλείσα ποινή. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την δικάσιμο, καθ' ήν εξεδόθη αυτή, ήτοι την 3η Δεκεμβρίου 2007, ανεγνώσθη η υπ' αριθ. 2331/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου (εν αποσπάσματι) αναβλητική, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση του Εφετείου Λαρίσης επί ασκηθείσης αγωγής κατ' αυτού, χωρίς όμως να εμμείνει εις αυτήν το δικαστήριο εχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και απεφάνθη οριστικά για την κατηγορία με την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και την επιβολήν ποινής, ούτω δε ανεκάλεσε σιωπηρώς την προπαρασκευαστική του απόφαση, έχον προς τούτο εξουσία. Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο πράξαν ούτως υπερέβη την εξουσία του, προς δε δεν αιτιολόγησε την ανάκληση της άνω αποφάσεως και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4239/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο μόνο ΑΝ 690/1945 όπως ισχύει. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη εφαρμογή. Πρέπει να αναφέρεται ιδιότητα ως εργοδότου, το ύψος των αποδοχών βάσει συμβάσεως εργασίας, συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας, ο χρόνος εργασίας και τα οφειλόμενα ποσά. Άρθρο 548 ΚΠΔ. Εάν το δικαστήριο δεν εμμείνει εις προηγούμενη αναβλητική και προχωρήσει δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, διότι έχει αυτή η απόφαση ανακληθεί σιωπηρά. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
Αριθμός 434/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ανδρεάδη, περί αναιρέσεως της 4559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στη απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του Κ.Π.Δ., μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, επί ζητήματος που εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο και ανήκει στην αρμοδιότητά του, έχει δε σχέση με την ποινική δίκη, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εάν το αίτημα δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 4559/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, "έλαβε τον λόγο και πρότεινε... επικουρικά ν' αναβληθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 60 και 61 Κ.Π.Δ.". Το αίτημα όμως αυτό, όπως υποβλήθηκε, είναι εντελώς αόριστο και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα όμως το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφαση απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Διότι κατά ο άρθρο 369 ΚΠΔ οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου προβάλλονται μόνο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι μετά τη λήξη της, και δη μετά την αγόρευση του Εισαγγελέως και του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου επί της ενοχής ". Ως εκ τούτου δε οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα αναβολής της δίκης και απέρριψε αυτό χωρίς ειδική αιτιολογία είναι αβάσιμοι. Στο άρθρο 60 ΚΠΔ ορίζεται ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός εκείνων των περιπτώσεων για τις οποίες ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίκη, αξιώνει υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο, όπως για τα ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Μόνο στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης (και συνεπώς και της ποινικής δίκης) και αν δεν διαταχθεί η αναστολή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθ. 171 παρ. 1 γ' ΚΠΔ) άλλως υπέρβαση εξουσίας που είναι λόγοι αναιρέσεως της αποφάσεως κατ'άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικούς λόγους της κρινομένης αιτήσεως όπως αυτοί εκτιμώνται, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη την εξουσία του γιατί έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που υπαγόταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ήτοι διότι έκρινε ότι ο αναιρεσείων έδωσε πληρεξουσιότητα στην εγκαλούσα-Δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αγωγής της ..... κατ' αυτού, ενώ το ζήτημα τούτο της πληρεξουσιότητας ή μη εκκρεμεί στα πολιτικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα ούτε υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο, καθόσον παραδεκτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έκρινε παρεμπιπτόντως για το ανωτέρω ζήτημα, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση από εκείνες που έπρεπε κατά νόμο να προηγηθεί υποχρεωτικά απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, ώστε να είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον στην αιτιολογία της ανωτέρω απόφασης, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, "τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης". προκύπτει συνακόλουθα με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα υπεράσπισης ...... Επομένως ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα υπεράσπισης είναι αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 244/4.7.2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της με αριθ. 4559/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστος λόγος αναβολής: όχι υποχρέωση αιτιολογίας κλπ. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 429/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, για αναίρεση της με αριθμό 69.059/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν ν' αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιώ μένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφ' άπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η πράξη της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με τις παρ. 2α-δ του άρθρου 19 του Ν. 2948/2001 και, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τις δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξ άλλου, με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προΐσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Μόνη η αποδοχή από το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 69.059/2007 απόφασή του, που εξέδωσε, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθησαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-03 έως 31-12-04, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία συνιστούν εξακολούθηση ενός και ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και ειδικότερα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την ΔΟΥ Ηλιούπολης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τα χρέη που είχαν βεβαιωθεί σ' αυτή, όπως ειδικότερα αναλύονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ως άνω ΔΟΥ και συγκεκριμένα α) χρέος ποσού 8.530,36 € από βεβαιωμένη οφειλή προερχόμενη από ποινική απόφαση, β) χρέος ποσού 423.433,54 € προερχόμενο από οριστική βεβαίωση, προστίμου ΚΒΣ, γ) χρέος ποσού 278.165,63 € προερχόμενο από οριστική βεβαίωση προστίμου ΚΒΣ και δ) χρέος ποσού 47,23 € προερχόμενο από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, ήτοι βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο συνολικού ποσού επτακοσίων δέκα χιλιάδων και εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (710.176,76 ευρώ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένηαιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούςσυλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98 παρ. 2-1, όπως η παραγρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 και 22 του Ν.2721/1999 του Π.Κ. και στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και 19 του Ν.2948/2001, για την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε μέχρι την 31.12.2002 (μη καταβολή χρέους από βεβαιωμένη ποινική οφειλή) και στη διάταξη του άρθρου 34 του Ν.3220.2004 για τις υπόλοιπες αξιόποινες πράξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ειδικότερα, παρατίθενται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο παραδεκτά παραπέμπει συμπληρωματικά το σκεπτικό, α) η ΔΟΥ, η οποία βεβαίωσε το χρέος, β) ο χρόνος βεβαίωσης καθ' ενός απ' αυτά, ο οποίος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα από 31.3.2003 έως 31.12.2004, ήτοι σε χρόνο όπου καμμιά από τις κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις κατά τον χρόνο της εκδίκασής της στο Εφετείο δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή και γ) το ύψος του χρέους της αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε υπό την ισχύ του Ν.2523/1997, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το συνολικό ύψος των λοιπών χρεών, που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3320/2004, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ',Α', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας, απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και υπέρβασης εξουσίας, με την ειδικότερη ταυτόσημη σ' όλους του λόγους αιτίαση ότι από το αποδεικτικό υλικό ως χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης προέκυπτε το έτος 1995, με περαιτέρω συνέπεια να έχει παραγραφεί αυτή κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο, πλήττεται αποκλειστικά η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου όσον αφορά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 30.01.2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 69.059/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Στοιχεία για την πληρότητα της καταδικαστικής απόφασης. Απορρίπτει τους λόγους αναίρεσης ως αβάσιμους για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και τους λοιπούς λόγους ως απαράδεκτους, γιατί υπό την επίκληση τους πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός 428/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 979/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1260/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμούς 506/24.10.2008 και 506Α/9.12.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μαζί με τη σχετική δικογραφία την υπ'αρ. 132/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αρ. 979/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία οι υπ'αρ. 15/2008 και 20/08 εφέσεις του κατηγορουμένου Χ και του πολιτικώς ενάγοντος Ψ αντίστοιχα, κατά του υπ'αρ. 3761/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών για τη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ (αρ. 4, 13, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1-3α ΠΚ όπως το τελευτ. αντ. με τον Ν. 2408/96 και τον Ν. 2721/99). Από το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν προκύπτει ότι είχε υποβάλλει ο εκκαλέσας κατηγορούμενος Χ αίτηση αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή διασαφήσεων. Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ, νομοτύπως, εμπροθέσμως (αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον Χ την 2/7/08 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη την 1/7/08 αντίστοιχα) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 462-463, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ ως ισχύουν, με την ως άνω από 11/7/2008 δήλωσή του στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε νομοτύπως η υπ'αρ. 132/11-7-2008 έκθεση αναίρεσης, στην οποία αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης η (α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) και (β) απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος προκύπτουσα από τη παράβαση των διατάξεων περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (άρθρ. 171 παρ. 1δ', 138 παρ. 2, 309 παρ. 2, 318 ΚΠΔ και άρθρ. 6 παρ. 3 ΕΣΔΑ). Κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. Δεν νοείται παραβίαση των ορισμών του άρθρ. 309 παρ. 2 και 138 παρ. 2 ΚΠΔ από το Συμβούλιο σε σχέση με την υποχρέωσή του να αποφανθεί στην υποβληθείσα αίτηση εμφάνισης των διαδίκων, όταν η προς το Συμβούλιο απευθυνομένη αίτηση εμφανίσεως δεν υποβλήθηκε στο Συμβούλιο αλλά στον Εισαγγελέα και δεν έγινε δυνατή η διαβίβαση της μαζί με την απαιτουμένη και γι'αυτή έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα, πριν από τη προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης (ΑΠ 395/84 Π.Χρ. ΛΔ'/837 και Αθ. Κονταξής ΚΠΔ υπ'αριθ. 309 ΚΠΔ σελ. 1994 επ.) όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση του προσβαλλομένου βουλεύματος, αφού δεν είχε υποβληθεί προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών η προς αυτό απευθυνομένη αίτηση προσωπικής εμφάνισης του κατηγορουμένου όταν έγινε την 20/4/08 η υποβολή της έγγραφης πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διότι εγχειρίσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την 20/5/08, το δε Συμβούλιο έκρινε και αποφάσισε επί της υποθέσεως την 29/5/08, το Συμβούλιο Εφετών δεν παραβίασε κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου και δεν δημιουργήθηκε καμμία ακυρότητα, απορριπτομένου του περί απολύτου ακυρότητος λόγου αναίρεσης ως αβασίμου (βλ. ΑΠ 395/84 ΠΧρ ΛΔ'/837, ΑΠ 1330/81 Π.Χρ. ΛΒ'/531). (lΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα. δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα- άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 21078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (87 επ. Συντ.). Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: (α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, (β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) - όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιας διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου .386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητάς του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη τού άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις. (ΙΙΙ) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Αθηνών τόσο με δικές του σκέψεις, όσο και με συμπληρωματική επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αναφερομένου σ'αυτό αποδεικτικού υλικού τα εξής: Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου Χ και του μη ασκήσαντος έφεση Α προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά την 11.3.1994 η εταιρεία με την επωνυμία "UNICREDIT LIMITED" και έδρα στο ....., υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αριθ. καταθ. 3880Λ4Φ 863) κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION" και έδρα στη ..... της ....., ζητώντας την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών, σε ακίνητο της τελευταίας και ειδικότερα σε ένα αγροτεμάχιο έκτασης 16.010 τ.μ., με εκατό περίπου ελαιόδενδρα, άρτιο και -οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στην ειδική θέση "....." της γενικής τοποθεσίας "....." της νήσου ..... της κτηματικής περιφέρειας ..... του ομώνυμου Δήμου. Η αιτούσα εταιρεία επικαλέστηκε στην αίτηση της ότι έχει απαίτηση ποσού 30.000.000 δραχμών κατά της καθ' ης εταιρείας, από ισόποσο άτοκο δάνειο που χορήγησε στην τελευταία κατά την 1.3.1994, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε τότε μεταξύ τους και ήταν αποδοτέο κατά την 16.5.1994, η οποία (απαίτησή της) κινδύνευε λόγω της ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης της καθ' ης. Η παραπάνω αίτηση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και η καθ' ης εταιρεία παραστάθηκε δια του δικηγόρου Απόστολου Πούλου, ο οποίος ομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, δυνάμει του με αριθ. ..... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λονδίνου Nigel Peter Ready, που υπογράφεται από τον κατηγορούμενο Χ, φερόμενο ως εκπρόσωπο της καθ' ης εταιρείας και περιείχε την εντολή προς το δικηγόρο να συναινέσει στην εγγραφή της πιο πάνω προσημείωσης υποθήκης. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η 666/11.3.1994 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που διέταξε την αιτούμενη προσημείωση υποθήκης, η οποία στη συνέχεια και ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο ..... και αύξοντα αριθμό ... . Όμως, η απόφαση αυτή ήταν προϊόν παραπλάνησης του Δικαστή, αφού η αιτούσα εταιρεία - η οποία ουσιαστικά ανήκε στον κατηγορούμενο Χ και ελεγχόταν πλήρως από εκείνον - δεν είχε απαίτηση κατά της καθ' ης εταιρείας και το σχετικό από 1.3.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν εικονικό. Το γεγονός ότι ήταν ανύπαρκτη η απαίτηση ομολογείται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ στο από 29.9.2004 σημείωμα παροχής εξηγήσεων προς τον Πταισματοδίκη Αθήνας (στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης για την παρούσα υπόθεση), καθώς και στο από 11.5.2007 απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή, ενώ προκύπτει και από την κατάθεση του ως άνω κατηγορούμενου ως μάρτυρα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας κατά την 12.11.2001, σε δίκη με κατηγορούμενο το μηνυτή, επί της οποίας εκδόθηκε η 2619/2001 απόφαση, όπου ο ως άνω κατηγορούμενος αναφέρει "... Η προσημείωση ήταν εικονική ως προς το ότι δεν υπήρχε δάνειο ...", καθώς και από την κατάθεση του στις 24.11 .2004 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, στη δίκη της ίδιας υπόθεσης κατ' έφεση, όπου ο ίδιος κατηγορούμενος Χ αναφέρει: "... Συναινετική προσημείωση έκανα ύψους 30 εκατομμυρίων, για να μπλοκάρω την εκποίηση του ακινήτου, στις 28/3/1994 ...". Ο κατηγορούμενος Χ ισχυρίζεται ότι σ' αυτόν ανήκαν ουσιαστικά όλες οι μετοχές της καθ' ης εταιρείας και ότι συνακόλουθα δεν νοείται σκοπός του για προσπορισμό οικονομικού οφέλους με την εγγραφή της προσημείωσης, ούτε βλάβη της καθ' ης και ότι η. εγγραφή της προσημείωσης έγινε απλώς για να διασφαλίσει ότι ο μηνυτής - ο οποίος τότε ήταν δικηγόρος του και είχε αναλάβει διάφορες υποθέσεις του στην Ελλάδα ενόσω εκείνος ήταν φυγόποινος στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση της καθ' ης εταιρείας - δεν θα το εκποιούσε σε τρίτους για να καρπωθεί το τίμημα, εξαιτίας ρήξης στις μεταξύ τους σχέσεις. Όμως, δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ ήταν αποκλειστικός μέτοχος της καθ' ης εταιρείας "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION". Περαιτέρω, από την πιο πάνω ψευδή παράσταση ο κατηγορούμενος Χ επεδίωκε να προσπορίσει στην εταιρεία "UNICREDIT LIMITED" παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε ποσό ίσο με αυτό για το οποίο ενεγράφη η προσημείωση (35.000.000 δρχ. ή 102.714,60 ευρώ), αφού πέτυχε να αναγνωριστεί δικαστικά - έστω και με την προσωρινή ισχύ που έχουν οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων - η ανύπαρκτη απαίτηση από δάνειο της εταιρείας "UNICREDIT LIMITED" και να εμφανίζεται έτσι αυτή ως δικαιούχος εμπράγματου βάρους στο ακίνητο της καθ' ης, με δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης της από το εκπλειστηρίασμα κατά την εκποίηση του με πλειστηριασμό, ενώ προξένησε αντίστοιχη βλάβη στην εταιρεία "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION", αφού αντίστοιχα εμφανίστηκε αυτή ως οφειλέτρια της καθ' ης δυνάμει δικαστικής απόφασης και μειώθηκε εξαιτίας του εμπράγματου βάρους η αξία του ακινήτου της, με αποτέλεσμα να επέλθει χειροτέρευση της τότε οικονομικής της κατάστασης. Περαιτέρω, η βλάβη που πράγματι είχε επέλθει στην περιουσία της καθ' ης εταιρείας δεν αναιρείται από την ύπαρξη αξίωσης της προς ανόρθωση της ζημίας (βλ. ΑΠ ΑΠ 79/2001 ΠΧ 2001/891 και ειδικότερα από το γεγονός ότι μεταγενέστερα, με την 1876/17.8.1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά από αίτηση της καθ' ης, ανακλήθηκε η απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο της. Ας σημειωθεί ότι, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία το δικαστήριο αρκείται σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών, το έγκλημα της απάτης συντελείται και με μόνη την εν γνώσει της αναλήθειας προβολή ψευδούς ισχυρισμού από διάδικο, από τον οποίο πείθεται ο δικαστής και εκδίδει ζημιογόνο για τον αντίδικο απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η προσαγωγή ψευδούς αποδεικτικού μέσου (βλ. ΑΠ 1461/1984 ΠΧρ 1985/465, ΑΠ 1610/1982 ΠΧρ 1983/596, ΣυμβΕφΘεσ 757/1995 Αρμ 1995/1467), πέραν του ότι, η ρητή ομολογία των πραγματικών περιστατικών της αίτησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί ψευδές αποδεικτικό μέσο ικανό από μόνο του να στηρίξει τη θεμελίωση απάτης σε δικαστήριο. Τέλος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ, αφού αυτός έχει ήδη καταδικαστεί για το ίδιο αδίκημα, σε βαθμό κακουργήματος ως ιδιαίτερα επικίνδυνος, με παθούσα τη Β, δυνάμει της 32/1987 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, αλλά και από τη διαμόρφωση υποδομής από τον ίδιο κατηγορούμενο με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του αδικήματος αυτού, αφού εκείνος δεν ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση οργανωμένο σχέδιό του, χρησιμοποιώντας για την εκτέλεση της πράξης του αναληθή και εικονικά έγγραφα (πληρεξούσιο προς δικηγόρο για συναίνεση στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, σύνταξη εικονικού συμφωνητικού δανείου), προκύπτει σκοπός του κατηγορούμενου για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ενόψει αυτών, με βάση τα παραπάνω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ , που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13στ, 26 § 1 α, 27 § 1, 386 §§ 3α-1 ΠΚ, όπως η § 3 αντικ. με άρθρο 1 § 11 ν. 2408/1996 και 14 § 4 ν. 2721/1999. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ως άνω πράξη της απάτης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις ένδικες εφέσεις είναι αβάσιμα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο και ότι συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 3761/07 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού έφεση του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη (αρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. και αρθρ. 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο που προβλέπεται από το άρθρ. 386 παρ. 1-3α' ΠΚ ως ισχύει το οποίο (αρ. 386 παρ. 1-3 ΠΚ) ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου στο ακροατήριο και γι'αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθ'ό μέρος αυτοί αφορούν την άνω κακουργηματικού χαρακτήρα απάτη. Κατ' ακολουθία τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (άρθρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ) η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 132/11-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αρ. 79/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Εισάγω ενώπιόν Σας, σε συνέχεια της υπ'αρ. πρωτ. 506/24-10-2008 προτάσεώς μας, στην οποία αναφέρομαι, κατ'άρθρ. 309 παρ.2, 484 και 485 ΚΠΔ την από 8/12/2008 εγχειρισθείσα αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιόν Σας, προκειμένου, ως αναφέρει, να εκθέσει και προφορικώς τις απόψεις του ως προς τους λόγους αναίρεσης και να υπερασπισθεί τον εαυτό του, επάγομαι τ' ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ με τα υποβληθέντα μέχρι σήμερα υπομνήματά του, την έφεση και την υπό κρίση αναίρεσή του, επαρκώς και διεξοδικά αναπτύσσει τους διαφόρους νομικούς και πραγματικούς υποστηρικτικούς ισχυρισμούς του και ως εκ τούτου παρέλκει, κατά τη κρίση μας, η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας προς υποστήριξη της αναίρεσής του και συνεπώς κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή του (βλ. ΑΠ 1259/2000 Π.Χρ. ΝΑ/440 και ΑΠ 1375/89 Π.Χρ. Μ/649). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Ν'απορριφθεί η από 8/12/2008 εγχειρισθείσα αίτηση του Χ περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Σας. Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 32 του ΚΠΔ, καμμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας, κατά δε την διάταξη του άρθρου 138 παρ. 2 εδ. α του ίδιου Κώδικα ορίζεται αφ' ενός μεν ότι τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά, αφετέρου ότι ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακουστούν οι διάδικοι πριν εκδοθεί το βούλευμα ή η διάταξη του ανακριτή, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ρητά ορίζεται ότι η παραβίαση της παραγράφου 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης του βουλεύματος ή της διάταξης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν διευκρινίσεις, τότε δε μόνον είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' του αυτού Κώδικα, με σαφήνεια συνάγεται ότι δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστικό συμβούλιο απορρίψει την αίτηση του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου προς εμφάνισή του ενώπιόν του, χωρίς ν' αναφέρει ειδικά τον λόγο της απόρριψής του. Το Συμβούλιο, όμως, δεν παραβιάζει υποχρέωσή του να αποφανθεί στην υποβληθείσα αίτηση εμφάνισης του κατηγορουμένου στην περίπτωση κατά την οποία η προς το συμβούλιο απευθυνόμενη αίτησή του για εμφάνιση ενώπιόν του δεν υποβλήθηκε στο συμβούλιο αλλά στον εισαγγελέα και δεν έγινε δυνατή η έγκαιρη διαβίβασή της μαζί με την απαιτούμενη και γι' αυτήν έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα πριν από την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας στις 20.4.2008 υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, η ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο 979/2008 βούλευμα έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών επί της ουσίας. Στις 20.5.2008, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών το με αριθ. πρωτ. 30110/2008, το απευθυνόμενο προς το ως άνω Συμβούλιο από 18.5.2008 υπόμνημα - αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του τελευταίου. Στις 29 Μαΐου 2008 συνεδρίασε το Συμβούλιο Εφετών και εξέδωσε το ως άνω προσβαλλόμενη βούλευμά του, με το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του 3671/2007 βουλεύματος με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για κακουργηματική απάτη. Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι είχε καταστεί δυνατή η διαβίβαση της απαιτήσεως μαζί με πρόταση επ' αυτής της Εισαγγελέως πριν από την κατά την 29 Μαΐου 2008, προφορική ανάπτυξη του Εισαγγελέως Ι. Λιακόπουλου επί της ουσίας, το Συμβούλιο Εφετών που δεν αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αυτής, δεν παραβίασε την από το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ υποχρέωσή του ν' αποφαίνεται επί υποβληθείσας αιτήσεως εμφάνισης ενώπιον του διαδίκου και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε απόλυτη υπέρ του κατηγορουμένου ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 τον Α λόγο αναίρεσης και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 εδαφ. α' του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητάς της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Η με τον παραπάνω τρόπο διαπραττόμενη απάτη είναι δυνατή και όταν η δίκη διεξάγεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία το δικαστήριο αρκείται στην πιθανολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, και μπορεί να σχηματίσει την κρίση του και χωρίς την προσαγωγή κάποιου αποδεικτικού μέσου. Στην περίπτωση αυτή το έγκλημα της απάτης συντελείται με μόνη την εν γνώσει της αναλήθειας προβολή του ψευδούς ισχυρισμού, αν ο δικαστής παραπλανήθηκε και έκρινε αυτόν ως αληθή και η απόφαση που εξέδωσε έβλαψε τον αντίδικό του. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και με αυτή στο πρωτόδικο βούλευμα, αφού έλαβε υπόψη του τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την 11.3.1994 η εταιρεία με την επωνυμία "UNICREDIT LIMITED" και έδρα στο Λονδίνο, υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αριθ. καταθ. 3880Λ4Φ 863) κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION" και έδρα στη ..... της ....., ζητώντας την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών, σε ακίνητο της τελευταίας και ειδικότερα σε ένα αγροτεμάχιο έκτασης 16.010 τ.μ., με εκατό περίπου ελαιόδενδρα, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στην ειδική θέση "....." της γενικής τοποθεσίας "....." της νήσου ..... της κτηματικής περιφέρειας ..... του ομώνυμου Δήμου. Η αιτούσα εταιρεία επικαλέστηκε στην αίτησή της ότι έχει απαίτηση ποσού 30.000.000 δραχμών κατά της καθ' ης εταιρείας, από ισόποσο άτοκο δάνειο που χορήγησε στην τελευταία κατά την 1.3.1994, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε τότε μεταξύ τους και ήταν αποδοτέο κατά την 16.5.1994, η οποία (απαίτησή της) κινδύνευε λόγω της ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης της καθ' ης. Η παραπάνω αίτηση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και η καθ' ης εταιρεία παραστάθηκε δια του δικηγόρου Απόστολου Πούλου, ο οποίος ομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, δυνάμει του με αριθ. ..... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λονδίνου Nigel Peter Ready, που υπογράφεται από τον κατηγορούμενο Χ, φερόμενο ως εκπρόσωπο της καθ' ης εταιρείας και περιείχε την εντολή προς τον δικηγόρο να συναινέσει στην εγγραφή της πιο πάνω προσημείωσης υποθήκης. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η 666/11.3.1994 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που διέταξε την αιτούμενη προσημείωση υποθήκης, η οποία στη συνέχεια και ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας στον τόμο ..... και αύξοντα αριθμό ... . Όμως, η απόφαση αυτή ήταν προϊόν παραπλάνησης του Δικαστή, αφού η αιτούσα εταιρεία - η οποία ουσιαστικά ανήκε στον κατηγορούμενο Χ και ελεγχόταν πλήρως από εκείνον - δεν είχε απαίτηση κατά της καθ' ης εταιρείας και το σχετικό από 1.3.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν εικονικό. Το γεγονός ότι ήταν ανύπαρκτη η απαίτηση ομολογείται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ στο από 29.9.2004 σημείωμα παροχής εξηγήσεων προς τον Πταισματοδίκη Αθήνας (στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης για την παρούσα υπόθεση), καθώς και στο από 11.5.2007 απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή, ενώ προκύπτει και από την κατάθεση του ως άνω κατηγορούμενου ως μάρτυρα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας κατά την 12.11.2001, σε δίκη με κατηγορούμενο το μηνυτή, επί της οποίας εκδόθηκε η 2619/2001 απόφαση, όπου ο ως άνω κατηγορούμενος αναφέρει "... Η προσημείωση ήταν εικονική ως προς το ότι δεν υπήρχε δάνειο ... ", καθώς και από την κατάθεσή του στις 24.11.2004 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, στη δίκη της ίδιας υπόθεσης κατ' έφεση, όπου ο ίδιος κατηγορούμενος Χ αναφέρει: "... Συναινετική προσημείωση έκανα ύψους 30 εκατομμυρίων, για να μπλοκάρω την εκποίηση του ακινήτου, στις 28/3/1994 ...". Ο κατηγορούμενος Χ ισχυρίζεται ότι σ' αυτόν ανήκαν ουσιαστικά όλες οι μετοχές της καθ' ης εταιρείας και ότι συνακόλουθα δεν νοείται σκοπός του για προσπορισμό οικονομικού οφέλους με την εγγραφή της προσημείωσης, ούτε βλάβη της καθ' ης και ότι η εγγραφή της προσημείωσης έγινε απλώς για να διασφαλίσει ότι ο μηνυτής - ο οποίος τότε ήταν δικηγόρος του και είχε αναλάβει διάφορες υποθέσεις του στην Ελλάδα ενόσω εκείνος ήταν φυγόποινος στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση της καθ' ης εταιρείας - δεν θα το εκποιούσε σε τρίτους για να καρπωθεί το τίμημα, εξαιτίας ρήξης στις μεταξύ τους σχέσεις. Όμως, δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ ήταν αποκλειστικός μέτοχος της καθ' ης εταιρείας "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION". Περαιτέρω, από την πιο πάνω ψευδή παράσταση ο κατηγορούμενος Χ επεδίωκε να προσπορίσει στην εταιρεία "UNICREDIT LIMITED" παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο σε ποσό ίσο με αυτό για το οποίο ενεγράφη η προσημείωση (35.000.000 δρχ. ή 102.714,60 ευρώ), αφού πέτυχε να αναγνωριστεί δικαστικά - έστω και με την προσωρινή ισχύ που έχουν οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων - η ανύπαρκτη απαίτηση από δάνειο της εταιρείας "UNICREDIT LIMITED" και να εμφανίζεται έτσι αυτή ως δικαιούχος εμπράγματου βάρους στο ακίνητο της καθ' ης, με δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησής της από το εκπλειστηρίασμα κατά την εκποίησή του με πλειστηριασμό, ενώ προξένησε αντίστοιχη βλάβη στην εταιρεία "ROPALL INVESTMENTS CORPORATION", αφού αντίστοιχα εμφανίστηκε αυτή ως οφειλέτρια της καθ' ης δυνάμει δικαστικής απόφασης και μειώθηκε εξαιτίας του εμπράγματου βάρους η αξία του ακινήτου της, με αποτέλεσμα να επέλθει χειροτέρευση της τότε οικονομικής της κατάστασης. Περαιτέρω, η βλάβη που πράγματι είχε επέλθει στην περιουσία της καθ' ης εταιρείας δεν αναιρείται από την ύπαρξη αξίωσής της προς ανόρθωση της ζημίας και ειδικότερα από το γεγονός ότι μεταγενέστερα, με την 1876/17.8.1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά από αίτηση της καθ' ης, ανακλήθηκε η απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητό της. Ας σημειωθεί ότι, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία το δικαστήριο αρκείται σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών, το έγκλημα της απάτης συντελείται και με μόνη την εν γνώσει της αναλήθειας προβολή ψευδούς ισχυρισμού από διάδικο, από τον οποίο πείθεται ο δικαστής και εκδίδει ζημιογόνο για τον αντίδικο απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η προσαγωγή ψευδούς αποδεικτικού μέσου, πέραν του ότι, η ρητή ομολογία των πραγματικών περιστατικών της αίτησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί ψευδές αποδεικτικό μέσο ικανό από μόνο του να στηρίξει τη θεμελίωση απάτης σε δικαστήριο. Τέλος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ, αφού αυτός έχει ήδη καταδικαστεί για το ίδιο αδίκημα, σε βαθμό κακουργήματος ως ιδιαίτερα επικίνδυνος, με παθούσα τη Β, δυνάμει της 32/1987 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, αλλά και από τη διαμόρφωση υποδομής από τον ίδιο κατηγορούμενο με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του αδικήματος αυτού, αφού εκείνος δεν ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση οργανωμένο σχέδιό του, χρησιμοποιώντας για την εκτέλεση της πράξης του αναληθή και εικονικά έγγραφα (πληρεξούσιο προς δικηγόρο για συναίνεση στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, σύνταξη εικονικού συμφωνητικού δανείου), προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ενόψει αυτών, με βάση τα παραπάνω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου Χ για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13στ, 26 § 1 α, 27 § 1, 386 §§ 3α-1 ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντ. με το άρθρο 1 παρ. 11 ν. 2408/1996 και 14. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο και ότι συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 3761/07 βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού έφεσή του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη (άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. και άρθρο 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο, που προβλέπεται από το άρθρο 386 παρ. 1-3α' ΠΚ ως ισχύει (άρθρο 386 παρ. 1-3 ΠΚ). Ειδικότερα δε, εφόσον το Εφετείο την καταδικαστική του κρίση για κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου, που δίκασε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία, λόγω της φύσεώς της, για την στοιχειοθέτηση της απάτης επί δικαστηρίου δεν απαιτείται η προσαγωγή ψευδούς αποδεικτικού μέσου, στήριξε α) στις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος στην αίτηση που υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο της καθ' ής παρέστησε ψευδώς ότι υπήρξε απαίτηση κατ' αυτής, γεγονός μάλιστα το οποίο και συνομολόγησε ο ίδιος κατηγορούμενος σε άλλη δίκη, β) στην μη αποδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του ισχυρισμού που πρόβαλε ο κατηγορούμενος ότι η εγγραφή της προσημείωσης σε ακίνητο της καθ' ής εταιρείας, όλες οι μετοχές της οποίας ανήκουν ουσιαστικά σ' αυτόν, ζητήθηκε απλώς για να διασφαλίσει ότι ο μηνυτής, ο οποίος ήταν δικηγόρος του, με τον οποί είχε έλθει σε ρήξη, δεν θα εκποιούσε το ως άνω ακίνητο, γ) ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν αποκλειστικός μέτοχος της καθ' ής εταιρείας και δ) με συμπληρωματική αναφορά στις σκέψεις της εισαγγελικής πρότασης, κατά τις οποίες από αμέλεια του μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος δεν φρόντισε ο τελευταίος για την ανάκληση του από 17.11.1989 πληρεξουσίου, βάσει του οποίου και συνήνεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος στην εγγραφή της προσημείωσης, μετά την επελθούσα διαφοροποίηση του αριθμού των μετοχών του τελευταίου στην εν λόγω εταιρεία, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει αρνητικό του δόλου του ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ότι το ως άνω πληρεξούσιο παρείχε σ' αυτόν εξουσία να προβαίνει σε οποιαδήποτε διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αντίθετος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Το αίτημα του κατηγορουμένου, που περιέχεται στην από 8.12.2008 αίτησή του, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διασαφήσεων επί των ως άνω λόγων της αναίρεσής του, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, καθόσον, τόσο στην αίτηση της αναίρεσής του όσο και στα υπομνήματα που έχει μέχρι σήμερα υποβάλει, επαρκώς αναπτύσσει τις απόψεις του, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αναφερόμενη στο σκεπτικό αίτηση του Χ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Απορρίπτει την από 11.7.2008 αίτηση του ως άνω κατηγορουμένου για αναίρεση του 979/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη, απορρίπτει ως αβάσιμους λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο). Απορρίπτει αίτημα ως κατ’ ουσία αβάσιμο για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση των διατάξεων περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, διότι δεν έγινε δυνατή η διαβίβαση της υποβληθείσας αίτησης στο Συμβούλιο που εξέδωσε το παραπεμπτικό βούλευμα πριν από την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης από αυτόν.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
Αριθμός 427/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρίστιππο Μαστρογιάννη, περί αναιρέσεως της 3049/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΛΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Μπαχά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων και τούτο γιατί τέτοια βλάβη μπορεί να υποστεί και το νομικό πρόσωπο από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και την φήμη του η άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος αυτού, στη δήλωση δε του εκπροσώπου του, όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Εξάλλου, το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση παραστάσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Τέλος από τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας άμεσα ζημιούμενος από την παραπάνω πράξη και δικαιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι εκείνος ο οποίος υπέστη ή πρόκειται να υποστεί τις έννομες συνέπειες αυτών των εγκλημάτων. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά παραδεκτή επισκόπησή των, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίσθηκε στο δικαστήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Ψ1 και δήλωσε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 58/16-2-2007 πρακτικού Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΛΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ-Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Ειδών Διατροφής και Γενικού Εμπορίου Εκμετάλλευση Αναψυκτηρίων και Εστιατορίων", του παρασχέθηκε η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, προκειμένου αυτός, ενεργών κατ' εντολή και λογαριασμό της, να δηλώσει ότι παρίσταται η εγκαλούσα εταιρία ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των σαράντα τεσσάρων ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος, προσκόμισε δε στο Δικαστήριο εκείνο το παραπάνω πρακτικό. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 12436/2007 απόφασή του, χωρίς αντίρρηση για την ως άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και τέλος τον υποχρέωσε να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, 44 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, πριν αρχίσει ακόμη η αποδεικτική διαδικασία, ο ανωτέρω Ψ1 επανέλαβε ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος και εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 67 πρακτικό συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της και ζήτησε με την ιδιότητα του αυτή, να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην παραπάνω εταιρία, με επιφύλαξη, το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο της επιδικάστηκε πρωτοδίκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, χωρίς αντίρρηση για την άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί η πολιτικώς ενάγουσα από τα ως άνω εις βάρος της εγκλήματα του κατηγορουμένου το ποσό που είχε ζητηθεί. Ενόψει αυτών η πολιτικώς ενάγουσα δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου και συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος, λόγος της αναιρέσεως. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες, κατ' εκτίμηση, αναφέρονται 1) στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας από το ως άνω φυσικό πρόσωπο, που προέβη στη δήλωση παραστάσεως και 2) στην παράλειψη της να επικαλεστεί αν και με ποιο τρόπο οι φερόμενες αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται σ' αυτόν είχαν επίδραση στο κύρος την πίστη και το μέλλον της και να προσδιορίσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραπάνω πράξεων και της ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού, όπως προαναφέρθηκε, απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν η αιτίαση αναφέρεται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως από τον εμφανισθέντα ως εκπρόσωπο, κατά τα λοιπά δε, γιατί οι επικαλούμενες ελλείψεις δεν επιφέρουν ακυρότητα της δήλωσης της πολιτικής αγωγής. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, αλλά σ' όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης αναβολής είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 61 του ΚΠΔ, ως ζήτημα για το οποίο εκκρεμεί δίκη στο πολιτικό ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο και έχει σχέση με την ποινική δίκη, νοείται εκείνο που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής του εγκλήματος, η κρίση δε του ποινικού δικαστηρίου ότι δεν είναι σκόπιμη η αναβολή είναι ανέλεγκτη, αρκεί μόνο να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η κρίση αυτή για το μη σκόπιμο της αναβολής. Τέλος, για να είναι παραδεκτό αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 του ΚΠΔ, θα πρέπει αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο. Συγκεκριμένα θα πρέπει να προσδιορίζεται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη, το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, οι διάδικοι που μετέχουν σε αυτή, το ζήτημα το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί σε αυτήν και η σχέση του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο το αίτημα αυτό, η μη απάντηση του ποινικού δικαστηρίου σε αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3049/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, "ζήτησε την αναβολή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κ.Ποιν.Δ., μέχρις ότου εκδοθούν οριστικές αποφάσεις για δύο (2) αντίθετες αγωγές, που εκκρεμούν στα Πολιτικά Δικαστήρια". Δεδομένου, ότι το ανωτέρω αίτημα του κατηγορουμένου, ως αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, δεν είχε υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, αφού δεν προσδιορίζονται οι αγωγές, τα πρόσωπα των διαδίκων, το αντικείμενο αυτών, το Δικαστήριο στο οποίο αυτές εκκρεμούν και δεν γίνεται αναφορά περί του αν οι άνω αποφάσεις, για τις οποίες ασκήθηκαν οι αγωγές, σχετίζονται και αφορούν τις πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και ειδικότερα αν οι αγωγές αυτές ανάγονται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων αυτών, η απόρριψή του από το ποινικό δικαστήριο δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Ανεξαρτήτως όμως τούτων, το παραπάνω Δικαστήριο, απορρίπτοντας το ανωτέρω αίτημα του κατηγορουμένου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρη σαφή, εμπεριστατωμένη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού εξέθεσε με ιδιαίτερες σκέψεις τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε σκόπιμη την αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των παραπάνω αγωγών, στη συνέχεια δε, εκδικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την ανάγνωση εγγράφου, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο των εγγράφων και τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα και την ανάγνωση εγγράφου, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με το περιεχόμενο και την αξιοπιστία και γι' αυτό ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του και την ...... πλαστή απόδειξη είσπραξης της ΔΕΗ, συνολικού ποσού 6.056.000 δραχ. Το έγγραφο όμως αυτό αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πράξης της πλαστογραφίας, για την οποία παραπέμφθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και επομένως, από τη μη ανάγνωσή του ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε. Περαιτέρω από το σκεπτικό τις απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αναγνώστηκε μετά την ενοχή του κατηγορουμένου, για το λόγο δε αυτό δεν αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε το δικαστήριο για την κρίση του αυτή. Στη συνέχεια, αν και αναγνώστηκε και το έλαβε υπόψη του για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, όμως, από παραδρομή, δεν έγινε η σχετική βεβαίωση στο οικείο μέρος των πρακτικών. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 216 του ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου, προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανηθεί άλλος, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 περ. γ' εδ. πρώτο του ΠΚ, έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής, αφού υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου με μηχανικό τρόπο (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη συνέπεια, που το πρωτότυπο του εγγράφου προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και άρα μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Ενόψει αυτών, και το ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, παρότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου, συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσης πλαστού εγγράφου (Ολ. ΑΠ 2/2000).Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς το άρθρο 94, του ΠΚ, συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Ακόμη, από το άρθρο 216 ΠΚ συνάγεται ότι για την ύπαρξη εγκλήματος πλαστογραφίας που τελέστηκε με κατάρτιση πλαστού εγγράφου, προϋποτίθεται η ύπαρξη προσώπου επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται το έγγραφο. Ο εκδότης δε αυτού, δεν είναι απαραίτητο να υποδηλώνεται πάντοτε με την υπογραφή του, αλλά μπορεί να καθίσταται εμφανής από το περιεχόμενο του εγγράφου, ή να συνάγεται από το είδος ή από τα στοιχεία αυτού. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ .Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, δηλαδή, εκτός άλλων, όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και το διατακτικό της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 3049/2008 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο ΑΘηνών, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Με την από 13.7.2001 σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΚΑΛΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΕ" και "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΑ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΑΤΕ", η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει ένα ακίνητο, που βρίσκεται στη ....., το οποίο μίσθωσε η πρώτη με σκοπό τη λειτουργία σε αυτό πολυτελούς εστιατορίου - μπαρ - καταστήματος πώλησης τροφίμων και ποτών, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 91.500.000 δρχ. και ήδη 268.525,31 ευρώ. Πέρα από όσα εγγράφως συμφωνήθηκαν στη σύμβαση αυτή, η εργολάβος εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος, κατά τον πιο πάνω χρόνο, ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, συμφωνήθηκε ότι θα αναλάβει την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να συνδεθεί το μίσθιο ακίνητο της εργοδότιδας εταιρείας με το ηλεκτρικό δίκτυο της ΔΕΗ και ότι η εργοδότης θα επιβαρυνθεί με τα σχετικά έξοδα, τα οποία δεν μπορούσαν εκ των προτέρων να προσδιοριστούν επακριβώς. Οι εργασίες αυτές έπρεπε, κατά την σύμβαση, να περατωθούν μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2001. Περί τα τέλη Ιουλίου 2001, ο κατηγορούμενος Χ1 ανακοίνωσε στους μάρτυρες κατηγορίας ...... και Ψ1 διευθύνοντα σύμβουλο και οικονομικό διευθυντή, αντίστοιχα, της εγκαλούσας εταιρείας "ΚΑΛΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΕ", ότι η εταιρεία στην οποία συμμετείχε πλήρωσε στη ΔΕΗ το ποσό των 6.056.000 δρχ. για την σύνδεση του μισθίου ακινήτου με το δίκτυο της ΔΕΗ. Στην σχετική τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε ο μάρτυρας Ψ1 με τον κατηγορούμενο, του ζήτησε το πρωτότυπο παραστατικό που αποδείκνυε την πιο πάνω καταβολή, προκειμένου να καταβάλει η εγκαλούσα εταιρεία το ως άνω ποσό στην εργολάβο εταιρεία και να ενημερώσει και τα λογιστικά της βιβλία. Έτσι, για να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος, απέστειλε στην εγκαλούσα εταιρεία με τηλεομοιοτυπία (fax) φωτοτυπία της με αριθμό ....... απόδειξης είσπραξης της ΔΕΗ, συνολικού ποσού 6.056.000 δρχ. Ειδικότερα, στην απόδειξη αυτή και στη θέση των στοιχείων του πελάτη αναγράφονταν τα στοιχεία της μηνύτριας εταιρείας, ως αριθμός παροχής ΔΕΗ ο αριθμός ......, στην ένδειξη "αιτιολογία είσπραξης - ανάλυση ποσών" αναγραφόταν το ποσό των 3.962.712 ως συμμετοχή, ο αριθμός 0 δίπλα από την ένδειξη "τέλη σύνδεσης" και "πρόσθετη εξυπηρέτηση", στην ένδειξη "διάφορες χρεώσεις" το ποσό των 52.543 δρχ., στην ένδειξη "σύνολο" 4.015.255 δρχ., στην ένδειξη "ΦΠΑ 18% το ποσό των 722.745 δρχ. και στην ένδειξη "προκαταβολή έναντι κατανάλωσης" το ποσό των 1.318.000 δρχ., ενώ στην ένδειξη "γενικό σύνολο" το ποσό των 6.056.000 δρχ. Επάνω στην απόδειξη αυτή υπήρχε και ένδειξη εξόφλησης του αναγραφομένου ποσού. Οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρείας πείστηκαν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου περί της γνησιότητας του παραπάνω εγγράφου και κατέβαλαν στην εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ" στις 2.8.2001 το ποσό των 6.056.000 δρχ. για την παραπάνω αιτία. Επειδή καθυστερούσε η σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος με το μίσθιο ακίνητο, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της μισθώτριας - εγκαλούσας εταιρείας άρχισαν να υποπτεύονται ότι η παραπάνω απόδειξη δεν ήταν γνήσια. Εν τω μεταξύ, οι σχέσεις των εκπροσώπων των δύο εταιρειών είχαν διαταραχθεί κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προαναφερομένου έργου και γι' αυτό τελικά η εγκαλούσα εταιρεία, με την από 9.11.2001 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - κλήση, που κοινοποιήθηκε στην "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ" στις 14.11.2001, ζήτησε από την τελευταία εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών να της γνωρίσει τι είδους εργασίες έκανε στο μίσθιο και το ύψος της δαπάνης κάθε επί μέρους εργασίας. Στις 16.11.2001 η εγκαλούσα κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών μία αίτηση, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η ΔΕΗ (υποκατάστημα ....) να της χορηγήσει αντίγραφο της με αριθμό ...... απόδειξης είσπραξης, επειδή είχαν υπόνοιες ότι αυτή ήταν πλαστή. Ακολούθως, το πρακτορείο.....της ΔΕΗ, με το με αριθμό ..... έγγραφό του προς την εγκαλούσα, απάντησε ότι δεν υπάρχει στα αρχεία του. Στις 26.11.2001 η εγκαλούσα εταιρεία αναγκάστηκε να καταβάλει στη ΔΕΗ για τέλη σύνδεσης, συμμετοχή κλπ για το παραπάνω ακίνητο το ποσό των 8.299,01 ευρώ, όπως προκύπτει από την απόδειξη είσπραξης ......, που αναγνώστηκε. Αποδείχθηκε τελικά ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε παραστατικό έγγραφο πληρωμής της ΔΕΗ, που είχε εκδοθεί για την επιχείρηση - εστιατόρια με την επωνυμία ".....", που ανήκει στην εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ" και με τη χρήση τεχνολογικά προηγμένης μεθόδου ανέγραψε σε αυτήν τα προαναφερθέντα στοιχεία, προκειμένου να πείσει τους νομίμους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας σχετικά με γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες, ότι, δηλαδή, η εργολήπτρια εταιρεία είχε προβεί στη σύνδεση του ακινήτου της οδού ...... με το δίκτυο της ΔΕΗ, ότι το επίμαχο έγγραφο ήταν γνήσιο και ότι το πρωτότυπό του βρισκόταν στα χέρια του κατηγορουμένου. Με την πράξη του αυτή αυτός σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 6.056.000 δρχ., με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας, ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις που του αποδίδονται και ισχυρίζεται ότι δεν χρησιμοποιούσε fax, του οποίου τα δύο πρώτα στοιχεία να είναι "68". Όμως, από την τηλεομοιοτυπία (fax) της 21.6.2001, που εστάλη από την εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ", προκύπτει ότι αυτή τον πιο πάνω χρόνο είχε γραφεία στην συμβολή των οδών ..... και ..... και το τηλέφωνό της είχε αριθμό ...... ενώ το fax αυτής είχε αριθμό ..... Άλλωστε, στην ίδια πιο πάνω τηλεομοιοτυπία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος στέλνει στο fax ..... προς τον Ψ1 την απόδειξη της ΔΕΗ. Ο ίδιος αριθμός fax αναγράφεται και στην 33/2.8.2001 απόδειξη είσπραξης ποσού 6.056.000 δρχ., στην οποία αναφέρεται ότι η νέα διεύθυνση της εταιρείας "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ" είναι η παραπάνω αναφερόμενη. Ο αριθμός του fax της επιχείρησης ".....", που στεγαζόταν στην συμβολή των οδών .....και .....στην .....ήταν το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001 ο "......", όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο της 5.10.2001, που αναγνώστηκε. Και από το fax αυτό έστελνε τηλεομοιοτυπίες η εταιρεία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΤΕ", όπως προκύπτει από την απόδειξη πληρωμής ποσού 24.537.373 δρχ., που εξέδωσε αυτή στις 27.7.2001, πριν, δηλαδή, την αποστολή της επίμαχης τηλεομοιοτυπίας. Εφόσον, λοιπόν, αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, χωρίς να αντικρούονται οι αποδείξεις αυτές από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορουμένου, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Ο προβληθείς από μέρους του κατηγορουμένου ισχυρισμός, περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία, καθόσον από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου αυτού προκύπτεί ότι έχει καταδίκες για υπεξαίρεση ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ, παραβάσεις του ΚΟΚ, του Ν. 690/1945, του Ν. 5960/1933 του Ν. 1975/1991, του Ν. 1882/1990 και καταδίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Πέρα από το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο, ο κατηγορούμενος δεν προσάγει και κάποια άλλη πειστική απόδειξη ότι ο βίος του υπήρξε έντιμος προ της τελέσεως των επίδικων πράξεων και μάλιστα σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ μορφές (έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή)". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη ως άνω με αριθ. 3049/2008 απόφασή του ένοχο των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, της οποίας η ζημία για τον παθούσα είναι ιδιαίτερα μεγάλη και επέβαλε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, για τη δεύτερη έξι (6) μηνών και συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και τριών μηνών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, όλα τα κατά τα άνω γενικώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27 παρ.1, 94, 216 παρ.1 και 2 και 386 παρ.1 β του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, υπάρχει πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και το αιτιολογικό της είναι κατά ένα μέρος ταυτόσημο με το διατακτικό της ίδιας και το σκεπτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι και σ' αυτά αναφέρονται αναλυτικά και με λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία αναφέρεται στην μη αξιολόγηση και το συσχετισμό των αποδεικτικών μέσων και την αναφορά των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από αυτόν είναι αβάσιμη. Πρέπει να σημειωθεί, εξάλλου, ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη χρήση νοθευμένου εγγράφου και την απάτη είναι κατά το πλείστον διαφορετικά και δεν ταυτίζονται μεταξύ τους στο σύνολό τους και γι' αυτό η καθεμιά απ' αυτές είναι αυτοτελής, δεν αποτελεί δε στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης και συνεπώς υπάρχει μεταξύ τους αληθινή (πραγματική) συρροή. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (με στοιχ.V του δικογράφου της αιτήσεως) λόγοι αναίρεσης και στο σύνολο της η αναίρεση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ......, για αναίρεση της με αριθ. 3049/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και πλαστογραφία μετά χρήσεως. Αληθινή συρροή. Ακυρότητα από κακή παράσταση πολιτικής αγωγής, λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, μη δόση του λόγου στο δικηγόρο του κατηγορουμένου μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα. Απορρίπτει σχετικούς λόγους. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή, Συρροή εγκλημάτων.
1
Αριθμός 425/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 2437/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό εξέδωσε αυτή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται κατωτέρω και στο διατακτικό, ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος της ΑΕ με την επωνυμία " ΚΑΝΙΜΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΕ, που είχε ως αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία χάρτινων κουτιών και συσκευασιών. Στις 7-5-1996, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας συνήψε σύμβαση με το κατωτέρω αντικείμενο, με την ΑΕ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΟFΑCΤ ΑΕ", κυρία μέτοχος της οποίας ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) ΑΕ, μετέχουσα στη διοίκησή της, στη συνέχεια δε την απορρόφησε δια συγχωνεύσεως εγκριθείσης με την Κ 2- 1113/17-2-2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης η οποία καταχωρήθηκε στο μητρώο Α.Ε. και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΑΕ ΕΠΕ (τεύχος 1457/25-2-2000). Η καταρτισθείσα σύμβαση είχε τον χαρακτήρα συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και με αυτήν η εταιρία του κατηγορουμένου εκχωρούσε στην ΕΘΝΟFΑCΤ, μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της συνολικού ύψους 390.480.350 δραχμών, οι οποίες, όπως παρέστησε ψευδώς στα αρμόδια όργανα της τελευταίας εταιρίας προέρχονταν από συναλλαγές της εταιρίας του με πελάτες της, από πωλήσεις προϊόντων η παροχή υπηρεσιών μάλιστα για να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο της αντισυμβαλλομένης ως άνω εταιρίας για την αλήθεια των δηλώσεων του, παρέδωσε τμηματικά, στο χρονικό διάστημα από 20/5-9/9/1996, τα 116 τιμολόγια επί πιστώσει, που αναφέρονται, κατ' αριθμό, αξία, ημερομηνία πληρωμής της πιστωθείσης αξίας του καθενός, στο διατακτικό, τα οποία, όπως τον διαβεβαίωσε, δήθεν είχαν εκδοθεί για τις συναλλαγές αυτές και ενσωμάτωναν τις συνολικού ποσού εν λόγω απαιτήσεις της εκπροσωπουμένης από αυτόν ανωτέρω εταιρίας προς τρίτους από πωλήσεις προϊόντων της επιχειρήσεως ή παροχή υπηρεσιών. Πεισθέντες στις ψευδείς αυτές δηλώσεις του οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αντισυμβαλλομένης εταιρίας χρηματοδοτούσαν την εταιρία του με ποσοστό της αξίας του τιμολογίου και κατέβαλαν σ' αυτόν τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά έναντι της αξίας του, αντίστοιχου τιμολογίου, τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 284.746.220 δραχμών. Όπως όμως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων και δη όταν η θυγατρική της ΕΤΕ Α.Ε. και υπ' αυτής απορροφηθείσα κατά τα άνω εταιρία επιζήτησε να πληρωθεί τα τιμολόγια και να εισπράξει τις απαιτήσεις που ενσωμάτωναν αυτά και της είχαν εκχωρηθεί, κατά τα άνω, τα τιμολόγια αυτά ήσαν εικονικά και δεν παριστούσαν πραγματικές συναλλαγές, οι δε εκχωρηθείσες απαιτήσεις ήσαν ανύπαρκτες για το λόγο αυτό και δεν πληρώθηκαν από τους φερομένους ως συναλλαχθέντες οφειλέτες, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες υπάλληλοι είτε της ΕΘΝΟFACT είτε της ΕΤΕ, ο κατηγορούμενος προέβη στις ψευδείς αυτές δηλώσεις προκειμένου, όπως λέχθηκε, να πείσει τους εκπροσώπους της "EΘNOFACT A.E." να τον χρηματοδοτήσουν με το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο και ζημιώθηκε αυτή και κατά συνέπεια, για τον ανωτέρω λόγο, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., η οποία και παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική διαδικασία και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Στις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις προέβη ο κατηγορούμενος, βάσει σχεδίου, από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξεως αυτής και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (έκδοση σωρείας εικονικών τιμολογίων, μικρών κατά κανόνα ποσών, τα οποία δεν προκαλούσαν υποψίες εικονικής συναλλαγής και καθιστούσαν ευχερή την τμηματική χρηματοδότηση κάθε φορά με ποσοστό της αξίας τους), προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, ο οποίος και επιτεύχθηκε κατά τα ανωτέρω, με αποτέλεσμα να συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως. Συντρέχει επίσης περίπτωση και κατά συνήθεια τελέσεως της, διότι από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Βραδύτερα όμως ο κατηγορούμενος και δη πριν την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά και μετά απ' αυτήν και πριν την εκδίκαση της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο, επέστρεψε στην πολιτικώς ενάγουσα ΕΤΕ ολόκληρο τον ποσό της χρηματοδοτήσεως μετά των τόκων υπερημερίας, και έτσι ικανοποίησε πλήρως την αξίωσή της προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας της, όπως δήλωσε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, αλλά και η πολιτικώς ενάγουσα με την αναγνωσθείσα δήλωσή της, με την οποία και κατόπιν τούτου παραιτήθηκε της πολιτικής αγωγής. Κατ' ακολουθία τούτων πλήρως στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου η πράξη της απάτης τελεσθείσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής αναλύθηκαν ανωτέρω, σε βάρος της περιουσίας της EΘNOFACT και τελικώς της ΕΤΕ Α.Ε., η δε προκληθείσα απ' αυτήν συνολική ζημία τελικώς σε βάρος της περιουσίας της Ε.Τ.Ε. Α.Ε., υπερβαίνει όχι μόνον το ποσό των 5.000.000 δραχμών, αλλά και εκείνο των 50.000.000 δραχμών, ανερχόμενο στο ποσό των 284.746.220 δραχμών, το οποίο, ενόψει της ιδιότητος της πολιτικώς ενάγουσας και της μεγάλης οικονομικής της επιφάνειας, δεν κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η αναφερθείσα ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, ο οποίος παρά τα όσα περί του αντιθέτου αβασίμως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Συνεπώς, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ως αβάσιμοι, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως που του αποδίδεται, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950. Στον κατηγορούμενο πρέπει, όμως, να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 1 δ' ΠΚ, οι οποίες του αναγνωρίσθηκαν και πρωτόδικα, κατά το διατακτικό". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης της παθούσας, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή μήπως, συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, η παθούσα προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων λόγων αυτής. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2437/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ????????425/2009 σελ.2
Απάτη κατ’ εξακολούθηση με επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, σε βάρος της ΑΕ ΕΘΝΟΦΑΚΤ, θυγατρικής της Ε.Τ.Ε, που συγχωνεύθηκε και απορροφήθηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψης νόμιμης βάσης. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, γιατί ενώ δέχεται ότι η απάτη τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, δεν διευκρινίζεται αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης της παθούσας. (Όμοιες ΑΠ 840/2007, 2049/2007 σε Συμβούλιο, 2055/2007 σε Συμβούλιο και 2251/2002 σε Συμβούλιο). Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Καταχραστές Δημοσίου.
1
Αριθμός 426/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Αλεξίου και Σωκράτη Τσαγκαράκη, για αναίρεση της με αριθμό 84/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδη Τσιτσέλη. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.557/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φαινoμένη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχή, για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το έγκλημα της φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., κατά δε το δε το άρθρο 19 του ίδιου νόμου και όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία. Πλαστό θεωρείται το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβάρυνσης του, τότε oι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας ή απάτης, οι οποίες, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής. Περαιτέρω πρέπει ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 84/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην .... κατά το από 10 Απριλίου 1998 και 4-6-1998 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση του ψευδών γεγονότων ως αληθινών το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000.δρχ. ή 15.000 ευρώ, είναι δε δράστης που διαπράττει αυτές κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Ειδικότερα από τον μήνα Φεβρουάριο 1998 ως 14-5-1998 προέβη σε συνεργασία με τον ...., κάτοικο ...., στην εκτύπωση τιμολογίων με την επωνυμία ανύπαρκτων ή αγνώστων στην περιοχή ... και ... επιχειρήσεων, τα οποία διέτρησε καταλλήλως, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι είχαν διατρηθεί-θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και ανέγραψε σ' αυτά στοιχεία ανύπαρκτων συναλλαγών με αντικείμενο την πώληση σε διάφορους παραγωγούς αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Στη συνέχεια υπέγραψε αυτά ως πωλητής και αγοραστής και τα προσκόμισε στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ) Καλαμπάκας ως αντιπρόσωπος των ανύπαρκτων παραγωγών-πωλητών, δικαιούχων επιστροφής του νόμιμου ποσοστού του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) πετρελαίου κίνησης, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των προϊόντων τους, ή παραγωγών οι οποίοι δεν είχαν δώσει σχετική εντολή και εξουσιοδότηση. Ειδικότερα, την 1-3-1998 προσκόμισε στην Ε.Α.Σ Καλαμπάκας 34 τέτοια τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων και κτηνοτροφικών και στις 14-5-1998 45 ακόμη τέτοια πλαστά και εικονικά τιμολόγια, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς (η εταιρία που δήθεν τα εξέδωσε, ημερομηνία, είδος προϊόντος, χρηματικό ποσό, δήθεν πωλητής παραγωγός) στο διατακτικό. Με τα ανωτέρω πλαστά και εικονικά τιμολόγια ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΑΣ Καλαμπάκας ότι για την παραγωγική διαδικασία οι φερόμενοι ως δικαιούχοι αγρότες είχαν χρησιμοποιήσει πετρέλαιο κίνησης για τα προϊόντα που φέρονταν ότι είχαν πωλήσει, ότι δεν είχαν υποβάλει σε άλλη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση ή ΔΟΥ παρόμοια αίτηση-δήλωση και προσκομίζοντας στις 10-4-1998 και 4-6-1998 δύο πλαστές εξουσιοδοτήσεις 33 και 27 ονομάτων, αντιστοίχως, δήθεν δικαιούχων αγροτών, με τις οποίες οι τελευταίοι φέρονταν ότι δήθεν εξουσιοδοτούσαν τον κατηγορούμενο να λάβει για λογαριασμό τους τα χρηματικά ποσά ΦΠΑ και ΕΦΚ, έπεισε τους υπαλλήλους της ΕΑΣ να συντάξουν τις αντίστοιχες αιτήσεις-δηλώσεις των φερομένων δικαιούχων αγροτών και αναλυτικές καταστάσεις δικαιολογητικών και στη συνέχεια να τις υποβάλουν στην ΔΟΥ Καλαμπάκας, ακολούθως δε ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΟΥ εξέδωσε τα 5310/13-4-1998 και 6808/17-8-1998 ειδικά τετραπλότυπα Ατομικά Φύλλα Έκπτωσης (ΤΑΦΕ) (βλ.π.3082/2516/πολ/151/13-5-1998 ΑΥΟ) και, τέλος, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΑΣ Καλαμπάκας να εκδώσει, μετά την αφαίρεση της προμήθειας που η ΕΑΣ εδικαιούτο, τις ..... και .... τραπεζικές επιταγές της ΑΤΕ ποσού 12.257.343 και 5.607.356 δραχμών, αντίστοιχα, τις οποίες εμφάνισε και εισέπραξε, ιδιοποιούμενος τα ποσά αυτά και προκαλώντας, έτσι, ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ίση με τα εν λόγω χρηματικά ποσά. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με το άρθρο 386 && 1 και 3 του ΠΚ, όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§ 11 του ν 2408/1996 και μετά το άρθρο 14§ 4 του ν.2721/99 σε συνδυασμό και με το άρθρο 98 &2 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 §1 του ν.2721/99, ο κατηγορούμενος στις 10-4-1998 και 4-6-1998 διέπραξε, κατ' εξακολούθηση, το έγκλημα της (κακουργηματικής) απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, υποδομή (κατάρτιση πολλών πλαστών και εικονικών τιμολογίων, αναγραφή εταιριών ως αγοραστριών αγροτικών προϊόντων, φυσικών προσώπων αγροτών ως πωλητών με διευθύνσεις, εξουσιοδοτήσεις ανάληψης των χρημάτων κλπ.) προς αποκόμιση εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, δείχνουν ροπή προς το εν λόγω έγκλημα, επιπλέον δε προκλήθηκε ζημία στο Δημόσιο που υπερβαίνει την κάθε φορά το ποσό των 5.000.000 δρχ. (12.257.343 και 5.607.358 δρχ. αντίστοίχα). Οι μερικότερες αυτές αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στις 10-4-98 και 4-6-98, ότε εξαπάτησε ο κατηγορούμενος τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΑΣ Καλαμπάκας, η δε καθεμία απ' αυτές υπερβαίνει, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Συνεπώς ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως, που συνιστά κατά τους ισχυρισμούς του πλημμέλημα, γιατί η κάθε μία εξ αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., πρέπει να απορριφθεί. Προδήλως ο ισχυρισμός του συγχέεται με την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας η οποία έχει παραγραφεί (βλ. 251/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας). Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από εκείνο της φοροδιαφυγής (άρθρα 18 και 19 ν. 2523/1997), αφού οι απατηλές ενέργειες του κατηγορουμένου δεν κατέτειναν στη μείωση ή την αποφυγή της φορολογικής του επιβάρυνσης, αλλά στην εξασφάλιση παράνομου περιουσιακού οφέλους με βλάβη της περιουσίας του Ελλ.Δημοσίου. Συνεπώς, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος και ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται συνιστά πλημμεληματική παράβαση και ότι υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως κατηγορείται με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84§2α' ΠΚ.), όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντρέχει ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 § 2ε' του Π.Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, .... για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 3 ετών και 6 μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. Ια, 27, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, 18 και 19 ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι το όφελος στο οποίο απέβλεψε ο αναιρεσείων από την καθεμία από τις δυο επί μέρους πράξη της απάτης, το οποίο τελικά και πέτυχε να αποκομίσει, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι παραπάνω επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, αφού γίνεται δεκτό, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της και με βάση την υποδομή που είχε διαμορφώσει, η οποία περιελάμβανε την κατάρτιση πολλών πλαστών και εικονικών τιμολογίων, την αναγραφή σ' αυτά εταιριών ως αγοραστριών αγροτικών προϊόντων φυσικών προσώπων-αγροτών ως πωλητών με διευθύνσεις και την κατάρτιση μεγάλου αριθμού εξουσιοδοτήσεων ανάληψης των χρημάτων, προκύπτει σκοπός προς αποκόμιση εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει ροπή αυτού προς το εν λόγω έγκλημα. Ακόμη με τις παραπάνω παραδοχές ειδικά και αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στον χαρακτηρισμό της παραπάνω πράξεως ως φορολογικής απάτης άλλως ως φοροδιαφυγής (άρθρο 19 ν.2523/97) και εκείνο της παραγραφής, λόγω της πλημμεληματικής μορφής της. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (1ος, 2ος, 3ος και 4ος) της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 § 1 Ε' και Η' του ΚΠΔ και ειδικότερα οι αιτιάσεις ότι 1) ο Εισαγγελέας πρότεινε και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2ε του ΠΚ., το οποίο όμως δεν του χορηγήθηκε από το δικαστήριο, 2) ο Εισαγγελέας πρότεινε ποινή φυλάκισης τριών ετών και 3) το δικαστήριο έκρινε προηγουμένως ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής υπό όρους με την αιτιολογία ότι δεν έχει ασκηθεί αναίρεση, κατ' άρθρο 471 § 2 ΚΠΔ, δίχως να έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα. Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν οποιοδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ και κατά συνέπεια οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 99 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής του, πρέπει να αναφέρονται στη σχετική αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων, που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, την αιτούμενη αναστολή. Έτσι, αν υποβληθεί το ως άνω αίτημα αναστολής της ποινής κατά τρόπο εντελώς αόριστο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό ή να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, και συνεπώς, στην περίπτωση που δεν απαντήσει αιτιολογημένα δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, "υπέβαλε προφορικώς αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον πελάτη του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 Α του ΠΚ", χωρίς όμως να επικαλεστεί περιστατικά και λόγους που δικαιολογούν, σύμφωνα με τα άρθρα 100 και 100 Α ΠΚ, την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών ετών. Επομένως, το άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του ειδικά και εμπεριστατωμένα. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το "ότι στην πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά", "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε) . Στη δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Επίσης, στην τρίτη περίπτωση, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "ι) στην πράξη μου δεν ωθήθηκα από ταπεινά αίτια παρά από τη ευκολοπιστία μου και τη μη γνώση μου για τέτοιες συνθήκες και καταστάσεις και ουδέν ωφελήθηκα (ίδετε τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ιι) από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα για το τι επρόκειτο και τι είχε συμβεί έδειξα ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξα και προσπάθησα να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες της πράξεως μου καθόσον άμεσα εμφανίστηκα και κατέθεσα μόνος μου στο ΣΔΟΕ τί ακριβώς είχε συμβεί και ποιός ήταν αυτός ο οποίος ήταν πίσω από όλα αυτά που είχαν γίνει. Μάλιστα έτσι το ΣΔΟΕ οδηγήθηκε στην διακρίβωση και άλλων υποθέσεων και για το 1996 και για το 1997 (ίδετε σχετικά κατάθεση μαρτύρων - υπαλλήλων του ΣΔΟΕ ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και δή σελ.16 αυτής...Ο κος .... ήταν συνεργάσιμος και παρείχε πληροφορίες), ιιι) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν ουδέποτε απασχόλησα καθ' οιονδήποτε τρόπο τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και αποδεικνύει τούτο περίτρανα ότι ζούσα και συνέχισα να ζω έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου. Το χρονικό διάστημα των 10 ετών είναι σίγουρα μεγάλο χρονικό διάστημα και καταδεικνύει την ποιότητα του χαρακτήρα ενός ατόμου και το κατά πόσον αυτός ρέπει προς την εγκληματικότητα. Αποδεικνύεται δε τούτο και από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων (ίδετε σχετικά πρωτόδικη απόφαση) αλλά και από το δελτίο του ποινικού μου μητρώου το οποίο παραμένει λευκό. Συμπερασματικά και εκ παραλλήλου με όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα επισημαίνεται ότι δεν είμαι επικίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών. Είμαι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό μου κύκλο και ποτέ δεν έδωσα την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση τεράστια οικογενειακή και ατομική καταστροφή και μεγάλα και σοβαρά προβλήματα υγείας (εγχείρηση χολής και σπλήνας, παγκρεατίτιδα, εγκεφαλικό επεισόδιο με ημιπαράλυση της δεξιάς πλευράς μου, επιληπτικές κρίσεις - ίδετε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και καταθέσεις μαρτύρων). Η οικονομική μου δε κατάσταση είναι τραγική (ίδετε σχετικά φορολογικές δηλώσεις και καταθέσεις μαρτύρων)". Επομένως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β', δ' και ε' του ΠΚ. Το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς τις δύο πρώτες και την τελευταία με την αιτιολογία ότι το σχετικό αίτημα είναι αβάσιμο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Όμως η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δεν προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία θεμελιώνει την αρνητική κρίση του. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αντίστοιχη διάταξη της, αλλά και εκείνη της επιβολής της ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την υπ' αριθμόν 84/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2β', δ' και ε' του ΠΚ και την επιβολή της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 19 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ’ εξακολούθηση, με σκοπούμενο όφελος άνω των 15.000 ευρώ από την κάθε επί μέρους πράξη. Συρροή με φορολογικές παραβάσεις, αφού οι απατηλές ενέργειες δεν σκοπούσαν μόνο στην μείωση ή την αποφυγή της φορολογικής επιβάρυνσης. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για ελαφρυντικά πότε είναι ορισμένοι. Προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης ποινής φυλάκισης άνω των τριών ετών. Αναιρεί για ελαφρυντικές περιστάσεις.
Φοροδιαφυγή
Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Ποινή, Αναίρεση μερική, Συρροή εγκλημάτων.
1
Αριθμός 419/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της με αριθμό 4.800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.703/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 552/27.11.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 25/26-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 4800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 507 § 1, 473 και 474 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, διά δηλώσεως επιδιδομένης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, παρόντος του δικαιούχου, χωρίς όμως να αρχίζη η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 340 § 2 Κ.Π.Δ., στην περίπτωση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 § 2 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά του εκκαλούντος, ο οποίος εξεπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αυτής αρχίζει από της ως άνω καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών (βλ. ΑΠ 1711/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/1084). Τέλος, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων εις τα έξοδα. Όμως, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήση την βασιμότητα του προτεινομένου λόγου. Αλλά για να έχη τέτοια υποχρέωση, πρέπει, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, να αναφέρωνται στην δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ. Ολ. ΑΠ 5/1995, εις ΠΧ/ΜΣΤ/824). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδημοσιεύθη την 20-6-2008, με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους του και θεωρούμενο, κατά τα προεκτεθέμενα, παρόντα. Κατεχωρήθη δε αυτή καθαρογεγραμμένη στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο την 10-7-2008 (βλ. την σχετική βεβαίωση επί της τελευταίας σελίδος της). Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, δια δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 26-9-2008. Δηλαδή ησκήθη μετά την παρέλευση της ως άνω εικοσαημέρου προθεσμίας. Ο αναιρεσείων επικαλείται, ως περιστατικό ανωτέρας βίας, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, την εσφαλμένη αναγραφή, στο ως άνω ειδικό βιβλίο, της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως 20-7-2008, αντί της ορθής 20-6-2008, με συνέπεια να μη λάβη εγκαίρως γνώση της καταχωρήσεως αυτής καθαρογεγραμμένης στο ανωτέρω βιβλίο Αλλ' εκ της επικαλουμένης, ως αποδεικτικού μέσου, βεβαιώσεως της γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη, περί του ως άνω σφάλματος, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση της ημερομηνίας καταχωρήσεως της εν λόγω αποφάσεως καθαρογεγραμμένης, εις χρόνο επιτρέποντα την εμπρόθεσμη άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Εξάλλου, αυτός ουδέν άλλο επικαλείται, συγκεκριμένο μέσο, αποδεικτικό του ισχυρισμού του ότι το ανωτέρω σφάλμα κατέστησε αδύνατη την έγκαιρη γνώση του περί της εν λόγω καταχωρήσεως. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως και προς το άρθρο 513 § 1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να απορριφθή η από 25/26-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 4800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 22 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή, αν συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, δια συνηγόρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε πταίσματα και σε πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσόμενη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προθεσμία, που ορίζεται σε είκοσι ημέρες, αρχίζει από τότε που η ως άνω τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοση της, αφού αυτός δικάζεται σαν να είναι παρών. Τέλος, κατά άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Όμως όταν ο τελευταίος προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει τη βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου. Αλλά για να έχει τέτοια υποχρέωση, πρέπει, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ να αναφέρονται στη δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη απόφαση επιτράπηκε η εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Εμμανουήλ Μηνά Σταύρου και Γεωργία Λιμνίου, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 17.319/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Άρα ο κατηγορούμενος - εκκαλών δικάσθηκε σαν να είναι παρών. Όπως δε προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρο-γραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 10-7-2008, ενώ, η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα με δήλωση του, όπως προκύπτει από την επί του σώματος αυτής σημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-9-2008, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω τασσόμενης 20ήμερης προθεσμίας. 0 αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της, επικαλείται ως λόγο ανωτέρας βίας την εσφαλμένη αναγραφή στο παραπάνω βιβλίο της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης απόφασης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στο βιβλίο αυτό εμφανίζεται ως ημερομηνία δημοσιεύσεως της η 20-7-2008 αντί της πραγματικής 20-6-2008, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα να μη λάβει εγκαίρως γνώση της καταχωρήσεως της καθαρογραμμένης στο ανωτέρω βιβλίο και να παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με χρονολογία 22-9-2008 βεβαίωση της γραμματέα του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο παραπάνω ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό 3550 και ημερομηνία 10-7-2008, αναγράφηκε δε σ' αυτό, εκ παραδρομής, ως ημερομηνία δημοσίευσης η 20-7-2008 αντί της ορθής 20-6-2008.Τούτο όμως δεν δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι α) η σχετική προθεσμία άρχισε από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης και όχι από τη δημοσίευση της β) ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την ημερομηνία καταχώρησης και γ) στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσωπήθηκε από τους παραπάνω πληρεξουσίους δικηγόρους του, που ήταν παρόντες και κατά την έκδοση της απόφασης και συνεπώς γνώριζε για την πραγματική ημερομηνία δημοσίευσης, για το λόγο δε αυτό, από την παραδρομή που επικαλείται, δεν επηρεάστηκε η γνώση του για την πραγματική ημερομηνία δημοσίευσης, αλλά και της καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο. Επομένως δεν προέκυψε ότι προκλήθηκε αδυναμία εμπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης και κατά συνέπειας ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο) τούτου, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
0
Αριθμός 420/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τουσιάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 400/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 302/6.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 527 §§1, 4 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 3-3-2008 αίτηση του Χ, που υπεβλήθη από τον συνήγορο του Νικόλαο Τουσιάκη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έχει καταδικασθεί για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (άρθρο 1, 2, 3 του ν.δ. 3424/1955 εν συνδ. με αρθρ. 8 ν. 1409/1983 και 94 §1 Π.Κ.), σε συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που μετετράπη σε χρηματική προς 5 ευρώ για κάθε μέρα και χρηματική ποινή 4.467, 35 ευρώ και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του αρθρ. 525§1 περ 4 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον στις περιπτώσεις, οι οποίες περιοριστικώς αναφέρονται στην διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Στην περίπτωση αυτή χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, που εδίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δίκασαν δικαστήριο, γιατί δεν είχε υποβληθεί, για οποιονδήποτε λόγο, στην κρίση του, όταν δε υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, προς άρση της υπάρχουσας αβεβαιότητος ως προς την ορθότητα της καταδίκης, πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η επανάληψη της διαδικασίας (Α.Π. 1906/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 725, Α.Π. 984/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 340). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει: α)το αθωωτικό δεδικασμένο να ήταν άγνωστο στους δικάσαντας και τον καταδικασθέντα και β)να συντρέχουν οι κατά το αρθρ. 57§1 Κ.Π.Δ. όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Περαιτέρω η ίδια ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το αρθρ. 525§1 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 525§1 περ 4 Κ.Π.Δ., με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί εις το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερα από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 783/2002, 1170/2002 Ποιν.Λόγ. 2002 σελ. 816, 1170, αντιστοίχως, Α.Π. 782/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 230, Α.Π. 1819/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ/705. Επομένως, η υπό κρίσιν αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς εφετείου Λάρισας, για τον λόγο ότι από την προσκομιζόμενη υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητος, έχει κηρυχθεί αθώος της πράξεως που κατεδικάσθη με την προαναφερομένη υπ'αριθ. 855/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα αρθρ. 527 § 3, 528§1 και 465§1, 2 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. II) Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη με την υπ'αριθ. 1681/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατεδικάσθη ο αιτών για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (αρθρ. 1, 2, 3 του ν.δ. 3424/1955, εν συνδ. με αρθρ. 8 ν. 1409/83 και 94§1 Π.Κ.) εις συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που μετετράπη εις χρηματική προς 5 ευρώ για κάθε ημέρα και χρηματική ποινή 4.467, 35 ευρώ. Μετά ταύτα ο αιτών, επικαλούμενος "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" μετά την έκδοσιν της προαναφερομένης αποφάσεως με αριθ. 855/2003 του Εφετείου Λαρίσης, με την από 15-1-2005 αίτηση του εζήτησε την επανάληψιν της διαδικασίας που επερατώθη με την έκδοσιν της παραπάνω απόφασης, πλην όμως απερρίφθη με την υπ'αριθ. 1613/2006 απόφασιν του Αρείου Πάγου. Συνίστανται δε οι πράξεις, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεως, εις το ότι ο αιτών κατά τους κατωτέρω χρόνους και τόπους, ως αγοραστής αγροτικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγρ. 1 του αρθρ. 22 του ν. 992/1979, προς μεταπώληση κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή του τιμήματος, στους κατωτέρω πωλητές. Συγκεκριμένα αγόρασε με σκοπό την μεταπώληση και παρέλαβε από τους: 1) Α στο χωριό ..... την 12-5-1999 ποσότητα 12.680 κιλών σκληρού σίτου αντί συνολικού τιμήματος 528.883 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών. 2) Β την 20-5-1999 και 23-5-1999 στην ..... ποσότητες 11.890 και 5.870 αντίστοιχα κιλών σκληρού σίτου αντί συνολικού τιμήματος 723.543 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών. 3) Γ στην ..... την 14-5-1999 ποσότητα 43.780 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 1.804.831 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών 4) Δ την 14-5-1999 στην ..... ποσότητα 32.856 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 1, 894.831 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. 5) Ε την 23-5-1999 στην ..... ποσότητα 9.900 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 403.326 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. 6) ΣΤ την 12-5-1999, ποσότητα 18.080 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 754.117 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. Και 7) Ζ την 12-5-1999, ποσότητα 23.460 κιλών αντί τιμήματος 955.760 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη επίσης να καταβληθεί εντός 20 ημ. Όμως, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν και συνεφωνήθη να καταβληθούν κατά τους προαναφερόμενους χρόνους, δεν τα κατέβαλε και έτσι κατέστη υπερήμερος. Περαιτέρω σύμφωνα με το διατακτικό της υπ'αριθ. 748/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αιτών εκηρύχθη ένοχος της υπερημερίας ως προς την καταβολήν τιμήματος αγροτικών προϊόντων εις βάρος του παραγωγού Η και κατεδικάσθη εις συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών που η εκτέλεσίς της ανεστάλη επί τριετία. Ειδικώτερον προκύπτει ότι την 19 και 20 Μαΐου 1999 ο αιτών προέβη στην αγορά, με σκοπό την μεταπώληση προς τρίτους, από την παραπάνω παραγωγό αρχικώς μεν ποσότητα 15.890 χιλιογρ. Σίτου, προς 43 δρχ. το χιλιόγραμμο και συνολικά 683.270 δρχ., στην συνέχεια δε ποσότητα 43.430 χιλιογρ. σίτου προς 43 δρχ. το χιλιογρ. Και συνολικά 1.876.490 δρχ. Το ως άνω συνολικό τίμημα εκ 2.474.237 δρχ. συνεφωνήθη να καταβληθεί υπό του αιτούντος μέχρι την 18-6-1999, πλην όμως ούτος κατέστη υπερήμερος περί την καταβολήν του και μόνον μετά την μεσολάβησιν του μεσίτου Θ κατεβλήθη εις τον παραγωγό τμήμα του συνολικού ως άνω ποσού, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφλησιν εκ 200.000 δρχ. Μετά ταύτα, αφού η εν λόγω απόφασις κατέστη αμετάκλητος, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, εξεδόθη η υπ'αριθ. 354/2007 απόφασις του Αρείου Πάγου δια της οποία ηκυρώθη η παραπάνω υπ'αριθ. 748/2002 απόφασις και παρεπέμφθη η υπόθεση για επανάληψη της διαδικασίας εις το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 1649/2007 απόφασις του εν λόγω Δικαστηρίου δια της οποίας εκηρύχθη αθώος της περιγραφόμενης ως άνω πράξεως. Από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο εδέχθη ότι η συγκεκριμένη ως άνω ποσότης σιτηρών δεν ηγοράσθη υπό του αιτούντος - κατηγορουμένου από τον προαναφερθέντα παραγωγό Η αλλά υπό του Ι, ο οποίος τελικώς μετεπώλησε την συνολική ως άνω ποσότητα εκ 59.320 χιλιογρ. Δυνάμει των υπ'αριθ. ..... δελτίου ποσοτικής παραλαβής και υπ'αριθ. ..... τιμολογίου αγοράς γεωργικών προϊόντων, προς τον κατηγορούμενο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από το σύνολο των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, των οποίων έγινε επίκλησις υπό του αιτούντος "ως νέων αποδείξεων και γεγονότων" για την θεμελίωσιν της περί επαναλήψεως της διαδικασίας αιτήσεως του, το Δικαστήριον του Αρείου Πάγου με την προαναφερομένην υπ'αριθ. 354/2007 απόφασίν του εδέχθη ότι αφ'ενός μεν τα 44 τιμολόγια αγοράς του ανωτέρω εμπόρου Ι και η χειρόγραφη κατάσταση των δελτίων αποστολής αυτού, που έχει συνταχθεί, κατά τον αιτούντα, από τον κ. Θ, δεν είναι νέες, αλλά αποδείξεις που ελήφθησαν υπ'όψιν από το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το υπ'αριθ. 44/2002 βούλευμα, το οποίο το Δικαστήριο ανέγνωσε και επομένως έλαβε εμμέσως υπ'όψιν του κατά την έκδοση της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 855/2003 αποφάσεως του, ενώ για τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία εδέχθη ότι δεν προσθέτουν τίποτε περισσότερο από εκείνα που ήδη εγνώριζε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που εξέδωσε την προσβαλλομένην υπ'αριθ. 748/2002 απόφασίν του, πλην του υπ'αριθ. ..... δελτίου ποσοτικής παραλαβής γεωργικών προϊόντων και ..... τιμολόγιον, εκδόσεως Ι προς τον παθόντα Η, δι'όν λόγον και εκρίθησαν τα έγγραφα αυτά, ως νέες αποδείξεις και διετάχθη η επανάληψις της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω υπ'αριθ. 748/2002 καταδικαστική απόφασις για την περιγραφόμενη ως άνω πράξιν που ετελέσθη εις βάρος μόνον του ανωτέρω παραγωγού (Η). Ήδη ο αιτών με την υπό κρίσιν αίτησίν του επικαλείται ως νέα γεγονότα και αποδείξεις αφ'ενός μεν το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δια της οποίας εκηρύχθη της πράξεως της υπερημερίας καταβολής τιμήματος γεωργικώνπροϊόντων και αφ'ετέρου τα ακόλουθα έγγραφα και δη: 1) τα υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., Δελτία ποσοτικής παραλαβής εμπορευμάτων, που φέρονται ότι εξεδόθησαν από τον έμπορο Ι προς τους παραγωγούς Γ, Δ, Β, Ε, Α, Ζ και ΣΤ, αντιστοίχως, για τις αναφερόμενες εις αυτά ποσότητες σιτηρών που φέρονται ότι παρελήφθησαν υπό του παραπάνω εμπόρου (Μεσίτη) από τους ως άνω παραγωγούς, 2) τα υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., .... και ..... τιμολόγια αγοράς, που φέρονται ότι εξεδόθησαν από τον ανωτέρω έμπορο (Μεσίτη) (Ι) προς τους προαναφερόμενους παραγωγούς και για τις αυτές ποσότητες σιτηρών και 3)ένδεκα (11) επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης που εξεδόθησαν υπό του κατηγορουμένου εις διαταγήν του ΑθΙ, όμως η επικαλούμενη, ως άνω, υπ'αριθ. 1649/2007 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορά πράξεις που είναι μεν όμοιες κατά το είδος του και κατά τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν και κατεδικάσθη αμετάκλητα ο αιτών με την υπ'αριθ. 855/2003 απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, διαφέρουν όμως τόσον ως προς τον χρόνον τελέσεως των όσον και ως προς το πρόσωπον των παθόντων. Το μόνον που προκύπτει εκ της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως, δυναμένου να χαρακτηρισθεί ως νέου γεγονότος, είναι ότι το Δικαστήριο εδέχθη ότι η συγκεκριμένη αγοραπωλησία, δυνάμει των υπ'αριθ. 34/20-5-99 και 58/20-5-1999 φορολογικών εγγράφων, επραγματοποιήθη από τον παραγωγό Η υπό του προαναφερθέντος εμπόρου (Μεσίτου) Ι, ο οποίος φέρεται ότι εξέδωσε τόσον τα προαναφερόμενα έγγραφα όσον και εκείνα που αναφέρονται στις αγοραπωλησίες σιτηρών από τους παραγωγούς που περιγράφονται στην προσβαλλομένην υπ'αριθ. 855/2003 απόφασιν. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εν λόγω αποφάσεως εκ του συνόλου των υπό του αιτούντος επικαλουμένων εγγράφων από τα οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, το ανωτέρω νέο αποδεικτικό στοιχείο, τα περισσότερα εξ αυτών διαλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και επομένως, ως αποδεικτικά στοιχεία, ήτο γνωστά εις το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, τα οποία αξιολόγησε εν συνδυασμώ με τις λοιπές αποδείξεις και έλαβε υπ'όψιν του όταν εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση του. Ειδικότερον προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν όλα τα δελτία ποσοτικής παραλαβής των σιτηρών από τους προαναφερόμενους παραγωγούς (αγρότες) που εξεδόθησαν υπό του ανωτέρω εμπόρου (Μεσίτου) Ι και από τα τιμολόγια μόνον τα υπ'αριθ. ..... και ..... που εξεδόθησαν υπό του ιδίου για λογαριασμό των εκ των παραγωγών Γ και Δ, αντιστοίχως, τα οποία, ενώ ευρίσκοντο στην κατοχήν του αιτούντος, δεν προσεκομίσθησαν υπ'αυτού εις το Δικαστήριον προς υπεράσπισίν τουι, καθώς και αι υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης που εξεδόθησαν υπό του αιτούντος εις διαταγήν του ανωτέρω εμπόρου Ι, γεγονός άλλωστε που εκρίθη ότι οι επιταγές αυτές δεν αποτελούν νέες αποδείξεις με την 1613/2006 απόφασιν του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά την ακροαματική διαδικασία επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης προεβλήθη ο ισχυρισμός υπό του κατηγορουμένου ότι δηλαδή ούτος δεν προέβη στην αγορά των προαναφερομένων ποσοτήτων σιτηρών από τους παραπάνω παραγωγούς αλλά ο Ι που εξέδωσε και τα σχετικά ως άνω τιμολόγια, ο οποίος ηρευνήθη και απερρίφθη από το Δικαστήριο. Μάλιστα εις τα πλαίσια αυτά της αποδεικτικής διαδικασίας και εν όψει της καταθέσεως του Θ, που ενήργησε ως μεσίτης για την παραγματοποίησιν των εν λόγω αγοραπωλησιών, εκλήθη ο αιτών προς παροχήν εξηγήσεων και ανέφερε χαρακτηριστικώς "... πράγματι έγινε συνάντηση με τον Θ και τον Ι στην ..... . Άφησα δικά μου δελτία αποστολής στον Θ και παραλάμβανα τα σιτηρά στην ....., με τιμολόγια του Ι". Μετά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριον εδέχθη ότι η εμφάνιση του Ι, ως αγοραστού των εν λόγω ποσοτήτων σιτηρών, ήτο εικονική και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμον τον σχετικό ισχυρισμό του. Το γεγονός δε ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του εδέχθη, επί ομοίας περιπτώσεως, ότι ο αιτών δεν υπήρξε αγοραστής των σιτηρών από τον παραγωγό Η αλλά ο Ι, δεν δύναται να αποτελέσει η εν λόγω απαλλακτική απόφασις νέα απόδειξιν για την απαλλαγή του, επί συναφούς υποθέσεως εφ'ής εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 855/2003 καταδικαστική απόφασις. Κατά τα λοιπά, με την υπό κρίσιν αίτηση προβάλλονται υπό του αιτούντος επιχειρήματα υπέρ της αθωότητας του και επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν. Με τα δεδομένα αυτά τα ανωτέρω γεγονότα και στοιχεία που επικαλείται ο αιτών για την θεμελίωση της υπό κρίσιν αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσεκομίσθησαν και ελήφθησαν υπ'όψιν από το δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών Χ, είναι αθώος των αξιοποίων πράξεων, για τις οποίες κατεδικάσθη ή ότι κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αρθρ. 581 § 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η από 3-3-2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις τον αιτούντα. Αθήναι τη 21-5-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιοριστικώς αναφερόμενες, στη διάταξη αυτή, περιπτώσεις, όπως είναι η του εδαφίου 4, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε, ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Η περίπτωση αυτή χωρεί, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, όταν υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις, από τις οποίες, η μια καταδικαστική και η άλλη αθωωτική, που αφορούν το ίδιο πρόσωπο και την αυτή πράξη, κατά τους ορισμούς του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τη στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Συνεπώς, η υπό κρίση από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτηση, η οποία εγχειρίσθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 3 Μαρτίου 2008, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, προς το συμφέρον του, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, για το λόγο ότι, με την υπ' αρ. 1.649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητη, έχει κηρυχθεί αθώος της πράξεως που καταδικάσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη (άρ. 525 παρ. 1 εδ. 4 Κ.Π.Δ.), παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την υπ' αρ. 855/2003 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αρ. 1.681/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 4.467,35 ευρώ, για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (άρθρα 1, 2, 3 του ν.δ, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.1.409/83 και 94 παρ. 1 Π.Κ.). Σημειώνεται ότι, μετά την απόρριψή της, κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Λάρισας, ασκηθείσας, ως άνω, αναίρεσης, ο αιτών, επικαλούμενος ως "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" τα περισσότερα των αναφερομένων στην ένδικη αίτηση εγγράφων, με την από 15.1.2005 αίτησή του, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, πλην, όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1.613/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης του Εφετείου Λάρισας, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών, συνίστανται στο ότι, κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ως αγοραστής αγροτικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παραγ. 1 του άρθρου 22 του ν.992/1979, προς μεταπώληση, κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή του τιμήματος, στους κατωτέρω πωλητές. Συγκεκριμένα, αγόρασε με σκοπό την μεταπώληση και παρέλαβε από τους: 1) Α στο χωριό ....., την 12.5.1999, ποσότητα 12.680 κιλών σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 528.883 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 2) Β, την 20.5.1999 και 23.5.1999, στη ....., 11.890 και 5.879, αντίστοιχα, κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 723.543 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 3) Γ, στη ....., στις 14.5.1999, 43.780 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 1.804.831 δραχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 4) Δ, στις 14.5.1999, στη ....., 32.856 κιλά σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 1.804.831 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 5) Ε, στις 23.5.1999, στη ....., 9.900 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 403.326 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 6) ΣΤ, στις 12.5.1999, 18.080 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 754.117 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών και 7) Ζ, στις 12.5.1999, 23.460 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 955.760 δραχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών. Όμως, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν και συμφωνήθηκε να καταβληθούν μέσα σε 20 ημέρες από την παράδοση των αναφερομένων ποσοτήτων σκληρού σίτου, δεν κατέβαλε και έτσι ο κατηγορούμενος έγινε υπερήμερος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της υπ' αρ. 748/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων σε βάρος του παραγωγού Η, κατοίκου ..... και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτόν ότι, στις 19 και 20 Μαΐου του 1999, ο αιτών προέβη στην αγορά, με σκοπό την μεταπώληση προς τρίτους, από τον προαναφερόμενο παραγωγό, αρχικά μεν ποσότητας 15.890 κιλών σίτου, προς 43 δραχμές το κιλό και συνολικά 683.270 δρχ., στη συνέχεια δε ποσότητας 43.430 κιλών σίτου, προς 43 δραχ. το κιλό και συνολικά 1.876.270 δρχ. Το συνολικό δε ποσό των 2.474.237 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 18.6.1999, πλην, όμως, αυτός έγινε υπερήμερος ως προς την καταβολή του και μόνο μετά τη μεσολάβηση του μεσίτη κ.Θ, καταβλήθηκε στον ως άνω παραγωγό ένα μέρος του συνολικού ποσού και απομένει υπόλοιπο προς εξόφληση ύψους 200.000 δραχμών. Μετέπειτα και αφού η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, ο αιτών υπέβαλε στον 'Αρειο Πάγο την από 5.5.2006 αίτησή του, με την οποία ζητήθηκε η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που είχε περατωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 354/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση αυτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανάληψη της διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αρ. 1.649/2007 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον αιτούντα, της προπεριγραφείσας αξιόποινης πράξης, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι αγοραστές των ποσοτήτων σίτου του παραγωγού Η ήταν ο Ι και όχι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αγόρασε από τον αναφερόμενο Ι τις ποσότητες σίτου και του κατέβαλε και το τίμημα αυτών. Από τις αναφερόμενες αποφάσεις, ουδόλως προκύπτει ταυτότητα πράξης σε σχέση με τα πρόσωπα των παθόντων παραγωγών, που πούλησαν τις ποσότητες του σίτου που αγόρασε ο κατηγορούμενος και το τίμημα της πωλήσεως που είχε συμφωνηθεί και όφειλε αυτός να καταβάλει στους πωλητές. Ειδικότερα, η υπ' αρ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα, για παράβαση του Ν.3424/55, εις βάρος των παραγωγών Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, ενώ η υπ' αρ. 1.649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, κήρυξε αθώο τον αιτούντα, για παράβαση του παραπάνω νόμου, που τελέσθηκε σε βάρος του πωλητή - παραγωγού Η. Εξάλλου, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών με την 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αφορούν ποσότητα σίτου 158.516 κιλών και τίμημα 5.975.291 δραχμών συνολικά, ενώ η απόφαση 1.649/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τον κήρυξε αθώο για αγορά σίτου ποσότητας 59.320 κιλών, με συμφωνηθέν τίμημα 2.474.237 δραχμών συνολικά. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και του γεγονότος ότι δεν συμπίπτουν ούτε και οι χρόνοι τελέσεως των πράξεων στις παραπάνω δύο αποφάσεις, δεν συντρέχει περίπτωση επαναλήψεως της διαδικασίας προς το συμφέρον του αιτούντος, για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποδεικνύεται η αθώωσή του με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Συνεπώς, είναι αβάσιμος, ο μοναδικός λόγος, εκ του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 του Κ.Π.Δ., της ένδικης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας και ως εκ τούτου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εξ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 ΚΠΔ, διότι η καταδικαστική και η αθωωτική απόφαση δεν είναι μεταξύ τους αντιφατικές, καθόσον, μεταξύ αυτών, δεν υπάρχει ταυτότης πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 ΚΠΔ, διότι τα πρόσωπα των παθόντων στις αποφάσεις αυτές διαφέρουν.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
1
Αριθμός 421/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Κα-λούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2, 3) Ζ3 και 4) Ζ4. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 356/2.7.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2158/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τον Χ για να δικαστούν ως υπαίτιοι: α) Τοκογλυφίας κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και β) Εκβίαση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν έφεση όλοι οι κατηγορούμενοι και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 315/2008 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες και επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου βουλεύματος (βλ. το 315/2008 βούλευμα). ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ στις 13-3-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Οδυσσέα Ιωσηφίδη στις 20-3-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά). Στις 24-3-2008 ο κατηγορούμενος Χ, εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έτσι συντάχθηκε η 8/24-3-2008 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). Η αίτηση αναίρεσης αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, και ασκήθηκε από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται και για πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα (τοκογλυφία κατ'επάγγελμα). IV. Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' και β' ΠΚ, όπως είχε, πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ.8 Ν.2721/1999, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή τιμωρείται, όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος... .επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιόγραφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει συναλλαγματικής που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος. Οι παραπάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες επί μέρους πράξεις που περιέχουν τα στοιχεία της εγκληματικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους συνδεόμενες όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με άρθρο 1 παρ.1 Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανηλειμμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 858/2005 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ.1 του Π.Κ. όπως αυτή είχε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 2408/1996, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και τα δύο αυτά εγκλήματα (της τοκογλυφίας και της εκβίασης) στρέφονται κατά της περιουσίας ως συνόλου, κανένα όμως από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ούτε επιβαρυντική περίσταση του άλλου. Ειδικώς ως προς το στοιχείο του οφέλους, για την θεμελίωση της εκβιάσεως, αρκεί η επιδίωξη κτήσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους έστω και εμμέσου, και τέτοια περίπτωση είναι η εξασφάλιση επιτευχθέντος ήδη παρανόμου περιουσιακού οφέλους (εξασφάλιση απαιτήσεως μη νόμιμης). Τα εγκλήματα αυτά μπορούν να τελούν σε αληθή πραγματική συρροή οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. (ΑΠ 540/2000). Τέλος κατά το άρθρο 45 Π.Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετεχόντων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. Α.Π. 50/1990 Ποιν.Χρον. Μ949, Α.Π. 1344/2006, ΑΠ 1541/2006). V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 138 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' (πρώην ε') του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. VI. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών δέχθηκε τα εξής: Από την εκτίμηση του, κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και της προηγηθείσας αυτής προανακριτικής εξέτασης, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανόμενες υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ως άνω ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 29/7/2004 έγκληση του Ξ. Ο εγκαλών Ξ και η σύζυγος του Ψ διατηρούν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όντες μοναδικοί της εταίροι. Αντικείμενο της εταιρίας τους είναι η εισαγωγή και πώληση ιατρικών ειδών. Ταυτόχρονα η Ψ έχει και ατομική επιχείρηση με διακριτικό τίτλο "....", που έχει το ίδιο αντικείμενο. Τον Ιανουάριο του 2004 η Ψ καταχωρήθηκε στο Διατραπεζικό σύστημα Πληροφοριών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", με συνέπεια οι Τράπεζες να μη χορηγούν δάνεια στις ως άνω επιχειρήσεις του εγκαλούντα και της συζύγου του, ούτε προεξοφλούσαν πλέον τις επιταγές τους. Έτσι στον εγκαλούντα και τη σύζυγο του παρουσιάστηκε έλλειψη ρευστότητας. Αυτό εξανάγκασε τον εγκαλούντα να προβεί σε αναζήτηση χρηματοδότησης εξωτραπεζικής προς κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από τη λειτουργία των εν λόγω οικογενειακών τους επιχειρήσεων. Ακολούθως, στις 20 Ιανουαρίου του 2004 στο εμπορικό κατάστημα του .... ο εγκαλών συναντήθηκε με τον Φ, για τον οποίο γνώριζε αυτός (ο εγκαλών) ότι μπορούσε (ο Φ) να τον φέρει σε επαφή με άτομα που θα μπορούσαν να του παράσχουν τοκογλυφικό δάνειο. Έτσι λόγω των οικονομικών του αναγκών, ο εγκαλών πίεσε τον Φ και έλαβε από αυτόν 5 μεταχρονολογημένες επιταγές, στις 20/1/2004, προκειμένου ο τελευταίος να τις δώσει σε γνωστούς του προς προεξόφληση, με τόκο 6% μηνιαίως, ο οποίος είναι τοκογλυφικός. Τονιστέον ότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος ήταν το 2004 8% ετησίως (Αποφ. Δ.Σ. ΕΚΤ της 5-6-2003). Συγκεκριμένα δε ο Φ παρέλαβε τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.080, που εκδόθηκε από τον .... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 2-3-2004, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 1.030, που εκδόθηκε από την εταιρία "... Ο.Ε." εις διαταγήν της ίδιας εταιρίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 12-5-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.489,32, που εκδόθηκε από τον ...... εις διαταγήν της Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004, δ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 3.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 24-3-2004 και ε) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004. Ακολούθως, ο Φ επισκέφθηκε τον 1° κατηγορούμενο Ζ1, ο· οποίος συνεργαζόταν με τους 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους Ζ2, Χ, Ζ3 και Ζ4, αντίστοιχα, για την προεξόφληση επιταγών τρίτων προσώπων που είχαν ανάγκη από ρευστό με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών τόκων και μαζί με αυτόν (1° κατηγορούμενο) αρχικώς μεν μετέβησαν στο ευρισκόμενο στην .... και επί της οδού .... γραφείο του 3ου κατηγορουμένου Χ, στον οποίο παρέδωσαν τις υπό στοιχεία α', β' και γ' επιταγές, συνολικού ποσού € 3.599,32, εν συνεχεία δε μετέβησαν στο .... και συναντήθηκαν με τους 2° και 4° κατηγορούμενους Ζ2 και Ζ3, αντίστοιχα, στους οποίους παρέδωσαν τις υπόλοιπες δύο επιταγές, υπό στοιχεία δ' και ε', συνολικού ποσού € 9.800. Το χρηματικό ποσό από την προεξόφληση και των πέντε επιταγών έλαβε ο Φ και το απέδωσε στο μηνυτή και πιο συγκεκριμένα ο τελευταίος έλαβε ως προεξόφληση το ποσό των € 11.783, παρακρατηθέντων τόκων συνολικού ποσού € 1.616,32, που αποτελείται εν μέρει από νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους με ετήσιο επιτόκιο 8%, ποσού € 179,65 και εν μέρει από τοκογλυφικούς τόκους ποσού € 1,436,67 και το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης από τη συνολική αξία των επιταγών (€ 13.399,32) των παρακρατηθέντων τόκων σε ποσοστό 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την ημερομηνία της προεξόφλησης (20-1-2004) και μέχρι τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας επιταγής και ειδικότερα: α) την πρώτη επιταγή, ποσού € 1.080, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 998 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 82, από τους οποίους € 9,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 72,84 αντιστοιχούν σε παρανόμους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 1.030, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 842 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 188, από τους οποίους € 20,80 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 167,20 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 1.489,32, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 1307 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 182,32, από τους οποίους € 20,28 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 162,04 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 3.020 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 380, από τους οποίους € 42,25 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 337,75 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 6.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 5.616 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 784, από τους οποίους € 87,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 696,84 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Οι παραπάνω επιταγές εξοφλήθηκαν κατά την εμφάνιση τους για πληρωμή στην εκάστοτε πληρώτρια τράπεζα, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400 (υπό στοιχείο ε'), ως προς την οποία προέκυψε οικονομική αδυναμία του μηνυτή να καταθέσει έγκαιρα το ποσό της στον λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, επί του οποίου είχε συρθεί, με αποτέλεσμα να δεχθεί τηλεφωνήματα από τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος με την απειλή ότι αν δεν του κατέβαλε ορισμένα μετρητά και επιπλέον δεν ανανέωνε την πιο πάνω επιταγή με άλλες που θα ενσωμάτωναν στην αξία τους και τους νέους τοκογλυφικούς τόκους σε ποσοστό πάντοτε 6% μηνιαίως (72% ετησίως), θα ζητούσε από την πληρώτρια τράπεζα τη σφράγιση της επιταγής. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής που ακολούθησε ο 2ος κατηγορούμενος με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό των τελευταίων, ο μηνυτής ενέδωσε και προκειμένου να αποφύγει την καταστρεπτική για τις επιχειρήσεις του σφράγιση της ως άνω επιταγής, δέχθηκε και κατά την αναγραφόμενη στη συγκεκριμένη επιταγή ημερομηνία έκδοσης της (31-3-2004), αφενός μεν κατέβαλε στον Ζ2, σε μετρητά, το ποσό των € 1.350, αφετέρου δε του παρέδωσε με σκοπό την ανανέωση του χρέους από την παραπάνω επιταγή και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 597,78, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-6-2004 και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS", ποσού € 680,40, που εκδόθηκε από τον την εταιρία "EUROMEDICA ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." εις διαταγήν της εταιρίας "..... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-5-2004. Με την πιο πάνω συμφωνία και δεδομένης της καταβολής του ποσού των € 1.350, μετά την οποία το οφειλόμενο κεφάλαιο της συγκεκριμένης επιταγής μειώθηκε από € 6.400 σε €.5.050 (6.400 - 1.350), οι νόμιμοι δικαιοπρακτικοί τόκοι (8% ετησίως) του εναπομεί-ναντος προς εξόφληση κεφαλαίου της επιταγής αυτής μέχρι τις 20-6-2004, που είναι η απώτερη από τις αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης στις τρεις ως άνω επιταγές, ανέρχονταν σε € 89,65 και επομένως το υπόλοιπο ποσό της αξίας των τριών αυτών επιταγών, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των € 5.050 και των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων, αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους και ανέρχεται σε € 2.138,53 (6.000 + 597,78 + 680,40 = 7.278,18 - 5.050 = 2.228,18 - 89,65). Εν συνεχεία και πάλι κατόπιν παρόμοιων απειλών του 2ου κατηγορουμένου προς τον μηνυτή, ο τελευταίος αναγκάστηκε και αντάλλαξε στις 31-3-2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000 με δύο άλλες και συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ. .... και ... επιταγές της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 η μία και 20-8-2004 η άλλη. Για το χρονικό διάστημα από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης (7-6-2004) της ανταλλαγείσας επιταγής των € 6.000 μέχρι την έλευση της απώτερης από τις ημερομηνίες που αναγράφονταν στις δύο νέες επιταγές (20-8-2004), ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος (8% ετησίως) για το οφειλόμενο κεφάλαιο των € 5.050 ανερχόταν σε € 81,90, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο ποσό των δύο αυτών επιταγών, που ανέρχεται σε € 2.868,10 (4.000 + 4.000 = 8.000 - 5.05.0 = 2.950 - 81,90) να αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους. Ακολούθως, την 1-4-2004 και παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής με απειλές από την πλευρά των κατηγορουμένων, που διατυπώνονταν δια στόματος του 2ου κατηγορουμένου, αναγκαζόταν μέχρι τότε να ανταλλάσσει τις επιταγές που είχε δώσει στους κατηγορούμενους με άλλες, οι οποίες ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατέφυγε και πάλι στον Φ και ζήτησε από αυτόν να μεσολαβήσει εκ νέου για την προεξόφληση ακόμη έξι επιταγών. Έτσι του παρέδωσε τις εξής επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, η οποία είχε περιέλθει εις χείρας του κατόπιν ανταλλαγής της, όπως ήδη έχει αναφερθεί, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.250, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 11-4-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-7-2004, δ) την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000,. που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 5-7-2004, ε) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-7-2004 και στ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 2.500, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-8-2004. Όλες οι παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, παραδόθηκαν στη συνέχεια από τον Φ στον 1° κατηγορούμενο, προκειμένου μαζί με τους λοιπούς κατηγορουμένους να προβούν και πάλι στο δανεισμό του υπό τη μορφή της προεξόφλησης των ανωτέρω μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως είχαν πράξει και με το πρώτο πακέτο των πέντε επιταγών στις 20-1-2004, παρακρατώντας από την αξία των επιταγών ποσοστό 6% μηνιαίως για τόκους, κατά-τη συνήθη πρακτική τους. Ο 1ος κατηγορούμενος, όμως, προσποιούμενος ότι θα πίστωνε τα ποσά των επιταγών σε τραπεζικό λογαριασμό φιλικού του προσώπου και μόλις έπαιρνε τα χρήματα θα τα κατέβαλε στον μηνυτή, όχι μόνο παρακράτησε τους κατ' ανάγκην συμφωνηθέντες τόκους, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των € 3.074, αλλά επιπλέον αρνήθηκε να ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση για χορήγηση του συμφωνηθέντος κεφαλαίου του δανείου, ποσού € 21.676, το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης ποσοστού 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την αξία κάθε επιμέρους επιταγής για το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 και μέχρι την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε επιταγής. Ειδικότερα, το κεφάλαιο κάθε επιταγής και οι παρακρατηθέντες τόκοι, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτούς των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων με επιτόκιο 8% ετησίως και των συμφωνηθέντων τοκογλυφικών τόκων με επιτόκιο 6% μηνιαίως (72% ετησίως), είχαν ως εξής: α) για την πρώτη επιταγή, ποσού € 6.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 5.301 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 699, από τους οποίους € 77.63 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 621,37 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 6.250, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 6.130 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 120, από τους οποίους € 13,40 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 106,60 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 4.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 3.262 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 738, από τους οποίους € 82 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 656 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.528 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 472, από τους οποίους € 52,49 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 419,51 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.467 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 533, από τους οποίους € 59,32 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 473,68 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και στ) για την έκτη επιταγή, ποσού € 2.500, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 1.988 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 512, από τους οποίους € 56,92 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 455,08 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Περαιτέρω, προέκυψε ότι όλα τα σώματα των πιο πάνω έξι επιταγών ο 10ς κατηγορούμενος τα διοχέτευσε στους συγκατηγορούμενούς του και τα κατείχε στο εξής από κοινού με αυτούς, θέτοντας στην οπίσθια όψη τους την υπογραφή του (οπισθογράφηση), ενώ λίγες ημέρες πριν από την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε μίας από τις μεταχρονολογημένες επιταγές ο 2ος κατηγορούμενος, και πάλι κατόπιν προτροπής και συνεννόησης με τους λοιπούς κατηγορουμένους, τηλεφωνούσε για λογαριασμό και των τελευταίων στο μηνυτή εμφανιζόμενος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών και ευθέως τον απειλούσε με τη σφράγιση των επιταγών, αν δε δεχόταν να τις ανανεώσει με άλλες, μεγαλύτερης αξίας, που και πάλι θα ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής των κατηγορουμένων με ενέργειες του 2ου εξ αυτών, ο μηνυτής ενέδιδε κάθε φορά που ερχόταν η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας από τις επιταγές αυτές και έτσι δέχθηκε να προβεί στην ανανέωση των έξι αρχικών επιταγών, ως εξής: α) Την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.000, αντικατέστησε στις 7-6-2004 με τις υπ' αριθμ. .... και .... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία "... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 και 20-8-2004, αντίστοιχα, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.250, αντικατέστησε στις 11-4-2004 με τις υπ' αριθμ. ......, ... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 κάθε μία από τις δύο πρώτες και € 5.732 η τρίτη, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30-8-2004 και 30-9-2004 και 22-10-2004, αντίστοιχα, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 4.000, αντικατέστησε στις 25-7-2004 με τις υπ' αριθμ. ... και ..... επιταγές της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.230 η πρώτη και € 2.000 η δεύτερη, που εκδόθηκαν από την Ψ, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 18-9-2004 και 30-7-2004, αντίστοιχα, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 5-7-2004 με την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-10-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε' στις 20-7-2004 με την- υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.750, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 29-9-2004 και στ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 2.500, αντικατέστησε στις 10-8-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 5.300, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-12-2004. Με αυτό τον τρόπο οι αρχικές έξι επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, αντικαταστάθηκαν με επιταγές συνολικής αξίας € 48.012, αυξάνοντας έτσι το ύψος των ήδη αναφερθέντων τοκογλυφικών τόκων από τη δεύτερη ομάδα των έξι αυτών επιταγών κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση της αξίας των έξι αρχικών επιταγών από την αξία των επιταγών που τις αντικατέστησαν και το οποίο ανέρχεται σε € 23.262 (48.012 - 24.750). Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν την είσπραξη των παρανόμως συνομολογηθέντων ως άνω τοκογλυφικών ωφελημάτων, που ενσωματώνονταν στις προαναφερθείσες επιταγές, υποβάλλοντας αιτήσεις για την έκδοση διαταγών πληρωμής, οι οποίες και εκδόθηκαν (βλ. τις υπ' αριθμ. 31497/2004, 30820/2004 και 24/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και την υπ' αριθμ. 2360/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Μάλιστα, κατά την προσφιλή τακτική τους, ο αιτών την έκδοση καθεμίας από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής (ο 4ος κατηγορούμενος για την πρώτη και την τέταρτη, ο 3ος κατηγορούμενος για τη δεύτερη και ο 5ος κατηγορούμενος για την τρίτη) την έστρεφε και κατά του εκάστοτε "συνεργάτη" του, από τον οποίο φαινομενικά είχε παραλάβει, την επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και ο οποίος την είχε οπισθογραφήσει προς αυτόν πριν την εμφάνιση της για πληρωμή, το ρόλο δε τούτο είχε αναλάβει σε όλες τις περιπτώσεις ο 2ος κατηγορούμενος, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που φαινομενικά είχε οπισθογραφηθεί στον τελευταίο κομιστή της και αιτήσαντα την έκδοση της υπ' αριθμ. 30820/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών (3° κατηγορούμενο) από τον 1° κατηγορούμενο. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες από τον μηνυτή καταστάσεις διαταγών πληρωμής, που έχουν εκτυπωθεί από το σύστημα πληροφοριών του ΔΣΑ, προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεων των κατηγορουμένων έχει εκδοθεί πλήθος διαταγών πληρωμής (άνω των εκατό για τα έτη 2002 έως 2006) σε βάρος διαφόρων προσώπων, γεγονός που σε συνδυασμό με όλα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγεί αναγκαία στο συμπέρασμα ότι τα αξιόγραφα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση των διαταγών πληρωμής ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κρίση που ενισχύεται και από το ότι ο 5ος κατηγορούμενος κατέχει φαινομενικά τη θέση του καθ' ου .η διαταγή πληρωμής στο σύνολο σχεδόν των διαταγών πληρωμής που έχουν εκδοθεί με αίτηση του 4° κατηγορούμενου, κατά την παγίως ακολουθούμενη πρακτική τους, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην κρινόμενη υπόθεση. Τέλος, από τον τρόπο δράσης των κατηγορουμένων, όπως ήδη εκτέθηκε, και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πάταξης της τοκογλυφίας, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξη αυτής τόσο σε βάρος του μηνυτή και της συζύγου του όσο και σε βάρος άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ..... και ο ...., που έχουν υποβάλει τις με ΑΒΜ Α03/325 και Δ2003/4358 μηνύσεις, αντίστοιχα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντα Ξ και των μαρτύρων ...., ...., Φ, Ψ, ...... και ...... Έτι δε πλέον ενισχύεται η κατ' αυτών κατηγορία από τις προρρηθείσες επιταγές. Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, οι ως άνω εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων κατά του με αρ. 2158/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. VII. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογική κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και τη κυρία ανάκριση, αλλά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασης της κατά συναυτουργία κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση εκβίασης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 1, 45, 94 παρ. 1,98,404 παρ.2α' και 385 παρ. 1γ' Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και oύτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Κατά συνέπεια δεν είναι βάσιμοι οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας α' και γ' λόγοι αναίρεσης, τόσον κατά το μέρος που αναφέρονται στην αιτιολόγηση για την παραπομπή του αναιρεσείοντος ως συναυτουργού για το σύνολο των πράξεων, αφού ρητώς προσδιορίζεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με βάση κοινό σχέδιο για την τέλεση των παραπάνω πράξεων, αλλά και ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της τοκογλυφίας και ειδικά την "κατ' επάγγελμα" τέλεσή της, την οποία στηρίζει το Συμβούλιο στην εν γένει υποδομή των δραστών. Εξ άλλου σχετικά με τον β' λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής και έλλειψης νόμιμης βάσης λόγο αναίρεσης, σχετικά με την παραπομπή του αναιρεσείοντος ως "συναυτουργού" της κατ' εξακολούθηση εκβίασης, ενώ η συμπεριφορά του έπρεπε να χαρακτηριστεί ως "ηθική αυτουργία", ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού τόσον για τον "συναυτουργό" (άρθρο 45 ΠΚ), όσον και για τον "ηθικό αυτουργό" (άρθρ. 46 παρ. 1 ΠΚ) η ίδια ποινή προβλέπεται, άρα και την ίδια βαρύτητα έχουν οι πράξεις, άλλως και επικουρικώς ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η φράση του Συμβουλίου ότι ο κατηγορούμενος Ζ2 ενήργησε "με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και ο Χ) και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό τους...", έχει προφανώς την έννοια ότι ο παραπάνω Ζ2 ενήργησε με βάση το κοινό σχέδιο δράσης όλων των κατηγορουμένων, το οποίο και υλοποίησε μαζί τους, ώστε να μη τίθεται θέμα "ηθικής αυτουργίας". Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Ι. Να απορριφθεί η 8/24-3-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά του 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 17 Ιουνίου 2008. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις των εδαφ. α' και β' της παρ. 2 του άρθρου 404 Π.Κ., τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας για την πληρωμή του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό του τόκου (εδάφ. α') και όποιος .... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή. Περαιτέρω, κατά την παραγρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Κατ' επάγγελμα δε διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π.Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και τα δύο εγκλήματα, της τοκογλυφίας και της εκβίασης, στρέφονται κατά της περιουσίας ως συνόλου, κανένα όμως από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση του άλλου. Ειδικώς, ως προς το στοιχείο του οφέλους, για τη θεμελίωση του αδικήματος της εκβιάσεως, αρκεί η επιδίωξη κτήσης παράνομου περιουσιακού οφέλους έστω και έμμεσου, και τέτοια περίπτωση είναι η εξασφάλιση επιτευχθέντος ήδη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Τα δύο αυτά εγκλήματα τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή, οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετεχόντων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ.ΑΠ 50/1990). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό μεσαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 315/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση του, κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και της προηγηθείσας αυτής προανακριτικής εξέτασης, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντωv μαρτύρων λαμβανόμενες υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ως άνω ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 29/7/2004 έγκληση του Ξ. Ο εγκαλών Ξ και η σύζυγος του Ψ διατηρούν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", όντες μοναδικοί της εταίροι. Αντικείμενο της εταιρίας τους είναι η εισαγωγή και πώληση ιατρικών ειδών. Ταυτόχρονα η Ψ έχει και ατομική επιχείρηση με διακριτικό τίτλο ".....", που έχει το ίδιο αντικείμενο. Τον Ιανουάριο του 2004 η Ψ καταχωρήθηκε στο Διατραπεζικό σύστημα Πληροφοριών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", με συνέπεια οι Τράπεζες να μη χορηγούν δάνεια στις ως άνω επιχειρήσεις του εγκαλούντα και της συζύγου του, ούτε προεξοφλούσαν πλέον τις επιταγές τους. Έτσι στον εγκαλούντα και τη σύζυγο του παρουσιάστηκε έλλειψη ρευστότητας. Αυτό εξανάγκασε τον εγκαλούντα να προβεί σε αναζήτηση χρηματοδότησης εξωτραπεζικής προς κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από τη λειτουργία των εν λόγω οικογενειακών τους επιχειρήσεων. Ακολούθως στις 20 Ιανουαρίου του 2004 στο εμπορικό κατάστημα του .... ο εγκαλών συναντήθηκε με τον Φ, για τον οποίο γνώριζε αυτός (ο εγκαλών) ότι μπορούσε (ο Φ) να τον φέρει σε επαφή με άτομα που θα μπορούσαν να του παράσχουν τοκογλυφικό δάνειο. Έτσι λόγω των οικονομικών του αναγκών ο εγκαλών πίεσε τον Φ και έλαβε από αυτόν 5 μεταχρο-νολογημένες επιταγές, στις 20/1/2004, προκειμένου ο τελευταίος να τις δώσει σε γνωστούς του προς προεξόφληση, με τόκο 6% μηνιαίως, ο οποίος είναι τοκογλυφικός. Τονιστέον ότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος ήταν το 2004 8% ετησίως (Αποφ. Δ.Σ. ΕΚΤ της 5-6-2003). Συγκεκριμένα δε ο Φ παρέλαβε τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.080, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας "..... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 2-3-2004, β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 1.030, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ίδιας εταιρίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 12-5-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.489,32, που εκδόθηκε από τον .... εις διαταγήν της Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 3.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 24-3-2004 και ε) την υπ1 αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400, που εκδόθηκε από την εταιρία "..... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004. Ακολούθως, ο Φ επισκέφθηκε τον 1°κατηγορούμενο Ζ1, ο οποίος συνεργαζόταν με τους 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους Ζ2, Χ, Ζ3 και Ζ4, αντίστοιχα, για την προεξόφληση επιταγών τρίτων προσώπων που είχαν ανάγκη από ρευστό με τη συνομολόνηση τοκογλυφικών τόκων και μαζί με αυτόν (1° κατηγορούμενο) αρχικώς μεν μετέβησαν στο ευρισκόμενο στην .... και επί της οδού ..... γραφείο του 3ου κατηγορουμένου Χ, στον οποίο παρέδωσαν τις υπό στοιχεία α', β' και γ' επιταγές, συνολικού ποσού € 3.599,32, εν συνεχεία δε μετέβησαν στο .... και συναντήθηκαν με τους 2° και 4° κατηγορούμενους Ζ2 και Ζ3, αντίστοιχα, στους οποίους παρέδωσαν τις υπόλοιπες δύο επιταγές, υπό στοιχεία δ' και ε', συνολικού ποσού € 9.800. Το χρηματικό ποσό από την προεξόφληση και των πέντε επιταγών έλαβε ο Φ και το απέδωσε στο μηνυτή και πιο συγκεκριμένα ο τελευταίος έλαβε ως προεξόφληση το ποσό των € 11.783, παρακρατηθέντων τόκων συνολικού ποσού € 1.616,32, που αποτελείται εν μέρει από νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους με ετήσιο επιτόκιο 8%, ποσού € 179,65 και εν μέρει από τοκογλυφικούς τόκους ποσού € 1.436, 67 και το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης από τη συνολική αξία των επιταγών (€ 13.399,32) των παρακρατηθέντων τόκων σε ποσοστό 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την ημερομηνία της προεξόφλησης (20-1-2004) και μέχρι τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας επιταγής και ειδικότερα: α) την πρώτη επιταγή, ποσού € 1.080, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 998 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 82, από τους οποίους € 9,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 72,84 αντιστοιχούν σε παρανόμους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 1.030, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 842 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 188, από τους οποίους € 20, 80 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 167,20 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή ποσού € 1.489,32, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 1.307 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 182,32, από τους οποίους € 20,28 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 162,04 αντιστοιχούν σε παράνομοι τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού 3.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 3.020 και παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 380, από τους οποίους € 42,25, αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 337,75 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 6.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 5.616 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν 784, από τους οποίους € 87,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 696, 84 αντιστοιχούν παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Οι παραπάνω επιταγές εξοφλήθηκαν κατά την εμφάνισή τους για πληρωμή στην εκάστοτε πληρώτρια τράπεζα, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400 (υπό στοιχείο Ε'), ως προς την οποία προέκυψε οικονομική αδυναμία του μηνυτή να καταθέσει έγκαιρα το ποσό της στον λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, επί του οποίου είχε συρθεί, με αποτέλεσμα να δεχθεί τηλεφωνήματα από τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος με την απειλή ότι αν δεν του κατέβαλε ορισμένα μετρητά και επιπλέον δεν ανανέωνε την πιο πάνω επιταγή με άλλες που θα ενσωμάτωναν στην αξία τους και τους νέους τοκογλυφικούς τόκους σε ποσοστό πάντοτε 6% μηνιαίως (72% ετησίως), θα ζητούσε από την πληρώτρια τράπεζα τη σφράγιση της επιταγής. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής που ακολούθησε ο 2ος κατηγορούμενος με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό των τελευταίων, ο μηνυτής ενέδωσε και προκειμένου να αποφύγει την καταστρεπτική για τις επιχειρήσεις του σφράγιση της ως άνω επιταγής, δέχθηκε και κατά την αναγραφόμενη στη συγκεκριμένη επιταγή ημερομηνία έκδοσης της (31-3-2004), αφενός μεν κατέβαλε στον Ζ2, σε μετρητά, το ποσό των € 1.350, αφετέρου δε του παρέδωσε με σκοπό την ανανέωση του χρέους από την παραπάνω επιταγή και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 597,78, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-6-2004 και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS", ποσού € 680,40, που εκδόθηκε από την εταιρία "EUROMEDICA ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." εις διαταγήν της εταιρίας "....Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-5-2004. Με την πιο πάνω συμφωνία και δεδομένης της καταβολής του ποσού των € 1.350, μετά την οποία το οφειλόμενο κεφάλαιο της συγκεκριμένης επιταγής μειώθηκε από € 6.400 σε €.5.050 (6.400 - 1.350), οι νόμιμοι δικαιοπρακτικοί τόκοι (8% ετησίως) του εναπομείναντος προς εξόφληση κεφαλαίου της επιταγής αυτής μέχρι τις 20-6-2004, που είναι η απώτερη από τις αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης στις τρεις ως άνω επιταγές, ανέρχονταν σε € 89,65 και επομένως το υπόλοιπο ποσό της αξίας των τριών αυτών επιταγών, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των € 5.050 και των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων, αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους και ανέρχεται σε € 2.138, 53 (6.000 + 597,78 + 680,40 = 7.278, 18 - 5.050 = 2.228,18 - 89,65). Εν συνεχεία και πάλι κατόπιν παρόμοιων απειλών του 2ου κατηγορουμένου προς τον μηνυτή, ο τελευταίος αναγκάστηκε και αντάλλαξε στις 31-3-2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000 με δύο άλλες και συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ. .... και ..... επιταγές της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 η μία και 20-8-2004 η άλλη. Για το χρονικό διάστημα από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης (7-6-2004) της ανταλλαγείσας επιταγής των € 6.000 μέχρι την έλευση της απώτερης από τις ημερομηνίες που αναγράφονταν στις δύο νέες επιταγές (20-8-2004), ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος (8% ετησίως) για το οφειλόμενο κεφάλαιο των € 5.050 ανερχόταν σε € 81,90, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο ποσό των δύο αυτών επιταγών, που ανέρχεται σε € 2.855,10 (4.000 + 4.000 = 8.000 - 5.050 = 2.950 - 81,90) να αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους. Ακολούθως, την 1-4-2004 και παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής με απειλές από την πλευρά των κατηγορουμένων, που διατυπώνονταν δια στόματος του 2ου κατηγορουμένου, αναγκαζόταν μέχρι τότε να ανταλλάσσει τις επιταγές που είχε δώσει στους κατηγορούμενους με άλλες, οι οποίες ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατέφυγε και πάλι στον Φ και ζήτησε από αυτόν να μεσολαβήσει εκ νέου για την προεξόφληση ακόμη έξι επιταγών. Έτσι του παρέδωσε τις εξής επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, η οποία είχε περιέλθει εις χείρας του κατόπιν ανταλλαγής της, όπως ήδη έχει αναφερθεί, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.250, που εκδόθηκε από την εταιρία "..... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 11-4-2004, γ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-7-2004, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφομένη ημερομηνία έκδοσης 5-7-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3-000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-7-2004 και στ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 2.500, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-8-2004. Όλες οι παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, παραδόθηκαν στη συνέχεια από τον ΙΦ στον 1° κατηγορούμενο, προκειμένου μαζί με τους λοιπούς κατηγορουμένους να προβούν και πάλι στο δανεισμό του υπό τη μορφή της προεξόφλησης των ανωτέρω μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως είχαν πράξει και με το πρώτο πακέτο των πέντε επιταγών στις 20-1-2004, παρακρατώντας από την αξία των επιταγών ποσοστό 6% μηνιαίως για τόκους, κατά τη συνήθη πρακτική τους. Ο 1ος κατηγορούμενος, όμως, προσποιούμενος ότι θα πίστωνε τα ποσά των επιταγών σε τραπεζικό λογαριασμό φιλικού του προσώπου και μόλις έπαιρνε τα χρήματα θα τα κατέβαλε στον μηνυτή, όχι μόνο παρακράτησε τους κατ' ανάγκην συμφωνηθέντες τόκους, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των € 3.074, αλλά επιπλέον αρνήθηκε να ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση για χορήγηση του συμφωνηθέντος κεφαλαίου του δανείου, ποσού € 21.676, το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης ποσοστού 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την αξία κάθε επιμέρους επιταγής για το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 και μέχρι την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε επιταγής. Ειδικότερα, το κεφάλαιο κάθε επιταγής και οι παρακρατηθέντες τόκοι, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτούς των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων με επιτόκιο 8% ετησίως και των συμφωνηθέντων τοκογλυφικών τόκων με επιτόκιο 6% μηνιαίως (72% ετησίως), είχαν ως εξής: α) για την πρώτη επιταγή, ποσού € 6.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 5.301 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 699, από τους οποίους € 77,63 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 621,37 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 6.250, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 6.130 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 120, από τους οποίους € 13,40 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 106,60 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 4.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 3.262 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 738, από τους οποίους € 82 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 656 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.528 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 472, από τους οποίους € 52,49 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 419,51 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν 2.467 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 553, από τους οποίους € 59,32 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 473,68 αντιστοιχούν σε παράνομο τοκογλυφικούς τόκους και στ) για την έκτη επιταγή, ποσού 2.500, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 1.988 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 512, από τους οποίους € 50,92 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 455,08 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Περαιτέρω, προέκυψε ότι όλα τα σώματα των πιο πάνω έξι επιταγών ο 1ος κατηγορούμενος τα διοχέτευσε στους συγκατηγορούμενούς του και τα κατείχε στο εξής από κοινού με αυτούς, θέτοντας στην οπίσθια όψη τους την υπογραφή τους (οπισθογράφηση), ενώ λίγες ημέρες πριν από την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε μίας από τις μεταχρονολογημένες επιταγές ο 2ος κατηγορούμενος, και πάλι κατόπιν προτροπής και συνεννόησης με τους λοιπούς κατηγορουμένους, τηλεφωνούσε για λογαριασμό και των τελευταίων στο μηνυτή εμφανιζόμενος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών και ευθέως τον απειλούσε με τη σφράγιση των επιταγών, αν δε δεχόταν να τις ανανεώσει με άλλες, μεγαλύτερης αξίας, που και πάλι θα ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής των κατηγορουμένων με ενέργειες του 2ου εξ αυτών, ο μηνυτής ενέδιδε κάθε φορά που ερχόταν η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας από τις επιταγές αυτές και έτσι δέχθηκε να προβεί στην ανανέωση των έξι αρχικών επιταγών, ως εξής: α) Την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.000, αντικατέστησε στις 7-6-2004 με τις υπ' αριθμ. .... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 και 20-8-2004, αντίστοιχα, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 6.250, αντικατέστησε στις 11-4-2004 με τις υπ' αριθμ. ...., ..... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 κάθε μία από τις δύο πρώτες και € 5.732 η τρίτη, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30-8-2004 και 30-9-2004 και 22-10-2004, αντίστοιχα, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 4.000, αντικατέστησε στις 25-7-2004 με τις υπ' αριθμ. ..... και .... επιταγές της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.230 η πρώτη και € 2.000 η δεύτερη, που εκδόθηκαν από την Ψ, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 18-9-2004 και 30-7-2004, αντίστοιχα, δ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 5-7-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-10-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 20-7-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.750, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 29-9-2004 και στ) την υπ'αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 2.500, αντικατέστησε στις 10-8-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 5.300, που εκδόθηκε από την εταιρία "... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-12-2004. Με αυτό τον τρόπο οι αρχικές έξι επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, αντικαταστάθηκαν με επιταγές συνολικής αξίας € 48.012, αυξάνοντας έτσι το ύψος των ήδη αναφερθέντων τοκογλυφικών τόκων από τη δεύτερη ομάδα των έξι αυτών επιταγών κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση της αξίας των έξι αρχικών επιταγών από την αξία των επιταγών που τις αντικατέστησαν και το οποίο ανέρχεται σε € 23.262 (48.012 - 24.750). Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν την είσπραξη των παρανόμως συνομολογηθέντων ως άνω τοκογλυφικών ωφελημάτων, που ενσωματώνονταν στις προαναφερθείσες επιταγές, υποβάλλοντας αιτήσεις για την έκδοση διαταγών πληρωμής, οι οποίες και εκδόθηκαν (βλ. τις υπ' αριθμ. 31497/2004, 30820/2004 και 24/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και την υπ' αριθμ. 2360/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Μάλιστα, κατά την προσφιλή τακτική τους, ο αιτών την έκδοση καθεμίας από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής (ο 4ος κατηγορούμενος για την πρώτη και την τέταρτη, ο 3ος κατηγορούμενος για τη δεύτερη και ο 5ος κατηγορούμενος για την τρίτη) την έστρεφε και κατά του εκάστοτε "συνεργάτη" του, από τον οποίο φαινομενικά είχε παραλάβει, την επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και ο οποίος την είχε οπισθογραφήσει προς αυτόν πριν την εμφάνισή της για πληρωμή, το ρόλο δε τούτο είχε αναλάβει σε όλες τις περιπτώσεις ο 2ος κατηγορούμενος, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που φαινομενικά είχε οπισθογραφηθεί στον τελευταίο κομιστή της και αιτήσαντα την έκδοση της υπ' αριθμ. 30820/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών (3° κατηγορούμενο) από τον 1° κατηγορούμενο. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες από τον μηνυτή καταστάσεις διαταγών πληρωμής, που έχουν εκτυπωθεί από το σύστημα πληροφοριών του ΔΣΑ, προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεων των κατηγορουμένων έχει εκδοθεί πλήθος διαταγών πληρωμής (άνω των εκατό για τα έτη 2002 έως 2006) σε βάρος διαφόρων προσώπων, γεγονός που σε συνδυασμό με όλα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγεί αναγκαία στο συμπέρασμα ότι τα αξιόγραφα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση των διαταγών πληρωμής ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κρίση που ενισχύεται και από το ότι ο 5ος κατηγορούμενος κατέχει φαινομενικά τη θέση του καθ' ου η διαταγή πληρωμής στο σύνολο σχεδόν των διαταγών πληρωμής που έχουν εκδοθεί με αίτηση του 4ου κατηγορούμενου, κατά την παγίως ακολουθούμενη πρακτική τους, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην κρινόμενη υπόθεση. Τέλος, από τον τρόπο δράσης των κατηγορουμένων, όπως ήδη εκτέθηκε, και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της τοκογλυφίας, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, τόσο σε βάρος του μηνυτή και της συζύγου του, όσο και σε βάρος άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ..... και ο ...., που έχουν υποβάλει τις με ABM A03/325 και Δ2003/4358 μηνύσεις, αντίστοιχα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντα Ξ και των μαρτύρων ....., ...., Φ, Ψ, .... και ..... Έτι δε πλέον ενισχύεται η κατ' αυτών κατηγορία από τις προρρηθείσες επιταγές. Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους". Στη συνέχεια κατέληξε ότι ορθά παραπέμφθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με το εκκαλούμενο βούλευμα, για τις πράξεις α) της τοκογλυφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και β) της εκβίασης κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση και απέρριψε συνακόλουθα τις εφέσεις των κατηγορουμένων. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ'αυτό εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση εκβίασης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ.στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 404 παρ. 2α και 385 παρ. 1γ' Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, η παραπομπή αυτού, ως συναυτουργού, για το σύνολο των πράξεων, αφού ρητά προσδιορίζεται στο βούλευμα, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με βάση κοινό σχέδιο, για την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων που προαναναφέρθηκαν, επιπρόσθετα δε, αιτιολογείται πλήρως, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της τοκογλυφίας και ειδικότερα η "κατ' επάγγελμα" τέλεσή της, ενόψει του ότι παρατίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν την εν γένει υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι δράστες, στην τέλεση της τοκογλυφίας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, αναφορικά με το λόγο της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και σύμφωνα με την οποία αυτός, ειδικά για το αδίκημα της εκβίασης, θα έπρεπε να παραπεμφθεί ως ηθικός αυτουργός και όχι ως συναυτουργός, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτόν ότι, ο κατηγορούμενος Ζ2 απειλούσε τον εγκαλούντα ότι εάν δεν καταβάλει κάποια χρήματα και δεν ανανεώσει τις επιταγές με νέους τοκογλυφικούς τόκους, θα ζητούσε από την πληρώτρια Τράπεζα να σφραγίσει τις επιταγές αυτές, είναι προεχόντως απαράδεκτη, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, καθόσον, τόσο για το συναυτουργό (άρ. 45 Π.Κ.), όσο και για τον ηθικό αυτουργό (άρ. 46 παρ. 1 Π.Κ.), προβλέπεται η ίδια ποινή και άρα, οι πράξεις αυτές έχουν την ίδια βαρύτητα. Πέρα, όμως, από αυτά, η αιτίαση αυτή είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, αφού, το προσβαλλόμενο βούλευμα, ρητά δέχεται ότι "ο Ζ2 ενήργησε με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων (στους οποίους ρητά περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων Χ) και πάντοτε σε συννενόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό τους...", δεχόμενο δηλαδή ότι ο παραπάνω αναφερόμενος ενήργησε με βάση το κοινό σχέδιο δράσης όλων των κατηγορουμένων, το οποίο και υλοποίησε μαζί τους, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τεθεί θέμα ύπαρξης ηθικής αυτουργίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοχ. Β' και Δ' του Κ.Π.Δ., με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αρ. 8/24.3.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αρ. 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία κατά συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα. Εκβίαση κατά συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Εκβίαση, Εξακολουθούν έγκλημα, Τοκογλυφία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 418/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την ως άνω διάταξή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της διάταξης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 718/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 346/27.6.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία κατάθεσης 28-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ..., χωρίς να έχει ειδική εντολή την οποία όμως προσυπογράφει και ο αναιρεσείων κατά της με αριθμ. 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντα κατά της με αριθμ. Γ 05/4099-Γ 80/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 482 και 476&1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν το πρώτο ορίζει ότι ''τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του κώδικα είναι α) έφεση και β) αναίρεση, κατά δε το δεύτερο '' ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) .... Και κατά την τρίτη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ....... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.....'' προκύπτει ότι στον ΚΠΔ προβλέπονται περιοριστικά τα ένδικα μέσα τα βουλεύματα και αποφάσεις τα οποία ο διάδικος μπορεί ν' ασκήσει αποκλειομένης έτσι της δυνατότητας του ν' ασκεί ένδικα μέσα είτε έφεσης είτε αναίρεσης εναντίον αποφάσεων που δεν υπόκεινται σ'αυτά. 'Ετσι αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών που εκδίδεται με την διαδικασία του άρθρου 48 ΚΠΔ με την οποία απέρριψε προσφυγή του αναιρεσείοντα κατά διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών η οποία εκδόθηκε με την διαδικασία του άρθρου 47 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμ. 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απέρριψε προσφυγή του κατά της με αριθμ. Γ 05/4099-Γ 80/2006 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που απέρριψε έγκληση του και επειδή η αναίρεση αυτή ανεξάρτητα των άλλων πλημμελειών της στρέφεται κατά διάταξης μη υποκειμένης σε αναίρεση για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύταΠροτείνω όπως. Α. Να απορριφθεί σαν απαράδεκτη η με ημερομηνία κατάθεσης 28-2-2008 αίτηση - αναίρεσης του ... αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντα κατά της με αριθμ. Γ 05/4099-Γ 80/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 15-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΙωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του ΚΠΔ, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις όπου ρητώς παρέχεται τούτο από το νόμο. Η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που απορρίπτει κατά το άρθρο 47 του ΚΠΔ την έγκληση, καθώς και εκείνη του Εισαγγελέα Εφετών, που απορρίπτει την προσφυγή του εγκαλούντος, κατά το άρθρο 48 του ίδιου κώδικα, εναντίον της Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, δεν φέρουν σε καμία περίπτωση το χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου κατ' αυτών δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως η κρινόμενη αναίρεση, η οποία στρέφεται κατά της 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 28-12-2006 προσφυγή του .... κατά της υπ' αριθμ. Γ. 05/4099-Γ80/2006 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που απέρριψε την από 22-9-2005 έγκληση του ήδη αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά, την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και τη μη εμφάνιση του, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-2-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 55/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά διάταξης Εισαγγελέα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 416/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 879/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 465/08.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 127/30-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... και εκθέτω τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 2226/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος. Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 879/2008 βούλευμά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση (462/2007) αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως μεταρρύθμισε το διατακτικό του ως προς την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος, την οποία και διατύπωσε επί το ορθότερο. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινομένη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε στις 30-6-2008 από τη δικηγόρο Πειραιώς Χαρίκλεια Ανδριτσοπούλου - Πέππα για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της επισυναπτομένης από 27-6-2008 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 19-6-2008 και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Αλέξιο Παπαντωνίου στις 30-6-2008 επίσης με θυροκόλληση. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα (κατ'ορθή εκτίμηση του έβδομου λόγου για έλλειψη αιτιολογίας), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακουργήματα (άρ. 462, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια, 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία. Από το άρθρο 308 § 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών αν υποβληθεί σ'αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα εμφάνιση του αιτούντος για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. 'Ετσι, το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ'αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § ιδ Κ.Π.Δ. που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484 § ια του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 723/04, ΑΠ 1610/01, ΑΠ 1507/96, ΑΠ 310/96). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο στην με αριθμό 462/10-9-2007 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του εκκαλουμένου υπ'αριθμ. 2226/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, υπόμνημα αυτού, με ημερομηνία 10-9-2007, ο τελευταίος ζήτησε όπως εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επιλήφθηκε, προς παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως. Το αίτημα όμως αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών με την εξής αιτιολογία ".....να απορριφθεί το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο", αναφερόμενο επίσης και στην αντίστοιχη με την ίδια αιτιολογία εισαγγελική πρόταση. Με την αιτιολογία όμως αυτή δεν εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούν την άρνηση του Συμβουλίου για την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, αφού η ζητουμένη εμφάνιση αφορούσε την παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως και συγκεκριμένα των λόγων της εφέσεως. Εφόσον, λοιπόν, το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε χωρίς την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επήλθε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα. Επομένως ο συναφής (κατ'ορθή εκτίμηση) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που το εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί αφού με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις του επί των λόγων αναιρέσεως και δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος .... για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας. β) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 879/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Αθήνα 29 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ'αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, εμφάνιση του αιτούντος για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνον είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο Βούλευμα. Έτσι, το Συμβούλιο, οφείλει, να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ'αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει στο αίτημα αυτό ή αν το απορρίψει χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, τότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ., που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπόμνημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που επισυνάπτεται στην υπ' αρ. 462/10.9.2007 έκθεση εφέσεως αυτού κατά του υπ' αρ. 2226/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με ημερομηνία 10.9.2007, ο τελευταίος ζήτησε να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επιλήφθηκε της εφέσεως, προκειμένου να παρασχεθούν οι αναγκαίες διευκρινίσεις επί της όλης υποθέσεως. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ακόλουθη αιτιολογία "να απορριφθεί το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο (προφανώς εννοεί το Συμβούλιο)", αναφερόμενο επίσης και στην αντίστοιχη, με την ίδια αιτιολογία, εισαγγελική πρόταση, την οποία υιοθετεί πλήρως, ως προς όλες τις παραδοχές της, με καθολική αναφορά σ'αυτήν. Όμως, με την αιτιολογία αυτή, δεν εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούν την άρνηση του Συμβουλίου των Εφετών, για την ενώπιόν του αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι, η εμφάνιση αυτή αφορούσε την παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως και ειδικότερα των λόγων εφέσεως κατά του εκκαλουμένου Βουλεύματος, με συνέπεια, η αναιτιολόγητη αυτή απόρριψη, να επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, είναι βάσιμος ο έβδομος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και πρέπει, παρελκούσης, ως αλυσιτελούς, της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που το εξέδωσε, ενόψει του ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, το οποίο είναι νόμιμο (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 Κ.Π.Δ.), πρέπει, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι, στην αίτηση αναίρεσης, αυτός αναπτύσσει με πληρότητα τις απόψεις του επί των λόγων αυτής και ως εκ τούτου δεν παρίσταται ανάγκη παροχής διευκρινίσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως.- Αναιρεί το υπ' αρ. 879/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1δ, 484 παρ. 1 στοιχ α΄ ΚΠΔ). Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αναιτιολόγητα αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
Αριθμός 415/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Ζ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Κούρτοβικ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1605/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 547/25.11.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ την εγχειρισθείσα την 10/10/2008 αίτηση για επανάληψη διαδικασίας που αφορά την Ζ, κατά της υπ'αρ. 2711/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και εκθέτω τα εξής: Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/00 σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το αρ. 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο Ι του αρ. 525 ΚΠΔ το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. 'Ετσι πλέον η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ευρ.Δ.Δ.Α.) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το Ευρ.Δ.Δ.Α. παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (της αιτούσης) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξ'άλλου το αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας η αιτούσα Ζ εκθέτει ότι με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη σχετικής αναιρέσεώς της με την 18/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. συνημμ. αποφάσεις). Στην συνέχεια η αιτούσα προσέφυγε στο Ευρ.Δ.Δ.Α παραπονούμενη για παραβίαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, κατ'άρθρα 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 ΕΣΔΑ. Επ'αυτής το Δικαστήριο εξέδωσε την από 11.10.2007 απόφαση (Ζ κατά Ελλάδος) με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των ανωτέρω άρθρων 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διαρκείας της σε βάρος της ποινικής διαδικασίας και ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματός της στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιώκομενου σκοπού (άρθρ. 10 της Σύμβασης). Η απόφαση του Ευρ.Δ.Δ.Α κατέστη αμετάκλητη κατά το άρθρο 44 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Επομένως, κατά την αιτούσα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτής της διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτής. Όμως η αίτηση που έχει αυτό το περιεχόμενο είναι ως προς την παραβίαση του αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι ούτε η αιτούσα επικαλείται, ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδικάσεως της υποθέσεώς της, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το Ευρ.Δ.Δ.Α. είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που την καταδίκασαν για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε. Επί πλέον η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, που δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά. 'Αρα, η επανόρθωση της βλάβης της αιτούσης από την γενομένη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1638/02 και ΑΠ 717/04). Ως προς την παραβίαση όμως του άρθρ. 10 της ΕΣΔΑ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "(34). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα ουσιώδη θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και μία από τις πρωταρχικές προϋπόθεσης της προόδου της και ανάπτυξης όλων. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης ισχύει όχι μόνον για τις "πληροφορίες" ή τις "ιδέες" που τυχαίνουν ευνοϊκής αποδοχής ή θεωρούνται ως ακίνδυνες ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που συγκρούονται, σοκάρουν ή προκαλούν ανησυχία. Έτσι απαιτούν ο πλουραλισμός, η ανοχή και η ευρύτητα πνεύματος, στοιχεία χωρίς τα οποία η "δημοκρατική κοινωνία" δεν υφίσταται. Η ελευθερία αυτή υπόκειται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 10 και οι οποίες πάντως πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η αναγκαιότητα οποιουδήποτε περιορισμού πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο πειστικό. (39). Το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να επιλύσει την διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και του χειρούργου της. Εν τούτοις είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα έζησε μία επώδυνη εμπειρία και ότι υποφέρει σήμερα από σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές: είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανέναν άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της. Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασης της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ. Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στηνορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της. (40). Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού, σκοπού. (41). Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης". Έτσι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, με την άνω απόφαση του, που κατέστη οριστική κατά τις διατάξεις του κανονισμού του Δικαστηρίου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης και έκρινε- ότι υπήρξε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και - εσφαλμένη αξιολόγηση των στοιχείων του δόλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις της απόφασης υπό στοιχείο (39): "....είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανέναν άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της ": "..Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασης της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της."- ότι της αποδόθηκαν εσφαλμένα προθέσεις (στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος) οι οποίες δεν ήταν δικές της, αλλά των δημοσιογράφων, με τις σκέψεις υπό στοιχείο επίσης (39) της απόφασης "Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ"- ότι εφαρμόσθηκε λανθασμένα η διάταξη του νόμου, με την καταδίκη της".....Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της.."- και ότι εφαρμόσθηκε λανθασμένα διάταξη της Σύμβασης και ειδικότερα αυτή του άρθρου 10 της Σύμβασης, που έχει κυρωθεί με νόμο και είναι υπερνομοθετικής ισχύος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις υπό στοιχείο (40) της απόφασης " Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης...". Συνέπεια όλων αυτών ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του δικαστηρίου επί της υπόθεσής της και να καταδικασθεί από τα εθνικά δικαστήρια, στην άνω ποινή των 5 μηνών με 3ετή αναστολή. Όπως γίνεται δεκτό από την νομολογία η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορούμενου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας". Η επισήμανση γίνεται για να διαφοροποιηθούν περιπτώσεις όπου η καταδίκη αφορά παραβιάσεις όπως αυτές του εύλογου χρόνου της διαδικασίας (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ). Στην προκείμενη υπόθεση, με την ως άνω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπιστώθηκαν παραβιάσεις οι οποίες αφορούν ουσιαστικές διατάξεις του νόμου που εφαρμόσθηκε κατά τα όσα ανωτέρω εκτίθενται, δηλαδή τόσο όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, όσο και τις διατάξεις του άρθρου 362-363 και 367 ΠΚ όσο και αυτές περί δόλου. Επειδή όμως η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, κατ'εξακολούθηση (αρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 362-363 ΠΚ και άρθρ. μόνο Ν. 2243/94 και αρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87) συνιστά πλημμέλημα και φέρεται ότι τελέσθηκε από την αιτούσα την 25/1/2002, 26/1/2002 και 22/2/2002 έχει ήδη υποπέσει στη παραγραφή των εγκλημάτων δια του τύπου λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος τριών ετών και έξι μηνών (άρθρ. 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 3 ΠΚ και άρθρ. 47 ΑΝ 1092/38 ως ετροπ. με το αρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87) πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Συμβούλιό Σας και να παύσει η ποινική δίωξη κατά της αιτούσης για την ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών με τριετή αναστολή. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να γίνει δεκτή η από 10/10/2008 αίτηση επανάληψης διαδικασίας της Ζ, κατά της υπ'αρ. 2711/2004 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η ανωτέρω σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. (Β) Ν' ακυρωθεί η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. (Γ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αιτούσης Ζ για την ανωτέρω πράξη και (Δ) Ν' απορριφθεί η ως άνω αίτηση κατά τα λοιπά. Αθήνα 19 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια της αιτούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίση... επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης....". Στην κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, η αιτούσα Ζ εκθέτει ότι με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεώς της με την 18/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενη για παραβίαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ και επ' αυτής το δικαστήριο εξέδωσε την από 11 Οκτωβρίου 2007 απόφαση (Ζ-κατά Ελλάδος), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διάρκειάς της εις βάρος της ποινικής διαδικασίας και της μη ύπαρξης σχέσης εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου σκοπού (άρθρο 10 της σύμβασης). Ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ κατέστη αμετάκλητη, κατά το άρθρο 44 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Ότι, επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για την επανάληψη υπέρ αυτής (αιτούσας) της διαδικασίας, με σκοπό την αθώωσή της. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε, διότι ούτε η αιτούσα επικαλείται, ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδικάσεως της υποθέσεώς της, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που την καταδίκασαν για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία διέπραξε. Επιπλέον, η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αρθεί αναδρομικά. Άρα, η επανόρθωση της βλάβης της αιτούσας από τη γενομένη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Όμως ως προς την παραβίαση του άρθρου 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "(34). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα ουσιώδη θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και μία από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις της προόδου της και ανάπτυξης όλων. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης ισχύει όχι μόνον για τις "πληροφορίες" ή τις "ιδέες" που τυχαίνουν ευνοϊκής αποδοχής ή θεωρούνται ως ακίνδυνες ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που συγκρούονται, σοκάρουν ή προκαλούν ανησυχία. Έτσι απαιτούν ο πλουραλισμός, η ανοχή και η ευρύτητα πνεύματος, στοιχεία χωρίς τα οποία "η δημοκρατική κοινωνία" δεν υφίσταται. Η ελευθερία αυτή υπόκειται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 10 και οι οποίες πάντως πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η αναγκαιότητα οποιουδήποτε περιορισμού πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο πειστικό. (39).Το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και του χειρούργου της. Εν τούτοις είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα έζησε μία επώδυνη εμπειρία και ότι υποφέρει σήμερα από σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές. Είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης, γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανένα άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της. Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασής της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού τύπου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξ αιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ. Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεών της. (40). Ενόψει των προηγουμένων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού. (41). Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης". Έτσι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, με την άνω απόφασή του, που κατέστη οριστική κατά τις διατάξεις του κανονισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης και έκρινε ότι, α) υπήρξε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη αξιολόγηση του δόλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις της απόφασης με στοιχείο (39): "...είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανένα άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της", "Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια τη σοβαρότητα της κατάστασής της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της." β) της αποδόθηκαν εσφαλμένα προθέσεις (στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος) οι οποίες δεν ήταν δικές της, αλλά των δημοσιογράφων, όπως φαίνεται από τις σκέψεις με στοιχείο επίσης (39) της απόφασης "Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξ αιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ" γ) εφαρμόστηκε λανθασμένα η διάταξη του νόμου, με την καταδίκη της, όπως προκύπτει από τη σκέψη της απόφασης "Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της..." και δ) εφαρμόστηκε λανθασμένα διάταξη της Σύμβασης και ειδικότερα αυτή του άρθρου 10 της Σύμβασης, που έχει κυρωθεί με νόμο και είναι υπερνομοθετικής ισχύος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις με στοιχείο (40) της απόφασης "...Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης...". Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η επανάληψη της διαδικασίας, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορουμένου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας". Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, διαπιστώθηκαν παραβιάσεις οι οποίες αφορούν ουσιαστικές ποινικές, διατάξεις που εφαρμόστηκαν καl ειδικότερα του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, 362, 363, 367, 26 και 27 του ΠΚ. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του Δικαστηρίου επί της υπόθεσης της αιτούσας και να καταδικασθεί από τα εθνικά δικαστήρια σε φυλάκιση πέντε μηνών. Η πράξη όμως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε η αιτούσα, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 362-363 ΠΚ και αρθρ. μόνο Ν. 2243/1994 και άθρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρο. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87, συνιστά πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από την αιτούσα την 25-1-2002, 26-1-2002 και την 22-2-2002 και συνεπώς ήδη έχει υποπέσει στην παραγραφή των εγκλημάτων δια του τύπου, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος, μεγαλύτερου των τριών ετών και έξι μηνών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 3 ΠΚ και άρθρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο για νέα ουσιαστική έρευνά της και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, (σε Συμβούλιο), το οποίο και θα παύσει την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος της αιτούσας, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 30-9-2008 αίτηση της Ζ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 2711/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αιτούσας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως διά του τύπου, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, στις 25-1-2002, 26-1-2002 και 22-2-2002, σε βάρος του ...., για την οποία καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας μετά από απόφαση ΕΣΔΑ που διαπίστωσε την παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεκτή η αίτηση. ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου, κατ’ εξακολούθηση.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Επανάληψη διαδικασίας.
2
Αριθμός 413/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βουχιούνη και 2) Χ2, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και ν'απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση αναίρεσης της Χ2. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγονται προς συνεκδίκαση οι από 14 Μαρτίου 2008 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και της Χ2, κατά της ίδιας υπ' αρ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Χ2. Η αναιρεσείουσα αυτή, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως, του ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στην ως άνω συνεδρίαση, αντίγραφο δε της κλήσης, κατ' επιταγή του άρθρου 155 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., επιδόθηκε και στον αντίκλητο αυτής δικηγόρο Νικόλαο Παϊπέτη, σύμφωνα με το από 15 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ιδίου, ως άνω, επιμελητή. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης της ως άνω Χ2 πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα αυτή τα κατ' άρθρον 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. δικαστικά έξοδα. Αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης του Χ1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος. Συνεπώς, για τη συντέλεση αυτού, πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσας πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 187/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων και η απολειπόμενη συγκατηγορούμενή του Χ2, καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών ο καθένας, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην ..... στις 8-6-2001 ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσει η β' κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν την περιουσία του Ζ. Ειδικότερα έχων ο παθών αξίωση κατά της β' κατηγορουμένης ύψους δρχ. 23.802.663, προσδοκούσε να ικανοποιηθεί δια της κατασχέσεως των αυτοκινήτων αυτής που εμπορεύετο, έχουσα κατάστημα προς τούτο επί της Λ. ..... Εις βάρος της εν λόγω κατηγορουμένης εξεδόθη η υπ' αριθ. 572/2001 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών που κήρυσσε αυτή σε πτώχευση. Όταν ο Ειρηνοδίκης Καλλιθέας τον ως άνω χρόνο μετέβη στο κατάστημα της κατηγορουμένης για να το σφραγίσει και στη συνέχεια να επακολουθήσει ο πλειστηριασμό των αυτοκινήτων αυτής, εν συμπαιγνία με τον πρώτο κατηγορούμενο τελούσα, ισχυρίσθηκαν ότι το ήμισυ του ανωτέρω καταστήματος το είχε υπομισθώσει στον α' κατηγορούμενο για να ασκεί το επάγγελμα ενοικιάσεως αυτοκινήτων, ο οποίος και προσεκόμισε την από 11-5-2001 βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Β' ΔΟΥ Καλλιθέας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για εικονική μίσθωση με σκοπό ως προεκτίθεται, την ματαίωση της σφράγισης ολοκλήρου του καταστήματος της β' κατηγορουμένης. Τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έμπροσθεν του ημίσεως καταστήματος αυτής τα μετέφερε έμπροσθεν του ημίσεως καταστήματος που εικονικώς είχε υπομισθώσει ο α' κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα η Ειρηνοδίκης να μην δύναται να σφραγίσει αυτά, αφού εφέροντο ιδιοκτησίας του εν λόγω κατηγορουμένου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ζημία στον ανωτέρω πιστωτή ύψους 23.802.663, που είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, επί αντιστοίχω περιουσιακού οφέλους της β' κατηγορουμένης". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές, τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1β-α Π.Κ. και έτσι στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει με σαφήνεια, αφενός μεν αν τα αυτοκίνητα που δεν κατέστη δυνατόν να κατασχεθούν ανήκαν στην ιδιοκτησία της κατηγορουμένης Χ2, οφειλέτριας του Ζ, αφετέρου δε αν οι κατηγορούμενοι παρέστησαν, και με ποιο τρόπο, ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Χ1. Επίσης, υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με την αξία των μη κατασχεθέντων αυτοκινήτων, αφού δεν διευκρινίζεται εάν αυτή ανέρχονταν στο ποσό των 23.802.663 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην οφειλή της δεύτερης κατηγορουμένης προς τον Ζ, προκειμένου να κριθεί, εάν η ζημία που υπέστη ο ως άνω δανειστής της Χ2, από την αναφερόμενη άδικη πράξη των κατηγορουμένων, ανήρχετο πράγματι στο προαναφερόμενο ποσό. Οι ασάφειες αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, όσο και ως προς την ορθή υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 παρ. 1β-α Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δύο λόγοι της ένδικης αναίρεσης, του Χ1 να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στη συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος Χ2, της οποίας η αίτηση αναίρεσης απερρίφθη, κατά τα εκτεθέντα, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι η αναίρεση θεμελιώθηκε στις ασάφειες της αιτιολογίας της προσβαλλομένης, η οποία δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του παραστάντος αναιρεσείοντος (άρθ. 469 Κ.Π.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.3.2008 αίτηση της Χ2, για αναίρεση της υπ' αρ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί την υπ' αρ. 187/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος, που επίσης καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση, Χ2. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους κατηγορουμένους αυτούς, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατά συναυτουργία. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Επεκτείνεται το αναιρετικό αποτέλεσμα στην β' αναιρεσείουσα, της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
0
Αριθμός 412/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.008/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.264/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 445/25.9.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθμ. 134/14-7-2008 και 135/14-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 1008/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 3710/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ για κάθε επί μέρους πράξη απάτης. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ'αριθμ. 1008/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εναντίον του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους την 16-7-2008 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 Κ.Π.Δ.. Προηγήθηκε επίδοσή του την 3-7-2008 προς τους διορισθέντες αντικλήτους αυτών Εμμανουήλ Παπαδάκη και Μάριο Δαλιάνη, οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν την 14-7-2008 (δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της επιδόσεως) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον οι υπ'αριθμ. 134/14-7-2008 και 135/14-7-2008 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η έλλειψη ακροάσεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Οταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτο φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 548/2008, ΑΠ 118/2008, ΑΠ 111/2008). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπρατωμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 796/2008). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο το έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). Πιο συγκεκριμένα η κατά το άρθρο 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεκτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνο από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, αλλά και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, που δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία του βουλεύματος, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το συμβούλιο, ειδικότερα, μάλιστα, όταν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), ότι ελήφθη υπόψη από το συμβούλιο (ΑΠ 189/2008, ΑΠ 13/2008). Β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1471/2004). Η αιτιολογία δηλαδή του βουλεύματος συμπληρώνεται, ως προς τις ελλείψεις που τυχόν υπάρχουν, από το διατακτικό, στο οποίο περιέχεται η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δε ισχύει, προκειμένου, ειδικότερα, για παραπεμπτικό βούλευμα, όχι μόνο για το πρωτοβάθμιο, αλλά και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρώτο (ΑΠ 429/1986 ΠΧ ΛΣΤ' 639). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον βεβαίως σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2001). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από "τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα προσκομισθέντα υπ'αυτών υπομνήματα" προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιούλιο του έτους 2001 η κατηγορουμένη Χ1 ήταν νομική σύμβουλος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "CONFINE HELLAS A.E.Π.E.Y." και ο κατηγορούμενος Χ2 εμπορικός διευθυντής της εταιρείας αυτής και ουσιαστικά διευθύνων σύμβουλος. Κατά το χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και 23-7-2001 οι άνω κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία τους παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 ότι η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία και οι μετοχές της επρόκειτο άμεσα να εισαχθούν στο χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.) και ότι η αξία ανά μετοχή της ως άνω εταιρείας ονομαστικής αξίας 100 δρχ. ανέρχονταν τον Ιούλιο του έτος 2001 ουσιαστικά σε ποσό 2.000 δρχ. επίσης ότι οι αρμόδιοι φορείς των επιτροπών κεφαλαιαγοράς Ελλάδος και Κύπρου είχαν εγκρίνει την εισαγωγή της εταιρείας αυτής στο ΧΑΚ ή σε άλλο χρηματιστήριο και υπήρχε σχετική αίτηση της εταιρείας για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, ότι η κυπριακή νομοθεσία, έθετε ως προϋπόθεση εισαγωγής της εταιρείας στο Χ.Α.Κ. τη διασπορά των μετοχών της σε 300 τουλάχιστον επενδυτές - μετόχους και ότι η αξία της μετοχή της εταιρείας είχε αποτιμηθεί το θέρος του έτους 2001 στο ποσό των 2.000 δραχ. από τον έγκριτο διεθνούς φήμης οικονομικό οίκο "Grant Thorntοn". Η αλήθεια όμως ήταν, την οποία εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι, ότι κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2001 η αξία της μετοχής της ανωτέρω εταιρείας ήταν μηδενική, εξαιτίας της εξαιρετικά κακής οικονομικής τότε κατάστασης της, ότι ο ως άνω οικονομικός οίκος ουδέποτε αποτίμησε την αξία μετοχής της εν λόγω εταιρείας, ότι δεν υπήρχε αίτηση της εταιρείας ούτε έγκριση αρμοδίου φορέα για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Κ. ή σε άλλο χρηματιστήριο, ούτε δε κατά την κυπριακή νομοθεσία υπήρχε ως προϋπόθεση εισαγωγής της προαναφερθείσας εταιρείας στο Χ.Α.Κ. η διασπορά των μετοχών της εταιρείας τουλάχιστον σε 300 επενδυτές. Mάλιστα οι ως άνω κατηγορούμενοι σε εκδήλωση της παραπάνω εταιρείας που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του έτους 2001 στο ξενοδοχείο Αθηνών "St George Lycabettus" μίλησαν αλληλοδιαδόχως από το βήμα στους παρισταμένους για τις λαμπρές προοπτικές της εταιρείας, τα εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματά της, ήτοι ότι τα κέρδη της είναι εκπληκτικά σε σχέση με την παγκόσμια κρίση και τα προσεχή σχέδια για εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Κ., στο οποίο ανέφεραν ότι ήδη είχαν υποβάλει αίτηση, λαμβάνοντας σχετικές άδειες, επέδειξαν επίσης μια έγγραφη αξιολόγηση από τον ελεγκτικό οίκο Grand Thorton, στην οποία αναφερόταν ότι η μετοχή αποτιμάται χρηματιστηριακά στις 2000 δρχ. και ότι εκτιμώντας την προσφορά όλων των υπαλλήλων για να φθάσει η εταιρεία σε αυτά τα αποτελέσματα θα έδιδε την ευκαιρία αποκλειστικά στους υπαλλήλους και τους στενούς συγγενείς τους να αγοράσουν ένα αριθμό μετοχών, ο δε λόγος της προσφοράς αυτής ήταν και πρακτικός διότι το τελευταίο πράγμα που ζητούσε η επιτροπή κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, προκειμένου να εισάγει την μετοχή στο Κυπριακό Χρηματιστήριο ήταν το ελάχιστον των 300 μετόχων. Από την συνάντηση αυτή οι υπάλληλοι και οι συγγενείς τους ανήλθαν σε 100 μετόχους. Ο κατηγορούμενος Χ2 σε μεταγενέστερη συνάντηση είπε ότι θα διέθετε μετοχές της εταιρείας σε καλούς πελάτες της, όπως οι ως άνω εγκαλούντες, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος των 300 μετόχων, μάλιστα δε επέδειξε και κάποια από τα ονόματα νέων μετόχων, επιφανών επιχειρηματιών, προκειμένου να προσδώσει κύρος στις νέες πωλήσεις μετοχών, σε όλους δε τους μετόχους υπήρχε ρητή διαβεβαίωσή του ότι σε περίπτωση που ήθελαν τα χρήματά τους ότι θα τις επαναγόραζε εκείνος γιατί υπήρχαν πολλοί φίλοι τους που δεν τους εξυπηρέτησε. Ο Α, υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας δάνεισε το καλοκαίρι του έτους 2001 στον κατηγορούμενο Χ2 το ποσό των 94.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς ενώ τον Ιούλιο του ιδίου έτους αγόρασε μετοχές αξίας 100.000.000 δραχμών της εταιρείας αυτής δίδοντας επιταγή στο όνομα του ανωτέρω κατηγορουμένου, η οποία έληγε μετά από ένα χρόνο. Επίσης ο Β υπάλληλος της άνω εταιρείας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δάνεισε τον κατηγορούμενο Χ2 με το ποσό των 25.000.000 δραχμών επειδή είχε πειστεί ότι ήταν εντιμότατος και καθώς του είπε ότι τα χρήματα αυτά θα τα ελάμβανε σε μετοχές. Επίσης αγόρασε μετοχές της εταιρείας προς 200 δρχ. η μετοχή όταν η αξία τους ήταν 100 δρχ. και τον διαβεβαίωνε ταυτόχρονα (ο Χ2) ότι η αξία της θα ανήρχετο στις 2000 δρχ. όταν θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο της Κύπρου. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι δήλωναν και διέδιδαν δημιουργώντας την βάσιμη πεποίθηση ότι διεξαγόταν δημόσια εγγραφή κατά τους κανόνες του Χρηματιστηρίου της Κύπρου, πως αναζητούσαν σοβαρούς επενδυτές για την απαραίτητη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν διασπορά των μετοχών στην προνομιακή κατ'αυτούς, ενόψει των βέβαιων θετικών εξελίξεων, την τιμή των 2000 δρχ. ανά μετοχή. 'Αλλωστε διαβεβαίωναν τους εγκαλούντες ότι η ευκαιρία ήταν μοναδική, αφού ήταν σίγουροι πως η τιμή της μετοχής αμέσως μετά την εισαγωγή της θα διέγραφε ταχύτατη ανοδική πορεία με ευνόητα πολύ υψηλά κέρδη και αποδόσεις. Οι εγκαλούντες έχοντας ήδη γνωριμία με τον κατηγορούμενο Χ2 λόγω της επαγγελματικής τους ενασχόλησης για την δημιουργία ιστοσελίδων στο διαδίκτυο μέσω της εταιρείας τους με την επωνυμία "FUTUREGATE- Σύμβουλοι Διαδικτύου ΕΠΕ", στην οποία συμμετέχουν και η οποία είχε αναλάβει και πραγματοποιήσει την κατασκευή ιστοσελίδας για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας "CONFINE HELLAS A.E.Π.Ε.Υ.", αλλά και της προηγηθείσας γνωριμίας της εγκαλούσας Ψ1 με τους κατηγορουμένους ως περιστασιακής συνεργάτιδας παλαιότερο της "CONFINE HELLAS A.E.Π.Ε.Υ.", αφού είχαν πληροφορηθεί και τα διαδραματισθέντα στην προαναφερθείσα εκδήλωση της ως άνω εταιρείας, πείσθηκαν από τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και αποδέχθηκαν την πρότασή τους να καταβάλουν το τίμημα τοις μετρητοίς για την αγορά από τον καθένα τους χωριστά, είκοσι χιλιάδων (20.000) μετοχών της ως άνω εταιρείας προς δύο χιλιάδες (2.000) δραχμές η κάθε μετοχή, με πωλητή, στην εγκαλούσα Ψ1 τον κατηγορούμενο Χ2 και στον εγκαλούντα Ψ2 την κατηγορουμένη Χ1. Πράγματι στη συνέχεια οι εγκαλούντες κατέβαλαν το εν λόγω ποσό με τις πιο κάτω αντίστοιχες, κατόπιν συμφωνίας, από τον καθένα τους καταθέσεις, όπως τους υπέδειξαν οι κατηγορούμενοι, η μεν εγκαλούσα Ψ1 σε προσωπικό λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 κατέθεσε στις 23 Ιουλίου 2001 το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δολλαρίων ΗΠΑ σε λογαριασμό με αριθμό "....." που τηρούσε ο ανωτέρω στην Τράπεζα "ΒΑRKLAYS ΒΑΝΚ P.L.C." του Λονδίνου, μετά από γραπτή του υπόδειξη για το ποσό και τον τρόπο κατάθεσης των χρημάτων, ο δε δεύτερος ως άνω εγκαλών κατέθεσε στις 9-7-2001 στον κοινό λογαριασμό των ως άνω κατηγορουμένων με αριθμό ..... στην Τράπεζα "Eurobank" σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) δραχμές ή εκατόν δέκα επτά χιλιάδες ογδόντα οκτώ και ένδεκα λεπτά (117.388, 11) ευρώ, πιστεύοντας, κατά τα λεγόμενά τους, ότι έχουν καταστεί μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας. Ακολούθως συνέταξαν και έδωσαν για υπογραφή στους εγκαλούντες δύο πανομοιότυπα ιδιωτικά συμφωνητικά από Ιουλίου 2001, ένα για τον καθένα τους με αλλαγή μόνο των ονομάτων των συμβαλλομένων, σε αυτό δε ανέφεραν ο μεν πρώτος κατηγορούμενος στην πρώτη εγκαλούσα Ψ1, η δε δευτέρα κατηγορουμένη στον δεύτερο εγκαλούντα που εμφανίστηκαν ως αντισυμβαλλόμενοί τους χωριστά με τον καθένα τους, ότι ήταν κύριοι, νομείς και κάτοχοι 20.000 ονομαστικών μετοχών ο καθένας τους της ως άνω ανώνυμης εταιρείας "CONFINE HELLAS A.E.Π.Ε.Υ.", ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής (100) δραχμών, τις οποίες τους μεταβίβαζαν χωρίς παράδοσή τους, αντί τιμήματος 40.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε καθένας απ'αυτούς με τον προεκτεθέντα τρόπο, ήτοι αντί ποσού 2.000 δραχμών για κάθε μετοχή, υποσχόμενοι αυτές ελεύθερες από κάθε βάρος και ελάττωμα, νομικό ή πραγματικό και ελεύθερα μεταβιβάσιμες, στο ίδιο δε έγγραφο ανέγραφαν ότι προσαρτώνται σ'αυτό τα αποδεικτικά καταβολής των φόρων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Με την υπογραφή αυτών των εγγράφων (στα οποία δεν ανέγραφαν το Α.Φ.Μ. της εταιρείας, το είδος των μετοχών, αν είναι προνομιούχες, τον αύξοντα αριθμό τους κλπ) οι ως άνω κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ότι είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των μετοχών, οι ίδιοι θα φρόντιζαν για οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία, αυτοί δε δεν έπρεπε να ασχοληθούν με καμιά διατύπωση ή άλλη ενέργεια πλην της καταβολής του αντιτίμου των μετοχών και για οτιδήποτε προέκυπτε θα τους ενημέρωναν υπεύθυνα και έγκυρα. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι, παρά τις ερωτήσεις των εγκαλούντων για την πορεία της επένδυσής τους και την αναμενομένη εισαγωγή της μετοχής στο χρηματιστήριο, απέφευγαν και κωλυσιεργούσαν την απάντηση με διάφορες προφάσεις. 'Ετσι άλλοτε υποστήριζαν πως έπρεπε να παρουσιαστεί ευνοϊκή οικονομική συγκυρία για την εισαγωγή των μετοχών, πράγμα που τότε δεν ήταν εύκολο λόγω των διεθνών αρνητικών εξελίξεων, άλλοτε ότι εξεταζόταν η εισαγωγή της σε κατάλληλη χρηματιστηριακή αγορά του Λονδίνου, άλλοτε ότι αναμενόταν σύντομα η εισαγωγή κατά πληροφορία καταλλήλων και φιλικών τους προσώπων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου. Όταν η ανησυχία των εγκαλούντων μετατράπηκε σε φόβο οι κατηγορούμενοι για να τους καθησυχάσουν προσφέρθηκαν να τους δώσουν τον Αύγουστο του 2003 σε αντικατάσταση των αρχικών μετοχών, που υποτίθεται τους είχαν μεταβιβάσει κατά τα προεκτεθέντα, άλλες εξίσου κερδοφόρες μετοχές της αλλοδαπής εταιρείας συμφερόντων του με έδρα το Λονδίνο και επωνυμία "CONSTANT FINANCIAL SERVICES P.L.S." με αντίστοιχες θετικές προοπτικές, τις οποίες θα αντάλλασσαν με αυτές που φερόταν να τους έχουν μεταβιβάσει από τον Ιούλιο του έτους 2001. Εξάλλου τους τόνιζαν πως δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα ούτε διέτρεχαν κίνδυνο να χάσουν τα χρήματά τους, αφού μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τις πωλήσουν και να πάρουν πίσω τουλάχιστον τα κεφάλαιά τους εγγυόμενοι οι ίδιοι γι'αυτό. 'Ετσι τον Αύγουστο του 2003 οι κατηγορούμενοι συνέταξαν και έδωσαν στους εγκαλούντες για υπογραφή δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, δηλαδή το αρχικό της πώλησης προς αυτούς των μετοχών της εταιρείας "CONFINE HELLAS A.E.Π.Ε.Υ." και το δεύτερο περί επαναγοράς των αντιστοίχων μετοχών τους από τον κατηγορούμενο Χ2, όπως τους υπέδειξαν. Τελικά οι κατηγορούμενοι δεν επέστρεψαν στους εγκαλούντες κανένα ποσό και έτσι οι τελευταίοι τους επέδωσαν με δικαστικό επιμελητή νόμιμα στις 13-5-2004 και 12-5-2004 δύο εξώδικες προσκλήσεις και δηλώσεις τους για επιστροφή των ως άνω κεφαλαίων τους εντόκως νομίμως. Τότε ο κατηγορούμενος Χ2 αποδέχθηκε για διευκόλυνση και όχι λόγω ανανέωσης χρέους ή αντί καταβολής ή απόσβεσης της αρχικής οφειλής, αλλά υποσχόμενος χάριν καταβολής έναντι των οφειλομένων κατά το άνω, μία συναλλαγματική ποσού εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και λήξης την 25η Σεπτεμβρίου 2004 σε διαταγή του εγκαλούντος Ψ2. Η συναλλαγματική αυτή δεν εξοφλήθηκε στην λήξη της από τον αποδέκτη της κατηγορούμενο Χ2. Ομοια πρόταση για έκδοση και αποδοχή συναλλαγματικών προς την εγκαλούσα Ψ1, δεν έγινε δεκτή για τους ίδιους λόγους, αφού πλέον είχαν διαφανεί οι προθέσεις τους. Στις αρχές του έτους 2003 διαπιστώθηκε ότι όταν επεχειρείτο όλη αυτή η προσπάθεια των κατηγορουμένων κατά μήνα Ιούλιο 2001 η ως άνω εταιρεία ήταν υπό κατάρρευση και συγκεκριμένα σε συνάντηση των μετόχων της εταιρείας το καλοκαίρι του 2002 ο κατηγορούμενος Χ2 τους επέδειξε ισολογισμό της εταιρείας για την χρήση του έτους 2001 κερδοφόρο με βάση ένα εικονικό τιμολόγιο ποσού περίπου μισό δις από εταιρεία του αγγλικών συμφερόντων, τιμολόγιο το οποίο ποτέ δεν εισπράχθηκε από την εταιρεία. Το ίδιο χρονικό διάστημα και άλλοι αγοραστές μετοχών της εταιρείας άρχισαν να αντιλαμβάνονται την κατάσταση και να ζητούν τα χρήματά τους πίσω. Σε κάποιους επενδυτές ο κατηγορούμενος Χ2 επέστρεψε τα χρήματά τους όπως στην επιχείρηση FOLIE-FOLIE. Σταδιακά από την άνοιξη του έτους 2003 έως το φθινόπωρο του 2004 απεχώρησε το 90% του πρoσωπικού της εταιρείας οπότε και τελικά έκλεισε, ακολούθως δε ασκήθηκαν πολλές αγωγές και μηνύσεις στην εταιρεία των κατηγορουμένων. Με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι προξένησαν κατά συναυτουργία στους, ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή βλάβη που υπερβαίνει συνολικά για κάθε εγκαλούντα το ποσό των 15.000 ευρώ και ισόποσο αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό προσπόρισαν στον εαυτό τους που συνολικά για τον καθένα τους υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι, δεν αρνούνται ότι εισέπραξαν τα προεκτεθέντα ποσά από τους εγκαλούντες, οι οποίοι κατά την άποψή τους εγνώριζαν πλήρως την οικονομική κατάσταση της ως άνω εταιρείας, η οποία τον Ιούλιο του έτους 2001 είχε οικονομική ευρωστία και καλές προοπτικές με τριετές επιχειρηματικό σχέδιο 2001-2003 και θετικά για το πρώτο εξάμηνο του 2001 οικονομικά αποτελέσματα, η οικονομική καταστροφή προήλθε εκ των υστέρων από ενέργειες των υπαλλήλων της Α και Β, πρόκειται δε καθαρά για αστική διαφορά, την οποία οι εγκαλούντες φρόντισαν να ποινικοποιήσουν. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο του ανακριτικού υλικού, αντίθετα προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι εν γνώσει τους παρέστησαν τα προεκτεθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθινά, αποκρύπτοντας τα πραγματικά αληθινά γεγονότα από τους εγκαλούντες. Περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι η οικονομική καταστροφή της ως άνω εταιρείας οφείλεται σε ενέργειες των ως άνω υπαλλήλων της είναι αόριστος και δεν επιβεβαιώνεται από συγκεκριμένες καταγγελίες ούτε προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε νόμιμες ενέργειες κατ'αυτών για την προκληθείσα από υπαιτιότητά τους περιουσιακή βλάβη όπως υποβολή εγκλήσεως κ.λ.π. Τέλος προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την προεκτεθείσα επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης και από την υποδομή όπως υπάλληλοι, ειδικά έντυπα, γραφεία, εικονικές εταιρείες, εδρεύουσες στην αλλοδαπή, όπως η Constant Financial Services P.L.C., η οποία ήταν ένα κουφάρι, κατά τον μάρτυρα Α, χωρίς καμία αξία και τέχνασμα του Χ2, για να χαθούν τα ίχνη των χρημάτων που πήρε αυτός και η σύζυγός του από την CONFINE, που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από αυτή και σταθερή τους ροπή στη διάπραξή της, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. 'Οσον αφορά δε το αίτημα των κατηγορουμένων για ακύρωση της προδικασίας και ειδικότερα των από 5-10-2006 καταθέσεων των μαρτύρων Α και Β ενώπιον του Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, διότι ελήφθησαν κατά παράβαση των άρθρων 209, 213 παρ. 1, 217, 223, 239 παρ. 2 και 226 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και ειδικότερα ότι οι ένορκες καταθέσεις αυτές αποτελούν πιστή και ακριβή ως προς όλα τα σημεία τους αντιγραφή η μία της άλλης, επομένως καταρτίσθηκαν χωρίς νόμιμη ανακριτική εξέταση των μαρτύρων και για τον λόγο αυτό προσβάλλονται τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο διότι, ενώ είναι αληθές ότι μεγάλα τμήματα των εν λόγω καταθέσεων είναι διατυπωμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τούτο όμως εξηγείται αφ'ενός μεν διότι οι επίμαχες ένορκες καταθέσεις ελήφθησαν την ιδία ημέρα, η μία μετά την άλλη (14.50 μ.μ. η μία και 14 μ.μ. η άλλη) χωρίς την μεσολάβηση μεγάλου χρονικού διαστήματος και εγράφησαν από την ίδια γραμματέα, οι δε μάρτυρες αυτοί ήσαν υπάλληλοι της εταιρείας Confine ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ., και συνεπώς κατέθεσαν για συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία τους ήταν γνωστά ως εκ της εργασίας τους και ενδεχομένως είχαν συζητήσει επανειλημμένως σχετικά με τα περιστατικά για τα οποία κατέθεσαν, επί πλέον δε δεν προέκυψαν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία συνάγεται συγκεκριμένη παραβίαση με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις. 5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συρροή σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3710/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 14, 26, 27, 45, 94 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στις κρινόμενες αιτήσεις επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων προς τους παθόντες, καθώς και ο τρόπος εξαπατήσεώς τους, ενώ, περαιτέρω, προσδιορίζεται και εξειδικεύεται η βλάβη την οποία υπέστησαν οι τελευταίοι. β) Δεν στερείται αιτιολογίας το προσβαλλόμενο βούλευμα εκ του λόγου ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, εκτίθενται δε στην πρόταση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. γ) Εφόσον το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι μεταξύ των αναφερομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων", προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι συνεκτίμησε και τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη και οι καταθέσεις των προσώπων αυτών, δεδομένου μάλιστα ότι οι ανωτέρω εξετασθέντες πολιτικώς ενάγοντες είναι ταυτοχρόνως και μάρτυρες κατηγορίας, δ) Με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απάντησε σε όλους τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Εξάλλου η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Συμβούλιο Εφετών παρέλειψε να ερευνήσει και να απαντήσει στους "αμυντικούς κατά της κατηγορίας ισχυρισμούς τους", όπως κατά λέξη διαλαμβάνουν στις κρινόμενες αιτήσεις τους, δεν θεμελιώνει, όπως αναφέρθηκε, έλλειψη ακροάσεως, διότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν υφίσταται κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία, ενώ, εκτιμώμενος ως λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη σκέψη. ε) Ειδικώς επίσης και εμπεριστατωμένως αιτιολογείται η συνδρομή στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, "από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή, όπως υπάλληλοι, ειδικά έντυπα, εικονικές εταιρείες, εδρεύουσες στην αλλοδαπή, όπως η Constant Financial Services, η οποία ήταν ένα κουφάρι, κατά τον μάρτυρα Α, χωρίς καμία αξία και τέχνασμα του Χ2, για να χαθούν τα ίχνη των χρημάτων που πήρε αυτός και η σύζυγός του από την CONFINE που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από αυτή και σταθερή ροπή τους στη διάπραξή της, στοιχείο της προσωπικότητάς τους". στ) Με πλήρη, εξ άλλου, αιτιολογία το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για ακύρωση των από 5-10-2006 καταθέσεων των μαρτύρων Α και Β ενώπιον του Ανακριτή 20ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το επιχείρημα ότι οι καταθέσεις αυτές δόθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 209, 213 παρ. 1, 217, 223, 239 παρ. 2 και 226 παρ. 1 ΚΠΔ, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του "... ενώ είναι αληθές ότι μεγάλα τμήματα των εν λόγων καταθέσεων είναι διατυπωμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τούτο εξηγείται αφενός μεν διότι οι επίμαχες ένορκες καταθέσεις ελήφθησαν την ίδια ημέρα, η μία μετά την άλλη (14:50 μμ η μία και 14 μμ η άλλη), χωρίς την μεσολάβηση μεγάλου χρονικού διαστήματος και εγράφησαν από την ίδια γραμματέα, οι δε μάρτυρες αυτοί ήταν υπάλληλοι της εταιρείας CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ. και συνεπώς κατέθεσαν για συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία τους ήταν γνωστά ως εκ της εργασίας τους και ενδεχομένως είχαν ζητήσει επανειλημμένως σχετικά με τα περιστατικά για τα οποία κατέθεσαν, επί πλέον δε δεν προέκυψαν συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία συνάγεται συγκεκριμένη παραβίαση με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις" ζ) όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθούν οι υπ'αριθ. 134/14-7-2008 και 135/14-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 1008/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι με αριθμούς 135/14.7.2008 και 135/14.7.2008 πανομοιότυπες αιτήσεις της Χ1 και του Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του 1.008/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν να δικασθούν οι ανωτέρω για κακουργηματική απάτη, από κοινού τελεσθείσα, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 236 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή xειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί καικαταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός τουδράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένητέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει καιόταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχιόμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν απότην υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και τηνοργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένηςτέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του γιαπορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπρατωμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξειςπου τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τουκατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τααποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από τοσυμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για τηνπληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδοςπροσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθέναχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο ταέλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικάαπό αυτά. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιούλιο του έτους 2001 η κατηγορουμένη Χ1 ήταν νομική σύμβουλος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ." και ο κατηγορούμενος Χ2, εμπορικός διευθυντής της εταιρείας αυτής και ουσιαστικά διευθύνων σύμβουλος. Κατά το χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και 23-7-2001 οι άνω κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία τους παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 ότι η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία και οι μετοχές της επρόκειτο άμεσα να εισαχθούν στο χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.) και ότι η αξία ανά μετοχή της ως άνω εταιρείας ονομαστικής αξίας 100 δρχ. ανέρχονταν τον Ιούλιο του έτος 2001 ουσιαστικά σε ποσό 2.000 δρχ., επίσης ότι οι αρμόδιοι φορείς των επιτροπών κεφαλαιαγοράς Ελλάδος και Κύπρου είχαν εγκρίνει την εισαγωγή της εταιρείας αυτής στο ΧΑΚ ή σε άλλο χρηματιστήριο και υπήρχε σχετική αίτηση της εταιρείας για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, ότι η κυπριακή νομοθεσία, έθετε ως προϋπόθεση εισαγωγής της εταιρείας στο Χ.Α.Κ. τη διασπορά των μετοχών της σε 300 τουλάχιστον επενδυτές -μετόχους και ότι η αξία της μετοχή της εταιρείας είχε αποτιμηθεί το θέρος του έτους 2001 στο ποσό των 2.000 δραχ. από τον έγκριτο διεθνούς φήμης οικονομικό οίκο "Grant Thornton". H αλήθεια όμως ήταν, την οποία εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι, ότι κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2001 η αξία της μετοχής της ανωτέρω εταιρείας ήταν μηδενική, εξαιτίας της εξαιρετικά κακής οικονομικής τότε κατάστασής της, ότι ο ως άνω οικονομικός οίκος ουδέποτε αποτίμησε την αξία μετοχής της εν λόγω εταιρείας, ότι δεν υπήρχε αίτηση της εταιρείας ούτε έγκριση αρμοδίου φορέα για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Κ. ή σε άλλο χρηματιστήριο, ούτε δε κατά την κυπριακή νομοθεσία υπήρχε ως προϋπόθεση εισαγωγής της προαναφερθείσας εταιρείας στο Χ.Α.Κ. η διασπορά των μετοχών της εταιρείας τουλάχιστον σε 300 επενδυτές. Μάλιστα οι ως άνω κατηγορούμενοι σε εκδήλωση της παραπάνω εταιρείας που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του έτους 2001 στο ξενοδοχείο Αθηνών "St. George Lycabettus" μίλησαν αλληλοδιαδόχως από το βήμα στους παριστάμενους για τις λαμπρές προοπτικές της εταιρείας, τα εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα της, ήτοι ότι τα κέρδη της είναι εκπληκτικά σε σχέση με την παγκόσμια κρίση και τα προσεχή σχέδια για εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Κ., στο οποίο ανέφεραν ότι ήδη είχαν υποβάλει αίτηση, λαμβάνοντας σχετικές άδειες, επέδειξαν επίσης μια έγγραφη αξιολόγηση από τον ελεγκτικό οίκο "Grand Thorton", στην οποία αναφερόταν ότι η μετοχή αποτιμάται χρηματιστηριακά στις 2.000 δρχ. και ότι εκτιμώντας την προσφορά όλων των υπαλλήλων για να φθάσει η εταιρεία σε αυτά τα αποτελέσματα θα έδιδε την ευκαιρία αποκλειστικά στους υπαλλήλους και τους στενούς συγγενείς τους να αγοράσουν ένα αριθμό μετοχών, ο δε λόγος της προσφοράς αυτής ήταν και πρακτικός διότι το τελευταίο πράγμα που ζητούσε η επιτροπή κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, προκειμένου να εισάγει την μετοχή στο Κυπριακό Χρηματιστήριο ήταν το ελάχιστον των 300 μετόχων. Από την συνάντηση αυτή οι υπάλληλοι και οι συγγενείς τους ανήλθαν σε 100 μετόχους. Ο κατηγορούμενος Χ2 σε μεταγενέστερη συνάντηση είπε ότι θα διέθετε μετοχές της εταιρείας σε καλούς πελάτες της, όπως οι ως άνω εγκαλούντες, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος των 300 μετόχων, μάλιστα δε επέδειξε και κάποια από τα ονόματα νέων μετόχων, επιφανών επιχειρηματιών, προκειμένου να προσδώσει κύρος στις νέες πωλήσεις μετοχών, σε όλους δε τους μετόχους υπήρχε ρητή διαβεβαίωση του ότι σε περίπτωση που ήθελαν τα χρήματα τους ότι θα τις επαναγόραζε εκείνος γιατί υπήρχαν πολλοί φίλοι τους που δεν τους εξυπηρέτησε. Ο Α, υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας δάνεισε το καλοκαίρι του έτους 2001 στον κατηγορούμενο Χ2 το ποσό των 94.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς ενώ τον Ιούλιο του ιδίου έτους αγόρασε μετοχές αξίας 100.000.000 δραχμών της εταιρείας αυτής δίδοντας επιταγή στο όνομα του ανωτέρω κατηγορουμένου, η οποία έληγε μετά από ένα χρόνο. Επίσης ο Β υπάλληλος της άνω εταιρείας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δάνεισε τον κατηγορούμενο Χ2 με το ποσό των 25.000.000 δραχμών επειδή είχε πειστεί ότι ήταν εντιμότατος και καθώς του είπε ότι τα χρήματα αυτά θα τα ελάμβανε σε μετοχές. Επίσης αγόρασε μετοχές της εταιρείας προς 200 δρχ. η μετοχή όταν η αξία τους ήταν 100 δρχ. και τον διαβεβαίωνε ταυτόχρονα (ο Χ2) ότι η αξία της θα ανήρχετο στις 2.000 δρχ. όταν θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο της Κύπρου. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι δήλωναν και διέδιδαν δημιουργώντας την βάσιμη πεποίθηση ότι διεξαγόταν δημόσια εγγραφή κατά τους κανόνες του Χρηματιστηρίου της Κύπρου, πως αναζητούσαν σοβαρούς επενδυτές για την απαραίτητη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν διασπορά των μετοχών στην προνομιακή κατ' αυτούς, ενόψει των βέβαιων θετικών εξελίξεων, τιμή των 2.000 δρχ. ανά μετοχή. Άλλωστε διαβεβαίωναν τους εγκαλούντες ότι η ευκαιρία ήταν μοναδική, αφού ήταν σίγουροι πως η τιμή της μετοχής αμέσως μετά την εισαγωγή της θα διέγραφε ταχύτατη ανοδική πορεία με ευνόητα πολύ υψηλά κέρδη και αποδόσεις. Οι εγκαλούντες έχοντας ήδη γνωριμία με τον κατηγορούμενο Χ2 λόγω της επαγγελματικής τους ενασχόλησης για την δημιουργία ιστοσελίδων στο διαδίκτυο μέσω της εταιρείας τους με την επωνυμία "FUTUREGATE- Σύμβουλοι Διαδικτύου ΕΠΕ", στην οποία συμμετέχουν και η οποία είχε αναλάβει και πραγματοποιήσει την κατασκευή ιστοσελίδας για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ.", αλλά και της προηγηθείσας γνωριμίας της εγκαλούσας Ψ1 με τους κατηγορουμένους ως περιστασιακής συνεργάτιδας παλαιότερο της "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ.", αφού είχαν πληροφορηθεί και τα διαδραματισθέντα στην προαναφερθείσα εκδήλωση της ως άνω εταιρείας, πείσθηκαν από τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και αποδέχθηκαν την πρόταση τους να καταβάλουν το τίμημα τοις μετρητοίς για την αγορά από τον καθένα τους χωριστά, είκοσι χιλιάδων (20.000) μετοχών της ως άνω εταιρείας προς δύο χιλιάδες (2.000) δραχμές η κάθε μετοχή, με πωλητή, στην εγκαλούσα Ψ1 τον κατηγορούμενο Χ2 και στον εγκαλούντα Ψ2 την κατηγορουμένη Χ1. Πράγματι στη συνέχεια οι εγκαλούντες κατέβαλαν το εν λόγω ποσό με τις πιο κάτω αντίστοιχες, κατόπιν συμφωνίας, από τον καθένα τους καταθέσεις, όπως τους υπέδειξαν οι κατηγορούμενοι, η μεν εγκαλούσα Ψ1 σε προσωπικό λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 κατέθεσε στις 23 Ιουλίου 2001 το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δολλαρίων ΗΠΑ σε λογαριασμό με αριθμό "00268178" που τηρούσε ο ανωτέρω στην Τράπεζα "BARKLAYS BANK P.L.C." του Λονδίνου, μετά από γραπτή του υπόδειξη για το ποσό και τον τρόπο κατάθεσης των χρημάτων, ο δε δεύτερος ως άνω εγκαλών κατέθεσε στις 9-7-2001 στον κοινό λογαριασμό των ως άνω κατηγορουμένων με αριθμό ..... στην Τράπεζα "Eurobank" σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) δραχμές ή εκατόν δέκα επτά χιλιάδες ογδόντα οκτώ και ένδεκα λεπτά (117.388,11) ευρώ, πιστεύοντας, κατά τα λεγόμενα τους, ότι έχουν καταστεί μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας. Ακολούθως συνέταξαν και έδωσαν για υπογραφή στους εγκαλούντες δύο πανομοιότυπα ιδιωτικά συμφωνητικά από Ιουλίου 2001, ένα για τον καθένα τους με αλλαγή μόνο των ονομάτων των συμβαλλομένων, σε αυτό δε ανέφεραν ο μεν πρώτος κατηγορούμενος στην πρώτη εγκαλούσα Ψ1, η δε δευτέρα κατηγορουμένη στον δεύτερο εγκαλούντα που εμφανίστηκαν ως αντισυμβαλλόμενοί τους χωριστά με τον καθένα τους, ότι ήταν κύριοι, νομείς και κάτοχοι 20.000 ονομαστικών μετοχών ο καθένας τους της ως άνω ανώνυμης εταιρείας "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ.", ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής (100) δραχμών, τις οποίες τους μεταβίβαζαν χωρίς παράδοσή τους, αντί τιμήματος 40.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε καθένας απ' αυτούς με τον προεκτεθέντα τρόπο, ήτοι αντί ποσού 2.000 δραχμών για κάθε μετοχή, υποσχόμενοι αυτές ελεύθερες από κάθε βάρος και ελάττωμα, νομικό ή πραγματικό και ελεύθερα μεταβιβάσιμες, στο ίδιο δε έγγραφο ανέγραφαν ότι προσαρτώνται σ' αυτό τα αποδεικτικά καταβολής των φόρων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Με την υπογραφή αυτών των εγγράφων (στα οποία δεν ανέγραφαν το Α.Φ.Μ. της εταιρείας, το είδος των μετοχών, αν είναι προνομιούχες, τον αύξοντα αριθμό τους κλπ) οι ως άνω κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ότι είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των μετοχών, οι ίδιοι θα φρόντιζαν για οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία, αυτοί δε δεν έπρεπε να ασχοληθούν με καμιά διατύπωση ή άλλη ενέργεια πλην της καταβολής του αντιτίμου των μετοχών και για οτιδήποτε προέκυπτε θα τους ενημέρωναν υπεύθυνα και έγκυρα. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι, παρά τις ερωτήσεις των εγκαλούντων για την πορεία της επένδυσης τους και την αναμενόμενη εισαγωγή της μετοχής στο χρηματιστήριο, απέφευγαν και κωλυσιεργούσαν την απάντηση με διάφορες προφάσεις. Έτσι άλλοτε υποστήριζαν πως έπρεπε να παρουσιαστεί ευνοϊκή οικονομική συγκυρία για την εισαγωγή των μετοχών, πράγμα που τότε δεν ήταν εύκολο λόγω των διεθνών αρνητικών εξελίξεων, άλλοτε ότι εξεταζόταν η εισαγωγή της σε κατάλληλη χρηματιστηριακή αγορά του Λονδίνου, άλλοτε ότι αναμενόταν σύντομα η εισαγωγή κατά πληροφορία καταλλήλων και φιλικών τους προσώπων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Kύπρου. Όταν η ανησυχία των εγκαλούντων μετατράπηκε σε φόβο οι κατηγορούμενοι για να τους καθησυχάσουν προσφέρθηκαν να τους δώσουν τον Αύγουστο του 2003 σε αντικατάσταση των αρχικών μετοχών, που υποτίθεται τους είχαν μεταβιβάσει κατά τα προεκτεθέντα, άλλες εξίσου κερδοφόρες μετοχές της αλλοδαπής εταιρείας συμφερόντων του με έδρα το Λονδίνο και επωνυμία "CONSTANT FINANCIAL SERVICES P.L.S." με αντίστοιχες θετικές προοπτικές, τις οποίες θα αντάλλασσαν με αυτές που φερόταν να τους έχουν μεταβιβάσει από τον Ιούλιο του έτους 2001. Εξάλλου τους τόνιζαν πως δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα ούτε διέτρεχαν κίνδυνο να χάσουν τα χρήματα τους, αφού μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τις πωλήσουν και να πάρουν πίσω τουλάχιστον τα κεφάλαια τους εγγυόμενοι οι ίδιοι γι'αυτό. Έτσι τον Αύγουστο του 2003 οι κατηγορούμενοι συνέταξαν και έδωσαν στους εγκαλούντες για υπογραφή δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, δηλαδή το αρχικό της πώλησης προς αυτούς των μετοχών της εταιρείας "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ." και το δεύτερο περί επαναγοράς των αντιστοίχων μετοχών τους από τον κατηγορούμενο Χ2, όπως τους υπέδειξαν. Τελικά οι κατηγορούμενοι δεν επέστρεφαν στους εγκαλούντες κανένα ποσό και έτσι οι τελευταίοι τους επέδωσαν με δικαστικό επιμελητή νόμιμα στις 13.5.2004 και 12.5.2004 δύο εξώδικες προσκλήσεις και δηλώσεις τους για επιστροφή των ως άνω κεφαλαίων τους εντόκως νομίμως. Τότε ο κατηγορούμενος Χ2 αποδέχθηκε για διευκόλυνση και όχι λόγω ανανέωσης χρέους ή αντί καταβολής ή απόσβεσης της αρχικής οφειλής, αλλά υποσχόμενος χάριν καταβολής έναντι των οφειλομένων κατά το άνω, μία συναλλαγματική ποσού εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ και λήξης την 25η Σεπτεμβρίου 2004 σε διαταγή του εγκαλούντος Ψ2. Η συναλλαγματική αυτή δεν εξοφλήθηκε στη λήξη της από τον αποδέκτη της κατηγορούμενο Χ2. Όμοια πρόταση για έκδοση και αποδοχή συναλλαγματικών προς την εγκαλούσα Ψ1, δεν έγινε δεκτή για τους ίδιους λόγους, αφού πλέον είχαν διαφανεί οι προθέσεις τους. Στις αρχές του έτους 2003 διαπιστώθηκε ότι όταν επεχειρείτο όλη αυτή η προσπάθεια των κατηγορουμένων κατά μήνα Ιούλιο 2001 η ως άνω εταιρεία ήταν υπό κατάρρευση και συγκεκριμένα σε συνάντηση των μετόχων της εταιρείας το καλοκαίρι του 2002 ο κατηγορούμενος Χ2 τους επέδειξε ισολογισμό της εταιρείας για την χρήση του έτους 2001 κερδοφόρο με βάση ένα εικονικό τιμολόγιο ποσού περίπου μισό δις από εταιρεία του αγγλικών συμφερόντων, τιμολόγιο το οποίο ποτέ δεν εισπράχθηκε από την εταιρεία. Το ίδιο χρονικό διάστημα και άλλοι αγοραστές μετοχών της εταιρείας άρχισαν να αντιλαμβάνονται την κατάσταση και να ζητούν τα χρήματά τους πίσω. Σε κάποιους επενδυτές ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα χρήματά τους όπως στην επιχείρηση FOLIE - FOLIE. Σταδιακά από την άνοιξη του έτους 2003 έως το φθινόπωρο του 2004 απεχώρησε το 90% του προσωπικού της εταιρείας οπότε και τελικά έκλεισε, ακολούθως δε ασκήθηκαν πολλές αγωγές και μηνύσεις στην εταιρεία των κατηγορουμένων. Με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι προξένησαν κατά συναυτουργία στους, ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή βλάβη που υπερβαίνει συνολικά για κάθε εγκαλούντα το ποσό των 15.000 ευρώ και ισόποσο αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό όφελος προσπόρισαν στον εαυτό τους που συνολικά για τον καθένα τους υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι, δεν αρνούνται ότι εισέπραξαν τα προεκτεθέντα ποσά από τους εγκαλούντες, οι οποίοι κατά την άποψη τους εγνώριζαν πλήρως την οικονομική κατάσταση της ως άνω εταιρείας, η οποία τον Ιούλιο του έτους 2001 είχε οικονομική ευρωστία και καλές προοπτικές με τριετές επιχειρηματικό σχέδιο 2001-2003 και θετικά για το πρώτο εξάμηνο του 2001 οικονομικά αποτελέσματα, η οικονομική καταστροφή προήλθε εκ των υστέρων από ενέργειες των υπαλλήλων της Α και Β, πρόκειται δε καθαρά για αστική διαφορά, την οποία οι εγκαλούντες φρόντισαν να ποινικοποιήσουν. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο του ανακριτικού υλικού, αντίθετα προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι εν γνώσει τους παρέστησαν τα προεκτεθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθινά, αποκρύπτοντας τα πραγματικά αληθινά γεγονότα από τους εγκαλούντες. Περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι η οικονομική καταστροφή της ως άνω εταιρείας οφείλεται σε ενέργειες των ως άνω υπαλλήλων της είναι αόριστος και δεν επιβεβαιώνεται από συγκεκριμένες καταγγελίες ούτε προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε νόμιμες ενέργειες κατ' αυτών για την προκληθείσα από υπαιτιότητα τους περιουσιακή βλάβη όπως υποβολή εγκλήσεως κ.λ.π. Τέλος προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την προεκτεθείσα επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης και από την υποδομή όπως υπάλληλοι, ειδικά έντυπα, γραφεία, εικονικές εταιρείες, εδρεύουσες στην αλλοδαπή, όπως η Constant Financial Services P.L.C., η οποία ήταν ένα κουφάρι, κατά τον μάρτυρα Α, χωρίς καμία αξία και τέχνασμα του Χ2, για να χαθούν τα ίχνη των χρημάτων που πήρε αυτός και η σύζυγος του από την CONFINE, που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από αυτή και σταθερή τους ροπή στη διάπραξη της, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του δράστη που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες κατά του υπ' αριθμ. 3.710/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις των ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 386 παρ. 1 και 3 και 4-5 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τους εγκαλούντες, ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων, ως παραγωγικής αιτίας, παραπλανήθηκαν οι τελευταίοι και προέβησαν σε επιζήμια γι' αυτούς συμπεριφορά, ως και η βλάβη που υπέστη ο καθένας απ' αυτούς, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ για τον καθένα τους. Αιτιολογούνται πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι οποίες προσδίδουν σ' αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά τόσο της επανειλημμένης τέλεσής της, όσο και την αναφορά στοιχείων που υποδηλώνουν ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (υπάλληλοι, ειδικά έντυπα, εικονικές εταιρείες εδρεύουσες στην αλλοδαπή). Αιτιολογείται επίσης η κατά συναυτουργία από τους αναιρεσείοντες τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης με την παραδοχή ότι "από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία με την επωνυμία "CONFINE HELLAS Α.Ε.Π.Ε.Υ." παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους παραπάνω εγκαλούντες τα προαναφερθέντα ψεύδη". Περαιτέρω από την στην αρχή του αιτιολογικού της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης αναφορά ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2. Και τούτο διότι ο πολιτικώς ενάγων είναι μεν διάδικος στην ποινική διαδικασία, αλλά ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία του βουλεύματος. Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' σχετικοί αντίθετοι λόγοι της αναίρεσης. Η αιτίαση εξάλλου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ενώ η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έτσι εσφαλμένα πείσθηκε ότι ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, για την οποία κατηγορείται, είναι απαράδεκτη γιατί βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών του βουλεύματος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για μη αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος των εκκαλούντων κατηγορουμένων για ακύρωση της προδικασίας και ειδικότερα των από 5-10-2006 καταθέσεων των μαρτύρων Α και Β ενώπιον του Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, διότι ελήφθησαν κατά παράβαση των άρθρων 209, 213 παρ. 1, 217, 223, 239 παρ. 2 και 226 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και ειδικότερα ότι οι ένορκες καταθέσεις αυτές αποτελούν πιστή και ακριβή ως προς όλα τα σημεία τους αντιγραφή η μία της άλλης, επομένως καταρτίσθηκαν χωρίς νόμιμη ανακριτική εξέταση των μαρτύρων και για τον λόγο αυτό προσβάλλονται τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών αιτιολόγησε την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος με την επαρκή αιτιολογία ότι είναι αληθές ότι μεγάλα τμήματα των εν λόγω καταθέσεων είναι διατυπωμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τούτο όμως εξηγείται αφ' ενός μεν διότι οι επίμαχες ένορκες καταθέσεις ελήφθησαν την ιδία ημέρα, η μία μετά την άλλη (14.50 μ.μ. η μία και 14 μ.μ. η άλλη) χωρίς την μεσολάβηση μεγάλου χρονικού διαστήματος και εγράφησαν από την ίδια γραμματέα, οι δε μάρτυρες αυτοί ήσαν υπάλληλοι της εταιρείας Confine ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ., και συνεπώς κατέθεσαν για συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία τους ήταν γνωστά ως εκ της εργασίας τους και ενδεχομένως είχαν συζητήσει επανειλημμένως σχετικά με τα περιστατικά για τα οποία κατέθεσαν, επί πλέον δε δεν προέκυψαν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία συνάγεται συγκεκριμένη παραβίαση με βάση τις προεκτεθείσες διατάξεις. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 134/14.7.2008 και 135/14.7.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του 1.008/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ’ επάγγελμα τελεσθείσα. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως απαράδεκτοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά τις αποδείξεις είναι επιτρεπτή η παραπομπή στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρονται αυτά κατ’ είδος. Στην αναφορά σε καταθέσεις μαρτύρων περιέχεται και ανωμοτί κατάθεση. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πολιτική αγωγή, Εισαγγελική Πρόταση.
2
Αριθμός 407/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βίκτωρα Αρτοποιό, για αναίρεση της με αριθμό 1.821/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν.690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής η επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή πιο πάνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποί στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 για να έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής εκπρόσωπος κ.λ.π.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1.821/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη ..... την 12.52006 η κατηγορουμένη, ως εργοδότρια της Α, την οποία απασχολούσε στην επιχείρησή της ως ταμίας, με σχέση εξαρτημένης εργασίας από 5.8.05 έως 12.5.06, δεν της κατέβαλε υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το Μάϊο 2006, ποσό 300 ευρώ, επίδομα αδείας 2005, 255,30 ευρώ και επίδομα αδείας 2006, 270,72 ευρώ. Επίσης, δεν της χορήγησε την αναλογούσα άδεια με πλήρεις αποδοχές του έτους 2003, ούτε της κατέβαλε αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειας, αυξημένες κατά 100%, και συγκεκριμένα, παρόλο που λύθηκε η σχέση εργασίας, της οφείλει από την παραπάνω αιτία 255,30 ευρώ για το έτος 2005 και 270,72 ευρώ για το έτος 2006. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του α.ν. 690/1945 σε συνδ. με άρθρο 5 παρ. 7 του α.ν. 539/1945, που της αποδίδεται". Ακολούθως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασεώς του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, Χ του ότι: "Στη ..... στις 12/05/2006, ενώ ήταν εργοδότης, δηλ. νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΠΑΡΚΙΝΓΚ Α.Ε.- ΣΤΑΘΜΕΥΣΗ Α.Ε.", με έδρα την ενταύθα οδό ..... αρ. ..., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλ. μέχρι και της παραπάνω χρονολογίας, σ' αυτούς που απασχολήθηκαν απ' αυτήν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασία αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αφενός, του Α.Ν. 53.9/ 45 αρθρ. 5§7 "Περί αδείας" και του άρθρ. 3§16 του Ν. 4504/66 "Περί επιδόματος αδείας", αφετέρου. Συγκεκριμένα, δεν κατέβαλε στη Α, την οποία απασχόλησε στην παραπάνω επιχείρησή της ως ταμία, από 05/08/2005 έως 12/05/2006, τα παρακάτω χρηματικά ποσά: Α) 1) υπόλ. δεδουλ. αποδοχών (5/ 2006) 300, 00 ευρώ, επίδομα αδείας 2005 255, 30 ευρώ, επίδομα αδείας 2006 270,72 ευρώ, Β) κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, δεν χορήγησε στη Α, που απασχολήθηκε απ' αυτήν με μισθό, την αναλογούσα άδεια με πλήρεις αποδοχές του έτους 2003, ούτε κατέβαλε στον παραπάνω τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της πιο πάνω άδειας, αυξημένες κατά 100% και δη για το έτος 2005, 255,30 ευρώ και για το έτος 2006, 270,72 ευρώ, παρόλο που λύθηκε η σχέση εργασίας. Σύνολο οφειλής 1.352,04 ευρώ", στη συνέχεια δε επέβαλε στην κατηγορουμένη συνολική ποινή φυλακίσεως 45 ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται στην απόφαση αυτή ποιές ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της πιο πάνω εργαζομένης και αν αυτές οφείλονται βάσει νόμου, συμβάσεως, διοικητικής πράξεως, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής αποφάσεως ή εθίμου. Επίσης, μολονότι πρόκειται για εταιρική, και όχι για ατομική επιχείρηση, και μάλιστα για ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμο (άρθρο 18 ν.2190/1920) εκπροσωπείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο που ενεργεί συλλογικώς, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη αυτή εταιρία με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΠΑΡΚΙΝΓΚ Α.Ε. - ΣΤΑΘΜΕΥΣΗ Α.Ε" και δεν διευκρινίζεται αν η αναιρεσείουσα κατά το καταστατικό της εν λόγω Α.Ε. ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της την εκπροσωπούσε κατά τον ενδιαφέροντα πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή της να καταβάλει τις οφειλόμενες στην εργαζομένη πιο πάνω αποδοχές, αλλ' απλώς αναφέρεται η ιδιότητά της ως εργοδότριας στο σκεπτικό της αποφάσεως και ως νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρίας στο διατακτικό, αναφορά, όμως, η οποία δεν αρκεί, όπως προεκτέθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής κατά τούτο αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της έρευνας του άλλου λόγου της αιτήσεως, να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη 1.821/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδίκη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για παράβαση του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται ποιες ήταν οι τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές της εργαζομένης κι αν αυτές οφείλονται βάσει νόμου, συμβάσεως, διοικητικής πράξεως, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής αποφάσεως ή εθίμου. Επίσης, μολονότι πρόκειται εν προκειμένου για ΑΕ, που κατά νόμο εκπροσωπείται από το ΔΣ της, που ενεργεί συλλογικώς, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη αυτή εταιρία, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή της να καταβάλει τις οφειλόμενες στην εργαζομένη, αποδοχές, αλλ’ απλώς αναφέρεται η ιδιότητά της ως εργοδότριας στο σκεπτικό της αποφάσεως και ως νομίμου εκπροσώπου της άνω ΑΕ στο διατακτικό, αναφορά όμως η οποία δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας, κατά το βάσιμο σχετικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 406/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, περί αναιρέσεως της 55454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1978/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Ο ν. 2523/1 997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3...... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων ότι στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής . Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ "Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου". Κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη, έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεπιμπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Διάταξη όμως, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της δια εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση, δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα το οποίο, σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικό δε είναι το θέμα, αν η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου που αποφανθεί πρώτο (ποινικό ή διοικητικό) ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν ή όχι πλαστά, είναι δεσμευτική ή όχι, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαστήριο που θα επιληφθεί στη συνέχεια (πρβλ από 27/9/2007 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - υπόθεση Β.Σ.). Συνεπώς η πιο πάνω ρύθμιση του 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997, ουδόλως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία " ο καθένας έχει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", ούτε στην αρχή της ισότητας των διαδίκων, με την έννοια ότι προτού κριθεί η νομιμότητα της εκθέσεως ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου, από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια ασκείται ποινική κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, αυτή, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠΔ να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ.1 και 2, και 331 ΚΠΔ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ή αίτημα αυτού , που περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον, από τα ίδια τα πρακτικά, προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 55454/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών τιμολογίων (άρθρα 19 παρ. 1 και 4 και 21 παρ. 2 Ν. 2523/97 όπως ισχύουν) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, ο αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως ισχυρισμούς, χαρακτηριζόμενους ως αυτοτελείς και ως ενστάσεις, χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά ότι τους ανάπτυξε και προφορικώς. Με τους ισχυρισμούς αυτούς ο αναιρεσείων προβάλει ότι: 1) η ποινική κατηγορία σε βάρος του, εδράζεται στην ελεγκτική κατάφαση των φορολογικών αρχών ότι τα επίμαχα τιμολόγια ήταν εικονικά, πλην όμως η ελεγκτική αυτή κατάφαση των φορολογικών αρχών, όπως ενσωματώνεται στην από την 31.10.2005 έκθεση ελέγχου, πάσχει νομική πλημμέλεια για μια σειρά από λόγους που διαλαμβάνονται στις υπ' αρ. κατ. 11/06, 12/06 και 13/06 προσφυγές που έχει ασκήσει ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των υπ' αρ. 1/06, 2/06 και 3/06 πράξεων επιβολής προστίμων της Δ.Ο.Υ. ...., και ότι οι προσφυγές του αυτές θα ευδοκιμήσουν και θα επιφέρουν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων. Τα κρίσιμα δε αυτά νομικά δεδομένα δεν υφίστανται στην ποινική δικογραφία, και ότι είναι πρόδηλο ότι η βασιμότητα ή μη της κρίσιμης φορολογικής παραβάσεως θα κριθεί αποκλειστικώς από τα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια και μόνον. 2) Σύμφωνα με τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. γ) και τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999) οι διαφορές που προκαλούνται από την επιβολή κυρωτικών πράξεων των φορολογικών αρχών είναι διαφορές ουσίας και η εκδίκαση τους ανήκει στη δικαιοδοσία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου όπως ορίζεται από την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία είναι νομική έννοια η οποία ελέγχεται κατ' αποκλειστικότητα από τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και αναιρετικώς από το Σ.τ.Ε. και δε δύναται από μόνη της να αιτιολογήσει και να θεμελιώσει ποινική δικαιοδοτική κρίση, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική επί της οικείας φορολογικής διαφοράς, η έκδοση δε τελεσίδικων αποφάσεων από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια "είναι πρόκριμμα για την παρούσα ποινική υπόθεση της οποίας και η συζήτηση πρέπει να αναβληθεί" και 3 ) Οι διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 2523/97 και η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ' β' Ν. 2523/97 παραβιάζουν τον πυρήνα των συνταγματικών εγγυήσεων του άρ. 20 παρ.1 του Συντάγματος και τη αρχή της ισότητας των διαδίκων, καθ' ότι προτού κριθεί η νομιμότητα της εκθέσεως ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου, από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια, ασκείται ποινική κατηγορία εις βάρος του με μοναδική θεμελίωση την επίμαχη έκθεση ελέγχου των αρμόδιων φορολογικών αρχών της οποίας οι καταφάσεις έχουν προσβληθεί ως νομικώς πλημμελείς και ουσιαστικώς εσφαλμένες, ενώ, περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις του Ν.2523/1997 παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας και κατά τούτο οι διατάξεις του αυτές Ν. 2523/97 είναι αντισυνταγματικές, και για τον λόγο αυτό πάσχει και η εκκαλούμενη καταδικαστική απόφαση, η οποία αποδέχθηκε "αυτολεξεί" την εις βάρος του ποινική κατηγορία. Με βάση δε τα πιο πάνω ο αναιρεσείων με το υπόμνημα που κατέθεσε πρόβαλε το αίτημα να γίνουν δεκτές οι ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί αθώος, άλλως να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως έως την έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων επί των κρίσιμων φορολογικών διαφορών από τα αρμόδια Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, και δη από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο, αν και δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει στους πιο πάνω εγγράφως υποβληθέντες, χωρίς όμως προφορική ανάπτυξη αυτών, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτούς με την εξής αιτιολογία: "Επί του προβλεπόμενου από το άρθρο 19 του ν.2523/1997 αδικήματος της φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ ή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο (άρ.21 παρ.2β του ν. 2523/1997). Στην προκειμένη περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, αφορά την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση από 25/11/1999 έως 28/2/2001, η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί των ασκηθεισών προσφυγών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 616/2006 Π.Χ ΝΖ 140). Εξάλλλου δεν κρίνεται αναγκαία η ζητούμενη αναβολή, γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου η τελεσίδικη κρίση του ως άνω Διοικητικού Δικαστηρίου δεν πρόκειται να εισφέρει αποδεικτικά στην ουσία της υπόθεσης, ενώ το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές". ΙΙ. Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ.1 περ'. Δ λόγο αναιρέσεως, προβάλει τις αιτιάσεις ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς του, "παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 139, 510 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και 93 παρ.3 του Συντάγματος" και ότι, όπως αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του, "Η παραβίαση αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι το επίμαχο ζήτημα σχετικά με το ότι οι εκκρεμείς φορολογικές διοικητικές δίκες αποτελούν νομικό πρόκριμα των αντίστοιχων ποινικών δικών", ότι "η διοικητική φορολογική δίκη συμπλέκεται άμεσα με την ποινική δίκη, αφού τυχόν προγενέστερη καταδίκη του κατηγορουμένου χρησιμοποιείται από το αντίδικο δημόσιο ως αποδεικτικό μέσο στην διοικητική δίκη επηρεάζοντας αρνητικώς την θέση του καταδικασθέντος φορολογουμένου κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων" και ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση με ανύπαρκτη αιτιολογία κρίνει ότι δεν υφίσταται ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των επίμαχων ποινικών διατάξεων του Ν. 2523/97 όταν η αντισυνταγματικότητα αυτή είναι πρόδηλη και προκύπτει από την αντίστιξη των επίμαχων διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/97 που ορίζει ότι η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Η πιο πάνω αιτιολογία, που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας, στην απορριπτική των προαναφερόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και του αιτήματος αυτού για αναβολή της δίκης, δεχόμενο, αφενός, ότι, κατ' ευθεία επιταγή του νόμου άρ.21 παρ.2β του ν. 2523/1997, την συνταγματικότητα του οποίου εκ των πραγμάτων έκρινε, η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί των ασκηθεισών προσφυγών του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη συζήτηση της υπόθεσης και, αφετέρου, ότι δεν συνέτρεχε λόγος για αναβολή της δίκης μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης αυτής απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων, διότι, όπως έκρινε, η τελεσίδικη κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου δεν πρόκειται να εισφέρει αποδεικτικά στην ουσία της υπόθεσης, ενώ το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ` αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική παρεμπίπτουσα απόφασή του. Ειδικότερα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι "οι εκκρεμείς φορολογικές διοικητικές δίκες αποτελούν νομικό πρόκριμα των αντίστοιχων ποινικών δικών" αλυσιτελώς προβάλλονται αφού, ο αναιρεσίων δεν επικαλείται ότι τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια έχουν κρίνει τελεσιδίκως το ζήτημα αν τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά ή όχι, ώστε να δύναται κριθεί αν υπάρχει ή όχι το επικαλούμενο "πρόκριμμα". Ούτε παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων από το ότι τυχόν προγενέστερη καταδίκη του κατηγορουμένου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το αντίδικο δημόσιο ως αποδεικτικό μέσο στην διοικητική δίκη, όπως δεν θα παραβιαζόταν η εν λόγω αρχή από το ότι τυχόν αθώωση του κατηγορουμένου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο ως υπέρ του αποδεικτικό μέσο στην διοικητική αυτή δίκη, αφού κάθε δικαστήριο κρίνει στα πλαίσια της δικής του δικαιοδοσίας. Την συνταγματικότητα δε της επίμαχης διατάξεως δέχθηκε εκ των πραγμάτων η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να υποχρεούται να διαλάβει επιπλέον σκέψεις προς αντίκρουση των πιο πάνω αλυσιτελών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, λόγω των πιο πάνω αιτιάσεων, η προσβαλλόμενη (παρεμπίπτουσα) απόφαση στερείται ειδικής, και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 10/12/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 10470/10- 12 - 2008) του ...., κατοίκου ....., για αναίρεση της 55454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Αίτημα αναβολής μέχρι να αποφανθούν τα διοικητικά δικαστήρια επί της φοροδιαφυγής. Η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. Η αναβολή της ποινικής δίκης (61 ΚΠΔ) εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, επί ασκηθείσης προσφυγής ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων χωρίς αυτό να αντίκειται στο Σύνταγμα ή στην ΕΣΔΑ. Η απορριπτική του αιτήματος αναβολής απόφαση πρέπει, να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ή αίτημα αυτού, που περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του. Απορρίπτει αίτηση.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα, Πρακτικά συνεδρίασης, Προφορική ανάπτυξη.
0
Αριθμός 405/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κοκοτό και 2) Χ2 κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 1478/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9.9.2008 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1625/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες από 9/9/2008 (αρ.πρωτ 7353/9-9-08) και από 9-9-2008 (αρ.πρωτ. 7354/9-9-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ1 γεννηθέντος στο ...... της Αλβανίας, κατοίκου ..... και, ήδη, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ...... και 2) Χ2 γεννηθέντος στη ...... της Αλβανίας, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..... αντίστοιχα, για αναίρεση της 1478/2008 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια είναι, εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και ο ισχυρισμός από τα άρθρα 12 παρ.1 και 13 παρ.1 και 4 Ν.1729/1987, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασής τους με το άρθρο 5 Ν.3189/2003 το πρώτο και (άρθρο) 4 παρ.2β Ν.2408/1996 το δεύτερο, (ήδη άρ. 29 παρ.1 και 30 παρ.1,4 του ΚΝΝ 3459/2006), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, υπό την έννοια ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και ότι προμηθεύθηκε την ναρκωτική ουσία για δική του αποκλειστική χρήση, εν παραδοχή του οποίου (αυτοτελούς ισχυρισμού) ο δράστης μένει ατιμώρητος. Επίσης η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ. α'), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ') και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε'). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης στην τρίτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, οι οποίοι με την προσβαλλόμενη 1478/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκαν για από κοινού, κατ' εξακολούθηση, αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ο καθένας, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, κατέθεσαν εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος- αναιρεσείων Χ1 ζήτησε την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, ως εξής: "Στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι κάτωθι εκτιθέμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και της επίδειξης καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Α. Ειδικότερα έχει λευκό ποινικό μητρώο κατά την έννοια του νόμου και ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει απασχολήσει τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές. Προ της εμπλοκής του με την παρούσα υπόθεση διήγαγε άψογο και ευυπόληπτο βίο. Διαβιούσε μόνιμα στον ...... και εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες, οι οποίες του απέφεραν ένα σημαντικό εισόδημα, ικανοποιητικό για την αξιοπρεπή διαβίωση του. Ουδέποτε είχε απασχολήσει τις αστυνομικές αρχές (84 2α Π.Κ.) Β. Επιπρόσθετα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει και η ελαφρυντική περίσταση ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του (άρθρο 84 παρ. 2 δ' Π.Κ.) Αντιλαμβανόμενος και αποδεχόμενος ο κατηγορούμενος το σφάλμα της παραβατικής του συμπεριφοράς, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, επιδιώκοντας και επιχειρώντας δια της μετέπειτα υποδειγματικής συμπεριφοράς του και δη δια της πλήρους αποχής του από της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, να άρει ή τουλάχιστον να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Γ. Τέλος μετά την πράξη του και ως σήμερα επί μακρό χρονικό διάστημα τεσσάρων και πλέον ετών (το οποίο πραγματικά φαντάζει με αιωνιότητα για κάποιον ο οποίος δεν υπήρξε κρατούμενος ούτε για ένα λεπτό), διαβιώντας στη φυλακή σε συνθήκες ιδιαίτερης δυσκολίας, δεν υπέπεσε σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα. Συμμορφώθηκε, όπως άλλωστε έκανε πάντα στη ζωή του, και τήρησε πιστά τους αυστηρούς σωφρονιστικούς κανόνες. Συνεργάστηκε με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια. Αυτά δε αποδεικνύονται και από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού και του Καταστήματος Κράτησης ..... σύμφωνα με ης οποίες κατά το χρονικό διάστημα της κράτησης στα άνω Σωφρονιστικά Καταστήματα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Επιδεικνύει διαγωγή καλή, σεβασμό και υπακοή στους σωφρονιστικούς κανονισμούς της Υπηρεσίας. Επιπλέον είναι ευγενικός και συνεργάσιμος κρατούμενος με θετική στάση και συμπεριφορά και οι σχέσεις του τόσο με το προσωπικό όσο και με τους συγκρατούμενούς του είναι οι ενδεδειγμένες (84 2ε Π.Κ.) . Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος- αναιρεσείων, Χ2 ζήτησε την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχείο α' Π.Κ. και της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχείο ε'. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εν λόγω αναιρεσείοντος είχε ως εξής: "Όσον αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. επισημαίνεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αλλά και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (καθώς και από την απολογία μου) αποδείχθηκε ότι είμαι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων. Ήλθα στην Ελλάδα πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια και διαμένω μονίμως σε αυτή με άδεια εργασίας και διαμονής. Εργάζομαι όλα αυτά τα χρόνια σε οικοδομές και λαϊκές αγορές για να συντηρώ έντιμα την οικογένεια μου. Είμαι ένα έντιμο άτομο και έντιμος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού ηλικίας σήμερα 10 ετών και ενός κοριτσιού ηλικίας 8 ετών που έχουν απόλυτη ανάγκη τη βοήθεια του πατέρα και τη φυσική του παρουσία. Δεν απασχόλησα την κοινωνία αρνητικά, αλλά αντιθέτως υπήρξα έντιμο μέλος της κοινωνίας στην Ελλάδα και στην Αλβανία. Στην εργασία μου επίσης δεν έδωσα κανένα δικαίωμα για αρνητικά σχόλια. Αντιθέτως υπήρξα έντιμος εργαζόμενος απέναντι στους πολίτες και τους εργοδότες μου. Συνεπώς πρέπει, σε συνδυασμό με το νομικά λευκό ποινικό μου μητρώο, να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου ατομικού, οικογενειακού, κοινωνικού και επαγγελματικού βίου μου.....". Ο ισχυρισμός δε του αυτού αναιρεσείοντος, περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχείο ε' Π.Κ, είχε ως εξής: "Ο κατηγορούμενος αμέσως μετά τη σύλληψη του και τον εγκλεισμό του στις ΑΦ ......, απέδειξε ότι η συμπεριφορά του, μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, δεν ήταν μόνο τυπικά καλή, αλλά ουσιαστικά καλή αφού δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα στις σωφρονιστικές αρχές όπως αποδεικνύει η βεβαίωση πειθαρχικού ελέγχου της 4-2-2005, αλλά και μετέπειτα στις ΑΦ ..... όπου κρατείται η συμπεριφορά του εξακολουθεί να είναι αψεγάδιαστη και παραδειγματική. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριό Σας στην αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση της πράξης, κάτι που οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε επιβολή ελαττωμένης ποινής κατ' άρθρο 83 Π.Κ." Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ.2 περ.α του ΠΚ, η επίκληση μόνο, από τον πρώτο αναιρεσείοντα, του ότι αυτός έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει απασχολήσει τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και ότι προ της εμπλοκής του με την παρούσα υπόθεση διήγαγε ευυπόληπτο βίο, εργαζόμενος σε αγροτικές εργασίες, οι οποίες του απέφεραν ένα σημαντικό εισόδημα, και από το δεύτερο αναιρεσείοντα, ότι είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, διαμένει από 15ετίας νομίμως στην Ελλάδα, εργαζόμενος νομίμως και εντίμως σε οικοδομές και λαϊκές αγορές και χωρίς να απασχολήσει την κοινωνία αρνητικά κλπ, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επίσης ουδέν περιστατικό που να θεμελιώνει την ειλικρινή αυτού μεταμέλεια αναφέρει ο πρώτος αναιρεσείων, για να στηρίξει τον περί ειλικρινούς μετάνοιας ισχυρισμό του, ενώ μόνο η αναφορά ότι επιδίωξε να άρει ή τουλάχιστον να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του δια της πλήρους αποχής του από της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, δεν αποτελεί περιστατικό ειλικρινούς μεταμέλειας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτός δεν ήταν καν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω, με το πιο πάνω περιεχόμενο οι προταθέντες και από τους δύο αναιρεσείοντες ισχυρισμοί, για τη χορήγηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις τους, είναι αόριστοι, αφού ούτε γι' αυτούς εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα η αναφορά και μόνο ότι οι αναιρεσείοντες συμμορφώθηκαν στους κανονισμούς της φυλακής, επέδειξαν καλή διαγωγή, δεν δημιούργησαν προβλήματα στις σωφρονιστικές αρχές και δεν έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά, ο πρώτος δε, επιπλέον, ότι συνεργάστηκε με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους επιδεικνύοντας εργατικότητα και προθυμία, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς που υποχρεούνται οι κρατούμενοι στις φυλακές να τηρούν, συμμορφούμενοι στους σχετικούς κανονισμούς της φυλακής, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ισχυρισμό τους. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική προς τούτο αιτιολογία. Ανεξαρτήτως αυτών, το Πενταμελές Εφετείο, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των πιο πάνω ισχυρισμών, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτούς κατ' ουσία. Ειδικότερα το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της περί ενοχής αποφάσεώς του αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, την από 21-1-2004 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης και την συναφή προς αυτήν από 1-2-2005 ψυχιατρική γνωμοδότηση του νευρολόγου- ψυχιάτρου ...., τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων), απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αιτήματα των αναιρεσειόντων με την εξής αιτιολογία : "....Το αίτημα των κατηγορουμένων για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, παρά το γεγονός ότι δεν προκύπτουν προηγούμενες καταδίκες αυτών, η ενασχόληση τους με τα ναρκωτικά σε επίπεδο διακίνησης σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης, σε συνδυασμό με την προσπάθεια τους να αποσείσουν την κατηγορία με προσχηματικές και ψευδείς δικαιολογίες, αποκλείουν τόσο τον έντιμο βίο όσο και την μεταμέλεια. Το αυτό ισχύει και ως προς την δήθεν μετέπειτα καλή συμπεριφορά, αφού αυτός που θέλει να συμπεριφέρεται καλά δεν είναι δυνατό να προσπαθεί να ξεγελάσει με ψέματα το Δικαστήριο". H αιτιολογία αυτή της αποφάσεως, ειδικώς ως προς την απόρριψη του αιτήματος- ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στην αρχή του περί ενοχής σκεπτικού παραδοχές, κατά τις οποίες στην αστυνομική αρχή είχε περιέλθει η πληροφορία ότι δύο Αλβανοί, ο οποίοι, όπως στη συνέχεια διαπιστώθηκε ήταν οι κατηγορούμενοι, "έκαναν σημαντική διακίνηση κοκαΐνης" και με την βάσιμη αυτή πληροφορία οι αστυνομικές αρχές, μετά από παρακολούθηση, διαπίστωσαν την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν αυτοί ένοχοι, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, "παρά το γεγονός ότι δεν προκύπτουν προηγούμενες καταδίκες αυτών", ότι αποδείχθηκε η ενασχόληση των κατηγορουμένων " με τα ναρκωτικά σε επίπεδο διακίνησης σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης". Δηλαδή, όπως αυτονοήτως συνάγεται, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι κατηγορούμενοι ενασχολούντο με την διακίνηση ναρκωτικών και πριν συλληφθούν για τις πιο πάνω πράξεις της κατοχής και αγοράς. Η παραδοχή δε αυτή αρκεί για να αιτιολογήσει την απορριπτική του Δικαστηρίου κρίση, ως προς την ύπαρξη προτέρου έντιμου βίου των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, ναι μεν οι κατηγορούμενου έχουν το δικαίωμα να ψεύδονται προκειμένου να μη αυτοενοχοποιηθούν, πλην όμως, ή ειλικρινής ή ανειλικρινής συμπεριφορά τους κατά την προδικασία, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου εκτιμάται αναλόγως και, εφόσον το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες προσπάθησαν "να αποσείσουν την κατηγορία με προσχηματικές και ψευδείς δικαιολογίες", αιτιολογημένα κατέληξε στην κρίση ότι αυτοί δεν μεταμελήθηκαν ειλικρινώς, χωρίς η παραδοχή αυτή να συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξη του άρ.84 περ.δ του ΠΚ. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η αυτή παραδοχή συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία της ίδιας ποινικής διάταξης, ως προς την απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων α και και ε του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν προταθεί αορίστως, ειδικώς δε ως προς τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, όπως προαναφέρθηκε, η παραδοχή της ενασχολήσεως των αναιρεσειόντων με διακίνηση ναρκωτικών, επαρκώς στηρίζει την απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 84 παρ.2α, δ και ε του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. IV. Περαιτέρω ο αναιρεσείων (Χ1) είχε προβάλει δια του συνηγόρου του εγγράφως τον ισχυρισμό ότι ήταν εξαρτημένος χρήστη με την έννοια του νόμου και ότι, "ναι μεν κατείχε την συγκεκριμένη ποσότητα ηρωίνης, όχι όμως με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της (εμπορία), αλλά την προμήθεια και κατοχή της για ιδία χρήση και συνεπώς οι διατάξεις του αρ.12 παρ.1 εδ. α του ν. 1729/1987 θα πρέπει να εφαρμοστούν στην υπό κρίση περίπτωση". Ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος εν μέρει αναιρείται από όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε στην απολογία του (δέχθηκε ότι του δόθηκαν για φύλαξη 180 γραμμάρια κοκαϊνης, από τα οποία μόνο τα 20 γραμμάρια προοριζόταν για δική του χρήση), απορρίφθηκε με την εμπεριεχόμενη στην περί ενοχής απόφαση αιτιολογία, στην οποία, πλην άλλων, εκτίθενται και τα εξής : "Ο 1ος κατηγορούμενος, βέβαια, ισχυρίσθηκε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκε στο συρτάρι του ψυγείου δεν ήταν δική του, αλλά ότι ανήκε [δήθεν] σε κάποιον ομοεθνή του, ονόματι Ζ1 που την είχε αγοράσει λίγη ώρα νωρίτερα και την είχε παραδώσει στον 1° κατηγορούμενο για να τη φυλάξει, προσωρινά, για λίγες ώρες, μέχρι να επιστρέψουν μαζί στην περιοχή του Βόλου, όλου διέμεναν. Και ότι η άλλη ποσότητα, που βρέθηκε στα θυλάκια του 1ου κατηγορουμένου όταν συνελήφθη επί της οδού, ανήκε μεν στον ίδιο, αλλά [δήθεν] προοριζόταν για αποκλειστικά δική του χρήση και αποτελούσε το αντάλλαγμα που του είχε δώσει ο Ζ1 για την προσωρινή φύλαξη της μεγαλύτερης ποσότητας. Και ακόμη, ότι [δήθεν] ο Ζ1 ήταν ο προσωπικός προμηθευτής του 1ου κατηγορουμένου, που δηλώνει εξαρτημένος χρήστης, σε κοκαΐνη και είχε μεταβεί μαζί του στην Αθήνα προκειμένου εκείνος να αγοράσει μεγαλύτερη ποσότητα και να δώσει από αυτήν στον 1° κατηγορούμενο. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται ειλικρινείς, διότι δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Οι σοβαροί διακινητές ναρκωτικών δεν αφήνουν τις σημαντικές ποσότητες που αγοράζουν στους εξαρτημένους (και, επομένως, αφερέγγυους) πελάτες τους για φύλαξη. Και όταν αγοράζουν ναρκωτικά, δεν αγοράζουν και ζυγαριά μαζί με αυτά. Και τα 20 γραμμάρια, που βρέθηκαν στα θυλάκια του 1ου κατηγορουμένου, είναι μια εξ ίσου σημαντική ποσότητα, για να αποτελέσει αντάλλαγμα της φύλαξης της μεγαλύτερης ποσότητας επί ολίγες ώρες. Και τέλος, αν τα 20 γραμμάρια προορίζονταν για αποκλειστική χρήση του 1ου κατηγορουμένου, δεν υπήρχε λόγος να τα περιφέρει αυτός στο δρόμο, όπου δεν θα μπορούσε να κάνει χρήση χωρίς να γίνει αντιληπτός. Όλα αυτά κρίνονται προσχηματικά και αποτελούν αβάσιμες δικαιολογίες, τις οποίες μετέρχονται οι κατηγορούμενοι προκειμένου να αποσείσουν τη ευθύνη τους από την παράνομη κατοχή των ως άνω ποσοτήτων κοκαΐνης, τις οποίες αμέσως προηγουμένως είχαν αγοράσει από κοινού, από πρόσωπα και αντί τιμήματος τα οποία απέφυγαν να προσδιορίσουν..... για την πράξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, η οποία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλην των δηλώσεων του 1ου κατηγορουμένου που έγιναν από σκοπιμότητα (βλ. παρακάτω), δεν πιστοποιήθηκε, πρέπει ο 1ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος....". Ακολούθως το Πενταμελές εφετείο απέρριψε τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του αυτού αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του 1ου κατηγορουμένου, ότι δήθεν είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, είναι αβάσιμος. Στο πόρισμα αυτό κατέληξε ο ιατροδικαστής ..., που κατ' εντολή του ανακριτή διενήργησε τη σχετική πραγματογνωμοσύνη. Η αντίθετη γνώμη, την οποία έδωσε κατ' εντολή του 1ου κατηγορουμένου ο ψυχίατρος ...., στηρίζεται αφ' ενός στις δηλώσεις του ίδιου του κατηγορουμένου και αφ' ετέρου σε ένα πιστοποιητικό παλαιότερης (από .....) εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία του πνευμονολογικού τμήματος του νοσοκομείου "Ο Ευαγγελισμός", όπου επί λέξει αναφέρεται ότι "αυτό που παρουσιάζει [ο 1ος κατηγορούμενος] είναι εικόνα συμβατή με καρδιογενές οίδημα και μάλλον οφείλεται σε επίδραση φαρμάκων ή τοξικών ουσιών σύμφωνα με το ιστορικό του". Η διατύπωση αυτή, όμως, πολύ απέχει από του να αποτελεί πιστοποίηση εξάρτησης από τις ναρκωτικές ουσίες, αφού ούτε για εξάρτηση κάνει λόγο [ως γνωστόν η απλή χρήση, που μπορεί να προκαλέσει κάποια δυσμενή συμπτώματα, δεν αποτελεί εξάρτηση] ούτε κατηγορηματική είναι [χρησιμοποιείται η λέξη "μάλλον"]. Πέραν τούτου, στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι κατά την επανεξέταση του 1ου κατηγορουμένου (την ......) τα ευρήματα ήσαν "μέσα σε φυσιολογικά όρια", πράγμα που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν αυτός ήταν εξαρτημένος χρήστης, αφού δεν θα είχε μπορέσει να θεραπευθεί με τις δικές του δυνάμεις μέσα σε είκοσι μέρες. Ακόμη, για εξάρτηση δεν μίλησαν ούτε οι μάρτυρες υπερασπίσεως, οι οποίοι είχαν συνεχείς και πρόσφατες επαφές με αυτόν και δεν είχαν αντιληφθεί τίποτε, που να υποδηλώνει ενασχόληση του με τα ναρκωτικά (βλ. καταθέσεις ..... και Χ1 στα πρακτικά). Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής των πιο πάνω ισχυρισμών του πρώτου αναιρεσείοντος αποφάσεως, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, οι δε αιτιάσεις αυτού ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1α του ν.1729/87 κρίνοντας ότι " η ποσότητα κοκαΐνης μεικτού βάρους είκοσι (20) γραμμαρίων, η οποία ευρέθη στην οικία μου δεν αποτελεί "μικρή ποσότητα", προορισμένη για αποκλειστικώς ιδία χρήση ..." και ότι "το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 και 4 του νόμου 1729/1987, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του νόμου 2161/1993, κρίνοντας ότι δεν τυγχάνω άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, μη δυνάμενο να αποβάλει την έξη με δικές του δυνάμεις και ότι, επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων στην προκειμένη περίπτωση", ανεξαρτήτως του ότι, είναι αβάσιμες, αυτές είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, αφού, η μεν πρώτη, με την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής του αρ. 13 παρ.1 και 4 του νόμου 1729/1987, πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε δεύτερη είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται μνεία σε σχέση με την ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της από την προσβαλλόμενη απόφαση. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να απορριφθούν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 9/9/2008 (αρ.πρωτ 7353/9-9-08) και από 9-9-2008 (αρ.πρωτ. 7354/9-9-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ1 γεννηθέντος στο ..... της Αλβανίας, κατοίκου ...... και, ήδη, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ...., και 2) Χ2 γεννηθέντος στη ..... της Αλβανίας, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..... αντίστοιχα, για αναίρεση της 1478/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Ναρκωτικά. Από κοινού κατοχή και αγορά. Απόρριψη ισχυρισμού περί τοξικομανίας και προμήθειας προς ιδίαν αποκλειστική χρήση. Ελαφρυντικά προτέρου έντιμου βίου, της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς (84 παρ. 2β, Δ΄ και Ε΄ ΠΚ). Πότε είναι ορισμένοι οι ισχυρισμοί για ελαφρυντικά. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη όλων των ισχυρισμών και για εσφαλμένη ερμηνεία των περί προμήθειας για ιδία χρήση και ελαφρυντικών διατάξεων. Απορρίπτει αναιρέσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 403/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της 609/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 369 § 1 ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ... έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ... ύστερα στον αστικώς υπέυθυνο και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο και § 3 ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυσμό με την του άρθρου 333 § 3 ιδίου Κώδικος κατά την οποίαν ... ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δίδεται ο λόγος από τον διευθύνοντα την συζήτηση στον Εισαγγελέα και τους διαδίκους με την άνω κεκανονισμένη σειρά στο δε κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του στο τέλος, περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως στον ίδιο ή τον συνήγορό του, περί της ποινής, και αν δεν το ζητήσουν αυτοί τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ διότι αφορά εις την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, για την παράβαση των οποίων ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 609/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, δικάσαντος κατ' έφεση, ο διευθύνων την συζήτηση μετά την πρόταση του εισαγγελέως περί της επιβλητέας ποινής δεν έδωσε το λόγο στον συνήγορο του αναιρεσείοντος, τον οποίον εξεπροσώπει, περί της ποινής. Εντεύθεν και το άνω δικαστήριον υπέπεσε στην πλημμέλεια των ανωτέρω διατάξεων 171 § 1 στοιχ. δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ και συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνον ως προς την ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος που αναιρείται για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 609/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου και δη μόνο ως προς την περί ποινής διάταξή της. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο ως προς το αναιρούμενο μέρος της. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 369 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, 333 παρ. 3 ΚΠΔ. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ομιλούν πάντοτε τελευταίοι επί της ενοχής και επί της ποινής. Εάν δεν τηρηθούν ταύτα, απόλυτη ακυρότης κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ διότι αφορά την υπεράσπιση κατηγορουμένου. Αναιρεί ως προς την ποινή, διότι ως προς αυτή μόνο δεν εδόθη ο λόγος στην συνήγορό του, μετά την πρόταση Εισαγγελέα.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 402/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό, για αναίρεση της 94/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1472/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 § 2 ιδίου Κώδικος η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότης αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 § 2 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 8 § 7 του Ν. 1947/1991 και άρθρ. 34 § 2 Ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε η παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τοιούτο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 352 Κ.Π.Δ., υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εξεπροσώπει, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, (εκ των οποίων ευρέθησαν τρεις παρόντες), εζήτησε την αναβολή της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν οι απόντες μάρτυρες και κυρίως η Α. Επί της τοιαύτης αιτήσεως το δικαστήριο επεφυλάχθη αρχικώς να αποφασίσει, στη συνέχεια, όμως, η διαδικασία ολοκληρώθη και εξεδόθη σχετικά ή πληττομένη καταδικαστική απόφαση, στο αιτιολογικό της οποίας, αλλά ούτε και στο διατακτικό ουδέν διαλαμβάνεται για την απόρριψη του άνω αιτήματος του κατηγορουμένου, καίτοι υπήρξε πρόταση του εισαγγελέως για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Ούτως εδημιουργήθη ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και αποτελεί τον σχετικό πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως και ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 94/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 170 παρ. 2, 510 παρ. 1β΄ ΚΠΔ. Υπάρχει έλλειψη ακροάσεως όταν το δικαστήριο δεν απήντησε επί υποβληθέντος αιτήματος αναβολής, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν απολειπόμενοι μάρτυρες. Αναιρεί και παραπέμπει.
Ακροάσεως έλλειψη
Αναβολή υπόθεσης, Ακροάσεως έλλειψη.
2
Αριθμός 404/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Με παρεμβαίνοντα - εκκαλούντα τον ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Ν. 3386/2005 "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ` επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας" . Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις 23 Ιουλίου 2006, στο συνοριακό σημείο διέλευσης Κήπων Έβρου, παρέλαβε προώθησε και διευκόλυνε την μεταφορά των κατωτέρω αναφερομένων, υπηκόων τρίτης χώρας, Γεωργίας, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, παρέλαβε από την Τουρκία τους κάτωθι υπηκόους Γεωργίας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, ως στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων, και τους επιβίβασε στο υπ' αριθμ. ..... τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας του Ζ1 κατοίκου Γεωργίας, το οποίο είχε εκμισθωθεί στο γραφείο Γενικού Τουρισμού ....., με έδρα την Γεωργία και αφού έκρυψε αυτούς σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη που είχε κατασκευασθεί στο οπίσθιο τμήμα του (διώροφου) λεωφορείου, κάτω από το δάπεδο του πρώτου ορόφου και των υφισταμένων αριστερά κατά την είσοδο από την πίσω θύρα έξι καθισμάτων, τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την Αθήνα. Η κατά τα ανωτέρω λαθρομετανάστες οκτώ (8) τον αριθμό ήταν οι εξής 1. ....., 2. ...., 3. ...., 4. ....., 5. .... , 6. ....., 7. ....., 8. ....., υπήκοοι Γεωργίας. Ως εκ των μέτρων που έλαβε (διαμόρφωση κρύπτης στο όχημά του) αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος δρούσε οργανωμένο με σκοπό οικονομικό όφελος και συνεπώς κατ' επάγγελμα. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να αναγνωρισθεί δε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι μέχρι του χρόνου τελέσεως της άνω πράξεως είχε διάγει έντιμο ατομικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ), για προώθηση στη χώρα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Στο συνοριακό σημείο διέλευσης Κήπων Έβρου την 23η Ιουλίου 2006, παρέλαβε, προώθησε και διευκόλυνε την μεταφορά των παρακάτω αναφερόμενων υπηκόων τρίτης χώρας Γεωργιανής υπηκοότητας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, τέλεσε δε την ανωτέρω πράξη κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα ως μέλος οργανωμένης ομάδας (κυκλώματος) με δραστηριότητα την οργάνωση μεταφορά και διακίνηση προσώπων που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και την προώθηση τους στη Χώρα, από Χώρες του εξωτερικού επ' αμοιβή, παρέλαβε από την Τουρκία τους κατωτέρω αναφερόμενους υπηκόους τρίτης χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα τους οποίους επιβίβασε στο υπ'αριθμ .... τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας του Ζ1 κατοίκου Γεωργίας, το οποίο είχε νοικιάσει στο γραφείο Γενικού Τουρισμού .... με έδρα την Γεωργία και αφού τους έκρυψε σε ειδικά -διαμορφωμένη κρύπτη η οποία είχε κατασκευαστεί στο πίσω μέρος του διώροφου λεωφορείου κάτω από το πάτωμα του πρώτου ορόφου και των υπαρχόντων αριστερά κατά την είσοδο από την πίσω θύρα έξι καθισμάτων και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την Αθήνα και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την μεταφορά του, ύψους 1000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο. Οι κατά τα ανωτέρω αναφερόμενοι αλλοδαποί είναι....... (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία των οκτώ λαθρομεταναστών)". Για την πράξη του δε αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται, όπως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, από τα άρθρα 13στ', 26§1α', 27§1, 83, 84§2α', 94§1 Π.Κ. και τα άρθρα 88§1β, δ' εδ. β', γ του Ν.3386/2005 επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ, για το καθένα μεταφερόμενα άτομο και όρισε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι έξι μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη και συνολική χρηματική ποινή 6.900 ευρώ. ΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 88 παρ.1 β του Ν. 3386/2005, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο, κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή και χωρίς να απαιτείται η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά. Επίσης στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε ότι ο αναιρεσείων καταλήφθηκε να προωθεί τους ειδικά μνημονευόμενους στο διατακτικό αλλοδαπούς, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αν και γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν διαβατηρίου και ταξιδιωτικών εγγράφων, όπως η γνώση αυτή σαφώς συνάγεται από τα εκτιθεμένα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά (συμμετοχή του σε κύκλωμα μεταφοράς και διακίνησης λαθρομεταναστών, παραλαβή από τον ίδιο από την Τουρκία των προσώπων αυτών και μεταφορά τους, αφού τους έκρυψε σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη κλπ). Επιπλέον, το Δικαστήριο της ουσίας, με τις παραδοχές του ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε ως μέλος οργανωμένης ομάδας (κυκλώματος) με δραστηριότητα την οργάνωση μεταφορά και διακίνηση προσώπων που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και την προώθησή τους στη Χώρα, από Χώρες του εξωτερικού επ' αμοιβή, ότι παρέλαβε από την Τουρκία τους πιο πάνω αναφερόμενους υπηκόους τρίτης χώρας, τους οποίους μετέφερε με ειδικά διαμορφωμένο λεωφορείο, όπου είχε κατασκευαστεί κρύπτη στο πίσω μέρος του διώροφου λεωφορείου κάτω από το πάτωμα του πρώτου ορόφου και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την Αθήνα και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αφού για κάθε μεταφερόμενο άτομο έλαβε, ως αμοιβή, 1000 ευρώ, περιγράφοντας με τον τρόπο αυτό την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει, από την οποία προέκυπτε ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πιο πάνω πράξη κατ' επάγγελμα, χωρίς η παραδοχή αυτή να αντιφάσκει με την αναγνώριση στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του και οι περί του αντιθέτου, αιτιάσεις αυτού, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των ελλείψεων αυτών, είναι αβάσιμες. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα αξιολόγησε τις αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων κλπ), από τις οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, ουδόλως προκύπτει η ενοχή του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου απορριπτέος, ως παντελώς αόριστος είναι προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο "ηγνόησεν πάντα τα αποδεικτικά μέσα και αιτήματά μου και αντιπαρήλθεν σιγή ή αβιάστως ταύτα". ΙΙΙ. Κατά την παρ.4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Περαιτέρω κατά τη κατά τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ΠΚ "Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής και του προστίμου λαμβάνονται υπόψη και οι οικονομικοί όροι τόσο εκείνου που καταδικάστηκε όσο και των μελών της οικογενείας του τα οποία συντηρεί". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, ως προς δε την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής λαμβάνει, επιπλέον, υπόψη και οι κατά το άρθρο 80 παρ.1 του ΠΚ οικονομικοί όροι, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 Π.Κ,. όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, ή ποινή μειώνεται κατά το στο άρθρο 83 οριζόμενο μέτρο και κατά το έδ. ε' τής διατάξεως αυτής, αν ο νόμος προβλέπει αθροιστικά ποινή ελευθερίας και ποινή χρηματική, μπορεί να επιβληθεί και μόνο αυτή η τελευταία . Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ, προκύπτει ότι στην πιο πάνω περίπτωση με στοιχ. ε, η επιβολή μόνο της μίας από τις δύο ποινές, δηλαδή, είτε της στερητικής της ελευθερίας είτε της χρηματικής, ή η επιβολή και των δύο αυτών ποινών, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το δικαστήριο δε αυτό κατά την επιμέτρηση της ποινής θα λάβει υπόψη του τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ (βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου), χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του για την επιβολή μόνο στερητική της ελευθερίας ή μόνο χρηματικής ποινής ή και των δύο αυτών ποινών, ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος για την παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1β του ν.3386/2005 και του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (και επομένως η προβλεπόμενη για την πράξη αυτή ποινή μειώνεται στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ (84 παρ.1 ΠΚ). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο, αφού με ειδική σκέψη εφήρμοσε όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 79 και 80 του ΠΚ και έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξεως, την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και τους οικονομικούς όρους του ίδιου και της οικογένειάς του, του επέβαλε για την εν λόγω πράξη συνολική ποινή φυλακίσεως 26 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 6.900 ευρώ. Σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 83 του ΠΚ, και επέβαλε στον αναιρεσείοντα και τις δύο ποινές (στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής), χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή και άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Η λόγοι αναιρέσεως περί κακής εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της περί των ποινών αυτών διατάξεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και της υπερβάσεως της εξουσίας του δικαστηρίου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΙV. Κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 88 του ν.3386/2006, όπως ισχύει (αρ.15 παρ.8 Ν.3536/2007), "Επιβληθείσα κατάσχεση του μεταφορικού μέσου, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά προσώπων, αίρεται με την απαγγελία στο ακροατήριο της οριστικής αθωωτικής απόφασης και το μεταφορικό μέσο αποδίδεται στον ιδιοκτήτη του. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν" . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, το Τριμελές Εφετείο απέρριψε αίτημα του δια πληρεξουσίου εκπροσωπούμενου εκκαλούντος- παρεμβαίνοντος ...., ιδιοκτήτη του κατασχεθέντος λεωφορείου, για την σ' αυτόν απόδοσή του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την αιτιολογία: "Επειδή πρέπει να επικυρωθεί η κατάσχεση και να διαταχθεί η δήμευση όλων των κατασχεθέντων κατά το άρθρο 76 ΠΚ και 88 παρ.1 εδ.δ ....... απορριπτομένης της κυρίας παρεμβάσεως του δευτέρου των εκκαλούντων περί αποδόσεως του ..... τουριστικού λεωφορείου που χρησιμοποιήθηκε ως μέσο μεταφοράς, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο ανωτέρω αγνοούσε τη χρήση του για μεταφορά των λαθρομεταναστών, ενόψει του ότι είχε διαμορφωμένη κρύπτη για το λόγο αυτό, σταθερώς κατασκευασμένη, γεγονός που δεν μπορούσε να γίνει εν αγνοία του αληθούς κυρίου". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη περί κατασχέσεως του πιο πάνω αυτοκινήτου, απόφασή του και μη αποδόσεως αυτού στον ιδιοκτήτη του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με την αιτίαση ότι ουδεμία αιτιολογία παρέχεται στο σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης "περί της ορθότητος, νομιμότητος και αναγκαιότητος της δημεύσεως" του πιο πάνω αυτοκινήτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων, μη κύριος του αυτοκινήτου, δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι, έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θράκης που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα προσδιοριζόμενα με αύξοντα αριθμό, ως εξής: "1) Οι από .... (δύο) εκθέσεις σύλληψης του Υπαστ. Α ' του ΑΣΦ Φερών ..... 2) Η από ..... έκθεση κατάσχεσης αυτοκινήτου του της ΥΑ Αλεξ/πολης ...... 3) Η από .... έκθεση κατάσχεσης τον Ανθ/μου της ΥΑ Αλεξ/πολης ..... 4) Η από ..... έκθεση εξέτασης του ..... με διερμηνέα ......". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-3-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 2838/31-3-2008) του ..... για αναίρεση της 865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. - Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών. Παράνομη είσοδος στο Ελληνικό έδαφος. Παράβαση άρ. 88 παρ. 1β Ν. 3386/2005. Μεταφορά αλλοδαπών με λεωφορείο από την Τουρκία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αιτιολογία της περί κατασχέσεως του αυτοκινήτου αποφάσεως. Απόρριψη αιτήματος του παρεμβαίνοντος ιδιοκτήτη για απόδοση του αυτοκινήτου. Επιβολή και χρηματικής ποινής, παρά την αποδοχή του αιτήματος για ελαφρυντικά. Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 401/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, περί επανεξέτασης λόγων αναιρέσεως της από 3 Μαΐου 2007 αίτησης για αναίρεση τη 662/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1420/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο Αθηνών, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο Αρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1319/2008, καθώς και να αναιρεθεί η 662/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως επικουρικώς, αν κριθεί ότι για τον λόγο αναίρεσης που προσδιορίζεται στην αίτηση δεν υπήρξε απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τα άρθρα 370 και 514 του Κ.Π.Δ. τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως αλλά στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Εξάλλου η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, να μην αφορούν και βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξετάσεως λόγου αναιρέσεως κατά της 662/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη αιτών είχε κηρυχθεί ένοχος για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο τελευταίος άσκησε την από 3-5-2007 αίτηση αναιρέσεως και τους από 24-12-2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Με το σύνολο των λόγων του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που αθροιστικώς ανέρχονται σε 5, προβάλλονται με καθένα απ' αυτούς χωριστά οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της υπερβάσεως εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1420/2008 απόφαση του Ε' Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία απέρριψε τις πλημμέλειες αυτές δεχθείσα τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση όπως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ζήτησε την αναβολή ή την διακοπή της δίκης προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες τα προτεινόμενα πρόσωπα, η κατάθεση των οποίων, για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους, ήταν, κατ' αυτόν, επιβεβλημένη. Επί του αιτήματος αυτού, το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας και στη συνέχεια, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, στο κυρίως για την ενοχή του κατηγορουμένου σκεπτικό της αποφάσεως του, απέρριψε την αίτηση με την ακόλουθη αιτιολογία "... Κατά την κρίση του δικαστηρίου υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως και δεν συντρέχει λόγος να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως προκειμένου να κληθούν οι μάρτυρες τους οποίους επικαλείται ο κατηγορούμενος, των οποίων άλλωστε την εξέταση δεν ζήτησε κατά την προδικασία ή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ζητεί δε τώρα για πρώτη φορά με σκοπό την παρέλκυση της δίκης ...". Με αυτά που ανελέγκτως για την ανάγκη κλητεύσεως ή μη των μαρτύρων δέχθηκε το δικαστήριο και με σχετική διάταξη στο διατακτικό του απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης, διέλαβε στην απόφαση του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη και με τις εκ του πράγματος παραδοχές της αποφάσεως ως προς την ουσία της κατηγορίας την οποία καταφάσκει, το δικαστήριο ανελέγκτως έκρινε ως περιττή την εξέταση νέων μαρτύρων. Και περαιτέρω, εφόσον το δικαστήριο απάντησε στο υποβληθέν αίτημα, δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως, ούτε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. Ι' στοιχ.Α', Δ'και Η' του Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 171 § 1δ' ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του Κ.Π.Δ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς την δικαζομένη υπόθεση. Στην προκείμενη, πάντως, περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, μετά το πέρας της εξετάσεως κάθε μάρτυρα, εδίδετο ο λόγος και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, να απευθύνει, αν είχε, ερωτήσεις. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτέος επίσης, ως αβάσιμος, είναι ο με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων προτεινόμενος από το αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πρώτος λόγος αναίρεσης, περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, για το λόγο ότι δεν υπέβαλε ο Εισαγγελέας προς το Δικαστήριο πρόταση περί της ενοχής ή της αθωότητας τούτου, αφού από την, επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει το αντίθετο". Με την κρίση του αυτή ο Άρειος Πάγος αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν όλους τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγους των ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Και ισχυρίζεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του, φερομένη ως τοιαύτη επανεξετάσεως των ανωτέρω από 3-5-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και από 24-12-2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, με την προαναφερθείσα 1420/2008 απόφασή του, να κρίνει επί του ειδικωτέρου, κατά τον αναιρεσείοντα, ισχυρισμό του, που περιελήφθη εις το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με το να μη αναβάλλει την εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου να κληθούν οι αναφερόμενοι μάρτυρες υπερασπίσεως παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Όμως ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, αφού ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφασή του δέχθηκε ότι το Τριμελές Εφετείο με το να μη αναβάλλει την υπόθεση για να κληθούν οι μάρτυρες υπερασπίσεως δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από εκείνες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, περί επανεξετάσεως του, με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραδεκτώς προταθέντος λόγου της απόλυτης ακυρότητας, ο οποίος κατά τα ανωτέρω απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1420/2008 απόφαση του Ε' Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού, όπως αναφέρθηκε ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, που κατά την κρινόμενη αίτηση δεν ερευνήθηκε ούτε κρίθηκε με την πιο πάνω απόφαση, απορρίφθηκε με αυτή ως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.5.2008 αίτηση του Χ για επανεξέταση του αναφερομένου στο σκεπτικό λόγου αναιρέσεως αυτού. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση επανεξέτασης λόγου αναιρέσεως.
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 400/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουρνά, περί αναιρέσεως της 3109/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1015/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, για τον οποίο ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανωτέρης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτήν ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3109/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό αριθμό 978/30-1-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 35428/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του, με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί για παράνομη κατοχή όπλου. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προέβαλε, ότι διέμενε στο ...... και στην οδό ...... αριθ. ... και όχι στη διεύθυνση, όπου του επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, " έλαβε γνώσιν της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προ τριών ημερών δηλαδή στις 28-1-2008". Ως αιτιολογία, για την απόρριψη της παραπάνω έφεσης, το Τριμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την 35428/2004 ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση σε φυλάκιση οκτώ μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 600 ευρώ για παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου. Είχε δε προηγηθεί η αποστολή από το Αστυνομικό Τμήμα ...... προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών του από 7-10-1999 εγγράφου με το οποίο, η άνω Αστυνομική Αρχή γνωστοποιούσε στην εν λόγω Εισαγγελική Αρχή ότι είχε λήξει, από 11-10-1998 η άδεια οπλοφορίας που είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο, κάτοικο ...... (οδός ...... αρ. ...), η Γενική Αστυνομική Δ/νση Αττικής, ότι ο τελευταίος, χωρίς να έχει παραδώσει το πιστόλι και την άδεια οπλοφορίας, είναι πλέον άγνωστης διαμονής, αφού μετώκησε από την οδό ...... αρ. ..., σε άγνωστη διεύθυνση. Ο κατηγορούμενος στην ένδικη έφεσή του, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, εκθέτει ότι από το έτος 1996 έχει γνωστή διαμονή, το ...... (οδός ...... αρ. ...), τη δε διεύθυνση αυτή αναγράφει έκτοτε τόσο στις υποβαλλόμενες κάθε χρόνο στη Δ.Ο.Υ. ...... Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος, όσο και στις υποβαλλόμενες από το έτος 1997 στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης (πόθεν έσχες). Από το σύνολο των τεθέντων εξάλλου υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων (έγγραφα που αναγράφονται επακριβώς στα πρακτικά, μαρτυρικές καταθέσεις, απολογία του κατηγορουμένου, όπως αναφέρονται επίσης στα πρακτικά του Δικαστηρίου), αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πράγματι από το έτος 1996 είχε μετοικήσει από την ...... (οδός ...... αρ. ...), στο ...... (οδός ...... αρ. ...), ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι τη νέα αυτή διεύθυνση κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ήτοι η Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Αυτό άλλωστε ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έφεσή του, αλλ' ούτε και υπεστήριξε, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, αποδείχθηκε ότι, ανεξαρτήτως του αν η νέα διεύθυνσης κατοικίας του ήταν γνωστή στη Δ.Ο.Υ. που υπέβαλλε τις φορολογικές του δηλώσεις, στην Αστυνομική Αρχή της νέας κατοικίας του, ακόμη και στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, εφόσον ήταν άγνωστη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, θεωρείται άγνωστη, κατά την προαναφερόμενη έννοια του όρου διαμονής. Τέλος, εάν υποτεθεί ότι η αναφορά στην έφεσή του ότι, "της προσβαλλομένης απόφασης έλαβε γνώση προ τριών ημερών διότι λόγω μη νόμιμης κλήτευσης δεν έλαβε γνώση της δικασίμου και δεν εμφανίσθηκε κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας", συνιστά επίκληση μη γνώσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου της εκκρεμούσας σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, κάτι που όπως κρίθηκε με την 243/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών νόμος), συνιστά επίκληση ανωτέρας βίας, ουδόλως αποδείχθηκε από το σύνολο των άνω τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων, απολογίας). Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε σε βάρος του η σχετική ποινική διαδικασία. Αντιθέτως, γνώριζε ότι η προηγούμενη εκδοθείσα στις 11-10-1995 άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας (στην οποία φέρεται ως κάτοικος ......, οδός ...... αρ. ...) είχε λήξει στις 11-10-1998 και ότι μία από τις προϋποθέσεις ισχύος της ήταν και η δήλωση στις Αστυνομικές Αρχές της νέας διεύθυνσης κατοικίας του, εντός 15 ημερών από την αλλαγή της (βλ. άνω άδεια συνημμένη στο από 7-10-1999 ήδη προαναφερόμενο έγγραφο του Α.Τ. ......, που αποτελούν περιεχόμενο του φακέλου της δικογραφίας). Συνακόλουθα, η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σ' αυτόν, ως άγνωστης διαμονής, στις 18-4-2006, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (ήτοι στην οδό ...... αρ. ..., όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο έγγραφο του ΑΤ ......, που απετέλεσε και το έναυσμα για την άσκηση της ποινικής δίωξης - βλ. από 18-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης του ειδικού φρουρού ......), ήταν νομότυπη και έγκυρη. Εφόσον δε έκτοτε, μέχρι την άσκηση της έφεσης, στις 30-1-2008, παρήλθε χρονικό διάστημα πολύ μεταγαλύτερο των τριάντα ημερών (άρθρο 473 ΚΠΔ), η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε πράγματι την έφεση ως απαράδεκτη. Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως την απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και ο χρόνος της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με την έφεση και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή και ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, δε, σε σχέση με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, ως εκκαλούντα, αμφισβήτηση της κατοικίας του, στην οποία αναζητήθηκε, ως τελευταία γνωστής διαμονής, καθώς και της ιδιότητάς του, ως άγνωστης διαμονής, το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με αιτιολογία, επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει στην απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων "από το έτος 1996 είχε μετοικήσει από την ...... (οδός ...... αρ. ...), στο ...... (οδός ...... αρ. ...), ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι τη νέα αυτή διεύθυνση της κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ήτοι η αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Αυτό άλλωστε ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έφεσή του, αλλ' ούτε και υποστήριξε απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου". Εξάλλου, ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρο, διότι αναφέρεται ότι παραδόθηκε η απόφαση αυτή στον Δήμαρχο ...... ενώ προκύπτει ότι την παρέλαβε άλλο πρόσωπο χωρίς να προκύπτουν τα στοιχεία ταυτότητάς του και η ιδιότητά του και επί πλέον χωρίς να προκύπτει ότι τούτο είχε ορισθεί από τον Δήμαρχο για την παραλαβή της, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση ... . Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του με το να κρίνει νομότυπη τη γενόμενη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 178/23-5-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ...... (......), για αναίρεση της 3109/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη απόφαση που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 399/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 24 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατηρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του άνω ν. 2.523/1997, στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής τιμωρούνται α) στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες ,οι πρόεδροι των Δ.Σ.,οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι ,οι διοικητές ,οι γενικοί διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την παραπάνω έννοια, και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία Ευρωπαϊκό Κέντρο Επίπλου ..... Α.Ε. που ανήκε στη σύζυγο του, Α, και με την οποία είχε συμφωνήσει να έχει τη διαχείριση, τα δε μέλη, Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος της εταιρίας είχαν τυπική συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας για αυτό με την εκκαλούμενη απόφαση αθωώθηκαν. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, εκ των οποίων ένα είναι και πλαστό, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της αποφάσεως, ειδικότερα μάλιστα το πλαστό είναι το ..... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο καθόσον είχε αποκοπεί από χειρόγραφο στέλεχος με αριθμό ....., ενώ ο φερόμενος ως εκδότης Β έχει θεωρήσει και καταχωρήσει στην καρτέλα του χειρόγραφο στέλεχος ΔΑ-τιμολόγιο με αριθμό ... . Τα φορολογικά στοιχεία που αποδέχτηκε είναι εικονικά γιατί εκδόθηκαν για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της και γιατί δεν έγινε συναλλαγή με το πρόσωπο του εκδότη αφού ο φερόμενος ως εκδότης Β δεν είχε προμηθευτεί ποτέ εμπορεύματα ξυλείας τα έτη 2000, 2001, 2002, ούτε βρέθηκαν φορτωτικά έγγραφα στον εκδότη ή το λήπτη που να αποδεικνύουν μεταφορά και παράδοση ξυλείας στην παραπάνω εταιρία. Επιπλέον το κατάστημα και η επιχείρηση του Β ήταν κλειστή από το τέλος Μαρτίου 2001 και παρά ταύτα με τα εικονικά στοιχεία φέρεται να διενεργεί συναλλαγές με την εταιρία του κατηγορούμενου. Το Δημόσιο από την πρώτη πράξη του κατηγορουμένου υπέστη ζημία ποσού 52.186,58 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν καθόσον αυτός ήταν κατά τα παραπάνω ο πραγματικός διαχειριστής της εταιρίας, οι δε συναλλαγές είναι ανύπαρκτες και τα φορολογικά στοιχεία εικονικά. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και όπως οι πράξεις του κατά τα λοιπά στοιχεία περιγράφονται στο διατακτικό" και έτσι κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι "Στο ..... και την ..... ο κατηγορούμενος Χ ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Ευρωπαϊκό Κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ, που είχε κατόπιν συμφωνίας με τη σύζυγο του Α, Πρόεδρο και Διευθύνοντα σύμβουλο, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία πλαστό και συγκεκριμένα στις 23,26 Φεβρουαρίου 2001, 16,20 και 22 Μαρτίου 2001, στις 2,3 και 5 Απριλίου 2001, στις 4 Μαΐου 2001, 20 Σεπτεμβρίου 2001 και στις 20,29 Οκτωβρίου 2001, αποδέχθηκε τα παρακάτω δελτία αποστολής-τιμολόγια: 1) το ....., αξίας (5.067.000) δρχ. και αναλογούντα ΦΠΑ (912.060) δρχ., 2) το ....., αξίας (5.130.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (923.400) δρχ., 3) το ....., αξίας (5.375.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (967.500) δρχ., 4) το ....., αξίας (7.310.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.351.000) δρχ., 5) το ....., αξίας (7.355.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.900), 6) το ....., αξίας (8.760.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.576.800) δρχ., 7) το ....., αξίας (7.805.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.404.900) δρχ., 8) το ....., αξίας (7.355.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.900) δρχ, 9) το ....., αξίας (8.760.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.576.800) δρχ., 10) το ....., αξίας (9.770.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.758.600) δρχ., 11) το ....., αξίας (8.835.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.590.300) δρχ. και τα αντίστοιχα τιμολόγια με α/α ..., ..., ..., ..., ..., ..., και ... με αξίες άνευ Φ.Π.Α (7.355.000), (8.760.000), (7.805.000), (7.355.000). (8.760.000), (9.770.000) και (8.835.000) δρχ και με αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.000). (1.576.800), (1.404.900), (1.323.900), (1.576.800), (1.758.000) και (1.590.300) δρχ. Επίσης στις 13 Δεκεμβρίου 2004 (φερόμενος χρόνος έκδοσης και αποδοχής-χρόνος οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής, ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής), αποδέχθηκε τα παρακάτω δελτία αποστολής-τιμολόγια: 12) το ..... με αξία άνευ Φ.Π.Α (8.420.000) δρχ και με αναλογούντα Φ.Π.Α (1.515.600) δρχ και 13) το ....., αξίας (13.470,54) EURO και αναλογούντα ΦΠΑ (2424,70) Ευrο, δηλαδή συνολικής αξίας (289.338,48) Euro και με αναλογούντα συνολικό Φ.Π.Α (52.186,58) Εuro. Όλα τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά τόσο διότι εκδόθηκαν για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, όσο και ως προς το πρόσωπο του εκδότη, καθόσον η λήπτρια εταιρία μόνο κατά το φαινόμενο συναλλάχθηκε με την επιχείρηση του Β, αφού η εταιρία φαίνεται να έχει προμηθευθεί από τον τελευταίο εμπορεύματα ξυλείας, χωρίς ο Β να έχει αγοράσει ποτέ τέτοια εμπορεύματα από οποιονδήποτε προμηθευτή τα έτη 2000,2001 και 2002, ούτε βρέθηκαν φορτωτικά έγγραφα είτε στον εκδότη είτε στον λήπτη, που να αποδεικνύουν μεταφορά και παράδοση της ξυλείας στο Ευρωπαϊκό κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ. Επίσης, από το τέλος Μαρτίου 2001 το κατάστημα της επιχείρησης του Β είναι κλειστό και έχει παύσει να λειτουργεί, χωρίς να έχει δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ενώ ταυτόχρονα φαίνεται ότι συνέχιζε να διενεργεί συναλλαγές μέχρι και το έτος 2002 με το Ευρωπαϊκό κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ. Επιπλέον το με αριθμό ..... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο είναι και πλαστό, αφού φέρει α/αριθμό ... και φαίνεται να έχει αποκοπεί από χειρόγραφο στέλεχος το οποίο φέρει α/αριθμό από ...-..., ενώ ο Βέχει θεωρήσει και καταχωρήσει στην καρτέλα του χειρόγραφο στέλεχος Δ.Α.-τιμολόγιο μέχρι τον α/αριθμό ...". Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως. Ειδικότερα, ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και του μάρτυρα υπερασπίσεως στην οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μοναδικού εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας Γ επίσης προσδιορίζονται κατά τα αριθμητικά τους στοιχεία και την αξία τους καθένα από τα τιμολόγια-δελτία αποστολής εκδόσεως του Β και παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο άγεται στο αποδεικτικό πόρισμα αφενός μεν ότι όλα τα άνω τιμολόγια ήσαν εικονικά, αφετέρου δε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την εικονικότητα αυτών. Ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει πότε και που έγινε η συμφωνία μεταξύ της Προέδρου και διευθύνουσας Συμβούλου της εταιρείας συζύγου του κατηγορουμένου και του τελευταίου δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε τη διαχείριση της εταιρείας αλλά αρκεί που δέχεται ότι έγινε η συμφωνία αυτή. Η αιτίαση για ασαφή αιτιολογία της αποφάσεως δεν είναι βάσιμη καθόσον σαφώς τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος "αποδέχθηκε" εικονικά φορολογικά στοιχεία υπό την έννοια ότι αυτά εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ως άνω αναφερόμενο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής το οποίο ως εκ περισσού αναγράφεται και ως πλαστό. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος 1) ότι δεν είχε ιδιότητα στην Α.Ε. από αυτές που ορίζονται στο άρθρο 20 του ν.2523/1997, ώστε να υπέχει ποινική ευθύνη 2) ότι η επιχείρηση του Β είναι υπαρκτή, δεν είναι αυτοτελείς αλλά αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 19 ν.2523/1997 πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που ασκήθηκαν με το από 24-9-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων και πλήττουν την παράβαση του άρθρου 8 Ν.1599/1986 της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία δεν πλήττεται με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, γιατί η άσκηση αυτών προϋποθέτει την παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002). Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.5.2008 αίτηση του Χ και τους από 24.9.2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία για παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
0
Αριθμός \398/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνου Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της 2387/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 6 Μαΐου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς το περί ποινής μέρος της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά ως και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.1729/1987 "Καταπολέμηση της διάθεσης ναρκωτικών..", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.2161/1993, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά, η πώληση και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την, κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και τη, για το σκοπό αυτό, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα. Κατ' επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά έχει διαπραχθεί η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς ούτε έλλειψη αιτιολογίας, β) της ταυτότητας των πωλητών ή των αγοραστών, του συμφωνηθέντος τιμήματος, του τρόπου καταβολής αυτού και του τρόπου παραδόσεως των ναρκωτικών ουσιών και γ) επί κατ' εξακολούθηση τελέσεως των επί μέρους πράξεων. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2387/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ... υπηκοότητας και άνεργος κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την 13-1-2004 οπότε και συνελήφθη αγόρασε από άγνωστο ενδεχομένως ομοεθνή του, αντί τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε με σκοπό την εμπορία α)2795 γραμμάρια ηρωίνης β)201 γραμμάρια κοκαΐνης και γ)15250 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης .Από την πιο πάνω ποσότητα ο κατηγορούμενος κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πώλησε σε άγνωστους αντί αγνώστου τιμήματος 5000 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης ενώ λίγη ώρα πριν από τη σύλληψή του επώλησε σε άγνωστο άτομο 250 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης αντί τιμήματος 500 ευρώ .Από τις πιο πάνω ποσότητες κατείχε υπό την έννοια ότι εξουσίαζε φυσικά εις τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και να διαθέτει αυτές κατά βούληση σε τρίτους α) κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν την άνω σύλληψή του 5000 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε είκοσι αυτοσχέδια ισοβαρή δέματα των 250 γραμμαρίων το καθένα β) την 13-1-2004 εντός του με αριθμ. Κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκινήτου στο 3ο χιλιόμετρο της λεωφόρου .... ένα αυτοσχέδιο δέμα με ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 250 γραμμαρίων και γ) την 13-1-2004 εντός αποθήκης στο άνω 3ο χιλιόμετρο της λεωφόρου .... ηρωίνη βάρους 2795 γραμμαρίων συσκευασμένη σε τέσσερα αυτοσχέδια δέματα και σε τέσσερα νάυλον σακκουλάκια κοκκαίνη βάρους 201 γραμμαρίων συσκευασμένη σε τέσσερα νάυλον σακκουλάκια και 10000 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε τρία αυτοσχέδια δέματα και τριάντα οκτώ αυτοσχέδια δέματα σε νάυλον αεροστεγή συσκευασία .Στον ίδιο χώρο κατείχε και μία ζυγαριά ακριβείας την οποία χρησιμοποιούσε για ζύγιση των προς πώληση ποσοτήτων ναρκωτικών .Όλες τις πιο πάνω πράξεις ρητά ομολόγησε ο κατηγορούμενος τόσο προανακριτικά όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και εν μέρει και του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου .Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου επιβαρυντικές περιστάσεις η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των παραπάνω πράξεων (άρθρο 8 του Ν.1729/87) καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος αφενός και αφετέρου σταθερή ροπή αυτού για την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη, ενόψει ιδίως του ότι α)επί τριάντα μήνες πριν τη σύλληψή του στις 13-1-2004 απησχολείτο όπως ο ίδιος ομολόγησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εμπορία ναρκωτικών β)είχε διοργανώσει δίκτυο προώθησης (πώλησης)των ναρκωτικών ουσιών με σκοπό πορισμό εισοδήματος αφού κανένα άλλο επάγγελμα δεν ασκούσε, χρησιμοποιώντας ζυγαριά ακριβείας ΙΧΕ αυτοκίνητα των οποίων εμίσθωνε τη χρήση ή αυτό του αδελφού του και γ) οπλοφορούσε προκειμένου να διασφαλίσει την ασφαλή μεταπώληση των ναρκωτικών ουσιών και την είσπραξη του εκάστοτε ανταλλάγματος αυτών .Περαιτέρω και ενόψει των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο κατηγορούμενος το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τρίτου προσώπου που να εξανάγκασε τον κατηγορούμενο και μάλιστα εξακολουθητικά τα άνω εγκλήματα και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός αυτού είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 3 πιν. Α6, 5 παρ.1 εδάφ. β' ζ' ν.1729/1987, όπως ισχύει, και 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.9, 98 ΠΚ .Επίσης πλήρως αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι βρισκόταν υπό την επιβολή τρίτου προσώπου ο οποίος του επέβαλλε απειλώντας την υγεία τη ζωή τόσο τη δική του όσο και των γονέων του να προβαίνει στις ανωτέρω πράξεις . Τέλος, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 και συγκεκριμένα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων α) επί τριάντα μήνες πριν τη σύλληψή του στις 13-1-2004 απησχολείτο με την εμπορία ναρκωτικών β)είχε διοργανώσει δίκτυο προώθησης (πώλησης) των ναρκωτικών ουσιών με σκοπό πορισμό εισοδήματος αφού κανένα άλλο επάγγελμα δεν ασκούσε, χρησιμοποιώντας ζυγαριά ακριβείας ΙΧΕ αυτοκίνητα των οποίων εμίσθωνε τη χρήση ή αυτό του αδελφού του και γ) οπλοφορούσε προκειμένου να διασφαλίσει την ασφαλή μεταπώληση των ναρκωτικών ουσιών και την είσπραξη του εκάστοτε ανταλλάγματος αυτών. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του"(περ. δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε) . Στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: Α) "Στην προκειμένη περίπτωση, έδωσα αληθείς και συγκεκριμένες πληροφορίες στην Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών Πειραιώς (βλ. την υπ' αρ. πρωτ. 2836/2004 βεβαίωση υποδιεύθυνσης δίωξης ναρκωτικών, σχετ. 5), συνεπεία των οποίων διαλευκάνθηκε άλλη υπόθεση δίωξης ναρκωτικών. Από κάθε άποψη η ενέργεια μου αυτή προέκυψε ύστερα από τη συνειδητοποίηση της απαξίας της πράξης μου, για την οποία δηλώνω και πάλι συντετριμμένος και πραγματικά απογοητευμένος, αποτυπώνει δε, την αληθινή μου πίστη και διάθεση συνδρομής στην αντιμετώπιση και στην καταστολή παρόμοιων συμπεριφορών. Άλλως, αποδεικνύει την ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξη μου να άρω και να μειώσω τις συνέπειες της πράξης μου, πραγματικά και όχι προσχηματικά". Β)"Από τις τελέσεως των πράξεων, που μου αποδίδονται, έχω επιδείξει καλή συμπεριφορά, απόλυτη υποταγή και σεβασμό στους σωφρονιστικούς κανόνες και ειρηνική και ήρεμη διαβίωση στη φυλακή, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς της Δ/νσης των Δικαστικών Φυλακών Αγίου Στεφάνου (σχετ. 6). Το γεγονός ότι ως κατηγορούμενος κατά το χρονικό αυτό διάστημα βρισκόμουν έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα ". Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τούς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την εξής αιτιολογία: Για Την κατάφαση συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας μετά την πράξη, πρέπει η μετάνοια του κατηγορουμένου όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος επεζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η έκφραση συγνώμης, γεγονότα που δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω . Η καλή διαγωγή του υπαιτίου στις φυλακές δεν μπορεί να θεμελιώσει την οικεία ελαφρυντική περίσταση διότι είναι εξαναγκαστική συμμόρφωση με τις διέπουσες την κράτηση των κατηγορουμένων διατάξεις νόμων και κανονισμών και όχι ελεύθερη επιλογή καθόσον δεν προέρχεται από αγαθή συνείδηση αλλά τις περισσότερες φορές είναι υποκριτική για την επίτευξη του σχετικού στόχου . Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο με τα στοιχεία Β ισχυρισμός (ότι ο αναιρεσείων συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά, της καλής του συμπεριφοράς του στη φυλακή, ως μόνο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν αρκεί για να καταστήσουν ορισμένο τον ανωτέρω ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, απάντησε, ως εκ περισσού, στον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του .Σε σχέση με τον πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ.2δ ΠΚ), που ήταν σαφής και ωρισμένος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως . Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος της αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ. και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη, ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 2387/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω και τους από 6 Μαΐου 2008 προσθέτους αυτής λόγους . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ΄ ΠΚ. Αναιρεί εν μέρει ως προς την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας και επιδίωξης να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη. Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 396/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 1381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ..... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 48/1-10-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικολάος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 578/18-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 48/1-10-2008 έκθεση αναίρεσης κατά του υπ'αριθμ. 1381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του ...., για απόπειρα καταπίεσης (άρθρ. 42, 244 Π.Κ.) και εκθέτω τ'ακόλουθα: Η αναίρεση ασκήθηκε εκ μέρους μας την 1-10-08 και είναι εμπρόθεσμη (άρθρ. 483 § 3, 479 § 2 Κ.Π.Δ.) αφού η προθεσμία για την άσκησή της άρχισε την 11-9-08, ημερομηνία δημοσίευσης του προσβαλλομένου βουλεύματος. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, κατά το άρθρ. 483 § 3 Κ.Π.Δ., να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παρ. 2 του άρθρ. 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση. Ο λόγος για τον οποίο ασκούμε αναίρεση είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρ. 139 Κ.Π.Δ. Κατά το παραπάνω άρθρ. (139 Κ.Π.Δ.) όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του Ν.2408/96 αιτιολογία απαιτείται ήδη σε κάθε βούλευμα, παραπεμπτικό η απαλλακτικό ή παρεμπίπτον, ακόμη και αν η έκδοσή του αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Ο παρών αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 19/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ'402). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ...., παραπέμφθηκε, με το υπ'αριθμ. 514/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), λόγω της ειδικής δωσιδικίας του ως Δικηγόρος, για την πράξη της απόπειρας καταπίεσης, που φέρεται ότι τέλεσε με την ιδιότητά του ως Δήμαρχος ...., την 17-3-2006, σε βάρος του ..... Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε έφεση και στη συνέχεια, με την υπ'αριθμ. 746/2008 έγγραφη πρότασή του εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με καθολική παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση αποφάνθηκε, με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1381/08 βούλευμά του, να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του παραπάνω κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα πράξη (βλ. το βούλευμα). Ούτε στο προσβαλλόμενο βούλευμα ούτε στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρονται, έστω κατ'είδος, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα) τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του Συμβουλίου και γίνεται αναφορά μόνο σε επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία. 'Ετσι όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και καθιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 484 § ι στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει δεκτή η από 1-10-2008 αναίρεσή μας κατά του υπ'αριθμ. 1381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 24 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει, την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος (μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του), μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν αυτό αποφαίνεται, ότι δεν πρέπει να γίνει κατά του κατηγορουμένου σχετική κατηγορία, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, επομένως και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, προκειμένου για απαλλακτικό βούλευμα, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία αποκλείουν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε το Συμβούλιο στην κρίση ότι δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, ενόψει και του άρθρου 177 του ΚΠΔ, που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως, δεν απαιτείται η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και η ιδιαίτερη μνεία της αξιολογήσεως του περιεχομένου του, αλλ' αρκεί να γίνεται ο συγκεκριμένος προσδιορισμός του είδους αυτών, δηλαδή συγκεκριμένη μνεία τους κατά κατηγορίες (όπως μάρτυρες, έγγραφα κλπ). Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται προς κρίση η με αριθ. 578/18.12.08 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 1381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου ...., για απόπειρα καταπίεσης, λόγω έλλειψης σοβαρών ενδείξεων, αφού προηγουμένως εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, το βούλευμα του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, κατά το αντίθετο παραπεμπτικό τμήμα αυτού . Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών λόγω της ειδικής δωσιδικίας του ως Δικηγόρος, για την αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη, με βάση τ' αναφερόμενα στην πρόταση του Εισαγγελέως πραγματικά περιστατικά, που προκύπτουν, όπως εκτίθεται στην Εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο, χωρίς καθόλου να προσδιορίζονται σ'αυτή (ενσωματωμένη Εισαγγελική πρόταση) το είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο για να καταλήξει στην ως άνω απαλλακτική κρίση του, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια της αόριστης αναφοράς των αποδείξεων. Με τα δεδομένα αυτά το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως και να αναιρεθεί το εν λόγω βούλευμα. Συνακόλουθα πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1381/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του αυτού Δικαστικού Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0